Αυγουστίνος Καντιώτης



ΟΙ ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΟΡΙΣΑΝ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΕΙΝΑΙ ΦΩΤΕΙΝΟΙ ΔΕΙΚΤΕΣ, ΠΟΥ ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΤΟΝ ΑΛΗΘΙΝΟ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ

date Μαι 25th, 2015 | filed Filed under: «ΧΡΙΣΤΙΑΝ. ΣΠΙΘΑ»

Κυριακὴ Πατέρων Δ΄ Οἰκουμ. Συνόδου

H ANAΓΚΑΙΟΤΗΣ ΤΟΥ ΗΘΙΚΟΥ ΝΟΜΟΥ

  • Ἡ μνήμη τῶν ἁγίων πατέρων, ποὺ ἑορτάζουμε, καὶ κάποια συνέδρια ποὺ γίνονται τώρα τελευταῖα ἀπὸ θεολόγους μὲ διάθεσι ὑποτιμήσεως τόσο τῶν ἁγίων πατέρων («μεταπατερικὴ» θεολογία) ὅσο καὶ τῶν ἱερῶν κανόνων («κωδικοποίηση»), μᾶς δίνουν τὴν εὐκαιρία νὰ ξαναθυμηθοῦμε μερικὰ διδάγματα τοῦ π. Αὐγουστίνου μὲ διαχρονικὴ ἐπικαιρότητα.π. Αυγουστ

Πρὶν μερικὰ χρόνια ἔγινε, ἀ­γαπητοί μου, ἀ­πόπειρα νὰ διαγραφοῦν ἀπὸ τὸ Σύντα­γμα καὶ τὸν Καταστατικὸ Χάρτη τῆς Ἐκ­κλησίας οἱ ἱεροὶ κανό­νες ποὺ συνετά­γησαν ἀπὸ τοὺς ἁ­γίους πατέρες μὲ τὴν πνοὴ τοῦ ἁγίου Πνεύματος γιὰ τὴν διακυβέρνησι τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ ἐξοβελισμὸς αὐτὸς προκάλεσε, ὅπως ἦ­ταν ἑπόμενο, τὴν ἀγανάκτησι κάθε ὀρθοδό­ξου Χριστιανοῦ, ἀκούστηκαν δὲ καὶ ἐκ μέρους ἱεραρχῶν ζωηρὲς φωνὲς διαμαρτυρίας.
Οἱ ἱεροὶ κανόνες συνδέονται ἄρρηκτα μὲ τοὺς θεοφόρους πατέρας, ὅπως οἱ ποταμοὶ μὲ τὶς πηγές τους. Ἢ παραδέχεσαι τοὺς ἱεροὺς κανόνες καὶ μαζὶ μ᾽ αὐτοὺς δέχεσαι καὶ τοὺς πατέρες, ἢ ἀπορρίπτεις τοὺς κανόνες καὶ μαζί τους συναπορρίπτεις καὶ τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ «ἔξω οἱ κα­νόνες» εἶνε ταυτόση­­μο μὲ τὸ «ἔξω οἱ πατέρες». Ὅποιος τιμᾷ τοὺς κα­νόνες τιμᾷ καὶ τοὺς πατέρες καὶ ὅποιος ἀτιμάζει τοὺς κανόνες ἀτιμάζει καὶ τοὺς πατέρες. Πόσο ἀληθινὸ εἶνε αὐτὸ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὅσοι κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ εἶνε ὀ­παδοὶ τοῦ οἰκουμενισμοῦ, προ­σπαθώντας νὰ κλονίσουν τὸ κῦρος τῶν ἱε­ρῶν κανόνων, μιλοῦν φανερὰ ἢ συνεσκιασμέ­να καὶ γιὰ τοὺς πατέρες μὲ περιφρόνησι.
Ἔξω οἱ ἱεροὶ κανόνες, ἔξω οἱ θεῖοι πατέρες, ποὺ τὰ συγγράμμα­τά τους δὲν εἶνε παρὰ ἡ ἀ­νάπτυξις τῶν συν­τόμων ἐκείνων προτάσεων πε­ρὶ ἐκκλησιαστι­κῆς ἠ­θικῆς καὶ εὐταξίας, τὶς ὁ­ποῖ­ες διατύπωσαν σὲ οἰ­κου­μενικὲς καὶ τοπικὲς Συνόδους, γιὰ νὰ κατανο­οῦνται εὔκολα καὶ νὰ ἐφαρμόζωνται ἀπὸ ὅ­λους. Ζήτω λοιπὸν τὸ πνεῦ­μα τῆς σαρκός, ποὺ ἔχει τὴν ἀναίδεια νὰ κρίνῃ ὀρθολογιστικὰ καὶ νὰ περιφρονῇ καὶ νὰ ὑβρί­ζῃ τὸ ἅγιο Πνεῦμα! Ἀλλὰ προτοῦ νὰ δοῦμε τὶς ὕβρεις κατὰ τῶν ἱ­ερῶν κανόνων ἂς μιλήσουμε γιὰ τὴν ἀναγ­καιότητα τοῦ ἠθικοῦ νόμου τὸν ὁποῖον ἐκ­φράζουν οἱ ἱεροὶ κανόνες.

* * *

Κατὰ τὴν ὀρθόδοξο διδασκαλία ὁ ἄνθρωπος βγῆκε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Δημιουργοῦ ὑ­πέ­ροχο δημιούργημα, λίγο μόνο κατώτερος ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, ἀφοῦ ἔφερε σάρκα, μὲ καθα­ρὴ τὴν ψυχή. Στὸν διαυγῆ ψυχικό του κόσμο καθρεφτιζόταν ὁ Θεός, ποὺ ἐπικοινωνοῦσε ἀ­­μέσως μαζί του. Ὁ ἠθικὸς νόμος ἦταν ἄγραφος, τυπωμένος ζωηρὰ στὴ συνείδησί του.
Ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ ἄνθρωπος ἁμάρτησε καὶ ἔπεσε. Ἡ διαύγεια τῆς συνειδήσεώς του θόλωσε. Δὲν ἀκουγόταν πλέον μέσα του εὐκρι­νὴς ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ. Κι ὅσο ὁ χρόνος καὶ οἱ γενεὲς περνοῦσαν καὶ ἡ διαφθορὰ αὐξανόταν, τόσο ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεως ἐξασθενοῦσε καὶ μερικὲς φορὲς ἔπαυε ν᾽ ἀκούγεται.
Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔπεφτε κι ὁ Θεὸς ἐξακολουθοῦσε νὰ τοῦ μιλάῃ διὰ μέσου τῆς συνει­δήσεώς του, δὲν θὰ χρειαζόταν γραπτὸς θεῖος νόμος. Ἀφοῦ ὅμως ἔπεσε καὶ ἀτόνησε μέσα του ὁ ἄγραφος ἠθικὸς νόμος, ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε καὶ γραπτὸ νόμο, νὰ τοῦ θυμίζῃ ζωηρὰ τὸν ἄγραφο νόμο. Ἔτσι δόθηκε διὰ τοῦ Μωυσέως στὸ ὄρος Σινὰ ὁ γραπτὸς θεῖος νόμος, χαραγμένος σὲ λίθινες πλάκες σὰν σύντομες ἐν­τολές, κατεγράφη δὲ ἐκτενέστερα στὰ θεόπνευστα βιβλία Λευϊτικὸ καὶ Δευτερονόμιο.
Ὁ Μωσαϊκὸς νόμος δὲν ἔπαυσε νὰ ὑπενθυ­μίζεται στὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ διὰ τῶν προφητῶν καὶ ν᾽ ἀποτελῇ ἠ­θικὸ φραγμό. Καὶ ὅταν σὲ ἐ­ποχὲς διαφθορᾶς ὁ ἠθικὸς φραγμὸς καταλυ­όταν καὶ οἱ ἄνθρωποι καταντοῦσαν σὲ ἠθικὴ ἀσυδοσία, φοβε­ρὲς ἦταν οἱ συνέπειες. Ὁ λα­ὸς ἦταν σὰν ἀτίθασο ἄλογο ποὺ σπάει τὸ χαλινάρι καὶ ὁρμάει πρὸς τὸ γκρεμό.
Δοῦλος τῆς ἁμαρτίας εἶχε καταντήσει ὁ ἄν­θρωπος. Ὁ νόμος αὐτὸς ἦταν καλὸς καὶ ἅ­γι­ος, ἀλλὰ δὲν εἶχε τὴ δύναμι νὰ τὸν ἐλευθερώσῃ. Δι᾽ αὐτοῦ ὁ ἄνθρωπος ἁπλῶς θυμόταν ποιό εἶ­νε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τῆς παραβά­σεώς του ἐλάμβανε πεῖρα πόση δύνα­μι ἔχει ἡ ἁμαρτία. Γι᾽ αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος χρειαζόταν μία μεγάλη δύναμι, βοήθεια ἀπὸ τὸ Θεό, γιὰ ν᾽ ἀ­πελευθερωθῇ ἀπὸ τὸ κράτος τῆς ἁμαρτίας.
Καὶ ἡ δύναμι αὐτὴ τοῦ δόθηκε διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μὲ τὴ δύνα­μι αὐτή, ποὺ ὀνομάζεται θεία χάρις, ὁ ἄνθρωπος κατώρθωσε ὄχι μόνο ν᾽ ἀποτινάξῃ τὴν κυ­­ρι­αρχία τῆς ἁμαρτίας ἀλλὰ καὶ ν᾽ ἀνυψωθῇ στὶς ὑψηλότερες κορυφὲς τοῦ ἠθικοῦ νόμου, ποὺ εἶνε οἱ ἐντολὲς τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ἔτσι ἄρχισε ν᾽ ἀναπτύσσεται μιὰ νέα ζωή, πνευματική, μὲ πρότυπο τὸν Κύριο τῆς δόξης. «Ὁ λέγων ἐν αὐτῷ μένειν ὀ­φείλει, καθὼς ἐκεῖνος περι­επάτησε, καὶ αὐ­τὸς οὕτω περιπατεῖν» (Α΄ Ἰω. 2,6).
Ὁδός, δρόμος, εἶνε ἡ χριστιανικὴ ζωή, ὁδὸς Γολγοθᾶ, ὁδὸς σταυροῦ. Σ᾽ αὐτὴν ὀφείλει ὁ Χριστιανὸς νὰ βαδίζῃ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν πρέπει νὰ μένῃ στάσιμος. Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶνε στασιμότης καὶ ἀδράνεια, εἶνε συνεχὴς κί­νησις καὶ πρόοδος, πρόοδος ὅμως ἐπάνω στὴν ἴδια ὁδό, ποὺ χάραξε ὁ Θεάνθρωπος. Οὔ­τε στασιμότης, ἀλλ᾽ οὔτε παρέκ­κλισις δεξιὰ ἢ ἀ­ριστερὰ ἀπὸ τὴ βασιλικὴ ὁδό, τὴ μόνη ἀ­σφα­λῆ γιὰ νὰ φθάσουμε στὴν οὐράνια πατρίδα.
Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ὅμως δὲν εἶνε εὔκολη, ἔχει πε­ριπέτειες καὶ κινδύνους. Γι᾽ αὐ­τὸ ὁ Χριστιανὸς ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἄγρυπνη προ­σο­χὴ ἀλλὰ καὶ κα­θοδήγησι, γιὰ νὰ μὴ χάσῃ τὸ δρόμο καὶ πλανη­θῇ. Καὶ ὅπως στοὺς δημόσιους δρόμους ὑπάρ­χουν πινακίδες ποὺ δείχνουν τὴ σωστὴ πορεία, ἔτσι κ᾽ ἐδῶ ὑπάρχουν φωτεινοὶ δεῖ­κτες ποὺ ἐ­φιστοῦν τὴν προσοχὴ σὲ κινδύνους, προφυλάσσουν καὶ κατευθύνουν ὀρθά. Εἶνε θεόπνευ­στη ἐντολή· «Βλέπετε πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μὴ ὡς ἄσοφοι, ἀλλ᾽ ὡς σοφοί…» (Ἐφ. 5,15).
Φωτεινοὶ δεῖκτες ἐπάνω στὴν χριστιανικὴ ὁ­δὸ εἶνε οἱ ἱεροὶ κανόνες. Ἂς εὐχαριστήσουμε τὸ Κύριο, διότι ὄχι μόνο μᾶς ἀπεκάλυψε τὴν ὁ­δὸ τῆς σωτηρίας, ἀλλὰ καὶ διότι μὲ τὴν δι­αρκῆ μέριμνά του ὥρισε στὸ δρόμο μας ὁ­δηγοὺς τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοὺς φώτισε νὰ συντάξουν τοὺς ἱεροὺς κανόνες σὰν δεῖκτες ἀσφαλοῦς πορείας. Κι ὅπως ἐκεῖνος ποὺ ἀφαι­ρεῖ ἢ καταστρέφει πινακίδες στὸ δρόμο ἐγκλη­ματεῖ, διότι κάνει ἐπικίνδυνη τὴν κίνησι καὶ γίνεται ἠθικὸς αὐ­τουργὸς φοβερῶν δυστυχη­μάτων, ἔτσι καὶ ὅ­ποιος τολμᾷ νὰ ἀφαιρέσῃ ἢ νὰ καταργήσῃ τοὺς ἱεροὺς κανόνες ἐγκλημα­τεῖ κατὰ τῆς σω­τηρίας τῶν ψυχῶν.
Συνοψίζοντας λέμε, ὅτι οἱ ἱεροὶ κανόνες εἶ­νε ἱερὰ συνθήματα, ποὺ ἐκφράζουν μὲ συν­τομία τὴν ἠθικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησί­ας καὶ δίνουν ἀπαντήσεις στοὺς ὁδοιπόρους τῆς χριστιανικῆς ὁδοῦ μπροστὰ σὲ διάφορες δυσκολίες καὶ ἐμπόδια.

* * *

Ἐναντίον τῶν ἱερῶν κανόνων βάλλει τὸ σύγ­χρονο σαρκικὸ πνεῦμα. Μιλάει γιὰ πολλοὺς ἀ­πὸ αὐτοὺς σὰν νὰ πρόκειται γιὰ διατάξεις ἀ­να­χρονιστικές, παμπάλαιες, ἀνεφάρμοστες, ἐξω­φρενικές, τοὺς δὲ ὑπερασπιστὰς τῶν ἱε­ρῶν κανόνων χαρακτηρίζει ὡς «σκοταδιστάς».
Κάποιοι προχώρησαν σὲ μία διάκρισι τῶν κα­νόνων· τοὺς χωρίζουν σὲ δο­γματικοὺς – λα­τρευτικοὺς καὶ σὲ ἠθικούς. Καὶ ἀπὸ τὸ σύν­ολο τῶν 863 ἱερῶν κανόνων τῆς Ἐκ­κλησίας μόνο τοὺς 53 θεωροῦν δογματικοὺς καὶ τοὺς θε­ωροῦν ἀξίους σεβασμοῦ, τοὺς ἄλ­λους ὄχι.
Ἡ διάκρισις αὐτὴ εἶνε ἀστήρικτη. Δὲν ὑπάρ­χουν κανόνες δογματικοί. Τὰ πιστευτέα, δηλα­­δὴ τὰ δόγματα, διατυπώθηκαν ἀπὸ τὶς οἰ­κουμε­νικὲς Συνόδους σὲ σύντομες προτάσεις ποὺ λέ­γονται ὅροι, ἐνῷ τὰ πρακτέα, δηλαδὴ ἡ ἠθική, διατυπώθηκαν σὲ προτάσεις ποὺ λέγονται κα­νόνες. Λίγοι κανόνες ποὺ ὁρίζουν τὴ στάσι μας ἀπέναντι στοὺς αἱρετικοὺς δὲν μποροῦν γι᾽ αὐ­τὸ νὰ χαρακτηρισθοῦν δογματικοί· ἔχουν ἁπλῶς δογματικὸ χρῶμα. Ἡ διάκρισις αὐτὴ γίνεται ἢ ἀπὸ ἐπιπολαιότητα ἢ ἀ­πὸ σκοπιμότητα, γιὰ ν᾽ ἀδυνατίσουν καὶ ἀποκόψουν τὸ μεγάλο μέρος τῶν κανόνων καὶ νὰ νεκρωθῇ ἔτσι ἡ ἠθικὴ ζωή.
Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ εἰκονίζεται σὰν ἀετὸς μεγαλοπτέρυξ· γιὰ νὰ πετάξῃ ἔχει ἀνάγκη καὶ τὶς δύο φτεροῦγες, τὴν πίστι καὶ τὴν ἠθι­κή. Δόγμα καὶ ἠθικὴ συνδέονται ἀδιάσπαστα. Ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος λέει· «Ἡ πίστις, ἐὰν μὴ ἔργα ἔχῃ, νεκρά ἐστι καθ᾽ ἑαυτήν… Σὺ πίστιν ἔχεις, κἀγὼ ἔργα ἔχω· δεῖξόν μοι τὴν πίστιν σου ἐκ τῶν ἔργων σου, κἀγὼ δείξω σοι ἐκ τῶν ἔργων μου τὴν πίστιν μου» (Ἰακ. 2,17-18).
Ἡ πίστις ἐννοεῖται ὡς κανόνας ζωῆς, ὄχι ὡς ἕνα θεωρητικὸ κατασκεύασμα. Ἂν δὲν ἐ­φαρμόζεται παντοῦ στὴ ζωὴ καὶ δὲν τὴν διαπο­­τίζῃ, εἶνε σὰν ἕνας σκελετὸς χωρὶς σάρκες, εἶνε ἕνας ἀπωστεωμένος Χριστιανισμός, νεκρὸς Χριστιανισμός, προωρισμένος μόνο γιὰ τὸ μουσεῖο καὶ τοὺς ἀρχαιολόγους. Ἐκεῖ θὰ καταντήσῃ, ἂν καταργηθοῦν οἱ ἱεροὶ κανόνες, ποὺ ἐπεξηγοῦν καὶ ἐφαρμόζουν σὲ διάφορες περιπτώσεις τὸν Εὐαγγελικὸ νόμο.
Δὲν χωρίζονται οἱ ποταμοὶ ἀπὸ τὶς πηγὲς καὶ δὲν χωρίζονται οἱ πηγὲς ἀπὸ τοὺς ποταμούς. Ἔτσι καὶ τὰ δόγματα δὲν μποροῦν νὰ χωριστοῦν ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς κανόνες καὶ οἱ ἱεροὶ κανόνες ἀπὸ τὰ δόγματα.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Απὸ ἄρθρο στὸ περ. «Χριστ. Σπίθα» (φ. 358/Ἰούλ. 1973) καὶ βιβλίο Ἐξέστημεν; (Ἀθῆναι 1973, σσ. 48-57)

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.