Αυγουστίνος Καντιώτης



ΔEN ΠΑΛΙΩΝΕΙ Η ΠΙΣΤΙ ΜΑΣ

date Απρ 18th, 2017 | filed Filed under: ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΑΡΙΟ

Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων
Ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

ΔEN ΠΑΛΙΩΝΕΙ Η ΠΙΣΤΙ ΜΑΣ

1-%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%b8-%ce%b6%cf%89%cf%83%ce%b1-%ce%b5%ce%ba-%ce%bcΣΑΣ ἀπευθύνω, ἀγαπητοί μου, ἐγκάρδιο χαι­ρετισμό. Ἀπ’ ὅλους τοὺς χαιρετισμοὺς ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ ἄνθρωποι, ἐγὼ σήμερα ἐκλέγω τὸν ὡραιότερο· τὸν χαιρετισμὸ ποὺ δὲ θὰ παύσῃ ν’ ἀκούγεται ἐπάνω στὴ φλούδα τῆς γῆς καὶ νὰ θίγῃ τὶς βαθύτερες χορδὲς τῆς ψυχῆς μας, τὸν χαιρετισμὸ τῆς Ἀναστάσεως, τὸ «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ».
Δύο λέξεις εἶνε αὐτές. Δύο λέξεις ὅμως πλατειὲς ὅπως ὁ οὐρα­νὸς καὶ βαθειὲς ὅπως ὁ ὠκεανὸς καὶ θερμὲς ὅπως ἡ φωτιά. Δυὸ λέ­ξεις, ποὺ εἶνε τὸ θεμέ­λιο ἐπάνω στὸ ὁποῖο στηρίζεται ὁλόκληρος ὁ χριστιανισμὸς καὶ ἡ ᾿Ορθοδοξία. Δυὸ λέξεις – δυναμήτης, ποὺ τι­νάζει στὸν ἀέρα τὰ βράχια τοῦ σατανᾶ. Δυὸ λέξεις – φωνὴ ἀρχαγγέλων, ποὺ σείει τὰ μνή­ματα, τὸ βασίλειο τοῦ ᾅδου, ὅλο τὸν ἁμαρτω­λὸ κόσμο. Δυὸ λέξεις ποὺ ἔχουν μέσα τους τὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ μας, καὶ ὅσο κι ἂν θε­λήσῃ ὁ διάβολος δὲ θὰ μπορέσῃ νὰ τὶς σβή­σῃ. Δυὸ χιλιάδες χρόνια ὁ διάβολος μὲ τὶς μαῦρες ἢ κόκκινες ἢ ἄλλων χρωμάτων γομμολάστιχές του προσπαθεῖ νὰ σβήσῃ μέσα ἀ­πὸ τοὺς αἰῶνας καὶ τὴν ἱστορία τὶς δυὸ αὐτὲς λέξεις· ἀλλ᾿ ὅσο καὶ ἂν κοπιάσῃ, ποτέ δὲ θὰ τὸ κατορθώσῃ. Ὅσο μάλιστα περνοῦν τὰ χρό­νια κ’ οἱ αἰῶνες, τόσο οἱ λέξεις αὐτὲς θὰ ῥιζώνουν βαθύτερα μέσα στὴν ἀνθρώπινη καρδιά. Σὰν δυὸ ἀστέρια θὰ δείχνουν πάντοτε τὸ δρόμο τῆς πίστεως, τοῦ ἀγῶνος, τῆς τιμιότητος, ὅλης συλλήβδην τῆς ἀρετῆς.
«Χριστὸς ἀνέστη!» λοιπόν.

* * *

Στὰ παλιὰ τὰ εὐλογημένα χρόνια οἱ ἄνθρωποι ζοῦσαν φτωχικά. Δὲν ὑπῆρχαν πολυκατοι­κίες, σπίτια μεγάλα καὶ παλάτια. Εἶχαν κα­λύ­βες, ἀλλὰ μέσα στὶς καλύβες κατοικοῦσαν ψυχὲς ἀγγελικές – τώρα μέσα στὰ παλάτια καὶ τὰ μέγαρα κατοικοῦν ψυχὲς ποὺ ἀποφεύ­γω νὰ τὶς χαρακτηρίσω. Οἱ ἁπλοϊκοὶ ἐκεῖνοι ἄνθρωποι ἔρχονταν στὶς ταπεινὲς ἐκκλησιές τους νὰ λειτουργηθοῦν τὴ νύχτα τοῦ Πάσχα καὶ ν’ ἀκούσουν τὸ «Χριστὸς ἀνέστη». Καὶ τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» δὲν τὸ ἔλεγαν μόνο τὴ νύ­χτα τῆς Ἀναστάσεως· τὸ ἔλεγαν καὶ τὴν ἑπομένη καὶ τὴ μεθεπομένη ἡμέρα καὶ συνεχῶς. Στοὺς δρόμους, στὶς πλατεῖες, ὅπου ἀλ­λοῦ συνηντῶντο (οἱ γεωργοὶ στὰ χωράφια, οἱ ψα­ρᾶ­δες στὶς βάρκες, οἱ ναυτικοὶ στὰ πλοῖα, οἱ ἐργάτες στὶς διάφορες δουλειές), οἱ μικροὶ καὶ οἱ μεγάλοι, τὰ νήπια καὶ οἱ ἀσπρομάλληδες γέροντες, ὁπουδήποτε καὶ ἂν ἀντάμωναν, ἐπὶ σαράντα μέρες τὸ ἔλεγαν. Σὰν καμ­πά­να ἀντηχοῦσε παντοῦ ὁ οὐράνιος χαιρετισμὸς «Χριστὸς ἀνέστη»! Ἄλλο χαιρετισμὸ δὲν εἶχαν. Δὲν ἔλεγαν καλημέρα, καλησπέ­ρα, ἢ ἐκεῖνο τὸ ξενό­γλωσσο ἀντίο. Τὸ«Χριστὸς ἀνέστη» ἦταν ὁ χαιρετισμὸς τοῦ γένους· ὁ χαιρετισμὸς τῆς ἀγάπης, τῆς ἐλπί­δος, τῆς πίστεως στὸν Θεάνθρωπο Κύριο.
Ἀλλὰ τώρα; Ὤ, τώρα φραγκέψαμε, ἀδέρ­φια μου! Θὰ ἤθελα νὰ μεταχειρισθῶ μία ἔκ­φρα­σι αὐστηρά ―γιατὶ χρειάζονται λέξεις ἔν­τονες ποὺ θὰ μαστιγώσουν τὸν ὀκνηρὸν ἵπ­πον τῆς πατρίδος μου―, ἀλλ᾿ ἂς ἀποφύγω λέξεις βαρειές – ποὺ ἀποδίδουν ὅμως μιὰ πρα­­γματικότητα. Φύγαμε ἀπὸ τὴν παράδοσί μας, ἀπὸ τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια. Ἔχουμε, ποιός λίγο – ποιός πολύ, ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὸ δρόμο τῆς πί­στεως καὶ τῆς ἀρετῆς. Σήμερα τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» ἀκούγεται μόνο τὴ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως στὸν περίβολο τῆς ἐκκλησίας, καὶ ὕ­στερα, τὴν ἴδια νύχτα ἢ τὴν ἄλλη μέρα, ξεχνιέ­ται. Δὲν λέγεται, δὲν ἀκούγεται πιά. Δὲν συνηθίζεται πλέον. Γιατί, ἀδέρφια μου; Διότι καινούργιοι ἄνεμοι ἔπνευσαν στὸ δύστυχο τό­­πο μας, νέα ἤθη καὶ ἔθιμα παρουσιάστηκαν στὴ φυλή μας, ποὺ ζητοῦν νὰ νοθεύσουν τὸ γνήσιο χριστιανικὸ καὶ ὀρθόδοξο πνεῦμα τοῦ τόπου μας. Νέοι ἐχθροὶ τῆς πατρίδος μας, δι­αφόρων χρωμάτων καὶ ἀποχρώσεων, ζητοῦν νὰ βάλουν δυναμῖτες στὰ θεμέλια τοῦ ἔ­θνους καὶ νὰ τινάξουν στὸν ἀέρα ὅ,τι σε­βά­στηκαν οἱ αἰῶνες καὶ πάνω του στηρίχθηκε καὶ μεγαλούρ­γησε ἡ φυλή μας. Γι’ αὐτὸ ἔτσι δειλὰ – δειλὰ ἀκούγεται τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» μόνο τὴ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως, κ’ ἔπειτα στα­ματᾷ. ᾿Ενῷ στὰ παλιὰ τὰ εὐλογημένα χρό­νια σαράν­τα μέρες, ἀπὸ τὴ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως μέ­χρι τῆς Ἀναλήψεως, ἀντιλαλοῦ­σαν τὰ βουνὰ καὶ τὰ λαγκάδια ἀπὸ τὸ «Χριστὸς ἀνέστη».
Κρύωσε ἡ καρδιά· ἡ καρδιὰ ποὺ μᾶς ἔδωσε βέβαια ὁ Θεὸς γιὰ ν᾿ ἀγαποῦμε τοὺς οἰ­κεί­ους μας κι ὅ,τι ὡραῖο ὑπάρχει στὸν κόσμο, ἀλλὰ περισσότερο μᾶς τὴν ἔδωσε γιὰ ν᾿ ἀγαποῦμε τὸν ἴδιο. Αὐτὴ ἡ καρδιά, ποὺ ἔ­πρεπε νὰ φλέγεται γιὰ τὸ Χριστό, ἔχει σήμερα κρυ­ώσει, ἔγινε μπούζι, λὲς καὶ εἶνε ἕνα κομμάτι πάγου. Ψυχράνθηκε ἡ πίστις, καὶ γι’ αὐτὸ δει­λὰ ἀ­κούγεται τὸ «Χριστὸς ἀνέστη».
Ὑπάρχουν δυστυχῶς σήμερα στὸν τόπο μας ὄχι ἕνας καὶ δύο ἀλλὰ πολλοὶ ποὺ ἔπαυσαν νὰ πιστεύουν στὸ Χριστό. Ὑπάρχουν τώρα ἄθεοι καὶ ἄπιστοι, σὲ μιὰ χώρα ποὺ δὲν ὑ­πῆρχε ἄθεος οὔτε ἕνας, οὔτε γιὰ σπόρο. Αὐ­τοί, τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες, ἀπὸ τὰ περιοδικὰ καὶ τὶς ἐφημερίδες καὶ ἄλλα μέσα ποὺ διαθέτουν διδάσκουν τὴν ἀθεΐα καὶ ἀπιστία. Τέτοιοι ἄνθρωποι, ἂν δοῦν κανένα Χριστιανὸ νὰ πηγαί­νῃ στὴν ἐκκλησιά, ἂν δοῦν καμμιὰ νέα ν᾿ ἀ­νοίγῃ τὸ Εὐαγγέλιο, ἂν δοῦν κανένα νέο νὰ ἐξ­ομολογῆται σὲ πνευματικὸ πατέρα, ἂν δοῦν μιὰ ψυχὴ ν᾿ ἀγαπάῃ τὸ Χρι­­στό, πέφτουν πάνω της νὰ τὴν ψυχράνουν μὲ κάθε τρόπο. Δὲν θέ­λουν νὰ ὑπάρχῃ πιὰ καν­είς ποὺ νὰ πιστεύῃ.
Ἐσύ ―λένε καὶ φουσκώνουν τὰ μυαλὰ σὰν μπαλλόνι καὶ κάνουν τὸν ἄνθρωπο ὑπερήφανο γεμᾶτο οἴησι―, ἐσὺ ποὺ ζῇς στὸν αἰῶ­να αὐ­­­τόν, ποὺ πῆγες σχολεῖο κ’ ἔμαθες γράμματα, ἐσὺ ποὺ ἔχεις διπλώματα πανεπιστη­μίου, ποὺ μορφώθηκες, ποὺ διαβά­ζεις βιβλία ἐ­πιστημονικά, ἐσὺ ποὺ βλέπεις τοὺς ἀ­στροναῦτες ν᾿ ἀ­νεβαίνουν στ᾿ ἀστέρια, ἐσὺ λοιπὸν θὰ πιστεύ­ῃς τώρα αὐτὲς τὶς ἰδέες τὶς ὀπισθο­δρομικές; θὰ πιστεύῃς, ὅτι αὐτὰ ποὺ λέει ἡ Ἐκκλησία καὶ οἱ παπᾶδες εἶνε δυνατὸν νὰ ἔχουν στη­ρί­γματα; Εἶνε δυνατόν, σοῦ λένε, πεθαμένος ἄνθρωπος ν’ ἀναστηθῇ; Πιστεύεις ὅτι ὑπάρ­χει ἀνάστασι νεκρῶν; Στὸν αἰῶνα τῶν θαυμά­των τῆς ἐπιστήμης πάλιωσε πιὰ ἡ θρησκεία!… Αὐτὰ ἰσχυρίζονται, λὲς καὶ ἡ πίστι μας εἶνε κανένα ροῦχο, ποὺ τὸ παίρνεις ἀπὸ τὸ ῥά­φτη, τὸ φορᾷς ἕνα διάστημα, τὰ Χριστού­γεν­να ἢ τὴ Λαμπρή, κι ἀφοῦ παλιώ­σῃ τὸ πετᾷς.
Ἀλλ᾿ ὄχι, ἀδελφοί μου. Ἡ θρησκεία μας δὲν εἶνε ροῦχο φτειαγμένο ἀπὸ κλωστὲς ἀν­θρώ­πινες· ἡ ᾿Εκκλησία μας – ἡ πίστι μας εἶ­νε ἔν­­δυμα οὐράνιο, ροῦχο φτειαγμένο μὲ βελόνες ἀγγελικὲς καὶ ἀρχαγγελικές, ὑφα­σμένο στὸν ἀργαλειὸ τῆς αἰωνιότητος, στολὴ ποὺ ποτέ δὲν παλιώνει. Δια­βά­ζετε τὴν ἁγία Γρα­φή; Ἀ­νοῖ­ξτε σήμερα στὸ σπί­τι τὰ ἱερὰ κείμενα, τὴν περίφημη πρὸς Ἑβραίους ἐπιστο­λή, καὶ διαβάστε ἐκεῖ ποὺ λέει· «Οἱ οὐρανοὶ ἀπολοῦνται, σὺ δὲ διαμένεις»· ὅλα θὰ παλιώσουν καὶ θὰ σβήσουν στὸ μάταιο τοῦτο κό­σμο, ἀλλὰ ἐσύ, Κύριε, μένεις αἰωνίως· «καὶ πάντες ὡς ἱμάτι­ον παλαιωθήσονται…· σὺ δὲ ὁ αὐτὸς εἶ, καὶ τὰ ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσι»· ὅλοι θὰ παλιώσουν σὰν τὸ ροῦχο, ἐσὺ ὅμως ζῇς ἀμετάβλητος καὶ μένεις εἰς τοὺς αἰῶνας (Ἑβρ. 1,11-12).
Ὄχι, δὲν παλιώνει ἡ θρησκεία μας. Εἶνε σὰ νὰ λὲς ὅτι πάλιωσε ὁ ποταμὸς Δούναβις, ὁ πο­ταμὸς Βόλγας, ὁ ποταμὸς Ἀχελῶος. Ἀπὸ τότε ποὺ ἔφτειαξε ὁ Θεὸς τὴ γῆ, τὰ ποτάμια τρέχουν καὶ ποτίζουν βουνὰ καὶ λαγκάδια, μὰ ποτέ δὲν θεωρήθηκαν ξεπερασμένα· πάντοτε εἶνε χρήσιμα καὶ ἀναγκαῖα. Ὅπως λοιπὸν ἕνα ποτάμι εἶνε εὐεργεσία καὶ εὐλογία στὸν τό­πο, ἔτσι καὶ ἡ θρησκεία, σὰν ποταμὸς ποὺ βγῆ­κε ἀπὸ τοὺς κόλπους τῆς Θεότητος, θὰ ἀρ­δεύῃ αἰωνίως τὶς ψυχές. Σὺ ποὺ λὲς ὅτι ἡ θρη­σκεία μας πάλιωσε, εἶνε σὰ νὰ λὲς ὅτι πάλιωσε ὁ ἥ­λιος. Ὁ ἥλιος καὶ σήμερα ἐξακολουθεῖ νὰ φωτίζῃ καὶ νὰ εἶνε ἀπαραίτητος ὅπως ἦταν καὶ πα­λιά, στὰ χρόνια τῶν πατέρων μας, στὴν ἐπο­­χὴ τοῦ Ὁμήρου καὶ στοὺς προϊστορικοὺς χρό­νους. Ὁ ἥλιος δὲν παλιώνει ποτέ. ᾿Εξακολου­θεῖ νὰ φωτίζῃ καὶ νὰ θερμαίνῃ τὸν κό­σμο.
Δὲν παλιώνει λοιπὸν ἡ θρησκεία μας ὅ­πως δὲν πα­λιώνουν τὰ ποτάμια, δὲν παλιώ­νουν τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, δὲν παλιώνει ὁ ἀ­έρας, δὲν παλιώνει ὁ ἥλιος. Ἤ, γιὰ νὰ εἴμεθα ἀκριβεῖς, κάποτε καὶ αὐτὰ θὰ παλιώσουν. Γιατὶ εἶπε ὁ Χριστός, ὅτι θὰ ᾿ρθῇ μέρα ποὺ καὶ ὁ ἥλιος θὰ σβήσῃ. Ὅπως ὁ καντηλανάφτης σβήνει τὰ κε­ριὰ στὸ μανουάλι, ὅπως ἐσὺ γυρί­ζεις τὸ δια­κό­πτη στὸ σπίτι σου καὶ σβήνουν τὰ φῶτα, ἔ­τσι μὲ τόση εὐκολία τὰ δάκτυλα τῆς Θεότητος θὰ γυρίσουν τοὺς διακόπτες τοῦ οὐρανοῦ καὶ θὰ σβήσουν καὶ τὰ ἄστρα καὶ οἱ ἥλιοι καὶ τὰ πάντα. Ἕνας μόνο ζῇ καὶ δὲν παλιώνει ποτέ· ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος εἶπε· «Ὁ οὐ­ρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (Ματθ. 24,35· Λουκ. 21,33).

* * *
Ἀδελφοί μου· κλεῖστε, βουλῶστε τ᾿ αὐτιά σας στὶς φωνὲς τῆς ἀπιστίας.
«Χριστὸς ἀνέστη!».
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Α΄ μέρος ἀπομαγνητοφωνημένης ὁμιλίας, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ ῾Αγίου Νείλου Πειραιῶς τὴν 9-5-1965.

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.