Αυγουστίνος Καντιώτης



ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΔΥΣΑΝΑΣΧΕΤΟΥΣAΣ «ΣΤΡΟΥΘΟΚΑΜΗΛΟΥΣ»

date Ιούν 11th, 2019 | filed Filed under: ΣYNEΡΓATΗΣ MAΣ K.Θ.

ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ
ΕΙΣ ΔΥΣΑΝΑΣΧΕΤΟΥΣΑΣ «ΣΤΡΟΥΘΟΚΑΜΗΛΟΥΣ»

Τοῦ συνεργάτου μας Κ.Θ.

στροθουκ.

Κατ’ αυτάς, κάποιος Συνταγματολόγος Βουλευτής, πιστός στόν πανεπιστημιακόν του όρκον, αναγκαζόμενος -έκ λόγων πού δέν είμαι υποχρεωμένος νά γνωρίζω- ν’ αυτοαπομακρυνθή από τούδε καί στό εξής τής αιθούσης τής Έλληνικής Βουλής, εδήλωσεν ότι, άν καί απομακρύνεται, θά εξακολουθήση νά είναι «μάχημον καί ενεργόν μέλος τής Έλληνικής Κοινωνίας».
Ίερεύς, χειροτονηθείς Κανονικώς, «Λαβών τήν Παρακαταθήκην .. (ταύτην)- εκείνην», καί ορκισθείς «νά διαφυλάξω αυτήν μέχρι συντελείας τού αιώνος» (Άκολουθία Χειροτονίας είς Πρεσβύτερον). Ίερεύς -λέγω- 59 έτη φέρων επί τού τραχήλου μου (επιτραχήλιον) τήν ευθύνην έναντι τού όρκου μου ν’ αποδώσω λόγον πρός τόν Θεόν (Ματθ.12,36 : Ρωμ.14,12 : Έβρ.13,17) διά τάς εμπεπιστευθείσας μοι ψυχάς, τής τε «στρατευομένης καί θριαμβευούσης» Έκκλησίας. Έχω τό δικαίωμα νά κολοβώσω (Ματθ.24,22 : Μάρκ.13,20) αφ’ εαυτού τόν «μέχρι συντελείας τού αιώνος» (Ματθ.28,20) χρόνον, καί επιόρκως νά λιποτακτήσω, παύων νά είμαι -τουλάχιστον ώς ό άνω Συνταγματολόγος- «μάχημος στρατιώτης τής είς Χριστόν Πίστεως» μου (Β΄Τιμ.2,3), «δίδων λόγον παντί τώ αιτούντι» (Α΄ Πέτρ.3,15), καί οδηγών ψυχάς αθανάτους είς σωτηρίαν, μέσω τού «Ίερού Συντάγματος τού Ευαγγελίου -Παλαιάς καί Καινής Διαθήκης», τών «Ίερών Κανόνων -Πηδαλίου», καί τών Θεοφόρων Άγίων Πατέρων τής Μητρός, Μιάς Άγίας Καθολικής καί Άποστολικής, Έκκλησίας, τής -διά τήν κορυφήν(!), τόν Πατριάρχην(!) κ. Δημήτριον Άρχοντώνη- μιάς … « έξ όλων τών 348» έκκλησιών;!
Παρήλθεν από καιρού -καί ύπό πλείστων, όσων ετόλμησαν νά ορθώσουν φωνήν διαμαρτυρίας- τό «Μεταξύ σού καί αυτού μόνου» (Ματθ.18,15). Έξηντλήθη τό «μεθ’ ενός ή δύο μαρτύρων» (Ματθ.18,16). Παίζοντος τόν ρόλον τού «Παντοκράτορος ΆρχηΠάπα πάσης τής οίκουμένης», δέν αφήκε περιθώριον, χώρον προσπελάσεως καί εγγίσεως τού προσώπου του, ώς υψίστου υπευθύνου-ποιμένος, είς τό «ακούειν τήν εναγώνιον φωνήν τού ποιμνίου» (Ίωάν.10,3-27) πρός (καί δι’) ανατροπήν καί απόρριψιν τών αποβλήτων αιρετικών, αντικανονικών, αντιπατερικών καί αντορθοδόξων κακοδοξιών, ενεργειών καί πρωτοβουλιών του!!!;
Δυσθύμησάν τινες έξ αιτίας «ωμής» (Ίωάν.6,60) -ώς έκριναν αυτήν μονόπαντα- τοποθετήσεώς μου, γύρω από θέματα «οικολογικής ευαισθησίας» τού Πατριάρχου. Έπιπροσθέτων, απαντώ είς τήν «περθενικήν»(!), εξωπραγματικήν καί εθελοτυφλούσαν, μή αντικειμενικήν καί μή στοιχούσαν ταίς Γραφαίς, καί μή εχομένην ορθοδόξως, ευθιξίαν των, μήποτε, «γνώντες τήν αλήθειαν» (Ίωάν.8,32), ελευθερωθώσιν.
Δηλώνω χωριατόπαιδο.

Βιβλικός καί, «παρά τού Ευλογητού μου Θεού» (Β΄Κορ.3,1 : Έφες.1,3 : Α΄Πέτρ.1,3) ειληφώς ελαχιστοτάτην σοφίαν, ήτις, οικήσασα έν έμοί τώ αναξίω, «τώ ράκει αποκαθημένης» (Ευχή μετά 5ο ευαγγέλιο Ί.Ευχελαίου), «τώ αχρείω δούλω» (Λουκ.17,10), «τώ αναχθέντι είς τόν υπερμέγιστον βαθμόν τής Ίερωσύνης, έκ τής κοπρίας εξαγαγόντος με καί εγείραντός με» (έ.ά,Ευχή Ί. Ευχελαίου). Άγιογραφικός -επιστρέφων τόν χαρακτηρισμόν τού «γραφικός»(!)- πρός πάντα βουλόμενον ενδύσασθαι ή ενδυθήναι τούτον (τόν χαρακτηρισμόν), προβαίνω καί τολμώ -όση μοι δύναμις- χρώμενος (καί μή καταχρώμενος ή διαστρέφων) τόν «έλληνα λόγον», νά διευκρινήσω μερικά πράγματα, πού, από υπερβολική ευαισθησία, ή «ίνα μή ρυπανθή ή ακοή»(!), «ίνα μή..αποσυνάγωγοι γένωνται» (Ίωάν.9,22. 12,42. 16,2), μερικοί είναι έτοιμοι νά εξαπολήσουν «μύδρους καί λιβέλλους», εθελοτυφλούντες, οφθαλμοδουλεύοντες τοίς προεστώσι, κολακεύοντες τούτους, καί έν γνώσει-αυτοβούλως, εναγκαλιζόμενοι τό ψεύδος (Άποκ.22,15), νά απομακρυνθούν τής αληθείας. Παρακολουθείστεμε.
Ώς γνωστόν, δέν υπάρχει σπίτι χωρίς χώρον αποχωρήσεως(!). Κατά πρόσωπον αντικρύζοντας τήν αλήθειαν, συνομολογούμεν πάντες ότι έχομεν αφεδρώνα, καί μέρη-μέλη «ασχήμονα», είς τά οποία ό Πάνσοφος Θεός, «περιεποιήσατο αυτοίς ιδιαιτέρα-περισσοτέραν-μεγαλυτέραν τιμήν»! (Α΄Κορ.12.23-24).
Άφήνοντας (παρακαλώ) τήν σεμνοτυφίαν στήν άκρη -ώς ξένην καί απούσαν ταίς Γραφαίς- ασπαζόμενοι καί παραδεχόμενοι τόν Ίερώτατον Λόγον τού Θεού, «Ός ουδέν βέβηλον ή ακάθαρτον εποίησεν» , γινώσκομεν ότι «πάντες διά ρύπου εσμέν ενώπιον αυτού» (Ίώβ.14,4). «Ρύπος» πρός ρίψιν καί απόρριψιν, είναι -κατά κύριον λόγον- τά «λήγοντα είς τόν αφεδρώνα» (Ματθ.15,17 : Μάρκ.7,19) καί, δι’ αυτού εξερχόμενα τού οργανισμού-σώματος, παραδίδονται είς τήν επ’ αυτών αρμοδιότητα πλέον τού «καζανακίου»(!). Ώσαύτως, καί τά διά τών νεφρών διηθιζόμενα υγρά -πέψεως καί αίματος-, τά ώς «ούρος»-ούρα αποβαλλόμενα.
΄Επειδή ή ιερά οδός «τού κόλπου-εισόδου τής μήτρας» -δι’ ής συλλαμβανόμεθα καί τικτόμεθα- είναι από Θεού Δημιουργού τοποθετημένη μεταξύ τών ώς άνω δύο εξόδων «απορρίψεως» τών -νομικώς ακαθάρτων- (Λευιτικόν 15,3), καί ουχί τώ πράγματι, ρύπων (ούρων-κοπράνων), «τού Θεού -επαναλαμβάνω- μηδενός ακαθάρτου δημιουργός υπάρχων» (Άκολ.Ί.Ευχελαίου), διά τούτο ή Σοφία τού Θεού αποφθέγγεται, χρωμένη τήν πρόθεσιν «διά», δηλαδή μεταξύ-ανάμεσα. Ώ Σοφία, καί Διάκρισις, καί Λεπτότης, Ευγένεια καί Κομψότης Θεϊκή, ά ημείς «οί βασιλικώτεροι τού βασιλέως!» αποστρεφόμεθα, ώς «ρυπαίνοντα τήν υπέρθεον(!) καθαρότητά μας»!!! Τί άφρων υπέρβασις! Τί αχαρακτήριστος θρασίτης πλάσματος έναντι Δημιουργού, «τού διαστρέφειν (Πράξ.13,10. 20,30), διορθούν, κινείν καί κοινείν (παραποιούν καί μειώνουν τήν αξίαν καί τιμήν) τών «καλώς έχόντων» πραγμάτων, τών σοφοτάτων διενεργειών καί νόμων «ούς ό Θεός έθετω έν ημίν»! (Α΄Κορ.12,18 : Β΄Κορ.5,19 : Γαλ.3,19).
Καί ελάτε τώρα, όχι νά διασκεδάσωμεν αδολεσχούντες-φλυαρούντες (Γέν.24,63 : Ψαλ.76,6), αλλά νά ψαύσωμεν ρεαλιστικά μερικές καθημερινές πεζές, πραγματικές αλήθειες, πού ή ζωή κατάφορα μάς προδίδει καί επαναλαμβάνει πρός αποδοχήν, παραδοχήν, εμπέδωσιν αφομοίωσιν καί ενστερνισμόν, στίς οποίες «καθοράται ή τε αϊδιος δύναμις καί θειότης (τού Δημιουργού)» (Ρωμ.1,20).
Αυτός ό Άπόστολος Παύλος, μεταξύ τών αναριθμήτων άλλων αυτοχαρακτηρισμών του, προσονομάζει εαυτόν «περίψημα»(Α΄Κορ.4,13), «θέατρον» (Α΄Κορ.4,9) (εκλαμβανόμενον ώς ηθοποιόν, καραγκιοζοπαίκτην), «έκτρωμα» (Α΄Κορ.15,8) (εξάμβλωμα), αλλά καί «σκύβαλον» (Φιλιπ.3,8).
Άνατρέχοντας στό λεξικόν H. LIDDELL καί R. SCOTT, πληροφορούμεθα παρ’ αυτών, ότι ή λέξις (τό) «σκύβαλον» αποδίδεται σήμερον διά τής (νεοελληνικής) «κόπρος», «περίττωμα». Καί ακόμη πιστώτερα «σκύβαλα λευκά καί αργιλώδεα (χρώματος αργίλου)», ήτοι «κοπρόλιθος» (Φιλιππησίους 3,8). «Σκυβαλικός»=ακάθαρτος, ρυπαρός, άξιος καταφρονήσεως, άτιμος. Έτυμολογείται έκ τού «ές κύνας βαλείν» (=νά βάλω στά σκυλιά, ή κυσίβαλόν τι όν = τό τοίς κυσί βαλλόμενον). «Σκυβλίζω-σκυβαλίζω» (=μολύνω, μιαίνω, βεβηλώνω, καθιζάνω είς θέσιν ημικαθίσματος τών γονάτων, δυσκολευόμενος αποβαλείν κοπρόλιθον έκ τού απηυθησμένου). Φυσιολογικά, καθημερινά, τετριμμένα, «καί ροφώντες τήν αμαρτίαν ώς ύδωρ ανά πάσαν στιγμήν», «διϋλίζομεν τόν κώνωπα, καταπίνοντες τήν κάμηλον»! (Ματθ.23,24). Θεέ μου, ειδικά, τούς Έλληνες τούς ΄Ελληνες ποτέ νά μή τούς έλυνες τούς Έλληνες!!! Γνωρίζεις τό γιατί. Τούς έπλασες Έσύ, κι’ «ανοίξανε δικό τους μαγαζί»! Προτίμησαν … «πινάκιο μέ φακή». «Λαγός τήν φτέρην έσειεν, γκακόν τής γκεφαλήνς του»!!! «Αμαρτάνομεν όντες αυτοκατάκριτοι» (Τιτ.3,11), «Τίκτοντες καί παρθενεύοντες!» έν ταυτώ. Πλημμυρίς, κατακλυσμός, περισσευούσης γύρωθεν τής αμαρτίας, καί άμετρος ψευτοευσέβεια, ηθικολογία, ουμανισμός, ουδεμιάς χειρός ανατεινομένης-επαιρωμένης είς τόν ουρανόν, «τού επικαλέσαι τό Όνομα τού Άληθινού Θεού» (Ψαλμ.31,6) καί «αιτήσαι τήν Χάριν καί τό ΄Ελεος Αυτού»! «Πού πορεύει Έλλάς;»!!!. Καί λίγο πιό απτά τή χωριάτικη φυσική ζωή, τής φτώχειας καί τής ανέχειας, γιά νά μαθαίνουν οί «πολιτισμένοι, αριστοκράτες καί καθωσπρεπάκιδες αβροδίαιτοι ελληναράδες ερμαφρόδιτοι νεοελληνίσκοι, οί σύγχρονοι αρχοντοχωριάτες τού Μολιέρου, πού έχουν ανεβεί χωρίς πρόβα επί σκηνής».
Όταν εμείς -τά θύματα τής πρωτογενούς οικονομίας- αποχωρούσαμε (τότε στά χωριά μας) στούς τόπους κατασκευής, δικής μας πατέντας αποχωρητηρίων μέ κλάρες, ρίκια καί λινάτσες πρός απόκρυψιν τής «αγνής», χωριάτικης εντροπής μας, οί κότες καί τά κοκκόρια έρχονταν από κοντά, καί ανέμενον τήν στιγμήν πού θά «απελάμβαναν»…(τά ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται), γιά νά μάς αποδώσουν έν καιρώ τό ευχαριστώ καί τήν ευγνωμοσύνη τους, όχι μόνον διά τής ωοτοκίας, τού πτιλώματος, τής καθ’ ημέραν ανακλήσεως ημών είς εγρήγορσιν μέ γλυκό τους «κικιρίκουουου!», αλλά καί εαυτόν όλον προσφέροντες καί προσφέρουσαι (κοκκόρια καί κοτούλες), ίνα, ώς ποικιλόμορφα καί παντοειδή εδέσματα-παρασκευάσματα, εναποτιθέμενα πρός απόλαυσιν έν ταίς τραπέζαις , εμπλήσουσιν καί ευφράνωσιν τάς καρδίας ημών μετά τού σίτου τού οίνου καί τού ελαίου, έν τοίς έργοις τούτοις τού Κυρίου (έν τέλει), ημών εναγαλλιωμένων! Τί νόστιμα τά αυγά ελευθέρας βοσκής! Τί απόλαυσις καί τέρψις τού λάρυγγος οί «γύροι» καί τά «κοτοσουβλάκια»! Μνείαν μόνην ποιούμαι καί τού υείου (χοιρινού) κρέατος καί τής λεπτής καλοεψημένης-τραγανιστής κρούστας τού δέλφακος (γουρουνάκι ψητό!!). Μήπως ό χοίρος «εξαιρεί» τίποτε; Μήπως δέν είναι παμφάγος; Τί αλλοπροσαλλότης, μά τήν αλήθειαν!!!. «Έλιπάνθημεν, επλατύνθημεν καί απελακτίσαμεν τόν Θεόν». Μόνον ό Ίούδας «εφάνη αγνώμων περί τόν Ευεργέτην»;!! «Πρός εντροπήν ημών λέγω»!
Ό αθάνατος Καντιώτης, ό γεμάτος από φλόγα Πίστης πρός τόν Χριστό καί αγάπη πρός τήν Έλλάδα π. Αυγουστίνος, τό 1938 μέ τόν Παπούλη μου Γιάννη Παπα-Καραβάνα Νικολόπουλο ώργωσαν όλη τή Ρούμελη, καί τό Μέγα Δέντρο τής Τριχωνίδος, τό χωρίο τού Πατρο-Κοσμά. ΄Εκ τών κατοίκων καί κατά παράδοσιν, ήκουσαν πολλάκις, ότι ό Πατρο-Κοσμάς έλεγε τή φράση, πώς «ό γύφτος, τή μύξα του τήν έχει γιά βούτηρο»! Καί πράγματι -όσο κι’ άν είναι τούτο αηδιαστικό- συχνά τό καταρρέον έκ τής ρηνός σμίγμα, ό γύφτος τό λείχει διά τής γλώττης, αγνώστου ούσης τής εννοίας τού μάκτρου-μανδηλίου! Καί συνεπλήρωνε ό Άγιος Γέρων. «Έμείς, μισούντες καί φθονούντες αλλήλοις», μή έχοντες ίχνος από «σπλάγχνα οικτιρμών», δέν δίδομεν ούτε τή μύξα μας! Βαρύς ό λόγος; Άγροίκος, άξεστος, αγενής, αθυρόστομος, βωμολόχος καί αδιάκριτος ό Άγιος; Κάθε άλλο. Ευθής, φυσικώτατος άνθρωπος ομιλών περί «βυζίων» γυναικών καί άπειρα άλλα χωρίς περιστροφές καί συγκαλύψεις, επαναλαμβάνων συχνότατα, ότι «δέν υπάρχουν πονηρές λέξεις, αλλά πονηροί άνθρωποι»! ΄Απόδειξις στοιχήσεως πρός τήν Άγίαν Γραφήν, τήν απαιτούσαν νά είναι «τό ναί, ναί. Καί τό ού,ού;» ΄Ας τήν συμβουλευτούμε, ανοίγοντάς την στό κατά Λουκάν ιερόν ευαγγέλιον 13,8 & 14,35.
Τρία χρόνια μιά συκιά δέν έκανε καρπό. Πάει μιά μέρα ό Κύρης τού χωραφιού καί λέει στόν αμπελουργό. Κόψτην τή συκιά, γιατί, ρουφώντας τήν ικμάδα τής γής, κάνει μόνο φύλλα καί κανένα καρπό. Κι’ ό αμπελουργός στόν Κύρη. Μή τήν κόψουμε. ΄Ασε ένα χρόνο ακόμη, νά τή σκάψω γύρω-γύρω καί νά βάλω κοπριά, μήπως καρπίση … / Κοπριά; Ναί κοπριά! Πού καί τό αλάτι πού συντηρεί τά πάντα νά πέση πάνω της, δέν θά τήν ωφελήση σέ τίποτε. Καί έν τούτοις. Σάν στοιχείο -έστω καί απόβλητο- στήν «τελετουργία τής κτίσεως», έχει κι’ αυτή τή θέση της, παίζει κι’ αυτή τό ρόλο της. Ναί! «Ουδέν βρομερόν, ακάθαρτον καί απόβλητον εποίησεν ό Θεός» (Δογματική Χρήστου Άνδρούτσου, ΄Αντωνίου Κόμπου, «Άκριβής έκδοσις Όρθοδόξου πίστεως»Ίωάννου Δαμασκηνού). «Ούκ αδυνατήση αυτώ πάν ρήμα» (Λουκ.1,37). «Θά δικαιωθή έν τοίς λόγοις Του» (Ψαλμ.50,6). «Έξήλθε νικών καί ίνα νικήση» (Άποκ.6,2), ότι «Πάντα έν σοφία εποίησεν» (Ψαλμ.103,24).
Καί τώρα, άς ρίξουμε «τά πλεμάτια» (δίχτυα) στά ριχά, νά ψαρέψουμε στά βαθειά.
Κάπου λέει ή «περιφρονημένη» μας Γραφή-Βίβλος: «Πόσον ηγαπήθησαν οί φίλοι σου, ώ Θεέ» ! Θυμώμαστε, πώς ωνομάτιζε ό Χριστός τούς μαθητάς του πρίν αναληφθή; ΄Οχι δούλους πιά καί μαθητάς, αλλά «φίλους» (Ίωάν.15,13-15). Γιατί, όπως ό φίλος απ’τό φίλο δέν κρύβει τίποτε, έτσι κι’ Αυτός, όλα όσα τού έδωσε ό Πατήρ Του ό ουράνιος νά φανερώση, τά είπε, τά έκμυστηρεύτηκε στούς φίλους του (Ίωάν.15,15). «Πάντα τά πρός ζωήν καί ευσέβειαν» (Β΄Πέτρ.1,3) καί σωτηρίαν καί θέωσιν απεκάλυψεν είς αυτούς.
Άλλά, ό Χριστός είχε μόνο, τούς 12 καί τούς 70 (Λουκ.10,1 & 17) καί τούς 120 (Πράξ.1,15) καί τούς υπέρ 500 στό Ύπερώο (Α΄Κορ.15,6), φίλους; Όχι βέβαια! Είχε καί τούς καθ’ ημέραν σωζομένους, πληθυνομένους καί προστιθεμένους τή εκκλησία (Πράξ.2,47), καί τούς αναριθμήτους τούς έν τή Παλαιά Διαθήκη φίλους, οίτινες τόσον ηγαπήθησαν υπ’ Αυτού.
Καί νάσου, μετά τήν ΄Ανάληψιν καί τήν κάθοδον τού Άγίου Πνεύματος, καί τήν επ΄ αυτών επιφοίτησιν Τούτου κατά τήν ημέραν τής Πεντηκοστής καί επέκεινα, τί μάς πληροφορεί ό Λόγος τούΘεού. «Διά τών χειρών τών αποστόλων εγίνετο σημεία καί τέρατα (= θαύματα, υπερφυή γεγονότα) έν τώ λαώ πολλά. Κατά τάς πλατείας εκφέρειν τούς ασθενείς καί τιθέναι επί κλινών καί κραβάττων, ίνα ερχομένου τού Πέτρου κάν ή σ κ ι ά επισκιάση τινί αυτών. …φέροντες ασθενείς καί οχλουμένους υπό πνευμάτων ακαθάρτων, οίτινες εθεραπεύοντο άπαντες» (Πράξ.5,12-16). ΄Η σκιά τού Πέτρου; Ναί, ή σκιά του, μάς βεβαιώνει ή Γραφή.
Καί ό Άπόστολος Παύλος στήν ΄Εφεσο. «Δυνάμεις τε ού τάς τυχούσας εποίει ό Θεός διά τών χειρών Παύλου, ώστε καί επί τούς ασθενούντας επιφέρεσθαι (τά έβαζαν πάνω στούς ασθενείς) από τού χ ρ ω τ ό ς (σμίγμα,ιδρώτας) σουδάρια ή σιμικίνθια (μαντήλια τής κεφαλής ή τού λαιμού..ιδρωμένα) καί απαλλάσσεσθαι απ’ αυτών τάς νόσους, τά τε πνεύματα τά πονηρά εξέρχεσθαι απ’ αυτών» (Πράξ.19,12.
Δέν επεκτείνομαι άλλο. Θεωρώ αρκετά καί ικανοποιητικά τά όσα ανέσυρα έκ τής Γραφής καί εξέθεσα ανωτέρω, γιά νά πείσω κάθε καλοπροαίρετον αναγνώστην, πού τυχόν δυσανασχέτησεν κάπου στό προηγούμενο θέμα-άρθρο. Ναί, ό τά πάντα ποιήσας, συντηρών, αυξάνων, μεταλλάσσων, μεταβάλλων, εγείρων καί καθαίρων Θεός, έν ώ κάμπτει πάν γόνυ επουρανίων, επιγείων καί καταχθονίων (Φιλιπ.2,10), δύναται αμέτρητα έτι (ακόμη) ποιήσαι, γιατί, «όπου Θεός, δέν έχει θέσιν τό πώς». «Ανεξερεύνητοι αί βουλαί Αυτού». «Όπου Θεός βούλεται, νικάται φύσεως τάξις» (Ύμνολογία). ΄Ανατρέπονται, αναμορφούνται, υψοποιούνται, καταβαραθρώνονται, παλιγγενώνται, μετατρέπονται, αποκρύπτονται, φανερούνται ακαταλήπτως τά πάντα, καί ό,τι άλλο κατανοητό ή ασύλληπτο, ούκ αδυνατεί Αυτώ. «Ούκ αδυνατήση Αυτώ πάν ρήμα» (Λουκ.1,37). «΄Ετι (γάρ) μικρόν όσον όσον» (Έβρ.10,37). «Έκδικήση τό αίμα τών βοώντων ακαταπαύστως κάτωθεν τού θρόνου τού Έσφαγμένου αρνίου» (Άποκ.6,10), καί ημών «τών προσδοκώντων ανάστασιν νεκρών» (Σύμβ.Πίστεως). «Γήν καινήν καί καινούς ουρανού θεασώμεθα»! (Β΄Πέτρ.3,13). Τό φανταζόμεθα; Τό έχουμε συνειδητοποιήσει, αδελφοί;!

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.