Αυγουστίνος Καντιώτης



ΠΩΣ ΘΑ ΤΑ ΖΗΣΟΥΜΕ; Πως θα θρεψης το παιδι; Εχεις πιστι στο Θεο; Και εγω σου απαντω…

date Αυγ 1st, 2019 | filed Filed under: Αυτοκτονει η Ελλας

Απόσπασμα βιβλίου «ΑΥΤΟΚΤΟΝΕΙ Η ΕΛΛΑΣ»
Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

«Πως θα τα ζησουμε;»

Fenek 034Kαλά, βρὲ παππούλη, ἐσὺ εἶσαι καλόγερος καὶ παιδιὰ δὲν ἔχεις· δὲ ρωτᾶς ἐμᾶς, ποὺ εἴμαστε πτωχαδάκια, πῶς μεγαλώνουν τὰ παιδιά; Ξέρεις τί θὰ πῇ νὰ ἔχῃς τρία καὶ τέσσερα καὶ πέντε καὶ ἕξι στόματα μέσα στὸ σπίτι; Ξέρεις τί εἶνε νὰ βρίσκωνται στὴ φωλιὰ τὰ πουλιὰ καὶ νὰ ζητᾶνε τροφή; Μποροῦμε ἐμεῖς νὰ θρέψωμε πέντε καὶ ἕξι παιδιά; Χρειάζονται φαγητό, ροῦχα, φάρμακα· πῶς θὰ τὰ ζήσωμε;…
Θὰ σᾶς ἀπαντήσω, ἀλλὰ θὰ μὲ ἀκούσετε;
Ὁ διάβολος αὐτός, ποὺ σᾶς λέει «Πῶς θὰ θρέψετε τὸ παιδί;», σᾶς παραπλανᾷ καὶ σᾶς τρομάζει.
Πῶς θὰ θρέψῃς τὸ παιδί; Ἔχεις πίστι στὸ Θεό; Ἄφησέ με κ᾿ ἐμένα νὰ σοῦ πῶ, πῶς θὰ τὸ θρέψῃς.
Λές, πῶς θὰ θρέψῃς τὸ παιδί; Καὶ ἐγὼ σοῦ ἀπαντῶ· Πουλάκι εἶνε τὸ παιδί. Κι ἀφοῦ εἶνε πουλάκι, δὲ θὰ τ’ ἀφήσῃ ὁ Θεός. Τί λέει ὁ Χριστός· «Ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά» (Ματθ. 6,26).
Θὰ μοῦ πῇ πάλι κάποιος· Καλά, παππούλη, ἐσὺ παιδιὰ δὲν ἔχεις, καὶ δὲν ξέρεις τί στοιχίζει ἕνα παιδί. Ποῦ νὰ βροῦμε τὰ χρήματα γιὰ νὰ τὸ μεγαλώσουμε;
Ψεῦτες καὶ ἀπατεῶνες! Δὲν ἔχετε χρήματα; Τὰ πορτοφόλια σας εἶνε γεμᾶτα. Ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον εὐημερεῖ. Ἔχετε χρήματα γιὰ τὸ τσιγάρο, γιὰ τὸ οὖζο, γιὰ τὴν πολυτέλεια, γιὰ τὰ ρεβεγιόν, γιὰ τ᾿ αὐτοκίνητα, γιὰ τοὺς κινηματογράφους, γιὰ τὸν διάβολο· γιὰ τὰ παιδιὰ δὲν ἔχετε. Ὅλα τὰ ἑκατομμύρια αὐτά, ποὺ ξοδεύει ὁ κόσμος γιὰ περιττὰ πράγματα, θὰ μποροῦσαν νὰ συντηρήσουν ἑκατομμύρια παιδιῶν. Καὶ τώρα ἡ Ἑλλάδα παιδιὰ δὲν ἔχει.
Nὰ σᾶς πῶ κάτι φοβερό, ποὺ μοῦ τὸ ἔλεγε ἕνας στρατηγός; Τὸ 1912, ποὺ ἡ Ἑλλάδα ἦταν δύο ἑκατομμύρια, οἱ κληρωτοὶ μιᾶς κλάσεως ἦταν περισσότεροι ἀπ᾿ ὅσους εἶνε σήμερα. Ἦταν τότε πολύτεκνοι, καὶ δὲν σκότωναν τὰ παιδιά τους. Ἀπὸ τὰ Βαλκάνια ἔχουμε τὰ λιγώτερα παιδιά. Ἂν πᾷς στὴν Ἀλβανία, στὴ Σερβία, στὴ Βουλγαρία, θὰ δῇς πολλὰ παιδιά. Ἂν πᾷς στὴν Τουρκία, πλῆθος· μὲ τὸ σάλιο θὰ μᾶς πνίξουν οἱ Τουρκαλᾶδες· σ᾿ ὅποιο μέρος νὰ πᾷς, βλέπεις κοπάδια παιδιῶν. Ἐδῶ, στὰ χωριά μας, δὲν ὑπάρχουν παιδιά, ἀλλὰ μόνο γέροι. Γηροκομεῖο κατήντησε ἡ πατρίδα μας.
Δὲν γεννοῦν παιδιά. Αὐτὴ εἶνε ἡ πιὸ μεγάλη ἁμαρτία τοῦ κόσμου τούτου.
Ἦρθε πρὶν δύο μῆνες στὸ γραφεῖο μου ἕνας στρατηγός. Τὸν ρώτησα πόσα παιδιὰ ἔχει.
―Δύο, μοῦ ἀπαντᾷ.
―Βρὲ στρατηγέ, τοῦ λέω, μὲ μεγάλο μισθό, μὲ αὐτοκίνητο, μὲ ὅλα τὰ μέσα ποὺ σοῦ δίνει ἡ πατρίδα, ἔκανες μόνο δύο παιδιά;

(Δὲ συνάντησα ἀξιωματικό, ὑπάλληλο, καθηγητή, δάσκαλο, ποὺ νὰ ἔχῃ περισσότερα ἀπὸ δύο παιδιά. Σπάνιο φαινόμενο νὰ βρῇς μέσα σ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους περισσότερα παιδιά…). Ἦταν ταπεινὸς ἄνθρωπος ὁ στρατηγὸς καὶ λέει·
―Μοῦ θυμίζεις, δέσποτα, τὴν ἁμαρτία μου. Κάρβουνο ἀναμμένο τὸ ἔχω μέσα μου. Πῆρα γυναῖκα μοντέρνα καὶ κάναμε μόνο δύο παιδιά. Δὲν ἤθελε ἄλλα.
Καὶ ἄρχισε νὰ κλαίῃ.
―Γιατί κλαῖς, στρατηγέ; τοῦ λέω.
―Θυμήθηκα τὸν πατέρα μου, μοῦ ἀπαντᾷ. Εἶμαι ἀπὸ ἕνα χωριὸ τῆς Μάνης. Ὁ πατέρας μου ἦταν φτωχός. Σκάλιζε τὴ γῆ, κλάδευε ἀμπέλια, μάζευε ἐλιές, κ᾿ ἔρριχνε τὰ δίχτυα στὸν Εὐρώτα ποταμὸ γιὰ νὰ πιάσῃ κανένα ψαράκι νὰ φᾶμε τὴν Κυριακή. Καὶ πόσα παιδιά, σεβασμιώτατε, λέτε νὰ γέννησε αὐτὸς ὁ πτωχὸς πατέρας μου;
―Ποῦ νὰ ξέρω, στρατηγέ μου;
―Δεκαπέντε παιδιά!
―Τί μοῦ λές!
―Κ᾿ ἐγὼ τί σειρά, λέτε, ἔχω;
―Δὲν εἶμαι προφήτης.
―Εἶμαι ὁ τελευταῖος, σεβασμιώτατε!
―Ὁ πατέρας σου ὁ φτωχός, χωρὶς μισθό, χωρὶς ΙΚΑ, χωρὶς τίποτε, ἐγέννησε δεκαπέντε παιδιά; Πῶς γίνεται αὐτό;
―Πίστευε στὸ Μεγαλοδύναμο, μοῦ ἀπαντᾷ.
Ὤ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ! Ποῖος περίμενε, ὅτι τὸ τελευταῖο παιδὶ τοῦ πάμπτωχου Μανιάτη, ποὺ κατοικοῦσε στὴν καλύβα, θὰ γινόταν στρατηγός;
Τὰ παιδιὰ εἶνε λαχεῖο. Τὸ πρῶτο – τίποτε· τὸ δεύτερο – τίποτε· …τὸ δέκατο πέμπτο – κερδίζει ἑκατομμύρια.
Σᾶς τὸ λέω κατηγορηματικά· «μπουναμᾶδες» στὸ σπίτι δὲν εἶνε τὰ πρῶτα παιδιά, ἀλλὰ τὰ τελευταῖα. Βγῆκε στὸ Παρίσι ἕνα βιβλίο καὶ ἀναπτύσσει μὲ ἐπιχειρήματα, ὅτι τὰ τελευταῖα παιδιὰ εἶνε μεγάλοι ἐπιστήμονες, ἐφευρέτες, καρδινάλιοι, πάπες, στρατηγοί, ναύαρχοι κ.λπ.. Μέσα στὰ πολλὰ παιδιὰ εἶνε ἡ εὐλογία.
Ἦρθε πρὶν ἀπὸ καιρὸ στὴ μητρόπολι ἕνας ὑπάλληλος μὲ σπασμένο τὸ κεφάλι.
―Ποιός σὲ χτύπησε; τὸν ρωτῶ.
Ντρεπόταν νὰ μοῦ πῇ. Τὸ κατάλαβα.
—Μὲ χτύπησε τὸ παιδί μου, μοῦ ἀπαντᾷ.
―Μπράβο, τοῦ λέω, καλὰ σοῦ ἔκανε.
―Δέσποτα, τί πράγματα εἶν᾿ αὐτὰ ποὺ λές; μοῦ ἔσπασε τὸ κεφάλι τὸ παιδί μου, καὶ λὲς καλὰ μοῦ ἔκανε;
―Καλὰ σοῦ ἔκανε· γιατὶ ἔκανες ἕναν μόνο, καὶ τὸν ἔκανες τεντυμπόη. Ἂν εἶχες πολλὰ παιδιά, δὲν θὰ τὸν χαΐδευες τόσο. Γι᾿ αὐτὸ ἔγινε τίγρις καὶ θὰ σὲ φάῃ ὁλόκληρο…(Πτολεμαΐδα 29-12-1974)
Γιὰ νὰ μὴν τελειώσω μὲ ἀπαισιοδοξία λέγω τὸ ἑξῆς. Μέσα στὸ σκοτάδι αὐτό, στὴν κολασμένη γενεά, τὴν ζούγκλα ποὺ ζοῦν καὶ περπατοῦν οἱ Ἡρώδαι, ὑπάρχουν καὶ φωτεινὰ παραδείγματα. Ὑπάρχουν αἰσιόδοξα σημεῖα. Μιὰ μέρα στὴ μητρόπολι ἦρθε ἕνα φτωχαδάκι, ἕνας τσομπάνος μὲ λίγα προβατάκια. Ἦρθε γιὰ νὰ ζητήσῃ τὴν εὐλογία τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μοῦ εἶπε μὲ χαρά· Μ᾿ ἀξίωσε ὁ Θεὸς νὰ γεννήσω τὸ 10ο παιδί. Δόξα νά ᾿χῃ ὁ Θεός. Ἔκλαυσα ὅταν τὸν ἄκουσα. Μέσα στὴν κόλασι αὐτὴ ὑπάρχει ἕνα φτωχαδάκι ποὺ ἔχει 10 παιδιά! Ἔλα, βρὲ σύ, ποὺ ἔχεις τόσα λεφτὰ ποὺ μπορεῖς ν᾿ ἀγοράσῃς ὅλο τὸ Ἀμύνταιο καὶ τὴν Φλώρινα καὶ τὴν Πτολεμαΐδα. Ἔλα, σὺ ὁ ἄλλος, ποὺ κάθε μέρα πετᾶς ἑκατομμύρια στὶς ντισκοτέκ. Ἔλα, σὺ ποὺ παίζεις χαρτιά. Ἔλα, σὺ ποὺ σπαταλᾶς τὰ λεφτά σου ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ καὶ λές ὅτι δὲν σὲ φτάνουν γιὰ νὰ μεγαλώσεις παιδιὰ καὶ τὰ σκοτώνεις. Ἂν μποροῦσα νὰ εἶμαι κυβερνήτης ―δὲν θέλω νὰ εἶμαι κυβερνήτης· ὅσο ἀξία ἔχει μιὰ κλωστὴ τοῦ ῥάσου μου, δὲν ἀξίζουν ὅλες οἱ ἐξουσίες του κόσμου―, ἀλλ᾿ ἂν ἤμουν κυβερνήτης καὶ μάζευα ὅλα τὰ χρήματα ποὺ σπαταλοῦν τὴν πρωτοχρονιά, θὰ μποροῦσα νὰ θρέψω 500.000 παιδιά. Αὐτὸς ὁ τσομπάνος θὰ δικάσῃ μιὰ μέρα τὸν κόσμο καὶ τὶς μανάδες αὐτὲς ποὺ λένε ὅτι δὲν ἔχουν λεφτὰ καὶ σκοτώνουν τὰ παιδιά.
Θέλετε ἄλλο παράδειγμα; Ἂς μὴν ἀναφέρω τὸ ὄνομα γιατὶ εἶνε σκοτεινό. Μποροῦσα νὰ τὸ πῶ, γιὰ νὰ μὴ νομίζετε ὅτι εἶνε φαντασίες ἢ παραμύθια. Σᾶς μιλῶ μὲ πραγματικὰ γεγονότα. Σᾶς λέω σοβαρὰ καὶ φοβερὰ λόγια. Ἂν δὲν τ᾿ ἀκούσετε, σεῖς θά ᾿χετε τὴν ἁμαρτία. Ἐγὼ ἔχω τὴν ὑποχρέωσι νὰ τὰ κηρύξω, καὶ τὸ κάνω.
Μιὰ γυναίκα σ᾿ ἕνα ἀκριτικὸ χωριὸ τῆς περιφερείας μου ἔμεινε ἔγκυος τὸ ὄγδοο παιδί. Μόλις τὸν ἀντελήφθηκε ὁ ὑλιστής, ὁ ἄθεος καὶ μαρξιστὴς ἄνδρας της, τῆς λέει· Νὰ τὸ πετάξῃς. Ἐπειδὴ ἐκείνη ἀρνιόταν, τὴν πίεζε καὶ τὴ χτυποῦσε. Ἡ γυναίκα ἔμεινε σταθερή. Καὶ στὸ τέλος τοῦ εἶπε· «Τὸ παιδὶ ἐγὼ δὲν τὸ ῥίχνω ὅ,τι καὶ νὰ κάνῃς, ἀκόμη καὶ νὰ μὲ χωρίσῃς. Χωρὶς ἄνδρα μπορῶ νὰ ζήσω, χωρὶς Θεὸ δὲν μπορῶ νὰ ζήσω».
Γι᾿ αὐτὸ σᾶς λέω. Μέσα στὴ ζούγκλα αὐτή, ποὺ γίνονται τέτοια ἐγκλήματα, ἂν πιάναμε ὅλους αὐτοὺς τοὺς δολοφόνους, ἄνδρες, γυναῖκες καὶ γιατρούς, θὰ κάναμε μιὰ φυλακὴ ἀπέραντη. Καὶ θὰ μαζεύαμε 500.000 μὲ 600.000 κακούργους, δολοφόνους ἀσύλληπτους μέσα στὸν κόσμο.
Ὑπάρχουν λοιπὸν φωτεινὰ σημεῖα. Καὶ θ᾿ αὐξηθοῦν, ἂν κάθε ἐκκλησία ἔχῃ ἱερέα ποὺ πιστεύει στὸ Θεὸ καὶ δὲν ἀγαπᾷ τὰ τριάκοντα ἀργύρια τοῦ Ἱούδα. Ἐγὼ θέλω, ὁ παπᾶς νὰ εἶνε πτωχὸς σὰν τὸ Ναζωραῖο καὶ ἡ Ἐκκλησία πλούσια, γεμάτη ἀπὸ τὰ ἐλέη τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἐλεῇ. Ἂν λοιπὸν ὅλοι οἱ ἱερεῖς, οἱ ἐπίσκοποι καὶ ὁ λαός μας ἐργαστῇ ἐντατικῶς, τὸ ἔγκλημα αὐτὸ τὸ τρομερὸ τοῦ Ἡρώδη, ποὺ σήμερα μνημονεύει ἡ Ἐκκλησία, θὰ σβήσῃ, καὶ ἡ Ἑλλὰς θὰ γίνῃ χώρα χριστιανική, ποὺ θὰ ὑμνῇ τὸν Κύριο εἰς αἰῶνας τῶν αἰώνων. (Ἀμυνταίου 26-12-1983)
Πόσο χάρηκα σήμερα μὲ τοὺς Κυπρίους! Ὁ ἕνας εἶνε ἐργάτης στὸ λιμάνι τῆς Λεμεσοῦ, μὲ ἐννιὰ χαριτωμένα παιδάκια. Ὁ ἄλλος μὲ δέκα παιδιά. Ἡ καρδιά του γεμάτη οὐρανό, εὐλογημένη. Ποῦ εἶνε τώρα οἱ πολύτεκνοι; Ἐξαφανίσθηκαν. Ἡ ἁμαρτία τῶν σημερινῶν γονέων ἐκορυφώθη μέχρι τὸ Ἀραράτ.
Θὰ μοῦ πῆτε· Ποῖος σ᾿ ἀκούει, πάτερ· δὲν πά᾿ νὰ φωνάζῃς… Τὸ ξέρω. Κ᾿ ἐσεῖς, ποὺ εἶστε ἐδῶ, ἔχετε ἐρωτηματικὰ καὶ ἀμφιβολίες, γιατὶ εἶστε δέσμιοι. Ἴσως νὰ ἔχετε τύψεις καὶ ἔλεγχο συνειδήσεως. Δὲν ἀποκλείεται νὰ εἶστε ἔνοχοι γιὰ ἐκτρώσεις. Ἂν κανένας εἶνε ἔνοχος, νὰ πάῃ νὰ βρῇ κανένα αὐστηρὸ πνευματικό, νὰ πῇ τὸ κρῖμα του· καὶ ὅ,τι τοῦ πῇ ὁ πνευματικός, νὰ τὸ κάνῃ. Ἀλλιῶς θὰ χαθῇ· θὰ κολασθῇ εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον. Προτιμότερο νὰ γκρεμίσῃ κάποιος μιὰ ἐκκλησία, παρὰ νὰ πνίξῃ ἕνα παιδί. Δὲν τὸν σῴζουν οὔτε οἱ λαμπάδες οὔτε τὰ κεριὰ οὔτε τὰ λιβάνια του οὔτε τίποτε, ἂν δὲν μετανοήσῃ, κλαύσῃ καὶ πονέσῃ καὶ δὲν βρῇ τρόπο σωτηρίας.
Ὦ Θεέ μου! Ἀγνοοῦμε τὸν Θεό, τὸν περιφρονοῦμε καὶ τὸν ἐμπαίζουμε. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς εἶνε ἱσχυρὸς καί, ὅπως τιμώρησε τὸν Ἡρώδη καὶ ἔγινε σκωληκόβρωτος (Πράξ. ), κατὰ παρόμοιο τρόπο τιμωρεῖ καὶ σήμερα τοὺς ἀνθρώπους ποὺ κάνουν τέτοια πράγματα.

 

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.