Αυγουστίνος Καντιώτης



Ποιος θα μας δωση τη χαρα, την αισιοδοξια, το κουραγιο; Μονο ο ΧΡΙΣΤΟΣ. Γι᾽ αυτο ας πουμε κ᾽ εμεις οπως ο ευαγγελιστης Λουκας & ο Κλεοπας· «Μεινον μεθ᾽ ημων, οτι προς εσπεραν εστι & κεκλικεν η ημερα». Χριστε, μεινε μαζι μας, τωρα που βραδιασε & σκοτεινιασε ο κοσμος. Μεινε μαζι μας τωρα που ακουγονται τα τσακαλια & οι κλεφτες & οι λῃστες χτυπουν τις πορτες μας.

date Οκτ 18th, 2020 | filed Filed under: εορτολογιο

«ΟΤΑΝ ΙΔΗΣ ΤΟΝ ΑΔΕΛΦΟΝ ΑΜΑΡΤΑΝΟΝΤΑ ΝΟΥΘΕΤΗΣΟΝ, ΔΙΔΑΞΟΝ, ΕΛΕΓΞΟΝ Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΚΣΤ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 1703

Τοῦ εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ

18 Ὀκτωβρίου
Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου

Κυριε, «μεινον μεθ᾽ ημων…» (Λουκ. 24,29)

Μεινε μαζι μας Χριστε

Η Ἐκκλησία μας κάθε μέρα ἔχει ἑορτές. Χθὲς λ.χ. ἑώρταζε ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα «μικροὺς» προφῆτες, ὁ Ὠσηέ. Αὔριο ἑορτάζει ὁ προφήτης Ἰωήλ. Μεθαύριο ἑορτάζει ὁ ἅγιος Ἀρτέμιος καὶ ὁ ἅγιος Γεράσιμος ὁ θαυματουργός. Καὶ σήμερα εἶνε ἡ ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Λουκᾶ τοῦ εὐαγγελιστοῦ.
Γιὰ τὸν ἅγιο Λουκᾶ θὰ ποῦμε λίγα λόγια.

* * *

Τί ἦταν ὁ ἅγιος Λουκᾶς; Ἦταν ἀπὸ τοὺς μα­θητὰς τοῦ Κυρίου. Ὄχι ὅμως ἀπὸ τοὺς δώδε­κα, ἀλλ᾽ ἀπὸ τὸν εὐρύτερο κύκλο τῶν ἑβδο­μήκοντα μαθητῶν. Ἦταν ἀφωσιωμένος στὸ με­γά­λο διδάσκαλο τῶν ἐθνῶν, στὸν κορυφαῖο ἀ­­πό­­στολο Παῦλο. Ἦταν Ἕλληνας στὴν καταγωγή, γεννήθηκε στὴν ἑλληνικωτάτη πόλι τῆς Ἀντιοχείας. Τὸ ἐπάγγελμά του ἰατρός. Ἡ τέχνη του ζωγράφος· ζωγράφιζε μὲ τὸ πινέλλο εἰκόνες.
Κατὰ τὴν παράδοσι, ζωγράφισε 3 εἰ­κόνες τῆς Παναγίας μας. Γι᾽ αὐτὸ στὸν Παρα­κλητι­κὸ κανόνα ἡ Ἐκκλησία μας ψάλλει στὴν ὑπεραγία Θεοτόκο· «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀ­σεβῶν, τῶν μὴ προσκυνούν­των τὴν εἰκόνα σου τὴν σεπτήν, τὴν ἱστορηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀποστόλου Λουκᾶ ἱερωτάτου, τὴν Ὁδηγήτριαν». Νὰ χάσουν, δηλαδή, τὴ λαλιά τους οἱ ἀσεβεῖς ποὺ δὲν προσκυνοῦν τὴν σεβασμία εἰκόνα σου, τὴν Ὁδηγήτρια, ποὺ ζωγράφισε τὸ χέρι τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Λουκᾶ.
Ζωγράφισε εἰκόνες ὁ ἅγιος Λουκᾶς. Μὰ ἀπ᾽ ὅλες τὶς εἰκόνες του ἡ ὡραιότερη δὲν εἶ­νε κάποια ἀπὸ αὐ­τὲς ποὺ ζωγράφισε μὲ τὸ πινέλ­λο. Δὲν ζωγραφίζει κανεὶς μόνο μὲ τὸ πινέλλο. Ὁ εὐαγγελιστὴς ὁ Λουκᾶς ζωγράφισε καὶ μὲ τὴν πέννα του· ἔγραψε τόσο ὡραῖα, μὲ τόση χά­ρι, σὲ τόσο ὄμορφη γλῶσσα. Ἔγραψε στὴν ἑλ­­ληνική, τὴν ἀθάνατη γλῶσσα, γιατὶ ἦ­ταν μορ­φωμένος. Ὅποιος ἀνοίγει τὸ Εὐαγγέ­λιό του, τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο, βλέπει μπροστά του, σὰν ζωγραφιά, τὸ Χριστὸ ὅ­πως ἦταν ὅ­ταν ζοῦσε ἐδῶ στὴ γῆ. Σὰ νὰ τὸν βλέ­πῃ νὰ περπατᾷ μέσ᾽ ἀπὸ λιβάδια καὶ κάμπους πηγαί­­νοντας ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό. Σὰ νὰ τὸν βλέ­πῃ νὰ μαζεύῃ κοντά του τοὺς ψαρᾶ­δες, τοὺς βοσκούς, τ᾽ ἀθῷα παιδιά, τὶς γυναῖκες, τοὺς ἁ­μαρ­τωλοὺς ποὺ μετανοοῦσαν μπροστά του. Σὰ νὰ βλέπῃ τὸ Χριστὸ νὰ τὸν πιάνουν οἱ ἀρ­χι­ερεῖς καὶ γραμματεῖς, νὰ τὸν δένουν οἱ στρα­τι­ῶτες τοῦ Πιλάτου, νὰ τὸν ὁδηγοῦν στὸν Κρανί­ου τόπο, νὰ τὸν ἀνεβά­ζουν στὸ σταυρό… Σᾶς συνιστῶ νὰ διαβάσετε τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Λουκᾶ.

Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ἀκολούθησε τὸν ἀπόστολο Παῦλο σὲ ὅλες τὶς περιπέτειές του. Ἦταν ὁ μόνος ποὺ δὲν τὸν ἐγκατέλειψε. Ὅ­ταν ἔπιασαν τὸν Παῦλο καὶ τὸν ἔρριξαν δεμέ­νο στὰ μπουντρούμια τῆς ῾Ρώμης κι ἀπὸ ὥ­ρα σὲ ὥρα θὰ τὸν ἐκτελοῦσαν, ὅλοι ἔφυγαν· ἕ­νας μόνο ἔ­μεινε δίπλα του, «Λουκᾶς ὁ ἰατρὸς ὁ ἀγαπη­τός» (Β΄ Τιμ. 4,11. Κολ. 4,14). Καὶ τότε πάλι μὲ τὴν πέννα του ἔγραψε δεύτερο βιβλίο. Τὸ πρῶτο, τὸ Εὐ­αγγέλιο, εἶνε ἡ ἱστορία τοῦ Χριστοῦ· τὸ δεύτερο, ποὺ περιγράφει τὴν ἱστορία τῶν πρώτων Χριστιανῶν, εἶνε οἱ Πράξεις τῶν ἀ­ποστόλων.
Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ἔκλεισε τὰ μάτια του στὴν Ἑλ­λά­δα, στὴ Θήβα τῆς Βοιωτίας, ὅ­που λέγεται ὅτι ἔγινε ἐπίσκοπος.

* * *

Τὸν Λουκᾶ λοιπὸν ἑορτάζει σήμερα ἡ Ἐκ­κλησία μας. Θέλετε τώρα νὰ δῆτε μία ἀπὸ τὶς ὄμορφες εἰκόνες ποὺ ζωγράφισε; Ὅταν πᾶτε στὸ σπίτι σας ―πιστεύω ὅλοι νὰ ἔχετε τὴν Καινὴ Διαθήκη― ἀνοῖξτε στὸ κε΄ (24ο) κεφάλαιο τοῦ Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγελίου καὶ διαβάστε ἢ μᾶλλον δέστε ἐκεῖ μιὰ ὄμορφη εἰκόνα.
Γιὰ νὰ καταλάβουμε τὴν περικοπή, πρέπει νὰ ἔχουμε ὑπ᾽ ὄψιν ὅτι ἔξω ἀπὸ τὰ Ἰεροσόλυμα, σὲ ἀπόστασι δέκα χιλιομέτρων, ἦταν ἕνα ὄμορφο χωριουδάκι ποὺ ὠνομαζόταν Ἐμ­μαούς. Πάνω στὸ δρόμο αὐτό, τὴν ἡμέρα ποὺ ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, περπατοῦσαν δύο ἄνθρωποι κουβεντιάζοντας. Ἦταν πολὺ λυπη­μένοι, «σκυθρωποὶ» λέει τὸ Εὐαγγέλιο (στ. 17). Ὁ ἥλιος πήγαινε νὰ βασιλέψῃ. Τὴν ὥρα ἐ­κείνη νά κάποιος ἄγνωστος. Τοὺς πλησίασε, ἑ­νώθηκε μὲ τὴν παρέα τους, καὶ τοὺς ρωτάει·
―Τί εἶν᾽ αὐτὰ ποὺ συζητᾶτε μεταξύ σας;
―Καλά, ἐσὺ δὲν ἄκουσες τί ἔγινε; τοῦ λένε ἐκεῖνοι. Ἐδῶ ταράχτηκαν τὰ Ἰεροσόλυμα· δὲν ὑ­πάρχει σπίτι ποὺ νὰ μὴν κουβεντιάζῃ τὰ γεγονότα αὐ­τά.
―Ποιά; τοὺς ρωτάει (ἔκανε πὼς δὲν ξέρει).
Κ᾽ ἐκεῖνοι τοῦ ἀπαντοῦν·
―Νά. Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος, ἕνας προφήτης καὶ παραπάνω ἀπὸ προφήτης· δυνατὸς σὲ λόγια καὶ ἔργα, γεμᾶτος ἀγάπη. Στὸ διάβα του σκορποῦσε τὸ φῶς καὶ τὴ ζωή. Ἀλλὰ τὸ κήρυγμά του δὲν ἄρεσε στοὺς ἀφεντάδες. Καὶ τὸν ἔπιασαν, τὸν ἔδεσαν, τὸν πῆγαν στὸ κριτήριο, τὸν καταδίκασαν, καὶ τέλος τὸν σταύ­ρω­σαν. Ἔτσι χάσαμε τὴν ἐλπίδα μας, τὴν παρηγοριά μας, τὸ Θεό μας. Σήμερα μόνο κάτι ἀκούσαμε· μερικὲς γυναῖκες εἶπαν πὼς ἀναστήθηκε. Ἀλλὰ δὲν τὸ πιστεύουμε…
Τότε ὁ ξένος ὕψωσε τὴ φωνή του ἐλεγ­κτικὰ καὶ τοὺς λέει·
―«Ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ…» (στ. 25-26), γιατί δὲν πιστεύετε σ᾽ αὐτὰ ποὺ εἶπαν οἱ προφῆτες; Γιατί τὸ μυαλό σας εἶνε σκοτεινια­σμένο καὶ ἡ καρδιά σας ψυχρή; Δὲν ξέρατε, ὅτι ὁ Χριστὸς ἔπρεπε νὰ πάθῃ καὶ νὰ σταυρωθῇ, γιὰ ν᾽ ἀναστηθῇ σὲ αἰωνία δόξα;
Κουβεντιάζοντας ἔτσι ἄρχισε ὁ ἄγνωστος αὐτὸς νὰ τοὺς ἀναλύῃ ὅλες τὶς προφητεῖες.
Πέρασε ἡ ὥρα κι ὁ ἥλιος βασίλευε. Ὅταν ἔφτασαν στὴν κώμη νύχτωνε πιά. Τότε ὁ ξένος ἔκανε πὼς θέλει νὰ φύγῃ, νὰ τοὺς χαιρετήσῃ, νὰ τοὺς πῇ καληνύχτα. Μὰ αὐτοί, μαγεμένοι ἀπὸ τὰ λόγια του, τὸν ἐμπόδισαν.
―Ὄχι, δὲ θὰ φύγῃς, τοῦ εἶπαν. Μεῖνε μαζί μας, «ὅτι κέκλικεν ἡ ἡμέρα» (στ. 29), διότι ἔγειρε ἡ ἡμέρα. Ποῦ νὰ πᾷς τέτοια ὥρα;
Τὸν κράτησαν. Κι αὐτὸς ἔμεινε μαζί τους. Μπῆκαν στὸ σπίτι, ἄναψαν λυχνάρι, ἔστρωσαν τραπέζι, ἔφεραν ψωμί. Ὅταν ὅμως ὁ ξένος πῆρε στὰ χέρια του τὸ ψωμὶ νὰ τὸ κόψῃ καὶ ὕψωσε τὰ μάτια στὸν οὐρανὸ νὰ προσευχηθῇ στὸν οὐ­ράνιο Πατέρα, τότε, λέει ὁ εὐαγγελιστὴς Λου­κᾶς, «ἄνοιξαν» τὰ μάτια τους καὶ τὸν ἀναγνώρισαν. Ὤ, ὁ Κύριος εἶνε! εἶπαν. Ἀλλ᾽ ἀμέσως ἐκεῖνος ἔγινε ἄφαντος.
Ποιοί ἦταν αὐτοὶ οἱ δυὸ μαθηταί, ποὺ ὅταν συνάντησαν τὸ Χριστὸ γέμισαν χαρὰ καὶ αἰσι­οδοξία; Ὁ ἕνας λεγόταν Κλεόπας, κι ὁ ἄλλος εἶνε ὁ ἴδιος ὁ Λουκᾶς.
Αὐτὴ εἶνε μιὰ εἰκόνα ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ ζωγράφισε μὲ τὴν πέννα του ὁ εὐαγγελιστής. Σ᾽ αὐτὴ τὴν εἰκόνα θέλω νὰ ἐπιμείνω.

* * *

Ὁ Χριστὸς ἔδωσε στὸ Λουκᾶ καὶ τὸν Κλεόπα χαρά, αἰσιοδοξία καὶ δύναμι, γιὰ νὰ συνεχίσουν τὴ ζωή τους.
Κάτι τέτοιο, ἀγαπητοί μου, συμβαίνει καὶ σ᾽ ἐμᾶς. Ὅπως οἱ μαθηταὶ ἐκεῖνοι περπατοῦσαν λυπημένοι, ἔτσι εἶνε καὶ σήμερα ὁ κόσμος. Ἂς φαίνεται εὐχαριστημένος. Ποτέ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἦταν τόσο λυπημένοι ὅσο στὶς ἡμέρες μας. Ἂς γλεντᾶνε, ἂς ἔχουν αὐτοκίνητα καὶ κόττερα κι ἀεροπλάνα. Ἡ μελαγχολία καὶ ἡ λύπη εἶνε ἀφάνταστη. Εἶνε αὐτὸ ποὺ λένε οἱ ψυχολόγοι καὶ οἱ γιατροί· ὑπάρχει ἄγχος. Ἡ γενεά μας – ἡ ἐποχή μας ἔχει ἄγχος.
Λυπημένοι περπατοῦν οἱ ἄνθρωποι. Ποιός δὲν εἶνε λυπημένος; Λυπημένοι οἱ φτωχοί, μὰ πιὸ λυπημένοι οἱ πλούσιοι. Λυπημένος ὁ ἐρ­γάτης κι ὁ χωριάτης, λυπημένος ὅμως κι ὁ ἐργοστασιάρχης. Λυπημένος ὅλος ὁ κόσμος. Μιὰ λύπη βαθειὰ βασιλεύει. Κλαίει ὁ φτωχός, κλαίει κι ὁ πλούσιος· ποιά ἡ διαφορά; Ὁ φτω­χὸς δὲν ἔχει μαντήλι νὰ σφουγγίσῃ τὰ δάκρυά του, ὁ πλούσιος ἔχει ντουζίνες μεταξωτὰ μαντήλια· αὐτὴ εἶνε ἡ μόνη διαφορά. Ἀλλὰ τὰ δακρυα, εἴτε τὰ σφουγγίζεις μὲ μετα­ξωτὸ μαντήλι εἴτε τ᾽ ἀφήνεις νὰ πέφτουν στὴ γῆ γιατὶ δὲν ἔχεις μαντήλι, εἶνε τὰ ἴδια· δὲν ὑ­πάρχει διαφορά. Ὁ πόνος εἶνε βαθύς, τὸ ἄγ­χος τῆς ζωῆς συνέχει τὴν ἀνθρωπότητα.
Ὅλοι εἴμαστε ἐπάνω στὸ δρόμο ποὺ πάει πρὸς Ἐμμαούς… Ποιός θὰ μᾶς δώσῃ τὴ χαρά, τὴν αἰσιοδοξία, τὸ κουράγιο; Μόνο ὁ Ξένος, ὁ ἄγνωστος ἐκεῖνος Ξένος.
Ναί. Γι᾽ αὐτὸ ἂς ποῦμε κ᾽ ἐμεῖς ὅπως ὁ εὐ­αγγελιστὴς Λουκᾶς καὶ ὁ Κλεόπας· «Μεῖνον μεθ᾽ ἡμῶν, ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστὶ καὶ κέκλικεν ἡ ἡμέρα». Χριστέ, μεῖνε μαζί μας. Μεῖνε μαζί μας τώρα ποὺ βραδιάζει. Μεῖνε μαζί μας τώρα ποὺ ἀκούγονται τὰ τσακάλια. Μεῖνε μαζί μας τώρα ποὺ οἱ κλέφτες καὶ οἱ λῃστὲς χτυποῦν τὶς πόρτες μας. Σκοτείνασε ὁ κόσμος.
Χριστέ, μεῖνε μαζί μας! Τὸ φωνάζει ὁ κόσμος ὅλος. Κι αὐτοὶ ποὺ δὲν φαίνεται νὰ ζητοῦν τὸ Χριστό, στὸ βάθος αὐτὸν ζητοῦν. Ὅσοι ζητοῦν ὀμορφιά, ἐκεῖνος εἶνε ὁ ὡραῖος κάλλει. Ὅσοι ζητοῦν πλοῦτο, αὐτὸς εἶνε ὁ μεγάλος θησαυρός, ὁ πολύτιμος μαργαρίτης. Ὅσοι ζητοῦν σοφία, αὐτὸς εἶνε ἡ ἐνυπόστατος Σοφία. Ὅσοι ζητοῦν εἰρήνη, αὐτὸς εἶνε ἡ εἰρήνη τῶν ψυχῶν, ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ποὺ ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 19-10-1968. ψ

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.