Αυγουστίνος Καντιώτης



Μεγαλειο της εμπρακτου αγαπης και της γνησιας ελεημοσυνης! Η αγαπη, ο πρωτος καρπος του Πνευματος «Ο καρπος του Πνευματος εστιν αγαπη…» (Γαλ. 5,22)

date Ιούν 18th, 2021 | filed Filed under: ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΛΗ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2387

Κυριακὴ Πεντηκοστῆς
20 Ἰουνίου 2021
Του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

Αγαπη, ο πρωτος καρπος του Πνευματος

«Ὁ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη…» (Γαλ. 5,22)

Ο π. Αυγ. συμβ. ιστΠόσο, ἀγαπητοί μου, πόσο γρήγορα φεύγουν οἱ ἡμέρες! Πέρασαν οἱ τέσσερις μεγάλες ἑ­ορτές· Μεγάλη Παρασκευή, Ἀνάστασις, Ἀνάληψις καὶ σήμερα ἡ Πεντηκοστή, κατὰ τὴν ὁποί­α ψάλ­λουμε· «Τίς Θεὸς μέγας, ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν; σὺ εἶ ὁ Θεός, ὁ ποιῶν θαυμάσια (μόνος)» (Ψαλμ. 76,14-15· μέγ. προκ.).
Ὅπως τὸ ἀνθρώπινο σῶμα ἔχει σκιά, ἔτσι καὶ ἡ ἑορτὴ αὐτὴ ἔχει τὴ σκιά της. Ὑπῆρχε δηλαδὴ πρὸ τῆς χριστιανικῆς Πεν­τηκοστῆς καὶ πεντηκο­στὴ ποὺ ἑώρταζαν οἱ Ἑβραῖοι· αὐ­­τοὶ εἶ­χαν τὴ σκιὰ – ἐμεῖς τὴν πραγματικότητα, αὐ­τοὶ τὸ ἀσήμι – ἐ­μεῖς τὸ χρυσάφι. Τέτοια μέρα ἑώρταζαν καὶ ἑορτάζουν τὴν παράδοσι τοῦ Δεκαλόγου στὸ Σινὰ κι ὅτι θέριζαν τὰ πρῶτα στάχυα κ᾽ ἔκαναν τὰ πρῶ­τα ψωμιά· ἦταν ἑορτὴ τῆς παραδόσεως τῆς νόμου καὶ τῆς προσφορᾶς τῶν πρώτων καρπῶν.
Αὐτὰ εἶνε ἡ σκιά, καὶ ἡ πραγματικότητα; Ἐ­μεῖς ἑορτάζουμε ὅτι ὁ Θεὸς ὄχι πλέον σὲ κορυ­φὴ ὄρους, ἀλλὰ σὲ ἕνα ὑπερῷο, ἐκεῖ τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδος, τὸ πανάγιο Πνεῦ­μα, κατέβηκε καὶ φώτισε τοὺς δώδε­κα ἀποστόλους τοῦ Κυρίου· ἔκτοτε ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ εἶνε γραμμένος ὄχι σὲ πλάκες, ποὺ εὔκολα σπᾶνε, ἀλλὰ χαρα­γμένος στὶς ἀνθρώπινες καρδιές, ἀπ᾽ ὅπου δὲν σβήνει. Καὶ ὄχι μόνο δὲν σβήνει, ἀλλὰ ζῇ καὶ καρποφορεῖ. Ὅπως τότε προσέφεραν τοὺς πρώτους καρπούς, ἔτσι καὶ οἱ δικές μας καρδιὲς δὲν πρέπει νά ᾽νε χωράφι ἄγονο· πρέπει κ᾽ ἐ­μεῖς νὰ παρουσιάσουμε καρπούς.
Ποιοί εἶνε οἱ καρποὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος; Ἐ­μένα ῥωτᾶτε; ρωτῆστε τὸν ἀπόστολο Παῦ­λο· ἀ­νοῖξτε τὴν ἐπιστολή του πρὸς Γαλάτας καὶ θὰ δῆ­τε ἐκεῖ νὰ λέῃ, ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅ­γιο φύτεψε στὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν δέντρο, ποὺ ποτίζεται ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ Θεανθρώπου καὶ ζωογονεῖται μὲ τὴν αὔρα τοῦ οὐρανοῦ, δένδρο ἀρετῶν. Καὶ ἀρι­θμεῖ πάνω στὸ δέν­τρο αὐτὸ ὁ ἀπόστολος 9 καρπούς· «ὁ δὲ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν…» (Γαλ. 5,22).

Δὲν θὰ θεολογήσω σήμερα ἐπὶ τοῦ παναγί­ου Πνεύματος· αἰσθάνομαι τὴν ἀδυνα­μία μου. Δὲν εἶμαι μέγας Ἀθανάσιος, οὔ­τε μέγας Βασί­λειος, οὔτε Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, οὔ­τε Μᾶρ­κος Εὐ­γενικός· πρακτι­κὰ θὰ ἐξετάσω τὰ πρά­γματα. Τώ­ρα λοιπόν, ποὺ ἑ­ορτάζουμε «τὴν «ἀ­παρχὴν τοῦ Πνεύμα­τος» (῾Ρωμ. 8,23), θέλω νὰ ῥωτή­σω· Χριστέ μου, αὐτὸ τὸ ἀκροατήριο ἔχει νὰ παρουσιάσῃ καρπούς; ἢ μήπως εἶνε δέν­τρα ἄκαρπα, γιὰ τὰ ὁποῖα ἀξίζει νὰ λεχθῇ «πᾶν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκ­κόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται»; (Ματθ. 3,10). Παρουσιάζουμε καρποὺς ἀξίους νὰ τοὺς εὐλογήσῃ ὁ Χριστός; Ἰδού, ἀγαπητοί μου, τὸ ἐρώτημα ποὺ θέτω στὸν ἑαυτό μου καὶ σὲ ὅλους μας.
Τὸ δέντρο τὸ καλὸ φαίνεται ἀπὸ τοὺς καρπούς· ἡ λεμονιὰ κάνει λεμόνια, ἡ πορτοκαλιὰ πορτοκάλια, ἡ μηλιὰ μῆλα κ.τ.λ.· «ἐκ τοῦ καρποῦ τὸ δένδρον γινώσκεται» (ἔ.ἀ. 12,33) καὶ ἀπὸ τοὺς καρποὺς θὰ γνωρίσουμε τοὺς Χριστιανούς, τί χριστιανοὶ εἶνε.
Εἴπαμε ὅτι οἱ καρποὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος εἶνε ἐννέα. Καὶ ὁ πρῶτος καρπὸς ποὺ ἀναφέ­ρει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ γλυκὺς καὶ ὡραῖ­ος, εἶ­νε, ἀγαπητοί μου, ἡ ἀγάπη· «ὁ δὲ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη…»· ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον.
Ἂς μιλήσουμε γιὰ τὴν ἔμπρακτη ἀγάπη, ποὺ δὲν περιορίζεται σὲ λόγια καὶ συναισθήματα. Ἡ ἀγάπη αὐτὴ φέρει κάποιο εἰδικὸ ὄνομα· ὀ­νομάζεται ἐλεημοσύνη. Ἡ ἐλεημοσύνη δὲν εἶ­νε τίποτε ἄλλο παρὰ ἐφαρμοσμένη ἀγάπη.

* * *

Ὁ Χριστιανὸς, ἀγαπητοί μου, σύμφωνα μὲ τὰς Γραφὰς δὲν πρέπει μόνο νὰ ἀπέχῃ ἀπὸ τὸ κακό – ἀρνητικὴ ὄψις τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀλλὰ ὅ­πως λέει ἡ Γραφή, «ἔκκλινον ἀπὸ κακοῦ καὶ ποί­η­σον ἀγαθόν» (Ψαλμ. 33,15) – ἡ θετικὴ ὄψις. Κακὸ ἡ κλο­πή, ἡ ἁρπαγή, ἡ πλεονεξία, ἡ λατρεία τοῦ μαμωνᾶ, ἡ ἀσωτία, ἡ σπατάλη, ἡ ὀ­κνηρία, ἀλλὰ καλὸ καὶ ἅγιο ἡ ἐλεημοσύνη. «Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες», «γίνεσθε οἰκτίρμο­νες» (Ματθ. 5,7. Λουκ. 6,36)· ἂν θέλετε νὰ δῆτε τοὺς οὐρανούς, «ἐνδύσασθε σπλάγχνα οἰκτιρ­μοῦ» (Κολ. 3,12). Αὐτὸ ἀκούγεται ἀπὸ πολλὲς κατευθύνσεις.
⃝ Πρῶτα – πρῶτα προέρχεται μέσα ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς. Ἐὰν ψυχολογήσουμε θὰ δοῦμε, ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ εὐγενέστερα συναισθή­ματα εἶνε τὸ συναίσθημα τῆς συμ­παθείας. Ἐὰν λ.χ. εἶσαι σὲ ἀκρογιαλιὰ καὶ δῇς νὰ ἐπιπλέῃ ἕνα σανίδι, δὲν σοῦ κινεῖ περιέργεια· ἀλλ᾽ ἐὰν δῇς νὰ κινδυνεύῃ ἄνθρωπος, νὰ ζητάῃ βοήθεια, ἀναστατώνεσαι, ἔστω κι ἂν σοῦ εἶνε ἄγνωστος. Τί σημαίνει αὐτό; Ἐὰν πάλι πᾷς σὲ νοσοκομεῖο καὶ δῇς ἕναν ἄρρωστο σὲ μιὰ γωνιὰ ν᾽ ἀναστενάζῃ, τὸ βράδυ δὲν ἔχεις ὄ­ρεξι νὰ φᾷς. Ἐὰν πᾷς στὴ φυλακὴ καὶ δῇς φυ­λακισμένο, νιώθεις ἐκεῖνο ποὺ λέει ἡ παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου· «ἰδὼν αὐτὸν ἐ­σπλαγχνίσθη» (Λουκ. 10,33). Γι᾽ αὐτὸ λέει ἡ Γρα­φή· Ἂν θέ­λῃς νὰ καταλάβῃς τὴν ἀνθρώπινη ζωή, δὲν θὰ τὴ γνωρίσῃς στὰ γλέντια καὶ στὰ πάρτυ· πήγαινε «εἰς οἶκον πένθους» (Ἐκκλ. 7,3).
Τὸ αἴσθημα αὐτὸ παρατηρεῖται ἀκόμη καὶ στοὺς ἀγρίους. Διαβάστε στὶς Πράξεις τῶν ἀποστόλων (28,2). Ἔγινε ναυάγιο στὴ Μάλτα, ὅπου κατοι­κοῦσαν εἰδωλολάτρες ποὺ δὲν εἶχαν ἀκούσει ποτὲ τὸ εὐαγγέλιο· βγῆκαν οἱ ναυαγοὶ νύχτα ἔ­ξω γυμνοί· κ᾽ ἦταν χειμώνας, τουρτουρίζανε, τοὺς ἔπιασε φόβος. Ἀλλὰ ἐκεῖνοι κατέβηκαν μὲ φανάρια στὴν παραλία, τοὺς μάζεψαν, τοὺς πῆγαν στὰ σπίτια, τοὺς ἔντυσαν, ἄναψαν φωτιὲς καὶ τοὺς ζέσταναν· «οἱ βάρβαροι παρεῖ­χον οὐ τὴν τυχοῦσαν φιλανθρωπίαν» (Πράξ. 28,2). Καὶ ἀξιώθηκαν μεταξὺ ἐκείνων τῶν ναυαγῶν νὰ φιλοξενήσουν τὸν ἀπόστολο Παῦλο, ποὺ ἀντάμειψε τὴν εὐεργεσία τους (βλ. ἔ.ἀ. 28,7-10).
Ἔτσι εἶνε πλασμένη ἡ ἀνθρώπινη καρδιά, ἀδελφοί μου. Ἂς φωνάζουν οἱ κόρακες τῆς ἀπιστίας, διάφοροι φιλόσοφοι ποὺ λένε ὅτι ἡ συμ­πάθεια εἶνε ἀδυναμία· μέσα στὴν ψυχὴ ὑ­πάρχει τὸ διαμάντι αὐτό, ἡ συμπόνια, κι ἀλ­λοί­μονο ἂν τὸ ξερριζώσῃ ἡ ἀθεΐα. Δὲν θὰ τὸ κατορ­θώσῃ. Εἶνε ἔμφυτο. Βγάλε τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἀγάπη· σπαρταρᾷ, ἀγωνιᾷ. Πλάστηκε ν᾽ ἀ­γαπᾷ, ὄχι νὰ μισῇ. Τὸ εἶχαν πεῖ καὶ οἱ ἀρχαῖοι τραγικοί· «Οὔτοι συνέχθειν ἀλ­λὰ συμφιλεῖν ἔ­φυν», γεννήθηκα γιὰ ν᾽ ἀγαπῶ, ὄ­χι νὰ τρέφω μῖσος (Σοφ. Ἀντιγ. 523). Ἡ ἀγάπη εἶνε ἡ ὑγεία τοῦ ἀν­θρώπου, τὸ μῖσος καὶ ἡ ἀ­σπλαχνία εἶνε ἡ νόσος.

⃝ Τὸ «Γίνεσθε οἰκτίρμονες» καὶ ἐλεήμονες, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη καρδιά, θὰ τ᾽ ἀκού­σῃς ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὰ ἄλογα ζῷα. Αὐτὰ σὲ πολλὲς πε­ριπτώσεις γίνονται διδάσκαλοι καὶ ἱεροκήρυκες. Τὸ λέει ἡ Γραφή· Ἐσὺ ὁ τεμ­πέλης ποὺ δὲν θέλεις νὰ δουλέψῃς, πήγαινε καὶ δὲς τὸ μυρμήγκι καὶ τὴ μέλισσα πῶς ἐργάζον­ται· «Ἴθι πρὸς τὸν μύρμηκα, ὦ ὀκνηρέ, …ἢ πορεύθητι πρὸς τὴν μέλισσαν» (Παρ. 6,6-8 κ.ἑ.).
Εἰδικὰ γιὰ τὴν εὐσπλαχνία ὑπάρχουν δύο πουλιά, ποὺ μᾶς διδάσκουν· ἀποδεικνύονται μεγάλοι ἀλτρουϊσταί. Ἐδῶ βλέπεις στὸ λεωφορεῖο, ἂν ἔρθῃ κανένας γέρος κι ἀκουμπή­σῃ, ὁ τεντυμπόης τὸν ἀπωθεῖ, ἀντὶ νὰ σηκω­θῇ νὰ τοῦ δώσῃ κάθισμα. Ἀλλὰ ἔλα νὰ δῇς τί κάνει ἕνα ἀ­ποδημητικὸ πουλί, ὁ γερανός. Ἔρχε­ται ἀπὸ μακρινὲς χῶρες· ἔχει φτεροῦ­γες μεγάλες, πετάει μὲ εὐκολία, κι ὅταν δῇ τὰ μικρὰ πουλάκια κουρασμένα, χαμηλώνει, γίνεται ἀε­ροπλανοφόρο καὶ τὰ παίρνει ἐπάνω του. Ἔρ­χε­ται ἐδῶ περνών­τας βουνὰ – λαγκάδια καὶ μᾶς διδάσκει· Ἄνθρωποι, ἀγαπᾶτε τοὺς ἀδυνάτους, «ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕ­­τως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ» (Γαλ. 6,2). Ἕνας γερανὸς κρατάει ἑκατὸ πουλάκια, κ᾽ ἐσὺ ὁ πλούσιος κράτησε στὶς φτεροῦ­γες σου τὰ φτωχαδάκια!
Θέλετε κι ἄλλο δίδαγμα; Πηγαίνετε στὴ φω­λιὰ ἑνὸς ἄλλου πουλιοῦ, τοῦ πελαργοῦ. Εἶνε φιλόστοργο. Ὅσο ὁ πελαργὸς εἶνε νέος, φρον­τίζει τὰ παιδιά του. Ὅταν ὅμως γεράσῃ μαδᾶ­νε τὰ φτερά του καὶ τὸ χει­μῶνα κρυώνει. Ποιός τὸν σκεπάζει τότε; Τὰ παιδιά του, οἱ ἄλλοι πελαργοί· ἔρχον­ται κον­τά του καὶ μὲ τὰ φτερά τους τὸν σκεπάζουν σὰν νὰ τοῦ λένε· Γέρον­τα, τὰ δικά μας φτερὰ δικά σου εἶνε!… Θὰ μποροῦσα ν᾽ ἀναφέρω κι ἄλλα παραδείγματα, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ μακρύνω τὸν λόγο.
⃝ Βάλε τ᾽ αὐτί σου στὴν καρδιά, στρέψε το καὶ στὰ ζῷα καὶ θ᾽ ἀκούσῃς τὸ μήνυμα τῆς ἀγά­πης· γίνεσθε σπλαχνικοί. Τὸ «Ἀγαπᾶτε ἀλ­λήλους» (Ἰω. 13,34. Α΄ Ἰω. 3,11 κ.ἀ.) ὅμως ἀκούγεται καὶ ἀπὸ τὴν ἄ­ψυχη φύσι. Ναί, ἀγαπητοί μου. Πῶς;
Πόσο διδακτικὸ εἶνε, ὅτι τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ ὁ οὐρανὸς σκοτείνιασε, ὁ ἥλιος ἔκρυψε τὶς ἀ­κτῖνες του· «ἦν δὲ ὡσεὶ ὥρα ἕκτη καὶ σκότος ἐγένετο ἐφ᾽ ὅλην τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης» (Λουκ. 23,44)· κι αὐτὰ τὰ βράχια τοῦ Γολγο­θᾶ σείστηκαν (βλ. Ματθ. 27,51)!
Ἀλλ᾽ ἂς ἔλθω καὶ σὲ ἄλλα, διαχρονικὰ δεί­­γμα­τα. Διδασκαλεῖο ἀγάπης εἶνε ὁλόκληρη ἡ φύσις. Γιά δὲς τὸν ἥλιο. Μεγάλος εὐεργέτης. Δὲν κρατάει τὸ φῶς γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἐξαπολύει κάθε μέρα ἀμέτρητη ἐνέργεια, θερμότητα, δισ­εκατομμύρια κιλοβὰτ φωτός. Ἐδῶ ἡ Δ.Ε.Η., μικρὴ πηγὴ ἐν­εργείας μηδαμινὴ μπροστὰ στὸν ἥλιο, καὶ κά­θε μῆνα γιὰ τὸ λίγο ῥεῦμα ποὺ σοῦ δίνει σὲ ὑ­ποχρεώνει νὰ πληρώνῃς ἀκριβά. Φαν­τάσου νὰ πλήρωνες τὸν ἥλιο, νὰ σοῦ εἶχε κι ὁ Θεὸς καρτέλα καὶ νὰ λέῃ· Σὲ φώτισα, σὲ θέρμανα, πλήρωσε! Τί θὰ γινόταν; θά ᾽πρεπε νὰ δώ­σουμε ὅ,τι ἔχουμε καὶ δὲν ἔχουμε. Ὁ Κύριος ὅμως προσφέρει σὲ ὅ­λους δωρεάν· «τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους» (Ματθ. 5,45) καὶ φωνάζει· ὅπως ἐγὼ εὐ­εργετῶ, κάνω ἐ­λεημοσύνη, ἔτσι κι ὁ καθένας σας νὰ γίνεσθε ἕνας μικρὸς ἥλιος ἀγάπης καὶ εὐεργεσίας.
Ὁ ἥλιος δωρεὰν δίνει τὶς ἀκτῖνες του κ᾽ οἱ ποταμοὶ σκορπίζουν τὰ ῥεύματά τους. Ἀναλο­γιστῆτε καὶ τὴ γῆ. Τί διδασκαλία μᾶς κάνει! Ἕνα κουκκὶ τῆς δίνεις, καὶ δὲν τὸ κρατάει γιὰ τὸν ἑαυτό της – ὅπως κάνει ὁ σφιχτοχέρης ὁ τσιγγούνης, ποὺ δὲν τοῦ παίρνει φράγκο καν­είς, οὔτε μάνα οὔτε πατέρας οὔτε παιδιὰ οὔ­τε πατρίδα· τὸ χέρι του θ᾽ ἀνοίξῃ μόνο ἂν ὁ ἀρ­χάγγελος τοῦ δώσῃ γροθιὰ καὶ σκορπιστοῦν τὰ χρήματα. Ἡ γῆ ὅμως σπλαχνική· τὴ σπέρνεις καὶ σοῦ ἀποδίδει γιὰ τὸ ἕνα 30, 60, 100. Τὰ δέντρα λυγίζουν ἀπὸ τοὺς καρπούς, καὶ τοὺς δίνουν δωρεάν. Τὰ πάντα δωρεάν.
Τέντωσε, ἄσπλαχνε, τ᾽ αὐτί σου καὶ θ᾽ ἀ­κού­σῃς ἀπ᾽ ὅλη τὴ φύσι τὸ κήρυγμα τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ μας.

⃝ Δὲν ἀρκοῦν αὐτά; Μήπως εἶστε κουφοὶ καὶ δὲν ἀκοῦτε; Θέλετε νὰ τὰ πῶ πιὸ ζωηρά; Ἀ­κοῦστε λοιπὸν τώρα, μὲ σάλπιγγες ἀγγέλων, πατριαρχῶν, προφητῶν, εὐαγγελιστῶν καὶ ἀπο­­στόλων, μιὰ ἄλλη φωνή· εἶνε ἡ φωνὴ τῆς Βίβλου. Φωνάζει ἡ ἁγία Γραφὴ – θὰ χρειαζόταν εἰδι­κὸ κήρυγμα γιὰ νὰ ποῦμε τί διδάσκει περὶ ἐ­λεημοσύνης. Ἀ­νοίγω τὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ δὲν ὑπάρχει σελίδα της ποὺ νὰ μὴν ἀκούγεται τὸ κήρυγμα τῆς ἀγάπης καὶ εὐσπλαχνίας.
Στὸ Δευτερονόμιο π.χ. λέει· Μὴ μείνῃ τὴ νύχτα ἄνθρωπος νηστικὸς καὶ πεινασμένος, μὴν κοιμηθῇ γυμνός. Ἂν μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν σου ὑπάρχῃ φτωχός, πρόσεξε καλὰ μὴν κλείσῃς τὴν καρδιά σου καὶ μὴ σφίξῃς τὸ χέρι σου· ἄνοιξέ το καὶ βοήθησέ τον (βλ. Δευτ. 15,7-8).
Τί λέει τὸ Ψαλτήρι γιὰ τὸν ἐλεήμονα· «Ἐ­σκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν· ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα» (Ψαλμ. 111,9 = Β΄ Κορ. 9,9).
Διαβάστε καὶ τὸν Ἰώβ. Ἄνοιγε τὶς πόρτες, σκόρπιζε τ᾽ ἀγαθά του. Ὑπῆρξα, λέει, στήρι­­γμα τῶν ἀβοηθήτων, προστάτης φτωχῶν ἀδικουμένων, ὀρφανῶν καὶ χηρῶν, μάτι τυφλῶν, πόδι χω­­­λῶν, «πατέρας ἀδυνάτων» (Ἰὼβ 29,12-15).
Στὶς Παροιμίες ὁ Σολομῶν ὁ υἱὸς τοῦ Δαυ­ῒδ θαυμάζει τὸν ἐλεήμονα καὶ λέει· «Μέγα ἄνθρωπος καὶ τίμιον ἀνὴρ ἐλεήμων» (Παρ. 20,6).
Ὁ δίκαιος Τωβὶτ ἐπίσης λέει, πόση δύναμι καὶ χάρι ἔχει ἡ ἐλεημοσύνη· «ὅτι ἐλεημοσύνη ἐκ θανάτου ῥύεται», σῴζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ θάνατο (Τωβ. 4,9). Καὶ ἄλλα πολλὰ χωρία τῆς Παλαι­ᾶς Διαθήκης ὑπάρχουν τὰ ὁποῖα διδάσκουν ὅτι ἡ ἐλεημοσύνη εἶνε ὑψίστη ἀρετή.
Θέλετε τώρα νὰ δῆτε καὶ τὸ πνεῦμα τῆς Καινῆς Διαθήκης ἐπάνω στὸ ζήτημα αὐτό; Διαβάστε μία, δύο, τρεῖς, πολλὲς φορὲς τὴν ὡ­ραιοτάτη παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου (βλ. Λουκ. 10,30-37). Ἐκεῖ θὰ δῆτε, ὅτι ἡ ἀγάπη δὲν εἶνε πιὰ ἕνα ῥυάκι· εἶνε ποταμός, ποὺ ξεχειλίζει, σπάει τὰ φράγματα τοῦ μίσους, ἁπλώνεται καὶ ποτίζει ὄχι ἕνα περιωρισμένο χῶρο, ἀλλὰ φτάνει νὰ εὐεργετῇ ἀκόμα καὶ τοὺς ἐχθρούς.
Ἂν πάντως καὶ μετὰ ἀπ᾽ ὅλα αὐτὰ ἐξακολουθῇς νὰ μένῃς ἀσυγκίνητος, τότε τί ἄλλο νὰ πῶ; πῶς νὰ σὲ πείσω νὰ κάνῃς τὸ καλό; Προσ­θέτω καὶ τοῦτο. Σοῦ φωνάζει – ὅταν τὸ σκέπτωμαι αὐτό, ἀγαπητοί μου, ἡ ψυχή μου συγκινεῖται βαθύτατα. Φωνάζει νὰ κάνουμε τὸ καλὸ – ποιός; Τὸ αἷμα! Ποιό αἷμα; τῶν μαρτύρων καὶ τῶν ἡρώων; Ὄχι, τὸ αἷμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ χύθηκε σταλαγματιὰ – σταλαγματιὰ στὸ Γολγοθᾶ καὶ ἀχνίζει μέσα στὸ ἱερὸ δισκοπότηρο καὶ μᾶς καλεῖ «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· τοῦτό ἐστι τὸ αἷμά μου τὸ τῆς καινῆς διαθήκης» (Ματθ. 26,27)· τὸ αἷμα αὐτό, ποὺ μπαίνει μέσα σου γιὰ νὰ σοῦ μεταγγίσῃ τὴν αἰωνιότητα, δὲν πληρώνεται μὲ ὅλο τὸ χρυσάφι καὶ τὸ ἀσήμι τῆς γῆς. Τὸ αἷ­μα τοῦ Χριστοῦ φωνάζει, εἶνε τὸ ὕψιστο κήρυ­γμα τῆς ἀγάπης. Γιατὶ ὁ Χριστὸς δὲν δίδαξε μόνο καὶ δὲν ἀκούμπησε μόνο τὰ χέρια του ἐπάνω στοὺς ἀρρώστους, ἀλλὰ ἄνοιξε καὶ τὶς πληγές του, στράγγισε τὸ κορμί του ἀπὸ τὸ αἷμα του. Ἄνθρωπε ἄσπλαχνε, ἐκεῖνος ἄνοιξε τὶς φλέβες του καὶ ἔδωσε τὸ αἷμα του, κ᾽ ἐσὺ δὲν ἀνοίγεις τὸ πορτοφόλι σου νὰ δώσῃς μερικὰ κέρματα γιὰ τὸν ἄλλο;
Δὲν τ᾽ ἀκοῦς λοιπὸν ὅλα αὐτά; Τότε θὰ σᾶς πῶ κάτι τελευταῖο, καὶ μὴν τὸ περάσετε παραμύθι – μακάρι νὰ ἦταν παραμύθι, γιατὶ κ᾽ ἐ­γὼ εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ φοβᾶμαι αὐτὰ ποὺ λέει τὸ Εὐαγγέλιο. Τώρα σᾶς τὸ παρουσιάζω νοερῶς, ἀλλὰ ἔρχεται ἡ ὥρα ποὺ θὰ συμβῇ πραγματικά. Ἀκούγονται φωνὲς ἀπὸ τὸν οὐρανό· Πιάστε τους, συλλάβετέ τους! Ὅπως ὁ εἰσαγγελεὺς ἐκδίδει ἔνταλμα συλλήψεως καὶ τὰ ὄργανα τῆς τάξεως προσάγουν τοὺς ἐνόχους ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, ἔτσι ἀκούγεται τὸ κατηγορῶ καὶ οἱ ἄγγελοι τρέχουν καὶ ἁρπάζουν. Ποῦ θὰ πᾷς, ἁ­μαρτωλέ; Ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ θ᾽ ἁρπάξῃ τοὺς ψευδομάρτυρες, τοὺς πόρνους καὶ μοιχοὺς καὶ φονεῖς καὶ εἰδωλολάτρες καὶ «πάντας τοὺς φιλοῦντας καὶ ποιοῦντας ψεῦδος» (Ἀπ. 22,15). Βλέπω καὶ μαζεύονται ὅλοι στὸ δικαστήριο, καὶ τρέμουν σὰν τὰ φύλλα ὅταν φυσάει ἄνεμος. Ἔ­τυχε ποτὲ νά ᾽στε κατηγορούμενοι; καθήσατε στὸ ἑδώλιο; Ἐγὼ δὲν τὸ φοβοῦμαι τὸ δικαστήριο. Ὅσες φορὲς μὲ καθήσουν ὑπόδικο οἱ δεσποτάδες καὶ ἄλλοι, κάθομαι ἐκεῖ, ἀκούω τὸ κατηγορητήριο, καὶ μᾶλλον λαμβάνω μιὰ ἰδέα τοῦ φοβεροῦ δικαστηρίου, ὅπου μιὰ μέρα θὰ παρουσιαστοῦμε ὅλοι. Πῶς τρέμει ὁ κατηγορούμενος καὶ πῶς τεντώνει τ᾽ αὐτάκι του ν᾽ ἀκούσῃ τί θὰ πῇ ἡ ἀπόφασις! Καὶ ἀκούγεται τὸ σκεπτικό. Ἔτσι γίνεται στὸ δικαστήριο. Ὁ πρόεδρος ἀνακοινώνει κι ὅλοι ὄρθιοι ἀκοῦνε σὲ νεκρικὴ σιγή. Τότε, λοιπόν, θ᾽ ἀκουστῇ μιὰ ἀπόφασι, γιὰ τὴν ὁποία δὲν θὰ ὑπάρχῃ οὔτε ἔφεσι οὔτε Ἄ­ρειος Πάγος οὔτε ἄλλα ἔνδικα μέσα· θὰ εἶνε τελεσίδικη ἀπόφασι! Τὸ σκεπτικὸ λέει· «Πορεύεσθε ἀπ᾽ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰ­ώ­­νιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγ­γέλοις αὐτοῦ». Διότι πείνασα καὶ δὲν μοῦ δώσα­τε νὰ φάω, δίψασα καὶ δὲν μὲ ποτίσατε, ἤ­μουν ξένος καὶ δὲν μὲ μαζέψατε, ἤμουν γυμνὸς καὶ δὲν μὲ σκεπάσατε, ἤμουν ἀσθενὴς καὶ φυλακισμένος καὶ δὲν μ᾽ ἐπισκεφθήκατε (Ματθ. 25,41-43). Ἀ­κοῦτε λοιπόν, ὅτι στὸ σκεπτικὸ αὐτὸ μνημονεύ­εται κυρίως ἡ ἀσπλαχνία, ὅτι «τὸν ἄσπλαχνο μὲ τοὺς ἀθέους» θὰ καταδικάσῃ ὁ Χριστός.

* * *

Προσπάθησα, ἀγαπητοί μου, νὰ σᾶς δείξω τὸ μεγαλεῖο τῆς ἐμπράκτου ἀγάπης καὶ τῆς γνησίας ἐλεημοσύνης (διότι ὑπάρχει ἐλεημοσύνη ἀγγελικὴ ἀλλὰ καὶ ἐλεημοσύνη διαβολική – δὲν εἶνε τοῦ παρόν­τος νὰ ποῦμε γι᾽ αὐτήν). Ποιά εἶνε ἡ γνήσια ἐλεημοσύνη; καὶ ἀπὸ ποῦ διακρίνεται ὁ ἀληθῶς ἐλεήμων; Ἀπὸ τρία σημεῖα· ἀπὸ τὸ χέρι, ἀπὸ τὸ πρόσωπο, ἀπὸ τὸ μάτι.
Ἀπὸ τὸ χέρι. Τὸ χέρι νὰ μὴν τρέμῃ. Οἱ πολλοὶ ὅταν πρόκειται νὰ πάρουν, τότε γίνονται ἑκατόγχειρες, ὄχι ἕνα χέρι ἀλλὰ ἑκατὸ χέρια ἀ­ποκτοῦν· ἀλλ᾽ ὅταν πρόκειται νὰ δώσουν, τρέμουν λὲς καὶ παθαίνουν παράλυσι τῶν χειρῶν. Τὸ χέρι λοιπὸν τοῦ ἐλεήμονος νὰ εἶνε ὅπως τοῦ γεωργοῦ ποὺ παίρνει τὸ σπόρο ἀπ᾽ τὸ δισάκκι καὶ τὸν σκορπάει ἀφειδῶς (βλ. Β΄ Κορ. 9,6), γιατὶ ξέρει, ὅτι ἀπὸ τὸ ἕνα θὰ βγοῦν πολλά. Σὲ πάρτυ ποὺ ἔ­γινε στὴν Ἀθήνα ἔμαθα ὅτι ἔγιναν …καλλιστεῖα χειρῶν, ποιά κυρία ἢ δεσποινὶς ἔχει τὰ καλύτερα χέρια! – ἀηδία. Ἀλλὰ μιὰ κυρία εἶπε· Τὸ χέρι δὲν εἶνε ὡραῖο ὅταν ἔχῃ αὐτὰ κι αὐτὰ τὰ προσ­όντα (δέρμα, κοσμήματα) ἀλλ᾽ ὅταν κάνῃ τὸ καλό. Ὡραῖα χέρια εἶνε· τὸ χέρι τῆς μάνας ποὺ περιποιεῖται τὸ βρέφος κι ἀπὸ μιὰ μύξα μᾶς κάνει ἀνθρώπους, τὸ χέρι ποὺ ὁδηγεῖ τὸν τυφλὸ στὸ δρόμο μὴ σκοντάψῃ, τὸ χέρι τῆς νοσοκόμου ποὺ λερώνεται μὲ ἀκαθαρσίες τοῦ ἀρρώστου…· αὐ­τὰ εἶνε χέρια ἀγγελικά.
Ὁ ἐλεήμων διακρίνεται ἀκόμη ἀπὸ τὸ πρόσωπο. Λέει ἡ Γραφή· «καρδίας εὐφραινομένης πρόσωπον θάλλει, ἐν δὲ λύπαις οὔσης σκυθρω­πάζει» (Παρ. 15,13). Ὅταν δίνεις ἐλεημοσύνη, νὰ μὴν εἶ­σαι σκυθρωπός. Ἕνας πάμπλουτος ἐφοπλιστής, ὅταν πῆγε στὴ Χίο περνοῦσε ἀπὸ τὰ καφφενεῖα καὶ πετοῦσε στοὺς φτωχοὺς λίρες, ὅ­πως πετάει κανεὶς ἕνα κόκκαλο σὲ πεινασμένο σκύλο. Ἀλλὰ μέσ᾽ στοὺς πολλοὺς ἦταν κ᾽ ἕνας, ποὺ πῆρε τὴ λίρα, τοῦ τὴν πέταξε πάλι στὰ μοῦτρα καὶ τοῦ εἶπε ἕνα καυστικὸ δίστιχο –δὲν σᾶς τὸ λέω γιὰ νὰ μὴν ἀρχίσετε νὰ γελᾶτε– ποὺ τὸ νό­ημά του εἶνε· Κ᾽ ἐσὺ μὲ τὶς λίρες σου κ᾽ ἐγὼ μὲ τὴ φτώχεια μου στὸ ἴδιο χῶμα θὰ μποῦμε! Γι᾽ αὐτὸ ὁ ἀπόστολος Παῦλος συμβουλεύει, ὅταν ἐλεῇς, νὰ ἔχῃς χαρά· «ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός» (Β΄ Κορ. 9,7).
Τέλος ὁ ἐλεήμων διακρίνεται καὶ ἀπὸ τὸ μάτι. Ὅταν κάνῃς τὴν ἐλεημοσύνη, νὰ μιμηθῇς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν. Τί ἔκανε ἐκεῖνος; Ὅταν στὴν ἔρημο ἐπρόκειτο νὰ πολλαπλασιάσῃ τὰ πέντε ψωμιὰ καὶ τὰ δυὸ ψάρια καὶ νὰ φᾶνε χιλιά­δες ἄνθρωποι, «ἀναβλέψας», ἀφοῦ πρῶτα ὕψωσε τὰ μάτια του στὸν οὐρανό, τότε εὐλόγησε (Ματθ. 14,19). Τί σημαίνει αὐτό; Πρὸ τῆς ἐλεημοσύνης ὕψωσε κ᾽ ἐσὺ τὸ βλέμμα σου στὸν οὐρα­νὸ καὶ πὲς ταπεινά· Χριστέ, σ᾽ εὐχαριστῶ, ποὺ μ᾽ ἀξιώνεις τὴν ὥρα αὐτὴ νὰ δείξω λίγη ἀγάπη στὸ συνάνθρωπό μου.
Θὰ μοῦ πῇ κάποιος· Αὐτὰ μὴν τὰ λὲς σ᾽ ἐμᾶς, νὰ τὰ πῇς στοὺς πλουσίους.
Ἀπάντησις πρώτη. Τὰ λέω στοὺς πλουσίους. Μιὰ μέρα κάποια φιλάνθρωπος κυρία μοῦ εἶπε· –Θὰ μαζέψω τοὺς ἐ­φοπλιστὰς καὶ θέλω νὰ τοὺς κάνῃς ἕνα κήρυ­γμα, νὰ τοὺς πάρουμε μὲ τὸ καλό. –Ἐγώ, λέω, κυρά μου, δὲν σκορπάω ζαχαρωτά· θὰ τοὺς μιλήσω μὲ τὴ γλῶσσα τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει μαζευτήκανε ἐκεῖ καμμιὰ ἑκατοστή, ὅλοι πλούσιοι. Ἄνοιξα τὴν ἁγία Γραφή, διαβάζω ἕνα, δύο, τρία χωρία ποὺ εἶνε θερμοκαυτήρας· φτάνω καὶ στὸν Ἰάκωβο, ποὺ λέει «Ἄγε νῦν οἱ πλούσιοι, κλαύσατε ὀλολύζον­τες», γιὰ τὶς ταλαιπωρίες ποὺ ἔρχονται στὰ σπίτια σας (Ἰάκ. 5,1). Προτιμότερο νὰ σᾶς δαγ­κώσῃ σκύλος παρὰ ἡ λύσσα τῆς φιλαργυρίας… Ὁ ἕνας σκουντοῦσε τὸν ἄλλο· –Τί λέει αὐτὸς ἀ­πόψε; –Ἐλᾶτε, λέω, τὴν ἄλλη φορὰ νὰ σᾶς δώσω τὸ φάρμακο. Πάω ὅμως τὴν ἄλλη φορά· ἦ­ταν μόνο δυὸ – τρεῖς καὶ εἶπαν· Πάτερ μου, αὐτὴ εἶνε ἡ ἀλήθεια, ἀλλὰ τώρα ἐκεῖ ποὺ φτάσαμε ποιό χέρι θὰ μᾶς βγάλῃ ἀπὸ τὴν ἄβυσσο;… Τὸ εἶπε ὁ Χριστός μας· Πιὸ εὔκολο εἶνε νὰ περάσῃ μιὰ καμήλα ἀπὸ τὴν τρύπα τῆς βελόνας παρὰ ἕ­νας πλούσιος στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν (Ματθ. 19,24. Λουκ. 18,25). Ἂν ὑπῆρχε Ἐκκλησία ζωντανή, ἀλλιῶς θὰ μιλοῦσε στοὺς πλουσίους. Κάπου στὸ Κολω­νάκι τῶν Ἀθηνῶν γινόταν δεξίωσι μὲ μεγάλη πολυτέλεια· ἐκείνη ποὺ ὑποδεχόταν ὅλους, ἡ «βασίλισσα τῆς νυκτός», εἶχε κρεμασμένο στὸ λαιμό της περιδέραιο ἀξίας εἴκοσι ἑκατομμυρί­ων φράγκων… Ἐσεῖς τρῶτε σὲ χρυσᾶ πιάτα, κι ὁ φτωχὸς δὲν ἔχει μαντήλι· ἐσὺ ἔχεις στὸ λαιμό σου κολλιὲ εἴκοσι ἑκατομμυρίων –γιὰ νὰ μὴν πῶ φράσι τῆς Γραφῆς ποὺ θὰ φέρῃ γέλωτα (βλ. Παρ. 11,22)–, κι οὔτε σκέπτεσαι πόσα καλὰ μποροῦσαν νὰ γίνουν μ᾽ αὐτά. Κ᾽ ἔπειτα μοῦ λές, ὅτι δὲν θὰ σφίξουν κάποιοι τὶς γροθιές τους, δὲν θὰ γίνῃ ἐπανάστασι, κι ὅτι δὲν ὑπάρχει κόλασι· μὰ γιὰ κάτι τέτοια, κι ἂν δὲν ὑπῆρχε κόλασι, ἔπρεπε νὰ δημιουργηθῇ.
Ἀπάντησις δευτέρα. Τὰ λέω ὅμως καὶ σ᾽ ἐσᾶς, διότι ἡ ἐλεημοσύνη εἶνε χρέος ὄχι μόνο τῶν πλουσίων ἀλλὰ κάθε Χριστιανοῦ. Εἶσαι φτωχός, ναί, ἀλλὰ δὲν εἶσαι ὁ φτωχότερος τῆς γῆς. Κάτω ἀπὸ σένα ὑπάρχουν πολλὰ νούμερα φτωχότεροι. Σᾶς ἀναφέρω δυὸ παραδείγματα.
Κάποτε ἐπικρατοῦσε πεῖνα μεγάλη. Τότε ἕ­νας γέρος πῆγε καὶ χτύπησε τὴν πόρτα μιᾶς καλύβας ὅπου ζοῦσε μιὰ φτωχὴ χήρα μὲ τὰ παιδιά της. –Πεθαίνω ἀπὸ τὴν πεῖνα, λέει, δῶστε μου κάτι. –Ἄν­θρωπε τοῦ Θεοῦ, ἔλα μέσα νὰ δῇς τὸ φτωχι­κό μου καὶ τὴν ἀποθήκη μου. Καὶ τοῦ ᾽δειξε ἕνα μπουκαλάκι μὲ τὸ τελευταῖο λάδι καὶ δυὸ χοῦφτες ἀλεύρι. –Αὐτὰ ἔχω, λέει· ἀλλ᾽ ἀφοῦ σ᾽ ἔ­στειλε ὁ Θεός, θὰ σοῦ κάνω κάτι νὰ φᾷς. Τὰ ζύ­μωσε, τοῦ ᾽κανε μιὰ τηγανίτα, αὐτὸς εὐλόγησε τὸ φτωχικό της, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα· σὲ ὅλο τὸ διάστημα τῆς πείνας «ἡ ὑδρία τοῦ ἀλεύρου οὐκ ἐξέλιπε καὶ ὁ καψάκης τοῦ ἐλαίου οὐκ ἠ­λαττονήθη» (Γ΄ Βασ. 17,16)! Ποιός ἦταν ὁ γέρος αὐτός; Ὁ προ­φήτης Ἠλίας. Ἔγινε ἐκεῖνο ποὺ εἶπε ὁ Κύριός μας· «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν, οἱ δὲ ἐκζητοῦντες τὸν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντὸς ἀγαθοῦ» (Ψαλμ. 33,11).
Λέει τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι ὁ Χριστὸς ἔδειξε στοὺς μαθητάς του μιὰ ἄλλη χήρα. Πήγαιναν οἱ πλούσιοι καὶ ἔρριχναν στὸ γαζοφυλάκιο, τὸ κουτὶ μὲ τὶς εἰσφορὲς γιὰ τὸ ναό, μεγάλα ποσά. Ἦρθε κι αὐτή, ἄνοιξε τὸ μαντηλάκι της κ᾽ ἔρριξε ἕνα δίλεπτο, τὸ μόνο ποὺ εἶχε. Καὶ ὁ Χριστὸς εἶπε, ὅτι αὐτὴ ἡ χήρα ἔδωσε περισσότερο ἀπ᾽ ὅλους (βλ. Μᾶρκ. 12, 41-44. Λουκ. 21,1-4).
Ἀδελφοί μου, εὐλογημένα φτωχαδάκια! ἐγὼ σήμερα δὲν ἔχω σκοπὸ νὰ σᾶς ἐλέγξω, θέλω νὰ σᾶς ἐπαινέσω καὶ νὰ ἐκφράσω τὶς εὐχαριστίες μου, γιατὶ τὸ μικρὸ αὐτὸ ποίμνιο σπεύδει πρόθυμο στὰ κηρύγματα τοῦ ἱεροκήρυκος καὶ βοηθεῖ. Μεταξύ μας δὲν ὑπάρχουν πλούσιοι· τὸ θεωρῶ καύχημα ἐν Κυρίῳ, ὅτι γύρω ἀπὸ τὸν ἄμ­βωνα αὐτὸν εἶνε ὁ ἄσημος λαός.
Θυμᾶμαι ὅτι πρὶν ἀπὸ χρόνια σᾶς προέτρεψα νὰ δώσετε. Σᾶς εἶπα, ὄχι μόνο νὰ κατεβαίνουμε στοὺς δρόμους καὶ νὰ πολεμοῦμε τὰ καλλιστεῖα καὶ τοὺς καρναβάλους, ἀλλ᾽ ὅτι ἔχουμε καθῆκον νὰ πολεμήσουμε καὶ τὴν ἀνθρώπινη δυσ­τυχία. Ἕνας ἐμπαίκτης εἶπε τότε· Ἄκου τον τὸν ἱεροκήρυκα! τοὺς λέει νὰ χτίσουν αἴθουσα, οἰκοτροφεῖο φοιτητῶν, οἰκοτροφεῖο φοιτητρι­ῶν, πλεκτήριο…. Αὐτὸς πετάει στὰ σύννεφα, δὲν γίνεται τίποτα ἀπ᾽ αὐτά, χρειάζονται λεφτὰ μὲ οὐρά… Πικράθηκα τότε, ἀλλὰ εἶπα· Χριστέ, ἐσὺ κάνε τὸ θαῦμα σου στὸν αἰῶνα αὐτόν, δεῖ­ξε ὅτι οἱ πιστοὶ εἶνε οἱ «μηδὲν ἔχοντες καὶ πάν­τα κατέχοντες» (Β΄ Κορ. 6, 10). καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε. Γι᾽ αὐτὸ νὰ κλείνουμε γόνυ, νὰ ποῦμε ἕνα μεγάλο εὐχαριστῶ στὸ Θεό· αὐτὸ ποὺ ἔγινε ἀναδεικύει τὸ μεγάλο θαῦμα τῆς Πεν­τηκοστῆς. «Τίς Θεὸς μέγας, ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν; σὺ εἶ ὁ Θεός, ὁ ποιῶν θαυμάσια (μόνος)» (Ψαλμ. 76,14-15· μέγ. προκ.). Δόξα σοι, Χριστὲ παμβασιλεῦ.
Δὲν ξέρω τί θὰ γίνῃ στὸ μέλλον. Ἀλλὰ κι ἂν ἔρθουν μέρες σκληρὲς καὶ μᾶς κυβερνήσουν ἄθεοι –γιατὶ προβλέπω ὅτι θὰ μᾶς κυβερνήσουν–, κι ἂν ἀκόμα μιὰ νέα γενεὰ ἀπίστων ἔρ­θῃ, γενεὰ ποὺ δὲν θὰ πιστεύῃ πλέον τίποτα, κι ἂν ἀκόμα στὸ βῆμα αὐτὸ ἀνεβοῦν ἄθεοι καὶ μασόνοι, ἕνα πρᾶγμα νὰ ξέρετε· ὅ,τι καὶ νὰ ποῦν, ὅ,τι καὶ νὰ κάνουν, ἀκόμα καὶ οἱ πέτρες θὰ φωνάξουν, ὅτι ὑπῆρξε κάποτε ἐποχὴ ποὺ ἕνας φτω­χὸς λαὸς ἄκουγε τὸν ἱεροκήρυκα, ἦταν ἀφωσι­ωμένος καὶ ἀπεδείκνυε ὅτι μὲ τὴν πίστι τοῦ Χριστοῦ γίνονται θαύματα.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὴν αἴθουσα τῆς ὁδοῦ Ζωοδ. Πηγῆς 44 Ἀθηνῶν τὴν 29-5-1966. Καταγραφὴ καὶ σύν­τμησις 25-5-2021.

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.