Αυγουστίνος Καντιώτης



Archive for the ‘AΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ ΑΙΤΩΛΟΣ’ Category

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Αυγ 8th, 2010 | filed Filed under: AΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ ΑΙΤΩΛΟΣ

ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ Ν. ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ

KOΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ

Αριστερά· 1η έκδοση 1950 Δεξια· 29η έκδοση 2008

Aγ. KοσμAG.-KOSMAS1

________________________________________

1.    – ΣΚΙΑΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ

Πλησιάζει η ημέρα, η 24η Αυγούστου, κατά την οποίαν συμπληρούνται 170 έτη αφ’ ότου εις ένα μικρόν χωρίον παρά τον Άψον ποταμόν της Αλβανίας παρέδωκε το πνεύμα εις τον Ουράνιον Πατέρα ένας από τους φλογερωτέρους ιεροκήρυκας του Χριστού, ο «πάτερ» Κοσμάς ο Αιτωλός.
Ω, πόσα οφείλει η Ελλάς εις τον άγιον τούτον άνδρα! Εάν οι κυβερνώντες το Έθνος τούτο είχον γνώσιν και συναίσθησιν του μεγάλου έργου, όπερ επετέλεσεν εν τω Ελληνισμώ ο ιερομάρτυς και ισαπόστολος Κοσμάς, ασφαλώς η 24η Αυγούστου, η ημέρα του μαρτυρίου του, θα είχεν ορισθή να εορτάζεται όχι μόνον εν Ιωαννίνοις, αλλά καθ’ άπασαν την Ελλάδα, δια να στρέφουν ούτως αι νεότεραι γενεαί τας διανοίας και τας καρδίας των προς τους σκοτεινούς εκείνους χρόνους της τουρκοκρατίας, κατά τους οποίους την Ελλάδα έσωσε, ναι έσωσε, το φωτοβόλον ράσον τεπεινών ιερομονάχων, οι οποίοι μηδέν εκ της ύλης έχοντες εθαυματούργησαν, διότι κατείχον το παν, διότι εις τα στήθη των είχον τον ανεκτίμητων μαργαρίτην, τον Χριστόν!

Κοσμάς ο Αιτωλός! Ένας κόσμος ολόκληρος! Δεν είνε δυνατόν εις το παρόν άρθρον ν’ αναλύσωμεν το όλον έργον του νεομάρτυρος τούτου. Αλλ’ από την ζωήν του, και ιδίως από την διδασκαλίαν του ως ιεροκήρυκος, η οποία ως κήπος ήνθησεν, ευωδίασε και εκαρποφόρησεν εις ολόκληρον την βαλκανική χερσόνησον, θα τολμήσωμεν να συλλέξωμεν ολίγα άνθη, δια να τα προσφέρωμεν ως μιαν ανθοδέσμην εις τους αγαπητούς αναγνώστας, δια ν’ αναπνεύσουν το γνήσιον άρωμα της Ορθοδοξίας και της πατρώας ευσεβείας.

Ο Kοσμάς, ο θησαυρός αυτός της Ορθοδοξίας, ήτο κεκρυμμένος εις την Ιεράν Μονήν Αγίου Φιλοθέου του Αγίου Όρους. Επί δυο περίπου δεκαετίας υπό σοφούς καθηγητάς της ασκητικής ζωής εσπούδαζεν, εμελέτα, προσηύχετο, εξηγνίζετο, επτερούτο θεϊκώ έρωτι, και εκεί εν ειρήνη θα παρέδιδε την ψυχήν του εις τον Πλάστην. Αλλά, πληροφορούμενος τα ανεκδιήγητα μαρτύρια των συμπατριωτών του, εθλίβετο. Επόνει ο φιλόπατρις. Έχυνε πικρά δάκρυα. Μυσική φωνή του έλεγε: «Κοσμά! Το Έθνος καίεται, και συ αναπαύεσαι; Λάβε την αποστολικήν ράβδον και έξελθε και κήρυξε τα μεγαλεία του Σταυρωθέντος και Αναστάντος Κυρίου. Παρηγόρησε το έθνος των Ελλήνων…».

Εις ηλικίαν 45 ετών, ότε το πνεύμα του είχε μεστώσει από την χάριν του Θεού, ο π. Κοσμάς αφήνει το Άγιον Όρος, μεταβαίνει εις το Πατριαρχείον, εκφράζει εις τον Πατριάρχην Σεραφείμ Β΄(1757-1761) τον εσωτερικόν του πόθον, διορίζεται ιεροκήρυξ του Γένους, και με τας ευχάς της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας εξέρχεται εις την πρώτην ιεραποστολικήν περιοδείαν, την οποίαν ηκολούθησαν άλλαι τρεις περιοδείαι. Επί 20 έτη περιώδευε την Ελληνικήν γην, από των Δωδεκανήσων μέχρι του Βερατίου και της Αυλώνος! Παντού εκήρυξεν.

Ο π. Κοσμάς ήτο απλούς, αλλά δυνατός, πρωτότυπος εις το κήρυγμά του. Επί το μέρος, όπου επρόκειτο να κηρύξη, εστήνετο ένας μεγάλος Σταυρός. Κάτω από την σκιάν του Σταυρού, επάνω εις το σκαμνί, πρόχειρον άμβωνα της υπαίθρου, ανήρχετο ο ταπεινός ιερομόναχος και ωμίλει. Ωμίλει εκ του θησαυρού της καρδίας του. Ωμίλει με την γλώσσαν των αλιέων της Γαλιλαίας. Είχε βαθείαν συνείδησιν της μεγάλης αποστολής του ως ιεροκήρυκος. «Εγώ – έλεγε προς τον λαόν – με την χάριν του Θεού, μήτε σακκούλα έχω, μήτε σπίτι, μήτε άλλο ράσο και το σκαμνί όπου έχω ιδικόν σας είνε, το οποίον εικονίζει τον τάφον μου. ετούτος ο τάφος έχει την εξουσίαν να διατάξη βασιλείς, πατριάρχας, αρχιερείς, ιερείς, άνδρας και γυναίκας, νέους και γέροντας, και όλον τον κόσμον».
Η καρδιά του ήτο ατρόμητος. Πάσα περί τα ήθη αταξία, πάσα σκανδαλίζουσα τον λαόν αμαρτία ηλέγχετο δημοσία. Οιαδήποτε αδικία, η οποία διεπράτετο εις βάρος του λαού εκ μέρους των πλουσίων και των ισχυρών της ημέρας, προκάλει κύματα αγανακτήσεως εις τα στήθη του. Ο π. Κοσμάς δεν εχαρίζετο εις ουδένα. Εις την Λάρισαν, την Ζάκυνθον, την Κεφαλληνίαν, την Κέρκυραν και εις άλλας πόλεις οι πλούσιοι, εκείνοι οι οποίοι είχον συμμαχήσει με τους κατακτητάς (Τούρκους και Ενετούς), και με την αισχράν πλεονεξίαν απεμύζων και την ελαχίστην οικονομικήν ικμάδα του λαού, ηλέγχθησαν σφοδρώς, και δια τούτο ηγέρθησαν εναντίον του. Εις πολλάς πόλεις με τας διαβολάς και τας συκοφαντίας των οι σκοτεινοί αυτοί άνθρωποι κατώρθωσαν ν’ απαγορευθή το κήρυγμά του. Εις την Κέρκυραν μάλιστα εγένετο συμπλοκή, και το υποκάμισον του Κοσμά εσχίσθη. Ένα τεμάχιον τούτου σώζεται ως ιερόν κειμήλιον εις τον Ι. Ναόν της Αγίας Βαρβάρας του χωριού Μαντουκίου.
Ο λαός όμως, ο πολύς λαός, ο οποίος έβλεπε το αγνόν ενδιαφέρον του Αγίου, ήτο μαζί του. Τον ηκολούθει κατά χιλιάδας. Ότε εκ Κεφαλληνλιας έφυγε προς την Ζάκυνθον, 10 καΐκια γεμάτα από ευσεβείς Κεφαλλήνας τον συνώδευον. Όπου διήρχετο, η ζωή των ανθρώπων ήλλασεν. Εκ γης προς ουρανόν ανύψωσε τας ψυχάς το εμπνευσμένομ κήρυγμά του. «Ζώα, κτήνη», έτσι ωνόμαζε του Χριστιανούς η γλώσσα των Τούρκων. Έτσι τους εθεώρουν, και έτσι, και ακόμην χειρότερον, τους μεταχειρίζοντο οι απαίσιοι κατακτηταί των. «Όχι – εφώναζεν ο ιεροκήρυξ του Χριστού – όχι, δεν είσθε όντα κατώτερα, ούτε σεις, ούτε αι γυναικές σας, ούτε τα παιδιά σας. Εισθε τέκνα του Θεού. Επλάσθητε δια τα μεγάλα και υψηλά. Η ψυχή και του ταπεινοτέρου ανθρώπου προώρισται δια της πίστεως, του αγίου βαπτίσματος και των λοιπών μυστηρίων και των αγαθών έργων να λάμψη ως ο ήλιος, υπέρ των ήλιον, να γίνη νύμφη του Χριστού».

Το κήρυγμά του είχε τεραστίαν την επίδρασιν. Και ληστάς ακόμη αφόπλιζεν. Εις τα άγρια βουνά της Βουβούσης συνήντησε ληστοσυμμορίαν, τρομοκρατούσαν την περιφέρειαν. Αλλ’ ο αρχηγός της τόσον συνεκινήθη από την διδασκαλίαν του Αγίου, ώστε μετενόησε δια τα εγκλήματά, που είχε διαπράξει εις βάρος αθώων πλασμάτων, επέτεξε τα όπλα του, διέλυσεν την συμμορίαν, και εγένετο ένας από τους κοινωφελεστέρους χριστιανούς του τόπου του.

Ο πάτερ Κοσμάς, ακραιφνής χριστιανός, ηγάπα την ανθρωπότηταν όλην. Αλλά μέσα εις την αγίαν του ψυχήν ο Θεός της αγάπης είχεν ανάψει δυο μεγάλας, ουρανομήκεις φλόγας, που εφώτιζον ολόκληρον την ζωήν του. Ο π. Κοσμάς εφλέγετο, εκαίετο από την αγάπη προς την Ορθοδοξίαν και από την αγάπην προς την Ελλάδα.

Ηγάπα εν πρώτοις την Ορθοδοξίαν. Ιδού τι περί αυτής έλεγεν: «Εγώ εδιάβασα πολλά περί Εβραίων, ασεβών, εραιτικών και αθέων. Τα βάθη της σοφίας ηρεύνησα. Όλες οι πίστες είνε ψεύτικες. Τούτο το κατάλαβα αληθινά, μόνον η πίστις των Ορθοδόξων είνε καλή και αγία, το να πιστεύωμεν και να βαπτοζώμεθα εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος… Τούτο σας λέγω εις το τέλος, να ευφραίνεσθε όπου είσθε Ορθόδοξοι Χριστιανοί, και να κλαίετε δια τους ασεβεβείς και αιρετικούς όπου περιπατούν εις το σκότος».
Ηγάπα την Ορθοδοξίαν. Και μαζί με την Ορθδοξίαν ηγάπα και την Ελλάδα ως στενώς και αδιαρρήκτως μετ’ αυτής συνδεδεμένην. Η Ελλάς ήτο η πρώτη πιστή θυγατήρ της ορθδοξίας. Ορθοδοξία και Ελλάς ήσαν αχώριστοι εν τη καρδία του Αγίου. Δια την Ελλάδα, την βασανισμένη αυτήν χώραν, ωμίλει με δάκρυα. Συνίστα την Ελληνικήν παιδείαν και ίδρυσε περί τα 300 Ελληνικά σχολεία. «Αδελφέ! – έλεγεν εις το κήρυγμά του – συ που κάμνεις παιδιά, να τα παιδεύης και να τα μανθάνης γράμματα και εξόχως Ελληνικά, διότι η Εκκλησία μας είνε εις την Ελληνικήν γλώσσαν. Δεν σας λέγω περισσότερα, διότι είσθε φρόνιμοι και γνωστικοί…». Τόσον ηγάπα την Ελλάδα ο μακάριος, ώστε ηυφραίνετο ν’ ακούη παντού την Ελληνικήν γλώσσαν. Ιδιαιτέρας προσπαθείας κατέβαλεν εις τα βλαχοχώρια της Πίνδου δια να μάθουν την Ελληνικήν γλώσσαν οι κάτοικοι. Εις δε τα χωρία εκείνα των Ορθοδόξων της Αλβανίας, εις τα οποία είχεν επικρατήσει η Αλβανική γλώσσα, και μαζί με την διάδοσιν της γλώσσης υπήρχε ο κίνδυνος του εξισλαμισμού, ο Άγιος ήτο αυστηρότατος. Κάποτε ηκούσθη να λέγη: «Όποιος χριστιανός, άνδρας ή γυναίκα, υπόσχεται μέσα εις το σπίτι του να μη κουβεντιάζη αρβανίτικα, ας σηκωθή επάνω να μου είπη και να πάρω όλα του τα αμαρτήμα τα εις τον λαιμό μου από τον καιρό όπου εγεννήθηκε εώς τώρα και να βάλω όλους του χριστιανούς να τον συγχωρέσουν και να λάβη μιαν συγχώρησιν όπου να έδιδε χιλιάδες πουγγιά δεν θα την εματάβρισκε».
Με διάφορα σημεία προεφύτευε την απελευθέρωσιν της ελλάδος. Ολίγον δε προ του μαρτυρικού του θανάτου είπεν, ότι η Ελλάς θα έχη ένδοξον μέλλον εις την Ανατολήν.

Ηγάπα ο Κοσμάς την επίγειον Πατρίδα. Αλλά πέραν από την επίγειον Πατρίδα ο πιστός και αφωσιωμένος δούλος του Κυρίου έβλεπε την Ουράνιον Πατρίδα. Ω, με πόσην θερμότητα ωμίλει δι’ αυτήν! «Ο Θεός – εκήρυτε – μας έκανε με το κεφάλι ορθούς και μας έβαλε τον νουν εις το επάνω μέρος δια να στοχαζώμεθα πάντα την ουράνιον βασιλείαν, την αληθινήν μας Πατρίδα. Όθεν, αδελφοί μου σας διδάσκω και σας συμβουλεύω, πλην τολμώ πάλιν και παρακαλώ τον γλυκύτατον Ιησούν Χριστόν, να στείλη ουρανόθεν την χάριν του και την ευλογίαν του εις αυτήν την χώραν και όλους τους χριστιανούς, άνδρας και γυναίκας, νέους και γέροντας, και τα έργα των χειρών σας, και πρώτον αδελφοί μου, άμποτε να σας ευσπλαχνισθή και να συγχωρήση τας αμαρτίας σας και να σας αξιώση να διέλθητε και εδώ καλήν και ειρηνικήν αυτήν την μάταιην ζωήν και μετά θάνατον εις τον Παράδεισον, εις την Πατρίδα μας αληθινήν, να χαιρώμεθα πάνοτε, να δοξάζωμεν και να προσκυνώμεν την Αγίαν Τριάδα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».
ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ – ΕΛΛΑΣ – ΑΙΩΝΙΟΤΗΣ. Ιδού τα συνθήματα που με μεγάλην δύναμην έρριπτε παντού ο π. Κοσμάς.

Μαθηταί του υπήρξαν χιλιάδες. Ο Σαμουήλ, ο διάσημος εκείνος ιερομόναχος, όστις έθεσε πυρ και ενεταφιάσθη εις τα ερείπια του Σουλίου, ο εκ Σαμαρίνης νεομάρτυς Δημήτριος, όστις ζων εκτίσθη και εμαρτύρησε, χιλιάδες αμαρτωλοί και κλέφται, οι οποίοι ως μικρά παιδιά τον ήκουσαν και ανδρωθέντες κατόπιν συμμετέσχον εις το ιερόν αγώνα του 1821, υπήρξαν αφωσιωμένοι μαθηταί του. Και μέχρι σήμερον η ανάμνησίς του ως διδασκάλου, ως προφήτου, ως θαυματουργού ζη εις την ψυχήν του λαού μας. Κατά την περιδείαν μου ως ιεροκήρυκος εις την επαρχίαν Γρεβενών συνήντησα σεβασμίους γέροντας, βοσκούς της Πίνδου, οι οποίοι ήκουσαν τους πάππους των να λέγουν, ότι οι γονείς των είχον ηκούσει οι ίδιοι τον αείμνηστον διδάσκαλον, και ανέφερον πλείστα όσα ανέκδοτα εκ της θαυματουργού δράσεώς του. Εις δε την ωραίαν κωμόπολιν της Πίνδου, την Σαμαρίναν, εις το μέρος όπου εκήρυξεν, οι ευσεβείς της κάτοικοι έκτισαν προ ολίγων ετών Ι. Ναόν τιμώμενον επ’ ονόματι του Αγίου.

Αλλ’ εάν τώρα εκ των υπωρειών της Πίνδου μεταβώμεν εις την ιδιαιτέραν πατρίδαν του Αγίου, την ευρισκομένην εις τα όρια της Ι. Μητροπόλεως Αιτολίας και Ακαρνανίας, θα συνατήσωμεν άρα γε εκεί μεγαλοπρεπή Ναόν αντάξιον του μεγάλου τούτου χριστιανού διαφωτιστού και διδασκάλου του Ελληνικού Γένους; Δυστυχώς όχι! Και όμως οι Αιτωλοί και οι Ακαρνάνες, οι διακρινόμενοι ανέκαθεν δια τα θρησκευτικά και τα πατριωτικά αισθήματά των, θα έπρεπε να είχον κτίσει προ πολλού τοιούτον Ι. Ναόν. Προς τούτο όμως απαιτείται άνθρωπος, όστις θ’ ανάψη το πρώτο πυρ.

Είθε ένας εκ των δραστηρίων κληρικών, των πεφωτισμένων θεολόγων και των ευσεβών τέκνων, που δεν έπαψε να γεννά η ηρωική αυτή επαρχία της Ρούμελης, είθε ένας να ευρεθή να ενστερνισθή την ιδέαν αυτήν, και εκεί όπου είδεν το πρώτον το φως του ηλίου ο Νεομάρτυς, να κτισθή περίλαμπρος Ναός και παραπλεύρως του Ι. Ναού Σχολή με την επιγραφήν: ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΣΧΟΛΗ «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ», της οποίας οι μαθηταί θα εμπνέωνται, θα διδάσκωνται και θα εφαρμόζουν τας πρακτικάς μεθόδους του κηρύγματος του μεγάλου τούτου ιεραποστόλου των νεωτέρων χρόνων.

Η Ελλάς περιμένει από την Ακαρνανίαν νέους ιεραποστόλους με την φλόγα του μεγάλου συμπατριώτου των.

Άγιε Κοσμά, ιερομάρτυς και ιεραπόστολε! Εβάδισες επάνω εις τα ίχνη του αποστόλου Παύλου. Νεώτερος απόστολος του Κυρίου ανεδείχθης. Η Ελλάς, την οποίαν ευηργέτησες με διδασκαλίαν, με προφητείας, με θαύματα, και τέλος με το μαρτυρικόν σου αίμα, δεν πρόκειται να λησμονήση το όνομά σου. Το ιερόν σου λείψανον μένει εκεί, πέραν των συνόρων μας, όπως μένουν τα οστά τόσων ηρώων και μαρτύρων της φυλής μας… Αλλά η μακαρία ψυχή σου πτερυγίζει υπεράνω της Χώρας ταύτης, βλέπει τα δάκρυα και τα αίματα, τας αγχόνας και τα ικριώματα, που έστησεν ο Εωσφόρος δια να εξαφανίση την Φυλήν μας, και δέεται.(1) Και μη παύσης δεόμενος, όπως ο Θεός δώση λύτρωσιν τω λαώ αυτού, δια να επαναλάβη ο μαρτυρικός αυτός λαός τα τελευταία παρήγορά του λόγια, με τα οποία εσφράγισες την ιδικήν σου μαρτυρικήν ζωήν: «ΔΙΗΛΘΟΜΕΝ ΔΙΑ ΠΥΡΟΣ ΚΑΙ ΥΔΑΤΟΣ, ΚΑΙ ΕΞΗΓΑΓΕΣ ΗΜΑΣ ΕΙΣ ΑΝΑΨΥΧΗΝ» (Ψαλμ. 65, 12)

(1)Ταύτα εγράφοντο καθ’ον χρόνον εις τας κορυφάς των Ηπειρωτικών και Μεκεδονικών ορέων σφοδραί μάχαι διεξήγοντο και η Ελλάς εκινδλυνευε να πέση εις το στόμα αγρίων θηρίων της Αποκαλύψεως. Ημείς πιστεύομεν ότι, εάν πολλάκις εσώθημεν εκ φοβερών κινδλυνων, τούτο οφείλομεν εις τας πρασευχάς των Αγίων Μαρτύρων, οι οποίοι έζησαν και εμαρτύρησαν εν μέσω ημών. Εάν όμως μένωμεν αμετανόητοι, σκληρόκαρδοι, όπως οι Ιουδαίοι, τότε, καν όλοι οι Άγιοι και Μάρτυρες υπέρ ημών δέωνται, δεν θα σωθώμεν.

2.    Ο ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Προ καιρού μια ιερά επέτειος εωρτάσθη εν Ελλάδι. Κατά τον παρελθόντα Αύγουστον, 24 του μηνός, συνεπληρώθησαν 180 έτη από ημέρας εκείνης, κατά την οποίαν εις κάποιο χωριόν της Β. Ηπείρου παρά τας όχθας του Άψου ποταμού (Δεβόλη), πλησίον του Βερατίου, κατόπιν μαρτυρίου εξεμέτρησε το ζην ένα ένδοξον τέκνον της ηρωικής ταύτης γης. Το όνομά του ηλεκτρίζει και σήμερον: Κοσμάς ο Αιτωλός (1714 – 1779).

Επί τη επετείω ταύτη εις εφημερίδας και περιοδικά της Πρωτευούσης και των επαρχιών εδημοσιεύθησαν άρθρα τινά, αλλ’, ως παρετήρησεν εκλεκτός δημοσιογράφος, εις τα πλείστα των άρθρων δεν ενεφανίζετο η εικών του αγίου Κοσμά γνησία. Διότι έκαστος προσεπάθει να δώση στην εικόνα το χρώμα της ιδίας του αρεσκείας, των σκέψεων και των αισθημάτων αυτού, εις τρόπον ώστε δια του στώματος του Αγίου να εκφράζωνται ιδέαι των κοσμικών κύκλων, τας οποίας εάν έζη σήμερον και ήκουε, θα έφριττεν ο Άγιος δια την δεινήν παραποίησιν και διαστρέβλωσιν του νοήματος του αγώνος του. Επειδή π.χ. ο Άγιος εις κάποιαν εξαιρετικήν περίπτωσιν επέτρεψεν υλικόν κετεστραμμένου τινός Ναού να χρησιμοποιηθή δια την ανέγερσιν σχολείου, εξ’ αυτού του περιστατικού εξήχθη αμέσως το συμπέρασμα, ότι ο Κοσμάς δεν έκαμνε τίποτε άλλο παρά να κριμνίζη εκκλησίας δια να κτίζη σχολεία. Ποιος; Εκείνος, όστις, εάν ήθελε τα γράμματα, τα ήθελε, ως υποβοηθητικά της ηθικής και θρησκευτικής μορφώσεως του ανθρώπου, λέγων ότι το σχολείον ανοίγει εκκλησίας, ανοίγει μοναστήρια. Και άρα σχολείον, το οποίον δεν έχει θεμέλιον θρησκευτικόν, δεν έχει θεμέλιον την μεγάλην εντολήν της αγάπης, της αγάπης προς τον Θεόν και τον πλησίον, αλλ’ είνε ψυχρόν, αδιάφορον, πολέμιον της αληθούς Πίστεως, το σχολείον αυτό έχει εκφυλισθή, ευρίσκεται εκτός προορισμού και είνε δυναμίτις εις τα θεμέλια της Ορθοδόξου κοινωνίας. Διότι ως προφητικώς έλεγεν ο Άγιος, «τα μεγάλα κακά εις την ανθρωπότητα θάρθουν από τους διαβασμένους». Επειδή εις άλλην περίπτωσιν συνέβη να καυτηριάζη τα αμαρτήματα, τας ηθηκάς παρεκτροπάς, την ασπλαχνίαν και αδικίαν των πλουτούντων και εν γένει των κατεχόντων κάποιαν θέσιν εν τη κοινωνία, εκ του ελέγχου τούτου εξήγαγον άλλοι το συμπέρασμα, ότι ο Άγιος δεν ήτο τίποτε άλλο, παρά ένας κοινωνικός επαναστάτης, κάμνων ταξικόν αγώνα, εξεγείρων τους «μικρούς» κατά των «μεγάλων». Επειδή εις άλλην περίπτωσιν συνέβη να ελέγξη τας παρεκτροπάς του ιερατείου και μάλιστα των αρχιερέων, εκ του ελέγχου τούτου πάλιν κατέληξεν εις το συμπέρασμα, ότι ο Κοσμάς ήτο κατά της Ιεραρχίας. Επειδή ωμίλει εις την γλώσσαν του λαού, άρα – είπον οι οπαδοί της «μαλλιρής» γλώσσης – ο Κοσμάς δημοτικιστής, φρονών ότι μόνον δια της γλώσσης θα σωθή ο κόσμος! Και άλλοι τέλος, από ωρισμένας εκφράσεις και ενεργείας κρίνοντες αυτόν, έλεγον ότι είνε πράκτωρ ξένης Δυνάμεως, των Μοσχοβιτών, έχων σχέσιν με το κίνημα Ορλώφ (1770), κατηγορία, η οποία εχρησιμοποιήθη υπο των εχθρών του, των Εβραίων, δια την εξόντωσίν του.
Πόσον ολίγον οι τοιούτοι ηγνόησαν τον Κοσμάν! Ο Κοσμάς ήτο βεβαίως μια πολυμερής προσωπικότης, πολύεδρός τις αδάμας. Αλλ’ εκάστη πλευρά του πνευματικού τούτου αδάμαντος ηκτινοβόλη το ίδιον φως, το ανέσπερον φως του αναστάντος Κυρίου. Το βάθος της υπάρξεως του Κοσμά ήτο καθαρώς πνευματικόν, ευαγγελικόν, μεταφυσικόν. Ο Κοσμάς εν τη γενεά αυτού υπήρξε πρέσβυς Θεού, απόστολος Ιησού Χριστού. Ήτο ένας αληθής ιεραπόστολος. Εξετέλεσε την εντολήν εκείνην του Κυρίου «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη…», η οποία και σήμερον αναζητεί τους εκτελεστάς της εν πάση γωνία της γης. Πόσα εκατομμύρια λαών αναμένουν τους νέους ευαγγελιστάς!
Δια να συλλάβωμεν καλώς το νόημα της αποστολής Κοσμά του Αιτωλού, πρέπει να ίδωμεν την εποχήν του και το έργον του, να ίδωμεν, δηλαδή, ποίον υπήρξε το ιστορικόν πλαίσιον, εντός του οποίου εκινήθη και έδρασεν ιεραποστολικώς, και πως εκινήθη και έδρασεν.

Ο αιών, εντός του οποίου έζησε και εμαρτύρησεν ο άγιος Κομάς ο Αιτωλός, υπήρξε δια τον Χριστιανισμόν της ανατολής αιών μεγάλης δοκιμασίας της Ορθοδόξου πίστεως. Ο Σατανάς, ίνα μεταχειρισθώμεν ευαγγελικήν έκφρασιν (Λουκ. 22, 31), εκράτει κόσκινον και εκοσκίνιζε τους χριστιανούς της εποχής εκείνης. Τα όργανά του, μικροί και μεγάλοι άρχοντες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όλοι φανατικοί οπαδοί του Μωάμεθ, επίεζον πικοιλοτρόπως τους χριστιανούς δια να εγκαταλείψουν την πίστιν των.
Δι’ ελαχίστην αφορμήν συνελάμβανον και εφυλάκιζον χιλιάδας χριστιανών, και τότε μόνον ήνοιγον τας σιδηράς θύρας των απαισίων φυλακών και άφηνον αυτούς ελευθέρους, όταν ηρνούντο την Πίστιν των και εδήλωνον ότι προσχωρούν εις την θρησκείαν του ψευδοπροφήτου των. Φόροι βαρύς, δυσβάσταχτοι επιβάλλοντο εις τους ραγιάδες, οι οποίοι οποσδήποτε θα έπρεπε να εισπραχθούν, μια δε οδός απαλλαγής εκ των φόρων υπήρχεν, η αλλαξοπιστία. Ελεύθερος εκ των φόρων ο αλλαξοπιστών. Ευνούχοι των Σουλτανικών ανακτόρων ήρπαζον εκ των αγκαλών των μητέρων τας ωραιοτέρας Ελληνίδας και ενέκλειον εις τα άντρα τρης ακολασίας, τα περιβόητα χαρέμια. Αξιωματικοί του Ωθομανικού στρατού περισυνέλεγον τα ευρωστότερα και ευφυέστερα παιδιά των χριστιανών δια να τα κάμουν Γενιτσάρους.
Υπό την πίεσιν αυτών οι ασθενέστεροι χαρακτήρες έπιπτον. Όχι μόνον άτομα, αλλά και οικογένειαι και χωριά ολόκληρα μαζί με τους ιερείς των ηλλαοπιστούν. Δεν είνε υπερβολή να είπωμεν, ότι ένα μέγα μέρος των σημερινών Τούρκων, οι οποίοι κατοικούν και νέμονται την πλουσιωτάτην χώραν της Μ. Ασίας, είνε μακρυνοί απόγονοι… χριστιανών, οι οποίοι επρόδωσαν την Πίστιν των. Ως έγραφεν ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος, τ. Μητροπολίτης Τραπεζούντος, «ουδείς υπάρχει τουρκικής καταγωγής καθ’ όλην την υπερθαλασσίαν υπερκειμένην της Τραπεζούντος χώραν και το πλείστον της υπεράνωθεν τούτων διηκούσης περιφερείας Χαλδείας. Πάντες δ’ ούτοι (οι Τούρκοι) εισίν Έλληνες εξ Ελλήνων καταγόμενοι. Πάντες ούτοι πανδημεί ή τινες μόνον εξώμοσαν».
Ισλιως ο εξισλαμισμός έκαμε θραύσιν εις την Μακεδονίαν, Ήπειρον και προ πάντων Αλβανίαν, εις την οποίαν ο αριθμός των χριστιανών από 550 χιλιάδας κατήλθεν εις αριθμόν των 50 χιλιάδων, οι οποίοι και αυτοί εκινδύνευον να εξισλαμισθούν. Εκείνοι δε, οι οποίοι έμενον αμετακίνητοι εις την Πίστιν των Πατέρων, υφίσταντο σκληρούς διωγμούς και μαρτύρια, το δε τελευταίον αίμα, όπερ εχύθη, ήτο το αίμα των χριστιανών, οι οποίοι ως αρνία εσφάγησαν κατά την Μικρασιατικήν καταστροφήν. Εις 2½ εκατομμύρια συμποσούνται οι νεώτεροι ούτοι μάρτυρες! Κατά δε το τέλος του 18ου αιώνος, περί του οποίου ομιλούμεν, ενεφανίσθη εις το πρσκήνιον της ιστορίας αγριώτατον θηρίον, ο Σουλτάνος Μουσταφάς ο Δ΄, όστις συνέλαβε το σατανικόν σχέδιον να ενεργήση μετοικεσίαν Βαβυλώνος, όλους δηλαδή τους χριστιανούς της Ελλάδος να μεταφέρη εις τα βάθη της Ασίας, εις την Μεσοποταμίαν, εις δε την Ελλάδα να εγκαταστήσει αγρίας φυλάς, Αβασγούς, Κιρκασίους και Κούρδους. Εάν το σχέδιον τούτο εξετελείτο, τελεία εκρίζωσις της Χριστιανικής ελλάδος θα επετυγχάνετο.
Και ταύτα μεν εσκέπτοντο και ενήργουν οι υιοι του Σατανά προς καταστροφήν και εξαφάνισιν του Ορθοδόξου χριστιανικού κόσμου, αλλ’ ο ύψιστος Θεός, όστις εφύτευσε το δένδρον τούτο της Ορθοδοξίας ίνα ανθή και καρποφορή, ίνα υπό την σκιάν αυτού ευρίσκουν ανάπαυσιν οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι όλων των αιώνων, δεν αφήκε να πραγματοποιηθούν τα καταχθόνια σχέδια. Εξέλεξε τα κατάλληλα όργανα. Ενέπνεεν εις εκλεκτάς ψυχάς πνεύμα ζήλου ιερού ενθουσιασμού, αυταπαρνήσεως, ανδρείας και σοφίας, και εξαπέστειλεν ως νέους αποστόλους και ευαγγελιστάς εκεί όπου εκινδύνευεν η Πίστις. Ένα εκ των εκλεκτών τούτων της θείας Προνοίας οργάνων ήτο και ο Κοσμάς.(2)
Που κατά την δεινήν αυτήν περίοδον της ιστορίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας ευρίσκεται ο Κοσμάς; Έζη εις τόπον έρημον. Ευρίσκετο εις το Άγιον Όρος. Εμόναζεν εις την Ι. Μονή του Αγίου Φιλοθέου. Πόσον ωραία, από πνευμετικής απόψεως εννοώ, πόσον ωραία διήρχετο εκεί τας ημέρας της ζωής του ο Κοσμάς! Ψαλμωδίαι, αγρυπνίαι, ανάγνωσις Γραφών και Πατερικών βιβλίων, άσκησις και σκληραγωγίαι, συνομιλίαι με τους αγίους αδελφούς και πατέρας, προ παντός δε δια της νοεράς προσευχής γλυκυτάτη συνομιλία με τον Ουράνιον Πατέρα, εδημιούργουν ένα ευχάριστον πνευματικόν κλίμα, μιαν ιδεώδη ατμόσφαιραν, η οποία υπενθύμιζε την κορυφήν του Θαβωρείου όρους. Ευρίσκετο μακράν των αθλιοτήτων του κόσμου, μακράν της θυέλλης, η οποία ελυσσομανούσεν εις τας πόλεις και τα χωριά των Ορθοδόξων. Αλλ’ όσον μακράν και εάν ευρίσκετο, έφθανον όμως εις την ακοήν του Αγίου αι σπαρακτικαί φωναί οι κοπετοί και οι θρήνοι των μυριάδων χριστιανών, οι οποίοι υπέφερον και έπασχον τα πολυειδή μαρτύρια. Έφθανον αι θλιβεραί ειδήσεις, ότι καθημερινώς εις όλα τα μέρη, αλλ’ ιδιαιτέρως εις τα μέρη της Δ. Μακεδονίας, Ηπείρου και Αλβανίας, ο Σατανάς έκαμνε θραύσιν, καθημερινώς Ορθόδοξοι χριστιανοί ηλλαξοπιστούν, εποδοπάτουν τον
Σταυρόν του Κυρίου και προσεκύνουν την ημισέληνον του Μωάμεθ.

(2)Γράφομεν, ένας ήτο ο Κοσμάς. Διότι, πλην του Αγίου, και άλλοι ιεροκήρυκες μικροτέρας δυνάμεως και ακτινοβολίας πνευματικής είχον εξέλθη προς σωτηρίαν του λαού. Κατά τινα ιστορικήν πληροφορίαν, μαζί με τον άγιον Κοσμάν και άλλοι πέντε ιερομόναχοι, καιόμενοι από το πυρ του θείου ζήλου, εξήλθον εις περιοδείαν, αλλά και εκ τούτων ο ιερομόναχος Ναούμ, όπως και ο επισημότερος εξ όλων ο Κοσμάς, δεν επέστρεψεν εις την βάσιν της εξορμήσεώς του, διότι εύρε και αυτός υπό των αλλοπίστων μαρτυρικόν θάνατον εις σερβία (Ιδε Μ. Ε. Ε. , τόμος Κ΄, σελίς 657).
Απέναντι της καταστάσεως αυτής δεν ηδύναντο να μείνη αδιάφορος. Εις την μόνωσίν του εσυλλογίζετο: «Εγώ να μένω εις την κορυφήν του Όρους, απρόσβλητος εκ της συμφοράς, και κάτω εκεί εις τους πρόποδας του Όρους, εις τα χωριά και τας πόλεις, οι αδελφοί μου να βασανίζωνται και να μαρτυρούν; Δεν πρέπει και εγώ να σπεύσω εις βοήθειάν των; Ναι! Τους βοηθώ και απ’ εδώ με τας προσευχάς μου, διότι το μετά πίστεως και καθαράς καρδίας υπέρ των άλλων πραοσεύχεσθαι είνε ίσον προς το αγωνίζεσθαι υπέρ της πίστεως και της αρετής. Αλλ’εις μιαν τοιαύτην περίπτωσιν δεινής δοκιμασίας δεν χρειάζεται και η ενεργός συμμετοχή; Δεν χρειάζεται και η επίσκεψις των εν φυλακαίς μαρτύρων, δεν χρειάζεται η προσωπική επαφή με τους τεθλιμμένους αδελφούς; Ένας παρήγορος λόγος, μια συμβουλή, μια εκδήλωσις ευσπλαχνίας, ένα δάκρυ, που ενώνεται με τα δάκρυα των πονεμένων, δεν είνε ανεκτίμητοι προσφοραί εις τον αγώνα της πίστεως; Αλλ’ άραγε να είμαι ικανός δια μιαν τοιαύτην αποστολήν; Θα ωφελήσω ή μήπως θα βλάψω; Θα έχω την δύναμιν ν’ αντισταθώ εις όλους τους πειρασμούς του κόσμου; Και προσπαθών να σώσω τους άλλους μήπως υπάρχει κίνδυνος ν’ απολέσω την ιδικήν μου ψυχήν; Τι πρέπει να πράξω; Ω Ύψιστε! Γνώρισόν μοι οδόν, εν η πορεύσομαι».
Ο Κοσμάς επέπλαιε με τους λογισμούς. Ηγωνία. Είχεν εισέλθη εις την Γεσθημανή της ζωής, όπως πας όστις καλείται ν’ αναλάβη εν τω κόσμω βαρείαν αποστολήν. Πικρόν ποτήριον δι’ αυτόν ετοιμάζετο. Εις την αγωνίαν του αυτήν έδωκε την απάντησιν φωνή Θεού. Ήνοιξε την Γραφήν και το βλέμα του προσηλώθη εις το ρητόν του Αποστόλου Παύλου: «Μηδείς το εαυτού ζητείτω, αλλά τω του ετέρου έκαστος» (Α΄Κορ. 10, 24). Το ρητόν τούτο έριψεν το φως του Ουρανού εις την καρδίαν του. Δια του ρητού τούτου ήτο ως να έλεγε το Πνεύμα το Άγιον: «Κοσμά! Μη σκέπτεσαι μόνον το ιδικόν σου πνευματικόν συμφέρον, αλλά και το συμφέρον των άλλων αδελφών. Το δε συμφέρον των άλλων επιβάλλει ν’ αφήσης το ερημητήριόν σου, να λάβης την οδηπορικήν ράβδον, και να ριφθής εις την μεγάλην περιπέτειαν του ευαγγελισμού των ψυχών…».
Αλλ’ ο Κοσμάς δεν ηρκέσθη μόνον εις τον φωτισμόν που έλαβεν από το ρητόν τούτο της Αγίας γραφής. Ηθέλησε να ίδη εάν καλώς εφήρμοζεν εις εαυτόν την συμβουλήν του Αγίου Πνεύματος. Συνεβουλεύθη λοιπόν τους πνευματικούς πατέρας, μετέβη και εις την Κων/πολιν, επεσκέφθη τον τότε Πατριάρχην Σεραφείμ, και εξέφρασεν αυτώ τας ενδομύχους σκέψεις και πόθους του. Ο Πατριάρχης επεδοκίμασεν το σχέδιον, του έδωκεν ευλογίαν, τον εφωδίασε με γραπτήν άδειαν κηρύγματος, και τότε ο Κοσμάς, πεπεισμένος ότι δια της φωνής της συνειδήσεώς του, δια φωνής της Αγίας Γραφής και δια των συμβουλών των πνευματικών πατέρων εκαλείτο εις το έργον της σωτηρίας ψυχών, εξήλθεν εις την αποστολήν του. Εις οποίαν βαρείαν αποστολήν! Να πολεμήση τον Εωσφόρον, να πολεμήσει το θηρίον εις τα ίδια του κέντρα. Ν’ αφυπνίσει συνειδήσεις βεβαρημένες. Να παρηγορήσει. Να σπογγίσει δάκρυα. Ν’ αναπτερώσει το φρόνημα, να θερμάνει το συναίσθημα των πιστών, να σταματήσει το κύμα του εξισλαμισμού, να υψώσει κέρας χριστιανών Ορθοδόξων, να πέσει επιτέλους μαχόμενος δια την Πίστιν. Ιδού η αποστολή του!

Και την βαρείαν αυτού αποστολήν εξεπλήρωσεν ο Άγιος. Διότι δια του πιστού τούτου δούλου του Θεού και συνειδήσεις αφυπνίσθησαν, και το φρόνημα ανεπτερώθη, και το συναίσθημα εθερμάνθη, και το κύμα του εξισλαμισμού εκόπασε, και εγένετο γαλήνη. Πως; Ποία η μέθοδός του; Ποία τα μέσα εκείνα, τα οποία μετεχειρίσθη δια τον άγιον σκοπόν του;

1.    – ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

Ποίον κήρυγμα; Το κήρυγμα εκείνο, εις το οποίον ο ιεροκήρυξ προσπαθεί να θαμπώσει τους ακροατάς με ρητορικά σχήματα – πυροτεχνήματα; Ποίον κήρυγμα; Το κήρυγμα εκείνο, κατά το οποίον ο ιεροκήρυξ ομιλεί εις γλώσσαν υψηλήν, απρόσιτον και ακατάληπτον από τον πολύν λαόν; Ποίον κήρυγμα; Το κήρυγμα, το οποίον διαρκώς κοινωνιολογεί και ουδέποτε ασχολείται με το κυριώτερον των θεμάτων, την βασιλείαν των ουρανών; Όχι. Το κήρυγμα του αγίου Κοσμά είχε την σφραγίδα του γνησίου αποστολοκού κηρύγματος. Εν πρώτοις εκείνο, το οποίον λέγει ο απόστολος Παύλος δι’ εαυτόν και τους λοιπούς Αποστόλους, «επίστευσα, διό ελάλησα» (Β΄ Κορ. 4, 13), είχε την πλήρη εφαρμογήν του και εις τον άγιον τούτον άνδρα. Ο Κοσμάς επίστευεν εις όλας τας σωτηριώδεις αληθείας της Ορθοδόξου πίστεως. Επίστευεν ακραδάντως. «Εγώ – εκήρυττεν – εδιάβασα πολλά περί Εβραίων, ασεβών, αιρετικών και αθέων. Τα βάθη της σοφίας ηρεύνησα. Όλες οι πίστες είναι ψεύτικες. Τούτο εκατάλαβα αληθινά, μόνον η πίστις των Ορθοδόξων είναι καλή και αγία, το να πιστεύωμεν και να βαπτιζώμεθα εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος… Τούτο σας λέγω εις το τέλος, να ευφραίνεσθε όπου είσθε Ορθόδοξοι χριστιανοί και να κλαίτε δια τους ασεβείς και τους αιρετικούς που περιπατούν εις το σκότος». Και την πίστιν αυτήν εκήρυττε με απλότητα θαυμαστήν. Εκήρυττε τόσον απλά, ώστε και ένα παιδί ακόμη ηδύνατο να εννοήση. Εκήρυττε με συναίσθησιν. Εκήρυττε με δάκρυα. Εκήρυττε κάτω από την σκιάν του Σταυρού. Έκοπτε τον πνευματικόν άρτον εις μικρά τεμάχια και τον διένεμεν εις όλους, όπως ο ιερεύς με το άγιον κοχλιάριον μεταδίδει την θείαν Κοινωνίαν, το τίμιον Σώμα και Αίμα του Κυρίου. Όντως ιερουργίαν επετέλει κηρύττων το Ευαγγέλιον. Δια της προσευχής ηνωμένος με τον Θεόν εγνώριζε τον τρόπον, με τον οποίον επεκοινώνει με τας ψυχάς των ακροατών. Το κήρυγμα του ήτο μεταρσίωσις ψυχών. Και σήμερον ακόμη όποιος διαβάζει τας διδαχάς, τας οποίας διέσωσαν οι μαθηταί αυτού, αισθάνεται ότι μία δύναμις πνευματική τον αρπάζει, τον υψώνει υπεράνω της γης και με πτέρυγας αετού, με πτέρυγας αγγέλου, τον μεταφέρει εις κόσμους πνευματικούς και αύλους. Τοιαύτη ήτο η εντύπωσις, την οποίαν προεκάλει το απλούν, αλλά πλήρες από την δύναμιν του Παναγίου Πνεύματος κήρυγμα, ώστε με δάκρυα εις τα μάτια οι ακροαταί του παρεκάλουν να μείνει εις τον τόπον, να ομιλήσει και πάλιν, και κατά χιλιάδας, κλήρος και λαός, ηκολούθουν αυτόν εις μακράς αποστάσεις, διότι δεν ήθελον ν’ αποχωρισθούν τοιούτου ανεκτιμήτου κήρυκος του Ευαγγελίου, οδηγού ψυχών.

2.    – Η ΚΑΤ’ ΑΤΟΜΟΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ

Ο άγιος Κοσμάς ως ιεραπόστολος δεν ηρκείτο μόνον εις το κήρυγμα, όπερ απηύθυνε προς χιλιάδας ακροατών. Πλήν του γενικού τούτου κηρύγματος, μιμητής του κορυφαίου Αποστόλου, του Παύλου, όστις κάμνων σύντομον απολογισμόν του αποστολικού του έργου εν Εφέσω έλεγε: «Τριετίαν νύκτα και ημέραν ουκ επαυσάμην μετά δακρύων νουθετών ένα έκαστον» (Πράξ. 20, 31), αληθής οπαδός του Θεανθρώπου, όστις παρά το φρέαρ Συχάρ ως ακροατήριον είχε μίαν και μόνην ψυχήν, την Σαμαρείτιδα (Ιωάν. 4, 7 – 27), ο Κοσμάς εδίδασκεν, όσον ηδύνατο, και ιδιαιτέρως ένα έκαστον. Κατά τας αποστολικάς του περιοδείας ήρχετο εις επαφήν με ποικίλης καταστάσεως άτομα, ήνοιγε συζητήσεις και με πτωχούς, αλλά και με πλουσίους και άρχοντας και εξουσιαστάς του καιρού εκείνου, και με αλλοπίστους ακόμη, με ένα και μόνον σκοπόν, να διαφωτίσει και να σώσει, να ελκύσει εκ του σκότους εις το θαυμαστόν φως πάσαν ψυχήν. Είχε το τάλαντον του λόγου, της ευκόλου και ταχείας επικοινωνίας με τας ψυχάς, κατείχε το μυστικόν ν’ απαντά εις ένα έκαστον ό,τι δι’ αυτόν ήτο χρήσιμον και αναγκαίον, και να πληροφορεί τον νούν και ν’ αναπαύει την καρδίαν. Ως ιατρός πολύπειρος έκαμνεν ορθήν διάγνωσιν των πνευματικών νόσων και εχορήγει εκάστω το κατάλληλον φάρμακον εις δόσεις κανονικάς.
Άς αναφέρωμεν δύο ανέκδοτα εκ της ιεραποστολικής του ζωής. Ένας Μπέης ήτο ασθενής, και μη ευρίσκων θεραπείαν εις ιατρούς κατέφυγεν εις αυτόν. Ο Άγιος τον ήκουσε με προσοχήν και κατόπιν σκέψεως του λέγει: «Άκουσε με! Εάν θέλεις να θεραπευθείς, το πρώτον που έχεις να κάμεις είναι να παύσεις να πίνεις ρακί (ο Μπέης ήτο αλκοολικός). Το δεύτερον, όσας κακουργίας έκαμες, τόσας αγαθοεργίας να κόμης. Και τρίτον να δίνης πάντοτε ελεημοσύνην, τουλάχιστον το 1/10 των αγαθών σου». Αυτά τα φάρμακα συνέστησεν εις τον Μπέην. Ο Μπέης εστενοχωρήθη, ιδίως δια το πρώτον φάρμακον, την τελείαν αποχήν από την μέθην, από τα οινοπνευματώδη ποτά, αλλά τέλος υπεχώρησε και εδήλωσεν, ότι θα συνεμορφούτο προς τας οδηγίας του Αγίου. Συνεμορφώθη και εθεραπεύθη και εγένετο θαυμαστής του Αγίου.
Άλλοτε πάλιν συνήντησε ληστοσυμορίαν, της οποίας ο αρχηγός και τα «παλληκάρια» ήλθον και ησπάσθησαν την χείραν του. Τόσον σεβασμόν ενέπνεε και εις τας αγρίας αυτάς φύσεις. Τους εδίδαξε καταλλήλως. Οι λησταί συνεκινήθησαν. Το αποτέλεσμα, άφησον τα όπλα, και άλλοι μεν απήλθον εις μοναστήρια θρηνούντες δια τα κακουργήματα που είχον διαπράξει, άλλοι δε κατήλθον εις την πολιτείαν και έζησαν ήσυχον βίον μεταξύ των χριστιανών, τους οποίους προηγουμένως έκλεπτον και ελήστευον.
Ακόμη και κατά την ώραν του γενικού κηρύγματος προσεκάλει έναν εκ των ακροατών και ήνοιγε μετ’ αυτού χαριέστατον διάλογον, προσπαθών δι’ ερωτήσεων να πληροφορηθή εάν κατά πόσον οι ακροαταί του εφίρμοζον την βασιλικήν εντολήν, την εντολήν της αγάπης, εάν είχον την αγάπην προς τον Θεόν και τον πλησίον. «Θέλω –έλεγε – να ζυγίσω την αγάπη σας εάν είνε γνήσια…».

3.    – ΟΜΑΔΕΣ (πυρήνες χριστιανικής μελέτης).

Ο άγιος Κοσμάς δεν ήθελεν η γενική και κατ’ άτομον διδαχή του μετά την αναχώρησίν του να λησμονηθή, δεν ήθελεν ο πολύτιμος σπόρος της αληθείας να αρπαχθή από τα εναέρια πνεύματα και να μη μείνη τίποτε απολύτως εις την μνήμην των. Ήθελεν η θεία διδαχή να φυλαχθή εις το βάθος της υπάρξεως των ακροατών ως μια διαρκής υπόμνησις του ηθηκού και θρησκευτικού των χρέους. Προς τούτο προέτρεπεν, ίνα οι ακροαταί να συγκεντρώνωνται κάπου και, αντί να συζητούν ανωφελείς και ματαίας συζητήσεις, συζητούν επάνω εις το κήρυγμα, εις τα θεία ρητά της Γραφής, που αυτός ηρμήνευσεν. Ιδού πως επί του θέματος τούτου εκφράζεται: «Τώρα και εγώ όπου ήλθα και κοπιάζω είνε καλόν να μη δώσητε ολίγην παρηγορίαν, πληρωμήν; Και τι πληρωμήν θέλω εγώ; Χρήματα; Και τι να τα κάμω; Εγώ με την χάρην του Θεού μήτε σακκούλα έχω, μήτε σπίτι, μήτε άλλο ράσο, και το σκαμνί όπου έχω ιδικόν σας είνε, το οποίοπν εικονίζει τον τάφον μου. Ετούτος ο τάφος έχει την εξουσίαν να διδάξη βασιλείς, πατριάρχας, ιερείς, άνδρας και γυναίκας, νέους και γέροντας και όλων τον κόσμον. Ανίσως επερπατούσα δια άσπρα, θα ήμουν τρελλός και ανόητος. Αμή τι είνε η πληρωμή μου; να καθήσετε από πέντε-δέκα να συνομιλήτε αυτά τα θεία νοήματα, να τα βάλετε μέσα εις την καρδίαν σας, δια να σας προξενήσουν την αιώνιον ζωήν…Τώρα ανίσως και τα κάμνετε και τα β΄λλετε εις τον νουν σας, δε με φαίνεται και εμέ τίποτε ο κόπος. Ει δε και δεν τα κάμνετε, φεύγω λυπημένος με τα δάκρυα εις τα μάτια».

4. – Η ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ (καλά έργα).

Ο άγιος Κοσμάς δεν ήθελεν οι ακροαταί του να μένουν μόνον εις την θεωρίαν, εις τας ωφελίμους συζητήσεις επί της Γραφής και των θρησκευτικών βιβλίων, εις την ξηράν εκπλήρωσιν των τυπικών καθηκόντων των ως χριστιανών. Δεν ήθελεν η πίστις αυτών να είνε νεκρά. Την ήθελεν ζωντανήν, μυστικόν μοχλόν, κινητήριον δύναμιν δια παν ότι ωραίον και υψηλόν υπάρχει εις τον κόσμω. Ήθελε τους πιστούς πρωτοστατούντας εις παν έργον αγαθό, όλους τους ακροατάς των κηρυγμάτων του δημιουργούς και ποιητάς, εκτελεστάς, δηλαδή, όλων των εντολών, των μικρών και μεγάλων του Κυρίου, δια να γίνουν ούτοι άξιοι του θείου μακαρισμού, «Μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν» (Λουκ. 11, 28).
Ηκολούθει και εν τούτω τα ίχνη του Αποστόλου των εθνών, όστις, γράφων προς τον πιστόν του μαθητή Τίτον, συνεβούλευε τούτον διαρκώς να προτρέπη τους πιστούς εις έργα αγαθά. «Μανθανέτωσαν και οι ημέτεροι καλών έργων προΐστασθαι εις τας αναγαίας χρείας, ίνα μη ώσιν άκαρποι» (Τίτ. 3, 14). Και ο Άγιος Κοσμάς εις έργα χριστιανικής αγάπης διαρκώς παρεκίνει τους ακροατάς του. Διότι είχε σπλάγχνα πατρικά. Επόνει, συνέπασχε, συνεσταυρούτο με τον καθημερινώς σταυρούμενον επί μυριάδων σταυρών λαόν του Κυρίου. Ησθάνετο τας ανάγκας των χριστιανών, υλικάς και πνευματικάς, ως ιδίας ανάγκας, συνελάμβανε τους ήχους των πόνων των δυστυχούντων της εποχής και συγκεκινημένος ο ίδιος εκ της θέας της ανθρώπινης δυστυχίας με τέχνην ομίλει, έπληττε τας χορδάς των καρδιών των ακροατών του, προκάλει την συμπάθειαν, διήγειρεν όσον ουδείς άλλος τα φιλάνθρωπα αισθήματα και με γιγαντιαίαν δύναμην, με την δύναμιν της θείας χάριτος, ώθει τον λαόν προς έργα κοινής αγαθοεργίας.
Και τι δεν έπραξεν υπέρ του Γένους ο κοινωφελέστατος ούτος άνθρωπος!
Πρώτον αγαθόν έργον. Εις τα παλάτια των μπέηδων και των πασάδων υπηρετούν νεαραί χριστιαναί γυναίκες (βάγιες), αι οποίαι εγαλούχουν τα τέκνα των τυράννων και εκινδλυνευον να παρασυρθούν εις την διαφθοράν και την ακολασίαν και τελείως να απολεσθούν. Ο άγιος Κοσμάς κατώρθωσε να πείση πολλούς Τούρκους να εκδιώξουν εκ της υπηρεσίας των τας τοιαύτας γυναίκας, λέγων εις αυτούς, ότι λόγω της ακολασίας των και του μολυσμού με γυναίκα ξένης θρησκείας θα επισύρουν την οργήν του Ουρανού και η φυλή των θα εξαλειφθή εκ του προσώπου της γης. «Που είνε –τους έλεγεν– η παλαιά σας δίξα; Δεν είσθε σεις, οι οποίοι επί Σουλεϊμάνη είχατε φθάσει μέχρι Βιέννης; Σας εταπείνωσεν και κατέστρεψεν η ακολασία σας. Μετανοήσατε, εκδιώξατε τας χριστιανάς γυναίκας». Εις δε τους χριστιανούς πάλιν έλεγεν, ότι δεν πρέπει αι γυναικές των να γαλουχούν τουρκόπαδα, ίνα μη πάθουν ότι έπαθε η όρνις εκείνη του Αισωπείου μύθου, η οποία εθέρμαινεν υπό τας πτέρυγας ωά όφεως. Κατά τον ιστορικόν Ζώτον – Μολοττόν, συγγραφέα του λεξικού των αγίων Πάντων, κατόπιν δραστηρίων ενεργειών του Αγίου, 1.500 γαλούχοι (παραμάνες) χριστιαναί γυναίκες, αι οποίαι υπηρετούν εις τα παλάτια των πασάδων και μπέηδων, απηλευθερώθησαν και ηυλόγουν τον Άγιον δια την σωτηρίαν των.
Δεύτερο. Εις τα περισσότερα χωρία Ηπείρου, Μακεδονίας και Αλβανίας δεν υπήρχον κολυμβήθραι, και η βάπτισις των νηπίων εγίνετο ατελής, και μεγάλη ήτο δια τούτο η ευθύνη κλήρου και λαού. Ο Άγιος έφριξε δια την αμαρτίαν αυτήν, να μη βαπτίζωνται κανονικώς τα παιδιά των Ορθοδόξων! Έπεισε τους πλουσίους ομογενείς Κωνσταντινουπόλεως, Ιωαννίνων και άλλων πόλεων του Ελληνισμού να δώσουν δια την κατασκευήν κολυμβηθρών, και ούτω 4.000 χαλκωματένιαι κολυμβήθραι κατεσκευάσθησαν και εστάλησαν εις όλας τας εκκλησίας των χωρίων που εστερούντο.
Τρίτον. Πολυπληθή περιεφέροντο εις τους δρόμους τα ορφανά πεινασμένα, γυμνά, αξιοθρήνητα, των οποίων οι ήρωες πατέρες εφονεύθησαν υπό των τυράννων. Τις περί αυτών των θυμάτων της εθνικής συμφοράς θα εμερίμνα; Πάλιν η αγάπη του στοργικού πατρός εθαυματούργει. Εις τας διδαχάς του συνίστα θερμώς εις όλους τους χριστιανούς, τους οπωσδήποτε ευπορούντας, και ιδίως εις τα ανδρόγυνα που δεν είχον αποκτήσει τέκνα, να προσλάβουν ως μέλη της οικογενείας των ένα ή δύο ορφανά παιδιά, και η ευλογία του Θεού πλουσία θα εξεχύνετο εις τους οίκους των. Πόσα ορφανά και πτωχά παιδιά δεν εσώθησαν χάρις εις το στοργικόν ενδιαφέρον του αποστολικού ιεροκήρυκος!
Τέταρτον. Περιερχόμενος ο Άγιος την ύπαιθρον χώραν μετά βαθυτάτης του λύπης διεπίστωσεν, ότι Ελληνικά σχολεία δεν υπήρχον. Όλοι σχεδόν οι χριστιανοί, άνδρες και γυναίκες, ήσαν αγράμματοι, και εις τα δάκτυλα της μιας χειρός εις κάθε χωρίον ηριθμούντο οι γνωρλιζοντες ανάγνωσιν και γραφήν. Με πόσην θερμότητα ωμίλει προς τον λαόν περί της αξίας των γραμμάτων, την αναγκαιότητα της Χριστιανικής παιδείας και ανατροφής της νέας γενεάς, η οποία αργότερον εδημιούργησε το θαύμα της επαναστάσεως του 1821! «Ανοίξατε σχολεία –εφώναζε παντού–. Να σπουδάζεται και σεις, αδελφοί μου, να μανθάνετε γράμματα όσον μπορείτε. Και αν δεν εμάθατε οι πατέρες, να σπουδάζετε τα παιδιά σας να μανθάνουν Ελληνικά, διότι και η Εκκλησία μας είνε εις την Ελληνικήν. Και αν δεν σπουδάσης τα ελληνικά, αδελφέ μου, δεν ημπορείς να καταλάβης εκείνα όπου ομολογεί η Εκκλησία μας. Καλύτερον, αδελφέ μου, να έχης Ελληνικόν σχολείον εις την Χώραν σου, παρά να έχης βρύσες και ποτάμια, και ωσάν μάθη το παιδί σου γράμματα, τότε λέγεται άνθρωπος. Το σχολείον ανοίγει τας εκκλησίας, το σχολείον ανοπίγει τα μοναστήρια».

Χάρις εις τας ενεργείας του Αγίου 210 Ελληνικά σχολεία εκτίσθησαν, ως και 1.100 άλλα κατώτερα σχολεία ήρχισαν να λειτουργούν, εις τα οποία εδιδάσκοντο οι ελληνόπαιδες ανάγνωσιν και γραφήν. Φως έλαμψεν εις τους εν τω ζοφερώ σκότει της αμαθείας καθημένους, φως Χριστιανικής παιδείας, το οποίον ήναψεν ο πυρφόρος Άγιος. Ένας αυτός ανεπλήρωσε την έλληψιν Υπουργείου Παιδείας κατά τους χρόνους εκείνους της Τουρκοκρατίας.

Αλλά, θα ερωτήση τις, που εύρισκε τα μεγάλα χρηματικά ποσά, τα οποία εχρειάζετο δια την ανέγερσιν και την λειτουργίαν τοσούτον σχολείων; Αυτός ο ίδιος χρήματα δεν είχεν. Ήτο πένης, ακτήμον όπως ο Χριστός. «Εγώ αδελφοί μου, -έλεγε- με την χάριν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού του εσταυρωμένου και Θεού δεν έχω μήτε σακκούλα, μήτε σπίτι, μήτε κασσέλλα, μήτε άλλο ράσο από αυτό όπου φορώ, αλλ’ ακόμη παρακαλώ τον Κύριόν μου μέχρι τέλους της ζωής μου να με αξιώσει να μην αποκτήσω σακκούλα, διότι ωσάν κάμνω αρχήν να παίρνω άσπρα ευθύς έχασα τους αδελφούς μου και δεν ημπορώ και τα δύο, ή τον Θεόν ή τον διάβολον». Και όμως ο ακτήμων αυτός καλόγηρος κατώρθωσε να συγκεντρώση δια το έργον του Θεού τεράστια ποσά. Πώς; Ακούσατε! Ο αποστολικός ιεροκήρυξ κατά τας περιοδείας έβλεπεν, ότι αι γυναίκες των οπωσδήποτε ευπορούντων ηγάπων την πολυτέλειαν, ενεδύοντο με μεταξωτά ενδύματα και εστολίζοντο με δακτυλίδια, βραχιόλια, σκουλαρίκια, καδένες, εφόρουν εις την κεφαλήν ταινίας από χρυσά φλουριά. Πλούτος πολύς εις τα χέρια, τα στήθη και τας κεφαλάς των πλουσίων γυναικών. Στολισμός ματαιότητος! Αι! Όλον αυτόν τον στολισμόν της ματαιότητος τον κατήργησεν ο Άγιος Κοσμάς. Όλον τον άχρηστον θησαυρόν, το χρυσάφι, το ασήμι, τα πολύτιμα πετράδια, με την διδαχήν του κατά της πολυτελείας έπεισε τας χριστιανάς γυναίκας να τον παραδώσουν υπέρ του γένους, υπέρ της ιδρύσεως και λειτουργίας των Ελληνικών σχολείων. Και τον παρέδωκαν! Ούτω συνελέγησαν θησαυροί, οι οποίοι απετέλεσαν την πρώτην αρχήν του ιδιαιτέρου ταμείου, του ταμείου των ελεών. Υπέρ των γυναικών αυτών, αι οποίαι μόλις ήκουον το κήρυγμα του Αγίου έσπευδον και προσέφερον τα πολύτιμα στολίδια των, υπέρ των αξιοθαυμάστων αυτών γυναικών ως και των άλλων συνεργατών του Αγίου ο μνημονευθείς συγγραφεύς υψώνει φωνήν ικέτιδα προς τον θρόνον του Υψίστου και λέγει τα εξής συγκινητικά λόγια: «Έμποροι, κτίσται, αγιογράφοι, διδασκάλοι, ιερείς, μοναχοί και κοσμικοί ηκολούθουν τον Άγιον ευκολύνοντες την σύστασιν σχολείων και εκκλησιών. Αιωνία η μνήμη των γυναικών της Ηπείρου, αι οποίαι έκτισαν 210 Ελληνικά σχολεία με την αξίαν των κοσμημάτων και επροίκησαν αυτά με το περίσσευμα αυτών, σωζόμενα έως σήμερον. Αιωνία η μνήμη χιλιάκις» (Ζώτου – Μολοττού, «Λεξικόν αγίων Πάντων», σελ. 620).
Πέμπτον. Με την θερμήν, την πυρίνην διδασκαλίαν κατώρθωσε να καταργήση τα παζάρια της Κυριακής και να μεταφέρη ταύτα εις την ημέραν του Σαββάτου προς μεγάλην λύπην των Εβραίων, οι οποίοι και τον εμίσησαν θανασίμως. Εδίδαξεν όσον ουδείς άλλος την αξίαν της Κυριακής ημέρας και εκαυτηρίασε τους βεβηλούντας την αργίαν ταύτην ημέραν. Συνίστα την εργασίαν. Ήθελεν όλοι οι χριστιανοί ν’ αγαπούν την εργασίαν, να καλλιεργούν εντατικώς την γην, ιδίως δε να φυτεύουν δένδρα. Επιγραμματικώς εκήρυτεν: «Όσοι δεν αγαπούν τα δένδρα και τα φυτά θα ζουν φτωχικά». Χάρις εις τας εντόνους συστάσεις του Αγίου χιλιάδες αγρίων δένδρων ενεβολιάσθησαν και εγένεντο καρποφόρα.

4.    – ΘΑΥΜΑΤΑ – ΠΡΟΦΗΤEIΑΙ.

Αλλ’ η μεγάλη επίδρασις του Κοσμά επί των ψυχών δεν δύναται να εξηγηθή πλήρως, εάν ληφθή υπ’ όψην, ότι και κάποιο άλλον στοιχείον σπουδαίως συνήργειεις την καταπληκτικήν πρόοδον της όλης ιεραποστολικής του εργασίας. Ήτο εκείνο, το οποίον εις το τέλος του κατά Μάρκον Ευαγγελίο σημειώνεται: «Εκείνοι δε (οι Απόστολοι) εξελθόντες εκήρυξαν πανταχού, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον βεβαιούντος δια των επακολουθούντων σημείων. Αμήν.» και την διδαχήν του Αγίου ηκολούθουν σημεία. Διότι ο Άγιος είχεν όχι μόνον το χάρισμα του λόγου, αλλά και το χάρισμα του ποιείν θαύματα και προφητεύειν τα μέλλοντα(3)

Αγαπητοί! Τοιούτος ιεραπόστολος, «ισαπόστολος», όπως ψάλλει εις την ακολουθείαν του ο υμνογράφος, ανεδείχθη ο άγιος Κοσμάς. Τιμώντες την ιεράν του μνήμην ας ευχαριστήσωμεν εκ βάθους καρδίας τον Κύριον δια τον νεώτερον τούτον φωστήρα της Ορθοδόξου Εκκλησίας και ας αποδώσωμεν τιμήν και εις τους παράγοντας, εις τα πρόσωπα εκείνα, τα οποία συνήργησαν εις το σχέδιον της θείας Προνοίας, εις την ανάπτυξιν της μεγάλης αυτής ιεραποστολικής φυσιογνωμίας των νεωτέρων χρόνων. Ας αποδώσωμεν εν πρώτοις τιμήν εις τους ευσεβείς γονείς του, οι οποίοι εκ νηπιακής ηλικίας έθρεψαν αυτόν με άδολον γάλα της Ορθοδοξίας, εις τους διδασκάλους έπειτε, τον σοφόν Ευγένιον Βούλγαριν, εις τους πνευματικούς πατέρας και αδελφούς του Αγίου Όρους, εν μέσω των οποίων εγυμνάσθη εις γενναίον αγωνιστήν της Πίστεως, ας αποδώσωμεν τέλος τιμήν εις τους αοιδίμους εκείνους πατριάρχας Σεραφείμ και Σωφρόνιον, οι οποίοι τον προέτρεψαν εις το ιεραποστολικόν έργον και τον εφωδίασαν με συστατικά γράμματα προς τους αρχιερείς όλου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

(3)Τας προφητείας του Αγίου δημοσιεύομεν εις ιδιαίτερον μέρος του παρόντος βιβλίου υπό τον τίτλον «ΠΡΟΦΗΤΕΙΑΙ».
Η τελευταία αυτή βοήθεια υπήρξεν ανεκτίμητος. Διότι άνευ της αδείας και συστάσεως του Πατριαρχείου ο Κοσμάς θα ήτο αδύνατον να κινηθή εις την τουρκοκρατημένην Ελλάδα. Και αυτομάτως εις τον νουν μας έρχεται η σκέψις: Εάν σήμερον έζη ο άγιος Κοσμάς, θα ετύγχανε τοιαύτης πνευματικής υποστηρίξεως παρά των ανωτάτων της συγχρόνου Εκκλησίας αξιωματούχων; Πολύ φοβούμεθα, ότι εις τον αποστολικόν τούτον άνδρα, ο οποίος δεν κολάκευε τας αδυναμίας των εκκλησιαστικών αρχόντων, αλλ’ ήλεγχε το κακόν οπουδήποτε και εάν το συνήντα, και εις αυτάς ακόμη τας αρχιερατικάς και πατριαρχικάς αυλάς, δεν θα εδίδετο η σχετική άδεια κηρύγματος. Θα διετάσσετο να επιστρέψη εις την ιεράν Μονήν της μετανοίας του ως ταραξίας και επικίνδυνος!…
Ρίπτων τις ένα βλέμμα εις την σύγχρονον εκκλησιαστικήν ζωήν θ’ αναστενάξη πικρώς δια την έλλειψιν ιεραποστολικών μορφών, οίος ήτο ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. Αλλ’ εάν ήθελεν ερευνήσει διατί η έλλειψις αυτή, πολλά θ’ ανεκάλυπτε τα αίτια, ένα δε εξ αυτών, το πρώτον κατά την ημετέραν κρίσιν, είνε ότι τοιαύται ιεραποστολικαί τάσεις αγνών εργατών του Ευαγγελίου δεν υποστηρίζονται σήμερον, μάλλον δε και καταδιώκονται. Καταδιώκονται παρ’ εκείνων, οι οποίοι πρώτοι αυτοί θα έπρεπε να ενθαρύνουν και να ενισχύουν. Είνε τούτο μια θλιβερά διαπίστωσις.

3.- ΑΛΒΑΝΙΑ ΚΑΙ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ

«…Ώστε με από Ιερουσαλήμ και κύκλω μέχρι του Ιλλυρικού πεπληρωκέναι το ευαγγέλιον του Χριστού»

24η Αυγούστου, εορτή του αγίου Κοσμά του Αιτωλού.
Η επέτειος αύτη υπενθυμίζει εκτός άλλων και την μαρτυρικήν χώραν της Β. Ηπείρου, εις την οποίαν προ δύο περίπου αιώνων αφήκε την τελευταίαν του πνοήν ο άγιος Κοσμάς. Περί της μαρτυρικής αυτής χώρας, ως ήτο και ως είναι σήμερον, θα χαράξωμεν ολίγας γραμμάς.

Η Βόρειος Ήπειρος ανήκουσα σήμερον εις την Δημοκρατίαν της Αλβανίας, κατά την εποχήν της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας συμπεριελαμβάνετο εις μίαν μεγάλην περιοχήν, η οποία ήτο γνωστή εις τον αρχαίον κόσμον ως Ιλλυρία. Η Ιλλυρία, ένα από τα ισχυρότερα θέματα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, επεξετείνετο κατά μήκος των ακτών του Αδριατικού πελάγους και κατωκείτο από ορεσιβίους, σκληροτραχήλους και γενναίους άνδρας, τους οποίους δυσκόλως κατενίκησαν αι ρωμαϊκαί λεγεώνες. Εις την χώραν αυτήν η αρχαία Ελλάς είχεν εγκαταστήσει αποικίας, ως την Επίδαμνον, η οποία είχε καταστή το μήλον της έριδος μεταξύ των δύο ελληνικών πολιτειών, της Κερκύρας και της Κορίνθου. Από τότε ζωηρώς είχον εντυπωθή τα ίχνη του ελληνικού πολιτισμού. Αλλ’ ο εμφύλιος σπαραγμός των Ελλήνων, κατάρα προγονική, δεν αφήκε να σταθεροποιηθεί εις την χώραν αυτήν το κράτος της Ελλάδος. Μόνον μνημεία, τα οποία ανακαλύπτει εκάστοτε η αρχαιολογική σκαπάνη, μαρτυρούν, ότι κάποτε από εκεί επέρασεν η Ελλάς.
Η Ιλλυρία αναφέρεται εις την Καινήν Διαθήκην. Την αναφέρει ο κορυφαίος των αποστόλων, ο απόστολος των εθνών Παύλος. Γράφων ούτος την προς Ρωμαίους Επιστολήν εν τέλει αναφέρει και το όνομα της Ιλλυρίας. Ιδού το σχετικόν χωρίον «Έχω ουν καύχησιν εν Χριστώ Ιησού τα προς τον Θεόν ου γάρ τολμήσω λαλείν τι ων ου κατειργάσατο Χριστός δι’ εμού εις υπακοήν εθνών λόγω και έργω, εν δυνάμει σημείων και τεράτων, εν δυνάμει Πνεύματος Θεού, ώστε με από Ιερουσαλήμ και κύκλω μέχρι του Ιλλυρικού πεπληρωκέναι το ευαγγέλιον του Χριστού»
Ο Παύλος, ως χρυσάετος, επέταξεν εις ανατολήν και δύσιν, διέδραμε χώρας ολοκλήρους και μετέφερε παντού το μήνυμα της εν Χριστώ σωτηρίας. Έφθασε κατά το χωρίον τούτο, και μέχρις Ιλλυρίας. Και ότι μεν ο απόστολος Παύλος εκήρυξεν εις την Νικόπολιν (σημερινήν Πρέβεζαν), πόλιν της Ηπείρου κειμένην εις τα κράσπεδα της Ιλλυρίας, είναι ιστορικόν γεγονός, το οποίον μαρτυρείται υπό του ιδίου εν τη προς Τίτον Επιστολή, εις την οποίαν γράφει «Σπούδασον ελθείν προς με εις Νικόπολιν εκεί γαρ κέκρικα παραχειμάσαι». Αλλ’ εάν ο Παύλος επροχώρησε προς τα ενδότερα και περιώδευσε τας σπουδαιοτέρας πόλεις του Ιλλυρικού, τούτο δεν μαρτυρείται ιστορικώς. Εις το ανωτέρω όμως χωρίον στηριζόμενοι πολλοί, παραδέχονται αρχαίαν παράδοσιν, κατά την οποίαν ο απόστολος των εθνών και εις την χώραν αυτήν εκήρυξε το ευαγγέλιον. Σημειωτέον, ότι εις μίαν παράλιον πόλιν του Ιλλυρικού, το Δυρράχιον, κατέληγεν η περίφημος Εγνατία οδός, δια της οποίας επεκοινώνει η Ανατολή με την Δύσιν. Εάν δε λάβωμεν υπ’ όψιν, ότι ο απόστολος Παύλος κατά τας αποστολικάς του περιοδείας επεσκέπτετο συνήθως τα κέντρα του αρχαίου κόσμου και εκεί ηγωνίζετο να ιδρύσει τας πρώτας Εκκλησίας, ίνα εκείθεν ακτινοβολήσει το φως του Χριστού, τότε διατί να μη παραδεχθώμεν, ότι και εις το Δυρράχιον, κόμβον συγκοινωνίας, εάν αυτοπροσώπως δεν μετέβη ο απόστολος Παύλος, πάντως υπό τινος μαθητού του εκηρύχθη το κήρυγμα του εσταυρωμένου Λυτρωτού του κόσμου; Ο δε μαθητής αυτός, κατά πάσαν πιθανότητα, είναι ο Τίτος. Αυτός κατ’ εντολήν του αποστόλου Παύλου περιώδευσε την Δαλματίαν, η οποία συνώρευε με την Ιλλυρίαν.

Αλλ’ αφήνοντες τους εκκλησιαστικούς ιστορικούς να ασχολούνται με την έρευναν, τις πρώτος εκήρυξε το ευαγγέλιον εις την Ιλλυρίαν, ας ίδωμεν το βέβαιον και αναμφισβήτητον γεγονός, ότι η Ιλλυρία υπήρξε μία από τας χώρας εκείνας των Βαλκανίων, εις τας οποίας εσπάρη κατά τον πρώτον αποστολικόν αιώνα ο λόγος του Ευαγγελίου. Ο λόγος δε του Ευαγγελίου εκαρποφόρησεν εις την χώραν αυτήν. Οι κάτοικοι της χώρας αυτής απέβαλον τα άγρια ειδωλολατρικά ήθη και έθιμα των, και έγιναν πιστοί χριστιανοί. Ήκμασεν εκεί ο Χριστιανισμός. Άνθη ευώδη αγιότητος ανέδειξεν η πρώην χέρσος και αγρία γη. Ο λόγιος ιεροκήρυξ της Ι. Μητροπόλεως Πρεβέζης Αρχιμ. Φιλάρετος Βιτάλης, ερευνήσας επιμελώς τας αρχαίας πηγάς εύρεν ότι κατά την περίοδον των φοβερών διωγμών των τριών πρώτων αιώνων δώδεκα μάρτυρες της περιφερείας αυτής έχυσαν το αίμα των υπέρ της δόξης του Χριστού. Ούτοι δε είναι 1) Άστιος, επίσκοπος Δυρραχίου, 2) Ελευθέριος, επίσκοπος Αυλώνος, 3) Ανθία, μήτηρ του αγίου Ελευθερίου, 4) Δάναξ, αναγνώστης, 5) Δονάτος, 6) Θερίνος, 7) Ίσαυρος, 8) Βασίλειος, 9) Ιννοκέντιος, 10) Ερμείας, 11) Φήλιξ και 12) Περεγρίνος (Ιδέ Αρχιμ. Φιλαρέτου Βιτάλη, Ο Χριστιανισμός εις την Βόρειον Ήπειρον και την Αλβανίαν, Αθήναι 1974).
Ένδοξος η Εκκλησία της Ιλλυρίας, της οποίας το όνομα με συγκίνησιν ανέφερεν ο απόστολος Παύλος, ότε καυχώμενος εν Κυρίω έρριπτεν εν βλέμμα εις την μέχρι τότε ιεραποστολικήν του δράσιν. Της δε Ιλλυρίας σημαντικόν τμήμα ήτο ολόκληρος η σημερινή Αλβανία. Επί αιώνας ανεφέροντο και ήκμαζον αι επισκοπαί Δυρραχίου, Αγχιάσμου, Αδριανουπόλεως, Φοινίκης και Βουθρωτού, άγιοι δε ιεράρχαι εκ της περιοχής αυτής έλαβον μέρος εις Οικουμενικάς Συνόδους.
Ήκμαζεν η Εκκλησία της Ιλλυρίας. Αλλ’ εάν εκ της ενδόξου εκείνης εποχής ρίψωμεν εν βλέμμα εις τους μετά ταύτα αιώνας, και μάλιστα εις τον τελευταίον αιώνα, αίσθημα βαθυτάτης λύπης θα καταλάβει τας καρδίας μας.
Πολλά πλήγματα υπέστη η Εκκλησία αυτή. Το πρώτον πλήγμα ήλθεν εκ δυσμών. Από ποίον νομίζετε; Από ειδωλολατρικόν και κοσμικόν συγκρότημα; Από ηγεμόνας και βασιλείς, οι οποίοι δεν επίστευον εις τον αληθινόν Θεόν; Όχι. Ήλθεν από τον Παπισμόν, του οποίου τινές των ημετέρων, αγνοούντες την ιστορίαν, επιζητούν την φιλίαν και συνεργασίαν επί σκοπώ ενώσεως, ή μάλλον απορροφήσεως της Ορθοδοξίας.
Ο Παπισμός, ως εκ της φύσεώς του, ήτο και εξακολουθεί να είναι εχθρός της Ορθοδοξίας. Δεν είναι απλώς σχίσμα, αλλά αίρεσις. Και είναι μεν αληθές, ότι κατά την τελευταίαν εποχήν ο Παπισμός έχει δείξει σημεία τινα στροφής, αλλ’ η στροφή αυτού δεν δύναται να λογισθή ως βεβαία απόδειξις επιστροφής εις την αρχαίαν παράδοσιν, εις την Εκκλησίαν των οκτώ πρώτων αιώνων. Υπό το ένδυμα του αρνίου κρύπτεται θηρίον, εν εκ των θηρίων της Αποκαλύψεως. Σκληροί είναι οι λόγοι ούτοι και δυσάρεστοι εις τους αντί πάσης θυσίας επιζητούντας την ένωσιν της Ορθοδοξίας μετά του Παπισμού. Αλλ’ εις εκείνους, οι οποίοι ρίπτουν εν βλέμμα εις το παρελθόν, το μακράν και το εγγύς, ο χαρακτηρισμός του Παπισμού ως θηρίου της Αποκαλύψεως δεν φαίνεται άδικος.
Τούτο βλέπει τις σαφώς μελετών και την ιστορίαν της Εκκλησίας της Ιλλυρίας η Αλβανίας. Η ορθόδοξος αυτή χώρα υπέστη το πρώτον αυτής πλήγμα υπό των οργάνων του Παπισμού, τα οποία κατόρθωσαν ν’ αποσπάσουν από τους κόλπους της Ορθοδοξίας ωρισμένους ορθοδόξους των βορείων επαρχιών και ιδίως της περιφερείας Σκόδρα, και δια της προσελκύσεως αυτών εις τον Παπισμόν προυκάλεσαν ρήγμα εις την ενότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Εν τούτοις, παρά τας επιμόνους προσπαθείας του Παπισμού, οι χριστιανοί της Ιλλυρίας (Αλβανίας) παρέμειναν κατά την μεγίστην πλειονοψηφίαν αφοσιωμένοι εις την Ορθοδοξίαν.
Αλλά και δεύτερον πλήγμα υπέστη η Αλβανία, όχι εκ της Δύσεως, αλλ’ εκ της Ανατολής. Ήτο ο Μωαμεθανισμός, ο οποίος ενεφανίσθη επί της σκηνής του κόσμου τον 7ον αιώνα. Το αντιχριστιανικόν τούτο σύστημα εσημείωσε καταπληκτικήν πρόοδον, η οποία οφείλεται κυρίως εις το γεγονός, ότι το Κοράνιον, το βιβλίον του Μωαμεθανισμού, κολακεύει ελεεινώς τα ανθρώπινα πάθη, και μάλιστα το πάθος του σεξουαλισμού, υπόσχεται παράδεισον σαρκικών και υλικών απολαύσεων, και συνιστά την μάχαιραν ως μέσον διαδόσεως της πλάνης.
Ο Μωαμεθανισμός ενέσπειρε τον φόβον και τον τρόμον εις τους λαούς. Κατέκτησε τας χώρας της Ανατολής, υπερέβη την Προποντίδα, έθεσε τον πόδα επί του ευρωπαϊκού εδάφους, εκυρίευσε την βασιλίδα των πόλεων και εκείθεν εξώρμησε προς κατάκτησιν όλων των εδαφών εκείνων, επί των οποίων εκυριάρχει η Βυζαντινή αυτοκρατορία. Αι κτήσεις αυτής, η μια κατόπιν της άλλης, περιήρχοντο εις την εξουσίαν της ημισελήνου. Ούτω το θηρίον τούτο της αβύσσου έφθασε και μέχρι της ορεινής και δυσπροσίτου Ιλλυρίας. Αλλ’ εκεί συνήντησεν ηρωικήν αντίστασιν από τον χριστιανικόν πληθυσμόν, επί κεφαλής του οποίου ετέθη ο εθνικός ήρως Γεώργιος Καστριώτης ή Σκεντέρμπεης. Ούτος ότε ήτο μικρός, συνελήφθη αιχμάλωτος και εξισλαμίσθη. Αλλ’ όταν ηνδρώθη κατώρθωσε να θραύση τα δεσμά του και να επιστρέψη εις την πίστιν των πατέρων του, εις την Ορθοδοξίαν. Συγκροτήσας στρατόν αξιόλογον, κατώρθωσε κατ’ επανάληψιν να νικήση τους Τούρκους, και το όνομά του απέβη θρύλος εις όλα τα χριστιανικά έθνη.
Μετά τον θάνατον του Σκεντέρμπεη (1468) οι Τούρκοι μετά μανίας επέπεσαν κατά του ηρωικού χριστιανικού λαού της Ιλλυρίας και με φοβεράς πιέσεις κατώρθωσαν ν’ αποσπάσουν πολλούς από την χριστιανικήν πίστιν και να τους κάμουν οπαδούς του Μωάμεθ. Οι αλλαξοπήσταντες δε ούτοι είνε Τουρκαλβανοί, οι οποίοι, ως αποστάται, έγιναν θανάσιμοι εχθροί του Χριστιανισμού. Αλλά και παρά τας πιέσεις αυτάς μέγα μέρος των κατοίκων παρέμεινε πιστόν εις την Ορθοδοξίαν και πλήθος χριστιανοί, άνδρες και γυναίκες, προσέφεραν το αίμα των ως ιεράν σπονδήν υπέρ της δόξης του Χριστού.
Ο διωγμός της Χριστανοσύνης συνεχίζετο δια μέσου των αιώνων με τινας διακοπάς, αι οποίαι ωφείλοντο εις τα φιλάνθρωπα και ελεήμονα αισθήματα ωρισμένων εκπροσώπων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, εις τας ψυχάς των οποίων ακτίνες τινες της θείας αληθείας του Ευαγγελίου έρριπτον φως και εμετρίαζον το απαίσιον σκότος του μωαμεθανικού φανατισμού. Αλλ’ οι συμπαθώς που βλέπωντες τους χριστιανούς απετέλουν εξαιρέσεις κανόνος, ο δε κανών ήτο η δια παντός μέσου εξόντωσις του χριστιανικού κόσμου. Τα μικρά εκείνα διαλείμματα γαλήνης διεδέχοντο διωγμοί σκληρότεροι των προηγουμένων. Αγριότεροι δε όλως ήσαν οι διωγμοί, οι οποίοι εξέσπασαν εις την Ιλλυρίαν και γενικώτερον εις τα Βαλκάνια κατά το τέλος του 18ου αιώνος.

Μέσα εις το σκότος εκείνο της Τουρκοκρατίας, το οποίον διαρκώς εξηπλώνετο και έτεινε να καλύψη όλα τα Βαλκάνια, ως άστρον της αυγής ενεφανίσθη και έλαμψεν ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. Μιμητής του αποστόλου Παύλου παντού περιώδευε και εκήρυττε τον λόγον του Θεού. Αλλά συχνότερον τα βήματά του έφερεν εις τα έρη όπου ο εξισλαμισμός ηπείλει να εξαφανίση τελείως τον Χριστιανισμόν. Και τα μέρη αυτά ήσαν η Ήπειρος, η Αλβανία, η παλαιά Ιλλυρία, και η νότιος Σερβία.
Ως αετός, χρυσαετός, επέτεξε και εκήρυξεν εις μέρη όπου δεν ηκούσθη φωνή ιεροκήρυκος. Τι δε εκήρυττεν; Ό,τι εκύρηττεν ο απόστολος Παύλος. Εκήρυττεν Ιησούν εσταυρομένον και αναστάντα εκ νεκρών. Εκύρηττεν όχι με θεολογικήν και φιλοσοφικήν γλώσσαν, ακατάλληπτον εις τους πολλούς, αλλά με γλώσσαν απλήν, με εικόνας και παραδείγματα από την καθημερινήν ζωήν, με ιστορίας και ανέκδοτα και προφητείας ακόμη, που έκαμνον ζωηράν εντύπωσιν εις τον λαόν. Εκήρυττε, και οι λόγοι του πύρινοι εφήρχοντο από μιαν καρδίαν, η οποία εφλέγετο από την αγάπην του Θεού και από την αγάπην του πλησίον. Μαγνήτης το απλούν κήρυγμα. Χιλιάδες λαός ήκουε με βαθυτάτην κατάνυξιν, και αλλόπιστοι ακόμη, αξιωματούχοι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι οποίοι δεν ικανοποιούντο από το Κοράνιον, ειλκύοντο από την απλήν διδασκαλίαν του αγίου Κοσμά.
Ο άγιος Κοσμάς εις τα κηρύγματά του ηγωνίζετο να τονώση την πίστιν των χριστιανών. Με δύναμην περιέγραγφε το μεγαλείον της Ορθοδόξου πίστεως. Δεν υπάρχει – έλεγεν – άλλη πίστις ανωτέρα από την πίστιν την ιδικήν μας.

Εις τα απλά αλλά πλήρη πνευματικής δυνάμεως κηρύγματα του νεωτέρου ισαποστόλου αγίου Κοσμά του Αιτωλού, τα οποία εις τινας περιπτώσεις συνώδευον και θαύματα ακόμη, συνέρρεον πλήθη λαού. Όταν ανεχώρει εις άλλον χωρίον, τον συνώδευε πλήθος θαυμαστών, ιερέων και λαϊκών. Συγκινητική θρησκευτική διαδήλωσις, η οποία κατά την εποχήν εκείνην προσδελάμβανεν ιδιαιτέραν σημασίαν και ήτο ως μια δημοσία ομολογία πίστεως εν μέσω των αλλοθρήσκων. Αλλά και Τούρκοι καλοπροαίρετοι, όπως είπομεν, ήκουον με συγκίνησιν την ιεράν διδασκαλίαν. Και αυτός ο Κουρτ πασάς, ο ανώτερος διοικητής της Αλβανίας, έχων έδραν το Βεράτι, κατ’ αρχάς ευμενώς διετέθη έναντι αυτού. έβλεπεν εν τω προσώπω αυτού θείον άνδρα. Και ως άλλοτε ο Ηρώδης ήκουεν ηδέως των ρημάτων του Προδρόμου, ούτω και ο Κουρτ πασάς ήκουεν ηδέως των ρημάτων του αγίου Κοσμά. Εκδηλώνων δε την εκτίμησίν του προς τον άγιον Κοσμάν, του εχάρισε σκαμνίον, δηλαδή έδραν, ίνα επ’ αυτού ανερχόμενος ο διδάσκαλος κηρύττη προς τα πλήθη. Αλλ’ όπως ο Ηρώδης, υποχωρών εις απαιτήσεις της αισχράς εκείνης γυναικός, της Ηρωδιάδος, διέταξε τον φόνον του αγίου Ιωάννου, ούτω και Κουρτ πασάς, υποχωρών εις τας απιτήσεις των Εβραίων, οι οποίοι έπνεον μένεα κατά του Αγίου δια το κατ’ αυτών κήρυγμά του, και ικανόν αργύριον παρ’ αυτών λαβών, διέταξε τον φόνον του αγίου Κοσμά του Αιτωλού.
Άπιστα τα ήθη των αρχόντων, και μάλιστα όταν οι άρχοντες αυτοί είνε αλλόφυλοι και αλλόθρησκοι.
Εις μιαν των τελευταίων ημερών της επιγείου του ζωής, ότε ο άγιος είχε φθάσει μέχρι Τεπελενίου, μεταξύ εκείνων οι οποίοι τον ήλουον ήτο και ένας νεαρός Τουρκαλβανός. Ήτο ο μετά ταύτα περιβόητος Αλλή πασάς. Ούτος εκ περιεργείας παρακολούθησε τον Άγιον και είπε τα εξής προφητικά λόγια: «θα γίνης μεγάλος άνθρωπος, θα κυριεύσης όλη της Αρβανιτιά, θα υποτάξης την Πρέβεζαν, την Πάργαν, το Σούλι, το Δέλβινο, το Γαρδίκι και αυτό το τάχτι του Κουρτ πασά. Θα αφήσης μεγάλο όνομα στην οικουμένη. Αυτή είνε θέλησις της θείας προνοίας. Ενθυμού όμως εις όλην την διάρκειαν της εξουσίας σου να αγαπάς και να υπερασπίζεσαι τους χριστιανούς, αν θέλης να μείνη η εξουσία στους διαδόχους σου». Ότε δε ο νεαρός επρόκειτο να αποχωρισθή από τον άγιον Κοσμάν, ηρώτησε και πάλιν δια το μέλλον του, και συγκεκριμένως, αν θα φθάση εις την Κωνσταντινούπολιν. Και ο άγιος Κοσμάς απήντησε: «και στην Πόλη θα πας, μα με κόκκινα γένεια». Προφητικός ήτο ο λόγος αυτός του Αγίου, τον οποίον δεν κατενόησεν ο νεαρός. Ο Αλή πασάς, κηρυχθείς εν τέλει εχθρός του σουλτάνου, απεκεφαλίσθη, η δε κεφαλή αυτού αιματόβρεκτως εστάλη εις την Πόλην ως δώρον εις τον σουλτάνον. Όντως επήγεν εις την Πόλην με κόκκινα γένεια. Νεκρός και ητιμασμένος.
Ακροαταί ή μάλλον μαθηταί των κηρυγμάτων του αγίου Κοσμά ήσαν και αρματωλοί και κλέφται της εποχής εκείνης, οι οποίοι κατήρχοντο εκ των κρησφυγέτων και ήκουον τους λόγους του θαυμαστού ιεροκήρυκος. Εις ιδιαιτέρας προς αυτούς ομιλίας ο άγιος Κοσμάς αναμφιβόλως έσπειρε τον σπόρον της αναστάσεως και αναγεννήσεως του Ελληνικού έθνους, η οποία θα επετυγχάνετο δια του θείου κηρύγματος και της πιστής εφαρμογής αυτού. Δια του Χριστού η Ελλάς θα εγίνετο μεγάλη και ένδοξος. Και αυτοί οι αλλόφυλοι ακούοντες την αγίαν διδασκαλίαν και βλέποντες την λαμπράν ζωήν των χριστιανών θα ειλκύοντο εις την πίστιν, θα εγίνοντο και αυτοί χριστιανοί. Αυτός ήτο ο μέγας οραματισμός του αγίου Κοσμά του Αιτωλού.
Επίστευεν ο άγιος Κοσμάς εις την θείαν αποστολήν, την οποίαν είχεν εν τω κόσμω η Ελλάς. Προφήτευε την προσεγγίζουσαν ελευθερίαν της πατρίδος. Εις το χωρίον Τσαραπλανά της Ηπείρου ατενίζων ο Άγιος την σχισμήν ενός πελώριου πλατάνου, είπε: «Τα βάσανα είνε ακόμη πολλά. Θυμηθήτε τα λόγια μου. Προσεύχεσθε, ενεργείτε και υπομένετε στερεά, εως ότου κλείση αυτή η πληγή του πλατάνου, το χωριό σας θα είνε σκλαβωμένο και δυστυχισμένο». Η προφητεία εξεπληρώθη. Η σχιχμή έκλεισε το 1912, το έτος κατά το οποίον απηλευθερώθη η Ήπειρος. Αλλ’ εκτός της προφητείας ταύτης ο άγιος Κοσμάς είπε και άλλας προφητείας, τας οποίας δημοσιεύομεν εις το τέλος του παρόντος βιβλίου. Μερικαί εξ αυτών είνε καταπληκτικαί δια την επαλήθευσίν των, ως είνε αι περί τηλεγράφου, αυτοκινήτου, αεροπλάνου και ετέρων εφευρέσεων πρφητείαι. Αναμφισβήτως ο άγιος Κοσμάς είχε το προφητικόν χάρισμα. Κήρυγμα, ως ήτο το κήρυγμα του αγίου Κοσμά, κήρυγμα απλούν, ζωηρόν, ελεγκτικόν, προφητικόν, κήρυγμα το οποίον συνώδευεν η θαυματουθργική δύναμις του Αγίου Πνεύματος, εδημιούργει, ως ήτο επόμενον, πνευματικόν σεισμόν. Προλήψεις, δεισιδαιμονίαι, πλάναι και αιρέσεις, ερριζωμέναι κακίαι, και ελαττώματα, που απετέλουν το σύγχρονο καθεστώς του ψεύδους και της αμαρτίας, υπό τα σφοδρά πλήγματα του θείου κηρύγματος εκλονίζοντο και έπιπτον, και μια νέα ζωή ορθοδόξου πίστεως και αρετής ήρχισε να αναθάλλη εις την χέρσον εκείνην γην.
Ο άγιος Κοσμάς ανήκει εις την κατηγορίαν εκείνων των κηρύκων, τους οποίους αποστέλλη ο Θεός εις δυσκόλους στιγμάς, ίνα, ως λέγει η προφητεία του Ιερεμίου, διπλούν έργον επιτελέσουν, το εκριζώνειν και το φυτεύειν (Ιερεμ. 1,10).
Εκριζωτής και φυτοκόμος υπήρξεν ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. Τον απέστειλεν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός εις εποχήν κατά την οποίαν το υπόδουλον Γένος διέτρεχε τον φοβερόν κίνδυνον του εξισλαμισμού. Χάρις εις τους ατρύτους κόπους και αγώνας του, εις την πάλαι ποτέ Ιλλυρίαν και νυν Αλβανίαν, και ιδιαιτλερως εις την Βόρειαν Ήπειρον, δύο και πλέον εκατοντάδες χιλιάδες ψυχαί παρέμειναν πισταί εις την Ορθόδοξον πίστιν. Το κήρυγμά του ερρίζωσεν εις τας ψυχάς και καμμία δύναμις δεν ηδυνήθη να το εκριζώση. Το όνομά του έγινε θρύλος. Το μνημόσυνόν του αιώνιον. Δάκρυα φέρει εις τους οφθαλμούς των πιστών. Προ εκατόν περίπου ετών, ως ανέγραψε τότε περιοδικόν Αθηνών, συγγραφεύς τις είχεν επισκεφθή το Γηροκομείον των Ιωαννίνων και ηρώτησεν εκατοντούτην γέροντα τι εξ όλων όσα ήκουσε και είδεν εις την μακράν του ζωήν του έκαμεν εντύπωσιν. Και ο γέρων απήντησεν: «Όταν ήμουν μικρός άκουσα την διδαχή του πάτερ Κοσμά και φίλησα το χέρι του»
Νέος Παύλος ανεδείχθη ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. Ούτω πως των εγκωμιάζει το δοξαστικόν των αίνων του όρθρου της εορτής του (Ιδέ σελ. 373 του παρόντος βιβλίου).

Δυστυχώς η Βόρειος Ήπειρος, η εκλεκτή αυτή χώρα, δια την οποίαν τόσον εκοπίασεν ο άγιος Κοσμάς, μένει έξω των ορίων της Πατρίδος. Το άστρον της ελευθερίας τρεις φοράς εφάνη και έλαμψεν εις την μαρτυρικήν αυτήν γην. Η πρώτη φορά ήτο το 1912, ότε τα ελληνικά στρατεύματα εκ Δυτικής Μακεδονίας εξώρμησαν και κατέλαβον ολόκληρον την Βόρειαν Ήπειρον. Η Δευτέρα φορά ήτο το 1940-41, ότε κατά τον ελληνοιταλικόν πόλεμον τα ηρωικά τάγματα της μικράς Ελλάδος ενίκησαν τον Γολιάθ, τον Ιταλόν δικτάτορα, και με ορμήν ακάθεκτον κατέλαβον όλην την ιεράν γην, την οποίαν δια του αίματός του καθηγίασεν ο άγιος Κοσμάς. Με ανέκφραστον χαράν οι υπόδουλοι χριστιανοί του Αργυροκάστρου, της Κορυτσάς, της Χειμάρρας και άλλων πόλεων και χωριών υπεδέχθησαν τους ήρωας ελευθερωτάς. Και ήλπιζον, ότι την φοράν αυτήν μόνιμος πλέον θα εκυμάτιζεν η σημαία του σταυρού.
Όλοι οι Έλληνες ήλπιζον, ότι μετά την λήξιν του Β΄παγκοσμίου πολέμου η μικρά αυτή γωνιά των Βαλκανίων θα απεδίδετο οριστικώς εις την Ελλάδα, η οποία εχάρισεν εις τους συμμάχους την πρώτην λάμψιν της νίκης. Αλλά δυστυχώς αι ελπίδες αυταί διεψελυθησαν. Η μεγάλη δύναμις του Βορρά, η Ρωσία, δια του Στάλινανέταξε το όχι εις την δικαίαν απαίτησιν της μικράς Ελλάδος. Εις την άρνησιν αυτήν συνηδόκησαν δυστυχώς και αι άλλαι λεγόμεναι Μεγάλαι Δυνάμεις, και ούτως η Βόρεια Ήπειρος παρέμεινεν εκτός της Ελλάδος. Και έκτοτε υπήχθη εις την δικαιοδοσίαν της Αλβανίας.
Το νέον καθεστώς εκήρυξεν απηνή διωγμόν εναντίον της θρησκείας. Ενοχλείται και μόνον ακούειν την λέξην Θεός. Είνε η αγριοτέρα εμφάνισις αθεϊστικού κράτους εν τη συγχρόνω εποχή. Ιδίως ο διωγμός εστράφη εναντίον των χριστιανών, οι οποίοι επί αιώνας διετήρησαν την θρησκευτικήν των πίστιν. Θλιβεραί είνε αι εκείθεν πληροφορίαι. Ο γέρων Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Δαμιανός απέθανεν εν τη φυλακή. Ιερείς εφυλακίσθησαν, εξωρίσθησαν, εξετελέσθησαν ως δήθεν αντιδρώντες. Ναοί περίλαμπροι εις Αργυρόκαστρον, Κορυτσάν και άλλας μεγάλας πόλεις και χωρία ή κατηδαφίσθησαν ή μετετράπησαν εις αποθήκας, λέσχας, κέντρα διασκεδάσεων, και ουδαμού της καθαγιασθείσης δια του αίματος μαρτύρων και ηρώων γης ακούεται η φωνή Ορθοδόξου ιερέως. Βαπτίσεις απαγορεύονται. Εσχάτως δε ανεγράφη εις τον τύπον, οι χριστιανοί υποχρεώθησαν εντός τακτής προθεσμίας να αντικαταστήσουν τα χριστιανικά ονόματά με ονόματα της αρεσκίας του αθέου καθεστώτος. Γενικώς παν ό,τι υπενθυμίζει Χριστινισμόν πρέπει να εξαλειφθή εν τω αθέω καθεστώτι του Εμβέρ Χότζα.
Εν τούτοις ως πληροφορούμεθα, οι εκεί Ορθόδοξοι χριστιανοί παραμένουν πιστοί εις την Ορθοδοξίαν. Εις τα υπόγεια των οίκων των συγκεντρωμένοι ακούουν την θείαν λειτουργίαν εκ των ραδιφωνικών σταθμών της Ελλάδος. Κατά δε την εορτήν του Πάσχα τολμηροί χριστιανοί νέοι έριψαν εις τους πόδας των αθέων τα φλούδια κοκκίνων αυγών της αναστάσεως! Και ούτως αποδεικνύουν ότι είνε παιδιά του ιεραποστόλου των Βαλκωνίων αγίου Κοσμά του Αιτωλού.
Αλλ’ η ελληνική πατρίς, η οποία πληροφορείται τα θλιβερά γεγονότα, τι πράττει δια τους Ορθοδόξους αυτούς χριστιανούς της Βορείου Ηπείρου; Η γείτον Τουρκία, δια την πυρπόλησιν ενός τουρκικού σχολείου της Θράκης προβαίνει εις έντονον διαμαρτυρίαν προς την Ελλάδα. Η δε Ελλάς τι ποιεί δια τον διωγμόν των Ελλήνων εν Βορείω Ηπείρω; Δυστυχώς το Κράτος, υπηρετούν εις σκοπούς καθαρώς οικονομικούς και εμπορικούς, συνάπτει συμφωνίας επί του οικονομικού πεδίου και αδιαφορεί δια τα ύψιστα, ως είνε η ελευθέρα άσκησις των θρησκευτικών καθηκόντων των Ορθοδόξων Ελλήνων Χριστιανών εν Βορείω Ηπείρω.
Το Κράτος μας αδιαφορεί. Οι δε νέοι της Ελλάδος μένουν αδιαφώτιστοι και ακαθοδήγητοι επί των υψίστων θεμάτων. Έρμαια αναρχικών και αντιχριστιανικών ιδεολογιών, είνε έτοιμοι να κατέλθουν εις τα πεζοδρόμια διαμαρτυρόμενοι δια τα πολιτικά διακαιώματα των κατοίκων της Χιλής ή άλκης τινος χώρας της Ευρώπης ή της Ασίας. Αλλά δια τα στοιχειώδη δικαιώματα, τα οποία τόσον βαναύσως καταπατεί το άθεον καθεστώς του Εμβέρ Χότζα εν Αλβανία, ουδεμία φωνή!
Υπό πάντων, λοιπόν εγκαταλείφθησαν οι ήρωες αδελφοί μας της Βορείου Ηπείρου; Αλλ’ ερκείνη, η οποία κατ’ εξοχήν φαίνεται απούσα κατά τας τραγικάς στιγμάς που διέρχεται η Πατρίς, είνε η Ιεραρχία της εκκλησίας της Ελλάδος. Αυτή έπρεπε προ πολλού να είχε συνέλθη με ένα μόνον θέμα, τους διωγμούς των Ορθοδόξων χριστιανών εν Βορείω Ηπείρω, αιρομένη δε υπεράνω των αθλίων πολιτικών σκοπιμοτήτων της εποσχής μας να εκδώση έντονον διαμαρτυρίαν προς όλον τον κόσμον δια τους σατανικούς διωγμούς εναντίον των χριστανών της Βορείας Ηπείρου.
Αλλά δυστυχώς η σημερινή διοίκησις της Εκκλησίας περί άλλα μικρά μεριμνά και τυρβάζει. Ως γράφει ευθαρσής Επίσκοπος του Βορρά, ουδεμία έξαρσις, ουδεμία συγκίνησις, ουδεμία πνοή…
Αλλ’ό,τι δεν πράττει η Ιεραρχία εν τω συνόλω της, ας πράξουν τουλάχιστον οι Επίσκοποι των παραμεθωρίων περιοχών, οι οποίοι γειτνιάζουν με την μαρτυρικήν ταύτην χώραν και αισθάνονται εντονώτερον τον πόνον και τον κλαυθμόν του Ορθοδόξου λαού της Βορείου Ηπείρου. Ας κινηθούν λοιπόν, και σα καλέσουν τον Ορθόδοξον λαόν εις πάνδημον συλλαλητήριον, δια να ακουσθή βροντοφώνως η διαμαρτυρία της χριστιανικής μας Πατρίδος, η οποία υπέρ τους εμπορικούς υπολογιαμούς και τας πολιτικάς σκοπιμότητας θέτει την Ορθόδοξον πίστιν, την πίστιν δια της οποίας το Έθνος μας ανέστη εκ της δουλείας, χάριν της οποίας αξίζει και ν’αποθνήσκωμεν.

4. – ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ

Η επίγειος πατρίς του

Ούτος ο τη αληθεία άνθρωπος του Θεού, διδάσκαλος και κήρυξ του Θείου Ευαγγελίου Κοσμάς ήτον από την Αιτωλίαν, από ένα μικρόν χωρίον ονομαζόμενον Μέγα Δένδρον γονέων ευσεβών υιός, παρά των οποίων ανατραφείς και παιδευθείς εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου, κατά τον Απόστολον, όταν ήτον χρόνων 20, ίσως και επέκεινα, άρχισε να διδάσκεται τα Γραμματικά υποκάτω εις τον Ιεροδιάκονον Ανανίαν τον καλούμενον Δερβισάνον.

Εις το Άγιον Όρος

Επειδή κατά τους χρόνους εκείνους άρχισε με φήμην μεγάλην το Σχολείον του Βατοπεδίου εις το Άγιον Όρος, μετέβη εις εκείνο με άλλους δικούς του συμμαθητάς, ουκ ολίγους. Εκεί ετελείωσε τα Γραμματικά υποκάτω εις τον Διδάσκαλον Παναγ. Παλαμάν. Μετά δε ταύτα παρέλαβε και την Λογικήν από τον διδάσκαλον Νικ. Τζαντζούλιον τον εκ Μετσόβου, όστις εκεί εσχολάρχησε μετά τον σοφώτατον Ευγένιον. Ήτο δε ακόμη λαϊκός, Κώνστας καλούμενος, πλήν και εις το σχήμα όντας των λαϊκών, εφαίνετο εστολισμένος με την σεμνότητα του Μοναχικού Σχήματος, και κατά πάντα ηγωνίζετο, και τον εαυτόν του εγύμναζε προς τελείαν άσκησιν. Επειδή δε πάλιν κακή τύχη η περίφημος εκείνη Σχολή, αναχωρησάντων των διδασκάλων, ερημώθη, και κατήντησε να γίνει ως το απ’ αρχής, τότε δη και ο καλός Κώνστας αναχωρήσας εκείθεν επήγεν εις την ιεράν Μονήν του Φιλοθέου. Και εκεί πρώτον μεν εκουρεύθη Μοναχός, και εις τους πόνους της μοναδικής ζωής εχώρησε προθυμότατα. Μετά δε τούτο, της Μονής εχούσης χρείαν εφημερίου, προτροπή σφοδροτέρα και δεήσει των πατέρων, χειροτονείται και Ιερομόναχος. Είχε δε πόθον πολύν ο μακάριος εις την καρδίαντου εξ αρχής, έτι κοσμικός όντας, δια να ωφελήσει και τους αδελφούς του χριστιανούς από εκείνα όπου έμαθε. Και πολλάκις έλεγε, πως οι αδελφοί μας χριστιανοί έχουν μεγάλην χρείαν από λόγον Θεού. Και ότι χρέος έχουν εκείνοι όπου σπουδάζουν, να μη τρέχουν εις αρχοντικά και αυλάς μεγάλων και να ματαιώνωσι την σπουδή τους, δια να αποκτήσουν πλούτον και αξιώματα, αλλά να διδάσκωσι μάλιστα τον κοινόν λαόν, όπου ζώσι με πολλήν απαιδευσίαν και βαρβαρότητα, δια ν’ αποκτήσουν μισθόν ουράνιον και δόξαν αμάραντον. Αλλά με όλον όπου είχε τόσον πόθον, και ζήλος πολύς άναπτεν εις την ιεράν του καρδίαν δια την ωφέλειαν των πολλών, όμως πάλιν και συλλογιζόμενος πόσον είναι μέγα και δύσκολον το εγχείρημα του αποστολικού κηρύγματος, ως ταπεινόφρων και μέτριος δεν ετόλμησεν αφ’ εαυτού να το επιχειρισθή χωρίς να καταλάβει την θείαν βούλησιν. Όθεν θέλοντας να δοκιμάση αν είνε τούτο θέλημα Θεού, ανοίγει την Θείαν Γραφήν και ω του θαύματος! Ευρέθη ευθύς έμπροσθέν του το λόγιον του Αποστόλου όπου λέγει: «Μηδείς του εαυτού του ζητείτω, αλλά το του ετέρου έκαστος» (Α΄Κορ. 10, 24). Ήγουν, ας μη ζητή τινας μόνον το συμφέρον το ιδικόν του, αλλά και το συμφέρον του αδελφού του.
Πληροφορηθείς λοιπόν εκ τούτου και φανερώσας τον σκοπόν του τούτον και εις άλλους πνευματικούς πατέρας και λαβών συγχώρησιν παρ’ αυτών, πηγαίνει εις Κωνσταντινούπολιν, δια να ανταμώση και τον αδελφόν του διδάσκαλον Χρύσανθον, όστις και τον έδιξε και μερικήν τινα τέχνην ρητορικήν, δια να ομιλή τάχα με κάποιαν μέθοδον. Φανερώσας λοιπόν και εις τους εκείθε ευλαβεστέρους αρχιερείς και διδασκάλους τον αυτόν λογισμόν του, και ευρών όλους συμφώνως παρακεινούντας αυτόν εις το θείον τούτο έργον, λαμβάνειν έγγραφον άδειαν παρά του τότε Πατριαχεύοντος Σεραφείμ του εκ Δελβίνου.

Ο αποστολικός ιεροκήρυξ

Ούτως άρχισε ο μακάριος να κηρύττη το Ευαγγέλιον της Βασιλείας των Ουρανών, πρώτον μεν εις τας Εκκλησίας και τα χωριά της Κωνσταντινουπόλεως, εκείθεν δε επήγεν εις Ναύπακτον, εις Βραχώρι, εις Μεσολόγγιον και εις άλλους τόπους, και πάλιν ανέβη εις Κωνσταντινούπολιν, και συμβουλευθείς με τον τότε Πατριάρχην Σωφρόνιον και παρ’ αυτού λαβών νέαν άδειαν και ευλογίαν, άρχισε να κηρύττη πάλιν τον λόγον του Ευαγγελίου με περισσοτέραν θερμότητα και ζήλον. Και δη περιελθών όλα σχεδόν τα δωδεκάνησα, και διδάξας τους χριστιανούς να μετανοούν και να πράττουν άξια έργα μετανοίας, εκείθεν εγύρισεν εις το Άγιον Όρος κατά το 1775 έτος, και περιπατήσας εις τα εκείθεν Μοναστήρια και Σκήτας, και διδάξας τους εν αυτοίς πατέρας, έμεινεν ολίγον καιρόν αναγιγνώσκοντας τα θεία βιβλία των Πατέρων. Μη δυνηθείς δε να υποφέρη περισσότερον από την αγάπην, όπου άναπτεν εις την καρδίαν του δια την ωφέλειαν των χριστιανών (καθώς πολλάκις ο ίδιος το έλεγεν εις πολλούς πατέρας), ανεχώρησε από το Άγιον Όρος, και αρχινώντας από τα έξω του Όρους χωρία, επήγε κηρύττοντας εις την Θεσσαλονίκην, εις την Βέροιαν και εις όλην την Μακεδονίαν. Επροχώρησεν εις τα μέρη της Χειμάρρας, Ακαρνανίας Αιτωλίας, έως και εις αυτήν την Άρταν και την Πρέβεζαν. Εκείθεν δε έπλευσεν εις την Αγίαν Μαύραν και εις Κεφαλληνίαν και όπου και αν επήγαινεν ο τρισμακάριστος, εγίνετο μεγάλη σύναξις των χριστιανών, και ήκουαν μετά κατανύξεως και ευλαβείας την χάριν και γλυκύτητα των λόγων του, και ακολούθως εγίνετο και μεγάλη διόρθωσις και ωφέλεια ψυχική. Ήτο δε η διδαχή του, καθώς ημείς αυτήκοοι αυτής εγενόμεθα, απλουστάτη, ωσάν εκείνη των αλιέων. Ήτο γαλήνιος και ήσυχος, οπού εφαίνετο καθολικά να είνε γεμάτη από την χάριν του ιλαρού και ησύχου Αγίου Πνεύματος. Μάλιστα δε εις την νήσον της Κεφαλληνίας μεγάλον καρπόν ψυχικής ωφελείας έκαμεν ο ιερός ούτος διδάσκαλος με τον σπόρον της ενθέου διδασκαλίας του. Αλλά και ο Θεός άνωθεν συνήργει και εβεβαίωνε τα λόγια του με τα ακόλουθα σημεία και θαύματα, καθώς ποτέ δια των τοιούτων εβεβαίωνε και το κήρυγμα των ιερών Αποστόλων του. Διότι εις την νήσον ταύτην ήτο ένας πτωχός ράπτης, όστις είχε από χρόνων πολλών το δεξιόν του χέρι ξηρόν και ανενέργητον. Ούτος λοιπόν προσδραμών εις τον Άγιον εδέετο να τον ιατρεύση. Ο δε επαρακίνησεν αυτόν να έλθη με ευλάβειαν εις την διδαχήν του και ο Θεός και ο Θέλει τον ευσπλαχνισθή. Υπήκουσεν ο πτωχός, και αφού ήκουσεν την διδαχήν του, ω του θαύματος! Την άλλην ημέραν ευρέθη ιατρεμένος. Άλλος πάλιν παράλυτος, ακούοντας τούτο το παράδοξον έκαμε να το υπάγουν με την κλίνην εις την ώραν της διδαχής του, και μετ’ ολίγας ημέρας έμεινε και αυτός όλος υγιής, δοξάζων τον Θεόν και ευχαριστώντας τον Άγιον. Εις το κάστρον της Άσσως ήτον ένας ευγενής, όστις είχεν δεινήν ασθενείαν εις τα αυτιά, όπου και πολλούς χρόνους ήτο σχεδόν χαμένη η ακοήν του. Ούτος πηγαίνοντας με ευλάβειαν και πίστιν εκεί, όπου εδίδασκεν ο Άγιος, ευθύς άρχισε να ακούη καθαρά, και από τότε έμεινε τεθεραπευμένος. Είνε ένα χωρίον της Κεφαλληνίας ονομαζόμενον Κουρουνοί. Αποι τούτο το χωρίον περνώντας ο Άγιος εν καιρώ καλοκαιρίου, εδίψησεν εις τον δρόμον και εζήτησε να του δώσουν νερόν από το ξηροπήγαδον, όπου ήτον εκεί κοντά. Οι άνθρωποι του είπον ότι ήτον εύκαιρον, όμως δια να κάμουν ηπακοήν, επήγαν και έβγαλαν από το βάθος του πηγαδίου νερόν γεμάτον λάσπην και χώμα, και του το έφεραν, και βάλοντάς το εις το στόμα του, έπιεν ολίγον τι, και από τότε ανβέβλυσε παραδόξως το ξηροπήγαδον εκείνο νερόνκαθαρόν, και είναι πάντοτε γεμάτον και τον χειμώνα και το καλοκαίρι, και εις πολλάς ασθενείας γίνεται ιαματικόν. Δια το πολύ πλήθος του λαού, όπου δεν τους εχώρει καμμία εκκλησία, εξ’ ανάγκης έκαμε την διδαχήν του έξω εις τας πεδιάδας, όθεν εσυνήθιζε, και όπου έμελλε να σταθή να διδάξη πρώτα έλεγε και εκατασκεύαζαν έναν Σταυρόν ξύλινον μεγάλον και τον έστηναν εκεί. Έπειτα ακουμβίζοντας επάνω εις το ξήλον του Σταυρού το σκαμνί, το οποίον ως λέγουσι, του το εκατασκεύασεν ωσάν θρονί ο Κουρτ Πασάς, εις αυτό αναβαίνοντας εδίδασκε, και μετά την διδαχήν το μεν σκαμνί το διέλυε και το έπαιρνε μαζί του, όπου και εάν επήγαινεν, ο δε Σταυρός έμενεν εκεί, εις ενθύμησιν του κηρύγματός του παντοτινήν. Εις εκείνους λοιπόν τους τόπους, όπου ήσαν στημένοι οι Σταυροί, ενήργει ο Θεός πολλά θαυμάσια. Διο και εις το μέσον του παζαρίου του Αργοστολίου, ήτις είνε χώρα της αυτής Κεφαλληνίας, όπου άφησεν ο Άγιος Κοσμάς ένα τοιούτον Σταυρόν, ανέβλυσεν ένα νερόν θαυμαστόν, το οποίον φαίνεται εώς την σήμερον χωρίς ποτέ να ολιγοστεύση.
Από την Κεφαλληνίαν επέρασεν εις την Ζάκυνθον συνοδευόμενος από δέκ καΐκια γεμάτα από ευλαβείς Κεφαλληνίτας. Αλλ΄όμως εκεί δεν ευτύχισεν ο ευλογημένος, όθεν ολίγον τι διδάξας εκεί μόνον, εγύρισεν πάλιν εις την Κεφαλληνίαν. Και εκείθεν επήγεν εις τους Κορφούς, όπου εδεξιώθη μεγάλως παρά ποάντων και μάλιστα παρά του Ηγεμόνος αυτού. επειδή όμως ασυνάχθη πλήθος πολύ από τα χωριά δια να ακούσουν τη διδαχή του Αγίου, οι της της πόλεως προσετεύοντες, τον φθόνον φοβούμενοι, παρακάλεσαν αυτόν να αναχωρήση ταχύτερον. Και ούτως ίνα μη αίτιος γένηται σκανδάλων και ταραχών εις τους λαούς, εκείθεν αναχωρήσας, μετέβη εις το αντίπερα μέρος της στερεάς, ήγουν της Αλβανιτίας, ανομαζόμενον Άγιοι Σαράντα, και εκεί εδίδασκε τους χριστιανούς περιπατών και διερχόμενος τας βαρβαρικάς εκείνας επαρχίας, εις τας οποίας εκινδύνευε να χαθή τέλεια η ευσέβεια και η χριστιανική ζωή δια την πολλήν αμάθειαν, οπού είχον οι εκείσε χριστιανοί, και δια τα πολλά κακά και φόνους και κλεψίας, και άλλας μυρίας παρανομίας, εις τας οποίας ήσαν δεδομένοι, και παρ’ ολίγον ήσαν χειρότεροι εις την κακίαν από τους ασεβείς, όθεν εις τούτων των χριστιανών τας κεχερσωμένας και εξηγριωμένας καρδίας σπείρας τον σπόρον του θείου λόγου ο ιερός Κοσμάς, έκαμε, συνεργούσης της θείας χάριτος, πολλούς και μεγάλους καρπούς. Διότι τους αγρίους ημέρωσε, τους ληστάς κατεπράυνε τους ασπλάχνους και ανελεήμονας έδειξεν ελεήμονας, τους ανευλαβείς έκαμεν ευλαβείς, τους αμαθείς και αγροίκους εις τα θεία εμαθήτευσε και τους έκαμε να συντρέχουν εις τας ιεράς ακολουθίας, και όλους απλώς τους αμαρτωλούς έφερεν εις μεγάλην μετάνοιαν και διόρθωσιν, ώστε οπού έλεγον όλοι, ότι εις τους καιρούς των εφάνη ένας νέος Απόστολος.
Εκατέστησε Σχολεία πανταχού δια μέσου της διδασκαλίας του, τόσον Ελληνικά, όσον και Κοινά, τόσον εις τας χώρας, όσον και εις τα χωρία, δια να πηγαίνουν τα παιδία εις αυτά και να μαθαίουν δωρεάν τα ιερά γράμματα, και εκ τούτων να στερεώνωνται μεν εις την πίστιν και την ευσέβειαν, να οδηγώνται δε εις την ενάρετον ζωήν και πολιτείαν. Κατέπεισε τους πλουσίους και ηγόρασαν υπέρ τας τέσσαρας χιλιάδας κολυμβήθρας μεγάλας χαλκοματένιας, προς δώδεκα γρόσια την κάθε μίαν, και τας αφιέρωσεν εις τας εκκλησίας, ίνα ευρίσκωνται εκεί παντοτινά προς μνημόνσυνόν τους, δια να βαπτίζωνται καθώς πρέπει τα παιδιά των χριστιανών. Ομοίως κατέπεισε τους έχοντας τον τρόπον και ηγόραζον βιβλία πατερικά και χριστιανικάς διδασκαλίας, κομπολόγια, σταυρούδια μικρά και μπόλιες και χτένια, από τα οποία τα μεν βιβλία τα εμοίραζεν χάριν εις εκείνους, οπού ηξεύραν γράμματα ή εις εκείνους που υπέσχοντο να μάθουν, τις δε μπόλιες εμοίραζε (υπέρ τας τεσσαράκοντα χιλιάδας) εις τας γυναίκας, δια να σκεπάζουν την κεφαλήν των. Τα δε χτένια εις εκείνους οπού έταζον να αφήσουν τα γένεια και να ζώσιν ενάρετα και χριστιανικά. Τα δε κομπολόγια και σταυρουδάκια εμοίραζε (υπέρ τας πεντακοσίας χιλιάδας) εις τον κοινόν λαόν, δια να συγχωρούν τους αγοράζοντας. Είχε τεσσαρπακοντα ή πεντήκοντα ιερείς, οπού τον ηκολούθουν κατόπιν, και όταν έμελλε να υπάγη από μιαν χώραν εις άλλην, επαράγγελλε πρώτον εις τους χριστιανούς να εξομολογηθούν, να νηστεύσουν και να κάμουν και αγρυπνίαν και μεγάλην φωτοχυσίαν. Διότι είχεν επίτηδες κατασκευασμένα μανουάλια ξύλινα χωρούντα κάθε ένα από εκατόν κηρία, τα οποία διαλύοντας τα έπαιρνε μαζί του. Έπειτα μοιράζοντας εις όλους κηρία δωρεάν, έβαλλε τους ιερείς και εδιάβαζαν το άγιον Ευχέλαιον και εχρίοντο όλοι οι χριστιανοί, και εις το τέλος έκαμνε την διδαχήν. Επειδή δε τον ηκολούθη λαός πολύς, δυο και τρεις χιλιάδες, επρόσταζεν από το εσπέρας και ητοίμαζαν σακκία πολλά ψωμί και καζάνια σιτάρι βρασμένον, έπειτα το επήγαιναν έξω εις τον δρόμον, από εκεί όπου ήθελε να διαβή ο λαός, και ούτως έπαιρναν όλοι από εκείνο και εσυγχώρουν ζώντας και τεθνεώτας.
Ενήργησε δε ο Θεός δι’ αυτού και εκεί εις την Αλβανιτιάν, ομοίως και εις άλλους τόπους τοιαύτα θαυμάσια.
Ένας Τούρκος αξιωματικός ή από τους Εβραίους ή από τον δαίμονα παρακινημένος, τόσον μίσος έλαβε κατά του Αγίου, όπου μίαν φοράν καβαλικεύοντας το άλογόν του έτρεχε δια να τον προφθάση και να τον καταποιήση. Αλλά τρέχοντας το άλογον τον έρριξε κάτω και εσύντριψε τον δεξιόν του πόδα, και γυρίζοντας στο σπίτι του, εύρε τον υιόν του αποθαμένον, όθεν μετανοήσας έστειλεν επιστολήν εις τον Άγιον και εζήτησεν παρ’ αυτού συγχώρησιν. Από τους Φιλιάτες οι πρώτοι Αγάδες επήγαν δια να ίδουν τον Άγιον και να ακούσουν την διδαχήν του, και επειδή ήτον καλοκαίρι, εκιμήθηκαν έξω εις τον κάμπον, και προς τας πέντε ώρας της νυκτός είδον ένα φως ουράνιον, ωσάν σύννεφον, όπου εσκέπαζεν τον τόπον εκείνον, όπου εκάθητο ο Άγιος, το οποίον εδιηγούντο εις τους χριστιανούς, όθεν το πρωί εζήτουν να τους δωση την ευχήν του ο Άγιος από την καρδίαν του και όχι από τα χείλη του.
Άλλος πάλιν Τούρκος αξιωματικός από την Καβάιαν είχε δεινήν ασθένειαν φιάγγου, όπου δεν ηδύνατο να χύση το νερόν του. Ούτος ακούοντας δια τον Άγιον, έστειλε τον δούλον του, παρακαλώντας τον να υπάγει εκεί, δια να τον ευχυθή, και δια μέσου του ίσως ο Θεός να τον ιατρεύση. Ο Άγιος δεν ήθελε να υπάγη, ονομάζοντας τον εαυτόν του αμαρτωλόν. Πάλιν έστειλεν ο Τούρκος τον δούλον του με ένα αγγείον νερόν, παρακαλώντας τον Άγιον να του το ευλογήση. Τότε βλέποντας την μεγάλην ευλάβεια του Τούρκου ο Άγιος, του εμήνυσε να κάμη δύο προστάγματα, να μη πίνη ρακί και να μοιράση το δέκατον του πλούτου του εις τους πτωχούς, και αφού υπεσχέθη να τα κάμη, ευλόγησε το νερόν και πίνωντάς το ο ασθενής, εις τέσσαρας ημέρας ιατρεύθη τελείως, όθεν έκαμε μεγάλας ελεημοσύνας. Κατά το Φανάρι εις τον τόπον λεγόμενον Λακούρισι, ένας Τούρκος εξουσιαστής του τόπου βλέποντας τον Σταυρόν, όπου αφήκεν εκεί ο Άγιος όταν εδίδασκε, καθώς είχε συνήθειαν, ως προείπομεν, τούτον, λέγω βλέποντας, τον έβγαλε από τον τόπον του, και τον έφερε εις το σπίτι του, δια να κάμη δυο στύλους του κρεββάτου του, όπου είχεν εις την δραγόνταν του, αλλ’ ευθύς, ω του θαύματος! Γίνεται ωσάν ένας φοβερός σεισμός, και μη δυνάμενος να σταθή εις τους πόδας, επεσεν κατά γης κυλιόμενος ώραν πολλήν και αφρίζων και τρίζων τους οδόντας του ωσάν δαιμονισμένος. Ύστερον δε σηκωθείς από δυο Τούρκους, όπου εδιάβαινον εκείθεν, και ελθόν εις τον εαυτόν του εγνώρισε πως τούτο το έπαθεν από θείαν οργήν δια την τόλμη που έλαβε, και έβγαλε τον τίμιον Σταυρόν. Όθεν μόνος του τον επήγε και τον εστερέωσε πάλιν εις τον τόπον όπου ήτον και πρωτύτερα, και κάθε ημέραν επήγαινε και τον εφίλει με μεγάλην ευλάβειαν. Και άλλην φοράν οπού επέρασεν εκείθεν ο ιερός διδάσκαλος, έδαμεν αυτός ο ίδιος Τούρκος εις προσκήνυσίν του και εδιηγείτο παρρησία ις όλους το θαύμα και εζήτει ταπεινώς συγχώρησιν.
Επειδή ο Άγιος ήλεγχε τας γυναίκας οπού φορούν στολίδια, τας εκατέπεισε δια της διδαχής του να τα απορίψουν όλα τόσον όπου και μερικαί εμαυροφορούσαν. Μια γυναίκα πλούσια εις την Κόριτζαν είχε παιδίον, του οποίου την κεφαλήν εστόλιζε με πολλά φλωριά και άλλα στολίδια περιττά. Ταύτην την γυναίκα εσυμβούλευε πολλάκις ο Άγιος να διαμοιράση ταύτα εις τα πτωχά παιδιά, εάν θέλη να ζήση το τέκνον της. Αλλά δεν του υπήκουσε. Τέλος της λέγει, ότι εάν δεν βγάλη από το παιδί της τα στολίδια, έχει να το στερηθή γρήγορα. Και επειδή ούτε τότε εκαταπείσθη, την ακόλουθον ημέραν ευρήκεν εις το στρώμα αποθμένον το τέκνον της, και τότε εγνώρισεν ότι δια την απείθειάν της ο Θεός την επαίδευσεν.
Πάλιν, επειδή ο Άγιος όπου επήγαινεν, εδίδασκε τους χριστιανούς να μη κάμνουν παζάρια την Κυριακήν, ούτε άλλας εργασίας, αλλά να πηγαίνουν εις τας εκκλησίας και να ακούουν τας ιεράς ακολουθίας και τα θεία λόγια, όσοι τον παρήκουον, ο Θεός τους επαίδευε με διάφορα παιδευτήρια. Όθεν εις τον τόπον λεγόμενον Χαλκιάδες, έως μίαν ώραν μακράν από την Άρταν ένας πραγματευτής, επειδή παρήκουσε και ετόλμησε να πραγματευθή την Κυριακήν ευθύς εξηράνθη η χείρ του δραμών δε προς τον Άγιον και ζητήσας συγχώρησιν δια την αμαρτίαν του, μετ’ ολίγας ημέρας ιατρεύθη.
Ομοίως εις την Πάργαν ένας εργαστηριάρχης, επειδή ηθέλησε να πωλήσει μερικόν πράγμα την Κυριακήν επιάσθη το χέρι του. Ομολογήσας δε την αμαρτίαν του εμπρός εις τον Άγιον και νουθετηθείς υπ’ αυτού, έλαβε την συγχώρησιν, ομού και την ποθουμένην ιατρείαν της χειρός του. Κατά το Ξηρόμερον έτυχε μια γυναίκα και εζύμωσε την Κυριακήν και αφού έβγαλε το ψωμί από τον φούρνον, το εύρε κόκκινον ωσάν να το είχε ζυμώσει με αίμα, όθεν προσπίπτουσα εις τους πόδας του Αγίου, έλαβε την πρέπουσαν διόρθωσιν. Εις άλλα μέρη διατί δεν εφυλάχθη το πρέπον σέβας της Κυριακής, άλλου έσκασε το βόδι του, άλλου το μουλάρι του άλλος εδαιμονίσθη και άλλος εύρε το παιδί του αποθαμένον.
Εις ένα χωρίον της Καστοριάς, ονομαζόμενον Σέλτζα (10), μία γυναίκα έχουσα ευλάβειαν εις τον Άγιον, επήρε το νερόν με το οποίον ένιψε ποτε το πρόσωπόν του ο Άγιος, και το εφύλαξεν εις αγγείον υάλινον, και ω του θαύματος! Μέσα εις αυτό εφύτρωσεν ένα χορτάρι με δύο φύλλα μόνον, το οποίον έγινε μεγάλο, όσον ήτο το αγγείον, και έπλεε πάντα εις το νερόν χωρίς να έχη ρίζαν, και δεν άλλαξε τελείως το χρώμα του, αλλ’ έμεινε δροσερόν δι’ ένα ολόκληρον χρόνον, εις τρόπον όπου εθαύμαζον όσοι το έβλεπαν και αυτό το νερόν έκαμε πολλάς ιατρείας εις πολλούς, καθώς έλεγεν η αυτή ευλαβής γυνή. Αυτά και άλλα περισσότερα ενήργησε δι’ αυτού ο Θεός, τα οποία ημείς δια συντομίαν αφήνομεν. Επειδή δε ο Άγιος πολλές φορές έλεγε φανερά εις την διδαχήν του, ότι επροσκαλέσθη εις το κήρυγμα του Ευαγγελίου από αυτόν τον ίδιον Ιησούν Χριστόν, και δια την αγάπην Αυτού μέλει να χύσει το αίμα του, έλαβε τέλος πάντων η πρόρρησίς του την έκβασιν. Την έλαβε δε τοιουτοτρόπως.

Ο μαρτυρικός θάνατος

Αγιος ΚοσμαςΟ αποστολικός ούτος διδάσκαλος ποτέ δεν άνοιξε το στόμα να ειπή λόγον εναντίον των Εβραίων, ούτε εις την Θεσσαλονίκην ούτε εις την Καστορίαν, ούτε εις τα Ιωάννινα, ούτε εις κανένα άλλο μέρος οπού ήσαν Εβραίοι, αλλά μόνον τους χριστιανούς εδίδασκε να πολιτεύωνται ωσάν χριστιανοί, και να φυλάττουν αλήθειαν και εμπιστοσύνην προς τους εξουσιαστάς, όπου τους έδωκεν ο Θεός καθώς οι ίδιοι Αλβανίται πηγαίνοντας εκεί οπού εδίδασκεν εις τας έξω πεδιάδας τα ήκουον από το στόμα του, και ως άνθρωπον Θεού τον εκήρυττον, εις τόσον οπού και ο Κούρτ Πασάς, ακούοντας την καλήν του φήμην, επρόσταξε και ήλθεν έμπροσθέν του, και τόσον καλά του άρεσεν η ομιλία του, ώστε και το θρονί εκείνο, οπού προείπαμεν, του εκατασκεύασε, και με κατηφέ το ένδυσε δια να αναβαίνει εις αυτό, και να διδάσκει από υψηλά τους λαούς. Αλλά το παμπόνηρον και μιαρώτατον τούτο γένος των μισοχρίστων Εβραίων καθώς εις τους περασμένους αιώνας έδειξε πάντοτε άκραν κακίαν εναντίον των χριστιανών ούτω και τώρα, μη υποφέροντας να κηρύττεται η πίστις και το Ευαγγέλιον του Ιησού Χριστού, οι Εβραίοι όπου κατοικούν εις τα Ιωάννινα, επήγαν οι θεοήλατοι και είπαν εις τον Πασάν του τόπου, πως ο ιερός ούτος Κοσμάς ήτον απεσταλμένος από τους Μοσχόβους δια να ξεπλανά τον Βασιλικόν Ραγιάν να πηγαίνουν εις την Μοσχοβίαν. Αλλά τούτον μεν η θεία Πρόνοια τότε τον διεφύλαξεν από την θανατηφόρον ταύτην επιβουλήν, επροξενήθη όμως αρκετή ζημία χρημάτων εις το κοινόν των χριστιανών. Εντεύθεν λοιπόν ο ιερός Κοσμάς άρχισε να στηλιτεύη την πονηρίαν και το αδιάλλακτον μίσος όπου έχουν κατά των χριστιανών οι Εβραίοι και επειδή φανερά απεδείχθη, πως ήτον πλάσμα και σαφής συκοφαντία εκείνη η κατηγορία οπού έκαμαν εις τον Πασάν, πάλιν επήγεν εις τα Ιωάννινα, και πρώτον μεν εκατάπεισε τους χριστιανούς να μεταβάλουν το κοινόν παζάρι από την Κυριακήν εις το Σάββατον το οποίον τους επροξένησε μεγίστην φθοράν. Δεύτερον τους εκήρυξε δια φανερούς εχθρούς, και ότι είναι έτοιμοι κάθε καιρόν να κάμουν κάθε κακόν εις τους χριστιανούς. Τρίτον θέλοντας να βγάλει από τας κεφαλάς των χριστιανών τας μακράς φούντας και τα τοιαύτα, τα οποία όλα ηγόραζον από τους Εβραίους τους εδίδασκε πως είναι ακάθαρτα, ότι επί ταυτού δια τους χριστιανούς οι θεοκτόνοι τα μολύνουσι, και να μη τα αγοράζωσιν ολότελα και λοιπόν μην υποφέροντας πλέον να βλέπουν και να ακούουν τον Άγιον ελέγχοντα αυτούς, επήγαν εις τον Κούρτ Πασάν, και του έδωκαν πουγγία πολλά δια να τον βγάλει από την ζωήν. Όστις και συμβουλευθείς με τον Χότζαν του, απεφάσισε δια μέσου αυτού να τον θανατώσει, το οποίον και έγινε με τοιούτον τρόπον. Συνήθειαν είχεν ο Άγιος, όπου και αν επήγαινε δια να διδάξει, να παίρνει πρώτον την άδειαν από τον Αρχιερέα του τόπου ή από τους επιτρόπους του ομοίως να στέλλη ανθρώπους χριστιανούς να παίρνουν την αυτήν άδειαν και από τους εξωτερικούς εξουσιαστάς, και ούτως εκήρυττεν ανεμποδίστως. Πηγαίνοντας λοιπόν εις ένα χωρίον της Αλβανιτίας, λεγόμενον Κολικόντασι, έλαβε την άδειαν παρά του Αρχιερέως του τόπου. Ερευνώντας δε και τους εξωτερικούς εξουσιαστάς και μανθάνοντας ότι ο Κούρτ Πασάς ώριζε τους τόπους εκείνους, όστις εκάθητο εις μίαν πόλιν Μπεράτι ονομαζομένην, μακράν 12 ώρας, μανθάνοντας δε και ότι ο Χότζας του Πασά εκάθητο εκεί κοντά, έστειλεν άνθρωπον και επήρε την άδειαν και εδίδαξε. Πλην δεν ευχαριστήθη αλλ’ εζήτει να υπάγει και μόνος του εις τον Χότζαν δια το ασφαλέστερον. Οι χριστιανοί τον εμπόδιζον προς ώραν λέγοντές του, ότι ποτέ δεν έκαμε τοιούτον πράγμα να υπάγει αυτοπροσώπως εις τους εξουσιαστάς να ζητήσει άδειαν. Όμως δεν ηδυνήθησαν εις όλον το ύστερον να τον εμποδίσουν. Όθεν λέγοντάς τους ο Άγιος να μη εξετάζουν περισσότερον, παίρνει μαζί του τέσσαρας καλογήρους και ένα παπάν δια δραγουμάνον, και πηγαίνει εις τον Χότζαν. Ο Χότζας καμώνεται και του λέγει πως έχει γράμματα από τον Κούρτ Πασάν, όστις τον διορίζει δια να τον στείλη εις αυτόν δια να συνομιλήσουν. Όθεν επρόσταξε τους ανθρώπους του να φυλάγουν τον Άγιον έως να τον στείλη εις τον Πασάν και να μη τον αφήσουν να έβγη από την αυλήν του. Τότε εκατάλαβεν ο ευλογημένος Διδάσκαλος, πως έχουν να τον θανατώσουν. Όθεν εδόξασε και ευχαρίστησε τον Δεσπότην Χριστόν, οπού τον ηξίωσε να τελειώσει τον δρόμον του αποστολικού κηρύγματος με μαρτύριον. Έπειτα στραφείς προς τους καλογήρους οπού τον συνώδευαν, τους λέγει εκείνο το ψαλμικόν, «Διήλθομεν δια πυρός και ύδατος, και εξήγαγες ημάς εις αναψυχήν» και όλην εκείνην την νύκτα εδοξολόγει με Ψαλμούς τον Κύριον, χωρίς να δείξει ολότελα κανένα σημείον λύπης δια την στέρησιν της ζωής του, αλλά μάλιστα φαινόμενος χαριέστατος εις το πρόσωπον, ωσάν να επήγαινεν εις χαρές και ξεφαντώματα. Αφού δε εξημέρωσε, τον επήραν επτά δήμιοι Τούρκοι και τον έβαλαν επάνω εις ένα άλογον, καμωνόμενοι τάχα, πως έχουν να τον υπάγουν εις τον Κούρτ Πασάν. Αλλ’ όταν εμάκρυναν έως δύο ωρών διάστημα, τον έφεραν εκεί οπού έτρεχεν ένας μεγάλος ποταμός, και ούτω ξεπεζεύοντάς τον, του εφανέρωσαν την προσταγήν οπού είχαν από τον Κούρτ Πασάν δια να τον θανατώσουν. Ο Άγιος εδέχθη μετά χαράς την τοιαύτην κατ’ αυτού απόφασιν και κλίνας τα γόνατα, προσευχήθη εις τον Θεόν ευχαριστών και δοξάζων αυτόν, ότι δια την αγάπην του θυσιάζει την ζωήν του, καθώς επεθύμει πάντοτε η ψυχή του. Έπειτα σηκωθείς ηυλόγησε σταυροειδώς τα τέσσαρα μέρη του κόσμου και ηυχήθη πάντας τους χριστιανούς, οπού φυλάττουσι τας παραγγελίας του. Οι δε δήμιοι τον εκάθησαν κοντά εις ένα δένδρον και ηθέλησαν δια να δέσουν τα χέρια του. Αλλ’ ο Άγιος δεν τους άφησε λέγοντάς τους, ότι δεν αντιστέκεται, αλλά κρατεί σταυρωμένα τα χέρια του ωσάν να του τα είχαν δέσει. Έπειτα ακούμβησε την ιεράν του κεφαλήν εις το δένδρον, και ούτω τον έδεσαν οι βάρβαροι από τον λαιμόν με ένα σχοινίον και ευθύς μόνον όπου τον έσφιξαν επέταξε το θείον πνεύμα του εις τα Ουράνια, και ούτως ηξιώθη ο τρισμακάριστος Κοσμάς, ο κοινωφελέστατος εκείνος άνθρωπος, και του κόσμου κόσμος ο ευκοσμότατος, να λάβει διπλούς τους στεφάνους παρά Κυρίου, και ως ισαπόστολος και ως ιερομάρτυς, όντας εις ηλικίαν εξήντα πέντε χρόνων.
Το δε τίμιον αυτού λείψανον γυμνώσαντες οι δήμιοι το έσυραν και το έρριψαν εις τον ποταμόν με μίαν μεγάλην πέτραν εις τον λαιμόν. Οι δε χριστιανοί μαθόντες τούτο, έτρεξαν παρευθύς δια να το βγάλουν, και ερευνήσαντες με δίκτυα και με άλλους τρόπους δεν ηδυνήθησαν να το εύρουν. Μετά τρεις ημέρας ένας ιερεύς ευλαβής παπά – Μάρκος ονομαζόμενος, εφημέριος της εκκλησίας της Υπεραγίας Θεοτόκου των Εισοδίων του χωρίου Κολικόντασι, κειμένου πλησίον του ποταμού ούτος λέγω εμβαίνοντας εις ένα μονόξυλον και κάμνοντας τον σταυρόν του, επήγε δια να ερευνήσει, και παρευθύς ω του θαύματος!Βλέπει το άγιον λείψανον, οπού έπλεεν επάνω εις το νερόν και εστέκετο όρθιον ωσάν να ήτο ζωντανόν. Όθεν τρέχει εν τω άμα και το αγκαλιάζει και το βγάζει από το νερόν και καθώς το εσήκωσεν, έτρεξεν αίμα πολύ από το μελίρρυτον στόμα του Αγίου μέσα εις τον ποταμόν και ενδύσας αυτό με το ράσον του το έφερεν εις την άνω εκκλησίαν της Θεοτόκου, και το ενταφίασεν εντίμως εν τω νάρθηκι της αυτής εκκλησίας των Εισοδίων εν τω χωρίω Κολικόντασι αρχιερατεύοντος εν Βελεγράδοις Ιωάσαφ, ος και αυτός ην παρών εις τον ενταφιασμόν του Αγίου.

Η Ιερά Μονή Αγίου Κοσμά

Αγ. Κοσμας..Μετά δε την τελευτήν του Αγίου ταύτα ηκολούθησαν. Ο Κούρτ Πασάς εμετανόησε διατί εγελάσθη και δια μάταιον κέρδος εθανάτωσε τοιούτον αθώον και ειρηνικόν άνθρωπον όθεν εμήνυσεν εις τον Χότζαν του να αφήσει τους καλογήρους του Αγίου, οπού είχεν εις φύλαξιν να υπάγουν εις την άνωθεν Μονήν της Θεοτόκου, και εκεί να κάθωνται, οίτινες πηγαίνοντες εύρον ενταφιασμένον το άγιον λείψανον, και δια να λάβουν πληροφορίαν περισσοτέραν του μαρτυρίου του, το εξέθαψαν ομού με άλλους ιερείς και χριστιανούς, και με όλον οπού ήτο τρεις ημέρας μέσα εις τον ποταμόν, καθώς ο Ιωνάς εις την κοιλίαν του κήτους, όμως καμμίαν διαφοράν η δυσωδίαν δεν είχεν, αλλ’ ευωδίαζεν όλον και εφαίνετο ωσάν να εκοιμάτο. Και αφού το ησπάσθησαν ευλαβώς, πάλιν το ενταφίασαν εις τον ίδιον τόπον όπου και ανηγέρθη ο θείος αυτού Ναός, ο επί τω ονόματι αυτού τιμώμενος. Ανηγέρθη δε κατά τον εφεξής τρόπον: Περιερχόμενος ο Άγιος έτι ζων την Αλβανιτίαν, εις τα μέρη της Τεπελένης, ανταμώθη με τον Βεζίρ Αλή Πασάν Τεπελενιώτην, ο οποίος τότε ακόμη ήτον Μπέης, και μάλιστα εδιώκετο και από αυτόν τον Κούρτ Πασάν. Όθεν ανταμώνοντάς τον ο Άγιος του είπεν ότι το οντζάκι του έχει να λάβει αύξησιν μεγάλην και αυτός έχει να γίνει μέγας ηγεμών και ονομαστός εις την οικουμένην έχει να κυριεύσει πόλεις πολλάς και την Αλβανιτίαν όλην αλλά και αυτό το Τάχτι του Κούρτ Πασά έχει να το κυριεύσει μετά καιρόν. Μετά χρόνους τριάκοντα σχεδόν έλαβαν πέρας αι προφητείαι του Αγίου και λαμβάνοντας αύξησιν μεγάλην ο κραταιότατος Βεζίρ Αλή Πασάς επάτησε και αυτό το Τάχτι του Κούρτ Πασά, κατά την προφητείαν του Αγίου. Όθεν εμβαίνοντας εις το Μπεράτι ο Βεζίρ Αλή Πασάς ενεθυμήθη τον λόγον εκείνον του Αγίου, και κράζοντας τον Δεσπότην των Βελεγράδων, ανεψιόν του επί του Αγίου αρχιερατεύοντος Βελεγράδων τον επρόσταξε να κάμει την ανακομιδήν του Αγίου και να κτισθή και Μοναστήριον επ’ ονόματι του Αγίου τιμώμενον, επειδή τον εγνώρισεν ως αληθή άνθρωπον του Θεού, δια την προφητείαν, και δι’ άλλα. Μετά καιρού τινος παρέλευσιν λοιπόν έγινεν η ανακομιδή του Αγίου, ούτινος η σεβασμία κάρα ηργυρώθη ευθύς δια προσταγής του υψηλοτάτου ηγεμόνος Βεζίρ Αλή Πασά. Παρευθύς δε προστάζοντας να γίνει μία κοινή συδρομή εδιώρισε, και εκτίσθη ο περίφημος Ναός επ’ ονόματι του Αγίου τιμώμενος και ούτως ανηγέρθη εκ βάθρων αυτός ο θείος Ναός δια συνδρομής και παρακελεύσεως και υψηλής προσταγής του κραταιοτάτου και υψηλοτάτου Βεζίρ Αλή Πασά Τεπελενιώτη αρχιερατεύοντος εν Βελεγράδοις Ιωάσαφ, ανεψιού του πρώην Βελεγράδων Ιωάσαφ.
Την ώραν δε εκείνην οπού τον εξενταφίασαν έτυχε να ευρεθή εκεί μία δαιμονισμένη γυναίκα, ήτις από μακρυνούς τόπους ηκολούθει ζώντα τον Άγιον ποθούσα την ιατρείαν της, και καθώς είδεν οπού άνοιξαν τον τάφον του Αγίου, την ετάραξε δυνατά το δαιμόνιον, και ύστερα από ολίγην ώραν ιατρεύθη τελείως, δοξάζουσα τον Θεόν και τον Άγιον. Ένας από τους δημίους, οπού εθανάτωσαν τον Άγιον, επήρε το επανωκαλύμμαυχόν του, και γυρίζοντας εις τον Χότζαν το έβανεν εις το κεφάλι του και επεριγέλα τον Άγιον και παρευθύς δαιμονισθείς έβγαλε τα ρούχα του και έτρεχε φωνάζοντας, πως αυτός εθανάτωσε τον Ασκητήν. Όθεν μανθάνοντας τούτο ο Πασάς επρόσταξε και τον έβγαλαν εις τα σίδηρα, και εκεί κακώς ο κακός εξέψυξεν.
Αφού έκαμε την υστερινήν διδαχήν ο Άγιος εις το προρρηθέν χωρίον Κολικόντασι, άφησεν εκεί ένα Σταυρόν κατά την συνήθειαν στημένον εις την γην, και μετά την τελευτήν του έβλεπον οι χριστιανοί φως ουράνιον, όπου έλαμπεν επάνω εις τον Σταυρόν κάθε νύκτα. Όθεν την ημέραν της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού επήγαν οι ιερείς με τον λαόν και επήραν τον Σταυρόν εκείνον μετ’ ευλαβείας λιτανεύοντες, και τον έβαλαν οπίσω του Βήματος, κοντά εις τον τάφον του Αγίου εις παντοτινήν ενθύμησιν του θαύματος. Αφού δε οι μαθηταί του έλαβαν την τελείαν ελευθερίαν από τον Πασάν, έκαμαν ανακομιδήν του λειψάνου του Αγίου και μερικοί απ’ αυτούς επήραν σημεία από αυτό και διεσκορπίσθησαν εις διαφόρους τόπους. Και πολλοί ασθενείς δι’ εκείνων έλαβον την υγείαν τους, και μάλιστα κατά την νήσον Νάξον, όπου πηγαίνοντες δύο μαθηταί του Αγίου δια να αναγγείλουν τα περί του μαρτυρίου του εις τον εκείσε σχολαρχούντα ιεροδιδάσκαλον Χρύσανθον, τον αυτάδελφον του Ιερομάρτυρος, έτυχε να έχουν μαζί τους μερικάς τρίχας από τα γένεια του Αγίου, τας οποίας παίρνουσα με ευλάβειαν μία γυναίκα εν τω καλουμένω Νεοχωρίω, ήτις ευρίσκετο εις βαρυτάτην και θανατηφόρον ασθένειαν, ω του θαύματος! Ευθύς εγνώρισεν εις τον εαυτόν της μίαν υπερφυσικήν δύναμιν δια της οποίας ανέλαβε μετ’ ολίγον τελείαν την υγείαν της. Αλλά και πολλαί στείραι γυναίκες λαμβάνουσαι εις διάστημα τεσσαράκοντα ημερών χώμα από τον τάφον του Αγίου μετ’ ευλαβείας και πίστεως, επέτυχον του αιτήματος, δηλαδή του να γεννήσουν τέκνα με την χάριν του Χριστού, και δια πρεσβειών του αγίου ιερομάρτυρος Κοσμά, ου ταις πρεσβείαις αξιωθείημεν της βασιλείας των ουρανών. Αμήν.

5.    – ΜΑΡΤΥΡΟΛΟΓΙΟΝ
Εις ταις 24 Αυγούστου παρέδωκε το πνεύμα εις χείρας Θεού ζώντος αυτεξουσίως ως ο Δεσπότης ημών Ιησούς Χριστός.
Μαρτύριον του αγιωτάτου και ιεροδιδασκάλου πατρός ημών Κοσμά.
Άγιοι ιερείς και επίλοιποι αδελφοί εν Χριστώ, σας ασπάζομαι, εμείς οι μαθηταί του άνωθεν πατρός ημών Κοσμά ιερομονάχου.
Ελάβαμεν τα αγαπημένα σας γράμματα και εχαρήκαμεν δια την αδελφικήν σας αγάπην όπου φέρετε εις ημάς και εις τον διδάσκαλόν μας. Ζητείτε να μάθητε περί του διδασκάλου μας τον άδικον θάνατον. Ηξεύρετε, αδελφοί μου, πως αυτός τρείς ήμισυ χρόνους επεριπάτησε με τον θρόνον και εκήρυξε την συντέλειαν του αιώνος νύκτα και ημέραν μέσα εις τόπους ασεβείς και ποτέ δεν αποκοτήσαμεν κανείς να του ειπή παραμικρόν λόγον. Τώρα κοντά εις το τέλος μας το έλεγεν συχνά, πώς μέλλει να μας αποχαιρετήση και να αποχωρισθή. Ερχόμενοι δε εδώ εις ένα χωρίον Κολικόντασι ονομαζόμενον και τελειώνοντας την διδαχήν του κατά την συνήθειαν όπου είχεν, αναχωρήσαμεν να πηγαίνωμεν εις ένα χωρίον εις την Αγία Τριάδα εις την Σέμεναν. Εκεί ήταν ένας Χότζας του Κουρτ Πασά και στέλνωντας να πάρωμεν τον ορισμόν του δια να υπάγωμεν και εκεί, αυτός ευρέθηκε όπου εμάζωνεν τα κεσέμια, τον ηρώτησαν οι προεστοί και αυτός τους είπε: Καλώς να έλθη. Και μας έφεραν εις το ποτάμι την απόκρισιν πώς να πηγαίνωμεν, και εις την στράταν ως μισή ώρα ήτον έξω από το χωρίον ο Χότζας. Και λέγει ο διδάσκαλος των ανθρώπων: Εγώ θέλω να πηγαίνω εις τον Χότζαν να τον χαιρετήσω και πηγαίνετε όλοι εμπρός εις το χωρίον, όπου άλλην φοράν δεν είχε κάμει να υπάγη ο ίδιος να χαιρετήση κανέναν ασεβή. Τέλος πάντων επήγαμε τέσσαροι, εγώ με τον διδάσκαλον και δυο παπάδες, ήταν το κονάκι του Χότζα μια ώρα μακρυά από την στράταν και επήγαμεν εκεί. Και εμβαίνοντας μέσα εις το κονάκι μας εδέχθηκε, είχε και άλλους ασεβείς ωσεί δεκαπέντε. Ερωτά ο Χότζας Αλβανίτικα αν έχει φερμάνι. Αποκρίνεται ένας παπάς και κάνει τον δραγουμάνον και του λέγει, ότι με φερμάνι βασιλικόν και με το θέλημα του Πατριάρχου και με του κοινού. Λέγει ο Χότζας: Καθήσατε έξω έως να φάγω ψωμί, γιατί κάτι λόγον να σας ειπώ. Και εβγήκαμεν έξω και εις ολίγον κράζει ο Χότζας έναν παπά και του λέγει: Έλαβα γράμμα από τον Πασά να τον στείλω εκεί, ότι κάτι θέλει να τον εξετάζη. Οι χριστιανοί εκαρτερούσαν εις την εκκλησίαν να υπάγη να τους διδάξη. Τότε ο Χότζας έβαλαν ανθρώπους και μας εφύλαγαν. Ήρθεν το βράδυ και καμμίαν απόκρισιν δεν ημπορέσαμεν να πάρωμεν. Το β΄ραδυ λέγει ο Χότζας. Θέλω να στείλω εις το Μπεράτι. Και αποβραδίς απεφάσισεν να στείλη τον διδάσκαλον εις το Μπεράτικαι εμένα και έναν παπά, δραγουμάνον και έναν Τούρκον και έκαμεν τα άλογα χαζίρι. Σηκώνεται ο διδάσκαλος από τα μεσάνυχτα και εβιαζόνταν να μας στείλουν. Λέγει ο Χότζας: Όχι μόνον την αυγήν. Ως φαίνεται εφοβούντο, την αυγήν έλεγεν δια να μη κάμουν καμμίαν επανάστασην ο κόσμος και τον εμποδίσουν. Την αυγήν έκαμαν τ’άλογα χαζίρι δια να πηγαίνουν και με λέγουν οι παπάδες: τα άλογα τα επήραν οι ασεβείς, εμένα και του δραγουμάνου, και δεν είνε ένας, ασεβείς είνε επτά όπου θέλουν να έλθουν. Επειδή και δεν είνε άλογον μην έρθης, ότι είνε μακρυά. Εγώ του λέγω: Θέλω έρθω και ας αποθάνω εις την στράταν. Και με λέγει: Έλα. Και καθώς κινούμεν με ρωτά: το επήρες το ράσο μου; Εγώ δεν το είχα πάρει και με λέγει: Πήγαινε να το πάρης. Και γυρίζοντας οπίσω με έπιασαν οι ασεβείς με τα σκόπια και με παίρνουν το ράσον και με δέρνυον και δε με άφησαν να πηγαίνω. Και τον παίρνουν τον διδάσκαλον και τον βάνουν εις το άλογον και ότε πηγαίνουν παρακάτω κυνηγούν τον δραγουμάνον με τα σπαθιά και εκείνους όπου ακολουθούσαν, τα άλογά των τα διώχνουν και πηγαίνουν μοναχοί τους μιαν ώραν και μισήν στράτανεις το ποτάμι και εκεί εξεπέζευσάν τον από το άλογον και αυτός τους είπε να τον αφήσουν να προσευχηθή και τον άφησαν και καθώς επροσεύχονταν ευλόγησεν τον κόσμον σταυροειδώς, και εκεί ήτο ένα δένδρον και εβγάνοντας το σχοινίον από το άλογον και καθώς εδέναμεν τον θρόνον με τον σταυρόν, έτσι τον έδεσαν από τον λαιμόν και τον έπνιξαν, και του είπαν πρωτύτερα να του δέσουν τα χέρια και αυτός τα εσταύρωσεν μόνος του και δεν του έδεσαν και έτσι επαρέδωσεν την Αγίαν του ψυχήν εις χείρας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και ευθύς τον εγύμνωσαν από όλα τα φορέματα όπου είχεν έξω από ένα παλαιοβράκι όπου δεν του το έβγαλαν και τον έρριψαν εις το ποτάμι. Ύστερα επήραν θέλημα οι χριστιανοί να τον εβγάλουν και εγύρισαν με καμάκια και δίκτυα και δεν τον εύρισκαν. Ύστερον ένας παπάς, Μάρκος ονόματι, κάμνει τον σταυρόν του και πηγαίνει με το μονόξυλον, και ώ του θαύματος! Ευθύς εφάνη εις το νερόν ορθός, και τον επήρεν, και τον πηγαίνει εις την εκκλησίαν εις Κολικόντασι, και ήτον κοντά βράδυ και τον έψαλαν και τον έθαψαν, και ημάς μας εφύλαγον. Και εις τρεις ημέρας στέλνει ο Χότζας δια να μας πάρη, και τότε εμάθαμεν πως ευρέθη ο διδάσκαλος, και έρχεται ένας καλόγηρος σταλμένος από την Ανδρονίτζαν να μας πάρη από τον Χότζαν και την άλλην ημέραν μας πηγαίνουν εις τον τάφον και εξεχώσαμεν να ιδώμεν ότι δεν επιστεύομεν. Και έτσι είδομεν το άγιον του λείψανον και το επροσκυνήσαμε και το θάψαμε καθώς και πρώτα. Και μας επήραν και μας έχουν εις το μοναστήριον της Αρδονίτζας σκλαβωμένους έως την σήμερον και δεν είχαμεν κανέναν χριστιανόν να ομιλήσει τίποτε δια λόγου μας, ή να πάρωμεν περίληψιν να καταλάβωμεν αν έχουν να μας χαλάσουν, ή αν έχουν δια να μας κρατήσουν δια σκλάβους. Εγώ αρρώστησα και ήλθα εις θάνατον και ακόμη κοίτομαι. Και ωσάν τον έπνιξαν τον διδάσκαλον ευθύς ένας ασεβής εγυμνώθηκεν και περιεπάτει ωσάν αντίχριστος και εκήρυττε, πως αυτός τον εθανάτωσεν. Και εις εκείνην την εκκλησίαν οπού τον ενταφίασαν, βλέπουσι εκεί όπου είχομεν τον σταυρόν και τον θρόνον ένα άγιον φως οπού καταβαίνει κάθε νύκταν. Και μίαν Κυριακήν μετά την λειτουργίαν έβγαλαν τον σταυρόν εκείθεν και τον έβαλαν οπίσω από το άγιον βήμα της εκκλησίας, όθεν είναι το λείψανόν του. Πάλιν εφάνη το ίδιον φως. Πλήν γίνονται πολλά εκεί όμως δεν μας τα λέγουν ημάς επειδή είμασθεν σφαλισμένοι. Και μας λέγουν ότι φοβείται ο Πασάς να μην τύχει και πάμε εις Τζαφέριγην, όπου πολεμεί με τον καπετάν Σιούλαν κλέφτην. Και έχουν και φόβον επειδή αυτός είνε και διακαιοκρίτης καθώς ακούομεν, και αν ίσως ήθελαν οι χριστιανοί να πηγαίνουν, ίσως και ήθελε γίνει τίποτας. Μα με το να μην είνε τινας χριστιανός, όπου να πονή δια την πίστιν των χριστιανών, όθεν ευρισκόμεθα χωρίς τινος βοήθειαν. Αυτός ο Βεζίρ Μπεγλέρμπεγης ευρίσκεται κατά τα Μπιτόλια και όποιος χριστιανός θέλει να κάμη έλεος και μας εβγάλη, εκείνος ήθελε σώσει την ψυχήν του. Όμως και ημείς, αδελφοί μου, δεν μετρούμεν τον θάνατον, άμποτες και να μας αξίωνεν ο Θεός να μας εθανάτωναν, πλην ταύτη η φυλακή μας θλίβει περισσότερον. Και, αδελφοί, τα λόγια οπού πάντοτε ο διδάσκαλος έλεγεν να τα φυλάγητε εγκεκλισμένα εις την καρδίαν σας και διάνοιάν σας, ακόμη μας είπεν, ότι έχουν πολλά να ιδούν τα μάτια σας και πολλαίας ακαταστασίαις. Οι Εβραίοι έδωσαν πενήντα πουγγιά και τον εθανάτωσαν και κανείς δεν τον έβανεν ζόρι, μόνον επήγε μοναχός του χωρίς να τον γυρεύη κανείς. Πολλά ήθελα να σας γράψω, όμως είμαι άρρωστος εις το στρώμα. Και ανίσως θέλη τινας να έλθη εδώ να μας ιδή, ας έλθη, δεν έχει κανέναν φόβον. Να προσκυνήσητε τον τάφον του, πάντοτε να έχητε τα λόγια του διδασκάλου εις τον νουν σας δια να μην αμαρτάνητε, δια να αξιωθήτε και της ουρανίου βασιλείας να απολαύσητε και τον διδάσκαλόν μας, να ευραίνεσθε μαζί μετά πάντων των αγίων και να σας βρη η γραφή μου γερούς και καλά ψυχή τε και σώματι και η ευχή του διδασκάλου να είνε πάντοτε μαζί σας.
Και συγχωρήσατέ με και ο Θεός συγχωρήσοι σας. Από το Μοναστήρι της Αδρονίτζας γράφω.

6.-ΑΓΙΟΠΟΙΗΣΙΣ

+ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ
ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

Αριθμ. Πρωτοκ. 260

Τους οσιότητι μεν αγιότατι βίου διαπρέψαντας και εαυτούς καταναλώσαντας έργω τε και λόγω εν τη υπηρεσία και αγάπη προς τον Θεόν και τον πλησίον, και μετά την αποβίωσιν οσίαις μνήμαις και συνάξεσι τιμάν, ύμνεις τε και εγκωμίοις εσαεί μετά πάσης ευάβείας σεμνύνειν και γεραίρειν η Αγία του Χριστού οίδεν Εκκλησία, εις δόξαν μεν εκάστοτε του τους δοξάσαντες Αυτόν αντιδοξάζοντος Χριστού, την τούτων δ’ επικαλείσθαι μεσιτείαν προς τον φιλάνθρωπον Θεόν υπέρ αφέσεως αμαρτιών, ιάσεως ασθενών και γενικώς ωφελείαν ψυχικήν του Χριστωνύμου Πληρώματος.
Επειδή τοίνυν ούτως εβίωσε και επολιτεύσατο και ο εκ Μεγάλου Δένδρου της Αιτωλίας ορμώμενος ιερομόναχος Κοσμάς, ο επικαλούμενος Αιτωλός, ος, τοις μοναχοίς της εν Αγίω Όρει ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής του Φιλοθέου καταλεγείς και ακολούθως τον εκεί μονήρη και ασκητικόν θυσιάσας βίον, άπασαν την πατρώαν γην διέδραμε, κηρύττων ιεραποστολικώς τον λόγον του Θεού, σχολεία πολλαχού ιδρύων, ασθενούντας θεραπεύων, την Αγίαν αυτού Εκκλησίαν κρατύνων, τύπον δ’ εαυτόν ταπεινώσεως, αυταπαρνήσεως, αρετής και εγκρατείας αναδείξας, έως ου και τον μαρτυρικόν τη κδ΄ Αυγούστου του χιλιοστού επτακοσιοστού εβδομηκοστού ενάτου σωτηρίου έτους υπέμεινε θάνατον, η Μετριότης ημών μετά των περί ημάς Ιερωτάτων Μητροπολιτών και υπερτίμων, των εν Αγίω Πνεύματι αγαπητών ημίν αδελφών και συλλειτουργών, προς την θεάρεστον πολιτείαν και βιοτήν, τον μαρτυρικόν θάνατον και τα υπό του ιερού τούτου ανδρός και ζώντος και μετά θάνατον ενεργηθέντα θαύματα απιδόντες, και της κοινής των πιστών ωφελείας προνοούμενοι, εξ’ αρχής τιμώντων την ιεράν αυτού μνήμην, προς την εκκλησίαν, αποφάσει της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Αγιώτατης Εκκλησίας της Ελλάδος ημίν διαβιβασθείσης, υπέβαλε και ανέλυσεν ο Ιερώτατος Μητροπολίτης Αιτωλίας και Ακαρνανίας και αγαπητός ημίν εν Χριστώ αδελφός κύριος Ιερόθεος, την κοινήν επιθυμίαν και παράκλισην των ευσεβών χριστιανών περί κατατάξεως και επισήμως του τοσούτον υπέρ της Ορθοδόξου πίστεως μοχθήσαντος και εργασαμένου και μαρτυρικόν υποστάντος θάνατον εν τη των Αγίων χορεία εισηγούμενος και υποστηρίζων, έγνωμεν, τω κοινώ της εκκλησίας έθει κατακολουθούντες, την προσήκουσαν τοις θείους ανδράσι και τούτω απονείμαι τιμήν.
Διό και θεσπίζομεν Συνοδικώς και διοριζόμεθα και εν Αγίω διακελευόμεθα Πνεύματι, όπως από του νυν και εις το εξής εις αιώνα τον άπαντα Κοσμάς ο Αιτωλός συναριθμήται τοις Αγίοις της Εκκλησίας και Ιερομάρτυσι, τιμώμενος παρά των πιστών και ύμνοις εγκωμίων γεραιρότερος τη κδ΄ του μηνός Αυγούστου, εν η μαρτυρικώς προς τον Κύριον εξεδήμησεν.
Εις ένδειξιν δε τούτου και βεβαίωσιν εγένετο η παρούσα Πατριαρχική ημών και Συνοδική Πράξις, κατυαστρωθείσα μεν και υπογραφείσα εν τώδε τω Ιερώ Κώδικι της καθ’ ημάς Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, εν ίσω δε και απαραλλάκτω αποσταλείσα τω Ιερωτάτω Μητροπολίτη Αιτωλίας και Ακαρνανίας κυρίω Ιεροθέω, προς κατάθεσιν τοις Αρχείοις της Ιεράς αυτού Μητροπόλεως.

Εν έτη σωτηρίω 1961, κατά μήνα Απρίλιον (κ΄)
Επινεμήσεως ΙΔ΄.

+ Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Αθηναγόρας αποφαίνεται
+ Ο Χαλκηδόνως Θωμάς
+ Ο Δέκρων Ιάκωβος
+ Ο Πριγκηπονήσων Δωρόθεος
+ Ο Νεοκαισαρείας Χρυσόστομος
+ Ο Λαοδικείας Μάξιμος
+ Ο Σάρδεων Μάξιμος
+ Ο Ροδοπόλεως Ιερώνυμος
+ Ο Φιλαδελφείας Ιάκωβος

ΔΙΔΑΧΑΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ (ΔΙΔΑΧΗ Α΄)

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Αυγ 8th, 2010 | filed Filed under: AΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ ΑΙΤΩΛΟΣ

ΔΙΔΑΧΑΙ ΤΟΥ AΓIOΥ KOΣMA ΤOΥ AITΩΛΟΥ

ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ

AG.-KOSMAS1

ΔΙΔΑΧΗ Α΄

Η ενανθρωπησις του Θειου Λογου

Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και Θεός, αδελφοί μου, ο γλυκύτατος αυθέντης και Δεσπότης, ο ποιητής των Αγγέλων και πάσης νοητής και αισθητής κτίσεως παρακινούμενος ο Κύριος από την πολλήν του αγαθότητα όπου έχει εις το γένος μας, σιμά εις άπειρα χαρίσματα οπού μας εχάρισε και μας χαρίζει καθ’ εκάστην ημέραν και ώραν και στιγμήν, εκαταδέχθη και έγινε και τέλειος άνθρωπος εκ Πνεύματος Αγίου και από τα καθαρώτατα αίματα της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, δια να μας κάμη να έβγωμεν από τας χείρας του διαβόλου, και να μας κάμη υιούς και κληρονόμους της βασιλείας του, να χαίρωμεν πάντοτε εις τον παράδεισον μαζί με τους Αγγέλους και να μη καιώμεθα εις την κόλασιν με τους ασεβείς και τους διαβόλους.

Το έργον των Αποστόλων

Καθώς ένας άρχοντας έχει αμπέλια και χωράφια και βάνει εργάτας, ούτω και ο Κύριος ωσάν ένα αμπέλι έχει όλον τον κόσμον, και επήρε δώδεκα Αποστόλους και τους έδωκε την χάρην του και την ευλογίαν του, και τους έστειλεν εις όλον τον κόσμον να διδάξουν τους ανθρώπους πώς να ζήσουν και εδώ καλά, ειρηνικά, ηγαπημένα, και με ταύτα να πηγαίνουν εις τον Παράδεισον, να χαίρωνται πάντοτε, να μετανοούν, να πιστεύουν και να βαπτίζωνται εις το όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και να έχουν την αγάπην εις τον Θεόν και εις αδελφόν των.
Και εις οποίαν χώραν πηγαίνουν οι Απόστολοι και τους δέχονται οι άνθρωποι, τους παρήγγειλεν ο Κύριος να ευλογούν την χώραν εκείνη, εις οποίαν χώραν πάλιν πηγαίνουν οι Απόστολοι και δεν τους δέχονται, τους παρήγγειλεν ο Κύριος να τινάζουν και τα τσαρούχια των και να φεύγουν. Έτσι οι άγιοι Απόστολοι λαμβάνοντες την χάριν του Αγίου Πνεύματος, ως φρόνιμοι και πιστοί δούλοι του Χριστού μας, έτρεξαν ωσάν αστραπή εις όλον τον κόσμον. Με εκείνην την χάριν ιάτρευον τυφλούς και κωφούς και λεπρούς και διαμονισμένους, και, το μεγαλύτερον, με το όνομα του Χριστού μας επρόσταζον τους νεκρούς και ανεσταίνοντο. Και εις όποιαν χώραν επήγαιναν οι άγιοι Απόστολοι και τους εδέχοντο οι άνθρωποι, τους έκαμνον χριστιανούς, εχειροτόνουν αρχιερείς και ιερείς, συνέστειναν Εκκλησίας, και ευλογούσαν την χώραν εκείνην, και εγίνετο ένας επίγειος παράδεισος, χαρά και ευφροσύνη, κατοικία των Αγγέλων, κατοικία του Χριστού μας.
Εις όποια χώραν πάλιν επήγαινον και δεν τους εδέχοντο οι άνθρωποι, τος παρήγγειλε να τινάζουν τα υποδήματά των, και έμενεν εις εκείνη την χώραν κατάρα και όχι ευλογία, κατοικία του διαβόλου και όχι του Χριστού μας.

Η δική του καταγωγή και αποστολή

Πρέπον και εύλογον είναι ένας διδάσκαλος, όταν θέλη να διδάξη, να εξετάζη πρώτον τι ακροατάς έχη, ομοίως και οι ακροαταί να εξετάζουν τι διδάσκαλος είναι. Και εγώ, αδελφοί μου, που ηξιώθην και εστάθηκα εις αυτόν τον άγιον τόπον τον αποστολικόν δια την ευσπλαχνίαν του Χριστού μας, εξέτασα πρώτον δια λόγου σας και έμαθα πως με την χάριν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και Θεού δεν είσθε Έλληνες (ειδωλολάτραι), δεν είσθε ασεβείς, αιρετικοί, άθεοι, αλλ’ είσθε βαπτισμένοι εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και είσθε τέκνα και θυγατέρες του Χριστού μας. Και όχι μόνον δεν είμαι άξιος να διδάξω, αλλά μήτε τα ποδάρια σας να φιλήσω. Διότι ο καθένας από λόγου σας είναι τιμιώτερος από όλον τον κόσμον. Πρέπει δε να ηξεύρετε και η ευγενειά σας δια λόγου μου, το ηξεύρω πως άλλοι σας λέγουν άλλα, όμως ανίσως και θέλετε να μάθετε την πάσαν αλήθειαν, εγώ σας τη λέγω. Η πατρίδα μου η ψεύτικη, η γήινος και μάταια, είνε από του αγίου Άρτης και από την επαρχίαν Απόκουρο. Ο πατήρ μου, η μήτηρ μου, το γένος μου, ευσεβείς ορθόδοξοι χριστιανοί. Είμαι λοιπόν και εγώ, αδελφοί μου, άνθρωπος αμαρτωλός, χειρότερος από όλους, είμαι όμως δούλος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού του εσταυρωμένου και Θεού. Όχι πως είμαι άξιος να είμαι δούλος του Χριστού, αλλ’ ο Χριστός μου με καταδέχεται δια την ευσπλαχνίαν του. Τον Χριστόν μας λοιπόν, αδελφοί μου, πιστεύω, δοξάζω και προσκυνώ. Τον Χριστόν μας παρακαλώ να με καθαρίση από κάθε αμαρτίαν ψυχικήν και σωματικήν. Τον Χριστόν παρακαλώ να με δυναμώση να νικήσω του τρεις εχθρούς: τον κόσμον, την σάρκα και τον διάβολον. Τον Χριστόν μας παρακαλώ να με αξιώση να χύσω και εγώ το αίμα μου δια την αγάπην του, καθώς το έχυσε Εκείνος δια την αγάπην μου. Ανίσως, αδελφοί μου, και ήτο δυνατόν να ανέβω εις τον ουρανόν, να φωνάξω μιαν φωνήν μεγάλην, να κηρύξω εις όλον τον κόσμον, πως μόνος ο Χριστός μας είναι Υιός και Λόγος του Θεού, και Θεός αληθινός και ζωή των πάντων, ήθελα να κάμω, μα επειδή και δεν δύναμαι να πράξω εκείνο το μέγα, κάμνω τούτο το μικρόν, και περιπατώ από τόπον εις τόπον, και διδάσκω τους αδελφούς μου το κατά δύναμιν, όχι ως διδάσκαλος, αλλ’ ως αδελφός διδάσκαλος μόνος ο Χριστός μας είναι.

Κλήσις δια το κήρυγμα

Πόθεν παρεκινήθην, αδελφοί μου, θέλω να σας φανερώσω την αιτίαν. Αναχωρών από την πατρίδα μου προ πενήντα ετών, επεριπάτησα τόπους πολλούς, κάστρα, χώρας και χωρία, και μάλιστα εις την Κωνσταντινούπολιν, και περισσότερον εκάθησα εις το Άγιον Όρος, δεκαεπτά χρόνους, και έκλαιον δια τας αμαρτίας μου. Σιμά εις τα άπειρα χαρίσματα οπού μου εχάρισεν ο Κύριος μου, με ηξίωσε και έμαθα ολίγα γράμματα Ελληνικά, έγινα και καλόγηρος.
Μελετώντας το άγιον και ιερόν Ευαγγέλιον εύρον μέσα πολλά και διάφορα νοήματα, τα οποία είναι όλα μαργαριτάρια, διαμάντια, θησαυρός, πλούτος, χαρά, ευφροσύνη, ζωή αιώνιος. Σιμά εις τα άλλα εύρον και τούτον τον λόγον οπού λέγει ο Χριστός μας, πως δεν πρέπει κανένας χριστιανός, άνδρας ή γυναίκα, να φροντίζει δια τον εαυτόν του μόνον πώς να σωθεί, αλλά να φροντίζει και δια τους αδελφούς του να μη κολασθούν. Ακούοντας και εγώ, αδελφοί μου, τούτον τον γλυκύτατον λόγον οπού λέγει ο Χριστός μας, να φροντίζωμεν και δια τους αδελφούς μας, μ’ έτρωγεν εκείνος ο λόγος μέσα εις την καρδίαν τόσους χρόνους, ωσάν το σκουλήκι οπού τρώγει το ξύλον, τι να κάμω και εγώ στοχαζόμενος εις την αμάθειάν μου. Εσυμβουλεύθηκα τους πνευματικούς μου πατέρας, αρχιερείς, πατριάρχας, τους εφανέρωσα τον λογισμόν μου, ανίσως και είναι θεάρεστον τέτοιον έργον να το μεταχειρισθώ, και όλοι με παρεκίνησαν να το κάμω, και μου είπον πως τέτοιον έργον καλόν και άγιον είναι. Μάλιστα παρακινούμενος από τον Παναγιώτατον κύριον Σωφρόνιον, Πατριάρχην – να έχωμεν την ευχήν του – και λαμβάνοντας τας αγίας του ευχάς, άφησα την ιδικήν μου προκοπήν, το ιδικόν μου καλόν, και εβγήκα να περιπατώ από τόπον εις τόπον και διδάσκω τους αδελφούς μου.

Κήρυξ αφιλάργυρος

Κάμνοντας αρχήν να διδάσκω μου ήλθεν ένας λογισμός εδώ οπού περιπατώ να ζητώ άσπρα διότι ήμην φιλάργυρος και αγαπούσα τα γρόσια, ναι, μα και τα φλωρία περισσότερον, όχι ωσάν την ευγενίαν σας που τα περιφρονείτε, ή δεν τα καταφρονείτε; Μελετώντας πάλιν το άγιον και ιερόν Ευαγγέλιον, εύρον και άλλον λόγον οπού λέγει ο Χριστός μας πως χάρισμα σου έδωσα και εγώ την χάριν μου, χάρισμα να την δώσεις και συ εις τους αδελφούς σου, χάρισμα να διδάσκης, χάρισμα να συμβουλεύεις, χάρισμα να εξομολογείς, και ανίσως και ζητήσεις να πάρεις τίποτε πληρωμήν δια την διδαχήν, ή πολλά ή ολίγα, ή ένα άσπρο, εγώ σε θανατώνω και σε βάνω εις την κόλασιν.
Ακούοντας και εγώ, αδελφοί μου, αυτόν τον γλυκύτατον λόγον οπού λέγει ο Χριστός μας, χάρισμα να δουλεύωμεν και τους αδελφούς μας, εις την αρχήν μου εφάνη βαρύς ο λόγος, ύστερον όμως μου εφάνη γλυκύτερος ώσπερ μέλι και κηρίον, και εδόξασα και δοξάζω χιλιάδες φορές τον χριστόν μου οπού μ’ εφύλαξε από τούτο το πάθος της φιλαργυρίας, και με την χάριν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού του εσταυρωμένου και Θεού δεν έχω μήτε σακκούλα, μήτε σπίτι, μήτε κασσέλλα, μήτε άλλο ράσο από αυτό οπού φορώ, αλλά ακόμη παρακαλώ τον Κύριόν μου μέχρι τέλους της ζωής μου να με αξιώσει να μην αποκτήσω σακκούλα, διότι ωσάν κάμω αρχήν να παίρνω άσπρα, ευθύς έχασα τους αδελφούς μου, και δεν ημπορώ και τα δύο, ή τον Θεόν ή τον διάβολον.

Η Αγια Τριας

το γλυκύ της Ορθοδοξίας κήρυγμα

Πρέπον και εύλογον είνε, χριστιανοί μου, καθώς μανθάνομεν από το άγιον Ευαγγέλιον και από τας θείας Γραφάς, ν’ αρχίζωμεν την διδασκαλίαν μας από τον Θεόν, και όταν τελειώσωμεν, να ευχαριστήσωμεν τον Θεόν όχι πως είμαι άξιος ν’ αναφέρω το όνομα του Θεού μου, αλλά ο Θεός καταδέχεται δια την ευσπλαχνίαν του.
Αφήνομεν λοιπόν, αδελφοί μου, τας φλυαρίας των ασεβών, των αιρετικών, των αθέων, και λέγομεν μόνον όσα το Πνεύμα το Άγιον εφώτισε τους αγίους Προφήτας, Αποστόλους και Πατέρας της Εκκλησίας μας και μας έγραψαν, και πάλιν όχι όλα να τα ειπούμεν, διότι δεν είνε δυνατόν, θέλομεν χρόνους και καιρούς, αλλά μερικά απού φαίνονται αναγκαιότερα. Και όστις είνε φιλομαθής, ας ζητήση να μάθη και τα επίλοιπα. Ο πανάγαθος λοιπόν αδελφοί μου, και πολυέλεος Θεός είνε ένας, και όποιος λέγει ότι είνε πολλοί θεοί, είνε διάβολος. Είνε δε και Τριάς, Πτήρ, Ιυός και Άγιο Πνεύμα, μια φύσις, μια δόξα, μια βασιλεία, ένας Θεός. Είνε δε ακατάληπτος, Κύριος ανερμήνευτος, παντοδύναμος, όλος φως όλος χαρά, όλος ευσπλαχνία, όλος αγάπη. Δεν έχομεν κανένα παράδειγμα αν παρομοιάσωμεν την Αγίαν τριάδα, επειδή και δεν ευρήσκεται άλλο εις τον κόσμον. ,α δια να λάβη παραμικρήν βοήθειαν ο νους μας, φέρνουν μερικά παραδείγματα οι θεολόγοι της Εκκλησίας. Σιμά εις τα άλλα μας φέρνουν και τον ήλιον. Ο ήλιος ηξεύρομεν όλοι πως είνε ένας, ένας είνε και ο θεός, και καθώς ο ήλιος φωτίζει τούτον τον κόσμον τον αισθητόν, ούτω και η Αγία τριάς, ο Θεός φωτίζει τον νοητόν. Είπομεν, αδελφοί μου, πως ο ήλιος είνε ένας, μα είνε και τρία μαζί, έχει ακτίνας, όπου έρχονται εις τα όματά μας σαν γραμμαί, ωσάν κλωσταί, έχει και φως, όπου εξαπλώνεται εις όλον τον κόσμον. Με τον ήλιον ομοιάζουμε τον άναρχον Πατέρα, με τις ακτίνες τον συνάναρχον Υιόν, και με το φως το ομοούσιον Πνεύμα. Είναι και άλλος τρόπος να καταλάβετε την Παναγίαν Τριάδα. Πώς; Να εξομολογηθήτε καθαρά, να μεταλάβετε τα Άχραντα Μυστήρια με φόβον και με ευλάβειαν, και τότε θα σας φωτίση ι χάρις του του Παναγίου Πνεύματος να καταλάβετε καλύτερα.
Αυτήν την Παναγίαν Τριάδα ημείς οι ευσεβείς και ορθόδοξοι χριστιανοί δοξάζομεν και προσκυνούμεν, αυτός είνε ο αληθινός Θεός, και έξω από την Αγίαν Τριάδα όσοι λέγονται θεοί είνε δαίμονες. Και όχι μόνον ημείς πιστεύομεν, δοξάζομεν, προσκυνούμεν την Αγία Τριάδα, αλλά ωσάν τα άστρα του ουρανού, και ωσάν την άμμον της θαλάσσης, Προφήται, Απόστολοι, Μάρτυρες, Ασκηταί έχυσαν το αίμα των δια την αγάπην της Αγίας Τριάδος και ηγόρασαν τον παράδεισον και χαίρονται πάντοτε.

Η πανταχού παρουσία του Θεού

Δεν ευρίσκεται τόπος οπού να λείπη ο Θεός. Πρέπει και ημείς οι ευσεβείς χριστιανοί, όταν θέλωμεν να κάμωμεν καμμίαν αμαρτίαν, να στοχαζώμεθα ότι ο Θεός είνε μέσα εις την καρδίαν μας, είνε πανταχού παρών και μας βλέπει, να εντρεπόμεθα τους Αγγέλους, τους Αγίους, και μάλιστα τον άγγελον, τον φύλακα της ψυχής μας, οπού μας βλέπει. Από ένα μικρόν παιδίον εντρεπόμεθα, και πώς να μην εντρεπόμεθα από τόσους Αγίους και Αγγέλους;
Αγαπάτε τον Θεόν
Ο πανάγαθος και πολυέλεος Θεός, αδελφοί μου, έχει πολλά και διάφορα ονόματα, λέγεται και φως, και ζωή, και ανάστασις. Όμως το κύριον όνομα του Θεού μας είνε και λέγεται αγάπη. Πρέπει ημείς, ανίσως και θέλωμεν να περάσωμεν και εδώ καλά, να πηγαίνωμεν και εις τον παράδεισον, και να λέγωμεν τον Θεόν μας αγάπην και πατέρα, πρέπει να έχωμεν δύο αγάπας, αγάπην εις τον Θεόν μας, και εις τους αδελφούς μας. Φυσικόν μας είνε να έχωμεν αυτάς τας δύο αγάπας, παρά φύσιν είνε να μην τας έχωμεν. Και καθώς ένα χελιδόνι χρειάζεται δύο πτέρυγας δια να πετά εις τον αέρα, ούτω και ημείς χρειαζόμεθα αυτάς τας δύο πτέρυγας, διότι χωρίς αυτών είνε αδύνατον δια να σωθώμεν. Και πρώτον έχομεν χρέος να αγαπώμεν τον Θεόν μας, διότι μας εχάρισεν τόσην γην κεγάλην εδώ να κατοικώμεν πρόσκερα, τόσες λιλιάδες φυτά, βρύσες, ποταμούς, αέρα, ημέραν, νύκτα, ουρανόν, ήλιον κ.λ.π. όλα αυτά δια ποίον τα έκαμεν, ειμή δι’ ημάς; Τι μας εχρεώστει; Τίποτε. Όλα χάρισμα, μας έκαμεν ευσεβείς ορθοδόξους χριστιανούς, και όχι ασεβείς αιρετικούς, αν και αμαρτάνωμεν χιλιάδες φορές την ώραν, μας ευσπλαχνίζεται ωσάν πατέρας και δεν μας θανατώνει να μας βάλη εις την κόλασην, αλλά περιμένει την μετάνοιάν μας με τας αγκάλας ανοιχτάς, πότε να μετανοήσωμεν, να παύσωμεν από τα κακά, και να κάμωμεν τα καλά, να εξομολογηθώμεν, να διορθωθώμεν, να μας εναγκαλισθή, να μας βάλη εις τον παράδεισον να χαιρώμεθα πάντοτε.
Τώρα λοιπόν τοιούτον γλυκύτατον Θεόν και Δεσπότην δεν πρέπει και ημείς να τον αγαπώμεν, και αν τύχη ανάγκη, να χύσωμεν και το αίμα μας χιλιάδες φορές δια την αγάπην του, καθώς το έχυσε και Εκείνος δια την αγάπην μας; Ένας άνθρωπος σε κράζει εις τον οικόν του και θέλει να σε φιλεύσει ένα ποτήρι κρασί, και πάντοτε εις όλην σου την ζωήν θε να τον εντρέπεσαι και τον τιμάς και τον Θεόν δεν πρέπει να τιμάς και να εντρέπεσαι, όπου σου εχάρισε τόσα καλά και εσταυρώθηκε δια την αγάπην σου; Ποίος πατέρας εσταυρώθηκε δια τα παιδιά του καμμίαν φοράν; Και ο γλυκύτατός μας Ιησούς Χριστός έχυσε το αίμα του και μας εξηγόρασεν από τας χείρας του διαβόλου. Τώρα δεν πρέπει και ημείς να αγαπώμεν τον Χριστόν μας; Ημείς όχι μόνον δεν τον αγαπώμεν, αλλά τον υβρίζομεν καθ’ ημέραν με τας αμαρτίας οπού κάμνομεν. Αμή ποίον θέλετε να αγαπώμεν, αδελφοί μου; Να αγαπώμεν τον διάβολον, οπού μας έβγαλεν από τον παράδεισον και μας έφερεν εις τον κατηραμένον τούτον κόσμον και παθαίνομεν τόσα κακά; Και έχει προαίρεσιν ο διάβολος, αν ηδύνατο αυτήν την ώραν να μας θανατώσει όλους και να μας βάλει εις την κόλασιν, το έκαμνε. Τώρα σας ερωτώ, αδελφοί μου, να μου ειπήτε ποίον πρέπει, να μισούμεν τον διάβολον, τον εχθρόν μας, ή ν’ αγαπώμεν τον Θεόν μας, τον ποιητήν μας, τον πλάστην μας; -Ναι, άγιε του Θεού. –Πολύ καλά το λέγετε, να έχω την ευχήν σας, και εγώ το λέγω, μα και ο Θεός χρειάζεται στρώμα δια να καθήσει, ποίον δε είναι; Η αγάπη. Άς έχωμεν λοιπόν και ημείς την αγάπην εις τον Θεόν και εις τους αδελφούς μας, και τότε έρχεται ο Θεός μας και μας χαροποιεί, και μας φυτεύει εις την καρδίαν μας την ζωήν την αιώνιον, και περνούμεν και εδώ καλά και πηγαίνομεν και εις τον παράδεισον να ευφραινώμεθα πάντοτε.

Αγαπάτε τον πλησίον

ζυγαρια αγ. Κοσμα ιστΗμείς όχι μόνον δεν έχομεν την αγάπην, αλλά έχομεν το μίσος και την έχθραν εις την καρδίαν μας και μισούμεν τους αδελφούς μας, έρχεται ο πονηρός διάβολος και μας πικραίνει και βάνει τον θάνατον εις την ψυχήν μας και περνούμεν και εδώ κακά, και πηγαίνομεν εις την κόλασιν και καιόμεθα πάντοτε.
Φυσικόν μας είναι ν’ αγαπώμεν τους αδελφούς μας, διότι είμεθα μιας φύσεως, έχομεν ένα βάπτισμα, μίαν πίστιν, τα Άχραντα Μυστήρια μεταλαμβάνομεν, ένα παράδεισον ελπίζομεν ν’ απολαύσωμεν. Καλότυχος εκείνος ο άνθρωπος οπού αξιώθηκε και έλαβεν εις την καρδίαν του αυτάς τας δύο αγάπας, εις τον Θεόν, και εις τους αδελφούς του. Διότι όποιος έχει τον Θεόν εις την καρδίαν του, έχει πάντα τα αγαθά και αμαρτίαν δεν υποφέρει να κάμει και όστις δεν έχει τον Θεόν εις την καρδίαν, έχει τον διάβολον, και κάμνει πάντα τα κακά και όλας τας αμαρτίας. Χιλίας χιλιάδας καλά να κάμνωμεν, αδελφοί μου, νηστείας, προσευχάς, ελεημοσύνας, και το αίμα μας να χύσωμεν δια τον Χριστόν μας, και δεν έχωμεν αυτάς τας δύο αγάπας, αλλά έχωμεν το μίσος και την έχθραν εις τους αδελφούς μας, όλα εκείνα τα καλά οπού εκάμμαμεν είναι του διαβόλου και εις την κόλασιν πηγαίνομεν. Μα καλά, λέγετε, εκεί με εκείνην την ολίγην έχθραν οπού έχομεν εις τους αδελφούς μας, έχοντες τόσα καλά καμωμένα, εις την κόλασιν πηγαίνομεν; Ναι, αδελφοί μου, διότι εκείνη η έχθρα είναι φαρμάκι του διαβόλου και καθώς βάνομεν μέσα εις εκατόν οκάδας αλεύρι ολίγον προζύμι, και έχει τόσην δύναμιν και ανακουφίζει όσον ζυμάρι και αν είναι, έτσι είναι και η έχθρα όλα εκείνα τα καλά οπού εκάμαμεν, τα γυρίζει και τα κάμνει φαρμάκι του διαβόλου.
Εδώ, χριστιανοί μου, πως πηγαίνετε; Έχετε την αγάπην ανάμεσόν σας; Ανίσως και θέλετε να σωθήτε, κανένα άλλο πράγμα να μη ζητήσετε εδώ εις τον κόσμον από την αγάπην. Είναι εδώ κανένας από την ευγενίαν σας οπού να έχει αυτήν την αγάπην εις τους αδελφούς του; Άς σηκωθεί επάνω να μου το ειπή, να τον ευχηθώ και εγώ, να βάλω και όλους τους χριστιανούς να τον συγχωρήσωσι, να λάβει μίαν συγχώρησιν, οπού να έδινεν χιλιάδες φλωρία δεν την εύρισκεν. – Εγώ, άγιε του Θεού, αγαπώ τον Θεόν και τους αδελφούς μου. – Καλά, παιδί μου, έχε την ευχήν. Πως σε λέγουν το όνομά σου; -Κώστα. – Τι τέχνη κάμνεις; -Πρόβατα φυλάγω. – Το τυρί όταν το πωλείς το ζυγιάζεις; – Το ζυγιάζω.
Εσύ παιδί μου, έμαθες να ζυγιάζεις το τυρί, και εγώ να ζυγιάζω την αγάπην. Το ζύγι εντρέπεται τον αυθέντην του; -Όχι. Τώρα να ζυγιάσω και εγώ την αγάπην σου, και αν είναι σωστή και δεν είναι ξύγικη, τότε να σε ευχηθώ και εγώ, να βάλω και όλους τους χριστιανούς να σε συγχωρήσωσι. Πώς να σε καταλάβω, παιδί μου, πως αγαπάς τους αδελφούς σου; Εγώ τώρα εδώ οπού περιπατώ και διδάσκω εις τον κόσμον, λέγω πως τον κύρ-Κώστα τον αγαπώ ωσάν τα μάτια μου, μα εσύ δεν το πιστεύεις, θέλεις να με δοκιμάσεις πρώτον, και τότε να με πιστεύσεις. Εγώ έχω ψωμί να φάγω, εσύ δεν έχεις, ανίσως και σου δώσω κομμάτι και σε, οπού δεν έχεις, τότε φανερώνω πως σε αγαπώ. Αμή εγώ να φάγω όλο το ψωμί και εσύ να πεινάς, τι φανερώνω; Πως η αγάπη οπού έχω εις σε είναι ψεύτικη. Έχω δύο ποτήρια κρασί να πίω, εσύ δεν έχεις, ανίσως και δώσω και σε απ’ αυτό και πίης, τότε φανερώνω πως σε αγαπώ. Αμή ανίσως και δεν σου δώσω, είναι κάλπικη η αγάπη. Είσαι λυπημένος, απέθανεν η μήτηρ σου, ο πατήρ σου, ανίσως και έλθω να σε παρηγορήσω, τότε είναι αληθινή η αγάπη μου. Αμή ανίσως συ κλαίεις και θρηνείς και εγώ τρώγω, πίνω και χορεύω, ψεύτικη είναι η αγάπη μου. Το αγαπάς εκείνο το φτωχό παιδί; -Το αγαπώ. – Αν το ηγάπας, του έπαιρνες ένα υποκάμισο οπού είναι γυμνό, να παρακαλεί και εκείνο δια την ψυχήν σου. Τότε είναι αληθινή η αγάπη, αμή τώρα είναι ψεύτικη. Δεν είναι έτσι, χριστιανοί μου; Με ψεύτικην αγάπην δεν πηγαίνομεν εις τον παράδεισον. Τώρα σαν θέλεις να κάμεις την αγάπην μάλαμα, πάρε και ένδυσε τα φτωχά παιδιά, και τότε να βάλω να σε συγχωρήσωσι. Το κάμνεις τούτο; – Το κάμνω. – Χριστιανοί μου, ο Κώστας εκατάλαβε, πως η αγάπη που είχεν έως τώρα ήτο ψεύτικη, και θέλει να την κάμη μάλαμα, να ενδύσει τα πτωχά παιδιά. Επειδή και τον επαιδεύσαμεν, σας παρακαλώ να ειπήτε δια τον κύρ-Κώστα τρεις φοράς: Ο Θεός συγχωρήσοι και ελεήσοι αυτόν.

Η θεια δημιουργια

ΤΑ ΔΕΚΑ ΤΑΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

Ο πανάγαθος λοιπόν και πολυέλεος Θεός είναι και λέγεται αγάπη, είναι και λέγεται Τριάς. Παρακινούμενος ο Κύριος από την ευσπλαγχνίαν του έκαμε πρώτον δέκα τάγματα Αγγέλους. Οι Άγγελοι είναι πνεύματα πύρινα, άυλα, καθώς είναι η ψυχή μας. Το κάθε τάγμα είναι ως τα άστρα του ουρανού. Ποίος επαρακίνησε τον Θεόν και τους έκαμεν; Η ευσπλαγχνία του. Πρέπει και ημείς, αδελφοί μου, ανίσως και θέλωμεν να λέγωμεν τον Θεόν μας πατέρα, να είμεθα εύσπλαγχνοι, να κάμνωμεν τους αδελφούς μας να ευφραίνωνται, και τότε να λέγωμεν τον Θεόν πατέρα: «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς…». Ει δε και είμεθα άσπλαγχνοι, σκληροκάρδιοι και κάμνομεν τους αδελφούς μας και φαρμακεύονται και βάνομεν τον θάνατον εις την καρδίαν των, δεν πρέπει να λέγωμεν τον Θεόν μας πατέρα, αλλά τον διάβολον, διότι ο διάβολος θέλει να κάμνωμεν τους αδελφούς μας να φαρμακεύωνται, και όχι ο Θεός.
Και έτσι, αδελφοί μου, το πρώτον τάγμα από τους Αγγέλους οπού προείπομεν, έπεσεν εις υπερηφάνειαν και εζήτησε να δοξασθή ίσα με τον Θεόν. Από εκεί οπού ήτο άγγελος φωτεινός και λαμπρότατος, έγινε διάβολος σκοτεινότατος, και πολέμιος των ανθρώπων και έχει να καίεται πάντοτε εις την κόλασιν. Και όταν ακούωμεν διάβολον, αυτός είναι οπού ήτο πρώτος άγγελος, αυτός είναι οπού παρακινεί τους ανθρώπους να υπερηφανεύωνται, να φονεύουν, να κλέπτουν, αυτός είναι οπού εμβαίνει μέσα εις αποθαμένον άνθρωπον και φαίνεται ως ζωντανός και τον λέγομεν βρυκόλακα, αυτός είναι οπού εμβαίνει και μέσα εις ζωντανόν άνθρωπον και παίρνει την εικόνα του Χριστού, της Παναγίας ή τινος Αγίου, τρέχων άνω και κάτω ωσάν δαιμονισμένος και λέγει ότι κάμνει θαύματα, αυτός είναι ο διάβολος οπού εμβαίνει εις τον άνθρωπον και σεληνιάζεται και δαιμονίζεται. Και ας είναι δεδοξασμένος ο Θεός οπού μας εχάρισε τρία άρματα με τα οποία να τον πολεμώμεν. Ανίσως και είναι εδώ τινας από σας και δαιμονίζεται, και θέλει να μάθει τα ιατρικά, εύκολον είναι, εξομολόγησις, νηστεία και προσευχή. Όσον εξομολογείται ο άνθρωπος, νηστεύει και προσεύχεται, τόσον κατακαίεται και φεύγει ο διάβολος.
Ωσάν εξέπεσε το πρώτον τάγμα από την αγγελικήν δόξαν και έγιναν δαίμονες, τα άλλα εννέα τάγματα εταπεινώθησαν και έπεσον και προσεκύνησαν την Παναγίαν Τριάδα και εστάθησαν εις τον τόπον των να χαίρωνται πάντοτε. Πρέπει και ημείς, αδελφοί μου, να στοχαζώμεθα τι κακόν πράγμα είναι η υπερηφάνεια, εκρήμνισε τον διάβολον από την αγγελικήν δόξαν και έχει να καίεται εις την κόλασιν πάντοτε και πως η ταπείνωσις εβάσταξε τους Αγγέλους εις τον ουρανόν να χαίρωνται πάντοτε εις εκείνην την δόξαν της Αγίας Τριάδος. Πρέπει ακόμη να στοχασθώμεν πως ο πανάγαθος Θεός μισεί τον υπερήφανον και αγαπά τον ταπεινόν. Και όχι μόνον ο Θεός, αλλά και ημείς, όταν ιδούμεν τινα ταπεινόν, τον βλέπομεν ως άγγελον, μας φαίνεται ν’ ανοίξωμεν την καρδίαν μας να τον βάλωμεν μέσα και όταν ιδούμεν τινα υπερήφανον, τον βλέπομεν ως τον διάβολον, γυρίζομεν το πρόσωπόν μας εις άλλο μέρος να μη τον βλέπωμεν. Άς φύγωμεν λοιπόν, αδελφοί μου, την υπερηφάνειαν, διότι είναι η πρώτη θυγατέρα του διαβόλου, είναι δρόμος που μας πηγαίνει εις την κόλασιν, και να έχωμεν την ταπείνωσιν, διότι είναι αγγελική, είναι δρόμος οπού μας πηγαίνει εις τον παράδεισον. Εδώ πως πηγαίνετε; Την ταπείνωσιν αγαπάτε ή την υπερηφάνειαν; Όστις αγαπά την ταπείνωσιν, ας σηκωθή επάνω να μου το ειπή, να τον ευχηθώ. – Εγώ, άγιε του Θεού, αγαπώ την ταπείνωσιν. – Έκβαλε τα φορέματά σου, ενδύσου πενιχρά φορέματα, και γύριζε εις την αγοράν. Δεν το κάμνεις; Εντρέπεσαι; Κάμε άλλο. Κόψε το μισό σου μουστάκι και έβγα εις το παζάρι. Μήτε και αυτό το κάμνεις; Δεν το λέγω δι’ εσέ μόνον, αλλά δια να ακούσουν και οι άλλοι, να μη λέγετε ότι είσθε ταπεινοί. Με βλέπετε και εμέ με αυτά τα γένεια; Είναι γεμάτα υπερηφάνειαν, και ο Θεός να την ξερριζώσει από την καρδίαν μας. Ο χριστιανός χρειάζεται δύο πτέρυγας δια να πετάξει να υπάγει εις τον παράδεισον, την ταπείνωσιν και την αγάπην.

Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ωσάν εξέπεσε το πρώτον τάγμα και έγιναν δαίμονες, τότε επρόσταξεν ο πανάγαθος Θεός και έγινεν ο κόσμος ούτος. Και από τον καιρόν οπού έκαμε τον κόσμον είναι 7288 χρόνοι. Είνε δε ο κόσμος ούτος ως αυγό, και καθώς είνε ο κρόκος εις την μέσην του αυγού, έτσι είνε η γη ποιημένη από τον Θεόν να στέκη χωρίς να εγγίζη εις κανέν άλλο μέρος. Και καθώς είνε το ασπράδι ολόγυρα εις τον κρόκον, έτσι είνε και ο αέρας εις την γην. Και καθώς είνε ο φλοιός ολόγυρα, έτσι είνε και ο ουρανός ολόγυρα από την γην. Ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα είνε κολλημένα εις τον ουρανόν. Η γη είνξε στρογγυλή, και όπου πηγαίνει ο ήλιος, εκεί γίνεται ημέρα, η νύκτα δε είνε ο ίσκιος της γης. Τώρα εδώ έχομεν βράδυ, εις άλλο μέρος είνε αυγή, και καθώς είνε άνθρωποι εδώ εις την γην, έτσι είνε και υποκάτω της γης. Δια τούτο ενομοθέτησαν οι Άγιοι Πατέρες να βάφωμεν τα αυγά κόκκινα την Λαμπράν. Διότι το αυγό σημαίνει τον κόσμον, το δε κόκκινον το αίμα του Χριστού μας, όπου έχυσεν εις τον Σταυρόν και αγίασεν όλονβ τον κόσμον. Πρέπει και ημείς να χαιρώμεθα και να ευφραινώμεθα χιλιάδες φορές, πώς έχυσεν ο Χριστός το αίμα του και μας εξηγόρασεν από τας χείρας του διαβόλου, μα πάλιν να κλαίωμεν και να θρηνώμεν, πώς αι αμαρτίαι μας εσταύρωσαν τον Υιόν του Θεού, τον Χριστόν μας.
Επρόσταξεν ο Θεός και έγιναν επτά ημέραι, και πρώτην έκαμε την Κυριακήν και την εκράτησε δια λόγου του, και τας άλλας εξ τας εχάρισεν εις ημάς να εργαζόμεθα δια τα ψεύτικα ταύτα γήινα, και την Κυριακήν να σχολάζωμεν και να πηγαίνωμεν εις τας εκκλησίας μας να δοξάζωμεν τον Θεόν μας, να ιστάμεθα με ευλάβειαν, ν’ ακούωμεν το άγιον Ευαγγέλιον και τα λοιπά βιβλία της Εκκλησίας μας. Τι μας απαγγέλει ο Χριστός μας να κάμνωμεν; Να στοχαζώμεθα τας αμαρτίας μας, τον θάνατον, την κόλασιν, τον παράδεισον, την ψυχήν μας οπού είνε τιμιωτέρα από όλων τον κόσμον, να τρώγωμεν και να πίνωμεν το αρκετόν μας, ομοίως και τα ρούχα μας τα αρκετά, τον δε επίλοιπον καιρόν να τον εξοδεύωμεν δια την ψυχήν μας, να την κάμνωμεν νύμφην του Χριστού μας και τότε πρέπει να λεγώμεθα άνθρωποι και επίγηοι άγγελοι. Ει δε και ζητούμεν πώς να τρώγωμεν, πώς να πίνωμεν, πώς να αμαρτάνωμεν, πώς να στολίζωμεν τούτο το βρώμικο σώμα, οπού αύριον θα το φάνε τα σκουλίκια, και όχι δια την ψυχήν οπού είνε αθάνατος, τότε δεν πρέπει να λεγώμεθα άνθρωποι, αλλά ζώα. Λοιπόν κάμετε το σώμα δούλον της ψυχής, και τότε να λέγεσθε άνθρωποι.
Την πρώτην ημέραν επρόσταξεν ο Θεός και έγινε το φως. Την δευτέραν ημέραν ο ουρανός, η γη, τα νερά, ο αέρας κ.λ.π. Την τρίτην έγιναν τα χόρτα και τα φυτά. Την τέταρτην ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα. Την πέμπτην η θάλασσα, τα οψάρια και πετεινά. Την παρασκευήν επρόσταξεν την γην και έβγαλε όλα τα ζώα.

Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Ο άνδρας και η γυναίκα εις τον κόσμον δεν ήσαν. Επήρεν ο Θεός από την γην χώμα και έπλασεν έναν άνδραν ως ημάς, και ενεφύσησε και του εχάρισε ψυχήν αθάνατον. Και καθώς ημείς οι άνθρωποι βάνομεν αλεύρι και νερό και τα ζημώνομεν και κάμνομεν ένα ψωμί, ούτω και ο Θεός. Πρέπει και ημείς να στοχασθώμεν τι είνε το σώμα και τι είνε η ψυχή. Το σώμα είνε χώμα και αύριον θα τα φάγουν τα σκουλήκια, και ανάγκη είνε η ψυχή να χαίρεται πάντοτε εις τον παράδεισον, ανίσως και κάμη καλά ή να κατακαίεται εις την κόλασην, αν κάμη κακά. Τούτο το σώμα οπού βλέπεται, αδελφοί μου, είνε το φόρεμα της ψυχής. Η ψυχή είνε άνθρωπος, η ψυχή είνε οπού βλέπει, ακούει, ομιλεί, περιπετεί, μανθάνει επιστήμας δίδει ζωήν εις το σώμα και δεν το αφήνει να βρωμήση. Και άμα έβγη η ψυχή, τότε βρωμά, σκουληκάζει το σώμα. Το κορμί έχει τα όμματα, μα δεν βλέπει, έχει τα ώτα, μα δεν ακούει, ομοίως και αι λοιπαί αισθήσεις του σώματος. Όλα ενεργούνται δια της ψυχής.

– Τον κλαίεται τον αποθαμένον; – Τον κλαίωμεν. – Ως φαίνεται, σας πονεί δι’ αυτόν. Και πόσας ημέρας τον φυλάγετε; – Δύο – τρείς ώρας. – Τόσην αγάπην έχεται εις τον ταλαίπωρον; Από την σήμερον να μη τον θάπτετε, αλλά να τον φυλάττετε εικοσιτέσσαρες ώρες, και να μαζεύεσθε όλοι, μικροί και μεγάλοι, και να τον στοχάζεσθε καλά, διότι καλύτερος διδάσκαλος δεν είνε άλλος από τον θάνατον. Και να μην τους κλαίετε τους αποθαμένους, διότι βλάπτετε και τον εαυτόν σας και εκείνους. Και αι γυναίκες όσες έχετε λερωμένες μπόλιες να τας ρίψετε.
Όταν έκαμεν ο Θεός τον άνδρα, έλαβεν ο πανάγαθος μιαν πλευράν από αυτόν και έκαμε την γυναίκα, και του την έδωκε δια σύντροφον. Ίσια την έκαμεν ο Θεός την γυναίκα με τον άνδρα, όχι κατωτέρα. Εδώ πώς τας έχετε τας γυναίκας; – Διά κατωτέρας. – Ανίσως, αδελφοί μου, και θέλετε να είσθε καλύτεροι οι άνδρες από τας γυναίκας, πρέπει να κάμνετε και έργα καλύτερα από αυτάς, ει δε και αι γυναίκες κάμνουν καλύτερα και πηγαίνουν εις τον παράδεισον και ημείς εις την κόλασην τι μας ωφελεί; Είμεθα άνδρες και κάμνομεν χειρότερα. Εγώ βλέπω εδώ που περιπατώ και διδάσκω, είπα ένα λόγο δια τας γυναίκας και σκέπτονται να ρίψουν τα περιτά σκουλαρίκια, δακτυλίδια, και με ήκουσαν ευθύς. Βλέπω οπού τρέχουν να εξομολογηθούνε. Είπα και ένα λόγον δια τους άνδρας, φυσικόν είνε του ανδρός όταν πηγαίνει πενήντα χρονών να βγάνη τα γενια, και εγώ βλέπω εδώ και είνε και εξήντα και ογδοήντα χρονών γέροντες, και ακόμη ξυρίζονται. Δεν το εντρέπεσθε να ξυρίζεσθε; Δεν ήξευρεν ο Θεός οπού έδωκε γένεια; Και καθώς είνε άπρεπον μια γυναίκα γερόντισσα να στολίζεται και να βάνη φτιασίδια, ομοίως και ένας γέρων, όταν ξυρίζεται.

θερισμΤο σιτάρι, όταν παίρνη και ασπρίζη, τι θέλει; Θερισμόν. Ομοίως και ο άνθρωπος όταν παίρνη και ασπρίζη, τι φανερώνει; Τον θάνατον. Είνε κανένας εδώ και θέλει να αφήση τα γένεια του; Ας σηκωθή να μου το ειπή, να γίνωμεν αδελφοί, να τον ευχηθώ και εγώ, και να βάλω και όλους τους χριστιανούς να τον συγχωρήσωσι. – Εγώ είμαι, διδάσκαλε. – Καλά, έχε την ευχήν μου. Παρακαλείτε τον Θεόν δι εμένα τον αμαρτωλόν, να παρακαλώ και εγώ δια λόγου σας, όσον καιρόν και εάν ζήσω. Το κάμνετε; – το κάμνωμεν άγιε του Θεού. – Σας παρακαλώ, χριστιανοί μου, να ειπήτε, δι’ όσους αφήνουν τα γένεια τρεις φορές: Ο Θεός συγχωρήσαι και ελεήσαι αυτούς. Ζητήσατε και η ευγενία σας συγχώρησιν, και άμποτε να σας φωτίση ο Θεός, καθώς αφήκατε τα γένεια, να αφήσετε και τας αμαρτίας. Και σεις οι νέοι να τους τιμάτε, και αν τύχη ένας άνθρωπος και είνε τριάντα χρονών οπού άφησε τα γένεια του έτυχε και ένας 50 ή 60 ή 100 και ξυρίζεται, να βάλης εκείνον οπού άφησε τα γένεια παραπάνω να καθήση από εκείνον οπού ξυρίζεται, τόσον εις την εκκλησίαν, όσον και εις το τραπέζι. Δεν σας λέγω πάλιν ότι τα γένεια σε πάνε εις τον παράδεισον, αλλά τα καλά έργα. Και τα φορέματά σου να είνε ταπεινά, και το φαγί σου και το ποτό σου, και όλη σας η συμπεριφορά να είνε χριστιανική, δια να δίδετε καλόν παράδειγμα και εις τους άλλους.
Ο άνδρας, αδελφοί μου, εγέννησε την γυναίκα από την πλευράν του χωρίς γυναίκα, και πάλιν έγινε γερός. Εδανείσθη εκείνη την πλευράν από τον άνδρα και την εχρεωστούσε. Εγεννήθησαν ωσάν τα άστρα του ουρασνού γυναίκες εις τον κόσμον, αλλά δεν εφάνη καμία άξια να γεννήση άνδρα, να πληρώση την πλευράν οπού εχρεωστούσε, παρά η Δέσποινα Θεοτόκος, οπού ηξιώθη δια την καθαρότητά της και εγέννησε τον γλυκύτατον χριστόν εκ Πνεύματος Αγίου, χωρίς άνδρα, παρθένος, και πάλιν έμεινε παρθένος, και επλήρωσεν εκείνην την πλευράν.
Ακούετε, αδελφοί μου, τι χαρμόσυνα μυστήρια έχει η αγία μας Εκκλησία; Μα τα έχει κρυμμένα και θέλουν ξεσκέπασμα. Δια τούτο να μάθετε όλοι σας γράμματα, δια να καταλαμβάνετε πως περιπατείτε. Πρέπει και συ, ώ άνδρα, να μη μεταχειρίζεσαι τη γυναίκα σου ωσάν σκλάβα, διότι πλάσμα του Θεού είνε και εκείνη καθώς και συ. Τόσον εσταυρώθηκεν ο Θεός δι’ εσέ, όσον και δι’ εκείνην. Πατέρα λέγεις εσύ τον Θεόν, πατέρα τον λέγει και εκείνη. Έχετε μιαν πίστιν, ένα βάπτισμα, δεν την έχει ο Θεός κατωτέραν. Δια τούτο την έκαμεν από την μέσην του ανδρός, δια να είνε ο άνδρας ωσάν την κεφαλήν και η γυναίκα το σώμα. Δια τούτο δεν έκαμεν από το κεφάλι, δια να μη καταφρονή τον άνδρα. Ομοίως πάλιν δεν την έκαμεν από τα ποδάρια, δια να μη καταφρονή ο άνδρας την γυναίκα.
Ωνόμασεν ο Θεός τον άνδρα Αδάμ, την δε γυναίκα Εύαν. Έκαμε και έναν παράδεισον εις το μέρος της ανατολής όλο χαρά και όο ευφροσύνη, μήτε πείνα, μείτε δίψα, μήτε αρρωστία, μήτε κανέν λυπηρόν. Τους εστόλισε και με τα επτά χαρίσματα του Παναγίου Πνεύματος. Τους έβαλε μέσα εις τον Παράδεισον να χαίρωνται ως άγγελοι. Λέγει ο Θεός του Αδάμ και της Εύας: Εγώ να οπού σας έκαμα ανθρώπους λαμποτέρους από τον ήλιον. Σας έβαλα μέσα εις τον παράδεισον, να χαίρεσθε από όλα τα αγαθά του παραδείσου. Μα δια να γνωρίζεται πως έχεται Θεόν ποιητήν και πλάστην σας, σας δίδω μιαν παραγγελίαν, μόνον από μιαν συκήν να μη φάγητε σύκα, μα να ηξεύρητε και αυτό, πως ανίσως και παραβήτε την προσταγήν μου και φάγετε, θα αποθάνετε. Και έτσι τους άφησεν ο Θεός μέσα εις τον παράδεισον και εχαίροντο ωσάν άγγελοι. Δια τούτο τους εστόλισεν ο πανάγαθος Θεός με την εντροπήν, και η εντροπη να τους φυλάγει από κάθε αμαρτίαν, μα περισσότερον την γυναίκα. Δια τούτο χριστιανοί μου και θυγατέρες του Χριστού μου, όσον ημπορείτε, να είσθε σκεπασμένες με την εντροπήν, και φαίνεσθε ωσάν μάλαμα.

Η ΠΤΩΣΙΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Και έτσι, αδελφοί μου, βλέπων ο μισόκαλος διάβολος την μεγάλην δόξαν οπού έλαβον ο Αδάμ και η Εύα από τον Θεόν, τους εφθόνησε και τι κάμνει; Ηξεύροντας, ως πνεύμα πονηρόν οπού είνε ο διάβολος, πως ευκολώτερα απατάται η γυναίκα από τον άνδρα, εστοχάσθη ότι, άμα απατήση την γυναίκα, έπειτα με το μέσον της γυναικός εύκολα απατά και τον άνδρα. Και εμβαίνει εις ένα όφιν και πηγαίνει εις την Εύαν και της λέγει: Τι σας είπεν ο θεός να κάμνετε εδώ εις τον παράδεισον; Λέγει του η Εύα: Μας είπεν ο Θεός να τρώγωμεν από όλα τα καλά του παραδείσου, μόνον από μιαν συκήν να μη τρώγωμεν σύκα, διότι όποιαν ημέραν παραβούμεν την προσταγήν του, θα αποθάνωμεν. Απεκρίθη ο διάβολος και της λέγει: δεν αποθνήσκετε, αλλά ανίσως και φάγητε, θα γενήτε όμοιοι με τον Θεόν, και δια τούτο σας εμπόδισε. Πάρε λοιπόν, φάγε συ πρώτον, και παρακίνει και τον άνδρα σου να φάγητε, να γενήτε θεοί. Επήρεν η γυναίκα και έφαγεν, επαρακίνησε τον άνδρα της και έφαγε και εκείνος. Και καθώς έφαγον και οι δύο, παρευθύς εγυμνώθησαν από το επτά χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και απέκτησαν μωρίαν και δειλίαν. Ένας άνθρωπος, αδελφοί μου, οπού φυλάγει τα προστάγματα του Θςού, γίνετε σοφός και δεν φοβείται όλον τον κόσμον, άλλος πάλιν, οπού δε φυλάγει τα προστάγματα του Θεού, γίνετε μωρός, φοβείται και από τον ίσκιον του, ας είνε και βασιλεύς να ορίζη όλον τον κόσμον. Να προσέχετε χριστιανές μου γυναίκες, όσον είνε δυνατόν, να φυλάγετε τας εντολάς του θεού και να μη κάμνετε το θέλημα του διαβόλου, και αν τύχη και σφάλλετε ως άνθρωποι εισα το κακόν, να μη παρακινήτε και τους άνδρας σας καθώς η Εύα. Ομοίως και οι άνδρες να μη ακούετε τας συμβουλάς των γυναικών καθώς και ο Αδάμ.
Θέλων ο θεός να τους συγχωρήση και να τους αφήση εις τον παράδεισον, εκαμώθη πως δεν ηξεύει, και λέγει ο Θεός του Αδάμ: Αδάμ, πού είσαι; Πώς δεν φαίνεσαι, ή που είνε η δόξα οπού είχες πρωτύτερα, οπού ήσο ως άγγελος, και τώρα εκατάντησες και έγινες ωσάν το μωρόν παιδίον; Απεκρίθη ο Αδάμ και λέγει: Εδώ είμαι, Κύριε, μα ήκουσα οπού ήρχεσο και εφοβήθην και εκρύφτηκα. Λέγει του ο Θεός: διατί εφοβήθης και εκρύβης; Μήπως είμαι εγώ ο φόβος; Μήπως έφαγς από τα σύκα οπού σας είπα να μη φάγης; Απεκρίθη ο Αδάμ υπερήφανα: Ναι, Κύριε, έφαγον, αλλά δε πταίω εγώ η γυναίκα οπού μου έδωσες, εκείνη με εγέλασε και έφαγον. Λέγει ο Θεός του Αδάμ: Εγώ σου την έδωσας δια σύντροφον, και όχι να σε γελάση. Εγώ σου είπα να μη φάγης, διότι θα αποθάνης, έπρεπε να φυλάξης τον ιδικόν μου λόγον, και όχι της γυναικός. Μα καλά, έφαγες, ηπατήθης, τι το δύσκολον είνε να ειπής: Έσφαλα, Θεέ μου, ήμαρτον ποιητά μου, να σε συγχωρήσω, να σε αφήσω πάλιν εις τον παράδεισον. Αμή εσύ κατηγορών την γυναίκα, εμένα κατηγορείς, διότι εγώ έκαμα τη γυναίκα. Ακούετε, αδελφοί μου, τι κακόν πράγμα να κατηγορώμεν τον άλλον; Λοιπόν, αν θέλωμεν να σωθώμεν, του λόγου μας πάντοτε να κατηγορώμεν, και όχι να ρίχνωμεν τα σφάλματά μας επάνω εις τον άλλον.
Έπειτα λέγει ο πανάγαθος Θεός εις την Εύαν: διατί έφαγες από τα σύκα, οπού σου είπα να μη φάγης; Απεκρίθη και αυτή υπερήφανα και λέγει; Ναι, Κύριε έφαγον, μα δεν πταίω εγώ, οπ όφις με εγέλασε. Βλέπων ο θεός την υπερηφάνεια αυτών, τους εδίωξεν από τον παράδεισον, και κατηράσθη τον Αδάμ να ηργάζεται την γην, και με τον υδρώτα του προσώπου του να τρώγη τον άρτον του, και να κλαίη απαρηγόρητα δια να τον εσπλαχνιστή ο Θεός, να τον βάλη πάλιν εις τον παράδεισον. Δια τούτο, αδελφοί μομκυ, να χαίρεσθε όσοι βγάνετε το ψωμί σας με τον κόπον σας, διότι εκείνο το ψωμί είνε ευλογημένο, και εάν θέλης δώσε ολίγον, από εκείνο το ψωμί, του πτωχού. Με εκείνο αγοράζεις τον παράδεισον. Ομοίως πάλιν να κλαίετε και να θρηνήτε με μαύρα δάκρυα όσοι ζήτε με αρπαγάς και αδικίας. Θέλει σας θανατώσει ο Θεός και σας βάλει εις την κόλασιν. Εδώ πώς πηγαίνετε χριστιανοί μου; όλοι με τον κόπον σας ζήτε, ή με αδικίας; Αν είσθε χριστιανοί, με τον κόπον σας να ζήτε, εκείνο το ευλογεί ο Θεός, το δε άδικον το καταράται.
Εκατηράσθη και την γυναίκα να είνε υποταγμένη εις τον άνδρα της, και να γεννά τα τέκνα της με κόπους και στεναγμούς και δάκρυα, να κλαίη απαρηγόρητα δια να την ευσπλαχνισθή ο Θεός, να την επαναφέρη εις τον παράδεισον. Και βλέπετε φανερά όταν γεννώσι τα ζώα, δεν έχουν τους πόνους οπού έχει η γυνή. Εκατηράσθη τον Αδάμ και την Εύαν και τιυς εξώρισεν από τον παράδεισον και έζησαν εννεακοσίους τριάντα χρόνους σε μαύρα και πικρά δάκρυα και εγέννησαν τέκνα, και τα τέκνα τους τέκνα, και εγέμισεν ο κόσμος όλος και όλοι οι άνθρωποι είνε από ένα πατέρα και από μια μητέρα, και δια τούτο είμεθα όλοι οι άνθρωποι αδελφοί, μόνον η πίστις μας χωρίζει.

Η ΑΠΟΛΥΤΡΩΣΙΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Απέθανον ο Αδάμ και η Εύα, επήγαν εις την κόλασιν και εκαίοντο πέντε και ήμισυ χιλιάδες χρόνους δια μιαν αμαρτίαν, αμή ημείς οπού κάμνομεν πολλάς, και μάλιστα εγώ, τι έχομεν να πάθωμεν; Ο Θεός είνε εύσπλαχνος, αλλά και δίκαιος. Έχει και ράβδον σιδηράν και καθώς επαίδευε τον Αδάμ και την Εύαν, έτσι παιδεύει και ημάς, αν δεν κάμνωμεν καλά. Παρέβησαν ο Αδάμ και Εύα την προσταγήν του Θεού, και εξωρίσθησαν από τον παράδεισον. Τώρα τι κάμνομεν, χριστιανοί μου, ημείς; Ζητήσατε να μάθετε, ότι εις τους πέντε και ήμισυ χιλιάδες χρόνους όλοι όσοι απέθνησκον επήγαινον εις την κόλασιν. Ευσπλαχνίσθη ο Κύριος το γένος των ανθρώπων και ήλθε και έγινεν άνθρωπος τέλειος εκ Πνεύματος Αγίου, από τα καθαρώτατα αίματα της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, και μας έβγαλεν από τας χείρας του διαβόλου. Ζητήσατε να μάθετε, ότι την Κυριακήν ημέραν έγινε ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου Κυριακήν ημέραν εγεννήθη ο Χριστός και μας έδειξε την αγίαν Πίστιν, το άγιον Βάπτισμα, τα Άχραντα Μυστήρια υβρίσθη, εδάρθη, εσταυρώθη κατά το ανθρώπινον ανέστη την τρίτην ημέραν, επήγεν εις την κόλασιν, έβγαλε τον Αδάμ και την Εύαν και το γένος του έγινε χαρά εις τον ουρανόν, εις τον άδην και εις όλον τον κόσμον φαρμάκι και σπαθί δίστομον εις τους Εβραίους και εις τον διάβολον, ανελήφθη εις τους ουρανούς και εκάθησεν εκ δεξιών του Πατρός, να συμβασιελύη αιωνίως, να προσκυνάται και από τους αγγέλους. Ζητήσατε να μάθετε, πως σήμερον, αύριον περιμένομεν το τέλος του κόσμου. Είσθε φρόνιμοι και γνωστικοί καταλάβετε και μόνοι σας το καλόν και κάμνετέ το.

Μεσα προς σωτηριαν του Γενους

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΠΥΡΗΝΕΣ

Τώρα τι σας φαίνετε εύλογον να κάμνωμεν; Έχω δύο λογισμούς. Ο ένας λογισμός μου λέγει: φθάνουν αυτά οπού είπες εις τους χριστιανούς, και σήκω πρωί, πήγαινε και εις άλλο μέρος να διδάξης. Ο άλλος λογισμός μου λέγει: Μη πηγαίνεις κάθισε να τους ειπής και τα επίλοιπα και αύριον φεύγεις. Σεις τι λέγετε, να φύγω ή να καθήσω; – Να καθήσης, άγιε του Θεού. – Καλά, παιδιά μου, να καθήσω, αμή είνε καλά να δουλεύη ένας άνθρωπος το αμπέλι, ή να βόσκη πρόβατα, και να μη φάγη εκ των καρπών του; Τώρα και εγώ εδώ οπού ήλθα και κοπιάζω είνε καλόν να μη μου δώσητε ολίγην παρηγορίαν, πληρωμήν; Και τι πληρωμήν θέλω εγώ; Χρήματα; Και τι να τα κάμω; Εγώ, με την χάριν του Θεού, μήτε σακκούλα έχω, μήτε σπίτι, μήτε άλλο ράσο και το σκαμνί οπού έχω ιδικόν σας είνε, το οποίον εικονίζει τον τάφον μου. ετούτος ο τάφος έχει την εξουσίαν να διδάξη βαλιλείς, πατριάρχας, ιεραρχείς, ιερείς, άνδρας και γυναίκας, νέους και γέροντας και όλον τον κόσμον. Ανίσως και επεριπατούσα δια άσπρα, θα ήμουν τρελός και ανόητος αμή τι είνε η πληρωμή μου; να καθήσετε από πέντε, δέκα, να συνομιλήτε αυτά τα θεία νοήματα, να τα βάλετε μέσα εις την καρδίαν σας, δια να σας προξενήσουν την αιώνιον ζωήν. Δεν είνε, αδελφοί μου, λόγοι ιδικοί μου όσα σας είπον, αλλά του Αγίου Πνεύματος, από την Αγίαν Γραφήν. Αυτά οπού σας είπα το ίδιον είνε ωσάν να κατέβη ο ίδιος ο Θεός να σας ειπή. Τώρα ανίσως και τα κάμνετε και τα βάλλετε εις τον νουν σας, δεν με φαίνετε και εμέ τίποτε ο κόπος. Ει δε και δεν τα κάμνετε, φεύγω λυπημένος, με τα δάκρυα στα μάτια.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ

Έχετε σχολείον εδώ εις την χώραν σας να διαβάζουν τα παιδιά; – Δεν έχωμεν, άγιε του Θεού. – Να μαζευθήτε όλοι να κάμνετε ένα σχολείον καλόν, να βάλετε και επιτρόπους να το κυβερνούν, να βάνουν διδάσκαλον να μανθάνουν όλα τα παιδιά γράμματα, πλούσια και πτωχά. Διότι από το σχολείον μανθάνομεν τι είνε ο Θεός, τι είνε η Αγία Τριάς, τι είνε οι Άγγελοι, δαίμονες, παράδεισος, κόλασις, αρετή, κακία, τι είνε ψυχή, σώμα κ.λ.π. Διότι χωρίς το σχολείον περιπατούμεν εις το σκότος, από το σχολείον ανοίγει το μοναστήριον. Αν δεν ήτο σχολείον, που ήθελα μάθει εγώ να σας διδάσκω;

Περίληψις όλης της διδαχής

ΑΓ. ΚΟΣΜΑΣ ΙΣΤΕγώ εδιάβασα και περί ιερέων, και περί ασεβών, αιρετικών και αθέων τα βάθη της σοφίας ηρεύνησα όλαι αι πίστεις είνε ψεύτικες τούτο εκατάλαβα αληθινόν, ότι μόνη η πίστις των ορθοδόξων χριστιανών είνε καλή και άγια, το να πιστεύωμεν και να βαπτιζώμεθα εις το όνομα του Πατρός του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Τούτο σας λέγω τώρα εις το τέλος να ευφραίνεσθε οπού είσθε ορθόδοξοι χριστιανοί, και να κλαίετε δια τους ασεβείς και αιρετικούς οπού περιπατούν εις το σκότος. Ημείς, χριστιανοί μου, τι είμεθα, δίκαιοι ή αμαρτωλοί; Ανίσως και είμεθα δίκαιοι, καλότυχοι και τρισμακάριοι ει δε και είμεθα αμαρτωλοί, τώρα είνε καιρός να μετανοήσωμεν, να παύσωμεν από τα κακά, και να κάμνωμεν τα καλά διότι η κόλασις μς καρτερεί. Πότε θα μετανοήσωμεν; Όχι αύριον και μεθαύριον, αλλά σήμερον, διότι έως αύριον δεν ηξεύρωμεν τι θα πάθωμεν. Προσέχετε λοιπόν, αδελφοί μου, να μη υπερυφανεύεσθε, να μη φονεύετε, να μη μοιχεύετε, να μη κάμνετε όρκους, να μη λέγετε ψεύματα, να μη συκοφαντήτε, να μη προδίδετε, να μη στολίζετε το σώμα, διότι θα το φάγουν οι σκώληκες, αλλά να στολίζετε την ψυχήν, οπού είνε τιμιωτέρα από όλον τον κόσμον. Να προσεύχεσθε, να νηστεύετε, να δίδετε ελεημοσύνην, να έχετε τον θάνατον έμπροσθέν σας, πότε να φύγετε από τούτον τον ψεύτικον κόσμον, να υπάγητε εις εκείνον τον αιώνιον. Ακούσατε, αδελφοί μου: Καθώς ένας άρχοντας έχει δέκα δούλους και σφάλλει ένας εξ αυτών, τον διώκοι και βάνει άλλον, ούτω και ο Κύριος, ωσάν εξέπεσε το πρώτον τάγμα των αγγέλων, επρόσταξεν ο Θεός και έγινεν ούτος ο κόσμος, και έκαμεν ημάς τους ανθρώπους, να μας βάλη εις τον τόπον των αγγέλων. Ημείς, χριστιανοί μου, δεν έχωμεν εδώ πατρίδα. Δια τούτο και ο Θεός μας έκαμε με το κεφάλι ορθούς, και μας έβαλε τον νουν εις το επάνω μέρος, δια να στοχαζώμεθα πάντοτε την ουράνιον βασιλείαν, την αληθινήν πατρίδα μας. Όθεν, αδελφοί μου, να σας διδάσκω και συμβουλεύω, πλην τολμώ πάλιν και παρακαλώ τον γλυκύτατον Ιησού Χριστόν να στείλη ουρανόθεν την χάρην Του και την ευλογίαν Του εις αυτήν την χώραν, και όλους τους χριστιανούς άνδρας και γυναίκας, νέους και γέροντας, και τα έργα των χειρών σας. Και πρώτον, αδελφοί μου, άμποτε να σας ευσπλαχνισθή και να συγχωρήση τας αμαρτίας σας και να σας αξιώση να διέλθετε και εδώ καλήν και ειρηνικήν αυτήν την ματαίαν ζωήν, και μετά τον θάνατον εις τον παράδεισον, εις την πατρίδα μας την αληθινήν, να χαιρώμεθα πάντοτε, να δοξάζωμεν και προσκυνώμεν την Αγίαν Τριάδα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Παρακαλώ σας, αδελφοί μου, να ειπήτε και δι’ εμέ τον αμαρτωλόν τρεις φοράς: Συγχωρήσατέ με και ο Θεός συγχωρήσοι σας. Συγχωρηθήτε και μεταξύ σας.