Αυγουστίνος Καντιώτης



MEΓΑΛH EBΔOMAΔA

date Απρ 3rd, 2012 | filed Filed under: ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

Κυριακὴ Βαΐων

Προφητεια του Ησαϊου

ΑΡΧΙΖΟΥΝ, ἀγαπητοί μου, οἱ ἀκολουθίες τῆς ἁγίας καὶ Μεγάλης Ἑβδομάδος. Ἀπόψε τὸ βράδυ, ἐνῷ κανονικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ γίνεται ἡ ἀκολουθία τοῦ ἑ­σπερινοῦ, ἐν τού­τοις τε­λεῖται ἡ ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου. Μπορεῖ λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία νὰ κάνῃ τέτοιες ἀλ­λαγές. Δὲν ἔχει σημασία κυρίως τὸ πότε ἑορτάζου­με, ἀλλὰ τὸ πῶς ἑορτάζουμε. Ἔτσι ἀπόψε ψάλ­λεται ὁ ὄρθρος τῆς ἑπομένης ἡμέρας, τῆς ἁ­γίας καὶ Μεγάλης Δευτέρας.
Ἡ ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου εἶνε ὑπέροχη, συγ­κινητική. Ἀρχίζει, ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε, μὲ τὸν ἑξάψαλμο, ποὺ εἶ­νε μία συλλογὴ ἕξι ψαλμῶν τοῦ Δαυῒδ ἀπὸ τὸ Ψαλτήρι. Εἶνε οἱ ψαλμοὶ 3, 37, 62, 87, 102 καὶ 142. Τὸ ἄκουσμα τῶν ψαλμῶν αὐτῶν δημιουργεῖ κατάνυξι καὶ φέρνει δάκρυα στὰ μάτια. Γι᾽ αὐτὸ πρέπει νὰ ἐρχώμεθα νωρὶς στὸ ναὸ καὶ νὰ παρακολουθοῦμε τὸν ἑξάψαλμο μὲ σιωπή, μεγάλη προσο­χὴ καὶ δέος. Στὰ θεόπνευστα λόγια τῶν ψαλμῶν αὐτῶν βλέπουμε, ὅτι τὸ μόνο καταφύ­­γιο καὶ ἡ ἀληθινὴ παρηγορία τοῦ ταλαιπώρου ἀν­θρώπου στὴ θλῖψι του, ὅταν ὅλοι τὸν περι­φρονοῦν καὶ τὸν ἐγκαταλείπουν ἢ τὸν κα­τατρέχουν καὶ τὸν πληγώνουν, εἶνε ὁ Θεός.
Τὶς ἡμέρες αὐτὲς μετὰ τὸν ἑξάψαλμο, ἀντὶ ν᾽ ἀκουστῇ τὸ «Θεὸς Κύρι­ος καὶ ἐπέφανεν ἡ­μῖν…» ποὺ λέγεται συνήθως, ἀ­κοῦμε νὰ ψάλλεται τὸ ἀλληλούϊα τριπλὸ καὶ τέσσερις φορές. Τὸ ἀλληλούϊα εἶνε χαρακτηριστικὸ τῆς πενθί­μου περιόδου τῆς νηστείας. Τί σημαίνει «ἀλ­ληλούϊα»; Εἶνε ἑβραϊκὴ λέξις· στὴν ἑλ­ληνι­κὴ σημαίνει «αἰνεῖτε τὸν Κύρι­ον». Μὲ ἄλλα λόγια· ἂν ἀγαπᾷς τὸν Κύριο, κάνε τὴν καρδιά σου κι­θάρα καὶ βιολί, νὰ παί­ζῃ μέρα – νύχτα καὶ νὰ λέῃ «Αἰνεῖτε τὸν Θε­όν» (Ψαλμ. 150,1). Τότε ἡ ὑ­μνῳδία σου θὰ εἶνε λατρεία λογική· δι­αφορε­τικά, θὰ εἶσαι «χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον» (Α΄ Κορ. 13,1). Ἔχει μεγάλη σημα­σία ποιόν ἀγαπᾷ καὶ ποιόν ὑμνεῖ ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλληλούϊα ψάλλει τὸ σύμ­­παν ὁλόκληρο· ὁ οὐρανός, ὁ ἥλιος, ἡ σε­λήνη, τὰ ἄ­στρα, ἡ γῆ, τὰ ὄρη, οἱ πεδιάδες, οἱ ποταμοί, τὰ δέν­τρα, τὰ ἄνθη, τὸ χορτάρι. Ἀλ­ληλούϊα ψάλλουν στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ οἱ ἄγ­γελοι, οἱ ἀρχάγγελοι, οἱ ψυχὲς τῶν δικαίων, ὅλη ἡ θρι­αμβεύουσα ἐκκλησία· κρατοῦν κιθά­ρες καὶ τὸν ὑμνοῦν. Ἑπομένως καὶ ἡ ἐπὶ τῆς γῆς στρατευομένη ἐκ­κλησία ἂς ψάλλῃ μαζί τους, ἂς δοξά­ζῃ τὸ Θεὸ καὶ ἂς ἐπαναλαμβάνῃ «Ἀλ­ληλού­ϊα, ἀλ­ληλούϊα, ἀλ­λη­λούϊα», «Αἰνεῖτε τὸν Κύρι­ον».
Ἂν εἶστε φιλακόλουθοι καὶ προσεκτικοί, θὰ παρατηρήσετε ὅτι κάθε φορὰ ποὺ ψάλλεται τὸ τρι­πλὸ ἀλληλούϊα δὲν λέγεται μόνο του· προηγεῖ­ται κάποιος στίχος. Τέσσερις φο­­ρὲς ψάλλεται τὸ ἀλληλούϊα, τέσσερις στίχοι ἀ­κούγονται. Ὁ πρῶτος στίχος λέει· «Ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει τὸ πνεῦμά μου πρὸς σέ, ὁ Θεός, διότι φῶς τὰ προστάγματά σου ἐπὶ τῆς γῆς» (Ἠσ. 26,9α΄). Ὁ δεύτερος στίχος λέει· «Δικαιοσύ­νην μάθετε, οἱ ἐνοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς» (ἔ.ἀ. 26,9β΄). Ὁ τρίτος στίχος λέει· «Ζῆλος λήψεται λαὸν ἀ­­παίδευτον, καὶ νῦν πῦρ τοὺς ὑπεναντίους ἔ­δεται» (ἔ.ἀ. 26,11β΄). Καὶ ὁ τέταρτος στίχος λέει· «Πρόσ­θες αὐτοῖς κακά, Κύριε, πρόσθες (αὐ­τοῖς) κα­κὰ τοῖς ἐνδόξοις τῆς γῆς» (ἔ.ἀ. 26,15).
Ἀπὸ ποῦ εἶνε παρμένοι οἱ στίχοι αὐτοὶ ποὺ προηγοῦνται τοῦ ἀλληλούϊα; ποιός τὰ εἶπε τὰ λόγια αὐτά; Τὰ εἶπε ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα πνεύματα τῆς ἀνθρωπότητος, ἕνας προφήτης, ἕνας ἀ­πὸ τοὺς μεγάλους προφῆτες τῆς παλαιᾶς δι­αθήκης, ὁ Ἠσα­ΐας. Ὁ προφή­της Ἠ­σαΐας ἔζησε 800 χρόνια πρὸ Χριστοῦ. Ὅποιος θέ­λει, ἂς ἀνοίξῃ τὸ βιβλίο του στὸ εἰ­κοστὸ ἕκτο (ΚΣΤ΄ = 26ο) κεφά­λαιο, κ᾽ ἐκεῖ θὰ βρῇ τὰ λόγια αὐτὰ τῶν στίχων τοῦ ἀλληλούϊα. Εἶνε λόγια ποὺ δυσκολευόμεθα τώρα νὰ τὰ κατα­λάβουμε.
Οἱ στίχοι αὐτοὶ εἶνε ἀπὸ μία ποιη­τικὴ προσ­ευχὴ τοῦ Ἠσαΐου. Στὸ κεφάλαιο αὐτὸ τῆς προ­φητείας τοῦ Ἠσαΐου βρίσκεται ἡ πέμ­πτη ᾠδή. Καὶ πρέπει στὸ σημεῖο αὐτὸ νὰ ποῦμε, ὅτι οἱ ᾠ­δὲς ποὺ ἔχει καθιερώσει στὴ λατρεία της ἡ Ἐκκλησία μας εἶ­νε ἐννέα. Τί εἶνε αὐτὲς οἱ ἐν­νέα ᾠδές; Εἶνε ἔμμετρες, δηλαδὴ ποιητικές, προσευχές, τὶς ὁποῖες συν­έλεξε ἡ Ἐκκλησία μέσα ἀ­πὸ τὰ θεόπνευστα βιβλία ὅλης τῆς ἁ­γίας Γραφῆς, Παλαι­­ᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης. Τὶς ἐννέα αὐτὲς βιβλικὲς ᾠδὲς τὶς ἔχει ἑρμηνεύσει ὅλες, μὲ τὴ σοφία καὶ τὴ φιλοπονία του, ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης σὲ ἕνα ὡραιότατο βιβλίο, ποὺ σᾶς συνιστῶ νὰ τὸ διαβάσε­τε· λέγεται «Κῆπος χαρίτων». Ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ ἡ ἑρμηνεία τῶν τεσσάρων αὐτῶν στίχων τοῦ ἀλληλούϊα.
Ἐπειδὴ ὑπάρχει δυσκολία στὴν κατανόησί τους, θὰ προσπαθήσουμε ἐν συνεχείᾳ, σὲ μία μικρὰ σειρὰ ὁμιλι­ῶν, νὰ ἐξηγήσουμε, ὅσο μπο­ροῦ­με, τοὺς στίχους αὐτούς, ἀφιερώνοντας μία ὁμιλία γιὰ τὸν καθένα.
Δὲν ἀρκεῖ ἁπλῶς νὰ τ᾽ ἀκοῦμε τὰ λόγια αὐ­τά· πρέπει καὶ νὰ τὰ ἐννοοῦμε, νὰ τὰ νιώθουμε στὴν καρδιά μας, καὶ πιὸ πολὺ νὰ τὰ ἐφαρμό­ζουμε. Ἅμα τ᾽ ἀκοῦμε ἁ­πλῶς νὰ ψάλλωνται τέρπεται μόνο ἡ ἀκοή. Ὡ­ραῖα εἶνε τὰ ψαλσίμα­τα, κανείς δὲν ἀμφιβάλ­λει· ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἐννοοῦμε – νὰ καταλαβαίνουμε τὰ λόγια τους καὶ χωρὶς νὰ τὰ ἐφαρμόζουμε ξέρεις τί καταν­τοῦν; Τσῶφλια. Ὅπως ὁ καρπός· ἔχει τσῶφλι, ἀλλὰ τὸ περιεχόμενο εἶν᾽ ἐκεῖνο ποὺ τρώγεται. Χρήσιμα εἶνε βέβαια καὶ τὰ τσῶφλια, γιατὶ προστατεύουν τὸν καρπό, ἀλλ᾽ ἕως ἐκεῖ. Ἐὰν δὲ σπά­σῃς τὸ καρύδι καὶ δὲ βρῇς τὴν ψίχα, δὲν τρῶς τίποτα. Καρπὸς εἶ­νε τὰ θεῖα νοήματα, τσῶφλι – περίβλημα εἶνε ἡ μουσική, τὸ ἄ­κου­­σμα τῆς μελῳδίας. Ἢ ―γιὰ νὰ ποῦμε αὐ­τὸ ποὺ λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο (βλ. Ματθ. 21,18-22)― ἡ μουσι­κὴ εἶνε σὰν τὰ φύλλα τῆς συκιᾶς. Ὡ­ραῖα εἶνε τὰ φύλλα, ἀλλὰ παραπάνω ἀπὸ τὰ φύλλα εἶνε ὁ καρπός. Ὁ Χριστὸς ἔψαχνε στὰ κλαδιὰ τῆς συκιᾶς νὰ βρῇ σῦκα· βρῆκε φύλλα, μόνο φύλλα· καρπὸ τίποτα. Καὶ ὠργισμένος εἶπε· «Μηκέτι ἐκ σοῦ καρπὸς γένηται εἰς τὸν αἰ­ῶνα» (ἔ.ἀ. 21,19). Μὴν εἴμαστε λοιπὸν κ᾽ ἐ­μεῖς σὰν τὴν ἄκαρπο συκῆ· μόνο φύλλα, μόνο λόγια, μόνο ψαλσίματα. Νὰ δώσουμε καὶ καρπό· κατανό­ησι, συμμετοχὴ μὲ τὴν καρδιά, ἐφαρμογὴ στὴν πρᾶξι. Γι᾽ αὐτὸ λέω, ὅτι αὐτοὶ οἱ στί­χοι, ὅπως καὶ ὅλα τὰ ὡραῖα τροπά­ρια ποὺ ψάλλονται, ἔχουν ἀνάγκη ἑρμηνείας. Καὶ αὐ­τὸ θὰ τολμήσω ὁ γέρων ἐγὼ ἐπίσκοπος.

* * *

Ὁ Ἠσαΐας ἔζησε σὲ ἐποχὴ ποὺ βασίλευε φο­βερὸ σκοτάδι εἰδωλολατρίας, πλάνης καὶ ἁμαρτίας. Τότε λοιπὸν εἶδε – προφήτευσε καὶ εἶπε· Μιὰ μέρα τὸ σκοτάδι θὰ σβήσῃ· μέσα στὴ βαθειὰ νύχτα τῆς εἰδωλολατρίας θ᾽ ἀνατείλῃ λαμ­πρὸς ἥλιος.
Δὲν ἐννοεῖ τὸν φυσικὸ ἥλιο. Ὁ ἥλιος αὐ­τός, ποὺ βλέπουμε, εἶνε μία σκιὰ μπροστὰ σ᾽ ἕναν ἄλλο ἥλιο. Ὅπως τὸ ὑλικὸ στερέωμα ἔ­χει ἕναν ἥλιο ποὺ τὸ φωτίζει, ἔτσι τὸ πνευμα­τικὸ στερέωμα, ἡ Ἐκκλησία μας, ποὺ εἶνε ἕ­νας ἄλλος οὐρανός, ἔχει τὸν δικό του ἥ­λιο· καὶ ὁ ἥλιος αὐτὸς εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χρι­στός. Αὐτὸς φωτίζει, θερμαίνει καὶ ζωογο­νεῖ κάθε κτίσμα, κάθε λογικὴ ὕπαρξι, κάθε ἀν­θρώ­πινη ψυχή. Θὰ σβήσῃ λοιπὸν τὸ σκοτάδι καὶ θὰ ἔρθῃ τὸ φῶς· αὐτὸ προφήτευε ὁ Ἠσα­ΐας.
Καὶ δὲν εἶπε μόνο αὐτό· εἶπε καὶ πολλὰ ἄλ­λα, ποὺ ὅλα ἐκπληρώθηκαν στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἐκείνη ἡ ὑπέροχη προφητεία ποὺ ἀκούγεται τὴ Μεγάλη Παρασκευή, ποὺ δείχνει τὸν πάσχοντα Χριστὸ καὶ λέει· «Οὗτος (ὁ Χριστὸς) τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται, καὶ ἡμεῖς ἐλογισάμεθα αὐτὸν εἶναι ἐν πόνῳ καὶ ἐν πληγῇ ὑπὸ Θεοῦ καὶ ἐν κακώσει» (Ἠσ. 53,4).
Τί θαῦμα κι αὐτό! Ἡ προφητεία εἶνε ἕ­να θαῦμα. Ἂν θέλετε νὰ τὸ καταλάβετε κα­λύτερα, φανταστῆτε νὰ σηκωθῇ σήμερα κά­ποιος καὶ νὰ πῇ, ὅτι μετὰ ἀπὸ ἑκατὸ χρόνια θὰ ἐμ­φανισθῇ ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ εἶ­νε «αὐτὸς κι αὐτός», νὰ περιγράψῃ δηλαδὴ μὲ ἀ­κρίβεια τὰ χαρακτηριστικά του γνωρίσμα­τα, καὶ ὄντως μετὰ ἀπὸ ἑκατὸ χρόνια τὰ λόγια του νὰ πραγματοποιηθοῦν μὲ κάθε λεπτο­μέ­ρεια. Ἢ φαν­ταστῆτε κάποιος νὰ εἶχε πε­ριγρά­ψει τὴ μορφὴ καὶ τὸ χαρακτῆρα καὶ τὸ ἔρ­γο λ.χ. τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου – πότε; ἑ­κατὸ χρόνια προτοῦ νὰ ἐμφανιστῇ ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος. Ἀδύνατον αὐτὸ τὸ πρᾶγμα γιὰ τὴν ἀνθρώπινη διάνοια. Μόνο ἕνας ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ, ἕνας προφήτης, φωτιζόμε­νος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, μπορεῖ νὰ πῇ τέτοια λόγια καὶ νὰ κάνῃ τέτοιες προβλέψεις. Γι᾽ αὐ­τὸ ἡ θεόπνευστος προφητεία εἶνε θαῦμα.
Περιέγραψε λοιπὸν ὁ Ἠσαΐας τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν μὲ ὅλες τὶς λεπτομέρειες, ἀπὸ τὴ γέν­νησί του μέχρι τὰ σεπτά του πάθη. Καὶ ὅποιος τὰ μαζέψῃ αὐτὰ ὅλα, θὰ φτειάξῃ ἕνα ἄλλο Εὐ­αγγέλιο. Ἔχουμε τέσσερα Εὐαγγέλια; αὐ­τὸ εἶνε τὸ κατὰ Ἠσαΐαν Εὐαγγέλιον. Γι᾽ αὐτὸ τὸν Ἠσαΐα τὸν εἶπαν καὶ πέμπτον εὐαγγελιστή.

* * *

Ὦ Θεέ μου, τί θαύματα ἔχει ἡ Ἐκκλησία μας καὶ δὲν τὰ γνωρίζουμε! Γι᾽ αὐτὸ τὶς ἡμέρες αὐτὲς θὰ προσπαθήσουμε ν᾽ ἀναλύσουμε τοὺς προφητικοὺς αὐτοὺς στίχους.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Α΄ μέρος ἀπομαγνητοφωνημένης ὁμιλίας του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου, στὸ ιερό ναὸ του ῾Αγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 12-4-1987

 

Μεγάλη Δευτέρα  βράδυ

Ορθριζουμε προς το Φως;

«Ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει τὸ πνεῦμά μου πρὸς σέ, ὁ Θεός, διότι φῶς τὰ προστάγματά σου ἐπὶ τῆς γῆς» (Ἠσ. 26,9α΄)

 

Ο ΠΡΩΤΟΣ ἀπὸ τοὺς τέσσερις στίχους, ποὺ συνοδεύουν τὸ ἀλληλούϊα στὴν ἀρχὴ τῆς ἀκολου­θί­ας τοῦ Νυμφίου τὰ βράδια τῆς Μεγάλης Ἑ­βδομάδος, λέει· «Ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει τὸ πνεῦμά μου πρὸς σέ, ὁ Θεός, διότι φῶς τὰ προστάγματά σου ἐπὶ τῆς γῆς» (Ἠσ. 26,9α΄).
Τί θὰ πῇ αὐτό; Εἶνε λόγια τοῦ προφήτου Ἠ­σαΐα. Μποροῦμε ἆραγε νὰ τὰ ἐπαναλάβουμε κ᾽ ἐμεῖς; Γιατί τὰ εἶπε ὁ Ἠσαΐας; Δὲν εἶνε ἕ­νας ἁπλὸς λόγος· εἶνε μία πραγματικότης, ποὺ ὁ προφήτης τὴ ζῇ. Θεέ μου, λέει, σὲ ἀγαπῶ. Σὲ ἀ­γαπῶ τόσο, ὥστε σὲ θυμᾶμαι ὄχι μόνο τὴν ἡ­μέρα, ἀλλὰ καὶ τὴ νύχτα. Πάω νὰ κοιμη­θῶ, καὶ ξυπνῶ νωρίς. Σηκώνομαι ἀπ᾽ τὸ κρεβά­τι πολὺ πρὶν ἀνατείλῃ ὁ ἥλιος, καὶ ἡ καρδιά μου εἶ­νε σ᾽ ἐσένα, σὲ λατρεύω καὶ σὲ δοξάζω.την συνέχεια εδώ

* * *

Εἶστε, ἀγαπητοί μου, ἔγγαμοι καὶ ἄγαμοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι. Ποιός ἀπὸ σᾶς ποὺ ἔχετε οἰκογένεια καὶ ποιός νέος ἢ νέα δὲν αἰσθάνθηκε τὴν ἕλ­­ξι τοῦ ἔρωτος; Εἶνε κάτι ἀκατηγό­ρητο· ἀπὸ τὸ Θεὸ εἶνε ἡ ἕλξι ἀνδρὸς – γυναικός· εἶνε φυ­σικὸ καὶ εὐλογημένο, ὅταν δὲν ἐκ­τρέπεται καὶ δὲν λαμβάνῃ διαστάσεις πάθους. Τί γίνεται λοιπὸν στὸν σώφρονα ἔρωτα; Ὅποιος ἀγαπᾷ, εἴτε ἄντρας εἴτε γυναίκα, τὸ πρό­σω­­πο ποὺ ἀγαπᾷ τό ᾽χει μέσ᾽ στὴν καρδιά του. Ἀρέσκεται νὰ τὸ βλέπῃ. Εὐχαριστιέται ν᾽ ἀκούῃ τὰ λόγια του· ὄχι μιὰ ὥρα, ἀλλὰ δυὸ καὶ τρεῖς καὶ περισσότερες ὧρες κουβεντιάζει μαζί του· νυχτώνει, περνοῦν τὰ μεσάνυχτα, ξημερώνει, καὶ τὰ λόγια δὲν τελειώνουν.
Ἀρέσκεσαι λοιπὸν νὰ μιλᾷς μὲ τὴν ἀγαπημένη ἢ τὸν ἀγαπημένο σου; Ἔ, δὲ θὰ εἶσαι ἄν­­θρωπος, ἂν πέρα ἀπὸ τὸν ἔρωτα αὐτὸν δὲ νιώ­θῃς καὶ κάποιον ἄλλον ἔρωτα. Ὑπάρχει ἕ­νας ἔ­ρωτας ἀπείρως μεγαλύτερος καὶ ὑψηλό­τε­ρος· εἶνε ὁ ἔρως τοῦ Θεοῦ. Ναί! Ἀκατανόητα – κινέζικα φαίνονται αὐτά; Ἀλλ᾽ ὅσοι τὸ αἰ­σθάν­θηκαν μέσα τους αὐτό, ὅπως τὸ αἰ­σθάνθηκε ὁ Ἠσαΐας, αὐτοὶ λένε μαζί του· Σὲ ἀγα­πῶ, Κύριε, σὲ λατρεύω. Σὲ σκέπτομαι μέρα – νύ­χτα καὶ ὣς τὰ μεσάνυχτα, καὶ τὸ πρωῒ ἀπ᾽ τὸ βα­θὺ ὄρθρο σὲ ἀναζητῶ. Ὁ ἔρωτας δὲν ἀφήνει τὸν ὕπνο νὰ σφαλίσῃ τὰ μάτια μου. Νωρὶς – νω­ρὶς ξυπνῶ καὶ σοῦ μιλῶ. «Ἐκ νυκτὸς ὀρ­θρί­ζει τὸ πνεῦμά μου πρὸς σέ, ὁ Θεός…»· λόγια, ποὺ δείχνουν τὴν φλογερὰ ἀ­γάπη ποὺ εἶχε ὁ Ἠ­σαΐας στὸ Θεό.
Καὶ μόνο ὁ Ἠσαΐας; Καὶ ὁ Δαυῒδ ἐπίσης λέει· «Ὁ Θε­ὸς ὁ Θεός μου, πρὸς σὲ ὀρθρίζω· ἐδίψη­­σέ σε ἡ ψυχή μου, ποσαπλῶς σοι ἡ σάρξ μου ἐν γῇ ἐ­­ρήμῳ καὶ ἀβάτῳ καὶ ἀνύδρῳ». Βασιλιᾶς αὐ­τός, μὲ τόσες μέριμνες καὶ φροντίδες, ξυπνοῦ­σε ἀπὸ τὸν ὄρθρο διψώντας νὰ βρῇ τὸν Κύριο. Κι ἀλλοῦ λέει· «Με­σονύκτιον ἐξεγειρόμην τοῦ ἐξομολογεῖ­σθαί σοι…» (Ψαλμ. 62,2· 118,62). Ἀκοῦ­τε; Μεσάνυχτα, λέει, Κύριε, σηκωνόμουν γιὰ νὰ σὲ δοξολογή­σω.
Καὶ μόνο ὁ Ἠσαΐας καὶ ὁ Δαυΐδ; Καὶ σήμερα ὑπάρχουν ἀσκηταὶ σὲ σπηλιές, ποὺ τὴ νύχτα, ἐνῷ ὅλα κοιμῶνται, αὐτοὶ δὲν κοιμῶνται· ψάλλουν ὕμνους στὸ Θεὸ καὶ λένε τὸ «Ἀλληλούϊα, ἀλληλούϊα, ἀλληλούϊα».
Καὶ μόνο ἀσκηταί; Καὶ ἁπλοῖ πιστοί. Ἀπὸ μιὰ ἀγράμματη γερόντισσα καταγομένη ἀπὸ τὸν Πόντο διεπίστωσα, ὅτι ἐκεῖ, ὅπως καὶ στὴ Μικρὰ Ἀσία καὶ στὴ Μακεδονία, ὑ­πῆρ­χε μιὰ ὡ­ραία συνήθεια. Πῶς ἔσβησαν τώρα οἱ ὡραῖ­ες συνήθειες καὶ γίναμε ἄγριοι, παρ᾽ ὅλο τὸ λεγόμενο πολι­τι­σμό! Τί ἔμαθα λοιπὸν ἀπὸ αὐτήν. Ἐκεῖ, λέει, εἴχαμε συνήθεια νὰ ξυ­πνοῦμε τὰ με­σάνυχτα καὶ νὰ κάνουμε προσ­ευχή… Ὑπάρχει ἀκόμα μιὰ παράδοσι, ὅτι τὸ σύμπαν ὁλόκληρο σταματάει τὰ μεσάνυχτα ἕνα λεπτό, γιὰ νὰ ὑμνήσῃ κι αὐτὸ τὸν Μεγαλοδύναμο.

* * *

«Ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει τὸ πνεῦμά μου πρὸς σέ, ὁ Θεός…». Ἐφαρμόζεται ἆραγε σήμερα ὁ λό­­γος αὐτός, ἢ ἁπλῶς τὸν ἀκοῦμε νὰ τὸν ψάλλουν μόνο οἱ ψαλτάδες μας τώρα τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα;
Ζοῦμε σὲ χρόνια ποὺ πραγματοποιεῖται ἡ προφητεία τοῦ Χριστοῦ μας ὅτι «Ψυγήσεται ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν» (Ματθ. 24,12)· θὰ παγώσῃ, θὰ γίνῃ ψυγεῖο – Βόρειος Πόλος ἡ ἀγάπη τῶν πολ­λῶν γιὰ τὸ Θεό. Σημεῖο κατάρας, σημεῖο ἀντιχρίστου αὐτό. Δὲ θ᾽ ἀγαποῦν τὸ Θεό, δὲ θ᾽ ἀ­γαποῦν κανένα. Ἂν ὑπῆρχε ἕνα πνευματι­κὸ θερμόμετρο καὶ τὸ βάζαμε στὴν καρδιά μας, θὰ ἔδειχνε ὑπὸ τὸ μηδέν. Σὲξ καὶ ἔρωτες σαρ­κικοὶ ὑπάρχουν, ἀλλὰ ὁ ἔρως τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀγά­πη τοῦ Κυρίου ἔσβησε, δὲν ὑπάρχει.
Ἀπόδειξις ὁ ἐκκλησιασμός. Βλέπεις, Κυρι­ακὴ ἡμέρα, χτυπᾷ ἡ καμπάνα, καὶ δὲν πηγαίνουν στὴν ἐκ­κλησία. «Στοῦ κουφοῦ τὴν πόρτα ὅσο θέλεις χτύπα». Οἱ περισσότεροι βρίσκουν τὴν ὥρα αὐτὴ νὰ κοιμηθοῦν. Εἶνε ἁ­μαρ­τία, τὴν ὥρα ποὺ χτυποῦν οἱ καμπάνες καὶ σὲ καλοῦν, ἐσὺ νὰ κοιμᾶσαι. Εἶσαι σὰν ἕνα στρατιώτη πού, ἐνῷ ἡ σάλπιγγα σαλπίζει ἐ­γερ­τήριο, αὐτὸς δὲν δίνει τὸ παρών. Σὲ καλοῦν οἱ καμπάνες, οἱ σάλπιγγες τοῦ οὐρανοῦ. Αὐτὲς οἱ καμπάνες, ποὺ τώρα χτυπᾶνε, μιὰ μέρα στὸν ἄλλο κόσμο θὰ μᾶς δικάσουν. Βλέπεις λοιπὸν τὸ λεγόμενο χριστιανὸ καὶ δὲ σηκώνεται νὰ πάῃ μιὰ ὥρα στὴν ἐκκλησία, νὰ δο­­ξάσῃ τὸ Θεό, ἢ ἔρχεται βραδὺς – βρα­δύς, ἀρ­γά, περὶ τὸ τέλος τῆς θείας λειτουργίας. Ποῦ εἶν᾽ ἐκεῖνες οἱ μάνες ποὺ λέει τὸ ποίημα·
«…Ἔ, παιδιά, καιρός, ξυπνᾶτε, εἶναι Κυριακή,
ἡ καμπάνα μᾶς φωνάζει, τὴν ἀκοῦτ’ ἐκεῖ;…»
(Ἠλία Τανταλίδη, Ἡ Κυριακή· Ἀναγν. Γ΄ Δημ., σ. 61).
Ἔρημος εἶνε τώρα ὁ ναὸς ἀπὸ παιδιά. Τὰ μετρῶ, δὲν εἶνε οὔτε δέκα. Ὦ μανάδες, θὰ τὸ πληρώσετε ἀκριβά. Τὰ παιδιά, χωρὶς Θεό, θὰ γί­νουν τρομοκράται. Χωρὶς Θεὸ ὁ ἄνθρω­πος δὲν ζῇ, πολιτισμὸς δὲν ὑπάρχει.
Δὲν ξυπνοῦν λοιπὸν νὰ ἔρθουν στὴν ἐκ­κλη­σιά. Περνάει ὅμως ἡ μέρα, νυχτώνει, βγαίνουν τὰ ἄστρα, καὶ τότε τί βλέπω; Ἀγρυπνία. Τί ἀγρυπνία; Ἀγρυπνία τοῦ διαβόλου. Γέμισε ὁ τόπος ἀπὸ νυχτερινὰ κέντρα, χιλιάδες, περισσότερα ἀπὸ τὶς ἐκκλησίες. Ἐκεῖ μαζεύον­ται τὴ νύχτα καὶ γίνεται σατανικὴ ἀγρυπνία. Κι ἂν μετρήσετε αὐτοὺς ποὺ ἀγρυπνοῦν γιὰ τὸ διάβολο, θὰ δῆτε ὅτι εἶνε περισσό­τεροι ἀπ᾽ αὐτοὺς ποὺ ἀγρυπνοῦν γιὰ τὸ Θεό.

* * *

«Ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει τὸ πνεῦμά μου πρὸς σέ, ὁ Θεός, διότι φῶς τὰ προστάγματά σου ἐ­πὶ τῆς γῆς». Ὀρθρίζω πρὸς ἐσένα, Θεέ μου, λέει. Γιατί; Τὸ αἰτιολογεῖ. Διότι οἱ προσ­ταγές σου εἶνε φῶς πάνω στὴ γῆ. Ἡ διδασκαλία δηλαδὴ τοῦ Χριστοῦ, τὰ λόγια του, οἱ ἐντολές του, τὰ προστάγματά του, εἶνε φῶς.
Ὅλα τὰ λόγια καὶ ὅλη ἡ ζωὴ τοῦ Χρι­στοῦ εἶνε φῶς, ἀλλὰ ἰδιαιτέρως λάμπει, μὲ ἐξαιρετικὸ φῶς, τὸ τέλος τῆς ἐπιγείου ζωῆς του. Τὰ γεγο­νότα τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος ἔ­χουν ἀ­σύγ­κριτη ὀμορφιά. Γι᾽ αὐτὸ σ᾽ ἕνα ὡραῖο τροπά­ριο ἀκούσαμε· «Τὰ πάθη τὰ σεπτὰ ἡ παροῦ­σα ἡ­μέρα ὡς φῶτα σωστικὰ ἀνατέλλει τῷ κόσμῳ» (κάθ. ὄρθ. Μ. Δευτ.). «Φῶτα σωστικὰ» εἶνε τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ. Μόνο χυδαῖοι ἄνθρωποι δὲν μποροῦν νὰ αἰσθανθοῦν τὸ μεγαλεῖο αὐ­τῆς τῆς ἑβδομάδος. Ἔλα κοντὰ στὴν Ἐκκλη­σία, νὰ γεμίσῃ ἡ καρδιά σου ἀπὸ φῶς. «Ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει τὸ πνεῦμά μου πρὸς σέ, ὁ Θεός, διότι φῶς τὰ προστάγματά σου ἐπὶ τῆς γῆς».

* * *

Ἀδελφοί μου, σεῖς τὸ μικρὸ ποίμνιο ποὺ ἀ­γρυπνεῖτε γιὰ τὸν Κύριο, δοξάστε τὸ Θεό, δι­ό­τι ἀπολαμβάνετε τέτοιους ὕμνους καὶ ἀκοῦτε ὅτι «φῶς τὰ προστάγματά σου ἐπὶ τῆς γῆς».
Φῶς εἶνε οἱ ἐντολὲς τοῦ Κυρίου μας. Ὅ­ποιος πιστεύει στὸ Χριστό, ὅποιος τὸν ἀκούει κι ἀ­κολουθεῖ τὸ δρόμο του, ἔχει φῶς. Ὅποιος δὲν πιστεύει καὶ δὲν ζῇ κατὰ τὸ Εὐ­αγγέλιο, ἔ­χει σκοτάδι κ᾽ εἶνε δυστυχής, ἔστω κι ἂν ξέρῃ γράμματα κ᾽ ἔχῃ διπλώματα καὶ ξέρῃ γλῶσ­σες. Κρίμα στὰ σχολειὰ καὶ στὰ πανεπιστήμια, ποὺ ἀντὶ νὰ διδάσκουν Χριστὸν ἐ­σταυρωμένον, διδάσκουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος κα­τάγεται ἀπὸ τὸν πίθηκο. Γέμισε ὁ τόπος πανεπιστήμια, καὶ ὅ­μως σκοτάδι ἁπλώνεται γύρω. Ἕνας ἀγράμμα­τος ποὺ πιστεύει στὸ Θεὸ ἀξίζει παραπάνω ἀπὸ ἕνα ἐπιστήμονα ποὺ δὲν πιστεύει τίποτα. Γι᾽ αὐτὸ ἕνας μεγάλος ποιητὴς τῆς Γερμανί­ας εἶπε ὅτι, παρ᾽ ὅλα τὰ «φῶτα» τοῦ αἰῶνος τούτου, σκοτάδι ἐξακολουθεῖ νὰ ἐπικρατῇ. Ὅ­ταν σταυρώθηκε ὁ Χριστὸς τὴ Μεγάλη Παρασκευή, «σκότος ἐγένετο ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν» (Ματθ. 27,45)· καὶ κάθε φορὰ ποὺ ὁ Χριστὸς ξανασταυ­ρώνεται μὲ τὴν ἀπιστία καὶ ἀποστασία, σκοτάδι βασιλεύει πάνω στὴ γῆ.
Ἂς δοξάσουμε τὸ Θεό, διότι στὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ βλέπουμε τὸ μεγαλεῖο τῆς πίστεώς μας. Ἂς παρακολουθοῦμε τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες. Καὶ νὰ μᾶς ἀξιώσῃ ὁ Θεὸς νὰ δοῦμε καὶ τὴν ἔνδοξο ἀνάστασι τοῦ Κυρίου καὶ ν᾽ ἀκούσουμε τὸ «Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέ­ρου φωτός…» (πανν. Πάσχα). Τὸ δὲ ἀνέσπερο φῶς εἶνε ὁ Χριστός, «ὃν ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας».

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Β΄μέρος ἀπομαγνητοφωνημένης ὁμιλίας του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου, στὸ ιερό ναὸ του ῾Αγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 12-4-1987

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.