Αυγουστίνος Καντιώτης



ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΔΗΣ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ;

date Ιαν 29th, 2014 | filed Filed under: εορτολογιο

Ὑπαπαντὴ τοῦ Κυρίου
2 Φεβρουαρίου

ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΔΗΣ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ;

Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

KYRIE TΩN DYNAM.istΥΠΑΠΑΝΤΗ τοιχ.     ΤΗΝ πρώτη (1η) Ἰανουαρίου ἦταν τοῦ ἁγίου Βασιλείου. Χθὲς πρώτη (1η) Φεβρουαρίου ἦταν τοῦ ἁγίου Τρύφωνος. Καὶ σήμερα; Σήμερα δὲν ἑορτάζει ἅγιος. Ἑορτάζει ὁ βασιλεὺς τῶν ἁγίων, ὁ ἀρχηγὸς τῆς πίστεώς μας, ὁ Κύ­ριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Εἶνε δε­σποτικὴ ἑ­ορτή, ἡ ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς. Τί εἶνε ἡ ῾Yπαπαντή; Μὲ ἁπλᾶ λόγια θὰ τὸ ἐξηγήσουμε.

* * *

Ὁ Χριστὸς δὲν ἦταν μόνο ἄνθρωπος, ἦταν καὶ Θεός. Καὶ ὡς Θεὸς δὲν ὑπάρχει στιγμὴ τοῦ χρόνου ποὺ νὰ μὴν ὑπάρχῃ. Ὑπάρχει πάν­το­τε. Εἶνε αὐτὸ ποὺ λέμε «νῦν καὶ ἀεί». Ἐμεῖς εἴ­μεθα στὸ «νῦν», τώρα, ἐνῷ ὁ Χριστὸς εἶνε καὶ στὸ «ἀεί», πάντοτε· «…νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων». Ὡς Θε­ὸς λοιπὸν εἶνε αἰ­ώνιος, ὡς ἄνθρωπος ὅ­μως, ποὺ ἐφόρεσε σάρκα, μπῆκε στὴν ἱστορία, στὸ χρόνο. Γεννήθηκε σὲ ὡρισμένο χρόνο καὶ τόπο, σὲ ἕνα μικρὸ χω­ριό. Γεννήθηκε σὰν ἕνα φτωχὸ νήπιο. Ἡ Mά­να του δὲν εἶχε ποῦ νὰ τὸν βάλῃ, καὶ τὸν ἔ­βαλε στὸ παχνὶ τῶν ζῴων. Γεννήθηκε σὲ μιὰ σπηλιά, σ᾿ ἕνα σταῦλο. Ποιός θὰ φανταζόταν, ὅτι τὸ νήπιο ἐκεῖνο εἶνε ὁ βασιλεὺς τοῦ κόσμου;
Πέρασαν ἀπὸ τὴ Γέννησι σαράντα ἡμέρες. Τὴν τεσσαρακοστὴ ἡμέρα εἶχαν τότε συνήθεια, ὅπως καὶ τώρα, νὰ πηγαίνουν τὸ βρέφος στὸ ναό. Τὸ πήγαιναν γιὰ νὰ τὸ ἁγιάσουν, νὰ τὸ καθαρίσουν, νὰ σα­ραντίσῃ ἡ μάνα. Σήμερα δυστυχῶς ἄρχισαν νὰ μὴν τὰ προσέχουν αὐ­τά. ᾿Αμελοῦν. Θυμηθῆτε ὅ­μως τὰ λόγια μου· παιδί, ποὺ ἡ μάνα δὲν τὸ σα­ραντίζει, θὰ γίνῃ τέρας. Θὰ γεμίσῃ ὁ κό­σμος ἀπὸ κακούργους.
Συνήθιζαν, λοιπόν, οἱ Ἑβραῖοι στὶς σα­­ράν­τα ἡμέρες νὰ φέρνουν τὸ παιδὶ στὸ ναό, καὶ συγχρόνως νὰ προσφέρουν δῶρα. Ἂν ἦταν πλούσιοι, πήγαιναν ἕνα βόδι, ἕνα δαμαλάκι· ἂν ἦταν φτωχοί, πήγαιναν ἕνa ζευ­γάρι τρυγό­νια ἢ δυὸ μικρὰ περιστέρια. Γιατί; Γιὰ νὰ εὐ­χαριστήσουν τὸ Θεό, ποὺ ἔδωσε τὸ παιδί. Δι­ότι τὸ παιδὶ εἶνε ὁ μπουναμᾶς τοῦ οὐ­ρανοῦ, τὸ πιὸ μεγάλο δῶρο. Δὲν πά᾿ νά ᾿χῃ τὸ σπίτι ῥαδιόφωνα τηλεοράσεις κι ὅ,τι ἄλλο θέ᾿ς· ἂν μέσα σ᾿ αὐτὸ δὲν ἀκούγεται κλάμα παιδιοῦ, κάτι λείπει. Γι᾿ αὐτὸ οἱ γονεῖς νὰ εὐχαριστοῦν τὸ Θεό. Διότι τὸ παιδὶ δὲν τὸ ἔκανες ἐσύ – λά­θος ἔχεις. Ἅμα ὁ Θεὸς δὲν εὐ­λογήση τὰ δέν­δρα, καρπὸ δὲν πιάνουν· κι ἅμα ὁ Θεὸς δὲν εὐ­λογήσῃ τὴ γῆ, σπαρτὰ δὲν θερίζεις. Κι ἅμα ὁ Θεὸς δὲν εὐλογήσῃ τὴν κοιλιὰ τῆς γυ­ναί­κας, ἂς πάῃ σ᾿ ὅλους τοὺς για­τρούς, παιδὶ δὲν κά­νει. Τὰ παι­διὰ τὰ δίνει ὁ Θεός. Γι᾿ αὐτὸ οἱ μα­νάδες πρέ­πει νὰ φέρνουν τὰ παιδιά τους στὴν ἐκ­κλησιὰ ὅταν γίνωνται σαράντα ἡμερῶν, νὰ τὰ σαραντίζουν καὶ νὰ εὐλογοῦνται. Αὐτὸ ἔ­κανε ἡ Παναγία, αὐτὸ νὰ κάνουμε κ᾿ ἐμεῖς.
Ἡ Παναγία πῆρε στὴν ἀγκαλιά της τὸ Χριστὸ καὶ μαζὶ μὲ τὸν δίκαιο Ἰωσὴφ τὸν προστά­τη πῆγαν στὸ ναὸ τοῦ Σολομῶντος. Μαζί της πήγανε κι ἄλλες γυναῖκες πλούσιες. Τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων εἶνε στοὺς πλουσίους. Ἐκείνη ἦταν φτωχιὰ καὶ κανείς δὲν τὴν πρόσεχε. Ἀλλὰ τί λέω; Κάποιος τὴν πρόσεξε. Ποιός; ῞E­νας γέροντας ποὺ τὸν λέγανε Συμεών. Τί ἦ­ταν αὐτός; Αὐτὸς διάβαζε τὴν ἁγία Γραφή, διάβαζε τοὺς προφήτας, καὶ ἀπὸ ᾿κεῖ ἔμαθε, ὅτι μιὰ μέρα «θὰ ἀνατείλῃ ἕνα ἄστρο» στὸν κό­σμο· ἔμαθε, ὅτι θὰ ἔρθῃ «ἕνας ἄνθρωπος», ὁ Μεσσίας, ὁ Λυτρωτὴς τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός (βλ. Ἀριθμ. 24,17). Ὁ Συμεὼν ὅμως λυ­πό­ταν ὅτι δὲν θὰ ζήσῃ νὰ δῇ τὸ Χριστό. Τέτοια λαχτάρα εἶχε. Καὶ ἔλεγε· Θεέ μου, ἄφησέ με νὰ ζήσω· ἂς δῶ τὸ Χριστὸ καὶ ἂς πεθάνω!… Καὶ ὁ Θεὸς ἄκουσε τὴν προσευχή του.
Τὴν ὥρα ποὺ ἡ Παναγία ἔφθανε στὸ ναό, ὁ Συμεὼν ἄκουσε φωνή· Πήγαινε τώρα στὸ ναό, κ᾿ ἐκεῖ θὰ δῇς τὸ Χριστό!… Ἔκανε φτερὰ στὰ πόδια ὁ γέροντας καὶ νά τον στὸ ναό. Ἀλλὰ ἐκεῖ ἦταν πολλὲς γυναῖκες· ποιά ἀπ᾿ ὅλες ἦταν ἡ Παναγία; Ὅπως ὁ Θεὸς φώτισε τὸν ᾿Iω­άννη τὸν Πρόδρομο καὶ ἀνάμεσα στὶς χιλιάδες ποὺ ἐβαπτίζοντο ἐκεῖ στὸ ποτάμι διέκρινε τὸ Χριστό, ἔτσι ἐδῶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο φώ­τισε τὸν Συμεὼν νὰ διακρίνῃ τὸ Χριστὸ καὶ νὰ κα­ταλάβῃ ποιά εἶνε ἡ Παναγία. Καὶ τότε πλησίασε κοντά. Τὰ μάτια του βουρκώσανε. Ὕψω­σε τὸ βλέμμα στὸν οὐρανό, πῆρε στὴν ἀγ­καλιά του τὸ Χριστό, ἔκανε τὴν προσευχή του καὶ εἶπε· «Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά σου ἐν εἰρήνῃ…» (Λουκ. 2,29). Τώρα, λέει, ἂς πεθάνω· εἶδα τὸ Χριστό.
Μετὰ ὁ Συμεὼν εἶπε· Αὐτὸ τὸ παιδὶ θὰ συγ­κλονίσῃ τὸν κόσμο. Κανένας ἄλλος δὲν θὰ ἀλ­λά­Íῃ τὸν κόσμο ὅπως αὐτό. Αὐτὸ τὸ παιδὶ ἄλ­λοι θὰ τὸ ἀγαπήσουν καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη του θὰ θυ­σιάσουν τὰ πάντα, κι ἄλλοι θὰ τὸ μισήσουν… Καὶ ἔτσι εἶνε. Τὸ Χριστὸ ἢ θὰ τὸν ἀγαπήσῃς ἢ θὰ τὸν μισή­σῃς. Καὶ θὰ γίνῃ πόλεμος μεγάλος· οἱ ἀντίχριστοι θὰ τὸν πολεμοῦν, οἱ ἄλλοι θὰ τὸν λατρεύουν, καὶ τέλος θὰ νικήσῃ ὁ Χριστός.
Φαντάσου τώρα τὸ Συμεὼν νὰ βλέπῃ ἕν· μι­κρὸ παιδάκι καὶ νὰ λέῃ αὐτὰ τὰ πράγματα! Καὶ τὰ βλέπουμε σήμερα πραγματοποιούμενα.
Κατόπιν συνέχισε πρὸς τὴν Παναγία· Μάνα εὐλογημένη, μάνα εὐτυχισμένη, ἀλλὰ καὶ μά­να πικραμένη! Εὐλογημένη, γιατὶ γέννησες τὸ Χριστό. Πικραμένη, γιατὶ θὰ τὸν δῇς τὴ Με­γάλη Παρασκευὴ νὰ τὸν καρφώνουν οἱ ἀντίχριστοι, κ᾿ ἐσένα μαχαίρι δίκοπο θὰ πε­ράσῃ τὴν καρδιά σου… Αὐτὰ εἶπε ὁ Συμεών.
Στὸ ναὸ ἦταν τότε καὶ μιὰ γριὰ χήρα 84 χρο­νῶν, ἡ Ἄννα. Αὐτὴ παντρεύτηκε, ἔζησε 7 χρό­νια μὲ τὸν ἄντρα της, μετὰ ἐχήρευσε καὶ δὲν ξαναπαντρεύτηκε, δὲν ἦλθε σὲ δεύτερο γά­μο. Γιατὶ μιά φορὰ παντρεύονται οἱ ἄνθρωποι. Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια ἔτσι ἦταν. Γιὰ ἰδέστε καὶ τὰ τρυγόνια. Ἔχουν ἀγάπη. Σκότωσε ὁ κυνη­γὸς τὸ ἀρσενικό; τὸ θηλυκὸ δὲ᾿ ζευγαρώνει πλέον μὲ ἄλλο ἀρσενικό. Γι᾿ αὐτὸ λένε «ἀγα­πιοῦν­­­ται σὰν τὰ τρυγόνια». Τώρα ὅμως βλέπεις τὸν ἄλλο, ἀκόμα δὲν ἔθαψε τὴ γυναῖκα του καὶ ζητάει νέα γυναῖκα· καὶ βλέπεις τὴν ἄλλη, ἀκόμα δὲν ἔθαψε τὸν ἄντρα της καὶ ζητάει δεύτερο ἄντρα. Ὄχι, δὲν εἶνε ἔτσι τὰ πράγματα. Ἕνας ἄντρας καὶ μιὰ γυναίκα εἶνε ὁ ἰδεώδης γάμος ποὺ εὐλογεῖ ὁ Χριστός.
Ἔτσι ἔζησε ἡ Ἅννα. Καὶ τώρα δὲν πήγαινε ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι νὰ κουτσομπολεύῃ καὶ νὰ κα­τακρίνῃ. Ἦταν διαρκῶς στὸ ναό, νήστευε, προσευχόταν, ὑπηρετοῦσε τὸ Θεὸ καὶ διά­βα­ζε τὴ Γραφή. Κι ὅταν εἶδε τὸ Χριστὸ στὴν ἀγ­καλιὰ τοῦ Συμεών, ἔτρεξε κι αὐτὴ κοντά, δο­ξολογοῦσε τὸ Θεὸ καὶ κήρυττε τὸ Χριστὸ στοὺς προσκυνητάς.

* * *

Αὐτὴ εἶνε ἡ ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς. Μπορεῖ τώρα κάποιος νὰ πῇ· Ἄχ πόσο ἤθελα κ᾿ ἐγὼ νὰ ζοῦσα τότε καὶ νὰ δῶ τὸ Χριστό!… Ὑπάρχει σ‹­μερα τέτοια λαχτάρα; Ἐπιθυμοῦμε νὰ δοῦ­με τὸ Χριστό, ὅπως ὁ Συμεὼν καὶ ἡ Ἄννα;
Ἀλλ᾿ ἂν ζητοῦμε αὐτό, τὸ ἔχουμε. Ὑπάρχει τρόπος νὰ δῇς τὸ Χριστό. Ποῦ νὰ τὸν δῇς; ᾿E­δῶ. Δὲν εἶνε ἀνάγκη οὔτε στὰ Ἰεροσόλυμα νὰ πᾷς, οὔτε στὰ οὐράνια ν᾿ ἀνεβῇς, οὔτε ὁράματα νὰ δῇς. Μπορεῖς νὰ δῇς τὸ Χριστὸ στὴν Ἐκκλησία! Ἀπίστευτο, ἀλλὰ ἀληθινό.
Τὰ παλιὰ τὰ χρόνια, ποὺ οἱ ἄνθρωποι ἦταν ἅγιοι, ἂς μὴν εἶχαν σχολεῖα, εἶχαν ὅμως Θεό. Ἔρχονταν στὴν ἐκκλησία, κι ὅταν ἔβγαινε τὸ δι­σκοπότηρο, —δὲν εἶνε ψέμα― βλέπανε τὸ Χριστό, τὴν Παναγιά, ἀγγέλους καὶ ἀρχαγγέλους· γιατὶ εἶχαν μάτια ἀγγελικά. Ἐμεῖς τώρα ἔχουμε μάτια κτηνώδη, μάτια σκύλου, μάτια χοιρου, μάτια τίγρεως, μάτια λιονταριοῦ. Καὶ τέτοια μάτια δὲν εἶνε ἄξια νὰ βλέπουν τέτοια ὁράματα. Ὅταν τὰ χέρια καὶ τὰ κορμιὰ εἶνε ἀ­κάθαρτα, τότε καὶ τὰ μάτια εἶνε ἁμαρτωλὰ καὶ ἀνάξια. Γιὰ νὰ δῇς τὸ Χριστό, πρέπει νὰ ᾿χῃς καθαρὴ τὴν καρδιά (βλ. Ματθ. 5,8).
Ἐδῶ εἶνε ὁ Χριστός. Ὅσα λέει ὁ παπᾶς κι ὁ ψάλτης, ὅλα εἶνε λόγια τοῦ Χριστοῦ. Μὰ δὲν τὰ καταλαβαίνουμε. Γιατὶ ἂν πάρῃς μιὰ κιθάρα ἢ ἕνα βιολὶ καὶ νὰ πᾷς καὶ παίξῃς σ᾿ ἕνα σταῦλο, τὰ γαϊδούρια δὲν καταλαβαίνουν τὴ μουσική σου· αὐτὰ θέλουν σανό. Καὶ ἂν πετά­ξῃς μπροστὰ στὰ γουρούνια διαμάντια, δὲν συγκινοῦνται· αὐτὰ θέλουν λάσπη καὶ ἀκαθαρσία. Καὶ οἱ ἄνθρωποι σήμερα δὲν ıέλουν διαμάντια καὶ πολύτιμα πράγματα. Θέλουν ψευ­τιές, ποὺ ἔχει τὸ ῥάδιο καὶ ἡ τηλεόρασι. Ἐκεῖ τὸ αὐτάκι μας καὶ ἐκεῖ τὰ μάτια μας, ὧρες ὁλόκληρες, νὰ δοῦμε γυμνὰ κορμιά, ν᾿ ἀκούσουμε τραγούδια αἰσχρά…
Ἀδέρφια μου, δὲν λέω ψέματα. Σᾶς λέω τὴν ἀλήθεια, ποὺ κι ἂν ἐμεῖς τὴν ἀρνηθοῦμε, κι αὐτὲς οἱ πέτρες θὰ τὴ φωνάξουν· ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ ἀληθινὸς Θεός! Ὅπου εἶνε ὁ Χριστός, εἶνε ἡ ἀλήθεια· ὅπου λείπει ὁ Χριστός, εἶνε τὸ ψέμα. Ὅπου εἶνε ὁ Χριστός, εἶνε ἡ δι­καιοσύ­νη, ἡ λευτεριά, ἡ ἀγάπη, ἡ εἰρήνη, ὁ πα­ράδει­σος· ὅπου λείπει ὁ Χριστός, εἶνε ἡ ἀ­δικία, ἡ σκλαβιά, τὸ μῖσος, ὁ πόλεμος, ἡ κόλασι. Διαλέξτε καὶ πάρτε. Κλεῖστε τὰ ῥαδιόφω­να, κλεῖ­στε τὶς τηλεοράσεις, κι ἀνοῖξτε τὴν καρ­διά σας νὰ μπῇ ὁ Χριστός, νὰ δῆτε τὸ Χριστό· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου εις τον ἱερό ναὸ Ἁγίου Βασιλείου Φιλώτα – Ἀμυνταίου 2-2-1975)

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.