Αυγουστίνος Καντιώτης



Οι παρανομες συμβιωσεις

date Αυγ 28th, 2019 | filed Filed under: εορτολογιο

Περίοδος Γ΄ – Ἔτος ΙΣΤ΄
Ἀριθμ. φύλλου 6902

Ἀποτομὴ κεφαλῆς τιμίου Προδρόμου
29 Αὐγούστου
Tοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου

Οι παρανομες συμβιωσεις

«Οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου» (Μᾶρκ. 6,18)

Αποκεφ. ΙωαννουἈκούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Πῶς ἀρχίζει; «Τῷ καιρῷ ἐκεί­νῳ…». Ἔχει σημασία ἡ ἀρχὴ αὐτή. Σημαίνει, ὅτι τὸ εὐαγγέλιο δὲν εἶνε παραμύθι, ἀλλὰ μιὰ πραγματικότης· σημαίνει, ὅτι αὐτὸ ποὺ ἱστορεῖ τὸ εὐαγγέλιο συνέβη σὲ ὡρισμένο χρόνο.
Καὶ τὸ γεγονός, τοῦ ὁποίου τὴ μνήμη ἑορτά­­ζουμε σήμερα, συνέβη σὲ κάποιο χρόνο. Σὲ ποιό χρόνο; «Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ»· ὅταν αὐτοκράτωρ στὴ Ῥώμη ἦταν ὁ Τιβέριος· ὅταν ἀρχι­ε­ρεῖς στὰ Ἰεροσόλυμα ἦταν ὁ Ἄννας καὶ ὁ Κα­ϊά­φας· ὅταν στὴ Γαλιλαία βασίλευε ὁ Ἡρῴδης.
Ποιός Ἡρῴδης εἶνε αὐτός; εἶνε ἐκεῖνος ποὺ ἔσφαξε τὰ νήπια στὴ Βηθλεέμ; Ὄχι. Ὁ Ἡ­ρῴ­δης ποὺ λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο εἶνε ὁ γυιὸς ἐκείνου. Αὐτὸς εἶνε ὁ Ἡρῴδης ὁ Ἀντύπας.
Αὐτὸς διοικοῦσε τὸ βασίλειό του, τὴ Γαλιλαία, δικτατορικῶς. Δὲν εἶχε οὔτε δικαστὰς οὔτε δικαστήρια. Αὐτὸς ἔκρινε ποιός εἶνε ἔ­νοχος, αὐτὸς ἔκλεινε στὶς φυλακές. Μόνος του δίκαζε καὶ κατεδίκαζε εἰς θάνατον. Ἔκανε ὅ,τι ἤθελε.
Καὶ ποιόν ἔκλεισε στὴ φυλακή, ποιόν κατε­δίκασε εἰς θάνατον; Ὁ Μωσαϊκὸς νόμος ἐπέβαλλε θανατικὴ ποινὴ στοὺς βλασφήμους, στὰ παιδιὰ ποὺ τολμοῦσαν νὰ χτυπήσουν τὴ μάνα ἢ τὸν πατέρα τους, στοὺς πόρνους, στοὺς μοιχούς, σ᾿ αὐτοὺς ποὺ χώριζαν τὰ ἀντρόγυνα, στοὺς μάγους καὶ στὶς μάγισσες. Μὲ λίγα λόγια, ἡ ἐσχάτη αὐτὴ τῶν ποινῶν ἦταν γι᾿ αὐ­τοὺς ποὺ διέπρατταν μεγάλα ἐγκλήματα.
Ὁ Ἡρῴδης ὅμως κατεδίκασε εἰς θάνατον τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο. Τί κακὸ ἔκανε ὁ Ἰ­ω­­­άννης; βλαστήμησε τὸ Θεό; ἐπόρνευσε, ἐ­μοί­χευσε, ἔκανε μαγεῖες; Τίποτε ἀπὸ αὐτά. Ἦταν ἀθῷος. Καὶ τότε πῶς στὸν ἀθῷο αὐτὸν ὁ Ἡρῴ­δης ὥρισε τὴν ἐσχάτη τῶν ποινῶν, τὸν θάνατο;
Ὁ Ἰωάννης ἔκανε κάποιο κακό, κάποιο ἔγ­κλημα. Ποιό εἶνε τὸ ἔγκλημά του; Σὲ τέτοια ἐ­­ποχή, ἐποχὴ δικτατορίας καὶ ὁλοκληρωτισμοῦ, ποὺ βασιλεύει τὸ ξίφος καὶ ἡ βία, ἔγκλημα εἶ­νε νὰ πῇ κανεὶς τὴν ἀλήθεια. Ὅλα τὰ ἀνέχεται ἕ­να τέτοιο καθεστώς, ἀλλ᾿ ὄχι τὴν ἀλήθεια. Τόλ­μησες νὰ πῇς τὴν ἀλήθεια; Θὰ ἔχῃς περιπέτεια.

* * *

Ὁ Ἰωάννης, ἀγαπητοί μου, ἦταν ὁ μόνος μέσα στὸ βασίλειο τοῦ Ἡρῴδη ποὺ τόλμησε νὰ πῇ τὴν ἀλήθεια.
Τί εἶχε κάνει ὁ Ἡρῴδης; Εἶχε διαπράξει τρία ἁμαρτήματα. Πρῶτον ἔδιωξε τὴ γυναῖκα του. Δεύτερον πῆρε ἄλλη. Τρίτον αὐτὴ ἡ ἄλ­λη, ποὺ πῆρε, ἦταν ἡ Ἡρῳδιάδα ἡ γυναίκα τοῦ ἀ­δελφοῦ του, μὲ ἄλλα λόγια ἡ νύφη του. Ἦ­ταν δηλαδὴ διαζευγμένος, ἦταν μοιχός, ἦταν καὶ αἱμομείκτης. Καὶ ὅμως ἔβγαινε μ᾿ αὐτὴν δημο­σίως, καὶ τὸν χειροκροτοῦσε ὅλος ὁ κόσμος.
Ἕνας μόνο τὸν ἤλεγξε, ὁ Ἰωάννης. Αὐτὸς δὲν τὸν φοβήθηκε. Τί εἶχε νὰ χάσῃ; Εἶχε θέσεις, εἶχε χρήματα; Ἡ μόνη περιουσία του ἦ­ταν μιὰ κάππα, κι αὐτὴ ὄχι ἀπὸ μαλλὶ ἀλλ᾿ ἀπὸ τρίχες καμήλου. Κρεβάτι του εἶχε τὴν ἄμμο τῆς ἐρήμου, τροφή του τὶς ἀκρίδες, ποτό του τὸ νερὸ τοῦ Ἰορδάνη, στέγη του τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ. Ἦταν ἀσκητής.
Αὐτὸς λοιπὸν ὁ ἀσκητὴς ἔρριξε τὸν κεραυ­νὸ καὶ σείστηκαν τὰ ἀνάκτορα. Λέει στὸν Ἡ­ρῴδη· «Δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ ἔχῃς τὴ γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου» (Μᾶρκ. 6,18).
Πῶς τὸ ἄκουσε ὁ Ἡρῴδης αὐτό; Ἐξωργίστηκε. Διέταξε νὰ τὸν πιάσουν, νὰ τὸν δέσουν καὶ νὰ τὸν ῥίξουν στὰ μπουντρούμια, μέσα στὶς φυλακὲς τῆς Μαχαιροῦντος.
Ἔμεινε πολὺ στὴ φυλακὴ ὁ Ἰωάννης; Ὄχι. Γιατὶ καὶ μέσ᾿ ἀπὸ τὰ σίδερα δὲν σταμάτησε νὰ διαμαρτύρεται γιὰ τὴν ἁμαρτία τοῦ Ἡρῴδη.
Περισσότερο ὅμως ἐξαγριωμένη ἦταν ἡ Ἡρῳδιάδα. Προσπαθοῦσε νὰ βρῇ εὐκαιρία νὰ ἐκδικηθῇ τὸν Ἰωάννη.
Καὶ τὴ βρῆκε. Ποιά ἦταν ἡ εὐκαιρία; Τὸ γλέντι καὶ ὁ χορός. Ἔλα τώρα ἐσύ, ποὺ λὲς ὅτι δὲν εἶνε τίποτε τὸ γλέντι, δὲν εἶνε τίποτε ὁ χορός· ἔλα νὰ δῇς, ποῦ ἔπεσε τὸ κεφάλι τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου.
Ὁ Ἡρῴδης ἑώρταζε τὰ γενέθλιά του. Εἶχε φαγητά, κρασιά, ὀρχῆστρες, καὶ γυναῖκες διεφθαρμένες. Στὸ τέλος δὲ τῆς διασκεδάσεως καὶ τοῦ χοροῦ, ἐκεῖ ποὺ ἦταν ζαλισμένος ἀπὸ τὸ οἰνόπνευμα, νά καὶ παρουσιάζεται μιὰ χορεύτρια. Ἡ Ἡρῳδιάδα τὴν ἔστειλε ἐπίτηδες· ἦταν ἡ κόρη της, ἡ Σαλώμη. Χόρεψε ἕνα διεφθαρμένο χορὸ τῆς Ἀνατολῆς, ποὺ ἔκανε τὸν Ἡρώδη νὰ χάσῃ τὸ μυαλό του. Τότε μέσα στὸ μεθύσι καὶ στὴ ζάλη του ὁ Ἡρῴδης τῆς εἶπε μὲ ὅρκο· «Ζήτησέ μου ὅ,τι θέ᾽ς, καὶ θὰ σοῦ τὸ δώ­σω· …μέχρι καὶ τὸ μισὸ βασίλειό μου» (ἔ.ἀ. 6,22-23).
Πολλὰ πράγματα μποροῦσε νὰ ζητήσῃ ἡ κό­ρη αὐτή· μποροῦσε νὰ ζητήσῃ μέγαρα καὶ πα­λάτια, χωράφια, ἀμπελῶνες καὶ ἐλαιοστάσια, χρυσὸ καὶ ἄργυρο. Τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν ζήτη­σε. Τί φοβερὸ πρᾶγμα εἶνε ὁ ἄνθρωπος! Πῆγε καὶ συμβουλεύτηκε τὴ μάνα της. Κ᾿ ἐκείνη τῆς λέει· Μὴ ζητήσῃς τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνο τὸ κεφάλι τοῦ Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ.
Ὤ, τίγρις καὶ χειρότερη ἀπὸ τὴν τίγρι εἶνε ἡ κακιὰ γυναίκα! Καὶ ἐνῷ στὴν ἔρημο τὸν Ἰωάννη τὸν σεβάστηκαν καὶ τὰ θηρία, στὰ ἀνάκτορα ἡ γυναίκα αὐτή, χειρότερη ἀπ᾽ τὸ λιον­τάρι καὶ τὴν τίγρι, τὸν κατέφαγε.
Γυρίζει ἡ διεφθαρμένη κόρη στὸν Ἡρῴδη καὶ τοῦ λέει· Θέλω σ᾿ ἕνα πιάτο νὰ μοῦ δώσῃς ἀ­μέσως τὸ κεφάλι Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ (ἔ.ἀ. 6,25).
Τί ἔπρεπε νὰ κάνῃ ὁ Ἡρῴδης; Βέβαια εἶχε δώσει ὅρκο, τῆς τὸ εἶχε τάξει. Τέτοια τάματα ὅ­­μως εἶνε ἁμαρτωλά. Νὰ κάνῃς τάμα ἅγιο, ὄχι τέτοια τάματα σατανικά. Ἔπρεπε νὰ πῇ στὴν κόρη· Αὐτὸ δὲν μπορῶ νὰ τὸ κάνω, γιατὶ τὴ ζωὴ τοῦ ἄλλου δὲν τὴν ἐξουσιάζω. Ἐν τούτοις ὁ Ἡ­ρῴδης ἔστειλε στρατιῶτες στὴ φυλακὴ καὶ ἀ­ποκεφάλισε τὸν Ἰωάννη. Καὶ τὸ κεφάλι αὐτό, ποὺ ἄχνιζε ἀκόμη ἀπὸ τὸ αἷμα, τὸ ἔφεραν στὰ ἀνάκτορα, καὶ τὸ ἔδωσαν στὴ Σαλώμη κι αὐτὴ στὴν Ἡρῳδιάδα. Τὸ πῆραν καὶ ἡσύχασαν.
Τί εἶπα, ἡσύχασαν; Ἡσύχασε ἡ Σαλώμη καὶ ἡ Ἡρῳδιάδα; Ὄχι. Δὲν ἡσυχάζει ὁ ἐγκληματίας, κι ἂς εἶνε στὰ ἀνάκτορα, κι ἂς κολυμπᾷ μέσα στὸ χρυσάφι. Ἔκανε τὸ ἔγκλημα; σκορπιὸς τὸν κεντᾷ. Ἁμάρτησες, ἐπόρνευσες, ἐ­μοίχευσες, διέλυσες οἰκογένειες, ἔφαγες τὸ ψωμὶ τῆς χήρας καὶ τοῦ ὀρφανοῦ; Φίδι θὰ ἔ­χῃς μέσα στὴν καρδιά σου. Ὅπου νὰ πᾷς, δὲν θὰ μπορῇς νὰ ἡσυχάσῃς καὶ ν᾿ ἀναπαυθῇς.
Δὲν βρῆκαν ἀνάπαυσι ὁ Ἡρῴδης, ἡ Ἡρῳδι­άδα καὶ ἡ Σαλώμη. Τὸ τέλος τους φρικτό. Ἐ­ρευνῆστε τὰ βιβλία καὶ θὰ δῆτε. Ὁ Ἡρῴδης ἔ­χασε τὸ θρόνο του. Ἡ Ἡρῳδιάδα εἶχε οἰκτρὸ θάνατο, καὶ ἡ κόρη της οἰκτρότερο. Περπατώντας μιὰ μέρα ἡ Σαλώμη ἐπάνω σὲ μιὰ παγωμένη λίμνη, σὰν κρύσταλλο, ἔσπασε ὁ πάγος καὶ τῆς ἔκοψε τὸ κεφάλι…

* * *

Τί μᾶς διδάσκει τὸ σημερινὸ γεγονός, ἀ­δελ­φοί μου; Πολλὰ μᾶς διδάσκει. Ἕνα ὅμως ἂς προσέξουμε ἰδιαιτέρως.
Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο μᾶς διδάσκει, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπάρχουν στὴν κοινωνία πα­ράνομα ζεύγη. Ὁ Ἡρῴδης ἔδιωξε τὴ γυναῖ­κα του καὶ πῆρε τὴν Ἡρῳδιάδα. Παράνομη συμβίωσι.
Καὶ τότε μέν, στὴν ἐποχὴ τοῦ Ἡρῴδη, ἕνα παράνομο ζευγάρι ὑπῆρχε, τοῦ βασιλιᾶ. Ἀλλὰ σήμερα, σᾶς ἐρωτῶ, πόσα παράνομα ζευγάρια ὑ­πάρχουν; Κάθε συνοικία σχεδὸν ἔχει καὶ κάποια ἢ κάποιες παράνομες συμβιώσεις. Θεέ μου Θεέ μου, ποῦ κατήντησε ἡ πατρίδα μας!
Ὅπως σᾶς εἶπα καὶ ἄλλοτε, στὸν Πόντο, στὴ Μικρὰ Ἀσία καὶ στὴ Μακεδονία μας ἑκατὸ χρό­νια περνοῦσαν καὶ διαζύγιο δὲν ὑπῆρχε. Μόνο τὸ φτυάρι τοῦ νεκροθάφτη διέλυε τὰ ἀν­τρόγυ­να. Τώρα χρυσὲς δουλειὲς κάνουν οἱ δικηγόροι…
Διαζύγια, διαζύγια…· δὲν χορτάσανε ἀπὸ δι­αζύγια. Τέλος κατάφεραν νὰ θεσπιθῇ καὶ τὸ αὐτόματο διαζύγιο. Πάει πλέον ὁ γάμος, ἡ οἰ­κογένεια διαλύεται. Καὶ ἔγινε αὐτό, γιατὶ δὲν ὑπάρχει ἕνας Ἰωάννης Πρόδρομος.
Ὑπάρχουν 100 δεσποτάδες καὶ 8.000 παπᾶ­δες, ὑπάρχουν θεολόγοι, ὑπάρχουν ἱεροκήρυ­κες. Ὅλους νὰ μᾶς στύψῃς, δὲν κάνουμε τὸ νυχάκι τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου.
Ὦ ἐσεῖς ποὺ μ᾿ ἀκοῦτε, παρακαλέστε τὸ Θεό, νὰ μᾶς στείλῃ ἱερεῖς, ἀρχιερεῖς, ἱεροκήρυκες, ποὺ νὰ πιστεύουν καὶ νὰ εἶνε ἕτοιμοι νὰ θυσι­αστοῦν. Πιστεύω, ὅτι ὁ Θεὸς θὰ μᾶς λυπηθῇ. Πρέπει νὰ παρουσιαστῇ πάλι στὴν πατρίδα μας κήρυγμα ζωηρό, κήρυγμα ῥιζοσπαστικό.
Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐμεῖς σιωπήσουμε καὶ προδώσουμε τὴν πίστι, καὶ οἱ πέτρες ποὺ πατᾶμε θὰ φωνάξουν «Οὐκ ἔξεστί σοι» (ἔ.ἀ. 6,18), ὄχι διαζύγιο!
Δὲν θὰ γίνῃ ἡ Ἑλλὰς Σουηδία. Δὲν θὰ γίνῃ Δανία, οὔτε Σικάγο, οὔτε Μόσχα. Ἡ Ἑλλὰς θὰ μείνῃ Ἑλλάς. Θὰ μείνῃ Πόντος, Μικρὰ Ἀσία, Μακεδονία. Δὲν θὰ διοικοῦν τὸν τόπο μας μα­σόνοι, ἄπιστοι καὶ ἄθεοι. Ἡ Ἑλλὰς θὰ κυβερνᾶ­ται ἀπὸ τὸ Χριστό· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖ­τε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Ἰωάννου Πτολεμαΐδος τὴν 29-8-1975

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.