Αυγουστίνος Καντιώτης



Archive for the ‘«KΥΡΙΑΚΗ» (Συντομο κηρυγμα) σε pdf’ Category

ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Φεβ 25th, 2014 | filed Filed under: «KΥΡΙΑΚΗ» (Συντομο κηρυγμα) σε pdf, ΟΜΙΛΙΕΣ (απομαγν.)

Καθαρὰ Δευτέρα βράδυ

3 Mαρτίου 2014

ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ

«Πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν· οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός» (Ψαλμ. 13,3 = ῾Ρωμ. 3,12)

ασωτΣήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ ἀρχὴ τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Ἐὰν προσέξουμε τὶς ἀ­κολουθίες ποὺ τελοῦνται τώρα, θὰ δοῦμε ὅ­τι τὴν περίοδο αὐτὴ ἐπαναλαμβάνονται συχνὰ δυὸ λέξεις· ἁμαρτία – μετάνοια. Ἡ ἁμαρτία εἶ­νε ἡ ἀσθένεια τῆς ψυχῆς καὶ ἡ μετάνοια τὸ φάρμακο. Ἰατρὸς εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἰατρεῖο καὶ νοσοκομεῖο εἶνε ἡ Ἐκκλη­σία. Αὐτὴ μὲ λίγα λόγια εἶνε ἡ οὐσία τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Ἐπαναλαμβάνω· ἡ ἁμαρτία εἶνε ἡ ἀσθένεια, ἡ μετάνοια τὸ φάρμακο.

Περὶ τῆς μετανοίας λοιπὸν θὰ εἶνε ὁ λόγος. Τί εἶνε ἡ μετάνοια;

* * *

Ἡ μετάνοια εἶνε σύνθεσις πολλῶν στοιχείων. Ὅπως τὸ μύρο, μὲ τὸ ὁποῖο μυρωνόμεθα μετὰ τὸ βάπτισμα (κατασκευάζεται στὸ Πατρι­αρχεῖο τὴ Μεγάλη Πέμπτη), δὲν εἶνε μία οὐ­σία, ἀλλὰ εἶνε μεῖγμα πολλῶν εὐωδῶν οὐ­σιῶν καὶ ἀρωμάτων, ἔτσι καὶ ἡ μετάνοια εἶνε σύνθεσις πολλῶν θείων πραγμάτων.

Ἡ μετάνοια εἶνε πίστις. Πίστις, ὅτι ὑπάρχει Θεός, ὅτι ὁ Θεὸς εἶνε δίκαιος, ὅτι τιμωρεῖ τὸ κακὸ καὶ ἀμείβει τὸ καλό. Ὅποιος δὲν ἔχει πίστι δὲν μετανοεῖ· δὲν ἔχει ῥίζα νὰ στηρίξῃ τὴ μετάνοιά του. Σ᾿ αὐτοὺς ποὺ πιστεύουν «ἔδω­κεν ὁ Θεὸς τὴν μετάνοιαν εἰς ζωήν» (Πράξ. 11,18).

Ἡ μετάνοια ἀκόμη εἶνε ἐλπίδα. Τί ἐλπίδα; Ὅ­τι ὁ Θεὸς εἶνε πατέρας γεμᾶτος στοργή, πο­λυέλεος καὶ πολυεύσπλαχνος, ὅτι δέχεται κ᾿ ἐ­μᾶς μὲ ἀνοικτὲς ἀγκάλες ὅπως τὸν ἄσωτο υἱό.

Ἡ μετάνοια εἶνε καὶ γνῶσις. Ὄχι γνῶσις ἐ­πιστημονική, τῶν ἀστέρων καὶ τοῦ ὑλικοῦ σύμ­παντος, ἀλλὰ γνῶσις τοῦ ἑαυτοῦ μας, τὸ «γνῶ­θι σαυτὸν» ποὺ ζητοῦσαν οἱ πρόγονοί μας. Ὁ ἰατροφιλόσοφος Καρρὲλ στὸ βιβλίο του «Ὁ ἄνθρωπος, αὐτὸς ὁ ἄγνωστος» λέει ὅτι ὁ ἄν­θρωπος, παρ᾿ ὅλη τὴν πρόοδο, παραμένει ὁ ἄ­γνωστος «Χῖ»· τὸν ἀγνοοῦμε στὸ βάθος του. Ἡ μετάνοια, ποὺ προϋποθέτει γνῶσι τῶν ἁ­μαρτημάτων μας, βοηθεῖ νὰ γνωρίσουμε τὸν ἑαυτό μας.

Μετάνοια ὅμως εἶνε κάτι περισσότερο ἀπὸ γνῶσι. Εἶνε συναίσθησι καὶ αὐτομεμψία. Πολλοὶ διηγοῦνται μὲ ἀναίδεια τὰ βρωμερὰ «κατορθώματά» τους καὶ γελᾶνε οἱ ἀσυναίσθητοι. Ὄχι ἔτσι· αὐτὸ εἶνε σατανικὴ ἐξομολόγη­σι. Ἡ μετάνοια ἔχει συντριβὴ καὶ πένθος.

Νὰ προχωρήσω; Μετάνοια εἶνε τὰ δάκρυα, ποὺ ῥέουν ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ μετανοοῦντος.

Μετάνοια κυρίως εἶνε ἡ ἐξομολόγησι στὸν πνευματικὸ πατέρα, καὶ μετὰ τὴν ἐξομολόγη­σι ἡ ἀλλαγὴ βίου, τρόπου ζωῆς· ἡ παῦσις τοῦ κακοῦ καὶ ἡ ἔναρξις τοῦ καλοῦ.

Ἡ μετάνοια, τέλος, βεβαιώνεται ἀπὸ τοὺς καρποὺς τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ὅπως τοὺς περιγράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (βλ. Γαλ. 5,22).

Ἰδού, ἀγαπητοί μου, ποιά εἶνε ἡ «σύνθεσι» τοῦ οὐρανίου μύρου τῆς μετανοίας. Ἀπὸ αὐ­τὰ ἕνα στοιχεῖο θὰ τονίσω· Read more »

“ΚΥΡΙΑΚΕΣ” ΣΥΝΤΟΜΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ MHTΡΟΠΟΛ. ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ ΜΗΝΟΣ ΜΑΪΟΥ & Βιντεο

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Μαι 9th, 2013 | filed Filed under: «KΥΡΙΑΚΗ» (Συντομο κηρυγμα) σε pdf, VIDEO p. AYGOYST.

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΖΗ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΥΕΙ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Μαι 4th, 2013 | filed Filed under: «KΥΡΙΑΚΗ» (Συντομο κηρυγμα) σε pdf, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Πάσχα

Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης  π. Αυγουστίνου Καντιώτου

στη Θεία Λειτουργία της Αναστάσεως (Ἰωάν. 1,1-17)

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΖΗ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΥΕΙ

«Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος» (Ἰωάν. 1,1)

+ΕΙΚΟΝΑ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΚΥΡΙΟΥΣΥΝΤΟΜΟ, ἀγαπητοί μου, θὰ εἶνε τὸ κήρυ­γμα. Παρὰ τὴν κόπωσι, δὲν πρέπει νὰ γίνεται θεία λειτουργία χωρὶς κήρυγμα.

Τὸ εὐαγγέλιο ποὺ διαβάζεται σήμερα εἶνε τὸ σπουδαιότερο ἀπ᾽ ὅ­λα τὰ εὐαγγέλια τοῦ ἔ­τους. Εἶνε τὸ πιὸ ὑψήγο­ρο, τὸ πιὸ θεολογικό. Εἶνε ὕψος τὰ λόγια «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος» (Ἰωάν. 1,1)! Νὰ τὰ ἑρμηνεύσουμε; Δὲν ἔχου­με οὔτε ἐγὼ εὐφράδεια οὔτε σεῖς ὑπομονὴ γιὰ μία πλήρη ἐξήγησι τοῦ ῥητοῦ αὐτοῦ. Λίγες λέξεις μόνο θὰ ψελλίσουμε ἐπάνω σ᾽ αὐτό.

* * *

Λένε, ὅτι κάποιος βασιλιᾶς τῆς ἀρχαίας ἐπο­­χῆς κάλεσε στὰ ἀνάκτορα ἕνα σοφό. ―Θέλω, λέει, νὰ μοῦ λύσῃς ἕνα πρόβλημα. Μὲ βασανί­ζει τὸ ἐρώτημα τί εἶνε Θεός. ―Δύσκολο αὐ­τό, ἀπαντᾷ ὁ σοφός. Δὲν μπορῶ ν᾽ ἀπαντήσω ἀμέσως. Δῶσε μου προθεσμία τρεῖς μέρες. Τοῦ ἔδωσε προθεσμία. Ἄνοιξε ἐκεῖνος βιβλία καὶ μελέτησε. Ὅταν ἐπέστρεψε λέει· ―Βασιλιᾶ, δὲν μπόρεσα νὰ βρῶ ἀπάν­τησι. Ζητῶ ἄλ­λες τρεῖς μέρες. Πῆρε ἄλλες τρεῖς. Πάλι ὅμως ἴδια ἡ ἀ­πάν­τησι. Ζητάει ἀκόμα τρεῖς μέρες. Ἀλλὰ τελικά, παρ᾽ ὅ­λες τὶς παρατάσεις ποὺ πῆ­ρε, στά­θηκε ἀδύνατο νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸ βασιλιᾶ.
Στὸ ἐρώτημα λοιπὸν αὐτό, ποὺ δὲν ἀ­πήν­τη­σε ὁ ἀρχαῖος σοφός, ἀπαντᾷ σήμερα μὲ λίγες λέξεις τὸ εὐαγγέλιο· «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος».
Πῶς θὰ τὸ ἐννοήσουμε τὸ χωρίο αὐτό; Ἂς πετάξουμε μὲ τὴ σκέψι μας στὸ παρελθόν. Δι­ατρέχουμε αἰῶνες καὶ χιλιετίες προχωρών­τας διαρκῶς πρὸς τὰ πίσω. Φθάνουμε σὲ μιὰ ἐ­ποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε ἄν­θρωπος. Προχωρών­τας ἀκόμη βρίσκουμε, ἀ­πὸ τὰ ἀπολιθώματα ποὺ ἐξετάζει ἡ γεωλογία, ὅτι δὲν ὑ­πῆρ­χαν οὔτε ζῷα οὔτε πουλιὰ οὔ­­τε δέντρα οὔτε φυτὰ οὔ­τε ἄλλο ἴχνος ζωῆς. Προχωρώντας ἀκόμη θὰ δοῦ­με, ὅτι δὲν ὑπῆρ­­χε θάλασσα, «ἡ δὲ γῆ ἦν ἀ­όρατος καὶ ἀκατασκεύαστος» (Γέν. 1,2). Δὲν ὑ­πῆρχαν πλανῆ­τες, δὲν ὑπῆρ­χε γῆ, ἥλιος, γαλαξίες, κο­­μῆ­­τες, οὔτε τίποτε ἀπὸ ἀστρικὸ σύμπαν. Φθά­νου­­με ἔτσι σὲ ἕνα χρόνο ποὺ δὲν ὑπῆρχε τίποτα.
Τί εἶπα; τίποτα; Βλασφημία! Πῶς δὲν ὑπῆρ­χε τίποτα; Ὑπῆρχε ὁ Θεός, ὁ Λόγος! «Ἐν ἀρ­χῇ ἦν ὁ Λόγος», ἀπ᾽ τὴν ἀρχὴ ὑπῆρχε ὁ Λόγος.
Ὥστε δὲν ὑπῆρξε ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία νὰ μὴν ὑπάρχῃ ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, δη­λαδὴ ὁ Χριστός. Ὁ Χριστὸς ὑπῆρχε πάν­το­τε. Εἶνε ἄν­αρχος καὶ μὲ τὸν Πατέρα συνάναρχος· εἶνε ἀΐδιος δηλαδὴ αἰώνιος, καὶ μὲ τὸν Πατέρα συν­α­ΐ­διος δηλαδὴ συναιώνιος. Δύσ­κολα, θὰ πῆτε, εἶν᾽ αὐτά, εἶνε μυστήρια. Ὄντως μεγάλα μυστήρια. Δὲν θὰ τὰ ἀρνηθοῦ­με ὅμως· τὰ δεχόμεθα διὰ τῆς πίστεως.
Ἄλ­λωσ­τε, ὅπως ἔχω πεῖ καὶ ἄλλοτε, ὄχι πλέον τὰ ὑπερφυσικὰ ἀλλὰ κι αὐτὰ τὰ φυσικὰ πρά­γματα κρύβουν μυστήρια. Γεμᾶτος μυστήρια εἶνε ὁ κόσμος. Ὅλοι οἱ ἐπιστημονικοὶ κλάδοι ἔχουν ἄλυτα προβλήματα. Ἡ ἐπιστήμη ἁπλῶς περιγράφει, δὲν ἐξηγεῖ πλήρως, δὲν εἰσ­έρχεται στὰ βαθύ­τερα αἴτια τῶν πρα­γμάτων καὶ τῶν φαινομένων. Τί εἶνε λ.χ. ὁ ἠλεκτρι­σμός; τί εἶνε ὁ μαγνητισμός; τί εἶνε ἡ παγκόσμιος ἕλξις; Ἡ ἐπιστήμη περιγράφει, τί ἀκρι­βῶς ὅμως εἶ­νε δὲν γνωρίζει. Μυστήρια εἶνε ἁπλωμένα παντοῦ στὴ φύσι, καὶ στὰ μικρότερα ἀκόμα. Καὶ ἡ ἐ­λα­χίστη ποσότης τῆς ὕλης, τὸ ἄ­τομο, εἶνε μιὰ μικρογραφία τοῦ σύμ­παντος. Ἀ­ναφέρω ἕνα παράδειγμα. Στὴ ῾Ρώμη συνῆλθε δι­εθνὲς ἰατρικὸ συνέδριο ἀπὸ κο­ρυ­φαίους ἐ­πιστήμονες ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὴν ἐπάρατο νόσο ποὺ σαρώνει τὴν ἀν­θρωπότη­τα, τὸν καρκίνο. Εἶπαν πολλά. Στὸ τέλος ὁ πρόεδρος συν­όψισε. Γνωρί­ζουμε, λέει, πῶς ἐμφανίζεται, πῶς ἐξελίσσεται ὁ καρκίνος καὶ ποιά εἶνε τὰ συμ­πτώματά του· ἕνα δὲν γνωρίζουμε, τὴν αἰ­τία του, πῶς δημιουργεῖται – πῶς γίνεται. Πῶς ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἑκατομμύρια κύτταρα ποὺ ἔχει τὸ σῶμα – αὐτὸ εἶνε καρκίνος, ἐκεῖ ποὺ λειτουργεῖ ἁρ­μονι­κὰ μὲ τὰ ἄλλα, ξαφνικὰ «τρελλαίνεται», φεύγει ἀπ᾽ τὴν τροχιά του, κι ἀπὸ ᾽κείνη τὴν ὥρα πλέον ἀρχίζει ἡ νόσος.
Παντοῦ λοιπὸν εἶνε τὸ μυστήριο. Καὶ ἐφ᾽ ὅ­σον οἱ ἐπιστήμονες ἀποροῦν γιὰ πράγματα τοῦ ὑλικοῦ κόσμου, πῶς ἐμεῖς νὰ ἐξηγήσουμε τὸ μυστήριο τῶν προσώπων τῆς ἁγίας Τρι­άδος; Ἂς λύσουν αὐτοὶ πρῶτα τὰ μυστήρια ποὺ κρύβουν τὰ φυσικὰ πράγματα, καὶ τότε νὰ ζητοῦν νὰ λύσουμε τὰ ὑπερφυσικὰ πρά­γματα. Ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου εἶνε ἕνα μικρὸ κύπελλο· δὲν μπορεῖ νὰ χωρέσῃ τὸν ὠκεανό.

* * *

«Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος». Λόγος στὴ γλῶσ­σα τῆς Γραφῆς καὶ τῆς Ἐκ­κλησίας λέγεται ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, διότι γεννᾶ­ται ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα ποὺ εἶνε ὁ ὑπέρτατος Νοῦς. Ὁ Νοῦς γεννᾷ τὸν Λόγο, ὁ Πατὴρ γεννᾷ τὸν Υἱό.
Γιὰ νὰ προσεγγίσουμε τὴν ἀλήθεια αὐτή, λέμε τὰ ἑξῆς. Ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε «κατ᾽ εἰ­κόνα» τοῦ Θεοῦ (Γέν. 1,26) καὶ γι᾽ αὐτὸ ὀνομάζεται «εἰκὼν τοῦ Θεοῦ» (Α΄ Κορ. 11,7. Κολ. 3,10). Πῶς εἶνε ὁ ἄν­θρω­πος εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὡς πρὸς τὸ σῶμα; Ὄχι βεβαίως. Ὁ Θεὸς δὲν ἔ­χει κάτι τὸ ὑλικό, δὲν ἔχει σῶμα, χέρια πόδια αὐτιὰ κ.τ.λ., ὅπως φαν­­τάζονταν τοὺς θεούς των οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας. Ὁμιλεῖ κάποτε καὶ ἡ ἁγία Γρα­φὴ ἀν­θρωποειδῶς γιὰ τὸ Θεό, ἀλλὰ μόνο κατὰ συγ­κατάβασιν. Ὁ Θεὸς εἶνε πνεῦμα. Συνεπῶς τὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶνε «εἰκὼν» τοῦ Θεοῦ δὲν ἀ­ναφέρεται στὸ σῶμα ἀλλὰ στὴν ψυχή του· κα­τὰ τὴν ψυχὴ ὁ ἄνθρωπος εἶνε εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἄνθρωπος κυρίως δὲν εἶνε τὸ ὁρώμενον, αὐ­τὸ ποὺ φαίνεται· εἶνε τὸ μὴ ὁρώμενον. Τὸ ὁρώμενον εἶνε ὕλη, τὸ μὴ ὁρώμενον εἶνε ἡ ψυχή.
Ὑπάρχει λοιπὸν ἀντιστοιχία. Ὅπως ὁ Θεὸς εἶνε τριαδικός, ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶνε στὴν ψυχὴ τριαδικός. Ὁ Θεὸς Πατὴρ εἶνε ὁ ὑπέρτα­­­τος Νοῦς, ποὺ γεννᾷ τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο του, καὶ ἐκπορεύει τὸ ἅ­γιο Πνεῦμα· καὶ ὁ ἄνθρωπος ἔχει νοῦ, ἔ­χει λόγο – σκέψι, ἔχει καὶ πνεῦμα.
Σπουδαιότατο δῶρο τοῦ Θεοῦ ἡ σκέψις. Αὐ­τὴ ἀποτελεῖ τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν συναντᾶται στὰ ζῷα οὔτε πουθενὰ ἀλλοῦ· μόνο στὸν ἄνθρωπο. Ὤ ἡ σκέψις, ὁ νοῦς! Βρίσκεσαι τὴν ὥρα αὐτὴ ἐδῶ, κι ἀμέσως πετᾷς σὰν μὲ πύραυλο καὶ βρίσκεσαι στὴν Ἀμερικὴ ἢ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ. Ἀναλογισθήκατε πῶς συλλαμβάνει, πῶς γεννᾷ σκέψι ὁ ἄν­θρωπος; Ἡ σκέψις εἶνε ἡ βάσι τῆς ἐπιστήμης· μ᾽ αὐτὴν ἐρευνᾷ τὴ γῆ, ζυγίζει τὰ ἄστρα, ψαύει τοὺς οὐρανούς, ἀνακαλύπτει, δημιουργεῖ.
Ἡ σκέψις κατ᾽ ἀρχὴν εἶνε ἐνδιάθετος – ἐπιτρέψτε μου νὰ σᾶς δυσκολέψω λιγάκι. Τί θὰ πῇ ἐνδιάθετος; Εἶνε κρυμμένη βαθειὰ μέσα στὸν ἄνθρωπο, ἀσύλληπτη. Τί σκέπτεται ὁ κα­­θένας δὲν μποροῦμε νὰ ξέρουμε· μόνο ὁ Θεὸς γνωρίζει. Ἀλλοίμονο ἂν βρεθῇ τρόπος νὰ ἀστυνομεύεται ἡ σκέψις.
Στὴ γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας ἡ σκέψις ὀνομάζεται λόγος, λογικὴ δηλαδή. Ἀλλὰ προσέξτε· ὁ νοῦς γεννάει τὸ λόγο. Πῶς γεννάει; Ὄχι ὅπως γεννοῦν τὰ ζῷα. Ὑπάρχει καὶ ἄλ­λη γέννησις. Ποιά γέννησις; Ὁ νοῦς ―λένε οἱ θε­ολόγοι― γεννάει τὸν ἐνδιάθετο λόγο, τὴ σκέψι. Κι ὅταν ἡ σκέψι ἐκφρασθῇ μὲ τὸ στόμα, τό­τε ὁ ἐν­διάθετος λόγος γίνεται προφορικός. Ἄλλο μυστήριο – καὶ ἀπορῶ πῶς ὑπάρχουν ἄπιστοι. Πῶς μιλᾶμε; Γιά σκεφτῆτε το. Πῶς; Καμμία ἀ­πάντησι ἡ ἐπιστήμη. Προσπαθεῖ μόνο νὰ ἐν­τοπίσῃ στὸν ἐγκέφαλο ὡρισμένα κέντρα ἀ­πὸ τὰ ὁποῖα παράγεται ὁ προφορικὸς λόγος. Ὁ νοῦς μας λοιπὸν γεννάει τὸν ἐνδιάθετο λό­γο, ἐν συνεχείᾳ γεννάει τὸν προφορικὸ λόγο, καὶ τέλος γεννάει καὶ τὸν γραπτὸ λόγο.
Ἀλλὰ ἐδῶ στὸ εὐαγγέλιο ἡ λέξι Λόγος γράφεται μὲ λάμβδα κεφαλαῖο «Λ». Διότι ὁ Λόγος εἶνε Θεός. «Καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος». Ὁ Θεὸς – Νοῦς γεννᾷ τὸν Θεὸ Λόγο, ὁ Πατὴρ γεννᾷ τὸν Υἱό. Ἐμπρὸς σ᾽ αὐτὸν τὸν Λόγο ἡ λογικὴ – ἡ σκέψι τοῦ ἀνθρώπου, αὐτὸ τὸ μεγαλούργημα ποὺ εἴπαμε, εἶνε κάτι μικρό, ἀσήμαντο. Μποροῦμε νὰ συλλάβουμε τί εἶνε ὁ Θεὸς Λόγος;
Ὁ Λόγος εἶνε ὁ Χριστός, ποὺ ὑπῆρχε πάν­τοτε. Καὶ ἐπ᾽ αὐτοῦ ἡ Ἐκκλησία ἔδωσε τὴ μάχη ἐναντίον τοῦ Ἀρείου καὶ ἄλλων αἱρετικῶν, ὅπως εἶνε καὶ σήμερα οἱ χιλιασταί.

* * *

Ἂς τὸν πλησιάσουμε, ἀγαπητοί μου, κ᾽ ἐ­μεῖς. Τὸ μεσημέρι θὰ καθήσουμε νὰ φᾶμε, ν᾽ ἀ­­πολαύσουμε τὰ ἀγαθά του. Πόσοι ἔχουμε ἔννοια Θεοῦ; Πολλοὶ οὔτε σταυρὸ κάνουν οὔ­τε ἀναφέρουν τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ.
Ἂς εὐχαριστήσουμε τὸ Θεὸ γιὰ ὅλα τὰ δῶ­ρα του καὶ πρὸ παντὸς γιὰ τὸ ὅτι ἔχουμε τὴ μόνη ἀληθινὴ θρησκεία. Οἱ ἱδρυταὶ τῶν ἄλ­λων θρησκειῶν (Μωάμεθ, Κομφούκιος κ.τ.λ.) εἶνε θνητοί· ἔζησαν ἕνα διάστημα καὶ μετὰ πέθαναν. Ὁ Χριστὸς ζῇ καὶ σήμερα καὶ αὔριο καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Δὲν ὑπάρχει στιγμὴ στὸ ἄπειρο τοῦ χρόνου ποὺ δὲν ὑπῆρ­χε Χριστός. Καὶ διὰ τῆς ἀναστάσεώς του ἀπέδειξε, ὅτι ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας.
Αὐτὸν ἑορτάζουμε σήμερα, ἀγαπητοὶ ἀ­δελ­φοί, εἰς δόξαν τῆς ἁγίας Τριάδος· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(ἱ. ναὸς Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης 22-4-1984 θ. λειτ.)

ΓΙΑΤΙ ΖΟΥΜΕ;

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιαν 24th, 2013 | filed Filed under: «KΥΡΙΑΚΗ» (Συντομο κηρυγμα) σε pdf, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΓΙΑΤΙ ΖΟΥΜΕ;

«Πονηρὲ δοῦλε καὶ ὀκνηρέ!…» (Ματθ. 25,26)

-π.A σημ.Ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Ἀπὸ τὴν ὡραία παραβολὴ τῶν ταλάντων θέλω νὰ προσέξετε ἰδιαιτέρως τὸ τέλος της. Εἶπε ὁ Χριστός· «Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω», ὅποιος ἔχει αὐτιὰ ἂς ἀκούῃ (Ματθ. 11,15· 13,9,43). Αὐτὸς ὁ λόγος διαβαίνει τοὺς αἰῶνες, φτάνει καὶ σ᾿ ἐμᾶς καὶ ἀπευθύνεται στὸν καθένα μας.

–Μά, θὰ πῆτε, δόξα τῷ Θεῷ ἔχουμε αὐτιὰ καὶ ἀκοῦμε. Τί νόημα ἔχει αὐτὸ γιὰ μᾶς; Ἔχουμε βέβαια αὐτιά· ἀλλὰ ὁ Χριστὸς ἐδῶ μιλάει γιὰ κάτι βαθύτερο.

᾿Eρχόμαστε στὴν θεία λειτουργία, ἀλλὰ ἀρκεῖ αὐτό; Ἄν, ὅταν ὁ ἱερεὺς διαβάζει τὸ εὐαγγέλιο καὶ οἱ ψάλτες ψάλλουν τὰ τροπάρια, δὲν ἔχουμε ἐκεῖ τὸ νοῦ μας καὶ δὲν προσέχουμε τὰ λόγια, τί τὸ ὄφελος; Ἔχουμε αὐτιά, ἀλλὰ πνευματικὴ ὠφέλεια δὲν γίνεται. Ἂν βγαίνοντας ἀπὸ τὸ ναὸ δὲν ξέρουμε τί εἶπε ὁ ἀπόστολος, τί εἶπε τὸ εὐαγγέλιο, ποιά τροπάρια ἀκούστηκαν, τότε ἤμαστε παρόντες σωματικῶς ἀλλὰ ἀπόντες πνευματικῶς. Κι ἀφοῦ τὸ πνεῦμα ἔχει ἀπείρως ἀνώτερη ἀξία ἀπὸ τὸ σῶμα, καταλαβαίνετε τότε τί σημασία ἔχει ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ «Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω».

Ἔχουμε αὐτιὰ γιὰ ν᾿ ἀκοῦμε κουτσομπολιά, διαβολές, συκοφαντίες, ὕβρεις ἐναντίον ἀδελφῶν, αἰσχρὲς βλασφημίες. Ἔχουμε τεντωμένα αὐτιὰ ἐπὶ ὧρες ὁλόκληρες στὸ ῥαδιόφωνο καὶ στὴν τηλεόρασι, γιὰ ν᾿ ἀκοῦμε ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀνόητα, ἄχρηστα καὶ αἰσχρὰ ποὺ μεταδίδουν. Ἔχουμε αὐτιὰ γιὰ τὸ διάβολο, γιὰ τὸ Θεὸ δὲν ἔχουμε. Στοὺς χίλιους ἀνθρώπους ζήτημα ἂν ἕνας ἔχῃ αὐτὴ τὴ μυστικὴ ἀκοὴ ποὺ εἶπε σήμερα ὁ Χριστός. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος προφήτευσε, ὅτι θὰ ἔρθουν χρόνια ποὺ οἱ ἄνθρωποι θὰ κλείσουν τ᾿ αὐτιά τους στὸ Θεὸ καὶ θὰ τ᾿ ἀνοίξουν γιὰ ν᾿ ἀκοῦνε πλάνες καὶ διδασκαλίες δαιμονίων (βλ. Α΄ Τιμ. 4,1). Ἔχουμε ἀκοή , τὸ ὑπέροχο αὐτὸ τάλαντο τοῦ Ὑψίστου, κάνουμε ὅμως κακὴ χρῆσι τῆς πολυτίμου αὐτῆς αἰσθήσεως. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα δῶρα τοῦ Θεοῦ ὄχι μόνο δὲν τὰ ἀξιοποιοῦμε, μὰ καὶ τὰ χρησιμοποιοῦμε γιὰ τὴν ἁμαρτία.

⃝ Τὴν ὅρασι π.χ. μᾶς τὴν ἔδωσε ὁ Θεὸς γιὰ νὰ βλέπουμε τὸ θαυμάσιο πανόραμα ποὺ ἁπλώνεται γύρω μας· νὰ βλέπουμε τὴ θάλασσα, τὶς λίμνες, τὰ δέντρα, τὰ φυτά, τὰ ἄστρα, τὸνἥλιο, τὸ φεγγάρι, καὶ νὰ λέμε τὸ «Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμ. 103,24). Νὰ λέμε κ᾿ ἐμεῖς· «Σ᾿ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, ποὺ μοῦ ᾿δωσες τὰ μάτια». Ἀλλ᾿ ὅπως κάνουμε κακὴ χρῆσι τῆς ἀκοῆς, κάνουμε ἀκόμη χειρότερη χρῆσι τῆς ὁράσεως· βλέπουμε ὅ,τι αἰσχρὸ καὶ ἀνήθικο ὑπάρχει. Ἀντὶ νὰ κλεινώμαστε στὸ δωμάτιό μας γιὰ προσευχὴ καὶ μελέτη τοῦ Εὐαγγελίου ἢ νὰ συζητοῦμε ὠφέλιμα πράγματα μὲ τοὺς οἰκείους μας, καρφώνουμε τὰ μάτια μας στὸ κουτὶ τοῦ διαβόλου, τὴν τηλεόρασι.

⃝ Μᾶς ἔδωσε ὁ Θεὸς τὴ γλῶσσα γιὰ νὰ συνεννοούμεθα· νὰ μιλάῃ ὁ ἄντρας στὴ γυναῖκα, ὁ πατέρας στὸ παιδί, ὁ ἀδελφὸς στὸν ἀδελφό, ὁ δάσκαλος στὸ μαθητὴ κ.λπ.. Μᾶς ἔδωσε τὴ γλῶσσα γιὰ νὰ διδάσκῃ ὁ ἱερεὺς τὸ ποίμνιό του, γιὰ νὰ προσευχώμαστε στὸν οὐράνιο Πατέρα. Μᾶς ἔδωσε τὴ γλῶσσα γιὰ νὰ λέμε τὴν ἀλήθεια καὶ μόνο αὐτήν. Κ᾿ ἐμεῖς τίκάνουμε· μὲ τὴ γλῶσσα λέμε ψέματα, συκοφαντοῦμε, διαβάλλουμε, πᾶμε στὸ δικαστήριο καὶ ὁρκιζόμαστε· μ᾿ αὐτὴν ἀνάβουμε φωτιὰ ποὺ καίει. Ἡ γλῶσσα τέλος φτάνει στὸ ζενὶθ τῆς ἁμαρτίας ὅταν βλασφημῇ. Προτιμότερο νὰ μὴν εἴχαμε γλῶσσα, παρὰ νὰ γίνεται ὄργανο βλασφημίας καὶ διαφθορᾶς.

⃝ Ὅλα τὰ μολύναμε, ὅλα τὰ τάλαντα τοῦ Θεοῦ τὰ καταστρέφουμε. Τὰ μάτια, τὰ αὐτιά, τὴγλῶσσα, ἀλλὰ καὶ τὸ πολυτιμότερο ἀγαθὸ ποὺ ἔχουμε, τὴν καρδιὰ καὶ τὸ νοῦ. Μᾶς τά᾿δωσε ὁ Θεὸς γιὰ ν᾿ ἀγαποῦμε καὶ νὰ σκεπτώμαστε ὅ,τι ὡραῖο καὶ ὑψηλὸ ὑπάρχει στὸν κόσμο, κ᾿ ἐμεῖς μισοῦμε καὶ δὲν σκεπτόμαστε ὀρθά. Μᾶς τά ᾿δωσε γιὰ νὰ συγχωροῦμε, κ᾿ ἐμεῖς κρατοῦμε ἐκδίκησι στὴν καρδιά μας.

⃝ Νὰ προχωρήσω καὶ σ᾿ ἄλλες δωρεὲς τοῦ Θεοῦ; Νά ὁ πλοῦτος· εἶνε ἕνα ἀγαθό. Οἱ πλούσιοι μὲ τὰ χρήματά τους πόσα καλὰ μποροῦννὰ κάνουν! Μὲ τὴν πλεονεξία ὅμως καὶ τὴνἀσωτία τους κάνουν μόνο κακά.

⃝ Ἡ ἐπιστήμη. Οἱ τεχνῖτες (οἱ ῥάφτες, οἱ μαραγκοί, οἱ χτίστες, οἱ ζωγράφοι κ.τ.λ.) μποροῦν νὰ μεταδώσουν τὸ τάλαντο τῆς τέχνης ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ Θεὸς καὶ σ᾿ ἄλλα παιδιὰ καὶ νέους καὶ νὰ μὴν τὸ κρατοῦν μυστικό. Οἱ δάσκαλοι καὶ οἱ καθηγηταί, λόγῳ τῆς θέσεώς τους, μποροῦν νὰ διδάσκουν τὸ Θεὸ καὶ νὰ σπείρουν στὶς καρδιὲς τῶν νέων τὴν πίστι· ἀλλ᾿ αὐτοί, μὲ τὰ λόγια καὶ τὴ συμπεριφοράτους, διδάσκουν ἀθεΐα ἀσωτία, διαφθορά. Οἱἐπιστήμονες ἔχουν τάλαντο· ἀλλ᾽ αὐτὴ τὴστιγμὴ ποὺ σᾶς μιλῶ χιλιάδες ἐπιστήμονες, Ἀμερικανοὶ Ῥῶσοι Γερμανοὶ Ἄγγλοι κ.λπ., χρησιμοποιοῦν τὰ μυστικὰ τῆς ἐπιστήμηςτους ὄχι γιὰ τὸ καλὸ τῆς ἀνθρωπότητος· τὰχρησιμοποιοῦν γιὰ τὴν καταστροφή της.

⃝ Ἀκόμη κι αὐτὴ ἡ ἱερωσύνη . Ὁ ἱερεὺς τοῦὙψίστου πρέπει νὰ εἶνε ἐξ ὁλοκλήρου ἀφωσιωμένος στὸ Θεό, νὰ εἶνε «φῶς» καὶ «ἅλας  τῆς γῆς» (Ματθ. 5,14,13), νὰ εἶνε ὅπως τὸν περιγράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὶς ἐπιστολές του· ἀλλ᾿ αὐτὸς συχνὰ γίνεται σκάνδαλο…Ἔτσι ὅλοι, μικροὶ – μεγάλοι, κάνουμε κακὴχρῆσι τῶν πολυτίμων δωρεῶν τοῦ Θεοῦ, ὑλικῶν καὶ πνευματικῶν, καὶ μοιάζουμε μὲ τὸν πονηρὸ δοῦλο τῆς σημερινῆς παραβολῆς. Τοῦ ἔδωσε ὁ κύριός του ἕνα τάλαντο (ἕξι χιλιάδες χρυσὲς δραχμές), ἀξιόλογο ποσό, γιὰνὰ ἐργαστῇ μ᾿ αὐτὸ καὶ νὰ τὸ πολλαπλασιάσῃ. Κι αὐτὸς ἄνοιξε ἕνα λάκκο καὶ τὸ ἔθαψε. Γι᾿αὐτό, ὅταν ὁ κύριός του τοῦ ζήτησε λογαριασμό, τὸν καταδίκασε γι᾿ αὐτή του τὴν ἐνέργεια. Εἶχε ὑποχρέωσι νὰ ἐργαστῇ καὶ νὰ αὐξήσῃ τὸ τάλαντο, ὅπως ἔκαναν οἱ δύο ἄλλοι, ποὺ ὁ πρῶτος πῆρε πέντε καὶ τὰ ἔκανε δέκα, ὁ δεύτερος πῆρε δύο καὶ τὰ ἔκανε τέσσερα· αὐτὸς τὸ ἔθαψε κ᾿ ἔτσι τὸ ἀχρήστευσε. Δὲν συνέβαλε καθόλου στὴν ὑπηρεσία καὶ βοήθεια τῶν συνανθρώπων του.

Ἡ παραβολὴ μᾶς διδάσκει, ἀδελφοί μου, ὅ-τι ἔχουμε κάποιες ἱερὲς ὑποχρεώσεις καὶ κάποιο προορισμὸ ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ πρέπει νὰ τὰ ἐκπληρώσουμε. Δὲν θὰ τιμωρηθῇ μόνο αὐτὸς ποὺ κάνει τὸ κακό · θὰ τιμωρηθῇ κι αὐτὸς ποὺ δὲν κάνει τὸ καλό . Πολλοὶ ἄνθρωποι λένε· Ἐγὼ δὲ σκότωσα, δὲν πόρνευσα, δὲν μοίχευσα, δὲν προσέβαλα τὴν τιμὴ τοῦ ἄλλου, δὲν πῆγα στὸ δικαστήριο ν᾽ ἁπλώσω τὸ χέρι μου στὸ Eὐαγγέλιο, δὲν συκοφάντησα, δὲν ἔκλεψα… Ἐν τούτοις, καὶ ἂν δὲν κάναμε αὐτὰ τὰ ἁμαρτήματα, δὲν μποροῦμε νὰ πάρουμε πιστοποιητικὸ ἁγιότητος οὔτε νὰ βγάλουμε εἰσιτήριο γιὰ τὸν παράδεισο. Θὰ τιμωρηθῇ ὡς κακοποιὸς ὄχι μόνο ὁκλέφτης, ὁ ἀπατεώνας, ὁ μοιχός, ὁ πόρνος, ὁ βλάστημος, ἀλλὰ καὶ πᾶς μὴ ἀγαθοποιός, καθένας ποὺ μποροῦσε νὰ κάνῃ τὸ καλὸ καὶ δὲν τὸ ἔκανε.Θεέ μου, συχώρεσέ μας· πόσα καλὰ μπορούσαμε νὰ κάνουμε σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο καὶ δὲν τὰ κάναμε! Πόσα τάλαντα ἔχουμε κρυμμένα καὶ δὲν τὰ ἀξιοποιήσαμε! Δάσκαλοι, καθηγηταί, ἐπιστήμονες, ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἄντρες γυναῖκες καὶ παιδιά, ἔχουμε χαρίσματα, ὑλικὰ καὶ πνευματικά, καὶ θὰ μᾶς ζητήσῃ ὁ Θεὸς λογαριασμὸ γι᾿ αὐτά. Θὰ μᾶς ζτήσῃ τὸ κεφάλαιο καὶ τὸν τόκο.

Ἀδελφοί μου, ἂς κάνῃ ὁ καθένας μας ἕναν ἀπολογισμὸ καὶ ἂς δῇ, τί καλὸ ἔκανε σὰνπαιδὶ στὸ σπίτι του, τί καλὸ ἔκανε σὰν πατέρας, σὰν μάνα, σὰν ἐργαζόμενος, σὰν ὑπάλληλος, σὰν ἐπιστήμονας, σὰν παιδαγωγός, σὰν στρατιωτικός, σὰν κληρικός…; Ἀλλοίμονο καὶ τρισαλλοίμονο, φωτιά, κόλασι, ἀπώλεια καὶ καταστροφὴ μᾶς περιμένει. Ὦ Εὐαγγέλιο , τὰ λόγια σου εἶνε αἰώνια! Ἂς προσπαθήσουμε νὰ τὰ ἐφαρμόσουμε.

Ἀγαπητοί μου! Ἂς μετροῦμε τὴν ἀξία τοῦἀνθρώπου ὄχι μὲ τὴν ἀπραξία τῆς κακίας, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐνεργητικότητα τῆς καλωσύνης. Δραστήριους μᾶς θέλει τὸ Εὐαγγέλιο ὅλεςτὶς ἡμέρες καὶ ὧρες τῆς ζωῆς μας, μέχρι τὴν τελευταία μας πνοή. Ἂν ζήσουμε ἔτσι, ὅταν ἔρθῃ ἡ φρικτὴ ἡμέρα τῆς κρίσεως, δὲν θ᾿ ἀκούσουμε τὸ «Πονηρὲ δοῦλε καὶ ὀκνηρέ!» (Ματθ. 25,26), ἀλλὰ τὸ «Εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ! …εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰ τοῦ Κυρίου σου» (ἔ.ἀ. 25,21). Ἔπαινο ὁ καθένας μας ν᾿ ἀκούσῃ ἀπὸ τὸν Κύριο γιὰ ὅλα τὰ καλὰ ποὺ θὰ ἀγωνιστῇ νὰ κάνῃ στὸν κόσμο.

Εἴθε τῆς χαρᾶς τοῦ παραδείσου ν᾿ ἀξιωθοῦμε ὅλοι ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ· ὅν, παῖδες, ὑμνεῖτεκαὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολιτου Φλωρίνης Αυγουστίνου ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱερό ναὸ του Ἁγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 5-2-1978.

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιαν 12th, 2013 | filed Filed under: «KΥΡΙΑΚΗ» (Συντομο κηρυγμα) σε pdf, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ ΙΕ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 19,1-10)
27 Ἰανουαρίου

 

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ

ΖΑΚΧΑΙΟΥΠΟΣΟ γρήγορα, ἀγαπητοί μου, φεύγει ὁ χρόνος! Πότε ἦταν Χριστούγεννα; πότε πρωτοχρονιά; πότε Θεοφάνεια; Εὐτυχεῖς ἐκεῖ­νοι ποὺ ἐκμεταλλεύονται καὶ τὸ τελευταῖο λε­­πτὸ καὶ ἐργάζονται τὰ ἔργα τοῦ Χριστοῦ. Πλησιάζει τώρα ν’ ἀνοίξῃ τὸ Τριῴδιο, ἡ πιὸ κατανυκτικὴ περίοδος τοῦ ἔτους.

* * *

Σήμερα, ΙΕ΄ Κυριακὴ τοῦ Λουκᾶ, ἡ Ἐκκλησία μᾶς παρουσιάζει ἕνα ἔξοχο παράδει­γμα μετανοίας. Εἶνε ὁ Ζακχαῖος. Τὸ ἐπάγγελμά του τελώνης. Ὄχι ἁπλῶς τελώνης, «ἀρχιτελώ­νης» (Λουκ. 19,2)· προϊστάμενος δηλαδὴ μιᾶς φορολογικῆς ὑπηρεσίας, ἢ μᾶλλον ἀρχηγὸς μιᾶς σπείρας λωποδυτῶν ποὺ κατέκλεβε τὸ λαό. Κλέφτες ὄχι ὅπως αὐτοὶ πού ’νε στὰ βου­νά, ἀλλὰ κλέφτες ποὺ δροῦν νομίμως μέσα στὴν κοινωνία. Διότι ὑπάρχει λῃστεία ποὺ γίνεται παρὰ τὸ νόμο, καὶ λῃστεία μὲ τὸ νόμο καὶ τὴ σφραγῖδα τοῦ κράτους. Ὁ Ζακχαῖος ἦ­ταν μιὰ ἀράχνη ποὺ ἅ­πλωνε τὰ δίχτυα της καὶ ἀπομυζοῦσε τὸ αἷμα τοῦ λαοῦ. Ἅρπαγας, πλε­ονέκτης, μισητὸς ἀπὸ ὅλους, λύκος.
Καὶ ὅμως αὐτὸς ὁ λύκος ἔγινε ἀρνί! Εἶνε δυνατόν; Καὶ ὅμως. Ἦταν ἕνα θαῦμα ἠ­θικό, ὄ­χι φυσικό, ἀνώτερο ἀπὸ κάθε ἄλλο. Ἡ μετα­βολὴ ἑνὸς ἀνθρώπου ἀπὸ πλεονέκτη σὲ ἐλεήμονα καὶ δίκαιο εἶνε τὸ πιὸ μεγάλο θαῦμα.
Πῶς ἔγινε; Πίστεψε στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, μετανόησε, κι ἀπὸ τότε ἀκολού­θησε τὰ ἴχνη του. Εἶνε ὑπόδειγμα μετανοί­ας. Μακάρι, ἀγαπητοί μου, νὰ ἔχουμε κ’ ἐ­μεῖς τὴ μετάνοια τοῦ Ζακχαίου. Διότι κι ἂν δὲν εἴ­μεθα ἔνοχοι γιὰ ἁμαρτήματα σὰν αὐτὰ ποὺ ἔ­κανε αὐτός, εἴμεθα ὅμως ἔνοχοι σὲ ἄλ­λα· συνεπῶς εἴμεθα κ’ ἐμεῖς ἁμαρτωλοί. Ἂς ἀ­κολουθήσουμε λοιπὸν τὸ παράδειγμά του.
Θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχή μας σὲ τρία σημεῖα τῆς μετανοίας τοῦ Ζακχαίου.
1. Τὸ πρῶτο ποὺ πρέπει νὰ τὸν μιμηθοῦμε γιὰ νὰ ἔχουμε πραγματικὴ μετάνοια, εἶνε τοῦ­το· ὁ Ζακχαῖος εἶχε ἐπιθυμία «ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν» (ἔ.ἀ. 19,3), ἐπιθυμία νὰ γνω­ρίσῃ τὸ Χριστό. Κλεισμένος στὸ τελωνεῖο, ἐ­κεῖ ποὺ μετροῦσε τὰ τριάκοντα ἀργύρια, μὲ τὰ βιβλία καὶ τὰ κατά­στιχα, ἄκουσε τὸ ὄ­νομα τοῦ Χριστοῦ· ὅτι παρουσιάστη­κε ἕνας πάμπτωχος δι­­δάσκαλος ἀνώ­τερος ὅμως ἀπ’ ὅλους, ὅ­τι τὸν ἀκολου­θοῦν παιδιά, γυναῖ­κες, ἀ­γρότες, ψα­ρᾶ­δες, ὅτι ὁ λόγος του ἑλκύει σὰν μαγνή­της, ὅτι κάνει θαύματα καὶ μόνο ἀγγίζον­τας τοὺς ἀρρώστους. Ἄκουγε ὅλ’ αὐ­τά, καὶ ἀποροῦσε· Πῶς αὐτὸς ὁ Ναζωραῖος χωρὶς δραχμὴ στὴν τσέ­πη κατορθώνει νὰ εἶνε τόσο ἰσχυρός; πῶς ὁ ἀπέν­ταρος καὶ ἀκτήμων ἔχει στὰ χέρια του τέτοια ἐξ­ουσία; Θαύμαζε κ’ ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸν δῇ.
Ἐμεῖς, ἐρωτῶ, ἔχουμε τέτοια ἐπιθυμία; Πρέ­πει νὰ ἔχουμε. Καὶ ὁ μὲν Ζακχαῖος τὸν γνώρισε προσωπικῶς, ἐμεῖς μποροῦμε ἆ­ραγε νὰ τὸν γνωρίσουμε; Μποροῦμε. Διότι ποῦ εἶνε ὁ Χριστός; Στὴν Ἐκκλησία καὶ στὴν ἁ­γία Γραφή· ἐκεῖ θὰ βλέπῃς τὸ γλυκύτατο πρόσωπό του καὶ θὰ δημιουργῇς πνευματικὴ σχέσι μαζί του.
2. Τὸ ἕνα λοιπόν, νὰ ἔχουμε ἐπιθυμία νὰ δοῦμε τὸν Ἰησοῦν. Τὸ δεύτερο σημεῖο· ὅταν ὁ Ζακχαῖος ἄκουσε ὅτι περνάει ὁ Χριστός, ἀ­μέσως ἔκλεισε τὰ κατάστιχα καὶ τοὺς λογαρι­ασμούς, καὶ πετάχτηκε ἔξω. Στοὺς δρόμους γινόταν συλλαλητήριο αὐθόρμητο, πλημμύρα. Αὐτός, κοντὸς στὸ ἀνάστημα, χανόταν μέσα στὸ πλῆθος· πῶς νὰ δῇ τὸ Χριστό; Ἀλλὰ τί κάνει ὁ πόθος! Προϊστάμενος τόσων ὑπαλλήλων, ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν ἀξι­ο­πρέπειά του. Εἶδε στὸ δρόμο μιὰ συκομουριά, καὶ σὰν γατὶ σκαρφάλωσε στὸ δέντρο. Τὸ ἔκανε σκοπιὰ καὶ παρατηρητήριο, κι ἀπὸ ’κεῖ, μέσ’ ἀπ’ τὰ φυλλώματα, παρατηροῦσε μὲ λαχτάρα νὰ δῇ τὸ Χριστό.
Ὅπως λοιπὸν ἐκεῖνος, ἔτσι κ’ ἐμεῖς ν’ ἀνεβοῦμε στὸ δέντρο. Παραβολικῶς ὁμιλῶ. Ποιό εἶνε τὸ δέντρο, ποὺ ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀ­νεβαί­νει σ’ αὐτὸ δὲν πατάει πλέον τὴ γῆ ἀλ­λὰ ὑ­ψώνεται μέχρι τὸν οὐρανὸ καὶ γίνεται χερουβὶμ καὶ ἄγγελος; Πνευματικὸ δένδρο εἶνε ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία. Ὅποιος μπαίνει στὴν ἐκ­κλησία μὲ φόβο καὶ συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός του, ἰδιαιτέρως ἐν ὥρᾳ θείας λειτουργίας, αἰσθάνεται τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, τὸν βλέπει καὶ συνομιλεῖ μαζί του.
3. Τὸ πρῶτο λοιπόν, νὰ γνωρίσουμε τὸν Ἰησοῦν· τὸ δεύτερο, νὰ ἐκκλησιαζώμεθα συχνὰ καὶ νὰ ἁγιαζώμεθα. Καὶ τὸ τρίτο, τὸ σπουδαιότερο, ποιό εἶνε; Ὁ Ζακχαῖος δὲν ἀρκέσθηκε μόνο σ’ αὐτά. Ἔκανε κάτι ἄλλο, ἕνα δύσκολο ἔργο· ἄνοιξε τὸ βαλάντιό του. Ὁ Χριστὸς τὸν εἶ­δε καὶ τοῦ λέει· «Ζακχαῖε…» (ἔ.ἀ. 19,5). Πρώτη φορὰ τὸν ἔβλεπε, καὶ τὸν φώναξε μὲ τὸ ὄ­νομά του. (Ὁ Χριστὸς γνωρίζει τὰ ὀνόματά μας. Ὅ­σο ταπεινὸς καὶ ἄσημος κι ἂν εἶσαι, τὸ ὄνομά σου εἶνε γνωστὸ στὸ Θεό). Ζακχαῖε παιδί μου, λέει, «κατέβα κάτω». Ἐκεῖνος ἀμέσως κατ­έ­βη­­κε καὶ τὸν ἀκολουθοῦσε νὰ πᾶνε στὸ σπίτι του. Θὰ πήγαινε λοιπὸν ὁ Χριστὸς στὸ σπίτι τοῦ ἁ­μαρτωλοῦ; δὲν ὑπῆρχαν ἄλλα σπίτια, ἱερέων καὶ φαρισαίων; Ὁ Χριστὸς θέλησε νὰ πάῃ στὸ σπίτι αὐτό, τὸ πιὸ ἁμαρτωλὸ σπίτι! Ὁ Ζακχαῖος, ἔμεινε ἔκπληκτος. Καθὼς πλησίαζαν στὸ σπίτι, συναισθανόταν ὅτι δὲν εἶνε ἄξι­ος νὰ φιλοξενήσῃ τὸ Χριστό. Θὰ ἄνοιγαν οἱ πόρ­τες ἑνὸς σπιτιοῦ ποὺ κάθε πέτρα του ἔ­σταζε αἷμα, νὰ περάσῃ μέσα ὁ Χριστός; (Ἂν κατέβαινε κ’ ἐδῶ ἕνας ἄγγελος κ’ ἔπαιρνε τὰ σπίτια ὅλα, πολυκατοικίες καὶ μέγα­ρα, καὶ τὰ ἔ­σφιγγε, θὰ ἔσταζαν αἷμα! Λίγα σπίτια ἔχουν χτιστῆ μὲ τὸν τίμιο ἱδρῶτα. Τὰ μεγάλα σπίτια δὲν χτίζονται μὲ τὸ Εὐαγγέλιο· μὲ τὸ διάβολο χτίζονται, μὲ τὰ τριάκοντα ἀργύρια, μὲ κλοπές, κομπίνες, ἀπάτες καὶ πλαστογραφίες).
Τὴν ὥρα ἐκείνη λοιπὸν ὁ Ζακχαῖος εἶδε τὸ σπίτι του δι­αφορετικά, μὲ ἄλλα μάτια. Εἶδε, ὅτι τὸ σπίτι αὐτὸ τό ’χτισαν ἡ πλεονεξία καὶ ἡ ἀ­δικία, καὶ τί ἔκανε; Στάθηκε στὴν πόρτα. «Σὲ παρακαλῶ, Κύριε, στάσου μιὰ στιγμή», εἶπε. Καὶ προτοῦ νὰ μπῇ μέσα ὁ Χριστός, πῆ­ρε δυὸ μεγάλες ἀποφάσεις, ποὺ δείχνουν ὅτι ἡ μετά­νοιά του ἦταν εἰλικρινής. Ἐὰν ἔπαιρναν ὅλοι τέτοιες ἀποφάσεις, ὁ κόσμος θὰ ἦταν πολὺ διαφορετικός. Ἡ μία ἀπόφασις· «Τὰ μισά», λέει, «ἀπὸ τὰ ὑ­πάρχοντά μου τὰ δίνω στοὺς φτω­χούς». Δὲν ἔδωσε ὅμως μόνο τὰ μισά· ὅλη τὴν περιουσία του τὴν ἔδωσε. Γιατὶ κατόπιν, μὲ τὴν ἄλλη ἀ­πόφασι ποὺ πῆρε, εἶπε· «Καὶ ἂν κάποιον τὸν ἀ­δίκησα σὲ κάτι, εἶμαι πρόθυμος νὰ τοῦ δώσω τετραπλάσια». Ἕνα ἔκλεψα; τέσ­σερα θὰ δώσω. Δέκα ἔκλεψα; σαράντα θὰ δώσω. Ἑκατὸ ἔ­κλεψα; τετρακόσια θὰ δώσω. Ἕ­να ἀρνὶ ἔ­κλεψα; τέσσερα ἀρνιὰ θὰ δώσω. Αὐτὴ ἦταν ἡ μεγάλη ἀπόφασι. Τί τοῦ ἔμεινε ὕστερα ἀπὸ αὐτά; Τίποτα. Ἔμεινε κι αὐτὸς ὁ Ζακχαῖος φτωχὸς ὅ­πως ὁ Ναζωραῖος.
Συγ­κλονιστικὴ ἡ μετάνοια τοῦ Ζακχαίου. Τὴν χαρακτηρίζουν τὰ δύο μεγάλα αἰτήματα τῆς χριστιανικῆς πίστεως· πρῶτον ἡ δικαιο­σύνη («Δικαιοσύνην μάθετε, οἱ ἐνοικοῦντες ἐ­πὶ τῆς γῆς» Ἠσ. 26,9), καὶ δεύτερον τὸ ἔλεος. Πρῶτα δικαιοσύνη καὶ ἔπειτα ἔλεος. Ἀποζημί­ωσε ὅσους ἀδίκησε. Δὲν πῆρε τὰ κλεμμένα νὰ κάνῃ μ’ αὐτὰ ἐλεημοσύνη, ὅπως κάνουν τώ­ρα μερικοὶ ἐφοπλισταί, ποὺ πήκτωσαν τὴ θάλασσα μὲ τὰ καράβια τους – εἶνε βέβαια αὐτὸ μία ἀπόδειξις τῆς δραστηριότητος καὶ τῆς εὐ­φυΐας τους, ὄχι ὅμως καὶ τῆς χριστιανοσύνης τους. Αὐτοί, ἀπὸ τὰ μεγάλα κέρδη ποὺ πραγμα­τοποιοῦν, κάνουν καὶ μερικὲς ἐλεημοσύνες.
Δικαιοσύνη καὶ ἔλεος. Καὶ δίκαιος καὶ ἐλεήμων ἀπεδείχθη ὁ Ζακχαῖος. Καὶ τότε ὁ Χριστὸς ὕψωσε τὰ χέρια καὶ εἶπε· «Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο» (Λουκ. 19,9). Τὸ σπίτι αὐτὸ ἦταν ἕτοιμο νὰ καταστραφῇ· δὲν εἶ­χε σωτηρία. Διότι οἱ ἀδικίες εἶνε δυναμίτης. Ὅποιος δη­μιουργεῖ περιουσίες ἀπὸ χρήματα ἄδικα, τινάζει στὸν ἀέρα τὴν οἰκογένειά του.

* * *

Τὸ μεσημέρι στὸ σπίτι ἔχετε τὸ φαγητό σας. Σκεφθῆτε, ἀδέρφια μου, ὅτι ἑκατομμύρια ἄν­θρωποι πάνω στὴ γῆ δὲν ἔχουν ψωμὶ νὰ φᾶνε καὶ πεθαίνουν σὰν τὶς μῦγες ἀπὸ τὴν πεῖνα.
Μπρός, Ζακχαῖοι τῶν ὀρέων καὶ τῶν πόλεων, Ζακχαῖοι μικροὶ καὶ μεγάλοι! Δύο τὰ αἰτήματα· δικαιοσύνη καὶ ἔλεος. Ὅταν τὰ δύο αὐ­τὰ πραγματοποιηθοῦν, τότε ὁ Χριστός, ὅπως στὸ Ζακχαῖο εἶπε «Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τού­τῳ», τὰ ἴδια λόγια θὰ ἐπαναλάβῃ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Πάνω ἀπ’ τὸ σταυρὸ θὰ ὑψώσῃ τὰ ἄ­χραντά του χέρια σ’ ἀνατολὴ καὶ δύσι, βορᾶ καὶ νότο, καὶ θὰ πῇ· «Σήμερον σωτηρία τῷ κόσμῳ».
Ὁ Ζακχαῖος εἶνε ὑπόδειγμα μετανοίας. Ὅ­πως τὸν ἔχουμε μιμηθῆ στὸν βίο τῆς ἁμαρτί­ας, νὰ τὸν μιμηθοῦμε καὶ στὸν βίο τῆς μετανοίας. Μία γνωριμία ἀξίζει· νὰ γνωρίσουμε τὸ Χριστό. Ἂς ἀνεβαίνουμε στὸ δέντρο τῆς ἁγί­ας του Ἐκ­κλησίας. Ἂς μετέχουμε στὴν θεία λειτουργία. Ἂς ἐκκλησιαζώμεθα τακτικά, ἂς ἀνοί­γουμε τὴν καρδιά μας, ἂς τὴν κάνουμε σαλόνι ὅπου θὰ ὑ­ποδεχώμεθα τὸ Χριστό. Καὶ τότε Ἐκεῖνος θὰ εὐλογήσῃ ἐμᾶς, τὰ ἔργα μας, τὶς οἰ­κογένειές μας, τὰ παιδιά μας, τὴ μαρτυρική μας πατρίδα, καὶ θὰ πῇ· «Σήμερον σωτηρία τῷ κόσμῳ γέγονε», διότι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου «ἦλ­θε ζη­τῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός» (ἔ.ἀ. 19,10).

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱερό ναὸ των Ἁγίου Ἀθανασίου Ἄνω Κυψέλης – Ἀθηνῶν 23-1-1977)

Η ΘΕΙΑ ΚΛΗΣΙΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Δεκ 8th, 2012 | filed Filed under: «KΥΡΙΑΚΗ» (Συντομο κηρυγμα) σε pdf, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ ΙΑ΄Λουκᾶ (Λκ. 14,16-24· Μθ. 22,14)
16 Δεκεμβρίου 2012

Η ΘΕΙΑ ΚΛΗΣΙΣ

«Ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα » (Λουκ. 14,17)

Ακούσατε, ἀγαπητοί μου, τὴν παραβολὴ τοῦ δείπνου; «Ἄνθρωπός τις», λέει ὁ Κύριος, «ἐποίησε δεῖπνον μέγα». Μπορεῖτε νὰ φαντα­στῆτε τὶς φροντίδες του; Αἴ­θουσα, τρα­πέζια, φαγητά, ποτά, μουσική… Κι ὅταν πλέον ἦταν ὅλα ἕτοιμα, ὁ εὐγενὴς οἰ­κοδεσπότης διέταξε τὸ δοῦλο του ν᾿ ἀρχί­σῃ τὶς προσ­κλήσεις. Τοῦ δίνει τὸν πρῶ­το κατάλογο. Ὁ δοῦλος τρέχει καὶ διανέ­μει σὲ ἕναν – ἕνα ἀτομικὲς προσκλήσεις.
Ἀλλὰ περίεργο· κανείς δὲν προθυμοποιεῖ­ται νὰ ἔρθῃ! Οἱ καλεσμένοι ἔχουν ἄλλες φρον­τίδες. Ὁ ἕνας κρατάει συμβόλαιο ἑνὸς κτήματος, ὁ δεύτερος σέρνει δέκα βόδια ποὺ θέλει νὰ τὰ δοκιμάσῃ, ὁ τρίτος μό­λις στεφανώθηκε καὶ δὲν ἀφήνει τὴ γυναίκα του οὔτε λεπτό. Ἀπ᾽ τὸ στόμα καὶ τῶν τριῶν ἀκούγεται ἡ ἴδια ἀπάντησι· «Ἔχε με παρῃτημένον» (Λουκ. 14,18,19).
Μετὰ τὴν ἄρνησι αὐτῶν ὁ δοῦλος παίρνει ἄλ­λη διαταγή, ποὺ συμπεριλαμβάνει κόσμο ὁλόκληρο. Ἔρχε­ται σὲ πλατεῖες δρόμους καὶ φράχτες καὶ φωνάζει· «Ἐλᾶτε. Ὅλα εἶνε ἕ­τοιμα. Ὁ κύριός μου σᾶς καλεῖ».
Καὶ νά, ἔρχονται ἀπὸ παντοῦ. Τοὺς βλέπετε; Εἶνε ῥακένδυτοι, φτωχοὶ καὶ ἀνάπηροι, κουτσοὶ καὶ τυφλοί. Μὰ ἡ θύρα δὲν κλείνει, ὑπάρχει ἀκόμη χῶρος στὴν αἴ­θουσα. Καὶ ἡ πρόσκλησι συνεχίζεται διὰ μέσου τῶν αἰώνων καὶ φτάνει μέχρι τὶς μέρες μας.

* * *

Αὐτὸς ποὺ «ἐποίησε δεῖπνον μέγα», ἀγαπητοί μου, εἶνε ὁ Θεός. Δὲν θέλει νὰ ζῇ ὁ ἄν­θρωπος μακριὰ ἀπ᾽ τὴ χαρά – αὐτὴν συμβολίζει τὸ δεῖπνο. Ὁ Θεὸς δὲν θέλει οὔτε ἕνα πλά­σμα του νὰ ζῇ καὶ νὰ πεθάνῃ μέσα στὸ σκοτά­δι, στὴ φρίκη τῆς ἁμαρτίας. Ὄχι. Εἶνε «ὁ πα­τὴρ τῶν οἰκτιρμῶν» (Β΄ Κορ. 1,3). Ὁ Δαυῒδ ψάλλει· «Οἰ­κτίρμων καὶ ἐλεήμων ὁ Κύριος…» (Ψαλμ. 102,8). Οἱ οὐ­ρανοὶ φλέγονται ἀπὸ ἀγάπη. Ἡ ἁγία Τριὰς ἐπι­θυμεῖ τὴ σωτηρία μας, καταρτίζει τὰ σοφὰ σχέ­διά της, κινητοποιεῖ ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους καὶ μᾶς καλεῖ νὰ ἐπιστρέψουμε ἀπ᾽ τὸ σκοτά­δι στὸ φῶς, ἀπ᾽ τὴν αἰχμαλωσία τοῦ σατανᾶ «εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θε­οῦ» (῾Ρωμ. 8,21). Κλῆσις ὑψίστη! Ὁ Θεὸς μᾶς καλεῖ.
Πῶς καλεῖ; Τὰ μέσα τῆς κλήσε­ως στὴ σωτη­ρία καὶ μακαριότητα εἶνε ἄπειρα καὶ ποικίλα. Μελετώντας βίους ἁγίων μένεις κα­τάπληκτος.
Ἂς ὑπενθυμί­σουμε τὴν κλῆσι τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Τί ἦταν ὁ Παῦλος εἶνε γνωστό· ἀ­­μείλικτος διώκτης τῶν Χριστιανῶν. Ἦταν πα­ρὼν στὸ λιθοβολισμὸ τοῦ πρωτομάρτυρος Στε­φάνου. Ἄκουγε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ φρύ­αττε. Καταδίωκε τοὺς Χριστιανοὺς ὅπου τοὺς εὕρισκε. Ὡρμοῦσε σὲ αὐλὲς καὶ σπίτια, ἅρπαζε ἄντρες καὶ γυναῖκες, καὶ δεμένους τοὺς ἔ­σερνε στὶς φυλακές. Μέρα – νύχτα πάσχιζε γιὰ τὴν καταστροφὴ τῆς Ἐκκλησίας. Κι ὄχι μόνο στὰ Ἰεροσόλυμα ἀλλὰ κι ἀλλοῦ μακριά. Διψοῦ­­σε αἷμα χριστιανικό. Οἱ ἀρχιερεῖς ποὺ σταύρω­σαν τὸ Χριστὸ θὰ ἀγάλλονταν καὶ χαϊδεύον­τας τὶς γενειάδες τους θὰ ἔλεγαν· Δέκα νὰ εἴχαμε σὰν τὸ Σαῦλο… Μὰ ἡ χαρά τους δὲν ἐ­πρόκειτο νὰ διαρκέσῃ πολύ. Ὁ Παῦλος δὲν θὰ πέθαινε διώκτης τοῦ Χριστοῦ. Τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ γι᾽ αὐτὸν ἦταν ἀσύλληπτο. Καὶ μιὰ μέρα, ἐνῷ πήγαινε μὲ συνο­δεία στὴ Δαμασκὸ γιὰ νὰ ἐξολοθρεύσῃ τὸ ποίμνιο τοῦ Ἰησοῦ, πάνω στὸ δημόσιο δρόμο, λίγα χιλιόμετρα ἔ­ξω ἀπ᾽ τὴν πόλι, εἶδε ἀστραπὴ κι ἄκουσε φωνή· –«Σαοὺλ Σαούλ, τί με διώκεις; σκληρόν σοι πρὸς κέντρα λακτίζειν». –«Τίς εἶ, Κύριε;», ρωτάει περίτρομος ὁ Παῦλος. –«Ἐ­γώ εἰμι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος, ὃν σὺ διώκεις», ἦταν ἡ ἀ­πάντησι (Πράξ. 22,7-8· βλ. καὶ 26,14-15· 9,4-5). Τί δραματικὴ σκηνή! Ἂν ἔχῃς, ἀγαπητέ, Καινὴ Διαθήκη, ἄ­νοιξε ἀ­πόψε καὶ διάβασε μόνος σου τὰ κεφά­λαια 9 22 καὶ 26 τῶν Πράξεων τῶν ἀποστόλων.
Ἡ κλῆσις τοῦ Παύλου στὸν Χριστιανισμὸ εἶ­νε βέβαια κάτι ξεχωριστό, εἶνε μία ἄμεση καὶ ἀπ᾿ εὐθείας κλῆσι· διαλαλεῖ πάντως, ὅτι ὁ Θε­ὸς καλεῖ τὸν ἄνθρωπο ἀπ᾽ τὰ σοκάκια καὶ τοὺς δρόμους τοῦ σκότους καὶ τοῦ ἐγκλήματος. Ἡ ὥρα αὐτὴ γιὰ τὸν Παῦλο ἦταν ἡ σπουδαιότερη τῆς ζωῆς του. Χαράχτηκε μέσα του· γι᾿ αὐτὸ στὴν ἀρχὴ ἐπιστολῶν του γράφει· «Παῦλος, κλητὸς ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ…» (Α΄ Κορ. 1,1. ῾Ρωμ. 1,1).

* * *

«Κλητὸς» ὁ Παῦλος. Ἀλλὰ «κλητοὶ» εἴμαστε κ᾽ ἐμεῖς (βλ. ῾Ρωμ. 1,6-7· 8,28. Α΄ Κορ. 1,2,24. Ἰούδ. 1. Ἀπ. 17,14). Ἔχουμε ἀ­τομικὴ πρόσκλησι. –Ἐμεῖς; μὰ ἐμεῖς, θὰ πῆτε, οὔτε φῶς εἴδαμε οὔτε φω­νὴ ἀκούσαμε ὅπως ἐκεῖνος. Ἄλλως τε, μικροὶ κι ἀσήμαντοι ἐμεῖς, δὲν πρόκειται νὰ παίξουμε τέτοιο ῥόλο στὴν ἱστορία· ἄλλος Παῦλος δὲν γεννιέται.
Παρὰ ταῦτα ὁ Κύριος μᾶς καλεῖ. Μᾶς καλεῖ σὲ κάτι μεγαλειῶδες, στὴν ἀποστολὴ τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου. Ναί. Διὰ μέσου ὅσων θὰ γίνουν ὑπηρέτες καὶ μάρτυρες Χριστοῦ θὰ σωθῇ ὁ κόσμος. Μέσα στὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ εἶ­νε· ὅποιος ἔζησε στὴν ἁμαρτία καὶ μετὰ γνώρισε τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ φῶς, ἔχει χρέος νὰ γίνῃ ὄργανο, ὥστε δι᾽ αὐτοῦ νὰ κληθοῦν καὶ ἄλλοι ν᾽ ἀπολαύσουν ἐκεῖνα ποὺ αὐτὸς εἶδε καὶ γεύθηκε κοντὰ στὸ Χριστό. Καὶ ἀλλοίμονο ἂν δὲν ἐκτελέσῃ τὸ ἱερὸ αὐτὸ χρέος.
–Μὰ ἐγώ, θὰ πῇ κάποιος, δὲν εἶμαι ὁ ἴδιος ἀ­κόμη βέβαιος ἂν μὲ κάλεσε ὁ Χριστός, κ᾽ ἐσὺ μοῦ λὲς νὰ προσκαλέσω ἄλλους;… Ἀδελφέ, τί λές, δὲν εἶσαι βέβαιος; Ἄγγελε, ποὺ φυλᾷς αὐτὴ τὴν ψυχή, πές της σὲ παρακαλῶ, πόσες φορὲς μέχρι σήμερα τῆς ἔφερες τὴν πρόσ­κλησι τοῦ Κυρίου «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κο­πιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑ­μᾶς» (Ματθ. 11, 28). Κι ὁ ἄγγελος ἄκου τί σοῦ ἀπαντᾷ·
Ἀπ᾽ τὶς πρῶτες μέρες τῆς ζωῆς σου ἄρχισαν οἱ προσ­κλήσεις. Σὲ οἰκογένεια χριστιανι­κὴ γεννήθηκες. Τὰ παιδικά σου μάτια, μόλις ἄρ­χισαν νὰ διακρίνουν, εἶδαν πάνω ἀπ᾽ τὴν κούνια σου τὴν εἰκόνα τοῦ Ἐσταυρωμένου. Βαπτί­σθηκες στὴν κολυμβήθρα, φωτίστηκες. Ντύθη­κες στὰ λευκά. Σταυρὸ κρέμασαν στὸ στῆθος σου. Τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἦταν τὸ πρῶτο ποὺ ἔ­μαθες. Εἶδες τὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα σου νὰ προσ­εύχωνται. Γνώρισες παραδείγματα ἀρετῆς.
Κάθε Κυριακὴ ἄκουγες νὰ κτυπάῃ ἡ καμ­πά­να, σὰ νὰ σοῦ λέῃ· «Παιδί μου, σὲ καλῶ στὸ μέ­γα δεῖπνο, σὲ συμπόσιο ὄχι κοιλιᾶς ἀλλὰ καρδιᾶς, νὰ κοινωνήσῃς σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ». Ἄκουγες τὴν πρόσκλησι κ᾽ ἐρχόσουν στὸ ναό. Καὶ κάθε φορὰ ἄκουγες· «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πί­στεως καὶ ἀγάπης προσ­έλθετε». Πόσες φο­ρὲς ὁ ἱεροκήρυκας δὲν κάλεσε ὅλους σὲ μετάνοια; Δὲν ἦταν τὰ κηρύγματα αὐτὰ προσ­κλήσεις;
Καὶ πέρα ἀπ᾽ αὐτά, τὰ μεγάλα – συγκλονιστι­κὰ γεγονότα, ποὺ διαδραματίσθηκαν στὴν οἰ­κογένειά σου, στὴν πόλι, στὴν πατρίδα, στὴν ἀν­θρωπότητα, δὲν ἦταν κι αὐτὰ ἔκτακτες προσ­κλήσεις; Κ᾽ ἐκεῖνα τὰ θαύματα ποὺ εἶδες; Κ᾽ ἐ­κεῖνοι οἱ κίνδυνοι ἀπ᾽ τοὺς ὁποίους σώθηκες; Δὲν ἦταν σάλπιγγες, ποὺ σὲ καλοῦσαν σὲ ἐπιστροφή; Ἀλλὰ κι αὐτὴ ἡ στιγμή, ποὺ ἀκοῦς τὸ κήρυγμα τοῦτο, δὲν εἶνε μία ἀκόμη πρόσκλησι;
Πόσες προσ­κλήσεις! Ὄχι μία καὶ δύο ἀλλὰ πολλὲς φορὲς ἀπεσταλμένοι τοῦ Θεοῦ ἦρθαν καὶ μᾶς χτύπησαν, πιὸ σιγὰ ἢ πιὸ δυνατά, τὴν πόρτα καὶ μᾶς κάλεσαν· Εἶνε ὥρα, ἐλᾶτε, γιατί ἀναβάλλετε; Ἂν σᾶς καλοῦσε ἐπίγειος βασιλιᾶς στὰ ἀνάκτορα, δὲν θ᾽ ἀφήνατε κάθε ἀ­σχολία; Τώρα, ποὺ σᾶς καλεῖ ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλέων, θὰ πῆτε «Ἔχε με παρῃτημένον»;

* * *

Ἀδελφοί! Ὁ Κύριος καλεῖ ὄχι μόνο ἄτομα ἀπὸ «τὰς πλατείας καὶ ῥύμας» τοῦ κόσμου (Λουκ. 14,21) ἀλλὰ καὶ οἰκογένειες καὶ πόλεις καὶ ἔθνη ὁλόκληρα. Ἄλλα ἔθνη δέχονται, ἄλλα δὲν δέχονται τὴν τιμητική του πρόσ­κλησι. Ἔθνη καὶ λαοί, ποὺ δὲν δέχονται τοὺς ἀπεσταλμένους τοῦ Θεοῦ –ποὺ ἔτσι ἀναγκάζονται νὰ «ἐκτινάξουν τὸν κονιορτὸν τῶν ὑποδημάτων των» (βλ. Ματθ. 10,14. Λουκ. 9,5· 10,11. Πράξ. 13,51) καὶ νὰ φύγουν μακριά–, κα­ταστρέφονται. Αὐτὸ μαρτυρεῖ ἡ ἱστορία.
Τὸ δικό μας ἔθνος εἶχε τὴν τιμὴ νὰ εἶνε ἀπὸ τὰ πρῶτα ποὺ κλήθηκαν νὰ συμμετάσχουν στὸ μεγαλειῶδες καὶ αἰώνιο σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Ἐκ­λεκτοὶ ἀπεσταλμένοι τοῦ Κυρίου, ὅπως ὁ Παῦ­λος, ὁ Ἀνδρέας, ὁ Βαρνάβας, ὁ Τίτος, ὁ Τιμόθε­ος, ἦρθαν καὶ κάλεσαν τοὺς προγόνους μας· «Ἐ­λᾶ­τε, Ἕλληνες, στὸ φῶς τὸ ἀνέσπερο». Κ᾽ ἐκεῖ­νοι δέχτηκαν τὴν πρόσκλησι, ἄφησαν τὰ εἴδωλα. Ἡ Ἑλλὰς ἀπέβαλε τὰ ῥάκη τῆς εἰδωλολατρίας, ντύθηκε τὴ στολὴ τοῦ Χριστοῦ. Καὶ μετὰ ἔτρε­ξε νὰ φέρῃ τὴν πρόσκλησι τοῦ Εὐαγγελίου σὲ λαοὺς κοντὰ καὶ μακριά. Τὸ ἔθνος μας ἔγινε ὑπηρέτης καὶ μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ μέχρι τὰ πέρατα τῆς γῆς. Ποιός μπορεῖ νὰ τὸ ἀρνηθῇ;
Αὐτὰ δὲν τὰ λέμε ἀπὸ πνεῦμα ἐθνικισμοῦ, ποὺ εἶνε ξένο πρὸς τὸ Εὐαγγέλιο. Τὰ λέμε, καὶ πρέπει νὰ τὰ λέμε, γιὰ νὰ ὑπενθυμίζουμε τὸ χρέος καὶ τὴν εὐθύνη ποὺ ἔχουμε ἀπέναντι στὸ Χριστό, ὁ ὁποῖος κάλεσε τὸ ἔθνος μας γιὰ νὰ γίνῃ κι αὐτὸ «σκεῦος ἐκλογῆς» (Πράξ. 9,15). Θαρρῶ πὼς βλέπω τὸν Παῦλο, τὸν ἀπόστολο τῶν ἐθνῶν ποὺ τόσο ἀγάπησε τὸν τόπο μας, νὰ στέκῃ γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ πάνω στὸ ἑλληνικὸ ἔδαφος καὶ νὰ σαλπίζῃ· Ἕλληνες! «παρακαλῶ ὑμᾶς ἐγὼ ὁ δέσμιος ἐν Κυρίῳ ἀξίως περιπατῆσαι τῆς κλήσεως ἧς ἐκλήθητε» (Ἐφ. 4,1).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

1949 (…-12-1949 ἐκπομπὴ ἀπὸ Ρ.Σ.Λ.) Ἡ θεία κλῆσις (βιβλ. Σαλπίσματα σ. 160, ὑπάρχει ὅμως καὶ στὴν «Σάλπιγγα Ὀρθοδοξίας» 1981, σ. 347)
«Κυριακὴ» 1792/2012 Ἡ θεία κλῆσις

KYΡΙΑΚΕΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Δεκ 8th, 2012 | filed Filed under: «KΥΡΙΑΚΗ» (Συντομο κηρυγμα) σε pdf

ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ

«Ο ΣΩΤΗΡ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ»

_______

________

___

Πατήστε εδώ· Κυριακη ΙΔ΄ Λουκα (Λουκά 18, 35-43)    «ΤΟ ΚΥΡΙΕ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ» φ. 1790_

_______________

                                                       α) Πατήστε εδώ· KYRIAKH Ι΄ (Λουκα 13, 10-17)  «Ο ΥΠΟΚΡΙΤΗΣ» φ. 1791 (9 Δεκεμβ. 2012)

β) Πατήστε εδώ· ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκα 13, 10-17) «Η ΑΘΛΙΟΤΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ» φ.1712-2

__________________

α) Πατήστε εδώ·  ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΛΟΥΚΑ (Λκ. 14, 16-24· Ματθ, 22,14) «Η ΘΕΙΑ ΚΛΗΣΙΣ» φ. 1792 (16 Δεκεμβ 2012

β) Πατήστε εδώ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. 14, 16-24· Ματθ. 22, 14) «ΠΩΣ ΘΑ ΚΟΙΝΩΝΗΣΟΥΜΕ;» φ.1713

_______

α) Πατήστε εδώ· ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ (Ματθ. 1, 1-25) ΤΟ «ΟΝΟΜΑ ΤΟ ΥΠΕΡ ΠΑΝ ΟΝΟΜΑ»φ.1793 (23 Δεκεμβρ.2012)

β) Πατήστε εδώ·  ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ (Ματθ. 1, 1-25)  «ΟΙ ΚΑΤΑ ΣΑΡΚΑ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ» φ.1714

______

 Πατηστε εδώ· ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ – «ΓΙΑΤΙ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ;» φ.1795 (30 Δεκεμβριου 2012)

 

________

Η ΑΘΛΙΟΤΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Δεκ 1st, 2012 | filed Filed under: «KΥΡΙΑΚΗ» (Συντομο κηρυγμα) σε pdf, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Κυριακὴ Ι΄ (Λουκ. 13,10-17)
Η ΣΥΓΚΥΠΤΟΥΣΑ

Η ΑΘΛΙΟΤΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Διδάσκει, ἀγαπητοί μου, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς σὲ μία συναγωγὴ τῆς Παλαιστίνης. Εἶνε ὁ Διδάσκαλος, ὁ μο­ναδικὸς διδάσκαλος τοῦ κόσμου. Τὰ λόγια του δροσιά, σταλάζουν μύρο, σκορποῦν χαρά. Τὸν ἀκοῦνε, εὐφραίνονται καὶ δοξάζουν τὸ Θεό. «Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλη­σεν ἄν­θρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰω. 7,46).
Ἀλλ᾽ ἐνῷ ὁ Χριστὸς διδάσκει, σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς συν­αγωγῆς κάτι κινεῖται μὲ τὰ τέσσερα. Ζῷο εἶ­νε; Ὄχι, ἄνθρωπος. Καὶ τί ἔπαθε, ὥστε τὸ σῶμα του ἔγινε καμπύλη ποὺ τὰ δύο ἄκρα της ἀγγίζουν τὴ γῆ; πῶς πῆρε μορφὴ ζῴου; Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, ποὺ ἦταν καὶ γιατρός, λέει· «Καὶ ἰδοὺ γυνὴ ἦν πνεῦμα ἔχουσα ἀσθενεί­ας ἔτη δέκα καὶ ὀκτώ, καὶ ἦν συγκύπτουσα καὶ μὴ δυναμένη ἀνακῦψαι εἰς τὸ παντελές» (Λουκ. 13,11).
Ἡ γυναίκα αὐτὴ θὰ ἦταν κάπο­τε ὡραία, ὄρ­θια σὰν κυπαρίσσι. Ἀλλ᾿ ὁ σατανᾶς τὴ φθόνησε. Εἰσχώρησε στὸν ὀρ­γανι­­σμό της δαιμονικὸ πνεῦμα, «πνεῦμα ἀσθενείας». Ὅ­πως ἐμεῖς λυγίζουμε ἕνα ἔλασμα, ἔτσι ὁ κακοῦρ­γος τῆς ἔκαμψε τὴ σπονδυλικὴ στήλη, κι ἀπὸ τὴ μέρα ἐκείνη δὲν ὕψωσε πλέον τὸ κεφάλι της.
Σπανίως βέβαια παρουσιάζεται τὸ φαινόμε­νο ἄντρας ἢ γυναίκα νὰ περπατοῦν σὰν τετρά­ποδα. Ἀλλ᾿ ἐὰν τὸ φαινό­μενο τέτοιων ἀσθε­νῶν στὸ σῶμα εἶνε σπάνιο, δὲν εἶνε ὅμως σπάνιοι ἐ­κεῖνοι ποὺ ἡ ψυχική τους κατάστασι μοιάζει μὲ τὴν κατάστασι τῆς γυναίκας τοῦ εὐαγγελίου. Ἀλλοίμονο, πόσοι καὶ πόσες εἶνε μὲν ὄρθιοι στὸ σῶμα, ἀλλ᾿ ἔ­χουν τὴν ψυχὴ συγκύπτουσα, νὰ σέρνεται πρὸς τὴ γῆ! Οἱ δύστυχοι ἔχουν τσακίσει τὴν ἠθικὴ καὶ θρησκευτικὴ στήλη τους· δὲ ζοῦν σὰν ἄνθρωποι, ζοῦν σὰν ἄλογα ζῷα, πολλὲς φορὲς χειρότερα κι ἀπ᾽ αὐτά.
Γιὰ τὴν ἀθλιότητα τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως αὐτὴ εἰκονίζεται στὸ παράδειγμα τῆς συγκυπτούσης γυναικός, ἂς ποῦμε λίγες λέξεις.

* * *

Ἡ λέξι ἄνθρωπος, ἀγαπητοί μου, ἔχει σπου­δαία σημασία. Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα, ποὺ διακρίνεται γιὰ τὴν ἀκρίβειά της, ἔδωσε τὸ ὄνομα αὐτὸ στὸ τελειότερο ἀπὸ τὰ δημιουργήματα. Ἀπὸ δύο λέξεις, ἄνω + θρώσκειν (=ἄνω τρέχειν), σχηματίσθηκε ἡ λέξι ἄνθρωπος, ποὺ φανερώνει ἔτσι τὴν εὐγένεια, τὴν ὑ­ψηλὴ καταγωγὴ καὶ τὸν προορισμό του. Ἀνάμεσα στὰ ζῷα, ποὺ περπατοῦν μὲ τὰ τέσσερα κ᾽ ἔχουν τὸ κεφάλι πρὸς τὴ γῆ ψάχνον­τας γιὰ ὑ­λικὴ τροφή, μόνο ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε νὰ στέκῃ καὶ νὰ περπατάῃ ὄρθιος. Βλέπει ψηλά, στὸν οὐρανό, κι ἀπὸ τὸ μεγαλεῖο τῆς φύσεως ποὺ ἁπλώνεται ἐμπρός του παρακινεῖται νὰ δοξολογῇ τὸν Πλάστη του. Γίνεται ὑψιπέτης.
Ἀλλὰ τί συμφορά! Ἡ εὐγενὴς αὐτὴ ῥοπὴ ἀ­νακόπτεται. Μία μυστηριώδης δύναμις σταματᾷ τὴν πορεία πρὸς τὰ ἄνω, λυγίζει τὸ αὐ­τε­ξούσιο, τὴ θέλησί του, καὶ ὑποχρεώνει τὶς δυνάμεις τῆς ψυχῆς ν᾿ ἀλλάξουν κατεύθυνσι, νὰ στραφοῦν πρὸς τὰ κάτω. Καὶ ἡ ψυχή, ποὺ διέγραφε φωτεινοὺς κύκλους γύρω ἀπὸ τὸ θρόνο τοῦ Ὑψίστου καὶ τρεφόταν μὲ ἀμ­βροσία καὶ νέκταρ καὶ ἔψαλλε τὸ «ὡσαννὰ» καὶ τὸ «ἀλληλούϊα», δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ σταθῇ στὸ ὕψος, ἀλλὰ γκρεμίζεται· σὰ νὰ τῆς ἔδεσαν μολύβδινη σφαῖρα, πέφτει μὲ ὁρμή, ἀγγίζει τὴ γῆ, τρώει χῶμα, κυλιέται στὸ βόρβορο, γίνεται συγκύπτουσα τοῦ εὐαγγελίου, μὴ «δυ­ναμένη ἀνακῦψαι εἰς τὸ παντελές».
Ὅποιος ἔχει ψυχὴ ποὺ ἕρπει πρὸς ὅ,τι ἁ­μαρτωλὸ καὶ χυδαῖο, δὲ μπορεῖ νὰ λέγεται ἄν­θρωπος. Ἀπ᾽ ἔξω βέβαια ἔχει μορφὴ ἀν­θρώπου, ἀλλ᾿ ἐσωτερικὰ μοιάζει μὲ κτῆνος. Ἐάν, ὅ­πως λέει ὁ ἰατροφιλόσοφος Καρρέλ, οἱ ἄνθρω­ποι αὐτοὶ ἔπαιρναν καὶ ἐξωτερικὰ σχῆμα σύμφωνο μὲ τὴν ψυχική τους κατάστασι, θὰ εἴχαμε ἕνα φρικτὸ θέαμα· θὰ παρουσιαζόταν ὁ συ­κοφάντης σὰν ὀχιά, ὁ ἅρπαγας σὰν γεράκι, ὁ πονηρὸς σὰν ἀλεποῦ, ὁ μνησίκακος σὰν καμή­λα, ὁ αἱμοβόρος σὰν λύκος, ὁ ὀργίλος καὶ ἐπι­θετικὸς σὰν τίγρις, ὁ ἄπληστος σὰν χοῖρος, ὁ θηλυμανὴς σὰν ἄλογο ποὺ χρεμετίζει…
Γιὰ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ὁ Δαυῒδ λέει· «ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυν­εβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς» (Ψαλμ. 48,13). Καὶ ὁ προφήτης Ἠσαΐας, ὅταν ὁ Θεὸς τὸν ἔστειλε νὰ κηρύξῃ στὰ Ἰερο­σόλυμα, εἶπε· «Ἦλθον καὶ οὐκ ἦν ἄνθρωπος, ἐ­κάλεσα καὶ οὐκ ἦν ὁ ὑπακούων» (Ἠσ. 50,2). Δηλαδή· Κύριε, ἐξετέλεσα τὴ διαταγή σου· πῆγα, κήρυ­ξα, κάλεσα σὲ μετάνοια. Ἀλλὰ ποῦ μ᾽ ἔστειλες; Ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος· κανείς ἀπ᾽ αὐ­τοὺς δὲ θέλησε νὰ προσέξῃ στὴ φωνή σου. Ὁ νοῦς, ἡ καρδιά, ἡ θέλησί τους εἶνε ἀλλοῦ… «Οὐκ ἦν» ἐκεῖ «ἄνθρωπος». Φανταστῆτε· μέσα σὲ μιὰ πρωτεύουσα κράτους, ὁ προφήτης δὲ βρίσκει ἄνθρωπο νὰ συνομιλήσῃ περὶ ἀρε­τῆς, δικαιοσύνης καὶ ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.
Ἀλλὰ μήπως καὶ ὁ ἀρχαῖος φιλόσοφος τῆς πατρίδος μας ὁ Διογένης; Δὲν εὕρισκε κι αὐ­τὸς ἀνθρώπους εἰλικρινεῖς, τιμίους, δικαίους. Ὅλοι ἔρρεπαν πρὸς τὴν ὕλη, τὸ συμφέρον, τὴν ἰδιοτέλεια. Γι᾿ αὐτὸ ἕνα μεσημέρι, ἐνῷ ὁ ἥλιος ἔκαιγε, ἄναψε τὸ φανάρι του καὶ περιφε­ρόταν λέγοντας «Ἄνθρωπον ζητῶ».
Πόσο σπάνιο πρᾶγμα εἶνε ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἰ­δεώδης ἄνθρωπος! Ἐνῷ συγγενεύει μὲ τοὺς ἀγγέλους, αὐτὸς ἐκφυλίζεται, πέφτει πιὸ χαμηλὰ κι ἀπὸ τὰ κτήνη. Καὶ ἡ γῆ ἀναστενάζει καὶ διαμαρτύρεται· Ἄνθρωπε, μὲ τὰ ἐγκλήμα­τά σου μοῦ ἔγινες βαρύς, δὲ σὲ σηκώνω πλέον· θ᾽ ἀνοίξω τὰ ἡφαίστεια, θὰ σὲ θάψω στὴ λάβα. Ὁ ἄνθρωπος, ἔγινε βάρος τῆς γῆς, «ἄχθος ἀ­ρούρης», ὅπως ἔλεγαν οἱ πρόγονοί μας. Κι ὅ­πως κηρύττει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «τίποτε ἄλλο δὲν βαραίνει τὸν ἄνθρωπο ὅπως ἡ ἁ­μαρτία». Αὐτὴ εἶνε σὰν μολύβδινη σφαῖρα, ὅ­πως τὴν εἶ­δε ὁ προφήτης Ζαχαρίας (Ζαχ. 5,7), εἶνε φορτίο, εἶνε βου­νὸ ποὺ σηκώνει στοὺς ὤμους του ὁ ταλαίπωρος ἄνθρωπος, καὶ κάτω ἀπὸ τὸ βάρος της σκύβει. Καὶ ἂν κάποτε ἔρθῃ σὲ συν­αίσθησι τῆς καταστάσεώς του, λέει στὸ Θεὸ μὲ τὸ στόμα τοῦ Δαυΐδ· «Αἱ ἀνομίαι μου ὑ­περῆραν τὴν κεφαλήν μου, ὡσεὶ φορτίον βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ᾿ ἐμέ. …ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους…» (Ψαλμ. 37, 5-7).

* * *

Νά γιατί ἡ συγκύπτουσα γυναίκα εἶνε κατὰ τοὺς πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ἡ εἰκόνα τοῦ ἁ­μαρτωλοῦ ποὺ ἀναστενάζει κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἐνοχῆς. Καὶ ἐκείνης μὲν εἶχε καμφθῆ ἡ σπονδυλικὴ στήλη, τοῦ ἁμαρτωλοῦ ὅμως κάμπτεται κάτι πολὺ σπουδαιότερο, ἡ θέλησις, ποὺ τοῦ δόθη­κε γιὰ νὰ τὸν κρατάῃ ἠθικῶς ὄρ­θιο, ὥστε ν᾽ ἀντιστέκεται στὸν ἐχθρὸ καὶ νὰ τοῦ λέῃ· Σατανᾶ, ὄχι! δὲ θὰ σὲ προσ­κυνήσω, δὲ θὰ σ᾽ ἀφήνω νὰ μὲ ὑποτάσσῃς. Αὐτὴ ἡ θέλησις δυστυχῶς κάμπτεται, καταντᾷ ἐλεεινὸ ὑ­ποζύγιο, καὶ δέχεται ἀναβάτη τὴν ἀνομία, ποὺ σέρνει τὸν ἄνθρωπο σὲ κάθε εἶδος διαφθο­ρᾶς. Πίθηκος ποὺ καβαλλικεύει ἄγγελο, αὐτὸς εἶνε ὁ ἄνθρωπος ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἁμαρτίας. «Καὶ ἦν —ὄχι πλέον γυνὴ ἀλλὰ— ψυχὴ συγκύπτου­σα καὶ μὴ δυναμένη ἀνακῦψαι εἰς τὸ παντελές».
Ποιός λοιπὸν θὰ τινάξῃ μακριὰ τὴν ἀνομία; Ἂς ἀκούσουμε τί ἀπαντᾷ ἡ συγκύπτουσα·
Ὑπέφερα 18 ὁλόκληρα χρόνια, περπατοῦ­σα μὲ τὰ τέσσερα, δὲν ἔβλεπα παρὰ μόνο χῶμα καὶ πέτρες. Ἀλλ᾿ ἦρθε καὶ γιὰ μένα ἡ στιγμή, ποὺ ποτέ δὲν θὰ τὴν ξεχάσω. Μὲ εἶδε ὁ Ἰησοῦς, μὲ σπλαχνίστηκε. Ἄρθρωσε τέσσερις μόνο λέξεις, μὲ ἄγγιξε μὲ τὰ πανάχραντα χέρια του, κι ἀμέσως ἡ δύναμις τοῦ πονηροῦ ποὺ μὲ κρατοῦσε δέσμια διώχθηκε· σὰ νὰ δέχθηκα ῥεῦμα νέας ζωῆς, τὸ σῶμα μου ἀνωρθώθηκε, τὸ κεφάλι μου ὑψώθηκε, ἀναστηλώθηκα, ἀνέλαβα τὸ σχῆμα τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τώρα ὄρ­θια βαδίζω καὶ φωνάζω, ὅτι τὸ θαῦμα αὐτὸ τὸ ἔ­κανε ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀπὸ Ναζαρέτ!
Ἀκούσατε τὴ μαρτυρία τῆς γυναίκας. Ἀμφι­βάλλετε ἀκόμη γιὰ τὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ; Τότε πειραματισθῆτε, δοκιμάστε. Ἀφῆστε τὴ δύναμι τοῦ Ἰησοῦ ν᾽ ἀγγίξῃ τὴ θέλησί σας, καὶ τότε θὰ γίνῃ ἡ ἀνόρθωσις, ἡ ἀναστήλωσις τῶν ἀξιῶν ἐκείνων τῆς ζωῆς ποὺ τώρα κοίτον­ται σὲ ἐρείπια, ὅπως οἱ σπόνδυλοι ἐκείνης τῆς πεσμένης στήλης τοῦ Ὀλυμπίου Διός.
Ὅταν, ἀγαπητοί μου, οἱ σύντροφοι τοῦ Ὀ­δυσσέως ἐμφανίσθηκαν ἐμπρὸς στὴ μάγισσα Κίρκη, αὐτὴ τοὺς προσέφερε ἡδύποτα, τοὺς χτύπησε μ᾽ ἕνα ῥαβδί, κι ἀμέσως –οἱ ἥρωες ἐ­κεῖ­νοι ποὺ εἶχαν ἐκπορθήσει τὴν Τροία– ἔχασαν τὴν ὄψι τῶν ἀνθρώπων, ἔγιναν ζῷα, μιὰ ἀ­­γέλη χοίρων, καὶ κλείστηκαν στοὺς σταύ­λους. Μὲ καταλάβατε;
Κίρκη δὲν ὑπάρχει. Κίρκη ὅ­μως πραγματικὴ εἶνε ἡ ἁμαρτία. Αὐτὴ προσ­φέρει ποτά, κρατάει ῥαβδὶ ἡδονῆς καὶ χτυπάει μαλακά… Ὅ­ποιος πιῇ τὰ ἡδύποτά της καὶ δεχθῇ τὰ ἡδονικὰ χτυπήματά της, ζαλίζεται, χάνει τὴν ἀξι­ο­πρέπεια, ἐξομοιώνεται μὲ κτῆνος, καὶ φορτώνεται φορτίο βαρύ, δυσβάστακτο. Καὶ δὲν θὰ μπορέσῃ ποτέ πλέον νὰ τὸ ἀποτινάξῃ πα­ρὰ μόνο ὅταν πιστέψῃ στὸ Θεὸ ποὺ ἔγινε ἄν­θρωπος καὶ γεννήθηκε μέσα σὲ σταῦλο, γιὰ ν᾽ ἀνορθώσῃ τὸν ἀποκτηνωμένο ἄνθρωπο, νὰ τὸν ὁδηγήσῃ ἀπὸ τὴν ἀποκτήνωσι στὴ δόξα, καὶ νὰ τὸν ἀναδείξῃ ἔνδοξο κληρονόμο τῆς βασιλεί­ας του, τῆς ὁποίας «οὐκ ἔσται τέλος» (Λουκ. 1,33).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Γραπτὴ ὁμιλία, ἡ ὁποία μεταδόθηκε ἀπὸ τὸν ῾Ραδιοφωνικὸ Σταθμὸ Λαρίσσης τὸ 1949 στὴν καθαρεύουσα.

«ΚΥΡΙΑΚΗ» ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ (σε pdf)

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Νοέ 14th, 2012 | filed Filed under: «KΥΡΙΑΚΗ» (Συντομο κηρυγμα) σε pdf, ΓΡΑΠΤΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ

«ΚΥΡΙΑΚΗ» Συντομα κηρυγματα Μηνος Νοεμβριου σε pdf

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Νοέ 8th, 2012 | filed Filed under: «KΥΡΙΑΚΗ» (Συντομο κηρυγμα) σε pdf

«ΚΥΡΙΑΚΗ»

ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ (σε pdf)

Απομαγνητοφωνημένες ομιλίες του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

 –

  Πατήστε εδώ: ΕΟΡΤΗ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ φ.1785

  Ο ΑΟΡΑΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΈΛΩΝ

 

 Πατήστε εδώ: ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ 30 Νοεμβριου φ. 1789

ΝΑ ΠΡΟΣΕΞΟΥΜΕ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

 

_