Αυγουστίνος Καντιώτης



Η μυστικη επαφη με τον Χριστο

date Οκτ 27th, 2018 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Ζ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 8,41-56)
Ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

Η μυστικη επαφη με τον Χριστο

π. Αυγουστινος-

Μόλις, ἀγαπητοί μου, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς εἶχε ἐπιστρέψει διωγμένος ἀπὸ τὴ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν, καὶ σπεύδει σὲ νέο καθῆκον. Διαρκὴς εὐεργεσία ἡ ζωή του. Ὁ Χριστὸς καθ᾿ ὁδόν. Ἡ μονάκριβη κόρη τοῦ ἀρ­χισυναγώγου τῆς Καπερναοὺμ Ἰαείρου εἶνε στὰ πρόθυρα τοῦ θανά­του. Ὁ δυστυχισμένος πατέρας πέφτει στὰ πόδια του καὶ παρακαλεῖ, καὶ ὁ μοναδι­κὸς Ἰατρὸς καλεῖται ἐπειγόντως.
Ὁ Χριστὸς βαδίζει πρὸς νέο θρίαμβο κατὰ τοῦ θανάτου. Χιλιάδες τὸν ἀκολουθοῦν. Πολλοὶ βέβαια γιὰ ν᾿ ἀ­κούσουν τὴ διδασκαλία του. Οἱ περισσότεροι ὅμως ἀπὸ περιέργεια, γιὰ νὰ δοῦν νέα θαύματά του. Ἐκεῖνος μέσα στὸν πε­ρίεργο ἐκεῖνο κόσμο προχωρεῖ.
Ξαφνικὰ σταματᾷ καὶ ἀπευθύνει τὸ ἐρώτη­μα· «Τίς ὁ ἁψάμενός μου;», ποιός μὲ ἄγγιξε; (Λουκ. 8,45).
–Περίεργο, Διδάσκαλε, λέει ὁ Πέτρος· μέσα σὲ τέτοιο συνωστισμὸ ρωτᾷς ποιός σὲ ἄγγιξε;
Ὁ Χριστὸς ὅμως ἐπιμένει·
–«Κάποιος μὲ ἄγγιξε. Διότι ἐγὼ αἰσθάνθηκα μία δύναμι νὰ βγαίνῃ ἀπὸ μένα».
–Κύριε! ἀκούγεται μιὰ τρεμάμενη φωνή (ὅ­λοι στρέφουν τὰ βλέμματα· μιλάει μία γυναίκα)· ἐγὼ ἤμουν ἐκείνη ποὺ σὲ ἄγγιξε. Ζοῦσα ἕνα δρᾶμα. Δώδεκα χρόνια ἔπασχα ἀ­πὸ ἀσθένεια ἀνίατη. Ξώδεψα ὁλόκληρη περιουσία στοὺς γιατρούς, καὶ ἡ κατάστασι χειροτέρευε. Ὅταν ὅμως ἄ­κουσα γιὰ σένα, εἶπα μέσα μου· Ὁ Χριστὸς μό­νο θὰ μὲ θεραπεύσῃ! Μὲ τὴν πίστι αὐ­τὴ ἦρθα. Σὲ ἔβλεπα ἀπὸ μακριά. Δὲν ἤμουν ἄ­ξια νὰ σ᾽ ἀντικρύσω κατὰ πρόσωπο. Εἶπα· Ἂς μ᾽ ἀξιώ­σῃ ὁ Θεὸς ν᾽ ἀγγίξω τὸ κράσπεδο τοῦ ἐν­δύμα­τός του! Ἔτσι σὲ πλησίασα. Καὶ μόλις σὲ ἄγγιξα, ἀμέσως θεραπεύθηκα. Κύριε, θὰ σὲ δο­ξάζω καὶ θὰ σὲ ὑμνῶ εἰς τοὺς αἰῶνας!
Ἔτσι εἶπε ἡ γυναίκα, καὶ ὡς ἀμοιβὴ τῆς δημο­σίας αὐτῆς ἐξομολογήσεως πῆρε τὴν εὐλο­γία· «Θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πο­ρεύου εἰς εἰρήνην»· Ἔχε θάρρος, κόρη μου, ἡ πίστι σου σ᾽ ἔ­χει σώσει· βάδιζε μὲ εἰρήνη (ἔ.ἀ. 8,48).
Ἡ πίστι τῆς Βερονίκης (αὐτὸ κατὰ μία παράδοσι ἦταν τὸ ὄνομα τῆς γυναίκας) διαλαλεῖ­ται ἔκτοτε παντοῦ. Καὶ ἡ θαυματουργὸς ἐπαφή της μὲ τὸ πανακήρατο σῶμα τοῦ Κυρίου μᾶς δίνει ἀφορμὴ νὰ μιλήσουμε γιὰ τὴ μυστικὴ ἐπαφὴ μὲ τὸ Χριστό, τὴν ὁποία κ᾽ ἐ­μεῖς σήμερα μποροῦμε νὰ πετύχουμε.

* * *

Ὁ Κύριος, ἀγαπητοί μου, βρίσκεται παν­τοῦ. Καμμία ἔρημος, κανένας βυθός, καμμία σπηλιὰ δὲν μποροῦν νὰ ἐμποδίσουν τὴν πα­ρουσία του. Κι ἀπὸ τὴ φυλακὴ ὁ Ἰωσήφ, κι ἀπὸ τὴν κοπριὰ ὁ Ἰώβ, κι ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τοῦ κήτους ὁ Ἰω­νᾶς, κι ἀπὸ τὸ φλογισμένο καμίνι οἱ Τρεῖς Παῖ­δες, κι ἀπὸ τὸ λάκκο τῶν λεόντων ὁ Δανι­ήλ, εὕ­ρισκαν τρόπο νὰ ἐπικοινωνοῦν μαζί του. Ἀ­λήθεια, «ἐν παντὶ τόπῳ τῆς δεσποτείας αὐ­τοῦ εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον» (Ψαλμ. 102,22).
Ἀλλ᾿ ἐὰν ὑπάρχῃ ἕνας τόπος, ὅπου ἡ παρου­σία του γίνεται περισσότερο αἰσθητή, αὐ­τὸς εἶνε ὁ ναός. Ὁ Χριστὸς στὸ ναό. Καὶ πῶς ὄχι; Ἐκεῖνος δὲν εἶπε, ὅτι ὅπου θὰ εἶνε δύο ἢ τρεῖς συναγμένοι στὸ δικό του ὄ­νομα, θὰ εἶνε κι αὐ­τὸς ἀνάμεσά τους; (βλ. Ματθ. 18,20). Ἄλλως τε ὅ,τι βλέπουμε καὶ ἀ­κοῦμε μέσα στὸν χριστιανικὸ ναό, προδιαθέτει τὴν ψυχὴ νὰ συναντήσῃ τὸν Κύριο. Ὁ Ἐ­σταυρωμένος μὲ ἁπλωμένα τὰ χέρια, ἡ ἁγία τράπεζα ποὺ εἰκονίζει τὸ φρικτὸ Γολγο­θᾶ καὶ τὸν πανάγιο Τάφο, οἱ εἰκόνες, οἱ πο­λυέλεοι, οἱ λαμπάδες, τὸ λιβάνι, τὰ τροπάρια καὶ οἱ ὕμνοι, οἱ ἀδελφοὶ ποὺ συμπροσεύχον­ται, ὅλα δημιουργοῦν μία ἀτμόσφαιρα, μέσα στὴν ὁποία ἡ ψυχὴ μπορεῖ ν᾿ ἀποκτήσῃ φτερά, ν᾿ ἀ­πογειωθῇ, ν᾿ ἀνεβῇ σὲ ὕψη, νὰ πλησι­άσῃ τοὺς οὐρανούς, νὰ ἑνωθῇ μὲ τὸν Κύριο τῆς δόξης.
Ἡ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Κύριο! Αὐτὸς εἶνε ὁ σκοπὸς τῶν συνάξεων τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ δυστυχῶς, πόσο λίγοι τὸν ἐπιτυγχάνουν! Μέσα σὲ 100 καὶ 1.000 ἐκκλησιαζομένους πόσοι ἆραγε πλησιάζουν τὸν Κύριο, αἰσθάνονται τὴν παρουσία του καὶ μποροῦν στὸ τέλος τῆς θείας Λειτουργίας νὰ ποῦν «Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀ­­ληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον…»;
Ἐπικοινωνοῦμε μὲ τὸ Χριστό; Εἶνε ἀλήθεια ὅτι τὶς μεγάλες ἑορτὲς τὰ πλήθη κατακλύζουν τοὺς ναούς. Ἀλλ᾽ ἀπὸ περιέργεια μᾶλλον πα­ρὰ ἀπὸ εὐλάβεια. Μοιάζουν μὲ κῦμα ποὺ πλημ­μυ­ρί­ζει τὴν παραλία κι ὅταν ἀποσύρεται ἀφήνει πί­σω του φύκια, χαλίκια, εὐτελῆ κογχύ­λια. Ἔτσι μικρὰ καὶ ἀσήμαντα εἶνε ἐκεῖνα ποὺ ἀφή­νει σήμερα ὁ ἐκκλησιασμός. Γιατί; Διότι δὲν γίνεται ὅπως ἁρ­μόζει στὸ μεγαλεῖο τῆς Θεότητος ποὺ καλούμε­θα νὰ λατρεύσουμε.
Δὲν ὑπάρχει ἐπίγνωσις, δὲν ὑπάρχει φόβος Θεοῦ (βλ. Β΄ Κορ. 7,1 κ.ἀ.). Παρατηρῆστε πῶς μπαίνουν καὶ πῶς στέκονται στὸ ναὸ οἱ πολλοί. Τὸ βλέμμα τους πλα­­νᾶ­ται ἀπὸ τὴ μιὰ ἄκρη ὣς τὴν ἄλ­λη. Περιεργά­ζονται τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα. Ὁ παπᾶς, ὁ ψάλτης, ὁ νεωκόρος, ὁ δι­πλανός, ἐ­κεῖνος ὁ κύριος, ἐκείνη ἡ κυρία…, ὅλα γίνον­ται ἀντικείμενο παρατηρήσεως, κριτικῆς, σὰ νὰ βρί­­σκωνται σὲ καμμιὰ κοσμικὴ συγκέν­τρωσι. «Σο­φία· ὀρθοί»! προτρέπει ἡ Ἐκκλησία, ἀλλ᾽ ὁ νοῦς εἶνε ἀλλοῦ. Ἂν στὸ τέλος ρω­τήσετε, ποιός ἀπόστολος ἢ εὐαγγέλιο διαβάστηκε, δὲ θυμοῦν­ται. Γιατί ἐκκλησιάστηκαν δὲν ξέρουν. Φοβε­ρὴ ἄ­γνοια τῆς «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ» λατρείας (Ἰω. 4,24).
Ἐκ­κλησιάζονται τυπικά. Σὰν τὸν ἄψυχο δίσκο τοῦ πικ-ὰπ, ἔτσι σήμερα ψάλτες, ἱερεῖς καὶ λαϊκοί, μηχανικά, ἀπαγγέλλουν τὶς προσ­ευχές, τὴ Δοξολογία, τὸ «Πάτερ ἡμῶν», τὸ «Πιστεύω». Ποιό τὸ ὄφελος; Μένουν μακριὰ ἀπὸ τὴν εὐεργετικὴ ἀκτινοβολία ποὺ ἐκπέμ­πει ἡ θυσία τοῦ Γολγοθᾶ. Δὲν πιάνουν καμμιά ἐπαφὴ μὲ τὸν σωτῆρα Χριστό. Μαῦροι μπαίνουν, μαῦροι βγαίνουν ἀπὸ τὸ ναό.
Γιὰ νὰ θερμανθῇ ἡ καρδιὰ καὶ νὰ γίνῃ μία οὐ­σιαστικὴ ἐπαφὴ μὲ τὸ Χριστό, χρειάζεται ἀ­γώ­νας, ὅπως ἔκανε ἡ αἱμορροοῦ­σα. Ὁ Χριστὸς ἦταν περικυκλωμένος ἀπὸ κόσμο, κι αὐ­τὴ κατώρθωσε μὲ ἐπίμονη προσπάθεια νὰ τὸν πλησι­άσῃ. Αὐτὸ κάνε κ᾽ ἐσύ, ἀδελφέ. Τὴν ὥ­ρα τῆς θεί­ας λειτουργίας, ποὺ ὁ Κύριος εἶνε παρών, ὄ­χλος πολὺς θὰ σὲ ­κυκλώσῃ (μάταιες σκέψεις, κοσμικὲς φροντίδες, μέριμνες βιοτικές), γιὰ νὰ ματαιώσουν τὴ συνάν­τησί σου μαζί του. Ἀλλὰ ἐσὺ πές τους αὐστηρά· «Σκέψεις τοῦ κόσμου, τὴν ὥ­ρα αὐτὴ ἐξαφανιστῆτε! Ἂς πάψῃ κάθε ψί­θυρος τοῦ κόσμου, ν᾽ ἀκούσω τὴ φωνὴ τοῦ Κυ­ρί­ου». Ὅπως ψάλλει ὡραῖα ἡ Ἐκκλησία μας, «Σιγησάτω πᾶ­σα σὰρξ βροτεία, καὶ στήτω μετὰ φόβου καὶ τρόμου, καὶ μηδὲν γήϊνον ἐν ἑαυτῇ λογιζέσθω…» (χερουβ. Μ. Σαββ.).
Προσηλωθῆτε στὴ θεία λειτουργία. Τὸ θεω­ρεῖ­τε εὔκολο; Προσπαθῆστε μιὰ Κυριακὴ νὰ πα­ρακολουθήσετε τὴ θεία λειτουργία ἀπ᾿ τὴν ἀρ­χὴ ὣς τό τέλος, καὶ θὰ δῆτε πόσες φορὲς ἡ δι­άνοια θὰ λοξοδρομήσῃ καὶ θὰ λιποτακτή­σῃ ἀ­πὸ τὴν ἱε­ρὰ θεωρία. Πόσο ἀδύνατος ὁ ἄνθρωπος!
Ἀγώνας νὰ προσηλώσουμε τὴ σκέψι, ἀλλὰ ἀγώνας καὶ γιὰ νὰ πλησιάσουμε μὲ εὐλάβεια. Διότι ποιός εἶνε ὁ Κύριος; Εἶνε ὁ Ἅγιος, ὁ Βασιλεὺς τῶν ἁγίων, ποὺ ἐμπρὸς στὴ λάμψι τῆς δόξης του τὰ Σεραφὶμ καὶ τὰ Χερουβὶμ καλύπτουν τὰ πρόσωπά τους λέγον­τας· «Ἅγιος, ἅ­γι­ος, ἅγιος, Κύριος Σαβαώθ, πλή­ρης ὁ οὐρα­νὸς καὶ ἡ γῆ τῆς δόξης σου» (Ἠσ. 6,3. θ. Λειτ.).
Τέτοιο αἴσθημα εὐλαβείας εἶχε καὶ ἡ αἱμορροοῦσα. Καὶ μὲ τέτοια συν­αίσθησι ἀναξιότητος πρέπει νὰ πηγαίνουμε κ᾽ ἐμεῖς στὸ ναὸ νὰ λατρεύσουμε τὴν ἁγία Τριάδα. Στοὺς ταπεινοὺς ἐκχύνει τὸ ἔλεός του ὁ Θεός. Κι ἂν οἱ ἁ­μαρτίες μας εἶνε πολλὲς καὶ μεγάλες κι ὁ Ἑ­ωσ­φόρος ζητάῃ νὰ μᾶς ἀπογοητεύσῃ, νὰ τοῦ λέμε· «Σατανᾶ, ὕπαγε ὀ­­πίσω μου! (πρβλ. Ματθ. 16,23) ὑ­πάρχει καὶ γιὰ μένα χάρις! Θὰ μὲ δεχθῇ ὁ Φιλάνθρωπος ὅπως δέχθηκε τὴν αἱμορροοῦσα».
Ὁ ἄπιστος δὲν ἔχει χέρι ν᾽ ἀγγίζῃ τὸν Κύριο, ὁ πιστὸς ἔχει. Χέρι εἶνε ἡ πίστις ἡ ἀκράδαν­τος ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ σωτήρας καὶ λυτρωτής. Ψυ­χὲς ἁμαρτωλές, τί διστάζετε; Μιμηθῆτε τὴν αἱ­μορροοῦσα. Ἁπλῶστε κ᾽ ἐσεῖς τὸ χέρι τῆς πίστεως καὶ ἀγγίξτε τὸν Κύριο. Καὶ μόλις ἔλθετε σὲ ἐπαφὴ μαζί του, ὤ τί εὐλογία, τί μεταβολή! Ἡ αἱμορραγία θὰ σταματήσῃ, οἱ πλη­γὲς θὰ κλείσουν. Νέο αἷμα θὰ κυκλοφορήσῃ στὴν ὕ­παρξί μας, ἐκεῖνο στὸ ὁποῖο μᾶς προσ­καλεῖ ὁ Κύριος λέγοντας· «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· τοῦτο γάρ ἐστι τὸ αἷμά μου…» (Ματθ. 26,27-28).
Αὐτὰ τὰ θαυμάσια ἀποτελέσματα φέρνει ἡ ἐπαφὴ τῆς ψυχῆς μὲ τὸν σωτῆρα Χριστό. Ὅ­ποιος τὴν δοκιμάσῃ, μπορεῖ καὶ ἐξ ἰδίας πείρας πλέον νὰ λέῃ στοὺς ἄλλους· «Γεύσασθε καὶ ἴδετε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος» (Ψαλμ. 33,9).

* * *

Κύριε! ὑπακούοντας στὴ διαταγή σου κήρυξα καὶ πάλι. Ἀλλὰ ποιά ἀπήχησι εἶχαν τὰ λόγια αὐτὰ δὲν γνωρίζω. Νὰ ἔφεραν ἆραγε πιὸ κοντά σου καμμιὰ καρδιά; νὰ σὲ πλησίασε κάποιος καὶ νὰ σὲ ἄγγιξε; Ἐὰν πάντως ἔστω καὶ μία ψυχὴ πονεμένη ἀποφασίσῃ νὰ σὲ πλησι­άσῃ σὰν τὴν αἱμορροοῦσα, αὐτὸ θὰ εἶνε με­γάλη ἀ­μοιβὴ γι᾿ αὐτὸν ποὺ γράφει τὶς γραμμὲς αὐ­τές.
Ναί, Κύριε! κάνε οἱ καμπάνες τῆς ἄνω Ἰερου­σαλὴμ νὰ κρούωνται χαρμόσυνα γιὰ τὴν σωτηρία αὐτήν. Διότι κατὰ τὸ ἀψευδές σου στόμα «χαρὰ γίνεται ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι» (Λουκ. 15,10).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Γραπτὴ ὁμιλία, ἡ ὁποία μεταδόθηκε ἀπὸ τὸν ῾Ραδιοφωνικὸ Σταθμὸ Λαρίσσης τὸ 1949 στὴν καθαρεύουσα. Μεταγλώττισις καὶ σύντμησις 6-11-2011.

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.