Αυγουστίνος Καντιώτης



Η ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ ΠOY BΡIΣKETAI ΣTHN AΓIA TΡAΠEZA

date Ιούλ 9th, 2019 | filed Filed under: ΣYNEΡΓATΗΣ MAΣ K.Θ.

Η ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ (1904) «ΜΝΗΜΗ ΔΙΚΑΙΟΥ ΜΕΤ’ ΕΓΚΩΜΙΩΝ»

Συνεργάτου μας ιερέως Ἱωάννου Νικολοπούλου

(Μέρος Α΄)

grafi

Ίσως, έκ πρώτης όψεως, θα φανή παράξενο, αλλά αλήθεια είναι, ότι μέχρι το 1904 ή Έκκλησία δεν χρησιμοποιούσε μιαν και την αυτήν κυκλοφόρησιν Αγιας Γραφῆς. Χρησιμοποιοῦσε κείμενα που ἐκτυπώνονταν σε τυπογραφεία τῆς Δύσης.

Το 1904 εξέδωσε την Καινή Διαθήκη από αρχαία χειρόγραφα ό Καθηγητής τής Θεολογικής Σχολής τής Χάλκης Βασίλειος Άντωνιάδης. Αυτή είναι ή πρώτη και μόνη Καινή Διαθήκη τής Έκκλησίας μας, που βρίσκεται ἐπάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα.
Το έργο τού Β. Άντωνιάδου ήταν πρωτοβουλία τού Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Κωνσταντίνου Ε΄ Βαλλιάδου, ό οποίος επισκόπευσε κάτι λιγώτερο από πέντε χρόνια (1897-1901). Τον εκθρόνισε ό έκπτωτος Πατριάρχης Ίωακείμ Γ΄ (1878-84 και 1901-12), ένας άπιστος πολιτικάντης μασόνος, που ή κάψα του ήταν να είναι «εθνικός ανήρ». Αυτός ό Ίωακείμ Γ΄ υπήρξε κι’ ό πρώτος Λατινόφρων και Παπόφιλος Πατριάρχης.
Ό Κωνσταντίνος Ε΄, πού ήταν Χριστιανός κι’ αγαπούσε την Έκκλησία και τη Βίβλο, μόλις έγινε Πατριάρχης, απαγόρευσε τά ψαλτικά τεριρέμ και τενενά, κήρυξε στη Χριστιανωσύνη τη μελέτη τής Βίβλου, ανέθεσε στον Άντωνιάδη να έκδώση την Καινή Διαθήκη από αρχαία χειρόγραφα, για να έχη ή Έκκλησία Καινή Διαθήκη δική της, και συγκρότησε τριμελή επιτροπή επισκόπων για τη λοιπή μέριμνα τής εκδόσεως. Επειδή δε, μόλις ό Άντωνιάδης άρχισε το έργο του, ό Κωνσταντίνος ό Ε΄ εκθρονίστηκε από τον αχρίστιανο Ίωακείμ Γ΄ και το κόμμα του, ό Κωνσταντίνος ώς σχολάζων πιά χρηματοδότησε την έκδοση τής Καινής Διαθήκης με δικά του χρήματα. Και, καθώς δεν είχε πιά κανένα εισόδημα, δαπάνησε για την Καινή Διαθήκη ό,τι είχε και δεν είχε, και πέθανε φτωχός. Ό δε Βασίλειος Άντωνιάδης έκανε όλο το έργο χωρίς καμμιά απολύτως αμοιβή. Ήταν μάλιστα και πολύ πονεμένος άνθρωπος. Πρό τής εκδόσεως πέθανε πρόωρα ένας γιός του, άλλος γιός του σκοτώθηκε στον πόλεμο ώς ανθυπολοχαγός τού ελληνικού στρατού μετά την έκδοση, κι’ ό ίδιος πέθανε φτωχός πρόσφυγας στην Άθήνα το 1932.
Συγκρίνοντας την Καινή Διαθήκη τού Άντωνιάδου με τίς 20 πιο φημισμένες ξένες «κριτικές» εκδόσεις της, διαπιστώνουμε ότι από κριτική και γενικώτερη επιστημονική άποψη είναι ή ασύγκριτα καλύτερη απ’ όλες. Ή μόνη αυθεντική και σωστή!
Ό Β. Άντωνιάδης ήταν πολύ δυνατός επιστήμων των αρχαίων κειμένων. Άκόμη καλύτερη, ώς απαλλαγμένη από κάποια ελάχιστα κι’ ασήμαντα τυπογραφικά λάθη τής εκδόσεως τού 1904, είναι ή Β΄ έκδοσή της τού 1912 καμωμένη από τον ίδιο.
΄Αφ’ ότου το 1904 εμφανίστηκε ή έκδοση αυτή, ή γερμανική-προτεσταντική έκδοση τού Nestle και όλες οί προτεσταντικές και παπικές άρχισαν ανομολόγητα και κλέφτικα να διορθώνουν τά πιο χοντρά λάθη τους, παίρνοντας τίς ορθές γραφές απ’ αυτή, αλλά μόνο επιλεκτικά, για να μην «καταστρέψουν» τίς φθορές τού δικού τους κειμένου, πού τούς ήταν χρήσιμες στην αρνητική κριτική τους. Κι’ αυτό γίνεται όλο και περισσότερο μέχρι σήμερα.
Είναι λυπηρό το ότι ό Τρεμπέλας αγνόησε την έκδοση αυτή τής Έκκλησίας κι’ έγραψε τίς ερμηνείες του στην Καινή Διαθήκη βάσει τής παλιάς προτεσταντικής εκδόσεως της textus receptus, ή «Ζωή» κι’ ό «Σωτήρ» εξακολουθούν μέχρι σήμερα να πλασσάρουν αυτή την έκδοση, ό δε Άγουρίδης από το 1958 εκτόπισε από τίς Θεολογικές Σχολές κάθε άλλη έκδοση, κι΄ επέβαλε την πιο άθλια προτεσταντική έκδοση, την των εμπόρων Nestle και τώρα Nestle – Aland, ή απλώς Aland, επειδή ήθελε την Καινή Διαθήκη όσο γίνεται πιο άθλια και εύτρωτη κι’ αυτός και οί μαθηταί του, δηλαδή όλοι οί έν Ελλάδι βιβλικοί, πού είναι μαθηταί προτεσταντών και σερβιτόροι τής αρνητικής κριτικής εναντίον τής Βίβλου.
Ή έκδοση τού Β. Άντωνιάδου, το επιστημονικό αυτό αριστούργημα, είναι το μέγιστο σέμνωμα τής Έκκλησίας τού Χριστού, αυτή ή ίδια ή ιερά Παρακαταθήκη των ΄Αποστόλων. Πρέπει να τη μελετούμε και να τη φυλάγουμε σάν κόρη οφθαλμού.
Κάθε άλλη έκδοση, ή μετάφραση από άλλη έκδοση, πρέπει να εξαληφθή από την Έκκλησία. Και ή Έκκλησία να θυμάται πάντα ότι στον Κωνσταντίνο τον Ε΄ Κωνσταντινουπόλεως και στο Βασίλειο Άντωνιάδη, σ΄ αυτούς τούς δυό δούλους τού Κυρίου, άντρες Χριστιανούς και φτωχούς, οφείλει το ότι έχει την Καινή Διαθήκη της στην καλύτερη απ’ όλες τίς εκδόσεις.
Αιωνία τους ή μνήμη!

(Μέρος Β΄)

΄Αφού αυτή ή Καινή Διαθήκη, με Πατριαρχικήν -ώς προελέχθη- γνωμάτευση, ευρίσκεται επί τής Άγίας Τραπέζης των Όρθοδόξων Ίερών Ναών και Συνάξεων προς λειτουργικήν χρήσιν, και αφού ευκόλως δυνάμεθα να την ανεύρωμεν είς όλα τά θρησκευτικά βιβλιοπωλεία, γιατί ν’ ανατρέχωμεν σέ οποιεσδήποτε άλλες εκδόσεις, πού, ναι μέν έχουν την Πατριαρχικήν και την τής Ίεράς Συνόδου τής Έκκλησίας τής Έλλάδος έγκρισιν, αλλ’, ώς (επίσης) προείπομεν, δεν έχουν καταξιωθή να ευρίσκωνται επί τής Άγίας Τραπέζης ώς το αριστούργημα, το μέγιστο σέμνωμα τής Έκκλησίας τού Χριστού, αυτή ή ίδια ή Ίερά Παρακαταθήκη των Άποστόλων; Γιατί (λέγω) να μη την προκρίνουμε, και αυτή να μελετώμεν; Έξέλειπον οί ορθόδοξοι Θεολόγοι και τής Φιλοσοφικής Καθηγηταί, να μεταφράσουν αυτήν και να μάς την παραδώσουν είς γλώσσαν κατανοητήν; Ποίος ό λόγος να στρέφωνται επιμόνως πρός τάς, αμφιβόλου ποιότητος, μη δοκίμους πλέον, και με τοσαύτας αλλοιώσεις, εκδόσεις; Για να καλύψουν ποίαν ερμηνευτικήν μας ανάγκην προς κατανόησιν, και ποίαν απλανή-«θεόπνευστον και ωφέλιμον γραφήν προς (ημετέραν) διδασκαλίαν, προς έλεγχον (τής πλάνης), προς επανόρθωσιν (από τά λάθη), προς παιδείαν την έν δικαιοσύνη, ίνα ώμεν άρτιοι (ημείς) οί τού Θεού άνθρωποι, προς πάν έργον αγαθόν εξηρτισμένοι (καταρτισμένοι=ολοκληρωμένοι);» (Β΄ Τιμ.3,16-17). Προς εντροπήν, πάντων ημών των Όρθοδόξων, διερωτώμενος, λέγω. Έως πότε θα δηλούμεν «πτωχοί»(!), μη αυτάρκεις να «αυτοτρεφώμεθα» Βιβλικώς, οδηγούντες (τί κρίμα!!!) τά βήματά μας είς την διεύθυνσιν Έμμανουήλ Μπενάκη αρ. 50 – «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ»; Έως πότε, τοσούτο πλήθος Όρθοδόξων, θα εξυπηρετείται ερμηνευτικώς -ώς προς την Παλαιάν και Καινήν Διαθήκην, (μη συμπεριλαμβανομένων των 10 Δευτεροκανονικών)- διά τής … δήθεν μεταφράσεως τού «Άρχιμανδρίτου Νεοφύτου Βάμβα, Καθηγητού Πανεπιστημίου Άθηνών(!)», ή οποία (μετάφρασις) είναι έργον των έν Κερκύρα γεννηθέντων δύο προτεσταντών Άρμοστών (Διοικητών, προσωρινώς κατεχομένου τόπου –ενταύθα περί Έπτανήσων ό λόγος-), τού Ντάνιελ Λήβς και τού Ίσαάκ Λάουνς, οί οποίοι, προσήλθον είς τον Καθηγητήν τής έν Κερκύρα Ίονίου Άκαδημίας Κωνσταντίνον Τυπάλδον Ίακωβάτον, τον (μετέπειτα) πρώτον Σχολάρχην τής Θεολογικής Σχολής Χάλκης και έν συνεχεία Έπίσκοπον Σταυρουπόλεως, (οί οποίοι προσήλθον επαναλαμβάνω) εκλιπαρούντες να εγκρίνη και υπογράψη (αντ’ αυτών) την μετάφρασίν των, ίνα γίνη γνωστή και διαδοθή προς πλήρωσιν-κάλυψιν τού υπάρχοντος καινού; Άρνηθέντος αυτού να συνευδοκήση προς τούτο, παρέπεμψεν αμφοτέρους να υποβάλουν το αίτημά τους είς τον έν Άθήναις Νεόφυτον Βάμβα, όστις μετά πολλής χαράς ήκουσε τούτο (το αίτημα), συγκατένευσε, οικειοποιήθη (αθεμίτως) την προσπάθειαν αυτών (μετάφρασιν), την υπέγραψε, και την εξέδωσεν ώς ιδικήν του(!) εργασίαν και κόπον, και ούτω μέχρι τής σήμερον νομίζεται ώς «μετάφρασις (υπό τού) Ν. Βάμβα» γενομένη, τώ πράγματι όμως, το θέμα τούτο έχει, ώς ανωτέρω λεπτομερώς εξετέθη, ίνα πάντες, εντρυφώντες έν αυτή, γινώσκουν ότι ή προσπάθεια αύτη, εγένετο παρά των Άρμοστών Προτεσταντών Λήβς και Λάουνς, και ουχί υπό τού «Άρχιμανδρίτου Νεοφύτου Βάμβα»!
Και τώρα επικαλούμε τήν υψίστην προσοχήν, υπευθυνότητα και συνέπειαν-θετικήν ανταπόκρισιν (αν, παραδεχόμενοι, υπακούσητε) στα όσα θα εκθέσω, και άτινα δι’ αδιαμφισβητήτων στοιχείων θα πληροφορήσω, κάθε (καλοπροαίρετον) αναγνώστην. Έχω το σθένος -με την δύναμιν και την Χάριν τού Θεού- και τολμώ να εκθέσω-παραθέσω ταύτα.
Έρωτώ. Έως πότε, Όρθόδοξοι Έλληνες, θα αποδεικνυώμεθα μη αυτάρκεις, έχοντες ανάγκην φωτισμού και καθοδηγήσεως παρ’ ετέρων, και μάλιστα παρά προσώπων ετέρων δογμάτων, ώς ό Προτεστάντης Τζόν Μπόουκερ, ό οποίος, έχων ακαταπόνητον βοηθόν την σύζυγόν του Μάργκαρετ, και, -προσέξατε ιδιαιτέρως-, συνεργασθείς (ή συμβουλευθείς) τούς κατωτέρω αδελφούς μας Όρθοδόξους (ή δάνειον ποιησάμενος-δεχθείς-ανευρών είς τά Συγγράμματα αυτών), των οποίων τά όνόματα άρχομαι αναφέρων: Σάββα Άγουρίδην, Δαμιανόν Δόϊκον, Βασίλειον Βέλλα, Ίωήλ Γιαννακόπουλον, Ίερεμίαν Φούντα, Μιλτιάδην Κωνσταντίνου, Παναγιώτην Πουρναράν, Βασίλειον Στογιάννον, Ίωάννην Παναγόπουλον, Βλάσιον Φειδά, Κωνσταντίνον Σκουτέρην, και (ευρύτατα) χρησιμοποιήσας έργα εκδοθέντα παρά τής Άποστολικής Διακονίας. Ούτος (λέγω) σφετερισθείς και τον Δημοσιογραφικόν Όργανισμόν ΛΑΜΠΡΑΚΗ, μάς εγνώρισε τά εξής αδιαμφισβήτητα (επαναλαμβάνω), τά οποία είναι αλήθειες, τίς οποίες θα ηδύναντο (συνεργαζόμενοι από κοινού) να μάς χαρίσουν-να μάς προσφέρουν οί ώς άνω, και τόσοι άλλοι ικανοί Όρθόδοξοι επιστήμονες, μη «ελεούντες» -ώς μη ώφελεν- αιρετικοί και σχισματικοί την Φιλτάτην Όρθοδοξίαν μας, την οποίαν, εμμέσως, αθελήτως ή θεληματικά (δεν γνωρίζω, και έναντι ποίου υλικού κέρδους ή αναδείξεως τού προσώπου και τής επιστήμης τους) ηθέλησαν-συγκατένευσαν στό να συνδράμουν το ώς άνω ζεύγος (Μπόουκερ), οί προμνημονευθέντες, Διδάσκαλοι ημών των Όρθοδόξων!
Προβαίνω είς προσωπικήν (κυρίως) έκθεσιν και ερμηνείαν ουσιωδεστάτων θεμάτων, άτινα αιώνες λιμνάζουν και χωλαίνουν, ελάχιστον δάνειον λαμβάνων παρά των ώς άνω Όρθοδόξων Καθηγητών τής Θεολογίας, γινώσκων, ότι ημείς οί εκκλησιαζόμενοι Όρθόδοξοι, δεν γνωρίζουμε την αλήθειαν και την σημασίαν βασικωτάτων και έκ των «ών ούκ άνευ» ζητημάτων, ώς π.χ. τού δόγματος πού εγκλείει, και αυτό το «θυμιατό»-το λιβανιστήρι ακόμη. Παρακολουθείστε με.
Ή ελληνική λέξις «άγιος», δεν ήτο αυτή πού έκραζον-ανεφώνουν τά ενώπιον τού Θρόνου τού Θεού περιϊπτάμενα Σεραφείμ, τά έν τώ βιβλίω τού Προφήτου Ήσαίου (Κεφάλαιον 6 στίχος 3) μνημονευόμενα. Άνεφώνουν την εβραϊκήν λέξιν «καντός», την οποίαν θ’ αναλύσωμεν κατωτέρω.
Ώς προς την λέξιν «άγιος», λοιπόν. Προέρχεται ετυμολογικώς από το ρήμα άζομαι (με δασεία), πού σημαίνει σέβομαι, ευλαβούμαι. Άπό το άζομαι βγαίνει ή λέξις άγος (με δασεία) = σέβας, ευλάβεια / και ή λέξις αγιότης = ηθικότης, αγνότης, εναρετότης / και ούτως άγιος = ό ιερός, ό ευσεβής, ό αγνός, ό ενάρετος, και -το τονίζω- ουχί ΑΝΑΜΑΡΤΗΤΟΣ(!!!), καθ’ ότι «πάντες ημάρτομεν και αμαρτάνομεν (έν ζωή), υστερούμενοι τής δόξης τού Θεού (και) «δικαιούμενοι (παρά Τού Θεού) δωρεάν τη Αυτού Χάριτι διά τής απολυτρώσεως τής έν Χριστώ Ίησού» (Ρωμ.3,23), και «Χάριτι εσμέν σεσωσμένοι» (Έφεσι. 2,5), «ούκ έξ έργων …» (Ρωμ.3,20 & 11,6 : Γαλ.2,16) κ.τ.λ.,κ.τ.λ., «είμεθα συγκεκλεισμένοι πάντες είς απείθειαν» (Ρωμ.11,32), «ράκη αποκαθημένης» (Ευχή Ί. Ευχελαίου), «δούλοι αχρείοι εσμέν (πάντες) και ό ωφείλ(α)μεν ποιήσαι πεποιήκαμεν (διά βίου), ή θέλομεν ποιήσει (άχρι τής κοιμήσεως ημών)»!! (Λουκ.17,10).
Κατά τον Καθηγητήν Παναγιώτην Τρεμπέλαν το ρήμα αγιάζω σημαίνει: αξιοσέβαστόν τι ποιώ, ευσεβώς λατρεύω, καθιερώ, αφορίζω (=ξεχωρίζω), δοξάζω. Διαχωρείστε και κρατείστε έν νώ την λέξιν «ξεχωρίζω», διότι είναι έννοια βασικωτάτη, ή όποία θα μάς χρειασθή παρακάτω.
Στην Κυριακή Προσευχή οί προστακτικές: αγιασθήτω, ελθέτω, γενηθήτω / τίθενται αντί ευκτικών (αγιασθείη, γενηθείη, έλθοι, δηλαδή είθε να …).
Ή ορθή ερμηνεία, λοιπόν, τού αγιασθήτω είναι: Είθε να ομολογηθή έκ μέρους όλων των ανθρώπων, ότι το Όνομά σου, Θεέ μου, είναι άγιο. Για Σένα, Θεέ μου, πού είσαι -έν απολύτω εννοία- Άγιος, να το ομολογώμεν όλοι, ναι όλοι, ότι είσαι Άγιος. Να Σέ δοξάζωμε, και Σένα μόνο να λατρεύωμε. Αυτά ώς προς τον Θεόν, με εκκίνησιν από το άζομαι και μετά την μετάβασιν είς το «αγιασθήτω» τής Κυριακής Προσευχής.
Ώς προς τούς ανθρώπους, πού δεν είναι έν απολύτω εννοία Άγιοι, όπως ό Θεός, αλλά «κατά Χάριν, (και) Θεοί» (Ψαλμ.82,6 : Ίωάν.10,34) ακόμα γινόμενοι, «θεούμενοι», τού Θεού ΜΟΝΟΥ έν απολυτοτάτη εννοία ΄Οντος («Ό Ών») (Άποκ.1,4 & 1,8 & 4,8 & 11,17 & 16,5) Άγίου (έν τη υψίστη εννοία). / Ύπάρχει (λέγω) -έν προκειμένω- ή ειδοποιεστάτη διαφορά, ότι, περί ανθρώπων, δεν ομολογούμεν ότι ούτοι είναι «άγιοι» ισοϋψώς, ισοκύρως, ισοστασίως και ισοδυνάμως, προς Τον Θεόν συγκρινόμενοι ούτοι (οί Άγιοι), αλλ’ ότι, κατά συνεκδοχήν, ίνα τιμώμεν αυτούς πρεπόντως, ώς έν τη Ζ΄ Οικουμενική Συνόδω οί Πατέρες ώρισαν (ήτοι: Λατρεία μοναδική και προσκύνησις, ΜΟΝΟΝ προς Τον Θεόν. Τιμητική, απέριττος προσκύνησις τής απεικάσεως (των εικόνων των Άγίων (ανθρώπων και ουχί (ασφαλώς) θεών(!), ήτις επί το πρωτότυπον διαβαίνει)! Τιμητικώς ημείς, διά Πατριαρχικής (έν Συνόδω) αποφάσεως αγιοποιούμεν-καθιστούμεν, -κατά την ημετέραν ανθρωπίαν δόξαν (=δοξασίαν, γνώμην)-, τούτους «Άγίους», στηριζόμενοι έν ταίς Γραφαίς (Παλαιάν και Καινήν, και ουχί μόνον έν τη Καινή εριδόμενοι-στηριζόμενοι), ώς λεπτομερώς και εξαντλητικώς αναλύω κατωτέρω, ανασύρων πλείστα χωρία, ίνα εμπεδωθή πάσι ή γνώμη ήν κέκτηται, ασπάζεται και διατηρεί (ανά τούς αιώνας) ή Άγιωτάτη ημών Όρθόδοξος Έκκλησία. Προτού προχωρίσω είς την παράθεσιν των χωρίων, ίνα σφαιρικά εξετασθή το θέμα, συμπληρώ (λέγων), ότι το όλως αντίθετον τού «άγος»(με δασεία), είναι το «άγος»(με ψιλή), πού σημαίνει: μίασμα, κατάρα, έξ ού και ή λέξις «εναγής»=μιαρός, βρόμικος. Άπ’ αυτής τής λέξεως προέρχεται και το γνωστό «Κυλώνειον άγος (με ψιλή)». ΄Αρχομαι καταχωρείν χωρία:
«Μόνος αληθινός Θεός» (Ίωάν.17,3). «Έγώ είπα Θεοί εστέ (ώ, άνθρωποι!!)» (Ψαλμ.82,6 : Ίωάν.10,34). «Πάντες υιοί Θεού εστέ διά τής πίστεως έν Χριστώ Ίησού» (Γαλάτ.3,26 : Λουκ.20,36 : Ρωμ.8,14). «Τοίς φύσει μη ούσι Θεοίς» (Γαλάτ.4,8). «Γένος υπάρχομεν τού Θεού» φύτρα, κλήματα ηρμοσμένα τη αμπέλω, κλάδοι ελαίας (Πράξ.17,29 : Α΄ Ίωάν.5,18-19 : Ίωάν.15,5). «Ούκ έστι προσωποληψία παρά τώ Θεώ» (Ρωμ.2,11). «Ούκ έστι προσωπολήπτης ό Θεός» (Πράξ.10,34. «…ότι εσμέν τέκνα Θεού και κληρονόμοι Χριστού» (Ρωμ.8,16 & 9,8 : Α΄ Ίωάν.3,2). «Είμεθα ναός τού Θεού πού κατοικεί εντός μας το Πνεύμα το Άγιον» (Α΄ Κορ.3,16 : Β΄ Κορ.6,16). «Ό Θεός είναι-μένει μέσα μας» (Α΄ Κορ.14,25 : Α΄ Ίωάν.4,12). «Είμεθα μέλη τού Θεού. Ό Θεός συνεκέρασεν (συνήνωσε) το σώμα = Κεφαλή Ό Χριστός, μέλη ημείς οί πιστεύοντες είς Αυτόν» (Α΄ Κορ.12,18 & 12,24). «Είμεθα οικείοι τού Θεού» (Έφεσίους 2,19). «Είμεθα κατοικητήριον τού Θεού» (Έφεσίους 2,22). «Είμεθα δούλοι Θεού» (Α΄ Πέτρ. 2,16). «Είμεθα Άγιοι τού Θεού άνθρωποι, ξεχωρισμένοι, στο Θεό δοσμένοι» (Β΄ Πέτρου 1,21). Φτάνω στο αποκορύφωμα των σκέψεών μου, με την ευχήν να προσεχθούν βαθύτατα τά όσα έν συνεχεία θα έκθέσω.
Στο Ήσαϊου 6,3, το εβραϊκόν κείμενο δεν έχει (τρείς φορές) την λέξη-φράση «άγιος, άγιος, άγιος», αλλά χρησιμοποιεί τρείς φορές την λέξη «καδός, καδός, καδός», ή οποία δεν αποδίδεται-δεν μεταφράζεται, δεν ερμηνεύεται επιτυχώς καί επακριβώς διά τής ελληνικής (τοιαύτης) «άγιος».
ΑΓΙΟΤΗΤΑ: Μετάφραση τής εβραϊκής λέξεως «Καντός» = «διαχωρίζω» (κεχωρισμένος, ξεχωρισμένος) ή «άλλος». Ή λέξις «καντός» στα εβραϊκά, χρησιμοποιείται όταν χρειάζεται ν’ αναφερθή κάποιος στις ιδιότητες, πού «διαχωρίζουν» τον Θεό, από και πέρα από τίς περιωρισμένες ανθρώπινες δυνατότητες. Άλλά, οί άνθρωποι καλούνται να επιδιώξουν την «αγιότητα», δηλαδή τον «αφορισμόν», το ξεχώρισμα, την απομάκρυνσιν από τού κοσμικού φρονήματος, μέσω τής υπακοής στο θέλημα τού (είς τον ύψιστον βαθμόν «καντός» = ξεχωρισμένου, μοναδικού, τού άλλου, τού μη «κοινώς ανθρώπου», αλλά τού Δημιουργού τού ανθρώπου, ό οποίος είναι «βραχύ τι παρ’ αγγέλους κατεσκευασμένος, (ηλαττωμένος) ό άνθρωπος» (Έβρ.2,9), παρά τού Δημιουργού του Θεού ούτω πλασθέντος τούτου (τού ανθρώπου). Συνωδά τούτοις, καλείται ό άνθρωπος να επιδιώξη (και νά επιδιώκη διαρκώς) αυτήν την «αγιότητα», το «καντός», το ξεχώρισμα και την αποπήδησιν έκ τού κοσμικού φρονήματος (Β΄ Κορ.6,17), μέσω (μέν) τής υπακοής στο θέλημα τού Θεού, αλλά και τής μιμήσεως των θεϊκών πράξεων στον κόσμο, έν τη ταυτοχρόνω εξόδω και απομακρύνσει αυτού (τού ανθρώπου) έκ τού κόσμου, ουχί σωματικώς και τοπικώς, αλλά νοερώς «περιπατών τοίς ίχνεσιν άς κατέλειπεν ό Θεός (ημίν τοίς ανθρώποις), ίνα ακολουθήσωμεν (και διαρκώς ακολουθώμεν) αυτοίς (τοίς ίχνεσιν, στα χνάρια Του)»! (Α΄ Πέτρ.2,21) «Έν τώ κόσμω (και ταίς πόλεσιν αυτού) ζώντες, και έν αυτώ (τώ κόσμω) ποιούντες την διατριβήν (Διδαχή 12 Άποστόλων), θα εξερχώμεθα αυτού, αφορίζοντες (ξεχωρίζοντες) εαυτούς απ’ αυτού, ουχί τοπικώς και σωματικώς (πέρνοντας τά βουνά!), αλλά νοερώς και πνευματικώς». Έξερχόμενοι δε και απελευθερούμενοι (τού κόσμου), θα σπεύδωμεν να καταταγώμεν υπό την Αίματόβρεκτον Σημαίαν τής Σταυρικής Του Θυσίας, γινόμενοι εκουσίως «δούλοι Χριστού» (Α΄ Κορ.7,22 : Ίακ.1,1 : Ίούδα 1), διότι είναι ή μόνη δουλεία πού κάνει ελεύθερο τον άνθρωπο! Και, ενώ όλα τά αίματα λερώνουν, το Αίμα Τού Χριστού είναι το μόνο, πού «δεν λερώνει, αλλά καθαρίζει ημάς από πάσης αμαρτίας»!!! (Α΄ Ίωάν.1,7 & 1,9).
΄Ακόμη. Ή ελληνική λέξις «άγιος» στην Παλαιά Διαθήκη, έχει μια πολύ συγκεκριμένη σημασία. Έφ’ όσον ό Θεός είναι άγιος, ή αγιότητα σημαίνει και υπονοεί, ότι κάποιος, βρίσκεται κοντά στο Θεό, ή τού ανήκει, ή είναι αφιερωμένος στο Θεό. Αυτόματα, τούτο σημαίνει «διαχωρισμό» από ό,τι είναι ακάθαρτο ή μολυσμένο. Μάλιστα, οί εβραϊκές λέξεις «καντός» (άγιος), και «κοντές» (άγια αντικείμενα προς λειτουργικήν-λατρευτικήν χρήσιν/αγιότητα, προέρχονται από μια κοινή ρίζα, πού σημαίνει «αποκόπτω» ή «διαχωρίζω». Ένυπάρχουν (στη Γραφή) πολλά παραδείγματα αυτού τού «διαχωρισμού». Καθώς ό Μωϋσής πλησιάζει τη φλεγομένη βάτο, ακούει τον Θεό να τού λέγη: «Μην πλησιάσης εδώ … Βγάλε τά σανδάλιά σου από τά πόδια σου, γιατί ό τόπος όπου στέκεσαι είναι τόπος άγιος» (Έξοδ.3,5). Όταν ό Ίσραήλ καλείται να γίνη άγιον έθνος (Έξοδ.19:5-6. Δευτ.26,19 & 28,9. Ίερεμ.2,3), θα πρέπει να απομακρυνθή από ό,τι είναι ακάθαρτο, ώστε να βρεθή κοντά στο Θεό.
Ταυτόχρονα ή αγιότητα συνεπάγεται τη δύναμη τού Θεού να καταστρέφη ό,τι είναι ανάξιο τού Θεού. Έπομένως μπορεί να εγκυμονή κινδύνους για όποιον την αντιμετωπίζει επιπόλαια, όπως επιβεβαιώνεται από την ιστορία τού Ναδάβ και τού Άβιού (Λεϋιτ.10,1-3). Σέ μιάν άλλη περίπτωση, όταν μεταφέρεται ή «Κιβωτός τής Διαθήκης», κάποιος ονόματι Ουζζά (ή Όζά) απλώνει το χέρι του για να τη συγκρατήση, και την ίδια στιγμή πέφτει νεκρός (Β΄ Βασιλ. 6,1-8).
Παρόμοια είναι και ή έννοια τής «αγιότητος» στην Καινή Διαθήκη, όπου μπορεί να ερμηνευτή ότι σημαίνει, πώς «ή εγγύτητα προς τον Θεό, σημαίνει απομάκρυνση από ό,τι είναι ανάξιο τού Θεού»: «Να τού προσφέρετε όλον τον εαυτόν σας θυσία ζωντανή, αγία, ευπρόσδεκτη στο Θεό» (Ρωμ.12,1, πρβλ. Α΄ Κορ. 6,19 κ.έ., Έφες. 2,21 κ.έ., Έβρ.12,10).
Διακόσιες σαράντα (240) φορές απαντάται ή λέξις «άγιος» έν τη Καινή Διαθήκη. Είς την Παλαιάν, οκτακόσιες δέκα πέντε (815). Είς αμφοτέρας, εύρηται χίλιες πενήντα πέντε (1055) φορές. Είς απάσας αυτάς τάς περιπτώσεις, εάν ό μελετητής δεν προδιατεθή να εκλάβη το νόημα των γραφομένων υπό την ώς άνω αναπτυχθείσαν προυπόθεσιν-έννοιαν, δεν θα δυνηθή να εμβαθύνη και κατανοήση ορθώς τά υπονοούμενα-τά υποδηλούμενα έν τώ κειμένω.
Καταλήγω, για ν’ αποκαλύψω είς πάντας τον βασικόν λόγον πού με υποχρέωσε να προβώ είς την τοιαύτην, και αυτού τού είδους περίπτωσιν διευκρινίσεως θεματολογίας, ό οποίος (επαναλαμβάνω λόγος) κυρίως είναι, ό υπ’ Αυτού Τούτου Τού Κυρίου παραδοθείς τρόπος προσευχής, διά τού: «Ούτως ούν ημείς προσεύχεσθε, λέγοντες. Πάτερ ημών …. (και δή ακριβώς στο σημείον) αγιασθήτω το όνομά σου …». Και εξηγώ, για να αρθή -επί τέλους- ή (ηθελημένη ή αθέλητος) παρεξήγησις, γύρω από την (ευκτικώς αποδιδομένην) έννοιαν τού «αγιασθήτω» (= είθε να αγιασθή). Αλλά τί; Έάν, ελαφρά και επιπόλαια εκλαμβάνομεν την λέξιν «άγιος», -ώς κοινώς εκλαμβάνεται-, υπό την παγιωθείσαν αντίληψιν-προυπόθεσιν, πώς «άγιος» είναι ό αναμάρτητος, ό καθαρός, ό ευσεβής, ό ευλαβής, ό αγνός, ό όσιος, ό ενάρετος (και όσα θέλεις υπονόησε στη συνέχεια), τότε (άπαγε, άπαγε τούτου), τότε (λέγω), είναι σά να υπονοούμαι και σά να λέμε (βλασφημούντες!!!): «Πατέρα μας, ….., «αγιασθήτω»(!), … επειδή δεν είναι (!!!!) καθαρό, αγνό, όσιο, ενάρετο, αναμάρτητο (άπαγε τής βλασφημίας!!!) το όνομά σου, είθε να … καθαρίση και να μην είναι … το αντίθετο (ντρέπομαι και να το σημειώσω, να το στοιχειοθετήσω στο χαρτί πού γράφω)!. Καταλαβαίνετε με πλήρη ενάργειαν-εμφανέστατα το βλάσφημον, το επαίσχυντον και αποτρόπαιον τής τοιαύτης εκδοχής και τοποθετήσεως. Γι’ αυτόν κυρίως, λοιπόν, τον λόγον εμάκρυνα-επλάτυνα τόσο το θέμα (μου) και κατέθεσα όλα τά ώς άνω. Διότι, μόνοι πλέον αντιλαμβάνεσθε, ότι δεν ήτο τότε (αλλά και σήμερα) δυνατόν, ό Κύριος να μάς δίδαξε τρόπον Προσευχής, μέσω τής οποίας θα πρέπει διαρκώς και ακαταπαύστως, (βλασφημούντες αναισθήτως και αδιαντρόπως), να δεόμεθα να επιτευχθή ή διόρθωσις πράγματος, πού βαρύνει(!!!) την υπόσταση, το Πρόσωπο τού Θεού Πατρός. Αυτή είναι ή άστοχος κατάληξις, αν, σέ οποιαδήποτε περίπτωση, δεν ερμηνεύωμεν ορθώς τον λόγον τού Θεού, από άγνοιαν, αμέλειαν, προχειρότητα, ή (παραληφθείσαν αλλαχόθεν, παρ’ αιρετικών) δοξασίαν και λανθασμένην (πολλάκις σκοπίμως) τοποθέτησιν.
Θα ευλογώ και θα δοξάζω (στο εξής) πλειότερον τον Θεόν, αν υποπέση στην αντιληψή μου, ότι (έστω και ένας) εμυήθη είς τά ώς άνω, και, ενσυνειδήτως, ορθώς ίσταται ενώπιον τού Θεού Πατρός, αναφέρων-«κατευθύνων» προς Αυτόν «ώς οσμήν ευωδίας πνευματικής» την Κυριακήν Προσευχήν, το τόσο (γνωστό αλλ’ είς πολλούς άγνωστο) «Πάτερ ημών …»!
Έπ’ ευκαιρία τής αναπέμψεως υπό των Σεραφείμ προς τον Θεόν, τού «Τρισαγίου» Ύμνου -τού έν τη εβραϊκή (ώς ανελύσαμεν) «Καντός»-, και τής υπό των τεσσάρων (τριών ζώων και ενός ανθρώπου, με αντιστοιχίαν προς τούς τέσσαρες Ευαγγελιστές: Ματθαίος-Άνθρωπος «λέγοντα», Μάρκος-Λέων «βοόντα», Λουκάς-Μόσχος «άδοντα», Ίωάννης-Ύψηπέτης Άετός τής Θεολογίας «κεκραγότα») ιδίας, (ειδοποιού διαφοράς), αναπέμψεως τού «Έπινικίου Ύμνου» υπό τά: «άδοντα», «βοώντα», «κεκραγότα» και «λέγοντα», επιπροσθέτω (ώς έν Παραρτήματι) μέρος τι λημμάτων έκ τού πλούτου «τού έλληνος λόγου», ήτοι τής Έλληνικής (μας) γλώσσης, ίνα (ευεργετικώς) παρασύρω πάντας υμάς προς δοξολογίαν τού Πανυπερυμνήτου Όνόματος Τού Θεού, Τής «Αυτοσοφίας», διά την μεγίστην δωρεάν Του πρός το Έθνος μας (το «Έλληνικόν»), ίνα διϊδητε και διαπιστώσητε το απροσμέτρητον μέγεθος, βάθος και ύψος τής ευεργεσίας Αυτού προς ημάς (τούς Έλληνας), πού διά τού Μεγάλου Άλεξάνδρου Άργεάδη (αυτό είναι το επίθετο του!), προώρισται, άφ’ ενός μέν να σκορπίση το εκπολιτιστικό του έργο μέχρι Γάγγη Ποταμού Ίνδιών, αλλά και (μέσω αυτής τής Έλληνικής Γλώσσης) να εξαγγελθή-κηρυχθή το ευαγγέλιον τού Χριστού (και ή Παλαιά Διαθήκη διά τής μεταφράσεως των ΟΒ΄ (72), -συλλογικά-περιεκτικά-απλουστευμένα- των Ο΄ (70), «είς τά πέρατα τής οικουμένης τά ρήματα Αυτού», ή άλλως «πάση τη κτίσει»!
Άρχομαι από τινος χωρίου τής Παλαιάς διαθήκης, Ψαλμός 18,3-5: «Ούκ εισί λαλιαί ουδέ λόγοι, ών ουχί ακούονται αί φωναί αυτών. Είς πάσαν την γήν εξήλθεν ό φθόγγος αυτών και είς τά πέρατα τής οικουμένης τά ρήματα αυτών».
Έκ τής Καινής Διαθήκης. Έφεσίους 5,19: «Άδοντες και ψάλλοντες έν τη καρδία ημών τώ Κυρίω». Και συνεχίζω διά μεμονωμένων ή συνθέτων λημμάτων: Ψάλλω, ψελλίζω, σκέπτομαι, θέλω, βούλομαι, ευδοκώ, πνέω, αναπνέω, γδουπώ-γδούπος, ψοφώ-ψόφος, λαλώ-λαλιά, φθέγγομαι-φθογγή, άδω-ωδή-άσμα, τραγουδώ-τραγούδι, γόγω-γόγος, δοξολογώ-δοξολογία, ανυμνώ-ανύμνησις, αναβοώ-αναβόησις, θρηνώ-θρήνος, ληρώ-λήρος (τά ρήματα), ρήμα, ροή, ρήμη (τού λόγου), λέγω-λόγος, ηχώ-ήχος, φωνώ, αναφωνώ, αποφωνώ, διαφωνώ, μαρτυρώ, ομολογώ, κραυγάζω, βοώ, αναβοώ, ερεύγομαι, βρύω-βρυγμός, τριγμός, τρίβω-τριβή-συντιβή, τρίζω-τριγμός (μεντεσέ θύρας,τζαμιού), μόζω-μόγω-μογή-μογιλάλος, μουγκρίζω-μουγκριτό, δυσηχώ-δυσηχότης-δύσηχος Μωσής, τραυλίζω-τραυλός, υμνώ-ανυμνώ-ύμνος, κάντω-Καντάδα, άδω-άσμα, εμβατήριο, παιάνας, νανούρισμα, μοιρολόϊ, ιαχή, φράσσω-έκφράζω, διηγούμαι- διήγησις, αναπέμπω-ανάπεμψις, αγγέλω-εξαγγέλω-διαγγέλω-αναγγέλω-αγγελία-εξαγγελία-διάγγελμα-αναγγελία, αναφέρω-αναφορά, φωνασκώ-φωνασκία, ωρύομαι, αδολεσχώ-αδολεσχία, φλυαρώ-φλυαρία, ογκανίζω-γκαρίζω-γκάρισμα, κελαηδώ-κελάηδισμα, τερετίζω-τερέτισμα τζίτζικα, τσίου τσίου, κηρύττω-ανακηρύττω-κήρυξις-ανακήρυξις-διακήρυξις, φτερουγίζω-φτερούγισμα, σημαίνω-επισημαίνω-σήμανσις διά σάλπιγγος ή τυμπάνου-ανασήμανσις, προεξαγγέλλω-προεξαγγελία, σιωπώ-σιωπητήριο, σιγώ-σίγησις, εισηγούμαι-εισήγησις, σαλπίζω-σάλπισμα, κρούω-ανακρούω-κρούσις-ανάκρουσις, σημαίνω-σήμαντρο, κουδουνίζω-κουδούνισμα, ροχαλίζω-ροχαλιτό, σπινάρω-σπινάρισμα (εξελληνήσθη), αρώμαι-καταρώμαι, κτυπώ-κτύπος-χτυπώ-χτύπος, εκτυπώ-εκτύπωσις, πέρδομαι-πορδή, κελαρίζω-κελάρισμα νερού, βροντώ-βροντή, θροϊζω-θρόϊσμα, συγκρούω-σύγκρουσις, πνέω-αναπνέω-πνοή, αυρώ-αύρα, θορυβώ-θόρυβος, μουγκρίζω-μούουουου, γελώ-γέλιο, χαχανίζω-χαχάνισμα-χά,χά,χά, σχετλιάζω, και άπειρα άλλα. «Έπιλείψει γάρ με διηγούμενον (περαιτέρω) ό χρόνος» (Έβρ.11,32).
Άρκεσθείτε σ’ αυτά. Συμπαθών και αγαπών, περαίνω, σύν τούτοις ευχαριστών πάντας διά την υπομονήν.

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.