Αυγουστίνος Καντιώτης



«ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΠΑΣΧΑΛΙΑ ΣΤΟ ΣΕΛΤΣΟ ΝΑ ΜΥΡΙΣΟΥΝ» (Πασχαλια, 23 Άπριλιου 1804) – ΜΟΝΗ ΣΕΛΤΣΟΥ – ΤΟΠΟΣ ΘΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ Μ Π Ο Τ Σ Α Ρ Η

date Απρ 29th, 2019 | filed Filed under: ΣYNEΡΓATΗΣ MAΣ K.Θ.


«ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΠΑΣΧΑΛΙΑ ΣΤΟ ΣΕΛΤΣΟ ΝΑ ΜΥΡΙΣΟΥΝ»

(Πασχαλιά, 23 Άπριλίου 1804)
—- . —-
ΜΟΝΗ ΣΕΛΤΣΟΥ – ΤΟΠΟΣ ΘΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ
Μ Π Ο Τ Σ Α Ρ Η

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΣΕΛΤΣΟΥ – ΛΕΝΩ ΜΠΟΤΣΑΡΗ

(Του Συνεργάτου μας Κ.Θ.)

αγωνιστειτε εν

΄Η μάχη τών Σουλιωτών μέ τούς Τουρκαλβανούς στή Μονή Σέλτσου, τό 1804, αφάνισε τά μέλη τής οικογένειας Μπότσαρη, ή οποία λίγα χρόνια αργότερα, έχασε καί τό πιό ένδοξο μέλος της, τόν Μάρκο.

Στήν ανατολική άκρη τού νομού Άρτας, στήν περιοχή όπου ό ποταμός ΄Αχελώος (Άσπροπόταμος) χωρίζει τό νομό, από τούς νομούς Τρικάλων καί Καρδίτσας, υψώνεται ό ορεινός όγκος τής Φρούσιας. Στήν μία από τίς δύο κορυφές της πού ονομάζεται ράχη τού Φράξου, έχει κτιστεί ή ιστορική μονή τού Σέλτσου ή Παναγιά ή Σελτσιώτισσα, αφιερωμένη στήν Κοίμηση τής Θεοτόκου. Τό πιό κοντινό χωριό τής περιοχής είναι οί Πηγές ΄Αρτας (Βρεστενίτσα), μοναδική δίοδος πρός τή μονή, σχεδόν απροσπέλαστη ακόμη καί σήμερα.
Τόν ιερό αυτό τόπο, επέτρεψεν ό Θεός, νά γίνη τό θυσιαστήριο τής ένδοξης γενιάς τών Μποτσαραίων, τό 1804, θυμάτων τής Τουρκαλβανικής θηριωδίας τών στρατευμάτων τού ΄Αλή-Πασά, αλλά καί αιώνια σελίδα δόξας καί ευτοθυσίας τού γένους τών ΄Ελλήνων.
Μετά τήν παράδοση τού Σουλίου στόν ΄Αλή-Πασά μέ τήν συνθήκη στίς 12 Δεκεμβρίου τού 1803, οί Σουλιώτες άρχισαν νά εγκαταλείπουν κατά τμήματα τό Σούλι. Ό Άλή-Πασάς παρασπονδώντας διέταξε νά κυκλωθούν τά μέρη απ’ όπου θά περνούσαν οί οικογένειες, νά τίς αιχμαλωτίσουν καί νά τίς μεταφέρουν στά Γιάννενα.
΄Η πρώτη ομάδα πού κατευθύνονταν πρός τήν Πάργα υπό τίς οδηγίες τού Φώτου Τζαβέλα καί τού Δήμου Δράκου, κάπου 2.000 άτομα, κατάφερε πολεμώντας σκληρά νά φθάση στόν προορισμό της.
Δύο άλλες ομάδες μέ αρχηγούς τούς Κίτσο Μπότσαρη καί Κουτσονίκα κινήθηκαν πρός τό Ζάλογγο μέ σκοπό ένα τμήμα αυτών νά εγκατασταθή στή Λάμαρη, ενώ τό άλλο τμήμα, μόλις φθάσει εκεί νά προχωρήση στή συνέχεια στό Βουλγαρέλι.
Οί οικογένειες πού είχαν καταφύγει στό Ζάλογγο αντιμετώπισαν καί πάλι τή μανία τών Τουρκαλβανών τού ΄Αλή. ΄Οταν ή κατάσταση έγινε κρίσιμη, άλλοι από τούς Σουλιώτες έκαναν απελπισμένοι, έξοδο καί διέφυγαν, άλλοι όμως βρήκαν φοβερό θάνατο στή χαράδρα τού Ζαλόγγου. Ένα σώμα από 160 Σουλιώτες υπό τόν Κίτσο Μπότσαρη κατάφερε νά διασπάση τίς γραμμές τών πολιορκητών καί νά φθάση στό Βουλγαρέλι.
Μετά τή μάχη τού Ζαλόγγου ό ΄Αλή-Πασάς έστειλε δύναμη 500 ΄Αλβανών γιά νά συλλάβουν 23 οικογένειες Σουλιωτών οί οποίες διέμεναν στή Ρηνιάσα (περιοχή ανάμεσα στήν Πάργα καί τήν Πρέβεζα, σήμερα Ριζά).
Οί Τούρκοι μπήκαν στό χωργιό καί άρχισαν χωρίς διάκριση νά σκοτώνουν καί νά αιχμαλωτίζουν.Μιά ηλικιωμένη Σουλιώτισσα ή Δέσπω, γυναίκα τού Γιωργάκη Μπότσαρη, σύναξε όλη τή φαμίλια της στόν πύργο τού Δημουλά καί άρχισε πόλεμο στούς Τουρκαλβανούς.
Γιά ν’ αποφύγη τή σκλαβιά, αφού πρώτα τούς ρώτησε κι’ όλοι αποφάσισαν τόν θάνατο από τήν ατίμωση, έβαλε φωτιά στή μπαρουταποθήκη κι’ ό πύργος μέ 11 ψυχές ανατινάχτηκε.
Όταν έφτασε ό Κίτσος Μπότσαρης στό Βουλγαρέλι καί πληροφορήθηκε τά παραπάνω γεγονότα, αποφάσισε νά εγκαταλείψουν τήν περιοχή τού Βουλγαρελίου, όπου κινδύνευαν νά κυκλωθούν καί νά υποστούν τήν τύχη τού Ζαλόγγου καί τής Δέσπως στή Ρηγιάσα (Ρηνιάσα,Ρηνιάσσα).
Περί τά τέλη τού Δεκεμβρίου τού 1803 αναχώρησαν από τό Βουλγαρέλι πρός τήν Βρεστενίτσα 1148 Σουλιώτες, άντρες,γυναίκες καί παιδιά, υπό τή ν αρχηγία τού Κίτσου καί Νότη Μπότσαρη ενώ συγχρόνως απέστειλαν στά Γιάννενα τόν Παλάσκα νά διαμαρτυρηθή στόν ΄Αλή-Πασά. ΄Ηθελαν έτσι από τή μιά μεριά νά κερδίσουν χρόνο, από τήν άλλη νά έλθουν σέ συνεννόηση μέ τόν ΄Αλή γιά νά μπορέσουν νά απομακρυνθούν ανενόχλητοι από τήν ΄Ηπειρο. Ό δόλιος Τουρκαλβανός απάντησε ότι δήθεν αγνοούσε τά γεγονότα, τόν διεβεβαίωσε ότι θά τιμωρούσε τούς ενόχους καί τόν προέτρεψε νά πείση τούς Σουλιώτες νά μεταβούν στά Γιάννενα όπου κανένα κίνδυνο δέν θά διέτρεχαν. Συγχρόνως όμως διέταξε δύο εμπειροπόλεμους στρατηγούς του, τόν ΄Αγο Βασιάρη καί τόν Μπεκήρ Τζογαδούρο νά ετοιμάσουν σώμα 500 Τουρκαλβανών γιά νά καταδιώξουν τούς Σουλιώτες. Οί Σουλιώτες μετά από κοπιώδη καί μακρά πορεία έφθασαν στή Βρεστενίτσα καί περίμεναν τόν Παλάσκα. Ή άφιξή του καί τά μαντάτα πού έφερνε δέν τούς άφηναν χρόνο, καί στήν απελπισία τους κλείστηκαν στή μονή Σέλτσου.
Ή περιοχή τού Σέλτσου είναι μέν φυσικά όχυρή θέση, έχει όμως ένα μεγάλο μειονέκτημα, στερείται έξόδου διαφυγής, όπως ή τακτική τού πολέμου απαιτεί, αφού γύρω της χάσκει φοβερό βάραθρο πού καταλήγει στόν Άσπροπόταμο.
΄Αρχισαν νά συγκεντρώνουν τρόφιμα καί ζωοτροφές από τίς γύρω περιοχές, στό εσωτερικό καί στά κελιά(κελλιά) τής Μονής εγκατέστησαν τά γυναικόπαιδα, καί τέλος κατεσκεύασαν τρία οχυρά στήν κορυφογραμμή τού Φράξου. ΄Από τά τρία φυλάκια, τό πρώτο ήταν περισσότερο ενισχυμένο, γιατί βρισκόταν στό μονοπάτι πού ωδηγούσε στό Μοναστήρι, καί λογικά θά δεχόταν τή μεγαλύτερη πίεση τών δυνάμεων τού ΄Αλή. Τήν αρχηγία του είχε αναλάβει ό Κίτσος Μπότσαρης, πού παράλληλα διηύθυνε καί τήν όλη άμυνα τών τριών οχυρωμάτων.
Στίς 12 Γενάρη τού 1804 οί οχυρωμένοι στή Μονή Σέλτσου Σουλιώτες περικυκλώθηκαν από 8000 Τουρκαλβανούς υπό τούς Μπεκήρ Τζογαδούρο, ΄Αγο Βασιάρη, καί Βελή-Πασά, καί μετά 3 ημέρες ακολούθησε ή πρώτη επίθεση πού αποκρούσθηκε μέ επιτυχία.
Στό Μοναστήρι μαζί μέ τούς Σουλιώτες συγκεντρώθηκαν καί άλλοι καταδιωγμένοι ΄Ελληνες από τό Ραδοβίζι, μέ αποτέλεσμα ό συνολικός αριθμός τών ΄Ελλήνων νά φτάση τούς 1400. ΄Απ’ αυτούς ένοπλοι, άνδρες καί γυναίκες, ήσαν μόνο 500 (360 άντρες καί 140 γυναίκες).
Ό απολογισμός τής πρώτης μάχης ήταν 78 νεκροί ΄Αλβανοί καί 6 Σουλιώτες. Τόν κύριο όγκο τής επίθεσης δέχθηκε τό πρώτο όχυρό.Οί Σουλιώτες τού φυλακίου έμπηξαν στό μέρος εκείνο σάν σύμβολο αντίστασης, πίστης καί σιδερένιας θέλησης, ένα σιδερένιο Σταυρό. Οί ΄Αλβανοί πήραν σκληρό μάθημα καί κατάλαβαν ότι δέν ήταν δυνατό μέ κατά μέτωπον επίθεση νά καταλάβουν τή Μονή καί άρχισαν πάλι τή γνωστή τους τακτική, τόν αποκλεισμό, περιμένοντας, από τήν πείνα – αιώνιο εχθρό τών Σουλιωτών – νά πετύχη (ή πείνα), ό,τι δέν κατάφεραν αυτοί.
¨Ολο τό χειμώνα τού 1804 οί Σουλιώτες έμειναν στενά αποκλεισμένοι στό Σέλτσο. Στίς 20 ΄Απρίλη ό ΄Αλής στέλνει νέες ενισχύσεις, καί μέ επιστολή παραγγέλνει στούς στρατηγούς του νά ξεπαστρέψουν μιά «φούχτα κατσικοκλεφτών», όπως τούς αποκαλούσε, εντός 10 ημερών.
Τήν επόμενη μέρα, 21 ΄Απρίλη τού 1804 μετά από τρίμηνη πολιορκία καί προδοσία τού Γιώργου Κύργιου, μιά ομάδα από 3000 Τουρκαλβανούς καί 1200 εφεδρικούς ΄Αλβανούς, εξουδετέρωσε τήν αντίσταση τού φυλακίου «Προφήτης ΄Ηλίας» πού βρισκόταν πάνω από τή Μονή καί μπήκαν στό χώρο τού Μοναστηριού.
Στή φονική καί άνιση μάχη πού ακολούθησε καί γενικεύτηκε μέ τήν προσθήκη καί άλλων ΄Αλβανών, άλλοι Σουλιώτες σκοτώθηκαν καί άλλοι αιχμαλωτίσθηκαν.
Άνάμεσα στούς αιχμαλώτους ήταν ό Νότης Μπότσαρης, ή γυναίκα του Χριστίνα, τά παιδιά τού Κίτσου Μπότσαρη Κώστας, Δέσποινα καί ΄Αγγελική, καί άλλοι, κυρίως γυναικόπαιδα, οί οποίοι, γιά νά μήν πέσουν στά χέρια τών εχθρών, γκρεμίσθηκαν σέ βάραθρο 300 μέτρων, αφήνοντας τά κομματιασμένα κορμιά τους στόν Ασπροπόταμο.
Άνάμεσα στούς ήρωες νεκρούς, ήταν καί ή Λένω, ή δεκαεννιάχρονη (1785-1804) κόρη τού Κίτσου Μπότσαρη, από τόν πρώτο του γάμο. Ή Λένω, ή νεαρότερη Καπετάνισσα τού Σουλίου, πολέμαγε στό πλευρό τού αδελφού της Γιαννάκη. ΄Οταν όμως αυτός σκοτώθηκε στήν εισβολή, στάθηκε κοντά στό θείο της Νίκιζα Μπότσαρη καί συμμετείχε μαζί του στόν πόλεμο. Περικυκλώθηκε όμως από τούς Τουρκαλβανούς καί γιά νά μή τή συλλάβουν καί τήν ατιμάσουν, έπεσε στόν ποταμό ΄Αχελώο, όπου καί πνίγηκε!
Ό Κίτσος Μπότσαρης μέ τόν 14χρονο γιό του Μάρκο πολέμησαν γενναία τόν εχθρό, γλίτωσαν κρυμμένοι σέ μιά σπηλιά – γνωστή σάν «Σπηλιά τού Κίτσου Μπότσαρη» – καί μετά από περιπέτειες έφθασαν στήν Πάργα όπου βρίσκονταν καί οί άλλοι Σουλιώτες μέ τό Φώτο Τζαβέλα.
Ό τελικός απολογισμός από τή μάχη τού Σέλτσου καί τόν χαλασμό τών Μποτσαραίων ήταν ή διάσωση μόνο 80 Σουλιωτών, από τούς οποίους οί 65 – σύμφωνα μέ άλλες μαρτυρίσες 54 – πέρασαν τόν ΄Αχελώο σέ διάφορα σημεία καί κατέφυγαν στ’ ΄Αγραφα.
Τό Σέλτσο κλείνει τήν τριλογία τών θυσιών τών Σουλιωτών μακριά από τό Κακοσούλι (Ζάλογγο – Ρηνιάσσα – Σέλτσο) πού ακολούθησε μετά τήν συνθηκολόγηση τού 1803.
Ή άτυχη 19χρονη Λένω, ή αδελφή τού Μάρκου, τραγουδήθηκε από όλους τούς ΄Ελληνες, καθώς καί ό Μάρκος.

ΖΑΛΟΓΓΟ – ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ
Η ΥΠΕΡΤΑΤΗ ΘΥΣΙΑ ΣΤΟ ΒΩΜΟ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ
Μάρκος Μπότσαρης:(1790-9 Αυγούστου 1823).Πέμπτος γιός τού Κίτσου Μπότσαρη καί τής Χριστίνας Παπαζώτου-Γιώτη.΄Επεσε ηρωϊκώς στή μάχη τού Θέρμου(τότε Κεφαλόβρυσο) τό βράδυ τής 8ης Αυγούστου 1823.Κείται έν Μεσολογγίω. Χαρακτηριστικό μοιρολόϊ κατά τήν ταφή του.
«Θρήνος μεγάλος γένεται μέσα στό Μοσολόγγι.
Τόν Μάρκο πάν στήν εκκλησιά, τό Μάρκο πάν στόν τάφο.
΄Ξήντα Παπάδες πάν μπροστά καί δέκα Δεσποτάδες
κι’ από μεργιά Σουλιώτισσες τόνε μοιρολογάνε».

Λένω Μπότσαρη:Ή 19χρονη(1785-1804). Κόρη τού Κίτσου.΄Ασμα.
«Κι’ αυτήν ή Λέν(η) τού Μπότσαρη.
Δέν πάει νά προσκυνήση.
Δέν είμαι νύφ(η) νά προσκυνώ.
Τούρκος δέ μ’ έχει αγγίξει»!

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΖΑΛΟΓΓΟΥ
΄Εχε γειά, καϋμένε κόσμε.
΄Εχε γειά, γλυκιά ζωή.
Καί σύ, δύστυχη Πατρίδα,
{έχε γειά παντοτινή} (δίς)
΄ Ε π ω δ ό ς
΄Εχετε γειά , βρυσούλες,
λόγγοι, βουνά, ραχούλες (δίς)
Στή στεργιά δέ ζή τό ψάρι,
μήτε ανθός στήν αμμουδιά,
κι’ οί Σουλιώτισσες δέ ζούνε
{δίχως τήν ελευθεριά} (δίς)
΄Ε π ω δ ό ς
΄Εχετε γειά, βρυσούλες,
κι’ εσείς Σουλιωτοπούλες (δίς)

Σά νά πάν’ σέ πανηγύρι,
σ’ ανθισμένη Πασχαλιά,
μέσ’ στόν άδη κατεβαίνουν
{μέ τραγούδια μέ χαρά} (δίς)
΄Ε π ω δ ό ς (δίς,ώς άνω)

Ο ΘΟΥΡΙΟΣ ΤΟΥ ΡΗΓΑ ΦΕΡΡΑΙΟΥ
(Τού Βελεστινλή)
΄Ως πότε παλληκάρια θά ζώμεν στά στενά,
μονάχοι σά λιοντάρια, στές ράχες, στά βουνά (δίς)
΄Ε π ω δ ό ς
Καλύτερα μιάς ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά καί φυλακή (δίς)

Σπηλιές νά κατοικώμεν, νά βλέπωμε κλαδιά,
νά φεύγωμ’ απ’ τόν κόσμον γιά τήν πικρή σκλαβιά (δίς)
΄Ε π ω δ ό ς (δίς, ώς άνω)

Νά χάνωμεν αδέλφια, Πατρίδα καί γονείς,
τούς φίλους, τά παιδιά μας κι’ όλους τούς συγγενείς (δίς)
΄Ε π ω δ ό ς (δίς, ώς άνω)

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.