Αυγουστίνος Καντιώτης



Με αγκυρα την ελπιδα· «Ηλπικαμεν επι Θεω ζωντι, ος ἐστι σωτηρ παντων ανθρωπων, μαλιστα πιστων» (Α΄ Τιμ. 4,10)

date Ιαν 30th, 2021 | filed Filed under: ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΛΗ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2349

Κυριακὴ ΛΒ΄ [ΙΕ΄ Λουκ.] (Α΄ Τιμ. 4,9-15)
31 Ἰανουαρίου 2021
Του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιωτου

Με αγκυρα την ελπiδα

«Ἠλπίκαμεν ἐπὶ Θεῷ ζῶντι, ὅς ἐστι σωτὴρ πάντων ἀνθρώπων, μάλιστα πιστῶν» (Α΄ Τιμ. 4,10)

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΟΥΜεγάλη δύναμι στὸν κόσμο, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ ἐλπίδα. Γι᾽ αὐτὴν μιλάει σήμερα ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὸ ἀνάγνωσμα (Α΄ Τιμ. 4,9-15).
Ὅλοι ζοῦμε μὲ τὴν ἐλπίδα. Μὲ ἐλπίδα ζῇ ὁ ἀσθενής· προσδοκᾷ ὅτι μιὰ μέρα θὰ σηκωθῇ ἀπ᾽ τὸ κρεβάτι καὶ θὰ ξαναρχίσῃ τὴν ἐργασία του ὅπως πρῶτα. Μὲ ἐλπίδα ζῇ ὁ ἀγρότης· ὀργώνει, σπέρνει, ποτίζει, κοπιάζει στὰ χωράφια περιμένοντας ὅτι τὸ καλοκαίρι θὰ μαζέψῃ καρπό. Μὲ ἐλπίδα ζῇ ὁ ἔμπορος· κινεῖται, διαθέτει τὰ κεφάλαιά του στὴν ἀγορὰ ἀποβλέποντας στὸ νὰ τ᾽ αὐξήσῃ, νὰ ἔχῃ κέρδος. Μὲ τὴν ἐλπίδα ζῇ κι ὁ ναυτικός· ξεκινᾷ ἀπ᾽ τὸ ἕνα λιμάνι καὶ ταξιδεύει αἰσιόδοξος ὅτι θὰ φτάσῃ στὸ ἄλλο ὅπου εἶνε ὁ προορισμός του.
Μὲ τὴν ἐλπίδα ζοῦν ὅλοι, μὲ τὴν ἐλπίδα ζῇ καὶ ὁ Χριστιανός. Αὐτὸ ἀκούσαμε στὸν ἀπόστολο· Ἐμεῖς οἱ ἀπόστολοι, καὶ γενικὰ οἱ Χριστιανοί, λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «ἠλπίκαμεν ἐπὶ Θεῷ ζῶντι, ὅς ἐστι σωτὴρ πάντων ἀνθρώπων, μάλιστα πιστῶν»· ἔχουμε κρεμάσει τὴν ἐλπίδα μας στὸ ζωντανὸ Θεό, ποὺ εἶνε ὁ σωτήρας ὅλων τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἰδιαιτέρως τῶν πιστῶν (ἔ.ἀ. 4,10). Ὤ πόσο διαφέρει ἡ ἐλπίδα αὐτὴ ἀπ᾽ ὅλες τὶς ἄλλες ἐλπίδες τοῦ κόσμου! Ἐκεῖνες εἶνε ἀσταθεῖς – ψεύτικες· στηρίζονται σὲ ἀνθρώπινες βάσεις, σὲ μεταβλητὲς καταστάσεις (ἐπιστήμη, χρῆμα, κλίμα, στοιχεῖα τῆς φύσεως). Μία μόνο ἐλπίδα εἶνε ἀσάλευτη καὶ αἰώνια, αὐτὴ ποὺ ἔχει ὡς στήριγμά της τὸ Θεό· αὐτὴ λοιπὸν εἶνε ἡ ἐλπίδα τοῦ πιστοῦ.

Θέλετε νὰ σᾶς ἀπαριθμήσω μερικὲς ἐλπίδες τοῦ κόσμου τούτου;
Νά μία κόρη ποὺ θέλει νὰ κάνῃ οἰκογένεια. Καὶ ἐλπίζει. Τί ἐλπίζει; Ὄνειρα χρυσᾶ. Ἐλπίζει, ὅτι ὁ ἄλφα νέος θὰ τὴν πάρῃ. Ἀλλ᾽ αὐτός, ὅπως οἱ περισσότεροι νέοι σήμερα, δὲν σκέπτεται νὰ δεσμευθῇ μὲ τὸν ἰσόβιο δεσμὸ τοῦ γάμου. Κοιτάζει μᾶλλον πῶς νὰ περάσῃ εὐχάριστα τὴ νεότητά του, ἀφήνει τὸν καιρὸ νὰ περνάῃ καὶ ξεγελάει τὴ δύστυχη κοπέλλα. Ἐκείνη ζῇ μὲ τὴν ἐλπίδα, τὸν περιμένει χρόνια, μὰ αὐτὸς τελικὰ ἀποδεικνύεται ἀπατεώνας. Τὴν ἐγκαταλείπει! Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα; Ἡ κόρη ἀπελπισμένη μαραζώνει! Ἤλπιζε, μὰ ἡ ἐλπίδα της διαψεύσθηκε· ἦταν σὰν μιὰ σαπουνόφουσκα ποὺ γυαλίζει καὶ λάμπει μὲ ὅλα τὰ χρώματα, μὰ δὲν ἔχει τίποτε μέσα…
Νά καὶ ἕνας νέος. Στήριξε τὶς ἐλπίδες του στὸν ἄλφα ἢ βῆτα πολιτευόμενο. Μοῦ εἶπε, ὅτι θὰ μὲ βοηθήσῃ, θὰ μὲ ὑποστηρίξῃ, θὰ μὲ προστατέψῃ, κ᾽ ἐγὼ στηρίχτηκα σ᾽ αὐτόν… Μ᾽ αὐτὴ τὴν ἐλπίδα ζῇ ὁ νέος μας. Ἀλλὰ ὁ ἄρχοντας ἀποτυγχάνει, πέφτει ἀπὸ τὸ ἀξίωμα ποὺ εἶχε ἢ πεθαίνει, κι ὁ νέος μένει ξεκρέμαστος μὲ τὴν ἀπελπισία ζωγραφισμένη στὸ πρόσωπο.
Ἄλλος ἐλπίζει στὰ κτήματά του ποὺ εἶνε πολλά· ἀλλ᾽ ἐδῶ ἔρχεται μιὰ θεομηνία, καταστρέφει τὸ σοδειά, πᾶνε χαμένοι ὅλοι οἱ κόποι καὶ τὰ ἔξοδα, κι ὁ κτηματίας ἀπελπισμένος κλαίει ἐπάνω στὴ συμφορά του.
Ἄλλος ὑπολόγιζε στὰ χρήματά του, στὶς καταθέσεις ποὺ εἶχε, ἀλλὰ μία ἀλλαγὴ στὸ χρηματιστήριο ἔφερε τ᾽ ἀπάνω κάτω κι ὁ πλούσιος ἐπιχειρηματίας κατήντησε φτωχός· εἶχε ἐλπίσει «ἐπὶ πλούτου ἀδηλότητι» (Α΄ Τιμ. 6,17), στὴν ἀπατηλὴ ἀβεβαιότητα τοῦ πλούτου.
Ὅλες αὐτὲς οἱ ἐλπίδες, ποὺ στηρίζουν οἱ ἄνθρωποι σὲ πρόσωπα καὶ πράγματα τοῦ αἰῶνος τούτου, σὲ εἴδωλα δηλαδὴ κατ᾽ οὐσίαν, ἀποδεικνύονται ἀβέβαιες, ψεύτικες. Μία ἐλπίδα εἶνε ἀξιόπιστη καὶ ἀποτελεσματική, ἡ ἐλπίδα στὸν Κύριο, στὸν Θεὸ τὸν ζῶντα. Οἱ πιστοὶ δὲν ἐλπίζουν οὔτε σὲ πλούτη, οὔτε σὲ ἄρχοντες, οὔτε σὲ ἄλλα ὑλικὰ πράγματα· ὅλη τὴν ἐλπίδα τους τὴν ἔχουν στὸ Θεό. Αὐτοὺς μακαρίζει ὁ Δαυῒδ καὶ λέει στὸν Κύριο· «Μακάριος ἄνθρωπος ὁ ἐλπίζων ἐπὶ σέ» (Ψαλμ. 83,13 κ.ἀ.).
Αὐτὴ τὴν ἐλπίδα εἶχε καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος, αὐτὴ τοῦ ἔδινε δύναμι νὰ κοπιάζῃ κηρύττοντας τὸν θεῖο λόγο καὶ νὰ ὑπομένῃ πικροὺς χλευασμούς. Ποτέ αὐτὴ δὲν τὸν ἀπογοήτευσε. Τὸ γράφει· «Κοπιῶμεν καὶ ὀνειδιζόμεθα, ὅτι ἠλπίκαμεν ἐπὶ Θεῷ ζῶντι, ὅς ἐστι σωτὴρ πάντων ἀνθρώπων, μάλιστα πιστῶν». Μὲ ἄλλα λόγια τὸν ἀκοῦμε νὰ λέῃ· Στὰ μεγάλα μου βάσανα μιὰ παρηγορία ἔχω, τὴν ἐλπίδα στὸ Θεό. Δὲν ἀπογοητεύομαι, δὲν ἀποκάμνω, δὲν ἐγκαταλείπω τὸν ἀγῶνα, δὲν ῥίχνω τὰ ὅπλα, δὲν γίνομαι λιποτάκτης, δὲν ὑποστέλλω τὴ σημαία, γιατὶ ἐλπίζω στὸ Θεό· θὰ μὲ βοηθήσῃ, θὰ μὲ προστατεύσῃ, καὶ τέλος θὰ μὲ ὁδηγήσῃ στὴν οὐράνια βασιλεία του.
Αὐτὴ ἡ ἐλπίδα τὸν ἐνίσχυε ν᾽ ἀντιμετωπίζῃ μὲ αἰσιοδοξία τὰ δεινά του. Καὶ τί δὲν ὑπέφερε ὁ Παῦλος! Ἔτρεχε σὰν ἀετὸς ἀκούραστος πότε στὴν Ἀντιόχεια, πότε στὰ Ἰεροσόλυμα, πότε στὴν Κύπρο, πότε στὴ Μικρὰ Ἀσία, πότε στὴ Μακεδονία, πότε στὴν Ἀθήνα, πότε στὴν Κόρινθο, πότε στὴ ῾Ρώμη, πότε στὴν Ἱσπανία. Ἔτρεχε γιὰ νὰ κηρύξῃ τὸ Χριστό, καὶ κοπίαζε γιὰ νὰ μὴν ἐπιβαρύνῃ τοὺς ἄλλους, ἐργαζόταν μὲ τὰ χέρια του. Κοπίαζε –δωρεάν– γιὰ τοὺς Χριστιανούς, γιατὶ ἤλπιζε ὅτι ὁ Θεὸς θὰ τὸν ἀμείψῃ μὲ τὸ μεγαλύτερο βραβεῖο ποὺ ὑπάρχει, τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἡ ἐλπίδα αὐτὴ τοῦ ἔδινε θάρρος καὶ ἀντοχὴ στὰ ἐμπόδια καὶ τοὺς κινδύνους ποὺ συναντοῦσε διαρκῶς, εἴτε ἀπὸ τοὺς ἰουδαίους, εἴτε ἀπὸ τοὺς ἐθνικούς, εἴτε ἀπὸ ψευδαδέλφους, εἴτε ἀπὸ τὰ θηρία καὶ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως. Οἱ διῶκτες του ἐχθροὶ τοῦ εὐαγγελίου τὸν ὕβριζαν, τὸν συκοφαντοῦσαν, τὸν καταδίωκαν, ζητοῦσαν τὴν ἐξόντωσί του. Τὸν θεωροῦσαν ἄλλοι ἀσεβῆ, ἄλλοι βλάσφημο, ἄλλοι φλύαρο, ἄλλοι τρελλό. Καὶ τί δὲν ἄκουσε!
Αὐτὸς ὅμως καὶ τὶς ὕβρεις καὶ τὶς συκοφαντίες καὶ τοὺς κατατρεγμοὺς καὶ τὶς ἐπιβουλές, ὅλα τὰ ἄντεξε. Πῶς; Μὲ τὴν ἐλπίδα στὸ Θεὸ τὸν «ζῶντα». Ἄλλοι ἔχουν μάταιες ἐλπίδες, ἐλπίζουν σὲ εἴδωλα, σὲ θεοὺς ἀνύπαρκτους. Ὁ Χριστιανὸς ἐλπίζει στὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό. Αὐτὸς δὲν εἶνε νεκρὸς καὶ ἀνύπαρκτος ὅπως τὰ εἴδωλα· ὑπάρχει καὶ εἶνε ζωντανός. Ὁ Θεός, σκεπτόταν ὁ Παῦλος, προστατεύει ὅλα τὰ πλάσματά του· δὲν θὰ προστατεύσῃ κ᾽ ἐμένα, ποὺ εἶμαι δοῦλος του, ἐργάτης του, κήρυκας τοῦ εὐαγγελίου του; ἀφοῦ σῴζει ὅλους, πολὺ περισσότερο σῴζει ἐκείνους ποὺ πιστεύουν καὶ ἐλπίζουν σ᾽ αὐτόν.
* * *
Τὴν ἐλπίδα αὐτή, ποὺ εἶχε ὁ Παῦλος, χρειαζόμαστε κ᾽ ἐμεῖς, ἀδελφοί μου. Εἶνε ἀπολύτως ἀναγκαία. Πρέπει νὰ τὴν ἀποκτήσουμε, χρειάζεται ἀπαραιτήτως. Γιατί; Διότι·
Ἡ ζωὴ τοῦ Χριστιανοῦ ἔχει κόπο. Ἂν εἴμαστε γνήσια παιδιὰ τοῦ Χριστοῦ, θὰ κοπιάσουμε. Χρειάζονται κόποι, κόποι μεγάλοι, γιὰ νὰ κρατήσουμε τὴν πίστι, νὰ νικήσουμε τὰ πάθη μας, νὰ ἐργαστοῦμε τὸ καλό, ὥστε ν᾽ ἀνοίξουν τὰ μάτια μας καὶ τὰ μάτια τοῦ ἀδελφοῦ μας. Εἴμαστε ξαπλωμένοι καὶ κοιμόμαστε στὸ χεῖλος ἑνὸς γκρεμοῦ, καὶ δὲν βλέπουμε τὸ βάραθρο ποὺ κινδυνεύουμε νὰ πέσουμε.
Θὰ κοπιάσουμε λοιπόν, ἀλλὰ καὶ θὰ ὀνειδισθοῦμε. Ὡς Χριστιανοί, θὰ ὑποφέρουμε ὁπωσδήποτε κ᾽ ἐμεῖς σ᾽ αὐτὸ τὸν κόσμο. Ὄχι βέβαια τόσο ὅσο ὁ ἀπόστολος Παῦλος· πάντως θὰ ἔχουμε κ᾽ ἐμεῖς ἀγῶνα. Ἐχθροὶ θὰ μᾶς ἐπιτεθοῦν σκληρά. Ἀλλ᾽ ἀκόμα καὶ συγγενεῖς καὶ φίλοι θὰ μᾶς περιπαίξουν πικρά, θὰ μᾶς εἰρωνευθοῦν, γιατὶ θρησκεύουμε, γιατὶ πιστεύουμε στὸ Χριστό. Θὰ χλευαστοῦμε. Ἂν ἕνας Παῦλος ἄκουσε νὰ τὸν λένε τρελλό, φλύαρο κ.λπ., δὲν εἶνε παράδοξο ν᾽ ἀκούσουμε κ᾽ ἐμεῖς διάφορα παρόμοια προσβλητικὰ ἀπὸ τὸν κόσμο. Θὰ ὑποστοῦμε ἴσως καὶ διωγμὸ γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν τήρησι τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι
Ἀλλ᾽ ἂς μὴ ἀπελπιστοῦμε· καὶ στὴ χειρότερη ἀκόμη περίστασι τῆς ζωῆς μας νὰ μὴ ἀπελπιστοῦμε. Ἕνα μόνο νὰ ἐξετάζουμε· εἴμαστε ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ; Ἐὰν ναί, τότε μὴ φοβηθοῦμε. Μὴ χάσουμε τὸ θάρρος μας. Ἂς μᾶς ἐγκαταλείψουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἂς μᾶς πολεμήσουν ὅλοι οἱ δαίμονες, ἂς μᾶς κηρύξουν τὸν πόλεμο ὅλα τὰ στοιχεῖα, ἂς εἶνε ἐναντίον μας ὅλοι. Ἡ ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ σὰν φαναράκι θὰ φωτίζῃ τὸ δρόμο μας μέσα στὰ σκοτεινὰ μονοπάτια αὐτοῦ τοῦ κόσμου.
«Κι ἂν δὲν μοῦ μείνῃ
ἐντὸς τοῦ κόσμου
ποῦ ν᾽ ἀκουμπήσω, νὰ σταθῶ,
ἐκεῖ ψηλὰ εἶν᾽ ὁ Θεός μου,
πῶς ἠμπορῶ νὰ ἀπελπισθῶ;».
* * *
Ἡ ἐλπίδα στὸ Θεό, ἀδελφοί μου, νὰ ῥιζώσῃ στὴν καρδιά μας, νὰ γίνῃ ἡ «ἄγκυρα τῆς ψυχῆς» (Ἑβρ. 6,19). Ὅπως ὁ καπετάνιος ῥίχνει ἄγκυρα καὶ ἀσφαλίζει τὸ πλοῖο, ἔτσι ἐμεῖς νὰ ἔχουμε τὴν ἐλπίδα. Τότε θὰ διαπλεύσουμε μὲ ἀσφάλεια τὸ πέλαγος αὐτῆς τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ φτάσουμε στὴ χώρα τῆς αἰωνιότητος. Ἐκεῖ οἱ ἐλπίδες μας θὰ γίνουν πραγματικότητες· γιατὶ τὶς στηρίξαμε ὄχι στὰ μάταια ἀλλὰ στὸ ζωντανὸ Θεό.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

1941; (26-1-1941; ἱ. ν. Ἁγ………………… Μεσολογγίου)

Ἀπὸ τὸ χειρόγραφο ὁμιλίας, ἡ ὁποία ἔγινε σὲ ἄγνωστο ἱ. ναὸ τῆς ἱ. μητροπόλεως Αἰτωλίας & Ἀκαρνανίας καὶ πιθανῶς τὴν 26-1-1941. Ἀνάγνωσις, μεταφορὰ σὲ ἁπλῆ γλῶσσα, στοιχειοθεσία καὶ μικρὴ ἀναπλήρωσις 16-12-2020.

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.