Αυγουστίνος Καντιώτης



ΕΧΕ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ ΣΤΟ ΘΕΟ. ΤΗΝ ΑΓΩΝΙΑ & ΤΟ ΑΓΧΟΣ ΔΙΩΧΝΕΙ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

date Ιούλ 11th, 2021 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΚΓ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 1270
Κυριακὴ Γ΄ Ματθαίου (Ματθ. 6,22-33)
Toῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

Εχε εμπιστοσυνη στo Θεo

ΚΥΡΙΕ Των δυν. ιστ«Λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομῶν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων»

ΑΚΟΥΣΑΤΕ, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Ἔχει βάθος νοημάτων, ποὺ πρέπει νά ᾿χουμε ὥρα γιὰ νὰ τὸ ἐξηγήσουμε. Θὰ σᾶς μιλήσω ἁπλᾶ. Θὰ σταματήσω σ᾿ ἕνα ὄνομα. Ἀκούσατε τὸ εὐαγγέλιο νὰ ὁμιλῇ γιὰ κάποιον ποὺ λέγεται «Σολομῶν» (Ματθ. 6,29). Τί ἦταν αὐτός; καὶ γιατί ὁ Χριστὸς τὸν θυμᾶται σήμερα; Αὐτὰ τὰ δυὸ πράγματα θὰ δοῦμε μὲ συντομία.

* * *

Τί ἦταν ὁ Σολομῶν; Ἦταν βασιλιᾶς ἔνδοξος. Πατέρας του ἦταν ὁ Δαυΐδ ποὺ ἔβοσκε πρόβατα στὶς πλαγιὲς τῆς Βηθλεέμ, ἐκεῖ ποὺ ἀργότερα γεννήθηκε ὁ Χριστὸς καὶ τότε βοσκοὶ πάλι ἄκουσαν τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις…» (Λουκ. 2,14). Τσοπᾶνος ὁ Δαυΐδ, ζοῦσε ἥσυχος. Ἀλλ᾿ αὐτὴ ἡ ζωὴ εἶνε τροχός, ποὺ φέρνει τὰ κάτω ἄνω καὶ τὰ ἄνω κάτω. Γύρισε λοιπὸν καὶ γιὰ τὸ βοσκὸ ὁ τροχός· ὁ Θεὸς ἅρπαξε ξαφνικὰ τὸ μικρὸ Δαυῒδ ἀπὸ τὸ μαντρὶ καὶ τὸν ἔκανε βασιλιᾶ. Ὅπως λέει ἡ ἁγία Γραφή, «Καθεῖλε δυνάστας ἀπὸ θρόνων καὶ ὕψωσε ταπεινούς» (Λουκ. 1,52)· ὁ Θεὸς κατεβάζει τοὺς ἰσχυροὺς ἀπὸ τοὺς θρόνους καὶ ὑψώνει τοὺς ταπεινούς.
Ὁ Σολομῶν ἐν ἀντιθέσει μὲ τὸν πατέρα του, ποὺ ἡ βασιλεία του ἦταν γεμάτη πολέμους καὶ περιπέτειες, ἦταν ἕνας πολὺ πλούσιος βασιλεύς· στὰ ὑπόγεια τῶν ἀνακτόρων του εἶχε στέρνα γεμάτη χρυσᾶ νομίσματα. Ἦταν ὅμως καὶ δραστήριος· δὲν ἔθαψε τὰ χρήματα αὐτὰ στὴ γῆ, ἔκανε μ᾿ αὐτὰ ἔργα σπουδαῖα.
Ἀποφάσισε νὰ χτίσῃ ναό· μέχρι τότε οἱ Ἑβραῖοι λάτρευαν τὸ Θεὸ στὴ σκηνὴ τοῦ μαρτυρίου. Ἔστειλε καράβια, ἔφερε πέτρες πολύτιμες ἀπὸ διάφορα μέρη καὶ νησιά (πρὸ παντὸς ἀπὸ τὴν Πάρο τῶν Κυκλάδων, ἀπ᾿ ὅπου κατάγεται ὁ ὑποφαινόμενος), πῆρε ἀπὸ τὰ πολύτιμα ἐκεῖνα μάρμαρα μὲ τὰ ὁποῖα ἔγιναν τὰ γλυπτὰ καὶ τῆς Ἀκροπόλεως τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἄλλων μνημείων, κάλεσε τεχνῖτες σπουδαίους, καὶ ἔχτισε ἕνα ναὸ περίφημο σκεπασμένο μὲ χρυσάφι. Ἦταν ὁ μεγαλοπρεπέστερος τοῦ ἀρχαίου κόσμου. Σήμερα ἀπὸ τὸ ναὸ ἐκεῖνον δὲ σῴζεται τίποτε παρὰ μόνο κάτι ἐρείπια, μερικὰ ἀγκωνάρια· ἐκεῖ κάθε Σάββατο οἱ Ἰσραηλῖτες πηγαίνουν καὶ κλαῖνε καὶ παρακαλοῦν νὰ ξαναστηθῇ πάλι ὁ ναός τους.
Τὸν Ἑβραῖο Σολομῶντα ὕστερα ἀπὸ 1.500 χρόνια νίκησε μόνο ὁ Ἕλλην αὐτοκράτωρ τοῦ Βυζαντίου Ἰουστινιανὸς ὅταν ἔχτισε τὴν Ἁγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ σὲ σχέδιο καὶ ὡραιότητα εἶνε ἀνώτερη. Τὴν ἡμέρα τῶν ἐγκαινίων της, ὁ Ἰουστινιανὸς φώναξε· «Νενίκηκά σε, Σολομῶν»· Σολομῶν, σὲ νίκησα, ὁ ναός μου εἶνε ἀνώτερος ἀπὸ τὸ δικό σου.
Πλούσιος, δραστήριος, ἱκανὸς βασιλεὺς ὁ Σολομῶν. Κοντὰ σ᾿ αὐτὰ εἶχε καὶ κάτι ἀνωτέρο· ἦταν σοφός. Ὅποιος θέλει νὰ τὸ διαπιστώσῃ, ἂς διαβάσῃ τὶς Παροιμίες του· εἶνε τρεῖς χιλιάδες πετράδια ἀνεκτιμήτου ἀξίας, ὅπου συμπυκνώνεται ἡ θεία σοφία.
Τέλος χαρακτηριστικό του εἶνε, ὅτι εἶχε εἰρηνικὴ βασιλεία. Δὲν εἶχε πολέμους καὶ κακουχίες ὅπως ὁ Δαυΐδ. Σαράντα χρόνια, ποὺ βασίλευσε, τίποτε δὲν τὸν τάραξε. Ἔζησε μάλιστα ζωὴ ἡδονῶν ἀπολαμβάνων ὅλα τὰ θέλγητρα. Εἶχε στὸ χαρέμι του 500 – 600 γυναῖκες, τὶς ὡραιότερες τοῦ κόσμου, καὶ στὸ τέλος εἶχε πέσει στὴ φιληδονία καὶ σαρκολατρία.
Ὅταν πλέον γέρασε, ἀναλογίστηκε· Τί κατάλαβες, βασιλιᾶ, ἀπὸ τὴ ζωή σου; Λεφτὰ μάζεψες, κτήρια ἔχτισες, ναὸ οἰκοδόμησες, σοφία εἶχες, βιβλία ἔγραψες, ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς γῆς ἔρχονταν νὰ σ᾿ ἀκούσουν, ἡδονὲς ἀπήλαυσες· λοιπὸν τί κατάλαβες; Καὶ τότε ὁ Σολομῶν ἔγραψε ἕνα λόγο, ποὺ εἶνε τὸ δυσκολώτερο μάθημα στὴ ζωή· «Ματαιότης, ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης» (Ἐκκλ. 1,2). Δηλαδή; Μηδὲν τὰ πλούτη, μηδὲν τὰ νιᾶτα, μηδὲν οἱ ἀπολαύσεις, μηδὲν οἱ ἔρωτες, μηδὲν οἱ γυναῖκες, μηδὲν οἱ θρόνοι, μηδὲν τὰ ἀξιώματα…. Ἕνα μόνο ἔχει ἀξία· αὐτὸ ποὺ ἐμεῖς τὸ λησμονήσαμε· «τὸν Θεὸν φοβοῦ καὶ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ φύλασσε, ὅτι τοῦτο πᾶς ὁ ἄνθρωπος» (ἔ.ἀ. 12,13). Ἔχε μέσ᾿ στὴν καρδιά σου φόβο Θεοῦ, προσπάθει νὰ ἐκτελῇς τὶς ἐντολὲς τοῦ θείου νόμου, καὶ τότε θὰ εἶσαι εὐτυχής.
  Αὐτὸς λοιπὸν ἦταν ὁ Σολομῶν. Καὶ γιατί τὸν ἀναφέρει ὁ Χριστός; – πᾶμε τώρα στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Τὸν ἀναφέρει, γιατὶ κοντὰ στὰ ἄλλα διακρινόταν καὶ γιὰ τὸ ντύσιμό του· φοροῦσε μεταξωτά, εἶχε στέμμα ἀπὸ διαμάντια. Ὅλοι τὸν θαύμαζαν ὅπως τὸν ἔβλεπαν «σὲ ὅλη τὴ δόξα του» (Ματθ. ἔ.ἀ.), ἄφθαστο στὴν ἐμφάνισι.
Κανείς δὲν τὸν ἔφθανε. Τί εἶπα, «κανείς»; Λάθος ἔκανα. Κάποιος ἄλλος τὸν ἔφθανε καὶ τὸν περνοῦσε. Ποιός; Ὦ ἀθάνατο Εὐαγγέλιο – τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ, τὸ χορτάρι τῆς γῆς! Βγῆτε ἔξω καὶ κοιτάξτε τὰ λιβάδια, τ᾿ ἀμπέλια, τὰ δάση. Εἶνε ντυμένα πιὸ ὡραῖα κι ἀπὸ τὸν Σολομῶντα. Εδατε λ.χ. τὴν ἀμυγδαλιὰ ὅταν εἶνε ἀνθισμένη, ντυμένη στὰ ἄσπρα; Καμμιά νύφη δὲν εἶνε ντυμένη τόσο ὄμορφα. Ποιός τὴν ἔντυσε, ποιά μοδίστρα τὴν ἔρραψε;
Ἂς ἦταν, λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμερα, ντυμένος ὁ Σολομῶν στὰ μεταξωτά· πιὸ ὄμορφα εἶνε τὰ λουλούδια. Ἕνα κρίνο, ναὶ ἕνα κρίνο, φτάνει νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὑπάρχει Θεός. Μὴ θαυμάζετε λοιπὸν τὸ βασιλιᾶ γιὰ τὴ φορεσιά του. Ἐλᾶτε νὰ σᾶς δείξω κάτι ἄλλα ὄντα ντυμένα ὡραιότερα. Εἶνε τὰ δέντρα, τὰ φυτά, τὰ ἄνθη, τὰ κρίνα. Ποιός τά ἔντυσε τόσο ὡραῖα; Μία ἡ λογικὴ ἀπάντησις· ὁ Θεός. Πῶς ἀπὸ ἕνα μικρὸ σπόρο ὅπως τὸ κεφάλι τῆς καρφίτσας βγαίνει ἕνας κρίνος, ἕνας πανσές, μιὰ μαργαρίτα, μιὰ παπαρούνα, ἕνα κυπαρίσσι, ἕνα πλατάνι; Ἀπορῶ πῶς ὑπάρχουν ἄπιστοι. Κι ἂν δὲν δέχωνται νὰ πιστέψουν στὸ Εὐαγγέλιο, κι ἂν δὲν θέλουν ν᾿ ἀκούσουν τὴ φωνὴ τῆς συνειδήσεως, κι ἂν δὲν πείθωνται ἀπὸ τὴ θέα τῶν ἄστρων τοῦ οὐρανοῦ, φτάνει, λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμερα, φτάνει ἕνα λουλούδι νὰ τοὺς διδάξῃ, ὅτι ὑπάρχει Θεός. Αὐτὸς ντύνει τὰ λουλούδια, τρέφει τὰ πουλιά, φροντίζει γιὰ ὅλα.

* * *

Καὶ γιατί μᾶς τὰ λέει αὐτὰ ὁ Χριστός; Γιὰ νὰ μᾶς διδάξῃ νά ᾿χουμε ἐμπιστοσύνη στὸ Θεό. Ἂν ὁ Θεὸς φροντίζῃ γιὰ τὰ λουλούδια, τὰ δέντρα, τὰ ζῷα, τὰ πουλιά, πολὺ περισσότερο γιὰ τὸν ἄνθρωπο, τὴν κορωνίδα τῆς θείας δημιουργίας. Ἔχε λοιπὸν ἐμπιστοσύνη σ᾿ αὐτόν.
―Δηλαδή, θὰ πῇς, νὰ παύσω νὰ φροντίζω; νὰ μὴ δουλεύω; νὰ πέσουμε στὸ κισμὲτ τοῦ Κορανίου καὶ στὴ μοιρολατρία;…
Ὄχι τέτοια πράγματα. Δὲ μᾶς εἶπε νὰ σταυρώσουμε τὰ χέρια καὶ νὰ περιμένουμε νὰ βρέξῃ ὁ οὐρανὸς καρβέλια. Ἀντιθέτως· τὸ Εὐαγγέλιο συνιστᾷ τὴν ἐργασία. «Ἐργάζεσθε», εἶπε ὁ Κύριος. Μία ἐντολὴ τοῦ Δεκαλόγου εἶνε αὐτή· «Ἓξ ἡμέρας ἐργᾷ καὶ ποιήσεις πάντα τὰ ἔργα σου· τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ σάββατα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου» (Ἔξ. 20,9-10). Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο μυρμήγκια στὴ δουλειά. Εὐλογημένοι ὅλοι ὅσοι ἐργάζονται. Ἡ ἐργασία εἶνε εὐλογία, ὄχι κατάρα. Ἀλλ᾿ ὅταν ξημερώσῃ Κυριακὴ καὶ χτυποῦν τὰ σήμαντρα, τότε ἄλτ! Φτερὰ στὰ πόδια γιὰ τὴν ἐκκλησία, νὰ σταθοῦμε μιὰ ὥρα μπροστὰ στὸν αἰώνιο Θεό, νὰ ποῦμε κ᾿ ἐμεῖς τὸ «Δόξα σοι, ὁ Θεός».
Λοιπὸν ἐμπιστοσύνη στὸ Θεό. Ὄχι ἀγωνία, τί θὰ κάνω, τί θὰ γίνουν ἡ γυναίκα καὶ τὰ παιδιά, τί θὰ γίνῃ τὸ μέλλον, τί θὰ φάω – τί θὰ πιῶ, πῶς θὰ πάῃ τὸ νόμισμα;… Αὐτὴ τὴν ἀγωνία, τὸ ἄγχος, διώχνει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο.
Ὅταν τὸν καιρὸ τῆς κατοχῆς περπατοῦσα στοὺς δρόμους τῆς Θεσσαλονίκης, εἶδα πάνω στὸ καροτσάκι ἑνὸς μεσόκοπου ἀνθρώπου ποὺ πουλοῦσε λαχανικὰ μιὰ ἐπιγραφή· «Ἔχει ὁ Θεός». ―Γιατί τὸ ἔγραψες; τὸν ἐρωτῶ. ―Ἐγὼ πιστεύω, μοῦ ἀπαντᾷ. Εἶμαι ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία. Οἱ Τοῦρκοι ἔσφαξαν τ᾿ ἀδέρφια μου, ἔρημος ἦρθα ἐδῶ. Ἔκανα οἰκογένεια, ἔχω γυναῖκα καὶ ἑφτὰ παιδιά. Σηκώνομαι τὸ πρωΐ, κάνω τὸ σταυρό μου καὶ ξεκινῶ. Τὸ βράδυ γυρίζω καὶ φέρνω τὸ ψωμὶ στὸ σπίτι. Εκοσι χρόνια δουλεύω μὲ τὸ καροτσάκι. «Ἔχει ὁ Θεός»… Νά ἡ πίστις!
Πιστεύουν σήμερα οἱ ἄνθρωποι; Δὲν πιστεύουν στὸ Χριστό, πιστεύουν στὸ «μαμωνᾶ» (Ματθ. 6,24), στὰ τριάκοντα ἀργύρια. Ἔχουν δίψα ἢ μᾶλλον λύσσα χρήματος. Καὶ μήπως εἶνε εὐτυχισμένοι; Οἱ πλούσιοι τῆς γῆς εἶνε δυστυχισμένοι· ἄλλοι καρδιακοί, ἄλλοι νευρικοί, ἄλλοι ψυχοπαθεῖς, πολλοὶ δὲ καὶ αὐτοκτονοῦν. Αἰώνιο τὸ Εὐαγγέλιο· δὲν εἶνε Θεὸς ὁ μαμωνᾶς.
Ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός. Ἡ ἐμπιστοσύνη στὴν πρόνοιά του, ἡ ἐργασία καὶ ἡ τιμιότης εἶνε τὰ πνευματικὰ κεφάλαια τῆς ζωῆς, γιὰ ν᾿ ἀποδεικνύεται πάντα ὅτι, «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν, οἱ δὲ ἐκζητοῦντες τὸν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντὸς ἀγαθοῦ» (Ψαλμ. 33,11).

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγίου Νικολάου Ἀκρίτα – Φλωρίνης τὴν 8-7-1973 μὲ ἄλλο τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 2-7-2006.

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.