Αυγουστίνος Καντιώτης



Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Γ’ ΛΟΥΚΑ, (Λουκ. 7,11-16) «Νεανισκε, σοι λεγω, εγερθητι» – Ενα ειναι παρηγορο· οτι θα γινη αναστασις νεκρων. Θα ελθη ημερα που θα σαλπισουν σαλπιγγες & οι νεκροι θ᾽ αναστηθουν. Ολοι θα παρουσιαστουμε ενωπιον του Κυριου, για να δωσουμε λογο των πραξεων μας. «Προσδοκω αναστασιν νεκρων και ζωην του μελλοντος αιωνος· αμην» (Συμβ. πίστ. 11-12)

date Οκτ 10th, 2021 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Γ΄ΛΟΥΚΑ

Κατά Λουκάν, κεφάλαιο Ζ΄, εδάφια 11-17

ανασταση του γιου11 Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἑξῆς ἐπορεύετο εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν· καὶ συνεπορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοὶ καὶ ὄχλος πολύς.12 ὡς δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρὶ αὐτοῦ, καὶ αὕτη ἦν χήρα, καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ. 13 Καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· μὴ κλαῖε· 14 καὶ προσελθὼν ἥψατο τῆς σοροῦ, οἱ δὲ βαστάζοντες ἔστησαν, καὶ εἶπε· νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι.15 Καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρὸς καὶ ἤρξατο λαλεῖν, καὶ ἔδωκεν αὐτὸν τῇ μητρὶ αὐτοῦ. 16 Ἒλαβε δὲ φόβος πάντας καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεόν, λέγοντες ὅτι προφήτης μέγας ἐγήγερται ἐν ἡμῖν, καὶ ὅτι ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ. 17 Καὶ ἐξῆλθεν ὁ λόγος οὗτος ἐν ὅλῃ τῇ Ἰουδαίᾳ περὶ αὐτοῦ καὶ ἐν πάσῃ τῇ περιχώρῳ.

Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΛΗ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2412

Κυριακὴ Γ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 7,11-16)
10 Ὀκτωβρίου 2021

Μαθημα περι θανατου

«Καὶ εἶπε· Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι» (Λουκ. 7,14)

Ἀκούγοντας τὸ ὄνομα «Χριστός», ἀγαπητοί μου, πολ­λοὶ ἀκόμη καὶ θρησκεύοντες δὲν ἀντιλαμβάνονται τὴν πλήρη ἀλήθεια γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας· τὸ ὄνομα «Χριστός», μόνο του, δὲν ἀποδίδει ὅλο τὸ ὕψος καὶ τὸ βά­θος τῆς πραγματικότητος γιὰ τὸ πρόσω­πο τοῦ Σω­τῆρος μας· ἀναφέρεται κυρίως στὴν ἀνθρώπινη φύσι του. Τὸ ὄνομα «Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς» δηλώνει καὶ τὶς δύο φύσεις.
Ἡ λέξι «χριστός» (ἀπὸ τὸ ῥῆμα χρίω ποὺ ση­μαίνει «ἀ­λείφω» ἢ «ἀλείβω»), θὰ πῇ «χρι­σμέ­νος», «ἀλειμμένος». Σύμφωνα δὲ μὲ τὴν ἁ­γία Γραφή, «χριστοὶ Κυρίου», χρισμένοι – ἀ­λειμμένοι μὲ ἱερὸ λάδι γιὰ τὸν Κύριο, ἦταν καὶ ἄλ­λοι ἄν­θρωποι, οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ ἀρ­χιερεῖς, ποὺ ἀ­σκοῦσαν ἐξουσία μὲ θεϊκὴ ἐν­τολή (βλ. π.χ. Λευϊτ. 4,5,16· 21,10. Α΄ Βασ. 16,12-13· 24,7· 26,9 κ.ἀ.). Αὐτοὶ πρὶν ἀ­ναλάβουν τὰ καθήκοντά τους ἐχρί­ον­το, ἀ­λείφον­ταν, μὲ λά­δι. Αὐτοὶ ἦταν οἱ μικροὶ «χριστοί», μὲ μικρὸ χῖ. Ὁ ἕνας κατ᾽ ἐξοχὴν καὶ μοναδι­κὸς «Χρι­στὸς Κυρίου» (Λουκ. 2,26), μὲ χῖ κεφαλαῖο, εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Δὲν τὸν ἔχρισε ἄνθρω­πος μὲ λάδι· τὸν ἔχρισε αὐ­τὸς ὁ Θεὸς μὲ Πνεῦ­μα ἅγιο (βλ. Ἠσ. 61,1=Λουκ. 4,18. Πράξ. 10,38).

Ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀπὸ Ναζαρὲτ ἐμφανίστηκε βέβαια ὡς ἄνθρωπος στὴ γῆ· γεννήθηκε ἀπὸ ἁ­γία μητέρα, τῆς ἀχράντον ὑπεραγίαν Θεοτόκον. Ἀλλὰ εἶνε Θεός, Θεὸς ἀληθινός, τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδος (τὸ τρίτο πρόσωπο εἶνε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο) – Τριὰς ἁ­γία, τρισήλιος Θεότης, σῶσον ἡμᾶς!
Τὸ ὅτι εἶνε Θεὸς τὸ ἀποδεικνύουν τὰ θαύματά του. Ποιά θαύματα; Μὰ εἶνε ἄπειρα. Μετρᾷς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ; μετρᾷς τὶς σταγόνες τῶν ὠκεανῶν; μετρᾷς τὰ φύλλα τῶν δα­σῶν; μετρᾷς τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου; Ἄλλο τόσο μπο­ρεῖ κανεὶς νὰ μετρήσῃ τὰ θαύματα, ποὺ ἔ­κανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ μέχρι συντελείας τῶν αἰ­ώνων ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.
Ἕνα λοιπὸν ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα θαύματα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶνε αὐτὸ ποὺ διηγεῖται σήμερα τὸ εὐαγγέλιο (βλ. Λουκ. 7,11-16).

* * *

Ὁ Ἰησοῦς, συνοδευόμενος ἀπὸ τοὺς μαθητάς του καὶ κόσμο πολύ, ἐπισκέφθηκε τὴ Ναΐν, μιὰ πόλι ἂς ποῦμε σὰν τὴ Φλώρινα. Πῆ­γε ἐκεῖ, γιὰ νὰ διδάξῃ, νὰ κατηχήσῃ τὸ λαό. Ἀλλὰ στὴν εἴσοδο τῆς πόλεως εἶδαν νὰ γίνεται ἐκφορὰ νεκροῦ, γινόταν κηδεία. Μέσα στὸ φέρετρο ἦταν ἕνας νέος, «νεανίσκος» ὅ­πως τὸν λέει τὸ εὐαγγέλιο (ἔ.ἀ. 7,14), καὶ πίσω ἀπ᾽ τὸ φέρετρο ἀκολουθοῦσε κλαίγοντας γοερὰ ἡ μητέρα τοῦ νεκροῦ, ποὺ ἦταν χήρα καὶ τὸν εἶ­χε μοναχοπαίδι· ἄλλη παρηγοριὰ καὶ στήρι­γμα ἀπ᾽ αὐτὸν δὲν εἶχε. Πλῆθος λαοῦ τῆς πόλεως ἀκολουθοῦσε τὴν κηδεία.
Ὁ Χριστὸς σπλαχνίστηκε τὴ χήρα καὶ τῆς λέει· «Μὴ κλαῖε» (ἔ.ἀ. 7,13). Δὲν ἔμεινε ὅμως μόνο σ᾽ αὐτό· πλησίασε, ἐνῷ αὐτοὶ ποὺ σήκωναν τὸ φέρετρο σταμάτησαν, ἅπλωσε τὸ χέρι του πάνω στὸ νεκρὸ σῶμα, τὸ ἄγγιξε καὶ εἶπε· «Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι», παλληκάρι, σ᾽ ἐσένα μι­λῶ, σήκω ἐπάνω. Κι ἀμέσως, ἐκεῖ μπροστὰ σὲ ὅλους, ἔγινε τὸ θαῦμα· ὁ νεκρὸς νεανίσκος ἀνακάθισε μέσα στὸ φέρετρο καὶ ἄρχισε νὰ μιλάῃ! Ἔτσι ὁ Χριστὸς τὸν παρέδωσε ἀναστημένο στὴ μητέρα του, καὶ τὰ δάκρυα τοῦ πένθους της ἔγιναν δάκρυα χαρᾶς.
Ὅλοι τότε μπροστὰ στὸ θαῦμα αὐτὸ ἔνιωσαν δέος γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ. Χαρούμενοι δό­­ξαζαν μ᾽ ἕνα στόμα τὸ Θεὸ καὶ ἔλεγαν ὁ ἕνας στὸν ἄλλο· Μεγάλος προφήτης ἐμ­φανίστηκε ἀνάμεσά μας καὶ «ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ» (ἔ.ἀ. 7,14-16).
Αὐτὸ μὲ συντομία εἶνε τὸ σημερινὸ εὐαγγέ­λιο. Τί λέει; Τὸ μάθημα εἶνε περὶ θανάτου.

* * *

Ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὴ Γραφή, γεννήθηκε ἀ­θάνατος. Μικρόβιο δὲν ὑπῆρχε στὸν παράδει­σο. Μετὰ τὴν ἁμαρτία παρουσιάστηκαν τὰ μικρόβια τῶν ἀσθενειῶν, ἀπὸ τὰ ὁ­ποῖα σήμερα ταλαιπωρούμεθα. Καὶ παρ᾽ ὅλες τὶς προσπάθειες τῶν ἐπιστημόνων, πολλὲς ἀσθένειες μέ­νουν ἀνίατες καὶ πεθαίνουμε. Ὡς τιμωρία τῶν ἁ­μαρ­τιῶν μας παρουσιάστηκαν ὁ καρκίνος, τὸ ἔητζ (aids) καὶ ἄλλες ἀσθένειες, ποὺ θερίζουν κόσμο. Ὁ ἀ­θάνατος ἄνθρωπος ἔγινε θνητὸς καὶ πεθαίνει. Ὁ χρόνος ποὺ ζῇ ἐπὶ τῆς γῆς εἶ­νε ὡρισμένος· σὲ ἄλλον μικρότερος, σὲ ἄλ­λον μεγαλύτερος. Ἀλλὰ καὶ ἑκατὸ χρόνια νὰ ζή­σῃς, καὶ μαθουσάλεια νὰ γίνουν τὰ χρόνια σου, κάποτε θὰ περάσουν καὶ θὰ ἔλθῃ ὁ θάνα­τος· ὁ χρόνος μᾶς δίδεται ὡς προθεσμία καὶ συνεχῶς τρέχει. Ἐν τέλει, δὲν ἔχει σημασία πόσο χρόνο θὰ ζήσουμε, ἀλλὰ πῶς θὰ ζήσουμε, τί θὰ κάνουμε μέσα στὸν χρόνο αὐτόν.
Γι᾽ αὐτὸ πρέπει συνεχῶς νὰ σκεπτώμαστε τὸ θάνατο. Ὁ Φίλιππος, ὁ βασιλεὺς τῆς Μακε­δονίας μας, εἶχε μιὰ καλὴ συνήθεια· εἶχε διατά­ξει ἕνα στρατιώτη του, κάθε πρωὶ μόλις ἀ­να­τέλλει ὁ ἥλιος νὰ παρουσιάζεται μπροστά του καὶ νὰ τοῦ λέῃ· «Φίλιππε, μέμνησο, ὅτι θνη­τὸς εἶ»· βασιλιᾶ, νὰ θυμᾶσαι, ὅτι εἶσαι θνητός. Ἄλ­λος βασιλεύς, τῆς ῾Ρώμης, ἐξέταζε τὸ βράδυ τὸν ἑαυτό του· κι ὅταν εὕρισκε ὅτι δὲν ἔ­κανε τί­ποτα καλό, ἔλεγε· «Ἔχασα τὸν καιρό μου, ἔ­χασα τὴν ἡμέρα μου». Καὶ ἔτσι εἶνε βέβαια. Καὶ ὁ Ξέρξης, ὁ βασιλεὺς τῶν Περσῶν ποὺ ἐξ­εστράτευσε ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος καὶ ἔφτασε μέχρι τὶς Θερμοπύλες, ἐκεῖ ποὺ παρέταξε τὸ στρατό του, χιλιάδες μαχητάς, κ᾽ ἐπιθεωροῦ­σε τὸ στράτευμά του, σὲ μιὰ στιγμὴ τὸν εἶ­­δαν νὰ κλαίῃ, νὰ τρέχουν δάκρυα ἀπὸ τὰ μά­τια του. Γιατί; Διότι, λέει ἡ Ἱστορία, τὴν ὥ­ρα ἐκείνη θυμήθηκε τὸ θάνατο, ὅτι μετὰ ἀ­πὸ ἑκατὸ χρόνια κανείς ἀπὸ ὅλους αὐτοὺς δὲν θὰ ὑ­πάρχῃ στὴ ζωή! Καὶ ὁ σοφὸς Σολομῶν, ποὺ ὑπὸ τὴν ἐξουσία του συγκέντρωσε ὅλα τὰ πλούτη καὶ τοὺς θησαυρούς (στέρνες χρυσοῦ ὑπῆρχαν στὰ ὑπόγεια τῶν ἀνακτόρων), ὅ,τι ζηλεύει ὁ κόσμος (ὅταν ἴσχυε ἡ πολυγαμία εἶχε συζύγους τὶς ὡραιότερες γυναῖκες τοῦ κόσμου), ποιό ἦταν στὸ τέλος τὸ συμπέρα­σμα τῆς ζωῆς του· «Ματαιότης μαται­οτήτων, τὰ πάντα ματαιότης» (Ἐκκλ. 1,2) καὶ ἕνα εἶ­νε τὸ οὐσιῶδες δίδαγμά του, ὁ φόβος Κυρίου· «Τὸν Θεὸν φο­βοῦ καὶ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ φύλασσε, ὅτι τοῦ­το πᾶς ἄνθρωπος» (ἔ.ἀ. 12,13).
Μὴ λησμονοῦ­με, ἀγαπητοί μου, ὅτι ἡ ὥ­ρα τοῦ θανάτου εἶνε ἄγνωστη. Ὅπως ὁ κλέφτης τρυπώνει σὲ ὥρα ποὺ δὲν περιμένουμε, ἔτσι καὶ ὁ θάνατος. Ἔρχεται μὲ χίλιες μορφές, καὶ θερίζει συνεχῶς τὴν ἀνθρωπότητα. Ἕνα διήγημα, τὸ ὁποῖο σᾶς μετα­φέρω μὲ συνομία, λέει τὸ ἑξῆς. Ὁ χάρος πῆρε ἐντολή, νύχτα ἡ ὥ­ρα νὰ πάρῃ κάποια ψυχή. Ἀλλὰ ἔκανε λάθος στὴ διεύθυνσι καὶ μπῆκε σὲ ἄλλο σπίτι. Ἐκεῖ τὸν δέχτηκαν μὲ φόβο καὶ τρόμο, τὸν περιποιήθηκαν, καὶ τέλος ὁ νοικοκύρης τοῦ λέει· –Κάνε μου μιὰ χάρι, χάρε. –Τί χάρι θέ᾽ς; –Ὅ­ταν πρόκειται νὰ πεθάνω, νὰ μὲ εἰ­δοποιήσῃς ἕνα χρόνο νωρίτερα. –Σοῦ τὸ ὑπόσχο­μαι, λέει ὁ χάρος. Μετὰ ἀπὸ καιρὸ λοιπόν, ἀφοῦ μεσολάβησε ἀρκετὸ διάστημα, νά κ᾽ ἐμ­φανίζεται ὁ χάρος μὲ τὰ μαῦρα φτερά του. Μπῆκε στὸ σπίτι καὶ ὅλοι ταράχτηκαν. –Ἔχω ἐντολὴ νὰ σὲ πάρω, λέει στὸ νοικοκύρη. –Νὰ μὲ πά­ρῃς; Μὰ γιατί δὲν τήρησες τὸ λόγο σου; Δὲν εἴπαμε, ὅτι θὰ μὲ προειδοποιήσῃς; –Σὲ προει­δ­οποίησα πολλὲς φορές, ἀλλὰ ἐσὺ δὲν ἔ­δωσες σημασία. –Μὰ πότε; –Ἄλλοτε ὁ σφυ­­γμός σου ἦταν ἄτακτος, ἄλλοτε ἐξασθένησαν τὰ μάτια σου, ἄλλοτε μειώθηκε ἡ ἀκοή σου, ἄλ­λο­τε ἄλ­λα μέλη, ἄλλοτε ὅλο τὸ σῶμα σου…
Τί ἦταν αὐτά, ἀγαπητοί μου; Προειδοποιήσεις, ὅ­τι ὁ χάρος ἔρχεται. Ἐν τούτοις ἐμεῖς δὲν προσέχουμε τὶς προειδοποιήσεις καὶ βαδίζουμε σὰν ἄφρονες στὸν κόσμο αὐτόν. Ἔρ­χεται! ἄγνωστη ἡ ἡμέρα καὶ ἡ ὥρα του.

* * *

Μακάρια τὰ νήπια, ἀδελφοί μου, ποὺ φεύγουν ἀθῷα, γιὰ νὰ εἶνε κοντὰ στὸ Θεό· καὶ μακάριοι οἱ ὥριμοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι διὰ μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως ἔχουν καθαρίσει τὸν ἑαυτό τους ἀπὸ τὰ ἑκούσια καὶ ἀκούσια ἁμαρτήματα. Αὐτὰ μᾶς ὑπενθυμίζει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο. Ἕνα πάντως εἶνε τὸ παρήγορο· ὅτι θὰ γίνῃ ἀνάστασις νεκρῶν. Θὰ ἔλθῃ ἡμέρα ποὺ θὰ σαλπίσουν σάλπιγγες καὶ οἱ νεκροὶ θ᾽ ἀναστηθοῦν. Ὅλοι θὰ παρουσιαστοῦμε ἐ­νώπιον τοῦ Κυρίου, γιὰ νὰ δώσουμε λόγο τῶν πράξεών μας. «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος· ἀμήν» (Σύμβ. πίστ. 11-12). Μ᾽ αὐτὴ τὴν πίστι νὰ ζοῦμε, ἀδελφοί μου. Νὰ ζοῦμε μὲ τὴν πίστι, ὅτι εἴμαστε θνητοί· θνη­τοὶ ὅμως ὄχι ὅπως τὸ ἐννοοῦν οἱ χιλιασταί, ἀλ­λὰ θνητοὶ προωρισμένοι νὰ ζήσουμε σ᾽ ἕνα κόσμο ἀφάνταστα ὡραῖο, ἀπείρως ὡ­ραι­ότερο ἀπὸ τὸν παρόντα σημερινό.
Αὐτὰ νὰ σκεπτώμαστε. Καὶ νὰ εὐχώμαστε στὸ Θεό, νὰ παραδώσουμε ἐν μετανοίᾳ καὶ ἐξομολογήσει τὶς ψυχές μας στὸν Κύριο τῶν ὅλων· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 9-10-1994 πρωί, μὲ νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ μικρὴ ἀναπλήρωσις 9-9-2021.

4219881

Ερμηνευτική απόδοση από τον μακαριστό Παν. Τρεμπέλα

11 Αργότερα, κάποια μέρα, ο Ιησούς πήγαινε σε κάποια πόλη που λεγόταν Ναΐν. Μαζί Του βάδιζαν και οι μαθητές Του, οι οποίοι ήταν αρκετοί, καθώς και πλήθος λαού πολύ. 12 Μόλις όμως πλησίασε στην πύλη της πόλεως, ιδού, έβγαζαν έξω έναν νεκρό, τον μονάκριβο γιο μιας μητέρας που ήταν χήρα και δεν είχε κανέναν άλλο προστάτη στον κόσμο. Και μαζί με αυτήν ήταν και πολύς λαός απ’ την πόλη που συνόδευε και παρακολουθούσε με μεγάλη συμπόνια την κηδεία. 13 Όταν είδε τη χήρα ο Ιησούς, την σπλαχνίσθηκε, και γνωρίζοντας με βεβαιότητα ότι σε λίγο θα ανέσταινε τον γιο της της είπε: «Μην κλαις». 14 Τότε πλησίασε και άγγιξε το φέρετρο. Και εκείνοι που το σήκωναν, στάθηκαν. Και είπε ο Ιησούς: «Νέε μου, σε σένα μιλώ. Σήκω». 15 Τότε ο νεκρός ανασηκώθηκε και κάθισε ζωντανός πάνω στο φέρετρο και άρχισε να μιλάει. Και ο Ιησούς τον παρέδωσε στη μητέρα του. 16 Όλους τότε τους κυρίευσε φόβος, διότι αισθάνονταν την παρουσία θείας δυνάμεως μέσα στην αμαρτωλότητα και αναξιότητά τους. Και δόξαζαν τον Θεό και έλεγαν ότι «μεγάλος προφήτης εμφανίστηκε ανάμεσά μας και ότι ο Θεός επισκέφθηκε τον λαό του για να τον προστατεύσει». 17 Και διαδόθηκε για τον Ιησού αυτή η φήμη της αναστάσεως του γιου της χήρας σε όλη την Ιουδαία και σε όλες τις γειτονικές περιοχές που ήταν τριγύρω από την Ιουδαία.

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.