Αυγουστίνος Καντιώτης



Archive for the ‘ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΝΑΟΣ’ Category

“ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΝΑΟΣ”

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Δεκ 11th, 2009 | filed Filed under: ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΝΑΟΣ

*****************************

“ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΝΑΟΣ”

ΒΙΒΛΙΟ: ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ

*****************************

ΟΡΘΟΔ. ΝΑΟΣ εξ

*****************************

“ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΝΑΟΣ”

Ἐνα βιβλίο τοῦ π. Αὐγουστίνου χρήσιμο, πού πρέπει να διαβάσει κάθε Ορθόδοξος Χριστιανός

*************************************************************************

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΟΡΘ. Ν. 1«Κυριακή», το μικρό αυτό φυλλάδιο του Επισκόπου π. Αυγουστίνου Καντιώτου διαβάζετο κάθε Κυριακή στους Ναούς της περιφερείας του και εδίδετο στους πιστούς. Το πρώτο έτος (1971) δημοσίευσε ομιλίες πάνω στα Ευαγγέλια των Κυριακών, οι οποίες κυκλοφόρησαν και σε βιβλίο με τον τίτλο «Κυριακή». Το δεύτερο έτος (1972) δημοσίευσε ομιλίες πάνω στους Αποστόλους των Κυριακών, οι οποίες κυκλοφόρησαν σε βιβλίο με τον τίτλο «Απόστολος».

Τα δύο επόμενα έτη η «Κυριακή» δημοσίευσε σύντομα κηρύγματα πάνω σε άλλα θέματα. Οι χριστιανοί τιμούν τους Αγίους, χωρίς όμως να ξέρουν τις πιο πολλές φορές τη ζωή τους και το μήνυμα, το οποίο κάθε Άγιος δίνει για την εποχή μας. Γι’ αυτό το τρίτο έτος (1973) η «Κυριακή» δημοσίευσε ομιλίες πάνω στη ζωή των Αγίων, οι οποίες κυκλοφόρησαν σε βιβλίο με τον τίτλο «Μυρίπνοα Άνθη». Το τέταρτο δε έτος (1974) η «Κυριακή» δημοσίευσε ομιλίες πάνω σε διάφορα βασικά ανθρώπινα πάθη και ελαττώματα.

Οι ομιλίες αυτές κυκλοφόρησαν σε βιβλίο με τον τίτλο «Κοινωνικές πληγές».

Αλλά για να είναι συνειδητός ένας χριστιανός δεν αρκεί να πιστεύει ορθά και να ζει ηθικά. Πρέπει και να λατρεύει αληθινά. Πολλοί χριστιανοί μας αγνοούν βασικά πράγματα της ορθοδόξου λατρείας και το βαθύτερο νόημα των διαφόρων λειτουργικών τύπων. Αγνοούν τον τόπο της λατρείας και όλα όσα βρίσκονται μέσα σ’ αυτόν. Μπαίνουν μέσα στο Ναό, χωρίς όμως να γνωρίζουν που μπαίνουν και τι σημαίνουν όλα αυτά που βλέπουν μπροστά τους. Αγνοούν τον τύπο της λατρείας. Αυτό που λέγεται «τυπικό» των διαφόρων ιερών ακολουθιών είναι άγνωστο στους πολλούς. Κι έτσι παρατηρείται το φαινόμενο να μπαίνουν χριστιανοί στο Ναό και να μη μπορούν να καταλάβουν σε ποιο σημείο του όρθρου ή της θ. Λειτουργίας βρίσκεται ο ιερεύς ή ο ψάλτης. Ακόμη αγνοούν την ουσία της ορθοδόξου λατρείας, την ουσία που κρύβεται πίσω από τους διαφόρους τύπους της λατρείας.

Η άγνοια του τόπου, δηλαδή του Ναού, του τύπου, δηλαδή του τυπικού της λατρείας, και της ουσίας της λατρείας, η άγνοια αυτή είναι μία από τις σπουδαιότερες αιτίες που συνεχώς αραιώνουν τα εκκλησιάσματα και αδειάζουν οι Ναοί. Η άγνοια αυτή εγκυμονεί κλιμακωτά τους εξής κινδύνους:

1) Τον κίνδυνο της τυπολατρίας. Οι χριστιανοί μπαίνοντας στο Ναό εκτελούν διαφόρους νεκρούς τύπους, κάνουν μερικές κινήσεις, προβαίνουν σε διάφορες ενέργειες, ακούνε ορισμένα ακατανόητα πράγματα και με το «Δι’ ευχών…» φεύγουν έχοντας την ψευδαίσθηση πως εκκλησιάστηκαν. Νομίζουν πως αν γίνουν ορισμένα πράγματα, έστω και ασυναίσθητα, και αν λεχθούν όλα τα «γράμματα», έστω και ακαταλαβίστικα, εξεπλήρωσαν το λατρευτικό τους καθήκον. Φοβερός ο κίνδυνος της τυπολατρίας.

2) Τον κίνδυνο της συνηθείας. Ιερείς και ψάλτες, αλλά και ο πολύς λαός κινούνται από το νόμο της συνηθείας κατά την ώρα της κοινής λατρείας. Κινούνται μηχανικά σαν ρομπότ, και λέγουν και ψάλλουν μηχανικά σαν γραμμόφωνα και μαγνητόφωνα.

3) Τον κίνδυνο της ασεβείας. Σε στιγμές φρικτές, όπου τα ιερότατα Μυστήρια τελεσιουργούνται, πολλοί χριστιανοί, αγνοώντας τη σημασία των στιγμών αυτών, δεν προσέχουν, δεν προσεύχονται, δεν μεταρσιώνονται, αλλ’ αντίθετα σκέπτονται άλλα πράγματα – μερικές φορές και αμαρτωλά -, συζητούν, ατακτούν, θορυβούν, με μια λέξη ασεβούν. Ω εάν ήξεραν τι γίνεται τις στιγμές αυτές!

4) Τον κίνδυνο της απομακρύνσεως από το Ναό. Όταν για πολλά χρόνια μπαίνουν στο Ναό και δεν συμμετέχουν στα τελούμενα μέσα σ’ αυτόν αισθάνονται κούραση. Δεν τους τραβά το ενδιαφέρον η λατρεία. «Τα ίδια και τα ίδια ακούω. Βαρέθηκα πια…», είναι συνηθισμένη δικαιολογία ανθρώπων, που έχουν άγνοια της ορθοδόξου λατρείας. Και πράγματα, τα οποία θα έπρεπε να τους ευφραίνουν, τους φαίνονται ανιαρά και τους κουράζουν, και παύουν να εκκλησιάζονται τακτικά.

Λόγω της αγνοίας πολλών χριστιανών πάνω στα θέματα της ορθοδόξου λατρείας, ο Επίσκοπος Φλωρίνης έκρινε σκόπιμο ν’ ασχοληθεί στην «Κυριακή» και με θέματα αφορώντα το Ναό και την ορθόδοξο λατρεία, και ιδιαίτερα τη θ. Λειτουργία. Και αφιέρωσε όλες τις ομιλίες της «Κυριακής» του έτους 1975 στον Ορθόδοξο Ναό και σ’ όσα βρίσκονται μέσα σ’ αυτόν. Με τις διαφωτιστικές και ερμηνευτικές αυτές ομιλίες αποβλέπει στην επάνοδο στο πνεύμα της αληθινής και ζωντανής λατρείας. Ας θυμηθούμε την μεγαλοπρεπή διακήρυξη του Xριστού στη Σαμαρείτιδα: «Πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δεί προσκυνείν» (Ιωάν. 4, 24). Ας θυμηθούμε ακόμα και δύο λόγους του Αποστόλου Παύλου. Ο ένας τονίζει, πως όσα λέγονται κατά την ώρα της κοινής προσευχής πρέπει να είναι κατανοητά: «Εν εκκλησία θέλω πέντε λόγους δια του νοός μου λαλήσαι, ίνα και άλλους κατηχήσω, ή μυρίους λόγους εν γλώσση» (α΄ Κορ. 14, 19). Ο άλλος τονίζει, πως οι ψαλμοί και οι ύμνοι δεν πρέπει να λέγωνται απλώς με τα χείλη, αλλά να βγαίνουν από την καρδιά υμνών τω Κυρίω» (Εφες. 5, 19)

Οι ομιλίες της «Κυριακής» για το Ναό και την κοινή λατρεία εκδίδονται στον παρόν βιβλίο με τον τίτλο «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΝΑΟΣ». Έχουν ύφος απλοϊκό και είναι γραμμένες σε γλώσσα δημοτική. Δεν απευθύνονται μόνο σε μορφωμένους κληρικούς και λαϊκούς, ώστε ν’ ασχολούνται με λατρευτικές λεπτομέρειες. Απευθύνονται και στον απλοϊκό λαό, και γι’ αυτό είναι γραμμένες με απλότητα. Είναι ομιλίες προορισμένες για το λαό, που αγνοεί στοιχειώδη πράγματα της ορθοδόξου λατρείας.

Είθε το μικρό τούτο βιβλίο να συμβάλει στη λειτουργική αναζωπύρωση του λαού μας· να συντελέσει, ώστε οι πιστοί μας να παύσουν να βλέπουν το Ναό σαν τόπο εκμεταλλεύσεως, σαν τόπο κουραστικών ακολουθιών, σαν τόπο που λέγονται και γίνονται ακατανόητα πράγματα, σαν τόπο επιδείξεως, αλλά να τον βλέπουν σαν «οίκο του Πατρός», σαν σπίτι του Θεού, σαν τόπο προσευχής, σαν χώρο ιερό και άγιο, σαν χώρο της κοινωνίας των πιστών, της κοινής λατρείας, της συμμετοχής στα Ιερά Μυστήρια, σαν χώρο θείας μεθέξεως και αρρήτου ευφροσύνης. Να βλέπουν το Ναό σαν ένα κομμάτι του Ουρανού κάτω στη γη. «Εν τω Ναώ εστώτες της δόξης σου, εν ουρανώ εστάναι νομίζομεν»).

*****************************

ΚΛΕΙΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

*****************************

Ορθ. Ναο 3Ο λαός μας, αγαπητοί μου, ο λαός μας δεν είναι άθεος. Όταν πριν από πέντε χρόνια έγινε απογραφή σ’ όλο το κράτος, ελάχιστοι ήταν εκείνοι που δήλωσαν ότι είναι άθεοι. Τα 98% του πληθυσμού δήλωσαν πως είναι χριστιανοί και ανήκουν στην Ορθόδοξο Εκκλησία. Αυτό φαίνεται και στις ταυτότητές τους.

Η θρησκεία μας, η Ορθόδοξος Εκκλησία, είναι η μόνη αληθινή θρησκεία, που ικανοποιεί την ψυχή του ανθρώπου. Αυτό δεν το λέμε εμείς· γράφουν και το κηρύττουν άνθρωποι που δεν ανήκουν στην Ορθόδοξο Εκκλησία, αλλά σ’ άλλα δόγματα και σ’ άλλες θρησκείες. Αυτοί, όταν έρχωνται στην πατρίδα μας και μπαίνουν σε εκκλησία ορθόδοξη και παρακολουθούν τη θεία λειτουργία συγκινούνται και δάκρυα τρέχουν απ’ τα μάτια τους.

***

Ναι, αγαπητοί μου, έχουμε την πιο ωραία θρησκεία του κόσμου! Εν τούτοις, ενώ ξένοι θαυμάζουν τη θρησκεία μας, αντιθέτως εμείς, που ’χουμε βαπτιστεί μέσα στις κολυμβήθρες της Ορθοδόξου Εκκλησίας και από βρέφη είμαστε γραμμένοι στα μητρώα της και λεγόμαστε ορθόδοξοι χριστιανοί, εμείς δεν ξέρουμε τη θρησκεία μας, δεν ξέρουμε τι θησαυρό ανεκτίμητο έχουμε. Ας μη φανεί αυτό υπερβολικό. Υπάρχει μεγάλη άγνοια της θρησκείας μας. Όχι γιατί οι άνθρωποι σήμερα είναι αγράμματοι. Σχολεία κάθε είδους και πανεπιστήμια έχει γεμίσει ο τόπος μας. Υπάρχουν ακόμα σχολές ξένων γλωσσών. Και μόνο η γλώσσα της Εκκλησίας είνε άγνωστη.

Ξέρουν οι άνθρωποι πολλά και διάφορα, αλλά πάνω στο θέμα της θρησκείας έχουν μεσάνυχτα. Φοβερή είνε η άγνοια που ’χουν. Όχι μόνο βοσκοί, γεωργοί και εργάτες μας, όχι μόνο οι αγράμματοι, αλλά κι αυτοί που ξέρουν ξένες γλώσσες και βγήκαν από πανεπιστήμια και ανώτερες σχολές και ταξίδεψαν στο εξωτερικό· αυτοί δα είνε εκείνοι που έχουν την πιο μεγάλη άγνοια. Γιατί οι άλλοι κάπου – κάπου πηγαίνουν στη εκκλησία κάτι ακούνε κι ας μη το καταλαβαίνουν. Υπάρχουν δε ανάμεσα στο φτωχό και εργατικό λαό μας αξιοθαύμαστα παραδείγματα ανθρώπων που, επειδή εκκλησιάζονται τακτικά και παρακολουθούν με προσοχή και κατάνυξη όσα λέγονται και γίνονται μέσα στην εκκλησία, ξέρουν πολύ περισσότερα απ’ ότι ξέρει ένας επιστήμονας, που ποτέ του δεν πάτησε στην εκκλησία και όμως έχει τη θρασύτητα να μιλάει για τα θέματα της Εκκλησίας σαν άλλος παπάς.

***

Τι άγνοια της θρησκείας υπάρχει στο λαό, αλλά προ παντός στις τάξεις των εγγραμμάτων και των επιστημόνων, φτάνουν ν’ αποδείξουν δυο τρία παραδείγματα που θ’ αναφέρουμε. Ένας, που έκανε τον πολύ μορφωμένο και είχε και μεγάλη θέσι, κάποτε λόγω της θέσεώς του υποσχέθηκε να πάει στην εκκλησία. Ο ιερεύς λειτουργούσε. Αλλά ο κύριος αυτός δεν ήξερε σε ποιο σημείο βρισκόταν η θεία λειτουργία και δειλά – δειλά ρωτούσε το διπλανό του αν αργή να σχολάσει η εκκλησία. Στεκόταν μέσα στην εκκλησία τελείως αδιάφορος και γύριζε το κεφάλι του δεξιά και αριστερά. Αυτά που λεγε ο ιερεύς και έψελναν οι ψάλτες του φαινόντουσαν γιαπωνέζικα.

Ένας άλλος πάλι, δικηγόρος αυτός απ’ τους καλύτερους, όταν κάποιος τον ρώτησε πόσα είναι τα Ευαγγέλια, αυτός απάντησε ότι είνε δώδεκα! Κι επέμενε ότι είνε δώδεκα! Κι όταν τον ρώτησαν γιατί είνε δώδεκα, είπε ότι είνε δώδεκα τα Ευαγγέλια που διαβάζονται την Μεγάλη Πέμπτη. Ο ταλαίπωρος! Δεν είχε πιάσει ποτέ στα χέρια το μια Καινή Διαθήκη, να τη φυλλομετρήσει και να δει ότι τα Ευαγγέλια είνε τέσσερα. Τα δώδεκα Ευαγγέλια είνε δώδεκα εκλεκτές περικοπές παρμένες από τα τέσσερα Ευαγγέλια και διηγούνται τα σεπτά πάθη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Έτσι τα Ευαγγέλια αυξήθηκαν και έγιναν δώδεκα! Ταλαίπωρος αυτός και οι όμοιοί του! Βλέπουν το Ευαγγέλιο κάθε μέρα στα δικαστήρια και σπρώχνουν τους ανθρώπους να ορκίζονται πάνω σ’ αυτό, μα ούτε αυτοί ούτε οι δικασταί που δικάζουν δεν τα’ ανοίγουν ποτέ να δούνε πώς ο Κύριος απαγορεύει απολύτως τον όρκο.

Άλλοι δε απ’ αυτούς τους δήθεν μορφωμένους, όταν πηγαίνουν στην εκκλησία και υπάρχει ανάγκη να πούνε το «Πιστεύω» ως ανάδοχοι (νουνοί), δεν είνε σε θέσι να το πούνε, κι όμως αναλαμβάνουν να διδάξουν τη θρησκεία στα παιδιά που βαφτίζουν. Αγνοούν στοιχειώδη πράγματα της θρησκείας. Αλλ’ ενώ ούτε αλφαβητάριο της θρησκείας δεν ξέρουν. Ξέρουν όμως, όπως είπαμε, πολλά και διάφορα. Διαβάζουν διάφορα περιοδικά και εφημερίδες και θεωρούνται άνθρωποι με εγκυκλοπαιδική μόρφωση. Αλλά περί θρησκείας τίποτε.

Στα παλιά τα ευλογημένα χρόνια της φυλής μας, όταν άκμαζε η θρησκεία και τα πρώτα βιβλία που διάβαζαν τα παιδιά ήταν το Ψαλτήρι και το Οκτωήχι, οι άνθρωποι της σκλαβωμένης πατρίδας ήξεραν πολύ περισσότερα απ’ ότι ξέρουν οι σημερινοί επιστήμονες που γέμισε ο τόπος μας. Ήταν άνθρωποι της Εκκλησίας.

Άγνοια της θρησκείας! Υπάρχουν όμως και μερικοί, που επειδή ξέρουν κάτι απ’ τη θρησκεία, νομίζουν πως τα ξέρουν όλα και δεν έχουν ανάγκη από άλλη διδασκαλία. Πόσο πλανώνται! Πρώτα – πρώτα τα λίγα που ξέρουν δεν τα ξέρουν σωστά. Και συμβαίνει μ’ αυτούς ό,τι συμβαίνει με κάποιον που βλέπει ένα λουλούδι και νομίζει ότι απλώς επειδή το βλέπει ξέρει και όλα τα μυστικά του λουλουδιού, και γι’ αυτό το βλέπει αδιάφορα και δεν το θαυμάζει. Αλλ’ αν το λουλούδι αυτό το πάρει ένας επιστήμονας και το εξετάσει με το μικροσκόπιό του, τότε θα θαυμάσει μπροστά στο μυστικό μεγαλείο που κρύβει. Αλλά και μέσα στην Εκκλησία, στη θεία λατρεία, υπάρχουν πράγματα που τα βλέπουμε και δεν μας κάνουν εντύπωση. Όταν όμως κάποιος άλλος μας εξηγήσει και μας παρουσιάσει το πράγμα σε όλες τις λεπτομέρειες και μας δώσει το νόημά του, τότε κι εμείς θα θαυμάσουμε.

***

Η άγνοια, αγαπητοί μου, που έχουμε για την Εκκλησία μας δεν είνε κάτι μικρό και ασήμαντο. Έχει φοβερές συνέπειες. Άγνοια θρησκείας, άγνοια Εκκλησίας, είνε άγνοια Χριστού, είνε άγνοια Θεού. Και Θεού είνε θάνατος ψυχής, όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος. Και ψυχή χωρίς Θεό, έρημη από ιερές σκέψεις και συναισθήματα, γίνεται σπήλαιο ληστών, κατοικητήριο αγρίων θηρίων, φωλιά δαιμόνων.

Η Εκκλησία μας, η Ορθόδοξος Εκκλησία, είνε για τους πολλούς όπως ένα βιβλίο κλειστό, που το βλέπουν αλλά δεν το ανοίγουν να το μελετήσουν. Ω εάν το άνοιγαν και το μελετούσαν, δεν θα τους έκανε καρδιά να το αφήσουν· θα τους γινόταν ένας αχώριστος σύντροφος!

Ως επίσκοπος θα πολεμήσω τη θρησκευτική άγνοια. Θ’ ανοίξουμε τα ιερά βιβλία της θρησκείας, θα ερμηνεύσουμε όσο πιο απλά μπορούμε αυτά που λέγονται και γίνονται μέσα στην εκκλησία, και ιδιαίτερα θα ερμηνεύσουμε τη Θεία Λειτουργία. Ελπίζουμε, ότι οι χριστιανοί μας θ’ ακούσουν τη νέα αυτή σειρά των ομιλιών μας με την ίδια προσοχή που άκουσαν τα προηγούμενα χρόνια τις άλλες σειρές ομιλιών πάνω στα Ευαγγέλια, στους Αποστόλους, στους βίους αγίων και στις κοινωνικές πληγές. Συνέχεια εκείνων θα είνε οι ομιλίες αυτές, που τις ονομάζουμε λειτουργικές ομιλίες. Είθε ο Χριστός να ευλογήσει και τη νέα αυτή σειρά ομιλιών.

*****************************

Ο ΘΕΟΣ

*****************************

Ορθ. Ν. 4Υπάρχουν, αγαπητοί μου, υπάρχουν άνθρωποι, που αν τους πεις κάτι για την εκκλησία, αμέσως απαντούν: Τι κάθεσαι, μωρέ, και ασχολείσαι μ’ αυτά τα πράγματα; Εκκλησίες, παπάδες, λιβάνια, λειτουργίες και λιτανείες, όλα αυτά στην εποχή μας είνε περιττά πράγματα. Θεός δεν υπάρχει. Κι αφού δεν υπάρχει Θεός, τι μας χρειάζονται; Όλα είνε ψέματα…

***

Δεν υπάρχει Θεός! Ποιοι το λένε; Είνε αυτοί σοφοί και επιστήμονες, που έστυψαν τα μυαλά τους και άσπρισαν τα μαλλιά τους στην επιστήμη; Όχι. Οι μεγάλοι επιστήμονες πιστεύουν στο Θεό. Ένας Μπράουν, που ανακάλυψε τους πυραύλους, όταν ήρθε στην Ελλάδα κι επισκέφθηκε ένα νησί των Κυκλάδων, το πρωί της Κυριακής μόλις άκουσε την καμπάνα πήγε στην εκκλησία και με μεγάλη ευλάβεια παρακολούθησε τη θεία λειτουργία.

Αυτοί που στον τόπος μας λένε πως δεν υπάρχει θεός και προσπαθούν να δηλητηριάσουν το λαό με το αφιόνι της απιστίας, είνε κάτι νεαροί, που λένε πως φοιτούν στο πανεπιστήμιο, και πανεπιστήμιο δεν γνωρίζουν· είνε κάποιοι που πήραν το δίπλωμά τους, αλλά έκλεισαν τα βιβλία κι όλο τον καιρό τους τον περνούν στα καφενεία· είνε κάτι επιπόλαια και ημιμαθή πνεύματα. Αυτοί λένε πως δεν υπάρχει Θεός. Αυτί είνε οι άθεοι των ημερών μας. Τι ν’ απαντήσουμε σ’ αυτούς;

***

Πολλά θα μπορούσε ν’ απαντήσει κανείς στους αθέους των ημερών μας. Αλλ’ εμείς εδώ θ’ απαντήσουμε με απλή γλώσσα αναφέροντας μερικά παραδείγματα.

Εάν ένας, αγαπητέ μου, σου δείξει ένα σπίτι και σου πει: Βλέπεις το σπίτι αυτό; Χτίστηκε μόνο του. Κάποια μέρα τα λιθάρια κύλισαν μόνα τους απ’ το βουνό, ήρθαν εδώ, πελεκήθηκαν μόνα τους, έγιναν τετράγωνα λιθάρια κατάλληλα για οικοδομή, και μόνα τους, χωρίς ανθρώπινο χέρι, το ένα τοποθετήθηκε πάνω στ’ άλλο και έτσι χτίστηκε όλο το σπίτι. Έπειτα μόνα τους ήρθαν τα ξύλα, πελεκήθηκαν μόνα τους και έγιναν πόρτες και παράθυρα. Έτσι μόνα τους κατόπιν ήρθαν τα μωσαϊκά και στρώθηκαν. Έτσι μόνα τους ήρθαν τα τζάμια και μπήκαν στη θέση τους. Έτσι μόνα τους ήρθαν τα κεραμίδια και μπήκαν στη στέγη. Έτσι όλο αυτό το σπίτι που βλέπεις έγινε μόνο του, χωρίς σκέψη και χέρι ανθρώπου… Τι λες; Αν έτσι σου μιλούσε ένας, τι, θα πίστευες στα λόγια του; Θα παραδεχόσουν ότι το σπίτι φύτρωσε έτσι; Ποτέ. Και αν ο συνομιλητής σου επέμενε στα λόγια του, θα άρχιζες να αμφιβάλλεις αν το μυαλό του λειτουργεί κανονικά και θα καλούσες το «100» να τον πάρει και να τον πάει στο φρενοκομείο.

Το σπίτι το χτίζει ο άνθρωπος. Αλλ’ αυτό το μεγάλο, το απέραντο σπίτι που λέγεται κόσμος, ποιος το ’χτισε; Η μόνη λογική απάντησης είναι ότι κάποια ανώτερη δύναμις έχτισε τον κόσμο, και αυτή η ανώτερη δύναμις είναι και λέγεται Θεός. «Πας οίκος κατασκευάζεται υπό τινος, ο δε τα πάντα κατασκευάσας Θεός», λέει ο απόστολος Παύλος.

Αλλ’ ο κόσμος αυτός που βλέπουμε δεν έχει μονάχα ύπαρξη έχει και κίνηση. Εάν λοιπόν ο φίλος σου, που σου ’δειξε το σπίτι και σου είπε ότι φύτρωσε έτσι, σου δείξει τώρα ένα πλοίο που ταξιδεύει στη θάλασσα και σου πει ότι αυτό το πλοίο όχι μονάχα έγινε μόνο του, χωρίς ναυπηγό, αλλά και ότι μόνο του άρχισε να κινείται, μόνο του κατόρθωσε να βγει απ’ το λιμάνι, μόνο του ταξιδεύει μέσα στις θάλασσες, χωρίς καπετάνιο, και φτάνει στον προορισμό του, τι, θα πίστευες στα λόγια του; Ποτέ. Γιατί πλοίο χωρίς καπετάνιο δεν υπάρχει. Υπάρχει κάποιος που το κυβερνάει. Διαφορετικά θα είχε πέσει πάνω στους βράχους και θα είχε γίνει κομμάτια. Τα πλοία έχουν κυβερνήτες και η τεράστια αυτή σφαίρα που λέγεται γη και ταξιδεύει αιώνες τώρα μέσα στο σύμπαν δεν έχει κυβερνήτη; Η λογική αποκρούει μια τέτοια απάντηση.

Ακόμη ένα παράδειγμα: Αν ο φίλος σου μια νύχτα σου δείξει τον ουρανό και σου πει πως ένα μικρό φως που κινείται είναι ένας νέος πύραυλος, και σου πει πως αυτός ο πύραυλος έγινε μόνος του, θα το πίστευες; Ένας πύραυλος είναι ένα έξοχο έργο που κατασκευάζουν με πολλή σκέψη και κόπο οι επιστήμονες του αιώνος μας και καυχώνται γι’ αυτό. Ένας πύραυλος έργο ανθρώπων. Αλλά τι είναι, παρακαλώ, ένας πύραυλος μπροστά στα εκατομμύρια και δισεκατομμύρια σφαίρες που κινούνται αιώνες τώρα μέσα στο απέραντο σύμπαν; Ο πύραυλος ένα μικρό και ασήμαντο πραγματάκι, μια μπίλια που παίζουν τα μικρά παιδιά στην αυλή του σπιτιού τους. Αλλοίμονο θαυμάζουμε τον άνθρωπο που κατασκεύασε τον πύραυλο, και δεν θαυμάζουμε το Δημιουργό του παντός που κατασκεύασε εκατομμύρια και δισεκατομμύρια άστρα, που είναι τεράστιοι πύραυλοι! Δυστυχώς υπάρχουν οντάρια που λένε ακόμα ότι όλα παρουσιάστηκαν έτσι.

***

Αλλά δεν είναι μονάχα η ύπαρξης και η κίνησης των ουρανίων σφαιρών που μας κάνουν να παραδεχθούμε πως υπάρχει Θεός, είναι και κάτι ανώτερο απ’ αυτά. Είναι η ζωή, η ζωή που υπάρχει σ’ όλα τα ζώα, μικρά και μεγάλα. Πάρτε για παράδειγμα ένα μυρμηγκάκι. Τι είναι ένα μυρμηγκάκι; Και όμως οι επιστήμονες που κάθησαν και μελέτησαν τη ζωή του μυρμηγκιού απόρησαν και θαύμασαν για τα τόσα μυστήρια που κρύβει η ζωή του. Εμείς οι άνθρωποι, αν και διαθέτουμε τόσα μέσα, δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα τι καιρός θα ’ναι αύριο. Αλλά τα μυρμήγκια ξέρουν πότε τελειώνει ο χειμώνας και βλέπεις να βγάζουν απ’ τις αποθήκες τους ό,τι άχρηστο έχει μαζευτεί και να ετοιμάζονται για τη νέα τους σοδειά. Και μόνο αυτό; Τα μυρμήγκια δεν έχουν ασύρματο και τηλέφωνο για να συνεννοούνται, έχουν όμως μπροστά στο κεφαλάκι τους κάτι μικρές λεπτές κεραίες, που λες κ’ είναι κεραίες ασυρμάτου, και μ’ αυτές συνεννοούνται και βλέπεις σε μια στιγμή να μαζεύονται σ’ ένα σημείο όλα τα μυρμήγκια σαν να ’γινε συναγερμός και επιστράτευσης. Τα μυρμήγκια έχουν τάξη και πειθαρχία και ακρίβεια. Έχουν τέχνη και επιστήμη. Όταν μαζεύουν τους σπόρους του σταριού και τους πηγαίνουν κάτω στις υπόγειες αποθήκες, προτού να τους αποθηκεύσουν κόβουν το σπόρο στα δυο, στη μέση, για να μη μπορεί ο σπόρος να φυτρώσει, γιατί τον προορίζουν για τροφή.

Σας ρωτώ: Ποιος έκανε το μυρμήγκι και ποιος του δίδαξε αυτά τα πράγματα; Είναι πράγματα αξιοθαύμαστα, που μια μονάχα ερμηνεία δέχονται, πως είναι δημιουργήματα του Θεού. Όλοι οι επιστήμονες να μαζευτούν δεν μπορούν να κάνουν ένα μυρμήγκι. Φτάνει ένα μυρμήγκι ν’ αποδείξει πως υπάρχει Θεός. Αλλά δεν είναι μονάχα το μυρμήγκι. Είναι και η μέλισσα και τα πουλιά και τα ψάρια και τα ζώα και πάνω απ’ όλα είναι ο άνθρωπος. Και όλα μαζί αλλά και το καθένα χωριστά φωνάζουν ότι υπάρχει Θεός.

Είχε λοιπόν δίκιο ο προφήτης Δαυΐδ όταν έλεγε ότι μονάχα ένας που έπαψε να σκέπτεται λογικά μπορεί να λέει πως δεν υπάρχει Θεός: «Είπεν άφρων εν καρδία αυτού. Ουκ έστι Θεός»

*****************************

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ

*****************************

Ορθ Ν. 4.Υπάρχει, αγαπητοί μου, Θεός. Αυτό ήταν το θέμα της προηγουμένης ομιλίας. Μόνο άνθρωποι που δεν θέλουν να σκεφτούν λογικά, αλλά τα πάθη τους τους παρασύρουν και γίνονται αρνηταί του Θεού, αυτοί και μόνο λένε πως δεν υπάρχει Θεός. Η λογική με μύρια επιχειρήματα και παραδείγματα αποδεικνύει, όπως είπαμε, την ύπαρξη του Θεού.

***

Καλά, θα πει κάποιος, παραδέχομαι πως υπάρχει Θεός. Αλλά σας ρωτώ: τι είνε Θεός; Αν ένα μυρμηγκάκι, που περπατάει πάνω στην επιφάνεια του τοίχου μιας τεράστιας οικοδομής, μπορεί να συλλάβει το σχέδιο με το οποίο ο μηχανικός κατασκεύασε το κτίριο, άλλο τόσο και ο άνθρωπος μπορεί με το νου του να συλλάβει τι είναι ο Θεός. Είναι αλήθεια πώς στην αρχή της δημιουργίας ο άνθρωπος, ο πρώτος άνθρωπος, καθαρός όπως ήταν από αμαρτίες, καταλάβαινε και αισθανόταν τον Θεό. Αλλ’ όταν ο πρώτος άνθρωπος αμάρτησε, τότε ο νους του σκοτίστηκε, ο καθρέπτης της καρδιάς του θάμπωσε και δεν φαινόταν πια καθαρά ο Θεός. Κι όσο περνούσαν οι αιώνες και οι απόγονοι του Αδάμ και της Εύας αμάρταναν περισσότερο, τόσο και σκοτίζονταν η έννοια του Θεού. Οι άνθρωποι έπεσαν στην πλάνη, στην ειδωλολατρία. Ενώ στην αρχή ο άνθρωπος λάτρευε ένα και μόνο Θεό, ύστερα άρχισε να πιστεύει και να λατρεύει πολλούς θεούς. Οι άνθρωποι ό,τι έβλεπαν γύρω τους και φάνταζε το έκαναν θεό και το λάτρευαν. Θεός λοιπόν ο ήλιος, θεός τα άστρα, θεός η θάλασσα, θεός οι άνεμοι, θεός τα δέντρα, θεός τα φίδια, θεός τα βόδια, θεός τα πουλιά· θεός και τα τιποτένια πράγματα, θεός τα σκόρδα, θεός τα κρεμμύδια… Δεν άφησε δηλαδή τίποτα ο άνθρωπος του αρχαίου κόσμου που να μην το κάνει θεό. Πέφτοντας στην αμαρτία, κατρακύλισε και στην ειδωλολατρία. Και αυτά τα πάθη τους ακόμα τα θεοποίησαν οι άνθρωποι, και έκαναν θεούς που προστάτευαν τις κακίες και τα πάθη τους. Τέτοιοι ήταν οι θεοί των αρχαίων προγόνων μας. Ο Ερμής π.χ. ήταν θεός που προστάτευε τους κλέφτες, ο Άρης προστάτευε τα μίση και τις εκδικήσεις, τις έριδες και τους πολέμους. Ο Ζευς, που εθεωρείτο ο ανώτερος θεός απ’ όλους, ήταν προστάτης των πόρνων και των μοιχών.

Η ειδωλολατρία παντού ξαπλώθηκε. Μόνο σ’ ένα κομμάτι γης, στην Ιουδαία, διετηρείτο η έννοια του αληθινού Θεού. Αλλ’ ήταν τόση η πίεσης της ειδωλολατρίας, ώστε κι ο ιουδαϊκός λαός ξέκλινε μερικές φορές κι έπεφτε στην ειδωλολατρία, και οι προφήτες με πύρινα κηρύγματα προσπαθούσαν να επαναφέρουν το λαό στη λατρεία του αληθινού Θεού.

***

Δεν ήξεραν οι άνθρωποι τον αληθινό Θεό. Υπήρχε όμως ζωηρή η επιθυμία να τον γνωρίσουν. Αυτή την επιθυμία τη βλέπουμε στο πρόσωπο μιας αμαρτωλής γυναίκας, της Σαμαρείτιδος.

Άνοιξε, αγαπητέ μου, άνοιξε την Καινή Διαθήκη και διάβασε όχι μία φορά αλλά πολλές φορές το περίφημο Δ΄ κεφάλαιο του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου. Πήγε η Σαμαρείτισσα στο πηγάδι για να πάρει νερό. Ήταν ο Χριστός. Ο Χριστός άνοιξε μαζί της διάλογο. Κι όσο ο διάλογος προχωρούσε, τόσο η γυναίκα που διψούσε να μάθη την αλήθεια καταλάβαινε πως αυτός που μιλούσε μαζί της δεν ήταν ένας κοινός άνθρωπος, αλλ’ ήταν ο προφήτης και κάτι παραπάνω. Και γι’αυτό ζήτησε απ’ αυτόν να της λύση μια απορία. Που δεν ήταν μονάχα δική της αλλά και πολλών άλλων.

– Κύριε, του ’πε, εδώ υπάρχει μια διαφορά ως προς τη θρησκεία. Εμείς οι Σαμαρείτες λέμε πως πρέπει να λατρεύουμε το Θεό στο βουνό αυτό που λέγεται Γαριζίν· οι Ιουδαίοι πάλι λένε πως πρέπει να λατρεύεται ο Θεός στο ναό του Σολομώντος. Εσύ τι λες;

Κι ο Κύριος απάντησε:

– Ήρθε η ώρα που οι άνθρωποι δεν θα λατρεύουν το Θεό ούτε στο Γαριζίν ούτε στο ναό του Σολομώντος, αλλά μια άλλη λατρεία θ’ αρχίσει πάνω στη γη. Θα είνε λατρεία «εν πνεύματι και αληθεία». Λατρεία που θα αρμόζει στον αληθινό Θεό, γιατί «πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν». (Ιωάν. 4, 24).

Με τα λόγια αυτά ο Χριστός σάρωσε την ειδωλολατρία και γκρέμισε όλους τους βωμούς και ειδωλολατρικούς ναούς που είχαν χτίσει οι αρχαίοι για να λατρεύουν τους θεούς. Ο Θεός, σύμφωνα με τα λόγια αυτά του Χριστού, δεν είνε όπως τον φαντάζονταν οι αρχαίοι. Δεν είνε ύλη, που παίρνει διάφορα σχήματα. Είνε άυλος· είνε πνεύμα· είνε ον έξω από την ύλη και τις δυνάμεις της ύλης. Ως πνεύμα είνε πανταχού παρών. Και εφ όσον ο Θεός είνε πνεύμα, πρέπει να λατρεύεται δια μέσου πνεύματος. Και πνεύμα είνε η ψυχή του ανθρώπου, που είνε και αυτή άυλη, αλλά κατοικεί τώρα στο σώμα. Αυτή λοιπόν η ψυχή με τη σκέψη της, με το συναίσθημά της και την ελευθερία της, αυτή η άυλη ψυχή μπορεί να πετάξει και να φτάσει με αστραπιαία ταχύτητα στα ύψη του ουρανού και να πλησιάσει το Πνεύμα, το Θεό, να προσευχηθεί και ενωθεί μαζί του.

Αυτό είνε ο νέος τρόπος λατρείας. Πριν να πει τα λόγια αυτά ο Χριστός οι άνθρωποι νόμιζαν πως λατρεύουν το Θεό αν πάρουν πρόβατα και βόδια και τα σφάξουν μπροστά στο βωμό. Αλλά και η καρδιά τους έμενε έξω απ’ τη λατρεία αυτή, ψυχρή και αδιάφορη, γεμάτη από πάθη και αμαρτήματα. –Δεν θέλω, λέει ο Χριστός, τέτοιες θυσίες· θέλω την καρδιά σας. Θέλω όλο τον εσωτερικό σας άνθρωπο να τον αφιερώσετε. Αντί να σφάξετε πρόβατα και βόδια, πρέπει να σφάξετε μπροστά στο βωμό της αγάπης του αληθινού Θεού τα πάθη σας, και καθαροί απ’ αυτά να τον λατρεύσετε. Αυτό τον τρόπο της λατρείας δεν ζητούσε και ο Δαυίδ ο προφήτης 800 χρόνια π.Χ.; Σαν βασιλιάς που ήταν μπορούσε να σφάξει χιλιάδες πρόβατα και βόδια, αλλ’ η θυσία των ζώων αυτών δεν φτάνει για την εξάλειψη ούτε μιας αμαρτίας. Άλλη θυσία χρειάζεται· θυσία που να καθαρίζει το βάθος της καρδιάς από κάθε αμαρτία. Ώ Θεέ, λέει ο προφήτης, γκρέμισε μέσα μου, ό, τι είνε παλιό και φθαρμένο, και δος μου μια καινούργια καρδιά που να μπορεί να σε λατρεύει. «καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί, ο Θεός, και πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις μου» (Ψαλμ. 50, 12).

***

Μια καρδία που καθάρισε ο Χριστός με το τίμιο αίμα του, μια καρδιά που σκέπτεται και θέλει και ποθεί τον Θεό, μια τέτοια καρδιά είνε η πιο λαμπερή εκκλησία που δεν είνε χτισμένη με πέτρες. Μέσα στην καρδιά αυτή κατοικεί η Αγία Τριάς. Μέσα στην καρδιά αυτή κάθε στιγμή ο άνθρωπος μπορεί να προσφέρει λατρεία. Αυτή δε η λατρεία λέγεται εσωτερική λατρεία. Και αυτή, την εσωτερική λατρεία, εννοούσε ο Χριστός όταν είπε «Πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν».

Άπιστοι και άθεοι του αιώνος μας! Μισείτε τη θρησκεία. Μανία σας έχει πιάσει. Θέλετε να γκρεμίσετε όλες τις εκκλησίες, να σφάξετε όλους τους παπάδες, για να μην υπάρχουν εκκλησίες και παπάδες, να λειτουργούν. Έτσι νομίζετε πως θα πάψει να λατρεύεται ο Θεός. Κάνετε λάθος. Κι αν ακόμα κατορθώσετε να γκρεμίσετε όλες τις εκκλησίες και να εξοντώσετε όλο το ιερατείο, η λατρεία του αληθινού Θεού δεν θα σβήση. Γιατί υπάρχει μια εκκλησία που δεν θα μπορέσετε ποτέ να την γκρεμίσετε. Και αυτή είνε η καρδιά του κάθε αληθινού χριστιανού. Μέσα σ’ αυτήν θα λατρεύεται εις αιώνας αιώνων ο αληθινός Θεός.

*****************************

ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ

*****************************

Ορθ. Ν. 5..Είμαστε, αγαπητοί μου, είμαστε στη Φλώρινα. Ωραία πόλις η Φλώρινα. Ωραία το καλοκαίρι. Αλλά το χειμώνα; Πάντοτε είνε βαρύς ο χειμώνας στην ακριτική μας πόλη, αλλά πέρυσι ήταν πολύ πιο βαρύς. Το θερμόμετρο έφτασε στους 20 βαθμούς υπό το μηδέν. Οι δρόμοι κρύσταλλο. Παντού έξω ερημιά. Αλλά μια τέτοια νύχτα άκουσα μια μελωδία. Τι συνέβαινε; Μια παρέα από νέους της πόλεως, αψηφώντας το κρύο, βγήκαν έξω στους δρόμους και εφοδιασμένοι με κιθάρες τραγουδούσαν κάτω από σπίτια ερωτικά τραγούδια. «Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ» ακουγόταν συνεχώς ή επωδός.

***

Αλλά γιατί στην αρχή της ομιλίας αυτής αναφέρουμε ερωτικά τραγούδια; Υπάρχει κάποιος λόγος. Κανένας δεν αρνείται πως ένα απ’ τα συναισθήματα που υπάρχουν μέσα στην καρδιά του ανθρώπου είνε κι ο έρωτας. Ο έρωτας είνε λέξις μεταξύ των δύο φύλλων. Αν δεν υπήρχε η έλξης αυτή, γάμος δεν θα γινόταν, οικογένεια δεν θα υπήρχε και η ανθρωπότης με τους συνεχείς θανάτους θα έσβηνε. Η ζωή συντηρείται με το φυσικό έρωτα, που όταν δεν βγαίνει απ’ τα φυσικά του όρια δεν μπορεί κανείς να τον κατηγορήσει. Ο νέος που αγαπάει, κάποια νέα δεν κρύβει το αίσθημά του. Με διάφορους τρόπους, με λουλούδια, με γράμματα, με συναντήσεις, εκδηλώνει το αίσθημά του. Έτσι και οι νέοι που βγήκαν τη χειμωνιάτικη νύχτα στους δρόμους ήθελαν να εκδηλώσουν τον έρωτά τους. Υπό το μηδέν η θερμοκρασία του καιρού, αλλά το θερμόμετρο της αγάπης είχε άλλη θερμοκρασία.

Ο έρωτας σαν συναίσθημα δεν μπορεί να παραμείνει ανεκδήλωτος. Αλλά σας ρωτώ: ο σαρκικός έρωτας είνε το μόνο αίσθημα που υπάρχει μέσα στην καρδιά του ανθρώπου; Όχι. Υπάρχουν κι άλλα αισθήματα, πιο ευγενικά, που εξυψώνουν τον άνθρωπο σε ουράνιες σφαίρες. Υπάρχει π.χ. το πατριωτικό συναίσθημα. Όποιος αγαπάει την πατρίδα, δεν κρύβει το αίσθημά του μέσα στην καρδιά. Έρχονται στιγμές που εκδηλώνει το αίσθημά του. Δεν επιτρέπει σ’ άλλον να βρίσει την πατρίδα. Στέκεται σε στάση προσοχής όταν γίνεται έπαρσης σημαίας. Ζητωκραυγάζει όταν γίνεται παρέλασης. Και όταν η πατρίδα βρίσκεται σε κίνδυνο και καλή τα παιδιά της να την υπερασπιστούν εναντίον βαρβαρικών επιδρομών, ακούει το προσκλητήριό της, αφήνει τα πάντα και τρέχει στους στρατώνες να ντυθεί και σαν στρατιώτης είνε έτοιμος και τη ζωή του να θυσιάσει για την πατρίδα.

Αλλά και τα’ άλλα συναισθήματα, όπως είνε το συναίσθημα της φιλίας, της συγγενείας, της μητρότητος, και αυτά έχουν τις εξωτερικές τους εκδηλώσεις. Μια μάνα που βρίσκεται στην Φλώρινα και έχει όλα τα παιδιά της στην Αυστραλία ή στην Αμερική, δεν τα βγάζει απ’ την καρδιά της, δεν τα ξεχνάει, αλλά κάθε τόσο κάθεται και γράφει γράμμα, και περιμένει γράμμα. Και δεν αρκείται μονάχα στα γράμματα, αλλά παρ’ όλα τα γεράματά της επιθυμεί να συναντήσει τα παιδιά της.

Όλα τα συναισθήματα έχουν τις εξωτερικές τους εκδηλώσεις.

***

Αλλά παραπάνω απ’ όλα τα συναισθήματα είνε το θρησκευτικό συναίσθημα. Το συναίσθημα αυτό, όταν υπάρχει ζωηρό στην καρδιά του ανθρώπου, δεν μπορεί παρά να εκδηλωθεί. Η ψυχή που αγαπάει το Θεό δεν τον λατρεύει μονάχα μυστικά μέσα στα βάθη της καρδιάς, όπως αναπτύξαμε στην προηγούμενη ομιλία, αλλά εκδηλώνει την αγάπη αυτή και εξωτερικά· την εκδηλώνει και με το σώμα. Την εκδηλώνει με διάφορες πράξεις και ενέργειες. Ας αναφέρουμε ένα παράδειγμα απ’ την Κ. Διαθήκη.

Υπήρχε, καθώς διηγείται ο ευαγγελιστής Λουκάς, στην εποχή του Χριστού μια πολύ αμαρτωλή γυναίκα. Αλλ’ αυτή η γυναίκα άκουσε τη διδασκαλία του Χριστού και μετανόησε. Άλλαξε ζωή. Άφησε τους αμαρτωλούς έρωτές της και η αγάπη της στράφηκε όλη στο Θεό. Αγάπησε το Χριστό σαν σωτήρα της. Και την αγάπη της αυτή που αισθανόταν στα βάθη της καρδιάς της δεν την έκρυψε. Βρήκε ευκαιρία και την εξεδήλωσε. Όταν έμαθε πως ο Χριστός φιλοξενείται σε κάποιο σπίτι, πήγε, αγόρασε πολύτιμο μύρο και ήρθε στο σπίτι που ήταν ο Χριστός. Με μεγάλη ευλάβεια έσκυψε και ασπάστηκε τα πόδια του Χριστού και τα έβρεχε με τα δάκρυά της, δάκρυα μετάνοιας. Ξέπλεξε τα μαλλιά της και τα ’κανε πετσέτα και σκούπιζε τα πόδια του Χριστού. Τι ήταν όλα αυτά; Εκδηλώσεις της αγάπης που είχε προς το Χριστό. Αλλά και Φαρισαίοι που ήταν εκεί στο σπίτι σκανδαλίστηκαν γιατί από μία αμαρτωλή γυναίκα δέχτηκε ο Χριστός τέτοιες εκδηλώσεις. Αλλ’ ο Χριστός που ήξερε όσο κανένας άλλος την καρδιά της γυναίκας, τη βαθειά της μετάνοια, έλεγξε τους Φαρισαίους για την άδικη κρίσι τους και επαίνεσε την αμαρτωλή γυναίκα. Συχώρεσε τα αμαρτήματά της. Είπε: «Αφέωνται αι αμαρτίαι αυτής αι πολλαί, ότι ηγάπησε πολύ» (Λουκ. 7, 47).

Αυτή η αμαρτωλή γυναίκα είνε ένα λαμπρό παράδειγμα αληθινής λατρείας. Λατρείας που έχει τη ρίζα στην καρδιά του ανθρώπου, σαν κλαδιά και άνθη έχει τις εξωτερικές εκδηλώσεις, και καρπούς τα καλά έργα.

Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο αληθινός Θεός μας, θέλει να τον αγαπάμε όπως τον αγάπησε η αμαρτωλή αυτή γυναίκα. Θέλει να τον λατρεύουμε με μια μυστική και βαθειά αγάπη. Θέλει να γίνει η καρδιά μας αχειροποίητος ναός. Αλλ’ η αγάπη μας αυτή προς το Χριστό δεν μπορεί να παραμένει πάντοτε μυστική. Όπως η αμαρτωλή αυτή γυναίκα βρήκε την ευκαιρία δημοσίως να εκδηλώσει την αγάπη της προς το Χριστό αδιαφορώντας για τις άδικες κρίσεις των Φαρισαίων, έτσι κι εμείς αν αγαπάμε το Χριστό, θα εκδηλώσουμε την αγάπη μας και με εξωτερικές εκδηλώσεις. Δεν πρέπει να είμαστε κρυπτοχριστιανοί. Τα βαθειά αισθήματα δεν κρύβονται. Και το αίσθημα της αγάπης προς το Χριστό, το θρησκευτικό συναίσθημα, δεν μπορεί να κρυφτή. Όχι μονάχα η ψυχή, αλλά και το σώμα θα λάβει μέρος στη λατρεία αυτή του Θεού. Και τα μάτια θα δακρύζουν την ώρα της προσευχής και της ιεράς εξομολογήσεως, και η γλώσσα θα κινηθεί και θα λαλήσει για τα μεγαλεία του Χριστού, και τα πόδια θα τρέξουν να συναντήσουν το Χριστό που είνε στην εκκλησία, και το χέρι θα κάνει το σημείο του σταυρού και θ’ ανάψει το κερί και με λουλούδια και αρώματα θα ραντίσει την άχραντη εικόνα του, και γενικά ο άνθρωπος με κάθε τρόπο θα εκδηλώσει το θεϊκό που αισθάνεται για το πρόσωπό του.

Για κάθε μια απ’ αυτές τις ψυχές, που με όλες τις σωματικές και ψυχικές δυνάμεις εκδηλώνουν τη λατρεία τους προς το Χριστό, ο Χριστός ξαναλέει τα λόγια εκείνα που είπε για την αμαρτωλή γυναίκα: «Αφέονται αι αμαρτίαι αυτής αι πολλαί, ότι ηγάπησε πολύ».

***

Χριστιανοί μου! δείξαμε ποια είνε η εσωτερική και ποια η εξωτερική λατρεία. Ας ρωτήσει τώρα ο καθένας τον εαυτό του: Αγαπώ και λατρεύω το Χριστό με την καρδιά μου; εξωτερικεύω την αγάπη μου προς το Χριστό με λόγια και με έργα; … είθε στις ψυχρές μας καρδιές ν’ ανάψει η αγάπη του Χριστού, η αγάπη εκείνη που έκαιγε μέσα στις καρδιές των πρώτων χριστιανών, και τότε μέσα στο φοβερό πνευματικό χειμώνα, που όλα τάχει παγώσει η άπιστη και υλιστική ζωή, ν’ ακουστούν ολόγλυκα θεϊκά τραγούδια: Χριστέ, τι όνομα γλυκύ! Χριστέ σ’ αγαπούμε! Σ’ αγαπούμε χίλιες φορές περισσότερο απ’ ότι αγαπούμε τα πιο συγγενικά μας πρόσωπα.

*****************************

ΑΔΙΑΛΕΙΠΤΩΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣΘΕ

*****************************

ΟΡΘ. Ν. 6 copyΥπάρχουν, αγαπητοί μου, πολλά ζητήματα που ενδιαφέρουν τον άνθρωπο. Αλλ’ αν υπάρχει ένα ζήτημα που περισσότερο πρέπει να τον ενδιαφέρει, είναι το ζήτημα της σωτηρίας του. Δυστυχώς όμως για το ύψιστο αυτό θέμα οι περισσότεροι άνθρωποι είναι αδιάφοροι. Για όλα τα άλλα ζητήματα, και για τα πιο μικρά και ασήμαντα ενδιαφέρονται αλλά για το ζήτημα της σωτηρίας της ψυχής τους όχι μονάχα δεν ενδιαφέρονται αλλ’ ούτε θέλουν ν’ ακούσουν. – Ουφ, λένε, αυτά τώρα θ’ ακούμε; Έχουμε δουλειές που μας πνίγουν. Για την ψυχή ας φροντίζουν οι παπάδες και οι καλόγεροι…

Πόσο σφάλλουν όσοι σκέπτονται έτσι πάνω στο μεγάλο θέμα της σωτηρίας τους! Μοιάζουν με τον ταξιδιώτη εκείνο, που ενώ το πλοίο κινδύνευε να βουλιάξει κι’ οι επιβάτες ανήσυχοι τρέχανε να μπούνε στις βάρκες αυτός, αδιαφορώντας για τον κίνδυνο, φιλάργυρος και πλεονέκτης όπως ήταν, βρήκε την ευκαιρία ν’ ανοίξει βαλίτσες και να ψάχνει για λίρες. Ο δύστυχος! Μάζεψε αρκετές, μα το πλοίο έγειρε απότομα και τον πήρε μαζί του στα βάθη της θαλάσσης…

Έτσι παθαίνουν κι’ όσοι ασχολούνται κι’ ενδιαφέρονται μονάχα για τα υλικά και πρόσκαιρα συμφέροντά τους. Δεν θέλουν να καταλάβουν πως δεν είμαστε αιώνιοι πάνω στη γη. Οι κήρυκες του Ευαγγελίου μας καλούν ν’ αφήσουμε τις μάταιες και αμαρτωλές ασχολίες μας και να τρέξουμε να επιβιβασθούμε στη βάρκα της σωτηρίας. Ποια είναι η βάρκα αυτή; Είναι η μετάνοια. Πιστεύετε στο Ευαγγέλιο και μετανοείτε, φωνάζει η Εκκλησία πάντοτε, αλλά ιδιαίτερα στην περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής.

Δυστυχώς οι περισσότεροι δείχνουν μεγάλη αδιαφορία για το ζήτημα της σωτηρίας τους. Είναι απορροφημένοι απ’ τις φροντίδες για απόλαυση υλικών πραγμάτων. Λεφτά μαζεύουν, αισχρούς έρωτες κάνουν, χαρτοπαίζουν, γλεντούν και διασκεδάζουν. Πήχτρα από κόσμο είναι τα νυχτερινά κέντρα. Καμιά έννοια, καμιά σκέψη για την αιωνιότητα, για σωτηρία της ψυχής.

***

Αλλά δόξα τω Θεώ! Μέσα στο πλήθος των ανθρώπων υπάρχουν και μερικοί που δεν ξεχνούν τον προορισμό τους. Σκέπτονται πως μια μέρα θ’ αφήσουν τον κόσμο αυτό και θα πάνε σ’ έναν άλλο κόσμο, όπου θα δώσουν λόγο για τις πράξεις τους, και ανησυχούν.

-Τι θα γίνουμε; Ρωτούν, θα πάμε στον παράδεισο ή θα ριχτούμε στην κόλαση; Θα σωθούμε ή θα χαθούμε;

Αυτοί οι άνθρωποι έχουν την αγία ανησυχία. Μοιάζουν με τον άνθρωπο εκείνο του Ευαγγελίου που ’ταν όλο ανησυχία και αγωνία και πήγε στο Χριστό και τον ρώτησε τι πρέπει να κάνει για να σωθεί. Κι’ ο Χριστός του απάντησε: «Τήρησον τας εντολάς». Η τήρησις των εντολών είναι ο δρόμος που οδηγεί στη σωτηρία.

Ναι, Κύριε, ακούω το λόγο σου, τις εντολές σου, θέλω να τις φυλάξω, γιατί ξέρω πως οι εντολές σου είναι για το καλό μου, το επίγειο και το ουράνιο. Αλλά – περίεργο πράγμα! – τι είναι αυτό που συμβαίνει μέσα στον εαυτό μου; Θέλω να εφαρμόσω τις εντολές σου, λέει ο άνθρωπος, αλλ’ ενώ αποφασίζω να εκτελέσω κάποια απ’ τις άγιες εντολές σου, βλέπω μια πονηρή δύναμη που με κρατάει και με εμποδίζει από το να εκτελέσω το άγιό σου θέλημα. Θέλω το καλό, επαινώ την αρετή, ενθουσιάζομαι όταν ακούω ή μελετώ το λόγο σου, παίρνω αποφάσεις, αλλά δεν μπορώ να τις εκτελέσω. Μοιάζω με έναν που βλέπει το δρόμο, αλλά τα πόδια του είναι παράλυτα και δεν μπορεί να κάνει ούτε ένα βήμα.

Κύριε, λέει ο άνθρωπος, αναγνωρίζω τη μεγάλη μου αδυναμία. Είμαι παράλυτος στην ψυχή. Αλλά συ, που θεράπευσες τον παράλυτο και του ’δωσες τη δύναμη να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι και να περπατήσει, θεράπευσε και τη δική μου παραλυσία, δος μου δύναμη, δoς μου τη χάρη σου για να με δυναμώσει, να μπορέσω να κάνω ό,τι με τις δικές μου μονάχα δυνάμεις δεν μπορώ να κάνω. Εσύ είπες ότι «τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστίν». Αδύνατο πράγμα είναι η σωτηρία της ψυχής μου. Ο σατανάς, ο κόσμος, η σάρκα, οι εσωτερικοί και εξωτερικοί πειρασμοί με προσβάλλουν καθημερινά. Πέφτω και απελπίζομαι. Κύριε, σώσε με. Κύριε, ελέησόν με. «Κύριε των δυνάμεων, μεθ’ ημών γενού, άλλον γάρ εκτός σου βοηθόν εν θλίψεσιν ουκ έχομεν. Κύριε των δυνάμεων, ελέησον ημάς».

***

Η προσευχή, να το μέσο με το οποίο ο άνθρωπος αντλεί δύναμη απ’ το Θεό και νικάει κάθε πειρασμό και πετυχαίνει κάθε αρετή. Προσευχή που γίνεται με πίστη ακράδαντη και φλογερή αγάπη προς το Χριστό, προσευχή με πόνο και με δάκρυα, προσευχή με νηστεία και με βαθειά ταπείνωση και αγάπη προς όλους τους ανθρώπους, και τους εχθρούς ακόμα, μια τέτοια προσευχή κάνει θαύματα. Ενώνει τον αδύνατο άνθρωπο με τον παντοδύναμο Θεό.

Τόπος προσευχής ο ναός του Θεού. Αλλά και έξω απ’ το ναό προσευχή. Είναι τόσο αναγκαία για την υλική και προ παντός για την πνευματική μας ζωή, ώστε δεν πρέπει να γίνεται μόνο στους ναούς, αλλά και σε κάθε τόπο, οπουδήποτε και να σταθεί ο άνθρωπος.

«Εν παντί τόπω της δεσποτείας αυτού ευλόγει, η ψυχή μου, τον Κύριον». Κι όταν δουλεύεις κι’ όταν ξεκουράζεσαι κι’ όταν ταξιδεύεις με αυτοκίνητα, σιδηροδρόμους, καράβια και αεροπλάνα, και όταν βρίσκεσαι σε έρημα μέρη ή μέσα σε πολιτείες με εκατομμύρια ανθρώπους και γίνεται θόρυβος και ταραχή γύρω σου, και όταν φυσάει άνεμος σφοδρός και πέφτουν αστροπελέκια και σείεται η γη, οπουδήποτε και αν βρίσκεσαι, είτε στα ύψη του ουρανού είτε στα βάθη της θαλάσσης, παντού και πάντοτε, πρέπει να κάνεις την προσευχή σου. Και αν δεν μπορείς με το στόμα σου, να την κάνεις μέσα στα βάθη της καρδιάς σου. Άς μη σε ακούει κανένας, σ’ ακούει ο Θεός. Και αυτή είναι η νοερά και μυστική προσευχή.

Αυτήν συνιστούν οι άγιοι πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει, ότι η προσευχή είναι τόσο χρήσιμη και αναγκαία όσο είναι η αναπνοή μας και περισσότερο ακόμα. Συχνότερα, έλεγε, πρέπει να θυμόμαστε το Θεό παρά να αναπνέουμε. «Μνημονευτέον Θεού μάλλον ή αναπνευστέον». Τη νοερά και μυστική αυτή προσευχή αγαπούν οι όσιοι και οι ασκηταί, αλλά και άνθρωποι ευσεβείς που ζουν μέσα στον κόσμο και δουλεύουν σε διάφορες δουλειές. Σύντομη προσευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, δια πρεσβειών της υπεραγίας Θεοτόκου και πάντων των αγίων ελέησον και σώσον ημάς». Τη νοερά και μυστική, τη διαρκή και ακατάπαυστη προσευχή συνιστά και ο απόστολος Παύλος, όταν λέει «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε»

Μεγάλη η δύναμις της προσευχής. Αυτή κάνει την καρδιά του ανθρώπου ναό του Θεού. Αυτή φυτεύει παράδεισο στη γη. Αυτή, και όταν ακόμα οι άθεοι κατορθώνουν να γκρεμίσουν τις εκκλησιές του Θεού, εξακολουθεί να γίνεται και να σείει το κράτος του διαβόλου. Ευτυχείς και μακάριοι όσοι διδάχτηκαν και εφαρμόζουν τη νοερά, μυστική και αδιάλειπτη προσευχή. Συνιστούμε σε όλους να διαβάσουν ένα βιβλίο που μιλάει για τη δύναμη της νοεράς προσευχής. Είναι μεταφρασμένο από τα ρωσικά. Έχει τίτλο «Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού».

*****************************

ΚΑΤ’ ΟΙΚΟΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

*****************************

Στην προηγούμενη ομιλία μας, αγαπητοί μου, είπαμε για τη νοερά και αδιάλειπτη προσευχή. Το «Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, τον αμαρτωλόν» είνε μια σύντομη προσευχή που μπορεί να την κάνη μόνος του ο χριστιανός οπουδήποτε κι αν βρίσκεται. Τέτοιες σύντομες προσευχές καθημερινά ανεβαίνουν σαν μοσχολίβανο στον ουρανό απ’ όλα τα σημεία του κόσμου.

Αλλ’ εκτός απ’ την προσευχή που κάνει ο χριστιανός μόνος του, κλεισμένος στο «ταμείον», όπως είπε ο Χριστός (Ματθ. 6, 6), υπάρχει κι άλλη προσευχή, που δεν την κάνει μόνος του ο άνθρωπος, αλλά μαζί με άλλους. Είναι μεγάλο πράγμα να μαζεύονται δυο ή τρεις και περισσότεροι και να προσεύχονται στον ουράνιο Πατέρα. Ο Χριστός υποσχέθηκε ότι θα ’ναι ανάμεσα σ’ αυτούς, θα τους ευλογεί και θα τους δίνη ό,τι ζητούν στο όνομά του.

Μια τέτοια ομαδική προσευχή είνε και η λεγόμενη οικογενειακή προσευχή.

***

Είσαι οικογενειάρχης; Έχεις γυναίκα και παιδιά; δεν είσαι μόνος. Μαζί με όλα τα μέλη της οικογενείας σου αποτελείτε μια μικρή εκκλησία. Είστε η «κατ’ οίκον εκκλησία», όπως ονομάζει ο απόστολος Παύλος τη συγκέντρωση των μελών της οικογενείας και άλλων ακόμα φιλικών προσώπων που γινόταν τα πρώτα χρόνια της Χριστιανοσύνης, όταν οι χριστιανοί δεν είχαν δικά τους κτίρια, ναούς, για να προσευχηθούν (Ρωμ. 16, 5 κ.α.).

Τότε κάθε χριστιανικό σπίτι ήταν μια εκκλησία. Ο αρχηγός της οικογενείας ήταν ιερό πρόσωπο, γιατί με την όλη του χριστιανική διαγωγή ενέπνεε το σεβασμό και συντελούσε να δημιουργήται περιβάλλον θρησκευτικό. Κι όπως μεσ’ στην εκκλησία δεν επιτρέπεται να πει κάποιος άπρεπα λόγια ή να κάμει ασχήμιες, έτσι και μέσα στο σπίτι δεν επιτρεπόταν να λένε λόγια και να κάνουν πράξεις άπρεπες. Κι όπως ο ιερεύς σήμερα χτυπάει την καμπάνα και καλεί τους χριστιανούς στην εκκλησία, έτσι κι ο αρχηγός της οικογενείας τα ευλογημένα εκείνα χρόνια είχε ορισμένες ώρες που καλούσε όλα τα μέλη της οικογενείας σε κοινή προσευχή. Προσεύχονταν το πρωί, προσεύχονταν και το βράδυ προτού να κοιμηθούν. Και το θέαμα μιας χριστιανικής οικογένειας που προσευχόταν με όλα τα μέλη ήταν ένα απ’ τα ωραιότερα θεάματα που παρουσίαζε τότε η γη. Σπίτι – εκκλησία· ένα κομμάτι του ουρανού· σπίτι – παράδεισος· σπίτι ευλογημένο.

Η ιερή συνήθεια να προσεύχεται όλη η οικογένεια μαζί εξακολούθησε να υπάρχει στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Στη σκλαβωμένη πατρίδα οι χριστιανικές οικογένειες προσεύχονταν. Η οικογενειακή προσευχή ήταν απαραίτητη. Όταν γιορτάσαμε τα 150 χρόνια της απελευθερώσεως του έθνους εκδόθηκε ένα λεύκωμα του αγώνος. Σ’ αυτό διάβασα τα εξής.

Όταν στη Γαλλία άκουσαν ότι μια χούφτα Έλληνες επαναστάτησαν εναντίον της τουρκικής αυτοκρατορίας και ζητούσαν την ελευθερία τους, και πολεμούσαν και νικούσαν τον πολυάριθμο στρατό της, απορούσαν που βρίσκανε οι Έλληνες αυτή τη δύναμη. Μια ομάδα Γάλλων αξιωματικών ήρθε στην Ελλάδα, πήγε στην Τρίπολι και ξεκίνησε να επισκεφθεί ένα μακρινό χωριό. Σαν έφθασαν, είδαν τα σπίτια κατεστραμμένα απ’ τον Ιμπραήμ. Μέσα σε πρόχειρες καλύβες κατοικούσαν οι χωρικοί. Μια καλύβα άνοιξε και τους υποδέχθηκε. Ζούσε μέσα σ’ αυτήν μια πολυμελής οικογένεια· πατέρας, μάνα και έξι – εφτά παιδάκια. Τραπέζια και καθίσματα δεν υπήρχαν. Φτωχικό ήταν το φαγητό τους· χόρτα, κρεμμύδια και κρίθινο ψωμί. Αλλ’ η χαρά έλαμπε στο πρόσωπο. Εκείνο δε που έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στους ξένους ήταν ότι προτού να κοιμηθούν το βράδυ, ο αρχηγός της οικογένειας έδωσε το σύνθημα και όλοι γονάτισαν μπροστά στο εικόνισμα του Χριστού. Άρχισαν να προσεύχονται και να κάνουν μετάνοιες. Το μικρότερο παιδί έψελνε κι έλεγε το «Άγιος ο Θεός» και μετά το «Κύριε ελέησον». Οι ξένοι μπροστά στο θέαμα αυτό έμειναν κατάπληκτοι. «Να, είπαν – γιατί ο φτωχός αυτός λαός είναι μεγάλος· πιστεύει στο Θεό, και η προσευχή του είνε η μυστική του δύναμις».

Αχ, Ελλάδα, γλυκιά πατρίδα! Ήταν κάποτε εποχή που όλα τα παιδιά σου πίστευαν και τα σπίτια ήταν εκκλησίες. Αλλά τώρα στα τελευταία χρόνια, που πολλά και διάφορα και ξένα δαιμόνια μπήκαν στον τόπο μας, άλλαξαν τα χριστιανικά ήθη και έθιμα. Οικογενειακή προσευχή δεν γίνεται πλέον. Χωρίς σταυρό κάθονται στο τραπέζι και τρώνε. Άπρεπα λόγια, αισχρολογίες και βλαστήμιες ακούγονται. Ευαγγέλιο ποτέ δεν ανοίγεται. Συζήτησις χριστιανική δεν γίνεται. Ο Χριστός λείπει απ’ τα σπίτια αυτά, και τα σπίτια, όσο κι αν είνε καθαρά και επιπλωμένα και εφοδιασμένα με όλα τα κομφόρ, είνε σπίτια που βρίσκονται κάτω απ’ την οργή του Θεού για όσα λέγονται και γίνονται μέσα σ’ αυτά. Η οργή του Θεού είνε κοντά. Σεισμός παγκόσμιος θα καταστρέψει τον αμαρτωλό κόσμο.

Απ’ τα σημερινά σπίτια λείπει η οικογενειακή προσευχή. Λίγα, μα πολύ λίγα, είνε τα σπίτια εκείνα που οι χριστιανοί γονείς κάθε πρωί και κάθε βράδυ φωνάζουν όλα τα μέλη της οικογενείας και κάνουν κοινή προσευχή. Υπάρχουν δε και μερικά σπίτια, που κάποιο μέρος το ’χουν διασκευάσει σε μικρή εκκλησιούλα με εικόνες, καντήλια, θυμιάματα κ.τ.λ. Εκεί προσεύχεται όλη η οικογένεια.

Και ενώ στην πατρίδα μας η ιερή συνήθεια να προσεύχεται όλη η οικογένεια μαζί τείνει να καταργηθεί, σε άλλες χώρες υπάρχει ακόμα. Ευσεβής Έλλην θεολόγος που επισκέφθηκε την Ελβετία μου ’λεγε, πως εκείνο που του έκανε περισσότερο εντύπωση ήταν η οικογενειακή προσευχή. – Σ’ ένα χωριό, μου ’λεγε, των Άλπεων που φιλοξενήθηκα, προτού να κοιμηθεί η οικογένεια, ο οικογενειάρχης κάλεσε γυναίκα και παιδιά να προσευχηθούν. Το πρωί δε τους κάλεσε πάλι σε κοινή προσευχή και αμέσως μετά την προσευχή άνοιξε την Αγία Γραφή, διάβασε ένα κεφάλαιο και είπε λίγα λόγια προτρέποντας όλη την οικογένεια στην πίστι και στην αρετή. Την ώρα που τους έβλεπα να προσεύχονται και να διαβάζουν την Αγία Γραφή, θυμήθηκα το σπίτι μου και τ’ άλλα σπίτια του χωριού μου, που σε κανένα δεν γίνεται αυτό που είδα στο ελβετικό σπίτι, και λυπήθηκα για το κατάντημά μας…

Οικογενειακή προσευχή και ανάγνωσης Γραφής στα ελβετικά σπίτια· και στα δικά μας σπίτια; Αισχρολογίες, βλαστήμιες, καυγάδες και κατάρες, μοιχείες και διαζύγια, οργή Θεού.

***

Οικογενειάρχες, όσοι ακούτε η διαβάζετε την ομιλία αυτή, προσπαθήστε από σήμερα να εφαρμόσετε στο σπίτι την οικογενειακή προσευχή. Δοκιμάστε και θα πεισθείτε, πως όλο το σπίτι θα ευωδιάσει απ’ το άρωμα μιας χριστιανική ζωής.

*****************************

Η ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ

*****************************

σκηνη Μαρτ.Ένας από τους πιο αρχαίους λαούς της γης είνε ο Ιουδαϊκός λαός. Ονομάζεται περιούσιος, εκλεκτός, λαός. Γιατί, ενώ όλοι οι λαοί του κόσμου είχαν πέσει στην αισχρή ειδωλολατρία και λάτρευαν τα είδωλα, μόνο ο Ιουδαϊκός λαός πίστευε στον αληθινό Θεό και τον λάτρευε. Ο λαός αυτός ξεκίνησε απ’ τη Μεσοποταμία και ήρθε και κατοίκησε στη γη Χαναάν, και ήταν κυρίως λαός ποιμενικός.

Αλλ’ όταν έπεσε πείνα τρομερή στα μέρη αυτά, ο πατριάρχης Ιακώβ, και μαζί μ’ αυτόν όλα τα παιδιά και τα εγγόνια του, ήρθαν κι εγκαταστάθηκαν στην Αίγυπτο, όπου είχε ανακηρυχθεί άρχοντας ο Ιωσήφ. Ευλογία Θεού ήταν μαζί τους. Οι λίγοι Ιουδαίοι, που δεν ήταν παραπάνω από εκατό ψυχές, αυξήθηκαν καταπληκτικά. Οι Αιγύπτιοι φοβήθηκαν κι άρχισαν να τους πιέζουν. Αλλ’ ένας λαός που ’χει την ευλογία του Θεού, με όσο σκληρά κι απάνθρωπα μέσα κι αν πολεμηθεί, δεν χάνεται. Τετρακόσια χρόνια οι Εβραίοι έζησαν στη σκλαβιά. Οι Αιγύπτιοι δεν τους άφηναν ούτε μια ώρα ελεύθερους να λατρεύσουν τον αληθινό Θεό.

Αλλ’ επιτέλους ο Θεός λυπήθηκε το λαό του κι έστειλε το δούλο του το Μωυσή για να τον ελευθερώσει.

Στην αρχή ο Φαραώ αντιστάθηκε. Δεν ήθελε να τον ελευθερώσει. Μα ύστερα απ’ τις δέκα πληγές που έπεσαν στο βασίλειό του αναγκάστηκε να τους αφήσει να φύγουν. Κι’ έφυγαν. Ήταν μεγάλη και χαρμόσυνη η μέρα που άφησαν την Αίγυπτο κι’ άρχισαν την πορεία τους προς τη γη της επαγγελίας. Ένας λαός ολόκληρος, που πλησίαζε τα δύο εκατομμύρια, άντρες, γυναίκες και παιδιά, βρέθηκαν χωρίς σπίτια, χωρίς ανέσεις, αλλά ελεύθεροι. Και η ελευθερία αξίζει παραπάνω απ’ όλα. Τι το όφελος να ζεις σ’ ένα παλάτι μέσα και να ’σαι σκλάβος και να τρέμεις μήπως ο τύραννος χτυπήσει την πόρτα σου, μήπως σε συλλάβει και σε εκτελέσει;

Ελεύθεροι οι Ιουδαίοι. Τώρα πια θα μπορούσαν να λατρεύσουν το Θεό όπως ήθελαν. Αλλά που ναός; Οι Ιουδαίοι κάθε μέρα ήταν υποχρεωμένοι να βαδίζουν. Δεν έμεναν σταθερά σ’ ένα μέρος. Έστηναν σκηνές όπως οι στρατιώτες σε καιρό πολέμου, διανυκτέρευαν κάτω απ’ τις σκηνές, κι’ ύστερα μάζευαν τις σκηνές και ξεκινούσαν για το μεγάλο τους ταξίδι. Σαράντα χρόνια βάσταξε το ταξίδι αυτό απ’ την Αίγυπτο μέχρι τη γη της επαγγελίας. Μα, θα πει κανένας, μια απόσταση που θα μπορούσαν να τη βαδίσουν οι Ιουδαίοι σε δύο μήνες, χρειάστηκαν τόσα χρόνια για να τη βαδίσουν; Αλλ’ όπως λέει η Γραφή, ήταν κι’ αυτό μια τιμωρία του Θεού, γιατί στο διάστημα της πορείας ο λαός αμάρτησε. Δεν έδειξαν την πρέπουσα εμπιστοσύνη στο Θεό και σ’ αυτόν που τους οδηγούσε.

***

Γεννάται το ερώτημα: Σαράντα χρόνια που περιπλανιόνταν οι Εβραίοι στην έρημο, που λάτρευαν το Θεό; Ναός δεν υπήρχε. Αλλ’ ο Θεός που δεν ήθελε να μένη ο λαός του χωρίς να ασκεί τα θρησκευτικά του καθήκοντα, προνόησε. Αφού στην κορυφή του όρους Σινά έδωσε τις δέκα εντολές, διέταξε το Μωυσή να φτιάξη ένα ναό που να μπορεί να μετακινείται από τόπο σε τόπο ένα φορητό ναό. Του είπε το σχέδιο, με το οποίο έπρεπε να κατασκευασθεί.

Ο φορητός αυτός ναός θα κατασκευαζόταν από διάφορα υλικά, από τα πιο ακριβά μέχρι τα πιο φτηνά. Χρειαζόταν χρυσάφι και ασήμι για να κάνουν χαλκάδες. Χρειαζόταν ξύλα από διάφορα δέντρα που ν’ αντέχουν στον ήλιο και στη βροχή. Χρειαζόταν σίδερο. Χρειαζόταν και δέρματα ζώων. Χρειαζόταν ακόμα και δέρματα και τρίχες από κατσίκες Όλ’ αυτά με μεγάλη προθυμία τα πρόσφερε ο ιουδαϊκός λαός. Οι πιο πλούσιοι έδιναν χρυσάφι ή ασήμι. Οι άλλοι, φτωχοί, έδιναν μαλλιά και δέρματα από πρόβατα και κατσίκια. Όλοι πρόσφεραν ανάλογα με τη δύναμή τους. Κι’ έτσι πρέπει να γίνεται ένας ναός, που προορίζεται να εξυπηρετεί τις θρησκευτικές ανάγκες όλων των κατοίκων ενός χωριού πρέπει να χτίζεται με τις εισφορές όλων. Κι’ έτσι χτίζονται εδώ στην πατρίδα μας οι ναοί των χωριών και των πόλεων, με μια μονάχα διαφορά, ότι στον έρανο που γίνεται για την ανέγερση ναού, εκείνοι που προσφέρουν τα περισσότερα δεν είναι οι πλούσιοι αλλ’ ο φτωχός και εργατικός λαός μας. Και το ότι τους ναούς της Ελλάδος τους χτίζει κυρίως ο φτωχός λαός μας έχει μεγάλη σημασία, γιατί όχι μονάχα οι ναοί χτίζονται με τον τίμιο ιδρώτα του λαού και όχι από κλεψιές και απάτες, αλλά και γιατί κλείνονται τα στόματα των αθέων, που δεν μπορούν να πουν ότι οι πλούσιοι χτίζουν εκκλησιές για να κοιμίζουν το λαό.

Φορητός ναός ο πρώτος ναός των Ιουδαίων, ή, όπως ονομάζεται στην Αγία Γραφή, «η σκηνή του μαρτυρίου». Μπορείτε να φαντασθείτε το φορητό αυτό ναό; Χωριζόταν σε δύο μέρη. Το ένα μέρος, που ήταν προς την ανατολή ήταν το αγιότερο και λεγόταν «Άγια Αγίων». Εκεί μέσα φυλαγόταν η κιβωτός της διαθήκης, που ’χε μέσα τη στάμνα με το μάννα, το ραβδί του Ααρών που βλάστησε θαυματουργικά και τις πλάκες με τις δέκα εντολές. Μετά από τα Άγια των Αγίων ήταν το άλλο μέρος, που λεγόταν «Άγια». Εδώ υπήρχε η επτάφωτη λυχνία, η τράπεζα με τους άρτους, πράγματα ιερά, χρήσιμα για τη θεία λατρεία. Σ’ αυτό το μέρος έμπαιναν οι ιερείς κάθε μέρα και τελούσαν τις ιεροτελεστίες. Αλλά στο πρώτο, το πιο άγιο και μυστικό, έμπαινε ο αρχιερεύς μονάχα μια φορά το χρόνο και πρόσφερε θυσία.

Και όπως ο δικός μας ναός χωρίζεται με το τέμπλο σε δύο μέρη, στο ιερό, όπου τελείται η θεία λειτουργία, και στον κυρίως ναό, όπου εκκλησιάζεται ο λαός, έτσι και η σκηνή του μαρτυρίου, ο φορητός ναός των Ιουδαίων, χωριζόταν με μια βαριά κουρτίνα, φτιαγμένη από χοντρό ύφασμα, που ήταν αδύνατο να το σκίσουν χέρια ανθρώπων. Αυτή η κουρτίνα, που δεν άφηνε το λαό από τα Άγια να δη τι γίνεται πίσω απ’ αυτήν, μέσα στα Άγια των Αγίων όταν λειτουργούσε ο αρχιερεύς, αυτή η χοντρή κουρτίνα, την ώρα που ο Χριστός πάνω στο σταυρό παρέδιδε το πνεύμα του στον ουράνιο Πατέρα, σχίστηκε στα δύο, από πάνω μέχρι κάτω. Κι’ αυτό ήταν σημείο πως με τη θυσία που πρόσφερε ο Χριστός καταλύθηκε ο φραγμός της αμαρτίας που χώριζε τον άνθρωπο απ’ το Θεό, και άνοιξε ο ουρανός, κι’ ο άνθρωπος μπορούσε να επικοινωνήσει ελεύθερα με το Θεό, όπως το παιδί με τον πατέρα.

Ο ναός αυτός ο φορητός όταν μετακινούνταν οι Ιουδαίοι διαλυόταν, και πάλι τον συναρμολογούσαν όταν στάθμευαν σε άλλο μέρος. Η σκηνή του μαρτυρίου διατηρήθηκε μέχρι που χτίστηκε ο ναός του Σολομώντος.

Φορητοί ναοί υπάρχουν και σήμερα. Είναι όμορφες εκκλησιές από ξύλο, που συναρμολογούνται και μετακινούνται εύκολα, και χρησιμοποιούνται από στρατιωτικούς ιερείς σε καιρό πολέμου.

***

Αλλά σύμφωνα με τη διδασκαλία του αποστόλου Παύλου μια σκηνή, που στήνεται προσωρινά και μετά διαλύεται και δεν αφήνει ίχνη, είναι το σώμα του ανθρώπου. Το σώμα είναι η σκηνή, είναι η προσωρινή κατοικία του ανθρώπου. Μέσα σ’ αυτό μένει η ψυχή, και όταν πεθάνει ο άνθρωπος, το σώμα σαν άλλη σκηνή διαλύεται, και η ψυχή φεύγει σε άλλο κόσμο. Η σκηνή διαλύεται και καταστρέφεται, αλλ’ η ψυχή εξακολουθεί να ζη τη δική της ζωή.

Χριστιανοί μου, ταξιδιώτες είμαστε όλοι. Κάτω από σκηνές ζούμε όπως είναι τα σώματά μας. Μας χρειάζονται όσο ταξιδεύουμε. Θα ’ρθη ώρα που το ταξίδι θα τελειώσει, οι σκηνές θα διαλυθούν, και τότε μας περιμένει νέα κατοικία, αιώνια και αμετακίνητη.

*****************************

Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ

*****************************

Ένας, αγαπητοί μου, απ’ τους ενδόξους βασιλείς των Ιουδαίων, ο ενδοξότερος, ήταν ο Δαυΐδ. Αυτόν η θεία πρόνοια τον πήρε απ’ το κοπάδι του πατέρα του και τον ανέβασε στο υψηλό αξίωμα του βασιλιά. Αυτός με τη βοήθεια του Θεού νίκησε το Γολιάθ. Αυτός πολέμησε και νίκησε κι’ όλους τους άλλους εχθρούς του Ισραήλ και ξάπλωσε το βασίλειό του, κι’ έγινε το Ισραήλ το πιο ισχυρό κράτος της Ανατολής.

Ο Δαυΐδ ήταν ευσεβής. Αγαπούσε το Θεό, και την αγάπη του αυτή φανερώνουν τα όμορφα θρησκευτικά ποιήματα που έκανε και έψελνε. Είναι οι 150 ψαλμοί του. Ο Δαυΐδ είναι ο πρώτος που συνέλαβε την ιδέα να χτίσει ναό μεγαλοπρεπή για να λατρεύεται ο αληθινός Θεός. Υπήρχε βέβαια η σκηνή του μαρτυρίου, ο φορητός ναός. Αλλά αυτή ήταν αναγκαία όταν οι Ιουδαίοι ήταν στην έρημο. Τώρα ήταν ανάγκη να αντικατασταθεί με ένα ναό που θα πρεπε να χτιστή στα Ιεροσόλυμα. Δεν ήταν σωστό να υπάρχουν στα Ιεροσόλυμα τόσα κτίρια για να στεγάζουν τις διάφορες υπηρεσίες, για να κατοικούν οι βασιλείς, οι αρχιερείς και οι ιερείς, και να μην υπάρχει κτίριο αφιερωμένο στη λατρεία του Θεού. Δεν νοείται πόλις ή χωριό χωρίς ναό. Είνε το πιό αναγκαίο κτίσμα από όλα τα άλλα. Μόνο υλισταί και άθεοι, που θέλουν να σβήσουν το όνομα του Θεού από τη γη, αυτοί μόνο επιτίθενται με μανία εναντίον της θρησκείας, γκρεμίζουν τους ναούς που έχτισαν γενεές γενεών ή τους μεταβάλλουν σε μουσεία και αποθήκες, κινηματογράφους και θέατρα. Όσοι όμως κυβερνήται είνε ευσεβείς, βοηθούν να χτίζωνται ναοί κατάλληλοι για τη λατρεία του Θεού. Η ιστορία αναφέρει τα ονόματα των ευσεβών αυτών βασιλέων που έχτισαν ναούς, και η Εκκλησία μνημονεύει αυτούς σαν κτίτορας και ανακαινίσαντας.

Ο Δαυΐδ λοιπόν ήθελε να χτίση στην πρωτεύουσα του Ισραήλ, στα Ιεροσόλυμα, ναό μεγαλοπρεπή, για να εκδηλώσει έτσι την ευγνωμοσύνη του προς τον Θεό που ευεργέτησε και δόξασε το Ισραήλ. Για το σκοπό αυτό προετοιμαζόταν πολλά χρόνια. Από λάφυρα του πολέμου και από άλλες πηγές εσόδων συγκέντρωσε πολύ μεγάλα χρηματικά ποσά. Συγκέντρωσε – λέει η Γραφή – εκατό χιλιάδες τάλαντα χρυσού και χίλιες χιλιάδες τάλαντα αργυρίου, ποσά χαλκού σιδήρου αμέτρητα και αζύγιστα, ακόμα δε συγκέντρωσε για την οικοδομή του ναού και μεγάλες ποσότητες ξύλα και πέτρες και άλλα οικοδομικά υλικά. Έκανε σχέδιο αρχιτεκτονικό και ώρισε μάλιστα και τον τόπο όπου θα χτιζόταν ο ναός.

Όλα ήταν έτοιμα για να αρχίσει το χτίσιμο του ναού. Η χαρά του Δαυΐδ ήταν μεγάλη. Αλλά την τελευταία στιγμή δεν αξιώθηκε να βάλει θεμέλιο του ναού. Γιατί; Πέθανε; Όχι. Αλλά γιατί ο Θεός απαγόρευσε σ’ αυτόν να χτίση το ναό. Κι ο λόγος της απαγορεύσεως; Γιατί ο Δαυΐδ ήταν «ανήρ αιμάτων», δηλαδή είχε κάνει πολέμους και σ’ αυτούς είχε χυθεί πολύ ανθρώπινο αίμα (Πρβλ. Α΄ Παρ. 22, 8).

Όχι λοιπόν στο Δαυΐδ, αλλά στο διάδοχό του, το Σολομώντα, ανετέθη η οικοδομή του ναού. Τι μας διδάσκει αυτό; Πως ο Θεός, ο δίκαιος και αληθινός, δεν θέλει να χτίζουν ναούς άνθρωποι που έγιναν αφορμή να χυθεί αίμα, ή άνθρωποι άδικοι και πλεονέκτες που δεν σκοτώνουν ίσως με σπαθιά αλλά με αδικίες και κλοπές. Είνε κι αυτοί φονιάδες, «άνδρες αιμάτων», και δεν δέχεται απ’ αυτούς ο δίκαιος Θεός προσφορές και ανεγέρσεις ναών. Εκατό εκκλησιές να χτίσης, αν δεν τις χτίσης με τίμιο ιδρώτα αλλά με κλεψιές και ατιμίες, δεν σώζεσαι. Τι το όφελος να χτίζεις εκκλησίες και ν’ αδικείς και να γκρεμίζεις ανθρώπους, που μπροστά στα μάτια του Θεού έχουν αξία ασυγκρίτως ανώτεροι απ’ ό,τι οι ναοί;

Ο Σολομών λοιπόν ανέλαβε να χτίση το ναό. Η ανέγερσίς του κράτησε 7 χρόνια και 6 μήνες. Τέλειωσε το 1004 π. Χ. Για να πάρετε μια ιδέα της μεγαλοπρεπείας του ναού, λέμε πως για το χτίσιμο του ναού χρειάστηκαν 153.600 άνθρωποι: 70.000 αχθοφόροι, 80.000 χτίστες και λιθοξόοι και 3.600 επιστάτες. Ας μη σας φανούν παράξενοι οι αριθμοί, γιατί την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν τα μηχανικά μέσα που υπάρχουν σήμερα. Δουλειά που κάνει ένα μηχάνημα την έκαναν εκατό εργάτες. Οι πέτρες έπρεπε να πελεκηθούν, να τετραγωνιστούν, μετά να μεταφερθούν στον τόπο της οικοδομής, και χωρίς χτυπήματα σφυριών κι ασβέστη και λάσπη η μια πέτρα να μπει πάνω στην άλλη. Ο ναός αυτός έγινε σύμφωνα με το σχέδιο και ήταν όμοιος με τον κινητό ναό, τη σκηνή του μαρτυρίου, αλλά διπλάσιος στο μήκος, στο πλάτος και στο ύψος. Τα εγκαίνια του ναού αυτού έγιναν με μεγάλη λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια από το βασιλιά Σολομώντα.

***

Μέσα στο ναό αυτό ο ιουδαϊκός λαός λάτρευσε το Θεό 424 χρόνια, 3 μήνες και 6 ημέρες. Καταστράφηκε απ’ το βασιλιά των Βαβυλωνίων, το φοβερό Ναβουχοδονόσορα. 52 χρόνια μετά από τη μέρα της καταστροφής οι Ιουδαίοι άρχισαν και πάλι να χτίζουν το ναό επί Ζοροβάβελ, αλλ’ ο ναός αυτός, αν και μεγαλύτερος απ’ τον πρώτο, δεν έφτανε τη μεγαλοπρέπεια εκείνου. Πεντακόσια χρόνια έζησε ο ναός αυτός του Ζοροβάβελ. Άρχισε να ερειπώνεται, αλλά οι Ιουδαίοι, υπόδουλοι στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, δεν ήταν σε θέσι όχι ν’ ανεγείρουν νέο ναό, αλλ’ ούτε να επισκευάσουν αυτόν. Ο Ηρώδης ο βασιλιάς για ν’ αποκτήσει την εύνοια των Ιουδαίων γκρέμισε τον παλιό ναό και έχτισε νέο ναό μεγαλοπρεπέστερο από το ναό του Σολομώντος. Ο ναός χτιζόταν επί 40 χρόνια. Και στο ναό αυτό ο Χριστός μας, όταν ήταν 12 χρόνων, ήρθε για να προσκυνήσει με την αγία του μητέρα και πολλές φορές κήρυξε κάτω από τις στοές του μεγάλου αυτού ναού, που εθεωρείτο ένα από τα σπουδαιότερα κτίσματα του τότε κόσμου. Γι’ αυτό και καυχόνταν οι Ιουδαίοι. Αλλά για το ναό αυτό ο Χριστός προφήτευσε πως θα καταστραφή και δεν θα μείνη λίθος επί λίθου. Οι Ιουδαίοι εξοργίστηκαν απ’ τα λόγια αυτά του Χριστού, αλλ’ η φοβερή προφητεία του Χριστού εκπληρώθηκε. Δεν πέρασαν 40 χρόνια απ’ τη σταύρωση του Χριστού και οι Ρωμαίοι ήρθαν, πολιόρκησαν και κυρίευσαν την πόλη και κατέστρεψαν την πόλη και κατέστρεψαν το ναό.

Μονάχα κάτι ερείπια του ναού έμειναν και σ’ αυτά τα ερείπια του ναού μαζεύονται κάθε Σάββατο οι Εβραίοι και κλαίνε. Θυμούνται τις παλιές μέρες της δόξης του βασιλείου τους.

Ύστερα από 300 χρόνια κάποιος αντίχριστος βασιλιάς, ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, επιχείρησε να χτίση το ναό και συγκέντρωσε υλικά και εργάτες. Μα μόλις άρχισε να χτίζει, σείστηκε ο τόπος και φωτιές έβγαιναν απ’ τα θεμέλια και δεν επέτρεπαν να συνεχισθεί η εργασία. Και μέχρι σήμερα οι Ιουδαίοι δεν μπόρεσαν να χτίσουν νέο ναό.

Σκεφθείτε· έχουν τους θησαυρούς του κόσμου, είνε οι πλουσιότεροι άνθρωποι του κόσμου, κι όμως ένα ναό δεν μπορούν να χτίσουν. Ένα μικρό χωριό στην περιφέρειά μας, με δέκα οικογένειες έχτισε ναό. Οι Ιουδαίοι, ένα έθνος ολόκληρο, δεν μπόρεσαν να χτίσουν ναό. Είνε κι αυτό ένα από τα μεγάλα σημεία. Θα ’ρθη όμως μέρα που κι αυτός ο λαός θα μετανοήσει και θα πιστέψει στο Χριστό, και τότε νέος ναός, χριστιανικός, θα χτιστή εκεί όπου σήμερα υπάρχουν τα ερείπια του παλιού ιουδαϊκού ναού.

*****************************

ΚΑΤΑΚΟΜΒΑΙ

*****************************

ΚατακομβαιΕίδαμε, αγαπητοί μου αναγνώστες, είδαμε στις προηγούμενες ομιλίες, ότι κανένας λαός του κόσμου δεν είνε άθρησκος. Όλοι οι λαοί από την αρχαία εποχή χτίζουν ναούς και λατρεύουν το Θεό που πιστεύουν.

Είνε τόση η ανάγκη που αισθάνεται ο άνθρωπος να λατρεύει το Θεό, ώστε, και όταν οι Εβραίοι, ο εκλεκτός λαός του Θεού, βρέθηκαν στην έρημο και ήταν υποχρεωμένοι κάθε μέρα να μετακινούνται, και τότε δεν έμειναν χωρίς ναό, χωρίς θεία λατρεία. Όπως είδαμε, κατ’ εντολήν του Θεού κατασκεύασαν ναό κινητό, μια δηλαδή μεγάλη σκηνή. Την έστηναν όπου σταματούσαν, και κατόπιν την διέλυαν και την έπαιρναν μαζί τους.

Όταν οι Εβραίοι εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην πατρίδα τους την Παλαιστίνη, τότε έχτισαν μεγαλοπρεπή ναό, το ναό του Σολομώντος. Στο ναό αυτό, όπως είπαμε, ο Χριστός, όταν ήταν δώδεκα χρονών παιδί, πήγε μαζί με την αγία μητέρα του και τον Ιωσήφ, και αργότερα, όταν κήρυττε, σ’ αυτόν, πάλι το ναό πήγαινε. Ο Χριστός, βλέπετε, δεν ήταν ενάντιος με τη λατρεία του Θεού μέσα σε ναούς. Τη φιλαργυρία και την πλεονεξία των ανθρώπων που εκμεταλλεύονταν τα όσια και τα ιερά έλεγξε ο Χριστός και με το φραγγέλλιο τους έδιωξε απ’ το ναό. Το ναό όμως τον αγαπούσε. Ας το ακούσουν αυτό, αν έχουν αυτιά, οι χιλιασταί, που μεταξύ των άλλων κατηγορούν τους χριστιανούς και γιατί πηγαίνουν σε ναούς. Αυτοί, βλέπετε, έγιναν ανώτεροι απ’ το Χριστό!

***

Όλοι οι λαοί έχουν τους ναούς τους. Οι αρχαίοι Έλληνες τους παρθενώνες, οι Ινδοί τις παγόδες, οι Εβραίοι τις συναγωγές, οι Τούρκοι τα τζαμιά. Και οι Χριστιανοί έχουν και αυτοί τους δικούς τους ναούς. Μέσα σ’ αυτούς προσφέρεται η λατρεία στον αληθινό Θεό. Αλλά πρέπει να ξέρουμε ότι στα πρώτα χρόνια της διαδόσεως της νέας θρησκείας της θρησκείας του Χριστού, δεν υπήρχαν ναοί. Αλλά και αν ήθελαν οι πρώτοι χριστιανοί να χτίσουν ναούς οι ειδωλολάτρες δεν τους άφηναν. Πού λάτρευαν λοιπόν οι πρώτοι χριστιανοί το Θεό; Τον λάτρευαν μέσα στα σπίτια. Ένα ευρύχωρο δωμάτιο το χρησιμοποιούσαν για τη θεία λατρεία. Έτσι το σπίτι γινόταν εκκλησία, η κατ’ οίκον εκκλησία, για την οποία μιλήσαμε σε προηγούμενη ομιλία.

Αλλά στην εποχή των φοβερών διωγμών οι χριστιανοί ούτε μέσα στα σπίτια δεν μπορούσαν να λατρεύσουν το Θεό. Κατάσκοποι τους παρακολουθούσαν. Και αλλοίμονο στο σπίτι εκείνο που ανακάλυπταν ότι μάζευε τους χριστιανούς για να προσευχηθούν και να λατρεύσουν το Θεό. Έβαζαν φωτιά και το καίγαν. Γι’ αυτό την εποχή εκείνη οι χριστιανοί αναγκάζονταν να φεύγουν απ’ τις πόλεις, να περπατούν χιλιόμετρα, και μέσα στα βουνά, μέσα στις οπές της γης, μέσα σε σπηλιές, εκεί να μαζεύονται, να τελούν τη θ. Λειτουργία και να λατρεύουν το Θεό. Στους βίους των αγίων διαβάζουμε ένα συγκινητικό παράδειγμα. Είναι το παράδειγμα των επτά νέων της Εφέσου, που γιορτάζει η Εκκλησία μας στις 4 Αυγούστου. Οι νέοι αυτοί ζούσαν στην εποχή του φοβερού διωγμού του Δεκίου. Για να μη συλληφθούν, βγήκαν έξω απ’ την πόλη, βρήκαν μια σπηλιά, μπήκαν μέσα, έφραξαν την είσοδο, έκαναν την προσευχή τους και κουρασμένοι όπως ήταν κοιμήθηκαν. Όταν όμως ξύπνησαν και βγήκαν έξω απ’ τη σπηλιά, κατάλαβαν πως είχαν περάσει 200 περίπου χρόνια! Είχε γίνει θαύμα. Ο Θεός έδωσε στους νέους αυτούς ένα τόσο μεγάλο ύπνο, ώστε να ξυπνήσουν όταν πια ο διωγμός είχε πάψει.

***

Στις σπηλιές οι αρχαίοι χριστιανοί λάτρευαν το Θεό. Στη Ρώμη δε οι χριστιανοί λάτρευαν το Θεό στις κατακόμβες. Και τι ήταν οι κατακόμβες; Οι χριστιανοί της Ρώμης καταδιώκονταν σκληρά απ’ τους ειδωλολάτρες αυτοκράτορες. Για να προφυλαχτούν απ’ αυτούς, έσκαψαν βαθειά τη γη, άνοιξαν στοές υπόγειες, σαν τις γαλαρίες του σιδηροδρόμου ή καλύτερα σαν τις γαλαρίες των λιγνιτωρυχείων. Αλλά οι στοές αυτές είχαν πολύ μάκρος. Και αλλού οι στοές στένευαν τόσο, ώστε με δυσκολία να περνάει άνθρωπος, αλλού πάλι γινόντουσαν πλατειές και σχημάτιζαν μικρές αίθουσες, σαν το χώρο μικρής εκκλησίας. Σ’ αυτούς τους μικρούς υπογείους χώρους μαζεύονταν κρυφά οι χριστιανοί και τελούσαν τη θεία λειτουργία και κοινωνούσαν τα άχραντα μυστήρια.

Σκοτάδι μέσα στις κατακόμβες. Ανοιγμένοι φεγγίτες στην οροφή των στοών άφηναν νάρχεται λίγο φως. Λυχνάρια με λάδι άναβαν και σκόρπιζαν και αυτά λίγο φως και δημιουργούσαν μια κατανυκτική ατμόσφαιρα. Δεξιά και αριστερά στα τοιχώματα των στοών άνοιγαν οπές (τρύπες) και εκεί έθαβαν τους κεκοιμημένους, έθαβαν τα σώματα των χριστιανών που μαρτυρούσαν.

Στις πλάκες που έφραζαν τα στόματα των τάφων έγραφαν το όνομα του μάρτυρος και την ημερομηνία του μαρτυρίου. Χιλιάδες οι πλάκες αυτές. Αλλά σε καμιά δεν υπήρχε η λέξις «απέθανε». Σ’ όλες έβλεπες γραμμένο: «Εκοιμήθη εν Κυρίω». Αυτό έδειχνε πόσο βαθειά πίστευαν οι χριστιανοί της εποχής εκείνης στην ανάσταση των νεκρών. Πίστευαν ότι ο θάνατος δεν είναι το τέλος, δεν είναι η εξαφάνισης του ανθρώπου, αλλά ένας ύπνος, σαν τον ύπνο εκείνο που κοιμήθηκαν μέσα στη σπηλιά της Εφέσου οι επτά νέοι που αναφέραμε παραπάνω. Αυτό κήρυττε και ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. «Ο ύπνος – έλεγε – είναι ένας μικρός θάνατος και ο θάνατος είναι ένας μεγάλος ύπνος».

Και όχι μονάχα οι επιγραφές των τάφων, αλλά και όλα όσα γράφονταν και ζωγραφίζονταν πάνω στους τάφους και στα άλλα μέρη των κατακομβών φανέρωναν τη μεγάλη πίστι των χριστιανών της εποχής εκείνης. Χρειαζόταν πίστης για να σηκώνονται τη νύχτα, να περνούν απ’ τους δρόμους της Ρώμης, να βγαίνουν έξω και να κατεβαίνουν μέσα στις κατακόμβες και εκεί να λατρεύουν το Θεό. Από πάνω τους οι ειδωλολάτρες διασκέδαζαν και έκαναν κάθε λογής ασχήμιες, αλλά οι χριστιανοί κάτω στις κατακόμβες, μακριά απ’ τα μάτια του κόσμου, ζούσαν τη δική τους ζωή. Όποιος θα κατέβαινε κάτω στις κατακόμβες και θα βλεπε με ποια πίστι παρακολουθούσαν τη θεία λειτουργία και κοινωνούσαν τα άχραντα μυστήρια, θα ᾽λεγε: Εδώ πράγματι λατρεύεται ο Θεός!

Ήταν ασφαλισμένοι οι χριστιανοί μέσα στις κατακόμβες; Όχι πάντοτε. Κατάσκοποι των ειδωλολατρών παρακολουθούσαν τους χριστιανούς, κι’ αν ανακάλυπταν την είσοδο της κατακόμβης, έμπαιναν μέσα και τους θανάτωναν όπως ήταν μαζεμένοι για τη θεία λειτουργία, ή άναβαν φωτιές και τους έκαιγαν.

***

Όταν ήρθε ο Μ. Κωνσταντίνος και νίκησε τους ειδωλολάτρες, τότε οι χριστιανοί άφησαν τις κατακόμβες και λάτρευαν πια το Θεό ελεύθερα και άφοβα μέσα στους ναούς που άρχισαν να χτίζουν. Οι κατακόμβες άρχισαν να ξεχνιούνται. Ήρθαν κατόπιν χρόνια πολέμου και επαναστάσεων, ήρθαν βάρβαροι, έγιναν μεγάλες καταστροφές, και οι κατακόμβες σκεπάστηκαν με χώματα και ξεχάστηκαν τελείως. Αλλά το 1578 ανακαλύφθηκε η πρώτη κατακόμβη. Ένας αρχαιολόγος, που ονομάσθηκε Κολόμβος των κατακομβών, δούλεψε πολύ και όλες οι κατακόμβες ανακαλύφθηκαν, και ο κόσμος έμεινε κατάπληκτος. Από τότε και μέχρι σήμερα χιλιάδες προσκυνηταί απ’ όλο τον κόσμο πηγαίνουν στη Ρώμη, κατεβαίνουν στις κατακόμβες και παίρνουν λίγο χώμα από το χώμα εκείνο που είναι ποτισμένο με το αίμα τόσων χιλιάδων μαρτύρων.

Ω αδελφοί μου, όσοι διαβάζετε ή ακούτε την ομιλία αυτή, πρέπει να σκεπάσουμε το πρόσωπό μας από ντροπή, όταν σκεφθούμε πως οι χριστιανοί την εποχή εκείνη με κίνδυνο της ζωής τους πήγαιναν στις κατακόμβες, ενώ εμείς οι σημερινοί χριστιανοί, χωρίς να υπάρχει κανένας κίνδυνος, δεν πηγαίνουμε στην εκκλησία, ή και αν πάμε πηγαίνουμε με κρύα καρδιά.

Για να ζεσταθούν και πάλι οι καρδιές μας με την άγια φωτιά που έκαιγε στις καρδιές των χριστιανών εκείνων, συνιστούμε σε όλους να διαβάσουν ένα υπέροχο βιβλίο πούχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Αν το διαβάσετε, θα συγκινηθήτε και θα κλάψετε. Το βιβλίο ονομάζεται «Φαβιόλα».

*****************************

Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ

*****************************

ΑΓ. ΣΟΦΙΑΜέσα σε κατακόμβες, όπως είπαμε, λάτρευαν οι πρώτοι χριστιανοί το Θεό. 300 χρόνια βάσταξε αυτή η κατάστασης. Επί τέλους ήρθε ο Μ. Κωνσταντίνος. Ύστερα απ’ το όραμα που είδε με το «Εν τούτω νίκα», πίστεψε και διέταξε να κατασκευάσουν νέα σημαία, που να ᾽χει στην κορφή τον τίμιο σταυρό και επιγραφή «Εν τούτω νίκα». Με τη σημαία αυτή έδωσε τη μάχη έξω απ’ τη Ρώμη, νίκησε τα ειδωλολατρικά στρατεύματα, και φρόντισε να εκδοθεί βασιλικό διάταγμα που επέτρεπε οι χριστιανοί να εκτελούν ελεύθερα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Δεν πέρασε δε πολύς καιρός και ο Μ. Κωνσταντίνος κυριάρχησε σ’ Ανατολή και Δύση και έγινε μονοκράτορας. Μετέφερε την πρωτεύουσά του στην Κωνσταντινούπολη. Κι’ εκεί έστησε πελώριο σταυρό που τη νύχτα φωτιζόταν και φαινόταν από μακριά.

***

Ελεύθεροι πια οι χριστιανοί άρχισαν να χτίζουν ναούς. Στην ανέγερση νέων ναών βοηθούσε πολύ ο Μ. Κωνσταντίνος. Η μητέρα του, η αγία Ελένη, ταξίδεψε στους αγίους τόπους, έκανε ανασκαφές, βρήκε τον τίμιο σταυρό και έχτισε μεγαλοπρεπή ναό, το ναό της Αναστάσεως. Λένε πως ταξιδεύοντας βρήκε στο Αιγαίο μεγάλη τρικυμία και το πλοίο κινδύνεψε. Άραξε σ’ ένα νησί του Αιγαίου, την Πάρο. Έκανε την προσευχή της και έταξε να χτίσει στο νησί μια εκκλησία. Το ταξίδι πέτυχε και η Αγία έχτισε την εκκλησία, που ύστερα χτίστηκε μεγαλύτερη και σώζεται μέχρι σήμερα και κόσμος πολύς τρέχει για να τη θαυμάσει. Είναι η πρώτη εκκλησία στην Ανατολή που ’χει αρχαίο βαπτιστήριο. Η εκκλησία αυτή ονομάζεται Εκατονταπυλιανή.

Αλλά και ο Μ. Κωνσταντίνος έχτισε ναούς. Μέσα στην Πόλη έχτισε ένα ναό επ’ ονόματι της Σοφίας του Θεού. Δεν ήταν στην αρχή πολύ μεγάλος. Αλλά στο ναό αυτό κήρυξε ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, καθώς και ο μεγαλύτερος κήρυκας όλης της Χριστιανοσύνης, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Αλλ’ όταν η βασίλισσα Ευδοξία εξόρισε το Χρυσόστομο, ο λαός, αγανακτισμένος γιατί στερήθηκε τον αληθινό ποιμένα και διδάσκαλό του, έβαλε φωτιά να κάψει το ναό.

Αργότερα χτίστηκε πιο μεγαλοπρεπής ο ναός της Αγίας Σοφίας. Τον έχτισε ο δραστήριος αυτοκράτορας του Βυζαντίου, ο Ιουστινιανός.

***

Να περιγράψουμε τώρα το ναό της Αγίας Σοφίας; Μόνο εκείνοι, που αξιώθηκαν να πάνε στην Πόλη και να επισκεφθούν το ναό, μόνο αυτοί μπορούν να μας πουν για τη μεγαλοπρέπεια και ωραιότητα του ναού αυτού. Αλλά κι’ αυτοί αδυνατούν να περιγράψουν το ναό. Η ωραιότητά του νικά κάθε περιγραφή. Είναι ένα μεγαλούργημα. Μόλις κανένας περάσει την κεντρική πύλη του ναού, μπροστά του παρουσιάζεται ένα έξοχο θέαμα. Φαίνεται όλο το εσωτερικό του ναού. Το δάπεδο μοιάζει σαν μια θάλασσα, απ’ την οποία βγαίνουν με χάρη σαν κατάρτια μεγάλα πλοίου 107 μεγάλες μαρμάρινες κολώνες, που χωρίζουν το ναό σε κλίτη και βαστάνε το πάνω μέρος του ναού. Στο κέντρο περίπου υψώνονται σε σχήμα τετραγώνου τέσσερις γιγάντιες κολώνες και πάνω στις κολώνες αυτές στηρίζεται ένας θαυμάσιος τρούλος, που δεν υπάρχει όμοιός του σ’ όλο τον κόσμο. Ο τρούλος έχει 40 μεγάλα παράθυρα, κι’ όταν βγαίνει ο ήλιος και στέλνει τις ακτίνες του, το φως περνάει απ’ τα παράθυρα και ο προσκυνητής νομίζει ότι βλέπει τότε έναν ουρανό με άστρα που φωτίζουν τη γη. Ανατριχιάζει ο προσκυνητής. Νομίζει πως δεν πατάει πάνω στη γη, αλλ’ ότι μια δύναμις τον παίρνει και τον υψώνει στον ουρανό. Αυτό δε ακριβώς είναι εκείνο που επεδίωκαν οι ευσεβείς αρχιτέκτονες. Να κατορθώσουν, ώστε εκείνο που ψάλλει η Εκκλησία, «Εν τω ναώ εστώτες της δόξης σου εν ουρανώ εστάναι νομίζομεν», να το αισθητοποιήσουν.

Αλλά στη μεγαλοπρέπεια του ναού συντελούσαν και οι εσωτερικές διακοσμήσεις, που με μεγάλη τέχνη είχαν επιμεληθεί διάσημοι τεχνίτες. Έλαμπε ο ναός από όμορφα κιονόκρανα, από ασήμι, από χρυσάφι, από μωσαϊκά, από χιλιάδες καντήλια, από πολύχρωμα μάρμαρα με τα οποία είναι ντυμένοι οι τοίχοι. Ο Ιουστινιανός δεν λυπήθηκε χρήματα. Άνοιξε το δημόσιο ταμείο και δαπάνησε χρήματα πολλά. Μάζεψε από όλο τον κόσμο μάρμαρα χρωματιστά, πολυτίμους λίθους, χρυσάφι και ασήμι. Κάλεσε μηχανικούς, γλύπτες και ζωγράφους, και ο ίδιος φορώντας εργατική στολή επιστατούσε στο όλο έργο. Πέντε χρόνια και δέκα μήνες χρειάστηκαν για να χτιστή ο ναός. Τα εγκαίνια έγιναν στις 27 Δεκεμβρίου του 537. Έγιναν με κάθε μεγαλοπρέπεια. Ο Ιουστινιανός έλαμπε από χαρά. Λέγεται, πως όταν μπήκε μέσα και είδε τη μεγαλοπρέπεια του ναού, δεν κρατήθηκε, αλλά φώναξε: «Νενίκηκά σε, Σολομών», που σημαίνει πως ο ναός της Αγίας Σοφίας είναι ανώτερος απ’ το ναό του Σολομώντος.

Στο ναό αυτό 900 χρόνια και περισσότερο γινόντουσαν η θεία λειτουργία και οι άλλες ιερές ακολουθίες. Στο ναό αυτό λειτουργούσε ο Πατριάρχης. Στο ναό αυτό γινόταν η στέψης του βασιλέως και ψάλλονταν δοξολογίες για τις νίκες των στρατευμάτων της Βυζαντινής αυτοκρατορίας κατά των βαρβάρων. Στο ναό αυτό ερχόντουσαν προσκυνηταί από όλα τα μέρη του κόσμου για να προσκυνήσουν και να θαυμάσουν το αριστούργημα τούτο της βυζαντινής τέχνης. Στο ναό αυτό ήρθαν και αντιπρόσωποι του τσάρου της Ρωσίας, όταν ακόμα οι Ρώσοι ήταν ειδωλολάτρες. Οι Ρώσοι είδαν και θαύμασαν. Ήταν τόση η εντύπωσης από όσα είδαν και άκουσαν, ώστε όταν γύρισαν στην πατρίδα τους, είπαν στον τσάρο πώς όχι άνθρωποι, αλλά άγγελοι λειτουργούν στο ναό της Αγίας Σοφίας, και ότι και οι Ρώσοι πρέπει να εκλέξουν σαν θρησκεία τους τη θρησκεία του Χριστού. Σ’ αυτό το ναό της Αγίας Σοφίας έγιναν αγρυπνίες και παρακλήσεις, όταν η Πόλη κινδύνευε από βαρβαρικές επιδρομές.

***

Ο ναός της Αγίας Σοφίας ήταν το κέντρο της εθνικής και θρησκευτικής ζωής της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Πάνω δε στην κορφή του τρούλου είχε στηθεί μεγάλος σταυρός, που τη νύχτα φωτιζόταν και φαινόταν απ’ όλη την Πόλη.

Αλλά ήρθε η μέρα που για τελευταία φορά χτύπησαν οι καμπάνες της Αγίας Σοφίας και έγινε η θεία λειτουργία. Ήταν 29 Μαΐου του 1453. Η Κωνσταντινούπολις, το καύχημα του κόσμου, έπεσε στα χέρια των βαρβάρων. Οι Τούρκοι μπήκαν στην πόλη, έβαλαν φωτιά, έκαψαν, λεηλάτησαν, ατίμασαν, έσφαξαν, εμόλυναν τα ιερά θυσιαστήρια. Χότζας μπήκε στην Αγία Σοφία και φώναξε το «Αλλάχ Αλλάχ». Ό,τι πολύτιμο είχε ο ναός το κλεψαν. Ο σταυρός κατεβάστηκε από τον τρούλο και στη θέση του στήθηκε το μισοφέγγαρο. Φοβερές μέρες ήρθαν για το Ελληνικό γένος. Αλλ’ οι υπόδουλοι Έλληνες και Χριστιανοί δεν απελπίστηκαν. Αιώνες ζούσαν με την ελπίδα, πως «πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θάναι». Έλπιζαν πως μια μέρα ο ναός θα ερχόταν και πάλι στα χέρια των Ελλήνων και θα ετελείτο και πάλι η θεία λειτουργία.

Και η μέρα ζύγωσε. Τα ελληνικά στρατεύματα είχαν φτάσει μέχρι τη Τζαλτάζα. Λίγο ακόμα και η Ελληνική σημαία θα κυμάτιζε στην Πόλη. Λίγο ακόμα και η θεία λειτουργία θα ετελείτο στην Αγία Σοφία. Δυστυχώς όμως η καταραμένη διχόνοια δεν άφησε να πραγματοποιηθεί το όνειρο αυτό της φυλής. Η Αγία Σοφία παραμένει στα χέρια των Τούρκων. Πίστης όμως είναι πως ο λαμπρός ναός θα᾽ρθει και πάλι στα χέρια των Χριστιανών. Όχι το μισοφέγγαρο αλλά ο σταυρός θα νικήσει τον κόσμο. Και οι Τούρκοι θα γίνουν χριστιανοί και θα προσκυνήσουν τον Εσταυρωμένο. Αυτώ η δόξα εις αιώνας αιώνων. Αμήν.

*****************************

ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ

*****************************

χρονια σκλ.Οι Τούρκοι, όπως είπαμε, όταν κατέλαβαν την Πόλη, έκαναν την Αγία Σοφία τζαμί. Κι’ όχι μονάχα την Αγία Σοφία, μα κι’ άλλους κεντρικούς ναούς τους έκαναν τούρκικα τζαμιά. Η μανία των κατακτητών εναντίον των ναών σε ορισμένες περιόδους ήταν αφάνταστη. Ένας σουλτάνος, ο Σελήμ ο Α΄, όταν γέρασε και κόντευε να πεθάνει, ρώτησε το μουφτή τι πρέπει να κάνει για να πάει ασφαλέστερα στον παράδεισο. Κι’ ο μουφτής του απάντησε: «Αν αναγκάσεις όλους τους χριστιανούς να γίνουν μουσουλμάνοι και δεν μείνει ούτε μια εκκλησία ούτε ένας χριστιανός…».

Στην εποχή της Τουρκοκρατίας πολλοί ναοί πάψανε να ’ναι χριστιανικοί, και γίνανε τζαμιά. Κανένας ναός που διακρινόταν για την αρχιτεκτονική του ομορφιά και είχε τρούλους σκεπασμένους με μολύβι, δεν έμεινε στα χέρια των χριστιανών.

***

Έτσι μέσα σ’ ένα αιώνα απ’ την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως οι περισσότεροι ναοί είχαν πέσει στα χέρια των Τούρκων. Ήταν πολύ θλιβερό για τους χριστιανούς να περνούν έξω από εκκλησιές όπου άλλοτε εκκλησιάζονταν και συγκεντρώνονταν πλήθη χριστιανών, και να βλέπουν τώρα να μπαίνουν και να βγαίνουν χοτζάδες, χανούμισσες και γενίτσαροι. Κανένας πια χριστιανός δεν μπορούσε να πλησιάσει τους ναούς αυτούς.

Στα χέρια των χριστιανών έμειναν μόνο κάτι μικροί και παλιοί ναοί. Και αν ένας παλιός ναός κινδύνευε να πέσει, πολύ δύσκολο ήταν για τους χριστιανούς να πάρουν άδεια για να τον επισκευάσουν. Αλλά μήπως και σήμερα ακόμα στην Πόλη μέσα δεν δείχνουν την κακία τους οι Τούρκοι εναντίον της θρησκείας του Χριστού; Με την πρόφαση ν’ ανοίξουν δρόμους και πλατείες έβαλαν μπουλντόζες και γκρέμισαν αρχαίους ναούς που είχαν μείνει από την εποχή των σουλτάνων. Και σ’ αυτό το Πατριαρχείο, πούνε ένα παλιό κτίριο και κινδυνεύει να πέσει, οι Τούρκοι δεν δίνουν άδεια να το γκρεμίσουν οι Χριστιανοί και να χτίσουν ένα καινούργιο.

Οι χριστιανοί στα χρόνια αναγκαζόντουσαν να φεύγουν και να πηγαίνουν στο ύπαιθρο κι εκεί, μακριά απ’ τα μάτια των τουρκαλάδων, να χτίζουν μικρές και ταπεινές εκκλησίες και να λατρεύουν το Θεό. Έτσι εξηγείται πώς στα χρόνια της Τουρκοκρατίας η ύπαιθρος γέμισε από εξωκκλήσια. Μα κι αυτά δεν ήταν ασφαλισμένα, γιατί όλα βρισκόντουσαν στη διάθεσι των Τούρκων. Οι χριστιανοί ζούσαν με φόβο και τρόμο και δεν ήξεραν αν βγαίνοντας απ’ την εκκλησία θα πάνε στα σπίτια τους ή κάποιος γενίτσαρος θα τους πιάσει και απ’ την εκκλησιά θα τους ρίξει μέσ’ στη φυλακή.

Υπήρχαν βέβαια και περίοδοι, που οι χριστιανοί είχαν κάποια ελευθερία σχετικά με τη θρησκεία. Αλλ’ αυτό γινόταν γιατί υπήρχαν και μερικοί Τούρκοι διοικηταί με κάποια ανθρώπινη καλοσύνη. Γενικώς όμως κανόνας ήταν, μίσος εναντίον των χριστιανών· μίσος που θύμιζε το μίσος των ειδωλολατρών εναντίον των πρώτων χριστιανών. Πόσοι χριστιανοί δεν μαρτύρησαν για την πίστη τους κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας! Αυτοί είνε οι Νεομάρτυρες.

Λόγω της φοβεράς πιέσεως των Τούρκων ορισμένες επαρχίες που κατοικούνταν από χριστιανούς αλλαξοπίστησαν. Οι χριστιανοί έγιναν μωαμεθανοί και μετέβαλαν τις εκκλησίες σε τζαμιά! Παράδειγμα η Αλβανία. Παλαιότερα ήταν ολόκληρη η χώρα χριστιανική. Λόγω όμως της τρομεράς πιέσεως των Τούρκων, ολόκληρη η Αλβανία, εκτός από τη Βόρεια Ήπειρο, προσεχώρησε στον Ισλαμισμό. Κι όμως, ακόμα σώζονται στην Αλβανία ερείπια χριστιανικών ναών και μοναστηριών, που μαρτυρούν πως εκεί κάποτε ανθούσε ο χριστιανισμός.

Ήρωες και μάρτυρες πρέπει να ονομάζονται όλοι στα χρόνια της σκλαβιάς κατόρθωσαν να κρατήσουν την πίστι τους και να λατρεύουν το Θεό. Κυνηγημένοι αναζητούσαν μακριά απ’ τον κόσμο, πάνω σε βουνά, να λατρεύσουν ελεύθεροι το Θεό. Την εποχή εκείνη της φοβεράς Τουρκοκρατίας χριστιανοί ανέβηκαν σαν αετοί πάνω σε απότομα βράχια και έχτισαν ναούς και μοναστήρια.

Κάποιος περιηγητής που περιόδευε τα χρόνια της τουρκοκρατίας τη σκλαβωμένη πατρίδα μας, είδε σε ποια αθλία κατάσταση ήταν οι ιεροί ναοί μας και περιέγραψε πως οι βρωμεροί Τούρκοι πολλούς ναούς μας τους είχαν κάνει σταύλους!… Οι χριστιανοί, για να αποφύγουν τη βεβήλωση αυτή, έφτιαχναν στις εκκλησίες μικρές και χαμηλές πόρτες, για να μη μπορούν εύκολα οι Τούρκοι να βάζουν τα ζώα τους.

***

Σε παλιές λοιπόν ερειπωμένες εκκλησίες λάτρευαν τα χρόνια εκείνα οι χριστιανοί το Θεό. Να χτίσουν νέα εκκλησία; Αυτό ήταν απ’ τα δυσκολότερα πράγματα. Σπάνια τους έδιναν άδεια να χτισθεί εκκλησία σε πόλη. Θα ’πρεπε να γίνει επιτροπή, να επισκεφθεί την Πόλη, να δώσει πολλά δώρα(πεσκέσια) σε σουλτάνους ή σε πασάδες, για να πάρουν την άδεια της ανεγέρσεως. Αλλά κι αυτή η άδεια δινόταν με όρους.

Μια τέτοια άδεια ανεγέρσεως εκκλησίας πήρε η χριστιανική κοινότητα της Σμύρνης. Το 1763 η όμορφη εκκλησία της Αγίας Φωτεινής είχε καεί και οι χριστιανοί ζήτησαν να χτίσουν νέα εκκλησία. Πολύ κουράστηκαν. Μα τελικά εκδόθηκε η άδεια· αλλά δόθηκε με όρο. Ποιος όρος; Οι χριστιανοί της Σμύρνης έπρεπε να χτίσουν την εκκλησία μέσα σε 40 μονάχα μέρες! Και την έχτισαν οι αξιοθαύμαστοι εκείνοι Χριστιανοί Έλληνες. Μέρα και νύχτα εργάζονταν για να τελειώσουν το χτίσιμο του ναού. Ο νέος αυτός ναός της Αγίας Φωτεινής έζησε περίπου 150 χρόνια, μέχρις ότου ήρθε η ημέρα της καταστροφής της Σμύρνης και ο ναός αυτός κάηκε από τους Τούρκους. Αλλ’ οι Τούρκοι όχι μονάχα το ναό της Αγίας Φωτεινής έκαψαν, μα κι άλλους ναούς της Μικράς Ασίας γκρέμισαν και έκαψαν. Όσοι δε γλύτωσαν από το γκρέμισμα και τη φωτιά, έγιναν τζαμιά, λουτρά, αποθήκες και κινηματοθέατρα. Έτσι οι Τούρκοι κατέστρεψαν και βεβήλωσαν 5.000 περίπου ναούς και ξωκλήσια πούχε ο Πόντος και η Μ. Ασία. Δεν υπάρχει πια τίποτε εκεί το χριστιανικό. Μια ταμπέλα πρέπει να στηθεί εκεί και να λέει: Από δω πέρασε ο Τούρκος!

***

Αλλά και στο μαρτυρικό νησί της Κύπρου, όπου για τις αμαρτίες μας παραχώρησε ο Θεός να κάνουν απόβαση οι νέοι Αττίλαι, τα ίδια έκαναν. Δεν σεβάστηκαν εκκλησίες και μοναστήρια. Μέσα σ’ αυτές έκαναν όργια. Και οι χριστιανοί της Κύπρου ζουν πάλι φοβερές μέρες τουρκοκρατίας.

Κύριε, λυπήσου μας και δώσε δύναμη στους χριστιανούς της Κύπρου να σηκώσουν το σταυρό τους μέχρις ότου έρθει η μέρα της εθνικής αναστάσεως! Αλλά για να ’ρθει η μέρα αυτή, πρέπει και οι Κύπριοι και εμείς εδώ να μετανοήσουμε και να ζητήσουμε το έλεος του Θεού για όλες τις αμαρτίες μας, απ’ τις οποίες πιο μεγάλη είνε η διχόνοια μας.

*****************************

ΟΙ ΝΑΟΙ ΣΗΜΕΡΑ

*****************************

Φρικτή είπαμε ήταν η ζωή των χριστιανών κάτω από τον τουρκικό ζυγό. Η Εκκλησία τα μαύρα εκείνα χρόνια ήταν η μόνη παρηγοριά και η εμψύχωσης των χριστιανών. Δεν άφηνε να σβήσει μέσ’ στις καρδιές των σκλαβωμένων η ελπίδα πως το σταυρό ακολουθεί η ανάστασις· πως ύστερα απ’ τη φοβερή νύχτα της σκλαβιάς θ’ ανατείλει η λαμπρή μέρα της εθνικής αναστάσεως. Γι’ αυτό λέγοντας οι χριστιανοί τη μέρα του Πάσχα το «Χριστός Ανέστη», εννοούσαν και τούτο, πως όπως ο Χριστός αναστήθηκε απ’ τον τάφο, έτσι και η πατρίδα θ’ αναστηθεί απ’ τον τάφο τεσσάρων αιώνων σκλαβιάς. «Χριστός Ανέστη»! και τα βουνά και τα λαγκάδια κι οι θάλασσες αντηχούσαν από το «Χριστός Ανέστη». Σαν να ’λεγαν: Τούρκοι, δεν σας φοβούμαστε. Ο Χριστός θα νικήσει την ψευτοθρησκεία σας, που καλλιεργεί το μίσος και σκορπίζει τη συμφορά και το θάνατο.

***

Πόσα τέτοια Πάσχα γιόρτασαν οι χριστιανοί μεσ’ στις ταπεινές χαμηλές και ερειπωμένες εκκλησίες τους! Πόσες ταπεινώσεις και πόσους ξευτελισμούς δεν υπέστησαν και σ’ αυτές ακόμα τις λαμπρές μέρες της Αναστάσεως απ’ τους Τούρκους, που στενοχωριόντουσαν ν’ ακούνε το «Χριστός Ανέστη»! στη ζωή του Ρήγα Φεραίου διαβάζουμε πως όταν ήταν ακόμα νέος στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Βελεστίνο, μια τέτοια άγια μέρα φόρεσε τα γιορτινά του και πήγε στην εκκλησία για ν’ ακούσει το «Χριστός Ανέστη». Χαρούμενος βγήκε απ’ την εκκλησία. Αλλά γυρίζοντας στο σπίτι συναντήθηκε με έναν αγά. Ο αγάς μόλις τον είδε, τον πρόσταξε να σκύψει για να καθήσει στην πλάτη του και σαν ζώο να τον μεταφέρει στ’ αρχοντικό του. Ο Ρήγας αναγκάστηκε να υποκύψει. Τον φορτώθηκε, αλλά μέσα του έβραζε. Γι’ αυτό την ώρα που περνούσε κάποιο γεφύρι του ’δωσε μια και τον πέταξε στο ποτάμι. Το γεγονός έγινε αφορμή να φύγει ο Ρήγας από το χωριό του, να πάει στα ξένα και να γίνει ο εμπνευσμένος ποιητής της ελευθερίας:

«Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή

Παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή».

«Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν», έψελναν με δάκρυα στα μάτια οι χριστιανοί Έλληνες το πρώτο Πάσχα της ελευθερίας. Εκείνο το χρόνο το «Χριστός Ανέστη» ακούστηκε με δύναμη μυρίων κεραυνών σ’ όλη την πατρίδα. Οι αγωνισταί του 1821 πίστευαν, πως ο Χριστός που αναστήθηκε εκ νεκρών θα τους βοηθήσει στο σκληρό αγώνα της ελευθερίας. Σε ναούς και ξωκκλήσια οι χριστιανοί έτρεχαν και προσευχόντουσαν και έπαιρναν δύναμη και αγωνιζόντουσαν. Σε μια δύσκολη στιγμή ο Κολοκοτρώνης έκανε δέηση στην Παναγία να τους βοηθήσει και υποσχέθηκε πως στο μέρος εκείνο, όταν ελευθερωθεί η πατρίδα θα χτίση εκκλησία. Ο Κανάρης, πριν ξεκινήσει να χτυπήσει με το μικρό πυρπολικό του την τουρκική αρμάδα, έκανε την προσευχή του, κι όταν γύρισε νικητής, το πρώτο πούκανε ήταν ότι δοξολόγησε στο ναό των Ψαρών το Θεό για τη νίκη, και μέχρι το τέλος της ζωής του δεν έπαψε να προσεύχεται. Το δεύτερο έτος της επαναστάσεως στην Τήνο βρέθηκε η εικόνα της Παναγίας, που ήταν χωσμένη μέσα στη γη. Το γεγονός αυτό διαδόθηκε αστραπιαία σ’ ολόκληρο το έθνος και έδωσε ελπίδα και θάρρος στους Έλληνες. Από τότε άρχισε να χτίζεται η εκκλησία της Τήνου.

***

Ναι, απ’ τις εκκλησίες και τα μοναστήρια βγήκε το φως της ελευθερίας! Γι’ αυτό οι αγωνισταί του 1821 έκαναν τάμα να χτιστή στη νέα πρωτεύουσα της πατρίδος μεγαλοπρεπής ναός προς εκδήλωσην ευγνωμοσύνης στο Χριστό, τον ελευθερωτή της πατρίδος. Γι’ αυτό και μόλις ελευθερώθηκαν κι έφυγαν οι Τούρκοι, άρχισαν οι Έλληνες να χτίζουν σε πόλεις και σε χωριά νέους ναούς. Φτωχοί ήταν, σε καλύβες κατοικούσαν, αλλά το πρώτο μέλημά τους ήταν να χτίσουν ναό. Πόσοι ναοί δεν χτίστηκαν κατά τον πρώτο αιώνα της ελευθερίας! Παιδιά και εγγόνια των ηρώων εκείνων, που ’χαν ακούσει απ’ τους πατέρες και παππούδες τα θαυμαστά έργα του Θεού, έχτιζαν εκκλησίες.

Ας επιτραπεί εδώ κάτι σχετικό με το χωριό μου. Φτωχοί άνθρωποι κατοικούσαν σ’ αυτό. Βοσκοί και γεωργοί ήταν. Κι’ όμως, αν πάτε στο χωριό μου που ’ναι στην Πάρο, θα δείτε ότι έχει μια μεγαλοπρεπή μαρμάρινη εκκλησία, την εκκλησία της Αγίας Τριάδος. Όλοι τη θαυμάζουν. Ποιος την έχτισε; Οι φτωχοί αυτοί άνθρωποι. Πως; Άντρες και γυναίκες δούλευαν και μετέφεραν από μακρινή απόσταση τα μάρμαρα καθώς και τα άλλα υλικά.

Και ό,τι έγινε στο χωριό μου, έγινε και σε τόσα άλλα χωριά της ελληνικής πατρίδος. Φτωχοί άνθρωποι, άλλοι έδωσαν απ’ το υστέρημά τους, άλλοι πρόσφεραν την προσωπική τους εργασία, κι έτσι χτίστηκαν όλες οι εκκλησίες του περασμένου αιώνα και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να χτίζονται, δεν τις χτίζουν πλούσιοι, εφοπλισταί και δισεκατομμυριούχοι, Ωνάσηδες και Νιάρχοι· τις χτίζει ο φτωχός μας λαός. Κι έτσι εδώ στην Ελλάδα δεν μπορεί να λέγεται και να γράφεται, πως τις εκκλησίες τις χτίζουν οι πλούσιοι για να κοιμίζουν και να εκμεταλλεύονται το φτωχό λαό.

Ανάμεσα στις εκκλησίες που ’χουν χτιστή στην Ελλάδα είνε και οι εκκλησίες που ᾽χτισαν οι πρόσφυγες, οι Μικρασιάτες, οι Πόντιοι, οι Θρακιώτες, ύστερα απ’ τη μικρασιατική καταστροφή. Οι άνθρωποι αυτοί ήρθαν τελείως κατεστραμμένοι. Κι όμως στα χωριά που εγκαταστάθηκαν φρόντισαν και έχτισαν νέες εκκλησίες, που είνε τα ωραιότερα κτήρια των χωριών. Έχουν δε τοποθετηθεί μέσα στους νέους ναούς εικόνες βυζαντινές, που τις έφεραν μαζί τους σαν μόνη περιουσία απ’ την πατρίδα τους. Αξιοθαύμαστοι άνθρωποι!

Και στην ακριτική μας περιοχή, που τόσες καταστροφές υπέφερα, με τη βοήθεια του Θεού τα τελευταία χρόνια έχουν χτιστή πολλές εκκλησίες. Στην πόλη της Φλωρίνης έχουν χτιστή οι ωραίοι ναοί του Αγίου Παντελεήμονος και της Αγίας Παρασκευής. Στην Πτολεμαΐδα ο ναός της Αγίας Τριάδος και χτίζεται τώρα ο ναός της Αγίας Σκέπης. Στο Αμύνταιο χτίζεται ο ναός των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Είκοσι δε άλλοι ναοί έχουν αποπερατωθεί στα χωριά και εγκαινιάστηκαν. Ευχαριστώ το Θεό γιατί με ελέησε και στις μέρες της διακονίας μου εδώ χτίστηκαν με τη συνδρομή του λαού τόσοι ναοί προς δόξαν Θεού.

***

Πολλοί και όμορφοι ναοί στην πατρίδα μας. Μένετε ευχαριστημένοι; Αχ, αγαπητοί μου αδελφοί! Όταν σκέπτομαι πως οι πρώτοι χριστιανοί λάτρευαν το Θεό μέσα στις σπηλιές και οι χριστιανοί της τουρκοκρατίας κρυμμένοι, και πως εμείς τώρα τον λατρεύουμε μέσα στους καλλιμάρμαρους ναούς, δάκρυα μου έρχονται στα μάτια. Πολύ διαφέρουμε από τους χριστιανούς εκείνους. Πολύ σωστά γράφτηκε πως οι χριστιανοί εκείνοι κοινωνούσαν με ξύλινο δισκοπότηρο, αλλά είχαν χρυσές καρδιές. Τώρα οι χριστιανοί κοινωνούν με χρυσά δισκοπότηρα, αλλά οι καρδιές τους όχι χρυσές, όχι αργυρές, όχι μπρούτζινες, αλλά γεμάτες από σκουριά της αμαρτίας είνε. Πολλοί είνε εκείνοι που λατρεύουν τυπικά, και πολλοί είνε εκείνοι που πηγαίνουν στην εκκλησία μια φορά μονάχα το χρόνο με τη «λαμπαδούρα» τους, κι όλο τον άλλο χρόνο ζούνε μακριά απ’ το Χριστό. Λίγοι δε είνε εκείνοι που λατρεύουν το Θεό «Εν πνεύματι και αλήθεια» (Ιωάν. 4, 24). Και αυτοί οι λίγοι, γνωστοί στο Θεό, είνε οι ωραιότεροι ναοί, οι αχειροποίητοι ναοί, που χτίζουν όχι χέρια ανθρώπων, αλλά το Πνεύμα το Άγιο.

Είθε τέτοιοι ναοί να γίνουμε όλοι οι σημερινοί χριστιανοί.


«ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΝΑΟΣ» ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ

(σελίδα 1-70) Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΝΑΟΣ (συνεχεια)

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Δεκ 11th, 2009 | filed Filed under: ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΝΑΟΣ

«ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΝΑΟΣ» ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ (σελ. 71 – τέλος)

*****************************

ΚΑΜΠΑΝΕΣ

*****************************

ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣΚάθε ναός, αγαπητοί μου, έχει το καμπαναριό του. Το καμπαναριό είναι κτίριο προσκολλημένο στην οικοδομή του ναού. Είναι συνήθως το ψηλότερο μέρος του ναού. Σ’ αυτό τοποθετούνται οι καμπάνες.

Οι καμπάνες έγιναν απαραίτητα εξαρτήματα των ναών. Ναός χωρίς καμπάνα είναι σπάνιο. Μόνο κάτι απομακρυσμένα ξωκλήσια, έρημα και εγκαταλελειμμένα, δεν έχουν καμπάνα. Αλλά και γι’ αυτά τα ξωκλήσια ο λαός εκδηλώνει ενδιαφέρον. Το θεωρεί αμαρτία μια εκκλησία να μην έχει καμπάνα. Γι’ αυτό χριστιανοί που φεύγουν στα ξένα δεν ξεχνούν τις εκκλησιές και τα ξωκλήσια των χωριών τους και στέλνουν δωρεές για την επισκευή και τον ευτρεπισμό τους, για ν’ αγοραστούν καμπάνες και να χτιστούν καμπαναριά. Συναγωνίζονται δε τα χωριά ποιο θάχη τη μεγαλύτερη καμπάνα, για ν’ ακούγεται πιο μακριά…

Ο λαός μας, βλέπετε, έχει μια ιδιαίτερη συμπάθεια στις καμπάνες. Δωρεές γίνονται και εκατομμύρια ξοδεύονται για το σκοπό αυτό. Γι’ αυτό κι’ εμείς θα πούμε λίγα λόγια για τις καμπάνες.

***

Τίθεται το ερώτημα: Η Εκκλησία μας είχε πάντοτε καμπάνες; Όχι, απαντά η ιστορία. Τον καιρό που οι χριστιανοί καταδιώκονταν από τους ειδωλολάτρες δεν υπήρχαν καμπάνες. Οι χριστιανοί, όταν επρόκειτο να ειδοποιηθούν για να συγκεντρωθούν κάπου και να λατρεύσουν τον Θεό, με άλλο τρόπο ειδοποιούνταν. Ειδοποιούνταν μυστικά. Υπήρχαν έμπιστα πρόσωπα, που είχαν αποστολή να ειδοποιούν τους χριστιανούς, προσέχοντας να μη μάθουν τίποτα οι ειδωλολάτρες. Γιατί αν μάθαιναν πού θα συγκεντρώνονταν, θα τους έστηναν καρτέρι, θα τους έπιαναν, θα τους φυλάκιζαν, θα τους σκότωναν, ή θα έβαζαν φωτιά και θα τους έκαιγαν, καθώς ήταν μαζεμένοι μέσα στις σπηλιές και στις κατακόμβες. Φοβερή εποχή! Εκείνοι που αναλάμβαναν το δύσκολο και επικίνδυνο αυτό έργο, να ειδοποιούν τους χριστιανούς, ονομάζονταν «θεοδρόμοι», δηλαδή άνθρωποι που έτρεχαν στους δρόμους, στα χωριά και στις πόλεις, για να εκτελέσουν θεϊκή εντολή θεοδρόμοι, δηλαδή ταχυδρόμοι του Θεού. Ονομάζονταν ακόμη και «λαοσυνάκται», γιατί σύναζαν, συγκέντρωναν το λαό για να λατρεύσει το Θεό. Μπορείτε να τους φαντασθείτε; Μέσ’ στο σκοτάδι της νύχτας οι θεοδρόμοι, με κίνδυνο να συλληφθούν απ’ τους ειδωλολάτρες σαν ύποπτα στοιχεία, πήγαιναν στα σπίτια των χριστιανών και με λέξεις συνθηματικές τους καλούσαν σε ιερή συγκέντρωση. Πόσοι απ’ αυτούς δεν συνελήφθησαν και δεν μαρτύρησαν για τη δόξα του Θεού!

Τότε πολλοί χριστιανοί έφευγαν από τις πόλεις και τα χωριά, πήγαιναν στην έρημο, εκεί έστηναν καλύβες, και μακριά από τον κόσμο ζούσαν μια αυστηρή ζωή, μια ζωή αφιερωμένη στο Θεό. Ήταν οι πρώτοι μοναχοί, οι πρώτοι καλόγεροι. Οι μοναχοί ειδοποιούνταν για να μαζευτούν και να λατρεύσουν το Θεό με κάτι ξύλα που τα χτυπούσαν με ιδιαίτερο τρόπο, όπως γίνεται ακόμα και σήμερα στα μοναστήρια του Αγίου Όρους, όπου οι καλόγεροι τη νύχτα καλούνται για τις ιερές ακολουθίες με τα ξύλινα σήμαντρα. Στο μοναστήρι δε που ίδρυσε ο άγιος Παχώμιος οι μοναχοί καλούνταν με σάλπιγγα. Και δικαιολογώντας ο άγιος τον τρόπο αυτό της ειδοποιήσεως, έλεγε ότι και η παλιά συναγωγή των Εβραίων εκαλείτο στη σύναξη με σάλπιγγες, όπως βλέπουμε στο βιβλίο των Αριθμών της Παλαιάς Διαθήκης.

Με μεγάλη μυστικότητα ειδοποιούνταν οι χριστιανοί των πόλεων. Ειδοποιούνταν, όπως είπαμε με τους θεοδρόμους. Αλλ’ όταν ήρθε ο Μ. Κωνσταντίνος και κήρυξε νάνε ελεύθεροι οι χριστιανοί, έπαψαν πια να υπάρχουν θεοδρόμοι και οι χριστιανοί ειδοποιούνταν με επισημότητα. Ειδοποιούνταν με σιδερένια σήμαντρα που τα χτυπούσαν με σφυρί. Δεν υπήρχαν ακόμα καμπάνες.

***

Οι καμπάνες υπήρχαν στη Δύση. Στην Ανατολή για πρώτη φορά παρουσιάστηκαν στην Κωνσταντινούπολη το 865 μ.Χ. Τότε ένας άρχοντας της Βενετίας έστειλε στον αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη δώδεκα καμπάνες σαν δώρο για το ναό της Αγίας Σοφίας. Καμπάνες δε ονομάστηκαν γιατί ήταν φτιαγμένες από εκλεκτό μέταλλο από τα ορυχεία της Καμπανίας επαρχίας της Ιταλίας. Όταν δε για πρώτη φορά χτύπησαν οι καμπάνες στην Πόλη, ο ευσεβής λαός αισθάνθηκε μεγάλη χαρά. Νόμισαν πως οι άγγελοι κατέβηκαν στη γη, σάλπιζαν και καλούσαν τους ανθρώπους στην εκκλησιά. Οι καμπάνες αυτές στην Αγιά Σοφιά χτυπούσαν 600 περίπου χρόνια. Όπως ψάλλει το δημοτικό τραγούδι:

«Σημαίνει ο Θεός, σημαίν’ η γη, σημαίνουν τα επουράνια, σημαίνει κι’ η Αγιά Σοφιά, το μέγα μοναστήρι, με τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες…».

Χτυπούσαν οι καμπάνες. Αλλ’ όταν η Πόλη έπεσε, τότε και οι καμπάνες σταμάτησαν να χτυπούν. Τις ξεκρέμασε ο κατακτητής, τις έλειωσε και τις έκανε τηλεβόλα… Και όχι μόνο στην Αγιά Σοφιά, αλλά και σ’ όλα τα χριστιανικά μέρη που κατέλαβαν οι Τούρκοι, απαγορεύτηκαν οι καμπάνες. Γιατί, όπως έλεγαν οι Τούρκοι, ο ήχος της καμπάνας ταράζει τον ύπνο των νεκρών τους! Όσο χτυπούσαν οι καμπάνες, δεν μπορούσαν να κοιμηθούν οι πεθαμένοι τουρκαλάδες…Τότε, στα φοβερά εκείνα χρόνια, οι σκλαβωμένοι χριστιανοί ειδοποιούνταν με μυστικό τρόπο. Παρουσιάστηκαν και πάλι οι θεοδρόμοι, που τώρα ονομάζονταν «κράχτες». Αυτοί, μέσα στις φοβερές εκείνες νύχτες της τουρκοκρατίας, έτρεχαν και ειδοποιούσαν τους χριστιανούς.

Αυτή, αγαπητοί μου, με λίγα λόγια είναι η ιστορία της καμπάνας.

***

Οι καμπάνες είναι χρήσιμες. Όπως οι στρατιώτες ειδοποιούνται με τη σάλπιγγα, έτσι και οι χριστιανοί, που ονομάζονται και πρέπει να είναι στρατιώτες Ιησού Χριστού, καλούνται με τις καμπάνες. Καλούνται να έρθουν στην εκκλησία και με το πανίσχυρο πνευματικό όπλο, την προσευχή, να πολεμήσουν τους δαίμονες. Καλούνται να γιορτάσουν και να πανηγυρίσουν τις μεγάλες γιορτές της χριστιανοσύνης. Αλλά οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα και σε μέρες μεγάλων εθνικών γεγονότων. Ένας γέροντας νεωκόρος της περιφερείας μας έλεγε, ότι την πιο μεγάλη χαρά αισθάνθηκε όταν μια νύχτα χτύπησε την καμπάνα χαρμόσυνα για ν’ αναγγείλει στο χωριό ότι έπεσε η Κορυτσά. Έτσι η καμπάνα είναι συνδεδεμένη μ’ όλη μας τη ζωή. Βοσκοί και γεωργοί που δουλεύουν στην ύπαιθρο, όταν ακούνε την καμπάνα να χτυπάει, κάνουν μ’ ευλάβεια το σταυρό τους, νοικοκυρές στα σπίτια προσεύχονται, και άρρωστοι στα κρεβάτια δακρύζουν και κάνουν μυστικά την προσευχή τους.

Αλλ’ υπάρχουν και άπιστοι και ασεβείς. Αυτοί, χειρότεροι απ’ τους Τούρκους, μισούν τις καμπάνες και βλαστημούν όταν τις ακούνε να χτυπούν. Αλλ’ υπάρχουν και οι αδιάφοροι και ψυχροί χριστιανοί, που ακούνε τις καμπάνες και δεν συγκινούνται. Αυτοί, όχι μια καμπάνα, αλλά εκατό και χίλιες ν’ ακούσουν, δεν πρόκειται να πάνε στην εκκλησία. Μένουν αλειτούργητοι. Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα.

Που είναι τα χρόνια εκείνα, που οι χριστιανοί χωρίς καμπάνες έτρεχαν όλοι στην εκκλησία!

Αδελφοί μου, αυτές οι καμπάνες, που χτυπούν σ’ όλη τη χώρα μας, θα μας δικάσουν την ημέρα της κρίσεως!

*****************************

ΕΙΚΟΝΕΣ

*****************************

ΕΙΚΟΝΕΣΣτην προηγούμενη ομιλία, αγαπητοί μου αναγνώσται, μιλήσαμε για τις καμπάνες. Σήμερα θα μιλήσουμε για τις εικόνες.

Εικόνες του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων υπάρχουν σ’ όλες τις εκκλησίες της Ορθοδοξίας. Στις εκκλησίες των παπικών δεν υπάρχουν εικόνες. Οι παπικοί αντί για εικόνες έχουν αγάλματα. Οι δε προτεστάντες δεν έχουν ούτε αγάλματα ούτε εικόνες· μόνο σταυρό. Αλλ’ εκείνοι που πιο πολύ μισούν και περιφρονούν τις εικόνες είναι οι ψευδομάρτυρες του Γιεχωβά. Αυτοί κατηγορούν την Εκκλησία μας, ότι με τις εικόνες που έχουμε γινόμαστε ειδωλολάτρες και παραβαίνουμε τη δεύτερη εντολή του Δεκαλόγου που απαγορεύει απολύτως τα είδωλα: «Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον», λέει (Εξοδ. 20,4).

Ώστε κατά τους χιλιαστάς εμείς οι ορθόδοξοι είμαστε ειδωλολάτρες γιατί έχουμε εικόνες. Τι έχουμε να τους απαντήσουμε; Λίγα θα πούμε εδώ, όσα επιτρέπει ο χώρος.

***

Λένε οι εχθροί των εικόνων, πως οι εικόνες είνε είδωλα και υπάγονται στην απαγόρευση της δευτέρας εντολής.

Αλλά κάνουν λάθος. Κάνουν σύγχυσι ανάμεσα στην εικόνα και στο είδωλο. Άλλο είδωλο, άλλο εικόνα. Είδωλο είνε να πάρης ένα μάρμαρο, να το σκαλίσεις, να του δώσεις κάποια μορφή, και μετά να πεις πως αυτό είνε θεός, να πέσεις και να το προσκυνάς. Έτσι έκαναν οι ειδωλολάτρες. Έκαναν θυσίες, γιατί πίστευαν ότι έτσι ευχαριστούνταν οι θεοί τους. Μα οι θεοί τους ήταν ανύπαρκτοι. Ήταν κατασκευάσματα της φαντασίας τους. Γι’ αυτό και ο προφήτης Δαυίδ, μιλώντας για τους ψεύτικους θεούς των αρχαίων, λέει ότι μάτια έχουν και μάτια δεν έχουν, αυτιά έχουν και αυτιά δεν έχουν (Ψαλμ. 134, 16-17), και ματαίως οι άνθρωποι στέκονται μπροστά τους και κάνουν την προσευχή τους. Αν μπορεί ένα μάρμαρο ή ένα ξύλο ν’ ακούσει, άλλο τόσο μπορούν τα είδωλα ν’ ακούσουν την προσευχή των ανθρώπων. Ήταν μια φοβερή πλάνη του διαβόλου. Κάτω απ’ τα είδωλα κρυβόταν ο διάβολος. Η ειδωλολατρία ήταν δαιμονολατρία.

Αλλ’ εμείς, έχοντα εικόνες, δεν λέμε ότι αυτή η εικόνα είνε θεός. Πρώτα – πρώτα δεν έχουμε καμμία εικόνα που να αναπαριστάνει το Θεό, γιατί ο Θεός είνε αόρατος και δεν μπορεί να ζωγραφιστεί. Αλλ’ όταν ο αόρατος Θεός, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, φόρεσε σάρκα ανθρώπινη και έγινε άνθρωπος, όμοιος μ’ εμάς εκτός από την αμαρτία, και περπάτησε εδώ πάνω στη γη και έπαθε και σταυρώθηκε και αναστήθηκε, τότε ο αόρατος Θεός έγινε ορατός. Ο Χριστός ως Θεός δεν ζωγραφίζεται, αλλ’ ως άνθρωπος ζωγραφίζεται. Μόνο όσοι αρνούνται, ότι ο Χριστός έγινε άνθρωπος με πραγματική ανθρώπινη σάρκα, μπορούν ν’ αρνούνται την εικονογράφηση του Χριστού. Σε ρωτώ: Πιστεύεις ότι ο Χριστός ήρθε σαν άνθρωπος στο κόσμο; Αφού το πιστεύεις, γιατί παραξενεύεσαι όταν, σύμφωνα με όσα γράφουν τα Ευαγγέλια, οι ορθόδοξοι ζωγραφίζουμε το Χριστό άλλοτε την ώρα που διδάσκει, άλλοτε την ώρα που γιατρεύει αρρώστους, άλλοτε την ώρα που ευλογεί τα ψωμιά και τα ψάρια, άλλοτε κάθεται σ’ ένα γαϊδουράκι και μπαίνει τα Ιεροσόλυμα, άλλοτε όταν κάθεται στο τραπέζι και αγιάζει το λύμα, άλλοτε όταν κάθεται στο τραπέζι και αγιάζει το ψωμί και το κρασί, άλλοτε όταν προσεύχεται στη Γεθσημανή, άλλοτε όταν πιάνεται και δικάζεται, άλλοτε όταν σταυρώνεται και ανασταίνεται; Ο Χριστός και όλες οι ορατές ενέργειές του πάνω στη γη ζωγραφίζονται.

Αλλά και ζωγραφίζοντας το Χριστό δε λέμε ότι η εικόνα είνε ο ίδιος ο Χριστός. Όχι! Λέμε ότι η εικόνα του παριστάνει το Χριστό. Που είνε λοιπόν η ειδωλολατρία;

Κάποτε συνάντησα ένα χιλιαστή, που δεν ήθελε ν’ ακούσει για εικόνες. Αντί άλλη απάντηση του είπα να μου δείξη το πορτοφόλι του. Παραξενεύτηκε ο άνθρωπος. Αλλ’ επειδή επέμενα, έβγαλε το πορτοφόλι.

– Τι έχεις μέσα; Τον ρωτώ.

– Λεφτά έχω, απάντησε.

– Μόνο λεφτά έχεις;

Αναγκάσθηκε να ομολογήσει ότι μέσα στο πορτοφόλι έχει και φωτογραφίες της γυναίκας του και των παιδιών του.

– Αυτές, του λέω, δεν είνε εικόνες; Εφ’ όσον εσύ είσαι εναντίον των εικόνων, γιατί δεν τις σχίζεις; Και όχι μόνο στο πορτοφόλι αλλά και στο σπίτι σου, αν έρθω, θα βρω να έχεις φωτογραφίες αγαπητών σου προσώπων. Γιατί λοιπόν έχεις τις φωτογραφίες αυτές; Όπως εσύ δεν σχίζεις και δεν πατάς τις φωτογραφίες του πατέρα και της μάνας σου, έτσι κι εμείς δεν σχίζουμε και δεν πατάμε τις εικόνες του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων.

– Ναι λέει ο χιλιαστής, αλλά σεις τις προσκυνάτε τις εικόνες, ενώ η προσκύνησις ανήκει μόνο στο Θεό.

– Πέφτεις έξω, αγαπητέ μου, του λέω· εμείς μόνο τον Τριάδι Θεό προσκυνούμε και λατρεύουμε. Τις εικόνες δεν τις προσκυνούμε για θεούς. Μη γένοιτο! Η τιμή και ο ασπασμός της εικόνας «διαβαίνει» στο πρωτότυπο, όπως λένε οι πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας μας. Αλλά και συ αν είσαι στα ξένα και πάρεις τις φωτογραφίες των παιδιών σου και της γυναίκας σου, δεν τις φιλάς με συγκίνηση; Το μυαλό και η καρδιά σου δεν πάνε στα πρόσωπα που αγαπάς; Αυτό που κάνεις εσύ δεν το λες ειδωλολατρία, αλλ’ αυτό που κάνουμε εμείς πως το λες ειδωλολατρία; Αλλ’ έτσι είστε εσείς οι χιλιασταί, ψεύτες και απατεώνες. Διαστρεβλώνεται την αλήθεια και κατηγοράτε την Ορθοδοξία, που ό,τι διδάσκει και ό,τι παραδέχεται είνε σύμφωνο με την αληθινή ερμηνεία της Αγίας Γραφής. Αν πάλι υπάρχουν και χριστιανοί που τιμούν τις εικόνες παραπάνω απ’ ότι ορίζει η Εκκλησία, αυτό δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία εγκρίνει τις παρεκτροπές και τις καταχρήσεις.

***

Αρχαία παράδοσης είναι οι εικόνες. Μέσα στις κατακόμβες υπήρχαν εικόνες και σύμβολα. Είνε φυσικό ό,τι αγαπάει κανείς να θέλη και να το βλέπει και σαν εικόνα. Εικόνες δε, ζωγραφισμένες από αγίους ανθρώπους, με προσευχές και δάκρυα, όπως οι βυζαντινές, είνε πολύ διδακτικές και ωφέλιμες. Τις βλέπει ο λαός, συγκινείται και προσεύχεται πιο θερμά. Και τέτοια προσευχή κάνει θαύματα. Έτσι εξηγείται πως σε διάφορα προσκυνήματα γίνονται θαύματα. Τα θαύματα τα κάνει η πίστις στο Χριστό. Χωρίς πίστι στο Χριστό κανένα θαύμα δεν γίνεται. Οι ιερές εικόνες είναι τα βιβλία του λαού μας. Ο άνθρωπος που δεν ξέρει γράμματα, βλέπει και διδάσκεται από τις εικόνες. Η ιστορία αναφέρει ότι η αρχή της μετανοίας και επιστροφής του Βουλγαρικού λαού στο Χριστιανισμό οφείλεται σε μια εικόνα. Ήταν η εικόνα που παρίστανε τη μέλλουσα κρίσι. Την έδειξε στο βασιλιά Βόρι, ο ιεραπόστολος Μεθόδιος και του την εξήγησε. Του έκανε τόση εντύπωση, ώστε ο Βόρις πίστεψε στο Χριστό και μαζί του πίστεψε και όλος ο Βουλγαρικός λαός.

Ας φωνάζουν, λοιπόν οι εχθροί των εικόνων. Ας αφρίζουν σαν δαιμονισμένοι οι ψευδομάρτυρες του Γιεχωβά. Ας σχίζουν και ας πατούν τις ιερές εικόνες. Ας βγάζουν από τις εικόνες τα μάτια των αγίων, της Παναγίας, του Χριστού οι άπιστοι και άθεοι. Οι εικόνες του Χριστού, της Παναγίας και όλων των αγίων δεν θα πάψουν να στολίζουν τους ιερούς ναούς των ορθοδόξων. Η Ορθοδοξία πάντοτε θα νικά.

*****************************

ΚΕΡΙΑ

*****************************

κεριάΣτην ομιλία αυτή, αγαπητοί μου, θα μιλήσουμε για τα φώτα που χρησιμοποιούνται στις εκκλησίες και ιδιαιτέρως για τα κεριά.

***

Σκοτάδι βασίλευε κάποτε σ’ όλη την κτίση. Δεν υπήρχε φως. Αλλά μεσ’ στο σκοτάδι ακούστηκε η φωνή του Θεού: «Γεννηθήτω φως». Και αμέσως άναψε φως. Με όση ευκολία πατούμε εμείς σήμερα ένα κουμπί και ανάβει το φως και φωτίζεται το σπίτι, με τόση – τι λέω; -, με ασυγκρίτως  μεγαλύτερη ευκολία ο Θεός, ο δημιουργός του παντός, άναψε το φως. Όπως λέει η Γραφή, «είπεν ο Θεός· Γεννηθήτω το φως· και εγένετο φως». Δημιούργησε δε και τον ήλιο σαν μια τεράστια αποθήκη φωτός, που κάθε μέρα ξοδεύει αμέτρητα εκατομμύρια κιλοβάτ και όμως δεν φαίνεται να λιγοστεύει το φως του.

Το φως είνε ένα από τα πιο σπουδαία και ωφέλιμα έργα της θείας δημιουργίας. Το βλέπουμε, το αισθανόμαστε, περιγράφουμε τις ιδιότητές του, αλλ’ αν ρωτήσεις όχι μαθητή του δημοτικού σχολείου, αλλά τον πιο μεγάλο φυσικό επιστήμονα τι είνε το φως, δεν μπορεί να σου απαντήσει. Το φως είνε ένα από τα μυστήρια της φύσεως.

Φυσικό είνε το φως του ήλιου και των άλλων άστρων. Γιατί και άλλα αστέρια είνε και αυτά ήλιοι, και μερικά μάλιστα απ’ αυτά είνε πιο μεγάλα και πιο φωτεινοί ήλιο απ’ τον δικό μας. Τα φωτεινά αυτά αστέρια είνε σαν ένας πολυέλεος. Με τη διαφορά ότι ο πολυέλεος έχει 100-200 μικρά ηλεκτρικά φώτα, ενώ τα φωτεινά αστέρια είνε αμέτρητα εκατομμύρια. Τι θέλω να πω μ’ αυτό; ότι δεν υπάρχει μόνο ο ναός που πηγαίνουμε και εκκλησιαζόμαστε· εκτός από το ναό αυτό υπάρχει και ένας άλλος ναός. Είνε ο ουρανός, είνε ολόκληρο το σύμπαν. Πολυέλεο έχουν οι ναοί; Αλλά πολυέλεο έχει και ο ουρανός. Είνε ο ήλιος, το φεγγάρι, τα άστρα. Γι’ αυτό οι άπιστοι, που λένε θα γκρεμίσουν τις εκκλησίες για να μην ακούγεται το όνομα του Θεού δεν ξέρουν τι λένε. Γιατί κι’ όλες τις εκκλησίες να γκρεμίσουν, θα υπάρχει ο ουρανός με τα δισεκατομμύρια αστέρια, που μέρα – νύχτα με το δικό του τρόπο θα ψάλλει το μεγαλείο του Θεού.

Ναι, μια μικρή εικόνα του ουρανού είνε η κάθε εκκλησία. Όταν μπαίνουμε μεσ’ στην εκκλησία είνε σαν ν’ αφήνουμε τη γη και να πετάμε ψηλά, να φθάνουμε στον ουρανό, κι εκεί μαζί με τους αγγέλους και τους αγίους να υμνούμε το άγιο όνομα του Θεού. Ο ουρανός είνε εκκλησία, ναός, αλλά και η εκκλησία είνε ουρανός. Έτσι λέγαμε όταν μιλούσαμε για την Αγία Σοφία.

***

Αλλ’ ας ξανάρθουμε στο θέμα. Φως πλούσιο υπάρχει στη φύση. Είναι το φως του ήλιου. Αλλ’ εκτός από το φυσικό αυτό φως υπάρχει και άλλο φως, τεχνητό φως, που με διάφορες ύλες ανάβει ο άνθρωπος. Υπάρχει φως από δαδιά, φως από κάρβουνα, φως από πετρέλαια και αέρια, φως ηλεκτρικό. Αλλ’ υπάρχει και φως από λάδι και κεριά.

Η Εκκλησία έχει ανάγκη από φως, γιατί υπάρχουν ακολουθίες που δεν γίνονται τη μέρα αλλά τη νύχτα. Παλιότερα μάλιστα οι χριστιανοί έκαναν αγρυπνίες και όλη τη νύχτα, από τη δύσι του ηλίου μέχρι την ανατολή, έμεναν στην εκκλησία και προσεύχονταν. Τώρα άλλαξαν τα πράγματα· από τη δύσι του ηλίου μέχρι την ανατολή ξενυχτάν οι άνθρωποι όχι πια στις εκκλησίες του Θεού, αλλά στις εκκλησίες του διαβόλου, όπως μπορεί να ονομάσει κανείς τα νυχτερινά κέντρα διασκεδάσεως, όπου τραγουδούν και χορεύουν, πίνουν και μεθούν. Οι άνθρωποι σήμερα ξενυχτούν για το διάβολο, αλλά δεν ξενυχτούν για το Θεό. Αν ανοίξουμε τις Πράξεις των Αποστόλων, όπου περιγράφεται η ζωή των πρώτων χριστιανών, βλέπουμε ότι όταν ο απόστολος Παύλος περιόδευε τη Μ. Ασία και βρέθηκε στην Τρωάδα, μάζεψε τους χριστιανούς για προσευχή, διδασκαλία και θεία κοινωνία. Νύχτωσε, αλλά η διδασκαλία του Παύλου συνεχίστηκε μέχρι τα μεσάνυχτα. Φυσικά ο απόστολος Παύλος δεν δίδασκε μεσ’ στο σκοτάδι, αλλά στο σπίτι που είχαν μαζευτεί για τη θεία λατρεία ήταν αρκετές λαμπάδες που φώτιζαν (Πραξ. 20, 8), λαμπάδες που έκαιγαν με λάδι.

Από την αρχαία εποχή υπήρχαν λαμπάδες, λυχνάρια που φώτιζαν τους ναούς. Όχι μόνο επειδή υπήρχε ανάγκη φωτισμού στους ναούς, αλλά και για έναν άλλο λόγο, μυστικώτερο. Ποιος ο λόγος αυτός;

Σκοτάδι, είπαμε στην αρχή, σκοτάδι φυσικό υπήρχε σ’ όλη την υλική κτίση. Σκοτάδι που διέλυσε ο ήλιος, το έξοχο αυτό δημιούργημα του Θεού. Αλλ’ εκτός από το σκοτάδι αυτό, πάνω σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα, σ’ όλα τα έθνη και τους λαούς, επικρατούσε και ηθικό σκοτάδι. Το σκοτάδι αυτό ήταν η ειδωλολατρία. Μεσάνυχτα είχαν οι άνθρωποι ως προς τη γνώσι του αληθινού Θεού. Αλλά ήρθε φως, όχι μικρό και ασήμαντο, αλλά φως μεγάλο, φως πλούσιο, φως που φώτισε όλο τον κόσμο. Και το φως αυτό είνε ο Χριστός. Αυτός είνε το φως του κόσμου, αυτός είνε ο πνευματικός ήλιος της ανθρωπότητος. Ο ίδιος είπε: «Εγώ είμαι το φως του κόσμου. Αυτός που με ακολουθεί δεν θα ζει μέσ’ το σκοτάδι, αλλά θα έχει μέσ’ την καρδιά του το φως της ζωής».

Ανάβοντας λοιπόν κι εμείς μεσ’ στις εκκλησίες φώτα, θέλουμε με το άναμα των φώτων να δείξουμε, ότι ο Χριστός με τη διδασκαλία του και τα άγια μυστήρια είνε φως. Έξω από την εκκλησία, έξω από τον Χριστό είνε σκοτάδι. Ο ιερεύς τη νύχτα της αναστάσεως ανάβει λαμπάδα από την ακοίμητη καντήλα και από την ωραία πύλη καλεί τους χριστιανούς λέγοντας: «Δεύτε λάβετε φως εκ του ανεσπέρου φωτός».

***

Απ’ όλα τα φώτα που είπαμε παραπάνω, εκείνο το φως που χρησιμοποιεί η Εκκλησία είνε το φως που προέρχεται από το λάδι και από τα κεριά, από το κερί. Γιατί από το κερί;

Το κερί, το καθαρό και γνήσιο κερί, είνε εκλεκτό προϊόν της μέλισσας. Η μέλισσα είνε μικρό αλλά ωφελιμότατο έντομο. Το έχει κατασκευάσει με τέτοια σοφία ο Δημιουργός, ώστε φτάνει μια μέλισσα ν’ αποδείξει ότι υπάρχει Θεός. Γιατί η μέλισσα είναι ένα μικροσκοπικό αξιοθαύμαστο εργοστάσιο, που παίρνει τις πρώτες ύλες από τα λουλούδια, τις επεξεργάζεται και από την επεξεργασία αυτή βγαίνει το μέλι και το κερί. Το κερί προέρχεται από τη γύρι, τη λεπτή εκείνη σκόνη που υπάρχει πάνω στα λουλούδια και είνε μίγμα απ’ όλες τις ευωδίες των λουλουδιών.

Αλλά το κερί που ανάβουμε μπροστά στην εικόνα του Χριστού σημαίνει ακόμη, ότι όπως αυτό καίγοντας λειώνει, έτσι και ο χριστιανός, πάνω στον ιερό αγώνα που κάνει για να φωτίσει τους άλλους με τα λόγια και με τα έργα του, λειώνει σαν κερί, δαπανά τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις, εξαντλείται, θυσιάζει τη ζωή του για την αγάπη του Θεού και του πλησίον.

Γλυκό φως του αγνού και καθαρού κεριού. Ένα τέτοιο γλυκό φως ας γίνουμε κι εμείς στον κόσμο. Όπως λέει μια σοφή παροιμία, αντί να κατηγορούμε το σκοτάδι που διαρκώς αυξάνει γύρω μας, το σκοτάδι της πλάνης και της αμαρτίας, ας γίνη ο καθένας μας ένα κεράκι. Και πολλά μαζί τέτοια κεράκια θα σκορπίζουμε γύρω μας το γλυκό φως του Χριστού και θα φωτίζουμε ψυχές που ζούνε στο σκοτάδι. «Φως Χριστού φαίνει πάσι!».

*****************************

ΛΙΒΑΝΙ

*****************************

ΛΙΒΑΝΙΘα μιλήσουμε, αγαπητοί μου, για το λιβάνι. Δεν είπαμε, πως όλα όσα γίνονται στην ορθόδοξη εκκλησία έχουν τη σημασία τους; Και το λιβάνι λοιπόν έχει τη σημασία του.

Το λιβάνι είνε μια προσφορά. Θυμάστε τον Κάιν και τον Άβελ; Ο πρώτος ήταν κακός, ο δεύτερος καλός, αυτό φάνηκε και απ’ τη θυσία που πρόσφεραν στο Θεό. Ο Κάιν σαν γεωργός πήγε στα χωράφια. Έκοψε καρπούς, και χωρίς να τους διαλέξει τους πρόσφερε έτσι στο θυσιαστήριο. Ο Άβελ σαν βοσκός πήγε στο μαντρί του, διάλεξε απ’ το κοπάδι τα καλύτερα πρόβατα και τα πρόσφερε στο θυσιαστήριο. Η προσφορά του Άβελ έγινε δεκτή απ’ το Θεό· του Κάιν δεν έγινε. Η φωτιά που άναψε στο θυσιαστήριο του Άβελ και έκαψε τις προσφορές του έβγαλε καθαρό καπνό, που ανέβαινε στον ουρανό. Αλλά στο θυσιαστήριο του Κάιν ούτε φωτιά ούτε καπνός. Ο Θεός είδε την καλή καρδιά του Άβελ, την προθυμία του και την ευλάβειά του, και έκανε δεκτή τη θυσία του. Ενώ η καρδιά του Κάιν δεν ήταν καθαρή και η προσφορά του δεν ήταν εν τάξει· δεν έγινε με ακρίβεια και επιμέλεια (Γεν. 4, 1 – 7).

Σ’ αυτό το σημείο ας σταθούμε λίγο κι ας προσέξουμε, γιατί σήμερα οι χριστιανοί πηγαίνουν στην εκκλησία δώρα. Πηγαίνουν πρόσφορο, κερί και λιβάνι. Στα παλιά τα χρόνια το πρόσφορο γινόταν από καθαρό αλεύρι που κοσκίνιζαν αγνές κοπέλες με ειδικό κόσκινο, την τριχιά, το ζύμωναν και το έψηναν στο φούρνο τους με επιμέλεια. Και τα κεριά ήταν από καθαρό κερί και δεν είχαν μέσα άλλες ουσίες. Μοσχοβολούσε από ευωδία το κερί. Επίσης και το λιβάνι ήταν καθαρό…

Αλλά σήμερα; Ας μας ελεήσει ο Θεός! Η προσφορά των σημερινών χριστιανών είνε σαν τη θυσία του Κάιν. Όχι ό,τι εκλεκτό αλλ’ ό,τι χειρότερο έχουμε εκείνο προσφέρουμε. Όλοι μας θα κολασθούμε. Και οι λαϊκοί που προσφέρουν τέτοιες προσφορές, αλλά κι εμείς οι παπάδες και οι δεσποτάδες, που δεχόμαστε τέτοια δώρα χωρίς να διαμαρτυρώμαστε.

***

Το λιβάνι λοιπόν, για να επανέλθουμε στο θέμα, είναι κι αυτό ένα είδος προσφοράς. Αλλά για να γίνει δεκτό απ’ το Θεό, πρέπει πρώτα απ’ όλα να προέρχεται από χριστιανούς με καθαρή καρδιά, καρδιά Άβελ. Τότε η προσευχή που συνοδεύει το λιβάνι ανεβαίνει προς τον ουρανό. Τότε γίνεται αυτό που λέει ο ψαλμός: «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν σου» (Ψαλμ. 140, 2).

Ένας νεότερος εκλεκτός διδάσκαλος της Εκκλησίας μας παίρνει αφορμή απ’ το θυμιάτισμα για να διδάξει τους χριστιανούς με γλώσσα συμβολική αλλά και απλή. Ποιητής καθώς είναι, κάνει το κάρβουνο του θυμιατού να μιλάει και να λέει… Ήμουνα κάποτε ένα κάρβουνο. Το χρώμα μου μαύρο. Όπου άγγιζα μετέδιδα τη μαυρίλα μου. το άσπρο το χρωμάτιζα μαύρο. Αλλ’ ένα χέρι με πήρε απ’ την αποθήκη και μ’ έβαλε μαζί με άλλα κάρβουνα στο θυμιατό. Τι μεγάλη τιμή για μένα! Στο θυμιατό είχα την ευτυχία να σμίξω με τη φωτιά και απ’ την ώρα εκείνη έπαψα να ’μαι μαύρο. Έγινα κόκκινο σαν τη φωτιά. Αλλ’ αυτό δεν ήταν η μόνη ευτυχία μου. ο άνθρωπος που με πήρε και μ’ έβαλε στο θυμιατό έριξε πάνω μου λιβάνι με αρώματα και άρχισα να τα καίω και έξω από το θυμιατό έβγαινε ένας καπνός γεμάτος ευωδία και σκορπιζόταν σ’ όλο το χώρο του ναού.

Αυτά που σας είπα είναι σαν παραβολή. Ακούστε τώρα την ερμηνεία της παραβολής. Εγώ ο αμαρτωλός άνθρωπος είμαι το κάρβουνο. Όπως το κάρβουνο είναι μαύρο, έτσι κι’ εγώ ήμουν μαύρος απ’ τις αμαρτίες μου. Σκόνιζα και λέρωνα όπου βρισκόμουν. Αλλά μια ευλογημένη μέρα με λυπήθηκε ο Θεός κι’ εμένα τον αμαρτωλό, με πήρε απ’ την καρβουναποθήκη και μ’ έβαλε μέσα στην Εκκλησία του. Αυτή είναι το θυμιατήρι. Μέσα στην Εκκλησία η μαύρη και σκονισμένη ψυχή μου έσμιξε με τη θεϊκή φωτιά, με το Πνεύμα το Άγιο, που μεταδίδουν η θεία διδασκαλία και τα ιερά μυστήρια. Ευλογημένος να ’ναι ο Θεός! Αράπης ήμουν στην ψυχή. Άγρια πάθη βασίλευαν μέσα μου. Μαυρίλα σκόρπιζα παντού. Έτσι ήμουνα προτού να μπω στην Εκκλησία, προτού να μετανοήσω και να χύσω δάκρυα πικρά, προτού να ’ρθει το Πνεύμα το Άγιο.

Αλλά τώρα μέσα στην καρδιά μου άναψε φωτιά. Κι’ όπως μέσ’ απ’ τα αναμμένα κάρβουνα που ’χει το θυμιατό βγαίνει ευωδιαστός καπνός, έτσι μέσ’ απ’ τα σπλάχνα της υπάρξεώς μου βγαίνει θερμή προσευχή, προσευχή με δάκρυα, προσευχή που ανεβαίνει στον ουρανό. Και ο Θεός ακούει την προσευχή μου. Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, που εμένα το κάρβουνο, το μαύρο και σβησμένο, με πήρες και μ’ έκανες κάρβουνο που καίει μέσα στην Εκκλησία σου…

Αυτά πρέπει να σκέπτεται κάθε χριστιανός όταν πηγαίνει στην εκκλησία και βλέπει τον ιερέα να κρατάει το θυμιατό, να περνάει μπροστά του και να τον θυμιάζει. Τη στιγμή που τον θυμιάζει ο ιερεύς, αν είνε στο στασίδι, πρέπει να κατέβει απ’ αυτό, να κάνη μια ελαφριά υπόκλιση και να προσεύχεται για να κάνη ο Θεός δεκτή την προσευχή όχι μονάχα τη δική του αλλά όλων των χριστιανών που βρίσκονται μεσ’ στην εκκλησία. Όπως τα κάρβουνα μεσ’ το θυμιατήρι το ένα ανάβει τα’ άλλο, έτσι και μεσ’ την εκκλησία οι χριστιανοί μαζεμένοι ανάβουν και θερμαίνονται απ’ την αγάπη του Θεού. Ένα κάρβουνο μόνο του σβήνει εύκολα, αλλά πολλά κάρβουνα μαζεμένα διατηρούν και αυξάνουν τη φωτιά.

Δέξου, ω Θεέ, την προσευχή μας ως θυμίαμα εύοσμο, σαν λιβάνι μυρωδάτο.

***

Αλλά το θυμίαμα δεν είνε μονάχα μια συμβολική παράστασης της καρδιάς που προσεύχεται στο Θεό. Είνε ακόμα και έκφρασης λατρείας, βαθιάς ευγνωμοσύνης στο Θεό για τις άπειρες ευεργεσίες προς τον άνθρωπο, απ’ τις οποίες πιο μεγάλη είναι ότι έστειλε τον Υιό του τον μονογενή για να θυσιασθεί και να σώσει τον κόσμο. Γι’ αυτό ο ιερεύς, όταν τελείται η θεία λειτουργία, σε διάφορες ιερές στιγμές παίρνει το θυμιατό και θυμιάζει την αγία τράπεζα, τις εικόνες και όλο το ναό. Θυμιάζει προπαντός όταν τελεσθεί η θεία θυσία και ο άρτος, το ψωμί, γίνει σώμα Χριστού, και ο οίνος, το κρασί, γίνει αίμα Χριστού.

Όπως οι μάγοι, όταν προσκύνησαν το Χριστό, πρόσφεραν λιβάνι και σμύρνα, και όπως οι μυροφόρες γυναίκες, όταν πήγαν στο μνήμα για να προσκυνήσουν το Χριστό, έφεραν μαζί τους αρώματα, έτσι κι εμείς, όλη η Εκκλησία του, προσφέρουμε θυμιάματα στη θεία λειτουργία, για να εκφράσουμε αισθήματα απείρου ευγνωμοσύνης προς το Χριστό, τον σωτήρα των ψυχών μας. Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

*****************************

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ

*****************************

ΣΤΑΥΡΟΣΣτην ομιλία αυτή, αγαπητοί μου, θα μιλήσουμε για το σταυρό.

Πριν έρθει ο Χριστός στον κόσμο, στην αρχαία εποχή, υπήρχε σταυρός.

Αλλά τι σταυρός! Ο σταυρός τότε ήταν γνωστός σαν ένα απαίσιο όργανο εκτελέσεως των ανθρώπων. Όποιος έκανε φοβερό έγκλημα καταδικαζόταν να σταυρωθεί. Έκοβαν από το δάσος δύο ξύλα. Το ένα ξύλο, το μικρότερο, το στερέωναν κόντρα πάνω στο άλλο. Σχημάτιζαν έτσι σταυρό. Άνοιγαν βαθύ λάκκο στη γη κι εκεί μέσα στερέωναν το σταυρό. Κάρφωναν τον κατάδικο, και όπως ήταν καρφωμένος χέρια και πόδια δεν πέθαινε αμέσως, αλλά βασανιζόταν ώρες πολλές και μέρες ακόμα, ανάλογα με την αντοχή του οργανισμού, και μέσα σε φρικτούς πόνους και σπασμούς του σώματος ο κατάδικος ξεψυχούσε. Τον ξεκρεμούσαν τότε από το σταυρό για να τον θάψουν; Όχι. Τον άφηναν πάνω στο σταυρό και σκυλιά και τσακάλια και όρνια έρχονταν κι έτρωγαν τις σάρκες του. Απαίσιο θέαμα. Φρικτός θάνατος. Σ’ αυτό το θάνατο καταδικάζονταν τα πιο εγκληματικά στοιχεία της κοινωνίας, για να παίρνουν φόβο οι άλλοι και να παραδειγματίζονται.

***

Σ’ αυτό τον ατιμωτικό θάνατο ζήτησαν οι Εβραίοι να καταδικασθεί και ο Χριστός. Ήθελαν με τον τρόπο αυτό της εκτελέσεως να τον ξευτελίσουν μπροστά στα μάτια των ανθρώπων που άλλοτε τον τιμούσαν και τον θαύμαζαν. Ο Χριστός, αν ήθελε, μπορούσε ν’ αποφύγει το θάνατο αυτό. Γιατί κανένας δεν θα μπορούσε να τον πλησιάσει και να τον αγγίξει. Το δαχτυλάκι του μόνο αν κινούσε ο Χριστός, έφτανε να γίνουν στάχτη όλοι οι εχθροί του. Μπορεί κανένας ν’ αγγίξει τον ήλιο; Θα γίνει κάρβουνο. Πολύ περισσότερο δεν μπορούσαν οι Εβραίοι ν’ αγγίξουν το Χριστό και να του κάνουν κακό. Ο Χριστός θέλησε να θανατωθεί και να υποστεί όλο τον εξευτελισμό από μια άπειρη αγάπη προς τον άνθρωπο, για να σώσει τον άνθρωπο από την αμαρτία και το διάβολο. Μόνο με τη θυσία του, με το αγνό και τίμιο αίμα του, ο αμαρτωλός άνθρωπος λυτρώθηκε. Χωρίς τη σταυρική θυσία ήτανε αδύνατο να σωθεί ο άνθρωπος. Χριστέ, σ’ ευχαριστούμε από τα βάθη της καρδιάς μας, γιατί για τη δική μας σωτηρία σταυρώθηκες!

Από τότε που ο Χριστός σταυρώθηκε στο Γολγοθά, από τότε ο σταυρός, για εκείνους που πιστεύουν στη λυτρωτική θυσία του, πήρε άλλο νόημα. Για τους πιστούς δεν είνε πια το απαίσιο όργανο, με το οποίο οι αρχαίοι καταδίκαζαν σε θάνατο τους ανθρώπους, αλλά έγινε το σωτήριο όργανο, το μέσο εκείνο με το οποίο σώθηκε ο άνθρωπος. Και η μεταβολή αυτή της εννοίας του σταυρού από όργανο καταδίκης σε όργανο σωτηρίας είναι ένα από τα καταπληκτικά θαύματα του Χριστιανισμού. Ο σταυρός, που προ Χριστού προκαλούσε τη φρίκη, ο σταυρός, από την ώρα που πάνω του ο Χριστός ξάπλωσε το πανάχραντό του σώμα και πρόσφερε τον εαυτό του θυσία καθαρή και άμωμη, προκαλεί αισθήματα μιας βαθειάς και απεράντου ευγνωμοσύνης προς Αυτόν που χάριν του ανθρώπου κατέβηκε όλα τα σκαλοπάτια της ταπεινώσεως.

Δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να φανερώνει περισσότερο την αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο όσο ο σταυρός του Χριστού. Πάνω στο σταυρό με το αίμα του Χριστού γράφτηκε: «Ο Θεός αγάπη εστί» (Α΄ Ιωάν. 4, 8, 16). Γι’ αυτό ο σταυρός έγινε το ιερότερο σύμβολο της χριστιανικής θρησκείας. Με το σταυρό ξεχωρίζει απ’ όλες τις θρησκείες ο χριστιανικός κόσμος. Αλλά και τίποτε άλλο δεν μισούν περισσότερο οι εχθροί του Χριστού, όσο το σταυρό. Οι Εβραίοι που τον σταύρωσαν έριξαν το σταυρό μέσα σ’ ένα λάκκο με κοπριά. Οι ειδωλολάτρες βασιλιάδες και αυτοκράτορες μισούσαν το σταυρό και γι’ αυτό εξακολουθούσαν να σταυρώνουν ανθρώπους.

Τρακόσα χρόνια βάσταξε ο διωγμός αυτός, έως ότου ήρθε ο Μ. Κωνσταντίνος και τίμησε το σταυρό. Σύμφωνα με το θαυμαστό όραμα που είδε στον ουρανό, στο λάβαρό του έβαλε το σταυρό. Η αγία Ελένη, η μητέρα του, πήγε στα Ιεροσόλυμα, έσκαψε και βρήκε τον τίμιο σταυρό. Στην Κωνσταντινούπολη, τη νέα πόλη, ο Μ. Κωνσταντίνος ύψωσε ένα πελώριο στύλο και έβαλε στην κορυφή του σταυρό, που φωτιζόταν την νύχτα και φαινόταν από όλη την πόλη· είχε δε και επιγραφή: «Είς άγιος, είς Κύριος Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού Πατρός. Αμήν». Ακόμη ο Μ. Κωνσταντίνος απαγόρευσε να εκτελούν ανθρώπους με το σταυρό και έβγαλε διαταγή όποιος βλαστημάει το σταυρό να τιμωρείται αυστηρά. Όλα τα ειδωλολατρικά σύμβολα καταργήθηκαν και έμεινα ο σταυρός αιώνιο σύμβολο της αληθινής θρησκείας.

Σταυρός παντού. Σταυρός στις σημαίες των χριστιανικών στρατευμάτων, σταυρός στις σφραγίδες, σταυρός στα στέμματα των βασιλέων και αυτοκρατόρων, σταυρός στους τρούλους των εκκλησιών, σταυρός στα άμφια των κληρικών, σταυρός στα μνήματα, σταυρός παντού. Η Εκκλησία απαγόρευσε μόνο να χαράζεται ο σταυρός κάτω στους δρόμους και στις πλατείες και να υφαίνεται σε χαλιά και σε τάπητες με τους οποίους στρώνονται τα δάπεδα, και τούτο για να μη καταπατήται και περιφρονήται από τους ανθρώπους. Είναι αμαρτία να πατάει κανείς το σταυρό. Γι’ αυτό οι ιερείς και οι επίτροποι των ναών πρέπει να προσέχουν να μην έχουν χαλιά με σταυρούς, επίσης δε οι νοικοκυρές να μη στρώνουν στα σαλόνια χαλιά που να έχουν πάνω σταυρούς. Μερικοί ασεβείς έφθασαν μέχρι το σημείο να χαράξουν σταυρούς και στα στόμια των υπονόμων και σ’ αυτές ακόμη τις λεκάνες των αποχωρητηρίων! Αυτό πρέπει να το προσέξουν πολύ οι χριστιανοί, γιατί στην εποχή μας η μασονία και η αθεΐα χρησιμοποιούν διάφορα μέσα για να μαγαρίσουν ό,τι ιερό και άγιο έχει η θρησκεία μας. Ιδίως στις μέρες μας οι χιλιασταί, οι αντίχριστοι αυτοί, σαν δαίμονες της κολάσεως, αφρίζουν λες κι’ είναι λυσσασμένοι όταν δουν σταυρό. Προτιμούν να κοπεί το χέρι τους παρά να κάνουν το σταυρό.

***

Αλλά εμείς οι ορθόδοξοι πρέπει, καθώς διδαχθήκαμε από τους αρχαίους διδασκάλους και πατέρας της Εκκλησίας μας, να τιμούμε τον τίμιο σταυρό. Και θα τιμούμε τον τίμιο σταυρό, πρώτα – πρώτα αν κάνουμε κανονικά το σημείο του σταυρού. Το λέμε αυτό, γιατί μερικοί μοντέρνοι χριστιανοί ντρέπονται να κάνουν το σημείο του σταυρού και αν ποτέ παραστεί ανάγκη να κάνουν το σταυρό, δεν τον κάνουν κανονικά, όπως απαιτεί η Εκκλησία μας, αλλά κάνουν μια απλή κίνηση του χεριού τους που δεν είναι σταυρός αλλά εμπαιγμός. Λες και παίζουν βιολί. Ο κανονικός σταυρός, χριστιανέ μου, είναι: να ενώσεις τα τρία δάχτυλα του δεξιού χεριού (Αγία Τριάς, ελέησον τον κόσμον), να φέρεις το χέρι σου στο μέτωπο, κατόπιν στην κοιλιά (Χριστέ, σ’ ευχαριστούμε που από τα ουράνια κατέβηκες στη γη και πήρες σάρκα ανθρώπινη από την Παναγία), να το φέρεις κατόπιν στο δεξιό ώμο και τέλος στον αριστερό (Κύριε, μη με ρίξεις στην κόλαση, αλλά μνήσθητί μου όταν έλθης εν τη βασιλεία σου).

Με τέτοιες ιερές σκέψεις και αισθήματα να κάνεις, ω χριστιανέ ορθόδοξε, το σημείο του σταυρού. Και θα προσέχεις ακόμη περισσότερο η ζωή σου να είναι σύμφωνη με ό,τι διδάσκει ο σταυρός του Κυρίου. Ο σταυρός διδάσκει αλήθεια, δικαιοσύνη, ελευθερία, αυταπάρνηση, πραότητα, ειρήνη, συγχώρηση, αγάπη. Τα έχεις αυτά; Πιστεύεις στον Εσταυρωμένο; Υπακούεις στις εντολές του; Ζεις και συ μια ζωή εσταυρωμένη, σταυρώνοντας το αμαρτωλό εγώ σου και τα πάθη σου; Τότε ο σταυρός που κάνεις, και μια φορά μόνο να τον κάνεις, κάνει θαύματα. Εάν όμως δεν ζεις χριστιανικά αλλά αντιχριστιανικά, με ψευτιά και υποκρισία, με μίσος και κακία, τότε χίλιους σταυρούς να κάνεις δεν σώζεσαι. Και αν θέλεις να μάθεις τι δύναμη έχει ο σταυρός και τι θαύματα κάνει ο σταυρός ενός αληθινού Χριστιανού, πάρε και διάβασε το βιβλίο του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, ενός αγίου που όσο λίγοι αγάπησε το σταυρό του Κυρίου και τον κήρυξε σ’ όλη την μαρτυρική του ζωή.

*****************************

ΞΕΝΩΝ

*****************************

Είχαμε, αγαπητοί μου, είχαμε πει σε μια προηγούμενη ομιλία, ότι όταν οι Τούρκοι κυρίευσαν την Πόλη και πήραν την Αγία Σοφιά και άλλες όμορφες κεντρικές εκκλησίες, οι χριστιανοί αναγκάσθηκαν να πηγαίνουν και να εκκλησιάζωνται σε άλλους ναούς. Τους κεντρικούς ναούς οι Τούρκοι τους έκαναν τζαμιά.

Αυτό έκαναν και στην Πόλη οι σουλτάνοι, και το παράδειγμα των σουλτάνων το μιμήθηκαν οι πασάδες και οι αγάδες στις επαρχίες. Οι χριστιανοί πιέζονταν, άφηναν τις κεντρικές εκκλησίες για να λατρεύσουν τον αληθινό Θεό και έχτιζαν τις εκκλησίες του έξω από τις πόλεις και τα χωριά. Στο κέντρο των χωριών μόνο τζαμιά χτίζονταν και μαζεύονταν οι Τούρκοι κάθε Παρασκευή και λάτρευαν τον ψευδοπροφήτη τους Μωάμεθ. Γι’ αυτό στη Μακεδονία και μάλιστα στη Δυτική οι παλαιότερες εκκλησίες στα χωριά είναι χτισμένες έξω, και το χειμώνα, που πολλές φορές είνε πολύ βαρύς, οι χριστιανοί δυσκολεύονται να πάνε στις εκκλησίες.

Ως επίσκοπος έκανα αγώνα στην περιφέρειά μου για να πείσω τους χωρικούς να δώσουν οικόπεδα στο κέντρο του χωριού για να χτιστεί καινούργια εκκλησία. Αλλά σ’ αυτήν την προσπάθεια αντιδρούν όχι τόσο οι χωρικοί μας, όσο μερικοί άθεοι και άπιστοι που κάνουν το διανοούμενο και ποτέ δεν πατούν στην εκκλησία. Αυτοί λένε: Τι θέλουν οι εκκλησίες στο κέντρο; Βέβαια, ω άπιστοι και άθεοι, στο κέντρο του χωριού το σχολείο, το νηπιαγωγείο, το γραφείο της κοινότητος, το ιατρείο, ακόμα και τα καφενεία και τα κέντρα διασκεδάσεως και οι αποθήκες και οι σταύλοι των χοίρων, όλα τα κτίρια στο κέντρο· μόνο η εκκλησία έξω!…

Αυτοί οι άνθρωποι που θέλουν την εκκλησία έξω από το χωριό τους φέρονται όπως φέρθηκαν οι κάτοικοι της Βηθλεέμ. Τη νύχτα που επρόκειτο να γεννηθεί ο Χριστός στη Βηθλεέμ καμιά πόρτα δεν άνοιξε για να δεχθεί την Παναγία, αλλά αναγκάσθηκε να βγει έξω από τη Βηθλεέμ, να πάει σε μια σπηλιά και εκεί να γεννήσει τον Χριστό. Έξω! Φωνάζανε οι Βηθλεεμίτες. Έξω! Φωνάζουν και σήμερα μερικοί άθεοι και άπιστοι, που ταράζονται όχι μόνο να βλέπουν εκκλησίες και εξωκκλήσια, αλλά και ν’ ακούνε ακόμη την καμπάνα να χτυπάει. Και αν καμιά φορά επιτρέψει ο Θεός και επικρατήσουν, και εκκλησιές και εξωκκλήσια και καμπαναριά θα τα καταργήσουν, για να μην ακούγεται το όνομα του Χριστού.

***

Αλλ’ όταν δεν υπήρχαν Τούρκοι, οι εκκλησίες χτίζονταν μέσα στα χωριά και στις πόλεις, χτίζονταν στα ωραιότερα και κεντρικότερα μέρη. Και γύρω από τις εκκλησίες υπήρχε πολύς χώρος, αυλόγυρος. Γιατί στην παλιά, την ένδοξη εποχή, οι ναοί  δεν ήταν τα μόνα κτίρια. Γύρω από το ναό υπήρχαν και άλλα κτίρια, που ανήκαν στην ιδιοκτησία της Εκκλησίας· κτίρια που εξυπηρετούσαν διάφορες ανάγκες της χριστιανικής κοινότητος. Με το ναό στη μέση αποτελούσαν ένα όμορφο κτιριακό συγκρότημα που έδειχνε τη ζωή και την κίνηση της τότε Εκκλησίας. Στο βίο του Μ. Βασιλείου διαβάζουμε, ότι ο μεγάλος αυτός πατέρας της Εκκλησίας ως επίσκοπος της Καισαρείας, έχτισε όχι μόνο μητροπολιτικό ναό στην Καισαρεία, αλλά στο μεγάλο αυλόγυρο του ναού έχτισε και διάφορα άλλα εκκλησιαστικά κτίρια. Έχτισε κελιά για τους κληρικούς και υπηρέτας της Εκκλησίας. Έχτισε γηροκομείο για τους γέροντες. Έχτισε νοσοκομείο για τους αρρώστους. Έχτισε ξενώνες για τους ξένους που έρχονταν στην Καισαρεία. Έχτισε ακόμη και λεπροκομείο για κείνους που προσβάλλονταν από τη φοβερή αρρώστια της λέπρας. Κανένας από τους δυστυχισμένους και πονεμένους δεν έμεινε έξω από τη στοργή και το ενδιαφέρον του μεγάλου αυτού πατρός της Εκκλησίας. Το κοινωνικό και φιλανθρωπικό αυτό συγκρότημα των κτιρίων ο κόσμος το ονόμασε Βασιλειάδα. Όλο αυτό το συγκρότημα με το πέρασμα των αιώνων καταστράφηκε. Μέχρι το 1922, όταν έγινε η καταστροφή της Μ. Ασίας, λένε ότι υπήρχαν ακόμη τα σημάδια του χριστιανικού εκείνου μεγαλείου. Αλλά τώρα δεν υπάρχει τίποτε. Τώρα εκκλησίες και μοναστήρια και ευαγή ιδρύματα, που ήταν άφθονα στη Μ. Ασία, καταστράφηκαν, γιατί πέρασε ο Τούρκος. Και όπου περνάει ο Τούρκος χορτάρι δεν φυτρώνει…

«Περασμένα μεγαλεία

και διηγόντας τα να κλαις».

***

Σήμερα οι ναοί δεν συντροφεύονται από τα φιλανθρωπικά ιδρύματα που υπήρχαν στην εποχή του Μ. Βασιλείου και άλλων πατέρων και διδασκάλων της Εκκλησίας. Άλλοτε, και στη μικρότερη χριστιανική κοινότητα, δίπλα στο ναό υπήρχαν μερικά κελιά, ταπεινά οικήματα, αλλά καθαρά, τακτοποιημένα. Ονομάζονταν ξενώνες. Σ’ αυτά τα οικήματα, στους ξενώνες, εύρισκαν φαγητό και ύπνο οι χριστιανοί που έρχονταν από μακρινά μέρη για τις διάφορες δουλειές τους και έμεναν για λίγες μέρες στα χωριά. Φιλόξενοι ήταν τότε οι χριστιανοί. Το θεωρούσαν μεγάλη αμαρτία να έρθει ένας ξένος στο χωριό τους και να μείνει τη νύχτα έξω στο ύπαιθρο.

Σήμερα στη δήθεν προοδευμένη κοινωνία μας ανάμεσα στ’ άλλα κακά που υπάρχουν είνε και η αφιλοξενία. Υπάρχουν βέβαια και χωριά που οι κάτοικοι είναι πολύ φιλόξενοι. Αλλά υπάρχουν και χωριά που δεν το ’χουν τίποτε να αφήσουν έξω τον ξένο. Ας αναφέρουμε ένα από τα πολλά παραδείγματα. Στα πρώτα χρόνια της επισκοπικής μου διακονίας, επειδή δεν υπήρχαν ιερείς στην περιφέρειά μας, αναγκασθήκαμε και ζητήσαμε ιερείς από την Αθήνα και άλλες Μητροπόλεις, για να μείνουν λίγο καιρό εδώ στα σύνορα και να εξυπηρετήσουν τις θρησκευτικές ανάγκες των ακριτών. Κάπου έπρεπε οι ξένοι αυτοί ιερείς να μείνουν. Σε μερικά χωριά συναντήσαμε πολύ μεγάλη αντίσταση. Υπήρχαν σ’ αυτά σπίτια αδειανά, αλλά οι χωρικοί δεν παραχωρούσαν ένα δωμάτιο για να μείνει ο ταλαίπωρος ιερεύς. Σ’ ένα χωριό, που δεν αναφέρουμε το όνομά του γιατί σκοπός μας δεν είνε να ξευτελίσουμε τους κατοίκους αλλά να ελέγξουμε μια κακία, σ’ ένα χωριό στείλαμε ιερέα για να κάνει τις ακολουθίες τη Μ. Εβδομάδα. Εργάσθηκε με ζήλο. Ήρθε η νύχτα της Αναστάσεως. Έκανε την ανάσταση, αλλά όταν τελείωσε η ακολουθία οι χωρικοί έφυγαν και ο ιερεύς έμεινε μόνος. Κανένας δεν τον πλησίασε. Κανένας δεν τον κάλεσε στο σπίτι του. Ο ιερεύς έμεινε στο ναό, έκοψε ένα πρόσφορο, το βούτηξε μέσα σ’ ένα ποτήρι κρασί, και έκανε Πάσχα με δάκρυα στα μάτια για τη σκληρότητα των ανθρώπων. Και δεν ήταν το μόνο χωριό…

Αλλ’ όχι μόνο στη δική μας περιφέρεια, αλλά και σ’ άλλες περιφέρειες υπάρχει η αφιλοξενία. Αφιλόξενα χωριά! Είναι έτσι πάντοτε; Όχι. Εάν στα χωριά αυτά τα αφιλόξενα πάει κάποιος δημόσιος υπάλληλος, που έχει κάποια δύναμη και μπορεί να τους ωφελήσει ή και να τους ζημιώσει στα υλικά τους συμφέροντα, τότε πολλοί παρουσιάζονται να τον φιλοξενήσουν. Αλλ’ αυτή η φιλοξενία δεν έχει ως ελατήριο την εξυπηρέτηση του ξένου, αλλά την εξυπηρέτηση των ίδιων. Οι άνθρωποι αυτοί, ιδιοτελείς και συμφεροντολόγοι, δίνουν λίγα για να πάρουν πολλά. Αλλ’ αυτή η φιλοξενία δεν έχει καμιά σχέση με τη φιλοξενία που συνιστά το ιερό Ευαγγέλιο. Όσοι θέλουν ας διαβάσουν το Ευαγγέλιο της μελλούσης κρίσεως, για να δουν εκεί ότι στην κόλαση την αιώνια θα πάνε όλοι εκείνοι που δεν έχουν αγάπη στην καρδιά τους και βλέπουν τον ξένο να πεινά και να κρυώνει και δεν ανοίγουν το σπίτι τους για να τον φιλοξενήσουν. Στο πρόσωπο κάθε ξένου είναι κρυμμένος ο Χριστός. Γι’ αυτό και ο Χριστός θα πει σ’ αυτούς: «Ξένος ήμην, και ου συνηγάγετέ με». Ξένος ήμουν, και δεν μου δείξατε καμιά αγάπη.

*****************************

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

*****************************

Μιλήσαμε, αγαπητοί μου, μιλήσαμε στην προηγούμενη ομιλία για ξενώνα που ήταν χτισμένος στον αυλόγυρο της εκκλησίας. Τώρα θα μιλήσουμε για ένα άλλο κτίριο που υπήρχε σε μεγάλους ναούς και σε μοναστήρια. Ήταν η βιβλιοθήκη.

***

Στην αρχαία εποχή, πριν ανακαλυφθεί η τυπογραφία, τα βιβλία ήταν πανάκριβα. Στοιχίζανε μια ολόκληρη περιουσία. Γράφονταν με το χέρι πάνω σε λεπτά δέρματα μικρών ζώων που ονομάζονταν μεμβράνες ή περγαμηνές. Άλλα δε βιβλία γράφονταν πάνω σε φύλλα από πάπυρο, ένα δέντρο που ευδοκιμεί στην πεδιάδα του Νείλου και σε άλλα μέρη.

Πάνω σε μεμβράνες γράφτηκαν και τα βιβλία της Εκκλησίας. Και ποια είναι τα βιβλία της Εκκλησίας; Το πρώτο βιβλίο της Εκκλησίας είναι η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ.

Η Αγία Γραφή διαιρείται σε δυο μέρη. Το πρώτο είναι η Παλαιά Διαθήκη, το δεύτερο είναι η Καινή Διαθήκη. Η Παλαιά Διαθήκη αποτελείται από 49 βιβλία, η Καινή Διαθήκη αποτελείται από 27 βιβλία. Εν όλο 76 βιβλία, μια δηλαδή ολόκληρη βιβλιοθήκη. Η Αγία Γραφή περιέχει το λόγο του Θεού. Στην Αγία Γραφή μιλάει ο Θεός. Μιλάει με γλώσσα ανθρώπινη. Μιλάει με τη γλώσσα προφητών, αποστόλων και άλλων θείων ανδρών. Στα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης ακούγεται μια φωνή: «Έρχεται ο Σωτήρας του κόσμου! Άνθρωποι, ετοιμασθείτε να τον υποδεχθείτε…» Στα βιβλία δε της Καινής Διαθήκης ακούγεται η φωνή: «Ο Χριστός ήρθε! Ήρθε ο Λυτρωτής του κόσμου. Λαοί, χαρείτε». Και στο τελευταίο βιβλίο της Αγίας Γραφής, την Αποκάλυψη, που έγραψε ο ευαγγελιστής Ιωάννης στο νησί της Πάτμου, ακούγεται η φωνή: «Θα έρθει και πάλι για να κρίνει τον κόσμο! Αμαρτωλοί που δεν χύσατε ένα δάκρυ για τις αμαρτίες σας, άπιστοι που δεν πιστέψατε στο Χριστό φοβηθείτε. Πιστοί και δίκαιοι, χαρείτε. Η αλήθεια και το δίκαιο θα επικρατήσουν. Ο Χριστός θα βασιλεύει στους αιώνες των αιώνων».

Όπου κι αν ανοίξει κανείς την Αγία Γραφή, θ’ ακούσει τη φωνή του Θεού. Θα την ακούσει, εάν εννοείται έχει τα αυτιά της ψυχής ανοιχτά.

«Μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν». (Λουκ. 11, 28).

***

Την Αγία γραφή, ανεκτίμητο θησαυρό του Πνεύματος, έχει και την φυλάει η αγία μας Εκκλησία και δεν επιτρέπει σε κανένα να προσθέσει ή να αφαιρέσει τίποτε.

Απ’ όλα δε τα βιβλία της Αγίας Γραφής ξεχωρίζει το Ευαγγέλιο. Γιατί αυτό περιέχει το βίο, τη διδασκαλία και τα θαύματα του κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Κι όταν λέμε Ευαγγέλιο εννοούμε και τέσσερα βιβλία που έγραψαν οι ευαγγελισταί Ματθαίος, Μάρκος, Λουκάς και Ιωάννης. Από αυτά τα τέσσερα Ευαγγέλια η Εκκλησία πήρε διάφορες περικοπές και όρισε να διαβάζονται τις Κυριακές και εορτές και τις άλλες μέρες του έτους. Όλες δε αυτές μαζί περιέχονται σ’ ένα βιβλίο που λέγεται Ευαγγέλιο. Είναι συνήθως επιχρυσωμένο και τοποθετείται πάντοτε πάνω στην αγία τράπεζα. Έτσι η Εκκλησία μας δείχνει τη μεγάλη σημασία που έχει το Ευαγγέλιο στη ζωή των χριστιανών.

Ευαγγέλιο και άγιο ποτήριο βρίσκονται πάνω στην αγία τράπεζα. Όταν βλέπουμε το Ευαγγέλιο και το άγιο ποτήριο, πρέπει να ευχαριστούμε το Θεό για τις μεγάλες αυτές δωρεές και να λέμε: Χριστέ, σ’ ευχαριστούμε για τα εκλεκτά αυτά είδη της θεϊκής τροφής! Τρέφεις τις ψυχές μας άλλοτε με το Ευαγγέλιό σου, με το λόγο σου, που είναι αθάνατο ψωμί του ουρανού, άλλοτε δε με το σώμα σου και το αίμα σου μας μεταδίδεις θεϊκή ζωή, μας δυναμώνεις στον αγώνα εναντίον της αμαρτίας. Χωρίς λόγο Θεού, χωρίς Ευαγγέλιο, και χωρίς θεία κοινωνία είναι αδύνατο να ζήσουμε πνευματικώς.

***

Το ένα βιβλίο της Εκκλησίας, το ανώτερο απ’ όλα είναι το Ευαγγέλιο. Αυτό διαβάζεται κάθε φορά που γίνεται θεία λειτουργία. Δεν υπάρχει θεία λειτουργία που να μη διαβάζεται μια περικοπή από το άγιο Ευαγγέλιο. Όρθιοι στέκονται οι χριστιανοί όταν ακούνε το Ευαγγέλιο.

Εκτός από το Ευαγγέλιο άλλο βιβλίο που διαβάζεται στις θείες λειτουργίες και τις άλλες ακολουθίες είναι ο Απόστολος. Το βιβλίο αυτό περιέχει περικοπές από τις Πράξεις των αποστόλων και τις Επιστολές των αποστόλων, ιδίως από τις Επιστολές του Αποστόλου Παύλου.

Εκτός από το Ευαγγέλιο και τον Απόστολο υπάρχει κι ένα άλλο βιβλίο, που πολύ συχνά το χρησιμοποιεί η αγία μας Εκκλησία. Είναι το Ψαλτήρι. Στο βιβλίο αυτό περιέχονται εκατόν πενήντα ψαλμοί του Δαυίδ. Είναι υπέροχα θεϊκά τραγούδια που υμνούν το μεγαλείο του Θεού, προφητεύουν τον ερχομό του Χριστού, και ζητούν το έλεος του Θεού για τον αμαρτωλό άνθρωπο.

Αλλά εκτός από τα τρία αυτά σπουδαιότατα βιβλία στην Εκκλησία υπάρχουν και άλλα βιβλία για τη θεία λειτουργία και τις άλλες ιερές ακολουθίες. Αυτά με συντομία είναι τα εξής: Το Ιερατικό, που περιέχει τις ακολουθίες του εσπερινού, του μεσονυκτικού, του όρθρου και τις θείες Λειτουργίες του ιερού Χρυσοστόμου, του Μ. Βασιλείου και των προηγιασμένων. Είναι το ευχολόγιο (μικρό και μεγάλο), που περιέχει τις ακολουθίες των επτά μυστηρίων, πολλές άλλες ακολουθίες και ευχές. Είναι το Ωρολόγιο, που περιέχει τις ακολουθίες των ωρών όλης της ημέρας. Είναι η Παρακλητική ή Οκτώηχος, που περιέχει τους οκτώ ήχους. Είναι το Τριώδιο, που περιέχει τις ακολουθίες της αγίας και Μ. Τεσσαρακοστής. Είναι το Πεντηκοστάριο, που περιέχει τα τροπάρια και τις ακολουθίες που ψάλλονται απ’ την ημέρα του Πάσχα μέχρι την ημέρα της Πεντηκοστής. Είναι τα δώδεκα Μηναία, που κάθε ένα περιέχει τους ύμνους που ψάλλονται στους όρθρους και τους εσπερινούς κάθε ημέρας. Τέλος, είναι το Τυπικό, που οδηγεί τον ιερέα και τον ψάλτη στην κανονική τέλεση των ιερών ακολουθιών.

Αυτά είναι τα λεγόμενα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας. Είναι ένας ανεκτίμητος θησαυρός της Ορθοδοξίας. Αυτά είναι τα βιβλία που διαβάζανε οι πρόγονοί μας στα χρόνια της σκλαβιάς και εμψυχώνονταν. Οκτωήχι και Ψαλτήρι ήταν κάθε μέρα στα χέρια των μαθητών που πήγαιναν στο κρυφό σχολειό.

Αλλ’ εκτός από τα λειτουργικά αυτά βιβλία οι ναοί των μοναστηριών και μεγάλων εκκλησιών είχαν και άλλα βιβλία θρησκευτικά. Είχαν τις ομιλίες και λόγους μεγάλων πατέρων της Εκκλησίας. Είχαν ακόμη και βιβλία σοφών ανδρών. Με αυτά τα βιβλία τροφοδοτούσαν πνευματικώς το λαό.

Αυτά τότε. Αλλά σήμερα τι γίνεται; Που είναι οι βιβλιοθήκες των ιερών ναών; Λείπουν τα ιερά βιβλία. Λείπει η πνευματική τροφή.

Ως επίσκοπος της ακριτικής περιφέρειας Φλωρίνης διέταξα όλοι οι ενοριακοί ναοί ν’ αγοράσουν αρκετά αντίτυπα ολοκλήρου της Αγίας Γραφής και άλλα θρησκευτικά και ωφέλιμα βιβλία και να σχηματίσουν μια μικρή βιβλιοθήκη, δανειστική βιβλιοθήκη, ώστε ο κάθε ενορίτης να παίρνει απ’ τη βιβλιοθήκη αυτή ό,τι βιβλίο θέλει για να το διαβάζει και να το επιστρέφει. Δόξα τω Θεώ! Σ’ όσες ενορίες υπάρχουν ευλαβείς και ζηλωταί ιερείς γίνεται κάποια κίνησης και πρόοδος στο ζήτημα αυτό. Υπολογίζουμε, ότι γύρω στις 9.000 – 10.000 θρησκευτικά βιβλία υπάρχουν στις ενοριακές βιβλιοθήκες και κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι σ’ όλη τη Μητρόπολή μας. Αλλ’ αυτό είναι λίγο. Πότε άραγε θα δώσει ο Θεός ώστε στους μεγάλους τουλάχιστον ναούς θα ιδρυθούν εκκλησιαστικές βιβλιοθήκες και αναγνωστήρια;

*****************************

ΕΝΟΡΙΑΚΟ ΚΕΝΤΡΟ

*****************************

ΕΝΟΡΙΑΚΟ ΚΕΝΤΡΟΕίδαμε, αγαπητοί μου, είδαμε στα προηγούμενα άρθρα ότι ο ναός τα παλιά χρόνια δεν ήταν μόνο κέντρο λατρείας του Θεού, αλλά και κέντρο μιας αξιοθαύμαστης δράσεως κοινωνικής και φιλανθρωπικής. Προσθέτουμε τώρα: και εκπαιδευτικής. Δίπλα στην εκκλησία ήταν χτισμένο και ένα κτίριο που χρησίμευε για σχολή. Η Εκκλησία κατηχούσε τα παιδιά της στο δρόμο του Θεού και τους μάθαινε τα ιερά γράμματα. Σαν αλφαβητάριο χρησίμευε το Ψαλτήρι και το Οχτωήχι. Παιδιά που πήγαιναν στις σχολές αυτές μάθαιναν ψαλμούς, ύμνους, κοντάκια και απολυτίκια και τα θυμούνταν μέχρι τα βαθειά γεράματα. Ο ιερεύς την εποχή εκείνη ήταν και ο δάσκαλος των παιδιών της ενορίας. Από το σχολειό στην εκκλησιά και από την εκκλησιά στο σχολειό. Σχολειό και εκκλησιά ήταν ένα πράγμα. Τα παιδιά, που για το φόβο των Τούρκων πήγαιναν νύχτα στο σχολειό αυτό, έψελναν:

«Φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ, να πηγαίνω στο σχολειό,

να μαθαίνω γράμματα, γράμματα σπουδάγματα, του Θεού τα πράγματα».

***

Σε μερικά μέρη, σε πόλεις και έδρες επισκοπών όπου υπήρχαν ζηλωταί επίσκοποι, εκεί ιδρύονταν και μεγαλύτερες σχολές και οι μαθηταί μάθαιναν περισσότερα γράμματα και μορφώνονταν θρησκευτικώς και εθνικώς. Ιερωμένοι, σπουδαίοι εκκλησιαστικοί άνδρες γεμάτοι πίστη και ενθουσιασμό, πατριώτες και ανιδιοτελείς, διηύθυναν τις σχολές αυτές που εξελίχθηκαν σε σπουδαία κέντρα μορφώσεως των Ελληνοπαίδων.

Θρησκεία και παιδεία, πίστις και πατρίς ήταν τότε ενωμένα. Και όποιος τολμούσε να χωρίσει την παιδεία και την πατρίδα από τη θρησκεία, εθεωρείτο προδότης. Στις 14 Σεπτεμβρίου, εορτή της υψώσεως του τιμίου σταυρού, άρχιζαν τα μαθήματα στα σχολεία και οι μαθηταί έκαναν το σταυρό τους και έλεγαν: «Σταυρέ, βοήθησέ μας». Οι γονείς είχαν πλήρη εμπιστοσύνη στους δασκάλους και τους ιερείς, έβλεπαν δε την ηθική και πνευματική πρόοδο των παιδιών τους και χαίρονταν. Χαρά τους μεγάλη ήταν να βλέπουν το παιδί τους δίπλα στο αναλόγι, κοντά στους ψαλτάδες, βοηθό του παπά. Εάν δε περνούσε και ο δεσπότης και έκανε το παιδί τους αναγνώστη, τότε η χαρά των γονέων ήταν απερίγραπτη. Χαίρονταν ν’ ακούνε το παιδί τους να διαβάζει τον Απόστολο και να ζει μια ζωή χριστιανική.

Τέτοια ήταν όλα τα σχολεία της αρχαίας εποχής που διατελούσαν κάτω από την επίδραση της Εκκλησίας. Τέτοια σχολεία είχε υπ’ όψη του κι ο άγιος Κοσμάς, όταν έλεγε ότι όποιος χτίζει σχολειό ανοίγει εκκλησία. Από τέτοια σχολεία βγήκαν μάρτυρες και ομολογηταί της πίστεώς μας, άντρες και γυναίκες, βγήκαν οι ήρωες του 1821 που υπηρέτησαν πιστά και δόξασαν την πατρίδα. Το «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος» ήταν το ιερό τους σύνθημα.

Έτσι ήταν τα σχολειά τα παλιά εκείνα χρόνια. Αλλ’ όταν κατόπιν ο τόπος μας απελευθερώθηκε απ’ τη σκλαβιά των Τούρκων, ήρθαν χρόνια απιστίας και διαφθοράς. Άνθρωποι, που πήγαιναν έξω και σπούδαζαν στη Δύση και ρουφούσαν όλη την απιστία και διαφθορά, γύριζαν στην πατρίδα σαν λόγιοι και επιστήμονες και με τα λόγια και τα έργα τους έσπερναν στο καθαρό χωράφι της πατρίδος τα ζιζάνια της απιστίας και διαφθοράς. ―Τώρα πια που ελευθερωθήκαμε, έλεγαν οι κύριοι αυτοί, δεν χρειαζόμαστε παπάδες, κατηχητάς και δασκάλους, θέλουμε μια εκπαίδευση ανεξάρτητη από την επιρροή της θρησκείας… Οι άνθρωποι αυτοί σκόρπισαν τόση απιστία, ώστε, και σ’ όσα σχολεία διδάσκονται ακόμη θρησκευτικά μαθήματα, η πίστις έχει κρυώσει και οι ευσεβείς διδάσκαλοι και καθηγηταί που τολμούν να διδάσκουν για το Χριστό εμπαίζονται από τους μαθητάς και τις μαθήτριες. Η μπάλα, οι χοροί, τα πάρτυ, το σεξ, ο κινηματογράφος και τα θέατρα έγιναν τα νέα είδωλα που προσκυνούν οι νέοι μας.

Από τέτοια σχολεία βγαίνουν παιδιά που διαπράττουν δημόσιες ασχημίες και είναι έτοιμα να διαπράξουν τα μεγαλύτερα εγκλήματα. Και γιατί όχι; Φόβος Θεού δεν υπάρχει πια στις καρδιές. Αγάπη προς τον άνθρωπο δεν υφίσταται. Ο σεβασμός προς τους μεγαλυτέρους εξαφανίστηκε. Η πατρίδα κινδυνεύει. Αυτά είναι τα αποτελέσματα μιας παιδείας που καθημερινώς διώχνει το Χριστό απ’ τα σχολεία. Στα προαύλια των σχολείων, και αυτών ακόμη των δημοτικών, ακούγονται αισχρολογίες και βλαστήμιες, και οι διδάσκαλοι δεν τολμούν να πουν τίποτε. Γενιά αναρχικών ανθρώπων έρχεται στην εξουσία, για να γκρεμίσει ό,τι όσιο και ιερό λάτρευσαν γενεές γενεών.

Μπρος στην αθλία αυτή κατάσταση η Εκκλησία αποφάσισε ν’ αμυνθεί. Ίδρυσε τα λεγόμενα κατηχητικά σχολεία, που μοιάζουν κατά κάποιο τρόπο με τα κρυφά σχολειά της τουρκοκρατίας. Όπως σ’ εκείνα διδάσκονταν τα Ελληνόπουλα την πίστη στο Θεό και την αγάπη στην πατρίδα, έτσι και στα κατηχητικά σχολεία τα παιδιά διδάσκονται να σέβονται το Θεό και ν’ αγαπούν την πατρίδα και μαθαίνουν όμορφα χριστιανικά τραγούδια. Και όπου υπάρχουν ζηλωταί εφημέριοι, κατηχηταί και κατηχήτριες, τα κατηχητικά σχολεία έχουν να παρουσιάσουν λαμπρά αποτελέσματα. Νέοι και νέες έχουν κρατηθεί από τον κατήφορο της απιστίας και διαφθοράς και δοξάζουν το Θεό και αποτελούν ελπίδα για το αύριο.

Τα κατηχητικά σχολεία λειτουργούν μέσα στους ιερούς ναούς. Αλλ’ η πείρα των κατηχητών και κατηχητριών απέδειξε, ότι μέσα στους ιερούς ναούς δεν μπορούν να λειτουργήσουν όπως πρέπει. Γιατί ο ιερός ναός είναι τόπος δημοσίας λατρείας. Στις μεγαλύτερες δε ενορίες συχνές είναι οι βαφτίσεις, οι γάμοι και οι κηδείες, που δεν αφήνουν χρόνο για το κατηχητικό σχολείο. Γι’ αυτούς τους λόγους αποφασίστηκε, δίπλα στην εκκλησία να χτιστή ειδικό κτίριο, το λεγόμενο ενοριακό κέντρο.

Το ενοριακό κέντρο έχει σκοπό να εξυπηρετήσει τις κατηχητικές ανάγκες κάθε ενορίας. Επίσης ένα μικρό του δωμάτιο χρησιμεύει σαν ξενώνας, κι ένα άλλο σαν εξομολογητήριο. Μέσα δε στο ενοριακό κέντρο υπάρχει και μια δανειστική βιβλιοθήκη για τα παιδιά και τους μεγάλους. Στα ενοριακά κέντρα συγκεντρώνονται, εκτός από τα παιδιά για το κατηχητικό μάθημα, άντρες και γυναίκες, γίνονται κύκλοι μελέτης Αγίας Γραφής, προβάλλονται κινηματογραφικές ταινίες, και παίζονται σύντομα θεατρικά έργα με εποικοδομητικό πάντοτε περιεχόμενο.

Σπουδαία, λοιπόν, είναι η αποστολή των ενοριακών κέντρων. Τα ενοριακά κέντρα έρχονται να ξαναζωντανέψουν στη μνήμη των νεωτέρων χριστιανών την ένδοξη εποχή της Εκκλησίας, όταν, όπως είδαμε, δίπλα στην εκκλησία υπήρχαν ξενώνες και βιβλιοθήκες και σχολεία και άλλα ευαγή ιδρύματα.

Ενοριακά κέντρα επί των ημερών της επισκοπικής μου διακονίας ιδρύθηκαν χάρις στη δραστηριότητα των ιερέων στα εξής χωριά: 1) Αγία Παρασκευή, 2) Άγιος Βαρθολομαίος, 3) Άγιος Γερμανός, 4) Αμμοχώριον, 5) Αρμενοχώριον, 6) Ιτέα, 7) Ν. Καύκασος, 8) Μεσονήσιον, 9) Νίκη, 10) Παπαγιάννη, 11) Πολυπλάτανος, 12) Πέρασμα, 13) Σιταριά, 14) Σκοπιά, 15) Τροπαιούχος, 16) Φλάμπουρον, 17) Άγιος Παντελεήμονας, 18) Αντίγονος, 19) Βεγόρα, 20) Κλειδίον, 21) Λακκιά, 22) Μανιάκιον, 23) Πέτραι, 24) Φιλώτας, 25) Άρδασσα, 26) Γαλάτεια, 27) Δροσερόν, 28) Άγιος Στέφανος Πτολεμαΐδας, 29) Περδίκκας, και 30) Προάστιον.

Είθε και στις υπόλοιπες ενορίες που έχουν πληθυσμό πάνω από διακόσιους κατοίκους να χτιστούν ενοριακά κέντρα προς δόξαν Χριστού.

*****************************

ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΤΗΡΙΟ

*****************************

ΒΑΠΤΙΣΤΗΡΙΟ Κύριος, αγαπητοί μου, είπε: «Ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεται» (Μαρκ. 16, 16). Όποιος, δηλαδή, πιστεύσει και βαπτισθεί, θα σωθεί, αλλ’ όποιος δεν πιστεύσει θα καταδικασθεί. Καθώς βλέπετε, δυο πράγματα χρειάζονται για την σωτηρία μας: το ένα είναι η πίστις, το άλλο είναι η βάπτισις. Προηγείται η πίστης, ακολουθεί η βάπτισις.

Γι’ αυτό βλέπουμε στην αρχαία εποχή, πως κανένας δεν βαπτιζόταν αν προηγουμένως δε εκατηχείτο. Έπρεπε να διδαχθεί καλά τι πρέπει να πιστεύει και να κάνει σαν χριστιανός. Και αφού ομολογούσε φανερά πως πιστεύει στο Χριστό και είναι πρόθυμος για την πίστη αυτή και το αίμα του να χύση, τότε βαπτιζόταν.

***

Xωρίς κατήχηση κανένας δεν βαπτιζόταν. Και αυτοί που βαπτίζονταν δεν ήταν νήπια, που δεν καταλαβαίνουν τίποτα, αλλ’ ήταν σε ηλικία που μπορούσαν ν’ ακούσουν και να καταλάβουν. Στον καιρό των διωγμών η βάπτισης γινόταν σε μέρη ερημικά, εκεί όπου υπήρχαν πηγές, λίμνες και ποτάμια. Μυστική ήταν η βάπτισίς τους. Λίγα πρόσωπα ήταν παρόντα.

Όταν σταμάτησαν οι διωγμοί εναντίον των χριστιανών και άρχισαν να χτίζονται ναοί, τότε η βάπτισις δεν γινόταν μυστικά, αλλά φανερά. Φανερά γινόταν η κατήχησης και φανερά η βάπτισις. Η μέρα δε που γινόταν η βάπτισις ήταν μέρα που προκαλούσε γενική χαρά. Όση χαρά σήμερα αισθάνονται οι άνθρωποι τη μέρα που γίνεται γάμος, τόση και μεγαλύτερη χαρά αισθανόντουσαν τότε τη μέρα της βαπτίσεως. Και ο γάμος είναι μυστήριο, αλλά η βάπτισις είναι μυστήριο ανώτερο από το γάμο. Αν κανένας δεν τελέσει γάμο στη ζωή του, αλλ’ αποφασίσει να ζήση μια αγνή και καθαρή ζωή, αφοσιωμένη στο Χριστό, αυτός όχι μονάχα δεν χάνει, αλλά βρίσκεται σε ανώτερο πνευματικό επίπεδο και κερδίζει τον παράδεισο. Χωρίς γάμο σώζεται ο άνθρωπος, αλλά χωρίς βάπτιση δεν σώζεται. Η βάπτισις είναι το πρώτο και το αναγκαιότερο από όλα τα μυστήρια. Όπως λένε οι πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας, η βάπτισις είναι η θύρα, η πόρτα, απ’ όπου μπαίνει ο άνθρωπος στην Εκκλησία.

Γι’ αυτό με μεγάλη επισημότητα γινόταν το μυστήριο του βαπτίσματος. Σαν ημέρα δε βαπτίσεως όριζαν συνήθως κάποια απ’ τις μεγάλες γιορτές της Χριστιανοσύνης, και μάλιστα τα Χριστούγεννα, τα Θεοφάνεια, την Πεντηκοστή και προπαντός τη γιορτή της Αναστάσεως του Κυρίου.

Αυτοί που ήταν έτοιμοι να βαπτισθούν ερχόντουσαν νωρίς στην εκκλησία έμεναν για τελευταία φορά στη θέση των κατηχούμενων, και από κει οδηγούνταν στη βάπτιση. Που βαπτιζόντουσαν; Μέσα σε κολυμβήθρες; Όχι. Τότε δεν υπήρχαν κολυμβήθρες. Αλλά μέσα ή δίπλα στην εκκλησία υπήρχαν τα λεγόμενα βαπτιστήρια. Ήταν ιδιαίτερα κτίσματα. Άνοιγαν βαθύ λάκκο στο δάπεδο στο ανάστημα περίπου του ανθρώπου· λάκκο που κατέβαινε κανένας κάτω με σκαλοπάτια· λάκκο που συνήθως είχε το σχήμα του σταυρού. Αυτό ήταν το βαπτιστήριο. Το γέμιζαν νερό και σ’ αυτό κατέβαινε αυτός που επρόκειτο να βαπτισθεί. Ο ιερεύς στεκόταν σε μια κολώνα που ήταν στη μέση του βαπτιστηρίου και από εκεί συνήθως βάπτιζε.

Όταν οι βαπτιζόμενοι έβγαιναν απ’ τα νερά του βαπτιστηρίου, ντύνονταν μ’ άσπρη φορεσιά, που τη φορούσαν όλη την πρώτη εβδομάδα κι ήταν γεμάτοι χαρά. Η άσπρη φορεσιά σήμαινε πως ο άνθρωπος προτού να βαπτισθεί είναι ψυχή μαύρη σαν αράπης, γιατί φέρνει πάνω του αμαρτίες. Ναι, σαν αράπης είνε ο άνθρωπος πριν να βαπτισθεί. Αλλ’ όταν βγαίνει, είνε άσπρος σαν το χιόνι. Πετάει από πάνω του το βρωμερό ρούχο της αμαρτίας και ντύνεται το καινούριο και καθαρό ρούχο της νέας, της χριστιανικής ζωής. αποβάλλει το σατανά, ντύνεται το Χριστό. Γι’ αυτό και στη βάπτιση ψάλλεται το «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε». Και ο ωραίος αυτός ύμνος, λόγια θεόπνευστα του αποστόλου Παύλου (Ρωμ. 6, 3· Γαλ. 3, 27), εξακολουθεί να ψάλλεται και τώρα, αλλά λίγοι ξέρουν την αιτία για την οποία ψάλλεται.

***

Τέτοια βαπτιστήρια δεν υπάρχουν σήμερα. Σώζονται μονάχα μερικά σε πολύ αρχαίες εκκλησίες. Ένα ή δύο στην Ιταλία, ένα στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινουπόλεως και ένα άλλο εδώ στην Ελλάδα. Βρίσκεται σε ένα μικρό νησί του Αιγαίου πελάγους, στην Πάρο, στην ιδιαιτέρα μου πατρίδα. Βρίσκεται χτισμένο μέσα σ’ ένα ωραιότατο ναό, που χτίστηκε τον 5ον αιώνα μ.Χ. Ο ναός αυτός είναι η περίφημη Εκατονταπυλιανή της Πάρου. Γιορτάζει στην εορτή της κοιμήσεως της Θεοτόκου και χιλιάδες κόσμος πηγαίνει στη γιορτή της. Όσοι πηγαίνουν στην Εκατονταπυλιανή, επισκέπτονται και το βαπτιστήριο της αρχαίας αυτής εκκλησίας, που ’ναι χτισμένο στο δεξιό μέρος.

Είναι ολόκληρο κτίσμα. Έχει σχήμα μεγάλου σταυρού, πράγμα που φανερώνει πως στην αρχαία εποχή βαπτιζόντουσαν πολλοί μαζί την ίδια μέρα. Ο επισκέπτης που για πρώτη φορά βλέπει το βαπτιστήριο συγκινείται. Έρχεται στη σκέψη του η αρχαία εκείνη ένδοξη εποχή της Εκκλησίας, που οι άνθρωποι βαπτιζόντουσαν σε μεγάλη ηλικία και είχαν συναίσθηση τι γινόταν. Ήταν χριστιανοί με συνείδηση και συναίσθηση. Ήξεραν σε ποιον πιστεύουν και τι ιερές υποχρεώσεις είχαν απ’ την ώρα που βαπτιζόντουσαν.

Ενώ σήμερα; Αλλοίμονο! Καμιά συναίσθησης για το ιερό μυστήριο. Βέβαια απ’ τα βρέφη που βαπτίζονται σήμερα δεν περιμένει κανένας καμιά συναίσθηση. Κανένας από μας που βαπτιστήκαμε σε νηπιακή ηλικία δεν θυμάται τη βάπτισή του. Ακούει μονάχα τους γονείς του να λένε πως όταν ήταν μικρός τον πήραν και τον βάπτισαν και ο νονός που τον δέχθηκε απ’ την κολυμβήθρα ήταν ο τάδε άνθρωπος.

Η Εκκλησία μας δέχθηκε να βαπτίζονται και τα νήπια, αλλά με έναν όρο: να υπάρχει ανάδοχος, νονός. Χωρίς νονό βάπτισις δεν γίνεται. Ο νονός που παρίσταται στη βάπτιση δεν παρίσταται τυπικά, αλλ’ η παρουσία του έχει μεγάλη σημασία. Είναι σαν να λέει: Χριστέ, σ’ ευχαριστώ και σε δοξάζω που μ’ αξίωσες κι’ εμένα τον ανάξιο να δεχθώ μέσ’ απ’ τα νερά της κολυμπήθρας ένα δικό σου παιδί. Το παιδί αυτό λόγω της ηλικίας του δεν γνωρίζει τίποτε. Δεν ξέρει το όνομά σου, το γλυκύτερο όνομα που υπάρχει στον κόσμο. Δεν ξέρει τις εντολές σου, το θέλημά σου το άγιο. Εγώ, Χριστέ, αναλαμβάνω να το διδάξω, να μάθει ν’ αγαπάει εσένα παραπάνω απ’ όλα και να γίνει ένας ζωντανός χριστιανός. Βαρύ είναι το έργο που αναλαμβάνω, αλλά συ, Χριστέ, που αγάπησες τα παιδιά, βοήθησέ με να μη σκανδαλίσω το παιδί, αλλά να το σώσω με τη διδασκαλία και το παράδειγμά μου…

Ποιος ή ποια από κείνους που βαπτίζουν σήμερα παιδιά σκέπτονται έτσι; Δυστυχώς το ιερό μυστήριο της βαπτίσεως έχει καταντήσει για τους πολλούς κοσμικό γεγονός. Πρέπει να κλάψουμε για το κατάντημά μας. Αχ και να ξαναρχόντουσαν τα χρόνια εκείνα που οι άνθρωποι βαπτιζόντουσαν σε μεγάλη ηλικία!

Η ιερά μας Μητρόπολις, για να διδάξει γονείς και αναδόχους την τεραστία ευθύνη που έχουν, μοιράζει τη μέρα της βαπτίσεως ένα έντυπο γράμμα.

*****************************

ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

*****************************

Ένας ναός, αγαπητοί μου, είναι ωραίος όχι μονάχα όταν όσα υπάρχουν μέσα σ’ αυτόν είναι καθαρά και τακτοποιημένα σύμφωνα με την τάξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλά όταν και εξωτερικώς παρουσιάζει ευχάριστη όψη.

Υπάρχουν ναοί στα χωριά που για να τους πλησιάσεις πρέπει να πατήσεις πάνω σε άγρια χόρτα, σε πέτρες και σ’ αγκάθια. Ο περίβολός τους είναι τελείως απεριποίητος. Τι λυπηρό, τα σπίτια να είναι περιποιημένα και οι αυλόγυροί τους να είναι καθαροί, φυτεμένοι με δέντρα και όμορφα λουλούδια, και ο ναός του Υψίστου – πως; Θα ’πρεπε ο ναός να ’ναι το ωραιότερο κτίριο του χωριού και να περιβάλλεται από καθαρό και ευπρεπισμένο αυλόγυρο. Και δόξα τω Θεώ υπάρχουν και τέτοιοι περιποιημένοι ενοριακοί ναοί. Στην περιφέρειά μας, για ν’ αναφέρω ένα παράδειγμα, στο χωριό Παπαγιάννη μέχρι πριν λίγα χρόνια ο αυλόγυρος ήταν απεριποίητος. Αλλά τώρα βλέπεις τον αυλόγυρο και χαίρεσαι. Ένας ευλαβής ιερεύς από την Κρήτη, ο παπά – Μιχάλης, απ’ την ώρα που ανέλαβε εφημεριακά καθήκοντα στο χωριό αυτό αποφάσισε να ευπρεπίσει το ναό όχι μονάχα εσωτερικά αλλά και εξωτερικά. Καθάρισε τον αυλόγυρο απ’ τις πέτρες και τα άγρια χόρτα, φύτεψε λουλούδια, τα ποτίζει και τα καλλιεργεί ο ίδιος, και ο αυλόγυρος τώρα μοσχοβολά απ’ το άρωμα των λουλουδιών.

***

Ωραίο θέαμα να βλέπεις αυλή εκκλησίας γεμάτη λουλούδια. Θέαμα που διαθέτει ευμενώς τον άνθρωπο που επισκέπτεται το ναό. Αλλά και διδάσκει τους χριστιανούς. Γιατί ένα λουλούδι είναι δημιούργημα του Θεού. Είναι βέβαια από τα μικρότερα δημιουργήματα του Θεού, αλλ’ είναι με τόση σοφία και τέχνη κατασκευασμένο, ώστε και μεγάλοι επιστήμονες που ασχολούνται με τα φυτά θαυμάζουν το Δημιουργό. Και πως να μη τον θαυμάζουν; Η ρίζα των λουλουδιών είναι χωμένη μέσα σε κοπρισμένο χώμα. Κι’ όμως απ’ την κοπριά αυτή η ρίζα παίρνει υλικά, τα ζυμώνει και τα κάνει αρώματα. Ζωγράφος δεν μπορεί να ζωγραφίσει με τόση τελειότητα τα διάφορα χρώματα που έχουν τα λουλούδια. Ποικιλία από αρώματα και χρώματα. Κάθε άνθος έχει ξεχωριστό χρώμα, άρωμα και ομορφιά. Ένα λουλούδι φτάνει ν’ αποδείξει πως υπάρχει Θεός.

Ο Χριστός αγαπούσε τα λουλούδια και απ’ τα λουλούδια πήρε αφορμή για να διδάξει την πρόνοια του Θεού. Είπε, πως εάν ο Θεός φροντίζει τόσο πολύ για τα λουλούδια και τα ντύνει με όμορφες στολές που τις ζηλεύουν και οι βασιλιάδες ακόμα, πόσο μάλλον θα φροντίσει για τον άνθρωπο! Ω άνθρωποι ολιγόπιστοι, όσοι ανησυχείτε για το μέλλον, πως θα ζήσετε σεις και τα παιδιά σας μέσα στο σημερινό κόσμο, ρίξτε μια ματιά στα κρίνα. Χωρίς να ’χουν αργαλειό για να υφάνουν, είναι ντυμένα με τόσο όμορφες στολές. Ο Θεός που φροντίζει για την ενδυμασία τους πολύ περισσότερο θα φροντίσει για τη δική σας ενδυμασία. Δεν θα σας αφήσει ούτε γυμνούς ούτε νηστικούς, αρκεί όλοι να ’χετε πίστη και να ζείτε σύμφωνα με το άγιο θέλημά του.

Αλλά τα λουλούδια μας διδάσκουν και άλλο μάθημα, το μάθημα της ματαιότητος των ανθρωπίνων πραγμάτων. Βλέπεις το λουλούδι που είναι όλο δροσιά και χάρι. Αλλά δεν περνούν πολλές μέρες και το λουλούδι αυτό, κάτω απ’ τις καυστικές ακτίνες του ήλιου, μαραίνεται και ξεραίνεται. Έτσι είναι και η ζωή του ανθρώπου. Ένα λουλούδι είναι. Κοιτάξτε ένα νέο άνθρωπο. Είναι πάνω στην ακμή της ηλικίας του. Είναι όλος χάρη και ομορφιά. Αλλά μένει για πάντα η ομορφιά και η χάρις; Ένα μικρόβιο, που δεν φαίνεται με γυμνό μάτι παρά μόνο με το μικροσκόπιο, κρυμμένο μέσα στον οργανισμό του, δουλεύει ύπουλα. Δεν περνάει πολύς καιρός και το μικρόβιο της φοβερής αρρώστιας τον ρίχνει στο κρεβάτι, ο νέος πονάει, χάνει ομορφιά και δύναμη και χάρη, και αυτός που ήταν το καμάρι του χωριού, πέφτει νεκρός… Έχει λοιπόν δίκιο η Εκκλησία μας, όταν στην κηδεία ψάλλει: «Ως άνθος μαραίνεται και ως όναρ παρέρχεται και διαλύεται πας άνθρωπος…»

***

Τα λουλούδια διδάσκουν την πρόνοια του Θεού, διδάσκουν τη ματαιότητα της ανθρωπίνης ζωής. Αλλά τα λουλούδια διδάσκουν ακόμα και την ανάσταση. Πώς;

Ακούστε.

Κάποτε είχα διαβάσει πως ένας άνθρωπος ήταν άρρωστος βαριά. Από μέρα σε μέρα περίμενε το θάνατο. Η γυναίκα και τα παιδιά του που έβλεπαν πως η ζωή του σβήνει ήταν πολύ λυπημένοι και μόλις συγκρατούσαν τα δάκρυά τους. Θα έχαναν τον προστάτη τους. Αλλ’ ο άνθρωπος αυτός ήταν ένας πιστός δούλος του Κυρίου. Ήταν επιστήμονας σπουδαίος και ασχολούνταν με τα φυτά και τα δέντρα. Για να διδάξει και παρηγορήσει την οικογένειά του παρακάλεσε να τον κατεβάσουν στο περιβόλι που ήταν γύρω απ’ το σπίτι τους. Ήταν φθινόπωρο. Ζύγωνε χειμώνας. Όλα τα δέντρα είχαν ρίξει τα φύλλα τους. Άνθη πουθενά. Ο άρρωστος δείχνει στη γυναίκα και στα παιδιά του μια ροδιά. Βλέπετε τη ροδιά; Τους λέει. Γυμνό είναι το δέντρο από φύλλα και άνθη. Αλλά δεν θα μείνει σ’ αυτή την κατάσταση. Θα ’ρθει η άνοιξης και η ροδιά θα γεμίσει από φύλλα και λουλούδια. Η ροδιά θ’ αναστηθεί. Αλλά και εγώ, αγαπητοί μου, μοιάζω με τη ροδιά. Έρχεται και για μένα ο χειμώνας, ο θάνατος. Θα πεθάνω. Το σώμα μου θα μαραθεί και θα εξαφανισθεί. Αλλά πιστεύω στον Κύριό μου. Αυτός που κάνει τη ροδιά να βγάζει καινούργια άνθη και φύλλα, μπορεί να αναστήσει κι’ εμένα απ’ τον τάφο και να ντύσει την αθάνατη ψυχή μου με μια νέα όμορφη στολή, μ’ ένα καινούργιο σώμα.

Γι’ αυτό, αγαπητοί μου, όταν βλέπετε την άνοιξη να γεμίζουν τα φυτά από άνθη και φύλλα, είναι σαν να βλέπετε μια εικόνα της αναστάσεως. Κάθε δέντρο ανθισμένο είναι σαν να ψάλλει: «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι προσκυνήσωμεν άγιον Κύριον Ιησούν τον μόνον αναμάρτητον.

***

Ο Χριστός αγαπάει τα λουλούδια. Και η Εκκλησία αγαπάει τα λουλούδια. Και απόδειξις είναι ότι τα χρησιμοποιεί πολλές φορές. Λουλούδια στον αγιασμό.

Κλωνάρι βασιλικού με το σταυρό κρατάει στα χέρια ο ιερεύς, το βυθίζει στο αγιασμένο νερό και ραντίζει τους πιστούς. Λουλούδια στη γιορτή της υψώσεως του σταυρού και την Κυριακή της σταυροπροσκυνήσεως. Λουλούδια την Κυριακή των βαΐων. Λουλούδια στον επιτάφιο τη Μ. Παρασκευή. Λουλούδια στο γάμο, όπου τα ωραιότερα στεφάνια δεν γίνονται από νάυλον αλλά από φυσικά άνθη του αγρού. Αλλά και με λουλούδια στολίζεται ο νεκρός. Λουλούδια φέρνουν στους τάφους οι άνθρωποι που δεν ξεχνούν τους προσφιλείς τους νεκρούς. Λουλούδια παντού.

Αλλά και στα τροπάρια που ψάλλουμε τα λουλούδια αναφέρουν συχνά οι εμπνευσμένοι ποιηταί για να υμνήσουν την αγνότητα, την παρθενία, την αγιοσύνη, την αρετή. «Μυρίπνοα άνθη του παραδείσου» ονομάζονται οι άγιοι. «Κρίνον ευωδιάζον», «ρόδον το αμάραντον» ονομάζεται η Παναγία.

***

Αυτή την παράδοση της Εκκλησίας γύρω από τα άνθη ας συνεχίζουν οι ιερείς και επίτροποι. Οι ιερείς που αγαπούν την ευπρέπεια των ναών ας φροντίζουν να καθαρίζουν το προαύλιο του ναού, να το φυτεύουν με άνθη, και έτσι το προαύλιο θα είναι ένας ωραίος κήπος, που θα μας δίνει μια εικόνα του άλλου κήπου, του πνευματικού κήπου, της Εκκλησίας, και ακόμη περισσότερο θα μας δίνει την εικόνα του άλλου εκείνου πνευματικού κήπου με τα αφάνταστα κάλλη, που ονομάζεται παράδεισος.

Είθε δια πρεσβειών της υπεραγίας Θεοτόκου και πάντων των αγίων να γίνουμε κι’ εμείς κληρονόμοι του παραδείσου.

*****************************

ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ

*****************************

Ο άνθρωπος, αγαπητοί μου, ο άνθρωπος εδώ στη γη είναι το πιο έξοχο δημιούργημα του Θεού. Αυτοί που λένε πως έτσι παρουσιάστηκε ο άνθρωπος, χωρίς θεϊκή επέμβαση, δεν ξέρουν τι λένε. Είναι σαν να λένε, πως ένα αεροπλάνο που πετάει στον ουρανό έτσι φύτρωσε, χωρίς την εργασία του ανθρώπου. Το αεροπλάνο, το ρολόι, το αυτοκίνητο, ο πύραυλος γίνονται απ’ τον άνθρωπο. Αλλά τι είναι αυτά μπροστά στον ίδιο τον άνθρωπο, που ως σώμα μεν είναι ένα τέλειο εργοστάσιο εφοδιασμένο με πολύ λεπτά μηχανήματα, ως ψυχή δε είναι κάτι το καταπληκτικό; Ύλη και πνεύμα είναι ο άνθρωπος, κυρίως όμως πνεύμα. Έξοχο δημιούργημα του Θεού.

***

Ο άνθρωπος πλάστηκε απ’ το Θεό αθάνατος, αλλά με ένα όρο, να ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Αλλά δυστυχώς, όπως όλοι γνωρίζουμε, ο πρώτος άνθρωπος δεν τήρησε την πρώτη εντολή που του ’δωσε ο Θεός στον παράδεισο. Ο Αδάμ παρέβη την εντολή, αυτός και η γυναίκα του η Εύα, αν και ήξεραν από σαφή προειδοποίηση του Θεού, πως αν παραβούν την εντολή του θα πεθάνουν.

Αποτέλεσμα λοιπόν της παραβάσεως της εντολής του Θεού είναι ο θάνατος. Ο Θεός, ύστερα από την πτώση, είπε στον Αδάμ: «Γη ει και εις γην απελεύση» (Γεν. 3, 19). Το σώμα σου, ω άνθρωπε, είναι κατασκευασμένο από ύλη. Ναι, από ύλη. Αν πάρει κανείς ένα σώμα ανθρώπου και το κάνει ανάλυση στο χημείο, θα δει πως το σώμα αποτελείται από νερό, λίπος, ασβέστη, σίδερο, φώσφορο… όπως λένε οι ειδικοί, απ’ τα υλικά του σώματος μπορείς να φτιάξεις λίγα σαπούνια, λίγα κουτιά σπίρτα, λίγα καρφιά και λίγο ασβέστη! Μη σας φαίνονται αυτά παράξενα.

«Γη ει και εις γην απελεύση». Οι επιστήμονες ξέρουν από τι υλικά είναι φτιαγμένο το σώμα του ανθρώπου. Εν τούτοις δεν μπορούν να ενώσουν τα διάφορα αυτά υλικά και να κάνουν ένα ζωντανό άνθρωπο. Μόνο η δύναμις του Θεού πήρε αυτά τα υλικά, τα ζύμωσε όπως η γυναίκα ζυμώνει το αλεύρι, και έγινε το θαύμα, έγινε το ανθρώπινο σώμα. Αυτά τώρα τα υλικά όταν πεθάνει ο άνθρωπος, δεν μπορούν να διατηρηθούν. Αρχίζουν να διαλύωνται και να σαπίζουν. Εκατομμύρια μικροοργανισμοί, ζωύφια του θανάτου, αναπτύσσονται, εργάζονται νύχτα μέρα, και μέσα σε μικρό διάστημα το σώμα κατατρώγεται. Μένουν μονάχα τα κόκκαλα. Αλλά κι αυτά, όταν ριχτούν στο χωνευτήρι, με τον καιρό διαλύονται και απ’ το ανθρώπινο σώμα δεν μένει παρά μια χούφτα στάχτη. Και βλέποντας ο άνθρωπος τη στάχτη θυμάται αυτό που ακούγεται στη νεκρώσιμη ακολουθία: «Εμνήσθην του προφήτου βοώντος· Εγώ ειμί γη και σποδός…». Θυμήθηκα λέει, τον προφήτη που έλεγε πως ο άνθρωπος είνε χώμα και στάχτη.

***

Ναι! Φθαρτό, λόγω της αμαρτίας, κατάντησε το σώμα. Αλλ’ η ψυχή που κατοικεί μέσα στο σώμα είνε αθάνατη. Αυτή με το θάνατο βγαίνει απ’ το σώμα εξακολουθεί να ζει σ’ έναν άλλο κόσμο, τον κόσμο των πνευμάτων, περιμένει τη δευτέρα παρουσία του Κυρίου, οπότε η ψυχή θα ντυθεί με το σώμα αλλά το σώμα εκείνο θα διαφέρει απ’ το πρώτο. Το νέο σώμα θα είνε άφθαρτο, όπως ήταν το σώμα του ανθρώπου προτού να αμαρτήσει.

Εφ’ όσον δε ο άνθρωπος είνε κυρίως ψυχή αθάνατη, μπορούμε να λέμε πως ο άνθρωπος ποτέ δεν πεθαίνει. Το σώμα πεθαίνει, αλλά ο άνθρωπος ως ψυχή ζει. Γι’ αυτό και ο Χριστός είπε πως ο Θεός δεν είνε Θεός νεκρών αλλά ζώντων. «Πάντες γαρ αυτώ ζώσιν» (Λουκ. 20, 38). Αυτοί που πέθαναν δεν έχουν έρθει στην ανυπαρξία, όπως λένε οι υλισταί και μαζί μ’ αυτούς οι χιλιασταί, αλλά ζουν κοντά στο Θεό. Πόσο μεγάλη, αλλά και πόσο παρήγορη είναι η αλήθεια αυτή της πίστεώς μας!

Ο άνθρωπος ως σώμα πεθαίνει. Να μείνει άταφος; Είναι όχι μονάχα αμαρτία, αλλά και κίνδυνος υγείας. Στα παλιά χρόνια όταν βασίλευε η ειδωλολατρία, βαλσαμώνανε τους νεκρούς, γιατί νομίζανε ότι έτσι διατηρείται η ύπαρξίς τους. Αυτό έκαναν οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, και μέχρι σήμερα σώζονται βαλσαμωμένα σώματα που λέγονται μούμιες. Άλλοι δε λαοί, όπως οι Ρωμαίοι, έκαιγαν τα σώματα των νεκρών και τη στάχτη που έμενε τη φύλαγαν μέσα σε ειδικά δοχεία, που στην περίπτωση των πλουσίων ήταν κατασκευασμένες από πολύτιμα μέταλλα. Και σήμερα σε μεγάλες πόλεις της Αμερικής και της Ευρώπης εκτός απ’ την ταφή έχουν και την καύσι των νεκρών.

***

Η ορθόδοξος Εκκλησία δεν εγκρίνει την καύσι των νεκρών. Πιστή η Εκκλησία μας στο λόγο του Θεού «Γη ει και εις γην απελεύσι» (Γεν. 3, 19) ακολουθεί την αποστολική παράδοση. Οι νεκροί θάβονται αλλά ποια η διαφορά μεταξύ ειδωλολατρικής και χριστιανικής ταφής! Οι ειδωλολάτρες, που δεν πίστευαν στην αθανασία της ψυχής, έκλαιγαν απαρηγόρητα. Υπήρχε δε συνήθεια μαζί με τους νεκρούς άντρες να θάβονται και οι γυναίκες τους και οι δούλοι τους ζωντανοί! Φρικτές κηδείες. Καμία ακτίνα ελπίδας, καμία ακτίνα φως δεν φώτιζε το φοβερό σκοτάδι του τάφου. Θάνατος για τους ειδωλολάτρες σήμαινε εκμηδένιση, τελεία εξαφάνιση. Αλλ’ οι χριστιανοί, οι χριστιανοί των πρώτων αιώνων, με διαφορετικά συναισθήματα συνόδευαν του νεκρούς στους τάφους. Λυπούνταν μεν κι αυτοί που χωρίζονταν προσωρινά από τα αγαπητά τους πρόσωπα, αλλά και χαίρονταν γιατί ο άνθρωπός τους έφευγε απ’ τη ζωή αυτή, που είνε ζυμωμένη με τον πόνο και το δάκρυ, και πήγαινε σε μια άλλη ζωή ευτυχισμένη και αιώνια. Και όπως σήμερα αποχαιρετούμε ένα αγαπητό μας πρόσωπο που μεταναστεύει στην Αμερική ή στην Αυστραλία για να ζήση καλύτερα, έτσι και οι χριστιανοί των πρώτων αιώνων αποχαιρετούσαν τους ανθρώπους τους, που με το θάνατο μετανάστευαν από τη γη στον ουρανό. Ματάστασις όχι εξαφάνισις ο θάνατος. Γι’ αυτό όσοι πέθαιναν με την πίστι στο Χριστό δεν ονομάζονταν νεκροί αλλά «κεκοιμημένοι», τα δε νεκροταφεία «κοιμητήρια». Ένας ύπνος θεωρείτο ο θάνατος. Πάνω στις πλάκες που σκέπαζαν τα σώματα των νεκρών μέσα στις κατακόμβες της Ρώμης δεν υπάρχει η λέξις «απέθανε», αλλά «εκοιμήθη εν Κυρίω».

***

Κοιμητήρια, λοιπόν, και όχι νεκροταφεία πρέπει να ονομάζονται οι τόποι που θάβονται οι νεκροί των χριστιανών.

Οι νεκροί σε παλαιότερη εποχή θάβονταν μέσα στις εκκλησίες ή στον αυλόγυρο των εκκλησιών. Οι χριστιανοί τότε δεν φοβούνταν το θάνατο. Η θύμισις του θανάτου ήταν γι’ αυτούς ένα ισχυρό κίνητρο για μια ανώτερη ζωή. Όπως λέει η Γραφή, να θυμάσαι το θάνατο και ποτέ δεν θ’ αμαρτήσεις.

Για λόγους υγείας τα νεκροταφεία τώρα ορίσθηκε να βρίσκονται έξω απ’ τα χωριά και τις πόλεις.

Αλλ’ αυτό δεν σημαίνει πως τα νεκροταφεία πρέπει να μένουν απεριποίητα. Δυστυχώς υπάρχουν χωριά που τα νεκροταφεία βρίσκονται σε αθλία κατάσταση. Ενώ θα ’πρεπε να είναι περιποιημένα και να μοιάζουν με κήπο ωραίο, δεντροφυτεμένο, όπως συμβαίνει σε άλλα μέρη, εδώ τα νεκροταφεία ως επί το πλείστον παρουσιάζονται σε αθλία κατάσταση. Ούτε λουλούδια ούτε δέντρα αλλ’ ούτε και φράχτες. Χορτάρια και αγκάθια και φίδια εκεί. Αυτοί που πέθαναν άφησαν σπίτια και περιουσίες στα παιδιά τους, αλλ’ αυτά αχάριστα και άστοργα παιδιά, καμιά φροντίδα δεν δείχνουν για τους τάφους των γονιών τους.

Οι κοινότητες και οι δήμοι, στους οποίους έχουν περιέλθει τα νεκροταφεία με τελευταίο διάταγμα, έχουν ιερή υποχρέωση να φροντίσουν για τα νεκροταφεία, αν θέλουμε να λεγόμαστε πολιτισμένη και χριστιανική χώρα.

*****************************

ΝΑΡΘΗΚΑΣ

*****************************

Μιλάμε, αγαπητοί μου, μιλάμε για το ναό. Δεν μπήκαμε ακόμα μέσα στο ναό για να δούμε το κάθε τι. Βρισκόμαστε ακόμα έξω απ’ το ναό.

Στο ναό της Αγίας Σοφίας, που ήταν ο πιο ωραίος ναός της Ορθοδοξίας και χρησίμευε σαν πρότυπο για άλλους ναούς, στον αυλόγυρο υπήρχε και μια βρύση, που λεγόταν φιάλη και είχε μια επιγραφή: «ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ».

Την επιγραφή αυτή είτε απ’ την αρχή τη διαβάζεις είτε απ’ το τέλος, τις ίδιες λέξεις σχηματίζεις. Σήμαινε δε πως οι χριστιανοί που πηγαίνουν να εκκλησιασθούν πρέπει να προσέχουν πολύ. Δεν πρέπει απλώς να πλένουν τα χέρια τους και να ’χουν καθαρό το κορμί τους προκειμένου να πάνε στην εκκλησία. Τι το όφελος να ’ναι το κορμί καθαρό και να ευωδιάζει από αρώματα, όταν η ψυχή, που ’ναι το σπουδαιότερο μέρος του ανθρώπου, είναι ακάθαρτη; Και είναι ακάθαρτη η ψυχή όταν κολυμπά μέσ’ στο βούρκο των αμαρτωλών σκέψεων και αισθημάτων. Μια καρδιά γεμάτη από λογισμούς απιστίας και αισχρότητος, από λογισμούς φιλαργυρίας και πλεονεξίας και απανθρωπιάς, από λογισμούς μίσους και εκδικήσεως, μια τέτοια καρδιά είναι ακάθαρτη μπροστά στα μάτια του Θεού. Τι φοβερό πράγμα, εξωτερικά ο άνθρωπος να φαίνεται καθαρός, αλλά εσωτερικά να είναι ακάθαρτος και να βρωμάει απ’ τη φοβερή δυσοσμία της αμαρτίας! Έτσι ο άνθρωπος αυτός, είπε ο Χριστός, μοιάζει μ’ ένα ποτήρι που απ’ έξω είναι πεντακάθαρο, αλλά από μέσα είναι γεμάτο ακαθαρσίες. Μοιάζει, είπε ο Χριστός, μ’ ένα τάφο που απ’ έξω είναι καθαρός και περιποιημένος, αλλά μέσα είναι γεμάτος από κόκαλα και ακαθαρσίες (Mατθ. 23, 25-27).

Καθαροί στο σώμα, καθαροί στην ψυχή, αλλά προπαντός καθαροί στην καρδιά πρέπει να ’ναι οι χριστιανοί όταν πάνε στην εκκλησία να λατρεύσουν «εν πνεύματι και αληθεία» τον αληθινό Θεό. Αυτό το καθήκον θύμιζε στους χριστιανούς η επιγραφή που υπήρχε στη φιάλη της Αγίας Σοφίας.

***

Και όχι μονάχα η φιάλη αυτή, αλλά και κάτι άλλο ακόμα θύμιζε στους χριστιανούς το καθήκον πως με καθαρή καρδιά πρέπει να εκκλησιάζονται. Και αυτό είναι ο νάρθηκας της εκκλησίας.

Τι λέγεται νάρθηκας; Νάρθηκας είναι αυτό που λέμε σήμερα πρόναο. Δηλαδή το υπόστεγο που υπάρχει προτού να μπούμε στο ναό.

Στην παλιά εποχή υπήρχε πάντοτε νάρθηκας. Αλλά σήμερα οι περισσότεροι ναοί δεν έχουν νάρθηκα. Η σημερινή Εκκλησία δεν αισθάνεται την ανάγκη του ιδιαίτερου αυτού χώρου, που τότε ήταν απαραίτητος. Και εξηγούμεθα. Στην αρχαία εποχή δεν επιτρεπόταν σε όλους να μπαίνουν μέσα στην εκκλησία και ν’ ακούνε και να βλέπουνε όσα γίνονταν εκεί. Η αρχαία Εκκλησία άκουγε και εφάρμοζε τους λόγους του Χριστού «Μη δώτε το άγιον τοις κυσί μηδέ βάλητε τους μαργαρίτας υμών έμπροσθεν των χοίρων» (Ματθ. 7, 6). Τι σημαίνουν τα αθάνατα αυτά λόγια του Χριστού; Ότι άνθρωποι που ζουν σαν τους χοίρους και σαν τα σκυλιά και δεν έχουν φόβο και ντροπή και κάνουν τα φοβερότερα αμαρτήματα, αυτοί οι άνθρωποι δεν επιτρέπεται να μπουν μέσα στον κυρίως ναό. Έξω, λοιπόν, από το ναό οι ειδωλολάτρες, οι άπιστοι, οι Ιουδαίοι, οι αιρετικοί και οι δαιμονιζόμενοι.

Και αν κανένας απ’ αυτούς που αποκλείονταν να μπουν μέσα στο ναό δεν υπολόγιζε την απαγόρευση αυτή αλλ’ επιχειρούσε να μπει, τότε κάποιος που στεκόταν στην κύρια πύλη του ναού έφραζε την είσοδο. Ήταν ο ιερεύς. Ήταν σε σοβαρές περιπτώσεις ο ίδιος ο επίσκοπος. Όπως ο στρατιώτης που φυλάει στο φυλάκιο, σ’ έναν που τη νύχτα τολμά να πλησιάσει φωνάζει «αλτ»! και δεν τον αφήνει να κάνει βήμα αν δεν πει το σύνθημα, έτσι και οι ιερείς και οι επίσκοποι της εποχής εκείνης ήταν πραγματικά στρατιώτες του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, αληθινοί φύλακες στο ποίμνιο. Αλτ! φώναζαν κι αυτοί σε κάθε ασεβή και αμετανόητο αμαρτωλό που θα τολμούσε να μπει μέσα στο ναό. Και προτιμούσαν οι πιστοί αυτοί υπηρέτες του Κυρίου να χάσουν και τη ζωή τους ακόμα παρά ν’ αφήσουν ασεβείς και αμετανόητους αμαρτωλούς να μπουν στο ναό.

***

Η εκκλησιαστική ιστορία αναφέρει συγκινητικά παραδείγματα ιεραρχών που εμπόδισαν ασεβείς βασιλείς και αυτοκράτορες να μπουν στους ναούς. Στην Αντιόχεια, όταν ένας βασιλιάς που έκανε ένα θανάσιμο αμάρτημα ήθελε τη γιορτή του Πάσχα να μπει στο ναό, ο τότε επίσκοπος της Αντιοχείας, ο άγιος Βαβύλας, τον εμπόδισε να μπει. Του είπε πως αν ειλικρινά μετανοήσει και εκτελέσει τον κανόνα της μετανοίας του, τότε μονάχα θα μπει. Το ίδιο έκανε και ο άγιος Αμβρόσιος, επίσκοπος Μεδιολάνων, για τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο το Μέγα, που ’χε διατάξει το φόνο χιλιάδων ανθρώπων στη Θεσσαλονίκη. Το ίδιο έκανε και ο ιερέας Φώτιος, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, για τον αυτοκράτορα Φωκά, που ’χε σκοτώσει τον προκάτοχό του. Το ίδιο έκαναν και τόσοι άλλοι ευλαβείς ιερείς και ζηλωταί επίσκοποι.

Στους νάρθηκες, έξω από τον κυρίως ναό, εκτός από τους ασεβείς και αμετανόητους χριστιανούς που είπαμε, στέκονταν και οι φτωχοί και οι ανάπηροι και ζητούσαν την ελεημοσύνη των χριστιανών. Αυτοί που εκκλησιάστηκαν και είδαν και απόλαυσαν το μέγα έλεος του Θεού, θα έπρεπε τώρα καθώς βγαίνουν να δείξουν κι αυτοί ελεημοσύνη, που όσο μεγάλη και να είναι, δεν είναι παρά μια σταγόνα ελέους μπροστά στον ωκεανό του θείου ελέους. Σε ελέησε, ω άνθρωπε, ο Θεός, σε αξίωσε να εκκλησιαθείς, σε αξίωσε να πάρεις τα άγια μυστήρια; Ελέησε και συ τον δυστυχισμένο συνάνθρωπό σου και γίνε και συ μικρός θεός. Αλλιώς εκκλησιασμός χωρίς ελεημοσύνη δεν είνε ο εκκλησιασμός που ζητάει ο Θεός.

***

Ο νάρθηκας χρησιμοποιήθηκε και για άλλο σκοπό κατά τους χρόνους της τουρκικής σκλαβιάς. Εκεί, στους νάρθηκες των εκκλησιών όταν νύχτωνε ερχόντουσαν τα παιδιά των χριστιανών για να μάθουν γράμματα, του Θεού τα πράγματα από τους ιερείς. Εκεί στους νάρθηκες λειτουργούσε το κρυφό σχολειό. Στον τοίχο δε του νάρθηκα, που ήταν και τοίχος του κυρίως ναού, εκεί οι ζωγράφοι ζωγράφισαν τις φοβερές εικόνες της κολάσεως. Εκεί έβλεπε κανείς τι θα υποφέρουν στον άλλο κόσμο οι αμετανόητοι αμαρτωλοί, αυτοί που βλαστημούν το Θεό, αυτοί που ορκίζονται ψέματα, αυτοί που σκοτώνουν και κλέβουν τα ξένα πράγματα και πορνεύουν και μοιχεύουν και διαπράτουν τα θανάσιμα αμαρτήματα. Τέτοιες επιγραφές βλέπει κανένας και σε μια παλιά εκκλησία της Μητροπόλεώς μας, στις Κάτω Κλεινές.

Έβλεπαν τις εικόνες αυτές οι άνθρωποι, και οι πιο αγράμματοι, και αισθάνονταν φόβο και τρόμο και μετανοούσαν για τα αμαρτήματά τους.

Ο νάρθηκας με τις ζωγραφιές του φώναζε: Μετανοείτε, αμαρτωλοί, πλησιάζει η οργή του Θεού!

***

Αυτός ήταν ο προορισμός του νάρθηκα στην αρχαία Εκκλησία. Σήμερα; Κανένας έλεγχος δεν γίνεται και ο πιο άπιστος τολμά και μπαίνει μέσα στο ναό, και κανένας δεν τολμά να του πει «αλτ!». Αλλοίμονον, η Εκκλησία μας κατήντησε αμπέλι ξέφραγο. Υπεύθυνοι είμαστε προπαντός εμείς οι κληρικοί, ιερείς και επίσκοποι. Θεέ μου, ελέησέ μας τους αμαρτωλούς!

*****************************

ΓΥΝΑΙΚΩΝΙΤΗΣ

*****************************

Εάν, αγαπητοί μου, εάν κάποιος ξένος έρθει από το εξωτερικό και πάει σε μια εκκλησία την Κυριακή ή κάποια μεγάλη γιορτή που μαζεύεται κόσμος, δεν θα μείνει ευχαριστημένος. Γιατί; Γιατί, ενώ στο εξωτερικό όπου μένει, στις εκκλησίες των φράγκων και των άλλων αιρετικών, επικρατεί ησυχία και τάξις κι όλοι είναι προσηλωμένοι στη λατρεία, σ’ εμάς εδώ στους ορθοδόξους, που έχουμε την αληθινή πίστη, δεν υπάρχει τάξις και ησυχία. Πολλά είναι εκείνα που δείχνουν την αταξία μας.

***

Κοιτάξτε. Όποια ώρα θέλει ο καθένας έρχεται στην εκκλησία. Οι πιο πολλοί έρχονται στη μέση ή στο τέλος της θείας λειτουργίας. Μπορεί την ώρα που μπαίνουν στην εκκλησία ο ιερεύς να διαβάζει το ιερό Ευαγγέλιο, να κρατάει το δισκοπότηρο, να τελεί το ιερό μυστήριο και οι στιγμές να είναι ιερές και οι άγγελοι ακόμα να τρέμουν μπροστά στο ιερό μυστήριο. Κι όμως ο σημερινός χριστιανός που εκκλησιάζεται δεν τα λαμβάνει αυτά υπ’ όψιν. Δεν φοβάται. Δεν συγκινείται. Δεν δακρύζει. Λες και μπαίνει σε κανένα κοσμικό κέντρο. Θα προχωρήσει, θα πάρει το κερί του, θα πάρει τα ρέστα, θα σταθεί όπου θέλει, με μια εμφάνιση που κάθε άλλο παρά ταιριάζει σ’ έναν που εκκλησιάζεται με ευλάβεια.

Αυτά οι άντρες. Αλλά κ’ οι γυναίκες δεν πάνε πίσω. Πολλές απ’ αυτές, σαν να επρόκειτο να πάνε σε χοροεσπερίδα, με χέρια και πόδια γυμνά ή με αντρική περιβολή, με παντελόνια, χωρίς καμιά συναίσθηση της ιερότητος του τόπου, μπαίνουν μεσ’ στην εκκλησία και στέκονται όπου θέλουν, στέκονται επιδεικτικά μπροστά απ’ όλο το εκκλησίασμα.

Αλλά και τα παιδιά με τη σειρά τους δημιουργούν άλλη αταξία μεσ’ το ναό. Έρχονται μόνα τους, μένουν ανεπιτήρητα, κινούνται απ’ τη μια άκρη του ναού στην άλλη. Τα μικρότερα παίζουν. Τα δε μωρά που κρατούν στις αγκαλιές τους οι μανάδες κλαίνε, κι έτσι από μικρούς και μεγάλους σχηματίζεται μια οχλοβοή, εκεί που έπρεπε να επικρατεί άκρα ησυχία.

***

Aλλ’ αυτή η αταξία που παρατηρείται σήμερα στις εκκλησίες δεν παρετηρείτο στην παλιά εποχή, στην αρχαία Εκκλησία. Στην αρχαία Εκκλησία, όπως την περιγράφουν οι τότε συγγραφείς, υπήρχε μεγάλη τάξις. Στην είσοδο της εκκλησίας υπήρχε άνθρωπος που ειδική υπηρεσία να φυλάει την κεντρική θύρα και να μην επιτρέπει την είσοδο σε ανθρώπους που δεν έπρεπε να μπαίνουν στο ναό, όπως οι άπιστοι, οι ειδωλολάτρες, οι αιρετικοί, καθώς αποκλείονταν από την κοινή λατρεία. Τα πρόσωπα που φύλαγαν τη θύρα της εκκλησίας λέγονταν θυρωροί ή πυλωροί. Υπήρχαν δε ακόμη ευλαβείς ηλικιωμένες γυναίκες, που ονομάζονταν διακόνισσες, που εκτός από τα άλλα καθήκοντα είχαν και το καθήκον να επιβλέπουν τις γυναίκες που εκκλησιάζονταν. Οι ιερείς που λειτουργούσαν λάμβαναν εκ των προτέρων όλα τα μέτρα, για να τελεσθεί η θεία λειτουργία όπως έπρεπε, με άκρα τάξη και ησυχία. Αν δεν επικρατούσε στο ναό τάξις, δεν επιτρεπόταν να γίνει θεία λειτουργία.

Το εκκλησίασμα δεν ήταν μπουλούκι, ένας λαός χωρίς τάξη, άντρες, γυναίκες και παιδιά ανακατεμένοι. Ο καθένας που έμπαινε στην εκκλησία ήξερε που θα σταθεί. Οι γέροντες είχαν τα καθίσματά τους. Οι νέοι, αν δεν περίσσευαν καθίσματα, στέκονταν όρθιοι. Τα παιδιά δεν πήγαιναν μόνα τους στην εκκλησία αλλά με τους γονείς τους, που τα κρατούσαν κοντά τους για να μην ατακτούν. Οι γυναίκες πάλι είχαν τον ιδιαίτερο τόπο όπου στέκονταν. Κι αυτές όχι όλες μαζί ανακατεμένες, αλλά στην πρώτη σειρά στέκονταν οι παρθένες, οι χήρες και οι γεροντότερες. Πίσω απ’ αυτές οι παντρεμένες και οι νεώτερες. Ο καθένας έπρεπε να βρίσκεται στη θέση που ήταν προκαθορισμένη. Οι διάκονοι πρόσεχαν την τήρηση της τάξεως μέσα στο ναό.

Ξεχωριστά, λοιπόν, οι άντρες απ’ τις γυναίκες. Αλλ’ επειδή, παρ’ όλα τα μέτρα που παίρνανε, μερικές γυναίκες δεν τηρούσαν την τάξη και τολμούσαν να προχωρούν και να στέκωνται μαζί με τους άνδρες και δημιουργούσαν σκάνδαλα, γι’ αυτό ορίστηκε τελείως ιδιαίτερος τόπος για τις γυναίκες. Ο τόπος αυτός ονομάστηκε γυναικωνίτης. Στην αρχή ο γυναικωνίτης χωριζόταν με ένα ξύλινο κάγκελο. Αργότερα όμως ο γυναικωνίτης μεταφέρθηκε από το ισόγειο σ’ έναν ιδιαίτερο χώρο που υπάρχει μέχρι σήμερα. Στη δυτική πλευρά του ναού σ’ όλο το πλάτος του ναού και πάνω από την είσοδό του χτιζόταν ένα υπερώο, που σε μερικούς ναούς προχωρούσε αριστερά και δεξιά πάνω από τα κλίτη του ναού και σχημάτιζε ένα Π. Σ’ αυτό το γυναικωνίτη με εσωτερικές σκάλες ανέβαιναν οι γυναίκες. Ο γυναικωνίτης είχε καθίσματα.

Γυναικωνίτες υπήρχαν σε πολλούς ναούς της ένδοξης εποχής της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Περίφημος δε ήταν ο γυναικωνίτης της Αγίας Σοφίας. Σ’ αυτό το γυναικωνίτη, μαζί με τις φτωχές γυναίκες του λαού, έρχονταν και οι γυναίκες των πλουσίων και ενδόξων, πριγκίπισσες και βασίλισσες, και από κει όλες παρακολουθούσαν τη θεία λειτουργία.

Στα χρόνια της τουρκοκρατίας, που δεν ήταν εύκολο να χτίζονται μεγάλοι ναοί, οι γυναικωνίτες κατέβηκαν πάλι στο ισόγειο και έτσι ο ναός χωριζόταν σε δύο μέρη. Χωριζόταν με ένα διάφραγμα από ξύλα που ήταν καρφωμένα σταυροειδώς και σχημάτιζαν ένα είδος δικτυωτού που στην τουρκική γλώσσα λεγόταν «καφάσι». Τα καφάσια αυτά ύστερα από την απελευθέρωση του έθνους θεωρήθηκαν σαν μια υποτίμησης της γυναίκας και καταργήθηκαν. Και οι γυναίκες τώρα ή ανεβαίνουν στο γυναικωνίτη ή μένουν στο ναό.

***

Όπως είδαμε, στην αρχαία Εκκλησία υπήρχε τάξις. Η Μητρόπολίς μας επιθυμεί η αρχαία τάξις να επικρατήσει και σήμερα. Γι’ αυτό και έλαβε διάφορα μέτρα. Ώρισε σε όλες τις εκκλησίες να υπάρχουν θυρωροί. Έβγαλε εγκυκλίους σχετικά με την εξωτερική εμφάνιση των γυναικών και των αντρών. Τοιχοκόλλησε πινακίδες έξω από τους ναούς. Απαγόρευσε την είσοδο γυναικών και αντρών που είναι άσεμνα ντυμένοι.

Αλλά θα ρωτήσετε: Τηρούνται οι εγκύκλιοι αυτές που είναι σύμφωνες με την ιερά παράδοσι της Εκκλησίας; Στην αρχή πολλοί και πολλές δυστρόπησαν. Αλλά με τη βοήθεια του Θεού επεβλήθη η τάξις. Όπου μάλιστα υπάρχουν ευλαβείας ιερείς, η τάξις είνε υποδειγματική. Μόνο το καλοκαίρι, που έρχονται πολλοί τουρίστες από άλλα μέρη της πατρίδος, μας δημιουργούν κάποια αταξία. Γιατί σε άλλες Μητροπόλεις δεν υπάρχει καμία απαγορευτική διαταγή και άντρες και γυναίκες σχεδόν γυμνοί εκκλησιάζωνται, και αυτοί, όταν έρχονται στη Φλώρινα, θέλουν να εκκλησιάζωνται με τον ίδιο τρόπο. Αυτοί οι κύριοι και οι κυρίες θυμώνουν, βρίζουν και απειλούν. Αλλά η Μητρόπολις δεν υποχωρεί. Η προσπάθεια της Μητροπόλεώς μας θα πετύχαινε απολύτως, εάν και οι άλλες Μητροπόλεις εφάρμοζαν τα ίδια μέτρα που εφαρμόζονται στη δικής μας, τα οποία επαναλαμβάνουμε, είνε σύμφωνα με την αρχαία τάξι της Εκκλησία.

Τελειώνοντας παρακαλούμε όλους, ιερείς, επιτρόπους, νεωκόρους και προπαντός τους ευσεβείς χριστιανούς, να προσέχουν, ώστε να είνε και στο θέμα αυτό οι ιεροί ναοί μας υπόδειγμα τάξεως και ευπρεπείας.

*****************************

ΑΜΒΩΝΑΣ

*****************************

ΑΜΒΩΝΑΣΗ θρησκεία μας, αγαπητοί, η θρησκεία που ίδρυσε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, η χριστιανική θρησκεία, δεν είνε μια σκοτεινή θρησκεία, σαν τις θρησκείες του αρχαίου κόσμου. Όλα τότε ήταν σκοτεινά. Κανένα φως. Βουβοί και αμίλητοι οι άνθρωποι έπρεπε να σκύβουν το κεφάλι τους και να δέχονται χωρίς συζήτηση όλα τα ψέματα που δίδασκαν οι ειδωλολατρικές θρησκείες.

Αλλ’ ούτε και με τη θρησκεία του ψευδοπροφήτου Μωάμεθ μοιάζει η θρησκεία μας. Ο Μωάμεθ προσπάθησε να ξαπλώσει τη θρησκεία του με τη βία, με τα όπλα, με το γιαταγάνι. Σκοτεινή και η θρησκεία του Μωάμεθ. Πολλά στοιχεία τα πήρε απ’ την αρχαία ειδωλολατρία.

***

Αλλ’ η θρησκεία του Χριστού δεν είνε σκοτεινή. Είνε φως. Είνε ήλιος πνευματικός, που ανέτειλε για να σκορπίσει τα μαύρα σύννεφα της πλάνης και της διαφθοράς. Μέσα σε φοβερό σκοτάδι ζούσαν οι αρχαίοι, σκοτάδι που δεν μπόρεσαν να διαλύσουν μεγάλοι φιλόσοφοι και ρήτορες. Μέσ’ στο σκοτάδι αυτό οι άνθρωποι είδαν την αλήθεια να λάμπει όπως ο ήλιος, και θαύμασαν. «Εγώ – είπε ο Χριστός – ειμι το φως του κόσμου· ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία, αλλ’ έξει το φως της ζωής» (Ιωάν. 8, 12). Δηλαδή εγώ είμαι το φως, όχι μόνο ενός ή δύο λαών, αλλ’ όλης της ανθρωπότητος. Και όπως το φως του ήλιου φωτίζει ολόκληρη τη γη και οι ακτίνες του εισδύουν παντού, έτσι και η διδασκαλία μου έχει προορισμό να ξαπλώση παντού, και όσοι έχουν καλή διάθεση και πιστέψουν σ’ εμένα, αυτοί θ’ αφήσουν πιά το σκοτάδι της πλάνης και της αμαρτίας και θα ’χουν μέσ’ στην καρδιά τους το φως, την αλήθεια, που θα τους δίνει νέα ζωή και χαρά.

Ο Χριστός το φως, η αλήθεια και η ζωή. Ο Χριστός απ’ την ώρα που βγήκε στη δημόσια ζωή δεν έπαψε να διδάσκει τον κόσμο, να σκορπάει παντού το φως. Ο Χριστός δίδασκε συνεχώς. Δίδασκε παντού, στο ναό του Σολομώντος, στις συναγωγές, στα σπίτια, στο ύπαιθρο, στη θάλασσα, παντού. Ο λαός, που δεν είχε μέσα του την υπερηφάνεια, και τη μοχθηρία των φαρισαίων, τον άκουγε με χαρά. Κι όταν τελείωνε η διδασκαλία, έλεγαν: «Ποτέ δεν μίλησε άνθρωπος όπως αυτός ο άνθρωπος» (Ιωάν. 7, 46). Ο λόγος του Χριστού ήταν όλος φως και αλήθεια. Ήταν λόγος παντοδύναμος. Ο Χριστός νικούσε με το θείο λόγο του κάθε ανθρώπινο λόγο. Η δε αγία του ζωή και τα θαύματα έρχονταν να επιβεβαιώσουν την αλήθεια των λόγων του.

Δίδασκε ο Χριστός και καλούσε τους ανθρώπους προς το φως. Και μόνο όσοι ζούσαν μεσ’ στην αμαρτία και δεν ήθελαν να μετανοήσουν αυτοί μισούσαν το φως, μίσησαν τη διδασκαλία του. Αν κάποιος δεν θέλει το φως μπορεί ο ήλιος να ’ναι στο μεσουράνημά του και να λάμπη, αλλ’ αυτός κλείνει τα παράθυρα, κατεβάζει κουρτίνες και μέρα μεσημέρι έχει σκοτάδι. Έτσι κάνουν και οι άνθρωποι που δεν έχουν καλή διάθεση. Ο Χριστός μεσουρανεί, λάμπει σ’ ανατολή και δύσι, αλλ’ αυτοί, νεώτεροι γραμματείς και φαρισαίοι, κλείνονται μέσα στις σκοτεινές σπηλιές της υπάρξεώς τους και δεν θέλουν να γνωρίσουν την αλήθεια και τη ζωή.

Στους αποστόλους ο Χριστός έδωσε εντολή να πάνε σ’ όλα τα μέρη του κόσμου και να κηρύξουν το ευαγγέλιό του. Το κήρυγμα ήταν η κυρία αποστολή τους. Και πράγματι οι απόστολοι ύστερα απ’ την Πεντηκοστή ξεκίνησαν και κήρυξαν παντού το ευαγγέλιο. Χιλιάδες κόσμος πίστεψε στο κήρυγμά τους. Παντού ιδρύονταν εκκλησίες του Χριστού.

Οι χριστιανοί των πρώτων αιώνων δεν είχαν ναούς. Μαζεύονταν σε σπίτια, σε σπηλιές και σε κατακόμβες. Εκεί τελούσαν τη θεία λειτουργία. Ήταν όλα απλά. Αλλά σε καμία λειτουργία που γινόταν δεν έλειπε το κήρυγμα. Ο ιερεύς που ’κανε τη θεία λειτουργία, πριν να κοινωνήσουν οι πιστοί τα άχραντα μυστήρια, με απλά λόγια μιλούσε για το Χριστό. Μιλούσε με τόση πίστι, ώστε κανένας δεν έμενε ασυγκίνητος. Η διδαχή ήταν απαραίτητη. Οι χριστιανοί μάθαιναν τι πρέπει να πιστεύουν και τι πρέπει να πράτουν και γιατί. Ήξεραν καλά τη θρησκεία τους. Κανένας άπιστος δεν μπορούσε να τους κλονίσει. Ήταν σε θέση και άλλους να διδάξουν και να τους φέρουν στο Χριστό.

Όταν ύστερα από τη νίκη του Μ. Κωνσταντίνου οι χριστιανοί άρχισαν να χτίζουν εκκλησίες, όμορφα κτίρια, και τότε δεν έλειψε το κήρυγμα. Ώρισαν μάλιστα και ιδιαίτερο μέρος στους ναούς για να γίνεται από κει το κήρυγμα. Έστησαν στη μέση του ναού ένα ψηλό βήμα, που το ονόμασαν άμβωνα. Και όπως φανερώνει η λέξις, στον άμβωνα ανέβαινε κανείς με σκάλες από δύο μέρη. Περίφημος ήταν ο άμβωνας της Αγίας Σοφίας, όπως και άλλων ιερών ναών. Σπουδαίος δε για την αρχαιολογική του αξία είναι και ο άμβωνας της Καλαμπάκας. Είναι χτισμένος στη μέση του ναού και έχει δυο σκάλες. Αργότερα ο άμβωνας έφυγε από τη μέση του ναού και προσκολλήθηκε σε μια από τις κολώνες προς το βόρειο μέρος του ναού. Πάνω στους άμβωνες αυτούς ανέβαιναν οι διάκονοι και διάβαζαν το Ευαγγέλιο, αλλά κυρίως ανέβαιναν οι ιεροκήρυκες και δίδασκαν τα μεγαλεία του Θεού. Η διδασκαλία υπήρχε πάντοτε. Ήταν υποχρεωτικό καθήκον όλων των κληρικών. Δεν επιτρεπόταν να μένει τις Κυριακές και τις μεγάλες γιορτές ο ναός χωρίς θείο κήρυγμα.

***

Ο άμβωνας ήταν το βήμα απ’ όπου ακούγονταν οι λόγοι των ιεροκηρύκων. Άστραφτε και βροντούσε ο λόγος του Θεού. Και όπως ο λαγός φοβάται τη βροντή, έτσι και ο διάβολος και οι οπαδοί του φοβούνται το λόγο του Θεού. Όπου ακούγεται ζωντανός λόγος Θεού, εκεί ο διάβολος δεν μπορεί να σταθεί. Γι’ αυτό είναι πνευματική συμφορά να μην ακούγεται λόγος Θεού. Αλλ’ ήρθαν χρόνια πολύ δύσκολα για την Ορθόδοξο Εκκλησία. Ο κλήρος κατέπεσε. Το κήρυγμα δεν ακουγόταν πια όπως πρώτα. Σπάνια περνούσε ιεροκήρυκας για να κηρύξει το λόγο του Θεού. Ο άμβωνας ήταν πια σαν ένα άχρηστο έπιπλο. Γι’ αυτό και ανέβηκε πιο ψηλά, προς την οροφή, και έμοιαζε με περιστερώνα.

Ένα τέτοιο άμβωνα πριν από 30 χρόνια ως ιεροκήρυξ βρήκα στο μητροπολιτικό ναό Γρεβενών. Παρακάλεσα τον τότε επίσκοπο Θεόκλητο και τον κατέβασε χαμηλότερα, και από κει με ελέησε ο Θεός να κηρύξω στα δύσκολα εκείνα χρόνια το λόγο του Θεού.

Ο άμβωνας δεν πρέπει να μένει σε αχρηστία. Είναι ανάγκη κάθε Κυριακή ν’ ακούγεται λόγος Θεού. Θέλετε να δείτε την αξία του κηρύγματος; Ρίξτε μια ματιά σε δυο ενορίες, στη μια ακούγεται λόγος Θεού, στην άλλη όχι. Αμέσως θα δείτε τη διαφορά. Μόνο όπου ακούγεται ο λόγος του Θεού υπάρχουν ζωντανοί χριστιανοί, έτοιμοι ν’ αγωνιστούν κι αυτοί με το όπλο του λόγου του Θεού για τη νίκη και τη δόξα της Εκκλησίας.

*****************************

ΔΕΣΠΟΤΙΚΟ

*****************************

Στα Ευαγγέλια, αγαπητοί μου, στα Ευαγγέλια διαβάζουμε, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, όταν δίδασκε το λαό, άλλοτε μεν στεκόταν όρθιος, άλλοτε δε καθόταν, και ο λαός άκουγε είτε όρθιος είτε καθιστός. Όταν π.χ. ο Χριστός επισκέφθηκε το σπίτι των αδελφών Μάρθας και Μαρίας, η μεν Μάρθα αμέσως άρχισε τις προετοιμασίες για το τραπέζι, η δε Μαρία ήρθε και κάθισε κοντά στα πόδια του Χριστού και άκουγε το Χριστό να διδάσκει (Λουκ. 10, 39).

***

Γιατί τα λέμε αυτά; Γιατί υπάρχουν χριστιανοί, που κάνουν τον υπεραυστηρό, και λένε πως στην εκκλησία δεν πρέπει να υπάρχουν καθίσματα, αλλά πρέπει όλοι να στέκωνται όρθιοι. Το παράδειγμα της Μαρίας μας διδάσκει, πως κι’ όταν ο Χριστός ήταν εδώ στη γη και δίδασκε τα θεία του λόγια, άφηνε τους ακροατάς του να κάθονται. Έτσι ο λόγος του Θεού ακούγεται με άνεση. Ο ακροατής δεν στενοχωριέται από την ορθοστασία. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει, πως από την ώρα που θα μπει ο χριστιανός μέσ’ στην εκκλησία μέχρις ότου απολύσει θα κάθεται συνέχεια. Όχι.

Υπάρχουν στιγμές στις ακολουθίες, και μάλιστα στη θεία λειτουργία, που οι χριστιανοί πρέπει να σηκώνονται από τα καθίσματα και να παρακολουθούν όρθιοι. Γι’ αυτό γίνεται και η προτροπή του ιερέως «Σοφία ορθοί». Η προτροπή αυτή σημαίνει πως τη στιγμή εκείνη κανένας δεν πρέπει να κάθεται, αλλ’ όλοι να στέκονται όρθιοι και η όλη στάσις τους να είναι ευλαβής. Ορθοί στο σώμα. Ορθοί και στην ψυχή. Όχι τα κάτω, τα γήινα, αλλά τα άνω, τα ουράνια πρέπει να σκεπτόμαστε. Πόσο άσχημο πόσο ασεβές και απρεπές είναι, ενώ περνούν τα άγια, μερικοί να κάθονται και να μη θέλουν να σηκωθούν και να χαιρετίσουν με ευλάβεια το Χριστό που περνάει! Το εκκλησίασμα πρέπει να διδαχθεί απ’ τον ιερέα πότε πρέπει να κάθεται και πότε να σηκώνεται.

Τα καθίσματα της εκκλησίας δεν είναι, δεν πρέπει να είναι σαν των καφενείων και των κοσμικών κέντρων, που μπορεί να κανένας να κάθεται όπως θέλει, να ’χει το ’να πόδι πάνω στ’ άλλο, να κουβεντιάζει και να γελάει. Όχι. Ο ναός, όπως είπαμε, είναι οίκος Θεού και τα καθίσματα υπάρχουν για να κάθονται όσοι δεν μπορούν όλη την ώρα να παρακολουθήσουν όρθιοι τις ιερές ακολουθίες. Υπάρχουν γέροντες και γριές. Και άλλοι άνθρωποι, κατάκοποι από τις καθημερινές εργασίες ή εξασθενημένοι από αρρώστιες, αισθάνονται την ανάγκη κάπου ν’ ακουμπήσουν το αδύνατο και κουρασμένο κορμί τους. Φιλάνθρωπος ή Εκκλησία, έχει γι’ αυτούς τους ανθρώπους τα καθίσματα.

Ανέκαθεν η Εκκλησία είχε καθίσματα. Τα ονόμαζε στασίδια, που στην παλιά εποχή έμοιαζαν ξύλινα δεκανίκια μπηγμένα στο δάπεδο, και πάνω σ’ αυτά στηρίζονταν όσοι κουράζονταν. Τέτοιου είδους στηρίγματα υπήρχαν σε παλιά μοναστήρια. Γιατί ήθελε η εκκλησία να ξεκουράζονται οι άνθρωποι, κι αυτοί ακόμα οι ασκηταί. Η αρχαία Εκκλησία αγαπούσε την απλότητα και δεν είχε πολυτέλεια. Δυστυχώς αργότερα έγιναν και τα στασίδια αφορμή επιδείξεως. Κατασκεύαζαν στασίδια διαφορετικά απ’ τ’ άλλα, και το χειρότερο σκάλιζαν πάνω το όνομα του δωρητού, ο οποίος είχε την αξίωσιν αυτός μόνο και η οικογένειά του να το χρησιμοποιούν. Αλλοίμονο αν άλλος τολμούσε να σταθεί στο στασίδι αυτό! γίνονταν φιλονεικίες.

Μεσ’ στην εκκλησία δεν πρέπει να γίνονται διακρίσεις. Όλοι και όλες που μπαίνουν να προσευχηθούν πρέπει ν’ αφήνουν έξω απ’ την εκκλησία τα ανθρώπινα μεγαλεία, τις θέσεις, τα αξιώματα, τον πλούτο και τη δόξα, και να μπαίνουν μεσ’ στην εκκλησία σαν αμαρτωλοί, που έχουν ανάγκη απ’ το έλεος του Θεού. Να μπαίνουν όχι όπως ο φαρισαίος της παραβολής, αλλ’ όπως ο τελώνης. Πόσο λίγοι είναι εκείνοι που μιμούνται το παράδειγμα του τελώνου! Οι περισσότεροι που πηγαίνουν σήμερα στην εκκλησία, πηγαίνουν για να κάνουν την επίδειξή τους και προσπαθούν να πιάνουν θέσεις που να φαίνονται απ’ όλο το εκκλησίασμα. Επίδειξις μέσα στο ναό. Τι αμαρτία! Αλλά και οι επίτροποι που ξεχωρίζουν μερικά καθίσματα και τα προορίζουν για μερικούς που έχουν κάποια θέση, κι αυτοί αμαρτάνουν. Ας ανοίξουν την Καινή Διαθήκη και ας διαβάσουν την Επιστολή του Ιακώβου, κεφάλαιο δεύτερο. Αν – λέει ο αδελφόθεος Ιάκωβος – έρθουν στην εκκλησία δύο άνθρωποι, ένας πλούσιος ντυμένος στο μετάξι και με χρυσά δαχτυλίδια στα χέρια, και ένας φτωχός με ρούχα τρυπημένα και ακάθαρτα, προσέξτε μην πείτε στον πλούσιο, Πήγαινε κάθισε στην καλύτερη θέση, και στο φτωχό, Πήγαινε και κάθισε στην τελευταία θέση. Αυτό είναι διάκρισις που την απαγορεύει ο Θεός. Μεσ’ στην εκκλησία όλοι είναι αδελφοί. Όλοι είναι ίσοι.

***

Αλλ’ ίσως κάποιος μας πει: πολύ καλά αυτά. Αλλ’ εγώ βλέπω μεσ’ την εκκλησία να γίνεται μια διάκρισις. Εγώ βλέπω στη μέση της εκκλησίας να υπάρχει ένα στασίδι, που ’ναι ψηλότερο και πολυτελέστερο από τα άλλα. Είναι το στασίδι του επισκόπου, ο δεσποτικός θρόνος. Πως συμβιβάζεται αυτό με την απλότητα της Εκκλησίας, για την οποία μιλάτε;

Θα απαντήσουμε με συντομία. Θα μας δοθεί και άλλοτε η ευκαιρία να μιλήσουμε γι’ αυτό το θέμα και να πούμε πως βρέθηκε στη μέση του ναού ο δεσποτικός θρόνος. Τώρα αυτό μόνο λέμε. Ότι απ’ την αρχαία εποχή της Εκκλησίας στον επίσκοπο δινόταν μια θέσις εξαιρετική μέσα στον ναό. Το κάθισμά του δεν είχε την πολυτέλεια που ’χουν σήμερα οι δεσποτικοί θρόνοι. Ήταν όμως ψηλότερο από τα άλλα καθίσματα. Και αυτό όχι για κολακεία, αλλά γιατί ήθελαν να δειχθεί, πως από την ψηλή θέση ο επίσκοπος πρέπει να επιβλέπει ό, τι γίνεται μεσ’ την Εκκλησία.

Ο επίσκοπος είναι όπως ο σκοπός που φυλάει τα σύνορα. Και όπως εκείνος δεν στέκεται χαμηλά, αλλά πάνω σε ύψωμα, για να μπορεί να βλέπει γύρω του, έτσι και ο επίσκοπος πρέπει να στέκεται πνευματικώς ψηλά, και από κει, σαν από κορυφή βουνού, να βλέπει όλους και όλα. Ο επίσκοπος, όπως λέει και ένα αρχαίο βιβλίο της Εκκλησίας, είναι όπως ο πλοίαρχος. Και όπως ο πλοίαρχος στέκεται ψηλότερα από όλους, στέκεται πάνω στη γέφυρα, και από κει αγναντεύει τα πελάγη και τους ωκεανούς και κανονίζει την πορεία του πλοίου, έτσι κι ο επίσκοπος πρέπει να στέκεται ψηλά, και από τη θέση του, σαν από γέφυρα πλοίου, να παρακολουθεί όλους τους χριστιανούς που είναι μέσα στο πνευματικό αυτό πλοίο που ονομάζεται Ορθόδοξος Εκκλησία.

***

Ο δεσποτικός λοιπόν θρόνος, το δεσποτικό όπως το λέει ο λαός, που υπάρχει σε κάθε ναό, είναι μια συμβολική παράστασις που δείχνει όχι τόσο την τιμή που ανήκει στον επίσκοπο, όσο την ευθύνη που έχει για τη διοίκηση της Εκκλησίας, ακόμα δε και την υποχρέωση που έχουν όλοι όσοι βρίσκονται μέσα στο πνευματικό αυτό πλοίο που λέγεται Εκκλησία να υπακούουν στον επίσκοπο, εφ’ όσον ο επίσκοπος διδάσκει ορθοδόξως και ασκεί τα καθήκοντά του σύμφωνα με την Αγία Γραφή και την ιερά παράδοση της Εκκλησίας. Οι ναύτες υπακούουν στον πλοίαρχο, και οι χριστιανοί πρέπει να υπακούουν στον επίσκοπο. Αυτό μας διδάσκει το δεσποτικό.

*****************************

ΤΟ ΙΕΡΟ ΒΗΜΑ

*****************************

Συνεχίζουμε, αγαπητοί μου, συνεχίζουμε την περιγραφή του ορθόδοξου ναού. Γιατί είναι ανάγκη οι χριστιανοί μας να μάθουν κάθε τι που γίνεται στην Εκκλησία μας. Στις προηγούμενες ομιλίες μας είδαμε τι υπήρχε έξω απ’ την εκκλησία, στο προαύλιο. Είδαμε κατόπιν το νάρθηκα, που ονομάζεται και πρόναος, τι σημασία έχει. Μπήκαμε εν συνεχεία στο ναό. Είδαμε το μέρος που πρέπει να στέκονται οι άντρες, το μέρος που πρέπει να στέκονται οι γυναίκες, το γυναικωνίτη. Είδαμε τον άμβωνα. Είδαμε το δεσποτικό. Εξηγήσαμε τη σημασία τους. Και τώρα προχωρούμε προς το μέρος εκείνο, που είναι το πιο ιερό και άγιο μέρος του ναού. Είναι το ιερό βήμα.

***

Στην αρχαία Εκκλησία το ιερό βήμα χωριζόταν απ’ τον υπόλοιπο ναό με κιγκλίδωμα. Και ήταν το ιερό πάντοτε στραμμένο προς την ανατολή. Απ’ την ανατολή βγαίνει ο ήλιος, που είναι η πιο ωραία εικόνα του πνευματικού ήλιου, του Χριστού, που ήρθε να φωτίσει τον κόσμο. «Δόξα σοι τω δείξαντι το φως». Και προς την ανατολή πρέπει να στρεφόμαστε και να κάνουμε την προσευχή μας, εκτός μόνο αν βρεθούμε σε ξένα μέρη, μέσα σε δάση ή ερημιές, και δεν μπορούμε να διακρίνουμε που είναι η ανατολή. Στις περιπτώσεις αυτές προσευχόμαστε αδιακρίτως. Αλλ’ οι ναοί απ’ την αρχαία εποχή ήταν χτισμένοι να βλέπουν προς την ανατολή. Οι παπικοί δεν δίνουν μεγάλη σημασία σ’ αυτό. Αλλ’ εμείς οι ορθόδοξοι τηρούμε και σ’ αυτό την ιερά παράδοση. Προς ανατολάς χτίζεται το ιερό βήμα των ναών.

Το ιερό βήμα είναι για το ιερατείο. Στην αρχαία εποχή στην κόγχη του ιερού βήματος, εκεί όπου εμείς σήμερα τοποθετούμε τον Εσταυρωμένο, υπήρχε το λεγόμενο σύνθρονο. Τι θα πει σύνθρονο; Ήταν σ’ όλο το ημικύκλιο της κόγχης χτισμένα καθίσματα, θρόνοι, που ήταν προορισμένοι για το ιερατείο. Στο μεσαίο θρόνο, που κάπως διακρινόταν από τους άλλους, καθόταν ο επίσκοπος, και δεξιά και αριστερά του κάθονταν στους θρόνους οι πρεσβύτεροι. Ήταν η άγια εποχή, που η υπερηφάνεια δεν ξεχώριζε επισκόπους και ιερείς, αλλά επίσκοποι και πρεσβύτεροι, ταπεινοί και ενωμένοι, συναντώντο στο σύνθρονο σαν υπηρέτες του Χριστού. Αυτό δεν σήμαινε αναρχία. Γιατί οι πρεσβύτεροι γνώριζαν τον επίσκοπό τους σαν προκαθήμενο, σαν προϊστάμενο της αδελφότητος, και δεν έκαναν τίποτα χωρίς τη δική του έγκριση.

Ο δεσποτικός θρόνος, για τον οποίο μιλήσαμε στην προηγούμενη ομιλία, στην αρχαία εποχή βρισκόταν μέσα στο ιερό βήμα, όχι απομονωμένος, αλλά ανάμεσα σε άλλους θρόνους, στους θρόνους των πρεσβυτέρων. Αλλά θα ρωτήσετε: Πως έφυγε από κει ο δεσποτικός θρόνος και βρέθηκε έξω από το ιερό βήμα, στο κέντρο του ναού; Αυτό συνέβη πολύ αργότερα. Όταν το εικονοστάσι (τέμπλο) υψώθηκε και κάλυψε όλη σχεδόν την πρόσοψη του ιερού βήματος, το σύνθρονο πια δεν φαινόταν, όπως πρώτα. Τότε ο δεσποτικός θρόνος από το ιερό βήμα μεταφέρθηκε στο κέντρο. Υπήρχε δε στο κέντρο, απέναντι από τον επίσκοπο, και ο θρόνος του αυτοκράτορος. Αλλ’ όταν η Βυζαντινή αυτοκρατορία κατέρρευσε, τότε ο θρόνος του αυτοκράτορος έπαψε να υπάρχει, και έμεινε ένας και μόνο θρόνος, ο θρόνος του επισκόπου, οπότε και απέκτησε τη σημερινή του πολυτέλεια και μεγαλοπρέπεια. Μοιάζει μάλιστα με αυτοκρατορικό θρόνο και όχι με επισκοπικό θρόνο της αρχαίας εκκλησίας.

Μακάρι να ξαναγυρίζαμε στην αρχαία εποχή που υπήρχε το σύνθρονο. Αλλά για να γίνει αυτή η μεταβολή στην Εκκλησία, πρέπει να γίνει κανονικά, με απόφαση μιας πανορθοδόξου Συνόδου, γιατί αν γίνει με απόφαση μιας μόνο συνόδου, π.χ. της Εκκλησίας της Ελλάδος, θα δημιουργηθούν σκάνδαλα και φιλονικίες. Προτιμότερο, εφ’ όσον δεν πρόκειται για ζητήματα τάξεως, να μείνουν όπως είναι τα πράγματα και να ’μαστε ενωμένοι, παρά να κάνουμε μεταβολές και μεταρρυθμίσεις, που μπορεί μεν να ’ναι σύμφωνες με την ιερά παράδοση, αλλ’ όταν δεν γίνονται με τη συμφωνία όλων των ορθοδόξων λαών, μπορούν να μας χωρίσουν, όπως συνέβη με το παλαιοημερολογητικό ζήτημα.

***

Μέσα στο ιερό βήμα, στο κέντρο του, υπάρχει η αγία τράπεζα. Είναι το πιο ιερό μέρος του ιερού ναού. Είναι ο φρικτός Γολγοθάς. Στο Γολγοθά ο Χριστός πρόσφερε τον εαυτό του θυσία για τη σωτηρία του κόσμου. Στην αγία τράπεζα προσφέρεται και πάλι θυσία, στο μυστήριο της θείας ευχαριστίας. Πάνω στην αγία τράπεζα βρίσκονται τα πιο ιερά πράγματα. Βρίσκεται το ιερό Ευαγγέλιο και το άγιο δισκοπότηρο. Και τα δυο είναι η πνευματική και αθάνατη τροφή του χριστιανού. Ο λόγος του Χριστού είναι το πνευματικό ψωμί, με το οποίο τρέφονται οι πιστοί. Η θεία κοινωνία είναι ο άρτος που κατέβηκε από τον ουρανό, είναι το σώμα και το αίμα του Χριστού. Χωρίς λόγο Χριστού και χωρίς αίμα Χριστού δεν υπάρχει πνευματική ζωή. Ω Χριστέ, δος μας τον άγιο πόθο να διψάμε και να πεινάμε το λόγο σου και να κοινωνούμε τα άχραντα μυστήριά σου. Δος μας να αισθανόμαστε κ’ εμείς τη χαρά που αισθάνονταν οι άγιοι, όταν άκουγαν το λόγο σου και κοινωνούσαν τα άχραντα μυστήρια. Δος μας να αισθανθούμε βαθειά εκείνο που ψάλλει η Εκκλησία μας: «Γεύσασθε και ίδετε ότι Χριστός ο Κύριος» (Ψαλμ. 33, 9). Συ, ω Χριστέ, είσαι το γλυκύτερο πράγμα στον κόσμο. Όποιος δεν σε αισθάνθηκε, είναι δυστυχισμένος, έστω και αν κολυμπάει μέσα στα πλούτη και στα κοσμικά μεγαλεία. Από την αγία τράπεζα πηγάζει η μακαρία ζωή και ευτυχία του ανθρώπου.

Μέσα στο ιερό βήμα, προς το αριστερό μέρος του, υπάρχει η αγία πρόθεσις. Προς το δεξιό μέρος του υπάρχει το διακονικό. Και στην πρόθεση μεν υπάρχει μια μικρή κόγχη, όπου ετοιμάζονται τα τίμια δώρα για την τέλεση της θείας ευχαριστίας. Στο δε διακονικό υπάρχει το λεγόμενο σκευοφυλάκιο, δηλαδή το μέρος όπου φυλάγονται τα ιερά άμφια και τα ιερά σκεύη της εκκλησίας.

***

Το ιερό είναι τόπος φοβερός. Μόνο οι κληρικοί πρέπει να μπαίνουν, και αυτοί με ανάλογη ψυχική προετοιμασία. Σε γυναίκες δεν επιτρέπεται η είσοδος αλλ’ ούτε και σε άντρες εκτός απ’ τους αναγνώστες και νεωκόρους. Στην εποχή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας κι αυτοί οι βασιλείς και αυτοκράτορες στέκονταν έξω από το ιερό βήμα, στον κυρίως ναό, σε ειδική θέση που λεγόταν σολέας. Μέσα στο ιερό έμπαιναν μόνο σε ορισμένες γιορτές. Κρατούσαν λαμπάδα και θυμιατό και θυμιάζοντας συνόδευαν τον πατριάρχη κατά τη μεγάλη είσοδο, όπως σήμερα κάνουν τα μικρά παιδιά. Που σήμερα μεγάλοι και ισχυροί της ημέρας να κρατήσουν λαμπάδα και με ευλάβεια να συνοδεύσουν τα άγια και να τιμούν τον βασιλέα των απάντων, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό;

Οι ιερείς, που τους αξιώνει ο Θεός να λειτουργούν μέσα στο άγιο βήμα, πρέπει να προσέχουν πολύ. Πρέπει να λάμπει από καθαριότητα. Όλα να είναι στη θέση τους. Κανένα να μην αφήνουν να μπαίνει μέσα. Μόνο 2-3 παιδιά, που θα διακρίνονται για την ευλάβειά τους, να επιτρέπουν να μπαίνουν, να ντύνονται με την ειδική στολή των ιεροπαίδων και να βοηθούν στη θεία λειτουργία. Αλλοίμονο σ’ εκείνους τους κληρικούς και λαϊκούς που περιφρονούν το ιερό βήμα και μπαίνουν και βγαίνουν σαν να ’ναι το σπίτι τους!

*****************************

ΤΑΜΑΤΑ

*****************************

Στην ομιλία αυτή, αγαπητοί μου, θα μιλήσουμε για τα τάματα.

Πρώτα – πρώτα θ’ αναφέρουμε μερικά παραδείγματα, για να δούμε τι είναι τα τάματα. Θ’ αρχίσουμε από τα μικρά τάματα, για να φθάσουμε στα μεγάλα, για να φθάσουμε στο ένα, που ’ναι το σπουδαίο και το αναγκαίο για τη σωτηρία μας.

***

Ένας είναι κτηνοτρόφος. Ξαφνικά αρρωστάει το βόδι του. Φωνάζει τον κτηνίατρο, αλλά βλέπει πως το ζώο, παρ’ όλη την περιποίηση και τα φάρμακα του κτηνίατρου, δεν γίνεται καλά. Παρακαλεί έναν άγιο, τον άγιο Σπυρίδωνα, και λέει: «Άγιέ μου, κάνε καλά το βόδι, κι εγώ στη γιορτή σου θα σου φέρω τάμα ένα βόδι ασημένιο».

Ένας άλλος είναι αμπελουργός. Το αμπέλι του κινδυνεύει από κακοκαιρίες και από αρρώστιες, όπως είναι ο περονόσπορος που ξεραίνει τα φύλλα. Γι’ αυτό με πολύ ευλάβεια στρέφεται στον άγιο που προστατεύει τα αμπέλια και τα χωράφια, τον άγιο Τρύφωνα, τον παρακαλεί να προστατέψει τ’ αμπέλι του και υπόσχεται να δωρίσει κάτι στο ναό.

Ο τρίτος είναι πατέρας και έχει παιδί άρρωστο. Πολλά ξόδεψε ο δυστυχισμένος πατέρας για να κάνει καλά το παιδί του, αλλά τίποτε. Το παιδί του κινδυνεύει. Κι ο πατέρας με δάκρυα στα μάτια στρέφει τη σκέψη του και την καρδιά του στην Παναγία και λέει: «Παναγιά, κάνε καλά το παιδί μου, κι εγώ στη γιορτή σου θα στο φέρω χρυσωμένο».

Τέταρτο παράδειγμα. Αρρωσταίνει η μάνα και κινδυνεύει να πεθάνει. Η κόρη που την αγαπά γονατίζει και προσεύχεται και λέει: «Παναγιά μου, κάνε καλά τη μάνα μου, κι εγώ στη γιορτή σου στο ξωκκλήσι που ’ναι μακριά απ’ το χωριό θα περπατήσω και θα ’ρθω με γυμνά τα πόδια και θ’ ανάψω μεγάλη λαμπάδα».

Πέμπτο. Ένας ναυτικός ναυαγεί στη μέση του ωκεανού. Όλοι πέφτουν στη θάλασσα. Παλεύει κι αυτός με τ’ άγρια κύματα. Αλλά σε μια στιγμή που βλέπει ένα πελώριο κύμα να ’ρχεται κατά πάνω του κάνει μυστική προσευχή στο Θεό, ζητάει τη βοήθεια του αγίου Νικολάου και λέει: «Άγιε Νικόλαε, βοήθεια! Αν σωθώ, θα χτίσω ξωκκλήσι

στο χωριό μου και θα διηγούμε σ’ όλη μου τη ζωή το θαύμα σου».

Όπως βλέπετε, οι άνθρωποι, όταν βρεθούν σε δύσκολες στιγμές, θυμούνται το Θεό και τους αγίους και παρακαλούν και υπόσχονται πως θα προσφέρουν διάφορες δωρεές ή θα υποστούν διάφορες θυσίες. Έτσι βλέπουμε τις εικόνες της Παναγίας και των αγίων να ’ναι κατάφορτες από τάματα (δαχτυλίδια, βραχιόλια, αλυσίδες, ασημένια ή χρυσά πόδια, χέρια, μάτια και άλλα ομοιώματα).

***

Οι αιρετικοί και οι άπιστοι, όταν βλέπουν τα τάματα αυτά, κοροϊδεύουν τους χριστιανούς. Να κατηγορήσουμε κι εμείς τα τάματα; Τα τάματα, εφ’ όσον είναι εκδηλώσεις ευγνωμοσύνης προς το Θεό, αλλά και προς τους αγίους, και προέρχονται από καθαρές καρδιές των πιστών, δεν μπορεί κανείς να πει πως είναι έξω από την παράδοση της Εκκλησίας. Οι άγιοι, γεμάτοι αγάπη και στοργή για τους συνανθρώπους τους, όπως προσεύχονταν γι’ αυτούς κάτω στη γη, έτσι κι ακόμα περισσότερο προσεύχονται στον ουρανό. Και οι δεήσεις τους έχουν τα αποτελέσματά τους. Όπως λέει η Αγία Γραφή, «πολύ ισχύει δέησις δικαίου ενεργουμένη»(Ιακ. 5, 16). Τα δε αφιερώματα που δίνουν οι πιστοί, όπως λέει ένα αρχαίος διδάσκαλος της Εκκλησίας, είναι μια απόδειξης πως πράγματι οι δεήσεις της Παναγίας και των αγίων προς τον Θεό εισακούγονται και γίνονται θαύματα.

Άρρωστοι, που τους είχαν απελπίσει οι γιατροί, έγιναν καλά· ναυαγοί διασώθηκαν· άλλα δυστυχήματα και συμφορές αποφεύχθηκαν και άνθρωποι ποικιλοτρόπως ευεργετήθηκαν. Συ ο άπιστος πλησίασε, παρακαλώ, μια ταπεινή γυναίκα του λαού την ώρα που με τρεμάμενα χέρια πλησιάζει την εικόνα και ετοιμάζεται να προσφέρει το τάμα, ρώτησέ την γιατί το προσφέρει, και με απλά λόγια θα σου διηγηθεί το θαύμα που είδε. Τα τάματα φωνάζουν, πως η χάρις του Θεού, και στα παλιά τα χρόνια, και σήμερα ακόμα, στα χρόνια της απιστίας και της διαφθοράς, δεν παύει να κάνει τα θαύματά της.

***

Αλλ’ ενώ η Εκκλησία μας δεν καταδικάζει τα ιερά αναθήματα, τα τάματα, που προέρχονται από καρδιές που πιστεύουν στο Θεό, συνιστά όμως προσοχή στους χριστιανούς να μη γίνονται υπερβολές που αποβαίνουν εις βάρος της αγίας θρησκείας. Γιατί υπάρχουν δυστυχώς και τάματα παράλογα, άδικα, που έρχονται σε σύγκρουση με τον ηθικό νόμο, με το θέλημα του Θεού, και μάλιστα με την αγάπη προς τον πλησίον. Τέτοια τάματα τα καταδικάζει η Αγία Γραφή. Ας αναφέρουμε δύο. Το ένα είναι εκείνο το τάμα, που ’κανε ο Ιεφθάε, ο κριτής. Αυτός υποσχέθηκε στο Θεό, πως αν νικήσει τους εχθρούς του και γυρίσει νικητής στα Ιεροσόλυμα, θα προσφέρει θυσία στο Θεό τον πρώτο άνθρωπο που θα τον υποδεχθεί. Ο δε πρώτος άνθρωπος που τον υποδέχθηκε νικητή ήτανε… η κόρη του. Και τη θυσίασε! (Κριτ. 11, 29-40). Το άλλο τάμα είναι το τάμα, ή μάλλον τα τάματα, που ’καναν πολλοί Ιουδαίοι. Για να αποφύγουν την υποχρέωση που ’χαν να φροντίζουν για τους γέροντες γονείς τους, τι έκαναν; Έλεγαν στους γονείς, πως δεν μπορούσαν να τους δώσουν αυτό που ζητούσαν, γιατί το ’χαν κάνει κορβάν, δηλαδή αφιέρωμα στο Θεό (Μαρκ. 7, 10-13).

Τέτοια τάματα τα καταδικάζει ο Κύριος. Και πρέπει να ομολογήσουμε, πως όχι λίγα τάματα των σημερινών χριστιανών, που δεν ξέρουν την πνευματικότητα και αγιότητα της θρησκείας μας, δεν είναι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, που ’ναι αγάπη και έλεος.

Ακόμα πρέπει να ’χουμε υπ’ όψιν, πως ο Θεός είνε ανενδεής, δηλαδή δεν έχει ανάγκη απ’ τις δωρεές μας. Ακόμα δε πως η σωτηρία δεν εξαρτάται απ’ αυτά. Όχι. Ένα βουνό χρυσάφι και ασήμι να πας στην εκκλησία, δεν σώζεσαι. Σώζεσαι με την πίστι στο Χριστό που εκδηλώνεται με την αγία ζωή, τα καλά έργα, και προπαντώς με την ελεημοσύνη. Τα τάματα, οι προσφορές και οι δωρεές έχουν κι αυτά τη σχετική αξία τους, εφ’ όσον, όπως είπαμε, προέρχονται από μια καρδιά που πιστεύει αληθινά στο Θεό και είναι καθαρισμένη από αμαρτίες θανάσιμες. Ας το κηρύξουμε: Μια καρδιά καθαρή είναι το καλύτερο τάμα που μπορεί να προσφέρει ο άνθρωπος στο Θεό! Είναι ασύγκριτα ανώτερο από πολυκάντηλα, πολυελέους, και από αυτό το χτίσιμο εκκλησιών.

***

Την καρδιά μας, αγαπητοί, ζητάει ο Θεός. Έτσι λέει στην Αγία Γραφή: «Δός μοι, υιέ, σην καρδίαν» (Παροιμ. 23, 26). Ακούτε τι λέει; Δός μου, λέει ο Θεός. Τι να του δώσουμε; Ασήμια, χρυσάφια, πολύτιμα πετράδια; Όλα αυτά είναι δικά του. Όλος ο πλούτος της γης, όλα τα αστέρια και οι ήλιοι είναι δικά του. Εκείνο που ’χουμε να του προσφέρουμε είναι η καρδιά μας.

Όχι λοιπόν μικρά και ασήμαντα τάματα, αλλά μεγάλο τάμα περιμένει από εμάς ο Κύριος. Και το ξαναλέμε, πως το τάμα αυτό είναι η καρδιά μας. Όλα τα άλλα εύκολα τα δίνουν οι άνθρωποι. Την καρδιά τους στον Θεό λίγοι την δίνουν. Τη δίνουν οι άγιοι· τη δίνουν χωρίς να ζητούν υλικά ανταλλάγματα· τη δίνουν με ένα φλογερό πόθο: κυρίαρχος της καρδιάς τους να ’ναι Κύριος.

*****************************

ΙΕΡΑ ΣΚΕΥΗ

*****************************

ΙΕΡΑ ΣΚΕΥΗΚάθε σπίτι, αγαπητοί μου, κάθε σπίτι, και το φτωχότερο ακόμα, έχει σκεύη, δηλαδή αντικείμενα που είναι απαραίτητα για τις καθημερινές ανάγκες του σπιτιού. Έτσι υπάρχουν σκεύη μαγειρικά για την παρασκευή των φαγητών, σκεύη επιτραπέζια όπως είναι τα πιάτα, τα κουτάλια, τα μαχαίρια, κ.τ.λ. Σκεύη μπορούμε ακόμα να πούμε πως είναι τα έπιπλα, που είναι χρήσιμα και αυτά για τη λειτουργία ενός σπιτιού. Όσο πλουσιότερο είναι το σπίτι, τόσο τα σκεύη του είναι πολυτιμότερα. Έχουμε ακούσει πως στα τραπέζια των μεγιστάνων και των βασιλέων του αρχαίου και του νέου κόσμου πιάτα, ποτήρια, κουτάλια, κ.τ.λ. είναι από χρυσάφι και λαμποκοπούν. Είναι τα λεγόμενα σερβίτσια. Σήμερα δε με την πολυτέλεια που έχει επικρατήσει, όλα σχεδόν τα σπίτια συναγωνίζονται, πιο θα έχει τα πολυτιμότερα σερβίτσια.

***

Αλλ’ εκτός απ’ τα σπίτια αυτά υπάρχει κι ένα άλλο σπίτι που ’ναι ανώτερο από όλα. Δεν κατοικεί σ’ αυτό άνθρωπος. Είναι σπίτι του Θεού. Οίκος Θεού ονομάζεται. Είναι ο ναός, η εκκλησία. Και όπως στα σπίτια, έτσι και στην εκκλησία πρέπει να υπάρχουν ορισμένα σκεύη. Και επειδή αυτά χρησιμοποιούνται για ιερό σκοπό, ξεχωρίζουν και ονομάζονται ιερά σκεύη.

Πολύτιμα ιερά σκεύη μεγάλης αξίας είχε στα προ Χριστού χρόνια ο ναός του Σολομώντος. Ένας ασεβής βασιλιάς, ο Ναβουχοδονόσορ, κυρίευσε τα Ιεροσόλυμα, πήγε στο ναό του Σολομώντος και πήρε τα ιερά σκεύη που χρησιμοποιούσε ο αρχιερεύς και οι ιερείς στις θυσίες και τα μετέφερε στα ανάκτορά του. Ο υιός του Βαλτάσαρ σε συμπόσιο με διεφθαρμένες γυναίκες τα μεταχειρίστηκε ο αθεόφοβος σαν να ’ταν κοινά σκεύη. Για την ασέβειά του αυτή τιμωρήθηκε πρεπόντως. Επίσης πολύτιμα σκεύη μεγάλης αξίας είχε κι ο ναός της Αγίας Σοφίας, κατασκευασμένα από χρυσάφι και στολισμένα με πολύτιμα πετράδια που λαμποκοπούσαν. Αλλά και αυτά τα ιερά σκεύη κατά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως τα πήραν οι Τούρκοι και τα μόλυναν.

***

Τα ιερά σκεύη είναι πολλά. Είναι το θυμιατό, το μυροδοχείο, το δισκάριο, ο αστερίσκος, η λόγχη, η λαβίδα, οι δίσκοι του αντιδώρου, ο σταυρός της ευλογίας, το δισκοπότηρο, το ζέον, το αρτοφόριο, η κολυμβήθρα, το αντιμήνσιο και άλλα. Όλα αυτά χρειάζονται για να γίνεται η θεία λειτουργία και τα άλλα μυστήρια.

Δεν θα μιλήσουμε εδώ για όλα τα ιερά σκεύη, γιατί η ομιλία θα μακρύνει πολύ. Θα μιλήσουμε μόνο για τα πιο σπουδαία.

Πρώτα για την κολυμβήθρα. Πρέπει να ξέρουμε πως στα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού δεν υπήρχαν κολυμβήθρες. Όσοι ήθελαν να βαφτιστούν πήγαιναν σε μέρη όπου υπήρχαν τρεχούμενα νερά, σε λίμνες και ποτάμια, κι εκεί βαφτίζονταν. Έτσι κάναμε κι εμείς όταν το 1968 μας αξίωσε ο Θεός να βαφτίσουμε στο Σακουλέβα ποταμό τους 100 ατσιγγάνους και ο μικρός μας ποταμός έγινε νέος Ιορδάνης.

Αργότερα στην αρχαία Εκκλησία για ευκολία των χριστιανών, για να μην τρέχουν στα ποτάμια και στις λίμνες, έκαναν τα λεγόμενα βαπτιστήρια, που ’χαν σχήμα σταυρού. Αλλά για τα βαπτιστήρια μιλήσαμε αλλού.

Τα βαπτιστήρια υπήρχαν όσον καιρό οι άνθρωποι βαφτίζονταν σε μεγάλη ηλικία. Αλλ’ όταν ο Χριστιανισμός επικράτησε και οι άνθρωποι βαφτίζονταν πια στη νηπιακή ηλικία γιατί γεννιόντουσαν από χριστιανούς γονείς, τότε κατάργησαν τα βαπτιστήρια και κατασκεύασαν τις κολυμβήθρες. Οι κολυμβήθρες είναι σκεύη φτιαγμένα από μέταλλο, συνήθως μπρούντζο, και πρέπει ο χώρος τους που γεμίζει νερό να ’ναι τόσος, ώστε να χωράει όλο το σώμα του παιδιού που βαπτίζεται. Αμαρτάνει δε πολύ ο ιερεύς εκείνος που δεν φροντίζει να βαφτίζει όλο το κορμί του παιδιού μέσα στ’ αγιασμένα νερά. Στο σημείο αυτό ας δούμε τι λέει ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός:

«Άγιοι ιερείς, πρέπει να έχετε κολυμβήθρας μεγάλας εις τας εκκλησίας, έως οπού να χώνεται όλον το παιδίον μέσα, να κολυμβά οπού να μην μείνει ίσα με του ψύλλου το μάτι άβρεχο, διατί και εκεί προχωρεί ο διάβολος και δια τούτο τα παιδιά σας σεληνιάζονται, δαιμονίζονται, έχουν φόβον, γίνονται κακορίζικα, διατί δεν είναι καλά βαπτισμένα. Όποιος θέλει να κάμει δια την ψυχήν του από την ευγενίαν σας καμίαν κολυμβήθραν, ας σηκωθή απάνω να του το ειπώ πως πρέπει να την κάμει και να βάλω όλους τους χριστιανούς να τον συγχωρήσουν, να λάβει μίαν συγχώρησιν οπού να έδινε χίλια πουγγιά δεν την εύρισκε».

***

Με το αγιασμένο νερό της κολυμβήθρας γινόμαστε χριστιανοί. Με άλλο δε ιερό σκεύος της Εκκλησίας, το άγιο δισκοπότηρο, τρεφόμαστε με τροφή αθάνατη. Η δε τροφή αυτή είναι η θεία κοινωνία, είναι το άχραντο σώμα και το τίμιο αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο οποίος θυσιάσθηκε στο Γολγοθά υπέρ όλου του κόσμου. Και όπως χωρίς βάπτισμα δεν μπορείς να λέγεσαι χριστιανός, έτσι χωρίς θεία κοινωνία δεν μπορείς να ζήσεις τη χριστιανική ζωή. Το είπε ο ίδιος ο Χριστός: «Αυτός που τρώει το σώμα μου και πίνει το αίμα μου έχει ζωή αιώνια» (Ιωάν. 6,54). Μην πεις πως αυτό που ’ναι στο άγιο δισκάριο είναι ψωμί και πως αυτό που ’ναι στο άγιο ποτήριο είναι κρασί. Όχι! Γιατί το Πνεύμα το Άγιο που αγιάζει το νερό της κολυμβήθρας, αυτό το ίδιο κάνει αυτό το μεγάλο θαύμα. Τι απορείς; Δεν βλέπεις πως νερό πίνεις και αίμα γίνεται; Πως γίνεται αυτό; Δεν είναι ένα θαύμα; Πίστευε στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, στα θεϊκά του λόγια που έχουν τη δύναμη να κάνουν θαύματα. Προσπάθησε να κοινωνείς, αλλά να κοινωνείς αξίως. Αλλά γι’ αυτό το θέμα θα μιλήσουμε σε άλλη ομιλία.

Το δισκοπότηρο είναι το ιερότερο σκεύος της αγίας μας Εκκλησίας. Αλλοίμονο σ’ αυτόν που θα τ’ αγγίξει με μολυσμένα χέρια! Αλλοίμονο σ’ όποιον κοινωνήσει ανάξια! Οι ευλαβείς χριστιανοί αφιερώνουν σήμερα στις εκκλησίες δισκοπότηρα μεγάλης αξίας. Αλλ’ υπήρχε εποχή που οι χριστιανοί ήταν πολύ φτωχοί και δεν είχαν τη δύναμη ν’ αγοράζουν δισκοπότηρα χρυσά και ασημένια. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας τα δισκοπότηρα στις ταπεινές μας εκκλησιές ήταν ως επί το πλείστον ξύλινα. Αλλά τα δισκοπότηρα αυτά τα κρατούσαν άγιοι ιερείς, που είχαν χρυσή καρδιά και κοινωνούσαν από αυτά χριστιανοί που έλαμπαν σαν το καθαρό χρυσάφι.

***

Άλλο σκεύος ιερό είναι το αρτοφόριο. Το αρτοφόριο είναι μια μικρή μετάλλινη θήκη και μέσα στη θήκη αυτή υπάρχει ο άγιος άρτος που ετοιμάζεται τη Μεγάλη Πέμπτη και απ’ αυτόν τον άγιο άρτο παίρνει ο ιερεύς και κοινωνεί τους αρρώστους, που δεν μπορούν να έρθουν στην εκκλησία να κοινωνήσουν. Μεγάλη προσοχή πρέπει νάχει ο ιερεύς για τον αγιασμένο αυτόν άρτο και όταν τον ετοιμάζει, αλλά και όταν τον μεταφέρει στα σπίτια των χριστιανών. Αλλ’ ο ευσεβής χριστιανός δεν περιμένει την τελευταία ώρα να κοινωνήσει. Είναι πάντοτε προετοιμασμένος και κοινωνεί συχνά τα άχραντα μυστήρια.

Τέλος δυο λέξεις για το αντιμνήσιο. Είναι ένα μικρό τετράγωνο ύφασμα, που έχει πάνω ζωγραφισμένα τα πάθη του Κυρίου και στις γωνίες του 4 ευαγγελιστάς. Είναι αγιασμένο κατά την τελετή των εγκαινίων ενός ναού, πάνω σε αυτό τελείται η θεία λειτουργία σε ναούς και ξωκλήσια που δεν έχουν ακόμα εγκαινιασθεί. Αλλά και σε εγκαινιασμένους ναούς υπάρχει το αντιμνήσιο πάνω στην αγία τράπεζα.

***

Χριστιανοί του αιώνος τούτου! Φροντίζεται τα σερβίτσια των σπιτιών σας νάνε καθαρά και πολύτιμα. Πόσο περισσότερο πρέπει όλοι, κληρικοί και λαϊκοί, να φροντίζουμε, ώστε τα ιερά σκεύη, -ας επιτραπεί η έκφρασης- τα άγια αυτά σερβίτσια να λάμπουν από καθαριότητα! Ακάθαρτες κολυμπήθρες και ακάθαρτα γενικώς σκεύη δείχνουν πως δεν αγαπάμε και δεν σεβόμαστε το Θεό.

*****************************

ΛΑΒΑΡΑ

*****************************

Η Εκκλησία, αγαπητοί μου, η Εκκλησία μας αυτή που βρίσκεται εδώ στη γη και αποτελείται από τα ζωντανά μέλη, ονομάζεται στρατευομένη Εκκλησία. Και ονομάζεται έτσι γιατί η χριστιανική ζωή που καλούμαστε να ζήσουμε δεν είναι μια κατάστασης τεμπελιάς και κοσμικής αναπαύσεως και διασκεδάσεως. Είναι μια διαρκής μάχη, ένας αγώνας ένας πόλεμος. Ο πιο σκληρός αλλά και ο πιο ένδοξος πόλεμος.

Οι χριστιανοί καλούνται να πολεμήσουν τα πάθει και τις κακίες τους που φωλιάζουν μέσα στα βάθη της ανθρώπινης υπάρξεως, καλούνται να πολεμήσουν τον παλιό άνθρωπο, όπως τον ονομάζει ο Απόστολος Παύλος, να πολεμήσουν τον αμαρτωλό κόσμο με τις προλήψεις, τα ψεύδη και τις πλάνες του, με όλα τα φόβητρα και τα θέλγητρά του, και τον διάβολο, τον πρωτεργάτη της αμαρτίας. Σάρκα, κόσμος, διάβολος, να οι τρεις εχθροί που πρέπει να πολεμήσουν οι χριστιανοί. Πως; Όπλο τους παντοδύναμο είναι η πίστης σ’ εκείνον που σταυρώθηκε και αναστήθηκε και νίκησε την αμαρτία και τον θάνατο.

Μακάριος εκείνος ο χριστιανός, που εδώ στην γη πολεμάει και νικάει αυτούς τους τρεις εχθρούς. Σ’ αυτόν που θα νικήσει θα δώσει ο Κύριος το αμάραντο στεφάνι της αιωνίου ζωής.

***

Και επειδή η Εκκλησία μας ονομάζεται στρατευομένη, οι δε στρατοί έχουν σημαίες με τις οποίες διακρίνονται οι μεν από τους δε, γι’ αυτό και η Εκκλησία μας έχει δική της σημαία, εντελώς ξεχωριστή από τις άλλες σημαίες, έχει τον τίμιο σταυρό. Ο τίμιος σταυρός η σημαία των χριστιανών. Κάτω απ’ την σημαία αυτήν οι χριστιανοί έδωσαν μάχες και νίκησαν.

Οι σημαίες των διαφόρων ειδωλολατρικών λαών είχαν σαν σύμβολα άγρια ζώα και πουλιά. Άλλοι είχαν το λιοντάρι, άλλοι την τίγρη, άλλοι το λύκο, άλλοι τον αετό, άλλοι το γεράκι, άλλοι το γεράκι, άλλοι τον κροκόδειλο και άλλοι άλλα ζώα. αρπακτικές και κατακτητικές διαθέσεις είχαν τα ειδωλολατρικά έθνη και γι’ αυτό στις διαθέσεις αυτές άρμοζαν τα εθνικά σύμβολά τους. Ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον σταυρό σαν σημαία του είναι ο Μ. Κωνσταντίνος. Ο Μ. Κωνσταντίνος όπως διηγείται η ιστορία, είχε πρώτα στις σημαίες του στρατού του σαν σύμβολο τον αετό. Με τέτοια ειδωλολατρική σημαία πέρασε τις Άλπεις και ήρθε και στρατοπέδευσε έξω από τη Ρώμη σε μια γέφυρα που λέγεται Μουλβία. Εκεί σταμάτησε. Δίσταζε να προχωρήσει γιατί στην απέναντι όχθη του ποταμού ήταν παραταγμένος ο εχθρός του ο Μαξέντιος, που ήταν φανατικός εχθρός του Χριστιανισμού. Ο στρατός του Μαξέντιου ήταν διπλάσιος σε στρατιώτες και σε όπλα. Ο Μ. Κωνσταντίνος σκεπτότανε με το επιτελείο του τη έπρεπε να κάνη. Ξαφνικά, ενώ ήταν μεσημέρι, βλέπει πάνω στον ουρανό άστρα που σχημάτιζαν ένα σταυρό που ακτινοβολούσε και γύρω από το σταυρό τα γράμματα «Εν τούτο νίκα». Θαύμασε από το θέαμα αυτό. το βράδυ της ίδιας ημέρας, όταν κοιμήθηκε, είδε στον ύπνο του τον Χριστό που του παρήγγειλε να κάνη νέα σημαία σύμφωνα με τον τύπο που είδε. Ο Μ. Κωνσταντίνος από ότι είδε και άκουσε πείσθηκε πια πως ήταν θέλημα Θεού να καταργήσει τα ειδωλολατρικά σύμβολα και να κάνη το σταυρό σύμβολο της σημαίας του. Πάνω σε ένα κοντάρι τοποθετεί ένα άλλο ξύλο, ώστε να σχηματίζεται σταυρός. Απ’ το εγκάρσιο ξύλο κρέμασε ένα κομμάτι ύφασμα και στο άκρο του κονταριού ένα σταυρό με το μονόγραμμα του Χριστού. Αυτό ήταν το λάβαρο, η πρώτη χριστιανική σημαία.

Μ’ αυτό το λάβαρο ξεκίνησε ο στρατός του Μ. Κωνσταντίνου. Γεμάτοι από πίστι και ενθουσιασμό οι στρατιώτες του Μ. Κωνσταντίνου βάδισαν εναντίον των αντιπάλων. Η στρατιά του Μαξεντίου νικήθηκε κατά κράτος, και ο Μ. Κωνσταντίνος επί κεφαλής του στρατεύματός του με το λάβαρο πάντοτε μπροστά μπήκε στη Ρώμη και ανακηρύχτηκε αυτοκράτορας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Όταν δε ο Μ. Κωνσταντίνος ύστερα από λίγο καιρό μετέφερε την πρωτεύουσα από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολι, τότε ύψωσε στην πρωτεύουσά του πανύψηλο στύλο και στην κορυφή στερέωσε σταυρό που φωτιζόταν τη νύχτα και φαινόταν από όλα τα μέρη.

Το ιστορικό λάβαρο έγινε πια η σημαία του νέου κράτους, της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η αυτοκρατορία αυτή βάσταξε χίλια χρόνια, διάστημα τόσο μεγάλο που κανένα άλλο βασίλειο η αυτοκρατορία δεν βάσταξε. Το δε σπουδαιότερο είναι πως δεν περνούσε αιώνας που το Βυζάντιο να μην έχει έναν ή και πιο πολλούς πολέμους. Όχι γιατί αγαπούσε τους πολέμους, αλλά γιατί διάφοροι βάρβαροι λαοί από ανατολή και δύσι σαν ορμητικοί ποταμοί ξεχύνονταν και έπεφταν με ορμή πάνω στο βράχο αυτό της Ορθοδοξίας που λεγόταν Βυζαντινή αυτοκρατορία. Αλλά τα στρατεύματα του Βυζαντίου αποτελούνταν από αξιωματικούς και στρατιώτες που πίστευαν στο Χριστό. Με προσευχές και δεήσεις ξεκινούσαν εναντίον των βαρβάρων και με τα χριστιανικά τους λάβαρα που πήγαιναν μπρός απ’ τη φάλαγγα πολεμούσαν και νικούσαν τους εχθρούς. Ο τίμιος σταυρός που ήταν στην κορυφή των λαβάρων νικούσε και θριάμβευε.

Δοξασμένα ήταν τα λάβαρά τους. Ένας άγιος ιεράρχης, ο Αμβρόσιος Μεδιολάνων, πριν να ξεκινήσουν τα στρατεύματα του χριστιανού βασιλέως εναντίον των Γότθων, έκανε την εξής προσευχή: «Επίβλεψον, Κύριε, εφ’ ημάς και ύψωσε το κέρας της πίστεώς σου, διότι όχι αετοί ούτε όρνεα πετούμενα, αλλά το δικό σου όνομα, Ιησού Χριστέ, και ο σταυρός προηγείται του στρατού».

Ένας μόνο αυτοκράτορας στο διάστημα των χιλίων αυτών ετών, που αλλαξοπίστησε και έγινε ειδωλολάτρης, ο Ιουλιανός ο παραβάτης, διέταξε να αφαιρέσουν από όλες τις σημαίες τον τίμιο σταυρό και να βάλουν πάλι τα ειδωλολατρικά σύμβολα. Αλλ’ ο ειδωλολάτρης αυτός αυτοκράτορας νικήθηκε από τους βαρβάρους. Στη μάχη χτυπήθηκε από ένα βέλος που καρφώθηκε βαθειά στο στήθος του. Βγάζοντας το βέλος από το στήθος γέμισε η παλάμη του από αίμα και ξεψυχώντας σκόρπισε το αίμα στον αέρα και είπε: «Ναζωραίε, με νίκησες».

***

Και στις μέρες μας δυστυχώς κάτι παρόμοιο τόλμησαν να κάνουν άνθρωποι που ανήκαν σε μασονικές στοές, και αντί στο σταυρό πιστεύουν σε άλλα, ειδωλολατρικά σύμβολα. Αυτοί κατόρθωσαν να βγάλουν από τα κοντάρια των σημαιών μας το σταυρό και να τοποθετήσουν μια σφαίρα, σαν σύμβολο, λέγανε, της οικουμενικότητος. Νέοι Ιουλιανοί αυτοί. Αλλά δεν επικράτησαν. Και πάλι ο σταυρός προβάλλει στην κορυφή των σημαιών μας, που θυμίζουν το λάβαρο του Μ. Κωνσταντίνου.

Αλλά και μέσα στους ναούς υπάρχουν τα λεγόμενα λάβαρα. Είναι υφάσματα που κρέμονται από ένα ξύλο που μαζί με το κοντάρι σχηματίζει σταυρό. Πάνω στο ύφασμα ζωγραφίζονται οι πολιούχοι άγιοι, ιδίως δε ο άγιος Γεώργιος, ο άγιος Δημήτριος και ο άγιος Νικόλαος.

Τα λάβαρα αυτά μαζί με τα εξαπτέρυγα χρησιμοποιούνται τις μέρες μεγάλων εορτών και πανηγύρεων, όταν η Εκκλησία κάνει λιτανείες. Τότε βγαίνουν τα λάβαρα και προπορεύονται της ιεράς λιτανείας. Μια δε ιερά λιτανεία που γίνεται όπως πρέπει από χριστιανούς που πιστεύουν και προσεύχονται με δάκρυα στα μάτια, μια τέτοια λιτανεία κάνει θαύματα. Μια τέτοια λιτανεία είναι ένας στρατός του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Τέτοιες δε λιτανείες έκαναν άγιοι ιεράρχες στην ένδοξη εποχή της Εκκλησίας και με δημόσιες δεήσεις και παρακλήσεις και ζωηρές διαμαρτυρίες νικούσαν τους αθέους και τους αιρετικούς, κι’ έκαναν ν’ ανεμίζουν ψηλά τα τιμημένα λάβαρα της Ορθοδοξίας. Τώρα δυστυχώς, λόγω ολιγοπιστίας, δειλίας και ανανδρίας, τα λάβαρα της Ορθοδοξίας είναι κρυμμένα, ενώ άλλα λάβαρα, αθέων, απίστων και αιρετικών, ανεμίζουν δημοσίως.

*****************************

ΤΟ ΡΑΣΟ

*****************************

Για την αμφίεση, για την ενδυμασία των κληρικών μας, θα μιλήσουμε εδώ.

Όταν, αγαπητοί μου, όταν ο άνθρωπος βρισκόταν στον παράδεισο, ο πρώτος εκείνος άνθρωπος δεν είχε ανάγκη από ενδυμασία, από ρούχα. Ήταν γυμνός. Αλλ’ όπως τα μικρά παιδιά, ενώ είναι γυμνά, δεν πονηρεύονται καθόλου αλλά παίζουν αθώα κι’ ευτυχισμένα στην αυλή των σπιτιών τους, έτσι και ο άνθρωπος, προτού αμαρτήσει, ήταν αθώος, και η γυμνότητα δεν τον σκανδάλιζε. Ρούχο του ήταν η αθωότητα.

Αλλ’ όταν ο Αδάμ αμάρτησε, τότε έφυγε η αθωότητα και ήρθε η πονηριά. Ο Αδάμ άρχισε να αισθάνεται ντροπή για τη γυμνότητά του κι’ έτρεξε να σκεπάσει το σώμα του με τα πλατιά φύλλα του δέντρου της συκιάς. Αργότερα ο άνθρωπος σκέπαζε τη γυμνότητά του με δέρματα ζώων που σκότωνε. Και όταν προόδεψε και ανακάλυψε τη ρόκα και τον αργαλειό, άρχισε να κατασκευάζει υφάσματα από μαλλί ή από βαμβάκι, και αργότερα από λινό και μετάξι. Έτσι αναπτύχθηκε η βιομηχανία και το εμπόριο των ενδυμάτων.

***

Στην αρχή οι ενδυμασίες ήταν απλές. Σκοπό είχαν να σκεπάσουν τη γυμνότητα και να προφυλάξουν τον άνθρωπο απ’ τις καιρικές μεταβολές του χειμώνα και του καλοκαιριού.

Η ενδυμασία είναι μια από τις ανάγκες του ανθρώπου. Γυμνός δεν μπορεί να περπατήσει στο δρόμο, εκτός αν έχασε το μυαλό του ή – ακόμα χειρότερο – αν έχασε τη ντροπή και έγινε ένας ξετσίπωτος άνθρωπος, άντρας ή γυναίκα.

Αλλ’ όπως τις ανάγκες του φαγητού και του πιοτού η αμαρτία τις διέστρεψε, και το φαγητό έγινε πολυφαγία και γαστριμαργία και το πιοτό έγινε μέθη και ασωτία, έτσι διέστρεψε και τη φυσική ανάγκη της ενδυμασίας. Η κενοδοξία σπρώχνει τον άντρα ή τη γυναίκα να ντύνεται με φανταχτερά και ακριβά ρούχα, για να επιδεικνύεται στους ανθρώπους. Όπως λέει ο Χριστός στην παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου, ο πλούσιος εκείνος ντυνότανε πορφύρα και βύσσο, ρούχα δηλαδή πανάκριβα που φορούσαν μόνο οι βασιλιάδες και οι αυτοκράτορες (Λουκ. 16, 19).

***

Αλλ’ εκτός απ’ αυτό το σκοπό η ενδυμασία, απ’ την πιο αρχαία εποχή, χρησιμεύει και για άλλο σκοπό.

Χρησιμεύει και για να γίνεται κάποια διάκρισης. Άλλη δηλαδή ενδυμασία φορούν οι άντρες, άλλη οι γυναίκες. Κανόνας της Εκκλησίας μας απαγορεύει να ντύνονται οι άντρες με γυναικεία ρούχα και οι γυναίκες με αντρικά. Η απαγόρευσης δε αυτή στηρίζεται και πάνω στην ψυχολογική παρατήρηση, πως μαζί με την αλλαγή των ενδυμάτων γίνεται και μια σχετική αλλαγή σκέψεων και αισθημάτων γύρω από το φύλο. Επίσης στρατιωτικοί, αξιωματικοί και οπλίτες όλων των εθνών, απ’ την ώρα που θα καταταγούν στο στράτευμα βγάζουν την πολιτική τους ενδυμασία και ντύνονται την καθορισμένη στολή του στρατιωτικού. Αλλιώς διατίθεται ο άνθρωπος όταν βλέπει τον αξιωματικό ή το στρατιώτη ντυμένο με τη στρατιωτική στολή και αλλιώς όταν τον βλέπει με τα πολιτικά. Αλλά και οι δικαστικοί σε ορισμένες χώρες όταν ανεβαίνουν στην έδρα για να δικάσουν παρουσιάζονται με ειδική στολή, τη στολή του δικαστικού.

***

Τα λέμε για να δώσουμε μια απάντηση σ’ εκείνους τους μοντέρνους που θέλουν να καταργήσουν την ειδική στολή των κληρικών. Αυτοί θέλουν τον παπά χωρίς ράσο, τον θέλουν με σακάκι και γραβάτα. -Έτσι ο παπάς λένε, θα μπορεί να μπαίνει παντού, σε θέατρα και κινηματογράφους, σε γήπεδα και σε άλλες κοσμικές συγκεντρώσεις και να κινείται ελεύθερα!… Αλλά ποιος μπορεί να αρνηθή, πως το ράσο, που αποτελεί ένα εξωτερικό γνώρισμα του κληρικού, συντελεί κατά κάποιο τρόπο να συστέλλεται ο κληρικός και να μην εκτρέπεται δημοσίως; Μπορείτε να φαντασθήτε τον Ιερέα μας χωρίς ράσο; Θα μοιάζει, όπως είπε κάποιος, σαν μαδημένος κόκορας!

Βέβαια το ράσο δεν κάνει τον παπά, αλλά η ειδικά αυτή περιβολή συντελεί στη διατήρηση κάποιου σεβασμού, τουλάχιστον σε χώρες που δεν κατήργησαν επίσημα τη θρησκεία και δεν έγιναν τυπικά και ουσιαστικά άθεα καθεστώτα. Σε καιρό διωγμών, όπως ήταν οι διωγμοί των πρώτων αιώνων του Χριστιανισμού, οι κληρικοί δεν φορούσαν ιδιαίτερη ενδυμασία, γιατί θα συλλαμβάνονταν αμέσως όλοι, θα εκτελούνταν και οι χριστιανοί θα έμεναν ορφανοί. Θα ήταν μια αφροσύνη. Οι κληρικοί τότε ήταν ντυμένοι όπως και οι λαϊκοί. Κανένας ειδωλολάτρης δεν θα μπορούσε να τους διακρίνει από την εξωτερική τους περιβολή. Οι ήρωες εκείνοι κληρικοί των πρώτων αιώνων δεν διακρίνονταν από την ενδυμασία τους, αλλ’ απ’ την υπέροχη ζωή τους.

Και στους δικούς μας χρόνους σε κράτη άθεα και ολοκληρωτικά, που έχουν κηρύξει φοβερό πόλεμο εναντίον της Χριστιανικής πίστεως και απαγορεύουν την εμφάνιση των κληρικών με την ιδιαίτερη ενδυμασία τους, οι κληρικοί δεν φορούν ράσο. Στην Τουρκία, όπου μισείται θανάσιμα ο χριστιανισμός, ύστερα από την Μικρασιατική καταστροφή απαγορεύθηκε το ράσο. Μόνο μια εξαίρεσης έγινε για τον Πατριάρχη να φοράει ράσο, όταν βγαίνει έξω από το Πατριαρχείο. Έτσι οι Τούρκοι θέλησαν να εκδικηθούν την Ορθόδοξη Εκκλησία, γιατί ξέρουν πολύ καλά πως ο κλήρος ήταν εκείνος που κράτησε 400 χρόνια και δεν άφησε να πεθάνει η εθνική συνείδησης όχι μοναχά στην Ελλάδα αλλά και των άλλων Βαλκανικών λαών.  Οι Τούρκοι μισούν το Πατριαρχείο, μισούν τους Ιερείς μισούν και αυτό ακόμα το ράσο. Κυριολεκτικός δαιμονίζονται αν δουν ράσο. Είναι σα να βλέπουν την Ελληνική σημαία. Και πράγματι ράσο και φουστανέλα έκαναν την Ελληνική σημαία!

Και όχι μόνο οι Τούρκοι, αλλά και οι Αμερικανοί  και οι Αυστραλοί και άλλοι λαοί δεν θέλουν να βλέπουν ράσο στους δρόμους. Τι τραβούν οι δικοί μας κληρικοί, όταν παρουσιάζονται στα «πολιτισμένα» αυτά κράτη με το ράσο! Μαζεύονται ανάγωγα παιδιά, τους κοροϊδεύουν και τους πετροβολούν. Γι’ αυτό οι περισσότεροι κληρικοί που υπηρετούν στο εξωτερικό αναγκάζονται να φορούν πολιτικοί ενδυμασία.

***

Καλά, θα πει κανείς, καλά οι Τούρκοι, οι Αμερικάνοι και άλλοι δεν θέλουν να βλέπουν τους ιερείς μας να φορούν ράσο αλλά οι Έλληνες, που ξέρουν τι πρόσφερε στην πατρίδα το ράσο, που στους δρόμους και στις πλατείες βλέπουν αγάλματα ιερέων και ιεραρχών που θυσιάστηκαν για γένος, οι Έλληνες πως τολμούν να περιφρονούν και να υποτιμούν το ράσο;

Το ράσο, η ιδιαίτερη αυτή ενδυμασία των ορθοδόξων κληρικών, έχει την ιστορία του, μια ιστορία ζυμωμένη με δάκρυα και αίματα, μια ιστορία που δεν πρέπει ποτέ να την ξεχνάμε.

Μ’ αυτά που λέμε δεν θεωρούμε το ράσο δόγμα τις πίστεως μας κάτι δηλαδή το αμετάβλητο. Αλλά κι όσοι νομίζουν, πως καταργώντας το ράσο και ντύνοντας τους ιερείς με μοντέρνα ενδυμασία θα εκσυγχρονισθεί και θα προοδεύσει η εκκλησία, σφάλουν οικτρά. Δεν φταίει το ράσο για τυχόν αποτυχίες και σκάνδαλα των σημερινών κληρικών. Αυτά, αν καταργηθεί το ράσο όχι μόνο δεν θα λιγοστέψουν, αλλά και θα αυξηθούν. Η εκκλησία μας στις μέρες τις πονηρές που ζούμε δεν έχει ανάγκη εξωτερικών μεταρρυθμίσεων, αλλ’ έχει ανάγκη εσωτερικών αλλαγών. Έχει ανάγκη αγίων και εμπνευσμένων κληρικών που θα φορέσουν και θα τιμήσουν το ράσο και θα το κάνουν λάβαρο των πιο ωραίων αγώνων για τη θρησκευτική, ηθική και εθνική αναγέννηση του Γένους μας.

*****************************

ΑΜΦΙΑ

*****************************

Στην προηγούμενη ομιλία μας μιλήσαμε για το ράσο. Το ράσο είπαμε ξεχωρίζει τον ιερέα από τους λαϊκούς. Προφυλάσει τον ιερέα από δημόσιες εκτροπές. Γιατί πρέπει ένας ιερεύς να ‘ναι  πολύ αναιδής και κακοήθης και να μην υπολογίζει καθόλου την κοινή γνώμη, για να τολμήσει π.χ. να μπει σε νυκτερινά κέντρα.

Γι’ αυτό και ιερείς που θέλουν να κάνουν κοσμική ζωή και να γίνουν ένα με τον αμαρτωλό κόσμο, όχι για να τον σώσουν αλλά για να απολαμβάνουν και αυτοί τις κοσμικές ηδονές, είναι συνήγοροι της καταργήσεως του ράσου, του ράσου που δόξασαν αναρίθμητοι ευσεβείς κληρικοί της ορθοδόξου εκκλησίας μας.

***

Αλλ’ ο ορθόδοξος ιερεύς δεν διακρίνεται μόνο από το ράσο. Διακρίνεται και από τα άμφια. τα άμφια είναι η επίσημη στολή που φοράει ο ιερεύς όταν λειτουργεί. Και για αυτά τα άμφια θα μιλήσουμε στην ομιλία αυτή.

Ο ιερεύς, ο ευλαβείς ιερεύς, όταν πρόκειται να πάει στον για να τελέσει μια ιεροτελεστία, πρέπει να προετοιμάσει τον εαυτό του ψυχικά. Πρέπει να αφήσει έξω από το ναό ότι ανθρώπινο και  κοσμικό, να ξεχάσει τον εαυτό του και τα πάθει του και να θυμηθεί  τίνος αντιπρόσωπος είναι. Ο ιερεύς όταν λειτουργεί  πρέπει να είναι και να φαίνεται σαν άγγελος. Και όπως οι άγγελοι στον ουρανό στέκονται με φόβο και με τρόμο μπροστά στο θρόνο του Θεού, έτσι πρέπει και οι ιερείς να στέκονται μπροστά στην αγία τράπεζα, που είναι ο θρόνος του θεού. Αν όλοι οι ιερείς είχαν αυτόν τον άγιο φόβο και λειτουργούσαν με ιερή κατάνυξη, όλος ο κόσμος θα άλλαζε. Αυτοί πουχουν καλή προαίρεση θα αισθάνονταν πολύ μεγάλο και υψηλό είναι η Εκκλησία μας.

Αλλ’ επειδή όσο άγιος και να ’ναι ο ιερεύς φέρει σάρκα που δεν παύει να τραβάει τον άνθρωπο προς τα κάτω, να τον ενοχλεί και να τον ταράζει και στις πιο ιερές στιγμές, γι’ αυτό έχει ανάγκη και από μερικά εξωτερικά πράγματα που να του θυμίζουν την ιερή του αποστολή, και στην κατηγορία των εξωτερικών αυτών πραγμάτων είναι και τα άμφια.

Τα άμφια έχουν τη δική τους γλώσσα. Συνοδεύονται από ρητά της Αγίας Γραφής και φωνάζουν στον ιερέα: πρόσεξε, πέταξε από πάνω σου κάθε αμαρτωλό και κοσμικό πράγμα, που ‘ναι σαν ρούχο παλιό και ακάθαρτο. Ντύσου την αρετή, την αγιότητα, που ‘ναι λαμπρή στολή της ψυχής. Ντύσου το Χριστό, κι έτσι φωτεινός και λαμπρός προχωρά στην τέλεση των ιερών μυστηρίων. Πολλά και διάφορα είναι τα άμφια που φοράν οι κληρικοί όταν λειτουργούν. Απ’ τα άμφια που φορούν διακρίνονται οι τρεις βαθμοί της ιεροσύνης. Αναφέρουμε εδώ τα κυριότερα άμφια.

***

Ο διάκονος διακρίνεται από το άμφιο που λέγεται οράριο. Τι είναι το οράριο; Είναι μια πλατιά ταινία, που από το ένα άκρο της κρέμεται από τον απ’ τον αριστερό ώμο προς τα πίσω, το δε άλλο άκρο της το κρατάει ο διάκονος με το δεξί του χέρι, όταν εκφωνεί τις δεήσεις. Στην παλιά εποχή πάνω στο οράριο ήταν γραμμένες οι λέξεις «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος σαβαώθ» (Ησ. 6, 3). Το οράριο σημαίνει, πως ο διάκονος μιμούμενος του αγγέλους πρέπει να προσεύχεται συνεχώς. Το οράριο θυμίζει το ρητό του αποστόλου Παύλου «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α’ Θες. 5, 18).

Άλλο άμφιο του διακόνου είναι τα επιμάνικα. Όπως λένε οι δάσκαλοι της Εκκλησίας, τα επιμάνικα, που φορούν και οι διάκονοι και οι ιερείς και οι αρχιερείς, σημαίνουν τα δεσμά με τα οποία έδεσαν το Χριστό. Ο κληρικός πρέπει να ‘ναι έτοιμος, χάριν του Ευαγγελίου, να ‘χει διωγμό, φυλακή και μαρτύριο.

Ο ιερεύς διακρίνεται από τα εξής άμφια.

Το επιτραχήλιο. Το πετραχήλι που λέει ο λαός, είναι το πιο σπουδαίο άμφιο του ιερέως. Χωρίς πετραχήλι καμιά ιεροτελεστία δεν κάνει ο ιερεύς. Σημαίνει τη χάρι του Αγίου Πνεύματος, που πλούσια σαν ποτάμι τρέχει και ποτίζει τις ψυχές δια μέσου των ιερών μυστηρίων. Το πετραχήλι έχει στο κάτω άκρο τα λεγόμενα κρόσια. Τι σημαίνουν τα κρόσια; Σημαίνουν τις ψυχές που ο Θεός έχει εμπιστευθεί στον κάθε ιερέα. Ενώ ο λαϊκός, όπως έχουμε πει και άλλοτε, θα δώσει λόγο για την ψυχή του, ο ιερεύς θα δώσει λόγο και για τις ψυχές που ανήκουν στην ενορία του. Ο Θεός με το στόμα του προφήτου Ιερεμία λέει: Θα ζητήσω το αίμα των ανθρώπων εκείνων που εξ αιτίας των ιερέων έχουν χαθεί. Φοβερός ο λόγος αυτός.

Ιερείς του Υψίστου, όσες φορές φοράτε το πετραχήλι, σκέπτεσθε την ευθύνη για τις τόσες ψυχές που κρέμονται απ’ το λαιμό σας; Τι κάνετε για να σωθούν οι ψυχές; Αλλοίμονο στους ιερείς που παραμελούν τα ιερά τους καθήκοντα και αφήνουν να χαθούν ψυψές, για τις οποίες ο Χριστός ήρθε κι’ έχυσε το τίμιο του αίμα!

Άλλο άμφιο του ιερέως είναι η ζώνη. Η ζώνη δεν είναι μόνο για να συγκρατεί την ενδυμασία, αλλά και για να θυμίζει στον ιερέα πως πρέπει να συγκρατεί τις κακές επιθυμίες και να κυριαρχεί στα πάθη του. Ευπρεπής, εύζωνος και ταχύς στην οδό του Κυρίου.

Άλλο άμφιο του ιερέως είναι το φελόνιο, το φελόνι, που φοριέται απ’ το λαιμό και θυμίζει την κόκκινη χλαμύδα πούντυσαν τον Ιησού οι στρατιώτες στο πραιτώριο του Πιλάτου για να τον εμπαίξουν. Έτσι κι’ ο ιερεύς που βαδίζει στα ίχνη του Χριστού θα εμπαιχθεί από ανθρώπους αντιχρίστους.

Ο ευλαβής ιερεύς θα γίνει αντικείμενο εμπαιγμών και ειρωνειών του αμαρτωλού κόσμου. Γι’ αυτό πρέπει νάνε οπλισμένος με υπομονή, για να υποφέρει τις ύβρεις και τις διαβολές του κόσμου. Ο Χριστός φόρεσε την κόκκινη χλαμύδα, κι’ ο ιερεύς θα φορέσει σαν χλαμύδα τη χλεύη και τον εμπαιγμό του κόσμου. Τότε θα μοιάσει στο Χριστό και θάνε άξιος του μακαρισμού: «Μακάριοι έστε όταν ονειδίσωσιν υμάς…»

Ο αρχιερεύς διακρίνεται από τα εξής άμφια.

Ωμοφόριο. Είναι μια πλατιά ταινία, που ρίχνεται πάνω στους ώμους και τα άκρα της καταλήγουν μπροστά στο στήθος και θυμίζει την παραβολή του απολωλότος προβάτου. Όπως δηλαδή ο βοσκός πούχασε ένα πρόβατο δεν μένει αδιάφορος αλλά τρέχει πάνω σε βουνά και λαγκάδια για να το βρει κι’ όταν το βρει το βάζει στον ώμο του και το φέρνει στο μαντρί, έτσι κι’ ο επίσκοπος πρέπει να κοπιάζει για να φέρει στη μάντρα της Εκκλησίας τους ανθρώπους εκείνους που απομακρύνθηκαν απ’ το Θεό και κινδυνεύουν να χαθούν μέσα στις χαράδρες και τα φαράγγια της αμαρτίας.

Άλλο άμφιο του αρχιερέως είναι ο σάκκος. Αντιστοιχεί προς το φελόνι του ιερέως, σημαίνει την κόκκινη χλαμύδα, έχει δε στα πλάγια, εκεί που ενώνονται τα δυο φύλλα του, μικρά σφαιρικά κουδούνια, που σημαίνουν πως ο λόγος και τα έργα του επισκόπου πρέπει νάνε δυνατά, ώστε σαν ήχος δυνατός να φτάνουν στ’ αυτιά όλων και να δοξάζεται ο Θεός.

Επίσης ο αρχιερεύς φέρει το εγκόλπιο με την εικόνα του Χριστού, για να θυμάται το λόγο του Παύλου «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. 2, 20)

***

Αυτά είναι τα κυριότερα άμφια των κληρικών της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Δυστυχώς στην εποχή μας κατάντησαν και αυτά ένας τύπος ξηρός, ενώ, όπως είπαμε, έχουν τη σημασία τους. Θυμίζουν ουράνια και θεία πράγματα. Παρακαλέστε, αδελφοί μου, το Θεό αυτοί που φορούν τα ιερά άμφια, διάκονοι, ιερείς και αρχιερείς, να αισθάνονται τη σημασία τους και να ζουν σαν άγγελοι Κυρίου παντοκράτορος μέσα στο σημερινό κόσμο.

*****************************

ΝΕΩΚΟΡΟΣ

*****************************

Ο ΝΕΟΚΟΡΟΣΝεωκόρος! H λέξις αυτή ακούγεται με περιφρόνηση απ’ το σημερινό κόσμο. Αν πης σε κάποιο νέο να γίνει νεωκόρος, όχι μόνο δεν θα δεχθεί, αλλά και θα θεωρήσει την πρόταση σου προσβλητική. – Ακούς εκεί, να γίνω νεωκόρος! Τι με πέρασες; Κανένα άχρηστο άνθρωπο, που δεν μπορεί τίποτε άλλο να κάνει παρά ν’ ανάβει και να σβήνει κεριά;…

Νεωκόρος! Θέμα που διάλεξες! Θα πουν οι πολλοί. Αλλ’ εάν, αγαπητοί μου, κάνετε υπομονή και διαβάσετε τη σύντομη αυτή ομιλία περί νεωκόρων, θέλω να πιστεύω πως θ’ αλλάξετε γνώμη και δεν θα θεωρείτε τη θέση του νεωκόρου σαν θέση άξια περιφρονήσεως.

***

Και πρώτα – πρώτα ας δούμε τι σημαίνει η λέξις νεωκόρος. Είναι λέξις της αρχαίας ελληνικής γλώσσης και σημαίνει τον άνθρωπο που φροντίζει για το ναό. Και όπως ξέρετε, οι αρχαίοι πρόγονοί μας, αν και ήταν ειδωλολάτρες, πίστευαν στη θρησκεία τους, και απόδειξις της θρησκευτικότητός τους ήταν οι ναοί που χτίζανε. Οι ναοί δε των πόλεων δεν ήταν μικρά κτίρια, αλλά τα πιο μεγάλα και τα πιο όμορφα αρχιτεκτονικά κτίρια. Σ’ αυτούς τους ναούς, εκτός απ’ τους ιερείς που πρόσφεραν τις θυσίες, υπήρχαν και οι νεωκόροι. Και νεωκόροι διορίζονταν όχι τυχαία πρόσωπα αλλά πρόσωπα που διακρίνονταν μέσ’ στην κοινωνία. Νεωκόρος ήταν αξίωμα τιμητικό. Πολλοί το ζήλευαν και γινόταν άμιλλα ποιος θα πάρει το αξίωμα αυτό. Νεωκόρος = υπηρέτης των θεών μέσ’ στους ναούς. Ο νεωκόρος ντυνόταν με μια ιδιαίτερη επίσημη στολή. Ήταν κατά κάποιο τρόπο σαν εκείνους πούνε κοντά στο βασιλιά και τον υπηρετούν σαν υπασπισταί και θαλαμηπόλοι. Κι’ όχι μόνο άτομα πούχαν κοινωνική αξία ζητούσαν να γίνουν νεωκόροι, αλλά και πόλεις ολόκληρες φιλοτιμούνταν να ονομάζονται νεωκόροι μιας απ’ τις πολλές θεότητες. Έτσι βλέπουμε στο βιβλίο των Πράξεων των αποστόλων, πως μια απ’ τις μεγαλύτερες πόλεις της Μικράς Ασίας, η Έφεσος, ωνομαζόταν νεωκόρος της θεάς Αρτέμιδος. Δηλαδή όλοι οι κάτοικοι της πόλεως θεωρούνταν λάτρεις και φρουροί του περίφημου ναού όπου υπήρχε το άγαλμα της Αρτέμιδος. Φαντασθήτε, μια ολόκληρη πόλις να ονομάζεται νεωκόρος!

Μα ενώ στον αρχαίο κόσμο η θέσις του νεωκόρου εθεωρείτο μια απ’ τις πιο σημαντικές θέσεις, σήμερα είναι μια απ’ τις πιο περιφρονημένες θέσεις. Κανένας απ’ τους σημερινούς ανθρώπους δεν δέχεται να γίνει νεωκόρος. Άλλες θέσεις τραβούν σήμερα το ενδιαφέρον των ανθρώπων. Είναι θέσεις που βγάζουν λεφτά. Τώρα τελευταία που εδώ στην πατρίδα μας αναπτύχθηκε ο τουρισμός και χιλιάδες κόσμος έρχονται απ’ το εξωτερικό και γεμίζουν τα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια, τώρα μια νέα θέσις έχει δημιουργηθεί και είναι περιζήτητη. Είναι η θέσις του περιποιητού. Άνοιξαν μάλιστα και ειδική σχολή κάτω στη Ρόδο για να εκπαιδεύονται οι νέοι και οι νέες για το «υψηλό» αυτό λειτούργημα!  Τι θα πει δε πειριποιητής; Εκείνος που θα λάμπει από καθαριότητα και θα ‘ναι ικανός να εξυπηρετήσει με ευγένεια τους τουρίστες στα εστιατόρια και στα ξενοδοχεία. Περιποιητής με άλλη λέξη θα πη γκαρσόνι, υπηρέτης των διαφόρων ξένων ανθρώπων, που δεν αποκλείεται μερικοί απ’ αυτούς νάνε ελεεινά και διεφθαρμένα στοιχεία, που στην πατρίδα τους δεν έχουν καμιά υπόληψη και ούτε καλημέρα δεν τους λένε εκεί οι άνθρωποι. Αλλ’ εδώ στην πατρίδα μας Έλληνες και Ελληνίδες εκπαιδεύονται για να κάνουν υποκλίσεις μπροστά στα πιο ελεεινά υποκείμενα για να πάρουν πουρμπουάρ. Χάριν του χρήματος είναι έτοιμοι να περιποιηθούν και να προσκυνήσουν και το διάβολο ακόμα!

Στην περιφέρεια μας κάποιοι πράκτορες μεγάλων τουριστικών ξενοδοχείων πήγαν σ’ ένα χωριό και κατόρθωσαν με διάφορες δελεαστικές προτάσεις να ξεσηκώσουν κορίτσια, να τα πάρουν και να τα κάνουν υπηρέτριες τουριστικών ξενοδοχείων. Έτσι χιλιάδες νέοι και νέες εγκαταλείπουν παραγωγικές εργασίες και γίνονται περιποιηταί και περιποιήτριες των ξένων. Δυστυχισμένη πατρίδα! Θα καταντήσεις να γίνεις το γκαρσόνι των ξένων, να σερβίρεις τα φαγητά τους και να πλένεις τα βρωμερά τους ρούχα…

***

Αλλά γιατί, ενώ ξεκινήσαμε να μιλήσουμε για νεωκόρους, μιλάμε για τους περιποιητάς και περιποιήτριες; Υπάρχει κάποιος λόγος. Και ο λόγος είναι ότι, ενώ τόσοι νέοι και νέες βρίσκονται να υπηρετήσουν μέσα σε ξενοδοχεία σαν γκαρσόνια, δεν βρίσκονται όμως νέοι να υπηρετήσουν μέσα στο ναό του Θεού σαν νεωκόροι.

Οχτώ χιλιάδες ιεροί ναοί, κτίρια ιερά, στα οποία προσφέρεται η θεία λατρεία του Τριαδικού Θεού, οχτώ χιλιάδες ναοί ζητούν νεωκόρους, ανθρώπους δηλαδή που να κρατούν καθαρό το ναό. Αλλά που νεωκόροι; Κάτι γεροντάκια και κάτι γριές που μόλις στέκονται στα πόδια τους εξυπηρετούν τους περισσοτέρους ναούς σαν νεωκόροι…

Αλλά παρ’ όλη τη σημερινή αδιαφορία και απιστία των ημερών μας, υπάρχουν και σήμερα έξοχα παραδείγματα νεωκόρων, που υπηρετούν στους ναούς με πολλή ευλάβεια.

Ξέρω κάποιο τέτοιο νεωκόρο στην περιφέρειά μας. Νέος ήρθε απ’ τη Μικρά Ασία στον καιρό της μεγάλης καταστροφής. Από ευλάβεια και ζήλο, νέος ακόμη, ανέλαβε καθήκοντα νεωκόρου σε μια ενορία. Κρατάει το ναό καθαρό. Τα πάντα λάμπουν. Πρώτος πηγαίνει στην εκκλησία, τελευταίος φεύγει. Με ευγένεια και προθυμία εξυπηρετεί τους ενορίτες. Σέβεται τους ιερείς. Στενοχωριέται και κλαίει όταν βλέπει και ακούει ιερατικά σκάνδαλα. Αυτός είναι όχι μόνο στο όνομα αλλά και στην πραγματικότητα νεωκόρος. Νεωκόρος που φέρνει στη σκέψη μας την αρχαία εποχή, που όχι μικροί και ασήμαντοι αλλά άνθρωποι που κατείχαν μεγάλα αξιώματα το θεωρούσαν τιμή τους να υπηρετήσουν, έστω λίγο, μέσα στο ναό τις μεγάλες γιορτές.

Λίγοι και σπάνιοι δυστυχώς είναι οι νεωκόροι που έχουν συναίσθηση της ιερότητος της θέσεώς τους. Οι περισσότεροι είναι κοινοί επαγγελματίες, που όπως κινούνται και συμπεριφέρονται μέσα στο ναό δίνουν το κακό παράδειγμα στους εκκλησιαζομένους. Μερικοί δε απ’ αυτούς ζουν και συμπεριφέρονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε μπορεί να πη κανείς πως ο διάβολος έκανε μεγάλο κατόρθωμα και διόρισε δικούς του ανθρώπους μέσα στον ιερό ναό.

***

Την έλλειψη ευλαβών ανδρών σε αρκετούς ναούς αναπληρώνουν ευλαβείς γυναίκες, οι οποίες με αφοσίωση και ανιδιοτέλεια υπηρετούν, και οι ναοί όπου υπηρετούν λάμπουν από καθαριότητα. Για την καθαριότητα και ευπρέπεια του ναού δείχνουν πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον από ό,τι δείχνουν για την καθαριότητα των σπιτιών τους. Αυτές οι γυναίκες μας θυμίζουν την Άννα εκείνη που μια ζωή ολόκληρη υπηρετούσε στο ναό του Σολομώντος και αξιώθηκε μαζί με το Συμεών να υποδεχθεί το Χριστό, όταν νήπιο 40 ημερών τον έφερε η Παναγία στο ναό. Αυτές οι γυναίκες είναι σύγχρονες Άννες. Δυο τέτοιες ευλαβείς νεωκόροι υπηρετούν στο μητροπολιτικό ναό του Αγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης.

Η Εκκλησία πρέπει να φροντίσει ώστε ν’ αποκτήσει νεωκόρους ευλαβείς, όπως είχε στην αρχαία εποχή. Το θέμα είναι σπουδαίο. Τώρα ένα έχουμε να συστήσουμε στους ιερείς μας, ότι πρέπει να προσέχουν, ώστε τα πρόσωπα που τοποθετούν σαν νεωκόρους να έχουν ευλάβεια και στην ώρα των ιερών ακολουθιών να φορούν ράσο.

*****************************

ΠΥΛΩΡΟΣ

*****************************

Όλα, αγαπητοί μου, όλα όσα γίνονται ή λέγονται μέσα στον ορθόδοξο ναό έχουν τη σημασία τους. Τίποτε δεν λέγεται ή γίνεται άσκοπα. Γιατί αυτοί πούκαναν τις ιερές ακολουθίες ήταν άνθρωποι φωτισμένοι από το Πνεύμα το Άγιο. Και όπως σε ένα αριστούργημα τέχνης ο καλλιτέχνης φροντίζει ώστε και η τελευταία λεπτομέρεια νάχει το σκοπό της, έτσι και στο αριστούργημα αυτό του Πνεύματος που λέγεται θεία λειτουργία, οι θεοφώτιστοι πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας φρόντισαν ώστε όλες οι λέξεις νάχουν τη σημασία τους. Δυστυχώς ο πολύς λαός, όπως λέγαμε και σε άλλη ομιλία μας, έχει άγνοια των όσων λέγονται και γίνονται μέσα στο ναό. Και η άγνοια αυτή είναι απ’ τις κυριότερες αιτίες, που ο λαός μας δεν αισθάνεται το μεγαλείο της δημοσίας λατρείας. Γι’ αυτό κι’ εμείς γράφουμε τις ομιλίες αυτές, για να διαφωτίσουμε το λαό και να εξηγήσουμε με απλά λόγια το τι γίνεται και λέγεται μέσα στην εκκλησία.

***

Και τώρα μια νέα λεπτομέρεια της θείας λατρείας. Όσοι εκκλησιάζονται και είναι παρόντες μέσα στην εκκλησία όχι μόνο σωματικά αλλά και πνευματικά και παρακολουθούν τη θεία λειτουργία με ευλάβεια, ξέρουν πως όταν πλησιάζει να τελειώσει η θεία λειτουργία, προτού να πούμε το «Πιστεύω», ο διάκονος ή ο ιερεύς λέει: «Τας θύρας, τας θύρας εν σοφία πρόσχωμεν!». Αυτές οι εφτά λέξεις είναι ένα παράγγελμα. Όπως δηλαδή στο στρατό ο σαλπιγκτής δίνει διάφορα παραγγέλματα που πρέπει να τα εκτελέσουν οι στρατιώτες, έτσι και στην Ορθόδοξο Εκκλησία, το στράτευμα του Θεού, ο διάκονος σαλπίζει τα παραγγέλματα και ένα από αυτά είναι και το παράγγελμα «Τας θύρας, τας θύρας εν σοφία πρόσχωμεν!».

Αλλ’ άραγε υπάρχουν αυτιά για ν’ ακούσουν και να εκτελέσουν το παράγγελμα αυτό; Ποιες είναι οι θύρες και σε ποιους απευθύνεται το παράγγελμα;

Οι θύρες, οι πόρτες δηλαδή, που εννοεί το πρόσταγμα είναι δυο λογιών. Είναι πόρτες υλικές και πόρτες πνευματικές.

Κάθε ναός έχει πόρτες. Έχει και την κεντρική πόρτα. Απ’ αυτήν μπαίνουν όσοι εκκλησιάζονται. Στην αρχαία εποχή η Εκκλησία ανέθετε σε ευσεβείς χριστιανούς να κρατούν τα κλειδιά του ναού και να φυλάνε τις πόρτες όταν γινόταν η θεία λειτουργία. Αυτοί λέγονταν πυλωροί ή θυρωροί. Και όπως στο στρατόπεδο, στην είσοδο, στέκεται πάντοτε στρατιώτης – σκοπός, που δεν επιτρέπει στον καθένα να περάσει απ’ την πύλη του στρατοπέδου αν δεν έχει άδεια, έτσι και στην αρχαία Εκκλησία, που ήταν ένα πνευματικό στρατόπεδο, στην κεντρική θύρα του ναού στεκόταν ο πυλωρός και δεν επέτρεπε στον καθένα να μπει μέσα στο ναό. Έτσι απαγορευόταν να μπούν στην εκκλησία άνθρωποι αιρετικοί και άπιστοι, αλλά και χριστιανοί που διέπραξαν σοβαρά αμαρτήματα. Ο πυλωρός στεκόταν άγρυπνος φύλακας του ιερού ναού.

***

Με το πρόσταγμα «Τας θύρας, τας θύρας εν σοφία πρόσχωμεν!», ο διάκονος απευθυνόταν στους πυλωρούς. Είναι σαν να τους έλεγε: Πυλωροί, σεις που η Εκκλησία σας έταξε φύλακες, η θεία λειτουργία προχώρησε. Πλησιάζει η πιο κρίσιμη και ιερή στιγμή της θείας λειτουργίας. Θα γίνει το μεγάλο θαύμα, που δεν πρέπει να δουν τα μάτια των απίστων. Θα γίνει ο καθαγιασμός των τιμίων δώρων. Πνεύμα Άγιο θα έλθη. Το ψωμί θα γίνει τίμιο σώμα του Χριστού και το κρασί θα γίνει τίμιο αίμα του Χριστού. Προσοχή ιδιαίτερη χρειάζεται. Κανένας άπιστος δεν πρέπει να υπάρχει μέσα στο ναό. Φυλάξτε καλά τις πόρτες της εκκλησίας, ω πυλωροί!

Πυλωροί υπήρχαν στην αρχαία Εκκλησία. Δυστυχώς η σημαντική αυτή διακονία έχει καταργηθεί στη νεώτερη Εκκλησία. Αλλ’ Εκκλησία χωρίς πυλωρούς είναι ένα αμπέλι ξέφραγο. Αλλόθρησκοι, αιρετικοί, άπιστοι και άθεοι μπορούν να μπαίνουν μέσα στο ναό και την ώρα που τελείται η θεία λειτουργία να γελούν και να κοροϊδεύουν τη θρησκεία μας. Ακόμη μπαίνουν ελεύθερα και γυναίκες που είναι σχεδόν γυμνές, σαν να επρόκειτο να πάνε σε νυχτερινό κέντρο για να χορέψουν. Επίσης και οι άντρες με κοντομάνικα πουκάμισα και κοντά παντελόνια δεν διστάζουν να μπουν στην εκκλησία. Δεν υπάρχει κανένας να τους πει: Άλτ! Εδώ, κύριοι, δεν είναι κοσμικό κέντρο, αλλά ναός του Θεού.

***

Εμείς στην ακριτική μας περιφέρεια ξαναζωντανέψαμε το θεσμό του πυλωρού. Mε εγκύκλιο συστήσαμε σε κάθε ναό που λειτουργεί την Κυριακή να υπάρχει ένας ευσεβής άντρας ή μια ευσεβής γυναίκα, που να στέκεται στην πόρτα και να μην επιτρέπει να μπαίνουν στο ναό γυναίκες και άντρες που δεν είναι ντυμένοι με σεμνότητα. Στην αρχή συναντήσαμε αρκετές δυσκολίες, αλλά με τη βοήθεια του Θεού και με τις προσπάθειες των ευσεβών προσώπων που θέλησαν να υπηρετήσουν ως πυλωροί, επεβλήθη η τάξις και δεν τολμούν πια ημίγυμνοι άντρες και γυναίκες να μπουν στον ιερό ναό.

Αλλά δυστυχώς σ’ άλλες μητροπόλεις δεν υπάρχει το διακόνημα αυτό του θυρωρού. Οι πόρτες της εκκλησίας είναι αφύλαχτες και έτσι μέσ στην εκκλησία μπορεί να μπει όποιος θέλει με ενδυμασία άσεμνη και προκλητική. Τέτοιες κυρίες, πού ’ρχονται από άλλες επαρχίες στη Φλώρινα, κακομαθημένες όπως είναι, διαμαρτύρονται γιατί δεν τους επιτρέπεται να μπουν μέσ στην εκκλησία και προκαλούν διάφορα επεισόδια. Έχουν την αξίωση να κάνουν ό,τι έκαναν σε άλλες επαρχίες. Γι’ αυτό θα πρεπε ο θεσμός του πυλωρού να εισαχθεί και να επικρατήσει σ’ όλη την Εκκλησία.

***

Αλλά το πρόσταγμα του διακόνου «Τας θύρας, τας θύρας εν σοφία πρόσχωμεν!» δεν απευθύνεται μόνο προς τους ειδικούς υπηρέτες της εκκλησίας που ονομάζονται πυλωροί, αλλ’ απευθύνεται και προς όλους τους χριστιανούς που εκκλησιάζονται. Γιατί και ο καθένας απ’ αυτούς έχει πέντε πόρτες που πρέπει να φυλάξει. Είναι οι πέντε αισθήσεις, η όρασις, η ακοή, η όσφρησις, η γεύσις και η αφή. Αυτές οι πέντε αισθήσεις μοιάζουν με πέντε πόρτες της ψυχής. Μ’ αυτές επικοινωνεί η ψυχή με τον εξωτερικό κόσμο, και χρειάζεται προσοχή, για να μην περάσει από τις πόρτες αυτές ο εχθρός σαν μια αμαρτωλή και πονηρή παράστασης. Ακόμη δε χρειάζεται προσοχή και στη σκέψη και στη φαντασία.

Ω ψυχή μου, κατά τη φρικτή ώρα της θείας λειτουργίας κλείσε όλες της πόρτες και μην αφήνεις κανένα εχθρό, κανένα αισχρό και άπιστο λογισμό να σε ταράζει. Ω ψυχή μου συμαζέψου και γίνε ένας μυστικός θάλαμος, που μέσα σ’ αυτόν θα ακούγεται καθαρά η φωνή του κυρίου που σε καλεί στο θεϊκό συμπόσιο…

Αγαπητοί μου αναγνώσται! Αν δεν υπάρχουν σήμερα πυλωροί σ’ όλες τις εκκλησίες, αυτό είναι μια έλλειψης που βαρύνει τους υπεύθυνους ιερείς και επισκόπους. Αλλά εμείς ακούγοντας το αγγελικό πρόσταγμα «τας θύρας, τας θύρας εν σοφία πρόσχωμεν!» ας το εφαρμόζουμε στον εαυτό μας. Ας γίνουμε προσεκτικοί φύλακες, άγρυπνοι θυρωροί του εσωτερικού μας κόσμου, ώστε να μην αφήνουμε κανένα πονηρό λογισμό να περνάει απ΄τις θύρες της ψυχής. Μάταιε κόσμε, σάρκα και σατανά, αλτ! Μη προχωράτε. Έξω από τις ψυχές μας!… έτσι θα εκτελούμε το θείο πρόσταγμα και θα λατρεύουμε το Θεό «εν πνεύματι και αλήθεια».

*****************************

ANΑΓΝΩΣΤΗΣ

*****************************

Μια, αγαπητοί μου, μια απ’ τις διακονίες μέσα στο ναό είναι και η διακονία του αναγνώστου. Για τη διακονία αυτή του αναγνώστου θα μιλήσουμε εδώ.

Πρώτος αναγνώστης ήταν ο Έσδρας; Tι ήταν αυτός ο Έσδρας; Όσοι θέλουν να μάθουν, ας ανοίξουν ένα απ’ τα ιερά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, το βιβλίο «Έσδρας», και ας το διαβάσουν. Ο Έσδρας ήταν ένας Ιουδαίος που πίστευε πραγματικά στον αληθινό Θεό. Έζησε σε μια εποχή, που οι συμπατριώτες του είχαν ξεχάσει τον αληθινό Θεό, είχαν εγκαταλείψει το μωσαϊκό νόμο, είχαν κάνει φοβερά αμαρτήματα και γι’ αυτό τιμωρήθηκαν. Ξένα στρατεύματα ήρθαν από μακρινή χώρα, νίκησαν τους Ιουδαίους, κατέλαβαν τα Ιεροσόλυμα, κατέστρεψαν την πόλη και πήραν χιλιάδες αιχμαλώτους. Οι αιχμάλωτοι στα ξένα έζησαν σκληρές μέρες. Υπέφεραν πολλά και κάτω απ’ τα πλήγματα της εθνικής αυτής συμφοράς άρχισαν να μετανοούν. Πόθος τους ήταν να γυρίσουν στην πατρίδα. Ύστερα από χρόνια ένας βασιλιάς τους λυπήθηκε και επέτρεψε σ’ ένα μέρος του λαού να γυρίσουν στα Ιεροσόλυμα και να ξαναχτίσουν το ναό του Σολομώντος που ’χε καταστραφεί. Ήρθαν στα Ιεροσόλυμα και άρχισαν να χτίζουν το ναό. Πολλά εμπόδια συνάντησαν για το χτίσιμο του νέου ναού, αλλά με τη βοήθεια του Θεού νίκησαν τα εμπόδια και ο ναός χτίστηκε. Η χαρά του λαού ήταν μεγάλη. Ο Έσδρας, που ήταν επί κεφαλής του λαού, κάλεσε το λαό σε συγκέντρωση σε μια μεγάλη πλατεία που ήταν μπροστά στο ναό. Πάνω σ’ ένα ξύλινο βήμα ανέβηκε ο Έσδρας και από κει άρχισε να διαβάζει δυνατά το νόμο του Θεού, όπως παραδόθηκε από το Μωυσή. Όλοι σηκώθηκαν όρθιοι  και με δάκρυα στα μάτια και με υψωμένα τα χέρια ευχαριστούσαν το Θεό γιατί τους αξίωσε ν’ ακούσουν και πάλι το νόμο του σε μια τόσο μεγάλη συγκέντρωση. Η ανάγνωσις του νόμου άρχισε από τα χαράματα και βάσταξε μέχρι το μεσημέρι. Όλοι με μεγάλη προσοχή και συγκίνηση άκουγαν το νόμο και την ερμηνεία του νόμου, πούκανε ο Έσδρας.

Απ’ το γεγονός αυτό ο Έσδρας θεωρείται ο πρώτος αναγνώστης. Και σε μια αρχαία ευχή στη χειροθεσία αναγνώστου λέγονται και τα εξής: «Ο Θεός ο αιώνιος, και νυν έπιδε επί τον δούλον σου τον εγχειριζόμενον τας αγίας Γραφάς αναγινώσκειν τω λαώ σου και δος αυτώ Πνεύμα Άγιον, Πνεύμα προφητικόν, ο σοφίσας Έσδραν τον θεράποντά σου επί το αναγινώσκειν τους νόμους σου τω λαώ σου, και νυν, παρακαλούμενος υφ’ ημών, σόφισον τον δούλον σου και δος αυτώ ακατάγνωστον διανύσαντα το εγχειρισθέν αυτώ έργον, άξιον αναδειχθήναι μείζονος βαθμού, δια Χριστού, μεθ’ ου σοι η δόξα και το σέβας».

Δηλαδή: «Κύριε, συ που είσαι αιώνιος και κυβερνάς τον κόσμο, ρίξε ένα βλέμμα και σ’ αυτόν εδώ το δούλο σου που παίρνει στα χέρια του σήμερα τη Αγία Γραφή για να τη διαβάζει στο ναό και ν’ ακούει ο λαός. Σε παρακαλούμε δώσε σ’ αυτόν Πνεύμα Άγιο, Πνεύμα προφητικό. Συ, ω Θεέ, που ανέδειξες σοφό τον Έσδρα το δούλο σου και τον έκανες ικανό για να διαβάζει το νόμο σου, παρακαλούμε δώσε σοφία και στο δούλο σου αυτόν εδώ. Βοήθησέ τον ώστε μέχρι τέλους της ζωής του να εκτελή το έργο αυτό και αξίωσέ τον να προαχθεί σε μεγαλύτερο ιερατικό βαθμό. Ναι, αυτά, ω Θεέ, ζητούμε δια μέσου του Χριστού, που έγινε άνθρωπος για τη δική μας σωτηρία, και σ’ αυτόν μαζί μ’ εσένα τον ουράνιο Πατέρα ανήκει η δόξα και η λατρεία».

Αυτή ήταν η αρχαία ευχή που λεγόταν στη χειροθεσία του αναγνώστου. Παρόμοια ευχή λέγεται και σήμερα απ’ τον επίσκοπο, όταν χειροθετεί αναγνώστες.

***

Από τα λόγια αυτά της ευχής καταλαβαίνουμε τι σημασία έδινε η Εκκλησία στην εκκλησιαστική αυτή διακονία του αναγνώστου. Είναι μεγάλη πράγματι τιμή να παίρνει ο άνθρωπος στα χέρια του τα ιερά βιβλία, όπως είναι ο Απόστολος, και να διαβάζει στο λαό, όταν είναι συγκεντρωμένος μέσα στην εκκλησία. Η φωνή του πρέπει να είναι καθαρή. Οι λέξεις πρέπει ν’ ακούγωνται ακέραιες και όλο το ύφος του αναγνώστου να δείχνει άνθρωπο που πιστεύει σ’ αυτά που διαβάζει, τα συναισθάνεται και συγκινείται. Είναι λόγια, που έχουν μεγαλοπρέπεια αφάνταστη. Είναι λόγια που κλείνουν μέσα τους ζωή και δύναμη. Είναι ο ουράνιος σπόρος, που εξακολουθεί να σπέρνει ο Θεός μέσ’ στις καρδιές των ανθρώπων. Είναι λόγια που ξυπνούν τον άνθρωπο από την αμαρτία. Είναι λόγια που παρηγορούν και τον πιο απελπισμένο άνθρωπο και τον κάνουν να ελπίζει και να χαίρεται και στις πιο μεγάλες θλίψεις και δοκιμασίες.

Ακούσατε, αγαπητοί μου, ακούσατε ποτέ αναγνώστη με συναίσθηση της ιερής διακονίας του; Εγώ αξιώθηκα ν’ ακούσω. Ήμουν μαθητής του δημοτικού σχολείου και πήγαινα στην εκκλησία του χωριού μου, όπου υπηρετούσε ως αναγνώστης ένας σεβάσμιος άνθρωπος. Μυλωνάς ήταν. Δούλευε όλη την εβδομάδα. Αλλά το Σάββατο το βράδυ και την Κυριακή το πρωί, όταν χτυπούσε η καμπάνα, έτρεχε πρώτος στην εκκλησία και ανέβαινε στο αναλόγιο. Διάβαζε τον προοιμιακό, τον εξάψαλμο, τις προφητείες, τον απόστολο και γενικά τα αναγνώσματα. Διάβαζε καθαρά, διάβαζε με νόημα. Άλλοτε χαμήλωνε τη φωνή του, άλλοτε την ύψωνε, όχι σαν τους θεατρίνους. Αν και ήταν λίγων γραμμάτων άνθρωπος, έμπαινε στο νόημα και καταλάβαινε τη σημασία τους. Σε μερικά δε σημεία η φωνή του έπαιρνε ένα τόνο συγκινητικό, λες κι’ ήταν έτοιμος να κλάψει. Όλοι τον πρόσεχαν. Εμείς δε τα μικρά παιδιά, που ήμασταν μπροστά στο αναλόγιο, τον θαυμάζαμε. Που παπάς, που δάσκαλος, που θεολόγος, που δεσπότης να διαβάσει τόσο ωραία; Ο άνθρωπος αυτός με τη βαθειά του πίστη και την άγια του ζωή είχε πετύχει στην ιερή διακονία του αναγνώστου. Και είμαι βέβαιος, ότι πολλές ψυχές ωφελήθηκαν από την ανάγνωσή του. Ας είναι αιώνια η μνήμη του, καθώς και η μνήμη όλων των ευσεβών αναγνωστών που από τη μικρή αυτή εκκλησιαστική θέση τους πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στην Εκκλησία του Χριστού.

***

Στα χρόνια της τουρκοκρατίας, ιδίως στα μέρη της Μ. Ασίας και του Πόντου, η θέσης του αναγνώστου ήταν πολύ τιμητική. Οι κάτοικοι των χωριών περίμεναν πότε θα επισκεφθεί το χωριό τους ο δεσπότης για να τον παρακαλέσουν να κάνει αναγνώστες. Ο δάσκαλος και ο παπάς υποδείκνυαν στο δεσπότη τα καλύτερα παιδιά και εκείνος στο τέλος της θείας λειτουργίας τα χειροθετούσε στο βαθμό του αναγνώστου. Οι γονείς τους έκλαιγαν από ιερή συγκίνηση, λες και βλέπανε τα παιδιά τους να ανεβαίνουν στα πιο ψηλά αξιώματα. Το «αναγνώστης» έμεινε πια σαν τιμητικός τίτλος και πολλές φορές το «αναγνώστης» νικούσε το επίθετο και γινόταν αυτό πια επίθετο, γι’ αυτό έχουμε τα επίθετα Αναγνώστου, Αναγνωστόπουλος. κτλ.

Πέρασε αυτή η εποχή της πίστεως των προγόνων μας. Όχι πια εκκλησιαστικές διακονίες αλλά άλλες υπηρεσίες και επαγγέλματα συγκινούν τον άνθρωπο, θέσεις που βγάζουν λεφτά και έχουν κοσμικές τιμές και δόξες. Ένας που κλωτσάει τη μπάλα σήμερα είναι το ίνδαλμα  πολλών νέων. Θα ρθούν άραγε και πάλι τα ένδοξα χρόνια της προγονικής μας πίστεως;

Εμείς στην επαρχία μας προσπαθήσαμε να ζωντανέψουμε και πάλι το θεσμό του αναγνώστου. Έχουμε κάνει πάνω από 300 αναγνώστες. Αλλά και κάθε χριστιανός ας αγαπά την Αγία Γραφή και κάθε μέρα ας τη διαβάζει. Θανε και αυτός τότε ένας αναγνώστης, που θα μεταδίδει τη γνώση της Γραφής και σ’ άλλους ανθρώπους.

*****************************

ΨΑΛΤΕΣ

*****************************

Ο άνθρωπος αγαπητοί αισθάνεται την ψυχική ανάγκη να εκδηλώνει αυτό που σκέπτεται και αισθάνεται. Το εκδηλώνει με λόγια και με εικόνες και σύμβολα. Το εκδηλώνει και με τη μουσική. Η μουσική το τραγούδι, είναι η γλώσσα της καρδιάς. Πες μου τι τραγουδάς, για να σου πω τι αγαπάς. Αν τραγουδάς τραγούδια πατριωτικά, αυτό σημαίνει πως αγαπάς την πατρίδα. Αν τραγουδάς τραγούδια της ξενιτιάς, σημαίνει πως νοσταλγείς το χωριό σου. Αν τραγουδάς τραγούδια του που εξυμνούν τον αισχρό έρωτα, σημαίνει πως η καρδιά σου είναι αιχμάλωτη από σεξουαλικούς πόθους.

Έτσι τα τραγούδια εκφράζουν την πνευματική κατάσταση ατόμων και λαών. Ήταν εποχή που η πατρίδα μας ήταν σκλαβωμένη. Μέσα στην καρδιά τους όλοι οι σκλαβωμένοι είχαν κρυμμένο τον πόθο της ελευθερίας. Μπροστά στους κατακτητές δεν μπορούσαν να τραγουδήσουν αυτό που αισθάνονταν. Αλλ΄ όταν βρίσκονταν μόνοι τους σε σπηλιές και ερημικά μέρη, σε γιορτές και πανηγύρια, πάνω στα ψηλά βουνά, εκεί άνοιγαν την καρδιά τους κι άρχιζαν να τραγουδούν. Τραγουδούσαν ιδίως τα τραγούδια των κλεφτών και των αμαρτολών, εκείνων δηλαδή που δεν υπέφεραν την τούρκικη σκλαβιά και είχαν φύγει στα ψηλά βουνά.

Ένα μάλιστα τραγούδι λίγα χρόνια πριν από την επανάσταση είχε επικρατήσει και το τραγουδούσαν όλοι μικροί και μεγάλοι. Και τραγουδώντας τα μάτια τους βούρκωναν από δάκρυα. Ήταν το τραγούδι του Ρήγα Φερραίου:

«Ως πότε, παλικάρια, θα ζούμε στα στενά;…».

***

Αλλ΄ όταν οι καρδιές ψυχραθούν και στερέψουν από ευγενή αισθήματα και στο κενό ορμίσουν άλλα αισθήματα, αισθήματα κατώτερα, αισθήματα σαρκολατρίας, τότε από μικρούς και μεγάλους ακούγονται άλλα τραγούδια, τραγούδια κοσμικά και αισχρά, τραγούδια που δείχνουν σε ποια κατάπτωση έχει πέσει μια κοινωνία. Μια διεφθαρμένη κοινωνία δεν θέλει να ακούει εκλεκτή μουσική. Αλλ΄ όταν στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση παρουσιασθεί κάποιος και αρχίσει να τραγουδάει τραγούδια αισχρά, που παλιότερα ούτε οι πόρνες δεν τολμούσαν να τραγουδήσουν, τότε όλοι κολλάνε τα αυτιά τους στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση και μαθαίνουν τα αισχρά τραγούδια και τα τραγουδούν αδιάντροπα. Και νήπια ακόμα μαθαίνουν και τραγουδούν τέτοια τραγούδια, και ανόητοι γονείς τα ακούνε και καμαρώνουν για την πρόωρη μουσική «εξέλιξη» των παιδιών τους. Χρυσές δουλειές κάνουν οι μουσικοσυνθέτες αισχρών τραγουδιών. Οι δίσκοι τους έχουν τεράστια κυκλοφορία. Έτσι τα σημερινά σπίτια γέμισαν από κόπρια του Σατανά. Ναι, τέτοια τραγούδια είναι κόπρια του σατανά! Που αίσθησης του καλού και του ωραίου;…

Η ιστορία διδάσκει και αυτό, όταν αισχρά τραγούδια επικρατήσουν μέσα στην κοινωνία, η κοινωνία καταστρέφεται και διαλύεται. Γι’ αυτό και το κράτος μας, που αφήνει να τραγουδούν από τα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις αισχρά τραγούδια, διαπράττει έγκλημα. Άλλα κράτη που θέλουν να ζήσουν, έχουν λάβει τα μέτρα τους και καμία σειρήνα του διαβόλου δεν τραγουδάει πορνικά τραγούδια. Εδώ στην Ελλάδα ανοίγεις το ραδιόφωνο ή την τηλεόραση και νομίζεις πως μπαίνεις σ’ ένα πορνείο κι ακούς να τραγουδούν οι πόρνες.

***

Αλλά δεν υπάρχουν μόνο κοσμικά τραγούδια, δεν υπάρχουν μόνο τραγούδια του διαβόλου. Υπάρχουν και τραγούδια του Θεού. Ποια είναι τα τραγούδια του Θεού; Πάνε τώρα πολλά χρόνια που σε ένα σπίτι της Αθήνας πήγαινε ένας σεμνός ηλικιωμένος άνθρωπος.  Και αντί να φλυαρεί και να λέει ανοησίες, όπως κάνουν οι πολλοί στις επισκέψεις αυτός άρχιζε να ψέλνει με κατάνυξη τροπάρια και απολυτίκια της Εκκλησίας. Μέσα στο σπίτι ήταν και ένα παιδί που τον άκουγε με μεγάλη ευχαρίστηση. Κι όταν εκείνος ο ευγενικός άνθρωπος άργησε κάποτε να επισκεφθεί το φιλικό του σπίτι, ο μικρός ανησύχησε και ρώτησε τη μητέρα του: «Μάνα, που είναι ο άνθρωπος που τραγουδούσε τα τραγούδια του Θεού; Δεν θα μας έρθει πάλι;» η αγνή καρδιά του παιδιού αρεσκόταν στα τραγούδια του Θεού.

Ο άνθρωπος που έψελνε τα τραγούδια του Θεού ήταν ένας ψάλτης που δεν πήγαινε στις εκκλησίες σαν επαγγελματίας ψάλτης για να πάρει μισθό αλλά ήταν ένας ιδεολόγος ψάλτης που μακάρι να ήταν σαν αυτόν όλοι οι ψάλτες της Ελλάδας. Ο ψάλτης αυτός είναι ο γνωστός λογοτέχνης Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Αυτός ο άνθρωπος του πνεύματος αφού δούλευε όλη την εβδομάδα σε εφημερίδες και περιοδικά για να βγάλει το ψωμί του, τις Κυριακές και τις γιορτές πήγαινε σε ένα ταπεινό εκκλησάκι των Αθηνών, στον Άγιο Ελισαίο, κι εκεί μαζί με άλλους ομοϊδεάτες έψελνε τα τραγούδια του  Θεού.

***

Υπάρχουν σήμερα ψάλτες, που να ψέλνουν σαν τον Παπαδιαμάντη; Στην αρχαία εποχή, την εποχή την εποχή των διωγμών, οι χριστιανοί μαζεύονταν σε σπίτια, σπηλιές και κατακόμβες, κι εκεί με σιγανή φωνή, γεμάτοι κατάνυξη, όλοι μαζί, γυναίκες, άντρες και παιδιά, έψελναν τα τραγούδια του Θεού. Μια αγία, μια αγγελική ατμόσφαιρα εδημιουργήτο. Πιστοί και ταπεινοί άνθρωποι έσμιγαν τις φωνές τους με τις φωνές των αγγέλων. Έψελναν όπως λέει ο απόστολος Παύλος, «λαλούντες εαυτοίς ψαλμοίς και ύμνοις και ωδές πνευματικές, άδοντες και ψάλλοντες εν τη καρδία αυτών τω Κύριω» (Εφεσ. 5,8).

Όλοι κατά την αρχαία εποχή της εκκλησίας έπαιρναν μέρος στην ψαλμωδία. Όλο το εκκλησίασμα ψυχικά ενωμένο και αδελφωμένο, γινόταν ένα στόμα και υμνούσε το Θεό. Αλησμόνητοι χρόνοι. Ήταν τέτοια η ευλάβεια των πρώτων χριστιανών, ώστε και άπιστοι, που σαν εχθροί και κατάσκοποι έμπαιναν στους τόπους της λατρείας έμεναν κατάπληκτοι, πίστευαν στο Χριστό και έλεγαν: εδώ πραγματικά λατρεύεται ο αληθινός Θεός.

Αργότερα όταν το θρησκευτικό συναίσθημα ψυχράνθηκε και συνέβαιναν αταξίες με το να ψέλνουν όλοι μαζί, η εκκλησία περιόρισε το ψάλσιμο σε λίγα πρόσωπα, που λέγονται ψάλτες και σχηματίζουν χορωδίες, που κατά κάποιο τρόπο υπενθυμίζουν την αρχαία εποχή.

Οι ψάλτες εκτελούν ιερή διακονία και πρέπει να είναι υποδείγματα χριστιανικής ζωής. άνθρωποι που δεν πιστεύουν στο Θεό, άνθρωποι ασεβείς και βλάσφημοι, άνθρωποι μέθυσοι και χαρτοπαίκτες με σκανδαλώδη οικογενειακή ζωή, τέτοιοι άνθρωποι, όσο σπουδαίο μουσικό τάλαντο και αν έχουν, δεν επιτρέπεται να ανεβαίνουν στα αναλόγια και να ψέλνουν. Τέτοιοι ψάλτες δεν δημιουργούν κατάνυξη άλλα σκάνδαλο. Μ’ όση ευκολία ψέλνουν, με τόση τραγουδούν και τα αισχρά τραγούδια.

***

Γι΄ αυτό πρέπει και να δίνεται στο θέμα του διορισμού ψαλτών μεγάλη προσοχή, κυρίως στις πόλεις γιατί στα χωριά -αλλοίμονο-  δεν υπάρχουν ψάλτες. Και η εκκλησία πρέπει να φροντίσει να συμπληρώσει το κενό που δημιουργεί η έλλειψης ψαλτών στην ύπαιθρο ιδρύοντας σχολές ψαλτών στις έδρες των Μητροπόλεων και άλλες πόλεις.

Είθε να αποκτήσουμε ψάλτες σαν τον Παπαδιαμάντη, ψάλτες στους οποίους να αρμόζει μια αρχαία ευχή της εκκλησίας: «Πρόσεχε ότι ψάλλεις δια του στόματος να πιστεύεις και εν τη καρδιά σου, και ότι πιστεύεις εν τη καρδιά σου, να επισφραγίζεις διά του βίου σου.»

*****************************

ΔΙΑΚΟΝΟΙ

*****************************

Μέχρι τώρα μιλήσαμε για άτομα που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους μέσα στον ορθόδοξο ναό, άλλοι σαν πυλώροι, άλλοι σαν νεωκόροι, άλλοι σαν αναγνώστες και άλλοι σαν ψάλτες. Αυτοί αποτελούν το υπηρετικό προσωπικό του ναού και ονομάζονται κατώτερος κλήρος. Είναι πρόσωπα εκκλησιαστικά, βρίσκονται συχνότερα στο ναό, έρχονται σε επαφή με τον πιστό λαό και πρέπει η συμπεριφορά τους να είναι χριστιανική.

Ύστερα από τον κατώτερο κλήρο έρχεται ο ανώτερος κλήρος. Ο ανώτερος κλήρος αποτελείται από τους τρεις βαθμούς της ιεροσύνης, τους διακόνους δηλαδή, τους ιερείς και τους επισκόπους.

***

Αλλά μόλις πούμε τη λέξη ιερείς, ακούγονται αντιρρήσεις. Άλλες αντιρρήσεις προέρχονται από τους υλιστές και άθεους, που θέλουν να ξεριζώσουν κάθε θρησκευτικό στοιχείο από την ψυχή του ανθρώπου. Θέλουν να δημιουργήσουν μια νέα κοινωνία ανθρώπων κοινωνία υλιστών και άθεων. Στην σατανική αυτή επιδίωξη τους βλέπουν σαν μεγαλύτερο εμπόδιο τους ιερείς. Αφρίζουν όταν δουν στον δρόμο ιερέα. Δαιμονίζονται. Βρίζουν. Κάνουν αισχρές χειρονομίες. Αν μπορούσαν, θα έσφαζαν όλους τους ιερείς γιατί οι ταλαίπωροι νομίζουν, πως η θρησκεία είναι εφεύρεσης των παπάδων, και αν εξαφανισθούν οι παπάδες θα εξαφανισθεί και η θρησκεία. Πόσο σφάλουν! Πόσο παραλογίζονται! Είναι σαν να παρουσιασθεί ένας και να λέει, πως οι αρτοποιοί επινόησαν το ψωμί για να εκμεταλλεύονται το λαό, και ότι αν καταργήσουμε τους αρτοποιούς θα καταργηθεί και το ψωμί και η πείνα.

Αλλ’ όπως η φυσική ανάγκη του ανθρώπου είναι η πείνα, έτσι πνευματική ανάγκη είναι η θρησκεία. Ο άνθρωπος πεινά τον Θεό. Δεν είναι λοιπόν η θρησκεία εφεύρεσης των παπάδων. Οι κληρικοί ανταποκρίνονται σε μια πνευματική ανάγκη, την βαθύτερη πνευματική ανάγκη, την ανάγκη να συνδεθεί ο άνθρωπος με το Θεό. Μπορεί οι άθεοι μια μέρα να επικρατήσουν και να κυβερνήσουν όλο τον κόσμο και να σφάξουν όλους του ιερείς. Αλλ’ η θρησκεία δεν θα εξαφανισθή. Εφ’ όσον υπάρχει άνθρωπος που σκέπτεται και αισθάνεται, δεν θα πάψει να υπάρχει και η θρησκεία. Ότι είναι έμφυτο, είναι και ανεκρίζωτο.

***

«Κάτω οι παπάδες!», φωνάζουν οι υλισταί και οι άθεοι. Αλλά «κάτω οι παπάδες!», φωνάζουν και άλλοι. Ποιοι είναι αυτοί; Περίεργο πράγμα. Αυτοί δεν είναι άθεοι. Κάνουν το θρησκευτικό. Απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ, και τα μεσάνυχτα ακόμα, μιλάνε για την Αγία Γραφή. Φαίνονται πως είναι οι πιο θρησκευτικοί και ηθικοί άνθρωποι του κόσμου. Κι’ όμως, μόλις τους μιλήσεις για τους ιερείς, εξαγριώνονται, δαιμονίζονται και μιλάνε με πάθος εναντίον του ιερατείου. «Δεν χρειαζόμαστε παπάδες», λένε. «Δεν έχουμε ανάγκη από μεσίτες. Μόνοι μας μπορούμε να έρθουμε σε επικοινωνία με το Θεό». Ποιοι είναι αυτοί, που καταφέρονται εναντίον του ιερατείου; Είναι αιρετικοί. Είναι οι προτεστάντες. Είναι προπαντός οι χιλιασταί. Αυτοί όχι μονάχα δεν θέλουν ιερατείο, αλλά και κηρύττουν, πως όλοι οι κληρικοί είναι όργανα του διαβόλου. Αυτοί μισούν τους κληρικούς περισσότερο απ’ τους αθέους.

Απαντήσαμε στους πρώτους αναφέροντες το παράδειγμα του αρτοποιού. Θα απαντήσουμε στους άλλους όχι πια με παραδείγματα, αλλά με τη Γραφή που κρατούν στα χέρια τους και λένε πως σ’ αυτή και μόνο πιστεύουν.

Αν ανοίξουμε την Παλαιά Διαθήκη, βλέπουμε πως ο ίδιος ο Θεός απ’ τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ ξεχώρισε τη φυλή του Λευί για να προσφέρει θυσίες. Και πρώτος αρχιερέας ορίστηκε ο Ααρών. Υπάρχει δε και ολόκληρο βιβλίο, το Λευιτικό, που περιγράφει με λεπτομέρειες τα καθήκοντα του ιερατείου. Ο ίδιος ο Θεός λοιπόν στην Παλαιά Διαθήκη όρισε ιερατείο. Και στην Καινή Διαθήκη, σαν ήρθε ο Χριστός και πάνω στο φρικτό Γολγοθά πρόσφερε την ύψιστη θυσία και λύτρωσε το ανθρώπινο γένος από την αμαρτία και χρημάτισε ο Αρχιερεύς σε απόλυτη έννοια, αυτός ο ίδιος ο Χριστός όταν ακόμα βρισκόταν στη γη ξεχώρισε από το πλήθος των πιστών δώδεκα ανθρώπους τους κατάρτισε για το αποστολικό τους έργο και τέλος τους εφοδίασε με εξουσία.

Ποια είναι η εξουσία; Είναι μια εξουσία, που ανώτερη απ’ αυτή δεν υπάρχει στον κόσμο. Όλοι οι βασιλιάδες, όλοι οι φιλόσοφοι, όλοι οι επιστήμονες, όλοι οι μεγάλοι άνδρες – τι λέω; – όλοι οι άγγελοι και οι αρχάγγελοι μαζί δεν έχουν την εξουσία, που έδωσε ο Χριστός στους αποστόλους. Είναι μια εξουσία, που ξεπερνά ασύγκριτα κάθε άλλη εξουσία. Και πρέπει να είμαστε ευγνώμονες στο Χριστό και για άλλες δωρεές, αλλά προπαντός γιατί έδωσε μια τέτοια εξουσία, μια τέτοια δωρεά στους αποστόλους. Άς ακούσουμε τι είπε ο Χριστός: «Λάβετε Πνεύμα Άγιον αν τινων αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς, αν τινων κρατήτε, κεκράτηνται»

Και ρωτάμε τώρα τους προτεστάντες και τους χιλιαστάς, που δεν παραδέχονται ιερατείο: Αυτή η εξουσία, που έδωσε ο Χριστός στους αποστόλους, παρέμεινε μόνο στους αποστόλους; Και μόνο όσοι ζούσαν στην εποχή των αποστόλων και πίστευαν στο Χριστό και μετανοούσαν για τις αμαρτίες τους, μόνο αυτοί θάπαιρναν συγχώρηση, και όλοι που έζησαν κατόπιν μέχρι σήμερα και θα ζήσουν μέχρι τη δευτέρα παρουσία, όλοι αυτοί θα μείνουν ασυγχώρητοι; Δεν υπάρχουν διάδοχοι των αποστόλων για να λύσουν τις αμαρτίες τους; Μόνο για λίγα χρόνια θα φώτιζε τη γη το ουράνιο αυτό τόξο που λέγεται άφεσις αμαρτιών; – Όχι, απαντά ένα βιβλίο της Αγίας Γραφής, που μιλάει για την ιεροσύνη. Είναι η προς Εβραίους Επιστολή. Εκεί ακούμε τον απόστολο να βροντοφωνάζει τη μεγάλη αυτή αλήθεια: «Έχομεν θυσιαστήριον εξ ου φαγείν ουκ έχουσιν εξουσίαν οι τη σκηνή λατρεύοντες». Όπου θυσιαστήριο, εκεί και ιερωσύνη. Όπου θυσία εκεί και άφεσις αμαρτιών. Αλλά και οι ποιμαντικές επιστολές του Παύλου μιλάνε για ειδικό χάρισμα, που εδίνετο σε ορισμένα πρόσωπα με επίθεση των χειρών των αποστόλων, με χειροτονία δηλαδή.

Υπήρχε λοιπόν ιεροσύνη απ’ την αποστολική εποχή. Υπήρχαν κι’ οι τρεις βαθμοί της ιερωσύνης, διάκονοι, πρεσβύτεροι, επίσκοποι.

Για τους διακόνους τούτο μονάχα λέμε εδώ, ότι, όπως βλέπουμε στο 6ο κεφάλαιο των Πράξεων των αποστόλων, η πρώτη χριστιανική κοινότης μετά από πρόταση των αποστόλων εξέλεξε τους επτά διακόνους, που επισημότερός τους ήταν ο πρωτομάρτυς Στέφανος. Έργο των επτά διακόνων στην αρχή ήταν να υπηρετούν τους χριστιανούς στις υλικές ανάγκες τους, όπως ήταν οι κοινές τράπεζες, όπου κάθονταν όλοι οι χριστιανοί και έτρωγαν μαζί και δοξολογούσαν το Θεό. Οι διάκονοι υπηρετούσαν στην υλική τράπεζα. Αλλά κατόπιν υπηρετούσαν και στην πνευματική τράπεζα της θείας κοινωνίας.

Οι διάκονοι δεν μπορούν να τελέσουν κανένα μυστήριο. Είναι βοηθοί των ιερέων και επισκόπων στο λειτουργικό έργο τους, αλλά και στο διδακτικό και ποιμαντικό. Όπως αναφέρει δε η ιστορία, διάκονοι προσέφεραν μεγάλες υπηρεσίες στην Εκκλησία του Χριστού αρκεί ν’ αναφέρουμε το παράδειγμα του Μ. Αθανασίου, που κατατρόπωσε τον Άρειο ως διάκονος στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο.

Οι διάκονοι είναι αυτιά και μάτια και στόμα του επισκόπου. Αλλά ποιοι διάκονοι; Οι διάκονοι που έχουν φόβο Θεού, που μέρα και νύχτα μελετούν τη Γραφή και αναπνέουν και ζουν μέσα στην αγία ατμόσφαιρα της προσευχής. Το οράριο που φορούν και είναι το διακριτικό τους άμφιο φωνάζει: Διάκονοι, προσεύχεσθε, προσεύχεσθε!

*****************************

ΙΕΡΕΙΣ

*****************************

Είδαμε, αγαπητοί, στο προηγούμενο κήρυγμα ποιοι είναι οι εχθροί της ιεροσύνης. Είναι οι υλισταί και άθεοι, είναι οι αιρετικοί προτεστάντες, και προπαντός στις μέρες μας οι αντίχριστοι χιλιασταί. Αλλ’ εκτός απ’ αυτούς υπάρχουν και άνθρωποι, που λέγονται ορθόδοξοι χριστιανοί, αλλά έχουν κι’ αυτοί εσφαλμένες αντιλήψεις για την ιεροσύνη. Μερικοί απ’ αυτούς περιορίζουν τη δύναμη της ιεροσύνης, και όταν τους προτρέπεις να πάνε να εξομολογηθούν σου λένε: «Γιατί να πάω στον παπά; Λέω τ’ αμαρτήματά μου στην εικόνα».

Αυτός ο χριστιανός λέγεται ορθόδοξος, αλλά είναι κακόδοξος. Μιλάει με γλώσσα αιρετικού, που αρνιέται την ιεροσύνη. Αρνείται την ιεροσύνη σε ένα απ’ τα ιερότερα έργα, όπως είναι το μυστήριο της θείας εξομολογήσεως. Αυτός ο χριστιανός παραλογίζεται. Γιατί όπως καταργεί το μυστήριο της εξομολογήσεως, πρέπει να καταργήσει και το μυστήριο του ιερού βαπτίσματος και να πηγαίνει στα ποτάμια και στις λίμνες και να βαπτίζει μόνος του τα παιδιά του. Επίσης, σύμφωνα με τη νοοτροπία του, πρέπει να καταργήσει και το μυστήριο της θείας κοινωνίας και να κάνει μόνος του θεία λειτουργία και θεία κοινωνία! Χωρίς να το καταλαβαίνει ο χριστιανός αυτός καταντά προτεστάντης. Και κάτι τέτοιους βρίσκουν οι αιρετικοί και εύκολα τους πιάνουν στα δίχτυα τους και τους ψαρεύουν. Μέσα τους έχει γκρεμιστεί η Ορθοδοξία. Δεν πιστεύουν ό,τι λέει ο Χριστός αλλ’ ό,τι λένε τα δικά τους μυαλά, μυαλά σκοτισμένα και χαλασμένα από τα πάθη και τις διάφορες θεωρίες. Ευαγγέλιο και Οικουμενική Σύνοδος, ή μάλλον πάνω από Ευαγγέλιο και Οικουμενική Σύνοδος είναι το μυαλουδάκι τους. Αν ήταν πραγματικοί ορθόδοξοι χριστιανοί, θα είχαν υπακοή στην Εκκλησία, που είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας» (Α΄ Τιμ. 3, 15)

***

Ο ιερεύς για ένα ορθόδοξο χριστιανό, ο ιερεύς του πιο μικρού και φτωχού χωριού, έχει εξουσία απ’ το Χριστό να τελεί τα ιερά μυστήρια και είναι ανώτερος απ’ όλους τους μεγάλους της γης και απ’ τους αγγέλους και τους αρχαγγέλους του ουρανού. Κανένας δεν μπορεί ν’ αντικαταστήσει τον ιερέα στην ιερή του αποστολή. Χίλιοι λαϊκοί, ένα εκατομμύριο λαϊκοί να μαζευτούν, δεν μπορούν να τελέσουν τη θεία λειτουργία. Έχουν βέβαια και οι λαϊκοί χαρίσματα απ’ το Θεό. Αλλά δεν έχουν το ειδικό χάρισμα της ιεροσύνης.

Πηγαίνετε λοιπόν στους ιερείς, ω αμαρτωλοί της γης – και ποιος δεν είναι αμαρτωλός; -, πηγαίνετε στους ιερείς, λέει ο Χριστός. Και στη φωνή αυτή του Χριστού πρέπει να υπακούει κάθε ένας που επιθυμεί τη σωτηρία του. Όποιος δεν υπακούει στον ιερέα, δεν υπακούει στο Χριστό.

-ναι, να πάμε στους ιερείς – λένε πολλοί – παραδεχόμαστε την ιεροσύνη. Αλλά δεν παραδεχόμαστε τους ιερείς. Πολλοί ιερείς είναι ανάξιοι. Δεν ακούτε τι λένε; Δεν βλέπετε τι κάνουν; Είναι πλεονέκτες. Είναι φιλάργυροι. Είναι μέθυσοι. Είναι σκανδαλοποιοί. Είναι … Σε τέτοιους ιερείς να πάμε; Δώστε μας ένα καλό ιερέα, που να εφαρμόζει αυτά που διδάσκει, και τότε θ’ αρχίσουμε να πηγαίνουμε στην εκκλησία.

Αυτά λένε. Τι θ’ απαντήσουμε σ’ αυτούς; Δεν θ’ απαντήσουμε εμείς. Θ’ αφήσουμε ν’ απαντήσει ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. Άκουγε κι’ αυτός στις περιοδείες που έκανε πολλούς χριστιανούς να λένε, πως οι παπάδες δεν ήταν εντάξει. Και σ’ αυτούς τους χριστιανούς διηγείτο το εξής.

«Ένας άνθρωπος εξομολογείτο δεκαπέντε χρόνους εις ένα πνευματικόν και πηγαίνοντας πάλιν να εξομολογηθεί, τον εύρε οπού επόρνευε με μίαν γυναίκα. Και λέγει: Άχ! Αλλοίμονο εις εμένα, έχω τόσους χρόνους οπού εξομολογούμαι, και τώρα θα κολασθώ, όσα και αν μου εσυγχώρησεν, είναι όλα ασυγχώρητα. Λέγων αυτόν τον λόγον ευθύς έφυγεν.

Εις την οδόν εδίψασε. Πηγαίνει παρέκει και ευρίσκει ένα νερόν, οπού έτρεχε τόσον καθαρόν, ώστε λέγει: Εάν εδώ τούτο το νερόν έχη τόσην καθαρότητα, αμή εκεί εις την βρύσην οπού τρέχει, πόσην διαφοράν θα έχει; Έσκυψε και ήπιε. Πηγαίνοντας έφθασεν εις την βρύσην και βλέπει το νερόν οπού έβγαινεν από το στόμα ενός σκύλου! Ανεστέναξε και λέγει: Αλλοίμονον εις εμένα εμαγαρίστηκα. Τότε άγγελος Κυρίου του λέγει: Διατί πρώτον που ήπιες το νερόν δεν εμαγαρίσθης, και τώρα οπού είδες οπού βγαίνει από του σκύλου το στόμα το εμίσησες; Μήπως δεν είναι του Θεού, οπού έκαμε τον ουρανόν, την γην και τα πάντα; Εάν ο σκύλος είναι ακάθαρτος, μη λυπάσαι, το νερόν δεν είναι ιδικόν του. Ομοίως και ο πνευματικός οπού σε εξομολογούσε, η συγχώρησις οπού σου έκαμνε μήπως ήτο ιδική του; Εκείνη είναι του Παναγίου Πνεύματος. Επειδή και εκείνος έχει τον χαρακτήρα της ιεροσύνης, είναι ανώτερος και από βασιλείς και αγγέλους. Μα αν επόρνευε τι σε μέλει; Εκείνος παρουσιάζει το στόμα του σκύλου, και μη λυπάσαι, όσα και αν σου εσυγχώρησε, είναι όλα συγχωρημένα, μόνον πήγαινε και βάλε του μετάνοιαν και παρακάλεσε τον να σε συγχωρήσει, και εκείνον ο Θεός έχει να τον εξετάσει. Και έγινεν άφαντος ο άγγελος.

Επήγεν οπίσω ο άνθρωπος εις τον πνευματικόν και του διηγείται τα πάντα και του έβαλε μετάνοιαν καθώς του είπεν ο άγγελος. Ακούοντας ο πνευματικός ταύτην την διήγησιν έκλαυσε, εμετανόησε και εσώθη. Ημείς πρέπει να κατηγορώμεν τον εαυτόν μας και σωζόμεθα».

***

Ακούσατε τι λέει ο άγιος Κοσμάς; Ένας ιερεύς, όσο αμαρτωλός κι’ αν είναι, δεν παύει νάνε το όργανο της θείας χάριτος. Και όπως το νερό, είτε τρέχει μέσ’ από χρυσό σωλήνα είτε από σιδερένιο είτε από πήλινο, δεν παύει νάνε το ίδιο νερό που ξεδιψάει τον άνθρωπο, έτσι είναι και η θεία χάρις. Ενεργεί δια μέσου όλων των ιερέων, ασχέτως του ηθικού ποιού τους. Αν η ενέργεια της θείας χάριτος εξαρτώταν απ’ την ηθική ποιότητα των κληρικών, τότε ποιος θα μας έδινε εγγύηση, πως αυτός ή εκείνος ο ιερεύς είναι καθαρός και άγιος και απ’ αυτόν μονάχα πρέπει να δεχώμαστε τα μυστήρια; Και ποιον ιερέα δεν κατηγορεί ο κόσμος; Ποιον δεν κατηγορούν οι υλισταί, οι άθεοι και οι αιρετικοί; Ο ιερεύς εφ’ όσον έχει κανονική χειροτονία, είναι όργανο της θείας χάριτος, και όταν τελεί τα μυστήρια οι πιστοί αγιάζονται και σώζονται. Αλλιώς θάπρεπε όλοι ν’ αμφιβάλλουμε για τη σωτηρία μας. Γιατί που ξέρουμε αν κι αυτός που φαίνεται σαν άγιος δεν είναι υποκριτής; Άς αφήσουμε, λοιπόν, την κρίση στο Θεό, που γνωρίζει τις καρδιές και τα κρυπτά των ανθρώπων, και ας κοιτάξουμε τον αγιασμό των ψυχών μας.

***

Αυτά που λέμε για τους ιερείς δεν σημαίνουν, πως πρέπει να τους αφήσουμε να κάνουν ό,τι θέλουν. Γιατί έτσι πέφτουμε σε άλλο άκρο. Υπάρχουν δηλαδή χριστιανοί, που βλέπουν τον ιερέα να σκανδαλίζει την ενορία του με λόγια και με έργα, και εν τούτοις κανένας απ’ αυτούς δεν διαμαρτύρεται και δεν πηγαίνει στη Μητρόπολη για ν’ αναφέρει στον επίσκοπο τη διαγωγή του. Υπάρχουν μάλιστα και περιπτώσεις χριστιανών που άκουσαν και είδαν οι ίδιοι τον ιερέα να παρεκτρέπεται, κι’ όμως όταν τους κάλεσε η Μητρόπολις να καταθέσουν την αλήθεια, αυτοί δώσανε ψεύτικο όρκο και σκέπασαν τον ένοχο ιερέα και τον έκαναν χειρότερο.

Η ιεροσύνη είναι η υψίστη αποστολή. Αν είχαμε ιερείς όπως τους θέλει ο Θεός, διαφορετική θα ήταν η κατάστασις στον τόπο μας. Κανένας άλλος δεν μπορεί να ευεργετήσει τον τόπο τόσο πολύ, όσο ένας πιστός και δραστήριος ιερεύς. Είναι το φως και το αλάτι της κοινωνίας.

Άς παρακαλούμε το Θεό να δίνει αγίους ιερείς.

*****************************

ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ

*****************************

Μιλήσαμε, αγαπητοί μου, για τους διακόνους και τους ιερείς. Τώρα θα μιλήσουμε για τους επισκόπους. Κι’ εδώ ακούγονται αντιρρήσεις. Μερικοί λένε: Έχουμε παπάδες. Τι χρειάζονται οι δεσποτάδες;…

Σ’ αυτούς που λένε, πως το επισκοπικό αξίωμα είναι περιττό, απαντούμε τα εξής.

Είναι αλήθεια, πως στην αποστολική εποχή οι ιερείς ονομάζονταν και επίσκοποι. Γιατί, όπως και η λέξις σημαίνει, οι ιερείς επισκοπούσαν, ήταν δηλαδή και αυτοί σκοποί. Και όπως στο στρατό ο σκοπός στέκεται σ’ ένα φυλάκιο, που συνήθως είναι σε ψηλό μέρος, και από κει βλέπει και παρατηρεί μια ολόκληρη περιφέρεια, και είναι υπεύθυνος για κάθε ύποπτη κίνηση στην περιοχή του, και αλλοίμονο αν κοιμηθεί την ώρα της σκοπιάς, έτσι και οι ιερείς μέσα στην Εκκλησία βρίσκονται σε πνευματική κορυφή, σε πνευματική σκοπιά, και από κει πρέπει να βλέπουν και να παρατηρούν κάθε τι που συμβαίνει στην εκκλησιαστική περιφέρειά τους. Είναι υπεύθυνοι ενώπιον Θεού και ανθρώπων. Και όπως ο σκοπός, όταν δει μια κίνηση του εχθρού φωνάζει «Στα όπλα!» και ξεσηκώνει όλους τους στρατιώτες για ν’ αποκρούσουν τον εχθρό, έτσι κι’ ο ιερεύς, όταν στην περιφέρεια του δει, πως αιρετικοί και άπιστοι και σκανδαλοποιοί κινούνται και ορμούν σαν λύκοι για ν’ αρπάξουν τα πρόβατα του, είναι υποχρεωμένος να φωνάξει αμέσως και να καλέσει τους πιστούς σε πνευματικό συναγερμό για την απόκρουση των εχθρών της πίστεως και ηθικής. Και όπως πάλι, όταν ο σκοπός κοιμηθεί και οι εχθροί κάνουν αιφνιδιαστική επίθεση και προκαλέσουν καταστροφή και σκοτώσουν και αιχμαλωτίσουν, ο σκοπός περνάει από στρατοδικείο και καταδικάζεται σε θάνατο, έτσι κι’ ο ιερεύς που αδιαφορεί για τη φύλαξη του ποιμνίου του και χάνονται ψυχές, θα τιμωρηθεί. Αν δεν τιμωρηθεί στη γη, θα τιμωρηθεί στον άλλο κόσμο, όπου θα δώσει φρικτό λόγο στο Θεό. Αυτό δεν το λέμε εμείς, το λέει το Πνεύμα το Άγιο. Το λέει στον προφήτη Ιεζεκιήλ: «Σκοπόν δέδωκά σε τω οίκω Ισραήλ» Αυτός ο λόγος του Θεού κατ’ εξοχήν αρμόζει στους ιερείς, που είναι πνευματικοί σκοποί.

Συ ο ιερεύς του Υψίστου, αν απ’ τη σκοπιά σου παρατηρήσεις κίνηση εχθρού και σαλπίσεις, αλλ’ αυτοί που καλείς αδιαφορήσουν, και έρθει ο εχθρός και τους κατακόψει, τότε εσύ δεν θάχεις ευθύνη. Αν όμως αδιαφορήσεις και δεν σαλπίσεις σε ώρα κινδύνου, τότε η ευθύνη σου είναι τρομερή. Για κάθε ψυχή, που θα χαθεί εξ αιτίας σου, θα δώσεις φρικτό λόγο στο Θεό. Γι’ αυτό πρέπει νάσαι προσεκτικός και άγρυπνος. Ποτέ να μη ξεχνάς πως είσαι σκοπός.

***

Σκοπός ο ιερεύς. Γι’ αυτό ονομαζόταν και επίσκοπος. Αλλ’ αν ο ιερεύς, που φυλάει μια μικρή εκκλησιαστική περιφέρεια, ονομάζεται επίσκοπος, πολύ περισσότερο η ονομασία αυτή αρμόζει στον αρχιερέα, που τάχθηκε να φυλάει μια μεγάλη εκκλησιαστική περιφέρεια.

Όλοι οι ιερείς η πρεσβύτεροι στην αποστολική εποχή ονομάζονταν και επίσκοποι. Αλλ΄ αυτό δεν σημαίνει πως υπήρχαν μονάχα ιερείς. Όχι! Απ τους ιερείς ξεχώριζε κάποιος, στον οποίον οι απόστολοι έδιναν κάποια μεγαλύτερη εξουσία. Σ΄ αυτόν κατόπιν τον προϊστάμενο των ιερέων περιορίστηκε η ονομασία επίσκοπος.

Ο επίσκοπος λοιπόν, προϊστάμενος των ιερέων, δεν είναι δημιούργημα νεότερο και αξίωμα περιττό, όπως λένε οι προτεστάντες. Μέσα στον προτεσταντικό κόσμο υπάρχει μια μεγάλη μερίδα, που λέγονται πρεσβυτεριανοί, γιατί παραδέχονται μονάχα πρεσβύτερους ή ιερείς και δεν έχουν επισκόπους. Αλλ΄ η ιδέα των πρεσβυτεριανών είναι εσφαλμένοι. Δεν στηρίζεται στην αρχαία παράδοση της Εκκλησίας. Οι απόστολοι όπως μαρτυρεί η εκκλησιαστική ιστορία όπου πήγαιναν εκεί χειροτονούσαν πρεσβύτερους αλλά και επισκόπους, ιερείς δηλαδή αλλά και αρχιερείς. Επίσκοποι που πήραν τη χειροτονία απ ευθείας από αποστολικά χέρια τα χέρια του Παύλου, είναι ο Τιμόθεος και ο Τίτος, ο Τιμόθεος επίτροπος Εφέσου, ο Τίτος επίσκοπος Κρήτης. Από αποστολικά επίσης χέρια χειροτονήθηκε ο Άγιος Ιγνάτιος ο θεοφόρος, επίσκοπος Αντιόχειας.

Ο άγιος Ιγνάτιος, που το μαρτύριο του είναι από τα πιο συγκινητικά μαρτύρια, στις επιστολές του ξεχωρίζει καθαρά τους τρεις βαθμούς της ιεροσύνης. Μιλάει για διακόνους, πρεσβυτέρους και επισκόπους. Αξίζει ν’ ακούσουμε πως μιλάει ο άγιος Ιγνάτιος για τους τρεις βαθμούς της ιεροσύνης. Ο επίσκοπος – λέει – είναι «εις τόπον Χριστού». Οι πρεσβύτεροι «εις τόπον των αποστόλων». Και στους διακόνους έχει εμπιστευθεί η διακονία. Αλλού λέει: Όλοι ν’ ακούτε και ν’ ακολουθείτε τον επίσκοπο σαν το Χριστό, τους ιερείς σαν τους αποστόλους, και να σέβεστε τους διακόνους.

***

Ποιο είναι το έργο του επισκόπου; Το έργο του επισκόπου είναι όπως το έργο του ιερέως, αλλά πιο ευρύ και πλατύ. Ότι τελεί ο ιερεύς τελεί και ο επίσκοπος. Αλλ’ εκτός απ’ αυτά που τελεί ο ιερεύς, ο επίσκοπος έχει και μερικά άλλα καθήκοντα, που ανήκουν μονάχα στο βαθμό του επισκόπου. Είναι η χειροτονία κληρικών. Μόνος του χειροτονεί όλους τους βαθμούς, εκτός από το βαθμό του επισκόπου, για τη χειροτονία του οποίου χρειάζονται τουλάχιστον δυο επίσκοποι. Μεγάλη είναι η ευθύνη του επισκόπου για τις χειροτονίες. Γιατί θα δώσει λόγο στο Θεό και για τις αμαρτίες που κάνουν ανάξιοι κληρικοί που χειροτόνησε. Προτιμότερο να βάζει το χέρι πάνω στη φωτιά, παρά να το βάζει πάνω στο κεφάλι ενός απίστου και διεφθαρμένου ανθρώπου, που θα σκορπίσει το ποίμνιό του. Θεέ μου, ελέησε τον κόσμο σου από χειροτονίες αναξίων κληρικών!

Έργο του επισκόπου είναι επίσης η τέλεσης των εγκαινίων ναών. Έργο του η εποπτεία και η διοίκησης όλων των ναών, εξωκλησιών και παρεκκλησίων. Δεν πρέπει να χτίζεται ναός χωρίς την άδεια του επισκόπου. Έργο του η συμφιλίωσης των ανθρώπων και μάλιστα των ανδρογύνων, που με διάφορες αιτίες έρχονται σε διάσταση και κινδυνεύουν να διαλυθούν. Έργο του η έκδοσης διαζυγίου. Δεν πρέπει βέβαια να εκδίδει διαζύγια χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος, όπως είναι η μοιχεία. Φύλακας και προστάτης της χριστιανικής οικογένειας πρέπει νάνε ο επίσκοπος. Έργο του η τιμωρία των κληρικών που σκανδαλίζουν το λαό του Θεού. Και όχι μόνο των κληρικών, αλλά και των λαϊκών που διαπράττουν φανερά αμαρτήματα και σκανδαλίζουν το λαό. Και σ’ αυτούς έχει καθήκον ο επίσκοπος να επιβάλλει πνευματικές τιμωρίες, όπως είναι η αποχή απ’ τη θεία κοινωνία για ένα διάστημα. Έργο του ο αφορισμός των αιρετικών, που παρ’ όλες τις προσπάθειες επιμένουν στις πλάνες τους και προσπαθούν να τις μεταδώσουν και σ’ άλλους. Έργο του η προστασία χηρών και ορφανών και κάθε ανθρώπου που αδικείται σ’ αυτό τον κόσμο.

Αλλ’ απ’ όλα τα έργα το σπουδαιότερο, που πρέπει σ’ αυτό νάνε αφοσιωμένος ο επίσκοπος, είναι το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Ο επίσκοπος πρέπει να κηρύττει όχι μονάχα τις Κυριακές και εορτές, αλλ’ αν είναι δυνατόν καθημερινά. Να διδάσκει, να κατηχεί, αλλά και να ελέγχει σύμφωνα με την εντολή του αποστόλου Παύλου: «Τους αμαρτάνοντας ενώπιον πάντων έλεγχε, ίνα και οι λοιποί φόβον έχωσι».

Ο επίσκοπος, με λίγα λόγια, είναι η πηγή και το κέντρο της εκκλησιαστικής εξουσίας μέσα στην περιφέρειά του. Είναι, πρέπει να είναι, ένας πνευματικός ήλιος, που να φωτίζει και να θερμαίνει και να ζωογονεί όλη την περιφέρειά του.

***

Χριστέ! Συ που είσαι ο αιώνιος πνευματικός ήλιος της ανθρωπότητας, σε παρακαλούμε, άναψε και πάλι στην Εκκλησία σου νέα φώτα, ιερείς και επισκόπους, για να διαλύσουν τα σημερινά σκοτάδια της ανθρωπότητας και να λάμψει παντού το δικό σου πνευματικό φως.

*****************************

ΕΠΙΤΡΟΠΟΙ

*****************************

Η Εκκλησία, αγαπητοί, η Εκκλησία δεν είναι ένας οργανισμός, όπως είναι οι οργανισμοί που φτιάχνουν οι άνθρωποι για ορισμένους σκοπούς. Όχι. Είναι ένας οργανισμός, που ξεχωρίζει απ’ όλους τους οργανισμούς της γης. Είναι ένας οργανισμός, που ιδρύθηκε απ’ το Θεό. Ιδρυτής είναι ο Θεάνθρωπος, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, που κατέβηκε στη γη, έγινε άνθρωπος, συναναστράφηκε με τους αμαρτωλούς ανθρώπους, δίδαξε, έκανε θαύματα, σταυρώθηκε, αναστήθηκε και αναλήφθηκε στους ουρανούς. Πνεύμα Άγιο ήρθε τη μέρα της Πεντηκοστής και οι μαθηταί του Χριστού, οι ψαράδες της Γαλιλαίας, πήραν δύναμη υπερφυσική και γεμάτοι ιερό ενθουσιασμό σαν αετοί έτρεξαν σ’ όλη την οικουμένη και στις διάφορες πόλεις του αρχαίου κόσμου ίδρυσαν εκκλησίες. Και το ουράνιο δένδρο, ο Χριστιανισμός, ξάπλωσε τα κλαδιά του σ’ ανατολή και δύση, βορρά και νότο. Μέγα μυστήριο η Εκκλησία!

***

Θεοσύστατο ίδρυμα, πνευματικός οργανισμός η Εκκλησία του Χριστού. Πνευματικός και ο σκοπός της Εκκλησίας. Ποιος είναι ο σκοπός της; Η σωτηρία των ψυχών. Ο σκοπός αυτός ξέρουμε πως δεν εντυπωσιάζει πια τον κόσμο. Ο κόσμος ακούει σωτηρία ψυχών και μένει ψυχρός και αδιάφορος. Άλλοι σκοποί και άλλα ιδεώδη συγκινούν τον άνθρωπο σήμερα. Μια νίκη π.χ. της ποδοσφαιρικής ομάδος που υποστηρίζει τον συγκλονίζει, τον κάνει να πετάει απ’ τη χαρά του. Μικροί και ασήμαντοι σκοποί. Αλλά για κείνον που τον φώτισε το Άγιο Πνεύμα και είδε το φως και την αλήθεια και πίστεψε στο Χριστό, για τον άνθρωπο αυτό δεν υπάρχει άλλος σκοπός και άλλο ιδανικό απ’ την Εκκλησία του Χριστού.

Και σας ρωτώ: Υπάρχει στον κόσμο πιο πολύτιμο πράγμα απ’ την ψυχή του ανθρώπου; Αν αυτή χαθεί, τι έχει να ωφεληθεί ο άνθρωπος, κι’ αν ακόμα μαζέψει όλο το χρυσάφι του κόσμου και γίνει ο πλουσιότερος στη γη; Ή τι θα ωφεληθεί αν ανεβεί στις πιο ψηλές θέσεις ή αν σπουδάσει και γνωρίσει όλες τις επιστήμες; Μπροστά στο θάνατο όλα αποδεικνύονται μια ματαιότητα. Ματαιότητα ο πλούτος, ματαιότητα η δόξα, ματαιότητα οι ηδονές και οι διασκεδάσεις, ματαιότητα κι’ αυτή ακόμα η γνώσης. Η ψυχή πρέπει να σωθεί, πρέπει να λυτρωθεί απ’ την αμαρτία. Η ψυχή πρέπει ν’ απαλλαγεί, όπως λένε οι ψυχολόγοι, απ’ το άγχος, τη φοβερή αγωνία των ημερών μας που δημιουργεί μέσα στα βάθη της ψυχής του ανθρώπου τα αισθήματα της ενοχής και του φόβου για το αύριο. Σκλάβα η ψυχή κλαίει και αναστενάζει και ζητάει τον ελευθερωτή της. Αλλά ποιος θα την ελευθερώσει; – Ο Χριστός, απαντούν οι αιώνες.

Πνευματικός οργανισμός η Εκκλησία αποβλέπει στη σωτηρία των ψυχών. Μια ψυχή ελεύθερη απ’ τις κακίες και τα πάθη μπορεί κι’ εδώ ακόμα στη γη να δημιουργήσει μια νέα τάξη πραγμάτων, να συντελέσει όσο κανένας άλλος στην ευτυχία και ευδαιμονία της ανθρωπότητας. Ψυχή του κόσμου είναι η Εκκλησία.

Πνευματικός οργανισμός η Εκκλησία, πνευματικά και τα μέσα που μεταχειρίζεται, όπως η διδασκαλία, ο λόγος του Θεού, και τα μυστήρια. Δωρεάν τα προσφέρει σ’ όσους θέλουν τη σωτηρία τους. «Δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε», είναι η εντολή του Χριστού, του ιδρυτού της Εκκλησίας (Ματθ. 10, 8).

***

Πνευματικός ο σκοπός της Εκκλησίας, πνευματικά τα μέσα, αλλά πνευματικά πρέπει νάνε και τα όργανα της Εκκλησίας, που καλούνται να συνεχίσουν το θείο έργο του Ιδρυτού της. Και όργανα της Εκκλησίας είναι οι κληρικοί, για τους οποίους μιλήσαμε σε προηγούμενες ομιλίες. Αλλά για να είναι πνευματικοί άνθρωποι οι κληρικοί, πρέπει νάνε ανώτεροι της ύλης, ανώτεροι χρημάτων, να μισούν τη φιλαργυρία και να ζουν φτωχοί και απέριττοι, όπως ο Χριστός. Και τέτοιοι ήταν οι κληρικοί στην αρχαία Εκκλησία. Και αν παρουσιαζόταν κανένα κρούσμα φιλαργυρίας και πλεονεξίας, ελεγχόταν και επατάσσετο. Ο φιλάργυρος κληρικός δεν είχε θέση στην Εκκλησία. Θεωρούνταν σαν άλλος Ιούδας, που πούλησε το Χριστό για τριάντα αργύρια.

Την πνευματικότητα της αγίας Εκκλησίας και με τα λόγια και με τα έργα τους κηρύττουν οι κληρικοί της αρχαίας Εκκλησίας.

Υπάρχουν σήμερα κληρικοί πνευματικοί; Βλέπουμε και σήμερα ιερείς που δεν παρασύρονται απ’ το ρεύμα της ύλης, αλλά παρ’ όλες τις δυσκολίες και τα εμπόδια κρατούν την πνευματικότητά τους και μπορούν σαν τον απόστολο Πέτρο να πουν κι’ αυτοί: «Αργύριον και χρυσίον ουχ υπάρχει μοι, ο δε έχω τούτο σοι δίδωμι εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Ναζωραίου έγειρε και περιπάτει». Ξέρω στην περιφέρειά μας έναν ιερέα φτωχό, πολύ φτωχό, με γυναίκα και πολλά παιδιά. Είναι πνευματικός άνθρωπος. Παρ’ όλο που παίρνει μικρό μισθό, αγωνίζεται και κρατάει την πνευματικότητά του. Τελεί δωρεάν όλα τα μυστήρια. Δραχμή δεν παίρνει. Δεν παίρνει τυχερά. Αν κανένας προθυμοποιηθεί να του δώσει κάτι, αμέσως με πολύ ταπείνωση λέει: «Όχι, εγώ δεν παίρνω τίποτε. Ότι θέλεις να δώσεις δώστα στην εκκλησία που το έχει τόσες ανάγκες». Κι οι χριστιανοί, που βλέπουν ένα τέτοιο αφιλάργυρο πνευματικό άνθρωπο, συγκινούνται και δίνουν στην εκκλησία διπλάσια και τριπλάσια. Και ενώ ο παπάς είναι φτωχός, η εκκλησία είναι πλούσια σε έργα αγάπης και ευποιίας.

Ευτυχισμένες είναι οι ενορίες που χουν τέτοιους πνευματικούς ιερείς. Και, δόξα το Θεό, το παράδειγμα που αναφέραμε δεν είναι μοναδικό.

***

Η Ορθόδοξος Εκκλησία, που θέλει οι κληρικοί της να στέκονται ψηλά και να μην ανακατεύονται με λεφτά, όρισε σε κάθε ναό που λειτουργεί να υπάρχουν λαϊκά πρόσωπα, που να βοηθούν την εκκλησία στον οικονομικό τομέα. Γιατί ο ναός σαν κτίριο έχει διάφορες ανάγκες, συντήρησης και επισκευής, όπως κάθε κτίριο εάν δεν το κοιτάξουν θα ερημώσει και θα καταστραφεί. Και οι χριστιανοί προσφέρουν για το ναό διάφορα ποσά. Τα χρήματα αυτά, αν τα έπαιρνε ο ιερευς και τα διαχειριζόταν μόνος του υπήρχε φόβος να κατηγορηθεί πως κλέβει και σπαταλά τα χρήματα. Και αν μια τέτοια κατηγορία πιστευτεί, ο ιερεύς δεν μπορεί πια να σταθεί. Γι’ αυτό υπάρχουν οι επίτροποι. Αυτοί εισπράττουν τα έσοδα της εκκλησίας. Και σύμφωνα με τους νόμους και τους κανονισμούς ξοδεύουν τα χρήματα όπου πρέπει και κάθε χρόνο δίνουν απολογισμό και ελέγχονται.

Οι επίτροποι προσφέρουν υπηρεσίες στην Εκκλησία. Υπάρχουν δε επίτροποι, που είναι ευσεβείς και έχουν ζήλο για την πρόοδο της Εκκλησίας και πολύ κομπιάζουν. Και αν σήμερα υπάρχουν όμορφοι ναοί, που τους βλέπει κανείς και χαίρεται, αυτό οφείλεται κατά μέγα μέρος και στο ζήλο των επιτρόπων, που αναπτύσσουν μεγάλη δραστηριότητα για να μαζέψουν χρήματα να χτιστεί ο ναός. Ξέρω έναν επίτροπο, παρόλα τα γηρατειά του, προκειμένου να χτιστεί ο ναός του χωριού του, ταξίδεψε στο εξωτερικό και έφτασε μέχρι απομακρυσμένη πόλη της Ευρώπης για να κάνει εκεί έρανο ανάμεσα στους συμπατριώτες του.

Στα πνευματικά λοιπόν οι κληρικοί, στα υλικά και οικονομικά οι λαϊκοί επίτροποι. Αλλά και στον οικονομικό τομέα, που έχουν ταχθεί οι επίτροποι και στον τομέα αυτό ποτέ δεν πρέπει να ξεχνούν, πως η εκκλησία δεν είναι ένας οικονομικός οργανισμός, δεν είναι «μπεζαχτάς» δεν είναι μαγαζί, αλλά πνευματικός οργανισμός, που και αυτά τα χρήματα που δίνουν οι χριστιανοί γίνονται έργα να δοξάζεται ο Θεός και να ευεργετούνται οι άνθρωποι. Έτσι και η ύλη μέσα στο πνευματικό οργανισμό της εκκλησίας γίνεται όργανο του πνεύματος.

*****************************

ΟΙ ΛΑΪΚΟΙ

*****************************

ΛΑΙΚΟΙΗ Εκκλησία αγαπητοί, όπως είπαμε, είναι ένας θεοσύστατος οργανισμός. Πνευματικός και άγιος ο σκοπός της. Πνευματικά και άγια τα μέσα που μεταχειρίζεται για να πετύχει το σκοπό της. Και πνευματικοί άνθρωποι πρέπει να είναι τα όργανά της, οι κληρικοί. Ανώτεροι χρημάτων και ανθρώπινων αδυναμιών. Έτσι θα διαψεύσουν εκείνο που λένε οι άθεοι, πως η εκκλησία είναι ένα μαγαζί!…

***

Οι εχθροί, εξ αιτίας της φιλαργυρίας ορισμένων φιλάργυρων και πλεονεκτών κληρικών, κατηγορούν την εκκλησία και από τα άστρα θέλουν να τη ρίξουν χαμηλά στη συνείδηση του λαού, να την παρουσιάσουν μια εμπορική επιχείρηση με ταπεινές επιδιώξεις. Γι αυτό πόσο μεγάλη είναι η ευθύνη των κληρικών εκείνων, που με τη ιδιοτέλεια τους και την αντιχριστιανική ζωή τους γίνονται αιτία δυσφημήσεως της αγίας Εκκλησίας.

«Παπαδομάγαζο» ονομάζουν την εκκλησία. Ταπεινή και εξευτελιστική ιδέα έχουν γι’ αυτήν οι άπιστοι και άθεοι, που αιώνες τώρα προφητεύουν την εξαφάνιση της. Αλλά η Εκκλησία, παρ’ όλα τα σκάνδαλα, εξακολουθεί να νικά και να θριαμβεύει εις πείσμα όλων των δαιμόνων.

***

Αλλά μήπως όλοι αυτοί που λένε ότι χριστιανοί έχουν καταλάβει τι είναι Εκκλησία; Εκκλησία για τους πολλούς είναι παπάδες και δεσποτάδες, η εκκλησία είναι ο ναός, το κτίριο, τα ντουβάρια. Δεν είναι όμως αυτή η σωστή έννοια της εκκλησίας. Εκκλησία δεν είναι οι τέσσερις τοίχοι του ναού. Εκκλησία δεν είναι μονάχα οι κληρικοί. Εκκλησία είναι όλος ο χριστιανικός λαός. Εκκλησία είναι όλο το σύνολο εκείνων που πιστεύουν στο Χριστό πως είναι ο αληθινός Θεός, ακούνε και εκτελούνε όσα ο Χριστός διδάσκει και παραγγέλλει με το ευαγγέλιο του και με τους πατέρες και διδασκάλους της Εκκλησίας, που φωτίζονται από το πνεύμα του Θεού και ερμηνεύουν την Αγία γραφή. Εκκλησία είναι όλοι οι πιστοί.

Εκκλησία είναι το μικρό εκείνο παιδί, που μόλις χτυπήσει η καμπάνα το βλέπεις να τρέχει στο ναό και να στέκεται με προσοχή και σαν άγγελος να παρακολουθεί τη θεία λειτουργία. Εκκλησία είναι η αγράμματη αλλά ευσεβής εκείνη γυναίκα, που δεν παύει μέρα και νύχτα να προσεύχεται με δάκρυα. Εκκλησία είναι ο βοσκός εκείνος, που όταν ακούει καμπάνα συγκινείται, και αν δεν μπορεί να πάει στην εκκλησία, κάνει το σταυρό του και παρακαλεί το Θεό να τον συγχωρέσει. Εκκλησία είναι και ο εγγράμματος, που σπούδασε και έγινε επιστήμονας, αλλά δεν έχασε την πίστη του, την ομολογεί και την κηρύττει δημοσία και αδιαφορεί για τα σχόλια και τις ειρωνείες του αθέου κόσμου. Εκκλησία είναι και ο ασπρομάλλης γέρος, που έζησε με ευσέβεια και τώρα ειρηνικός και γαλήνιος περιμένει από ώρα σε ώρα το θάνατο, για να περάσει απ’ τη στρατευομένη Εκκλησία στη θριαμβεύουσα. Όλοι αυτοί, μικροί και μεγάλοι, άντρες και γυναίκες, εφ’ όσον πιστεύουν και ζουν σύμφωνα με τις εντολές του Θεού και λατρεύουν τον Τριαδικό Θεό μέσα σε ορθόδοξες εκκλησίες, όλοι αυτοί αποτελούν τα ζωντανά μέλη της αγίας Εκκλησίας.

Ονομάζουμε δε τα μέλη αυτά ζωντανά, για να τα διακρίνουμε από τα άλλα, τα νεκρά μέλη. Νεκρά μέλη της Εκκλησίας λέγονται εκείνοι οι χριστιανοί, που έχουν βαπτισθεί στο όνομα της Αγίας Τριάδος, και όταν ήταν μικρά παιδιά τρέχανε στην εκκλησία και κοινωνούσαν τακτικά, αλλ’ όταν μεγάλωσαν έπαψαν πια να εκκλησιάζονται τακτικά και μονάχα σαν κομήτες παρουσιάζονται στην εκκλησία σε πανηγύρια, γάμους, βαφτίσια, κηδείες και μνημόσυνα.

Οι κανόνες της Εκκλησίας λένε, πως όποιος λείψει από την εκκλησία τρεις συνεχείς Κυριακές χωρίς λόγο, αυτός πρέπει να αφορίζεται, δηλαδή να διαγράφεται από το μητρώο της Εκκλησίας, όπως ακριβώς διαγράφεται από ένα σωματείο το μέλος εκείνο που προσκαλείται στις συνεδριάσεις και δεν προσέρχεται και δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του. Αν αυτή η διάταξης των ιερών κανόνων εφαρμοζόταν, θα βλέπαμε πως ένα μικρό ποσοστό χριστιανών, εκείνοι που εκκλησιάζονται τακτικά, εξομολογούνται και κοινωνούν, είναι τα ζωντανά μέλη της Εκκλησίας.

Η Εκκλησία με τα ζωντανά της μέλη, σύμφωνα με τη διδασκαλία του αποστόλου Παύλου, είναι ένα σώμα. Κι’ όπως το σώμα δεν αποτελείται από ένα μέλος, αλλά από πολλά, έτσι και η Εκκλησία αποτελείται από πολλούς χριστιανούς. Και όπως όλα τα μέλη είναι ενωμένα με το σώμα και κανένα απ’ αυτά δεν μπορεί να ζήσει έξω απ’ το σώμα, έτσι και οι χριστιανοί είναι ενωμένοι με την Εκκλησία και δεν μπορούν να ζήσουν έξω από την Εκκλησία. Το σώμα του ανθρώπου έχει κεφάλι και αυτό κυβερνάει όλο το σώμα. Αλλά και η Εκκλησία σαν σώμα έχει κεφαλή, και κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Αυτός αοράτως κυβερνάει την Εκκλησία δια μέσου των αληθινών ποιμένων και διδασκάλων της Εκκλησίας. Αλλά όπως ο νους ενδιαφέρεται για όλα τα μέλη του σώματος, και αν π.χ. το πόδι πατήσει ένα αγκάθι, το κεφάλι δεν αδιαφορεί αλλά σκύβει και βλέπει που είναι το αγκάθι και κινεί το χέρι να το βγάλει, έτσι και η κεφαλή της Εκκλησίας, δηλαδή οι αντιπρόσωποι του Χριστού στη γη, δεν πρέπει να υπερηφανεύονται και να λένε πως Εμείς είμαστε κι’ όχι άλλοι, αλλά πρέπει να πονάνε και να ενδιαφέρονται για όλα τα μέλη της Εκκλησίας, και γι’ αυτά ακόμα τα πιο ταπεινά και άσημα. Σώμα χωρίς κεφάλι δεν νοείται, αλλά και κεφάλι χωρίς σώμα δεν νοείται. Κεφάλι και σώμα αποτελούν μια αχώριστη ενότητα και αυτή η ενότητα εικονίζει την ενότητα της Εκκλησίας.

***

Σύμφωνα με όλα αυτά που είπαμε παραπάνω και που είναι ιδέες του Ευαγγελίου, ο λαός που πιστεύει στο Χριστό και ζη το Χριστό έχει θέση στην Εκκλησία και δεν επιτρέπεται κανένας να τον αγνοεί, να τον παραγκωνίζει, να τον αδικεί, να τον εκμεταλλεύεται και να του στερεί τα δικαιώματα του, και να νομίζει πως είναι κοπάδι από άλογα πρόβατα για να τα κουρεύει, να τα αρμέγει, χωρίς να τα βοσκάει και να φροντίζει γι’ αυτά. Αυτοί που συμπεριφέρονται έτσι στο λαό του Θεού δεν πρέπει να λέγονται ποιμένες, αλλά λυκοποιμένες. Και αλλοίμονο στην Εκκλησία εκείνη, που έχει τέτοιους ποιμένες.

Ο λαός, ο χριστιανικός επαναλαμβάνω λαός, έχει όχι μόνο καθήκοντα, αλλά και δικαιώματα. Στην πρώτη Εκκλησία οι λαϊκοί εξέλεγαν τους επισκόπους και τους ιερείς. Και ήταν αυτό δίκαιο, γιατί ο επίσκοπος ή ο ιερεύς που πρόκειται να υπηρετήσει σε μια επισκοπή ή ενορία, πρέπει νάνε πρόσωπο που να το αγαπούν και να το εκτιμούν οι χριστιανοί για την πίστη του, τις αρετές του και τα χριστιανικά του έργα. Έτσι εξελέγησαν οι μεγάλοι διδάσκαλοι της Εκκλησίας, που λάμπρυναν και δόξασαν την Εκκλησία.

Αλλά τώρα το δικαίωμα αυτό των λαϊκών έχει καταργηθεί και οι δεσποτάδες μαζεύονται στην Αθήνα και χωρίς καν να ρωτήσουν το λαό εκλέγουν όποιον θέλουν. Και αν ο λαός διαμαρτυρηθεί και φωνάξει «ανάξιος», η δεσποτοκρατία ταράζεται, ανησυχεί και οργίζεται.

Πολλά χρόνια τώρα κηρύττουμε και γράφουμε αυτά τα πράγματα και έχουμε ως σύνθημα: «Ζητούμεν ελευθέραν και ζώσαν Εκκλησίαν». Ελπίζουμε δε, ότι ο αγώνας αυτός δεν είναι μάταιος. Θα έρθει μια μέρα, που ο ευσεβής λαός θα αγανακτήσει και πάλι τα δικαιώματα του και θα εκλέγη με φόβο Θεού τους ποιμένας του.

*****************************

ΓΙΟΡΤΕΣ

*****************************

Η εργασία, αγαπητοί μου, η εργασία είναι εντολή του Θεού. Είναι η πρώτη εντολή που έδωσε ο Θεός όταν έπλασε τον άνθρωπο και τον έβαλε μέσα στον παράδεισο. Τον έβαλε εκεί, για να εργάζεται και να φυλάει τον παράδεισο. Κι’ όταν ο άνθρωπος αμάρτησε και διώχτηκε απ’ τον παράδεισο, πάλι ο Θεός επανέλαβε την εντολή της εργασίας, με τη διαφορά ότι ύστερα απ’ την πτώση του ανθρώπου η εργασία έγινε δυσκολότερη, γιατί η γη, που ήταν πρώτα χώμα ολοκάθαρο χωρίς αγκάθια, γέμισε ύστερα από αγκάθια, και για την καλλιέργεια της γης χρειαζόταν κόπος και ιδρώτας.

Αλλ’ οι κόποι και οι ιδρώτες αυτοί της εργασίας είναι ευλογημένοι. Ό,τι χρήσιμο, καλό και ωραίο έκανε ο άνθρωπος, το έκανε με την εργασία, με τη δουλειά. Ώ, πόσοι εργάζονται και κοπιάζουν! Άλλοι δουλεύουν στη γεωργία, άλλοι σκάβουν και ανοίγουν τα σπλάχνα της γης και ανακαλύπτουν κάρβουνο, πετρέλαιο, σίδερο, χαλκό και άλλα πολύτιμα μέταλλα. Άλλοι βόσκουν στα βουνά και στους κάμπους. Άλλοι δουλεύουν στα εργοστάσια και παράγουν διάφορα χρήσιμα πράγματα. Άλλοι είναι ναύτες στη θάλασσα. Άλλοι αεροπόροι στον αέρα. Άλλοι κρατούν στα χέρια τους διάφορα εργαλεία και άλλοι στα γραφεία και στα επιστημονικά εργαστήρια εργάζονται διανοητικώς, πιέζουν το το μυαλό τους για νέες ανακαλύψεις. Άλλοι στα νοσοκομεία και στις κλινικές δουλεύουν σαν γιατροί και νοσοκόμοι και προσφέρουν πολύτιμες υπηρεσίες…

Δουλεύουν οι άνθρωποι. Δουλεύουν τη μέρα, δουλεύουν τη νύχτα. Υποβάλλονται σε κόπους και αισθάνονται την ανάγκη ν’ αναπαυθούν. Γιατί και ατσάλι νάνε το κορμί τους, αν δουλεύει συνεχώς χωρίς καμιά διακοπή, θα λυγίσει και θα καταστραφεί, και ο άνθρωπος θα γίνει άχρηστος. Πόσοι άνθρωποι από την υπερβολική δουλειά δεν αχρηστεύθηκαν για όλη τους τη ζωή!

***

Ανάγκη λοιπόν είναι η εργασία, αλλά ανάγκη και η διακοπή της εργασίας, η ανάπαυσις. Γι’ αυτό και όλοι οι λαοί απ’ τα πιο παλιά χρόνια όρισαν μέρες που σταματούν την εργασία και αναπαύονται.

Οι μέρες αυτές της αναπαύσεως που συνήθως συνδέονται με θρησκευτικές και εθνικές αναμνήσεις, ονομάζονται γιορτές. Οι αρχαίοι πρόγονοί μας, τονίζοντας τη σημασία που είχαν οι γιορτές για τη ζωή του ανθρώπου, έλεγαν πως ζωή χωρίς γιορτές μοιάζει μ’ ένα δρόμο που δεν έχει πουθενά κάποιο μέρος, ένα σταθμό, για να σταματήσει ο οδοιπόρος και να ξεκουραστεί. Μια συνεχής και αδιάκοπη πορεία είναι εξαντλητική. Είναι σαν τις πορείες των δυστυχισμένων ραγιάδων στα χρόνια της τουρκοκρατίας, που τους υποχρέωναν να περπατούν μέρα και νύχτα χωρίς ανάπαυση και πολλοί απ’ αυτούς νηστικοί και εξαντλημένοι πέθαιναν στις σκληρές και απάνθρωπες αυτές πορείες. Οι γιορτές είναι σταθμοί αναπαύσεως στη ζωή του ανθρώπου που εργάζεται.

Αλλά πως γιόρταζε τις γιορτές ο αρχαίος κόσμος; Διαφορετικά γιόρταζαν οι ειδωλολάτρες και διαφορετικά οι Ιουδαίοι. Οι ειδωλολάτρες, που λάτρευαν τα ξόανα, θεούς ψεύτες, αισχρούς, διεφθαρμένους, κλέφτες, μοιχούς, πόρνους, φονιάδες, ήταν επόμενο στις μέρες των γιορτών να μιμούνται τους θεούς και τις θεές. Οι γιορτές τους ήταν γιορτές οργίων. Οι ειδωλολάτρες, νομίζοντας ότι θα ευχαριστήσουν τους θεούς τους, μαζεύονταν γύρω από τα είδωλα, έτρωγαν, έπιναν, μεθούσαν, χόρευαν ,και έκαναν τέτοιες ασχήμιες που ντρέπεται η γλώσσα του ανθρώπου να τις αναφέρει.

Οι δε Ιουδαίοι που λάτρευαν τον αληθινό Θεό, είχαν και αυτοί γιορτές, αλλά οι γιορτές τους ήταν καθαρές απ΄όλες αυτές τις ασχήμιες των ειδωλολατρών. Έν τούτοις η επίδραση των ειδωλολατρικών λαών, που ήταν γείτονες τους, ήταν τόσο ισχυρή, ώστε πολλές φορές άφηναν τη λατρεία του αληθινού Θεού, έφτιαχναν χρυσά και αργυρά είδωλα, τα λάτρευαν σαν θεούς και έκαναν τελετές και γιορτές που δεν διέφεραν από τις γιορτές των ειδωλολατρών. Αλλά και όσοι Ιουδαίοι έμεναν πιστοί στην λατρεία του αληθινού Θεού, περιορίζονταν στους τύπους και η λατρεία τους ήταν μια λατρεία εξωτερική που δεν άγγιζε την καρδιά αυτών που γιόρταζαν. Μπορεί ο Ιουδαίος να παρέβαινε τον ηθικό νόμο, να έκλεβε και να αδικούσε, και όμως νόμιζε πώς με το να προσφέρει ορισμένες θυσίες ήταν εντάξει με το Θεό.

***

Οι γιορτές στον αρχαίο κόσμο, όπως βλέπουμε από τα παραπάνω, δεν ανταποκρίνονταν στον σκοπό για τον οποίο έπρεπε να υπάρχουν γιορτές, σαν μέρες αναπαύσεως και αληθινής λατρείας του Θεού.

Αλλά ύστερα από την βαθιά νύχτα της ειδωλολατρίας και της δεισιδαιμονίας φάνηκε το λαμπρό φώς. Είναι το φώς που έφερε το αστέρι της Βηθλεέμ, η γέννηση του Χριστού. Ήρθε στον κόσμο ο Χριστός. Φανέρωσε ποιος είναι ο αληθινός Θεός, και δίδαξε ποιος είναι ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να λατρεύουν το Θεό οι άνθρωποι. Δίδαξε ότι « πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αλήθεια δεί προσκυνείν ».Όχι πια είδωλα, βωμοί και θυσίες ζώων. Όχι πιά χοροί και άσεμνες διασκεδάσεις, μεθύσια και ασωτίες. Γιατί με τέτοια όργια που γίνονταν όχι ο Θεός, αλλά ο διάβολος λατρευόταν. Αληθινή λατρεία είναι η πνευματική λατρεία. Λατρεία που θέλει μυαλό καθαρό από προλήψεις και δεισιδαιμονίες, καρδιά καθαρή από αισχρές επιθυμίες, χέρια καθαρά από κλοπές και αίματα, γλώσσα καθαρή από ψέματα και βλαστήμιες, όλο το κορμί καθαρό και αμόλυντο τότε ο εσωτερικός άνθρωπος, η ψυχή του ανθρώπου, γίνεται ένας ναός ,πιο ωραίος από κάθε άλλο ναό, μέσα στον οποίο ο κάθε άνθρωπος μπορεί να προσφέρει αίνο και δοξολογία στο Θεό. Έτσι ο Χριστός πήρε τη λατρεία που ήταν πεσμένη μέσα στην άγνοια, την τυπολατρία και την δεισιδαιμονία, την ύψωσε μέχρι τα άστρα και ένωσε την φωνή των ανθρώπων με την φωνή των αγγέλων και αρχαγγέλων και ο κόσμος όλος έγινε μια απέραντη εκκλησία. Γιορτή για τον αληθινό χριστιανό, που πιστεύει και ζεί  το Χριστό, είναι όλες οι μέρες και οι ώρες της ζωής του. Όπως διδάσκει ο ιερός Χρυσόστομος, αυτός που έχει την συνείδηση του καθαρή, γιορτάζει το Πάσχα κάθε μέρα. Ενώ ο άλλος, ο τυπικός χριστιανός, που δεν φροντίζει να καθαρίζει την ψυχή του από την αμαρτία, γιορτάζει μεν τις γιορτές, δεσποτικές, θεομητορικές και των αγίων, γιορτάζει όμως όχι χριστιανικά, αλλά ιουδαϊκά και ειδωλολατρικά.

***

Άς μην παρεξηγηθούμε. Δεν είμαστε εναντίον των εορτών που όρισε η αγία μας Εκκλησία προς τιμήν του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων. Όχι. Όλες οι γιορτές έχουν την θέση τους μέσα στο ωραιότατο εορτολόγιο της  Ορθοδοξίας. Αλλά είμαστε εναντίον του τρόπου με τον οποίο σήμερα ο κόσμος γιορτάζει και πανηγυρίζει τις γιορτές και τα πανηγύρια. Αν εξαιρέσουμε μια μικρή μερίδα λαού, που έχει επίγνωση του θελήματος του Θεού, ο υπόλοιπος κόσμος ζεί μέσα στην άγνοια, τις προλήψεις και τις δεισιδαιμονίες, που αλλοιώνουν το γνήσιο πνεύμα του Χριστιανισμού, και έτσι αντί οι μέρες των εορτών να είναι μέρες αγιασμού, έχουν καταντήσει μέρες μέθης, χαρτοπαιξίας, αισχρών χορών, πορνείας και μοιχείας και κάθε άλλης ακαθαρσίας. Δεν είναι υπερβολή αν πούμε, πώς τα πιο πολλά αμαρτήματα και εγκλήματα γίνονται τις μέρες των γιορτών. Σε μας ταιριάζει ο λόγος του Θεού:«Τας εορτάς υμών μισεί η ψυχή μου». Γι’ αυτό υπάρχει και φόβος μήπως προς τιμωρίαν μας κυριαρχήσουν άθεοι και άπιστοι και μαζί με τα άλλα θα καταργήσουν και τις γιορτές και τα πανηγύρια. Ώ Κύριε ελέησόν μας!

*****************************

Η ΚΥΡΙΑΚΗ

*****************************

ΥΜΝΟΙΗ Εκκλησία, αγαπητοί, ώρισε μέρες που γιορτάζει σημαντικά γεγονότα. Λίγες ήταν στην αρχή οι γιορτές. Με τον καιρό αυξήθηκαν. Έτσι υπάρχουν σήμερα γιορτές για το Χριστό (δεσποτικές), για την υπεραγία Θεοτόκο (θεομητορικές), για τους αγγέλους, για τους αποστόλους, για τους πατέρες και διδασκάλους, για πολλούς μάρτυρες και οσίους.

***

Πλήθος γιορτές. Κάθε μέρα γιορτές. Υπάρχουν μερικοί, που λένε πως πρέπει να καταργηθούν οι πολλές γιορτές, γιατί τάχα οι άνθρωποι μαθαίνουν στην αργία!… Τι θ’ απαντήσουμε. Ο εκκλησιασμός δεν είναι υποχρεωτικός, παρά μόνο την Κυριακή και σε μερικές μεγάλες γιορτές. Στην εποχή του Μ. Βασιλείου στην Καισάρεια γεωργοί και εργάτες, προτού να πάνε το πρωί στη δουλειά τους, πήγαιναν στην εκκλησία και άκουγαν την πρωινή προσευχή και μια σύντομη διδασκαλία, και έτσι με την ευλογία του Θεού άρχιζαν την εργασία τους. Σε τίποτα δεν τους εμπόδιζε ο εκκλησιασμός. Αλλά αυτοί που σήμερα φωνάζουν εναντίον των γιορτών δεν εκκλησιάζονται ούτε τις μεγάλες γιορτές. Υπάρχουν όμως και σήμερα άνθρωποι, άντρες και γυναίκες, που λόγω ηλικίας έπαψαν να δουλεύουν, και πνευματική τους χαρά και αγαλλίαση είναι κάθε πρωί να εκκλησιάζονται και να παρακολουθούν τις λειτουργίες ή τους όρθρους. Γι’ αυτό οι ναοί πρέπει να είναι πάντα ανοιχτοί. Οι κύριοι που θέλουν να καταργήσουν τις πολλές γιορτές δεν διαμαρτύρονται για τα αμέτρητα καφενεία και τα κέντρα διασκεδάσεων, που είναι ανοιχτά όλες τις μέρες και τις νύχτες και μέσα εκεί σαπίζουν οι άνθρωποι. Ανοιχτά λοιπόν τα καφενεία, ανοιχτά τα κέντρα διασκεδάσεως, ανοιχτοί οι κινηματογράφοι, ανοιχτά τα πάντα μέρα και νύχτα, και μόνο ο ναός να είναι κλειστός όλες τις μέρες και να ανοίγει κάποτε – κάποτε. Ώ κόσμε μάταιε, πόσο παραλογίζεσαι! Πές καλύτερα πως δεν αγαπάς το Θεό. Αν αγαπούσες το Θεό, τότε και εσύ μαζί με το βασιλιά και προφήτη Δαυίδ, που ευχαριστιόταν να βρίσκεται συνεχώς στον οίκο του Θεού, θα έλεγες: « Ώς αγαπητά τα σκηνώματα σου, Κύριε των δυνάμεων. Έπιποθεί και εκλειπεί η ψυχή μου είς τας αυλάς του Κυρίου» (ψαλμ. 83 2-3).

***

Πολλές γιορτές. Αλλά υπάρχει μια γιορτή η πιο αρχαία απ’ όλες,που εξακολουθεί να γιορτάζεται όχι μια φορά το χρόνο, όπως οι άλλες γιορτές αλλά πενηνταδύο φορές το χρόνο. Και η γιορτή αυτή είναι η Κυριακή. Και για την γιορτή αυτή πρέπει να πούμε εδώ λίγα λόγια.

Οι Εβραίοι γιόρταζαν και γιορτάζουν μέχρι σήμερα το Σάββατο, σύμφωνα με την τετάρτη εντολή, που λέει: «Έξ ημέρας έργα και ποιήσεις πάντα τα έργα σου τη δε ημέρα την έβδομη σάββατα Κυρίω τω Θεό σου». Η ημέρα αυτή της εβδομάδας ορίσθηκε σαν ημέρα γιορτής, γιατί όπως λέει το βιβλίο της Αγίας Γραφής, η Γένεσις, σε έξι μέρες ο Θεός δημιούργησε το σύμπαν, που προκαλεί το θαυμασμό κάθε λογικού ανθρώπου, τη δε έβδομη έγινε η κατάπαυση της δημιουργίας. Και ο άνθρωπος, μικρός θεός και δημιουργός στον κόσμο, εκαλείτο να μιμηθεί το μεγάλο δημιουργό έπρεπε την έβδομη ημέρα να παύει να εργάζεται και να συχνάζει σε ιερούς τόπους λατρείας και εκεί όχι μόνο να δοξολογεί το Θεό για την έξοχη δημιουργία του παντός, της οποίας τα διάφορα αγαθά απολαμβάνει, αλλά και να ευχαριστεί το Θεό γιατί έδωσε και σ’ αυτόν δυνάμεις να εργαστεί τις έξη μέρες. Γιατί χωρίς τη θεία βοήθεια τι μπορεί να κάνει ο άνθρωπος.

Οι Ιουδαίοι τηρούσαν τη μέρα τη μεγάλη αυστηρότατα. Το Σάββατο ούτε έσπερναν ούτε θέριζαν ούτε μάζευαν ξύλα ούτε μαγείρευαν ούτε άναβαν φωτιά. Όποιος δε παρέβαινε την αργία του Σαββάτου, ετιμωρείτο  με θάνατο, με λιθοβολισμό. Ακόμη ούτε πόλεμο κάνανε. Αλλά επειδή οι εχθροί τους επειτίθεντο τη μέρα του Σαββάτου, γι’ αυτό αναγκάστηκαν τη μέρα αυτή να πολεμούν, όπως στα βιβλία των Μακκαβαίνων.

Οι Εβραίοι είχαν και έχουν το Σαββάτο. Οι δε Χριστιανοί αντί του Σαββάτου έχουν την Κυριακή. Η Κυριακή ονομάζεται και «μία σαββάτων» γιατί είναι η πρώτη μέρα της εβδομάδος. Ορίσθηκε δε η μέρα αυτή σαν ημέρα γιορτής για δύο λόγους. Πρώτον γιατί η μέρα αυτή θυμίζει την πρώτη μέρα της δημιουργίας, που με την προσταγή του Θεού «Γενηθήτω φώς» δημιουργήθηκε το φώς, και το σκοτάδι που κάλυπτε όλη τη γή διαλύθηκε και έλαμψε ο κόσμος. Δέυτερον, πούνε και ο κυριότερος λόγος, είναι ότι την ημέρα αυτή, «την μίαν των σαββάτων», ενώ το σκοτάδι της νύχτας κάλυπτε το φρικτό Γολγοθά και μαζί με το σκοτάδι βασίλευε και ηθικό και θρησκευτικό σκοτάδι σ’ όλο τον κόσμο, το σκοτάδι της άγνοιας, της δεισιδαιμονίας και των προλήψεων, ξαφνικά φώς ανέτειλε, φώς απείρως ανώτερο από το φώς της πρώτης ημέρας της δημιουργίας. Είναι το ηθικό και θρησκευτικό φώς, που σκόρπισε σ’ όλη τη δημιουργία ο Χριστός που αναστήθηκε από τον τάφο. Όπως ο ήλιος, που είναι κρυμμένος και δεν φαίνεται, βγαίνει το πρωί στον ορίζοντα και φωτίζει την κτίσι, έτσι και Χριστός, που ήταν κρυμμένος στον τάφο, βγήκε από τον τάφο και φώτισε τον κόσμο.

Ο Χριστός είναι ο ήλιος, ο πνευματικός ήλιος της ανθρωπότητος, που φωτίζει και θερμαίνει τις παγωμένες από την αμαρτία καρδιές των ανθρώπων. Γι’ αυτό η πρώτη μέρα της εβδομάδος, αφιερωμένη στον Κύριο, ονομάζεται Κυριακή στην αρχαία δε εποχή ονομαζόταν και ημέρα του ήλιου.

***

Την Κυριακή τιμούσαν πολύ οι πρώτοι χριστιανοί. Την γιόρταζαν όχι Ιουδαϊκά αλλά χριστιανικά. Την γιόρταζαν σαν ημέρα νίκης και θριάμβου του φωτός κατά του σκότους, της αλήθειας κατά του ψεύδους, της ελευθερίας κατά της δουλείας, της αγάπης κατά του μίσους, της ζωής κατά του θανάτου. Την άγια αυτή μέρα οι χριστιανοί δεν δούλευαν, εκτός μόνο σε δουλειές που ήταν αναγκαίες και απαραίτητες. Όλοι και όλες βρίσκονταν στην εκκλησία. Ο δε Μ. Κωνσταντίνος και άλλοι ευσεβείς βασιλείς και αυτοκράτορες όρισαν την Κυριακή σαν επίσημη μέρα κράτους. Την Κυριακή απαγορεύονταν τα κυνήγια, τα ιπποδρόμια, τα θέατρα και έκλειναν τα σχολεία και τα δικαστήρια. Όλοι και όλες εκκλησιάζονταν, εκτός μόνο από τους αρρώστους. Την ημέρα αυτή οι χριστιανοί την περνούσαν με εκκλησιασμό, με προσευχή, με κήρυγμα, με ανάγνωση του θείου λόγου, με ελεημοσύνη, με έργα αγαθά. Ήταν η Κυριακή πράγματι ημέρα Κυρίου, ημέρα αγία.

Σήμερα είναι; Πρέπει να κλάψουμε και να θρηνήσουμε, γιατί για τους πολλούς η Κυριακή είναι μέρα που κάνουν πλήθος μικρά και μεγάλα αμαρτήματα. Η Κυριακή έγινε η πιο αμαρτωλή μέρα της εβδομάδος. Άς κάνει έλεος ο Θεός για τις αμαρτίες μας. Αλλά άραγε οι αμαρτίες που γίνονται την Κυριακή, την ώρα που χτυπούν οι καμπάνες και λειτουργούν οι ιερείς και γίνεται το μυστήριο της θείας ευχαριστίας, θα συγχωρηθούνε; Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οποιαδήποτε αμαρτία είναι άξια τιμωρίας, αλλά οι αμαρτίες που γίνονται την Κυριακή είναι άξιες μεγαλυτέρας τιμωρίας και κολάσεως.

*****************************

ΙΕΡΕΣ  ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ

*****************************

ΙΕΡΕΣ ΑΚΟΛΟΥΘ.Πάνω, αγαπητοί μου, πάνω στο φρικτό Γολγοθά ο Κύριος ημών Iησούς Χριστός προσέφερε τον εαυτό του θυσία υπέρ «της του κόσμου ζωής και σωτηρίας» Τι σημαίνει τούτο; Είναι το πιο υψηλό αλλά και το πιο δύσκολο για την ανθρώπινη κατανόηση κήρυγμα. Το ότι ο Χριστός σταυρώθηκε για να σώσει τον κόσμο, ούτε οι αρχαίοι Έλληνες με όλη τη σοφία τους μπορούσαν να το καταλάβουν, αλλά ούτε και οι Ίουδαίοι.

Αλλά ότι οι Έλληνες θεωρούσαν μωρία και οι Iουδαίοι σκάνδαλο, αυτό έκρινε η σοφία του Θεού για την σωτηρία του κόσμου. Αν ο Χριστός δεν έχυνε το αίμα του, κανένας αμαρτωλός δεν θα μπορούσε να σωθεί. Ούτε με τις δικές του προσπάθειες ούτε με τις προσπάθειες των άλλων ανθρώπων, αλλά ούτε με τις προσπάθειες αγίων αγγέλων και αρχαγγέλων μπορούσε να σωθεί. Το αίμα του Χριστού, το καθαρό και αμόλυντο από κάθε ίχνος αμαρτίας, αυτό το αίμα έγινε ωκεανός, μέσα στο οποίο πλύθηκαν, πλένονται και θα πλένονται οι ψυχές των ανθρώπων μέχρι της συντέλειας των αιώνων. «Το αίμα Ίησού Χριστού καθαρίζει ημάς από πάσης αμαρτίας»( Α’ Ιωαν. 1, 7).

***

Όποιος πιστέψει την υψίστη αυτή αλήθεια της πίστεως μας, σώζεται με τη χάρι του Θεού. Δεν πρέπει να έχει κανένα δισταγμό.

Η θυσία αυτή του Κυρίου προσφέρθηκε πάνω στο Γολγοθά για όλους τους ανθρώπους ΄όλων των αιώνων. Και είναι τόσο αναγκαία για την σωτηρία των ανθρώπων, ώστε ορίσθηκε από τον ίδιο το Χριστό να επαναλαμβάνεται αναιμάκτως σε όλα τα ιερά θυσιαστήρια της Εκκλησίας. Κάθε φορά που γίνεται η θεία λειτουργία, είναι παρών ο Χριστός, παρών όπως ήταν όταν ετέλεσε το μυστικό δείπνο, ευλόγησε τον άρτο και τον οίνο και κοινώνησε τους μαθητάς. Είναι και τώρα ο Χριστός παρών σε κάθε λειτουργία χωρίς να τον βλέπουμε. Δια μέσου του ιερέως τελεί το μυστικό δείπνο, ευλογεί τον άρτο και τον οίνο και κοινωνεί τους πιστούς. Ναι, σώμα και αίμα Χριστού κοινωνούν οι πιστοί και ο καθένας που κοινωνεί αξίως γίνεται ένας μικρός Χριστός και νικά και θριαμβεύει επάνω σε όλες τις δυνάμεις του εχθρού!

Γι’ αυτό το λόγο η θεία λειτουργία είναι η σπουδαιότερη από όλες τις ιερές ακολουθίες που γίνονται μέσα στον ιερό ναό. Η θεία λειτουργία είναι ο ήλιος της δημόσιας λατρείας. Και όπως γύρω απ’ τον ήλιο κινούνται οι πλανήτες, έτσι και γύρω από τη θεία λειτουργία κινούνται οι άλλες ιερές ακολουθίες. Κέντρο είναι η θυσία του Γολγοθά. Και για τη μεν θεία λειτουργία θα κάνουμε με τη βοήθεια του Θεού ιδιαίτερο λόγο σε μια άλλη σειρά κηρυγμάτων, για τις δε άλλες ακολουθίες θα πούμε λίγες λέξεις εδώ.

***

Η προσευχή, όπως είπαμε και σε άλλες ομιλίες, η προσευχή πρέπει να είναι συνεχής και αδιάλειπτος. Όπως δεν περνάει λεπτό της ώρας χωρίς ο άνθρωπος να αναπνεύσει, έτσι δεν πρέπει  να περνάει λεπτό της ώρας χωρίς ο άνθρωπος να θυμάται το Θεό. « Μνημονευτέον Θεού μάλλον η αναπνευστέον», έλεγε ένας μεγάλος πατέρας της εκκλησίας και « Αδιαλείπτως προσεύχεσθε », κήρυττε ο απόστολος Παύλος. Μέσα στην ιερή ατμόσφαιρα που δημιουργεί η προσευχή πρέπει να ζεί και να αναπνέει ο χριστιανός.

Το «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε » εφαρμόζει με τις ιερές ακολουθίες. Βέβαια η ιδανική προσευχή, συνδεδεμένη με τι μέγα μυστήριο της θείας κοινωνίας, είναι η θεία λειτουργία , που περιέχει όλα τα είδη της προσευχής, και δοξολογία και ευχαριστία και δέηση. Αλλά και οι άλλες ιερές ακολουθίες είναι και αυτές προσευχές. Ο Δαυίδ, ο ένδοξος βασιλιάς του Ισραήλ, αν και ήταν απασχολημένος με τόσες φροντίδες για τη διοίκηση του βασιλείου, όμως έβρισκε καιρό όχι μία αλλά πολλές φορές την ημέρα να προσευχηθεί. «Έπτάκις της ημέρας ηνεσά σε, Κύριε», λέει στους ψαλμούς.

Η Εκκλησία καθώς βλέπει κανείς στο ωραίο βιβλίο της Ωρολόγιο, έχει ορίσει σ’ όλο το εικοσιτετράωρο ορισμένες ώρες που κάθε πιστός καλείται να προσευχηθεί στο Θεό. Οι ώρες αυτές είναι οι εξής.

1.    Το μεσονυκτικό. Τα μεσάνυχτα, δηλαδή πρέπει ο χριστιανός να προσεύχεται παρακαλώντας το Θεό να τον διαφυλάξει από τους πειρασμούς της νύχτας. Είναι πολύ συγκινητικό μέσα στη βαθειά νύχτα να ψάλλεται « Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός…»

2.    Μετά το μεσονυκτικό, προτού να ανατείλει ο ήλιος, αρχίζει η ακολουθία του όρθρου.

3.    Μετά τον όρθρο είναι η πρώτη ώρα. Η ώρα αυτή κατά το εβραϊκό ωρολόγιο αντιστοιχεί με τη δική μας 6η πρωϊνή. Είναι η ώρα που ο ήλιος ανατέλλει και διαλύει τα σκοτάδια της νύχτας. Γι’ αυτό στο τέλος της ακολουθίας αυτής ο ιερέας λέει την εξής ευχή.

« Χριστέ, το φώς το αληθινόν, το φωτίζον και αγιάζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμο, σημειωθήτω εφ’ ημάς το φώς του προσώπου σου, ίνα εν αυτώ οψώμεθα φώς το απρόσιτον και κατεύθυνον τα διαβήματα ημών προς εργασίαν των εντολών σου πρεσβείας της παναχράντου σου μητρός και πάντων σου των αγίων . Αμήν».

4.    Μετά έρχεται η τρίτη ώρα. Η ώρα αυτή είναι η 9η πρό μεσημβρίας. Είναι η ώρα που το Πνεύμα το Άγιο εν είδει πυρίνων γλωσσών ήλθε και εκάθισε είς τας κεφαλάς των αποστόλων και τους ανέδειξε διδασκάλους όλης της οικουμένης. Γι’ αυτό την ώρα αυτή ψάλλεται και το τροπάριο:

«Ευλογητός εί, Χριστέ ο Θεός ημών, ο πανσόφους τους αλιείς αναδείξας καταπέμψας αυτοίς το Πνεύμα το Άγιον και δι’ αυτών την οικουμένην σαγηνεύσας φιλάνθρωπε, δόξα σοι.»

5.  Μετά την τρίτη έρχεται η έκτη ώρα. Η εκκλησιαστική αυτή ώρα αντιστοιχεί με την 12η μεσημβρινή. Είναι η ώρα που ο Χριστός σταυρώθηκε για την σωτηρία των ανθρώπων. Αυτό το γεγονός θυμίζει η έκτη και ψάλλεται το τροπάριο:

«Ο εν έκτη ημέρα τε και ώρα τω σταυρώ προσηλώσας την εν  τω παραδείσω τολμηθείσαν τω Αδάμ αμαρτίαν, και των πταισμάτων ημών το χειρόγραφον διάρηξον, Χριστέ ο Θεός και σώσον ημάς».

6.  Μετά έρχεται η ένατη ώρα. Η ώρα αυτή αντιστοιχεί με την 3η  μετά μεσημβρίαν. Είναι η ώρα που ο Χριστός πάνω στο σταυρό είπε το«τετέλεσται» και παρέδωκε το πνεύμα στον ουράνιο Πατέρα. Γι’ αυτό και ψάλλεται το τροπάριο : «Ο εν τη ενάτη ώρα δι’ ημάς σαρκί του θανάτου γευσάμενος, νέκρωσον της σαρκός ημών το φρόνημα, Χριστέ ο Θεός, και σώσον ημάς».

7.    Μετά την ένατη ώρα έρχεται ο εσπερινός. Αλλά για τον εσπερινό και τον όρθρο θα κάνουμε ειδικό λόγο στις επόμενες δύο ομιλίες.

Μετά τον εσπερινό έρχεται η ιερή ακολουθία που λέγεται απόδειπνο. Με την ακολουθία αυτή κλείνει το πρόγραμμα της ημέρας και ο πιστός ετοιμάζεται για ύπνο.

Εκτός όμως από αυτές τις ακολουθίες του εικοσιτετραώρου υπάρχουν και άλλες ακολουθίες, όπως είναι οι ακολουθίες των επτά μυστηρίων, του αγιασμού, ο παρακλητικός κανών, μικρός και μέγας, η ακολουθίας της θείας μεταλήψεως, η νεκρώσιμος ακολουθία και προπαντός οι ιερές ακολουθίες της Μ. Εβδομάδος.

***

Μακάριος ο χριστιανός που διαθέτει χρόνο, παρακολουθεί ή και διαβάζει μόνος του τις ιερές αυτές ακολουθίες. Διδάσκεται, εμπνέεται και εξυψώνεται, καθαρίζεται και αγιάζεται.

Η Εκκλησία είναι το πιο διδακτικό και ωραίο σχολείο, το σχολείο του Θεού. Όσοι τακτικά φοιτούν στο σχολείο αυτό του Χριστού γίνονται πραγματικά σοφοί και νικούν όλους τους ψευτοφιλοσόφους του κόσμου. Γιατί αληθινή φιλοσοφία είναι η διδαχή της Εκκλησίας, πούνε σκορπισμένη σαν χρυσάφι σ’ όλες τις ακολουθίες.

*****************************

Ο ΟΡΘΟΣ

*****************************

ΟΡΘΡΟΣΈνα από τα όμορφα θεάματα της φύσεως είναι η αυγή. Λίγο πριν να βγεί ο ήλιος το μέρος της ανατολής παίρνει ένα υπέροχο χρώμα. Γλυκοχαράζει. Όλη η φύση ξυπνάει. Ο πετεινός είναι το πρώτο πουλί που σαλπίζει το εγερτήριο. Ποιηταί ύμνησαν, ζωγράφοι ζωγράφισαν το γλυκοχάραμα.

Άνθρωποι που ζούν ακόμα στην ειδωλολατρία τόσο πολύ εντυπωσιάζονται από το θέαμα της ανατολής του ηλίου, ώστε λατρεύουν τον ήλιο σαν Θεό, και την ώρα που βγαίνει ο ήλιος το θεωρούν αμαρτία να κοιμούνται. Ο αρχηγός της φυλής των αγρίων ειδωλολατρών μόλις ανατέλλει ο ήλιος ειδοποιεί και μαζεύονται όλοι. Και όταν χτυπήσει το τύμπανο, γονατίζουν και κάνουν την προσευχή τους στον ήλιο που τον έχουν για θεό. Δυστυχισμένοι άνθρωποι που ζουν στα σκοτάδια της ειδωλολατρίας!

Εμείς οι χριστιανοί θα έπρεπε να φαινόμαστε πολύ ανώτεροι από τους αγρίους. Θα έπρεπε να σηκωνόμαστε το πρωί και πρίν αρχίσουμε την καθημερινή δουλειά να ευχαριστούμε και να δοξάζουμε τον αληθινό Θεό που μας φύλαξε τη νύχτα και μας χάρισε μια καινούργια μέρα. Αλλά δυστυχώς! Πόσο λυπηρό είναι το ότι δεν αρχίζει η μέρα με προσευχή, αλλά με βρισιές και βλαστήμιες! Δεν είμαστε λοιπόν χειρότεροι από τους αγρίους; Εκείνοι επιτέλους αυτό που πιστεύουν δεν το βρίζουν, το τιμούν και το δοξάζουν. Ενώ εμείς, που έχουμε την αληθινή θρησκεία, καμία ευλάβεια δεν δείχνουμε στο θεό. Έτσι, χωρίς έννοια Θεού, περνούν οι μέρες και οι νύχτες της ζωής μας.

***

Η Εκκλησία, που θέλει τα παιδιά της να μην ξεχνούν ποτέ το ιερό καθήκον της προσευχής, όρισε όπως είδαμε, ώρες που καλεί τους Χριστιανούς σε προσευχή. Μία δε από αυτές τις ώρες είναι και ο όρθρος. Ο όρθρος είναι η ακολουθία που έρχεται μετά το μεσονύκτιο.

Μια ψυχή που αγαπάει ο Θεός ευχαριστιέται να σηκώνεται πρωί, να προσεύχεται και να λέει ότι αισθανόταν και έλεγε ο προφήτης: « Έκ νυκτός ορθρίζει το πνεύμα μου προς σε, ο Θεός, διότι φώς στα προστάγματα σου επί της γής». Θεέ μου, πριν βγει ακόμα ο ήλιος ξυπνώ και σε θυμάμαι τα λόγια σου είναι φώς. Η ακολουθία του όρθρου αρχίζει με την δοξολογία της Αγίας Τριάδος. Ο ιερεύς φοράει το πετραχίλι, στέκεται μπροστά στην αγία τράπεζα και λέει μεγαλοφώνως: « Δόξα την αγία και ομοούσιω και ζωοποιώ και αδιαιρέτω Τριάδι πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων»

Τα κυριότερα σημεία της ιεράς ακολουθίας του όρθρου είναι τα εξής.

1.    Μετά τη δοξολογία της Αγίας Τριάδος διαβάζεται καθαρά και με κατάνυξι ο εξάψαλμος. Λέγεται δε εξάψαλμος, γιατί είναι έξι ψαλμοί του Δαυίδ, ο 3ος, ο 37ος , ο 62ος , ο 87ος  ο 102ος και ο 142ος . Ο πρώτος ψαλμός που διαβάζεται είναι ο 3ος . Η αρχή του είναι: «Κύριε, τι επληθύνθησαν οι θλίβοντες με; Πολλοί επανίστανται επ’ εμέ» Την ώρα που διαβάζεται ο εξάψαλμος οι εκκλησιαζόμενοι πρέπει να στέκονται όρθιοι και να παρακολουθούν με πολλή ευλάβεια.

2.    Μετά τον εξάψαλμο ακολουθεί η μεγάλη συναπτή, δηλαδή μια σειρά από αιτήσεις. Η συναπτή αρχίζει με το «Εν ειρήνη του Κυρίου δεηθώμεν». Μετά ψάλλονται διάφοροι ύμνοι και τροπάρια.

3.    Ύστερα διαβάζεται το Ευαγγέλιο που λέγεται εωθινό. Λέγεται έτσι, γιατί διαβάζεται το πρωί. Ο ιερεύς στέκεται δεξιά από την αγία τράπεζα για να θυμίζει στον άγγελο που την νύχτα της αναστάσεως στάθηκε στον τάφο του Χριστού και κήρυξε την ανάσταση. Το εωθινό Ευαγγέλιο πάντοτε μιλάει για την ανάσταση του Χριστού. Είναι δε τα εωθινά Ευαγγέλια ένδεκα. Δηλαδή ένδεκα εκλεκτές περικοπές παρμένες από τους τέσσερις ευαγγελιστάς.

4.    Μετά το εωθινό Ευαγγέλιο ο ψάλτης λέει το «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι», και κατόπιν τον 50ο ψαλμό, που λέγεται ψαλμός της μετάνοιας. Με τον ψαλμό αυτό, το γνωστό σε όλους «Ελέησόν με, ο Θεός…»,ζητάμε συγχώρηση για τις αμαρτίες μας. Ο ιερεύς, ενώ ψάλλεται ο ψαλμός, κρατώντας το Ευαγγέλιο βγαίνει από το ιερό βήμα και οι πιστοί ασπάζονται το Ευαγγέλιο.

5.    Ύστερα μνημονεύονται οι άγιοι και ψάλλεται  η 9η ωδή του κανόνος. Ο κανών είναι ένας ύμνος προς τιμήν της εορτής και αποτελείται από 9 ωδές. Κάθε ωδή αποτελείται από τρία και περισσότερα τροπάρια. Το πρώτο υμνεί  πάντοτε το Χριστό, το δε τελευταίο είναι προς τιμήν της υπεραγίας Θεοτόκου. Οι κανόνες είναι γνωστοί από τις καταβασίες, δηλαδή τα πρώτα τροπάρια των ωδών, που αλλάζουν ανάλογα με τις γιορτές.

6.    Μετά ψάλλονται τα εξαποστειλάρια και εν συνεχεία οι αίνοι , που είναι στίχοι από τους ψαλμούς του Δαυίδ. «Αινείτε τον Κύριον εκ των ουρανών, αινείτε αυτόν εν τοις υψίστοις». Συνδέονται δε οι αίνοι με τροπάρια σχετικά με την εορτή της ημέρας. Στο τέλος των αίνων ψάλλεται το δοξαστικό, μετά το δοξαστικό η δοξολογία και τέλος γίνεται η απόλυσις.

***

Ο όρθρος είναι μία από τις ωραιότερες ακολουθίες της αγίας μας Εκκλησίας. Εκείνο δε που διακρίνει τον όρθρο από τις άλλες ακολουθίες είναι η ποικιλία. Δεν λέγονται πάντοτε τα ίδια. Ιδίως δε ωραιότατες είναι οι καταβασίες. Οι σπουδαιότερες από αυτές είναι οι εξής:

1. Της υψώσεως του τιμίου σταυρού. Ψάλλονται την 1η και από τις 6 έως 13 Αυγούστου, καθώς και από 24 Αυγούστου μέχρι 21 Σεπτεμβρίου. Η πρώτη ωδή είναι: «Σταυρόν χαράξας Μωσής…».

2. Της Θεοτόκου. Ψάλλονται στις 14 Αυγούστου, από 22 Σεπτεμβρίου μέχρι 20 Νοεμβρίου, από 10 Φεβρουαρίου μέχρι που αρχίζει το Τριώδιο, καθώς και τις τρεις Κυριακές των νηστειών β΄, δ΄ και ε΄ στις 25 Μαρτίου, και από την Κυριακή των αγίων πάντων μέχρι 26 Ιουλίου. Η πρώτη ωδή είναι: «Ανοίξω το στόμα μου και πληρωθήσεται Πνεύματος…».

3. Της κοιμήσεως της Θεοτόκου. Ψάλλονται από τις 15 μέχρι τις 23 Αυγούστου. Η πρώτη ωδή: «Πεποικιλμένη τη θεία δόξη…».

4. Της Χριστού γεννήσεως. Ψάλλονται από 21 Νοεμβρίου μέχρι 25 Δεκεμβρίου. Η πρώτη ωδή:

«Χριστός γεννάται, δοξάσατε. Χριστός εξ ουρανών απαντήσατε. Χριστός επί γης υψώθητε. Άσατε τω Κυρίω πάσα η γη και εν ευφροσύνη ανυμνήσατε, λαοί, ότι δεδόξασται».

5. Των Φώτων. Ψάλλονται από 1 έως 6 Ιανουαρίου. Η πρώτη ωδή: «Βυθού ανεκάλυψε πυθμένα…».

6. Της Υπαπαντής. Ψάλλονται από 15 Ιανουαρίου μέχρι 9 Φεβρουαρίου. Η πρώτη ωδή τους: «Χέρσον αβυσσοτόκον πέδον ήλιος…».

7. Της λαμπροφόρου Αναστάσεως. Η πρώτη ωδή:

«Αναστάσεως ημέρα, λαμπρυνθώμεν, λαοί. Πάσχα Κυρίου, Πάσχα εκ γαρ θανάτου προς ζωήν και εκ γης προς ουρανόν Χριστός ο Θεός ημάς διεβίβασεν επινίκιον άδοντας».

8. Της Αναλήψεως και της Πεντηκοστής: Η πρώτη ωδή:

«Πόντω εκάλυψε Φαραώ συν άρμασιν ο συντρίβων πολέμους εν υψηλώ βραχίονι, άσωμεν αυτώ, ότι δεδόξασται».

Έξοχα ποιητικά δημιουργήματα είναι και τα 11 εξαποστειλάρια καθώς και τα 11 εωθινά δοξαστικά του όρθρου, που αναφέρονται στις εμφανίσεις του αναστάντος Κυρίου και υμνούν το μέγα γεγονός της αναστάσεως.

***

Πράγματι η Εκκλησία με τις ιερές ακολουθίες είναι σχολείο ουράνιο, και μακάριοι όσοι φοιτούν σ’ αυτό! Διδάσκονται, φωτίζονται, εμπνέονται και λυτρώνονται από τις κακίες και τα πάθη.

*****************************

Ο ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ

*****************************

Ένα, αγαπητοί μου, ένα απόγευμα σ’ ένα δρόμο, που πήγαινε από τα Ιεροσόλυμα στους Εμμαούς, δυο άνθρωποι περπατούσαν. Ήταν ο Λουκάς και ο Κλεόπας. Ήταν η Κυριακή που αναστήθηκε ο Χριστός. Αλλά το χαρμόσυνο αυτό γεγονός δεν το είχαν ακόμα πληροφορηθεί οι δυο αυτοί μαθηταί. Ζούσαν με τις θλιβερές εντυπώσεις της σταυρώσεως του Χριστού.

Ξαφνικά, ενώ οι δύο μαθηταί βαδίζανε συζητώντας, παρουσιάζεται στο δρόμο ένας άγνωστος διαβάτης, που τους πλησίασε και τους ρώτησε, τι συζητούν και γιατί είναι τόσο λυπημένοι. Αυτοί απάντησαν, ότι συζητούν για τα θλιβερά γεγονότα που έκαναν να συγκλονισθούν όλα τα Ιεροσόλυμα και εξέφρασαν την απορία τους, πως αυτός δεν γνωρίζει τίποτε. Αλλ’ ο άγνωστος, που ήξερε καλά τις Γραφές, άρχισε να τους εξηγεί το μεγάλο μυστήριο, ότι δηλαδή ό,τι έπαθε ο Χριστός ήταν σύμφωνο με το σχέδιο του Θεού, σύμφωνο με τις προφητείες.

Έτσι συζητώντας οι δύο μαθηταί με τον άγνωστο ξένο έφθασαν κοντά στο χωριό, στους Εμμαούς. Ο ήλιος την ώρα εκείνη έγερνε τη δύση. Κι’ ο ξένος έκανε πως ήθελε να φύγει. Αλλά οι δύο εκείνοι μαθηταί δεν τον άφηναν. Είχαν τόσο παρηγορηθεί από τα λόγια του, ώστε τον παρακάλεσαν επίμονα και του είπαν: Μείνε μαζί μας,«Μείνον μεθ’ ημών, ότι προς εσπέραν εστί και κέκλικεν η ημέρα». Και ο ξένος υποχώρησε και έμεινε. Αλλά ποια ήταν η κατάπληξής τους, όταν απ’ τον τρόπο που ο ξένος έκοψε το ψωμί κατάλαβαν πως ήταν ο ίδιος ο Χριστός! Λυπημένοι και μελαγχολικοί οι μαθηταί πριν να τους πλησιάσει ο Χριστός, χαρούμενοι και ευτυχισμένοι μετά, όταν άκουσαν τα θεϊκά του λόγια. Οι καρδιές που ήταν ψυχρές θερμάνθηκαν με την παρουσία του.

***

Χριστέ, μείνε μαζί μας, γιατί ο ήλιος έγειρε και πάει να βασιλέψει. Μείνε μαζί μας…Αυτό που είπαν οι δύο μαθητές το αισθάνονται όσοι πιστεύουν και αγαπούν το Χριστό. Ο χριστιανός, κουρασμένος και πικραμένος από τα διάφορα γεγονότα της ημέρας, όταν ο ήλιος βασιλεύει, την ώρα εκείνη αισθάνεται πιο πολύ την ανάγκη να επικοινωνήσει με το Θεό, να ανοίξει την καρδιά του, να του πει τον πόνο του και να ακούσει την παρήγορη φωνή του. Η φύση το ηλιοβασίλεμα χρωματίζεται με ιδιαίτερο χρώμα που επιδρά στον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου και τον διαθέτει για προσευχή.

Η μέρα τελείωσε. Η νύχτα έρχεται. Το σκοτάδι θ’ απλωθεί πάλι στη γή. Χριστέ, μη μας αφήνεις. Μείνε και πάλι μαζί μας. Συ είσαι εκείνος που μας συντροφεύεις και δεν αφήνεις την μελαγχολία να κυριαρχήσει τις ψυχές μας.

Γι΄ αυτό, όταν η καμπάνα του ναού χτυπάει εσπερινό, οι ευλαβείς ψυχές συγκινούνται, κι’ αν δεν μπορούν να πάνε την ώρα εκείνη στην εκκλησία, κάνουν το σταυρό τους και προσεύχονται. Ο δε ευλαβής ιερεύς δεν περπατάει εκείνη την ώρα στους δρόμους, ούτε κάθεται στα καφενεία, αλλά πηγαίνει στην εκκλησία, κάνει το σταυρό του, βάζει το πετραχήλι και αρχίζει την ιερή ακολουθία του εσπερινού. Η δε ακολουθία του εσπερινού είναι μια ωραία και κατανυκτική ακολουθία της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας.

***

Η ακολουθία του εσπερινού αρχίζει με το «Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων».

Τα σπουδαιότερα σημεία της ιεράς ακολουθίας του εσπερινού είναι:

1.    Ο 103ος ψαλμός, που ονομάζεται προοιμιακός. Ο ψαλμός αυτός είναι μια δοξολογία του Θεού. Ακούγοντας κανείς τον ψαλμό αυτό νομίζει ότι βλέπει να γίνεται μια παρέλαση όλης της φύσεως μπροστά στο θρόνο του Θεού. Το κάθε δημιούργημα, έμψυχο και άψυχο, προσφέρει με το δικό του τρόπο δοξολογία στο Θεό. Άγγελοι, άνθρωποι, βουνά, κάμποι, ποταμοί, δέντρα, πουλιά, ζώα, θηρία, ήλιος, φεγγάρι, θάλασσα, ψάρια, όλα έχουν την ύπαρξη τους από τον παντοδύναμο και πανάγαθο Θεό. Μια στιγμή να πάψει ο Θεός να ενδιαφέρεται για τη γη, όλα θα καταστραφούν μονομιάς και θα εξαφανισθούν.

2.    Ύστερα από τον ψαλμό ο ιερεύς απευθύνει στο Θεό μια σειρά από δώδεκα αιτήσεις, που όλες μαζί λέγονται μεγάλη συναπτή. Παρακαλεί το Θεό για τις διάφορες ανάγκες των χριστιανών. Μετά τη συναπτή ψάλλονται διάφορα τροπάρια και μετά το δοξαστικό γίνεται η είσοδος του εσπερινού και ψάλλεται ένας από τους πιο αρχαίους ύμνους της Εκκλησίας. Είναι το «Φώς ιλαρόν αγίας δόξης, αθανάτου Πατρός, ουρανίου, αγίου, μάκαρος, Ιησού Χριστέ, υμνούμεν Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Θεόν. Άξιον σε εν πάσι καιροίς υμνείσθαι φωναίς αισίαις, Υιέ Θεού, ζωήν ο δίδους. Διό ο κόσμος σε δοξάζει». Η έννοια του ύμνου είναι: Συ Χριστέ, σκόρπισες σ’ όλο τον κόσμο ένα γλυκό και παρήγορο φως. Μια μικρή, πολύ μικρή εικόνα του φωτός αυτού είναι το φως του ήλιου. Τώρα που ο ήλιος βασιλεύει ήρθαμε στο ναό σου εδώ και με καρδιά γεμάτη ευγνωμοσύνη για όλα τα καλά που εσύ μας δίνεις, σε υμνούμε και μαζί με’ σένα υμνούμε και τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα.

3.    Μετά το « Φως ιλαρόν » ψάλλεται το προκείμενο, που είναι ένας στίχος από τους Ψαλμούς. Το προκείμενο αλλάζει κάθε μέρα. Το Σάββατο ψάλλεται το «Ο Κύριος εβασίλευσεν, ευπρέπειαν ενεδύσατο». Μετά το προκείμενο, εάν είναι γιορτή, διαβάζονται και περικοπές από την Αγία Γραφή, που λέγονται αναγνώσματα.

4.    Μετά τα αναγνώσματα ο ιερεύς απαγγέλλει μια νέα σειρά δεήσεων που αρχίζει με το « Είπωμεν πάντες» και τελειώνει με το «Καταξίωσον, Κύριε, εν τη εσπέρα ταύτη…». Οι πιστοί κλίνουν το κεφάλι όταν ο ιερεύς διαβάζει την ευχή. Ψάλλονται εν συνεχεία ορισμένα τροπάρια, τα απόστιχα, προς τιμήν του αγίου που γιορτάζει, με το δοξαστικό τους.

5.    Έπειτα απαγγέλλεται η ευχή του Συμεών, που κράτησε το Χριστό στην αγκαλιά του την ημέρα της υπαπαντής. Η ευχή είναι:«Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, ο ητοιμάσα κατά πρόσωπον πάντων των λαών σου Ισραήλ». Το νόημα της ευχής αυτής του Συμεών είναι: Τώρα Χριστέ, που αξιώθηκα να δω εσένα, που είσαι η σωτηρία όλων των λαών, τώρα πια πάρε με απ’ την ζωή ετούτη. Είδα ότι ποθούσα να δω. Μου έδωσες ότι σου ζήτησα.

6.    Τέλος λέγεται ο «Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός…», το «Πάτερ ημών», ψάλλεται το απολυτίκιο της γιορτής και ο ιερεύς κάνει απόλυσι. Παρακαλεί, ο Χριστός, ο αληθινός Θεός μας, δια των πρεσβειών της Θεοτόκου και όλων των αγίων να ελεήσει και σώσει ημάς «ως αγαθός και φιλάνθρωπος και ελεήμων Θεός».

***

Η ιερή ακολουθία του εσπερινού δεν βαστάει περισσότερο από μισή ώρα. Στις παλαιότερες εποχές, που οι άνθρωποι αγαπούσαν την Εκκλησία, πήγαιναν στον εσπερινό και προπαντός στον εσπερινό του Σαββάτου. Αλλά δυστυχώς τώρα ψυχράθηκε η ευλάβεια και τον εσπερινό του Σαββάτου τον κάνει συνήθως μόνος του ο ιερεύς. Υπάρχουν όμως και χριστιανοί που διατηρούν τις ιερές αυτές συνήθειές. Στην Πρέσπα υπάρχει ένα μικρό χωριό, οι Καρυές, που μόλις χτυπάει η καμπάνα εσπερινό πηγαίνουν στην Εκκλησία και παρακολουθούν με κατάνυξη την ακολουθία. Σπάνια παραδείγματα ευσεβείας. Τώρα δεν κάνουν οι άνθρωποι εσπερινό στους ναούς, αλλά κάνουν το σατανικό εσπερινό στα αμαρτωλά κέντρα. Κάθε βράδυ τα κέντρα είναι γεμάτα. Αλλά και γι’ αυτούς που δεν εκκλησιάζονται η Εκκλησία δεν παύει να δέεται.

*****************************

Η ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ

*****************************

Υπάρχουν, αγαπητοί πράγματα που θα έπρεπε να μας προκαλούν το θαυμασμό, να ευχαριστούμε και να δοξολογούμε τον πάνσοφο Δημιουργό. Αλλά δυστυχώς τα πράγματα αυτά τα έχουμε συνηθίσει, τα βλέπουμε, τα απολαμβάνουμε κάθε μέρα και δεν μας προκαλούν την εντύπωση που θα έπρεπε. Θέλετε παράδειγμα; Να το φως, το φως που σκορπίζει ο ήλιος. Ο ήλιος βγαίνει και βασιλεύει κάθε μέρα σε ορισμένη ώρα. Είναι ρολόι ακριβείας. Και με το ρολόι αυτό ρυθμίζουν οι άνθρωποι τα δικά τους ρολόγια. Και επειδή ο ήλιος είναι ρολόι ακριβείας, ξέρουμε κάθε μέρα πότε θα βγει και πότε θα βασιλέψει. Αιώνες τώρα δουλεύει. Εκείνος που το κούρδισε ξέρει πόσο καιρό θα λειτουργεί.

Τι είναι ο ήλιος; Τι είναι το φως; Να ερωτήματα, στα οποία η επιστήμη δεν μπόρεσε να δώσει απάντηση ικανοποιητική.

***

Αλλά εδώ δεν πρόκειται να μιλήσουμε για την σύσταση του φωτός. Κάτι άλλο θέλουμε να πούμε σχετικώς με τον ήλιο.

Ο ήλιος, όπως είπαμε, βγαίνει σε ορισμένη ώρα. Ας υποθέσουμε λοιπόν, ότι μια μέρα δεν βγαίνει την ώρα που τον περιμένουμε. Περνούν 10,20,30 λεπτά της ώρας και ο ήλιος δεν φαίνεται. Τι άραγε να συμβαίνει; Ανησυχία. Οι αστρονόμοι βρίσκονται σε απορία. Περνούν οι ώρες αλλά ο ήλιος δεν φαίνεται. Σκοτάδι πάνω στη γή. Είναι τόσο πυκνό και εκτεταμένο το σκοτάδι, ώστε κανένα εργοστάσιο ηλεκτρισμού, καμιά ΔΕΗ, δεν θα μπορέσει να αναπληρώσει το φως του ηλίου. Σκοτάδι. Ποιος μπορεί τώρα να εργασθεί; Όλα αδρανή και ακίνητα. Μια βαθιά μελαγχολία απλώνεται σε όλο τον κόσμο. Πολλοί αυτοκτονούν γιατί έσβησε πια ο ήλιος.- Ποιος λένε μπορεί να τον ξανανάψει; Έφθασε το τέλος του κόσμου… Άλλοι πάλι ελπίζουν ότι ο ήλιος θα βγει και πάλι. Ο καλός Θεός στο σκοτάδι θα καταδικάσει τον κόσμο; Είναι ελεήμων και μακρόθυμος! Με την πίστη στο έλεος και στην μακροθυμία του προσεύχονται και λένε: Θεέ στείλε μας και πάλι τον ήλιο!…Και ύστερα από πολλές παρακλήσεις προς τον Θεό, να και πάλι η αυγή γλυκοχαράζει. Ο ήλιος βγαίνει. Μπορείτε να φαντασθείτε τι χαρά θα αισθανθεί ο κόσμος ξαναβλέποντας τον ήλιο να βγαίνει απ’ την ανατολή;

Φως! Φως! Φως! Θα φωνάξουν από χαρά όλα τα εκατομμύρια των ανθρώπων. «Δόξα σοι τω δείξαντι το φως». Σ΄ευχαριστούμε, Θεέ, για το φως που μας έδειξες!

***

Αυτό το αίσθημα της ευγνωμοσύνης προς το Θεό για την δημιουργία του φωτός καλλιεργεί η αγία μας Εκκλησία. Το καλλιεργεί όχι μόνο με τον περίφημο εκείνο ύμνο που ακούμε, όπως είδαμε, στον εσπερινό, το «Φως ιλάρον…» αλλά και με τη δοξολογία που ακούγεται πριν από τη θεία λειτουργία. Είναι η ώρα που βγαίνει ο ήλιος. Και όπως ο ορθόδοξος ναός είναι σύμφωνα με την παράδοση κτισμένος με το ιερό προς την ανατολή, οι ακτίνες του ηλίου μπαίνουν από τα παράθυρα και φωτίζουν το εσωτερικό του ναού. Την ώρα εκείνη ο ψάλτης αρχίζει να ψάλλει τη δοξολογία:«Δόξα σοι τω δείξαντι το φως…»

«Δόξα σοι τω δείξαντι το φως…». Ευχαριστούμε το Θεό για το φως. Το φως αυτό δεν υπήρχε πάντοτε. Υπήρχε εποχή που, όπως λέει η Γραφή, η γη ήταν «αόρατος και ακατασκεύαστος». Άβυσσος. Σκοτάδι πάνω στη γη! Αλλά ξαφνικά ακούστηκε η φωνή του Θεού « Γενηθήτω φως » και αμέσως δημιουργήθηκε το φως. Νέα προσταγή του Θεού δημιούργησε τον ήλιο, που είναι ένα απέραντο εργοστάσιο που δουλεύει αιώνες τώρα και παράγει φως, αλλά με τι υλικό; Με κάρβουνά; Με ηλεκτρισμό; Με ατομική ενέργεια; Μυστήριο. Δεν το εξιχνίασε ακόμα η επιστήμη. Αυτό το εργοστάσιο, ο ήλιος, δουλεύει αιώνες και στέλνει κάτω στη γή αμέτρητα κιλοβάτ φως.

Ο ήλιος, ένα από τα εξοχώτερα δημιουργήματα του Θεού, κηρύττει την ύπαρξη, την παντοδυναμία, την πανσοφία και την αγάπη του Θεού. Ο Θεός «ανατέλλει τον ήλιον αυτού επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους» (Ματθ. 6, 45).

***

«Δόξα σοι τω δείξαντι το φως». Αλλά εκτός από το φυσικό φως υπάρχει και άλλο φως. Είναι το πνευματικό φως. Το υλικό φως φωτίζει τα σώματα, το πνευματικό φως φωτίζει τις ψυχές. Και το πνευματικό φως είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Αυτός είναι ο ήλιος, ο πνευματικός ήλιος όλης της ανθρωπότητος.

Αυτός φωτίζει το νου των ανθρώπων με τα καθαρά νοήματα. Αυτός θερμαίνει τις καρδιές με τα ευγενή αισθήματα. Αυτός ηλεκτρίζει τη θέληση για τα υψηλά και τα μεγάλα. Αυτός είναι το μεγάλο φως, που ανέτειλε στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας. Αυτός και σήμερα εξακολουθεί να φωτίζει τον κόσμο. Ο φυσικός ήλιος θα σβήσει κάποτε. Αλλά ο πνευματικός ήλιος υπάρχει στους αιώνας. Πριν έρθει ο Χριστός σκοτάδι ήταν πάνω στη γη, ηθικό και θρησκευτικό. Οι αρχαίοι λατρεύανε πέτρες, ζώα, κροκοδείλους και αγριόγατες. Άγνωστος ήταν ο αληθινός Θεός. Τον αληθινό Θεό γνώρισε στον κόσμο ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός.

***

«Δόξα σοι τω δείξαντι το φως». Φυσικό φως ο ήλιος. Πνευματικό φως ο χριστός. Το φως του Χριστού φαίνεται στην Εκκλησία. Κάθε ακολουθία είναι και ένα φως. Όποιος έρχεται στην εκκλησία βλέπει φως. Αλλ’ εάν υπάρχει μια ιερή ακολουθία που περιέχει όλο το φως, όλο το Χριστό, αυτή είναι η θεία λειτουργία. Αυτή, όπως είπαμε, είναι ο ήλιος, και οι άλλες ακολουθίες μπροστά της είναι οι πλανήτες. Το γλυκοχάραμα του ήλιου αυτού είναι η δοξολογία, που λέγεται πριν από τη θεία λειτουργία. Επικαίρως και για το λόγο αυτό λέγεται το «Δόξα σοι τω δείξαντι το φως». Χριστέ, σ’ ευχαριστούμε για τον ήλιο που άναψες. Σ’ ευχαριστούμε για το πνευματικό φως που σκόρπισες στον κόσμο. Σ’ ευχαριστούμε ακόμα για την θεία λειτουργία, με την οποία σύ ο ίδιος, το φως το αιώνιο, ενθρονίζεσαι μέσα στις καρδιές.

Αρχή της δοξολογίας είναι το «Δόξα σοι τω δείξαντι το φως». Αλλά οι έξι αυτές λέξεις αποτελούν το μισό πρώτο στίχο. Ολόκληρος ο στίχος είναι:« Δόξα σοι τω δείξαντι το φως, δόξα εν υψίστοις Θεώ και επι γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία».

Η δοξολογία αποτελείται από 19 στίχους. Από αυτούς άλλοι είναι παρμένοι από το αθάνατο Ψαλτήρι, άλλοι από τον ύμνο των τριών παίδων εν καμίνω, και άλλοι από άλλα μέρη της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Είναι μια θαυμάσια σύνθεση αγιογραφικών χωρίων. Είναι μια ωραιότατη προσευχή που περιέχει και δοξολογία και ευχαριστία και δέηση. Να την ερμηνεύσουμε ολόκληρη; Εμείς εδώ ερμηνεύσαμε μόνο το μισό πρώτο στίχο. Για να ερμηνεύσουμε όλη την δοξολογία θα έπρεπε να γράψουμε ένα ολόκληρο βιβλίο. Αλλά δεν είναι ανάγκη. Βιβλίο που ερμηνεύει τη δοξολογία υπάρχει. Είναι το βιβλίο που έγραψε ο αείμνηστος ιεροκήρυξ του μητροπολιτικού ναού Αθηνών αρχιμ. Σεραφείμ Παπακώστας και έχει τίτλο «Η δοξολογία». Το συνιστούμε στους αγαπητούς αναγνώστας.

***

Με την παρούσα ομιλία, αγαπητοί μου κλείνουμε την σειρά των πρακτικών μας ομιλιών που μας αξίωσε ο Θεός να κάνουμε με θέμα: ο ορθόδοξος ναός και όσα λέγονται και τελούνται σ’ αυτόν.

Τώρα που φτάσαμε στο τέλος, ας παρακαλέσουμε, η θεία χάρις ν’ ανοίξει τις καρδιές μας για να δούμε και αισθανθούμε το μεγαλείο της δημόσιας λατρείας. Γιατί αν δεν φωτίσει η θεία χάρις, οι ψυχές μας θα είναι σκοτεινές και αν ακόμα χίλια κηρύγματα ακούσουμε. Χρειάζεται να ανοίξει ο διακόπτης για να έρθει το φως της θεϊκης γνώσεως, και τότε γεμάτοι χαρά και αγαλίαση θα πούμε κι’ εμείς: «Δόξα σοι τω δείξαντι το φως!

Ψαρι αρτ.

*************************************************