π. Αυγουστίνος Καντιώτης » Blog Archive » ΑΛΗΘΙΝΗ ΚΑΙ ΨΕΥΤΙΚΗ ΧΑΡΑ Αυγουστίνος Καντιώτης



ΑΛΗΘΙΝΗ ΚΑΙ ΨΕΥΤΙΚΗ ΧΑΡΑ

date Φεβ 25th, 2014 | filed Filed under: εορτολογιο

ΤΟ ΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΚΑΡΝΑΒΑΛΟΥ

__________

 
_______

ΤΡΙΩΔΙΟ

ΑΛΗΘΙΝΗ ΚΑΙ ΨΕΥΤΙΚΗ ΧΑΡΑ

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ

Λεγόμαστε, ἀγαπητοί μου, Χριστιανοὶ ὀρ­θό­δοξοι. Ὁ μεγάλος αὐτὸς τίτλος ἐπιβεβαιώ­νεται ἆραγε ἀπὸ τὴ ζωή μας, ἢ μένει μόνο ἕνας τύπος γραμμένος στὴν ταυτότητα;
Ἐνῷ ὁ Θεὸς μᾶς θέλει ἀγγέλους, τὰ ἔργα μας μαρτυροῦν ὅτι οὔτε Χριστιανοὶ οὔτε κἂν ἄνθρωποι λογικοὶ εἴμαστε. Κατεβήκαμε ἀκόμη πιὸ κάτω· σ᾽ ἐμᾶς ἁρμόζει ἐκεῖνο ποὺ εἶπε ὁ Δαυΐδ, «Ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, πα­ρασυν­εβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώ­θη αὐτοῖς» (Ψαλμ. 48,13,21). Γίναμε σὰν τὰ ζῷα καὶ χειρότερα. Αὐτὸ δείχνουν τὰ ὅσα λέγον­ται καὶ γίνονται, ἰδίως τὶς ἡμέρες αὐτές.
Οἱ πρῶτες ἑβδομάδες τοῦ Τριῳδίου εἶνε πε­ρίοδος προκαθάρσεως, ὅπως λέει σήμερα ὁ ἀ­πόστολος· «Δο­ξά­σατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύμα­τι ὑμῶν, ἅτινά ἐ­στι τοῦ Θεοῦ» (Α΄ Κορ. 6,20). Μὲ τὸ κορμί σου καὶ μὲ τὴν ψυχή σου νὰ δο­ξά­σῃς τὸ Θεό. Ἐμεῖς μ᾽ αὐτὰ ποὺ κάνουμε τὸν δοξάζουμε; Ἐνῷ οἱ ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες ἔ­χουν ὁρισθῆ ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, ἀπὸ τοπι­κὲς καὶ οἰ­κουμενικὲς Συνόδους, νὰ εἶνε ἡμέ­ρες καθαρι­ότητος, τώρα ὁ διά­βο­λος μὲ τὸ φτυάρι κοπρίζει τὴ ζωή μας. Οἱ μέρες αὐτὲς κατήντησαν μέρες ἀκαθαρσίας.
Ἀλλ᾽ ἀκούω ἀντίρρησι· ―Τί θέλεις; νὰ μᾶς κάνῃς καλογέρους, νὰ κρατᾶμε κομποσχοί­νια καὶ νὰ λέμε γονατιστοὶ ὅλη νύχτα «Πά­τερ ἡ­μῶν»; Ἄφησέ μας, Χριστιανέ μου· ἄ­σε τὸν κόσμο στὰ βάσανά του, ἄσ᾽ τον λίγο νὰ ξεσκάσῃ. Ἐμεῖς θέλουμε χαρά… Τί ν᾽ ἀπαντήσουμε;

* * *

Μᾶς παρεξηγεῖτε, κύριοι. Δὲν εἴμαστε ἐναν­τίον τῆς χαρᾶς. Ἡ θρησκεία μας εἶνε θρησκεία χαρᾶς. Ὁ ἄγγελος στοὺς ποι­μένες τὴ νύχτα τῆς Γεννήσεως εἶπε· «Ἰδού εὐ­αγγελίζομαι ὑμῖν χαρὰν μεγάλην, ἥτις ἔσται παν­τὶ τῷ λαῷ» (Λουκ. 2,10). Σᾶς φέρνω ἀπ᾽ τὰ οὐράνια χα­ρὰ μεγάλη. Καὶ ἡ λέξις εὐαγγέλιον τί θὰ πῇ· «εὐχάριστο μήνυμα». Οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι, καὶ φυλακισμένοι ἀκόμη στοὺς Φιλίππους, «ὑμνοῦ­σαν τὸ Θεό, καὶ τοὺς ἄκουγαν οἱ κρατούμενοι» (Πράξ. 16,25). Κι ὅταν ὁ Νέρων ἔκλεισε τὸν ἀπόστολο Παῦλο στὰ μπου­ντρούμια τῆς ῾Ρώμης κ᾽ ἐπρό­κειτο νὰ τὸν ἐκτε­λέσουν, ἔγραφε· «Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε· πάλιν ἐρῶ, χαίρετε» (Φιλ. 4,4). Γεμᾶτος χαρὰ ἦταν.
Ἡ χαρὰ καὶ ἡ εὐθυμία εἶνε θεῖο στοιχεῖο τῆς ζω­ῆς, δῶρο Θεοῦ. Ἀπόδειξις ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἔ­πλασε γιὰ τὴ χαρὰ εἶνε ὅτι, ὅταν δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο, ποῦ τὸν ἔβαλε; στὸν παράδεισο.
Ἁμάρτησε βέβαια ὁ ἄνθρωπος καὶ ἐξωρίσθηκε ἐδῶ στὴ γῆ, κι ἀπὸ τότε δοκιμάζει θλίψεις καὶ πόνους. Παρ᾽ ὅλα αὐτὰ ἡ χαρὰ δὲν ἔ­λειψε ἐντελῶς. Ἐὰν ὑπῆρχε ἕνα χαρόμετρο καὶ μετροῦσε τὴ χαρά, πρὸ τῆς ἁμαρτίας θὰ ἔ­δειχνε στὸν παράδεισο τὸ βαθμὸ 1000. Με­τὰ τὴν ἁμαρτία τὸ χαρόμετρο ἔπεσε· πῆγε 900, 800, 500, 400, …50. Ἔμεινε πάντως ἕνα ποσο­στὸ χαρᾶς στὸν κόσμο. Ἀλλοίμονο ἂν δὲν ἔμενε.
Ὅσο οἱ ἐπιστῆμες προχωροῦν, ἀποδεικνύ­εται ὅτι αὐτὴ ἡ γῆ εἶνε ἕνα ἀνεκτίμητο δῶρο. Θὰ φτάσουν στὰ ἄστρα, θὰ πᾶνε στὸν Ἄρη, δὲ θὰ βροῦνε ἄνθρωπο. Ἐδῶ εἶνε ἡ κατοικία τοῦ ἀνθρώπου, μὲ τὸν ἀέρα καὶ τὸ νερό, μὲ τὰ δέν­τρα καὶ τὰ φυτά, μὲ τὰ ζῷα καὶ τὰ πουλιά, μὲ τὰ πολύτιμα μέταλλα καὶ ὀρυκτά. Εἶνε ἕνας μικρὸς παράδεισος. Ἄνθρωπε ἀχάριστε, δὲν χάθηκε τελείως ὁ παράδεισος, μέσ᾽ στὸν παράδεισο τῶν ἀστέρων εἶσαι. Ἡ σελήνη εἶνε σὰν τόπος ἐξορίας. Ἐδῶ στὴ γῆ ὑπάρχουν χα­ρές, πολλὲς χαρές. Νὰ μετρήσω; Ὁρίστε.
⃝ Πρώτη χαρὰ ἡ φύσις. Τώρα ποὺ ἀνθίζουν οἱ ἀ­μυγδαλιές, τὴν ἄνοιξι ποὺ ἔρχον­ται τὰ χελιδό­νια, μὴ μαντρίζεστε στὰ μαντριὰ τοῦ διαβό­λου. Πάρε τὴ γυναῖκα καὶ τὰ παιδιά σου καὶ βγὲς ἔ­ξω· ἀνέβα σὲ κορυφές, δὲς τὶς λίμνες καὶ τὰ πο­τάμια. Ὅπου γυρίσῃς, ἂν ἔχῃς εὐαισθησία, θὰ γο­νατίσῃς καὶ θὰ πῇς· «Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔρ­γα σου, Κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμ. 103,24). Ἡ φύσις εἶνε μιὰ ἀστείρευτη πηγὴ χαρᾶς.
⃝ Ὑπάρχει ὅμως κι ἄλλη χαρὰ ἀνώτερη. Εἶνε ἡ διανόησις. Τὸν βλέπεις ἐκεῖνο τὸν ἐπιστήμο­να; ἄλλοι γλεντοῦν, διασκεδάζουν· αὐτὸς κά­θεται νύχτα, πέρα ἀπ᾽ τὰ μεσάνυχτα, ἐργάζεται καὶ μο­χθεῖ νὰ λύσῃ κάποιο πρόβλημα. Στύβει τὸ μυαλό του. Κι ὅταν τὶς πρωινὲς ὧρες βρίσκῃ τὴ λύσι, τί χαρὰ δοκιμάζει! Πετιέται ἔξω σὰν τὸν Ἀρχιμήδη ποὺ φώναζε «Εὕρηκα, εὕρηκα!». Ὅ,τι ἐφευρέσεις ἔγιναν, εἶνε ἀποτέλεσμα κόπου τῆς διανοίας. Ἡ χαρὰ τῆς δι­ανοήσεως εἶ­νε μία ἀπὸ τὶς εὐγενέστερες χαρές.
⃝ Ἄλλη χαρὰ προσφέρει ἡ μελέτη. Παίρνεις στὰ χέρια σου καὶ διαβάζεις ἕνα βιβλίο. Σ᾽ ἕνα χωριὸ τῆς Ἀγγλίας ζοῦσε ἕνας ἐργάτης ἀνθρα­κωρυχείου καὶ τοῦ χάρισαν ἕνα βιβλίο. Λέει ἡ γυναίκα του τὸ βράδυ· ―Πᾶμε νὰ κοιμηθοῦ­με; ―Ὄχι, λέει αὐτός, θὰ διαβάσω. Κάθησε λοι­πὸν καὶ διάβαζε διάβαζε. Ὅσο προχωροῦσε, τόσο χαιρόταν, εὐχαριστιόταν. Ὅταν κατὰ τὰ ξημερώματα τελείωσε τὸ βιβλίο, βγῆκε ἔξω ἐνθουσιασμένος, πῆγε στὸ καμπαναριὸ τοῦ χωριοῦ καὶ χτυποῦσε τὴν καμπάνα. Μαζεύτηκαν ὅλοι. ―Τί συμβαίνει; ―Μεγάλη χαρὰ αἰ­σθάνθηκα ἀπόψε!… Ἤθελε νὰ κάνῃ ὅλο τὸ χωριὸ νὰ χαρῇ· εἶχε διαβάσει τὸ Εὐαγγέλιο!
⃝ Χαρὰ λοιπὸν ἡ φύσις, ἡ διανόησις καὶ ἡ λύσις προβλημάτων, ἡ μελέτη καὶ μάλιστα τοῦ Εὐαγγελίου. Ἄλλη πηγὴ χαρᾶς εἶνε ἡ φιλία καὶ ἡ οἰκογένεια. Ὅποιος βρῆκε πιστὸ φίλο, βρῆκε θησαυρό. Κι ὅ­ποιος βρῆκε τίμια γυκαῖ­κα, ποὺ αὐτὴ τὸν ἀ­γαπάει κι αὐτὸς τὴ σέ­βεται καὶ γέννησαν παιδιὰ ὑπάκουα, ζῇ σὲ μία «κατ᾽ οἶκον ἐκκλησίαν» (῾Ρωμ. 16,5. Α΄ Κορ. 16,19), σὲ ἕνα μικρὸ παράδεισο. Ὑπάρχουν σή­μερα τέτοιοι παράδεισοι; Ὑπάρχουν. Πῆγα στὸ Ἀμύνταιο καὶ βρῆκα 6 – 7 φτωχοὺς ὁ­δοκαθαριστάς. Τοὺς πλησίασα καὶ κουβέντιασα. Οἱ ἀ­παντήσεις τους μοῦ θύμισαν τὸ Ντοστογιέφσκυ, ποὺ λέει ὅτι αὐτοὶ οἱ μικροὶ καὶ ταπεινοὶ τῆς γῆς εἶνε πιὸ σοφοὶ καὶ εὐγενεῖς ἀπ᾽ ὅλους. ―Πάτερ, μοῦ εἶπε ὁ ἕνας ἀπ᾽ αὐτούς, ἐγὼ ἔ­χω χαρά. ―Ποιά χαρά; τοῦ λέω. ―Ὅταν τὸ βράδυ γυρίζω στὸ σπίτι καὶ βλέπω τὴ γυναῖκα καὶ τὰ παιδιά μου. ―Πόσα παιδιὰ ἔχετε; ―Ἑ­φτά· αὐτὰ εἶνε ἡ χαρά μου.
⃝ Θέλεις μιὰ χαρὰ ἀκόμη πιὸ μεγάλη; Δὲν εἶ­νε ἡ ἐξωστρέφεια, ἡ φυσιολατρία, ὁ τουρισμός, ποὺ γιὰ πολλοὺς ἔγιναν μόδα. Βαθειὰ πηγὴ χα­ρᾶς εἶνε τὸ ἀγαθὸ συνειδός, ἡ καθαρὴ συνείδη­σις. Κάνεις τὸ καλό; ἀκοῦς χειροκροτήματα. Ὄχι σὰν αὐτὰ ποὺ ἀκοῦνε στὶς πλατεῖες οἱ πολιτικοί, ἀλλὰ χειροκροτήμα­τα ἀγγέλων. Πορεύ­εσαι κατὰ συνείδησιν; θὰ νιώθῃς ἀγαλλίασι.
⃝ Μεγάλη χαρὰ χαρίζει ἡ προσευχὴ καὶ ἡ λατρεία. Ὅταν χτυπάῃ ἡ καμπάνα καὶ πᾷς στὴν ἐκκλησία καὶ μπαίνῃς μέσα κι ἀκοῦς ἐκεῖνα τὰ «τραγούδια τοῦ Θεοῦ», ἐκεῖνες τὶς ὡραῖες εὐ­χές, τὸ εὐαγγέλιο καὶ τὸν ἀπόστολο, λές· «Ὡς ἀγαπητὰ τὰ σκηνώματά σου, Κύριε τῶν δυνά­μεων. ἐπιποθεῖ καὶ ἐκλείπει ἡ ψυχή μου εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ Κυρίου» (Ψαλμ. 83,2-3). Κι ὅταν στὸ δωμάτιό σου γονατίζῃς καὶ κάνῃς μιὰ προσ­ευχή, νιώθεις χαρὰ ὑπερφυσική, χαρὰ θεία.
⃝ Θέλεις ἄλλη χαρά; Δεῖξε ἔμπρακτη ἀγάπη. Κάποιος ρώτησε πειρακτικὰ ἕναν ἱεροκήρυκα· ―Μπορεῖτε νὰ μοῦ δείξετε τὸν παράδεισο; ―Πήγαινε στὴν τάδε ὁδό, τάδε νούμερο, στὸ ὑπόγειο· ἐκεῖ μένει μιὰ φτωχὴ οἰκογένεια μὲ ἄρρωστο τὸ ἕνα παιδί· στεροῦνται τὰ πάντα. Πάρε ἕνα καλάθι, πήγαινε στὴν ἀγορά, γέμισέ το τρόφι­μα, πέρασε ἀπ᾽ τὸ φαρμακεῖο πάρε φάρμακα, πέρασε ἀπ᾽ τὸ ἐμπορικὸ πάρε μερικὰ ροῦχα, πήγαινέ τους τα, καὶ τότε θὰ δῇς τὸν παράδεισο. Πῆγε λοιπόν, καὶ μετὰ εἶπε· ―Αἰ­σθάνθηκα πράγματι χαρά. Νά ὁ παράδεισος. Κάνε ἐλεημοσύνη, κάνε τὸ καλό, καὶ θὰ νιώσῃς μέσα σου τὴ χαρὰ τοῦ παραδείσου.
⃝ Θέλεις κι ἄλλη χαρά; Μεγάλη χαρά, ποὺ λίγοι τὴ γεύθηκαν, εἶνε ἡ μετάνοια. Ἀμφιβάλλω μέσα σὲ χίλιους ἀνθρώπους ἂν τὴν ἔχουν δοκιμάσει δέκα. Πρέπει νὰ φοβηθοῦμε κ᾽ ἐσεῖς κ᾽ ἐγὼ καὶ ὅλοι μας. Ὁ Μέγας Ἀντώνιος, στὰ ἑ­κατὸν δέκα χρόνια ποὺ εἶχε φθάσει, εἶπε στοὺς μαθητάς του· Παιδιά μου, παρακαλέστε τὸ Θεὸ νὰ μοῦ δώσῃ μετάνοια. Μακάρι ἕνας ἄγγελος νὰ ἔρθῃ νὰ στάξῃ καὶ στὴ δική μας καρδιὰ μιὰ σταλαγματιὰ ἀπὸ τὴ μετάνοια τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, νὰ πᾶμε στὸν πνευματικό μας πατέρα, ποὺ εἰ­κονίζει τὸν οὐράνιο Πατέρα, νὰ γονατίσουμε καὶ νὰ ποῦμε «Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρα­νὸν καὶ ἐνώπιόν σου» (Λουκ. 15,18). Τὴν ὥρα ποὺ βγαίνεις ἀπὸ τὸ ἐξομολογητήριο, κιθάρες παίζουν στὰ οὐράνια· «χαρὰ γίνεται» «ἐν οὐρανῷ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι» (Λουκ. 15,10,7). Κι ὅπως εἶ­πε ὁ Ντοστογιέφσκυ, Ὅταν ἐξωμολογήθηκα, παράδεισος φύτρωσε στὴν καρδιά μου.

* * *

Νά λοιπόν, ἀγαπητοί μου, χαρὲς πνευματικές. Καὶ αὐτὲς εἶνε μικρὲς μπροστὰ σὲ μία ἄλ­λη. Ἡ μεγάλη χαρὰ θὰ εἶνε, ὅταν παρέλθῃ αὐτὸς ὁ κόσμος καὶ ἔλθῃ ὁ Κύριος νὰ κρίνῃ ζῶντας καὶ νεκρούς, τότε ν᾽ ἀκούσουμε κ᾽ ἐ­μεῖς τὴ φωνὴ ἐκείνη· «Εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ… εἴσ­ελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σου» (Ματθ. 25,21). Ἐδῶ δοκιμάζουμε μόνο μερικὲς σταγόνες χα­ρᾶς, ἐκεῖ θὰ εἶνε ἡ χαρὰ ἡ μεγάλη καὶ ἡ ἀναφαίρετη ποὺ ὑποσχέθηκε ὁ Κύριός μας.
Ποιός εἶπε, λοιπόν, ὅτι ὁ χριστιανισμὸς δὲν ἔχει χαρά; «Καὶ τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ᾽ ὑμῶν», εἶπε ὁ Χριστός (Ἰω. 16,22).

ΨΕΥΤΙΚΗ ΧΑΡΑ

Τὶς ἡμέρες αὐτὲς τοῦ Τριῳδίου, ἀγαπητοί μου, οἱ ἄνθρωποι ἐπινοοῦν τρόπους νὰ χα­­ροῦν. Αὐτὸ ὅμως ποὺ δοκιμάζουν δὲν εἶνε ἀ­ληθινὴ χαρά· εἶνε κάτι ψεύτικο, ἕνα κίβδηλο νόμισμα, ποὺ κακῶς λέγεται χαρά. Ἂν ἀφαιρέ­σῃ κανεὶς τὴ μάσκα, πίσω ἀπ᾽ αὐτὴν ἀποκαλύπτεται κάτι ποὺ σκοτώνει τὸν ἄνθρωπο, κάτι σὰν τὸ μέλι ποὺ καλύ­πτει θανατηφόρο φαρμάκι. Ὁ σατανᾶς φτειά­­χνει τέτοια «γλυκύσμα­τα», πολὺ εὐχάριστα στὸ λαρύγγι, καὶ τὰ προσ­φέρει, ἀλλὰ μέσα ἔ­χει κρύψει τὸ δηλητήριο. Εἶνε χαρὰ δηλητηρι­ώδης. Μακριά ἀπ᾽ αὐτήν!

* * *

⃝Σᾶς ἐρωτῶ. Εἶνε χαρὰ τὸ μεθύσι; Πᾶνε στὶς ταβέρνες καὶ πίνουν χωρὶς μέτρο, ἔρχονται στὸ κέφι, νιώθουν εὐφορία. Καὶ μετά;… Ἕνα βράδυ ἐπέστρεφα ἀπὸ μακριὰ κ᾽ εἶχα ἀργήσει, ἦταν 1 μετὰ τὰ μεσάνυχτα. Καθὼς περνοῦ­σα μέ­σα ἀπὸ ἕνα χωριὸ τῆς ἐπαρχίας μου, βλέπω τέσσερις νὰ σηκώνουν ἕναν. Φοβήθηκα· νεκρὸς θά ᾽νε, σκέφθηκα. Σταματῶ, κατεβαίνω, καὶ τί νὰ δῶ; Τοὺς ἀκολουθοῦσε μιὰ νέα γυναίκα. ―Τί συνέβη; ρωτῶ· πέθανε; ―Ἄχ, δέσποτα, μακάρι νά ᾽ταν πεθαμένος· μεθυσμένος εἶ­νε! Ὅταν ἔρχεται στὸ σπίτι, κάνει τὰ πάντα γυαλιὰ – καρφιά· κι ὅταν ξυπνάει τὴν ἄλλη μέρα ζαλισμένος, δὲν ἔχει ὄρεξι γιὰ δουλειά.
⃝ Συνεχίζουμε. Εἶνε χαρὰ αὐτὸ ποὺ νιώθουν οἱ ναρκομανεῖς, ὅσοι παίρνουν τὰ ναρκωτικά; Γέμισε ὁ τόπος ἀπ᾽ αὐτούς. Καὶ ἡ κατάληξι γνωστή· ὅποιος μπῇ σ᾽ αὐτὸ τὸ δρόμο σπανί­ως γλυτώνει, κατὰ κανόνα καταστρέφεται.
⃝ Κάτι ἄλλο· οἱ χοροὶ ποὺ χορεύουν σήμερα. Δὲ μυρίζουν θυμάρι, ὅπως ἐκεῖνοι ποὺ χόρευαν τὰ παλληκάρια τοῦ Κολοκοτρώνη στὰ ψηλὰ βουνά· εἶνε χοροὶ ἀγρίων, χοροὶ καγ­κουρώ, μὲ ἐξαλλοσύνες καὶ μὲ ἀπρεπῆ συμ­πλέγματα. Πλῆθος ἁμαρτήματα διαπράττονται στοὺς χοροὺς αὐτούς. Καὶ ἂν δῆτε τὴν ἑπομένη ἡμέρα αὐ­τοὺς ποὺ χόρευαν, βαριοῦν­ται νὰ μιλή­σουν. Ὅποιος εἶνε παρατη­ρητικός, ἕ­νας ψυχο­λόγος ἢ γιατρός, μπορεῖ νὰ δῇ ὅτι ὁ διάβολος βάζει ἐπάνω τους μιὰ σφρα­γῖδα· γύρω – γύρω στὰ μάτια τους σχηματίζεται ὁ κύκλος τῆς Ἀ­φροδίτης, ἡ χαύνωσις, ἡ ἀ­ποκτή­νωσις. Εἶνε χαρὰ αὐτή; Κάποιος σοφὸς εἶπε· Ἂν γιὰ κάθε ἁμάρτημα ποὺ γίνεται στοὺς χοροὺς ἔπεφτε κ᾽ ἕνα ἄστρο, δὲν ξέρω πόσα ἀ­στέρια θ᾽ ἀπέμεναν στὸ στερέωμα.
⃝ Ἄλλη ἀπατηλὴ ἀπόλαυσι ἡ γαστριμαργία καὶ πρὸ παντὸς ἡ κρεοφαγία. Ταβέρνες καὶ ψητο­πωλεῖα λειτουργοῦν κάθε μέρα, καὶ τὴ μεγάλη Σαρακοστή. Ὁ Μέγας Βασίλειος λέει στὸ χασάπη· Ἦρθε ἡ τεσσαρακοστή; κρέμασε τὸ μα­χαίρι σου. Ἔτσι γινόταν καὶ στὸ χωριό μου· τὴν Τυρινὴ κρεμοῦσαν τὸ μαχαίρι οἱ χασάπηδες, καὶ τὸ ξεκρεμοῦσαν τὸ Μέγα Σάββατο. Ἁ­γιασμένες ἐποχὲς ἐκεῖνες. Τώρα γίναμε τόσο κρεοφάγοι ποὺ τὰ ντόπια κρέατα δὲ μᾶς φτάνουν καὶ εἰσάγουμε ἀπὸ ἀλλοῦ (Βουλγαρία, Σερβία). Ἄθεα κράτη ἐφαρμόζουν νηστεία γιὰ λόγους ἐθνικῆς οἰκονομίας, κ᾽ ἐμεῖς; Θὰ πῶ κάτι καὶ μὴ μὲ παρεξηγήσετε – δὲν ἀνήκω σὲ κόμματα ἢ συστήματα· μόνο ἐπὶ Μεταξᾶ διέταξε τὸ κράτος, Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ νὰ μὴν ἐπιτρέπεται τὸ κρέας στὰ ἑστιατόρια. Δὲ νήστευε ὁ λαὸς καὶ ἦρθε τιμωρία· μᾶς τιμώρη­σε ὁ Θεός, καὶ τότε δὲν εἴχαμε τὸ κρέας ὄ­χι πιὰ κάθε μέρα ἀλλὰ οὔτε τὸ Πάσχα· τὴ Λαμ­πρὴ δὲν ὑπῆρχε κρέας. Εὐτυχία θεωροῦσαν ἂν εὕρισκαν πέντε φασόλια ἢ πέντε ῥεβύθια νὰ φᾶνε. Καὶ ἔρχεται πάλι μεγάλη τιμωρία σ᾽ αὐ­τὸ τὸ ἔθνος, διότι φύγαμε πολὺ ἀπὸ τὸ Θεό. Μὴ θεωρήσετε χαρὰ τὴν τρυφή· εἶνε λάθος.
⃝ Θὰ ἐπιμείνω τώρα στὸ «φροῦτο» ποὺ μᾶς ἦρθε ἀπ᾽ τὴ Δύσι, τὰ πάρτυ. Ἐκεῖ ἀγόρια καὶ κο­ρίτσια, ὀργιάζουν κυρι­ολεκτικὰ χωρὶς φρα­γμό. Γίναμε Σόδομα καὶ Γόμορρα. Ἀλλὰ εἶνε γνωστὸ τὸ βιβλίο «Μυστικὰ πρωτόκολλα τῶν σο­φῶν τῆς Σιών»· ἐκεῖ ἀποκαλύπτεται μὲ ποιά μέ­σα ἡ μασονία σχεδίασε νὰ διαλύσῃ τὴ χριστι­ανικὴ κοινωνία. Μεταξὺ τῶν ἄλλων λέει· Θὰ δι­αφθείρουμε τὴ νεολαία μὲ ἀνήθικες δι­ασκε­δάσεις. Καὶ πράγματι τὴ διαφθείρουν. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ μᾶς φοβίζουν αὐτὲς οἱ «χαρές»;
⃝ Συμπερίληψις καὶ ἀποκορύφωμα ὅ­λων πλέον τῶν κακῶν σημειώνεται τὶς μέρες αὐτὲς μὲ τὸ καρναβάλι. Τὴν ἄλλη Κυριακή, τῶν Ἀπόκρε­ων, ἡ κατάστασι θὰ εἶνε φρικώδης. Μὴ ζυγίζεις αὐτὰ ποὺ γίνονται μὲ κριτήρια τοῦ κόσμου· ζύγισέ τα μὲ τὴ ζυγαριὰ τοῦ Εὐαγγελίου. Στὸν καρνάβαλο ὑπολόγισε τὶς μεταμφιέσεις, τὰ ἀνώνυμα πειράγματα κάτω ἀπὸ τὴ μά­σκα, τὶς ἀπρέπειες, τὴ μέθη, τὴν κρεοφαγία καὶ τὸ ἄμετρο φαγοπότι, τὰ αἰ­σχρὰ λόγια καὶ τραγούδια· βάλε τὰ αἰσχρὰ βλέμματα, τὰ ἀγγί­γματα, τὰ ἀγκαλιάσματα, τὰ φιλήματα· ἀναλο­γίσου τὶς ἀσέλγειες, τὶς πορνεῖες καὶ τὶς μοιχεῖ­ες, ὅσα γίνονται φανερὰ καὶ ὅσα γίνονται κρυφά, τὰ ὁποῖα «αἰσχρόν ἐστι καὶ λέγειν» (Ἐφ. 5,12). Ἄλλοτε γι᾽ αὐτὰ ὁ ἄν­τρας θά ᾽παιρνε πιστόλι νὰ σκοτώσῃ τὴ γυναῖ­κα του ἢ τὸ λιγώτερο θὰ τῆς ἔδινε διαζύγιο. Λόγια καὶ ἐνέργειες, ποὺ ἔξω καταλογίζονται ὡς πα­ράβασις καὶ ἁμαρτία, ἐκεῖ μέσα ἀμνηστεύον­ται. Ἁγνότης καὶ παρθενία, προσωπικὴ ἀξιοπρέπεια, οἰκογενειακὴ τιμή, ὅλα καταλύον­ται. Τὶς μέρες αὐτὲς ὀργιάζει ὁ σατανᾶς. Καὶ ἐρωτῶ· εἶνε αἰ­τία χαρᾶς αὐτά; Καὶ νά ᾽ταν μόνο αὐτά;
Κέντρο καὶ πρότυπο τῶν καρναβάλων ὅ­λου τοῦ κόσμου θεωρεῖται τὸ καρναβάλι τοῦ Ρίον Ἰανέιρο στὴ Βραζιλία. Γιά ἀκοῦστε τὸν ἀπολογισμὸ μιᾶς χρονιᾶς ἀπὸ τὸ δελτίο τῆς ἀ­στυνομίας· 5 δολοφονίες, 7 θάνατοι ἀπὸ ἀσφυ­ξία, 22 αὐτοκτονίες, 17 ἀγνοούμενοι, 223 θάνατοι ἀπὸ διάφορες ἀσωτίες, 246 κλήσεις στὸ σταθμὸ πρώτων βοηθειῶν, 103 κλήσεις στὴν πυροσβεστικὴ ὑπηρεσία. Τέτοια πράγματα, θὰ μοῦ πῆτε, δὲν γίνονται ἐδῶ. Ναί, ἀλλ᾽ ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ σατανικὴ ἐξέλιξις, ἐκεῖ θὰ φθάσουμε, θὰ γίνουμε Βραζιλία καὶ Δανία.
Ἀπόδειξις τὸ καρναβάλι τῶν Πατρῶν. Θὰ ξέρετε, ὅτι πῆγα ἐκεῖ καὶ ἀγωνίστηκα, καὶ τὸ ὄνομα «Καντιώτης» ἀκούεται γι᾽ αὐτὸ μὲ εἰ­ρωνεία. Ἀλλ᾽ ἐγώ, γνωρίζοντας ἀπὸ ἔγκυρες πηγὲς τὴ σημασία τοῦ ἀγῶνος ἐκείνου, θεω­ρῶ τιμή μου νὰ μὲ βρίζουν. Ὅταν ἀρχίσαμε τὸν ἀ­γῶνα ἐκεῖ τὴ δεκαετία τοῦ ᾽50, εἶδα ἀ­στυνομικοὺς καὶ εἰσαγγελεῖς. Ὁ ἀστυνομικὸς ποὺ μὲ συνέλαβε, μοῦ λέει· ―Ἔχεις ἀπόλυτο δίκιο, πάτερ. Ἐγὼ ἔχω κάνει ἀναφορὰ καὶ αἴ­τησι στὴν κυβέρνησι. Διάβασε. Δὲ λὲς τίποτα ἐσύ, ἐγὼ τὰ ξέρω τὰ αἴ­σχη ἐδῶ… Ἕνας δικαστικός, εἰσαγγελεύς, μοῦ λέει στ᾽ αὐτί· ―Κ᾽ ἐ­μεῖς κάναμε αἴτησι· αὐ­ξάνονται τὰ ἐγκλήματα τὶς ἡμέρες τοῦ καρναβάλου… Καὶ μετὰ ἀ­πὸ λίγο καιρὸ ἦρθε στὸ φῶς ἕνα τρομε­ρὸ ντοκουμέντο, τὸ ὁποῖο καὶ δημοσίευσα. Παιδί­ατρος καὶ ἐπὶ δώδεκα χρόνια διευθυντὴς στὸ βρεφοκομεῖο Πατρῶν μὲ βεβαίωσε ὑπευθύνως καὶ ἐνυπογράφως, ὅτι τρεῖς μῆνες μετὰ τὸν καρνάβαλο οἱ γυναικολογικὲς κλινικὲς γε­μίζουν ἀπὸ γυναῖκες ποὺ κάνουν ἐκτρώσεις· καὶ ἐννέα μῆνες μετὰ τὸν καρνάβαλο στὸ βρε­φοκομεῖο τῆς πόλεως δὲν ἔ­χουν ποῦ νὰ βάλουν τὰ ἐξώγαμα βρέφη (βλ. «Σπίθα» 202/Φεβρ. 1958). Τί μοῦ λέ­τε λοιπόν; Σάπισε ἡ κοινωνία, ἔγινε Σόδομα καὶ Γόμορρα. Εἶπα στὴν Ἱερὰ Σύνοδο· Σβῆ­στε τὴ φωτιὰ στὴν Πάτρα· ἐὰν δὲ τὴν σβήσετε, θὰ ξαπλώσῃ. Καὶ ξάπλωσε ἤδη μὲ ὀλέθρι­ες ἐπιπτώσεις, ἀκόμα καὶ στὴν ἐθνικὴ οἰκονο­μία, σὲ περίοδο μάλιστα τόσης δυστυχίας.
Ὅλα αὐτά, ποὺ ἐξέθεσα, φαντάζουν στὴν ἀρχὴ σὰν χαρά. Ἡ συνέχεια ὅμως καὶ ἡ κατάληξις ἀποδεικνύουν, ὅτι αὐτὰ δὲν εἶνε ἡ ἀληθινὴ χαρά· εἶνε χαρὰ ψεύτικη. Τέτοιες «χα­ρὲς» δὲν εἶνε χαρά, εἶνε θάνατος. «Τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος» (῾Ρωμ. 6,23).

* * *

Τελείωσα, ἀγαπητοί μου. Αὐτὰ ἦταν ἡ θεω­ρία. Θέλετε τώρα νὰ προχωρήσουμε στὴν ἐ­φαρμογή. Θὰ σᾶς δώσω νὰ σηκώσετε δυὸ «πε­­τραδάκια»· τὸ κάνετε; Δὲν εἶνε δύσκολο.
Τὸ πρῶτο «πετραδάκι». Τὴν ἄλλη Κυριακή, ποὺ τὸ καρναβάλι θὰ εἶνε στὸ ἀποκορύφωμα, ἂν πιστεύετε στὸ Χριστό, βάζω πετραχήλι καὶ σᾶς δένω· κανείς καὶ καμμιά νὰ μὴν πάῃ στὸν καρνάβαλο. Γονεῖς, μὴν ἐπιτρέψετε στὰ σπίτια σας πάρτυ καὶ χοροὺς μεταμφιεσμένων. Κι αὐ­τὸ εἶνε τὸ λιγώτερο. Τί ἄλλο ἀπαιτῶ ἀ­πὸ σᾶς· δώδεκα ἦ­ταν οἱ ἀπόστολοι καὶ φώ­τισαν τὸν κόσμο· κ᾽ ἐ­σεῖς νὰ διαφωτίσετε τοὺς γύρω σας. Μὴ περι­ο­ρίζεστε στὸν ἑ­αυτό σας. Εἴμαστε ὑ­ποχρεωμένοι, ἐφ᾽ ὅ­σον συμ­φωνοῦμε, νὰ κάνουμε διαφώτισι καὶ νὰ προβά­λουμε ἰσχυ­ρὴ ἀντίστασι σὰν γενναῖοι μαχηταὶ τῆς πίστεως. Σύμφωνοι; Πήρατε τὸ πρῶτο «πετραδάκι».
Τώρα τὸ ἄλλο, τὸ ἐλαφρότερο. Λέει ὁ ἱε­ρὸς Χρυσόστομος, ὄχι ἐγώ· Στὸ σπίτι σου θά ᾽χῃς τρία πράγματα· εἰκονοστάσι μὲ καντήλι, θυμι­ατὸ μὲ λιβάνι γιὰ νὰ θυμιάζῃ ἡ γυναίκα σου, καὶ Εὐαγγέλιο ποὺ θὰ τὸ μελετᾶτε ὅλοι. Αὐτὰ εἶνε ὅπλα ἐναντίον τοῦ διαβόλου. Θά ᾽χῃς ὅ­μως καὶ κάτι ἄλλο, λέει ὁ Χρυσόστομος. Τί; ἕ­να μικρὸ κουτάκι, ἕνα κουμπαρᾶ, κ᾽ ἐκεῖ θὰ ῥίχνῃς κάθε φορὰ τὸν ὀβολό σου γιὰ ἐλεημο­σύνη. Ἐὰν δὲν κάνῃς ἐλεημοσύνη, δὲν πιάνει ἡ προσευχή. Εἴμαστε σύμφωνοι; Λοιπὸν εὔχο­μαι τὸ πετραδάκι αὐτὸ νὰ γίνῃ διαμάντι· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστινου Καντιώτου, έγινε στην Αθήνα, την Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου, στις 44 22-2-1970 ἑσπέρας)

 

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.