Αυγουστίνος Καντιώτης



Τα σημαδια ειναι φανερα· ημερες ειναι πονηρες και θα γινουν πονηροτερες, διαβαστε Αποκαλυψι. Τι πρεπει να κανουμε; Οτι κανουμε οταν βαδιζουμε σε δρομο ολισθηρο και επικινδυνο. Να προσεχουμε και προσευχομεθα. Να παρακαλεσουμε το Θεο να μας φωτιση. Να λεμε κ᾽ εμεις το «Κυριε, ελεησον»;

date Δεκ 3rd, 2017 | filed Filed under: ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Κυριακὴ ΚΣΤ΄ (Θ΄) Λουκᾶ (Ἐφ. 5,8-19)
Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

Πονηρες ημερες, προσοχη!

«…Ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσι» (Ἐφ. 5,16)

δαμοκλια σπαθιἈκούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸν σημερινὸ ἀ­πόστολο; Ἐπ᾽ αὐτοῦ θὰ ποῦμε λίγα λόγια.
Πολλὰ θαύματα ἔκανε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς κατὰ τὴν ἐπὶ γῆς παρουσία του. Ἰδιαίτερη ἐντύπωσι προκαλοῦ­σαν καὶ προκαλοῦν πάν­τοτε οἱ θεραπεῖες τυφλῶν, τὸ ὅ­τι ἔδωσε τὸ φῶς σὲ ἀνθρώπους ποὺ ἔπασχαν στὰ μά­τια. Στὸν τυφλὸ λ.χ., ποὺ ζητιάνευε ἔξω ἀπ᾽ τὴν Ἰεριχώ, διέταξε, καὶ μέσα σ᾽ ἕνα δευτε­ρόλεπτο, χωρὶς φάρμακα, χωρὶς ἐγχείρησι, χω­ρὶς τίποτε, ἄνοιξαν τὰ μάτια του καὶ εἶδε τὸν ὡραῖο κόσμο καὶ ἐδόξασε τὸ Θεό (βλ. Λουκ. 18,35-43).
Καὶ δὲν ἄνοιγε μάτια τοῦ σώματος μόνο· ἄ­νοιγε προπαντὸς τὰ μάτια τῆς ψυχῆς, τὰ πνευ­­μα­τικὰ μάτια· καὶ αὐτὸ εἶνε ἀπείρως πιὸ θαυμαστό. Ὤ καὶ ἂν ἄνοιγαν ἔτσι καὶ τὰ δικά μας μάτια! Μά, θὰ πῇς, τυφλοί εἴμαστε; Δὲν εἴ­μαστε βέβαια τυφλοί – δόξα τῷ Θεῷ. Δὲν ὑπάρχει ὅμως μόνο σωματικὴ τύφλωσις. Μάτια ἔχει καὶ ἡ ψυχή· κι ὅπως ὑπάρχουν σωμα­τικῶς τυφλοί, ἔτσι ὑ­πάρχουν καὶ ψυχικῶς τυφλοί.
Τὰ μάτια τοῦ σώ­ματος τὰ ξέρουμε· τὰ μά­τια τῆς ψυχῆς ποιά εἶ­νε; Τὸ ἕνα μάτι τῆς ψυ­χῆς εἶνε ἡ νόησις, τὸ μυαλό. Ὅταν κάποιος κά­­νῃ κάτι ἄστοχο, λέμε πολλὲς φορές· Μὰ στρα­βὸς εἶν᾽ αὐτός; τυφλώ­θηκε, δὲ βλέπει τὸ συμ­φέρον του;… Τὸ δεύ­τερο μάτι, ἀκόμη πιὸ καθαρό, εἶ­νε ἡ συνείδησις, ποὺ φωνάζει καὶ δι­αμαρτύ­ρεται κάθε φο­ρὰ ποὺ κάνουμε τὸ κακό. Καὶ τὸ τρί­το, ποὺ εἶ­νε ὄχι πλέον μάτι ἀλλὰ τηλεσκόπιο μὲ τὸ ὁ­ποῖο βλέπεις μακριά, τὰ βλέπεις ὅλα, εἶ­νε ἡ πίστις. Τρία μάτια λοιπὸν ἔχει ἡ ψυχή· τὸ μυα­λό, τὴ συνείδησι καὶ τὴν πίστι στὸ Χριστό.
Λειτουργοῦν αὐτὰ τὰ τρία; τότε ὁ ἄν­­θρωπος βλέπει. Ἂν ἄνοιγαν τὰ μάτια τῆς ψυχῆς, θὰ βλέπαμε κ᾽ ἐμεῖς. Καὶ τότε, ἄλλοτε θὰ λέγαμε «Δόξα σοι, ὁ Θεός» καὶ θὰ εὐχαριστούσαμε, ἄλλοτε πάλι θὰ λέγαμε «Κύριε, ἐλέησον», γιατὶ διατρέχου­με κινδύνους καὶ ἀ­πειλές. Μάτια ἀνοιχτὰ σημαίνει προσοχή.

* * *

Ἐπειδή, ἀγαπητοί μου, ζοῦ­με μέσα σ᾽ ἕνα κόσμο κινδύνων καὶ ἀπειλῶν, γι᾽ αὐτὸ ἀκρι­βῶς ὁ ἀπόστολος Παῦλος σήμερα φωνάζει· Προσέ­χετε, «βλέπετε πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, …ἐξ­αγοραζόμενοι τὸν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονη­ραί εἰσι» (Ἐφ. 5,15-16). Ζοῦμε, λέει, σὲ ἡμέρες πονη­ρές· γι᾽ αὐτὸ προσέξτε, ἀνοῖξτε τὰ μάτια σας. Τί ἆ­ραγε νὰ ἐννοῇ λέγοντας ὅτι οἱ ἡμέρες ποὺ ζοῦμε εἶνε πονηρές;
Ὑπάρχουν πονηρὲς ἡμέρες; Αὐτὸ εἶνε μία πρόληψις. Ὁ κόσμος ἔχει μιὰ τέτοια ἰδέα· νομίζει, ὅτι ὑπάρχουν ἡμέρες ποὺ εἶνε κακές.
⃝ Ὡρισμένοι π.χ. θεωροῦν τὴν Τρίτη ὡς ἀποφράδα ἡμέρα, ἡμέρα κακή, ἐπειδὴ ἡμέρα Τρίτη ἔπεσε ἡ Πόλις στὰ χέρια τῶν Τούρκων. Γι᾽ αὐτὸ ἡμέρα Τρίτη δὲν ταξιδεύουν.
⃝ Κάτι γυναῖ­κες στὰ χωριὰ καὶ στὰ νησιὰ ἔ­χουν τὴν πρόληψι, ὅτι τὶς πρῶ­τες ἕξι ἡμέρες τοῦ Αὐγούστου, ποὺ τὶς λένε δρίμες, τὰ νερὰ ἔ­χουν καταστρεπτικὲς ἰδιότητες. Γι᾽ αὐτὸ τέτοιες μέρες δὲν πᾶνε σὲ πηγὲς καὶ ποτάμια νὰ πλύ­νουν τὰ ροῦχα· φοβοῦνται πὼς θὰ καοῦν.
⃝ Ἄλλοι πάλι θεωροῦν κακὸ ἕναν ὡρισμένο μῆνα ἢ τὸ δίσεκτο ἔτος. Γι᾽ αὐτὸ ἀναβάλλουν καὶ δὲν κάνουν τότε τὸ γάμο τους.
Ὅλα αὐτὰ εἶνε προλήψεις καὶ δεισιδαιμονί­ες. Μὰ τί; δὲν ἔκανε ὅλες τὶς ἡμέρες ὁ Θεός; καὶ δὲν εἶνε ὅλα τὰ δημιουργήματά του «καλὰ λί­αν» (Γέν. 1,31); Δὲν μπορεῖ λοιπὸν ὁ ἀπόστολος Παῦ­λος νὰ ἐννοῇ ὅτι ὑπάρχουν ἡμέρες καλὲς καὶ ἡμέρες πονηρὲς – κακές. Τί ἐννοεῖ τότε;
Ὅλες οἱ ὧρες καὶ ὅλες οἱ μέρες καὶ ὅλα τὰ χρόνια, ἀδελφοί μου, εἶνε ἀπὸ τὸ Θεό. Γιὰ νὰ μὲ καταλάβετε θὰ χρησιμοποιήσω τὴν ἑξῆς εἰ­κόνα. Ἔχω ἑπτὰ ποτήρια ἀπὸ κρύσταλλο, κα­θαρὰ – πεντακάθαρα· τὰ βλέπεις καὶ τὰ καμαρώνεις. Φωνάζω λοιπὸν ἑπτὰ ἀνθρώπους καὶ τοὺς δίνω ἀ­πὸ ἕνα ποτήρι. Ὁ ἕνας πάει στὴν πηγὴ καὶ γε­μίζει τὸ ποτήρι του μὲ νε­ρὸ γάργα­ρο· ὁ ἄλλος γεμίζει τὸ ποτήρι του μὲ νερὸ τῆς Οὖλεν, τοῦ δικτύου τῆς πόλεως· ὁ ἄλλος τὸ γε­μίζει μὲ κρα­σί· ὁ ἄλλος τὸ γεμίζει μὲ οὖζο· ὁ ἄλ­λος τὸ γεμίζει μὲ κολώνια· ὁ ἄλλος τὸ γεμίζει μὲ πετρέλαιο· κι ὁ τελευταῖος τὸ παίρνει καὶ τὸ γεμίζει μὲ ἀκαθαρσίες. Φταίει τώρα τὸ ἐρ­γοστά­σιο ἢ αὐτὸς ποὺ ἔδωσε τὰ ποτήρια, για­τὶ ἐσὺ πῆρες τὸ ποτήρι σου καὶ τὸ γέμισες μὲ ἀκαθαρσίες ἢ μὲ πετρέλαιο; Ὄχι ἀσφαλῶς.
Καταλάβατε τί θέλετε νὰ πῶ; Κάθε ᾽βδομά­δα ὁ Θεὸς μᾶς δίνει ἑπτὰ ποτήρια πεντακάθα­ρα, δηλαδὴ ἑπτὰ ἡμέρες· Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο, Κυρι­ακή. Κ᾽ ἐπειδὴ κάθε λεπτὸ ἔχει μεγάλη ἀξία, σοῦ λέει· Πρόσεξε πῶς θὰ γεμίσῃς τὰ ποτήρια σου. Ὁ ἕνας λοι­πὸν παίρνει τὰ ποτήρια καὶ τὰ γεμίζει μὲ προσ­ευχὲς – ὁ ἄλλος τὰ γεμίζει μὲ βλαστή­μιες· ὁ ἕ­­νας τὰ γεμίζει μὲ ἐλεημοσύνες – ὁ ἄλλος μὲ κλεψιές· ὁ ἕνας τὰ γεμίζει μὲ πίστι – ὁ ἄλ­­λος μὲ ἀπιστία· ὁ ἕ­νας τὰ γεμίζει μὲ ἀ­θῳότητα – ὁ ἄλλος μὲ ἐγκλήμα­τα.
Ἑπομένως, τὸ πε­ρι­εχόμενο ἐξαρτᾶ­ται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Κ᾽ ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι πέφτουμε σὲ ἁμαρτίες, γι᾽ αὐτὸ οἱ ἡμέρες μας εἶνε κα­κές· ὄ­χι διότι ὁ Θεὸς ἔκανε τὴν ἄλφα ἢ τὴ βῆ­τα ἡ­μέρα κακή. Καμμιά ἡμέρα δὲν εἶνε κακή. Τοῦ Θεοῦ κτίσματα εἶνε ὅλες οἱ ὧρες καὶ ὅλες οἱ ἡ­μέρες καὶ ὅλες οἱ νύχτες καὶ ὅλα τὰ χρόνια. Κ᾽ εἶνε ὅλα «καλὰ λίαν», πολὺ καλά. Λέγονται κα­κὲς οἱ ἡμέρες αὐτές, διότι ὁ ἄνθρω­πος μὲ τὰ ἐγκλήματά του τὶς ἔκανε ἔτσι. Νά λοιπὸν γιατί ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει «Νὰ προσέχετε, διότι οἱ ἡμέρες εἶνε πονηρές».

* * *

Σὲ τέτοια ἀκριβῶς ἐποχὴ ζοῦμε. Γι᾽ αὐτὸ ἁρ­­μόζει νὰ ποῦμε κ᾽ ἐμεῖς· Προσέχετε, διότι οἱ ἡ­μέρες ὄχι μόνο «εἶνε πονηρὲς» ἀλλὰ καὶ θὰ γίνουν ἀκόμη πονηρότερες. Δὲ βλέπετε, δὲν ἀκοῦτε; Θέλεις νὰ βγῇς ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι σου καὶ τὸ σκέπτεσαι· γιατὶ μόλις βγῇς ἐσὺ ἢ τὸ παιδί σου συναντᾷς δεξιὰ κι ἀριστερά, σὲ δρό­μους καὶ χώρους ἐργασίας, χυδαιότητες καὶ βλαστήμιες. Μέσα σ᾽ ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων δὲν βρίσκεις ἕναν νὰ σέβεται τὸ Θεό. Ἡ λέξι «Θεὸς» ἀκούγεται ὄχι μὲ τιμὴ ἀλλὰ σὰν βλαστήμια. Στὰ σχολεῖα λίγοι εἶνε οἱ δασκάλοι ποὺ φυτεύουν στὶς ψυ­χὲς πίστι στὸ Θεό· πολλοὶ τὴν ξερριζώνουν μὲ τρόπο ὕπουλο, μ᾽ ἕνα χαμόγελο, μὲ μιὰ εἰ­ρωνεία, κι ἂς ἔχουν ἀκόμα ἀ­πὸ πάνω τους τὴν εἰ­κόνα τοῦ Χριστοῦ. Στὰ δικαστήρια ἁ­πλώνουν τὸ χέρι χωρὶς φόβο πάνω στὸ Εὐαγγέλιο καὶ δί­νουν ψεύτικο ὅρκο. Στὸ στρατὸ ὁ νέος θ᾽ ἀκού­σῃ τὸν ἀξιωματικὸ νὰ βλαστημάῃ τὰ θεῖα. Ποῦ ἀλλοῦ νὰ πᾶμε; Νὰ πᾶμε λοιπὸν στὴν ἐκ­κλησιά; «Θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόματί μου καὶ θύραν περιοχῆς περὶ τὰ χείλη μου…» (Ψαλμ. 140,3). Ἂν κατέβαινε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, θά ᾽παιρνε τὸ φραγγέλλιο καὶ θ᾽ ἄρχιζε ἀπὸ μᾶς τοὺς πα­πᾶδες καὶ τοὺς δεσποτάδες, καὶ μετὰ θὰ συνέ­χιζε στὸ λαό, τοὺς χριστιανοὺς γενι­κῶς, για­τὶ κάναμε τὸ σπίτι τοῦ Θεοῦ «οἶκον ἐμ­πορίου» (Ἰω. 2,16). Ἔ, τότε λοιπὸν νὰ πᾶμε στὸ σπιτά­κι μας, ἐκεῖ ποὺ εἶνε ἡ ἀσφάλεια. Μὰ κ᾽ ἐκεῖ μπῆκε πιὰ ὁ διάβο­­λος· ἢ μᾶλλον ὄχι ἕνας διάβο­λος, χίλιοι διαβόλοι, πράσινοι – κόκκινοι – μαῦροι, ὅ­λων τῶν χρωμά­των. Γυρίζεις ἕνα κουμπί, κ᾽ ἔρχον­­ται ὅλοι μέσα· ἄλλος μιλάει ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ κι ἄλλος ἀ­πὸ τὴν ἄλλη, καὶ μέσ᾽ στὸ σπίτι ἀκούγονται ὅλα τὰ αἰσχρὰ καὶ ἀκατονόμαστα, καὶ τὰ παιδιὰ ἀ­πὸ βρέφη μαθαίνουν τὴ διαφθορά. Γι᾽ αὐτὸ λέω, ὅτι οἱ ἡμέρες μας εἶνε πονη­ρὲς καὶ θὰ γίνουν ἀκόμη πονηρότερες. Τί θὰ δοῦν τὰ μάτια μας, τί θ᾽ ἀκούσουν τ᾽ αὐ­τιά μας!… Γι᾽ αὐτὸ ὅσοι ζοῦν στὰ χρόνια αὐτὰ εἶνε δυστυχεῖς.
Τί πρέπει νὰ κάνουμε; Τί κάνεις ὅταν βαδί­ζῃς σὲ δρόμο ὀλισθηρό; προσέχεις. Τί κάνει ὁ καπετάνιος ὅ­ταν περνάῃ ἀπὸ θάλασσα γεμάτη ἐπικίνδυνα βράχια; ἔχει τὰ μάτια του δεκα­τέσσερα. Τί κάνει ὁ στρατιώτης ποὺ ἔχει μπρο­στά του ἐχθρό; φυλάγεται. Κ᾽ ἐμεῖς εἴμα­στε πάνω σὲ δρόμο ὀλισθηρό, κ᾽ ἐμεῖς ταξιδεύου­με σὲ φουρτουνιασμένη θάλασσα, κ᾽ ἐμεῖς εἴ­μαστε ἐπιστρατευμένοι σὲ πόλεμο.
Τί χρειάζεται; Προσοχὴ ἀπὸ ὅλους· γονεῖς, ἐκπαιδευτικούς, κληρικούς. Ἂς γλεντάῃ κι ἂς διασκεδάζῃ ὁ κόσμος· τὰ σημάδια εἶνε φανερά, διαβάστε τὴν Ἀποκάλυψι. Οἱ ἄνθρωποι μὲ τὶς ἁμαρτίες μας (μοιχεῖες, πορνεῖες, ψέματα, ἀ­δικίες, πλεονεξίες, βλαστήμιες) γεμίζουμε τὰ ποτήρια μὲ πετρέλαιο καὶ μεγάλη ἀκαθαρσία. Ξεχείλισε πλέον ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ καὶ θά ᾽ρθῃ μιὰ μέρα, ποὺ θὰ γίνῃ πόλεμος μὲ τὰ κουμπιά, καὶ τότε δὲν θὰ προλάβουμε νὰ ποῦ­με τὸ «Κύριε, ἐλέησον»· μέσα σὲ ἐλάχιστο χρό­νο θὰ κα­ταστραφῇ ἡ ἀνθρωπότης, θὰ γίνῃ ὁ Ἁρμαγεδών (Ἀπ. 16,16). Πονηρὲς οἱ ἡμέρες!
Λοιπὸν προσοχὴ καὶ προσευχή, στὰ γόνατα! Νὰ παρακαλέσουμε τὸ Θεὸ νὰ μᾶς φωτίσῃ. Νὰ λέμε κ᾽ ἐμεῖς τὸ «Κύριε, ἐλέησον». Δὲν μπορεῖτε μεγάλες προσευχές, ὅπως στὸ Ἅγιο Ὄ­ρος, ἀλλὰ μέσα στὴν καρδιά σας, στὸ σπίτι, στὸ δρόμο, στὸ τράμ, παντοῦ ὅπου νά ᾽στε, ἕνα ὅ­πλο ἔχετε, τὴν προσευχή· «Κύριε, ἐλέησον», «Κύριε, ἐλέησον», «Κύριε, ἐλέησον»! Διὰ πρε­σβειῶν τῆς ἁγίας Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν ἁγίων ἂς ἐλεήσῃ καὶ σώσῃ ἡμᾶς· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Τρύφωνος Κολωνοῦ – Ἀθῆναι τὴν 1-12-1963. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 20-10-2015.
Τὴν ὁμιλία αὐτὴ μπορεῖτε νὰ τὴν ἀκούσετε ὁλόκληρη στὸ cd 90α΄Α τῆς σειρᾶς «ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ» (πληροφορίες στὸ τηλέφωνο 23850-28868)

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.