Αυγουστίνος Καντιώτης



Η ΠΟΛΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ – Δρομο, λεωφορο προς τον ουρανο, ανοιξε ο Χριστος. Και ο δρομος αυτος ονομαζεται οδος μετανοιας. Πιστεψτε, μετανοηστε, & σωθητε

date Δεκ 18th, 2021 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ
Ἑβρ.. 11, 9-10 & 32-40
Του Μητροπολίτου Φλωρλινης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

Η ΠΟΛΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

«…Ἐξεδέχετο γὰρ (ὁ Ἀβραὰμ) τὴν τοὺς θεμελίους ἔχουσαν πόλιν, ἧς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεός» (Ἑβρ. 11, 10)

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΙΣΧΣὉ Ἀβραὰμ εἶνε ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἰουδαϊκοῦ ἔθνους, ὁ πατέρας, ὁ πατριάρχης ὅλων τῶν φυλῶν τοῦ Ἰσραήλ. Ὁ Ἀβραὰμ εἶνε ἡ ῥίζα τοῦ μεγάλου δέντρου, ἀπʼ τὸ ὁποῖο βγῆκε καὶ τὸ πιὸ ὄμορφο λουλούδι, ποὺ σκορπίζει μέχρι σήμερα τὸ ἄρωμά του καὶ ζωογονεῖ τὸν κόσμο˙ τὸ λουλούδι αὐτὸ εἶνε ὁ Χριστός. Αὐτός, ὅπως ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας τὶς ἅγιες αὐτὲς μέρες, εἶνε τὸ «ἄνθος ἐκ τῆς ῥίζης Ἰεσσαί», ὁ δὲ Ἰεσσαὶ ἦταν κι αὐτὸς ἕνας ἀπόγονος τοῦ πατριάρχου Ἀβραάμ. Γιὰ τὸν Ἀβραὰμ λοιπόν, αὐτὸν τὸν μεγάλο ἄνδρα, ποὺ μέχρι σήμερα, ὄχι μόνο οἱ χριστιανοὶ καὶ οἱ ἑβραῖοι, ἀλλὰ κι αὐτοὶ οἱ μωαμεθανοί, ἀξίζει νὰ ποῦμε κʼ ἐμεῖς σήμερα λίγα λόγια.

* * *

Ὁ Ἀβραὰμ εἶνε ἀξιοθαύμαστος. Ἂξιοθαύμαστος γιὰ ὅλες τὶς ἀρετὲς ποὺ εἶχε, ἀλλʼ ἰδίως ἀξιοθαύμαστος γιὰ τὴν πίστι του. Ἡ πίστι τοῦ Ἀβραὰμ δὲν ὴταν σὰν τὴν πίστι τὴ δική μας, μικρή, ἀδύνατη καὶ χλιαρή, ποὺ στὸ πρῶτο ἐμπόδιο λυγίζει καὶ πέφτει˙ ἡ πίστι τοῦ Ἀβραὰμ ἦταν μιὰ πίστι μεγάλη, δυνατὴ κι ἀκλόνητη, ἦταν μιὰ πίστι βουνό.
Ὁ Ἄβραὰμ δὲν ἔζησε σὲ μιὰ χώρα ὅπου οἱ ἄνθρωποι πίστευαν στὸ Θεό˙ ζοῦσε σὲ μιὰ χώρα ποὺ ὅλοι οἱ κάτοικοί της ἦταν εἰδωλολάτρες. Ὁ πατέρας του ἦταν κι αὐτὸς εἰδωλολάτρης. Ἀλλʼ ὅταν ὁ ἀληθινὸς Θεὸς ἀπʼ τὰ ἑκατομμύρια τῶν ἀνθρώπων διάλεξε τὸν Ἀβραὰμ σὰν διαμάντι πολύτιμο γιὰ νὰ τὸν κάνῃ ἀρχηγὸ ἑνὸς νέου κόσμου, κόσμου ποὺ θὰ πίστευε στὸν ἀληθινὸ Θεό, καὶ γιʼ αὐτὸ τὸ μεγάλο σκοπὸ τὸν κάλεσε νʼ ἀφήση τὴν πατρίδα του καὶ νὰ πάῃ νὰ κατοικήσῃ ἐκεῖ ποὺ θὰ τοῦ ἔδειχνε, ὁ Ἀβραὰμ δὲν ἔδειξε καμμιὰ ἀμφιβολία καὶ δισταγμό. Πίστεψε ἐξ ὁλοκλήρου στὰ λόγια τοῦ Θεοῦ καὶ ὑπάκουσε στὴ διαταγή του. Κʼ ἔφυγε ἀπὸ τὴν πατρίδα του, καὶ πολλὰ χρόνια περιπλανιώταν ἐδῶ κʼ ἐκεῖ, ἕως ὅτου ἔφτασε στὸ μέρος ποὺ τοῦ ὥρισε ὁ Θεός.
Ἀλλὰ κι ὅταν ἔφτασε στὸ μέρος αὐτὸ στὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, ποὺ εἶχε πλούσια τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, ἡ καρδιὰ τοῦ Ἀβραὰμ δὲν προσκολλήθηκε σʼ αὐτά, δὲν λάτρεψε τὴν ὕλη ὅπως ὁ κόσμος ὅλος. Ἡ καρδιὰ τοῦ Ἀβραὰμ ἦταν δοσμένη στὸν ἀληθινὸ Θεό. Αὐτὸν πίστευε, αὐτὸν ἀγαποῦσε, αὐτὸν λάτρευε. Παραπάνω ἀπʼ τὴ γυναῖκα του καὶ παραπάνω ἀπʼ τὸ μονάκριβο παιδί του, τὸν Ἰσαάκ, ἀγαποῦσε τὸ Θεό. Καὶ τὸν ἀγαποῦσε ὄχι μόνο μὲ λόγια, ἀλλὰ μὲ πράξεις καὶ ἔργα. Ἦταν ἕτοιμος νὰ θυσιάσῃ τὸ παιδί του χάριν τῆς ἀγάπης του πρὸς τὸ Θεό. Ὅλα τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα ποὺ ἔβλεπε στὴ γῆ αὐτὴ τὰ ἀγαποῦσε σὰν δημιουργήματα καὶ πλάσματα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ κανένα ἀπʼ αὐτὰ δὲν τὸ ἔκανε Θεό. Πίστευε, ὅτι ὅλα αὐτά, ὁσοδήποτε χρήσιμα καὶ ἀγαπητὰ κι ἄν εἶνε, εἶνε προσωρινά. Μόνιμο καὶ ἀιώνιο, καὶ ἀθάνατο ἀγαθὸ εἶνε ὁ Θεός. Ἡ καρδιά του ἦταν στραμμένη πρὸς τὰ ἄνω, πρὸς τὸν οὐρανό. Ὁ οὐρανὸς εἶνε ἡ αἰώνια πατρίδα, καὶ σʼ αὐτὴν ποθοῦσε νὰ πάῃ, γιὰ νά ʼνε πάντα μαζὶ μὲ τὸ Θεό. Ὑπάρχει τίποτε ἄλλο ἀνώτερο ἀπʼ αὐτό, νά ʼνε μαζὶ μὲ τὸ Θεό, νὰ ζῆ κοντά του, νὰ τὸν βλέπῃ καὶ νʼ ἀπολαμβάνῃ τὴν ἀγάπη του;
Αὐτὰ πίστευε ὁ Ἀβραάμ, καὶ γιʼ αὐτὸ δὲν προσκολλήθηκε στὰ ὑλικὰ πράγματα. Δὲν ἔχτισε παλάτια καὶ μέγαρα, δὲν ζοῦσε μέσα στὴν πολυτέλεια. Σπίτι του ἦταν μιὰ σκηνή, ἕνα τσαντίρι, σὰν κι αὐτὰ τὰ τσαντίρια ποὺ στήνουν οἱ γύφτοι, καὶ σήμερα εἶνε ἐδῶ καὶ αὔριο σηκώνουν τὸ τσαντίρι καὶ πηγαίνουν παρακάτω, καὶ κανένας τόπος δὲν εἶνε μόνιμη κατοικία τους. Ἔτσι ζοῦσε ὁ Ἀβραάμ, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Κάτω ἀπὸ σκηνές, λέει ὁ σημερινὸς Ἀπόστολος (Ἑβρ. 11, 9), ζοῦσε ὁ Ἀβραάμ, καὶ περίμενε ἕναν ἄλλο κόσμο, τὴν πόλι τοῦ Θεοῦ, στὴν αἰώνια ζωὴ καὶ βασιλεία.

* * *

Ὁ Ἀβραὰμ ζοῦσε μέσα σὲ τσαντίρι.
– Καὶ λοιπὸν τί θέλεις νὰ πῆς; Θέλεις κʼ ἐμεῖς, ὅπως οἱ τσιγγάνοι, νὰ ζοῦμε σὲ τσαντίρια;
Ὄχι τέτοιο πρᾶγμα. Δὲν σοῦ λέω νὰ κατοικήσῃς κάτω ἀπὸ σκηνὲς σὰν τὸν Ἀβραάμ. Ἡ θρησκεία δὲν σοῦ ἀπαγορεύει νὰ χτίσῃς ἕνα σπιτάκι, νὰ μαζέψῃς τὴν οἰκογένειά σου καὶ νὰ ζήσῃς μὲ κάποια ἄνεσι˙ ἐκεῖνο ποὺ σοῦ ἀπαγορεύει εἶνε νὰ δίνῃς ὅλη τὴν καρδιά σου στὰ ὑλικὰ πράγματα καὶ νὰ νομίζῃς πὼς στὰ ὑλικὰ πράγματα ὑπάρχει ἡ χαρὰ κʼ ἡ εὐτυχία.
Μπορεῖ νὰ ζῆς μέσα σʼ ἕνα τσαντίρι, κι ὅμως, ἄν ἔχῃς ἀγάπη μὲ τὴ γυναῖκα σου καὶ τὰ παιδιά σου, νὰ εἶσαι ὁ πιὸ εὐτυχισμένος ἄνθρωπος τοῦ κόσμου˙ καὶ μπορεῖ νὰ ζῆς μέσα σʼ ἕνα παλάτι σὰν ἄρχοντας καὶ βασιλιᾶς, κι ὅμως, ἄν δὲν ἔχῃς ἀγάπη μὲ τὴ γυναῖκα καὶ τὰ παιδιά σου, νὰ εἶσαι ὁ πιὸ δυστυχισμένος. Ὁ ἄνθρωπος εἶνε καρδιὰ καὶ ὄχι οἰκόπεδα, ντουβάρια, αὐτοκίνητα, ἐργοστάσια καὶ μηχανές. Ἔχεις δώσει τὴν καρδιά σου στὸν Θεό; εἶσαι εὐτυχής. Δὲν ἔχεις δώσει τὴν καρδιά σου στὸ Θεό, ἀλλὰ τὴν ἔχεις δώσει στὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου; κι ἄν σήμερα νομίζῃς πὼς εἶσαι εὐτυχής, θά ʼρθη μέρα ποὺ θὰ κλάψῃς. Ἔρχεται κάποιος ποὺ σοὺ τὰ παίρνει ὅλα˙ εἶνε ὁ θάνατος. Τί μένει, ἀγαπητέ, στὸν κόσμο αὐτὸ μόνιμο καὶ σταθερό;
Ῥίξε μιὰ ματιὰ στὴν πόλι ἤ στὸ χωριὸ ποὺ κατοικεῖς. Δὲς ὄχι τὶς καλύβες τῶν φτωχῶν, ἀλλὰ τὰ μέγαρα τῶν πλουσίων, ποὺ μὲ τόσο κόπο τὰ ἔχουν χτίσει. Σὲ ῥωτῶ˙ Ποιοί καθόντουσαν πρὶν ἀπὸ 50 χρόνια στὰ μεγάλα αὐτὰ σπίτια, καὶ ποιοί κατοικοῦν σήμερα; Ἀλλοίμονο! Δὲν κατοικοῦν πιὰ στὰ σπίτια αὐτὰ ἐκεῖνοι ποὺ τὰ χτίσανε. Αὐτοὶ κάπου ἀλλοῦ κατοικοῦν τώρα˙ κατοικοῦν στὸ νεκροταφεῖο˙ κατοικοῦν σʼ ἕνα μικρὸ σπιτάκι ποὺ εἶνε δυὸ μέτρα τὸ μῆκος του καὶ μισὸ μέτρο τὸ πλάτος του˙ κατοικοῦν μέσʼ στὰ μνήματα, ὄχι βέβαια οἱ ψυχές τους, ἀλλὰ τὰ κορμιά τους, ποὺ κι αὐτὰ σὲ λίγο θὰ γίνουν στάχτη.
Πόσο σωστὰ σκεπτόταν ἕνας καλόγερος, ποὺσ τὸ κελλί του εἶχε γράψει μὲ μεγάλα γράμματα ἕνα ῥητό, γιὰ νὰ τὸ διαβάζῃ κάθε μέρα καὶ νὰ θυμᾶται τὴ ματαιότητα τοῦ κόσμου˙ «Κελλίον μου κελλίον μου, σήμερον ἑμοῦ, αὔριον ἑτέρου, καὶ οὐδέποτέ τινος».
Οἱ ἀστροναῦτες, ποὺ μὲ τὰ διαστημόπλοιά τους πετοῦν καὶ πηγαίνουν στὸ φεγγάρι, ἀπὸ ʼκεῖ ψηλὰ βλέπουν τὴ γῆ πολὺ μικρή, σὰν μιὰ μικρὴ σφαῖρα, σὰν μιὰ μπάλλα ποὺ παίζουν τὰ παιδιά. Κι ἄν πετάξουν πιὸ ψηλά, φαίνεται ἀκόμα πιὸ μικρή. Ἡ γῆ, μὲ ὅλες τὶς μεγάλες πολιτεῖες καὶ τὰ κράτη της, μὲ ὅλα τὰ ἀγαθά της, εἶνε ἕνας κόκκος ἄμμου. Καὶ γιʼ αὐτὸν λοιπὸν τὸν κόκκο τῆς ἄμμου, ποὺ κι αὐτὸς θὰ κατακαῆ μιὰ μέρα (βλ. Β΄ Πέτρ. 3, 10), τόση κακία, τόσα μίση, τόση μοχθηρία, τόσοι πόλεμοι, τόσα αἵματα, τόσα δάκρυα; Ἀσφαλῶς ὁ κόσμος ποὺ βρίσκεται μακριὰ ἀπʼ τὸ Θεὸ φαίνεται πῶς τρελλάθηκε καὶ λάτρεψε τὴν κτίσι καὶ ὄχι τὸν Κτίσαντα, τὸν Δημιουργὸ τοῦ παντός.

* * *

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί!
Ἕως πότε θὰ ἔχουμε τὰ μάτια μας καρφωμένα ἐδῶ στὸ μάταιο καὶ ἁμαρτωλὸ κόσμο; Μᾶς φωνάζει σήμερα ὁ Ἀβραάμ, μᾶς φωνάζουν χιλιάδες ἅγιοι, μᾶς φωνάζει ἡ Ἐκκλησία μας˙ «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας». Μποροῦμε κʼ ἐμεῖς νὰ φτάσουμε στὸν οὐρανὸ καὶ νὰ πᾶμε πιὸ ψηλὰ ἀπὸ ʼκεῖ ποὺ πῆγαν οἱ ἀστροναῦτες˙ σʼ ἕνα κόσμο ἄυλο καὶ πνευματικό.
Δρόμο, λεωφόρο πρὸς τὸν οὐρανό, ἄνοιξε ὁ Χριστός. Καὶ ὁ δρόμος αὐτὸς ὀνομάζεται ὁδὸς μετανοίας. Πιστέψτε, μετανοῆστε, καὶ σωθῆτε, ἀδελφοί.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἐπισκόπου Αὐγουστῖνου Ν. Καντιώτου (Μητροπολίτου πρώην Φλωρίνης) »ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ», σελ. 300-306 (ἕκδοσις Γ΄ 2001).

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.