ΕΥΓΕΝΕΙΣ ΠΟΘΟΙ ΤΗΣ ΝΕΟΤΗΤΟΣ
Posted by: Επίσκοπος on
Νοέ 22nd, 2015 |
Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
ΕΥΓΕΝΕΙΣ ΠΟΘΟΙ ΤΗΣ ΝΕΟΤΗΤΟΣ
«Πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς…» (Λουκ. 18,22)
Κυριακὴ ΙΓ΄Λουκᾶ (Λουκ. 18,18-27)
Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου
ΠΡΟΣΕΞΑΤΕ, ἀγαπητοί μου, τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο; Νὰ ἔρχεστε στὴν ἐκκλησία τοὐλάχιστον ἀπὸ τὸ «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρός…» καὶ νὰ προσέχετε τὰ ἱερὰ λόγια. Ἂν πᾶτε στὸ Στάλινγκραντ καὶ στὴ Μόσχα, τὴν ὥρα ποὺ διαβάζεται τὸ Εὐαγγέλιο, ὅλοι εἶνε μέσ᾽ στὴν ἐκκλησία· καὶ παρακολουθοῦν καὶ κλαῖνε, ἐνῷ ἐμεῖς χασμουριόμαστε. Ἐὰν αὐτὴ τὴν ὥρα καλέσω μιὰ γυναῖκα ἢ ἕναν ἄντρα καὶ ρωτήσω, τί εἶπε ὁ ἀπόστολος – τί εἶπε τὸ εὐαγγέλιο, ποιός μπορεῖ ν’ ἀπαντήσῃ;…
Γιατί αὐτὴ ἡ ἀδιαφορία γιὰ τὰ μεγάλα καὶ ὑψηλὰ πράγματα; Ὅ,τι ὑψηλό, ὅ,τι μέγα, ὅ,τι ἅγιο, εἶνε μέσα στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς ἔλεγε· Ἅμα ἀνοίγω τὸ Εὐαγγέλιο, βρίσκω διαμάντια καὶ μαργαριτάρια.
* * *
Ἀκούσατε λοιπὸν σήμερα τί λέει; Περιέχει βαθύτατα διδάγματα. Μᾶς παρουσιάζει ἕναν ἄνθρωπο τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ. Ἔρχεται στὸν Κύριο καὶ λέει· Χριστέ, ζητῶ βοήθεια!
Τί ἦταν αὐτός; Ἦταν φτωχός, ζητιάνος, ποὺ πεινοῦσε; Ἦταν ἄρρωστος βαρειά, ἀπελπισμένος ἀπὸ γιατροὺς καὶ φάρμακα; Ἦταν γέρος, ποὺ ζητοῦσε στήριγμα καὶ παρηγορία; Τίποτε ἀπ’ αὐτά. Θέλεις τὴν ταυτότητά του; Τί λέει τὸ εὐαγγέλιο· ἦταν ἄνθρωπος μὲ ὅλα τὰ καλά. Ἦταν νέος (βλ. καὶ Ματθ. 19,22), στὸ ἄνθος τῆς ὡραίας ἡλικίας. Εἶχε ὑγεία· δὲν παραπονεῖται γιὰ καμμιά ἀσθένεια. Ἦταν «πλούσιος σφόδρα» (Λουκ. 18,23). Εἶχε ἀκόμα καὶ ἀξίωμα, ἦταν «ἄρχων» (ἔ.ἀ. 18,18). Τί ἄλλο ἤθελε; Ἐν τούτοις δὲν ἔνιωθε εὐτυχής· γιὰ νὰ βεβαιώνεται ἐκεῖνο ποὺ εἶπε ἕνας σοφός· Μὲ τὰ λεφτὰ ὅλα μπορεῖς νὰ τ᾽ ἀγοράσῃς, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν εὐτυχία. Μυστικὴ εἶνε ἡ πηγὴ τῆς εὐτυχίας. Καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτός, μὲ ὅλ’ αὐτὰ ποὺ εἶχε, μέσα στὴν ψυχή του αἰσθανόταν ἕνα κενό. Γι’ αὐτὸ ζητοῦσε κάτι ἀνώτερο, ὑψηλότερο. Ποιό ἦταν αὐτό; Ζητοῦσε τὴν «ζωὴν αἰώνιον» (ἔ.ἀ.).
Δὲν θαυμάζετε τὸν πόθο του; Μακάρι καὶ σήμερα ἡ νεολαία μας νὰ εἶχε τέτοιες εὐγενεῖς ἀναζητήσεις. Ποιός πιστεύει σήμερα σὲ «ζωὴν αἰώνιον»; Αὐτὸς ὅμως πίστευε. Πίστευε ὅτι ὑπάρχει Θεὸς κι ὅτι πέραν τοῦ τάφου ἀρχίζει μιὰ νέα ζωή, ἀπείρως ὡραιοτέρα ἀπ᾽ αὐτὴν ἐδῶ. Εἶνε αὐτὸ ποὺ δίδασκαν καὶ ὁ Πλάτων κι ὁ Ἀριστοτέλης, ἡ ἀθανασία τῆς ψυχῆς.
Ποθοῦσε λοιπὸν ὁ νέος αὐτὸς τὴν αἰωνιότητα. Γι’ αὐτὸ ἦρθε στὸ Χριστὸ καὶ ρωτοῦσε· Τί πρέπει νὰ κάνω, γιὰ νὰ γίνω κληρονόμος -μέτοχος τῆς αἰωνιότητος; Κι ὁ Χριστὸς τοῦ ἀπαντᾷ. Τοῦ δίνει ἕνα χρυσὸ κλειδί, μὲ τὸ ὁποῖο μποροῦσε ν’ ἀνοίξῃ τὴν πόρτα τοῦ παραδείσου. Τὸ χρυσὸ κλειδὶ ποιό εἶνε; Εἶνε ἡ τήρησις τῶν ἐντολῶν. Τοῦ ὑπενθυμίζει μερικὲς ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ δόθηκαν στὸ ὄρος Σινά· τὸ «μὴ μοιχεύσῃς», τὸ «μὴ φονεύσῃς», τὸ «μὴ κλέψῃς», τὸ «μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου» (ἔ.ἀ. 18,20). Read more »



Be the first! 













