Κυριακὴ ΙΑ΄ Ματθαίου (Ματθ. 18,23-35)
Του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου
H MAΚΡΟΘΥΜΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
«Κύριε, μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω» (Ματθ. 18,26)
Ζοῦμε, ἀγαπητοί μου, σὲ ἡμέρες φοβερές. Ποιός δὲν τὸ βλέπει, ποιός δὲν τὸ ἀκούει, ποιός δὲν τὸ αἰσθάνε
ται; Πρέπει νά ᾽νε κανεὶς τυφλὸς γιὰ νὰ μὴ βλέπῃ «τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν» (Ματθ. 16,3), πρέπει νά ᾽νε κουφὸς γιὰ νὰ μὴν ἀκούῃ τὴ φωνὴ τοῦ ἀγγέλου ὅτι εἶνε «ἐσχάτη ὥρα» (Α΄ Ἰω. 2,18), πρέπει νὰ μὴν ἔχῃ καρδιὰ γιὰ νὰ μὴ νιώθῃ τὴ θλιβερὴ σημερινὴ κατάστασι. Ἡ ἀρετὴ καταδιώκεται, ἡ πίστι ὑβρίζεται, τὰ ὅσια καὶ ἱερὰ καταπατοῦνται, ἡ κακία θριαμβεύει, οἱ ἐκκλησιὲς ἄδειασαν, τὰ κέντρα τοῦ διαβόλου γέμισαν· ἡμέρες φοβερές, «καιροὶ χαλεποί» (Β΄ Τιμ. 3,1). Μερικοὶ συλλογίζονται· Ποῦ εἶνε ὁ Θεός; ἂν ὑπῆρχε Θεός, δὲν θά ᾽πρεπε ἡ κακία νὰ τιμωρῆται καὶ ἡ ἀρετὴ νὰ βραβεύεται;… Κλονισμὸς πίστεως, καθὼς οἱ ἄνθρωποι βλέπουν νὰ θριαμβεύῃ στὸν κόσμο τὸ κακό, ἡ ἁμαρτία.
Ἀλλὰ στὴν ἀπορία αὐτὴ μᾶς δίνει ἀπάντησι τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Τί μᾶς λέει;
* * *
Κάποιος ἦρθε, ἔπεσε στὰ πόδια ἑνὸς βασιλιᾶ καὶ ἔκλαιγε, γιατὶ ὁ βασιλιᾶς διέταξε καὶ ἄνοιξαν τὰ τεφτέρια, τὰ λογιστικὰ βιβλία, λογάριασαν καὶ βρῆκαν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ὤφειλε ἕνα ἰλιγγιῶδες ποσό, χρωστοῦσε «μύρια τάλαντα» (Ματθ. 18,24), δηλαδὴ 60.000 λίρες.
Τέτοιο ποσὸ ἦταν ἀδύνατον νὰ τὸ ἐξοφλήσῃ. Τὸν ἔπιασε ζάλη, τὰ πόδια του ἔτρεμαν, ἱδρώτας τὸν ἔλουσε. Ἔβλεπε ὅτι ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα θὰ μπῇ στὴ φυλακὴ καὶ δὲν θὰ βγῇ ποτέ πλέον ἀπὸ ᾽κεῖ. Γι᾿ αὐτὸ λέει στὸ βασιλιᾶ· «Μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοί…» (ἔ.ἀ. 18,26)· σὲ παρακαλῶ, δός μου μιὰ ἀναβολή, μιὰ προθεσμία, καὶ θὰ κάνω τὸ πᾶν γιὰ νὰ ἐξοφλήσω τὸ χρέος μου.
Καὶ ὁ βασιλιᾶς τί ἔκανε; τοῦ ἔδωσε τὴν ἀναβολή; Γεμᾶτος καλωσύνη καὶ εὐσπλαχνία, τοῦ ἔδωσε ὄχι ἀναβολὴ ἀλλὰ κάτι καλύτερο· λίγο ζήτησε, πολὺ τοῦ ἔδωσε. Ὅπως ὁ δάσκαλος παίρνει σφουγγάρι καὶ σβήνει τὸν πίνακα, ἔτσι ὁ βασιλιᾶς τοῦ ἔσβησε ὅλο τὸ χρέος.
Κι αὐτὸς τί ἔκανε; Ἔκανε κάτι ἀχαρακτήριστο. Μόλις βγῆκε ἀπ᾽ τὸ παλάτι, συνάντησε κάποιον ἄλλον, ποὺ χρωστοῦσε σ᾽ αὐτὸν ἕνα πολὺ μικρὸ ποσό, «ἑκατὸν δηνάρια» (ἔ.ἀ. 18,28), ἑβδομήντα περίπου φράγκα. Τὸν ἅρπαξε λοιπὸν ἀπ᾽ τὸ λαιμὸ καὶ τὸν ἔπνιγε λέγοντας· Δός μου ἀμέσως ἐδῶ ὅ,τι χρωστᾷς. Κ᾽ ἐπειδὴ ἐκεῖνος δὲν εἶχε νὰ τοῦ τὰ δώσῃ, τὸν ἔρριξε τὸ φτωχὸ μέσ᾿ στὴ φυλακὴ παρ᾽ ὅλα τὰ παρακάλια του!
Αὐτὴ ἡ παραβολή, ἀγαπητοί μου, δείχνει δυὸ πράγματα· ἀπ᾽ τὸ ἕνα μέρος τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, κι ἀπὸ τὸ ἄλλο τὴν ἀσπλαχνία, τὴν κακία τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλὰ ἐγὼ τώρα δὲν πρόκειται νὰ σᾶς μιλήσω οὔτε γιὰ τὸ δοῦλο οὔτε γιὰ τὸ βασιλιᾶ, οὔτε γιὰ τὰ τάλαντα οὔτε γιὰ τὰ δηνάρια· θέλω, γιὰ νὰ μὴ σᾶς κουράσω, νὰ ἑρμηνεύσω μόνο τὸ σημεῖο ἐκεῖνο ποὺ ὁ δοῦλος ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ βασιλιᾶ καὶ τοῦ ἔλεγε «Κύριε, μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω» (ἔ.ἀ. 18,26)· θέλω νὰ σᾶς πῶ λίγες λέξεις γιὰ τὴ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ. Read more »