Αυγουστίνος Καντιώτης



Archive for the ‘ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ’ Category

1. Ο Θεος φροντιζει για μας 2. ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΙΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Αυγ 2nd, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Η΄ Ματθαίου (Ματθ. 14,14-22)

 

Ο Θεος φροντιζει για μας

«Καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν» (Ματθ. 14,20)

Ο π. Αυγ. ευλογει ιστΑΚΟΥΣΑΤΕ, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Τί εἶνε τὸ Εὐαγγέλιο; Εἶνε ἕνα βιβλίο· εἶνε τὸ ὡραιότερο βιβλίο ποὺ ὑπάρχει στὸν κόσμο. Ἐὰν ὅλοι μας, μικροὶ καὶ μεγά­λοι, ἄντρες καὶ γυναῖκες, ἐγγράμματοι καὶ ἀ­γράμματοι, ἐπιστήμονες καὶ ἐργάτες, ὅλοι ἐν γένει, ἐφαρμόζαμε ὅσα λέει τὸ Εὐαγγέλιο, αὐτὴ ἡ γῆ θὰ ἦταν παράδεισος· ἐνῷ τώρα, ποὺ παραβαίνουμε ὅλοι τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυ­ρίου, ἡ γῆ, ὁ πλανήτης αὐτός, κινδυνεύει νὰ γίνῃ κόλασις.

* * *

Τί λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμερα; Διηγεῖται ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα, τὰ μεγάλα καὶ ἀναρίθμητα θαύματα, ποὺ ἔ­κανε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο αὐτόν. Μετρᾷς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ; μετρᾷς τὰ φύλλα τῶν δέντρων; μετρᾷς τὶς στα­γόνες τῶν ὠκεανῶν; Ἄλλο τόσο μπορεῖς νὰ μετρήσῃς τὰ θαύματα, ποὺ ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ μέχρι συν­τελείας τῶν αἰώνων ὁ Κύ­ριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστός.
Ποιό τὸ θαῦμα; Ὅταν κάποτε ὁ Χριστός μας κουράστηκε ―διότι ἦ­ταν καὶ τέλειος ἄν­θρωπος καὶ ἔφερε ὅλα τὰ γνωρίσματα τῆς ἀν­­­θρω­πίνης φύσεως πλὴν τῆς ἁμαρτίας―, αἰ­σθάνθηκε τὴν ἀνάγκη ἀναπαύσεως. Βγῆκε λοι­πὸν στὴν ἔρημο γιὰ ν᾿ ἀναπαυθῇ λίγο ἀπὸ τοὺς κό­πους καὶ τοὺς μόχθους τῆς ἐπιγείου ζωῆς. Αὐτὸ τὸ πληροφορήθηκε ὁ κόσμος, ὁ ὁποῖος τὸν ζητοῦσε. Καί, παρὰ τὴν ἀπόστασι, βά­δισαν χιλιόμετρα καὶ πῆγαν νὰ τὸν βροῦν. Τὸν βρῆκαν πράγματι. Καὶ ὁ Χριστός, ὅταν τοὺς εἶδε ἐκεῖ στὴν ἔρημο, τοὺς σπλαχνίστη­κε καὶ θεράπευσε ὅλους τοὺς ἀρρώστους ποὺ τοῦ εἶχαν φέρει.
Καὶ μετά; Ἄρχισε νὰ τοὺς δι­δάσκῃ. Ἦ­ταν τόσο γλυκειὰ ἡ διδασκα­λία του, ὥστε οἱ ὧ­ρες περνοῦσαν κι αὐτοὶ δὲν χόρταιναν νὰ ἀ­κοῦ­νε. Ἔγινε μεσημέρι, πέρασε τὸ μεσημέ­ρι, κόν­­­τευε νὰ βασιλέψῃ ὁ ἥλιος, κ’ ἐκεῖνοι ἄ­κουγαν τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ. Οἱ μαθηταὶ πλησίασαν τὸν Κύριο καὶ τοῦ εἶπαν· Ὁ τόπος εἶνε ἔρημος καὶ ἡ ὥρα πέρασε κιόλας· ἀπόλυσε τὸν κόσμο, νὰ πᾶνε νὰ ψωνίσουν κάτι γιὰ φαγητό. Ὁ Χριστὸς ὅμως φρόντισε καὶ ἐξ­ασφάλισε ὁ ἴδιος φαγητὸ γιὰ ὅλους αὐ­τούς. Τί ἔκανε; Πῆ­ρε στὰ ἅγια χέρια του πέντε ψωμιὰ καὶ δυὸ ψά­ρια, ποὺ βρέθηκαν ἐκεῖ, προσευχήθηκε, τὰ εὐλόγησε, καὶ μετὰ τὰ ἔδωσε στοὺς μαθητάς, καὶ οἱ μαθηταὶ στὸν κόσμο. Καὶ ἔφαγαν καὶ χόρτασαν, κατὰ θαυμαστὸ τρό­πο, ὅλοι αὐτοί, πέντε χιλιάδες ἄντρες – ἐ­κτὸς ἀπὸ τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά, ποὺ κατ’ ἀναλογία θὰ ἦταν διπλάσιες καὶ τριπλάσιες. Μιὰ ὁλόκληρη πό­λις ἐτράφη μὲ τὰ πέντε ψωμιὰ καὶ τὰ δύο ψά­ρια!
Ἔτσι ἔδειξε τὴν ἀγάπη του ὁ Χριστός.

* * *

Αὐτὴ τὴν ἀγάπη ὁ Κύριος τὴ δείχνει μέχρι σήμερα. Ἀλλὰ ἐμεῖς δυστυχῶς δὲν ἔχουμε μάτια νὰ τὴ δοῦμε καὶ αὐτιὰ ν᾿ ἀ­κούσουμε τὰ θεϊκά του λόγια. Ὁ Χριστὸς μᾶς ἀγαπᾷ καὶ φρον­τίζει γιὰ μᾶς. Ὁ Χριστὸς ἔ­χει ὅ­λο τὸ ἐν­δι­αφέρον του στραμμένο στὸν ἄν­θρω­πο, ποὺ εἶ­νε τὸ ἀριστούρ­γη­μα τῆς θεί­ας δημιουργίας. Μυριάδες εἶνε τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος εἶνε τὸ ἄριστο δημιούργημα.
Τοῦ ἔδωσε – καὶ τί δὲν τοῦ ἔ­δωσε! μάτια, γιὰ νὰ βλέπῃ· αὐτιά, γιὰ ν᾿ ἀ­κούῃ· γλῶσσα, γιὰ νὰ μιλάῃ· χέρια, γιὰ νὰ ἐρ­γάζεται· πόδια, γιὰ νὰ τρέχῃ· μυαλὸ γιὰ νὰ σκέ­πτεται, νὰ συλλογίζεται καὶ νὰ κρίνῃ· τὸν προίκισε μὲ κάθε χάρισμα. Καὶ ἐπειδὴ προνοεῖ γιὰ τὶς ἀνάγκες του, τοῦ ἔδωσε ἀκόμα ὅ­λα τ᾿ ἀγαθὰ τῆς γῆς· τοῦ ἔδωσε νερὸ καθαρὸ καὶ κρυστάλλινο, νὰ πίνῃ καὶ νὰ καθαρίζεται· τοῦ ἔδωσε ἀέρα, ν᾿ ἀναπνέῃ· τοῦ ἔδωσε ἀκό­μη φῶς δωρεάν· ὁ ἥλιος εἶνε μιὰ μεγάλη Δ.Ε.Η.. Χθὲς ἦρθε στὴ μητρόπολι μιὰ φτωχιὰ γυναίκα καὶ ἔκλαιγε. —Γιατί κλαῖς; τὴ ρωτάω. —Μοῦ κόψανε τὸ ῥεῦ­μα, λέει· ἡ Δ.Ε.Η. μοῦ ᾿κοψε τὸ φῶς, κ’ εἶμαι στὸ σκοτάδι… Ἀλλὰ ὁ ἥλιος φωτίζει ὅλους. Ὁ Θεὸς «τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους» (Ματθ. 5,45). Ἑκατομμύρια – δισεκατομμύρια κιλοβὰτ παράγει ὁ ἥλιος καὶ τὰ παρέχει δωρεάν! Δωρεὰν ὁ ἥλιος, δωρεὰν ὁ ἀέρας, δωρεὰν τὸ νερό, ὅλα δωρεάν. Ὁ Θεὸς δὲ μᾶς ἔῤῥριξε πάνω σ᾿ ἕνα γυμνὸ πλανήτη, ὅπως εἶνε ἡ  σελήνη. Αὐτοὶ ποὺ πῆγαν στὸ φεγγάρι δὲ βρῆκαν ἐκεῖ οὔτε νερό, οὔτε ἀέρα, οὔτε δέντρα, οὔτε ζῷα. Ἔρημο, παν­τέ­ρη­μο τὸ τοπίο, ξεραΰλα παν­τοῦ. Κι ὁ ἀστροναύτης ποὺ ἐπῆγε ἐκεῖ εἶπε· —Θεέ μου, πότε νὰ κατεβῶ στὴ γῆ, ν᾿ ἀνοίξω τὴν κάνουλα τοῦ σπιτιοῦ μου, νὰ πιῶ νερὸ νὰ δροσιστῶ!…
Ὅλα μᾶς τὰ ᾿δωσε ὁ Θεός. Δυστυχῶς ὅ­μως ὁ ἄνθρωπος εἶνε ἀχάριστος. Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια οἱ ἄνθρωποι εἶχαν αἴσθημα εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν Θεό. Δὲν κάθονταν στὸ τραπέζι νὰ φᾶνε, ἐὰν δὲν ἔκαναν τὴν προσ­ευχή τους· καὶ δὲ σηκώνονταν ἀπὸ τὸ τρα­πέζι, ἐὰν δὲν δόξαζαν καὶ δὲν εὐχαριστοῦσαν τὸ Θεό. Εἶχαν πάντα στὰ χείλη τὸ εὐχαριστῶ. Τώρα; Τώρα κλάψτε, κλάψτε… Πῶς μᾶς ἀνέ­χεται ὁ Θεός! πῶς δὲν πέφτουν πάνω μας τὰ ἄστρα, πῶς τὰ ποτάμια δὲν πλημμυρίζουν νὰ φτάσουν μέχρι πάνω στὶς κορυφὲς τῶν ὀρέ­ων, πῶς ἡ γῆ δὲν σείεται ἐκ θεμελίων, πῶς δὲν ἀνοίγει χάσματα νὰ μᾶς καταπιῇ!… Δόξα τῇ μακροθυμίᾳ σου, Κύριε. Μεγάλη ἀχαριστία! Τὴ μπου­κιὰ ἔχουμε στὸ στόμα, καὶ τὸ Χριστὸ βλαστημᾶμε. Ἀγνωμοσύνη. Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια οἱ εὐσεβεῖς ἄνθρωποι προτοῦ νὰ πιοῦν ἕνα ποτήρι νερὸ ἔκαναν τὸ σταυρό τους, εὐχαριστοῦσαν τὸ Θεό· ἢ πήγαιναν στὴν πηγὴ νὰ πιοῦν νερό, καὶ προτοῦ νὰ πιοῦν τὸ σταύρωναν. Ποιός τὸ κάνει σήμερα; Δὲν ἐκτιμοῦμε τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ. Πρέπει νὰ τὰ στερηθοῦμε γιὰ νὰ τὰ ἐκτιμήσουμε.
Λέει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ποὺ περι­ώδευσε ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τὴν πατρίδα μας, ὅτι θὰ ἔρθουν χρόνια φοβερά, χρόνια κα­τηραμένα, καὶ θὰ μᾶς βροῦν μεγάλες τιμωρίες γιὰ τὰ φοβερὰ ἐγκλήματά μας. Πολλὰ πράγματα θὰ γίνουν στὸν κόσμο. Μεταξὺ τῶν ἄλλων θὰ στερέψουν οἱ πηγές. Ἕνα ποτήρι νερὸ θά ᾿χῃ μιὰ λίρα! τὸ εἶπε ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός. Καὶ ἔρχεται ἡ ὥρα αὐτή· στερεύουν τὰ ποτάμια. Τὰ στέρεψε ὁ Θεὸς γιὰ τὴν ἀχαριστία τῶν ἀνθρώπων. Λέει ἐπίσης, ὅτι καὶ τὸ ἀλεύρι καὶ τὸ ψωμὶ θὰ λιγοστέψουν «Μιὰ φούχτα ἀλεύρι, μιὰ χούφτα χρυσάφι», εἶπε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς. Ἐκεῖ θὰ καταλήξουμε. Γιατί; Διότι φύγαμε ἀπὸ τὸ Θεό· φύγαμε ἀπὸ τὶς ἐντολές του, φύγαμε ἀπὸ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ.
Δέκα χιλιάδες χωριὰ ἔχει ἡ πατρίδα μας. Δῶστε μου, ἀγαπητοί μου, δῶστε μου ἕνα χωριό, ποὺ ὅλοι οἱ κάτοικοι, γυναῖκες καὶ ἄν­τρες, νὰ ἐφαρμόζουν τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο· δῶ­σ­τε μου ἕνα χωριό, στὸ ὁποῖο νὰ μὴν ὑ­πάρχῃ ἔγκλημα καὶ ἀτιμία καὶ ἐκμετάλλευσις, καὶ τὸ χωριὸ αὐτὸ θὰ εἶνε παράδεισος, καὶ ἂς εἶνε φτωχό, καὶ ἂς μὴν ἔχῃ τηλεοράσεις, καὶ ἂς μὴν ἔχῃ ἄλλα μέσα ἐπικοινωνίας, ῥαδιόφωνα, τηλέφωνα καὶ ῥαδιοφωνικοὺς σταθμούς. Ὅ­ποιος εἶνε κοντὰ στὸ Χριστὸ εἶνε πλούσιος, καὶ ὅποιος εἶνε μακριὰ ἀπὸ τὸ Χριστὸ εἶνε φτωχὸς καὶ πάμπτωχος. Κοντὰ στὸ Χριστὸ παράδεισος εἶνε, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ Χριστό κόλασις εἶνε.
Τὰ πιστεύετε αὐτά; Ἐὰν τὰ πιστεύετε, τότε θὰ εἶστε πρόθυμοι νὰ ἐκκλησιάζεσθε. Εἴδατε τί ἔκαναν οἱ ἄνθρωποι τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου; Βάδισαν χιλιόμετρα γιὰ νὰ πᾶνε νὰ βροῦν τὸ Χριστό. Ἀλλὰ ἐσεῖς δὲν χρειάζεται νὰ βαδίσετε χιλιόμετρα. Ὁ Χριστὸς εἶνε ἐδῶ, κοντά σας, ἀνάμεσα στὰ σπίτια σας. Ὁ ναὸς βρίσκεται δίπλα σας. Ἐδῶ τελεῖται τὸ μυστή­ριο τῶν μυστηρίων, ἡ θεία λειτουργία. Ἐδῶ βρίσκεται ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καὶ μᾶς καλεῖ νὰ κοινωνήσουμε τῶν ἀχράντων μυστηρίων.

* * *

Ὦ Θεέ μου, δῶσε φωτισμὸ σὲ ὅλους μας. Σκέπασε τὴν πατρίδα μας τὴν Ἑλ­λάδα. Εἴμεθα ἐδῶ στὰ σύνορα· λίγα χιλιόμετρα μᾶς χωρίζουν ἀπὸ τὸ κράτος τῶν Σκοπί­ων. Τί θὰ μᾶς προστατεύσῃ καὶ θὰ μᾶς ἀσφαλίσῃ; Σὲ παρακαλοῦμε, ἀξίωσέ μας νὰ ἐκτελοῦμε ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἄντρες καὶ γυναῖκες, διδά­σκαλοι καὶ μαθηταί, ἀξιωματικοὶ καὶ στρατι­ῶται, ὅλοι ἐν γένει, τὸ ἅγιο θέλημά σου. Δός μας μιὰ Ἑλλάδα, ποὺ ὅλος ὁ λαός της νὰ ἐ­φαρμόζῃ τὸ Εὐαγγέλιο· μιὰ Ἑλλάδα, στὴν ὁ­ποία νὰ μὴν ὑπάρχῃ διαζύγιο, νὰ μὴν ὑπάρ­χουν ἀντρόγυνα χωρισμένα· μιὰ Ἑλλάδα ποὺ τὰ παιδιὰ νὰ ἀκοῦνε τοὺς γονεῖς· μιὰ Ἑλλάδα ποὺ νὰ μὴν ὑπάρχῃ μοιχεία καὶ πορνεία· μιὰ Ἑλλάδα, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Καὶ τότε ἡ πατρίδα μας θὰ εἶνε μεγάλη καὶ ἰσχυρά, πρὸς δόξαν τοῦ Κυ­ρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ· ὅν, παῖδες Ἑλλή­νων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Στὸ τέλος τῆς ὁμιλίας ὁ π. Αὐγουστῖνος λέει λίγα λόγια στὸν πολύτεκνο ιερέα π. Συμεών Πανόπουλο, που του έδωσε το οφίκιο του οικονόμου·

  • Ἀπὸ τὴ μητρόπολι φέραμε χάριν τῶν κατοίκων Εὐαγγέλια γιὰ ὅλους. Περὶ Εὐαγγελίου δὲν σᾶς ὡμίλησα πρίν; Τὸ εὐαγγέλιο εἶνε τὸ πᾶν. Ἐφαρμόσαμε τὸ Εὐαγγέλιο; ἡ Ἑλλὰς θὰ εἶνε μία εὐτυχεστάτη χώρα τοῦ κόσμου· δὲν ἐφαρμόσαμε τὸ Εὐαγγέλιο; «οὐαὶ ἡμῖν». Λοιπὸν τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ δὲν τὸ διαβάζουμε δυστυχῶς – στὰ παλιὰ τὰ χρόνια τὸ εὐαγγέλιο διαβάζανε οἱ Χριστιανοὶ πρωΐ – μεσημέρι – βράδυ. Λοιπὸν θὰ σᾶς δώσω 30 Εὐαγγέλια, καὶ ἂν χρειαστῇ περισσότερα. Θὰ μοιράσῃς σὲ κάθε οἰκογένεια· αὔριο θὰ σᾶς δώσω σὲ κάθε οἰκογένεια. Ἐπὶ τῇ ἐπισκέψει τοῦ ἐπισκόπου καὶ τῇ τιμῇ, τὴν ὁποῖα σοῦ κάναμε, θὰ μοιράσῃς στοὺς Χριστιανούς σου ὅλους, στὶς οἰκογένειες, ἀπὸ ἕνα Εὐαγγέλιο. Καὶ μόνον ἂν ὑπάρχουν ἄθεοι καὶ ἄπιστοι, σ᾿ αὐτοὺς δὲν θὰ δώσῃς Εὐαγγέλιο. Δὲν πιστεύω στὸ χωριό, στὸ μικρὸ ἐδῶ, τὸ ἡρωϊκὸ χωριό, νὰ ὑπάρχουν ἄπιστοι καὶ ἄθεοι. Ἐπίσης στὰ κορίτσια ἐδῶ, στὶς κατηχήτριες.
    Ὅλοι μαζί, μιὰ ψυχή, ἕνας λαός, ἕνας λαός!… ἡνωμένος μέχρι τελευταίας ἀναπνοῆς, μέχρι θανάτου, ἐμεῖς ποὺ ὑπηρετήσαμε τὴν πατρίδα στὰς σκληρὰς ἡμέρας πολέμου, ἐμεῖς ποὺ περιωδεύσαμε τὰ μέρη αὐτὰ σὲ ἡμέρες ὀδυνῶν καὶ μεγάλων συμφορῶν, ἐμεῖς πιστεύουμε ἀκραδάντως, ὅτι ἐδῶ ἡ Μακεδονία μας, ἡ Μακεδονία μας θὰ παραμείνῃ ἑλληνική]· ἦτο, εἶνε καὶ θὰ μείνῃ πάντα ἑλληνική, πρὸς δόξαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλια του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου
εκφωνήθηκε εις τον ἱερό ναὸ του Ἁγ. Νικολάου Κρατεροῦ – Φλωρίνης 9-8-1992)

 862c570e406e

Κυριακὴ Η΄ Ματθαίου (Ματθ. 14,14-22)

ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΙΣ

Καὶ πάλι, ἀγαπητοί μου, ἔχουμε κυριακάτικο ἐκκλησιασμό, θεία λειτουργία καὶ ὁμιλία. Τόσο στὶς πόλεις ὅσο καὶ στὰ χωριὰ ἡ καμ­πάνα χτυπᾷ καὶ καλεῖ, οἱ πολλοὶ ὅμως ἀδιαφοροῦν καὶ ἀμελοῦν τὸ ἱερὸ καθῆκον νὰ δώσουν τὸ παρών. Στὶς πόλεις, ὅπου οἱ ἐνορίες εἶνε πο­λυάνθρωπες, ἡ εἰκόνα τοῦ ἐκκλησιάσματος ἐξαπατᾷ· νομίζει κανεὶς ὅτι ἡ προσέλευσις εἶ­νε ἱκανοποιητική. Στὰ χωριὰ ὅμως τὰ πράγμα­τα εἶνε δυσκολώτερα, ἡ ἀποχὴ φαίνεται.
Ὅσοι κατοικοῦν στὶς πόλεις, ἰδίως οἱ νέοι καὶ τὰ παιδιά, πρέπει νὰ γνωρίζουν, ὅτι πολλὰ μικρὰ καὶ ὀλιγάνθρωπα σήμερα χωριὰ τῆς ἀγαπητῆς μας πατρίδος εἶνε ἀρχαῖα, ἱστορι­κὰ καὶ ἔνδοξα. Δὲν ἦταν ὅπως εἶνε σήμερα. Πρὶν ἀπὸ μερικὰ χρόνια εἶ­χαν ἀρκετοὺς κατοί­κους. Ἀλλὰ λόγῳ διαφόρων ἱστορικῶν καὶ γεωγραφικῶν συνθηκῶν, ἐκεῖνοι σκόρπισαν σὰν τὰ πουλιὰ στὸ ἐξωτερικό, στὴν Ἀμερικὴ στὸν Καναδᾶ στὴ Γερμανία στὴν Αὐστραλία, καὶ τώρα ἔμειναν στὰ χωριὰ πολὺ λίγοι.
Αὐτοὶ οἱ λίγοι ἄνθρωποι στάθηκαν ἥρωες σὲ ἡμέρες δύσκολες, ἡμέρες ποὺ ἡ πατρίδα μας δοκιμαζόταν σκλη­ρά· πολέμησαν καὶ ἔχυσαν τὸ αἷμα τους γιὰ νὰ εἴμαστε σήμερα ἐμεῖς ἐ­λεύ­θεροι. Ἥρωες ἐν καιρῷ πολέμου, εἶνε ἀ­κόμα ἥ­ρωες καὶ ἐν καιρῷ εἰρήνης. Γιατὶ ὅλοι αὐτοί, ἄντρες γυναῖκες καὶ παιδιά, σηκώνονται ἀπ᾽ τὸ πρωὶ καὶ ἐργάζονται· καλλιεργοῦν τὴ γῆ καὶ ζυμώνουν τὸ χῶμα μὲ τὸν τίμιο ἱ­δρῶτα τους. Ἀπὸ ᾽κεῖ τρέφεται ὁ κόσμος ὅ­λος, ἀπὸ τὴ γῆ. Ἂν οἱ χωρικοί μας σταματήσουν νὰ δουλεύουν, ὅλοι θὰ πεινάσουμε καὶ θὰ δυσ­τυχήσουμε.
Γι᾽ αὐτὸ κ᾽ ἐγὼ κάθε Κυριακὴ κατὰ κανόνα δὲν μένω στὴν πόλι καὶ στὰ μεγάλα ἀστικὰ κέν­τρα τῆς περιφερείας μου· βρί­σκομαι στὰ χωριά, καὶ στὰ μικρότερα ἀκόμη, κ᾽ ἐ­κεῖ κηρύττω καὶ εὐλογῶ τὸ λαό. Θεωρῶ χρέος μου νὰ ἐπισκέπτωμαι τοὺς ἀνθρώπους αὐ­τούς. Χαίρω περισσότερο ὅταν βρίσκωμαι μεταξὺ τῶν ἁπλοϊκῶν καὶ συχνὰ ἐγκαταλελειμμένων κατοίκων τῆς ὑπαίθρου.
Ἀλλὰ γιατί τὰ λέω αὐτά; Read more »

H ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Αυγ 2nd, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Kυριακὴ Ζ΄ Ματθαίου (Ματθ. 9,27-35)

H ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

«Ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ Δαυΐδ…» (Ματθ. 9,27)

αμελειαΖΟΥΜΕ σὲ μιὰ ἐποχὴ ἀπιστίας καὶ ἀθεΐας. Οἱ περισσότεροι μπορῶ νὰ πῶ δὲν πιστεύουν. Μέσα στοὺς ἑκατὸ ἀνθρώπους, ζήτημα σήμερα ἂν ἕνας πιστεύῃ εἰλικρινὰ στὸ Θεό. Οἱ ἄλλοι εἶνε ἀδιάφοροι, ἄπιστοι καὶ ἄθεοι.
Μοῦ ἔλεγε ἔνας παπᾶς μὲ δάκρυα, ὅτι εἶνε σαράντα χρόνια σ᾿ ἕνα χωριὸ μὲ πεντακόσες ψυχές. Καλὸς παπᾶς, δὲν ἔδωσε ποτέ ἀφορμὴ σκανδάλου. Χτυπᾷ τὴν καμπάνα κάθε Κυριακή, τοὺς προσκαλεῖ, πηγαίνει στὰ σπίτια τους. Καὶ ὅμως, ἂν πᾷς στὴν ἐκκλησιά, δὲ᾿ βρίσκεις παραπάνω ἀπὸ πέντε ἄντρες καὶ δέκα γυναῖκες· καὶ πολλὲς φορὲς τὸ καλοκαίρι δὲν ὑπάρχει οὔτε παιδὶ νὰ κρατήσῃ λαμπάδα. Ποῦ εἶνε; Δὲν ἐκκλησιάζονται.
Καὶ αὐτό, κατ᾿ ἀναλογίαν, γίνεται σχεδὸν παντοῦ. Κι ὅταν ὁ παπᾶς τοὺς λέει, Γιατί δὲν ἔρχεστε στὴν ἐκκλησία; ἀπαντοῦν· Τί νὰ κάνω στὴν ἐκκλησία;… Πηγαίνει στὸ καφενεῖο, πηγαίνει στὴν ταβέρνα, πηγαίνει στὰ γήπεδα, πηγαίνει ἐκδρομές, πηγαίνει παντοῦ, ἀλλὰ πόδια νὰ πάῃ στὴν ἐκκλησιὰ δὲν ἔχει. Καὶ μὲ αὐθάδεια λέει, Τί νὰ κάνω στὴν ἐκκλησία;…
Ἂν ὑπάρχῃ ὅμως ἕνα μέρος ποὺ εἶνε πιὸ ἀναγκαῖο ἀπὸ ὅλα νὰ πάῃ κανείς, αὐτὸ εἶνε ὁ ναὸς τοῦ Ὑψίστου. Ἐδῶ μέσα θὰ ᾿ρθῇς· ἐδῶ θὰ βαπτισθῇς, ἐδῶ θὰ στεφανωθῇς, ἐδῶ ὁ παπᾶς γιὰ τελευταία φορὰ θὰ πῇ «Δεῦτε τελευταῖον ἀσπασμὸν δῶμεν, ἀδελφοί, τῷ θανόντι…». Ἐδῶ εἶνε τὰ ἅγια καὶ τὰ ἱερά· ἐδῶ εἶνε οἱ ἅγιες εἰκόνες, ἐδῶ εἶνε οἱ ἄγγελοι καὶ οἱ ἀρχάγγελοι, ἐδῶ εἶνε τὰ μυστήρια τῶν μυστηρίων, ἐδῶ ἀκούγεται τὸ Εὐαγγέλιο, τὰ πάγχρυσα λόγια τοῦ Χριστοῦ. Ἐδῶ μέσα ὅλοι μας, σὰν μιὰ οἰκογένεια, φωνάζουμε καὶ παρακαλοῦμε τὸ Θεὸ καὶ λέμε «Κύριε, ἐλέησον». Καὶ αὐτὸ τὸ «Κύριε, ἐλέησον», ποὺ μπορεῖ νὰ τὸ πῇ καὶ ὁ γέρος ὁ ἀσπρομάλλης καὶ ὁ ἀγράμματος καὶ ἀστοιχείωτος κ᾿ ἕνα μικρὸ παιδάκι ποὺ κρατάει στὴν ἀγκαλιά της ἡ μάνα, αὐτὸ τὸ «Κύριε, ἐλέησον» κάνει θαύματα.
Ναί, θαύματα κάνει. Ποιός μᾶς τὸ λέει; Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο.

* * *

Ὁ Χριστός, λέει, πῆγε σὲ μιὰ πόλι. Χιλιάδες κόσμος μαζεύτηκε, πατεῖς με – πατῶ σε. Πῆγαν ἀπὸ μιὰ περιέργεια, γιὰ νὰ δοῦνε ποιός εἶν᾿ αὐτὸς ποὺ κάνει θαύματα. Ἤθελαν νὰ δοῦνε τὸ Χριστό. Ἄλλοι ἀνέβηκαν στὶς στέγες, ἄλλοι στὰ δέντρα καὶ ὅπου ἀλλοῦ μποροῦσαν.
Ξαφνικά, μέσα στὸν κόσμο, ἀκούστηκαν φωνὲς ποὺ ἔλεγαν «Κύριε, ἐλέησον»· «Ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ Δαυΐδ» (Ματθ. 9,27). Ποιός φωνάζει; Κανένας πλούσιος; Ὁ πλούσιος πρέπει νὰ χάσῃ τὰ χρήματα, νὰ χρεωκοπήσῃ, νὰ γίνῃ ζητιάνος, καὶ τότε θὰ πῇ τὸ «Κύριε, ἐλέησον». Ποιός φωνάζει; Κανένας δυνατὸς ποὺ ἔχει ἀξιώματα; Οὔτε αὐτοὶ φωνάζουν. Πρέπει νὰ πέσουν ἀπὸ τὰ ἀξιώματά τους, καὶ τότε θὰ φωνάξουν «Κύριε, ἐλέησον». Ποιός φωνάζει; Κανένας ὑγιής, ποὺ δὲν αἰσθάνεται κανένα πόνο; Μπᾶ· ὅταν ἔχῃς γερὰ τὰ κόκκαλα καὶ τὰ πνευμόνια καὶ τὴν καρδιά, Θεὸ δὲ᾿ ζητᾷς. Ὅταν πέσῃς στὸ κρεβάτι καὶ σὲ πάρουν μέσα στὸ χειρουργεῖο καὶ εἶνε ἕτοιμο τὸ μαχαίρι τοῦ γιατροῦ νὰ σὲ κάνῃ κομμάτια, τότε φωνάζεις «Κύριε, ἐλέησον». Ποιός φωνάζει; Οἱ χιλιάδες ἐκεῖνες τοῦ κόσμου, ἄντρες γυναῖκες παιδιά; Μόνο μιὰ φωνὴ ἀκούγεται σπαρακτική. Ποιός φωνάζει; Δύο φτωχοί, δυστυχισμένοι καὶ τυφλοὶ ἄνθρωποι. Δὲν βλέπανε καθόλου. Καὶ μόλις ἀκούσανε ὅτι μπαίνει ὁ Χριστὸς μέσα στὴν πόλι, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν νὰ καταλάβουν ποῦ εἶνε, ἄρχισαν μὲ τὰ στόματά τους νὰ φωνάζουν «Ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ Δαυΐδ». Καὶ τὸ φώναζαν διαρκῶς.
Ὁ Χριστὸς βάδιζε καὶ ἔκανε πὼς δὲν ἀκούει. Φθάνει καὶ μπαίνει σ᾿ ἕνα σπίτι. Σταματήσανε ἆραγε τότε οἱ τυφλοί; Ὄχι. Συνέχισαν ἀπ᾿ ἔξω, σὰν σκυλιά, νὰ φωνάζουν· «Κύριε, ἐλέησον». Ὁ Χριστὸς δοκίμαζε τὴν πίστι τους. Ἅμα εἶδε τὴ μεγάλη ὑπομονή τους, τοὺς λέει· «Πιστεύετε, ὅτι μπορῶ νὰ σᾶς κάνω καλά;». «Ναί, Κύριε», ἀκούστηκε μέχρι τὰ ἄστρα ἡ φωνή τους (Ματθ. 9,28).
Τότε ὁ Χριστὸς ―ἂς μὴν πιστεύουν οἱ ἄπιστοι, ἐμεῖς πιστεύουμε― τί ἔκανε; Ἅπλωσε τὰ ἅγιά του χέρια ἐπάνω στὰ σβησμένα τους μάτια· καὶ ἀμέσως, ὅπως ἄλλοτε ἄναψε τὸν ἥλιο καὶ τὰ ἄστρα, ἔτσι τὴ στιγμὴ ἐκείνη δυὸ ζευγάρια μάτια ἄνοιξαν, οἱ δύο ἄνθρωποι εἶδαν τὸ φῶς τους καὶ λέγανε χίλια εὐχαριστῶ. Καὶ ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη πήγαιναν παντοῦ καὶ διαλαλοῦσαν, ὅτι ὁ Χριστὸς τοὺς ἔκανε καλά.
Βλέπετε λοιπόν, ἀγαπητοί μου, τί κάνει τὸ «Κύριε, ἐλέησον»; Τὸ φώναξαν οἱ τυφλοί, τὸ ἄκουσε ὁ Χριστός, τοὺς ἐσπλαχνίσθη καὶ τοὺς ἔκανε καλά.

* * *

―Μὰ ποῦ εἶνε ὁ Χριστός; θὰ μοῦ πῆτε.
Ποῦ εἶνε ὁ Χριστός; Ἐδῶ εἶνε ὁ Χριστός, μέσα στὴν ἐκκλησία! Τὴν ὥρα ποὺ ἀκούγεται τὸ εὐαγγέλιο, τὴν ὥρα ποὺ βγαίνουν τὰ ἅγια, τὴν ὥρα ποὺ κρατάει ὁ παπᾶς τὸ δισκοπότηρο, τὴν ὥρα ποὺ κοινωνᾷς, ἐκεῖ εἶνε ὁ Χριστός. Ναί, αὐτή εἶνε ἡ πίστις μας. Κάθε ψίχουλο καὶ κάθε σταλαγματιὰ ἀπὸ τὸ ἅγιο δισκοπότηρο εἶνε ὁ Χριστός μας. Τὸ πιστεύεις; Ἔλα στὴν ἐκκλησιὰ καὶ φώναξε τὸ «Κύριε, ἐλέησον».
Στὴ θεία λειτουργία τὸ λέμε πολλὲς φορές. Ἀπὸ τὸ «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία…» μέχρι τὸ «Δι᾿ εὐχῶν…» πάνω ἀπὸ πενήντα φορὲς λέμε τὸ «Κύριε, ἐλέησον». Ἀλλὰ πῶς τὸ λέμε; Δὲν ὑπάρχει κατάνυξις καὶ προσοχή.
Τὸ λέγανε καὶ πρὶν διακόσα χρόνια, μὰ τὴν ὥρα ποὺ τὸ λέγανε κλαίγανε. «Κύριε, ἐλέησον», ἔλεγε ἡ χήρα. «Κύριε, ἐλέησον», ἔλεγε τὸ ὀρφανό, «Κύριε, ἐλέησον», ἔλεγε ὁ σκλαβωμένος Ἕλληνας. «Κύριε, ἐλέησον», ἔλεγε ὁ τσομπάνος. «Κύριε, ἐλέησον», ἔλεγε ὁ χωριάτης. «Κύριε, ἐλέησον», τὸ ἔλεγαν ὅλοι. Ἀλλὰ τὴν ὥρα ποὺ τὸ λέγανε, τὸ πίστευαν ἀκραδάντως. Τώρα δὲν πιστεύουμε.
Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια ἔφτανε τὸ «Κύριε, ἐλέησον» νὰ κάνῃ θαῦμα. Ἔπεφτε λ.χ. ἀκρίδα στὸν κάμπο τῆς Θεσσαλίας καὶ δὲν ἔμενε τίποτε. Καὶ πήγαιναν στὰ Μετέωρα, παίρνανε τὰ ἅγια λείψανα στὰ χέρια τους στὴν Καλαμπάκα καὶ στὰ Τρίκαλα (εχανε ἀγάπη καὶ ὁμόνοια μεταξύ τους, νηστεύανε τρεῖς μέρες, δὲν σμίγανε τὰ ἀντρόγυνα), καὶ κάνανε λιτανεία καὶ τὰ μικρὰ παιδιὰ φωνάζανε «Κύριε, ἐλέησον»· ἔ, δὲν περνοῦσε μέρα, καὶ ἕνας ἄνεμος ἔπαιρνε τὶς ἀκρίδες καὶ τὶς ἔρριχνε μέσα στὸν Πηνειὸ ποταμὸ καὶ δὲν ἔμενε οὔτε μία. Νά τί κάνει τὸ «Κύριε, ἐλέησον», ὅταν κανεὶς πιστεύῃ πραγματικά.
Ἀλλοῦ πάλι ἔπεφτε χολέρα καὶ θέριζε τοὺς ἀνθρώπους. Ἑκατό, διακόσοι νεκροί· δὲν προλαβαίνανε ν᾿ ἀνοίγουν τάφους. Καὶ πάλι νηστεύανε, κάνανε λιτανεία μὲ τὰ ἅγια λείψανα τοῦ ἁγίου Νικάνορος καὶ ἄλλων ἁγίων, καὶ βγαίνανε ἔξω στοὺς κάμπους καὶ στὰ βουνὰ καὶ παρακαλούσανε τὸ Θεό, καὶ ἡ χολέρα κοβότανε μὲ τὸ μαχαίρι.
Καὶ ἀλλοῦ πάλι, ποὺ εἶχε ἀνομβρία καὶ δὲν ἔπεφτε σταλαγματιὰ καὶ ἡ γῆ ἤτανε σὰν τὸ κεραμίδι, ἔβγαιναν πάλι ἔξω μὲ τὶς εἰκόνες καὶ τὰ λείψανα καὶ παρακαλοῦσαν. «Κύριε, ἐλέησον» λέγανε μὲ τὴν καρδιά τους, καὶ ὁ οὐρανὸς ἔβρεχε καὶ μούσκευε τὸ χῶμα.
Καὶ ἀλλοῦ, ποὺ γινόταν σεισμός, γονατίζανε καὶ προσευχότανε. «Κύριε, ἐλέησον» λέγανε, καὶ σταματοῦσε ὁ σεισμός.
Δὲν εἶνε παραμύθια αὐτά· τὰ θυμοῦνται οἱ μεγαλύτεροι. Ζωντανὴ εἶνε ἡ θρησκεία μας· ἀρκεῖ μόνο νὰ ἔχουμε δυνατὴ πίστι.
Ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, τί δύναμι ἔχει ἡ προσευχή, τὸ «Κύριε, ἐλέησον»;
Ἐδῶ εἶνε ὁ Χριστός μας. Καὶ ὅπως ἐρώτησε τοὺς δύο τυφλούς, ἐρωτᾷ κ᾿ ἐμένα, ἐρωτᾶ κ᾿ ἐσᾶς, ἐρωτᾷ ὅλους ἀνεξαιρέτως καὶ λέει· «Πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;». Ἂς ἀπαντήσῃ ὁ λαός μας, ἂς ἀπαντήσουμε κ᾿ ἐμεῖς; Ἂν ποῦμε μὲ τὴν καρδιά μας «Ναί, Κύριε», τότε τὰ ἄστρα θὰ κατεβοῦν στὴ γῆ. Τότε θὰ δοῦμε θαύματα μεγάλα.
Ἂς παρακαλέσουμε τὸ Χριστό μας, νὰ μᾶς δώσῃ πίστι. Πίστι, ἀδέρφια μου, χρειαζόμεθα· πίστι σὰν ἐκείνη ποὺ εχανε οἱ δύο τυφλοί. Νὰ μᾶς δώσῃ πίστι, ὅπως εχανε οἱ πρόγονοί μας. Καὶ ὅταν ἔχουμε πίστι στὴν καρδιά, τότε φτάνει ἕνα «Κύριε, ἐλέησον» γιὰ νὰ γίνῃ τὸ θαῦμα. Τότε κ᾿ ἐδῶ στὴ γῆ θὰ ζήσουμε καλὰ καὶ εὐλογημένα, καὶ ὅταν κλείσουμε τὰ μάτια στὸ μάταιο αὐτὸ κόσμο, φτερὰ ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων θὰ μᾶς πᾶνε στὰ οὐράνια σκηνώματα. Καὶ ἐκεῖ, μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς ἀγγέλους, θὰ ὑμνοῦμε αἰωνίως τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸν καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα εἰς αἰῶνας αἰώνων.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(ἱ. ναὸς Ὁσίου Ναοὺμ Ἀρμενοχωρίου – Φλωρίνης 25-7-1971)

YΠΑΡΧΕΙ ΔΙΑΒΟΛΟΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιούλ 10th, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Ε΄ Ματθαίου (Ματθ. 8,28 – 9,1)

YΠΑΡΧΕΙ ΔΙΑΒΟΛΟΣ

«Οἱ δὲ δαίμονες παρεκάλουν αὐτὸν…» (Ματθ. 8,31)

δαιμονισμενος ιστΑΚΟΥΣΑΤΕ, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Μᾶς διηγεῖται ἕνα θαῦμα, ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Τὸ θαῦ­μα εἶνε, ὅτι θεράπευσε δυὸ ἀνθρώπους μέσα σ᾽ ἕνα δευτερόλεπτο.
Ἀπὸ τί ἔπασχαν αὐτοί; Κλινικῶς δὲν παρου­σίαζαν τίποτα τὸ παθολογικό· τὸ σῶμα τους ἦ­­ταν ἐν τάξει. Ἔπασχαν ψυχικῶς. Οἱ δὲ ψυχι­κὲς ἀσθένειες εἶνε οἱ φοβερώτερες, καὶ ἀπ᾽ αὐτὲς προέρχονται καὶ οἱ σωματικές. Ῥίζα ὅλων τῶν ἀσθενειῶν εἶνε ἡ κακὴ ψυχικὴ κατάστασις τοῦ ἀν­θρώπου.
Ποιά ἦταν ἡ ἀσθένειά τους; Μία λέξις – μὴ γελάσῃ κανείς, τὸ Εὐαγγέλιο δὲν ἀλλάζει· οἱ ἄρρωστοι αὐτοὶ ἦταν «δαιμονιζόμενοι» (Ματθ. 8,28). Τί θὰ πῇ δαιμονιζόμενοι; Ὅπως τὰ μικρόβια μπαίνουν στὸ αἷμα, κατὰ παρόμοιο τρόπο καὶ οἱ δαίμονες μπαίνουν στὴν καρδιά. Ὅπως σὲ κουφάλες δέντρων φωλιάζουν κουκουβάγιες κι ἀλεποῦδες καὶ σὲ σπηλιὲς θηρία, ἔτσι καὶ οἱ δαίμονες μπαίνουν σὲ ἀφύλαχτες καρδιές. Ἔχετε δεῖ σπίτια ἔ­ρημα κ᾽ ἐγκαταλελειμ­μένα; Ἐγώ, ποὺ περιώδευσα σὰν ἱεροκήρυκας, εἶδα στὴ Μακεδονία τέτοια σπίτια. Ὅπως λοι­πὸν σὲ σπίτια ποὺ λείπει ὁ νοικοκύρης ἐγκαθί­στανται κακοποιοί, ἔτσι καὶ σὲ ψυχὲς ποὺ λείπει ὁ νοικοκύρης, δηλαδὴ ὁ Θεὸς – τὸ Πνεῦ­μα τὸ ἅγιο, φωλιάζουν πονηρὰ πνεύματα. Κι ἀ­πὸ τότε τὸ σῶμα καὶ τὸ μυαλὸ καὶ τὴν καρδιὰ τὰ διευθύνει ὁ διάβολος· ὁ ἄνθρωπος τελεῖ ὑ­πὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ πονηροῦ πνεύματος.
Μὰ τί ἔπαθες, θὰ μοῦ πῆτε, καὶ μιλᾷς γιὰ διαβόλους; Τὰ πίστευαν αὐτὰ ἄλλοτε γριοῦ­λες καὶ ἀναλφάβητοι. Τώρα ποὺ ἡ ἐπιστήμη πετάει μὲ πυραύλους σὲ ἄλλους πλανῆτες, ἔρ­χεσαι σὺ νὰ μᾶς μιλήσῃς γιὰ διαβόλους;… Μάλιστα, ἀδελφοί μου, γιὰ διαβόλους θὰ σᾶς μιλήσω. Διότι τὸ λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμε­ρα. «Παρεκάλουν», λέει, «αὐτόν» (ἔ.ἀ. 8,31), πέσανε μπρούμυτα οἱ δαίμονες μπροστὰ στὸ Χριστὸ καὶ τὸν παρακαλοῦσαν. Ὁμολογῶ, ὅτι θὰ ἤθε­λα κ᾽ ἐγὼ νὰ μὴν ὑπάρχουν δαίμονες καὶ κόλασι, γιατὶ κ᾽ ἐγὼ εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ φοβοῦ­μαι· ἔλα ὅμως ποὺ ὑπάρχουν; Δὲν θὰ γίνω λοιπὸν ἐγὼ ἀνώτερος ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο.
Ὑπάρχουν δαίμονες; ἔχουμε ἀποδείξεις; Μὲ συντομία παρουσιάζω μερικὰ ἐπιχειρήματα. Read more »

Ο ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΣ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΠΙΣΤΕΩΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιούλ 10th, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Ο ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΣ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΠΙΣΤΕΩΣ

«Mόνον ειπέ λόγω, και ιαθήσεται ο παις μου» (Mατθ. 8,8)

Εκατοντ.ΣHMEPA, αγαπητοί μου, η αγία μας Eκκλησία όρισε να διαβάζεται απο το Eυαγγέλιο του Mατθαίου μία περικοπή, που ομιλεί για έναν άνθρωπο πίστεως. Πόσο αξίζει ένας τέτοιος άνθρωπος!
Aυτός ήτανε εκατόνταρχος, δηλαδή αξιωματικός. Aξιωματικός όχι ενός μικρού κράτους αλλά της πανισχύρου Pωμαϊκής αυτοκρατορίας, που απλώνετο πρός Bορράν, Nότον, Aνατολάς και Δυσμάς· της αυτοκρατορίας, που πρωτεύουσα είχε τη Pώμη και οι λεγεώνες της ήταν ο φόβος και ο τρόμος της ανθρωπότητος. Eκπρόσωπος λοιπόν της Pωμαϊκής εξουσίας κάτω στην Aγία Γη ήτανε ο εκατόνταρχος αυτός.
Aλλά ήταν ευγενής ύπαρξις. Δεν υπερηφανεύετο ούτε για το έθνος του, ούτε για το αξίωμά του, ούτε για τίποτε άλλο. Kαι το απέδειξε ότι ήτο ευγενής ύπαρξις. Πώς;
Eίχε στο σπίτι του έναν υπηρέτη, ένα δούλο. Kαι παρ’ όλο που οι δούλοι δεν είχαν τότε καμμία αξία, ο εκατόνταρχος έδειξε γι’ αυτόν μεγάλο ενδιαφέρον. Aρρώστησε ο δούλος κ’ έπεσε στο κρεβάτι. O κύριός του και γιατρούς κάλεσε, και φάρμακα αγόρασε, και κάθε άλλη περιποίησι του προσέφερε. Aλλ’ αυτός χειροτέρευε, κι ο εκατόνταρχος ήταν περίλυπος.
Ξαφνικά ακούει, ότι παρουσιάστηκε κάποιος που θεραπεύει και τις πιο βαρειές ασθένειες, που ανασταίνει και νεκρούς. Eίνε ο Iησούς Xριστός. Tότε ο εκατόνταρχος είπε μέσα του· Aυτός θα θεραπεύση το δούλο μου!
Πήγε στο Xριστό και ταπεινώθηκε μπροστά του. Δεν υπολόγισε ουτε το αξίωμα ούτε το βαθμό του· δεν τον ενδιέφερε, τί θα πει ο κόσμος. Tου μίλησε για τον άρρωστο δούλο του. Kαι ο Xριστός του λέει· «Θα έλθω εγώ να τον θεραπεύσω» (Mατθ. 8,7). Mόλις όμως άκουσε αυτό το λόγο ο εκατόνταρχος, είπε· Kύριε, δεν είμαι άξιος να μου κάνης επίσκεψι· πες μόνο ένα λόγο, και ο δούλος μου θα γίνη καλά (ε. à. 8,8). Aν εγώ δίνω διαταγές και εκτελούνται, πόσω μάλλον εσύ; Eγώ είμαι ένας μικρός αξιωματούχος, εξουσιάζω εκατό στρατιώτες· ενώ εσύ εξουσιάζεις το σύμπαν ολόκληρο. Δώσε λοιπόν μια διαταγή, και θα γίνη ο δούλος μου καλά.
Kαι θαύμασε, λέει, ο Xριστός την πίστι του. Kαι έδωσε διαταγή. Kι από την ώρα εκείνη εθεραπεύθη ο δούλος του.

* * *

Tί μεγάλα νοήματα έχει η Eκκλησία! Σύ, Kύριε, λέει, εξουσιάζεις τα σύμπαντα, που πειθαρχούν σ’ Εσένα όπως ο στρατιώτης.
Tώρα και στο στρατό χαλάρωσε η πειθαρχία που γνωρίσαμε εμείς άλλοτε. Aλλά τότε, στο ρωμαϊκή εποχή, ε­ίχανε σιδηρά πειθαρχία.  Yπακούουν, λέει, σ’ εμένα οι στρατιώτες· αλλά σύ, Kύριε, είσαι ο βασιλεύς και ο Kύριος του παντός, σ’ εσένα υπακούουν τα σύμπαντα. Tον παραδέχεται, δηλαδή, όχι ως άνθρωπο αλλ’ ως Θεό· έβλεπε κάτω από το ταπεινό σχήμα του ανθρώπου να κρύβεται το μεγαλείο της Θεότητος. Aν διατάζω εγώ, λέει, διατάζεις κ’ εσύ, Kύριε, αφού είσαι Θεός.
Kαι πράγματι ο Kύριος όλα τα εξουσιάζει. Στέκουν μπροστά του τα σύμπαντα σαν στρατιώτες. Παράδειγμα ο ήλιος. Tο σκεφτήκατε; Ποτέ στρατιώτης δεν έδειξε τόση πειθαρχία όση ο ήλιος. Eίνε σε ένα σημείο, που του όρισε ο Mεγαλοδύναμος.  Aνατέλλει στον ώρα του, βασιλεύει στην ώρα του, στρατιώτης πιστός στα διατάγματα του Kυρίου. O Φλαμμαριών, ο μεγάλος αστρονόμος, το λέει αυτο κάπου. Γιά φανταστείτε, να διατάξη ο Xριστός τον ήλιο νa φύγη από τη θέσι του και πού να πάη; Πέρα, βαθειά μέσα στο άπειρο. Aν απομακρυνθεί, θα τον δούμε σαν ένα αστεράκι. Kαι τότε, ω τότε, δεν θα μπορέση να μας θερμάνη· η θερμοκρασία της γης θα πέση εκατό βαθμούς κάτω από το μηδέν, η επιφάνειά της  θα γίνη πάγος, Bόρειος Πόλος, και ποιός τότε θα μπορέση να ζήση πάνω σ’ αυτήν; Θ’ αποθάνουμε από το κρύο. Aν πάλι δώση άλλη εντολή ο Θεός και πει το αντίθετο, να φύγη ο ήλιος από ‘κει που βρίσκεται και τί να κάνη; Nα πλησιάση. Tότε θα τον δούμε δέκα και εκατό φορές μεγαλύτερο, η θερμοκρασία μας θα φτάση σε μεγάλα ύψη πάνω από το μηδέν, και η γη θα γίνη ξηραϊλα, κάρβουνο.
Ω Xριστέ! στρατιώτης σου ο ήλιος, σε υπακούει. Kαι μόνο ο ήλιος; Kαι η γη είνε στρατιώτης. O κόκκος αυτός της άμμου ―εν συγκρίσει με το άπειρο σύμπαν― κινείται. Aυτή η υδρόγειος σφαίρα είνε ένα λεωφορείο, που τρέχει με μεγάλη ταχύτητα. Kαι το λεωφορείο αυτό μεταφέρει όχι 50 ή 60 επιβάτες, αλλά  ―παρακαλώ μετρήστε― 5 δισεκατομμύρια ανθρώπους. Kαι τρέχει, τρέχει μέσα στο άπειρο. Ποιός συγκρατεί τη γη; Ποιά τροχαία ρυθμίζει την κίνησί της;
Aλλο παράδειγμα πειθαρχίας η θάλασσα. Yπακούει. Eίνε κτίσμα, δεν είνε Θεός. Oι αρχαίοι πρόγονοί μας είχαν φθάσει σε μεγάλα επιτεύγματα, αλλά στο θέμα της θρησκείας είχαν πλάνη, όπως έλεγε και ο Kολοκοτρώνης. Παιδιά, λέει, οι αρχαίοι ήταν σπουδαίοι· επιστήμες ε­ίχανε, Παρθενώνες χτίσανε, αλλα ζούσαν σαν τα ζώα, λέει· πέτρες και ε­ίδωλα λατρεύανε, μεταξύ δε αυτών και τη θάλασσα. Oταν τη βλέπανε ν’ αφρίζη, θαυμάζανε. Eμείς ―δόξα σοι, ο Θεός― έχουμε την αληθινή θρησκεία· και γνωρίζουμε, ότι και η θάλασσα υπακούει στο Θεό. Πως υπακούει; Πρώτα – πρώτα την έχει περιορίσει ο Θεός σε ορισμένη έκτασι. Aρχικώς ήταν θάλασσα όλη η υδρόγειος. Kαι είπε ο Θεός και απεχώρησε η θάλασσα και εμφανίσθηκε η ξηρά, και πάνω σ’ αυτήν εμφανίσθησαν οι πηγές, οι ποταμοί και οι λίμνες. Eπειτα, ως προς την ποσότητα του νερού, υπάρχει μια συμμετρία θαυμαστή. Ποιά συμμετρία; Tο νερό της θαλάσσης εξατμίζεται συνεχώς· αλλ’ εξατμίζεται με μια αναλογία θαυμαστή. Eάν εξατμίζετο περισσότερο του δέοντος, η θάλασσα θα εξαντλείτο και θα εξηραίνετο· Εάν εξατμίζετο λιγώτερο του δέοντος, η στάθμη της θα ανέβαινε επικινδύνως. Tώρα όμως όσο εξατμίζεται τόσο και αναπληρώνεται με τη βροχή, που δεν είνε τίποτε άλλο παρά η εξάτμισις του νερού της θαλάσσης. Mια γυναίκα στο χωριό μου είχε βάλει τον τέντζερη πάνω στη φωτιά γεμάτο νερό, άρχισε να φλυαρεί και ξεχάστηκε, και το νερό εξατμίσθηκε. Eτσι μπορούσε να εξατμισθεί και η θάλασσα, και τότε θα φαινόταν ο πυθμένας. Eaν πάλι ήταν μικροτέρα η εξάτμισις, τότε θα εκαλύπτετο όλη η γη από τα νερά και θα ε­ίχαμε παγκόσμιο κατακλυσμό. Θαυμαστό επίσης είνε, ότι μέσα στη θάλασσα ο Θεός έρριξε αλάτι. Aν δεν έρριχνε το αλάτι, θα βρωμούσε και θα σάπιζε ο κόσμος. Kαι άλλα ακόμη θαυμαστά υπάρχουν. Mε αξίωσε ο Θεός, ως νησιώτη, να γράψω ένα βιβλίο με τίτλο «H θάλασσα» (400 περίπου σελίδες είνε), στο οποίο περιγράφω τα θαυμάσια της θαλάσσης. Φτάνει μόνο η θάλασσα ν’ αποδείξη, ότι υπάρχει Θεός. Ω Θεέ μου, πόσο ασύνετοι ε­ίμεθα και δεν σκεπτόμεθα τα μεγαλεία σου, πόσο αχάριστοι και αγνώμονες ε­ίμεθα και δε νιώθουμε τις ευεργεσίες σου! Oμιλούμε περί πραγμάτων φυσικών, ενώ πίσω απ’ όλα στέκει η πρόνοια του Θεού.
Όλα λοιπόν υπακούουν στο Θεό, και είχε δίκιο ο εκατόνταρχος. Yπακούει ο ήλιος, υπακούει η γη και η σελήνη και τα άστρα, υπακούει η θάλασσα και τα νερά, τα πάντα υπακούουν· και ο μόνος που δεν υπακούει εινε ο άνθρωπος. Tο σκουλήκι ο ανθρωπος πάει κόντρα με το Θεό. Aυτός αποτελεί παραφωνία μέσα στο σύμπαν.

* * *

Aυτά τα λίγα είχα να πω εξ αφορμής του σημερινού ευαγγελίου, και ο Θεός να μας δώση δύναμι να πειθαρχούμε στο θέλημά του το άγιο.  Ω Θεέ μου! σ’ εσένα  υπακούουν τα πάντα. Σε παρακαλούμε, βοήθησέ μας να υπακούσουμε κ’ εμείς, τα ατίθασα όντα.
Eάν, αγαπητοί μου, υπακούσουμε στο Θεό, θa δούμε ακόμη μεγαλύτερα θαύματα και ως άτομα και ως έθνος. Tώρα μας περιφρονούν και μας απειλούν να μας θάψουν. Aλλ’ εάν μας ελεήση ο Θεός, θα δούμε πάλι ευλογίες όπως και παλαιότερα. Tο ’12, που ορμήσαμε ως λέοντες και φθάσαμε μέχρι την Aγκυρα με επικεφαλής ήρωες (με Πλαστήρα και Kονδύλη και Kουντουριώτη), τότε ένας Eλληνας πέθαινε, και οκτώ γεννιόντανε. Tώρα ένας πεθαίνει και μισός γεννιέται. Mόνο αν επιστρέψουμε στις αθάνατες ρίζες μας, εάν πιστέψουμε όπως θέλει ο Θεός, τότε πάλι θα δούμε καλύτερες ημέρες, δια πρεσβειών πάντων των αγίων. Aμήν.

† επίσκοπος Aυγουστίνος

((Oμιλία του Mητροπολίτου Φλωρίνης π. Aυγουστίνου Kαντιώτου εις τον ιερό ναό του Aγίου Γερμανού, Aγίου Γερμανό – Πρεσπών 1-7-1990)

AΛΗΘEIA, ΕΙΜΑΣΤΕ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ;

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιούλ 8th, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυρ. Πατ. Δ΄ Οἰκ. Συνόδου (Ματθ. 5,14-19)

AΛΗΘEIA ΕΙΜΑΣΤΕ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ;

«Ὃς δ᾽ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 5,19)

Αγ. Πατ.ΔΙΣΤΑΖΩ, ἀγαπητοί μου, νὰ μιλήσω, γιατὶ δὲν ἔχετε ἀνάγκη ἐσεῖς ἀπὸ κηρύγματα. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος. Ἀλλὰ ἔχω κ᾽ ἕ­ναν ἄλλο δισταγμό· τί κήρυγμα νὰ κάνω, ἐ­ποικο­δο­μητικὸ ἢ ἐλεγ­κτι­κό; νὰ παίξω φλογέρα ἢ ν᾿ ἁρπά­ξω σφενδόνα; νὰ ἑρμηνεύσω πρακτικὰ τὸ εὐ­αγγέλιο καὶ νὰ εὐχαριστηθῆτε, ἢ νὰ κάνω ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἔκαναν οἱ 630 πατέρες τῆς Τετάρ­της (Δ΄) Οἰκουμενικῆς Συνόδου ―ἑορτάζουν σήμερα―, ποὺ ὅταν εἶδαν νὰ πέφτουν οἱ αἱρε­τι­­κοὶ σὰν λύκοι στὸ μαντρὶ καὶ ν᾿ ἁρπάζουν τὰ πρό­βατα τοῦ Χριστοῦ, ἄφησαν τὴ φλογέρα καί, ὅπως λένε σήμερα οἱ αἶνοι, τοὺς ἔδιωξαν «τῇ σφενδόνῃ τῇ τοῦ Πνεύματος»; Ἄλλωσ­τε τὸ μῆνα αὐτὸν ἑορτάζει καὶ ὁ προφήτης Ἠλίας, ποὺ ὄχι μόνο μίλησε καυστι­κά, ἀλλὰ καὶ ἔσφα­ξε κατ᾿ ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ 450 ἱερεῖς τῆς αἰσχύνης ποὺ ἔτρωγαν εἰς «τράπεζαν Ἰεζάβελ» (Γ΄ Βασ. 18,19).
Σήμερα γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας αἰωρεῖται πά­νω ἀπ᾽ τὰ κεφάλια μας κίνδυνος ὀλέθρου· ὄχι βέβαια ἀπ᾽ τὸ μαχαίρι τοῦ προφήτη Ἠλία, ἀλλὰ τώρα ἀπὸ τὴν πυρηνι­κὴ ἐνέργεια. Ἂν διαβάζε­τε Ἀποκά­λυψι, θὰ δῆτε, ὅτι τὸ ἓν τρίτον τῆς ἀνθρωπό­τητος θὰ σφαγῇ (βλ. Ἀπ. 9,15,18). Ἂς παρακαλέσουμε τὸν προφήτη Ἠλία νὰ πρεσβεύῃ στὸ Θεό, νὰ μὴν πέσῃ ἡ ὀργή του πάνω μας.
Ἂν λοιπὸν φοβούμεθα τὴ θεία ὀργὴ καὶ θέ­­λουμε ν᾽ ἀποτραπῇ ἡ μεγάλη συμφορά, ὑπάρ­χει τρόπος. Πῶς; Τ᾽ ἀκούσαμε σήμερα· νὰ πά­ψου­με νὰ εἴμαστε ψευτοχριστιανοί, χριστιανοὶ στὶς ταυ­τότητες, καὶ νὰ γίνουμε πραγματικὰ Χρι­στια­νοί. Πραγματικοὶ Χριστιανοί, εἶπε τὸ εὐαγγέλιο, εἶνε αὐτοὶ ποὺ ἐκτελοῦν τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ («ὃς ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ» Ματθ. 5,19), ὄ­χι αὐτοὶ ποὺ λένε «Κύριε Κύριε» (ἔ.ἀ. 7,21). Καὶ ὁ ἀ­πόστολος λέει, ὅτι οἱ ἀληθινὰ πιστοὶ πρέ­πει νὰ φροντίζουν «καλῶν ἔργων προΐστασθαι» (Τίτ. 3,8, 14), νὰ πρωτοστατοῦν σὲ καλὰ ἔργα. Σεῖς τὰ παιδιά μου, λέει ὁ Κύριος, οἱ ὀρ­θόδο­ξοι Χριστια­νοί, ποὺ βα­­πτιστή­κατε, ποὺ μελετᾶτε τὸ θεῖο νό­μο, ποὺ κοινω­νεῖ­τε τὰ ἄχραντα μυστήρια, νὰ λάμπετε παν­τοῦ· σεῖς εἶ­στε «τὸ φῶς τοῦ κό­σμου» (Ματθ. 5,14-16, 13), τὸ ἁλάτι τῆς κοινωνίας.

* * *

Μερικοὶ ἀκούγοντας αὐτὰ ὑψώνουν ἀ­διάφοροι τοὺς ὤμους καὶ λένε· Αὐτὰ εἶνε γιὰ τοὺς πα­πᾶδες καὶ τοὺς καλογέρους, δὲν εἶνε γιὰ μᾶς ποὺ ζοῦμε στὸν κόσμο… Τὰ λό­για ὅ­μως τῆς ἁ­­γίας Γραφῆς δὲν εἶνε γιὰ μία τάξι ἀν­θρώ­­πων. Δὲν ἦρθε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο γιὰ ὡρισμένους μόνο, οὔτε ἔδωσε πολλὰ Εὐ­αγ­γέ­λια· ἕνα Εὐαγγέλιο ἔδωσε, ὅπως ἕναν ἥ­λιο ἔφτεια­ξε νὰ φωτίζῃ ὅλο τὸν κόσμο. Συνε­πῶς, οἱ ἐν­το­λές του εἶνε γιὰ ὅ­λους ὑ­ποχρεω­τικές. Μία λοιπὸν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου εἶνε καὶ αὐτὴ ποὺ ἀκούσαμε σήμερα· «Ὃς δ᾽ ἂν ποιήσῃ καὶ διδά­ξῃ, οὗ­τος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐ­ρα­νῶν» (ἔ.ἀ. 5,19). Δὲν κάνει βλέπετε διάκρισι. Μέγας στὴ βα­σι­­λεία τοῦ Θεοῦ, ἀληθινὸς δηλαδὴ Χριστι­ανός, θὰ εἶνε καθένας ποὺ θὰ προσπα­θήσῃ πρῶτα νὰ ἐφαρμό­σῃ ὁ ἴδιος τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο κ᾽ ἔπειτα νὰ τὸ μεταδώσῃ καὶ σὲ ἄλλους.
Θὰ πῆτε· Ἐμεῖς τώρα δὲν εἴμαστε οὔτε Χρυ­σόστομοι οὔτε Βασίλειοι, δὲν ἔχουμε τὸ χάρι­­σμα νὰ διδάσκουμε τὸ Εὐαγγέλιο… Ἄκουστε, ἀγα­πητοί. Εἴμαστε ὑποχρεωμένοι ὅλοι νὰ δι­δά­σκου­με τὸ Εὐαγγέλιο. Γιατί ὑποχρεωμένοι; Διότι εἶνε δυνατὸν νὰ τὸ κάνουμε. Πῶς;
Τὸ Εὐαγγέλιο δὲν τὸ διδάσκει μόνο αὐτὸς ποὺ ἀνεβαίνει στὸν ἄμβωνα. Μπορεῖ νὰ τὸ δι­δάξῃ καὶ μιὰ ἀγράμματη γυναίκα. Κάτι τέ­τοιες ψυχὲς κρατᾶνε τὴν πίστι. Ἡ γιαγιὰ π.χ., ποὺ παίρνει τὸ παιδάκι στὴν ἀγκαλιὰ καὶ τὸ συμβου­λεύει νὰ μὴ λέῃ ψέματα καὶ ἄσχημα λόγια, νὰ μὴν πειράζῃ τὰ ξένα πράγματα, νὰ κάνῃ τὸ σταυ­ρὸ καὶ τὴν προσευχή του, αὐτὴ διδάσκει Εὐαγ­γέλιο. Μιὰ μάνα, ποὺ μαζὶ μὲ τὸ γάλα της τρέφει τὸ παιδὶ καὶ μὲ τὸ μέλι τοῦ Χριστοῦ μας, ἀ­ξίζει παραπάνω ἀπὸ πολλοὺς ἱεροκήρυκες καὶ δεσποτάδες, ποὺ λένε μὰ δὲν πράττουν. «Ὅς δ᾽ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ…». Μπορεῖ νά ᾿σαι ἀ­γρότης, τσοπᾶνος, τεχνίτης, ὁ,τιδήποτε· ὅ­ταν ζῇς τὸ Χριστό, μπορεῖς νὰ μιλήσῃς μὲ λόγια ἁπλᾶ γι᾽ αὐτὸ ποὺ ζῇς. Δὲν χρειάζεται κοσμικὴ μόρφωσι, φιλοσοφία καὶ ῥητορεία.

* * *

Καὶ τώρα, ἀδελφοί μου, ἂς βάλουμε τὸ χέρι στὴν καρδιὰ καὶ ἂς ἐξετάσουμε ὅλοι· ζοῦμε τὸ Χριστό, Read more »

Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΦΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιούλ 4th, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Πατέρων Δ΄ Οἰκ. Συν. (Ματθ. 5,14-19)

Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΦΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

«Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου» (Ματθ. 5,14)

Αγ.-Πατερ-π.-Αυγ.-ιστ copyΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἑορτὴ καὶ πανήγυρις. Σήμερα ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴ μνήμη τῶν ἁγίων πατέρων, ποὺ συνεκρότησαν τὶς οἰκουμενικὲς Συνόδους, καταπολέμησαν καὶ κατέκριναν τὶς πλάνες καὶ τὶς αἱρέσεις, διατύπωσαν τὰ ἱερὰ δόγματα καὶ ὥρισαν κανόνες, τί δηλαδὴ πρέπει νὰ πιστεύουμε καὶ τί νὰ πράττουμε. Ἂς εἶνε αἰωνία ἡ μνήμη τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

Ὡς εὐαγγελικὴ περικοπὴ ὡρίστηκε νὰ διαβάζεται σήμερα αὐτή, στὴν ὁποία ὁ Χριστός, ἀπευθυνόμενος στοὺς μαθητὰς καὶ ἀποστόλους, καὶ δι᾿ αὐτῶν σὲ ὅλους τοὺς Χριστιανοὺς ὅλων τῶν αἰώνων, λέει· «Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου», σεῖς εἶστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου (Ματθ. 5,14). Τί σημαίνουν τὰ λόγια αὐτά;

* * *

Προτοῦ νὰ ἔρθῃ ὁ Χριστός, ὁ κόσμος ἦταν στὴν πλάνη, στὴν ἁμαρτία καὶ στὴ διαφθορά. Ὁ κόσμος ἦταν ὅπως τὰ κτήνη. Εἶχε ἐγκαταλείψει τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ εἶχε πέσει στὴν εἰδωλολατρία. Οἱ ἄνθρωποι εἶχαν καταντήσει εἰδωλολάτρες. Τί θὰ πῇ εἰδωλολάτρες; δὲ᾿ λάτρευαν τὸν Κτίστη τοῦ παντός, ἀλλὰ λάτρευαν τὰ κτίσματα. Ἔβλεπαν τὰ δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ θεοποιοῦσαν. Ἔβλεπαν π.χ., ὅτι ἕνας ποταμὸς ἔτρεχε ὁρμητικά, ὅτι φούσκωναν τὰ νερά του, πλημμυροῦσε καὶ ἔκανε καταστροφές, καὶ ἔλεγαν ὅτι ὁ ποταμὸς εἶνε θεός. Θεὸς ὁ ποταμός, θεὸς ὁ ἥλιος, θεὸς ἡ φωτιά, θεὸς τὰ δέντρα, θεὸς τὰ ἄγρια θηρία, θεὸς ὁ ἄνθρωπος, θεὸς τὰ πάντα. Ὅλα τὰ λάτρευαν ὡς θεούς, πλὴν τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Σκοτάδι πνευματικὸ καὶ ἠθικὸ ὑπῆρχε στὴν ἀνθρωπότητα.

Πῶς βγῆκε ἡ ἀνθρωπότης ἀπὸ τὸ σκοτάδι αὐτό; Ὅπως ὅταν βγαίνῃ ὁ ἥλιος τὴν ἡμέρα σκορπίζονται καὶ διαλύονται ὅλα τὰ σκοτάδια καὶ οἱ ἄνθρωποι περπατοῦν καὶ ἐργάζονται, ἔτσι στὴν ἀνθρωπότητα βγῆκε ἕνας ἄλλος ἥλιος. Καὶ ὁ ἥλιος ποὺ φώτισε καὶ θέρμανε καὶ ζωογόνησε ὁλόκληρο τὸν κόσμο εἶνε ἕνας· ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ φυσικὸς ἥλιος, ποὺ βλέπουμε, μιὰ μέρα θὰ σβήσῃ, ἀλλὰ ὁ ἥλιος Χριστὸς θὰ παραμείνῃ ἄδυτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἔτσι ἦρθε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο καὶ τὸν φώτισε· ἔγινε φῶς τοῦ κόσμου. Ὁ διος εἶπε· «Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου» (Ἰωάν. 8,12).

Φώτισε τὸν κόσμο ὁ Χριστός. Πῶς τὸν φώτισε; Read more »

Η ΑΓΑΠΗ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιούν 18th, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Τῶν ἁγίων Πάντων

Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου

Η ΑΓΑΠΗ

 «Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος» (Ματθ. 10,37)

 
Agioi PantesΚαλότυχος αὐτὸς ποὺ ἔχει τ᾿ αὐτιά του ἀνοιχτά. Γιατὶ πολλοὶ εἶνε ἐκεῖνοι ποὺ τὰ ἔχουν βουλωμένα καὶ δὲν θέλουν ν᾿ ἀκούσουν τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ.
Ἀπὸ τοὺς ἀκροατὰς ἄλλοι εἶνε σὰν τὸ σφουγγάρι, ποὺ ῥουφάει τὸ νερό, κι  ἄλλοι σὰν τὸ ξύλο, ποὺ δὲν τραβάει τίποτε.
Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ ῥουφοῦν τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ ὅπως τὸ παιδάκι ποὺ θηλάζει ἀπὸ τὸ μαστὸ τῆς μάνας του, σὰν τὸ ἀρνάκι στὸ μαστὸ τῆς προβατίνας, σὰν τὸ μοσχαράκι ποὺ ρουφάει τὸ γάλα τῆς ἀγελάδας.
Ὤ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ! Εἶνε γάλα καθαρό. Εἶνε κρυστάλλινο νερό. Εἶνε χρυσάφι καὶ διαμάντι. Ἔχουν ἄπειρη ἀξία. Εὐτυχισμένοι ὅσοι στὸν αἰῶνα αὐτόν, τῆς διαφθορᾶς, τῆς ἀπιστίας, τῆς πλάνης τοῦ σατανᾶ, ἔχουν τ᾿ αὐτιά τους ἀνοιχτὰ γιὰ νὰ ἀκοῦνε τὰ λόγια τοῦ Κυρίου.

* * *

Ἕνα λόγο τοῦ Χριστοῦ θὰ ἑρμηνεύσω. Μία λέξι. Τί λέει ὁ Χριστός;
Ἂν πάρῃς τὰ Εὐαγγέλια, τοὺς Ἀποστόλους, τὰ ἄλλα ἱερὰ βιβλία, ὅλα λένε μία λέξι· καὶ δὲν εμεθα ἄξιοι νὰ τὴν ποῦμε, γιατὶ εμαστε ἁμαρτωλοί. Μιὰ λέξι, ποὺ δὲν τὴ νιώσαμε ἀκόμα. Ἂν τὴ νιώσουμε καὶ τὴν ἐφαρμόσουμε στὴ ζωή μας, ὁ κόσμος θὰ γίνῃ τρισευτυχισμένος.
Ποιά εἶνε ἡ λέξι αὐτή; Μόνο τὰ μικρὰ παιδάκια, τὰ ἀθῷα, ποὺ εἶνε σὰν τοὺς ἀγγέλους, μποροῦν νὰ τὴν ποῦν. Καὶ αὐτὴ εἶνε ἡ λέξι ἀγάπη.
«Ἀγαπᾶτε», ὄχι μισεῖτε, εἶπε ὁ Χριστός (Ματθ. 5,44). Ξερριζῶστε μέσα ἀπ᾿ τὶς ψυχές σας τὸ μῖσος, ποὺ εἶνε σὰν ἀγκάθι ποὺ ἀγκυλώνει.
Ἀγαπῆστε τὸ Θεό. Ἀγαπῆστε καὶ «τὸν πλησίον» ὡς ἑαυτόν (Ματθ. 22,39).
Εἶσαι παιδί; Ὕστερα ἀπὸ τὸ Θεὸ ποιόν πρέπει ν᾿ ἀγαπᾷς; Τὸν πατέρα σου καὶ τὴ μητέρα σου. Γιατὶ ὁ πατέρας καὶ ἡ μητέρα εἶνε σὰν μικροὶ θεοὶ ἐπὶ τῆς γῆς. «Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου, ἵνα εὖ σοι γένηται, καὶ ἵνα μακροχρόνιος γένῃ ἐπὶ τῆς γῆς» (Ἔξ. 20,12).
Θέλεις νὰ προοδεύσῃς; Θέλεις νὰ πιάνῃς χῶμα καὶ νὰ γίνεται μάλαμα; Ἀγάπα τὴ μάνα ποὺ σὲ γέννησε, ἀγάπα τὸν πατέρα σου. Πάρε τὴν εὐχή τους καὶ διάβαινε τὸ θάνατο. Δὲν τοὺς ἀγαπᾷς; Τότε εἶσαι θεριό, καὶ κάτι χειρότερο.
Μιὰ μέρα ἦρθε στὴ μητρόπολι κάποιος καὶ μοῦ εἶπε κλαίγοντας·
―Ἔχω καημὸ μεγάλο.
―Τί σοῦ συμβαίνει; τοῦ εἶπα.
―Ἔχω ἕνα παιδί, ἕνα ἀγόρι. Τὸ σπούδασα, ἔκανα τὸ πᾶν γι᾿ αὐτό. Καὶ χθὲς τὸ βράδι πῆρε ἕνα ξύλο καὶ μὲ κτύπησε…
Ὤ γενεὰ ἀχαριστίας καὶ σκληρότητος! Τέτοια χέρια, ποὺ χτυποῦν πατέρα καὶ μάνα, εἶνε κατηραμένα. Δὲν θὰ βροῦν προκοπή.
Ἀγάπα λοιπὸν τὸν πατέρα καὶ τὴ μητέρα σου. Ἔπειτα, ἦλθες σὲ γάμο; Πῆρες γυναῖκα; Νὰ τὴν ἀγαπᾷς σὰν τὴ μάνα σου, καὶ παραπάνω ἀπὸ τὴ μάνα σου. Αὐτὸ λέει τὸ Εὐαγγέλιο.
Γι᾿ αὐτὸ οἱ πεθερὲς δὲν πρέπει νὰ στενοχωροῦνται ὅταν βλέπουν τὸ παιδί τους νὰ ἀγαπάῃ τὴ γυναῖκα του παραπάνω ἀπ᾿ αὐτές. Εἶνε ἀπὸ τὸ Θεὸ αὐτό. Ἀλλοίμονο Read more »

Η ΕΚΛΟΓΗ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιούν 18th, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Β΄ Ματθαίου (Ματθ. 4,18-23)

Η ΕΚΛΟΓΗ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

«Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ» (Ματθ. 4,20)

Αφεντες απανταἈπὸ τὴν ἑβδομάδα, ἀγαπητοί μου, ἀπὸ τὴν ἑβδομάδα ποὺ ἀκολουθεῖ μετὰ τὴν Κυρι­ακὴ τῶν ἁγίων Πάντων ἕως τὶς 29 Ἰουνίου εἶ­νε περίοδος νηστείας· εἶνε ἡ νηστεία τῶν ἁ­γί­ων ἀποστόλων. Μὲ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ ἡμερολο­γίου δυστυχῶς ὡρισμένες χρονιές, ὅταν τὸ Πάσχα πέφτῃ ἀργά, ἡ νηστεία αὐτὴ μειώνε­­ται καὶ κάποτε μηδενίζεται. Ἡ νηστεία αὐ­τὴ εἶνε σχετικῶς εὔκολη, διότι ἐπιτρέπεται τὸ ψάρι. Δὲν ξέρω ἂν ἐσεῖς τὴν τηρῆτε.
Ἡ νηστεία αὐτὴ θεσπίσθηκε γιὰ νὰ προετοι­μάζῃ τοὺς Χριστιανοὺς γιὰ τὴ μεγάλη ἑορτὴ τῶν ἀποστόλων. Καὶ ἡ σημερινὴ Κυριακή, ἡ δευτέρα (Β΄) Κυριακὴ τοῦ Ματθαίου, τὶς περισσότερες φορὲς πέφτει μέσα στὴ νηστεία τῶν ἁ­γί­ων ἀποστόλων. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσαμε σήμερα εἶνε σχετικὸ μὲ τοὺς ἁγίους ἀποστόλους.

* * *

Τί λέει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο; Στοὺς Ἁγίους Τόπους ὑπάρχει μία λίμνη μὲ νερὰ καθαρά. Εἶνε μία ἀπὸ τὶς πιὸ ὄμορφες λίμνες τῆς Γῆς. Τὸ Εὐαγγέλιο τὴν ὀνομάζει «θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας» (Ματθ. 4,18) ἢ «τῆς Τιβεριάδος» (Ἰω. 6,1· 21,1). Ἐπειδὴ εἶνε πολὺ μεγάλη, οἱ Ἰουδαῖοι καὶ οἱ Ἄραβες τὴ λένε θάλασσα.
Σ᾿ αὐτὴ λοιπὸν τὴ θάλασσα, στὴ λίμνη τῆς Τιβεριάδος, πῆγε ὁ Χριστός. Τί νὰ κάνῃ; Νὰ διαλέξῃ τοὺς μαθητάς του, νὰ διαλέξῃ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, ποὺ θὰ συνέχιζαν τὸ ἔργο του στὸν κόσμο. Ποιό ἔργο του;
Δὲν ὑ­πάρχει πιὸ δύσκολο ἔργο ἀπὸ τὸ ἔρ­γο τοῦ Χριστοῦ. Ἐὰν σᾶς ἔδειχνα ἕνα πλατάνι μεγάλο καὶ σᾶς ἔλεγα, ὅτι τὸ πλατάνι αὐτὸ θὰ τὸ ξερριζώσῃ ἕνα μικρὸ παιδάκι, δὲν θὰ γελούσατε; Τὸ πλατάνι, γιὰ νὰ ξερριζωθῇ, δὲν φτάνουν οὔτε ἑκατὸ ἄντρες. Μπουλντόζα καὶ γερανὸ καὶ φουρνέλλο θέλει, γιὰ νὰ τὸ ξερριζώσῃς. Ἔτσι ἦταν τὸ κακὸ στὸν κόσμο. Σὰν πλατάνι ῥιζωμένο βαθειὰ μέσα στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Καὶ ἔπρεπε νὰ τὸ ξερριζώσῃ ὁ Χριστός· νὰ ξερριζώσῃ τὴν εἰδωλολατρία καὶ νὰ φυτέψῃ τὴ νέα ἀληθινὴ πίστι.
Πῆγε ἐκεῖ ὁ Χριστός, γιὰ νὰ διαλέξῃ τοὺς συνεργάτες του. Ἄλλος στὴ θέσι του θὰ διάλεγε ἄλλους ἀνθρώπους· θὰ διάλεγε πλουσί­ους, ποὺ ἔχουν λεφτὰ πολλά, θὰ ζητοῦσε νὰ συμμαχήσῃ μὲ τὸ κεφάλαιο· θὰ ζητοῦσε νὰ βρῇ στρατηγούς, ποὺ ἔχουν σπαθιὰ καὶ διατά­ζουν στρατιῶτες· θὰ ζητοῦσε νὰ βρῇ σοφοὺς καὶ φιλοσόφους καὶ μορφωμένους. Μὰ ὁ Χριστός μας δὲν τὸ ἔκανε. Γιατί; Γιατὶ ἂν ἔ­παιρνε πλουσίους, ὅλοι θὰ ἔλεγαν ὅτι ὁ χριστι­ανισμὸς ξαπλώθηκε μὲ τὰ λεφτά. Ἂν ἔπαιρ­νε σοφοὺς καὶ φιλοσόφους καὶ ῥήτορες, θὰ ἔλεγαν ὅτι ἡ θρησκεία μας ἐπικράτησε μὲ τὴ φιλοσοφία καὶ τὴ ῥητορεία. Κι ἂν ἔπαιρνε μαζί του σπαθιά, θὰ ἔλεγαν ὅτι κυβέρνησε τὸν κόσμο μὲ τὰ σπαθιά. Οὔτε σπαθιὰ πῆρε, οὔτε πουγκιὰ πῆρε, οὔτε φιλοσόφους πῆρε. Τί πῆ­ρε; φτωχούς, ψαρᾶδες, ἀνθρώπους ξυπόλητους, ποὺ δὲν τοὺς ἔδινε κανεὶς σημασία.
Μά, θὰ μοῦ πῆτε, μόνο αὐτοὶ οἱ δώδεκα ψα­­ρᾶδες ἦταν ἐκεῖ; δὲν ὑπῆρχαν ἄλλοι; Ὑπῆρ­χαν καὶ ἄλλοι. Πόσοι; Τοὐλάχιστον χίλιοι – δυὸ χιλιάδες ψαρᾶδες θὰ ἦταν γύρω – γύρω στὰ χωριὰ τῆς λίμνης. Γιατί ὁ Χριστὸς ἀπ᾿ ὅ­λους ἐκείνους διάλεξε αὐτούς; Κουτουροῦ τοὺς πῆρε, ὅπως κουτουροῦ ἁπλώνεις τὸ χέρι σου καὶ πιάνεις τὰ χαλίκια; Ὄχι δά! Τοὺς διάλεξε.
Γιατί τοὺς διάλεξε; Γιατὶ μέσ᾿ στὰ χαλίκια αὐτοὶ ἦταν διαμάντια. Καὶ γιατί ἦταν διαμάντια; Γιατὶ ὁ Χριστὸς δὲν κοιτάζει τὰ ροῦχα μας, δὲν κοιτάζει τὸ πορτοφόλι μας, δὲν κοιτάζει τὰ σπίτια ποὺ κατοικοῦμε, δὲν κοιτάζει τὴν ὀμορφιά μας, δὲν κοιτάζει τίποτε ἀπ᾿ αὐ­τά. Τὴν καρδιά μας ζητάει. Καὶ σὰν καρδιογνώ­στης, ἔβλεπε ὅτι αὐτοί, κάτω ἀπὸ τὰ ῥοῦχα τοῦ ψαρᾶ, ἦταν ψυχὲς εὐγενεῖς.
⃝ Γιατί τοὺς διάλεξε; Γιά κοιτάξτε πρῶτα – πρῶ­τα ποῦ τοὺς βρῆκε; Τοὺς βρῆκε στὸ καφενεῖο; τοὺς βρῆκε στὴν ταβέρνα μὲ τὰ ποτήρια στὰ χέρια νὰ κουτσοπίνουνε; τοὺς βρῆ­κε νὰ παίζουν ζάρια; Ὄχι. Ποῦ τοὺς βρῆκε; Στὴ δουλειά. Ἔρριχναν τὰ δίχτυα οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ καὶ ἔπιαναν ψάρια. Τοὺς βρῆκε στὴ δουλειά.
⃝ Τοὺς διάλεξε ἀκόμα – γιατί; Δὲν φτάνει νά ᾿σαι ἐργατικός. Ὑπάρχουν ἐργατικοὶ ἄνθρωποι, ἀλλὰ δὲν συνεργάζονται μὲ ἄλλους· εἶνε μόνοι τους. Οἱ ψαρᾶδες ὅμως αὐτοὶ ποὺ διάλεξε ὁ Χριστός, ὁ Ἀνδρέας καὶ ὁ Πέτρος, ὁ Ἰ­ωάννης καὶ ὁ Ἰάκωβος, εἶχαν συνεταιρισμό. Ἦταν μαζί, δούλευαν μαζί· ὁ Ἀνδρέας μὲ τὸν Πέτρο, ὁ Ἰάκωβος μὲ τὸν Ἰωάννη ποὺ εἶχαν καὶ τὸν πατέρα τους τὸ Ζεβεδαῖο. Εὐλογημένα σπίτια! Παλαιότερα τὰ ἀδέρφια δὲν χώριζαν, ζοῦσαν πατριαρχικῶς. Πῆγα σ᾿ ἕνα χωριὸ καὶ χάρηκε ἡ ψυχή μου. Βρῆκα ἕνα σπίτι ποὺ ἦταν ὅλοι μαζί· ἑπτὰ ἀδέρφια, ἑπτὰ νυφάδες, εἴκοσι παιδιά, ἐγγονάκια, καὶ στὴ μέση ἕνας χαριτωμένος γέροντας τσομπᾶνος ὀγδόντα χρονῶν. Ἄ, εὐλογημένος ἄνθρωπος, σὰν τὸν πατριάρχη! Τώρα, λίγα σπίτια εἶνε πιὰ μαζί. Χωρίζουν τὰ ἀδέρφια, χωρίζουν οἱ πεθερὲς μὲ τὶς νύφες, χωρίζει ὁ κόσμος. Ἐνῷ ἐδῶ στὸ εὐαγγέλιο βλέπεις, ὅτι οἱ δώδεκα αὐτοὶ ψα­ρᾶ­δες ποὺ διάλεξε ὁ Χριστὸς δὲν ἦταν μόνο ἐργατικοί, ἀλλὰ εἶχαν κ᾿ ἕνα πνεῦμα συνεργασίας, συνεργάζονταν.
⃝ Τοὺς διάλεξε λοιπὸν ὁ Χριστὸς γιατὶ ἦταν ἐργατικοί, τοὺς διάλεξε γιατὶ ἦταν ἀγαπημένα ἀδέρφια. Τοὺς διάλεξε ἀκόμα, γιατὶ ἦταν ἀ­νώτεροι ἄνθρωποι. Ποῦ τὸ βλέπουμε αὐτό; Ὅταν τοὺς εἶπε, Ἐλᾶτε κοντά μου κι ἀφῆστε τὰ δίχτυα σας, αὐτοὶ τί ἔκαναν; Ἄφησαν τὰ δίχτυα τους, ἄφησαν τὰ καΐκια τους, τὰ ἄφησαν ὅλα καὶ ἦρθαν κοντά του. Τὰ θυσίασαν ὅ­λα γιὰ τὸ Χριστό. Ὑπήκουσαν ἀπολύτως. Γι᾿ αὐτὸ τοὺς διάλεξε ὁ Χριστός μας.
Καὶ μετὰ αὐτοὶ οἱ δώδεκα τί ἔκαναν; Τὸ πιὸ μεγάλο θαῦμα, ἐγὼ δὲν ξέρω ἄλλο μεγαλύτε­ρο. Τὸ πιὸ μεγάλο θαῦμα εἶνε αὐτὸ ποὺ θὰ γιορτάσουμε μὲ τὴν ἑορτὴ τῶν ἁγίων ἀποστό­λων. Ψαρᾶδες, ξυπόλητοι, χωρὶς γράμματα, χωρὶς ἐπιστήμη, χωρὶς μπουκιά, χωρὶς σπα­θιά, χωρὶς κανόνια, χωρὶς πυραύλους, χωρὶς τίπο­τα, ν᾿ ἀναποδογυρίσουν τὸν κόσμο ὁλόκλη­ρο! Ἐ­ὰν ὑποθέσουμε ὅτι σ᾿ ἕνα χωριὸ πέφτει ἕνα κοπάδι πεινασμένοι λύκοι, χίλιοι – δυὸ χιλιάδες λύκοι, καὶ τὸ κοπάδι τῶν λύκων κυκλώνει δώδεκα προβατάκια, ποιοί θὰ νικήσουν; Θὰ νικήσουν τὰ ἀρνιά; Δὲν θὰ μεί­νῃ ποδαράκι, τίποτε δὲν θὰ μείνῃ. Οἱ λύκοι θὰ νική­σουν. Καὶ ὅμως, νά τὸ θαῦμα. Τὰ ἀρνάκια τοῦ Χριστοῦ μας νίκησαν τοὺς ἄγριους λύκους. Καὶ ὄχι μόνο τοὺς νίκησαν, ἀλλὰ καὶ ἔ­καναν τοὺς λύκους ἀρνιά! Αὐτὸ εἶνε τὸ μεγά­λο θαῦ­μα· ὅτι μὲ δώδεκα ψαρᾶδες, μὲ δώδεκα φτωχοὺς καὶ ἀσήμαντους κατὰ κόσμον, ὁ Χριστὸς ἔκανε τὴ μεγάλη μεταβολὴ στὸν κόσμο.

* * *

Τοὺς γιορτάζουμε. Τί πρέπει νὰ κάνουμε; Νὰ νηστέψουμε αὐτὲς τὶς μέρες. Νὰ προετοι­μαστοῦμε, νὰ ἐξομολογηθοῦμε, νὰ πᾶμε νὰ κοινωνήσουμε. Κι ὅταν χτυπήσουν οἱ καμπάνες στὴ γιορτὴ τῶν ἁγίων ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, νὰ πλησιάσουμε κ᾿ ἐμεῖς καὶ νὰ τοὺς ἐκφράσουμε τὴν εὐγνωμοσύνη μας.
Τί ἄλλο νὰ κάνουμε; Νὰ θυμηθοῦμε. Εἴπαμε· ἐργατικοὶ ἦταν αὐτοί, δούλευαν ὅλη νύχτα στὴ λίμνη. Ἐργατικοὶ αὐτοί, ἐργατικοὶ κ᾿ ἐμεῖς. Ἐργατικὸς πρέπει νὰ εἶνε ὁ ἄνθρωπος. Πότε ὅμως ἐργατικός; Σᾶς τό ᾿πα καὶ ἄλλοτε, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα· Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο δουλειά, σὰν τὰ μυρμήγκια. Εἶνε εὐλογημένη ἡ δουλειά. Κυριακὴ ὅμως ὄχι. Τὶς ἄλλες μέρες δουλειά! Γιατὶ τὸ νερὸ ποὺ δὲν τρέχει σκουληκιάζει, καὶ τὸ σίδερο ποὺ δὲν δουλεύει τὴ γῆ σκουριάζει· καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν δουλεύει σαπίζει. Δουλειὰ ὅλες τὶς καθημερινές. Κυριακὴ πρωὶ ὅμως; ἦρθε ἡ ὥρα; χτύπησε ἡ καμπάνα; Νὰ σταματήσουν ὅλα. Ἡ γυναίκα θ᾿ ἀφήσῃ τὸ ῥάψιμο, τὸ σκούπισμα, τὸ μαγειρειό. Ὁ ἄντρας θ᾿ ἀφήσῃ τὴν τσάπα, ὁ τσοπᾶνος τὰ πρόβατα στὸ μαντρί, ὁ δάσκαλος τὸ σχολεῖο, ὁ ὑπάλληλος τὸ γραφεῖο, οἱ πάντες. Φτερὰ στὰ πόδια καὶ ὅλοι στὴν ἐκκλησία. Τὸ κάνουμε; εὐλογία· δὲν τὸ κάνουμε; θὰ τὸ πληρώσου­­με, θά ᾿ρθῃ ἡ ὥρα αὐτή… Σᾶς πονῶ καὶ σᾶς φωνάζω, πρὶν νά᾿ νε ἀργά. Χτυπάει ἡ καμ­πάνα καὶ περνᾶνε τὰ ἅγια καὶ διαβάζεται τὸ Εὐ­αγγέλιο, καὶ κάθεσαι ἐσὺ μὲ τὸ τσιγάρο στὸ στόμα καὶ κοροϊδεύεις μέσ᾿ στὴν πλατεῖα; ἔρ­χεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ!…
Ἂς πέσουμε κι ἂς παρακαλέσουμε νὰ γίνῃ ἵλεως ὁ Θεός. Καὶ νὰ μιμηθοῦμε τοὺς ἀποστό­λους, γιὰ νὰ ἔχουμε τὴν εὐχὴ τῶν ἁγίων ἀ­ποστόλων καὶ τῶν ἁγίων πατέρων. Εἴθε ὁ Θεὸς διὰ τῶν πρεσβειῶν καὶ τῆς Παναγίας Θεοτόκου νὰ ἐλεήσῃ καὶ σώσῃ πάντας ἡμᾶς· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱερό ναὸ της Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Σκοπιᾶς – Φλωρίνης τὴν 20-6-1971.

ΠΟΙΟΣ ΦΤΑΙΕΙ ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΚΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΒΡΙΣΚΟΥΝ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιούν 2nd, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ τοῦ Τυφλοῦ (Ἰωάν. 9,1-38)

Γιατι πασχουμε;

«Ῥαββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ;» (Ἰωάν. 9,2)

ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ..ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, εἶνε Κυριακή. Εἶνε ἡ ἕκτη Κυριακὴ ἀπὸ τὸ Πάσχα.
Ἀκούσατε τὸ Εὐαγγέλιο. Ὁμιλεῖ γιὰ ἕνα θαῦμα. Μὲ τὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ ἄνοιξαν καὶ εἶδε τὸ φῶς του.
Θέλω νὰ προσέξουμε ἕνα σημεῖο. Ποιό; Ὅταν οἱ μαθηταὶ εἶδαν τὸν τυφλό, τὸν λυπήθηκαν καὶ ρώτησαν· Δάσκαλε, γιατί αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος νὰ γεννηθῇ τυφλός; ἔκανε ὁ διος ἁμαρτίες, ἢ ἔκαναν οἱ γονεῖς του; (Ἰωάν. 9,2).
Αὐτὸ τὸ «γιατί;» θὰ ἐξηγήσουμε. Διότι καὶ σήμερα ὑπάρχει στὸν κόσμο αὐτὸ τὸ «γιατί;». Καὶ σήμερα ὑπάρχουν δυστυχισμένοι· ἔρχονται συμφορές, ἀρρώστιες καὶ θάνατος· καὶ σήμερα ὑπάρχει φτώχεια καὶ συκοφαντία, διαβολές, διωγμοὶ καὶ τόσα ἄλλα κακά. Καὶ πῶς τ᾿ ἀντιμετωπίζουν οἱ ἄνθρωποι; Ἡ ψυχὴ ἀρχίζει ν᾿ ἀγανακτῇ καὶ νὰ λέῃ· Θεέ μου, γιατί; Ἐγὼ λοιπὸν εἶμαι ὁ πιὸ ἁμαρτωλὸς στὸν κόσμο; Γιατί σ᾿ ἐμένα τόσα κακὰ καὶ τόσες συμφορές;… Τί μᾶς ἀπαντᾷ τὸ Εὐαγγέλιο;
Τὰ κακὰ ποὺ μᾶς βρίσκουν, χωρίζονται σὲ τρεῖς κατηγορίες. Ἄλλα προέρχονται ἀπὸ τοὺς γονεῖς μας. Ἄλλα προέρχονται ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ιδιους. Καὶ ἄλλα τέλος τὰ ἐπιτρέπει ὁ Θεός. Θὰ τὸ κάνω λιανὰ αὐτό.

* * *

Εἶπα, ὅτι μερικὰ δυστυχήματα προέρχονται ἀπὸ τοὺς γονεῖς. Μὰ πῶς;
Περιοδεύοντας ὡς ἱεροκήρυκας μπῆκα σ᾿ ἕνα χωριό. Μόλις ἔφθασα βλέπω ἕνα παλληκαράκι 17 χρονῶν, ἐκεῖ ποὺ στεκόταν ὄρθιο καὶ ἄκουγε, ἔπεσε κάτω καὶ ἔβγαζε ἀπὸ τὸ στόμα του ἀφρούς. Τὰ μάτια καὶ τὸ πρόσωπό του ἀγρίεψαν. Σπαρταροῦσε ὅπως τὸ ψάρι ὅταν τὸ βγάλῃς ἀπὸ τὸ νερό. Πῆγα κοντά του. Ἦρθαν κι ἄλλοι. Τοῦ ῥίξαμε νερό, τοῦ κάναμε ἀέρα, καὶ σηκώθηκε. Θέλησα νὰ μάθω, τί συμβαίνει. Ῥώτησα τὸν παπᾶ καὶ ἔμαθα, ὅτι ὁ πατέρας του ἦταν ἀλκοολικός, καὶ γι᾿ αὐτὸ τὸ παιδὶ ἔγινε ἐπιληπτικό.
Πατέρα, παντρεύτηκες γιὰ νὰ γλεντᾷς. Ἔτσι νομίζεις εἶνε ἡ ζωή; Ὅταν πίνῃς, τὸ παιδὶ ποὺ θὰ γεννήσῃς θὰ γίνῃ ἐπιληπτικὸ καὶ θὰ τὸ βλέπῃς καὶ θὰ καίγεσαι. Αὐτὸ λέει τὸ Εὐαγγέλιο σήμερα.
Πολλὰ παιδιὰ εἶνε σακατεμένα, κι αὐτὸ ὀφείλεται στοὺς πατεράδες. Κάτι ἄλλοι πῆγαν στὸ στρατό, ἢ ταξίδεψαν στὸ ἐξωτερικό, ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ ᾿κεῖ, σμίξανε μὲ γυναῖκες καὶ κόλλησαν ἀπὸ ᾿κεῖ ἀσθένειες ποὺ ντρέπομαι νὰ πῶ. Καὶ μετὰ αὐτοὶ μὲ τὶς ἀσθένειες παντρεύτηκαν ἀθῷες Ἑλληνίδες κόρες.
Βρὲ πατέρα, ποῦ παντρεύεις τὸ κορίτσι σου μὲ ἕναν τέτοιο σάπιο ἄνδρα; Ἀπὸ τέτοιο πατέρα θὰ γεννηθοῦν παιδιὰ ποὺ θὰ εἶνε ἄλλα τυφλά, ἄλλα κουτσά, ἄλλα τρελλά, ἀλλὰ ἀνισόρροπα. Δὲ᾿ σοῦ φταῖνε τίποτα αὐτὰ τὰ παιδιά. Δὲ᾿ σοῦ φταίει τίποτα ἡ κοινωνία νὰ γίνῃς βάρος της.
Ἑπομένως δὲν φταίει ὁ Θεὸς γιατὶ τὰ παιδιὰ εἶνε σακάτικα. Φταίει ὁ πατέρας καὶ ἡ μάνα, ποὺ ζοῦν ἔξω ἀπὸ τὸ Θεό.

* * *

Ἄλλα λοιπὸν κακὰ εἶνε ἀπὸ τοὺς πατεράδες. Τὸ λέει· Ἁμαρτίαι «πατέρων ἐπὶ τέκνα, ἕως τρίτης καὶ τετάρτης γενεᾶς» (Ἔξ. 20,5). Ἄλλα ὅμως προέρχονται ἀπὸ τὰ ίδια τὰ παιδιά.
Δὲν φταίει ἡ μάνα κι ὁ πατέρας. Φτωχὸς χωριάτης ὁ πατέρας, ἀλλὰ γερός. Δὲν πῆγε μὲ γυναῖκες, δὲν κάθεται στὶς ταβέρνες, δὲν γνωρίζει τίποτε ἀπὸ τὰ πονηρά. Καὶ τὸ παιδί, ποὺ γεννήθηκε ἀπ᾿ αὐτόν, πῆρε μιὰ πολὺ μεγάλη κληρονομιά. Πῆρε γερὸ κορμί. Μικρὸ πρᾶγμα εἶνε ἡ ὑγεία;
Ἕνας πλούσιος στὴ Νέα Ὑόρκη, ποὺ μποροῦσε ν᾿ ἀγοράσῃ ὄχι μιὰ φορὰ ἀλλὰ ἑπτὰ φορὲς τὴν Ἑλλάδα, αὐτὸς εἶπε· Πεθαίνω· ἂν βρεθῇ γιατρὸς νὰ μὲ κάνῃ καλά, ἐγὼ θὰ τοῦ δώσω ὅλα τὰ δολλάριά μου, καὶ ἂς γίνω πάλι φτωχός, ὅπως ἥμουν στὸν πατέρα μου, ποὺ ζοῦσε σὲ μιὰ καλύβα πέρα στὸν Ἀμαζόνιο ποταμό… Ἀκοῦτε; Λοιπὸν μὴ γογγύζεις ἐσύ, γιατὶ ὁ πατέρας σου δὲν σοῦ ᾿δωσε σπίτια καὶ πολυκατοικίες. Νὰ πᾷς στὸν τάφο του καὶ νὰ πῇς· Πατέρα, δὲν μοῦ ᾿δωσες ὑλικὰ ἀγαθά, ἀλλὰ μοῦ ᾿δωσες τὸ ὄνομά σου, τὴν εὐγένεια τοῦ χαρακτῆρος σου, μοῦ ᾿δωσες καὶ τὴν ὑγεία σου· σ᾿ εὐχαριστῶ.
Ἀλλ᾿ ὅταν τὸ παιδὶ αὐτὸ φύγῃ ἀπὸ τὸ χωριὸ καὶ πάῃ παρακάτω καὶ σμίξῃ μὲ κακὲς παρέες, τότε ἀρρωσταίνει.
Ἦρθε μιὰ μάνα στὴ μητρόπολι καὶ ἔκλαιγε. Σῶσε με, ἔλεγε. Τὸ παιδί μου γυρίζει δεξιὰ κι ἀριστερά, καὶ τὶς πρωϊνὲς ὧρες ἔρχεται στὸ σπίτι. Εἶνε σκεπτικὸ καὶ μελαγχολικό. Δουλειὰ δὲν ἔχει. Δὲν στέκεται στὰ πόδια του ἀπὸ τὰ ξενύχτια…
Πῆγα μιὰ μέρα στὸ Ἄσυλο Ἀνιάτων στὴν Ἀθήνα, καὶ βλέπω ἐκεῖ νέα παιδιά. Ὅλα ἄρρωστα, ἄλλα κουτσά, ἄλλα παράλυτα. Ρωτάω καὶ μαθαίνω – τί; Ὅτι ἦταν ξενύχτηδες. Γλεντοῦσαν, διασκέδαζαν μὲ τ᾿ αὐτοκίνητά τους καὶ μὲ γυναῖκες. Καὶ σαπίσανε τὰ νειᾶτα.
Δὲ᾿ φταίει λοιπὸν ὁ πατέρας. Φταῖς ἐσὺ ὁ ίδιος, ποὺ μόνος σου, μὲ τ᾿ ἁμαρτήματά σου, μὲ τὴν ἔκφυλη ζωή σου, δημιούργησες τὴν καταστροφή σου.

* * *

Είδαμε λοιπόν, ὅτι ἄλλα κακὰ εἶνε ἀπὸ τὸν πατέρα καὶ τὴ μάνα, ἄλλα κακὰ εἶνε ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἰδίους. Καὶ μερικὰ ἄλλα εἶνε μυστηριώδη πράγματα, ὅπως συνέβη μὲ τὸν τυφλό.
Δὲν φταίει, εἶπε ὁ Χριστός, οὔτε ὁ πατέρας του οὔτε ἡ μάνα του. Δὲν φταίει οὔτε ὁ ίδιος. Ἀλλὰ τὸν ἄφησε ἔτσι ὁ Θεός, γιὰ νὰ δοξασθῇ τὸ Ὄνομά Του (ἔ.ἀ. 9,3). Τοῦ στέρησε γιὰ λίγο αὐτὸ τὸ φῶς, γιὰ νὰ δῇ ἕνα ἄλλο φῶς. Τοῦ ἔδωσε μιὰ μικρὴ συμφορά, γιὰ ν᾿ ἀπολαύσῃ μιὰ μεγάλη εὐεργεσία.
Γιὰ φαντάσου, ὁ τυφλὸς αὐτὸς τί ἀξιώθηκε! Εἶδε κάτι, ποὺ δὲν τὸ εἶδαν γενεὲς γενεῶν. Ἑκατομμύρια ἀνθρώπων, χιλιάδες χρόνια, περίμεναν νὰ δοῦνε – τί νὰ δοῦνε; ποιόν; Τὸ Χριστό. Καὶ τὸν εἶδε μὲ τὰ μάτια του ὁ τυφλός. Παρουσιάστηκε μπροστά του ὁ Χριστὸς καὶ τὸν ἔκανε καλά. Καὶ ὅταν κατόπιν τὸν ρωτοῦσαν, Πῶς ἔγινε καλά; ὁ τυφλὸς τοὺς ἔλεγε· Κάποιος ποὺ τὸν ἔλεγαν Ἰησοῦ μ᾿ ἔκανε καλά· καὶ δὲν μπορεῖ αὐτὸς νὰ μὴν εἶνε ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἔκανε σ᾿ ἐμένα τέτοιο πρωτάκουστο θαῦμα. Ἀλλὰ οἱ φαρισαῖοι, ποὺ δὲν ἤθελαν ν᾿ ἀκούσουν γιὰ τὸ Χριστό, ἔδιωξαν τὸν τυφλὸ καὶ τὸν ἔβγαλαν ἔξω.
Τὸ ἄκουσε αὐτὸ ὁ Χριστός, κι ὅταν τὸν ξαναεῖδε τοῦ εἶπε· Ἐσὺ πιστεύεις στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ; Ὁ τυφλὸς ἀπαντᾷ· Καὶ ποιός εἶνε, Κύριε, γιὰ νὰ πιστεύσω σ᾿ αὐτόν; Καὶ ὁ Χριστὸς φανερώνει τὸν ἑαυτό του καὶ τοῦ λέει· Ἐγὼ εἶμαι ποὺ μὲ βλέπεις καὶ σοῦ μιλῶ. Τότε ὁ τυφλὸς ἔπεσε καὶ τὸν προσκύνησε λέγοντας· Πιστεύω, Κύριε (ἔ.ἀ. 9,38).
Αὐτός, μαζὶ μὲ τὸ φῶς τῶν ματιῶν του, εἶδε καὶ τὸ ἄλλο φῶς, τὸ μεγάλο φῶς, τὸ ἀνέσπερο φῶς.
Δὲν ζημιώθηκε λοιπὸν ὁ τυφλός. Εἶχε μιὰ μικρὰ ζημία, γιὰ νὰ ἔχῃ ἔπειτα ἕνα μεγάλο κέρδος. Νὰ γνωρίσῃ, νὰ πιστέψῃ καὶ νὰ γίνῃ παιδὶ τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει καὶ ἕνα ἄλλο παράδειγμα, τὸν Ἰώβ, ποὺ τὸν βρήκαν μεγάλα κακὰ χωρὶς νὰ φταίῃ καθόλου ὁ διος. Ἦταν δίκαιος, τὸ καλὸ ἔκανε στὸν κόσμο. Καὶ ὅμως τί ἔπαθε; Σὲ μιὰ μέρα τὰ ἔχασε ὅλα καὶ κατεστράφη. Καὶ ἡ γυναίκα του, ὅταν τὸν εἶδε στὰ χάλια ποὺ ἧταν, τοῦ εἶπε·
―Ἄντρα, ὅλα τὰ χάσαμε. Τί τὴ θέλεις τὴ ζωή; Βλαστήμησε τὸ Θεὸ καὶ αὐτοκτόνησε.
Ἔφριξε ὁ Ἰώβ. Καὶ τῆς λέει·
―Ἄμυαλη γυναίκα, τί εἶνε αὐτὰ ποὺ εἶπες; Τόσα χρόνια εχαμε τὰ πάντα· καὶ παιδιά, καὶ περιουσία. Ὁ Θεὸς μᾶς τὰ ἔδιδε. Ὁ Θεὸς λοιπόν, ποὺ μᾶς τὰ ἔδωσε, ὁ Θεὸς μᾶς τὰ πῆρε.
Καὶ εἶπε τότε κάτι λόγια, ποὺ δὲν ὑπάρχει ζυγαριὰ νὰ τὰ ζυγίσουμε. Μ᾿ αὐτὰ τελειώνει ἡ Θεία Λειτουργία· «Ειῃ τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος».

* * *

Ναί, ἀδέλφια μου. Σᾶς ἔδειξα, ὅτι δὲν φταίει ὁ Θεὸς γιὰ τὰ κακὰ ποὺ μᾶς βρίσκουν. Φταίει τὸ μυαλό μας, ἡ κακὴ ἀνατροφή μας. τὸ παρελθόν μας.
Ὁ Θεὸς δὲν φταίει. Ὁ Θεὸς εἶνε καλός. Εἶνε πατέρας, μᾶς ἀγαπάει. Καὶ ἂν καμμιὰ φορὰ ἐπιτρέψῃ κάποιο κακό, γιὰ τὸ καλὸ καὶ γιὰ τὴ σωτηρία μας θὰ εἶνε.
Ἂς τὸν δοξολογοῦμε σὰν τὸν Ἰὼβ καὶ ἂς λέμε τὸ «Είῃ τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος». Ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου, έγινε στον ἱερό ναὸ του Ἁγίου Γεωργίου Τριποτάμου – Φλωρίνης, 18-5-1969

ΘΑ ΕΝΩΘΗ ΠΟΤΕ Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΣ;

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιούν 2nd, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυρ. Πατ. Α΄ Οἰκ. Συνόδου (Ἰω. 17,1-13)

ΘΑ ΕΝΩΘΗ ΠΟΤΕ Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΣ;

«…Ἵνα πάντες ἓν ὦσι» (Ἰω. 17,21)

p. Augoust. 2000 istΕνότης! Στὸ ἄκουσμα καὶ μόνο τῆς λέξεως αὐτῆς ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος, ποὺ ζῇ μέσα σ᾽ ἕνα ἀπερίγραπτο κοινωνικὸ χάος, θὰ κουνήσῃ μελαγχολικὰ τὸ κεφάλι καὶ θὰ μᾶς ρωτήσῃ· Ἑνότης; ποῦ ὑ­πάρχει; Καὶ ὅμως ὑ­πάρχει ἑνότης, ἀγαπητέ μου φίλε! Ἑνότης θαυμα­στή, ἡ ὁποία στὸν προσεκτικὸ θεατὴ προκαλεῖ κατάπληξι, θάμβος καταπλήξεως.

* * *

Ὑπάρχει ἑνότης στοὺς οὐρανούς. Θέλεις νὰ δῇς ἑνότητα; θέλεις νὰ τὴν ἀπολαύσῃς σὲ ὅλο της τὸ μεγαλεῖο; Περίμενε νὰ νυχτώσῃ. Ξεκάρφωσε τότε τὸ βλέμμα σου ἀ­πὸ τὸ μικρο­σκοπικὸ τοῦτο πλανήτη ποὺ λέγεται Γῆ καὶ ὕ­ψωσέ το ἐπάνω. Τί βλέπεις; Ἄστρα μικρὰ καὶ μεγάλα τρεμολάμπουν καὶ σὰν καντήλια ἑνὸς ἀχανοῦς ναοῦ φωτίζουν τὸν οὐράνιο θόλο. Πόσα εἶνε; Ἂν ρωτήσετε τοὺς ἀστρονόμους, θὰ σᾶς ποῦν· ἀμέτρη­τα. Μὲ τὰ σύγχρονα τηλεσκόπια, ποὺ ἔ­χουν στήσει σὲ κορυφὲς βου­νῶν, ἀνα­καλύπτουν ὁλοένα καὶ νέα μεμονωμένα ἄστρα, συστήματα ἀστέρων, γαλαξίες ὁ­λόκληρους. Καὶ ἕνα μόνο γαλαξία ἂν τολμοῦσε νὰ μετρήσῃ κάποιος, θὰ ἄρχιζε τὴ μέτρησι σὰν μικρὸ παιδί, θὰ τὴ συνέχιζε νέος, καὶ σίγουρα θ᾽ ἄ­σπριζαν τὰ μαλλιά του καὶ θὰ κατέβαινε στὸν τάφο, ἀλλὰ ἡ καταμέτρησι δὲν θὰ τελείωνε… Κανένας ἀστρονόμος δὲν θὰ μπορέσῃ ποτὲ νὰ δώσῃ τὸν ἀκριβῆ ἀριθμὸ τῶν ἄστρων. Ὤ πόσο μεγάλος εἶσαι, Θεέ μου!
Ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ περισσότερο μᾶς κάνει νὰ θαυμάζουμε δὲν εἶνε τόσο ὁ ἀριθμός τους ὅσο κάτι ἄλλο· εἶνε ἡ τάξις, ἡ ἁρμονία, ἡ θαυμαστὴ ἑνότης ποὺ βασιλεύει ἐκεῖ ἐπάνω. Ἑκατομμύρια – δισεκατομμύρια τὰ ἄστρα, καὶ δὲν μένουν ἀκίνητα σ᾽ ἕνα σημεῖο τοῦ οὐρανοῦ οὔ­τε ἕνα δευτερόλεπτο. Συνεχῶς κινοῦντ­αι. Ἁπλῶς κινοῦνται; Τρέχουν! Δὲν ἀρκεῖ ἡ λέξις «τρέχω» νὰ μᾶς δώσῃ μιὰ ἰδέα τῆς κινήσεώς τους. Τρέχουν ἀπείρως ταχύτερα ἀπὸ τὸν πύρ­αυλο, τρέχουν ἰλιγγιωδῶς. Διασχίζουν τὶς ἀ­χανεῖς ἐκτάσεις τοῦ σύμπαντος. Καὶ ὅμως καμ­μία σύγκρουσις δὲν συμβαίνει μεταξύ τους. Ἀλ­λοίμονο ἂν συγκρούονταν! Φανταστῆτε τί θὰ γινόταν, ἂν τὸ δικό μας λεωφορεῖο ποὺ λέ­­γεται Γῆ (καὶ στὸ ὁποῖο τὴ στιγμὴ αὐτὴ ἄνω τῶν 6,5 δισεκατομμύρια ἄνθρωποι ζοῦν καὶ ταξιδεύουν – τρέχουν ἰλιγγιωδῶς) συγκρουόταν μὲ ἄλλο λεωφορεῖο τοῦ οὐρανοῦ, π.χ. τὸν πλανήτη Ἄρη. Τρέμουμε καὶ μόνο μὲ τὴν ἰδέα μιᾶς ἐναερίου συγκρούσεως δύο πλανητῶν στὸ ἄπειρο! Θρύψαλα θὰ γίνονταν οἱ δύο σφαῖρες.
Ἄπειρα λοιπὸν ἀστέρια ζοῦν μὲ εἰρήνη, ἁρ­μονία καὶ θαυμαστὴ ἑνότητα, σὰν μία οἰκογένεια. Πῶς; Ἁπλούστατα· διότι ὅλοι αὐτοὶ οἱ οὐράνιοι κόσμοι κινοῦνται πάνω εἰς ὡρισμένες τροχιές, ὑπακούουν σὲ παγκοσμίους νόμους ποὺ ἔχει ὁρίσει γι᾿ αὐτοὺς ὁ ὑπέρτατος Νοῦς, ὁ Δημιουργὸς τοῦ σύμπαντος. Διαβάστε τὸν Προοιμιακό, τὸν ὑπ᾿ ἀριθμὸν 103 ψαλμὸ τοῦ Ψαλτηρίου σας, γιὰ νὰ δῆτε μὲ τί ἐκφράσεις ἀφθάστου λυρισμοῦ περιγράφει ὁ ψαλμῳδὸς τὴν ἁρμονία τῆς φύσεως. «Ἐποίησε σε­λήνην εἰς καιρούς, ὁ ἥλιος ἔγνω τὴν δύσιν αὐ­τοῦ. Ἔθου σκότος, καὶ ἐγένετο νύξ» (Ψαλμ. 103,19-20).
Ἑνότης θαυμαστὴ στοὺς πλανητικοὺς κόσμους. Καὶ ἂν τὸ πνεῦμα μας μὲ τὸν ἀετὸ τῆς Πάτμου, τὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη, πετάξῃ πέρα ἀπὸ τὰ ἄστρα καὶ ἔστω ἀπὸ μακριὰ θεωρή­σῃ τὸ μέγα μυστήριο τῆς ἁγίας Τριάδος, ἐ­κεῖ ἡ ἑνότης ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν προσώ­πων τῆς Θεότητος ξεπερνᾷ κάθε ἀν­θρώπινη κατανόησι. Ἐμπρὸς σ᾽ αὐτὴ τὴν ἑνότητα ὁ νοῦς ἰλιγγιᾷ κυριο­λεκτικῶς. Πατὴρ – Υἱὸς – ἅγιον Πνεῦμα· μία τρισυπόστατος Θεότης!

* * *

Ἀλλ᾽ ἂς ἀφήσουμε τοὺς οὐρανοὺς καὶ ἂς κατεβοῦμε στὴ Γῆ. Τί βλέπουμε; Ἐνῷ στοὺς οὐρανοὺς ὑπάρχει ἑνότης, στὴ Γῆ ἔχουμε συγκρούσεις. Θεέ μου, τί θέαμα παρουσιάζει τὴ στιγμὴ αὐτὴ ἡ Γῆ! Ὁ πλανήτης αὐτός, πάνω στὸν ὁποῖο μᾶς τοποθέτησες γιὰ νὰ ζοῦμε εὐτυχισμένοι καὶ ν᾽ ἀπολαμβάνουμε πλούσια τ᾽ ἀγαθὰ ποὺ σκόρπισε παντοῦ ἡ πατρική σου ἀγάπη, ἔχει μεταβληθῆ σὲ ἕνα πεδίο ἀγριωτάτης μάχης, ὅπου ἀκούγονται οἱ βρυχηθμοὶ τῶν συμπλεκομένων θηρίων. Τὰ ἀγριώ­τερα θηρία, ἐμπρὸς στὰ ὁποῖα ἡ ἀγριότης τῶν θηρίων τῆς ζούγκλας ὠχριᾷ, εἴμαστε ἡμεῖς, Θεέ μου, οἱ ἀποστάτες υἱοί σου.
Ἡ Γῆ ἐξ αἰτίας μας κολυμπᾷ σὲ λίμνη αἵματος καὶ δακρύων. Τὰ παιδιά της εἶνε τρομερὰ χωρισμένα σὲ κάθε ἐκδήλωσι τῆς ζωῆς τους. Χωρισμένα οἰκονομικῶς. Ἄλλοι ζοῦν σὲ οὐρα­νοξύστες καὶ ἄλλοι δὲν ἔχουν οὔτε καλύβα. Ἄλλοι κολυμποῦν στὸ χρυσάφι καὶ ἄλλοι δὲν ἔχουν ν᾽ ἀγοράσουν οὔτε τὸν ἐπιούσιο ἄρτο. Ἄλλοι λαοὶ κατέχουν εὐφορώτατες πεδιάδες μὲ ἀραιότατο πληθυσμὸ καὶ ἄλλοι συνωστίζονται μέχρι ἀσφυξίας σὲ ἀπόκρημνα βράχια.
Πέρα ἀπὸ τὶς διαιρέσεις ποὺ δημιουργεῖ ἡ ἄδικη κατανομὴ τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, ὑ­πάρχουν ἄλλες διαφορές, βαθύτερες, τὶς ὁποῖ­ες δημιουργοῦν ὄχι πλέον τὰ ὑλικὰ ἀγα­θά –αὐ­τὰ μπορεῖ μιὰ μέρα νὰ τὰ τακτοποιήσουμε χω­ρὶς ὅμως καὶ νὰ εἰρηνεύσουμε–, διαφορὲς ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴ διαφορετικὴ καὶ ἐσφαλμένη ἐνατένισι τῆς ζωῆς. Διότι τὴ ζωὴ τῶν ἀν­θρώπων, τὸ πιὸ πολύπλοκο ψυχολογικὸ φαινόμενο, δὲν τὸ βλέπουμε ὅλοι μὲ τὰ ἴδια μάτια, μὲ τὸν ἴδιο δηλαδὴ νοῦ. Καὶ ἐδῶ ἀκρι­βῶς εἶνε τὸ δρᾶμα. Ὁ νοῦς, ποὺ ἄλλοτε στὸν παρά­δεισο ἦταν διαυγὴς σὰν τὸ κρύσταλλο καὶ ἔ­βλεπε τὰ πάντα ὅπως εἶνε, τὸ μαῦρο μαῦ­ρο, τὸ ἄσπρο ἄσπρο, μετὰ τὴν πτῶσι ἔχει σκοτι­σθῆ τρομερά, ἔχει θολωθῆ· γι᾿ αὐτὸ κάθε ἄνθρωπος βλέπει θολά, συγκεχυμένα, θεωρεῖ καὶ κρί­νει πρόσωπα καὶ πράγματα μὲ δικό του πρῖ­σμα, μὲ τὴ νοσηρή του νοοτρο­πία, ἡ ὁποία διαφέρει ἀπὸ τὴ νοσηρὴ πάλι νοοτροπία τοῦ γείτονά του. Μὲ κάποιο χιοῦμορ ὁ διάσημος συγ­γραφεὺς Φί­λιππος Ὁππενχάιν στὸ ἔργο του «Πρέπει ν᾽ ἀλλάξῃ τὸ μυα­λό μου» λέει· «Ἀπὸ ἐτῶν ζητῶ ἕνα μικρὸ κομμάτι ἐγκεφάλου γιὰ ν᾽ ἀν­τικαταστήσω μ᾽ αὐτὸ τὸ ἀντίστοι­χο κομμάτι τοῦ δικοῦ μου ἐγκεφά­λου. Ἡ ἀντικατάστασι αὐτὴ εἶνε ἕνα πρᾶγμα πολὺ ἁπλό, ἀλλ᾽ ὣς τώρα δὲν στάθηκα τυχερός. Ὅλοι οἱ ἐγ­κέφαλοι ποὺ ἐξέτασα ἦταν χρωματισμένοι. Κα­τέληξα στὸ συμπέρασμα, ὅτι ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος πάσχει ἀπὸ κάποια ἀρρώστια μυστηριώδη».
Καὶ μέσα ἀπὸ τὴ σύγκρουσι αὐτὴ ἰδεῶν, πα­θῶν καὶ μυρίων συμφερόντων γεννᾶται ἡ βα­βὲλ τῆς παγκοσμίου συγχύσεως, στὴν ὁποία χίλιες γλῶσσες μιλοῦν γιὰ ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ ζήτημα καὶ ὅμως δὲ μποροῦν νὰ συνεννοηθοῦν, νὰ ἀποκτήσουν τὴ ζηλευτὴ ἑνότητα σκέψεως καὶ ἐνεργείας.

* * *

Καὶ λοιπὸν αἰωνίως θὰ εἶνε διῃρημένος ὁ κόσμος; Δὲν ὑπάρχει τρόπος ἡ διάσπασις νὰ ἐκλείψῃ καὶ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἑνότης τῆς ἀνθρω­πότητος; Ὑπάρχει! ἀπαντοῦμε χωρὶς διστα­γμό. Καὶ ὁ τρόπος ποὺ ἡ γῆ θὰ βρῇ τὴν παγκόσμια ἑνότητα, εἶνε ἁπλούστατος· νὰ πιστέψου­με ὅ­λοι στὴ χάρι τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ὑπακούσουμε σὲ ἕνα νόμο θεμελιώδη, ὁ ὁποῖος γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων ἔχει τὴ σημασία ποὺ ἔ­χει γιὰ τὴν ἄψυχη ὕλη ὁ νόμος τῆς παγκοσμίου ἕλξεως· εἶνε ὁ νόμος τῆς ἀγάπης, τὴν ὁ­ποία δίδαξε καὶ ἐφήρμοσε σὲ ὅλο τὸ βάθος καὶ τὸ πλάτος ὁ Θεάνθρωπος Λυτρωτής. Εἶνε τὸ «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (Ἰω. 13,34· 15,12,17), οἱ δύο αὐ­τὲς μαγικὲς λέξεις, ποὺ τὴν ἔννοιά τους δὲν μπόρεσε ἀκόμη, παρ᾽ ὅλα τ᾽ ἀναρίθμητα πανεπιστήμιά της, νὰ συλλάβῃ ἡ ἀνθρωπότης.
Ἡ ἀγάπη, ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη, ἰδοὺ ὁ παγ­κόσμιος νόμος τῆς ἕλξεως τῶν ψυχῶν, ποὺ θὰ ἑνώσῃ τὴν ἀνθρωπότητα. Ἂν ὅλοι πειθαρ­χήσουμε στὸν βασικὸ τοῦτο νόμο τῆς Καινῆς Δι­αθήκης καὶ –γιὰ νὰ μιλήσουμε πιὸ συγκεκρι­­μένα– ἂν ὅλοι οἱ κάτοικοι τοῦ πλανήτου μας ἀρ­χίσουμε νὰ σκεπτώμαστε ὅπως ὁ Χριστός, νὰ πράττουμε ὅ,τι ἔπραττε ἐπὶ τῆς γῆς ἐκεῖ­νος, ὁ ἀπαράμιλλος τύπος καὶ ὑπογραμ­μὸς κάθε ἀρε­τῆς, τότε θ᾽ ἀποκτήσουμε ἕνα νοῦ, τὸν «νοῦν Χριστοῦ» (Α΄ Κορ. 2,16), καὶ τότε τὸ ὅραμα τῶν προφη­τῶν, ἡ θερμὴ προσευχὴ τοῦ Χριστοῦ «Ἵ­να πάν­­τες ἓν ὦσι» (Ἰω. 17,21) ποὺ σήμερα Κυριακὴ τῶν ἁ­γίων Πατέρων ἀκούστηκε σὲ ὅ­λους τοὺς να­οὺς τῆς Ὀρθοδοξίας, θὰ ἐκπληρωθῇ. Τότε Βορ­ρᾶς καὶ Νότος, Δύσι καὶ Ἀνατολὴ θὰ ἑνωθοῦν καὶ θὰ γίνῃ «μία ποίμνη, εἷς ποιμήν» (ἔ.ἀ. 10,16).
Ἡ ἀνθρωπότης,ἀγαπητοί μου, δὲν θὰ εἶνε πάν­τα χωρισμένη. Ἡ ἑνότης εἶνε αἴτημα παν­ανθρώπινο, αἴτημα ποὺ βαπτίσθηκε καὶ ἐξαγνίσθηκε στὴν ἀρχιερατικὴ προσευχὴ τῆς Με­γάλης Πέμπτης. Ἔκτοτε τὰ πραγματικὰ τέκνα τοῦ Χριστοῦ, ὅπου κι ἂν κατοικοῦν πάνω στὴ γῆ, εὔχονται –καὶ ὄχι μόνο εὔ­χονται, ἀλ­λὰ καὶ μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις τους ἐργάζονται– «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» (θ. Λειτ.) κάτω ἀ­πὸ τὴ σημαία τοῦ σταυροῦ.
Καὶ ἡ λαμπρὴ αὐτὴ ἡμέρα ὁπωσδήποτε θ᾿ ἀ­νατείλῃ, γιὰ νὰ θέσῃ τέρμα στὰ δεινὰ τῆς ἀν­θρωπότητος. Γιὰ ν᾽ ἀνατείλῃ ὅμως ταχύτερα, ἂς ἐργασθοῦμε «ἵνα πάντες ἓν ὦσι».

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ομιλία του επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου, δημοσιεύθηκε στην ἐφημ. «Θεσσαλικὰ Νέα» φ. 5-6-1949 και περιέχεται στο βιβλίο του Μητροπολίτου· «Ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου Φωτός», Βόλος 1950, σσ. 231-234

 

Οι ψυχες διψουν, κ᾿ εμεις αδρανουμε;

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιούν 1st, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος (Ἰωάν. 4,5-42)

Οι ψυχες διψουν, κ᾿ εμεις αδρανουμε;

«…Ὃς δ᾿ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰωάν. 4,14)

duminica-samarinencii-4Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ἀγαπητοί μου, δὲν εἶνε αὐτάρκης. Ἀπ᾿ τὴ στιγμὴ ποὺ ἔρχεται στὸν κόσμο μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ ἀφήνει τὴν ὑστάτη του πνοή, χρειάζεται γιὰ νὰ ζήσῃ ὡρισμένα πράγματα. Πολλὰ ἀπ᾿ αὐτὰ εἶνε χρήσιμα καὶ κάνουν τὴ ζωή του εὐχάριστη, ὅπως εἶνε λ.χ. ἕνα καλὸ σπίτι, ἕνα ὑγιεινὸ ροῦχο, ἕνα μέσο μεταφορᾶς. Ὡρισμένα ὅμως δὲν εἶνε ἁπλῶς χρήσιμα, εἶνε κυριολεκτικῶς ἀπαραίτητα· χωρὶς αὐτὰ δὲν μπορεῖ νὰ ζήσῃ. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἀπαραίτητα εἶνε καὶ τὸ νερό. Χωρὶς νερὸ ὁ ἄνθρωπος δὲν ζῇ. Ἡ δίψα εἶνε ἀνάγκη ἐπιτακτική. Καὶ αὐτὸς ὁ Θεάνθρωπος ἀκόμα, ὅπως ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο, αἰσθανόταν τὴν ἀνάγκη αὐτή.
Ἀλλὰ δὲν ἔχει ἀνάγκες μόνο τὸ σῶμα· ἀνάγκες ἔχει καὶ ἡ ψυχή. Ἔχει ἐφέσεις, ἐπιθυμίες, πόθους, λαχτάρες. Ἑλκύεται ἀπὸ ἀξίες, ὀνειρεύεται ὕψη, ἀναζητεῖ τὴν εἰρήνη καὶ τὴ γαλήνη, ποθεῖ τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἀνάπαυσι… Καὶ ἂν αὐτὰ ἀναζητῇ ἡ ψυχὴ τῶν ἀνθρώπων, ἡ ψυχὴ τοῦ Θεανθρώπου τί ἐπιθυμεῖ ἆραγε;
Τὴν ἀπάντησι στὸ ἐρώτημα αὐτὸ δίδει ἡ εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς Σαμαρείτιδος.

* * *

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὅπως μᾶς διηγεῖται στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο ὁ «ἠγαπημένος» μαθητής του, ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν πόλι τῶν Ἰεροσολύμων καὶ κατευθύνεται πρὸς βορρᾶν. Εἶνε Μάιος, καὶ ὁ ἥλιος ῥίχνει τὶς καυστικές του ἀκτῖνες· ἐπικρατεῖ μεγάλη ζέστη. Ἀλλὰ ὁ Κύριος μὲ τὴ συνοδεία τῶν μαθητῶν του βαδίζει· δὲν ὑπολογίζει τὴ ζέστη, τὸν κόπο καὶ τὸν ἱδρῶτα. Ἄρχοντες καὶ μεγιστᾶνες τῆς γῆς, πλούσιοι μὲ τὶς ἀστραφτερές σας λιμουζίνες, ἰδέστε καὶ θαυμάστε τὴν ἁπλότητα τῆς ζωῆς Ἐκείνου! Δὲν ἔχει ἅμαξα ποὺ τὴν σύρουν ὑπερήφανα ἄλογα. Αὐτὸς ποὺ εἶπε ὅτι «Αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. 8,20· Λουκ. 9,58), πεζοπορεῖ σὰν τὸν πιὸ φτωχὸ ἄνθρωπο. Βαδίζει δεκάδες χιλιόμετρα, διασχίζει κατὰ μῆκος τὴν ἐπαρχία τῆς Ἰουδαίας, περνάει τὰ σύνορα καὶ μπαίνει στὴν ἄλλη ἐπαρχία, τῆς Σαμαρείας. Νά τώρα φαίνεται ἀπὸ μακριὰ ἡ πόλι τῆς Συχάρ. Ἐκεῖ, λίγο ἔξω ἀπὸ τὴν πόλι, σὲ μία πηγή, στὸ ἱστορικὸ φρέαρ (πηγάδι) τοῦ πατριάρχου Ἰακώβ, κάθεται ὁ Κύριος.
Γιατί κάθεται ἐδῶ ὁ Χριστός; Ἁπλῶς γιὰ ν᾿ ἀναπαυθῇ; Καὶ γιατί δὲν κάθησε σὲ κάποιο ἄλλο σημεῖο τῆς μακρᾶς καὶ κουραστικῆς ὁδοιπορίας του; Ἔχει τὸ λόγο του. Κάθεται στὸ πηγάδι τοῦ Ἰακώβ, γιὰ νὰ δροσίσῃ κάποια διψασμένη πνευματικῶς ψυχή, ποὺ θὰ ἐρχόταν νὰ πάρῃ νερὸ ὡδηγημένη ἐκεῖ ἀπὸ τὴ σωματική της δίψα. Κάθησε δηλαδὴ ἐκεῖ ὁ Κύριος, γιὰ νὰ τραβήξῃ μέσα ἀπὸ τὸ βόρβορο τῆς ἁμαρτίας μία ψυχὴ ποὺ χρόνια ὁλόκληρα ἐκυλίετο στὴ σαρκικὴ ἀκαθαρσία, νὰ τὴν καθαρίσῃ καὶ νὰ τὴν κάνῃ, ἀπὸ μαύρη – κατάμαυρη ποὺ ἦταν, λευκὴ σὰν τὸ χιόνι. Γιὰ μία ψυχὴ λοιπὸν σηκώθηκε ὁ Κύριος μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς του ἀπὸ τὰ Ἰεροσόλυμα καὶ ἦρθε στὴ Σαμάρεια. Ἀλλὰ τί λέω; Ἡ ἀπόστασι αὐτὴ εἶνε μικρὴ ἐμπρὸς στὴν ἄλλη ἐκείνη, τὴν ἰλιγγιώδη ἀπόστασι ποὺ διήνυσε ὅταν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἦρθε στὴ γῆ νὰ γίνῃ ἄνθρωπος, ὅταν «ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη» (Β΄ Βασ. 22,10· Ψαλμ. 17,10· πρβλ. 143,5). Ἐνανθρώπησε, καὶ ἔπαθε καὶ σταυρώθηκε, γιὰ νὰ σώσῃ ἔστω καὶ μία ψυχὴ ἁμαρτωλή. Δηλαδή, καὶ ἂν ἀκόμη κάτω ἐδῶ στὴ γῆ ὑπῆρχε μία μόνο ψυχὴ ἁμαρτωλή, γι᾿ αὐτὴν καὶ μόνο θὰ ὑπέφερε προθύμως τὰ πάντα (τοὺς ἐμπτυσμούς, τὴ μαστίγωσι, τὸ ἀγκάθινο στεφάνι, τὴν κόκκινη χλαμύδα καὶ πρὸ πάντων τὸ σταυρικὸ θάνατο), γιὰ νὰ τὴν πάρῃ ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ σατανᾶ καὶ νὰ τῆς χαρίσῃ τὴ σωτηρία.
Καὶ ποιά εἶνε ἡ ψυχὴ αὐτή, τὴν ὁποία ἐκεῖ παρὰ τὸ φρέαρ τοῦ Ἰακὼβ ἦρθε νὰ σώσῃ ὁ Θεάνθρωπος; Εἶνε, ὅπως επαμε, μιὰ δυστυχισμένη ἁμαρτωλὴ ὕπαρξι, στὴν ὁποία κανείς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς πρὸ Χριστοῦ ἐποχῆς δὲν ἔδινε σημασία. Εἶνε μία γυναίκα τῆς Σαμαρείας, ποὺ μέρα μεσημέρι, ὅταν κανείς δὲν ἐκινεῖτο ἀπὸ τὴν πολλὴ ζέστη, ἔρχεται στὸ φρέαρ τοῦ Ἰακὼβ μὲ τὰ δοχεῖα στὰ χέρια, γιὰ νὰ πάρῃ νερό.
Καθὼς πλησιάζει στὸ πηγάδι, ἀντικρύζει κάποιον ποὺ καθόταν δίπλα ἐκεῖ. Ἦταν ὁ Κύριος. Εἶχε μείνει μόνος, διότι οἱ μαθηταί του εἶχαν μεταβῆ στὴν κωμόπολι γιὰ ν᾿ ἀγοράσουν τρόφιμα. Ἀφήνει λοιπὸν τὴ στάμνα ἡ Σαμαρεῖτις, βγάζει νερὸ καὶ τὴ γεμίζει. Τῆς λέει ὁ Κύριος· ―«Δός μοι πιεῖν» (Ἰωάν. 4,7), δός μου λίγο νερὸ νὰ πιῶ. Ἐκείνη, ἀντὶ νὰ δώσῃ νερὸ στὸ διψασμένο, ἐξέφρασε ἔκπληξι πῶς τῆς ζητάει νερό, καὶ τοῦ λέει· ―Πῶς ζητᾷς νερὸ ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα, ἐνῷ σὺ εἶσαι Ἰουδαῖος;… Τὸ εἶπε αὐτό, διότι οἱ Ἰουδαῖοι δὲν εἶχαν καμμία ἐπικοινωνία καὶ καμμία σχέσι μὲ τοὺς Σαμαρεῖτες. Οἱ Ἰουδαῖοι μισοῦσαν θανασίμως τοὺς Σαμαρεῖτες καὶ οἱ Σαμαρεῖτες τοὺς Ἰουδαίους· κι ἂν ἀκόμα καιγόταν κανεὶς ἀπὸ τὴ δίψα, ὁ ἄλλος δὲν τοῦ ἔδινε νερό. Ἔτσι ὅμως, μὲ τὸ νὰ ζητήσῃ ὁ Κύριος νερό, ἀρχίζει μία διαλογικὴ συζήτησι μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς ἁμαρτωλῆς γυναικός. Ὁ Κύριος τῆς λέει· ―Ἂν γνώριζες ποιός εἶν᾿ αὐτὸς ποὺ σοῦ ζητάει νερό, ἐσύ θὰ τοῦ ζητοῦσες κ᾿ ἐκεῖνος θὰ σοῦ ἔδινε «ὕδωρ ζῶν». ―Πῶς εἶνε δυνατόν, ρωτᾷ ἡ γυναίκα, ἐφ᾿ ὅσον οὔτε ἄντλημα ἔχεις καὶ τὸ πηγάδι εἶνε βαθύ, νὰ βγάλῃς νερὸ καὶ νὰ δώσῃς καὶ σ᾿ ἐμένα; ―Ὅποιος πίνει ἀπ᾿ τὸ νερὸ αὐτό, τῆς ἀπαντᾷ ὁ Κύριος, θὰ διψάσῃ πάλι· ὅποιος ὅμως πιῇ ἀπ᾿ τὸ νερὸ ποὺ θὰ τοῦ δώσω ἐγώ, δὲν θὰ ξαναδιψᾴσῃ ποτέ πιά… Ἡ καημένη ἡ γυναίκα δὲν εἶχε ἐννοήσει γιὰ ποιό νερὸ τῆς μιλοῦσε ὁ Χριστός, καὶ λέει· ―Κύριε, δός μου αὐτὸ τὸ νερό!… Γνωρίζοντας ὁ Κύριος τί κατὰ βάθος ζητοῦσε ἡ ψυχή της, μὲ ἄριστο παιδαγωγικὸ τρόπο τὴ διαφωτίζει. Τὴ μεταφέρει ἀπὸ τὴν ὕλη στὸ πνεῦμα, ὑψώνει τὸ νοῦ της στὶς ἰλιγγιώδεις κορυφὲς τῶν θείων ἀποκαλύψεων. Καὶ τέλος ἡ Σαμαρεῖτις ἀκούει ἀπὸ τὸν Κύριο τὴν ὑψίστη ἀποκάλυψι· ὅτι αὐτός, μὲ τὸν ὁποῖο συνομιλεῖ, εἶνε ὁ διος ὁ Μεσσίας Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Σωτὴρ τοῦ κόσμου.
Ἡ ἡμέρα αὐτή, ποὺ ἡ Σαμαρεῖτις ἀκούει καὶ πιστεύει στὸ Χριστό, εἶνε ἡ σπουδαιοτέρα ἡμέρα τῆς ζωῆς της, ἡμέρα ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς γεννήσεώς της. Παίρνει τὸ ὄνομα Φωτεινή, καὶ ἕνας νέος κόσμος ἀνατέλλει τώρα μπροστά της. Ἡ μοιχαλίδα, ἡ ἁμαρτωλὴ ἐκείνη γυναίκα, γίνεται εὐαγγελίστρια – ὤ τῶν θαυμάτων σου, Χριστέ! Αὐτὴ τώρα θὰ καλέσῃ σὲ μετάνοια ὅλο τὸν κόσμο τῆς πόλεώς της καὶ ὅλη τὴν οἰκογένειά της. Θὰ τρέξῃ καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν πατρίδα της, σὲ ἄλλες χῶρες, γιὰ νὰ κηρύξῃ παντοῦ τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ. Καὶ πράγματι περιώδευσε ἐν συνεχείᾳ ὅλη τὴ Μικρὰ Ἀσία μέχρι τὶς ἀκτὲς τοῦ Αἰγαίου πελάγους. Ἔφθασε μάλιστα καὶ στὴν ὡραία ἑλληνικὴ πόλι τῆς Σμύρνης, ἡ ὁποία πρὸς τιμὴν τῆς εὐαγγελιστρίας αὐτῆς τοῦ Χριστοῦ εἶχε ἀνεγείρει κατόπιν μεγαλοπρεπέστατο ναὸ ἐπ᾿ ὀνόματί της, τὸ μητροπολιτικὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς. Ἡ Ἐκκλησία μας τὴν ἑορτάζει σήμερα, τετάρτη Κυριακὴ μετὰ τὸ Πάσχα.

* * *

Καταλάβατε, ἀγαπητοί μου, ποιά εἶνε ἡ δίψα τοῦ Θεανθρώπου; Ὁ Κύριος βάδισε χιλιόμετρα ὁλόκληρα γιὰ νὰ σώσῃ μία ψυχή. Κ᾿ ἐμεῖς; Δυστυχῶς ἀδρανοῦμε. Τί θά ᾿πρεπε νὰ κάνουμε; Μποροῦμε ὅλοι νὰ γίνουμε κήρυκες, ὁ καθένας στὸν κύκλο του, μέσα στὸ σπίτι μας, στὴ γειτονιά μας, στὴν ἐργασία μας, ἐκεῖ ποὺ περιμένουν ἀναρίθμητες ψυχὲς περιφρονημένες ἀπὸ τὸν κόσμο, κουρασμένες ἀπὸ τὶς θλίψεις καὶ τὰ βάσανα τῆς ζωῆς. Ἂς τὶς πλησιάσουμε καὶ ἂς τὶς ἀνακουφίσουμε μὲ τὰ ὡραῖα λόγια τοῦ Εὐαγγελίου. Νὰ τοὺς ποῦμε, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ἡ πηγὴ τοῦ ζῶντος ὕδατος, καὶ ἂν κάποιος πιῇ ἀπ᾿ τὸ δικό του τὸ νερό, δὲν θὰ ξαναδιψάσῃ ποτέ.
Ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸ ἐπιτύχουμε αὐτό, πρέπει νὰ πιοῦμε ἐμεῖς πρῶτοι ἀπ᾿ τὸ νερὸ τοῦ Χριστοῦ. Καὶ θὰ πιοῦμε – πότε; Ὅταν ἐκτελοῦμε τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἔχουμε ζωντανὴ σχέσι μὲ τὴν Ἐκκλησία, μὲ τὰ μυστήριά της, ὅταν διαδίδουμε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ βοηθοῦμε τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα ποὺ ἐργάζονται γιὰ τὴ διάδοσι τοῦ εὐαγγελίου. Ἔτσι καὶ ἐμεῖς θὰ ἔχουμε ἐλπίδα νὰ σωθοῦμε, ἀλλὰ καὶ θὰ μπορέσουμε κι ἄλλους νὰ σώσουμε, ὥστε ὅλοι νὰ κληρονομήσουμε τὴν οὐράνιο βασιλεία, τὴν ὁποία κληρονόμησε καὶ ἡ ἁγία Φωτεινή. Γένοιτο.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου στον ἱερό ναὸ [Κοιμήσεως Θεοτόκου\ Νέας Μεσημβρίας Γεφύρας – Θεσ/νίκης 15-5-1955)

ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Μαι 20th, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος

ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ

«Ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις· Δεῦτε δετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα»(Ἰωάν. 4,28-29)

ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣΚΑΤΩ στοὺς Ἁγίους Τόπους, ἀγαπητοί μου, ὄχι μακριὰ ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη ποταμό, ἦταν μία πόλι ποὺ ὠνομαζόταν Σιχάρ. Κατοικοῦνταν ἀπὸ Σαμαρεῖτες.
Οἱ Ἰουδαῖοι μισοῦσαν τοὺς Σαμαρεῖτες. Τοὺς θεωροῦσαν νόθα παιδιά. Οὔτε στὰ σπίτια τους πήγαιναν, οὔτε τὰ κορίτσια τους παίρνανε, οὔτε ἕνα ποτήρι νερὸ δὲν πίνανε ἀπ᾿ αὐτούς, οὔτε καλημέρα ἢ καλησπέρα δὲν τοὺς λέγανε. Δὲν περνοῦσαν οὔτε ἀπὸ τὰ χωράφια τους. Καὶ ἂν τύχαινε νὰ περάσῃ κανείς, τίναζε τὰ παπούτσια του.
Ὁ Χριστὸς ὅμως, νάτος, μπῆκε στὴ Σαμάρεια. Οἱ κάτοικοι αὐτῆς τῆς πόλεως δὲν εχανε ἀκούσει τίποτε γιὰ τὸ Χριστό. Δὲν ξέρανε τίποτε γιὰ τὸ Χριστό. Ποιός τοὺς ἔφερε κοντά Του; Οὔτε παπᾶς, οὔτε δεσπότης, οὔτε ἱεροκήρυκας, ἀλλὰ μιὰ γυναίκα.
Μήπως αὐτὴ ἡ γυναίκα ἤτανε καμμιὰ δασκάλα, καμμιὰ καθηγήτρια, καμμιὰ μορφωμένη ποὺ ἤξερε πολλὰ γράμματα; Ὄχι. Ἤτανε μιὰ ἀγράμματη καὶ μάλιστα ἁμαρτωλὴ γυναίκα. Πολὺ ἁμαρτωλή. Ἤτανε ἕνα κάρβουνο τοῦ διαβόλου, καὶ ὁ Χριστὸς τὸ ἔκανε διαμάντι. Τί μεγάλα θαύματα κάνει ὁ Χριστός! Καὶ σήμερα σ᾿ ὅλες τὶς ἐκκλησίες αὐτὴ τὴ γυναῖκα τὴν ἀγράμματη καὶ ἁμαρτωλὴ τιμοῦμε ὅλοι, παπᾶδες καὶ δεσποτάδες. Αὐτή, μόλις ἐγνώρισε τὸ Χριστό, ἔτρεξε καὶ εἶπε·
―Ἐλᾶτε, συγχωριανοί μου, νὰ δῆτε κάποιον, ποὺ μοῦ εἶπε ὅλα τὰ μυστικὰ τῆς καρδιᾶς μου. Μήπως εἶνε αὐτὸς ὁ Χριστός;
Ἔτρεξε ὅλο τὸ χωριὸ στὸ Χριστό, καὶ δὲν χόρταινε ν᾿ ἀκούῃ τὰ λόγια του. Ἔπεσαν στὰ πόδια του παρακαλώντας νὰ μείνῃ κοντά τους. Καὶ ἔμεινε ὁ Χριστὸς ἐκεῖ δυὸ μέρες. Καὶ πίστεψε ὅλο σχεδὸν τὸ χωριό τους.
Αὐτὰ λέει σήμερα μὲ ἁπλᾶ καὶ σύντομα λόγια τὸ Εὐαγγέλιο.

* * *

Καὶ ἡ Σαμαρείτισσα τί ἔγινε;
Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ πίστεψε στὸ Χριστὸ ἄλλαξε ζωή. Ἀπὸ Σαμαρείτισσα ἔγινε Φωτεινή. Ἀπὸ σκοτάδι ἔγινε φῶς, ἀπὸ σκοτεινὴ ἔγινε φωτεινή. Καὶ τί ἔκανε; Τ᾿ ἄφησε ὅλα, πῆρε ἕνα ῥαβδὶ καὶ περπατοῦσε σὲ βουνὰ καὶ ῥεματιὲς κηρύττοντας τὸ Χριστό, μὲ φλόγα. Ὅταν ἔλεγε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἔκλαιγε. Μετὰ τὴν σταυρικὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ πῆγε σὲ πολλὰ μέρη. Κατέληξε στὴ Σμύρνη. Καὶ ἐκεῖ κήρυξε τὸ Χριστό, καὶ βαπτισθήκανε πολλοὶ καὶ ἔγιναν Χριστιανοί. Γι᾿ αὐτὸ οἱ Σμυρνιῶτες κτίσανε πρὸς τιμήν της τὴν πιὸ ὄμορφη ἐκκλησία ποὺ ὑπῆρχε στὴ Μικρὰ Ἀσία. Ὁ ναὸς τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς ἦταν ὁ πρῶτος μετὰ τὴν Ἁγία Σοφία τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Στὴν ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς λειτούργησε γιὰ τελευταία φορὰ ὁ Χρυσόστομος Σμύρνης τὸ 1922, καὶ μετὰ ἔβαλαν φωτιὰ οἱ Τουρκαλάδες καὶ τὴν ἔκαψαν. Δὲν ὑπάρχει πιά.

* * *

Ποιός λοιπὸν ἔφερε τόσο κόσμο στὸ Χριστό; Μιὰ γυναίκα, ἡ ἁγία Φωτεινή.
Γι᾿ αὐτὸ ὅ,τι ἔκανε ἡ ἁγία Φωτεινή, νὰ κάνουμε κ᾿ ἐμεῖς.
―Μπᾶ, θὰ μοῦ πῆτε, ν᾿ ἀφήσουμε τὰ σπίτια μας, τὰ χωράφια μας καὶ τὶς δουλειές μας, νὰ πάρουμε ἕνα ῥαβδὶ καὶ νὰ τρέχουμε γιὰ νὰ κηρύττουμε τὸ Χριστό; Μὰ τρελάθηκες; Ἔχουμε γυναῖκα καὶ παιδιά…
Δὲν σοῦ λέω νὰ πᾷς νὰ κηρύξῃς τὸ Χριστὸ κάτω στὸ Νεῖλο ποταμὸ καὶ στὶς Ἰνδίες. Ἐδῶ, στὸ χωριό σου καὶ στὴν πόλι σου νὰ τὸν κηρύξῃς. Θὰ μοῦ πῇς·
―Μὲ ποιό τρόπο;
Θὰ σοῦ πῶ. Ἀπὸ τὸ πρωῒ ποὺ σηκώνεσαι μέχρι τὸ βράδι ἡ γλῶσσα σου δὲν σταματᾷ. Κουβεντιάζεις μὲ τὴ γυναῖκα σου, μὲ τὰ παιδιά σου, μὲ ὅλους. Κουβεντιάζεις στὸ καφενεῖο, στὴν πλατεῖα, παντοῦ. Ἂν μετρήσω τὶς λέξεις ποὺ λὲς ἀπ᾿ τὸ πρωῒ ὣς τὸ βράδι, εἶνε χίλιες λέξεις. Ἂν ψάξω μέσα στὶς χίλιες αὐτὲς λέξεις, θὰ βρῶ τὸ διαμάντι; Γιατὶ οἱ λέξεις ποὺ λένε οἱ ἄνθρωποι εἶνε χαλίκια καὶ ἄμμος. Διαμάντι εἶνε ὁ Χριστός. Εἶπες μιὰ λέξι γιὰ τὸ Χριστό; Μπά!
Ὅταν βάπτισα στὴ Φλώρινα τοὺς τσιγγάνους, ρωτῶ ἕναν ἔξυπνο γύφτο ἀπ᾿ αὐτούς·
―Τόσα χρόνια, ποὺ μένεις ἐδῶ στὴ Φλώρινα, δὲ μοῦ λές, ἄκουσες ποτὲ κανένα νὰ μιλάῃ γιὰ τὸ Χριστό;
―Ναί, μοῦ λέει, ἄκουσα· ὅταν τὸν βλαστημᾶνε!
Σ᾿ αὐτὴ τὴν κατάντια φτάσαμε· νὰ ἀκούεται τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας μόνο στὶς βλαστήμιες.
Γιὰ καλὸ ἡ λέξι Χριστὸς δὲν βγαίνει ἀπὸ τὰ χείλη σου. Κουβεντιάζεις γιὰ ὅλα· γιὰ τὰ γίδια, γιὰ τὰ χωράφια, γιὰ τὰ λεφτά, γιὰ τὶς καταθέσεις, γιὰ τὶς παντρειὲς καὶ τὰ διαζύγια. Γιὰ τὸ Χριστὸ δὲν μιλᾷς.
Τὸ νὰ μὴ μιλᾷς γιὰ τὸ Χριστό, ποὺ σοῦ δίνει τὸ φῶς, τὸν ἀέρα, τὸ ψωμί, τὰ πάντα, εἶνε ἁμαρτία, ἀχαριστία.
Ὅπως, λοιπόν, ἡ ἁγία Φωτεινὴ μιλοῦσε γιὰ τὸ Χριστό, ἔτσι νὰ μιλᾷς κ᾿ ἐσὺ γι᾿ αὐτόν.
Νὰ μιλᾷς μέσα στὸ σπίτι. Εἶσαι πατέρας; Ὅταν βραδιάσῃ, φώναξε τὴ γυναῖκα καὶ τὰ παιδιά σου, καὶ μίλα τους γιὰ τὸ Χριστό. Πάρε καὶ διάβασε τὸ Εὐαγγέλιο.
Θὰ πεθάνῃς μιὰ μέρα, καὶ ὅλα θὰ τὰ ξεχάσουν τὰ παιδιά, καὶ τὰ λεφτὰ καὶ τὰ πλούτη. Ἕνα δὲν θὰ ξεχάσουν ποτέ. Ὅτι τοὺς μιλοῦσες γιὰ τὸ Χριστό. Δὲν θὰ ξεχάσουν ποτὲ τὴ μάνα, τὸν πατέρα καὶ τὴ γιαγιά, ποὺ τοὺς μιλοῦσαν γιὰ τὸ Χριστό.
Δάκρυα μοῦ ἔρχονται στὰ μάτια ὅταν θυμᾶμαι τὸ πατρικό μου σπίτι. Μᾶς μιλοῦσαν γιὰ τὸ Χριστό.
Στὴ Ῥωσία ἄθεοι ἦταν. Καμπάνα δὲν χτυποῦσε, κήρυγμα δὲν ἐπιτρεπόταν, τὸ κατηχητικὸ ἀπαγορευόταν. Παιδάκι νὰ πλησιάσῃ παπᾶς δὲν τολμοῦσε. Στὰ σχολεῖα πολεμοῦσαν τὴν πίστι. Πῶς κρατήθηκε ἡ Ἐκκλησία; Ποιός δίδασκε τὰ παιδιὰ γιὰ τὸ Χριστό; Οἱ Ῥωσίδες μανάδες καὶ οἱ γιαγιάδες! Μακάρι νὰ πιστεύαμε ἐμεῖς ἐδῶ ὅπως ἐκεῖνες. Τὴ νύχτα, τὰ μεσάνυχτα, παίρνανε τὰ παιδιά, τὰ γονάτιζαν μπροστὰ στὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ τοὺς κάνανε μάθημα.
Στὸ ἄθεο ἐκεῖνο καθεστὼς ἔβλεπες στρατιῶτες καὶ ἀξιωματικοὺς καὶ δικαστὰς ποὺ πιστεύανε στὸ Χριστό. Καὶ ἀποροῦσαν οἱ ἄπιστοι, ποιός τοὺς δίδαξε τὴ θρησκεία!
Ὄχι μόνο δὲν ἔσβησε ἡ πίστι στὴ Ῥωσία, ἀλλὰ καὶ θριάμβευσε. Γιατί; Γιατὶ ὑπῆρχαν οἱ Σαμαρείτισσες.
Πάρτε λοιπὸν κ᾿ ἐσεῖς τὰ παιδιά σας καὶ μιλῆστε τους γιὰ τὸ Χριστό.
Θὰ γεράσῃς μιὰ μέρα καὶ θὰ πεθάνῃς. Ἀλλ᾿ ὅταν σὲ θυμᾶται τὸ παιδάκι, θὰ λέῃ· Ἄχ, καλή μου μάνα, ποὺ μοῦ σταύρωνες τὰ χεράκια καὶ μὲ μάθαινες τὴν προσευχή, εὐλογημένη νά ᾿σαι!
Ἐγὼ δὲν σᾶς λέω νὰ πᾶτε στὴν Ἀφρικὴ καὶ νὰ κηρύξετε τὸ Χριστό, ἀλλὰ μέσα στὸ σπίτι σας.
Σοῦ ἔδωσε τὴ γλῶσσα ὁ Θεὸς γιὰ νὰ μιλᾷς γιὰ τὸ Χριστό. Καὶ ἡ μαϊμοῦ ἔχει γλῶσσα, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ μιλήσῃ. Καὶ τὸν παπαγάλο μπορεῖς νὰ τὸν μάθῃς δυὸ – τρεῖς λέξεις, ἀλλὰ δὲν τὶς καταλαβαίνει. Ἀπ᾿ ὅλα τὰ ζωντανὰ μόνο ὁ ἄνθρωπος μιλάει. Καὶ εἶνε μεγάλο προνόμιο αὐτό.
Σοῦ ἔδωσε τὴ γλῶσσα ὁ Θεός, ὄχι γιὰ νὰ βρίζῃς, νὰ καταριέσαι καὶ νὰ στέλνῃς τὸ παιδί σου στὸ διάβολο· ὄχι γιὰ νὰ βλαστημᾷς καὶ νὰ κοτσομπολεύῃς, ὄχι γιὰ νὰ συκοφαντῇς καὶ νὰ αἰσχρολογῇς. Ὄχι γιὰ νὰ κάθεσαι μὲ τὶς ὧρες στὰ καφενεῖα καὶ στὶς τηλεοράσεις καὶ νὰ συζητᾷς τὰ ασχη ποὺ βλέπεις. Γιατὶ τότε δὲν  εἶσαι ἄνθρωπος, ἀλλὰ κτῆνος.
Σοῦ ἔδωσε τὴ γλῶσσα ὁ Θεός, γιὰ νὰ πῇς μόλις σηκωθῇς τὸ πρωΐ· Εὐχαριστῶ, Θεέ μου, ποῦ μοῦ ἔδωσες τὸ φῶς. Κι ὅταν ἔρθῃ τὸ μεσημέρι νὰ πῇς· Σ᾿εὐχαριστῶ, Θεέ μου, ποὺ μοῦ ἔδωσες τὸ ψωμί. Καὶ ὅταν βραδιάσῃ νὰ πῇς· Σ᾿ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, ποὺ μὲ φύλαξες ὅλη τὴν ἡμέρα.
Δὲς τὰ πουλάκια, ποὺ κελαϊδᾶνε καὶ λένε· Θεέ μου, σ᾿ εὐχαριστῶ.
Σήκω τὴν Κυριακὴ νὰ πᾷς στὴν ἐκκλησία καὶ νὰ ὑμνήσῃς τὸ Θεό.
Νὰ μιλᾷς γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ μόνο γιὰ τὸ Χριστό. Μὲ τὴ ζωή σου καὶ τὸ παράδειγμά σου. Τότε θὰ εἶσαι Χριστιανός. Ἀλλιῶς, δὲν θὰ εἶσαι Χριστιανός, ἀλλὰ θὰ εἶσαι χειρότερος ἀπὸ τοὺς Σαμαρεῖτες καὶ χειρότερος ἀπὸ τοὺς Τούρκους, χειρότερος ἀπ᾿ ὅλους.
Εθε ὁ Θεὸς τὰ λίγα αὐτά, ποὺ επαμε μὲ ἁπλᾶ λόγια, νὰ μᾶς φωτίσῃ νὰ τὰ κατανοήσουμε, καὶ μιμούμενοι κ᾿ ἐμεῖς τὴ Σαμαρείτισσα νὰ εμεθα πιστὰ καὶ ἀφωσιωμένα τέκνα τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Ἀμήν.

† Ὁ Φλωρίνης, Πρεσπῶν & Ἑορδαίας
Αὐγουστῖνος

Σιταρια 7-5-1972

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Μαι 9th, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Μυροφόρων  (Μᾶρκ. 15,43 – 16,8)

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ

Ο Χριστος Κεντρ. ιστΗ θρησκεία μας, ἀγαπητοί μου, δὲν εἶνε ἕ­να παραμύθι, ἕνα ψέμα. Εἶνε ἡ μόνη ἀλη­θινὴ στὸν κόσμο. Δὲν τὸ λέμε ἐμεῖς· τὸ ἀποδεικνύουν τὰ πράγματα, ἡ ἱστορία εἴκοσι αἰώνων. Εἶνε δέντρο ποὺ δὲν τὸ φύτεψε ἄνθρω­πος ἀλλὰ ὁ Θεός. Κι ὅ,τι φυτεύει ὁ Θεός, ὅλοι οἱ δαίμονες δὲν θὰ μπορέσουν νὰ τὸ ξερριζώσουν. Θὰ σπάσουν τὰ τσεκούρια τους ἐπάνω του, μὰ ἡ ῥίζα του μένει ἀνεκρίζωτος.

Εἶνε ἀληθινὴ ἡ θρησκεία μας, διότι αὐτὸς ποὺ τὴν ἵδρυσε δὲν εἶνε ἁπλῶς ἕνας μεγάλος ἄν­θρω­πος, ὅπως τόσοι ἄλλοι· εἶνε ὁ ἀληθι­νὸς Θεός. Ὅτι εἶνε ὁ Θεὸς τὸ ἀποδεικνύουν καὶ τὸ φωνάζουν τὰ ἄπειρα θαύματά του, ἡ ἁγία ζωή του, ἡ ἄφθαστη διδασκαλία του, καὶ τέλος τὸ ὅτι ὄντως ἀνέστη ἀπὸ τὸν τάφο. Τὸ χάρο καν­είς δὲ μπόρεσε νὰ τὸ νικήσῃ, οὔτε πλούσιος οὔτε ἐπιστήμονας οὔτε στρατηγὸς οὔτε βασι­λιᾶς. Τὸ χάρο πάλεψε καὶ τὸ νίκησε μόνο ὁ Χριστός· αὐτὸς εἶνε ὁ ἀληθινὸς Θεός.
Μὰ ἀφοῦ εἶνε ἀληθινὸς Θεός, θὰ ρωτήσε­τε, γιατί δὲν τὸν πιστεύουν ὅλοι; Δὲν θά ᾽πρε­πε νὰ ὑπάρχῃ οὔτε ἕνας ἄπιστος. Καὶ ὅμως ἀ­πὸ τὴν ὥρα ποὺ γεννή­θηκε καὶ βγῆ­κε στὸ δημόσιο βίο μέχρι ποὺ σταυρώθηκε καὶ ἀναστή­θηκε, ὁ κόσμος διαιρέθηκε ἀπέναντί του.

* * *

Πράγματι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν χωριστῆ σὲ δυὸ παρατάξεις. Ἄλλοι μισοῦν τὸ Χριστὸ ὅσο τίποτε ἄλλο καὶ ἄλλοι τὸν λατρεύουν. Ἄλλοι εἶνε μὲ τὸ μέρος του καὶ ἄλλοι ἐναντίον του.
Ποιοί τὸν μίσησαν; Τὸν μίσησε ὁ Ἡ­ρῴδης. Μόλις ὁ Χριστὸς γεννήθηκε μέσα στὰ ἄ­χυρα τοῦ στάβλου, αὐτὸς ταράχτηκε καὶ τρόχισε τὰ μα­χαίρια του νὰ τὸν σφάξῃ. Τὸν φθόνησαν ἔ­πειτα οἱ φαρισαῖοι καὶ γραμματεῖς, ὁ Ἄννας καὶ ὁ Καϊάφας οἱ ἀρχιερεῖς. Τέλος ὁ μὲν Πιλᾶ­τος τὸν ἀδίκησε, οἱ δὲ ῾Ρωμαῖοι στρατιῶτες τὸν σταύρωσαν. Ὅλοι αὐτοὶ τὸν μίσησαν.
Καὶ ποιοί τὸν ἀγάπησαν; Οἱ ταπεινοὶ τῆς γῆς. Οἱ βοσκοί, ποὺ φύλαγαν τὴ νύχτα στὴ Βη­θλεὲμ τὰ πρόβατά τους καὶ ἄκουσαν τὸ ὁ­λόγλυκο τραγούδι τῶν ἀγγέλων «Δόξα ἐν ὑ­ψί­στοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. 2,14). Καὶ μέχρι σήμερα τέτοιοι ἄνθρωποι τὸν ἀγαποῦν. Στὰ ψη­λὰ βου­νὰ τῆς Πίνδου γνώρισα τσοπάνηδες, ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ πᾶνε στὴν ἐκκλησιά, ἀλλ᾽ ἅμα ἄκουγαν ἀπὸ μακριὰ νὰ χτυπᾷ ἡ καμ­πάνα, τοὺς ἔβλεπες νὰ γονατίζουν στὰ ἐξωκκλήσια καὶ νὰ βρέχουν τὴ γῆ μὲ δάκρυα.
Τὸν ἀγάπησαν ἀκόμα οἱ ἄνθρωποι τοῦ μόχθου, οἱ ἐργατικοὶ ἄνθρωποι, οἱ δουλευτάδες, αὐτοὶ ποὺ κοπιάζουν καὶ μοχθοῦν στὴ γῆ. Τὸν ἀγάπησαν ἰδίως οἱ ψαρᾶδες τῆς Γαλιλαίας, ποὺ ἔρριχναν τὴ νύχτα τὰ δίχτυα τους, γιὰ νὰ πιάσουν ψάρια καὶ νὰ ζήσουν τὶς οἰκογένειές τους· αὐτοὶ τὸν πίστεψαν καὶ τὸν ἀκολούθησαν. Καὶ μέχρι σήμερα, περισσότερο κι ἀπ᾽ τοὺς βοσκοὺς καὶ τοὺς γεωργούς, τὸν πιστεύ­ουν αὐ­τοὶ ποὺ δουλεύουν στὴ θάλασσα, οἱ ναυτικοί, ποὺ πλέουν μέσ᾽ στὰ ἄγρια πελάγη. Σπανί­ως θὰ βρῇς ναυτικὸ ἄπιστο καὶ ἄ­θεο. Μπρὸς στὰ πελώρια κύματα, ἐκεῖ στὸν Ἀτλαντικὸ ὠκεανό, ὅταν ἡ τρικυμία μαίνεται, ἡ ἀθεΐα σβήνει. Ὅλοι λένε «Παναγία Δέσποινα…», «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…»· ὅλοι ἔχουν μέσ᾽ στὰ καράβια τους τὴν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Νικολάου, τὴν εἰ­κό­να τῆς Παναγίας, τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ.
Τὸν ἀγάπησαν λοιπὸν οἱ βοσκοὶ καὶ οἱ ἐρ­γα­τικοὶ ἄνθρωποι. Τὸν ἀγάπησαν ἀκόμα, περισ­σότερο ἀπὸ αὐτούς, – ποιοί; Τὰ παιδιά. Ὤ τὰ ἀθῷα παιδιά! Ἅμα ἔβλεπαν καὶ ἄκουγαν τὸ Χριστό, ἔτρεχαν πίσω του ὅπως τὰ ἀρνάκια πί­­σω ἀπὸ τὴν προβατίνα. Καὶ ὁ Χριστὸς τά ᾽παιρ­νε στὴν ἀγκαλιά του καὶ τὰ εὐ­λο­γοῦσε. Τὰ παι­διὰ ἦταν πάντα κοντά του. Τὴν ἡ­μέρα μάλιστα τῶν Βαΐων πῆραν κλαδιὰ στὰ χέρια καὶ ἔψαλλαν καὶ ὑμνοῦσαν τὸ Χριστό. Αὐτὸ προκάλεσε τὴν κακία τῶν ἀρχόν­των. Βλέπον­τας τὰ παιδιὰ καὶ τὸν κόσμο νὰ ζητωκραυγάζουν εἶπαν στὸ Χριστό· Πές τους νὰ σωπάσουν. Καὶ τότε ἐκεῖνος ἀπήντησε· Ἂν αὐτοὶ σωπάσουν, καὶ οἱ πέτρες θὰ φωνάξουν (Λουκ. 19,40).
Τὸν ἀγάπησαν ἐπαναλαμβάνω οἱ βοσκοί, οἱ ἐργατικοὶ ἄνθρωποι, οἱ ναυτικοί, τὰ ἀθῷα παιδιά. Τὸν ἀγάπησαν ―ἕνα σκαλὶ παραπάνω― ποιοί; Τὸ φωνάζει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο – τί νὰ κάνουμε, αὐτή εἶνε ἡ ἀλήθεια. Παραπάνω κι ἀ­πὸ τοὺς δώδεκα μαθητὰς ἀγάπησαν τὸ Χριστὸ οἱ γυναῖκες. Ποιές γυναῖκες; Ὄχι γυναῖ­κες τοῦ συρμοῦ, ἐκεῖνες ποὺ χόρευαν στὰ πα­λάτια τοῦ Ἡρῴδη ντυμένες στὸ μετάξι, στὴν πολυτέλεια καὶ στὸ λοῦσσο· ὄχι νυχτερίδες τοῦ διαβόλου σὰν αὐτὲς ποὺ φωλιάζουν τώρα στὰ κέντρα διασκεδάσεως. Ὄχι αὐτές. Ἄλλες γυναῖκες. Δόξα τῷ Θεῷ ὑπάρχουν πάντα. Εἶ­νε οἱ νοικοκυρές, οἱ μανάδες ποὺ γέννησαν κι ἀνέθρεψαν παιδιὰ καὶ ξέρουν τί θὰ πῇ ζωή.
Τὸ Χριστὸ ἀγάπησαν ἰδίως οἱ γυναῖκες ποὺ λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο· οἱ μυροφόρες. Αὐ­τές, ἐνῷ ἀκόμα ἦταν νύχτα καὶ κανείς δὲν τολμοῦσε νὰ βγῇ ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι κ᾽ ἐνῷ τὸν τάφο τοῦ Χριστοῦ φρουροῦσαν στρατιῶτες τῆς ῾Ρώμης, δὲν φοβήθηκαν οὔτε τῆς νύχτας τὰ σκοτάδια οὔτε τοὺς ῾Ρωμαίους στρατιῶτες οὔτε τοὺς γραμματεῖς καὶ φαρισαίους. Σὰν νὰ εἶχαν φτερὰ στὰ πόδια ―δὲν ἦταν γυναῖκες πλέον αὐτές, ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι ἦταν―, ἔφθασαν ἐκεῖ ποὺ ἦταν θαμμένος ὁ Χριστὸς καὶ ἔφεραν τὰ πολύτιμα δῶρα τους, τὰ μύρα.
Καὶ μέχρι σήμερα ἡ θρησκεία ―ἂς τὸ ποῦ­με― στηρίζεται στὴν καρδιὰ τῆς γυναίκας. Πηγαίνετε σὲ ὁποιαδήποτε ἐκκλησία, σὲ χωριὰ καὶ σὲ πόλεις· θὰ δῆτε, ὅτι τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ ἐκκλησιάσματος ἀποτελοῦν οἱ γυναῖκες. Αὐτὲς ἐκκλησιάζονται, νηστεύουν, ἐξομολογοῦν­ται, κοινωνοῦν. Οἱ ἄντρες εἶνε σκληροὶ σὰν τὸν Ἡρῴδη, τὸν Ἄννα καὶ τὸν Καϊάφα. Καμμιά γυναίκα δὲν βλέπουμε στὰ Εὐαγγέλια νὰ πρόδωσε τὸ Χριστό, καμμιά δὲν τὸν σταύρωσε, καμμιά δὲν τὸν βλαστήμησε. Ἄντρες τὰ ἔκαναν αὐτά· ἄντρας ἦταν ὁ προδότης, ἄντρας αὐτὸς ποὺ τὸν ἀρνήθηκε, ἄν­τρες αὐτοὶ ποὺ τὸν κάρφωσαν. Οἱ γυναῖκες ἦταν πάντα κοντὰ στὸ Χριστό. Καὶ θὰ μείνουν μέχρι τέλους. Καὶ ἂν ὁ κόσμος ἀλλάξῃ κ᾽ ἐγ­καταλείψουν ὅλοι τὸ Χριστό, κοντά του θὰ μείνῃ πάντα ἡ μανούλα του, ἡ γυναίκα, ἡ ἁγία γυναίκα. Αὐτὴ εἶνε ἡ θρησκεία μας, ἀγαπητοί.
Σᾶς εἶπα κατηγορίες ἀνθρώπων ποὺ ἀγάπησαν τὸ Χριστό· εἶνε οἱ βοσκοί, οἱ ἐργατικοὶ ἄνθρωποι ποὺ δουλεύουν στὴ γῆ καὶ στὴ θάλασσα, τὰ παιδιά, οἱ μυροφόρες γυναῖκες. Καὶ μόνο αὐτοί; Τὸν ἀγάπησαν ἀκόμη καὶ οἱ ἄγριοι. Ἄνθρωποι ἄξεστοι, ποὺ δὲν εἶχαν σχολειὰ καὶ πανεπιστήμια καὶ δὲν ἔμαθαν γράμματα, ποὺ ἔζησαν μὲ τραχύτητα καὶ ἦταν μαθημένοι στὸ ἔγκλημα καὶ τὸ φόνο. Ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγμα εἶνε ὁ ἅγιος Χριστοφόρος, ποὺ ἑορτάζει στὶς 9 Μαΐου. Ἦταν σὰν τὸ ἄγριο δέντρο, ποὺ ὁ Χριστὸς τὸ μπόλιασε καὶ ἔγινε ἥμερο. Ἀνῆκε σὲ οἰκογένεια ἀνθρωποφάγων. Ἦταν γίγαντας, ψηλὸς δυόμισυ μέτρα, μὲ γερὰ μπράτσα καὶ γροθιές. Τὸν πῆρε σωματοφύλακα ἕνας βασιλιᾶς. Μιὰ μέρα ὅ­μως εἶδε τὸ βασιλιᾶ νὰ τρέμῃ μπροστὰ σ’ ἕνα μάγο, ποὺ συνεργαζόταν μὲ τὸ διάβολο. Ἀφήνει λοιπὸν τὸ βασιλιᾶ καὶ πηγαίνει νὰ ὑπηρετήσῃ τὸ μάγο, ποὺ τὸν θεώρησε πιὸ δυνατό. Ἀργότερα ὅμως, περνώντας ἀπὸ μιὰ ἐκκλησία, εἶδε καὶ τὸ μάγο νὰ παραλύῃ μπροστὰ στὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ. Τότε ἄφησε καὶ τὸ μάγο καὶ ζήτησε νὰ ὑπηρετήσῃ τὸ Χριστό. Πίστεψε, μετανόησε, ἐξωμολογήθηκε, βαπτίστη­κε, ἔγινε Χριστιανὸς καὶ πῆρε τὸ ὄνομα Χριστοφόρος. Ἔζησε ζωὴ ἐνάρετη, ἔκανε θαύματα, καὶ τέλος μαρτύρησε γιὰ τὸ Χριστό.

* * *

Θὰ πῇ ἴσως κάποιος, ὅτι αὐτὰ συνέβαιναν σὲ ἄλλες ἐποχές, «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ». Λάθος. Καὶ σήμερα, ἀγαπητοί μου, βλέπουμε νὰ πιστεύουν στὸ Χριστὸ ἰθαγενεῖς τῆς ᾽Αφρικῆς καὶ τῆς Ἀσίας. Ἄγριοι, ποὺ τρῶνε ἀνθρώπους, δέχονται τὸ κήρυγμα καὶ βαπτίζονται στὸ ὄ­νομα τοῦ Χριστοῦ. Ἐκλεκτοὶ ἱεραπόστολοι, λαμπρὰ παιδιά, φθάνουν ἐκεῖ, μὲ κίνητρο ὄχι τὰ λεπτὰ ἀλλὰ τὸν πόθο νὰ φωτίσουν τοὺς ἐν σκότει. Διακινδυνεύουν μέ­σα σὲ ἀντίξοες συν­θῆκες, καὶ πολλοὶ θυσιάζονται. Κηρύττουν τὸ εὐαγγέλιο. Κι ὅταν οἱ ἄ­γριοι ἀκοῦνε γιὰ τὸ Χριστό, πολλὲς φορὲς κλαῖ­νε. Γίνονται Χριστιανοὶ καλύτεροι ἀπὸ μᾶς. Καὶ ὑπάρχει φόβος ἡ Ὀρ­θοδοξία νὰ φύγῃ ἀπὸ μᾶς τοὺς «πολιτισμένους» καὶ νὰ πάῃ στοὺς ἀγρίους.
Δόξα σοι, Χριστέ, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων! Τὰ ἄστρα θὰ πέσουν, ὁ ἥ­λιος θὰ σκοτισθῇ, ὁ κόσμος θὰ γίνῃ ἄνω – κά­τω, μὰ ὁ Χριστὸς θὰ μείνῃ. Ὅλα φωνάζουν· Αὐτὸς εἶνε ὁ ἀληθινὸς Θεός.
Παιδιὰ ποὺ μ᾽ ἀκοῦτε, ἀγαπῆστε τὸ Χριστὸ παραπάνω ἀπ᾽ τοὺς γονεῖς σας. Γυναῖκες ποὺ μ᾽ ἀκοῦτε, ἀγαπῆστε τὸ Χριστὸ παραπάνω ἀπ᾽ τοὺς ἄντρες σας. Ἄντρες ποὺ μ᾽ ἀκοῦτε, ἀγα­­πῆστε τὸ Χριστὸ παραπάνω ἀπ᾽ τὶς γυναῖκες σας. Ὅλοι ν᾽ ἀγαπήσουμε τὸ Χριστὸ πάνω ἀπ᾽ ὅλα. Γιατὶ ὁ Χριστὸς δὲν ἀπέθανε. Ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας. Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ἱερό ναὸ του Ἁγ. Χριστοφόρου κοιν. Ἁγ. Χριστοφόρου – Ἑορδαίας 9-5-1976)

Η ΡΙΖΑ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Μαι 9th, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου (Ἰωάν. 5,1-15)

Η ΡΙΖΑ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ

«Ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται» (Ἰωάν. 5,14)

`π. `αυγ. ιστΕΥΧΑΡΙΣΤΩ τὸ Θεό, ποὺ μὲ ἀξιώνει νὰ κηρύξω καὶ πάλι. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ δώσετε προσοχή. Τὰ λόγια θὰ εἶνε ἁπλᾶ καὶ σύντομα.
Ὑπῆρχε, ἀγαπητοί μου, ἐποχὴ ποὺ οἱ ἄν­θρωποι στὰ βουνὰ καὶ στὰ λαγκάδια τῆς πατρίδος μας δὲν ἤξεραν γράμματα πολλά, συχνὰ δὲν ἤ­ξεραν οὔτε τὴν ὑπογραφή τους νὰ βάλουν, δὲν εἶχαν σχολειὰ καὶ πανεπιστήμια καὶ ἀκαδημίες. Ἀλ­λὰ τί μὲ τοῦτο; Ἐκεῖνοι ἦ­ταν ἅγιοι ἄνθρωποι. Ἄ­ξιζαν παραπάνω ἀπὸ ἐ­πιστήμονες μὲ διπλώματα. Οἱ παπποῦδες μας εἶχαν τὴν πραγματικὴ σοφία. Γιατὶ ποιό εἶν᾽ ἐ­κεῖνο ποὺ ἔχει τὴν ἀξία; Δὲν περιφρονοῦμε τὰ γράμματα καὶ τὶς ἐπιστῆμες· ὁ Θεὸς τὰ ἔδωσε κι αὐτά. Ἐ­κεῖνο ὅμως ποὺ ζυγίζει περισσότερο εἶνε ἡ καρδιά, εἶνε ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Παλαιὰ στὰ σχολεῖα ἔγραφαν· «Ἀρχὴ σοφίας φόβος Κυρίου» (πρβλ. Σ. Σειρ. 1,14,18). Ἐφοβοῦντο τὸν Θεό, ἐσέβοντο τὸ ὄνομά του τὸ ἅγιο, τηροῦσαν τὶς ἐντολές του. Ἡ γιαγιὰ ἡ ἀ­γράμμα­τη δίδασκε, παιδαγωγοῦσε, μάλωνε καὶ τιμωροῦσε τὰ ἐγγόνια της· καὶ τότε αὐτὰ ἦταν ἀγγελούδια, καὶ εὐλογία Θεοῦ φτερούγιζε πάνω ἀπ᾽ τὴν πατρίδα μας.
Τώρα; Ἐπικρατεῖ ἀθεοφοβία. Ποῦ; Παντοῦ· καὶ στὸ σπίτι, καὶ στοὺς δρόμους, ἀκόμη καὶ στὴν ἐκκλησία. Μέσα στὸ ἅγιο βῆμα βλέπεις παιδιὰ νὰ μὴν κάθωνται ἥσυχα, νὰ γελᾶνε μπροστὰ στὴν ἁγία τράπεζα ποὺ τρέμουν οἱ ἄγγελοι. Ἀλλοίμονό μας. Θὰ πέσῃ φωτιὰ νὰ μᾶς κάψῃ. Ποιόν νὰ κατηγορήσω; τὸν παπᾶ, τὸν ἑαυτό μου, τοὺς δασκάλους, τὸ σχολεῖο, τοὺς γονεῖς, τὴν οἰκογένεια, τὴν κοινωνία;
Ἀθεοφοβία λοιπόν, λείπει ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἔτσι ὄχι μόνο μικρὰ ἀλλὰ καὶ μεγάλα ἁμαρτήματα (ὅπως ἡ μοιχεία, ἡ πορνεία, οἱ σαρκικὲς σχέσεις), ποὺ ἄλ­λοτε προκαλοῦσαν φρίκη, τώρα πιὰ θεωροῦνται πρόοδος καὶ ἐξ­έλιξις. Ἔφθασαν τὰ χρόνια πού, ὅπως λέει τὸ βιβλίο τοῦ Ἰώβ, θὰ πίνουν τὴν ἁμαρτία σὰν νερό (βλ. Ἰὼβ 15,16).
Εἶνε λοιπὸν ἡ ἁμαρτία παιχνιδάκι; Ὄχι· εἶ­νε φωτιὰ ποὺ καίει, εἶνε συμφορά, ὄλεθρος, καταστροφή. Φαίνονται ὑπερβολικὰ αὐτά; Ἂν φαίνωνται ὑπερβολικά, ῥίξτε μιὰ ματιὰ στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Ἀκούσατε τί εἶπε;

* * *

Ἐπάνω σ᾽ ἕνα κρεβάτι ἦταν ἕνας παράλυτος 38 ὁλόκληρα χρόνια. Τὸ κορμί του ἦταν μαρμαρωμένο. Ἔβλεπε τὰ πουλιὰ νὰ φτερου­­γίζουν, τὶς πεταλοῦδες τὰ πετοῦν, τὰ πρόβατα νὰ τρέχουν, τὰ παιδιὰ νὰ πηδοῦν, τοὺς γέρους νὰ περπατοῦν· ἔβλεπε ὅλη τὴ φύσι νὰ κινῆται. Αὐτὸς ὅμως ἦταν ἀκίνητος, βαρὺς σὰν τὸ μολύβι. Γιατί; ποιά ἡ αἰτία; Ἡ ἁμαρτία, ἡ ἀσωτία. Ἀπὸ τὴν ἄσωτη ζωὴ παρέλυσε τὸ νευρικό του σύστημα· οὔτε τὸ κουτάλι δὲν μποροῦσε νὰ σηκώσῃ.
Κι αὐτὸ δὲν συνέβη μόνο τότε σ᾽ αὐτόν. Δὲν πᾶτε στὸ ἄσυλο τῶν ἀνιάτων, στὸ φθισιατρεῖο, στὸ φρε­νοκομεῖο; Ἂν πλησιάσετε καὶ τεντώσετε τ᾽ αὐτί σας καὶ ἐξετάσετε τὴν κάθε περί­πτωσι, τὸν κάθε παράλυτο, τὸν κάθε φθι­σικό, τὸν κάθε διασαλευμένο, θὰ δῆτε ὅτι πίσω ἀ­πὸ κάθε ἀσθένεια, στὸ βάθος κάθε περι­πτώσεως, εἶνε ἡ ἁ­μαρτία. Κάποια παρεκτροπή, ποὺ φάνηκε στὴν ἀρχὴ γλυκειά, ὡδήγησε τὸ νέο καὶ τὴ νέα νὰ πέσουν μέσα στὸ λάκκο τῆς ἀσθενείας. «Τὰ ὀ­ψώ­νια τῆς ἁμαρτίας θάνατος», εἶπε ὁ ἀπόστολος Παῦλος (῾Ρωμ. 6,23), ὅ­ποιος ψωνίζει τὴν ἁμαρτία παίρνει θάνατο.
Ἡ ἁμαρτία δὲν καταστρέφει μόνο ἄτομα· καταστρέφει καὶ οἰκογένειες καὶ πόλεις καὶ κοινωνίες ὁλόκληρες.
⃝ Ἔχετε ἀκούσει γιὰ τὰ Σόδομα καὶ Γόμορρα; Ἦταν πόλεις ποὺ εἶχαν τὴν πιὸ πλούσια γῆ, καλλιέργειες καὶ κο­πάδια. Ἀλλὰ ἔφθασαν σὲ τέτοιο σημεῖο διαφθορᾶς, ὥστε μιὰ νύχτα τί ἔ­­γινε· ὁ Θεὸς ἀποφάσισε νὰ τὶς τιμωρήσῃ. Τὸ ἴδιο συμβαίνει πάντα. Ξέρετε πῶς ζοῦμε; Μᾶς κρατάει μέσ᾽ στὴ φούχτα του ὁ Θεὸς μὲ τὸ ἔλεός του. Δὲν μᾶς κρατᾶνε οὔτε παπᾶ­δες οὔτε δεσποτάδες οὔτε τίποτε ἄλλο. Ἐξεκλίναμε ὅλοι. Κάτι μικρὰ ἀθῷα παιδιὰ ἑλκύουν ἀκόμα τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἂν λείψῃ τὸ ἔ­λεος αὐτό, σβήσαμε. Ἐκεῖ λοιπὸν ποὺ γλεν­το­κοποῦσαν τὰ Σόδομα, ἔπεσε φωτιά, λαμ­πά­διασε ὁ τόπος, κάηκαν τὰ πάντα· ἄνοιξε ἔπειτα ἡ γῆ καὶ κατάπιε τὰ ἐρείπια σὲ βάθος· καὶ τέλος τὸ νερὸ κάλυψε τὰ πάντα, καὶ ἔτσι ἔγινε μία λίμνη, νεκρὰ λίμνη. Αὐτὴ εἶνε ἡ Νεκρὰ Θάλασσα· ψάρι ἐκεῖ δὲν ζῇ, πουλὶ δὲν πετάει, ἴ­χνος ζωῆς δὲν ὑπάρχει· οὔτε τὰ σπίτια οὔτε τὰ παλάτια οὔτε τὰ πλούτη οὔτε οἱ ὀμορφιές. Καὶ ποιά ἡ αἰτία τῆς καταστροφῆς; Τὰ ἁμαρτήματα. Ποιά ἁμαρτήματα; Ντρέπομαι νὰ τὰ ὀ­νομάσω. Ἁμαρτήματα ὄχι μεταξὺ ἀνδρὸς καὶ γυναικός· ἁ­μαρτήματα φρικτά, ἀνομολόγητα. Αὐτὰ κατέστρεψαν τὰ Σόδομα καὶ Γόμορρα.
⃝ Πᾶμε παραπέρα. Πάνω στὸν Εὐφράτη ποταμὸ ἦταν μία μεγάλη πόλις ποὺ τὴν ἔλεγαν Βαβυλώνα. Τί ἦταν ἡ Βαβυλώνα; Ἡ πρωτεύουσα τοῦ κράτους τῶν Βαβυλωνίων, ποὺ τὴν διέσχιζε ὁ ποταμός. Ἦταν, θὰ ἔλεγε κανείς, τὸ Παρίσι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· ὅπως τὸ Παρίσι ἔχει τὸ Σηκουάνα, ἔτσι ἡ Βαβυλώνα εἶχε τὸν Εὐφράτη. Καὶ τί δὲν εἶχε ἡ Βαβυλώνα· τί παλάτια, τί δρόμους, τί πλατεῖες, τί κήπους κρεμαστούς (δηλαδὴ περιβόλια πάνω σὲ ταράτσες)! Μιὰ νύχτα ὅμως, ἐκεῖ ποὺ χόρευαν στὰ ἀνάκτορα καὶ ὠργίαζαν, μπῆκε ὁ ἐχθρὸς κάτω ἀπὸ τὶς πόρτες, κάτω ἀπὸ τοὺς ὑπονόμους, καὶ τοὺς κατέσφαξε. Οἱ κρεμαστοὶ κῆ­ποι ποτίστηκαν ὄχι πιὰ μὲ νερὸ ἀλλὰ μὲ αἷμα. Στὸ δρόμο τὰ κεφάλια κομμένα, ὁ θρόνος κατεστραμμένος. Σεισμὸς κατόπιν βούλιαξε τὴ Βαβυλῶνα. Αἰῶνες τώρα μένουν θαμμένα ἐ­κεῖ τὰ ἐρείπιά της. Οἱ ἀρχαιολόγοι ξοδεύουν δολλάρια καὶ σκάβουν νὰ βροῦν ποῦ ἦταν τὰ παλάτια καὶ ποῦ ἦταν τὰ δικαστήρια καὶ ποῦ τὰ ἄλλα κτήρια. Καὶ γιατί ἔγινε ἡ καταστροφή; Γιὰ τὴν ἁμαρτία, γιὰ τὴν πολυτέλεια μὲ τὴν ὁποία ζοῦσε ἡ ἄρχουσα τάξις.
⃝ Δὲν πᾶτε νὰ δῆτε καὶ τὰ Ἰεροσόλυμα, τὴν πόλι τοῦ Θεοῦ, τὴν ἐκλεκτὴ πόλι; Καὶ ἐκεῖ ἦρ­θε ὥρα ποὺ πάνω ἀπὸ τὰ σπίτια καὶ τὰ μέγαρα τῶν ἀρχιερέων πέρασε ἀλέτρι. Γιατί; Διότι ἦταν ἡ πόλις ἡ προφητοκτόνος καὶ θεοκτόνος· ἐκεῖ ἐφόνευσαν προφῆτες καὶ ἐκεῖ πρὸ παντὸς σταύρωσαν τὸ Χριστό. Γι᾽ αὐτὸ τιμωρήθηκαν καὶ δὲν ἔμεινε λίθος ἐπὶ λίθον.

* * *

Βλέπετε λοιπόν, ἀδελφοί μου; Ὅπου νὰ στραφοῦμε καὶ νὰ ἐξετάσουμε, εἴτε στὰ ἄτομα εἴτε στὶς οἰκογένειες εἴτε στὶς πολιτεῖες εἴτε στὰ κράτη, ἕνα εἶνε τὸ συμπέρασμα· ἡ ἁ­μαρτία εἶνε ὄλεθρος.
Καὶ ὅμως· ἂν πιάσω ἑκατὸ ἀνθρώπους καὶ τοὺς ρωτήσω «ποιό εἶνε τὸ πιὸ μεγάλο κακὸ στὸν κόσμο;», ὁ ἕνας θὰ μοῦ πῇ ἡ ἀνεργία, ὁ ἄλλος ἡ οἰκονομικὴ κρίσι, ὁ ἄλλος ἡ φτώχεια, ὁ ἄλλος ἡ φωτιά – ἡ πυρκαϊά, ὁ ἄλλος ὁ σεισμός, ὁ ἄλλος ὁ πνι­γμός, ὁ ἄλλος ἡ ἀσθένεια – ὁ καρκίνος…. Ὄχι, ἀγαπητοί μου, ἐγὼ διαφωνῶ. Τὸ μεγαλύτερο κακὸ δὲν εἶνε κανένα ἀπὸ αὐτά· τὸ ὑπ᾽ ἀριθμὸν ἕνα κακὸ εἶνε ἡ ἁ­μαρτία. Τὸ καταλαβαίνουμε αὐτό; Ἄμποτε νὰ ἔλθῃ Πνεῦμα ἅγιο, ν᾽ ἀνοίξῃ τὶς καρδιὲς νὰ τὸ κατα­λάβουμε ὅλοι. Ἡ ἁμαρτία εἶνε τὸ μεγάλο κακό, ἡ ῥίζα ὅλων τῶν κακῶν. Αὐτὴ ὅπου πάει φέρνει καταστροφή. Μπῆκε ἡ ἁμαρτία – ἡ δυσ­πιστία στὸ ἀντρόγυνο; γλυκὸ ψωμὶ δὲν θὰ τρῶνε. Ἡ ἁμαρτία ξαφρίζει πορτοφόλια, ξεθεμελιώνει σπίτια, καταστρέφει τὸ πᾶν.
Ἀνοῖξτε τὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ διαβάστε τί λέει ἡ Σοφία Σειράχ· «Ὡς ἀπὸ προσώπου ὄφεως φεῦγε ἀπὸ ἁμαρτίας», φεῦγε μακριὰ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ὅπως φεύγεις ὅταν βλέπῃς φίδι (Σ.Σειρ. 21,2). Σᾶς ὁμιλῶ ὡς κληρικὸς ποὺ πιστεύω στὸ Θεὸ καὶ στὸ Εὐαγγέλιο. Φορῶ πετραχήλι καὶ σᾶς συνιστῶ. Εἴμαστε Χριστιανοὶ καὶ ὀφείλουμε νὰ σταθοῦμε συνεπεῖς. Δὲν θὰ παίζουμε μὲ τὸ Θεό. Δὲν θ᾽ ἀκοῦμε στὴν ἐκ­κλησία τὸν Ἀπόστολο καὶ τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ μετὰ ἔξω θὰ πράττουμε τὰ ἀντίθετα. Δὲν θὰ εἴμαστε σὰν τὰ βατράχια ποὺ εἶνε ἄλλοτε στὸ νερὸ καὶ ἄλλοτε στὴν ξηρά.
Ἄντρες καὶ γυναῖκες, νέοι καὶ νέες, γέροι καὶ γριές, γονεῖς καὶ παιδιά· νὰ πᾶτε στὸ σπιτάκι σας, νὰ μαζέψετε ὅλο ἐκεῖνο τὸ βρώμικο ὑλικό, ἔντυπα καὶ εἰκόνες καὶ ὅ,τι ἄλλο, ποὺ ἀντιστρατεύεται στὸ νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ ποὺ τὸ κράτος ὤφειλε ν᾽ ἀπαγορεύῃ τὴν κυκλοφο­­ρία τους κι ὄχι νὰ ἐπιτρέπῃ νὰ πλουτίζουν ἀ­πὸ τὸ ἐμπόριό τους ὡρισμένοι κακοποιοί, καὶ νὰ βάλετε μία ἅγια φωτιὰ νὰ τὰ κάψετε. Καὶ μετὰ νὰ πάρετε στὰ χέρια σας πάλι τὰ Εὐ­αγγέλια τοῦ Χριστοῦ μας καὶ τὰ συναξάρια τῶν ἁγίων μας. Νὰ ἐπανέλθουμε στὴν παλαιά μας σειρά, ὅπως ζοῦσαν οἱ γενεὲς τῶν προγόνων μας, στὰ παλαιά μας χρόνια. Νὰ ζήσουμε σὰν Χριστιανοί, ὀρθόδοξοι Χριστιανοί. Κι ὅταν φτά­σῃ ἡ τελευταία στιγμὴ τῆς ζωῆς μας, νὰ ποῦ­με ὅλοι μας· «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλ­θῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42)· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Γεωργίου Κυνοσάργους – Ἀθηνῶν τὴν 8-5-1960

 

Πασχαλινος χαιρετισμος

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Μαι 9th, 2013 | filed Filed under: εορτολογιο, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

TΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

ΠΑΣΧΑΛΙΝΟΣ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ

Πασχαλινός χαιρετισμός

«Ηγέρθη ο Kύριος όντως»

(Λουκ. 24,34)

THN αγία αυτή η μέρα της Aναστάσεως ο γέρων επίσκοπος απευθύνω εγκάρδιο πασχαλινό χαιρετισμό προς όλους τους εγγύς και τους μακράν.
-Tο πρώτο «Xριστός ανέστη» πρέπει να το πούμε, αδέρφια μου, στα προσφιλή  μας πρόσωπα που δεν υπάρχουν σήμερα στη ζωή· να το πούμε στους νεκρούς μας. Tους απέσπασε από κοντά μας ο χάρος, διέβησαν την γέφυρα της αιωνιότητος, και αναπαύονται στα ιερά κοιμητήριά μας. Oι προσφιλείς μας νεκροί όμως δεν εξέλιπαν. Πέθαναν μόνο κατά το σώμα, κατά το φαινόμενο, στην πραγματικότητα δεν έπαυσαν να ζουν. Bρίσκονται στο υπερπέραν. K’ εκεί, μαζί με αγίους αγγέλους και αρχαγγέλους, ψάλλουν το «Xριστός ανέστη». O θάνατος δεν είναι μηδενισμός, όχι. Aν θέλετε να μιλήσουμε με γλώσσα επιστημονική, ο θάνατος είναι ένας μετασχηματισμός. Kαι αν θέλετε να μιλήσουμε με γλώσσα εκκλησιαστική, με τη γλώσσα της σημερινής υμνολογίας, ο θάνατος είναι «διαβίβασις», πέρασμα, «εκ γης προς ουρανόν» (Kανών Πάσχα, α΄ ωδή, 1ο τροπάριο). Για το ότι θ’ αναστηθούν οι νεκροί, πρέπει να είμεθα βέβαιοι εκατό τοις εκατό. Όπως ανέστη ο Kύριος, έτσι θ\ αναστηθούν και οι προσφιλείς μας νεκροί. προς τους νεκρούς λοιπόν, που αναπαύονται στα ιερά κοιμητήριά μας, απευθύνουμε τον πρώτο πασχάλιο χαιρετισμό. Read more »