Αυγουστίνος Καντιώτης



Archive for the ‘ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ’ Category

ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Φεβ 18th, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω (Ματθ. 25,31-46)

ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

«Καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθ. 25,32)

ΣΥΝΑΧΘΗΣΟΝΤΑΙΧΘΕΣ, ἀγαπητοί μου, ψυχοσάββατο, μνήμη δηλαδὴ τῶν προσφιλῶν μας νεκρῶν. Σήμερα Κυριακή, Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω.
Τί εἶνε ἀπόκρεως; Ἀπόκρεως ίσον ἀποχαιρετισμὸς τῆς κρεοφαγίας, προοίμιο τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης τεσσαρακοστῆς, προανάκρουσμα γιὰ ἀγῶνες πνευματικούς. Ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ κόσμος, μὲ τὴ σατανικὴ ἰδέα ὅτι τὶς μέρες αὐτὲς ὅλα ἐπιτρέπονται, ἐκτρέπεται σὲ μεγάλες ἁμαρτίες. Σήμερα λοιπόν, ποὺ πολλοὶ ὀργιάζουν, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ὥρισε νὰ διαβάζεται στοὺς ναοὺς τῆς Ὀρθοδοξίας τὸ φοβερώτερο εὐαγγέλιο ὅλου τοῦ χρόνου, τὸ εὐαγγέλιο τῆς μελλούσης κρίσεως. Ὅποιος τ᾿ ἀκούει κ᾿ ἔχει μέσα του ἕνα μόριο πίστεως καὶ λογικῆς, τρέμει.
Τὸ εὐαγγέλιο μᾶς προειδοποιεῖ ὅλους. Θὰ γίνῃ κρίσις, δικαστήριο παγκόσμιο, κι ὁ δικαστὴς ποὺ θὰ μᾶς κρίνῃ εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Θὰ χωριστῇ ἡ ἀνθρωπότης σὲ δυὸ μεγάλες παρατάξεις· ἀπὸ τὴ μιὰ οἱ δίκαιοι, ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί. Καὶ θ᾿ ἀκουστοῦν δύο τελεσίδικες – ἀμετάκλητες ἀποφάσεις· ἡ μία «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν…», ἡ ἄλλη «Πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον…», στὴν αἰώνια κόλασι (Ματθ. 25,34,41).
―Κόλασις; Ποιός πιστεύει σήμερα κόλασι!
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέει· Θὰ ἤθελα κ᾿ ἐγὼ νὰ μὴν ὑπάρχῃ, γιατὶ εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ τὴ φοβοῦμαι· καὶ ὅμως ὑπάρχει κόλασις. Ὅσο βέβαιο εἶνε ὅτι ὑπάρχει νύχτα, τόσο βέβαιο εἶνε ὅτι ὑπάρχει κόλασις, κρίσις καὶ ἀνταπόδοσις.
Ποῦ τὸ στηρίζουμε αὐτό; Μήπως εἶνε ἕνας μῦθος μὲ τὸ ὁποῖο ἐμεῖς οἱ κληρικοὶ ἀποκοιμίζουμε τὸ λαό; Ἡ ἀλήθεια τῆς μελλούσης κρίσεως καὶ ἀνταποδόσεως ἔχει ἰσχυρὰ στηρίγματα. Τὸ ἕνα εἶνε, ὅτι τὸ φωνάζει ἡ δικαιοσύνη. Τὸ ἄλλο, ὅτι τὸ φωνάζει ὅλος ὁ κόσμος. Καὶ τὸ τρίτο καὶ σπουδαιότερο, ὅτι τὸ βεβαιώνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ἐπιτρέψτε μου αὐτὰ νὰ τὰ ἀναλύσω.

* * *

ϗ Εἶπα, ὅτι τὸ φωνάζει ἡ δικαιοσύνη. Διότι ἡ δικαιοσύνη εἶνε ατημα παγκόσμιο. «Δικαιοσύνην μάθετε, οἱ ἐνοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς» (Ἡσ. 26,9), ψάλλει ἡ Ἐκκλησία τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα.
Ἀλλὰ ποῦ δικαιοσύνη; Ἂν ῥίξουμε ἕνα βλέμμα καὶ στὴ δική μας κοινωνία ἀλλὰ καὶ σὲ παγκόσμιο κλίμακα, στὶς διεθνεῖς σχέσεις τῶν λαῶν, θὰ δοῦμε ὅτι δικαιοσύνη δὲν ὑπάρχει. Δὲ᾿ βασιλεύει ὁ νόμος τοῦ Χριστοῦ μας, τὸ «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (Ἰωάν. 13,34). Στὶς κοινωνίες μας, παρ᾿ ὅλα τὰ ἐπιτεύγματά τους, βασιλεύει ὁ νόμος τῆς ζούγκλας ὅτι «τὸ μεγάλο ψάρι τρώει τὸ μικρό». Ἐγκλήματα γίνονται καθημερινῶς σὲ ὅλες τὶς χῶρες· ἐγκλήματα ἐκτελεσμένα μὲ τέτοια ἐντέλεια, ποὺ κι ὁ ἱκανώτερος ἀστυνόμος νὰ μὴ μπορῇ νὰ τὰ ἐξιχνιάσῃ. Ὁ ἔνοχος μένει ἀσύλληπτος, περιγελᾷ καὶ περιπαίζει τὶς ἀρχές. Οἱ δρᾶσται περιφέρονται ἀσύλληπτοι, μερικὲς φορὲς τιμῶνται κιόλας!
Ὑπάρχουν ἐγκλήματα ἀτιμώρητα. Ἄλλοι βλαστημοῦν τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια, ἄλλοι στὰ δικαστήρια ὁρκίζονται στὸ Εὐαγγέλιο, γυναῖκες ἀφήνουν τοὺς ἄντρες τους καὶ συζοῦν μὲ ἄλλους, ἄντρες ἀφήνουν τὶς γυναῖκες τους καὶ ζοῦν μετὰ παλλακίδων, ἄλλοι σκληροὶ κι ἀπάνθρωποι ῥουφοῦν τὸ αἷμα τοῦ φτωχοῦ καὶ κάνουν περιουσίες…, καὶ ὅλοι αὐτοὶ μένουν ἀτιμώρητοι. Ἀτιμώρητα τὰ ἐγκλήματα. Ἡ ἀνθρώπινη δικαιοσύνη ἀποδεικνύεται ἀνίσχυρη. Εἶνε, ὅπως ἔλεγε ἕνας ἀρχαῖος φιλόσοφος, ἕνα ἀραχνόπανο ποὺ πιάνει μυγάκια, μὰ οἱ σφῆγκες τὸ σχίζουν καὶ περνοῦν. Ἡ ἀνθρώπινη δικαιοσύνη συλλαμβάνει τὰ μικρὰ καὶ ἀσήμαντα· τὰ μεγάλα ἐγκλήματα μένουν ἀτιμώρητα.
Καὶ τί θὰ γίνῃ λοιπόν; αὐτοὶ θὰ μείνουν ἀτιμώρητοι αἰωνίως; Ὄχι! διαμαρτύρεται ἡ συνείδησις. Τὸ ἔνστικτο τοῦ δικαίου, ποὺ ὁ Θεὸς φύτευσε μέσα μας, φωνάζει, ὅτι ὁπωσδήποτε θὰ ἔρθῃ μέρα ποὺ οἱ ἐγκληματίες τῶν «τελείων» ἐγκλημάτων, οἱ παραβάτες τῶν ἠθικῶν διατάξεων, θὰ συλληφθοῦν στὰ δίχτυα τῆς ἀδεκάστου δικαιοσύνης. Ἂν ὑπάρχῃ Θεὸς ―καὶ ὑπάρχει Θεός―, θ᾿ ἀπονείμῃ τὸ δίκαιο, θὰ τιμωρήσῃ τὸ ἔγκλημα καὶ θ᾿ ἀμείψῃ τὴν ἀρετή.
ϗ Ἀλλ᾿ ὅτι ὑπάρχει κρίσις καὶ ἀνταπόδοσις τὸ φωνάζουν οἱ ἄνθρωποι ὅλης τῆς γῆς. Σ᾿ ὅλο τὸν πλανήτη μας παλαιότεροι καὶ νεώτεροι, ὅλοι ―μὲ ὡρισμένες παραλλαγές― ἔχουν τὸ διο ἔνστικτο, τὴν δια ἰδέα, τὴν δια παράδοσι.
Ἕνα ὑπενθυμίζω· ὅταν τὸ δικαστήριο τῶν Ἀθηνῶν ἀδίκως κατεδίκασε εἰς θάνατον τὸν Σωκράτη, ποὺ ἀναγκάστηκε νὰ πιῇ τὸ κώνειο, τότε ἐκεῖνος εἶπε· Φεύγω καὶ πηγαίνω σ᾿ ἕναν ἄλλο κόσμο· ἐκεῖ ὑπάρχουν δικασταὶ ἀμερόληπτοι, ὁ Αἰακός, ὁ Μίνως, ὁ Ραδάμανθυς· αὐτοὶ ἐκεῖ θὰ μοῦ ἀποδώσουν δικαιοσύνη. Πιστεύω στὴ θεία δικαιοσύνη, ὄχι στὴν ἀνθρώπινη.
ϗ Ναί, ὑπάρχει κρίσις καὶ ἀνταπόδοσις. Τὸ ἀπαιτεῖ τὸ ασθημα τοῦ δικαίου, τὸ φωνάζουν οἱ παραδόσεις ὅλων τῶν λαῶν. Ἀλλὰ τὸ μεγαλύτερο ἐπιχείρημα εἶνε ἡ μαρτυρία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὅλοι ψεύδονται, ὅλοι σφάλλουν, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς δὲν ἔσφαλε. Ὅ,τι εἶπε βγῆκε ἀληθινό, ὅ,τι προφήτευσε ὅλα πραγματοποιήθηκαν. Προφήτευσε, ὅτι ὁ ναὸς τοῦ Σολομῶντος, τὸ καύχημα τῶν Ἑβραίων, θὰ καταστραφῇ καὶ δὲ᾿ θὰ μείνῃ «λίθος ἐπὶ λίθον» (Ματθ. 24,2)· καὶ ὄντως κατεστράφη. Προφήτευσε, ὅτι οἱ δώδεκα ψαρᾶδες θὰ γίνουν παγκόσμιοι διδάσκαλοι καὶ τὸ κήρυγμά τους θὰ φτάσῃ σὲ ὅλη τὴ γῆ· καὶ ὄντως σήμερα κοντεύει νὰ γίνῃ γνωστὸ σχεδὸν παντοῦ. Προφήτευσε, ὅτι ἡ Ἐκκλησία του θὰ πολεμηθῇ ἀπὸ ὅλες τὶς δυνάμεις τοῦ ᾅδου μὰ δὲ᾿ θὰ νικηθῇ· καὶ πράγματι οἱ τόσοι διωγμοὶ δὲν τὴν ἀφάνισαν. Μέχρι σήμερα, ὅ,τι εἶπε βγῆκε ἀληθινό· ἔτσι καὶ ὁ λόγος του αὐτός, ὅτι θά ᾿ρθῃ ἡ ὥρα ποὺ ὁ Θεὸς θὰ δικάσῃ τὸν κόσμο, θὰ πραγματοποιηθῇ.
Πότε θὰ γίνῃ αὐτό; ποιά μέρα; ποιά ὥρα; ποιά στιγμή; Ἄγνωστον. Ὅπως εἶνε ἄγνωστη ἡ ὥρα τοῦ σεισμοῦ, ἔτσι καὶ ἡ ἡμέρα τῆς κρίσεως. Σὲ μιὰ ὥρα ποὺ γλεντοῦν καὶ ὀργιάζουν, ποὺ βλαστημοῦν τὸ Θεό, ποὺ κλέβουν καὶ ἀτιμάζουν, ποὺ ἀσχημονοῦν καὶ κυλιοῦνται στὸ βόρβορο, τέτοια ὥρα θὰ ἔρθῃ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς γιὰ νὰ μᾶς κρίνῃ.
Πῶς θὰ γίνῃ ἡ κρίσις; Ἡ Γραφὴ μὲ φοβερὲς εἰκόνες λέει τί θὰ προηγηθῇ. Ὁ ἥλιος θὰ σκοτισθῇ, θὰ σβήσῃ σὰν κερί. Τὰ ἄστρα θὰ πέσουν σὰν τὰ φύλλα τοῦ δέντρου στὸ σφοδρὸ ἄνεμο, τὰ βουνὰ θὰ λειώσουν σὰν μολύβι, τὰ ποτάμια θὰ ξεραθοῦν. Καὶ τότε θὰ φανῇ σημεῖον μέγα, ὁ τίμιος σταυρός. «Ὄψονται εἰς ὃν ἐξεκέντησαν», ἀκοῦμε τὴ Μεγάλη Παρασκευή (Ἰωάν. 19,37)· ὅτι θὰ δοῦν, λέει, τὸ σημεῖον τοῦ Ἐσταυρωμένου. Ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι θὰ συνοδεύουν, καὶ τότε θὰ παρουσιασθῇ ὁ Κριτὴς τοῦ κόσμου· ὄχι πλέον ὡς ἀδύναμο νήπιο, ἀλλὰ ὡς κυρίαρχος τοῦ σύμπαντος. «Ὁποία ὥρα τότε», ἀδελφοί μου!
«Καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθ. 25,32). Ἄνθρωποι φτωχοὶ καὶ ἄσημοι, ἀλλὰ καὶ ἐπίσημοι· βασιλεῖς, αὐτοκράτορες καὶ τύραννοι ποὺ σκόρπισαν τὸν τρόμο καὶ τὸ φόβο, ἀλλὰ καὶ φτωχοὶ καὶ ἀπένταροι ποὺ δὲν ἔχουν ψωμὶ νὰ φᾶνε· ῥακένδυτοι καὶ ζητιάνοι, ἀλλὰ καὶ πλούσιοι ποὺ διασκεδάζουν μὲ πολυτέλεια καὶ χλιδή· ἀγράμματοι ποὺ δὲ᾿ μποροῦν νὰ βάλουν τὴν ὑπογραφή τους, ἀλλὰ καὶ ἐπιστήμονες, Πλάτωνες καὶ Ἀριστοτέληδες καὶ Ἀϊνστάιν· γυναῖκες ἀλλὰ καὶ ἄντρες· μικρὰ παιδιά, ἀλλὰ καὶ ἀσπρομάλληδες γέροντες· Ἀνατολὴ καὶ Δύσι, Βορρᾶς καὶ Νότος, ὅλες οἱ γλῶσσες καὶ οἱ φυλές, ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ μέχρι τὸν τελευταῖο θνητό, ὅλοι σὰν θάλασσα μὲ ἄπειρα κύματα, θὰ εμεθα ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Καὶ ὁ Χριστὸς θὰ δικάσῃ· καὶ θὰ πῇ στοὺς μὲν «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου…», στοὺς δὲ «Πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον…» (ἔ.ἀ.).
Ἀπίστευτα αὐτά; Ἀλλὰ εἶνε πραγματικότης. Ὅσο βέβαιο εἶνε ὅτι αὔριο ξημερώνει Δευτέρα, ἔτσι εἶνε βέβαιο κι ὅτι θὰ ἔρθῃ ἡ ἡμέρα ἐκείνη. «Ἔστι δίκης ὀφθαλμὸς ὃς τὰ πάνθ᾿ ὁρᾷ», ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας. Ὑπάρχει ἕνα μάτι ποὺ τὰ βλέπει ὅλα, ἕνα αὐτὶ ποὺ τ᾿ ἀκούει ὅλα, κ᾿ ἕνα χέρι ποὺ τὰ γράφει ὅλα. Ναί, θὰ ἔρθῃ ἐκείνη ἡ στιγμή.

* * *

Ἀδελφοί μου! Κ᾿ ἐγὼ ποὺ τὰ λέω κ᾿ ἐσεῖς ποὺ τ᾿ ἀκοῦτε νὰ προετοιμαστοῦμε γιὰ τὴν ἡμέρα αὐτή. Νὰ ἔχουμε ἕτοιμη τὴν ἀπολογία μας ἐνώπιον τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ὁ Θεὸς διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου νὰ μᾶς ἐλεήσῃ. Κανείς μας νὰ μὴν ἀκούσῃ τὸν κεραυνό «Πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον…», ἀλλὰ ὅλοι ν᾿ ἀκούσουμε τὴ χαρμόσυνη φωνὴ «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου»· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρινης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναο του Ἁγίου Ἰωάννου Πτολεμαΐδος 1-3-1981)

ΦΑΡΙΣΑΙΟΙ, ΤΑΠΕΙΝΩΘΗΤΕ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Φεβ 12th, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

 

Κυριακὴ Τελώνου & Φαρισαίου

(Λουκ. 18,10-14)

ΦΑΡΙΣΑΙΟΙ, ΤΑΠΕΙΝΩΘΗΤΕ

ΤΕΛΩΝΟΥ-ΦΑΡΙΣ1ΕΑΝ, ἀγαπητοί μου, ῥίξουμε μιὰ ματιὰ γύρω στὴ φύσι, θὰ δοῦμε κάτι ἐκπληκτικό· ὅτι ὅλα τὰ δημιουργήματα προσεύχονται, καθένα μὲ τὸν τρόπο του. Ἡ θάλασσα εὐχαριστεῖ τὸ Θεὸ μὲ τὸ φλοῖσβο τῶν κυμάτων της, τὸ ῥυάκι μὲ τὸ κελάρυσμά του, τὰ δέντρα μὲ τὸ θρόϊσμα τῶν φύλλων τους, τὰ πουλιὰ μὲ τὴ μελῳδία τους, τὰ ἄστρα μὲ τὸ φῶς τους ποὺ τρεμοσβήνει… Είδατε καὶ τὴν ὄρνιθα ὅταν πίνῃ νερό; σὲ κάθε γουλιὰ σηκώνει τὸ κεφάλι ψηλά, σὰ᾿ νὰ λέῃ «Θεέ μου, σ᾿ εὐχαριστῶ».
Ἀπὸ τὸ ἱερὸ αὐτὸ προσκλητήριο μποροῦσε ν᾿ ἀπουσιάζῃ ὁ ἄνθρωπος; Καὶ ὁ ἄνθρωπος προσεύχεται. Ἀπὸ τὰ παιδικά μας χρόνια ἡ καλὴ μητέρα μᾶς ἔμαθε νὰ σταυρώνουμε τὰ χεράκια μπροστὰ στὸ εἰκόνισμα τῆς Παναγιᾶς καὶ νὰ ψελλίζουμε μιὰ ἁπλῆ προσευχὴ στὸν οὐράνιο Πατέρα – ἀλησμόνητες στιγμές. Ἀργότερα μάθαμε κοντὰ στ᾿ ἄλλα παιδιὰ νὰ ἀπαγγέλλουμε στὴν ἐκκλησία τὸ «Πάτερ ἡμῶν» καὶ τὸ «Πιστεύω» καὶ μαζὶ μὲ ὅλο τὸ ἐκκλησίασμα νὰ παρακαλοῦμε τὸν Κύριό μας.
Ἡ εὐγενεστέρα ἐκδήλωσι τῆς ἀνθρωπίνης καρδίας εἶνε ἡ ὥρα τῆς προσευχῆς. Τὸ κτίσμα ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸ Δημιουργό του. Εἶνε ἡ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ εὐχαριστήσῃ γιὰ τὶς τόσες εὐεργεσίες, ἀλλὰ καὶ ἡ στιγμὴ πού, γεμᾶτος θλῖψι καὶ μὴ ἔχοντας ἐλπίδα βοηθείας, καταφεύγει στὴν παντοδυναμία του καὶ ζητάει βοήθεια καὶ προστασία.
Ἀλλά, ἀδελφοί μου, τί βλέπω, τί ἀκούω; Ὁ ἄνθρωπος καὶ τὴν ὥρα αὐτὴ τὴ βεβηλώνει· τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς ἁμαρτάνει. Μὰ πῶς; Τὴν ἀπάντησι μᾶς δίδει ὁ Χριστὸς μὲ τὴ σημερινὴ παραβολὴ τοῦ τελώνου καὶ τοῦ φαρισαίου.

* * *

Ὁ Κύριος μᾶς μεταφέρει στὸ ναὸ τοῦ Σολομῶντος ἐν ὥρᾳ προσευχῆς τῶν Ἰουδαίων. Ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖ ἔνιωθε τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, ὅτι ὁ Θεὸς κατεβαίνει σ᾿ αὐτὸν καὶ αὐτὸς ἀνυψώνεται στὸ Θεό. Πλήθη, λοιπόν, μπαίνουν στὸ ναὸ μὲ εὐλάβεια, γιὰ νὰ προσευχηθοῦν. Οἱ κινήσεις καὶ ἡ στάσι τους εἶνε ἀθόρυβες.
Τὴν ἱερότητα ὅμως αὐτὴ διαταράσσει κάποιος. Εἶνε ὁ φαρισαῖος. Τί κάνει αὐτός; Ἀποφεύγει τοὺς ἄλλους, βαδίζει μόνος. Τὸ βάδισμά του ὑπερήφανο, τὸ παράστημά του ἀγέρωχο. Θεωρεῖ, ὅτι αὐτός εἶνε ἅγιος, δίκαιος, καθαρός· δὲ᾿ συμφύρεται μὲ ἄλλους, μὴ τυχὸν τὸν μολύνουν. Ἐπὶ τέλους εἰσέρχεται μὲ θόρυβο. Πρέπει οἱ ἄλλοι νὰ σταματήσουν καὶ νὰ στρέψουν τὸ βλέμμα σ᾿ αὐτόν. Μία προσευχὴ πρέπει ν᾿ ἀκουσθῇ, ἡ δική του. Κατευθύνεται λοιπὸν στὸ μέσον τοῦ ναοῦ καὶ σηκώνει τὰ χέρια γιὰ ν᾿ ἀρχίσῃ νὰ προσεύχεται σὲ τόνο ὑψηλό.
Ἀλλ᾿ αὐτὸ δὲν εἶνε προσευχή. Ἡ προσευχὴ τοῦ φαρισαίου εἶνε ἐμπαιγμὸς τοῦ Θεοῦ. Δὲν σκέφθηκε, ὅτι ἀπέναντί του δὲν ἔχει κανένα ἁπλοϊκὸ Ἰουδαῖο ἀλλ᾿ ἐκεῖνον ποὺ τρέμουν τὰ σύμπαντα. Φουσκωμένος ἀπὸ ἐγωϊσμὸ δὲν ἐννοεῖ νὰ σκύψῃ τὸ κεφάλι, νὰ γονατίσῃ καὶ νὰ ζητήσῃ ἔλεος. Καὶ ἀρχίζει λοιπόν. Read more »

1. Επιμονη στην προσευχη 2. Τι εινε το σωμα μας;

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Φεβ 7th, 2013 | filed Filed under: ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ τῆς Χαναναίας (Ματθ. 15,21-28)

Ἐπιμονη στην προσευχη

«Ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν» (Ματθ. 15,23)

π. Αυγουστινος ιντΟ ἄνθρωπος, ἀγαπητοί μου, ἔχει μιὰ ἀδυναμία. Θέλει νὰ τὸν ἐπαινοῦν καὶ νὰ τὸν κολακεύουν. Αὐτὸ ἀρχίζει ἀπὸ τὴν κούνια καὶ φθάνει ὣς τὰ γηρατειά. Τὸ παιδὶ στὸ σπίτι θέλει χάδι καὶ ἔπαινο περισσότερο ἀπὸ τὸ νὰ τοῦ δώσῃς μιὰ σακκούλα καραμέλλες. Ὁ μαθητὴς στὸ σχολεῖο χαίρεται ὅταν ὁ δάσκαλος τὸν ἐπαινῇ. Ὁ στρατιώτης στὸ στρατὸ φιλοτιμεῖται ὅταν ὁ ἀξιωματικὸς τὸν ἐπαινῇ. Ὁ ὑπάλληλος περιμένει τὸν ἔπαινο τῶν προϊσταμένων του. Καὶ ὁ νέος καὶ ὁ γέρος, ὅλοι θέ᾿νε ἔπαινο. Ζοῦμε μέσα στὸν ἔπαινο.
Ἀλλ᾿ ἂν πάρουμε ζυγαριὰ καὶ ζυγίσουμε τοὺς ἐπαίνους τοῦ κόσμου, τί ἀξία ἔχουν; Πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτοὺς μοιάζουν μὲ κίβδηλα νομίσματα. Εἶνε ἐπιπόλαιες κρίσεις ἀνθρώπων ποὺ λίγο μᾶς γνωρίζουν. Εἶνε προϊόντα ἄθλια μιᾶς αἰσχρᾶς βιομηχανίας ποὺ λέγεται κολακεία. Πόσοι ἀπὸ τοὺς ἐπαίνους δὲν ἔγιναν παγίδες, πρὸ παντὸς γιὰ τοὺς νέους; Συχνὰ ἡ διαφθορά, ἰδίως τῶν νεανίδων, ἀρχίζει ἀπὸ ἕνα κοπλιμέντο, ἀπὸ ἕναν ἔπαινο· καὶ σιγὰ – σιγά, ἂν δὲν καταλάβουν τὸν κίνδυνο, πέφτουν στὴν καταστροφή. Πόσοι δὲν ἔπαθαν ἐκεῖνο ποὺ λέει ὁ Ασωπος· ἡ ἀλεποῦ, λέει, εἶδε τὸν κόρακα πάνω στὸ δέντρο νὰ κρατάῃ στὸ ῥάμφος του ἕνα κομμάτι κρέας. Πῶς νὰ τοῦ τὸ πάρῃ; Ἄρχισε νὰ τὸν κολακεύῃ, ὅτι ἔχει «ὡραία φωνή». Ἔτσι ὁ ἀνόητος ἄνοιξε τὸ στόμα νὰ «τραγουδήσῃ», καὶ τὸ κρέας ἔπεσε…
Ἀλλ᾿ ἐὰν οἱ ἔπαινοι τοῦ κόσμου εἶνε χωρὶς ἀξία ἢ γίνωνται καὶ παγίδες, ὑπάρχουν ὅμως ἄλλοι ἔπαινοι ποὺ ἀξίζουν καὶ πρέπει νὰ τοὺς προσέξουμε. Εἶνε οἱ ἔπαινοι τιμίων ἀνθρώπων, ποὺ δὲν κολακεύουν. Εἶνε ὁ ἔπαινος τῆς συνειδήσεως, ποὺ δὲν λέει ψέματα. Εἶνε ὁ ἔπαινος τῶν ἁγίων καὶ τῶν ἀγγέλων. Εἶνε πάνω ἀπ᾿ ὅλα ὁ ἔπαινος τοῦ Θεοῦ. Ὤ ὁ ἔπαινος τοῦ Θεοῦ! Ἂς μ᾿ ἐπαινέσῃ ὁ Θεός, κι ἂς μὲ κατηγορῇ ὅλος ὁ κόσμος. Καὶ ἂν μ᾿ ἐπαινῇ ὅλος ὁ κόσμος ἀλλὰ μὲ κατηγορήσῃ ὁ Θεός, καμμιά ἀξία δὲν ἔχω. Ἂν σ᾿ ἐπαινέσῃ ὁ Θεός, παράδεισο ἔχεις· ἂν σὲ κατηγορήσῃ ὁ Θεός, κόλασι ἔχεις. Τί νὰ τοὺς κάνῃς τοὺς ἐπαίνους τοῦ ματαίου τούτου κόσμου; Τοῦ Θεοῦ ὁ ἔπαινος ἀξίζει.

* * *

Ἕναν τέτοιο ἔπαινο ἔχει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Σήμερα ὁ Κύριός μας ἐπαινεῖ. Ποιόν ἐπαινεῖ; βασιλιᾶ; στρατηγό; σοφό; ἐπιστήμονα; Ὄχι. Ἐπαινεῖ μιὰ γυναῖκα. Ποιά γυναῖκα; Τὴ Χαναναία, ποὺ ἔπεσε μπροστὰ στὰ πόδια του καὶ ζητοῦσε τὴ θεραπεία τῆς θυγατέρας της. Μὰ γιὰ νὰ τὴν ἐπαινῇ ὁ Χριστός, σημαίνει ὅτι αὐτὴ εἶχε ἀξία. Καὶ πράγματι ἡ γυναίκα τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου ἤτανε διαμάντι. Ἦτο ἀξία ἐπαίνου. Τί εἶδε ἆραγε ὁ Χριστὸς στὴ Χαναναία καὶ εἵλκυσε τὸ θαυμασμό του;
Τὸ πρῶτο ποὺ εἶδε ἦταν ἡ πίστι της. Τί ἦταν ἡ Χαναναία; Εἰδωλολάτρις. Ἡ χώρα της, ἡ Χαναάν, ἦταν χώρα αἰσχρᾶς εἰδωλολατρίας, μὲ μάγους καὶ μάγισσες. Δὲν ἔζησε αὐτὴ στὰ Ἰεροσόλυμα, δὲν εἶχε ἀκούσει τὸ Χριστό, δὲν εἶδε τὰ θαύματά του. Καὶ ὅμως, μόλις τῆς εἶπαν ὅτι αὐτὸς ποὺ περνάει εἶνε ὁ Χριστός, μιὰ ἐσωτερικὴ πεποίθησι τὴν ἔκανε νὰ πῇ· Αὐτὸς εἶνε ὁ Λυτρωτὴς τοῦ κόσμου, αὐτὸς εἶνε ὁ μοναδικὸς γιατρὸς καὶ γιὰ τὴ θυγατέρα μου. Ἀμέσως ἔπεσε μπροστὰ στὰ πόδια του. Κι ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη σβήσανε μέσα στὴν καρδιά της ὅλοι οἱ ψεύτικοι θεοί. Ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη προσκολλήθηκε στὸ Χριστό. Αὐτὴ τὴν πίστι βράβευσε ὁ Χριστός.
Γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· Ἐμεῖς ἔχουμε αὐτὴ τὴν πίστι; Ὅταν ἀρρωστήσουμε ποῦ τρέχουμε; Πολλοί, λεγόμενοι Χριστιανοί, τρέχουν σὲ μάγους. Ἀκόμη καὶ σήμερα, στὸν αἰῶνα αὐτόν. Καὶ ὄχι μόνο στὰ χωριὰ ἀλλὰ καὶ στὰ μεγάλα κέντρα. Ὀργιάζει ἡ μαγεία καὶ ξαφρίζει πορτοφόλια… Θὰ πῇ κανείς· Κ᾿ οἱ παπᾶδες ζητᾶνε τυχερά. Δὲν τὸ ἐγκρίνω. Θέλω ὁ παπᾶς νὰ εἶνε στὸ ὕψος του καὶ τὰ μυστήρια νὰ τελοῦνται δωρεάν. Δὲν τὸ ἐγκρίνω λοιπὸν αὐτό. Ἀλλὰ δὲν ἐγκρίνω καὶ τὸ ἄλλο· ὅταν ὁ παπᾶς ζητήσῃ κάτι, τὸν περνοῦν «γενεὲς δεκατέσσερις»· στοὺς μάγους ὅμως ἀδειάζουν τὰ πορτοφόλια χωρὶς διαμαρτυρία. Λὲς καὶ δὲν ὑπάρχει Χριστός, λὲς καὶ δὲν ὑπάρχει Ἐκκλησία, λὲς καὶ δὲν ὑπάρχουν μυστήρια, λὲς καὶ δὲν κάνει θαύματα ἡ πίστι μας.
Βλέπετε λοιπὸν τί πίστι εἶχε ἡ Χαναναία, ἐν συγκρίσει μὲ τοὺς σημερινοὺς Χριστιανούς;
Ἐπῄνεσε ὁ Χριστὸς τὴ Χαναναία γιὰ τὴν πίστι της. Ἀλλὰ τὴν ἐπῄνεσε καὶ γιὰ τὴν ταπείνωσί της. Τῆς λέει· «Δὲν εἶνε σωστό, τὸ ψωμὶ ποὺ προορίζεται γιὰ τὰ παιδιὰ νὰ τὸ ῥίξω στὰ σκυλιά» (Ματθ. 15,26). «Παιδιὰ» ἐννοοῦσε τοὺς Ἰουδαίους, καὶ «σκυλιὰ» τοὺς εἰδωλολάτρες ποὺ ζοῦσαν μιὰ ἀκάθαρτη καὶ αἰσχρὰ ζωή. Ἡ Χαναναία ἄκουσε αὐτὸ τὸ λόγο, καὶ δὲν τὸ πῆρε ὡς προσβολὴ τοῦ γένους καὶ τῆς φυλῆς της· πῆρε τὴ λέξι «σκυλί», ποὺ θεωρεῖται ὑβριστική ―ἐδῶ εἶνε τὸ μεγαλεῖο της―, καὶ τὴν ἔκανε ὅπλο, καὶ μ᾿ αὐτὴν πολέμησε – ποιόν; Τὸ Χριστό· καὶ Τὸν ἐνίκησε. Ὤ θαῦμα! Νίκησε τὸν Ἀήττητο. «Ναί, Κύριε», λέει (ἔ.ἀ.15,27)· ἂν ἄλλοι εἶνε παιδιά σου, ἐγὼ εἶμαι σκυλάκι σου. Δῶσε τὸ ψωμὶ στὰ παιδιά σου· ἐγὼ θὰ περιμένω νὰ πάρω τὰ ψίχουλα. Ἕνα ψίχουλο, Χριστέ μου, φτάνει γιὰ μένα.
Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· Ἔχουμε ἐμεῖς τέτοια ταπείνωσι; Δεχόμεθα παρατηρήσεις καὶ ἐλέγχους; Οἱ περισσότεροι εἶστε οἰκογενειάρχαι καὶ ἔχετε σπίτια. Τολμᾷ σήμερα ὁ ἄντρας νὰ κάνῃ παρατήρησι στὴ γυναῖκα; Καὶ τολμᾷ ἡ γυναίκα νὰ κάνῃ παρατήρησι στὸν ἄντρα; Ἔτσι τὸ ἀντρόγυνο ζῇ μέσα σὲ μιὰ κολακεία, ὄχι στὴν ἀλήθεια. Ποῦ εἶνε ἡ ταπείνωσι; Μᾶς ἔφαγε ὁ ἐγωϊσμὸς καὶ ἡ ὑπερηφάνεια, ποὺ εἶνε τὸ χειρότερο ἁμάρτημα, μεγαλύτερο κι ἀπὸ τὴν πορνεία κι ἀπὸ τὴ μοιχεία κι ἀπὸ ὅλα. Αὐτὴ γκρέμισε τὸν ἑωσφόρο καὶ τὸν ἔκανε διάβολο. Γι᾿ αὐτὸ ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς λέει· Ὅταν βλέπω ἄντρα ὑπερήφανο ἢ γυναῖκα ὑπερήφανη, μοῦ φαίνεται ὅτι βλέπω τὸ διάβολο· κι ὅταν βλέπω ταπεινὸ ἄνθρωπο, μοῦ φαίνεται σὰν ἄγγελος. Τέτοια ταπείνωσι εἶχε ἡ Χαναναία. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Χριστὸς τὴν ἐπῄνεσε· «Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις!» (ἔ.ἀ. 15,28) καὶ μεγάλη σου ἡ ταπείνωσις.
Ἀλλὰ ἡ γυναίκα αὐτὴ εἶνε ἀξιοθαύμαστη καὶ γιὰ κάποια ἄλλη μεγάλη ἀρετή. Ποιά; Ἔπεσε στὰ πόδια καὶ παρακαλοῦσε· «Κύριε, ἐλέησον» (ἔ.ἀ. 15,22). Καμμιά σημασία ὁ Χριστός! «Κύριε, ἐλέησον»· καμμιά ἀπάντησις! Μὰ δὲν ἄκουγε ὁ Χριστός; Ἂν ὁ ἄνθρωπος ἔφτειαξε μηχανήματα κι ἀκούῃ μακριά, τὸ αὐτὶ τοῦ Θεοῦ ἀκούει ὅλες τὶς φωνὲς καὶ ὅλους τοὺς ψιθύρους. Καὶ ὅμως ἐδῶ καμμιά σημασία! Τί ἔκανε τότε αὐτή; Ὁ ἕνας εὐαγγελιστὴς λέει ὅτι ἔκραζε «ἔμπροσθεν» (βλ. Μᾶρκ. 7,25), ὁ ἄλλος λέει ὅτι ἔκραζε «ὄπισθεν» (Ματθ. 15,23). Ἔχετε δεῖ σκυλιὰ ποὺ τριγυρίζουν τὸ ἀφεντικό τους πότε μπροστὰ καὶ πότε πίσω, ὥσπου νὰ τοὺς δώσῃ κάτι; Ἔτσι κι αὐτή. Μιὰ πίσω, μιὰ μπροστά, δὲν κουράστηκε, ἕως ὅτου ἀνάγκασε τὸ Χριστὸ ν᾿ ἀνοίξῃ τὸ στόμα του καὶ νὰ μιλήσῃ. Ἡ Χαναναία ἐπιμένει. Ἐπιμένει ὄχι στὸ κακό, ὄχι στὴν ἀτιμία, ὄχι στὸ ἔγκλημα· ἐπιμένει στὸ καλό. Εἶνε ἀρετή, παρ᾿ ὅλα τὰ ἐμπόδια, νὰ ἐπιμένῃς στὸ καλό. Αὐτὸς ποὺ ἐπιμένει νικᾷ.
Ἕνα ἰνδικὸ παραμύθι λέει, ὅτι κάποτε ἕνας ναύτης ταξίδευε. Ἦταν στὸ ἄκρο τοῦ πλοίου, κρατοῦσε στὰ χέρια του ἕνα δαχτυλίδι καὶ τὸ ἔπαιζε στὰ δάχτυλά του. Σὲ μιὰ στιγμὴ ὅμως τὸ δαχτυλίδι τοῦ φεύγει καὶ πέφτει στὴ θάλασσα. Δὲν ἀπελπίστηκε. Τί ἔκανε; Πῆρε ἕνα κουβᾶ κι ἄρχισε νὰ …ἀδειάζῃ τὴ θάλασσα! Τότε, λέει, ἄκουσε τὴ θάλασσα· ―Τί κάνεις ἐκεῖ; ―Ἄχ, ἄτιμη θάλασσα, λέει, μοῦ ᾿κλεψες τὸ δαχτυλίδι μου. Θὰ σὲ ἀδειάσω νὰ τὸ πάρω! Ὅταν τ᾿ ἄκουσε ἡ θάλασσα, φοβήθηκε. ―Ἐσύ, λέει, ἔχεις κακὸ σκοπό· πάρε τὸ δαχτυλίδι σου, γιατὶ σὲ βλέπω ὅτι εἶσαι ἐπίμονος…
Ἀκοῦτε ἐπιμονή; Ἔτσι κ᾿ ἐμεῖς. Ἐπιμονὴ στὸ καλό, καὶ θὰ νικήσουμε.

* * *

Ἀγαπητοί μου! Ἂν κάτι ποὺ ζητοῦμε εἶνε σύμφωνο μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τότε νὰ τὸ ζητοῦμε ὅπως ἡ Χαναναία. Μὴ μοιάσουμε σὰν κάτι ἀλητόπαιδα, ποὺ χτυποῦν στὰ σπίτια τὸ κουδούνι μιὰ φορὰ καὶ μετὰ φεύγουν· φεύγουν, γιατὶ θέλουν νὰ πειράξουν. Ὄχι, λοιπόν, μιὰ φορά, ἀλλὰ συνεχῶς, μέχρι ν᾿ ἀνοίξῃ ἡ πόρτα τοῦ Θεοῦ. Ἠλεκτρικὸ κουδούνι γιὰ μᾶς εἶνε ἡ προσευχή, τὸ «Κύριε, ἐλέησον». Ἂς ἐπιμένουμε· Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ, διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν ἁγίων ἐλέησον ἡμᾶς. Ἅμα αὐτὸ τὸ λέμε μὲ ἐπιμονή, τότε καὶ τὰ πιὸ μεγάλα καὶ θαυμαστὰ πράγματα θὰ γίνουν, καὶ θ᾿ ἀκούσουμε κ᾿ ἐμεῖς· «Μεγάλη σου ἡ πίστις! γενηθήτω ὡς θέλεις» (ἔ.ἀ. 15,28).

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου στον ιερό ναὸ του Ἁγίου Γεωργίου Ἀκαδημίας Πλάτωνος; Ἀθηνῶν 31-1-1960)

______ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ______

Τι εινε το σωμα μας;

«Ὑμεῖς ναὸς Θεοῦ ἐστε ζῶντος» (Β΄ Κορ. 6,16)

Χαίρω, ἀγαπητοί μου, ποὺ βρίσκομαι σήμερα ἐδῶ, σὲ μιὰ ὡραία ἐκκλησία ποὺ ἔχτισε ἡ εὐσέβειά σας. Καὶ δὲν εἶνε μόνο αὐτή· κι ἄλ­λες ἐκκλησίες ἔχουν χτίσει οἱ πιστοί, στὶς πό­λεις καὶ στὰ χωριά. Στὴν Πρέσπα π.χ., σ᾽ ἕ­να πο­λὺ μικρὸ χωριό, ποὺ ἔχει μόνο 15 κατοίκους, οἱ φτωχοὶ αὐτοὶ ἔχτισαν μιὰ ὡραία ἐκ­κλησία ἐπ᾿ ὀνόματι τῶν Ἁγίων Κυρίλλου καὶ Μεθοδίου.
Ποιοί χτίζουν τὶς ἐκκλησίες, οἱ πλούσιοι; Αὐτοὶ δὲ δίνουν. Ποιοί δίνουν; Ἂς ἔχῃ δόξα ὁ Θεός· ὁ λαός μας, ὁ φτωχὸς λαός· οἱ ἀγρότες, οἱ βοσκοί, οἱ ἐργάτες, αὐτοὶ χτίζουν τὶς ἐκ­κλη­σίες· καὶ δίνουν ἑκατομμύρια.
Διότι εἶνε ἀναγ­καῖες οἱ ἐκ­κλησίες. Ὅπως μα­ζεύονται στὸ σχολεῖο οἱ μα­θηταὶ καὶ στὸ στρα­τῶνα οἱ στρατιῶτες, ἔτσι στὴν ἐκκλησία ἔρ­χονται οἱ πιστοί· εἶνε σχολεῖο ὅπου ἀκούγον­ται τὰ ὡραιότερα μαθήματα, εἶνε στρατώνας καὶ στρατόπεδο ὅπου ἐκπαιδεύονται οἱ στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ· εἶνε καὶ λιμάνι τοῦ Θεοῦ, ὅπου ἀράζουν τὰ ταλαιπωρημέ­να καρά­βια. Ἔ­χει μεγάλη ἀποστολὴ ἡ Ἐκκλησία.
Ἀλλὰ τώρα τελευταῖα τί ἀκούγεται; Ἦταν προφητευμένο ὅτι θὰ ἔρθῃ ὁ ἀντίχριστος καὶ φαίνεται ὅτι βρισκόμαστε σὲ παραμονὲς τῆς ἐμφανίσεώς του. Ὁ ἀντίχριστος εἶνε ἐκεῖ­νος ποὺ θὰ πολεμήσῃ τὴν Ἐκκλησία· σύνθημά του θὰ εἶνε «γκρεμίστε τὶς ἐκκλησίες!». Ἄρχι­σαν λοιπὸν τώρα ν᾽ ἀκούγωνται τέτοιες βρα­χνὲς φω­νές. Φωνάζουν. Ποῦ; Σὲ νηπιαγωγεῖα δάσκα­λοι, σὲ σχολεῖα καθηγη­ταί, παντοῦ. Πρώτη φο­ρὰ ἀκούγονται τέτοια λόγια. Εἶνε φωνὲς τοῦ διαβόλου, ποὺ ἔρ­χον­ται μέσ᾽ ἀπὸ τὴν κόλασι. Καὶ τί λένε· Δὲν θέλουμε ἐκκλησίες πλέον!…
Στὴ Φλώρινα ἕνας ἀπ᾽ αὐτοὺς περνοῦσε ἀ­πὸ τὴν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος τὴν ὥρα ποὺ χτυποῦσε γλυκὰ ἡ καμπάνα· κι αὐ­τὸς ἀκούγοντας τὴν καμπάνα βλαστήμησε. Νὰ δοῦμε, λέει, πόσο καιρὸ θὰ χτυπᾶνε ἀκόμα καμπάνες! Δὲ θά ᾿ρθοῦν ἔτσι τὰ πράγμα­τα νὰ γκρεμίσουμε τὶς ἐκκλησιές, θὰ σφάξου­με τοὺς παπᾶδες!… Μὴ σᾶς φανῇ παράξενο· μπορεῖ νὰ συμβῇ κάτι τέτοιο, ἂν τὸ παραχωρή­σῃ ὁ Θεός. Στὴν Ἀλβανία ὑπῆρχαν χίλιες ἐκ­κλησίες. Ἡ Βόρειος Ἤπειρος εἶχε ὡραῖες ἐκ­κλησίες χτισμένες μὲ τὸν κόπο καὶ τὸν ἱδρῶ­τα τῶν ἀδελφῶν μας. Καὶ ἦρθαν χρόνια, ὅταν κυ­βερνοῦσε ὁ Ἐμβὲρ Χότζα (1908-1985), ποὺ οἱ καμπάνες σταμάτησαν νὰ χτυποῦν κ᾽ οἱ ἐκ­κλησίες ἔκλεισαν ἢ ἔγιναν καφενεῖα, ἑστιατό­ρια, ἀ­ποθῆκες τροφίμων καὶ κινηματογράφοι, γιατὶ ἐκεῖ βασίλευε ἡ ἄθεη δικτατορία.
Καὶ στὴν Ἑλλάδα, ὅπως εἴπαμε, ἀ­κούγον­ται τέτοιες φωνές, κάτω ἡ θρησκεία – ζήτω ἡ ἀ­θεΐα. Ἀλλὰ στὴν πατρίδα μας τὸ βλέπω δύσ­κολο νὰ ἐπιτύχουν τὸ σχέδιό τους. Γιατὶ ἐ­δῶ δὲν εἶνε Ἀλβανία οὔτε Ῥωσία. Στὴ ῾Ρω­σία τὶς ἐκκλησίες τὶς ἔχτιζαν τσάροι, μεγάλοι πλού­σιοι, καὶ τὶς ἔντυναν μὲ ἀσήμι καὶ χρυσάφι· ἐ­δῶ δὲν ἔχουμε τσάρους, ἔχουμε φτωχὸ λαό. Κατὰ κανόνα αὐ­τοὶ ποὺ ἔχουν καράβια στὴ θάλασσα καὶ ἐρ­γοστάσια στὴ στε­ριὰ δὲν χτίζουν ἐκ­κλησίες· ὁ φτωχὸς λαός, αὐτὸς χτίζει τὶς ἐκ­κλησί­ες τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτὸ μοῦ φαίνεται δύσ­κολο νὰ ξερριζωθῇ ἡ πίστι. Ἔχει ῥίζες βαθειὲς στὴν καρδιὰ τοῦ λαοῦ μας. Κ᾽ ἕνα δέν­τρο – ἕνα πλατάνι, μὲ ῥίζες βαθειὰ στὸ χῶμα, δὲν μποροῦν νὰ τὸ ξερριζώ­σουν ἄ­νεμοι καὶ θύελλες· ἀντέχει. Ἔτσι καὶ ἡ πίστι μας. Γιατὶ δὲν εἶνε κάτι ἐπίκτητο στὸν ἄνθρωπο, εἶνε κάτι φυσικό.
Νὰ τὸ πῶ κάπως ἐπιστημονικά; ἡ θρησκεία μας εἶνε ἔμφυτη. Τί θὰ πῇ ἔμφυτη; Θὰ τὸ ἐξηγήσω μ᾽ ἕνα παράδειγμα. Εἶνε ὅπως τὸ ὅτι ἀ­γα­πᾷ ἡ μάνα τὸ παιδί· αὐτὸ τὸ ἔχει ἀπὸ τὴ φύ­σι της. Δὲν τὸ διδάχθηκε ἀπὸ κανένα, δὲν πῆ­γε σὲ κάποιο σχολεῖο νὰ τὴ διδάξουν ὅτι πρέπει ν᾽ ἀγαπᾷ τὸ παιδί· ἡ μητρικὴ ἀγάπη εἶ­νε ἔμ­φυτη. Διαβάστε τη συνέχεια εδώ Read more »

KANE TO KAΛΟ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Φεβ 6th, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ ΙΣΤ΄ Ματθαίου (Ματθ. 25,14-30)

 KANE TO KAΛΟ

Prosklisi  KYRIOY ist.ΣΤΗΝ Ἑλλάδα, ἀγαπητοί μου, στὰ ἀρχαῖα χρόνια ἔζησε, μεταξὺ τῶν σοφῶν, καὶ ὁ Σωκράτης. Αὐτὸς ὡρισμένες στιγμὲς στε­κόταν ἐκστατικός. Δὲν ἐπέτρεπε νὰ τοῦ μιλήσουν. Μὲ μάτια ὑψωμένα στὸν οὐρανὸ ἔλεγε· Αὐτὴ τὴν ὥρα ἀκούω φωνὲς ἀπὸ τὸν ἄλλο κόσμο…
Ἐ­μεῖς, ποὺ ζοῦμε μετὰ Χριστόν, ποὺ ἀκοῦ­με τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέ­λιο, ποὺ λατρεύου­με τὸ Θεὸ μέσα στὸν ἱερὸ χῶρο τοῦ ὀρθοδόξου ναοῦ ―«ὡς φοβε­ρὸς ὁ τόπος οὗτος» (Γέν. 28,17)―, ἐμεῖς μποροῦ­με ἆραγε νὰ ποῦμε αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Σωκράτης; Μπο­ροῦμε νὰ ποῦμε, ὅτι τὴν ὥρα τῆς λατρείας μας διώ­χνουμε ἀπ’ τὸ μυαλό μας κάθε σκέψι γήινη κι ὁ νοῦς μας εἶνε πάνω ἀπὸ τὴν ὕλη, πάνω ἀπὸ κάθε τι ἐγ­κό­σμιο; Ἀλλοίμονο ἂν τὴν ὥρα αὐτὴ ὁ νοῦς δὲν εἶνε στὸ Θεό, ἂν τ’ αὐτιά μας εἶνε κλειστά.
Στὴ θεία λειτουργία ἀκούγονται φωνὲς οὐ­ρά­νιες· φωνὲς ἀγγέλων, προφητῶν, πατριαρ­χῶν, καὶ πρὸ πάντων ἡ φωνὴ τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ. «Σο­φία· ὀρθοὶ ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου», ἂς ἀκούσουμε τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου.

* * *

Καὶ μέσα στὸ σημερινὸ εὐ­αγ­γέλιο, ἀγαπητοί μου, ἀκούγονται διάφορες φωνές. Μετα­ξὺ τῶν ἄλλων εἶνε καὶ μιὰ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἐμένα τοὐλάχιστον μὲ κάνει νὰ τρέμω. Δὲν εἶνε γλυκειά, ὅπως σὲ ἄλλες περιπτώ­σεις. Ἐδῶ ἡ φωνή του εἶνε τραχειά· εἶ­νε σὰν καταῤ­ῥάκτης, σὰν κεραυνός, ποὺ πέ­φτει μέσ’ στὴ νύχτα καὶ τρομοκρατεῖ τὸν ἄν­θρωπο. Εἶνε φωνὴ φοβερά. Ἂν μποροῦσα νὰ σᾶς κάνω νὰ τὴν αἰσθανθῆτε, πο­­­λὺ θὰ ἀλλάζατε. Τί φωνὴ εἶ­νε; Ὦ ἁμαρτωλοί, μὴν παίζετε, εἶνε ἕνα ἔν­ταλμα συλλή­ψε­ως! Δὲν τὸ ἐξέδωκε κάποιος εἰσαγγελεύς, ποὺ μπορεῖς νὰ κρυφτῇς σὲ μιὰ σπηλιὰ καὶ ν’ ἀποφύγῃς τὴν σύλληψι. Εἶνε ἀ­πόφασις Θεοῦ, Πιάστε τον! – ἀκοῦτε; Καὶ ἐκ­τελεστικὰ ὄργανα, οἱ φτε­ρωτοὶ ἄγγελοι καὶ ἀρ­χάγγελοι, μὲ πύρινα σπα­θιὰ περιτρέχουν ὅ­λη τὴ γῆ. Πιάστε τον! χωρὶς ἄλλες διατυπώσεις ῥῖξτε τον σὲ φυλακὴ σκοτεινή, ἐκεῖ ποὺ εἶνε «ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόν­των» (Ματθ. 25,30).
Μὲ φόβο πλησιάζουμε καὶ ρωτᾶμε· Ὦ ἅ­γιοι ἄγγελοι, τί κακὸ ἔκανε αὐτὸς καὶ ὑ­πεγράφη ἐναντίον του τέτοιο ἔνταλμα; Μήπως ἔκανε κανένα ἀπ’ τὰ μεγάλα ἐγκλήματα; Σκότωσε, ἔ­βαψε τὰ χέ­ρια του στὸ αἷμα; Ἔκλεψε, λῄστε­ψε; Πῆγε σὲ δικαστήρια, ἅπλωσε τὸ βρωμερό του χέρι στὸ Εὐαγγέλιο καὶ πῆρε ψεύτικο ὅρ­κο; Γκρέμισε καμμιὰ ἐκκλησία; Ἢ ἔκανε κάτι ἀκό­μη χειρό­τερο, μήπως χώρισε κανένα ἀντρό­γυ­νο; Γιατὶ ἂν γκρεμίσῃς ἐκκλησιά, τὴν ξαναχτί­ζεις, ἂν ὅ­μως εἰσχωρήσῃς ἀνάμεσα στὸ ἀντρό­γυνο, τὸ κακὸ δύσκολα διορθώνεται. «Ὃ οὖν ὁ Θεὸς συνέζευξεν, ἄνθρωπος μὴ χωριζέτω» (Ματθ. 19,6). Τί λοιπὸν ἀπὸ αὐτὰ διέπραξε;
Δὲν ἔκανε τίποτε ἀπ’ αὐτά. Ποιό εἶνε τότε τὸ ἔγκλημά του; Τὸ εἶπε τὸ εὐαγγέ­λιο· δὲν ἔ­κανε τὸ καλό! Μάλιστα. Δὲν φτάνει δηλαδὴ μόνο νὰ μὴν κάνῃς τὸ κακό. Ἔρχον­ται μερικοὶ τάχα νὰ ἐξομολογηθοῦν. Ἐγὼ δὲν ἐξομολο­γῶ. Γιατί; Διότι ὑπάρχει μιὰ ὑποκρι­σία στὴν ἐξ­ομο­λόγησι. Ἐγώ, παππούλη, σοῦ λέει, δὲν ἔκα­να τί­ποτα, δὲ σκότωσα, δὲν ἔ­κλεψα… Πολὺ ἐ­­λαφρὰ ζυγίζεις τὸν ἑαυτό σου. Ἂν ἦταν ἔτσι τὰ πρά­γμα­τα! Φοβερὸ τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ «ὀλίγοι οἱ σῳζόμε­νοι» (Λουκ. 13,23). Τ’ ἀκούσατε τί λέει; Παραβολι­κῶς μᾶς εἶπε ὁ Χριστὸς τὴ μεγάλη αὐτὴ ἀλή­θεια. Δὲ φτάνει νὰ μὴ κά­νῃς τὸ κακό· αὐτὴ εἶνε ἡ ἀρνητικὴ ὄψις τῆς ζωῆς. Ὑπάρχει καὶ ἡ θετικὴ ὄψις, καὶ αὐτὴ εἶνε ἡ σπουδαιότερη.
Ἔδωσε, λέει, ὁ Θεὸς «τάλαντα», μοίρασε δῶ­ρα. «Ἀνοίξαντός σου τὴν χεῖρα», Κύριε (Ψαλμ. 103,28), μοιράζεις δῶρα, σκορπᾷς ἄπειρα ἀγα­θά. Τὰ ἀ­γαθὰ αὐτὰ ὀνομάζει σή­μερα τὸ εὐ­αγγέλιο «τά­λαντα» (Ματθ. 25,15). Τί εἶ­νε «τάλαν­τον»; Βάρος χρυσοῦ, ποσότης χρη­μάτων, 6.000 ἀρχαῖες δρα­χμές, ποὺ ἀντιστοιχοῦν σήμερα περίπου μὲ 30.000 δολλάρια ἢ 1.000.000 ἑλληνικὲς δρα­χμές. Αὐτὸς δηλαδὴ ποὺ πῆρε τὸ ἕ­να τάλαντο ἦταν ἑκατομμυρι­οῦ­χος· αὐτὸς μὲ τὰ δύο τάλαντα, εἶχε 2 ἑκατομμύρια· καὶ μὲ τὰ πέντε, 5 ἑκατομμύρια. Πλοῦ­το ἄφθονο ἔδωσε ὁ Θεός.
Καὶ τί συμβολίζουν τὰ τάλαντα; Ὄχι μόνο ὑλικὰ ἀγαθά, χρήματα, χρυσό, νομίσματα. Τά­λαν­τα κυρίως εἶνε ὅ,τι ὁ ἄνθρωπος ἔχει εἴτε ἐκ φύσεως εἴτε κατόπιν ἀσκήσεως· τὰ προσ­όν­τα, τὰ χαρίσματα, οἱ ἱκανότητες, οἱ δεξιό­τη­τες. Τάλαντο εἶνε λ.χ. ἡ εὐφυΐα, ἡ ἐπιστήμη, ἡ σοφία· τά­λαντο εἶ­νε ἡ τέχνη, τὸ ἐπάγγελμα στὸ ὁποῖο ὁ καθένας ἀσκεῖται· τάλαντο εἶνε ἡ ἱερωσύνη, τὸ ἀξίωμα στὴν πολιτεία, ἡ θέσι στὴν κοινωνία· τάλαντο εἶνε ὁ χρόνος, οἱ διάφορες εὐκαιρίες τῆς ζωῆς. Τάλαντο εἶνε καὶ ἡ ὑγεία, ἡ ἀρτιμέλεια, ἡ ἀντοχή. Σοῦ τὰ δίνει ὁ Θεὸς γιὰ νὰ τὰ χρησιμοποιήσῃς στὸ ἀγαθό. Ἔχεις χέρια; σήκωσε αὐτὸν ποὺ ἔπεσε, δῶσε μιὰ βοήθεια στὸν ἄλλο. Ἔχεις πόδια; νὰ ἐπισκεφθῇς τὸν φυλακισμένο, τὴ χήρα καὶ τὸ ὀρφανό, αὐτὸν ποὺ εἶνε στὸ νοσοκομεῖο. Ἔχεις μά­τια; σοῦ τά ’δωσε ὁ Θεὸς ὄχι γιὰ νὰ βγαίνουν ἀπὸ τὶς κόγχες τους κοιτάζοντας τὰ αἰσχρά, ἀλλὰ γιὰ νὰ βλέπῃς τὸν ἥλιο καὶ τὰ ἄστρα καὶ νὰ λὲς «Δόξα σοι, τῷ δείξαντι τὸ φῶς» (Δοξολ.), νὰ βλέπῃς τὸ δυστυχισμένο καὶ νὰ κλαῖς κον­τά του. Ἔχεις αὐτιά; ἄκου τὸν πόνο τῶν θλιμμένων. Ἔχεις γλῶσσα; παρηγόρησε τὸν στενοχωρημένο, πὲς μιὰ κουβέντα στὸ βλάστημο, διαφώτισε ὅποιον εἶνε στὴν ἄγνοια. Ὅποιος, λέει τὸ Εὐαγγέλιο, ἐπιστρέψῃ κάποιον ἀπὸ τὸν πλανεμένο δρόμο του, αὐτὸς «σώσει ψυ­χὴν ἐκ θανάτου καὶ καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν» (Ἰακ. 5,20)· αὐτὸς γίνεται Χριστοῦ στόμα.
Κάθε ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ κάνῃ τὸ καλό. Κι ὁ ἐπιστήμονας, κι ὁ τεχνί­της, κι ὁ ἐργάτης, κι ὁ πλούσιος, κι ὁ φτωχός, ὅλοι ἔχουμε κάποιο τάλαντο, καὶ ὅλα πρέπει νὰ τὰ καλλιεργοῦμε. Θ’ ἀναφέρω δύο – τρία παραδεί­γματα, γιὰ νὰ φανῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄνθρω­πος, ὅσο μικρὸς κι ἂν εἶνε, ποὺ νὰ μὴ μπορῇ νὰ κάνῃ τὸ καλό. Read more »

ΓΙΑΤΙ ΖΟΥΜΕ;

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιαν 24th, 2013 | filed Filed under: «KΥΡΙΑΚΗ» (Συντομο κηρυγμα) σε pdf, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΓΙΑΤΙ ΖΟΥΜΕ;

«Πονηρὲ δοῦλε καὶ ὀκνηρέ!…» (Ματθ. 25,26)

-π.A σημ.Ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Ἀπὸ τὴν ὡραία παραβολὴ τῶν ταλάντων θέλω νὰ προσέξετε ἰδιαιτέρως τὸ τέλος της. Εἶπε ὁ Χριστός· «Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω», ὅποιος ἔχει αὐτιὰ ἂς ἀκούῃ (Ματθ. 11,15· 13,9,43). Αὐτὸς ὁ λόγος διαβαίνει τοὺς αἰῶνες, φτάνει καὶ σ᾿ ἐμᾶς καὶ ἀπευθύνεται στὸν καθένα μας.

–Μά, θὰ πῆτε, δόξα τῷ Θεῷ ἔχουμε αὐτιὰ καὶ ἀκοῦμε. Τί νόημα ἔχει αὐτὸ γιὰ μᾶς; Ἔχουμε βέβαια αὐτιά· ἀλλὰ ὁ Χριστὸς ἐδῶ μιλάει γιὰ κάτι βαθύτερο.

᾿Eρχόμαστε στὴν θεία λειτουργία, ἀλλὰ ἀρκεῖ αὐτό; Ἄν, ὅταν ὁ ἱερεὺς διαβάζει τὸ εὐαγγέλιο καὶ οἱ ψάλτες ψάλλουν τὰ τροπάρια, δὲν ἔχουμε ἐκεῖ τὸ νοῦ μας καὶ δὲν προσέχουμε τὰ λόγια, τί τὸ ὄφελος; Ἔχουμε αὐτιά, ἀλλὰ πνευματικὴ ὠφέλεια δὲν γίνεται. Ἂν βγαίνοντας ἀπὸ τὸ ναὸ δὲν ξέρουμε τί εἶπε ὁ ἀπόστολος, τί εἶπε τὸ εὐαγγέλιο, ποιά τροπάρια ἀκούστηκαν, τότε ἤμαστε παρόντες σωματικῶς ἀλλὰ ἀπόντες πνευματικῶς. Κι ἀφοῦ τὸ πνεῦμα ἔχει ἀπείρως ἀνώτερη ἀξία ἀπὸ τὸ σῶμα, καταλαβαίνετε τότε τί σημασία ἔχει ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ «Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω».

Ἔχουμε αὐτιὰ γιὰ ν᾿ ἀκοῦμε κουτσομπολιά, διαβολές, συκοφαντίες, ὕβρεις ἐναντίον ἀδελφῶν, αἰσχρὲς βλασφημίες. Ἔχουμε τεντωμένα αὐτιὰ ἐπὶ ὧρες ὁλόκληρες στὸ ῥαδιόφωνο καὶ στὴν τηλεόρασι, γιὰ ν᾿ ἀκοῦμε ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀνόητα, ἄχρηστα καὶ αἰσχρὰ ποὺ μεταδίδουν. Ἔχουμε αὐτιὰ γιὰ τὸ διάβολο, γιὰ τὸ Θεὸ δὲν ἔχουμε. Στοὺς χίλιους ἀνθρώπους ζήτημα ἂν ἕνας ἔχῃ αὐτὴ τὴ μυστικὴ ἀκοὴ ποὺ εἶπε σήμερα ὁ Χριστός. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος προφήτευσε, ὅτι θὰ ἔρθουν χρόνια ποὺ οἱ ἄνθρωποι θὰ κλείσουν τ᾿ αὐτιά τους στὸ Θεὸ καὶ θὰ τ᾿ ἀνοίξουν γιὰ ν᾿ ἀκοῦνε πλάνες καὶ διδασκαλίες δαιμονίων (βλ. Α΄ Τιμ. 4,1). Ἔχουμε ἀκοή , τὸ ὑπέροχο αὐτὸ τάλαντο τοῦ Ὑψίστου, κάνουμε ὅμως κακὴ χρῆσι τῆς πολυτίμου αὐτῆς αἰσθήσεως. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα δῶρα τοῦ Θεοῦ ὄχι μόνο δὲν τὰ ἀξιοποιοῦμε, μὰ καὶ τὰ χρησιμοποιοῦμε γιὰ τὴν ἁμαρτία.

⃝ Τὴν ὅρασι π.χ. μᾶς τὴν ἔδωσε ὁ Θεὸς γιὰ νὰ βλέπουμε τὸ θαυμάσιο πανόραμα ποὺ ἁπλώνεται γύρω μας· νὰ βλέπουμε τὴ θάλασσα, τὶς λίμνες, τὰ δέντρα, τὰ φυτά, τὰ ἄστρα, τὸνἥλιο, τὸ φεγγάρι, καὶ νὰ λέμε τὸ «Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμ. 103,24). Νὰ λέμε κ᾿ ἐμεῖς· «Σ᾿ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, ποὺ μοῦ ᾿δωσες τὰ μάτια». Ἀλλ᾿ ὅπως κάνουμε κακὴ χρῆσι τῆς ἀκοῆς, κάνουμε ἀκόμη χειρότερη χρῆσι τῆς ὁράσεως· βλέπουμε ὅ,τι αἰσχρὸ καὶ ἀνήθικο ὑπάρχει. Ἀντὶ νὰ κλεινώμαστε στὸ δωμάτιό μας γιὰ προσευχὴ καὶ μελέτη τοῦ Εὐαγγελίου ἢ νὰ συζητοῦμε ὠφέλιμα πράγματα μὲ τοὺς οἰκείους μας, καρφώνουμε τὰ μάτια μας στὸ κουτὶ τοῦ διαβόλου, τὴν τηλεόρασι.

⃝ Μᾶς ἔδωσε ὁ Θεὸς τὴ γλῶσσα γιὰ νὰ συνεννοούμεθα· νὰ μιλάῃ ὁ ἄντρας στὴ γυναῖκα, ὁ πατέρας στὸ παιδί, ὁ ἀδελφὸς στὸν ἀδελφό, ὁ δάσκαλος στὸ μαθητὴ κ.λπ.. Μᾶς ἔδωσε τὴ γλῶσσα γιὰ νὰ διδάσκῃ ὁ ἱερεὺς τὸ ποίμνιό του, γιὰ νὰ προσευχώμαστε στὸν οὐράνιο Πατέρα. Μᾶς ἔδωσε τὴ γλῶσσα γιὰ νὰ λέμε τὴν ἀλήθεια καὶ μόνο αὐτήν. Κ᾿ ἐμεῖς τίκάνουμε· μὲ τὴ γλῶσσα λέμε ψέματα, συκοφαντοῦμε, διαβάλλουμε, πᾶμε στὸ δικαστήριο καὶ ὁρκιζόμαστε· μ᾿ αὐτὴν ἀνάβουμε φωτιὰ ποὺ καίει. Ἡ γλῶσσα τέλος φτάνει στὸ ζενὶθ τῆς ἁμαρτίας ὅταν βλασφημῇ. Προτιμότερο νὰ μὴν εἴχαμε γλῶσσα, παρὰ νὰ γίνεται ὄργανο βλασφημίας καὶ διαφθορᾶς.

⃝ Ὅλα τὰ μολύναμε, ὅλα τὰ τάλαντα τοῦ Θεοῦ τὰ καταστρέφουμε. Τὰ μάτια, τὰ αὐτιά, τὴγλῶσσα, ἀλλὰ καὶ τὸ πολυτιμότερο ἀγαθὸ ποὺ ἔχουμε, τὴν καρδιὰ καὶ τὸ νοῦ. Μᾶς τά᾿δωσε ὁ Θεὸς γιὰ ν᾿ ἀγαποῦμε καὶ νὰ σκεπτώμαστε ὅ,τι ὡραῖο καὶ ὑψηλὸ ὑπάρχει στὸν κόσμο, κ᾿ ἐμεῖς μισοῦμε καὶ δὲν σκεπτόμαστε ὀρθά. Μᾶς τά ᾿δωσε γιὰ νὰ συγχωροῦμε, κ᾿ ἐμεῖς κρατοῦμε ἐκδίκησι στὴν καρδιά μας.

⃝ Νὰ προχωρήσω καὶ σ᾿ ἄλλες δωρεὲς τοῦ Θεοῦ; Νά ὁ πλοῦτος· εἶνε ἕνα ἀγαθό. Οἱ πλούσιοι μὲ τὰ χρήματά τους πόσα καλὰ μποροῦννὰ κάνουν! Μὲ τὴν πλεονεξία ὅμως καὶ τὴνἀσωτία τους κάνουν μόνο κακά.

⃝ Ἡ ἐπιστήμη. Οἱ τεχνῖτες (οἱ ῥάφτες, οἱ μαραγκοί, οἱ χτίστες, οἱ ζωγράφοι κ.τ.λ.) μποροῦν νὰ μεταδώσουν τὸ τάλαντο τῆς τέχνης ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ Θεὸς καὶ σ᾿ ἄλλα παιδιὰ καὶ νέους καὶ νὰ μὴν τὸ κρατοῦν μυστικό. Οἱ δάσκαλοι καὶ οἱ καθηγηταί, λόγῳ τῆς θέσεώς τους, μποροῦν νὰ διδάσκουν τὸ Θεὸ καὶ νὰ σπείρουν στὶς καρδιὲς τῶν νέων τὴν πίστι· ἀλλ᾿ αὐτοί, μὲ τὰ λόγια καὶ τὴ συμπεριφοράτους, διδάσκουν ἀθεΐα ἀσωτία, διαφθορά. Οἱἐπιστήμονες ἔχουν τάλαντο· ἀλλ᾽ αὐτὴ τὴστιγμὴ ποὺ σᾶς μιλῶ χιλιάδες ἐπιστήμονες, Ἀμερικανοὶ Ῥῶσοι Γερμανοὶ Ἄγγλοι κ.λπ., χρησιμοποιοῦν τὰ μυστικὰ τῆς ἐπιστήμηςτους ὄχι γιὰ τὸ καλὸ τῆς ἀνθρωπότητος· τὰχρησιμοποιοῦν γιὰ τὴν καταστροφή της.

⃝ Ἀκόμη κι αὐτὴ ἡ ἱερωσύνη . Ὁ ἱερεὺς τοῦὙψίστου πρέπει νὰ εἶνε ἐξ ὁλοκλήρου ἀφωσιωμένος στὸ Θεό, νὰ εἶνε «φῶς» καὶ «ἅλας  τῆς γῆς» (Ματθ. 5,14,13), νὰ εἶνε ὅπως τὸν περιγράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὶς ἐπιστολές του· ἀλλ᾿ αὐτὸς συχνὰ γίνεται σκάνδαλο…Ἔτσι ὅλοι, μικροὶ – μεγάλοι, κάνουμε κακὴχρῆσι τῶν πολυτίμων δωρεῶν τοῦ Θεοῦ, ὑλικῶν καὶ πνευματικῶν, καὶ μοιάζουμε μὲ τὸν πονηρὸ δοῦλο τῆς σημερινῆς παραβολῆς. Τοῦ ἔδωσε ὁ κύριός του ἕνα τάλαντο (ἕξι χιλιάδες χρυσὲς δραχμές), ἀξιόλογο ποσό, γιὰνὰ ἐργαστῇ μ᾿ αὐτὸ καὶ νὰ τὸ πολλαπλασιάσῃ. Κι αὐτὸς ἄνοιξε ἕνα λάκκο καὶ τὸ ἔθαψε. Γι᾿αὐτό, ὅταν ὁ κύριός του τοῦ ζήτησε λογαριασμό, τὸν καταδίκασε γι᾿ αὐτή του τὴν ἐνέργεια. Εἶχε ὑποχρέωσι νὰ ἐργαστῇ καὶ νὰ αὐξήσῃ τὸ τάλαντο, ὅπως ἔκαναν οἱ δύο ἄλλοι, ποὺ ὁ πρῶτος πῆρε πέντε καὶ τὰ ἔκανε δέκα, ὁ δεύτερος πῆρε δύο καὶ τὰ ἔκανε τέσσερα· αὐτὸς τὸ ἔθαψε κ᾿ ἔτσι τὸ ἀχρήστευσε. Δὲν συνέβαλε καθόλου στὴν ὑπηρεσία καὶ βοήθεια τῶν συνανθρώπων του.

Ἡ παραβολὴ μᾶς διδάσκει, ἀδελφοί μου, ὅ-τι ἔχουμε κάποιες ἱερὲς ὑποχρεώσεις καὶ κάποιο προορισμὸ ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ πρέπει νὰ τὰ ἐκπληρώσουμε. Δὲν θὰ τιμωρηθῇ μόνο αὐτὸς ποὺ κάνει τὸ κακό · θὰ τιμωρηθῇ κι αὐτὸς ποὺ δὲν κάνει τὸ καλό . Πολλοὶ ἄνθρωποι λένε· Ἐγὼ δὲ σκότωσα, δὲν πόρνευσα, δὲν μοίχευσα, δὲν προσέβαλα τὴν τιμὴ τοῦ ἄλλου, δὲν πῆγα στὸ δικαστήριο ν᾽ ἁπλώσω τὸ χέρι μου στὸ Eὐαγγέλιο, δὲν συκοφάντησα, δὲν ἔκλεψα… Ἐν τούτοις, καὶ ἂν δὲν κάναμε αὐτὰ τὰ ἁμαρτήματα, δὲν μποροῦμε νὰ πάρουμε πιστοποιητικὸ ἁγιότητος οὔτε νὰ βγάλουμε εἰσιτήριο γιὰ τὸν παράδεισο. Θὰ τιμωρηθῇ ὡς κακοποιὸς ὄχι μόνο ὁκλέφτης, ὁ ἀπατεώνας, ὁ μοιχός, ὁ πόρνος, ὁ βλάστημος, ἀλλὰ καὶ πᾶς μὴ ἀγαθοποιός, καθένας ποὺ μποροῦσε νὰ κάνῃ τὸ καλὸ καὶ δὲν τὸ ἔκανε.Θεέ μου, συχώρεσέ μας· πόσα καλὰ μπορούσαμε νὰ κάνουμε σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο καὶ δὲν τὰ κάναμε! Πόσα τάλαντα ἔχουμε κρυμμένα καὶ δὲν τὰ ἀξιοποιήσαμε! Δάσκαλοι, καθηγηταί, ἐπιστήμονες, ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἄντρες γυναῖκες καὶ παιδιά, ἔχουμε χαρίσματα, ὑλικὰ καὶ πνευματικά, καὶ θὰ μᾶς ζητήσῃ ὁ Θεὸς λογαριασμὸ γι᾿ αὐτά. Θὰ μᾶς ζτήσῃ τὸ κεφάλαιο καὶ τὸν τόκο.

Ἀδελφοί μου, ἂς κάνῃ ὁ καθένας μας ἕναν ἀπολογισμὸ καὶ ἂς δῇ, τί καλὸ ἔκανε σὰνπαιδὶ στὸ σπίτι του, τί καλὸ ἔκανε σὰν πατέρας, σὰν μάνα, σὰν ἐργαζόμενος, σὰν ὑπάλληλος, σὰν ἐπιστήμονας, σὰν παιδαγωγός, σὰν στρατιωτικός, σὰν κληρικός…; Ἀλλοίμονο καὶ τρισαλλοίμονο, φωτιά, κόλασι, ἀπώλεια καὶ καταστροφὴ μᾶς περιμένει. Ὦ Εὐαγγέλιο , τὰ λόγια σου εἶνε αἰώνια! Ἂς προσπαθήσουμε νὰ τὰ ἐφαρμόσουμε.

Ἀγαπητοί μου! Ἂς μετροῦμε τὴν ἀξία τοῦἀνθρώπου ὄχι μὲ τὴν ἀπραξία τῆς κακίας, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐνεργητικότητα τῆς καλωσύνης. Δραστήριους μᾶς θέλει τὸ Εὐαγγέλιο ὅλεςτὶς ἡμέρες καὶ ὧρες τῆς ζωῆς μας, μέχρι τὴν τελευταία μας πνοή. Ἂν ζήσουμε ἔτσι, ὅταν ἔρθῃ ἡ φρικτὴ ἡμέρα τῆς κρίσεως, δὲν θ᾿ ἀκούσουμε τὸ «Πονηρὲ δοῦλε καὶ ὀκνηρέ!» (Ματθ. 25,26), ἀλλὰ τὸ «Εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ! …εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰ τοῦ Κυρίου σου» (ἔ.ἀ. 25,21). Ἔπαινο ὁ καθένας μας ν᾿ ἀκούσῃ ἀπὸ τὸν Κύριο γιὰ ὅλα τὰ καλὰ ποὺ θὰ ἀγωνιστῇ νὰ κάνῃ στὸν κόσμο.

Εἴθε τῆς χαρᾶς τοῦ παραδείσου ν᾿ ἀξιωθοῦμε ὅλοι ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ· ὅν, παῖδες, ὑμνεῖτεκαὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολιτου Φλωρίνης Αυγουστίνου ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱερό ναὸ του Ἁγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 5-2-1978.

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιαν 12th, 2013 | filed Filed under: «KΥΡΙΑΚΗ» (Συντομο κηρυγμα) σε pdf, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ ΙΕ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 19,1-10)
27 Ἰανουαρίου

 

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ

ΖΑΚΧΑΙΟΥΠΟΣΟ γρήγορα, ἀγαπητοί μου, φεύγει ὁ χρόνος! Πότε ἦταν Χριστούγεννα; πότε πρωτοχρονιά; πότε Θεοφάνεια; Εὐτυχεῖς ἐκεῖ­νοι ποὺ ἐκμεταλλεύονται καὶ τὸ τελευταῖο λε­­πτὸ καὶ ἐργάζονται τὰ ἔργα τοῦ Χριστοῦ. Πλησιάζει τώρα ν’ ἀνοίξῃ τὸ Τριῴδιο, ἡ πιὸ κατανυκτικὴ περίοδος τοῦ ἔτους.

* * *

Σήμερα, ΙΕ΄ Κυριακὴ τοῦ Λουκᾶ, ἡ Ἐκκλησία μᾶς παρουσιάζει ἕνα ἔξοχο παράδει­γμα μετανοίας. Εἶνε ὁ Ζακχαῖος. Τὸ ἐπάγγελμά του τελώνης. Ὄχι ἁπλῶς τελώνης, «ἀρχιτελώ­νης» (Λουκ. 19,2)· προϊστάμενος δηλαδὴ μιᾶς φορολογικῆς ὑπηρεσίας, ἢ μᾶλλον ἀρχηγὸς μιᾶς σπείρας λωποδυτῶν ποὺ κατέκλεβε τὸ λαό. Κλέφτες ὄχι ὅπως αὐτοὶ πού ’νε στὰ βου­νά, ἀλλὰ κλέφτες ποὺ δροῦν νομίμως μέσα στὴν κοινωνία. Διότι ὑπάρχει λῃστεία ποὺ γίνεται παρὰ τὸ νόμο, καὶ λῃστεία μὲ τὸ νόμο καὶ τὴ σφραγῖδα τοῦ κράτους. Ὁ Ζακχαῖος ἦ­ταν μιὰ ἀράχνη ποὺ ἅ­πλωνε τὰ δίχτυα της καὶ ἀπομυζοῦσε τὸ αἷμα τοῦ λαοῦ. Ἅρπαγας, πλε­ονέκτης, μισητὸς ἀπὸ ὅλους, λύκος.
Καὶ ὅμως αὐτὸς ὁ λύκος ἔγινε ἀρνί! Εἶνε δυνατόν; Καὶ ὅμως. Ἦταν ἕνα θαῦμα ἠ­θικό, ὄ­χι φυσικό, ἀνώτερο ἀπὸ κάθε ἄλλο. Ἡ μετα­βολὴ ἑνὸς ἀνθρώπου ἀπὸ πλεονέκτη σὲ ἐλεήμονα καὶ δίκαιο εἶνε τὸ πιὸ μεγάλο θαῦμα.
Πῶς ἔγινε; Πίστεψε στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, μετανόησε, κι ἀπὸ τότε ἀκολού­θησε τὰ ἴχνη του. Εἶνε ὑπόδειγμα μετανοί­ας. Μακάρι, ἀγαπητοί μου, νὰ ἔχουμε κ’ ἐ­μεῖς τὴ μετάνοια τοῦ Ζακχαίου. Διότι κι ἂν δὲν εἴ­μεθα ἔνοχοι γιὰ ἁμαρτήματα σὰν αὐτὰ ποὺ ἔ­κανε αὐτός, εἴμεθα ὅμως ἔνοχοι σὲ ἄλ­λα· συνεπῶς εἴμεθα κ’ ἐμεῖς ἁμαρτωλοί. Ἂς ἀ­κολουθήσουμε λοιπὸν τὸ παράδειγμά του.
Θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχή μας σὲ τρία σημεῖα τῆς μετανοίας τοῦ Ζακχαίου.
1. Τὸ πρῶτο ποὺ πρέπει νὰ τὸν μιμηθοῦμε γιὰ νὰ ἔχουμε πραγματικὴ μετάνοια, εἶνε τοῦ­το· ὁ Ζακχαῖος εἶχε ἐπιθυμία «ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν» (ἔ.ἀ. 19,3), ἐπιθυμία νὰ γνω­ρίσῃ τὸ Χριστό. Κλεισμένος στὸ τελωνεῖο, ἐ­κεῖ ποὺ μετροῦσε τὰ τριάκοντα ἀργύρια, μὲ τὰ βιβλία καὶ τὰ κατά­στιχα, ἄκουσε τὸ ὄ­νομα τοῦ Χριστοῦ· ὅτι παρουσιάστη­κε ἕνας πάμπτωχος δι­­δάσκαλος ἀνώ­τερος ὅμως ἀπ’ ὅλους, ὅ­τι τὸν ἀκολου­θοῦν παιδιά, γυναῖ­κες, ἀ­γρότες, ψα­ρᾶ­δες, ὅτι ὁ λόγος του ἑλκύει σὰν μαγνή­της, ὅτι κάνει θαύματα καὶ μόνο ἀγγίζον­τας τοὺς ἀρρώστους. Ἄκουγε ὅλ’ αὐ­τά, καὶ ἀποροῦσε· Πῶς αὐτὸς ὁ Ναζωραῖος χωρὶς δραχμὴ στὴν τσέ­πη κατορθώνει νὰ εἶνε τόσο ἰσχυρός; πῶς ὁ ἀπέν­ταρος καὶ ἀκτήμων ἔχει στὰ χέρια του τέτοια ἐξ­ουσία; Θαύμαζε κ’ ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸν δῇ.
Ἐμεῖς, ἐρωτῶ, ἔχουμε τέτοια ἐπιθυμία; Πρέ­πει νὰ ἔχουμε. Καὶ ὁ μὲν Ζακχαῖος τὸν γνώρισε προσωπικῶς, ἐμεῖς μποροῦμε ἆ­ραγε νὰ τὸν γνωρίσουμε; Μποροῦμε. Διότι ποῦ εἶνε ὁ Χριστός; Στὴν Ἐκκλησία καὶ στὴν ἁ­γία Γραφή· ἐκεῖ θὰ βλέπῃς τὸ γλυκύτατο πρόσωπό του καὶ θὰ δημιουργῇς πνευματικὴ σχέσι μαζί του.
2. Τὸ ἕνα λοιπόν, νὰ ἔχουμε ἐπιθυμία νὰ δοῦμε τὸν Ἰησοῦν. Τὸ δεύτερο σημεῖο· ὅταν ὁ Ζακχαῖος ἄκουσε ὅτι περνάει ὁ Χριστός, ἀ­μέσως ἔκλεισε τὰ κατάστιχα καὶ τοὺς λογαρι­ασμούς, καὶ πετάχτηκε ἔξω. Στοὺς δρόμους γινόταν συλλαλητήριο αὐθόρμητο, πλημμύρα. Αὐτός, κοντὸς στὸ ἀνάστημα, χανόταν μέσα στὸ πλῆθος· πῶς νὰ δῇ τὸ Χριστό; Ἀλλὰ τί κάνει ὁ πόθος! Προϊστάμενος τόσων ὑπαλλήλων, ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν ἀξι­ο­πρέπειά του. Εἶδε στὸ δρόμο μιὰ συκομουριά, καὶ σὰν γατὶ σκαρφάλωσε στὸ δέντρο. Τὸ ἔκανε σκοπιὰ καὶ παρατηρητήριο, κι ἀπὸ ’κεῖ, μέσ’ ἀπ’ τὰ φυλλώματα, παρατηροῦσε μὲ λαχτάρα νὰ δῇ τὸ Χριστό.
Ὅπως λοιπὸν ἐκεῖνος, ἔτσι κ’ ἐμεῖς ν’ ἀνεβοῦμε στὸ δέντρο. Παραβολικῶς ὁμιλῶ. Ποιό εἶνε τὸ δέντρο, ποὺ ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀ­νεβαί­νει σ’ αὐτὸ δὲν πατάει πλέον τὴ γῆ ἀλ­λὰ ὑ­ψώνεται μέχρι τὸν οὐρανὸ καὶ γίνεται χερουβὶμ καὶ ἄγγελος; Πνευματικὸ δένδρο εἶνε ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία. Ὅποιος μπαίνει στὴν ἐκ­κλησία μὲ φόβο καὶ συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός του, ἰδιαιτέρως ἐν ὥρᾳ θείας λειτουργίας, αἰσθάνεται τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, τὸν βλέπει καὶ συνομιλεῖ μαζί του.
3. Τὸ πρῶτο λοιπόν, νὰ γνωρίσουμε τὸν Ἰησοῦν· τὸ δεύτερο, νὰ ἐκκλησιαζώμεθα συχνὰ καὶ νὰ ἁγιαζώμεθα. Καὶ τὸ τρίτο, τὸ σπουδαιότερο, ποιό εἶνε; Ὁ Ζακχαῖος δὲν ἀρκέσθηκε μόνο σ’ αὐτά. Ἔκανε κάτι ἄλλο, ἕνα δύσκολο ἔργο· ἄνοιξε τὸ βαλάντιό του. Ὁ Χριστὸς τὸν εἶ­δε καὶ τοῦ λέει· «Ζακχαῖε…» (ἔ.ἀ. 19,5). Πρώτη φορὰ τὸν ἔβλεπε, καὶ τὸν φώναξε μὲ τὸ ὄ­νομά του. (Ὁ Χριστὸς γνωρίζει τὰ ὀνόματά μας. Ὅ­σο ταπεινὸς καὶ ἄσημος κι ἂν εἶσαι, τὸ ὄνομά σου εἶνε γνωστὸ στὸ Θεό). Ζακχαῖε παιδί μου, λέει, «κατέβα κάτω». Ἐκεῖνος ἀμέσως κατ­έ­βη­­κε καὶ τὸν ἀκολουθοῦσε νὰ πᾶνε στὸ σπίτι του. Θὰ πήγαινε λοιπὸν ὁ Χριστὸς στὸ σπίτι τοῦ ἁ­μαρτωλοῦ; δὲν ὑπῆρχαν ἄλλα σπίτια, ἱερέων καὶ φαρισαίων; Ὁ Χριστὸς θέλησε νὰ πάῃ στὸ σπίτι αὐτό, τὸ πιὸ ἁμαρτωλὸ σπίτι! Ὁ Ζακχαῖος, ἔμεινε ἔκπληκτος. Καθὼς πλησίαζαν στὸ σπίτι, συναισθανόταν ὅτι δὲν εἶνε ἄξι­ος νὰ φιλοξενήσῃ τὸ Χριστό. Θὰ ἄνοιγαν οἱ πόρ­τες ἑνὸς σπιτιοῦ ποὺ κάθε πέτρα του ἔ­σταζε αἷμα, νὰ περάσῃ μέσα ὁ Χριστός; (Ἂν κατέβαινε κ’ ἐδῶ ἕνας ἄγγελος κ’ ἔπαιρνε τὰ σπίτια ὅλα, πολυκατοικίες καὶ μέγα­ρα, καὶ τὰ ἔ­σφιγγε, θὰ ἔσταζαν αἷμα! Λίγα σπίτια ἔχουν χτιστῆ μὲ τὸν τίμιο ἱδρῶτα. Τὰ μεγάλα σπίτια δὲν χτίζονται μὲ τὸ Εὐαγγέλιο· μὲ τὸ διάβολο χτίζονται, μὲ τὰ τριάκοντα ἀργύρια, μὲ κλοπές, κομπίνες, ἀπάτες καὶ πλαστογραφίες).
Τὴν ὥρα ἐκείνη λοιπὸν ὁ Ζακχαῖος εἶδε τὸ σπίτι του δι­αφορετικά, μὲ ἄλλα μάτια. Εἶδε, ὅτι τὸ σπίτι αὐτὸ τό ’χτισαν ἡ πλεονεξία καὶ ἡ ἀ­δικία, καὶ τί ἔκανε; Στάθηκε στὴν πόρτα. «Σὲ παρακαλῶ, Κύριε, στάσου μιὰ στιγμή», εἶπε. Καὶ προτοῦ νὰ μπῇ μέσα ὁ Χριστός, πῆ­ρε δυὸ μεγάλες ἀποφάσεις, ποὺ δείχνουν ὅτι ἡ μετά­νοιά του ἦταν εἰλικρινής. Ἐὰν ἔπαιρναν ὅλοι τέτοιες ἀποφάσεις, ὁ κόσμος θὰ ἦταν πολὺ διαφορετικός. Ἡ μία ἀπόφασις· «Τὰ μισά», λέει, «ἀπὸ τὰ ὑ­πάρχοντά μου τὰ δίνω στοὺς φτω­χούς». Δὲν ἔδωσε ὅμως μόνο τὰ μισά· ὅλη τὴν περιουσία του τὴν ἔδωσε. Γιατὶ κατόπιν, μὲ τὴν ἄλλη ἀ­πόφασι ποὺ πῆρε, εἶπε· «Καὶ ἂν κάποιον τὸν ἀ­δίκησα σὲ κάτι, εἶμαι πρόθυμος νὰ τοῦ δώσω τετραπλάσια». Ἕνα ἔκλεψα; τέσ­σερα θὰ δώσω. Δέκα ἔκλεψα; σαράντα θὰ δώσω. Ἑκατὸ ἔ­κλεψα; τετρακόσια θὰ δώσω. Ἕ­να ἀρνὶ ἔ­κλεψα; τέσσερα ἀρνιὰ θὰ δώσω. Αὐτὴ ἦταν ἡ μεγάλη ἀπόφασι. Τί τοῦ ἔμεινε ὕστερα ἀπὸ αὐτά; Τίποτα. Ἔμεινε κι αὐτὸς ὁ Ζακχαῖος φτωχὸς ὅ­πως ὁ Ναζωραῖος.
Συγ­κλονιστικὴ ἡ μετάνοια τοῦ Ζακχαίου. Τὴν χαρακτηρίζουν τὰ δύο μεγάλα αἰτήματα τῆς χριστιανικῆς πίστεως· πρῶτον ἡ δικαιο­σύνη («Δικαιοσύνην μάθετε, οἱ ἐνοικοῦντες ἐ­πὶ τῆς γῆς» Ἠσ. 26,9), καὶ δεύτερον τὸ ἔλεος. Πρῶτα δικαιοσύνη καὶ ἔπειτα ἔλεος. Ἀποζημί­ωσε ὅσους ἀδίκησε. Δὲν πῆρε τὰ κλεμμένα νὰ κάνῃ μ’ αὐτὰ ἐλεημοσύνη, ὅπως κάνουν τώ­ρα μερικοὶ ἐφοπλισταί, ποὺ πήκτωσαν τὴ θάλασσα μὲ τὰ καράβια τους – εἶνε βέβαια αὐτὸ μία ἀπόδειξις τῆς δραστηριότητος καὶ τῆς εὐ­φυΐας τους, ὄχι ὅμως καὶ τῆς χριστιανοσύνης τους. Αὐτοί, ἀπὸ τὰ μεγάλα κέρδη ποὺ πραγμα­τοποιοῦν, κάνουν καὶ μερικὲς ἐλεημοσύνες.
Δικαιοσύνη καὶ ἔλεος. Καὶ δίκαιος καὶ ἐλεήμων ἀπεδείχθη ὁ Ζακχαῖος. Καὶ τότε ὁ Χριστὸς ὕψωσε τὰ χέρια καὶ εἶπε· «Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο» (Λουκ. 19,9). Τὸ σπίτι αὐτὸ ἦταν ἕτοιμο νὰ καταστραφῇ· δὲν εἶ­χε σωτηρία. Διότι οἱ ἀδικίες εἶνε δυναμίτης. Ὅποιος δη­μιουργεῖ περιουσίες ἀπὸ χρήματα ἄδικα, τινάζει στὸν ἀέρα τὴν οἰκογένειά του.

* * *

Τὸ μεσημέρι στὸ σπίτι ἔχετε τὸ φαγητό σας. Σκεφθῆτε, ἀδέρφια μου, ὅτι ἑκατομμύρια ἄν­θρωποι πάνω στὴ γῆ δὲν ἔχουν ψωμὶ νὰ φᾶνε καὶ πεθαίνουν σὰν τὶς μῦγες ἀπὸ τὴν πεῖνα.
Μπρός, Ζακχαῖοι τῶν ὀρέων καὶ τῶν πόλεων, Ζακχαῖοι μικροὶ καὶ μεγάλοι! Δύο τὰ αἰτήματα· δικαιοσύνη καὶ ἔλεος. Ὅταν τὰ δύο αὐ­τὰ πραγματοποιηθοῦν, τότε ὁ Χριστός, ὅπως στὸ Ζακχαῖο εἶπε «Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τού­τῳ», τὰ ἴδια λόγια θὰ ἐπαναλάβῃ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Πάνω ἀπ’ τὸ σταυρὸ θὰ ὑψώσῃ τὰ ἄ­χραντά του χέρια σ’ ἀνατολὴ καὶ δύσι, βορᾶ καὶ νότο, καὶ θὰ πῇ· «Σήμερον σωτηρία τῷ κόσμῳ».
Ὁ Ζακχαῖος εἶνε ὑπόδειγμα μετανοίας. Ὅ­πως τὸν ἔχουμε μιμηθῆ στὸν βίο τῆς ἁμαρτί­ας, νὰ τὸν μιμηθοῦμε καὶ στὸν βίο τῆς μετανοίας. Μία γνωριμία ἀξίζει· νὰ γνωρίσουμε τὸ Χριστό. Ἂς ἀνεβαίνουμε στὸ δέντρο τῆς ἁγί­ας του Ἐκ­κλησίας. Ἂς μετέχουμε στὴν θεία λειτουργία. Ἂς ἐκκλησιαζώμεθα τακτικά, ἂς ἀνοί­γουμε τὴν καρδιά μας, ἂς τὴν κάνουμε σαλόνι ὅπου θὰ ὑ­ποδεχώμεθα τὸ Χριστό. Καὶ τότε Ἐκεῖνος θὰ εὐλογήσῃ ἐμᾶς, τὰ ἔργα μας, τὶς οἰ­κογένειές μας, τὰ παιδιά μας, τὴ μαρτυρική μας πατρίδα, καὶ θὰ πῇ· «Σήμερον σωτηρία τῷ κόσμῳ γέγονε», διότι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου «ἦλ­θε ζη­τῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός» (ἔ.ἀ. 19,10).

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱερό ναὸ των Ἁγίου Ἀθανασίου Ἄνω Κυψέλης – Ἀθηνῶν 23-1-1977)

«Μετανοειτε»

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιαν 10th, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

«Μετανοειτε»

«Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς κηρύσσειν καὶ λέγειν· Μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν»

π. ΑΥΓ. ΣΤΟΝ ΑΝΒΩΝΑ copyΟ τελευταῖος λόγος τοῦ Χριστοῦ ἦταν τὸ «Τετέλεσται» (Ἰω. 19,30), λόγος μὲ βαθειὰ σημασία. Ἀλλ᾿ ὅπως ὁ τελευταῖος, ἔτσι καὶ ὁ πρῶτος λόγος ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὰ χείλη του, ἔχει μεγάλη σημασία. Καὶ ὁ πρῶτος λόγος εἶνε τὸ «Μετανοεῖτε» (Ματθ. 4,17). Ἂς ἀναλύσουμε τὴν ἔννοια τῆς μετανοίας, τὸ κορυφαῖο κήρυγμα τοῦ Θεανθρώπου.

* * *

Ἡ ἀνθρωπότης, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἀσθενής. Νοσεῖ ποικιλοτρόπως. Καὶ ποιά ἡ αἰτία; Ἐπῆλθε διαταραχὴ στὸ σύμπαν, στὸ ἠθικὸ σύμπαν, λόγῳ παραβάσεως τοῦ ἠθικοῦ νόμου. Ὁ ἠθικὸς νόμος συνοψίζεται στὸ Δεκάλογο, ποὺ ἔλαβε ὁ Μωϋσῆς, καὶ προπαντὸς στὴν Ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία τοῦ Κυρίου. Δυστυχῶς τὸ νόμο αὐτὸ τὸν καταπατοῦμε. Οὐδέποτε ἄλλοτε ἡ ἀνθρωπότης κατεπάτησε τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ τόσο ὅσο ἡ σύγχρονος γενεά. Ἀμέτρητα τὰ ἁμαρτήματά μας. Ὁ αἰώνας αὐτός, τῶν πυραύλων, θὰ ὀνομασθῇ καὶ αἰώνας τοῦ ἐγκλήματος. Ἔχουμε παραβάσεις τοῦ ἠθικοῦ νόμου, παραβάσεις μικρὲς καὶ μεγάλες. Στὴν ἀνθρωπότητα σήμερα ἁρμόζει αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Δαυΐδ, ὅτι «Αἱ ἀνομίαι μου ὑπερῆραν τὴν κεφαλήν μου, ὡσεὶ φορτίον βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ᾿ ἐμέ» (Ψαλμ. 37,5)· ἢ ἐκεῖνο ποὺ εἶπε ὁ προφήτης Ὠσηέ, ὅτι «Ἀρὰ καὶ ψεῦδος καὶ φόνος καὶ κλοπὴ καὶ μοιχεία κέχυται ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ αἵματα ἐφ᾿ αἵμασι μίσγουσι» (Ὠσ. 4,2)· ἢ ἐκεῖνο ποὺ εἶπε ὁ προφήτης Ἠσαΐας, ὅτι ὅλη ἡ ἀνθρωπότης ἀπὸ τὴν κορυφὴ μέχρι τὰ νύχια εἶνε γεμάτη ἀπὸ ἕλκη, γεμάτη ἀπὸ ἁμαρτήματα (Ἠσ. 1,6).
Νοσεῖ λοιπὸν ἡ ἀνθρωπότης· τὸ φωνάζουν καὶ οἱ πέτρες. Ποιός θὰ τὴν θεραπεύσῃ;
Ὅπως γύρω ἀπὸ ἕναν πολὺ βαρειὰ ἀσθενῆ, ἔτσι καὶ γύρω ἀπὸ τὸ κρεβάτι τῆς ἀσθενοῦς ἀνθρωπότητος βρίσκονται «γιατροὶ» καὶ γίνεται τρόπον τινὰ ἰατρικὸ συμβούλιο. Ἰατρικὸ συμβούλιο ἐννοῶ τοὺς κοινωνιολόγους, ψυχολόγους, φιλοσόφους, κυβερνήτας, ποὺ συσκέπτονται ἂν ὑπάρχει θεραπεία.
Οἱ γνῶμες διχάζονται. Ἄλλοι, ἀπαισιόδοξοι, λένε· Δὲν ὑπάρχει πλέον θεραπεία στὸν κόσμο. Ἐκεῖ ποὺ ἔφτασε ἡ ἀνθρωπότης, παρ᾿ ὅλα τὰ ἐπιτεύγματά της, ὁδηγεῖται πρὸς αὐτοκτονία, μὲ πιστόλι τὴν πυρηνικὴ ἐνέργεια.
Ἄλλοι εἶνε ὑπεραισιόδοξοι καὶ λένε· Μὴν ἀκοῦτε· ἡ ἀνθρωπότης προχωρεῖ μὲ γοργὸ βῆμα πρὸς μεγάλες ἐξελίξεις· ἐντὸς ὀλίγου πατοῦμε στὰ ἄστρα καὶ θὰ κατοικήσουμε ἐκεῖ. Ἐμεῖς ἐλπίζουμε σὲ θεραπεία… Κι ὅταν τοὺς ρωτήσῃς, ποιά εἶνε τὰ φάρμακά τους, ἔχουν συνταγὲς πρόχειρες, συστήματα ποὺ λήγουν στὰ νεώτερα εἰς ―ισμός (π.χ. ἀνθρωπισμός, καπιταλισμός, σοσιαλισμός, κομμουνισμός, οἰκουμενισμὸς κ.λπ.). Νομίζουν οἱ ταλαίπωροι, ὅτι μὲ τέτοιες συνταγὲς καὶ χάπια θὰ θεραπευθῇ τὸ κακό.
Ὑπάρχει καὶ μιὰ ἄλλη τρίτη κατηγορία ἀνθρώπων, ποὺ πιστεύουν σὲ ἕναν ἄλλο τρόπο θεραπείας. Ἀντὶ νὰ κάθεστε, λένε, σὰν τὶς γριὲς καὶ νὰ κλαῖτε καὶ νὰ ἐλεεινολογῆτε τὸν ἑαυτό σας, κάντε ἐπανάστασι· δὲν χρειάζονται οὔτε δάκρυα οὔτε μοιρολόγια, χρειάζονται γρόνθοι, λένε αὐτοί. Ἡ ἀνθρωπότητα εἶνε βαρέως ἀσθενής, καὶ πρέπει νὰ μπῇ στὸ χειρουργεῖο. Αὐτοὶ φρονοῦν, ὅτι μὲ τὸ αἷμα, μὲ τὸ αἱματοκύλισμα, θὰ ἔλθῃ ἡ θεραπεία.
Τί ἔχουμε νὰ ποῦμε ἐμεῖς; Στὸ συμβούλιο αὐτὸ τῶν φιλοσόφων καὶ κοινωνιολόγων λέμε· Δὲν συμφωνοῦμε οὔτε μὲ τοὺς ἀπαισιοδόξους, οὔτε μὲ τοὺς ὑπεραισιοδόξους, οὔτε μὲ τοὺς ἐπαναστάτας. Ἐμεῖς δὲν προσκυνοῦμε ἰατροὺς ἐπιγείους. Ὑπάρχει γιατρός. Ἀποκαλυφθῆτε, κύριοι. Γιατρὸς μοναδικὸς εἶνε ὁ Χριστός. Στὴν θεία λειτουργία τὸν ὀνομάζουμε «ἰατρὸ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν», ἰατρὸν ἐν ἀπολύτῳ ἐννοίᾳ.
Ἂν μποροῦσε ἡ ἀνθρωπότης νὰ θεραπευθῇ ἀπὸ τοὺς φιλοσόφους, τοὺς ἐπιστήμονας, τὸν τεχνικὸ πολιτισμό, ἀπ᾿ ὅλα αὐτά, δὲν θὰ ἐρχόταν ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο. Ἦρθε, γιατὶ ὁ κόσμος εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τὴν παρουσία του. Ἦρθε στὸν κόσμο, γιὰ νὰ συστήσῃ ἰατρεῖο καὶ νὰ δώσῃ φάρμακο ἰσχυρὸ καὶ ῥωμαλέο.
Ἰατρεῖο του εἶνε ἡ Ἐκκλησία. Γι᾿ αὐτὸ ψάλλουμε· «Τίς ὀδυνώμενος καὶ προσπίπτων τῷ ἰατρείῳ τούτῳ οὐ θεραπεύεται;». Ἐδῶ εὑρισκόμεθα ὅλοι ἐμεῖς οἱ ἀσθενεῖς. Ἂν ὑπάρχῃ κάποιος ἄμεμπτος, ὑγιής, ἀναμάρτητος, ἂς βγῇ ἔξω. Ἀλλὰ ὅλοι εμεθα ἁμαρτωλοί, ὅλοι ἀσθενεῖς, τῷ σώματι καὶ τῷ πνεύματι.
Καὶ ποιά εἶνε τὰ φάρμακα τοῦ Χριστοῦ; Ὤ τὰ φάρμακά του! Εἶνε δοκιμασμένα, ἀποτελεσματικὰ γιὰ κάθε ἀρρώστια. Καὶ ἕνα ἀπὸ αὐτά, τὸ δραστικώτερο, ποὺ καθαρίζει καὶ ἐξυγιαίνει τὸν ἄνθρωπο μέχρι τελευταίων ἰνῶν τῆς ὑπάρξεώς του, εἶνε τὸ «Μετανοεῖτε». Μόνο διὰ μετανοίας θὰ σωθῇ ὁ κόσμος.

* * *

Τί εἶνε ἡ μετάνοια; Ἂν ρωτήσετε ἕνα φιλόλογο, θὰ σᾶς πῇ, ὅτι ἡ λέξις εἶνε σύνθετη. Ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο μέρη, μετὰ καὶ νοῦς, καὶ ὅτι τὸ πρῶτο, τὸ μετά, σημαίνει μετα-βολή.
Ὅσοι κάνατε στρατιῶτες, ἀκούσατε τὸ παράγγελμα «μεταβολή». Ὅσοι εἶστε σωφέρ, γνωρίζετε ὅτι σὲ ἐπικίνδυνα σημεῖα τοῦ δρόμου χρειάζεται ἀπότομη στροφή. Οἱ δὲ ναυτικοὶ γνωρίζουν, ὅτι στὸν ὠκεανό, σὲ φοβεροὺς κυκλῶνες, ὁ πλοίαρχος διατάζει στροφὴ 180 μοιρῶν. Εἶνε ἡ δυσκολώτερη στροφή.
Ἔχει ἀνάγκη ἡ ἀνθρωπότης ἀπὸ στροφὴ ὄχι 10, ὄχι 20, ἀλλὰ 180 μοιρῶν. Καὶ αὐτὸ εἶνε ἡ μετάνοια. Στροφὴ ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὸ φῶς, ἀπὸ τὸ ψεῦδος στὴν ἀλήθεια, ἀπὸ τὴ συκοφαντία στὴν τιμιότητα. Μετάνοια θὰ πῇ ἀλλαγὴ μυαλοῦ· ν᾿ ἀλλάξουμε μυαλό.
Στὰ γκαρὰζ ὁδηγοῦμε γιὰ ἐπισκευὴ τὰ αὐτοκίνητα, στὰ ὡρολογοποιεῖα ὁδηγοῦμε τὰ χαλασμένα ρολόγια. Ἐδῶ ἔχει ἀνάγκη ἐπισκευῆς καὶ ἀλλαγῆς ὁ νοῦς μας. Διότι ὁ νοῦς μας δὲν εἶνε πλέον διαυγής. Ζῇ μέσα στὴν ὁμίχλη. Εἶνε ναρκωμένος καὶ δὲν σκέπτεται ὀρθά. Ὅλοι, μὲ τὴ «λογική» τους, θὰ σᾶς δικαιολογήσουν τὰ πλέον εἰδεχθῆ ἐγκλήματα. Ρωτῆστε τὸ φιλάργυρο, καὶ θὰ ὑπερασπισθῇ μὲ ἀκαταμάχητα ἐπιχειρήματα τὴ φιλαργυρία του. Ρωτῆστε τὸν πόρνο καὶ τὸ μοιχό, καὶ θὰ σᾶς δικαιολογήσῃ πλήρως τὰ ἐγκλήματά του. Γιατὶ ἔπαυσε πλέον ὁ νοῦς νὰ σκέπτεται ὀρθά. Ἡ σκέψι, τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ἀνθρώπου, πρέπει νὰ ὑποστῇ ῥιζικὴ ἀλλαγή.
* * *
Μετανοεῖτε λοιπόν. Ὅλοι. Μετανοεῖτε, γέροντες συνηλικιῶτες μου, γιὰ τὶς ἁμαρτίες τῆς νεότητός σας. Μετανοεῖτε, νέοι καὶ παιδιά, γιὰ τὶς ἀταξίες, ποὺ ἀσχημίζουν τὴν ὡραία ἡλικία σας. Μετανοεῖτε, ἄνδρες ὥριμοι, γιὰ τὶς πράξεις σας. Μετανοεῖτε, γυναῖκες, ποὺ σὰν νυκτερίδες πετᾶτε στὰ σκότη τῆς ἁμαρτίας. Μετανοεῖτε, γονεῖς, γιὰ τὴν ἀθλία τακτικὴ ἔναντι τῶν τέκνων σας. Μετανοεῖτε, τέκνα, γιὰ τὶς ὕβρεις ἐναντίον τῶν γονέων σας. Μετανοεῖτε, πλούσιοι, γιὰ τὶς ἀδικίες, τὶς ἀσπλαχνίες, τὴν πλεονεξία καὶ τὴν ἐκμετάλλευσι τοῦ λαοῦ μας. Μετανοεῖτε, μικροὶ καὶ μεγάλοι, δάσκαλοι καὶ καθηγηταί, φιλόσοφοι καὶ ψυχολόγοι, ἰατροὶ καὶ λοιποὶ ἐπιστήμονες, κυβερνῆται καὶ λαός, ὀπαδοὶ πάσης παρατάξεως. Ἀλλάξτε τρόπο ζωῆς.
―Μὰ θὰ μᾶς συγχωρήσῃ ὁ Θεός; ἐρωτοῦν.
Δῶστε του τ᾿ ἁμαρτήματά σας. Ἐὰν συγκεντρωθοῦν τ᾿ ἁμαρτήματα ὅλου τοῦ κόσμου, θὰ σχηματισθῇ ἕνας Ὄλυμπος. Ἕνας Ὄλυμπος ὄχι ἀπὸ πέτρες καὶ θάμνους, ἀλλὰ ἀπὸ κάρβουνα ἀναμμένα. Φαντασθῆτε ἕναν Ὄλυμπο ἀπὸ κάρβουνα, καιόμενο καὶ φλεγόμενο. Ποιός μπορεῖ νὰ τὸν σβήσῃ;
Καὶ ὅμως! Ῥίξτε τ᾿ ἁμαρτήματα ὅλα στὸν ὠκεανό· καὶ ἡ φωτιὰ δὲν θὰ νικήσῃ τὴ θάλασσα, ἡ θάλασσα θὰ νικήσῃ τὴ φωτιά. Ποιά εἶνε ἡ φωτιά; Οἱ ἁμαρτίες· οἱ δικές μου, οἱ δικές σας, τοῦ κόσμου ὅλου. Καὶ ποιά εἶνε ἡ θάλασσα; Ὦ χριστιανοί μου, πιστεύσατέ το· ἡ θάλασσα ἡ μεγάλη καὶ ἀπέραντος εἶνε τὸ ἔλεος, τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Μέσα στὴ θάλασσα αὐτὴ πέφτουμε καὶ καθαριζόμεθα. Ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν ἐθυσιάζετο, οὔτε ὁ λῃστὴς μποροῦσε νὰ πῇ τὸ «Μνήσθητί μου, Κύριε» (Λουκ. 23,42), οὔτε κανένας ἄλλος. Ἐλπίζουμε στὸ θεῖο ἔλεος, ἐλπίζουμε στὴ φιλανθρωπία του.  
Ἀδελφοί μου, κάνετε στροφὴ πρὸς τὸν Κύριο, ὃν, παῖδες, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

† Ὁ Φλωρίνης, Πρεσπῶν & Ἑορδαίας
Αὐγουστῖνος
ἱ. ναὸς Ἁγίου Νικολάου Κοζάνης 13-1-1974

ΤI EINAI KOΛΑΣΗΣ;

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιαν 9th, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΤI EINAI KOΛΑΣΗΣ;

«…Ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου» (Λουκ. 16,28)

επισκ. Αυγ.ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΛΛΟΣ ΚΟΣΜΟΣ; Ἰδού, ἀγαπητοί μου, τὸ τεράστιο ἐρώτημα ποὺ θέτει σήμερα τὸ ἱερὸ εὐαγγέλιο.

Πῆγα μιὰ φορὰ σ᾿ ἕνα χωριό, κ᾿ ἐκεῖ μὲ ρώτησαν· Ποιός ἦρθε ἀπὸ τὸν ἄλλο κόσμο; μήπως ἀναστήθηκε κανείς, νὰ μᾶς πῇ τί γίνεται ἐκεῖ;… Ἀλλὰ τί καταλαβαίνετε, αὐτοὶ ποὺ ζητοῦν νὰ δοῦν νεκρὸ ν᾿ ἀνασταίνεται, ἂν ἀναστηθῇ, θὰ τὸν πιστέψουν; Ἀμφιβάλλω. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι τὸ ν᾿ ἀναστηθῇ ἕνας νεκρὸς δὲν εἶνε μικρὴ μαρτυρία. Ἀλλ᾿ ὑπάρχει ἄλλη ἀκόμη ἰσχυρότερη. Καὶ χίλιοι νεκροὶ νὰ σηκωθοῦν ἀπὸ τὸν τάφο, δὲν εἶνε ἀποστομωτικοὶ μάρτυρες. Διότι εἶνε ἄνθρωποι. Ἐγὼ ἕνα μάρτυρα θεωρῶ ἀκαταμάχητο· αὐτὸν ποὺ λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο, κ᾿ εἶνε παραπάνω ἀπὸ κάθε ἄλλη ἀπόδειξι καὶ τεκμήριο καὶ ντοκουμέντο. Καὶ αὐτὸς εἶνε ἡ ἁγία Γραφή.

Ἡ ἁγία Γραφὴ δὲν εἶπε ποτέ ψέμα, δὲν βρέθηκε στὶς σελίδες της λάθος. Περιέχει τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ. Τὸ εἶπε ὁ Χριστός· «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (Ματθ. 24,35). Ἐγὼ λοιπόν, ἀδελφοί μου, δὲν περιμένω ν᾿ ἀναστηθῇ νεκρὸς ἀπὸ τὸν τάφο. Οὔτε νὰ μοῦ βεβαιώσῃ τὴν πίστι μου ὁ ἄλφα ἢ ὁ βῆτα ἐπιστήμων. Μοῦ εἶνε ἀρκετό, καὶ εὐλογῶ τὴν ἁγία Τριάδα γι᾿ αὐτό, ποὺ μᾶς ἔδωσε αὐτὸ τὸ μικρὸ βιβλίο, τὸ Εὐαγγέλιο, γιὰ νὰ τὸ ἔχουμε ὁδηγὸ στὴ ζωή μας, φάρο στὰ σκότη τῆς ψυχῆς.

Γι᾿ αὐτὸ εἶνε δυστυχὴς ὅποιος δὲ᾿ διαβάζει τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ δυστυχέστερος ὅποιος τὸ διαβάζει ἀλλὰ δὲν προσπαθεῖ νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ. Συνιστῶ λοιπὸν καὶ παρακαλῶ· Κανένα σπίτι χωρὶς Εὐαγγέλιο! Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει· «Ὅπου εἶνε τὸ Εὐαγγέλιο, διάβολος δὲ᾿ ζυγώνει».

* * *

Τὸ ἀθάνατο Εὐαγγέλιο μᾶς βεβαιώνει καὶ  γιὰ τὸ ὅτι ὑπάρχει ἄλλος κόσμος. Τὸ κηρύττει ἡ Παλαιὰ καὶ ἰδίως ἡ Καινὴ Διαθήκη. Ὑπάρχει κόλασι, ὑπάρχει παράδεισος. Τὸ κηρύττει παντοῦ, τὸ λέει καὶ σήμερα μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου.

Νὰ τὴ διηγηθοῦμε; Εἶνε γνωστή. Τί λέει;

Ἀκούγονται φωνές. Ἀπὸ ποῦ; Ὁ πλούσιος φωνάζει ἀπὸ τὴν κόλασι. Κόλασι; θὰ πῆτε, πώ πω!… Νὰ σᾶς πῶ, ἀδέρφια μου. Ἐγὼ σήμερα δὲν ἤθελα νὰ κηρύξω. Ὅταν χθὲς τὸ βράδυ διάβασα τὴν περικοπή, εἶπα· Ἄχ, νά ᾿μουν σὲ μιὰ σπηλιὰ τοῦ Ἁγίου Ὄρους, νὰ μὲ σώσῃ ὁ Θεός, νὰ μὴν πάω κ᾿ ἐγὼ στὴν κόλασι!… Γιατὶ κ᾿ ἐγώ, σὰν ἁμαρτωλός, θέλω νὰ μὴν ὑπάρχῃ κόλασις. Ἀλλ᾿ ὑπάρχει δυστυχῶς! Ὅπως ὑπάρχει νύχτα, ὑπάρχει καὶ κόλασις. Κι ἀκούσατε τί κουβεντιάζουν ὁ πλούσιος ἀπὸ τὴν κόλασι μὲ τὸν δίκαιο Ἀβραὰμ ἀπὸ τὸν παράδεισο, ἐκεῖ ποὺ πῆγε καὶ ὁ φτωχὸς Λάζαρος. Τὰ λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμερα.

Βλέπει ὁ πλούσιος τὸ Λάζαρο σ᾿ ἐκεῖνα τὰ μεγαλεῖα καὶ παρακαλεῖ τὸν Ἀβραὰμ γιὰ λίγη δροσιά. Ἀδύνατον, ἀπαντᾷ ὁ Ἀβραάμ. Ζητάει τότε χάρι γιὰ τὰ πέντε ἀδέρφια του· ν᾿ ἀναστηθῇ ὁ Λάζαρος ἐκ νεκρῶν καὶ νὰ πάῃ νὰ τοὺς πῇ νὰ μετανοήσουν, γιὰ νὰ μὴν καταλήξουν κι αὐτοὶ στὴν κόλασι. Λέει ὁ Ἀβραάμ· «Ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας» (Λουκ. 16,29), ἔχουν τὴν ἁγία Γραφή. ―Ὄχι, λέει ὁ πλούσιος· ἐὰν γίνῃ νεκρανάστασι, θὰ πεισθοῦν. ―Ὄχι, λέει τέλος ὁ Ἀβραάμ· ἂν δὲν πιστεύουν στὴν ἁγία Γραφή, καὶ ἐκ νεκρῶν κάποιος ν᾿ ἀναστηθῇ, πάλι δὲν θὰ πεισθοῦν.

* * *

Βλέπουμε λοιπὸν δύο πλουσίους. Τὸν ἕνα  στὴν καρδιὰ τῆς κολάσεως, τὸν ἄλλο (τὸν Ἀβραάμ) στὴν καρδιὰ τοῦ παραδείσου. Πῶς συμβαίνει αὐτό; Ἦταν ἀντίθετοι αὐτοί. Ὁ ἕνας ἔκλεινε τὴν πόρτα του, ὁ ἄλλος τὴν ἄνοιγε· ὁ ἕνας ἦταν ἄσπλαχνος, ὁ ἄλλος εὔσπλαχνος. Δῶστε μου πλουσίους σὰν τὸν Ἀβραάμ! Τέτοιους νά ᾿χαμε, δὲν θὰ ὑπῆρχε φτωχολογιά. Ἂν βαδίζῃς τὸ δρομολόγιο Ἀβραάμ, θὰ πᾷς κατ᾿ εὐθεῖαν στὴν καρδιὰ τοῦ παραδείσου. Ἂν βαδίσῃς τὸ δρομολόγιο τοῦ ἀσπλάχνου, θὰ πᾷς στὴν καρδιὰ τῆς κολάσεως.

Καὶ τί εἶνε αὐτὴ ἡ κόλασις; θὰ ρωτήσετε. Read more »

ΕΧΟΥΜΕ ΑΝΑΓΚΗ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιαν 4th, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ πρὸ τῶν Φώτων (Μᾶρκ. 1,1-8)

ΕΧΟΥΜΕ ΑΝΑΓΚΗ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ

«Ἐγένετο Ἰωάννης βαπτίζων ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας…» (Mαρκ. 1,4)

Αγ. Ιωαννης ΠροδΚηρυγμ. μετΕΡΧΕΤΑΙ, ἀγαπητοί μου, ἡ μεγάλη ἡμέρα τῶν Θεοφανείων. Ὁ Χριστὸς θὰ βαπτισθῇ στὸν Ἰορδάνη καὶ θ᾿ ἁγιασθοῦν τὰ νερά. Τὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσαμε σήμερα εἶνε σχετικὸ μὲ τὸ γεγονὸς  αὐτό. Τί μᾶς λέει τὸ εὐαγγέλιο;

* * *

Προτοῦ νὰ ἔρθῃ ὁ Χριστὸς στὸν Ἰορδάνη, ζοῦσε ἐκεῖ ἕνας ἅγιος ἄνθρωπος, ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος. Δὲν ἦταν ἁπλῶς ἕνας ἅγιος· ἦταν ὁ πιὸ ἅγιος ἄνθρωπος ποὺ παρουσιάστηκε στὴ γῆ, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ Χριστό. Ὁ Πρόδρομος ἦταν παραπάνω κι ἀπὸ πατριάρχες κι ἀπὸ προφῆτες. Ἦταν ἁγιασμένος ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μάνας του. Τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι καὶ οἱ γονεῖς του, ὁ Ζαχαρίας καὶ ἡ Ἐλισάβετ, ἀγαποῦσαν τὸ θεῖο νόμο, κάνανε προσευχή, νηστεύανε, ἤτανε ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ.
Οἱ γονεῖς εἶνε ὅπως τὸ δέντρο. Ὅταν ἡ ῥίζα εἶνε κακή, οἱ καρποὶ θά ᾿νε σάπιοι· ὅταν ἡ ῥίζα εἶνε καλή, καὶ οἱ καρποὶ θὰ εἶνε ἐκλεκτοί. Κι ὅταν ὁ σπόρος ποὺ σπέρνουμε στὴ γῆ εἶνε καλός, καὶ τὰ στάχυα θά ᾿νε καλά. Δὲν χρησιμοποιοῦμε ὁποιοδήποτε σπόρο. Ζούφιος σπόρος θὰ κάνῃ ζούφια σπαρτά. Ῥίζα καὶ δέντρο λοιπὸν εἶνε οἱ γονεῖς. Σπόρος εἶνε ὁ πατέρας, γῆ ἡ μητέρα. Ὅταν ὁ ἄντρας εἶνε ἀλκοολικὸς καὶ μέθυσος, ὅταν αἰσχρολογῇ, βρίζῃ, βλαστημάῃ, κ.τ.λ., τότε ἡ ῥίζα δὲν εἶνε καλή. Καὶ ἀπὸ τέτοια ῥίζα τί θὰ βγῇ; Ἄνθρωπος κακὸς καὶ κακοῦργος. Κι ὄχι μόνο κακὸς ἀλλὰ καὶ μισερὸς ἄνθρωπος· ἄλλος στραβός, ἄλλος κουτσός… Διαβάστε νὰ δῆτε ὅτι, ὅσοι πατεράδες μεθᾶνε, βγάζουν παιδιὰ ἐλαττωματικά. Πῆγα σ᾿ ἕνα χωριὸ καὶ εἶδα καμμιὰ δεκαριὰ παιδιὰ διανοητικῶς καθυστερημένα. Λέω· Τί συμβαίνει; κατάλαβα· ὅλοι μεθᾶνε… Σ᾿ ἕνα ἄλλο χωριὸ τὰ παιδιὰ στὸ σχολεῖο δὲ᾿ μαθαίνανε· ἦταν ὅλα βλάκες, δὲν καταλαβαίνανε τίποτα, κοιμοῦνταν ὄρθια. Φταίγανε τὰ παιδιά; Ὄχι. Ὁ πατέρας ἔφταιγε· ὁ ἀλκοολικός, ὁ μέθυσος πατέρας, ποὺ γεννάει τέτοια παιδιά.
Μεγάλη ἡ εὐθύνη τῶν γονέων. Γι᾿ αὐτὸ ἐσεῖς οἱ μανάδες καὶ οἱ πατεράδες νὰ προσέχετε. Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια τὰ ἀντρόγυνα κάνανε προσευχή, νηστεύανε Τετάρτη καὶ Παρασκευή, πηγαίνανε στὴν ἐκκλησία· καὶ μέσα ἀπὸ τέτοια ἅγια ἀντρόγυνα, βγαίνανε ἄγγελοι. Τώρα, ποὺ δὲν ἔχουν καμμιά ἔννοια Θεοῦ ἀλλὰ τὸν βλαστημᾶνε, ἀπὸ τέτοια ἀντρόγυνα βγαίνουν τέρατα. Τί θὰ δοῦμε…
Ἐπαναλαμβάνω· ἀπὸ ἁγιασμένους γονεῖς βγαίνουν ἅγια παιδιὰ καὶ μεγάλοι ἄνθρωποι, ἀπὸ γονεῖς ποὺ εἶνε μέσ᾿ στὴν ἁμαρτία θὰ βγοῦνε τέρατα. Θυμηθῆτε τὸ λόγο αὐτό. Δὲν μπορῶ νὰ πῶ περισσότερα, ἀλλ᾿ αὐτὸ ποὺ λέω εἶνε καὶ ἐπιστημονικῶς καὶ ἁγιογραφικῶς σωστό, καὶ ἡ καθημερινὴ πεῖρα τὸ ἐπιβεβαιώνει.
Ἦταν λοιπὸν ἁγιασμένος ὁ Ἰωάννης. Εἶχε καλὴ ἀνατροφή. Ἀλλ᾿ ὅταν μεγάλωσε λίγο, δὲν ἔμεινε στὸ σπίτι του. Σηκώθηκε κ᾿ ἔφυγε. Πῆγε κοντὰ στὸν Ἰορδάνη ποταμό, σ᾿ ἕνα ἔρημο μέρος. Κ᾿ ἐκεῖ πῶς ζοῦσε; Σὰν ἄγγελος. Ποιό ἦταν τὸ φαγητό του; Read more »

O ABΡAAM

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Δεκ 19th, 2012 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ πρὸ Χρ. Γεννήσεως (Ματθ. 1,1-25)

O ABΡAAM

«Ἀβραὰμ ἐγέννησε τὸν Ἰσαάκ» (Ματθ. 1,2)

 

Ακούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Ἀκούσατε ἐπίσης καὶ τὸν ἀπόστολο (βλ. Ἑβρ. 11,9-10, 32-40). Τόσο τὸ εὐαγγέλιο ὅσο καὶ ὁ ἀπόστολος εἶνε ὅλο ὀνόματα. Ὀνόματα ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, ποὺ ἔζησαν στὴν πρὸ Χριστοῦ ἐποχὴ τῆς παλαιᾶς διαθήκης. Ἂν μετρήσουμε τὰ ὀνόματα αὐτά, θὰ εἶνε περίπου ἑξήντα. Καθένα ἀπὸ αὐτὰ ἔχει κάποια ἱ­στορία, μικρὴ ἢ μεγάλη, καὶ ὅλα διδάσκουν. Ἂν θὰ θέλαμε γιὰ κάθε ὄνομα νὰ κάνουμε καὶ ἕνα κήρυγμα, θὰ μπορούσαμε νὰ κάνουμε ἑ­ξήντα κηρύγματα. Ἀλλ᾽ οὔτε ἐγὼ ὁ γέρων ἔ­χω τὴ δύναμι οὔτε ἐσεῖς ἔχετε τὴ διάθεσι ν᾽ ἀκοῦτε. Ἐνῷ ὧρες ὁλόκληρες ἀκοῦτε διαφό­ρους σταθμούς, ἐδῶ λίγα λεπτὰ ποὺ κηρύττουμε στενοχωριέστε.
Γι᾽ αὐτὸ παραλείπω ὅλα τὰ ἄλλα ὀνόματα καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχή σας σὲ ἕνα, γιὰ νὰ δι­δαχθοῦμε ἀπὸ τὴν ἱστορία του. Εἶνε τὸ πρῶ­το ὄνομα τοῦ καταλόγου, τὸ ὄνομα Ἀβραάμ.

* * *

Τί ἦταν ὁ Ἀβραάμ; Ὁ Ἀβραὰμ ἔζησε δυὸ χιλιάδες χρόνια πρὸ Χριστοῦ. Ἅμα ἀκούσουν τώρα μερικοὶ «Ἀβραάμ», σοῦ λένε· Νὰ πάω λοιπὸν στὴν ἐκκλησία καὶ ν᾽ ἀκούω παραμύθια γιὰ τὸν Ἀβραάμ… Ἔτσι μιλοῦν. Ἀλλ᾽ ὁ Ἀ­βρα­ὰμ δὲν εἶνε παραμύθι. Πρὶν λίγα χρόνια Ἄγ­γλοι ἀρ­χαιολόγοι πήγανε ἐπὶ τόπου, ἔκαναν ἀ­νασκα­φές, καὶ βεβαιώθηκε ὅτι ὁ Ἀβρα­ὰμ εἶ­νε πρόσωπο ἱστορικό. Καὶ «οἱ λίθοι κεκρά­ξον­­ται» (Λουκ. 19,40). Ὅπως στὴ Μακεδονία τὰ εὑρήματα τῆς Βεργίνας ἀπέδειξαν, ὅτι ὁ τόπος αὐ­­τὸς εἶνε ἑλληνικός, ἔτσι καὶ τὰ εὑρήμα­τα στὴ Μεσοποταμία ἀπέδειξαν, ὅτι ὁ Ἀβρα­ὰμ δὲν εἶνε μῦθος· ὑπῆρξε. Προσδιορίσθηκε ἀπὸ τὶς ἀνασκαφὲς ὁ τόπος καὶ ὁ χρόνος ποὺ ἔζησε. Διαψεύσθηκαν λοιπὸν οἱ ἄπιστοι.
Ὁ Ἀβραὰμ εἶνε μιὰ μεγάλη προσωπικότης τοῦ ἀρχαίου κόσμου. Γεννήθηκε στὴ χώρα τῶν Χαλδαίων, ποὺ ἐκτείνεται ἀνάμεσα στοὺς ποταμούς Τίγρι καὶ Εὐφράτη, στὴ νότια Μεσο­ποταμία. Ὅλοι ἐκεῖ ἦταν εἰδωλολάτρες· ἕ­νας μόνο, αὐτός, ἔμενε πιστὸς στὸν ἀληθινὸ Θεό. Γιά φαντάσου στὸ μέρος ποὺ ζῇς ὅλοι νὰ λατρεύουν ἄλλο θεὸ κ᾽ ἐσὺ νὰ εἶσαι ὁ μόνος Χριστιανός! Γι᾽ αὐτὸ εἶχε μεγάλη ἀξία ἡ πίστι του. Πῶς γνωρίζουμε ὅτι πίστευε; Ἀπὸ τὸ ὅτι τοῦ φανερώθηκε ὁ Θεὸς καὶ τὸν εὐλόγησε.
Γιὰ τὴν πίστι του ὁ Ἀβραὰμ εὐλογήθη­κε καὶ ἔγινε ἀρχηγὸς – γενάρχης τοῦ περιου­σίου λαοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ Ἰσραήλ. Ἔγινε τρόπον τινὰ ἡ ῥίζα τοῦ δέντρου, ἀπὸ τὴν ὁ­ποία προ­ῆλθε, σὰν κλαδιὰ καὶ ἄνθη καὶ καρποί, ὅλη ἡ ἱστορικὴ φυλὴ τῶν Ἑβραίων. Ἂν πᾶτε στὸ Ἅ­γιο Ὄρος, θὰ δῆτε σ᾽ ἕνα μοναστήρι αὐτὴ τὴν εἰκόνα· εἶνε τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο εἰκονογραφημένο. Εἰκονίζει ἕνα δέντρο, ποὺ ῥίζα ἔχει τὸν Ἀβραάμ, καὶ κλαδιά του εἶνε τὰ παιδιὰ καὶ ἐγγόνια καὶ δισέγγονα καὶ τρισέγγονα τοῦ πατριάρχου, ὅλα δηλαδὴ τὰ ὀνόματα τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀκούσαμε σήμερα.
Ἀνάμεσα στὰ ἄνθη, ποὺ βγῆκαν πάνω στὰ κλαδιὰ τοῦ δέντρου αὐτοῦ, φύτρωσε κ᾽ ἕνα ἄνθος ἀσύγκριτο, ἀμάραντο, αἰώνιο, ποὺ εὐω­διάζει καὶ σκορπίζει τὸ ἄ­ρω­μά του σὲ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Τὸ ἄνθος αὐτὸ εἶνε ὁ Κύριος ἡ­μῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ Θεός, μὲ ῥίζα τὸν Ἀ­βραάμ, φύτευσε τὸ πολύκλαδο τοῦτο δέν­τρο, μὲ σκοπὸ νὰ βγῇ τὸ λου­λούδι αὐτό.
Ὁ Ἀβραὰμ ἔδειξε ὅτι εἶνε πιστός. Ἀναφέρω μερικὰ δείγματα τῆς πίστεώς του.
⃝ Ὁ Θεὸς τοῦ εἶπε· Ἀβραάμ, φύγε, ἀπὸ τὸν τό­πο σου καὶ πήγαινε μακριά, πολὺ μακριά, στὴ γῆ Χαναάν. Τί λέτε, ἦταν εὔκολο αὐτό; Ποιός ἀφήνει πατρίδα, σπίτι, πατρικὴ οἰκογένεια, καὶ πάει μακριὰ περνώντας βουνὰ καὶ ποτάμια; Καὶ ὅμως ὁ Ἀβραὰμ ὑπήκουσε. Σηκώθηκε ἀ­πὸ τὸν τόπο του, τ᾽ ἄφησε ὅλα, βάδισε πολλὰ χιλιόμετρα, ἔφθασε στὴ γῆ Χαναάν, κ᾽ ἐκεῖ ἐγ­καταστάθηκε. Φάνηκε ὑπάκουος στὸ Θεό.
⃝ Κ᾽ ἐκεῖ ποὺ πῆγε τί ἔκανε; Ἔχτισε σπίτια, μέγαρα, ἀνάκτορα; Τίποτα. Ἔμενε σὲ σκη­­νές· τὸ λέει ὁ σημερινὸς ἀπόστολος (βλ. Ἑβρ. 11,9). Κατοικία του ἦταν ἕνα τσαντίρι, σὰν αὐτὰ ποὺ ἔ­χουν οἱ ἀθίγγανοι. Ἐκεῖ ἔ­ζησε. Κ᾽ ἐκεῖ μέσ᾽ στὸ τσαντίρι ἐκεῖνο ―τί με­γαλεῖα ἔχει ἡ πίστι μας!―, ὑποδέχθηκε καὶ φιλο­ξένησε τρεῖς ἀγγέ­λους, ποὺ εἰκόνιζαν τὴν ἁ­γία Τριάδα, Πατέρα Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα!
⃝ Μεγάλο δεῖγμα τῆς πίστεως τοῦ Ἀβραὰμ εἶ­νε καὶ ὅτι, ὅταν τὸν δοκίμασε ὁ Θεός, ἦταν ἕ­τοιμος νὰ θυσιάσῃ τὸν Ἰσαάκ, τὸ μονάκριβο παιδί του! Μοναδικὴ περίπτωσι στὴν ἱστορία.
⃝ Ἀκόμα θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του «πάροικο καὶ παρεπίδημο» (Γέν. 23,4), πίστευε δηλαδή, ὅ­τι ἡ ζωὴ αὐτὴ ποὺ ζοῦμε ἐδῶ εἶνε πρόσ­και­ρη. Ἀκόμη κι ἂν ὑποθέσουμε ὅτι ζῇς ἑκα­τὸ ἢ καὶ διακόσα χρόνια ἢ καὶ ὅσα ἔζησε ὁ Μαθουσάλας ἢ καὶ χίλια χρόνια, τί εἶνε αὐτά; Μιὰ στι­γμὴ εἶνε μπροστὰ στὴν αἰωνιότητα. Ἤξερε καλὰ ὁ Ἀβραάμ, ὅ­τι σήμερα – αὔριο φεύγει ἀπ᾽ τὸν κόσμο αὐ­τόν. Ἦταν ὅπως ὁ στρατιώτης. Εἴδατε κανένα στρα­τιώτη ποὺ ὑπηρετεῖ στὰ σύνορα νὰ χτίζῃ ἐκεῖ σπίτι; Ξέρει, ὅτι σήμερα – αὔριο θὰ φύγῃ. Ὁ στρατιώτης δὲν χτίζει σπίτια ἐκεῖ ποὺ στρατοπεδεύει· πολλὲς φορὲς ἔχει σκη­νὴ – ἀν­τίσκηνο, κ᾽ εἶνε ἕτοιμος νὰ μεταστα­­θμεύσῃ, νὰ πάῃ ὅπου τὸν διατάζει ἡ πατρίδα.
⃝ Αὐτὸς ἦταν ὁ Ἀβραάμ. Πίστευε. Καὶ δεί­γματα τῆς πίστεώς του εἶνε ἡ ὑπακοή, τὸ ὅτι ἔζησε σὲ σκηνές, ἡ θυσία τοῦ Ἰσαάκ, κι ὅτι θεωροῦ­σε τὴ ζωὴ αὐτὴ παροδική. Δεῖγμα πίστεως ἀκόμη εἶνε ἡ πραότης του. Εἶχε ἕνα πλεονέκτη συγγενῆ – ἀνηψιό, τὸ Λώτ. Καὶ τσακώ­θηκαν οἱ βοσκοί τους μεταξύ τους, ποιός θὰ ἔχῃ τὰ καλύτερα ἐδάφη. Καὶ τί εἶπε ὁ Ἀβραὰμ στὸ Λώτ· Δὲν εἶνε ἀνάγκη νὰ τσακω­νώμαστε· διάλεξε, παιδί μου, ὅποιο μέρος θέλεις. Ἔτσι ὁ Λὼτ πῆ­ρε τὸν κάμπο, τὰ καλύτερα χωράφια, κι ὁ Ἀ­βρα­ὰμ πῆρε τὰ ὀρεινὰ καὶ ἄγονα μέρη. Ἀλλὰ ἐ­κεῖνος ὁ κάμπος ἔγινε γιὰ τὸ Λὼτ παγίδα. Γιατί; Διότι ἐκεῖ ἦταν τὰ Σόδομα καὶ Γόμορρα, ὅ­που κατόπιν ἔπεσε φωτιὰ καὶ θειάφι καὶ τοὺς ἔκαψε ὅ­λους. Ὁ Ἀβραὰμ ἀρκέστηκε στὰ ὀρεινά. Ἦ­ταν πράος, δὲν ἤθελε διαπληκτισμούς. Γιατί νὰ διαπληκτισθῇ; γιὰ ἀσήμαν­τα πράγματα; Ὑποθέστε, ὅτι βλέπετε δυὸ ἀν­θρώπους νὰ παλεύουν μεταξύ τους σὰν ἄ­γρια θηρία. Πλησιάζετε καὶ τοὺς ρωτᾶτε· ―Βρὲ παιδιά, γιατί μαλώνετε; Κι αὐτοὶ ἀπαντοῦν· ―Νά, μαλώνουμε γιὰ ἕνα κουκκὶ ἄμμου· ἐγὼ λέω εἶνε δικό μου, αὐτὸς λέει εἶνε δικό του. ―Εἶ­στε μὲ τὰ λογικά σας; Γι᾽ αὐτὸ σκοτώνεστε, γιὰ ἕνα κουκκὶ ἄμ­μου;… Αὐτὸ ποὺ λέω δὲν εἶνε φανταστικό. Διότι αὐτὴ ἡ γῆ τί εἶνε; Τὸ λένε οἱ ἀστρονόμοι· ἕνα κουκκὶ ἄμμου μέσα στὸ σύμπαν. Ὦ ταλαίπωρη ἀνθρωπότης, ποὺ δυὸ φορὲς ὣς τώρα αἱματοκυλίστηκες γι᾽ αὐτό!
Τὰ ἤξερε αὐτὰ ὁ Ἀβραάμ, τὰ πίστευε. Εἶχε μάτια πνευματικά, ἔβλεπε μακριά. Δὲν ἔβλεπε τὸ σήμερα – αὔριο, ἔβλεπε τὴν αἰωνιότητα, τὸν ἀπέραντο κόσμο τῶν πνευμάτων. Καὶ ἔτσι ἔζησε. Πίστευε· ἡ πίστι του ἦταν γρανίτης.

* * *

Εἴπαμε, ἀγαπητοί μου, ὅτι ὁ Ἀβραὰμ ἔζησε σὲ σκηνές. Ἀλλὰ καὶ σήμερα, παρὰ τὴν τόση πρόοδο τῆς ἐπο­χῆς μας, ὑπάρχουν στὸν κόσμο ἄν­θρωποι ποὺ μένουν σὲ σκηνὲς (πρόσ­φυγες πολέμων, οἰκονομικοὶ μετανάστες, σει­σμόπληκτοι, πυροπαθεῖς, πλημμυροπαθεῖς κ.ἄ.) ἢ ἄλλοι ποὺ ζοῦν τόσο φτωχικά, ὥστε θὰ εἶ­χαν ἀνάγκη ἀ­κόμη καὶ μιὰ σκηνὴ – ἕνα τσαν­τίρι (ἄστεγοι, ἄ­ποροι κ.ἄ.).
Ἦρθαν τὰ Χριστούγεννα. Σκέπτεστε πῶς θὰ ἑορτάσουν ὅλοι αὐτοὶ τὶς ἡμέρες αὐτές; Ἐσὺ ἔ­χεις σπιτάκι· ἔχεις θέρμανσι, ροῦ­χα καὶ κλινοσκεπάσματα· ἔ­χεις τροφὲς καὶ γλυκύσματα· ἔχεις ὅλα τὰ χρει­ώδη. Θὰ περάσῃς ὡ­ραῖα, μὲ πλούσια δῶρα. Γιά σκέψου λοιπὸν κι αὐτούς. Βοήθεια σοῦ ζητοῦν. Μπορεῖς νὰ μείνῃς ἀδιάφορος;
Τέτοιες μέρες σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα γίνεται ἀ­πὸ τὴν Ἐκκλησία ἔρανος, ὁ ἔρανος τῆς Ἡ­μέ­ρας Ἀγάπης. Παρακαλῶ νὰ φανῆτε γενναῖ­οι, ὄχι τσιγγούνηδες. Μὴ τρέμουν ­τὰ χέρια σας, μὴ παθαίνουν πάρκινσον. Δῶστε, δῶστε γιὰ τὸν πλησίον· ἐκ τοῦ περισσεύματος ἢ καὶ ἐκ τοῦ ὑστερήματός σας. Ὑπάρχουν ἀνάγκες πολλές. Ὁ τιμάριθμος ἔχει αὐξηθῆ πολύ, ἁλματωδῶς.
Καὶ ἐνῷ κόσμος ὑποφέρει, ἄλλοι διασκεδά­ζουν καὶ σπαταλοῦν. Ἑκατομμύρια καὶ δισεκατομμύρια δίνουν γιὰ τὸν διάβολο. Γιὰ τὸν Θεὸ ὅμως;… Ἄχ νὰ μποροῦσα νὰ ἔ­κλεινα τὰ κέντρα τῶν ἁμαρτωλῶν διασκεδάσεων, τὰ κα­ζίνα καὶ τὰ χαρτοπαίγνια! ἄχ νὰ μποροῦσα νὰ σᾶς πείσω νὰ μὴν καπνίζετε!… Πολλοὶ γιὰ τὸ τομάρι καὶ τὰ καπρίτσια τους ξοδεύουν ἑκατομμύρια· κι ὅταν τοὺς ζητήσῃς κάτι νὰ δώσουν γιὰ ἐλεημοσύνη, πετοῦνε ψίχουλα.
Εὔχομαι ὁ Θεὸς νὰ μᾶς βοηθήσῃ, ὥστε νὰ φανοῦμε ὅλοι γενναιόδωροι, μὲ ὑψηλὰ φρονήματα, ἄξια παιδιὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Ναζωραίου καὶ ἐσταυρωμένου καὶ Θεοῦ μας· τὸν ὁποῖον, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰ­ῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(απομαγνητοφωνημένη ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναὸ του Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης 18-12-1988)

Η ΘΕΙΑ ΚΛΗΣΙΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Δεκ 8th, 2012 | filed Filed under: «KΥΡΙΑΚΗ» (Συντομο κηρυγμα) σε pdf, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ ΙΑ΄Λουκᾶ (Λκ. 14,16-24· Μθ. 22,14)
16 Δεκεμβρίου 2012

Η ΘΕΙΑ ΚΛΗΣΙΣ

«Ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα » (Λουκ. 14,17)

Ακούσατε, ἀγαπητοί μου, τὴν παραβολὴ τοῦ δείπνου; «Ἄνθρωπός τις», λέει ὁ Κύριος, «ἐποίησε δεῖπνον μέγα». Μπορεῖτε νὰ φαντα­στῆτε τὶς φροντίδες του; Αἴ­θουσα, τρα­πέζια, φαγητά, ποτά, μουσική… Κι ὅταν πλέον ἦταν ὅλα ἕτοιμα, ὁ εὐγενὴς οἰ­κοδεσπότης διέταξε τὸ δοῦλο του ν᾿ ἀρχί­σῃ τὶς προσ­κλήσεις. Τοῦ δίνει τὸν πρῶ­το κατάλογο. Ὁ δοῦλος τρέχει καὶ διανέ­μει σὲ ἕναν – ἕνα ἀτομικὲς προσκλήσεις.
Ἀλλὰ περίεργο· κανείς δὲν προθυμοποιεῖ­ται νὰ ἔρθῃ! Οἱ καλεσμένοι ἔχουν ἄλλες φρον­τίδες. Ὁ ἕνας κρατάει συμβόλαιο ἑνὸς κτήματος, ὁ δεύτερος σέρνει δέκα βόδια ποὺ θέλει νὰ τὰ δοκιμάσῃ, ὁ τρίτος μό­λις στεφανώθηκε καὶ δὲν ἀφήνει τὴ γυναίκα του οὔτε λεπτό. Ἀπ᾽ τὸ στόμα καὶ τῶν τριῶν ἀκούγεται ἡ ἴδια ἀπάντησι· «Ἔχε με παρῃτημένον» (Λουκ. 14,18,19).
Μετὰ τὴν ἄρνησι αὐτῶν ὁ δοῦλος παίρνει ἄλ­λη διαταγή, ποὺ συμπεριλαμβάνει κόσμο ὁλόκληρο. Ἔρχε­ται σὲ πλατεῖες δρόμους καὶ φράχτες καὶ φωνάζει· «Ἐλᾶτε. Ὅλα εἶνε ἕ­τοιμα. Ὁ κύριός μου σᾶς καλεῖ».
Καὶ νά, ἔρχονται ἀπὸ παντοῦ. Τοὺς βλέπετε; Εἶνε ῥακένδυτοι, φτωχοὶ καὶ ἀνάπηροι, κουτσοὶ καὶ τυφλοί. Μὰ ἡ θύρα δὲν κλείνει, ὑπάρχει ἀκόμη χῶρος στὴν αἴ­θουσα. Καὶ ἡ πρόσκλησι συνεχίζεται διὰ μέσου τῶν αἰώνων καὶ φτάνει μέχρι τὶς μέρες μας.

* * *

Αὐτὸς ποὺ «ἐποίησε δεῖπνον μέγα», ἀγαπητοί μου, εἶνε ὁ Θεός. Δὲν θέλει νὰ ζῇ ὁ ἄν­θρωπος μακριὰ ἀπ᾽ τὴ χαρά – αὐτὴν συμβολίζει τὸ δεῖπνο. Ὁ Θεὸς δὲν θέλει οὔτε ἕνα πλά­σμα του νὰ ζῇ καὶ νὰ πεθάνῃ μέσα στὸ σκοτά­δι, στὴ φρίκη τῆς ἁμαρτίας. Ὄχι. Εἶνε «ὁ πα­τὴρ τῶν οἰκτιρμῶν» (Β΄ Κορ. 1,3). Ὁ Δαυῒδ ψάλλει· «Οἰ­κτίρμων καὶ ἐλεήμων ὁ Κύριος…» (Ψαλμ. 102,8). Οἱ οὐ­ρανοὶ φλέγονται ἀπὸ ἀγάπη. Ἡ ἁγία Τριὰς ἐπι­θυμεῖ τὴ σωτηρία μας, καταρτίζει τὰ σοφὰ σχέ­διά της, κινητοποιεῖ ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους καὶ μᾶς καλεῖ νὰ ἐπιστρέψουμε ἀπ᾽ τὸ σκοτά­δι στὸ φῶς, ἀπ᾽ τὴν αἰχμαλωσία τοῦ σατανᾶ «εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θε­οῦ» (῾Ρωμ. 8,21). Κλῆσις ὑψίστη! Ὁ Θεὸς μᾶς καλεῖ.
Πῶς καλεῖ; Τὰ μέσα τῆς κλήσε­ως στὴ σωτη­ρία καὶ μακαριότητα εἶνε ἄπειρα καὶ ποικίλα. Μελετώντας βίους ἁγίων μένεις κα­τάπληκτος.
Ἂς ὑπενθυμί­σουμε τὴν κλῆσι τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Τί ἦταν ὁ Παῦλος εἶνε γνωστό· ἀ­­μείλικτος διώκτης τῶν Χριστιανῶν. Ἦταν πα­ρὼν στὸ λιθοβολισμὸ τοῦ πρωτομάρτυρος Στε­φάνου. Ἄκουγε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ φρύ­αττε. Καταδίωκε τοὺς Χριστιανοὺς ὅπου τοὺς εὕρισκε. Ὡρμοῦσε σὲ αὐλὲς καὶ σπίτια, ἅρπαζε ἄντρες καὶ γυναῖκες, καὶ δεμένους τοὺς ἔ­σερνε στὶς φυλακές. Μέρα – νύχτα πάσχιζε γιὰ τὴν καταστροφὴ τῆς Ἐκκλησίας. Κι ὄχι μόνο στὰ Ἰεροσόλυμα ἀλλὰ κι ἀλλοῦ μακριά. Διψοῦ­­σε αἷμα χριστιανικό. Οἱ ἀρχιερεῖς ποὺ σταύρω­σαν τὸ Χριστὸ θὰ ἀγάλλονταν καὶ χαϊδεύον­τας τὶς γενειάδες τους θὰ ἔλεγαν· Δέκα νὰ εἴχαμε σὰν τὸ Σαῦλο… Μὰ ἡ χαρά τους δὲν ἐ­πρόκειτο νὰ διαρκέσῃ πολύ. Ὁ Παῦλος δὲν θὰ πέθαινε διώκτης τοῦ Χριστοῦ. Τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ γι᾽ αὐτὸν ἦταν ἀσύλληπτο. Καὶ μιὰ μέρα, ἐνῷ πήγαινε μὲ συνο­δεία στὴ Δαμασκὸ γιὰ νὰ ἐξολοθρεύσῃ τὸ ποίμνιο τοῦ Ἰησοῦ, πάνω στὸ δημόσιο δρόμο, λίγα χιλιόμετρα ἔ­ξω ἀπ᾽ τὴν πόλι, εἶδε ἀστραπὴ κι ἄκουσε φωνή· –«Σαοὺλ Σαούλ, τί με διώκεις; σκληρόν σοι πρὸς κέντρα λακτίζειν». –«Τίς εἶ, Κύριε;», ρωτάει περίτρομος ὁ Παῦλος. –«Ἐ­γώ εἰμι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος, ὃν σὺ διώκεις», ἦταν ἡ ἀ­πάντησι (Πράξ. 22,7-8· βλ. καὶ 26,14-15· 9,4-5). Τί δραματικὴ σκηνή! Ἂν ἔχῃς, ἀγαπητέ, Καινὴ Διαθήκη, ἄ­νοιξε ἀ­πόψε καὶ διάβασε μόνος σου τὰ κεφά­λαια 9 22 καὶ 26 τῶν Πράξεων τῶν ἀποστόλων.
Ἡ κλῆσις τοῦ Παύλου στὸν Χριστιανισμὸ εἶ­νε βέβαια κάτι ξεχωριστό, εἶνε μία ἄμεση καὶ ἀπ᾿ εὐθείας κλῆσι· διαλαλεῖ πάντως, ὅτι ὁ Θε­ὸς καλεῖ τὸν ἄνθρωπο ἀπ᾽ τὰ σοκάκια καὶ τοὺς δρόμους τοῦ σκότους καὶ τοῦ ἐγκλήματος. Ἡ ὥρα αὐτὴ γιὰ τὸν Παῦλο ἦταν ἡ σπουδαιότερη τῆς ζωῆς του. Χαράχτηκε μέσα του· γι᾿ αὐτὸ στὴν ἀρχὴ ἐπιστολῶν του γράφει· «Παῦλος, κλητὸς ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ…» (Α΄ Κορ. 1,1. ῾Ρωμ. 1,1).

* * *

«Κλητὸς» ὁ Παῦλος. Ἀλλὰ «κλητοὶ» εἴμαστε κ᾽ ἐμεῖς (βλ. ῾Ρωμ. 1,6-7· 8,28. Α΄ Κορ. 1,2,24. Ἰούδ. 1. Ἀπ. 17,14). Ἔχουμε ἀ­τομικὴ πρόσκλησι. –Ἐμεῖς; μὰ ἐμεῖς, θὰ πῆτε, οὔτε φῶς εἴδαμε οὔτε φω­νὴ ἀκούσαμε ὅπως ἐκεῖνος. Ἄλλως τε, μικροὶ κι ἀσήμαντοι ἐμεῖς, δὲν πρόκειται νὰ παίξουμε τέτοιο ῥόλο στὴν ἱστορία· ἄλλος Παῦλος δὲν γεννιέται.
Παρὰ ταῦτα ὁ Κύριος μᾶς καλεῖ. Μᾶς καλεῖ σὲ κάτι μεγαλειῶδες, στὴν ἀποστολὴ τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου. Ναί. Διὰ μέσου ὅσων θὰ γίνουν ὑπηρέτες καὶ μάρτυρες Χριστοῦ θὰ σωθῇ ὁ κόσμος. Μέσα στὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ εἶ­νε· ὅποιος ἔζησε στὴν ἁμαρτία καὶ μετὰ γνώρισε τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ φῶς, ἔχει χρέος νὰ γίνῃ ὄργανο, ὥστε δι᾽ αὐτοῦ νὰ κληθοῦν καὶ ἄλλοι ν᾽ ἀπολαύσουν ἐκεῖνα ποὺ αὐτὸς εἶδε καὶ γεύθηκε κοντὰ στὸ Χριστό. Καὶ ἀλλοίμονο ἂν δὲν ἐκτελέσῃ τὸ ἱερὸ αὐτὸ χρέος.
–Μὰ ἐγώ, θὰ πῇ κάποιος, δὲν εἶμαι ὁ ἴδιος ἀ­κόμη βέβαιος ἂν μὲ κάλεσε ὁ Χριστός, κ᾽ ἐσὺ μοῦ λὲς νὰ προσκαλέσω ἄλλους;… Ἀδελφέ, τί λές, δὲν εἶσαι βέβαιος; Ἄγγελε, ποὺ φυλᾷς αὐτὴ τὴν ψυχή, πές της σὲ παρακαλῶ, πόσες φορὲς μέχρι σήμερα τῆς ἔφερες τὴν πρόσ­κλησι τοῦ Κυρίου «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κο­πιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑ­μᾶς» (Ματθ. 11, 28). Κι ὁ ἄγγελος ἄκου τί σοῦ ἀπαντᾷ·
Ἀπ᾽ τὶς πρῶτες μέρες τῆς ζωῆς σου ἄρχισαν οἱ προσ­κλήσεις. Σὲ οἰκογένεια χριστιανι­κὴ γεννήθηκες. Τὰ παιδικά σου μάτια, μόλις ἄρ­χισαν νὰ διακρίνουν, εἶδαν πάνω ἀπ᾽ τὴν κούνια σου τὴν εἰκόνα τοῦ Ἐσταυρωμένου. Βαπτί­σθηκες στὴν κολυμβήθρα, φωτίστηκες. Ντύθη­κες στὰ λευκά. Σταυρὸ κρέμασαν στὸ στῆθος σου. Τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἦταν τὸ πρῶτο ποὺ ἔ­μαθες. Εἶδες τὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα σου νὰ προσ­εύχωνται. Γνώρισες παραδείγματα ἀρετῆς.
Κάθε Κυριακὴ ἄκουγες νὰ κτυπάῃ ἡ καμ­πά­να, σὰ νὰ σοῦ λέῃ· «Παιδί μου, σὲ καλῶ στὸ μέ­γα δεῖπνο, σὲ συμπόσιο ὄχι κοιλιᾶς ἀλλὰ καρδιᾶς, νὰ κοινωνήσῃς σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ». Ἄκουγες τὴν πρόσκλησι κ᾽ ἐρχόσουν στὸ ναό. Καὶ κάθε φορὰ ἄκουγες· «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πί­στεως καὶ ἀγάπης προσ­έλθετε». Πόσες φο­ρὲς ὁ ἱεροκήρυκας δὲν κάλεσε ὅλους σὲ μετάνοια; Δὲν ἦταν τὰ κηρύγματα αὐτὰ προσ­κλήσεις;
Καὶ πέρα ἀπ᾽ αὐτά, τὰ μεγάλα – συγκλονιστι­κὰ γεγονότα, ποὺ διαδραματίσθηκαν στὴν οἰ­κογένειά σου, στὴν πόλι, στὴν πατρίδα, στὴν ἀν­θρωπότητα, δὲν ἦταν κι αὐτὰ ἔκτακτες προσ­κλήσεις; Κ᾽ ἐκεῖνα τὰ θαύματα ποὺ εἶδες; Κ᾽ ἐ­κεῖνοι οἱ κίνδυνοι ἀπ᾽ τοὺς ὁποίους σώθηκες; Δὲν ἦταν σάλπιγγες, ποὺ σὲ καλοῦσαν σὲ ἐπιστροφή; Ἀλλὰ κι αὐτὴ ἡ στιγμή, ποὺ ἀκοῦς τὸ κήρυγμα τοῦτο, δὲν εἶνε μία ἀκόμη πρόσκλησι;
Πόσες προσ­κλήσεις! Ὄχι μία καὶ δύο ἀλλὰ πολλὲς φορὲς ἀπεσταλμένοι τοῦ Θεοῦ ἦρθαν καὶ μᾶς χτύπησαν, πιὸ σιγὰ ἢ πιὸ δυνατά, τὴν πόρτα καὶ μᾶς κάλεσαν· Εἶνε ὥρα, ἐλᾶτε, γιατί ἀναβάλλετε; Ἂν σᾶς καλοῦσε ἐπίγειος βασιλιᾶς στὰ ἀνάκτορα, δὲν θ᾽ ἀφήνατε κάθε ἀ­σχολία; Τώρα, ποὺ σᾶς καλεῖ ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλέων, θὰ πῆτε «Ἔχε με παρῃτημένον»;

* * *

Ἀδελφοί! Ὁ Κύριος καλεῖ ὄχι μόνο ἄτομα ἀπὸ «τὰς πλατείας καὶ ῥύμας» τοῦ κόσμου (Λουκ. 14,21) ἀλλὰ καὶ οἰκογένειες καὶ πόλεις καὶ ἔθνη ὁλόκληρα. Ἄλλα ἔθνη δέχονται, ἄλλα δὲν δέχονται τὴν τιμητική του πρόσ­κλησι. Ἔθνη καὶ λαοί, ποὺ δὲν δέχονται τοὺς ἀπεσταλμένους τοῦ Θεοῦ –ποὺ ἔτσι ἀναγκάζονται νὰ «ἐκτινάξουν τὸν κονιορτὸν τῶν ὑποδημάτων των» (βλ. Ματθ. 10,14. Λουκ. 9,5· 10,11. Πράξ. 13,51) καὶ νὰ φύγουν μακριά–, κα­ταστρέφονται. Αὐτὸ μαρτυρεῖ ἡ ἱστορία.
Τὸ δικό μας ἔθνος εἶχε τὴν τιμὴ νὰ εἶνε ἀπὸ τὰ πρῶτα ποὺ κλήθηκαν νὰ συμμετάσχουν στὸ μεγαλειῶδες καὶ αἰώνιο σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Ἐκ­λεκτοὶ ἀπεσταλμένοι τοῦ Κυρίου, ὅπως ὁ Παῦ­λος, ὁ Ἀνδρέας, ὁ Βαρνάβας, ὁ Τίτος, ὁ Τιμόθε­ος, ἦρθαν καὶ κάλεσαν τοὺς προγόνους μας· «Ἐ­λᾶ­τε, Ἕλληνες, στὸ φῶς τὸ ἀνέσπερο». Κ᾽ ἐκεῖ­νοι δέχτηκαν τὴν πρόσκλησι, ἄφησαν τὰ εἴδωλα. Ἡ Ἑλλὰς ἀπέβαλε τὰ ῥάκη τῆς εἰδωλολατρίας, ντύθηκε τὴ στολὴ τοῦ Χριστοῦ. Καὶ μετὰ ἔτρε­ξε νὰ φέρῃ τὴν πρόσκλησι τοῦ Εὐαγγελίου σὲ λαοὺς κοντὰ καὶ μακριά. Τὸ ἔθνος μας ἔγινε ὑπηρέτης καὶ μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ μέχρι τὰ πέρατα τῆς γῆς. Ποιός μπορεῖ νὰ τὸ ἀρνηθῇ;
Αὐτὰ δὲν τὰ λέμε ἀπὸ πνεῦμα ἐθνικισμοῦ, ποὺ εἶνε ξένο πρὸς τὸ Εὐαγγέλιο. Τὰ λέμε, καὶ πρέπει νὰ τὰ λέμε, γιὰ νὰ ὑπενθυμίζουμε τὸ χρέος καὶ τὴν εὐθύνη ποὺ ἔχουμε ἀπέναντι στὸ Χριστό, ὁ ὁποῖος κάλεσε τὸ ἔθνος μας γιὰ νὰ γίνῃ κι αὐτὸ «σκεῦος ἐκλογῆς» (Πράξ. 9,15). Θαρρῶ πὼς βλέπω τὸν Παῦλο, τὸν ἀπόστολο τῶν ἐθνῶν ποὺ τόσο ἀγάπησε τὸν τόπο μας, νὰ στέκῃ γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ πάνω στὸ ἑλληνικὸ ἔδαφος καὶ νὰ σαλπίζῃ· Ἕλληνες! «παρακαλῶ ὑμᾶς ἐγὼ ὁ δέσμιος ἐν Κυρίῳ ἀξίως περιπατῆσαι τῆς κλήσεως ἧς ἐκλήθητε» (Ἐφ. 4,1).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

1949 (…-12-1949 ἐκπομπὴ ἀπὸ Ρ.Σ.Λ.) Ἡ θεία κλῆσις (βιβλ. Σαλπίσματα σ. 160, ὑπάρχει ὅμως καὶ στὴν «Σάλπιγγα Ὀρθοδοξίας» 1981, σ. 347)
«Κυριακὴ» 1792/2012 Ἡ θεία κλῆσις

Η ΑΘΛΙΟΤΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Δεκ 1st, 2012 | filed Filed under: «KΥΡΙΑΚΗ» (Συντομο κηρυγμα) σε pdf, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Κυριακὴ Ι΄ (Λουκ. 13,10-17)
Η ΣΥΓΚΥΠΤΟΥΣΑ

Η ΑΘΛΙΟΤΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Διδάσκει, ἀγαπητοί μου, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς σὲ μία συναγωγὴ τῆς Παλαιστίνης. Εἶνε ὁ Διδάσκαλος, ὁ μο­ναδικὸς διδάσκαλος τοῦ κόσμου. Τὰ λόγια του δροσιά, σταλάζουν μύρο, σκορποῦν χαρά. Τὸν ἀκοῦνε, εὐφραίνονται καὶ δοξάζουν τὸ Θεό. «Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλη­σεν ἄν­θρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰω. 7,46).
Ἀλλ᾽ ἐνῷ ὁ Χριστὸς διδάσκει, σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς συν­αγωγῆς κάτι κινεῖται μὲ τὰ τέσσερα. Ζῷο εἶ­νε; Ὄχι, ἄνθρωπος. Καὶ τί ἔπαθε, ὥστε τὸ σῶμα του ἔγινε καμπύλη ποὺ τὰ δύο ἄκρα της ἀγγίζουν τὴ γῆ; πῶς πῆρε μορφὴ ζῴου; Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, ποὺ ἦταν καὶ γιατρός, λέει· «Καὶ ἰδοὺ γυνὴ ἦν πνεῦμα ἔχουσα ἀσθενεί­ας ἔτη δέκα καὶ ὀκτώ, καὶ ἦν συγκύπτουσα καὶ μὴ δυναμένη ἀνακῦψαι εἰς τὸ παντελές» (Λουκ. 13,11).
Ἡ γυναίκα αὐτὴ θὰ ἦταν κάπο­τε ὡραία, ὄρ­θια σὰν κυπαρίσσι. Ἀλλ᾿ ὁ σατανᾶς τὴ φθόνησε. Εἰσχώρησε στὸν ὀρ­γανι­­σμό της δαιμονικὸ πνεῦμα, «πνεῦμα ἀσθενείας». Ὅ­πως ἐμεῖς λυγίζουμε ἕνα ἔλασμα, ἔτσι ὁ κακοῦρ­γος τῆς ἔκαμψε τὴ σπονδυλικὴ στήλη, κι ἀπὸ τὴ μέρα ἐκείνη δὲν ὕψωσε πλέον τὸ κεφάλι της.
Σπανίως βέβαια παρουσιάζεται τὸ φαινόμε­νο ἄντρας ἢ γυναίκα νὰ περπατοῦν σὰν τετρά­ποδα. Ἀλλ᾿ ἐὰν τὸ φαινό­μενο τέτοιων ἀσθε­νῶν στὸ σῶμα εἶνε σπάνιο, δὲν εἶνε ὅμως σπάνιοι ἐ­κεῖνοι ποὺ ἡ ψυχική τους κατάστασι μοιάζει μὲ τὴν κατάστασι τῆς γυναίκας τοῦ εὐαγγελίου. Ἀλλοίμονο, πόσοι καὶ πόσες εἶνε μὲν ὄρθιοι στὸ σῶμα, ἀλλ᾿ ἔ­χουν τὴν ψυχὴ συγκύπτουσα, νὰ σέρνεται πρὸς τὴ γῆ! Οἱ δύστυχοι ἔχουν τσακίσει τὴν ἠθικὴ καὶ θρησκευτικὴ στήλη τους· δὲ ζοῦν σὰν ἄνθρωποι, ζοῦν σὰν ἄλογα ζῷα, πολλὲς φορὲς χειρότερα κι ἀπ᾽ αὐτά.
Γιὰ τὴν ἀθλιότητα τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως αὐτὴ εἰκονίζεται στὸ παράδειγμα τῆς συγκυπτούσης γυναικός, ἂς ποῦμε λίγες λέξεις.

* * *

Ἡ λέξι ἄνθρωπος, ἀγαπητοί μου, ἔχει σπου­δαία σημασία. Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα, ποὺ διακρίνεται γιὰ τὴν ἀκρίβειά της, ἔδωσε τὸ ὄνομα αὐτὸ στὸ τελειότερο ἀπὸ τὰ δημιουργήματα. Ἀπὸ δύο λέξεις, ἄνω + θρώσκειν (=ἄνω τρέχειν), σχηματίσθηκε ἡ λέξι ἄνθρωπος, ποὺ φανερώνει ἔτσι τὴν εὐγένεια, τὴν ὑ­ψηλὴ καταγωγὴ καὶ τὸν προορισμό του. Ἀνάμεσα στὰ ζῷα, ποὺ περπατοῦν μὲ τὰ τέσσερα κ᾽ ἔχουν τὸ κεφάλι πρὸς τὴ γῆ ψάχνον­τας γιὰ ὑ­λικὴ τροφή, μόνο ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε νὰ στέκῃ καὶ νὰ περπατάῃ ὄρθιος. Βλέπει ψηλά, στὸν οὐρανό, κι ἀπὸ τὸ μεγαλεῖο τῆς φύσεως ποὺ ἁπλώνεται ἐμπρός του παρακινεῖται νὰ δοξολογῇ τὸν Πλάστη του. Γίνεται ὑψιπέτης.
Ἀλλὰ τί συμφορά! Ἡ εὐγενὴς αὐτὴ ῥοπὴ ἀ­νακόπτεται. Μία μυστηριώδης δύναμις σταματᾷ τὴν πορεία πρὸς τὰ ἄνω, λυγίζει τὸ αὐ­τε­ξούσιο, τὴ θέλησί του, καὶ ὑποχρεώνει τὶς δυνάμεις τῆς ψυχῆς ν᾿ ἀλλάξουν κατεύθυνσι, νὰ στραφοῦν πρὸς τὰ κάτω. Καὶ ἡ ψυχή, ποὺ διέγραφε φωτεινοὺς κύκλους γύρω ἀπὸ τὸ θρόνο τοῦ Ὑψίστου καὶ τρεφόταν μὲ ἀμ­βροσία καὶ νέκταρ καὶ ἔψαλλε τὸ «ὡσαννὰ» καὶ τὸ «ἀλληλούϊα», δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ σταθῇ στὸ ὕψος, ἀλλὰ γκρεμίζεται· σὰ νὰ τῆς ἔδεσαν μολύβδινη σφαῖρα, πέφτει μὲ ὁρμή, ἀγγίζει τὴ γῆ, τρώει χῶμα, κυλιέται στὸ βόρβορο, γίνεται συγκύπτουσα τοῦ εὐαγγελίου, μὴ «δυ­ναμένη ἀνακῦψαι εἰς τὸ παντελές».
Ὅποιος ἔχει ψυχὴ ποὺ ἕρπει πρὸς ὅ,τι ἁ­μαρτωλὸ καὶ χυδαῖο, δὲ μπορεῖ νὰ λέγεται ἄν­θρωπος. Ἀπ᾽ ἔξω βέβαια ἔχει μορφὴ ἀν­θρώπου, ἀλλ᾿ ἐσωτερικὰ μοιάζει μὲ κτῆνος. Ἐάν, ὅ­πως λέει ὁ ἰατροφιλόσοφος Καρρέλ, οἱ ἄνθρω­ποι αὐτοὶ ἔπαιρναν καὶ ἐξωτερικὰ σχῆμα σύμφωνο μὲ τὴν ψυχική τους κατάστασι, θὰ εἴχαμε ἕνα φρικτὸ θέαμα· θὰ παρουσιαζόταν ὁ συ­κοφάντης σὰν ὀχιά, ὁ ἅρπαγας σὰν γεράκι, ὁ πονηρὸς σὰν ἀλεποῦ, ὁ μνησίκακος σὰν καμή­λα, ὁ αἱμοβόρος σὰν λύκος, ὁ ὀργίλος καὶ ἐπι­θετικὸς σὰν τίγρις, ὁ ἄπληστος σὰν χοῖρος, ὁ θηλυμανὴς σὰν ἄλογο ποὺ χρεμετίζει…
Γιὰ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ὁ Δαυῒδ λέει· «ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυν­εβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς» (Ψαλμ. 48,13). Καὶ ὁ προφήτης Ἠσαΐας, ὅταν ὁ Θεὸς τὸν ἔστειλε νὰ κηρύξῃ στὰ Ἰερο­σόλυμα, εἶπε· «Ἦλθον καὶ οὐκ ἦν ἄνθρωπος, ἐ­κάλεσα καὶ οὐκ ἦν ὁ ὑπακούων» (Ἠσ. 50,2). Δηλαδή· Κύριε, ἐξετέλεσα τὴ διαταγή σου· πῆγα, κήρυ­ξα, κάλεσα σὲ μετάνοια. Ἀλλὰ ποῦ μ᾽ ἔστειλες; Ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος· κανείς ἀπ᾽ αὐ­τοὺς δὲ θέλησε νὰ προσέξῃ στὴ φωνή σου. Ὁ νοῦς, ἡ καρδιά, ἡ θέλησί τους εἶνε ἀλλοῦ… «Οὐκ ἦν» ἐκεῖ «ἄνθρωπος». Φανταστῆτε· μέσα σὲ μιὰ πρωτεύουσα κράτους, ὁ προφήτης δὲ βρίσκει ἄνθρωπο νὰ συνομιλήσῃ περὶ ἀρε­τῆς, δικαιοσύνης καὶ ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.
Ἀλλὰ μήπως καὶ ὁ ἀρχαῖος φιλόσοφος τῆς πατρίδος μας ὁ Διογένης; Δὲν εὕρισκε κι αὐ­τὸς ἀνθρώπους εἰλικρινεῖς, τιμίους, δικαίους. Ὅλοι ἔρρεπαν πρὸς τὴν ὕλη, τὸ συμφέρον, τὴν ἰδιοτέλεια. Γι᾿ αὐτὸ ἕνα μεσημέρι, ἐνῷ ὁ ἥλιος ἔκαιγε, ἄναψε τὸ φανάρι του καὶ περιφε­ρόταν λέγοντας «Ἄνθρωπον ζητῶ».
Πόσο σπάνιο πρᾶγμα εἶνε ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἰ­δεώδης ἄνθρωπος! Ἐνῷ συγγενεύει μὲ τοὺς ἀγγέλους, αὐτὸς ἐκφυλίζεται, πέφτει πιὸ χαμηλὰ κι ἀπὸ τὰ κτήνη. Καὶ ἡ γῆ ἀναστενάζει καὶ διαμαρτύρεται· Ἄνθρωπε, μὲ τὰ ἐγκλήμα­τά σου μοῦ ἔγινες βαρύς, δὲ σὲ σηκώνω πλέον· θ᾽ ἀνοίξω τὰ ἡφαίστεια, θὰ σὲ θάψω στὴ λάβα. Ὁ ἄνθρωπος, ἔγινε βάρος τῆς γῆς, «ἄχθος ἀ­ρούρης», ὅπως ἔλεγαν οἱ πρόγονοί μας. Κι ὅ­πως κηρύττει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «τίποτε ἄλλο δὲν βαραίνει τὸν ἄνθρωπο ὅπως ἡ ἁ­μαρτία». Αὐτὴ εἶνε σὰν μολύβδινη σφαῖρα, ὅ­πως τὴν εἶ­δε ὁ προφήτης Ζαχαρίας (Ζαχ. 5,7), εἶνε φορτίο, εἶνε βου­νὸ ποὺ σηκώνει στοὺς ὤμους του ὁ ταλαίπωρος ἄνθρωπος, καὶ κάτω ἀπὸ τὸ βάρος της σκύβει. Καὶ ἂν κάποτε ἔρθῃ σὲ συν­αίσθησι τῆς καταστάσεώς του, λέει στὸ Θεὸ μὲ τὸ στόμα τοῦ Δαυΐδ· «Αἱ ἀνομίαι μου ὑ­περῆραν τὴν κεφαλήν μου, ὡσεὶ φορτίον βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ᾿ ἐμέ. …ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους…» (Ψαλμ. 37, 5-7).

* * *

Νά γιατί ἡ συγκύπτουσα γυναίκα εἶνε κατὰ τοὺς πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ἡ εἰκόνα τοῦ ἁ­μαρτωλοῦ ποὺ ἀναστενάζει κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἐνοχῆς. Καὶ ἐκείνης μὲν εἶχε καμφθῆ ἡ σπονδυλικὴ στήλη, τοῦ ἁμαρτωλοῦ ὅμως κάμπτεται κάτι πολὺ σπουδαιότερο, ἡ θέλησις, ποὺ τοῦ δόθη­κε γιὰ νὰ τὸν κρατάῃ ἠθικῶς ὄρ­θιο, ὥστε ν᾽ ἀντιστέκεται στὸν ἐχθρὸ καὶ νὰ τοῦ λέῃ· Σατανᾶ, ὄχι! δὲ θὰ σὲ προσ­κυνήσω, δὲ θὰ σ᾽ ἀφήνω νὰ μὲ ὑποτάσσῃς. Αὐτὴ ἡ θέλησις δυστυχῶς κάμπτεται, καταντᾷ ἐλεεινὸ ὑ­ποζύγιο, καὶ δέχεται ἀναβάτη τὴν ἀνομία, ποὺ σέρνει τὸν ἄνθρωπο σὲ κάθε εἶδος διαφθο­ρᾶς. Πίθηκος ποὺ καβαλλικεύει ἄγγελο, αὐτὸς εἶνε ὁ ἄνθρωπος ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἁμαρτίας. «Καὶ ἦν —ὄχι πλέον γυνὴ ἀλλὰ— ψυχὴ συγκύπτου­σα καὶ μὴ δυναμένη ἀνακῦψαι εἰς τὸ παντελές».
Ποιός λοιπὸν θὰ τινάξῃ μακριὰ τὴν ἀνομία; Ἂς ἀκούσουμε τί ἀπαντᾷ ἡ συγκύπτουσα·
Ὑπέφερα 18 ὁλόκληρα χρόνια, περπατοῦ­σα μὲ τὰ τέσσερα, δὲν ἔβλεπα παρὰ μόνο χῶμα καὶ πέτρες. Ἀλλ᾿ ἦρθε καὶ γιὰ μένα ἡ στιγμή, ποὺ ποτέ δὲν θὰ τὴν ξεχάσω. Μὲ εἶδε ὁ Ἰησοῦς, μὲ σπλαχνίστηκε. Ἄρθρωσε τέσσερις μόνο λέξεις, μὲ ἄγγιξε μὲ τὰ πανάχραντα χέρια του, κι ἀμέσως ἡ δύναμις τοῦ πονηροῦ ποὺ μὲ κρατοῦσε δέσμια διώχθηκε· σὰ νὰ δέχθηκα ῥεῦμα νέας ζωῆς, τὸ σῶμα μου ἀνωρθώθηκε, τὸ κεφάλι μου ὑψώθηκε, ἀναστηλώθηκα, ἀνέλαβα τὸ σχῆμα τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τώρα ὄρ­θια βαδίζω καὶ φωνάζω, ὅτι τὸ θαῦμα αὐτὸ τὸ ἔ­κανε ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀπὸ Ναζαρέτ!
Ἀκούσατε τὴ μαρτυρία τῆς γυναίκας. Ἀμφι­βάλλετε ἀκόμη γιὰ τὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ; Τότε πειραματισθῆτε, δοκιμάστε. Ἀφῆστε τὴ δύναμι τοῦ Ἰησοῦ ν᾽ ἀγγίξῃ τὴ θέλησί σας, καὶ τότε θὰ γίνῃ ἡ ἀνόρθωσις, ἡ ἀναστήλωσις τῶν ἀξιῶν ἐκείνων τῆς ζωῆς ποὺ τώρα κοίτον­ται σὲ ἐρείπια, ὅπως οἱ σπόνδυλοι ἐκείνης τῆς πεσμένης στήλης τοῦ Ὀλυμπίου Διός.
Ὅταν, ἀγαπητοί μου, οἱ σύντροφοι τοῦ Ὀ­δυσσέως ἐμφανίσθηκαν ἐμπρὸς στὴ μάγισσα Κίρκη, αὐτὴ τοὺς προσέφερε ἡδύποτα, τοὺς χτύπησε μ᾽ ἕνα ῥαβδί, κι ἀμέσως –οἱ ἥρωες ἐ­κεῖ­νοι ποὺ εἶχαν ἐκπορθήσει τὴν Τροία– ἔχασαν τὴν ὄψι τῶν ἀνθρώπων, ἔγιναν ζῷα, μιὰ ἀ­­γέλη χοίρων, καὶ κλείστηκαν στοὺς σταύ­λους. Μὲ καταλάβατε;
Κίρκη δὲν ὑπάρχει. Κίρκη ὅ­μως πραγματικὴ εἶνε ἡ ἁμαρτία. Αὐτὴ προσ­φέρει ποτά, κρατάει ῥαβδὶ ἡδονῆς καὶ χτυπάει μαλακά… Ὅ­ποιος πιῇ τὰ ἡδύποτά της καὶ δεχθῇ τὰ ἡδονικὰ χτυπήματά της, ζαλίζεται, χάνει τὴν ἀξι­ο­πρέπεια, ἐξομοιώνεται μὲ κτῆνος, καὶ φορτώνεται φορτίο βαρύ, δυσβάστακτο. Καὶ δὲν θὰ μπορέσῃ ποτέ πλέον νὰ τὸ ἀποτινάξῃ πα­ρὰ μόνο ὅταν πιστέψῃ στὸ Θεὸ ποὺ ἔγινε ἄν­θρωπος καὶ γεννήθηκε μέσα σὲ σταῦλο, γιὰ ν᾽ ἀνορθώσῃ τὸν ἀποκτηνωμένο ἄνθρωπο, νὰ τὸν ὁδηγήσῃ ἀπὸ τὴν ἀποκτήνωσι στὴ δόξα, καὶ νὰ τὸν ἀναδείξῃ ἔνδοξο κληρονόμο τῆς βασιλεί­ας του, τῆς ὁποίας «οὐκ ἔσται τέλος» (Λουκ. 1,33).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Γραπτὴ ὁμιλία, ἡ ὁποία μεταδόθηκε ἀπὸ τὸν ῾Ραδιοφωνικὸ Σταθμὸ Λαρίσσης τὸ 1949 στὴν καθαρεύουσα.

ΕΥΓΕΝΕΙΣ ΠΟΘΟΙ ΝΕΟΤΗΤΟΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Νοέ 16th, 2012 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

______

______

Κυριακὴ ΙΓ΄Λουκᾶ (Λουκ. 18,18-27)
25 Νοεμβρίου

ΕΥΓΕΝΕΙΣ ΠΟΘΟΙ ΝΕΟΤΗΤΟΣ

«Πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς…» (Λουκ. 18,22)

ΠΡΟΣΕΞΑΤΕ, ἀγαπητοί μου, τὸ σημερινὸ εὐ­αγγέλιο; Νὰ ἔρχεστε στὴν ἐκκλησία τοὐ­λάχιστον ἀπὸ τὸ «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρός…» καὶ νὰ προσέχετε τὰ ἱερὰ λόγια. Ἂν πᾶτε στὸ Στάλινγκραντ καὶ στὴ Μόσχα, τὴν ὥρα ποὺ διαβάζεται τὸ Εὐαγγέλιο, ὅ­λοι εἶνε μέσ᾽ στὴν ἐκκλησία· καὶ παρακολουθοῦν καὶ κλαῖ­νε, ἐνῷ ἐμεῖς χασμουριόμαστε. Ἐὰν αὐτὴ τὴν ὥρα καλέσω μιὰ γυναῖκα ἢ ἕναν ἄν­τρα καὶ ρω­τήσω, τί εἶπε ὁ ἀπόστολος – τί εἶπε τὸ εὐ­αγ­γέλιο, ποιός μπορεῖ ν’ ἀπαντήσῃ;…
Γιατί αὐτὴ ἡ ἀδιαφορία γιὰ τὰ μεγάλα καὶ ὑψηλὰ πράγματα; Ὅ,τι ὑψηλό, ὅ,τι μέγα, ὅ,τι ἅγιο, εἶνε μέσα στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς ἔλεγε· Ἅμα ἀνοίγω τὸ Εὐ­αγγέλιο, βρίσκω διαμάντια καὶ μαργαριτάρια.

* * *

Ἀκούσατε λοιπὸν σήμερα τί λέει; Περι­έ­χει βαθύτατα διδάγματα. Μᾶς παρουσιάζει ἕ­ναν ἄνθρωπο τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ. Ἔρ­χεται στὸν Κύριο καὶ λέει· Χριστέ, ζητῶ βοήθεια!
Τί ἦταν αὐτός; Ἦταν φτωχός, ζητιάνος, ποὺ πεινοῦσε; Ἦταν ἄρρωστος βαρειά, ἀπελπισμένος ἀπὸ γιατροὺς καὶ φάρμακα; Ἦταν γέρος, ποὺ ζητοῦσε στήριγμα καὶ παρηγορία; Τίποτε ἀπ’ αὐτά. Θέλεις τὴν ταυτότητά του; Τί λέει τὸ εὐαγγέλιο· ἦταν ἄνθρωπος μὲ ὅλα τὰ καλά. Ἦταν νέος (βλ. καὶ Ματθ. 19,22), στὸ ἄν­θος τῆς ὡραίας ἡλικίας. Εἶχε ὑγεία· δὲν παρα­πονεῖται γιὰ καμμιά ἀσθένεια. Ἦταν «πλούσι­ος σφόδρα» (Λουκ. 18,23). Εἶχε ἀκόμα καὶ ἀξίωμα, ἦταν «ἄρχων» (ἔ.ἀ. 18,18). Τί ἄλλο ἤθελε; Ἐν τού­τοις δὲν ἔνιωθε εὐτυχής· γιὰ νὰ βεβαιώνεται ἐκεῖνο ποὺ εἶπε ἕνας σοφός· Μὲ τὰ λεφτὰ ὅ­λα μπορεῖς νὰ τ᾽ ἀγοράσῃς, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν εὐτυχία. Μυστικὴ εἶνε ἡ πηγὴ τῆς εὐτυχίας. Καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτός, μὲ ὅλ’ αὐτὰ ποὺ εἶχε, μέσα στὴν ψυχή του αἰσθανόταν ἕνα κενό. Γι’ αὐτὸ ζητοῦσε κάτι ἀνώτερο, ὑψηλότερο. Ποιό ἦταν αὐτό; Ζητοῦσε τὴν «ζωὴν αἰώνιον» (ἔ.ἀ.).
Δὲν θαυμάζετε τὸν πόθο του; Μακάρι καὶ σήμερα ἡ νεολαία μας νὰ εἶχε τέτοιες εὐγενεῖς ἀναζητήσεις. Ποιός πιστεύει σήμερα σὲ «ζωὴν αἰώνιον»; Αὐτὸς ὅμως πίστευε. Πίστευε ὅτι ὑπάρ­­χει Θεὸς κι ὅτι πέραν τοῦ τάφου ἀρ­χί­­ζει μιὰ νέα ζωή, ἀπείρως ὡραιοτέρα ἀπ᾽ αὐ­τὴν ἐδῶ. Εἶνε αὐτὸ ποὺ δίδασκαν καὶ ὁ Πλάτων κι ὁ Ἀ­ριστοτέλης, ἡ ἀθανασία τῆς ψυχῆς.
Ποθοῦσε λοιπὸν ὁ νέος αὐτὸς τὴν αἰωνιότητα. Γι’ αὐτὸ ἦρθε στὸ Χριστὸ καὶ ρωτοῦσε· Τί πρέπει νὰ κάνω, γιὰ νὰ γίνω κληρονόμος -μέτοχος τῆς αἰωνιότητος; Κι ὁ Χριστὸς τοῦ ἀπαντᾷ. Τοῦ δίνει ἕνα χρυσὸ κλειδί, μὲ τὸ ὁ­ποῖο μποροῦσε ν’ ἀνοίξῃ τὴν πόρτα τοῦ παρα­δείσου. Τὸ χρυσὸ κλειδὶ ποιό εἶνε; Εἶνε ἡ τήρησις τῶν ἐντολῶν. Τοῦ ὑπενθυμίζει μερι­κὲς ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ δόθηκαν στὸ ὄρος Σινά· τὸ «μὴ μοιχεύσῃς», τὸ «μὴ φονεύσῃς», τὸ «μὴ κλέψῃς», τὸ «μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου» (ἔ.ἀ. 18,20).
Αὐτά, λέει, τὰ ἐτήρησα διδάσκαλε «ἐκ νεό­­τητός μου» (ἔ.ἀ. 18,21). Δὲν ἱκανοποιεῖτο μ’ αὐ­τά, ζητοῦσε κάτι ἀνώτερο. Ἤθελε νὰ πετάξῃ, ζητοῦσε φτεροῦγες, μεγάλα φτερά, σὰν ἐκεῖ­να ποὺ λέει σ᾽ ἕνα ποίημά του ὁ δικός μας ποι­η­τὴς ὁ Παλαμᾶς, «…τὰ φτερὰ τὰ πρωτινά σου τὰ μεγάλα». Ὁ σπουργίτης λοιπὸν αὐτὸς ζητοῦσε νὰ γίνῃ ἀετός. Ὁ Χριστὸς τὸν κοίταξε καὶ τοῦ λέει· Θέλεις τὰ ὑψηλότερα; θέλεις νὰ γίνῃς ἀκόλουθός μου; ἁπλὸς εἶνε ὁ τρόπος. Καὶ τοῦ ᾽πε δύο λόγια, ποὺ δὲν ὑπάρχει ζυγαριὰ νὰ τὰ ζυγίσῃ· ἂν τὰ ἐφαρμόζαμε, τὸ κοινωνι­κὸ πρόβλημα θὰ ἦταν λυμένο, θὰ εἴχαμε εἰρή­νη σ’ ὅ­λο τὸν κόσμο· «Πάντα ὅσα ἔχεις πώλη­σον καὶ διάδος πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρα­νῷ καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι» (ἔ.ἀ. 18,22). Πούλησέ τα ὅλα, λέει, μοίρασέ τα στοὺς φτωχούς, γίνε ἀκτήμων ὅπως ἐγώ, κ’ ἔλα κοντά μου.
Ὁ πλούσιος νεανίσκος τ᾽ ἄκουσε αὐτὸ καὶ σκυθρώπασε. Ἀδύνατον! σκέφτηκε, νὰ δώσω ἐγὼ τὴν περιουσία μου, νὰ μείνω ἀκτήμων… Δὲν μπόρεσε νὰ τὸ σηκώσῃ αὐτὸ καὶ ἀπῆλθε «περίλυπος» (ἔ.ἀ. 18,23). Τότε ὁ Χριστὸς εἶπε κά­ποια ἄλλα αἰώνια λόγια· Εὐκολώτερο, λέει, εἶνε νὰ περάσῃ καμήλα, τὸ μεγάλο αὐτὸ ζῷο, ἀπὸ τὴν τρύπα μιᾶς βελόνας, παρὰ νὰ περά­σῃ πλούσιος στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

* * *

Ἀδύνατον! εἶπε ὁ νέος τοῦ εὐαγγελίου, παρ’ ὅλο ὅτι ὁ ἴδιος εἶχε ζητήσει τὸ ἀπόλυτο. Αὐτὸ ὅμως ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς εἶνε πράγματι ἀκατόρθωτο; Ὄχι, ἀγαπητοί μου. Αὐτὸ ποὺ εἶπε, «Πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς», ποὺ δὲν τὸ ἐφήρμοσε αὐτός, τὸ ἐ­φήρμοσαν καὶ τὸ ἐφαρμόζουν πολλοὶ ἄλλοι νέοι.
Τὸ ἐφήρμοσαν πρῶτοι οἱ ἀπόστολοι. «Ἀκολούθει μοι» τοὺς εἶπε ὁ Χριστός (Ματθ. 9,9), κι ἀ­μέσως ἄφησαν βάρκες, συνεταίρους, γονεῖς, τὸν ἀκολούθησαν, σκόρπισαν σ᾽ ὅλη τὴν οἰ­κου­μένη καὶ κήρυξαν τὸ εὐαγγέλιο.
Τὸ ἄκουσε ἀργότερα στὴν ἐκκλησία καὶ κάποιος ἄλ­λος νέος, πλούσιος κι αὐτός. Δὲν εἶ­πε, Τὰ λόγια αὐτὰ εἶνε γιὰ τοὺς ἄλλους. Εἶπε· Τὰ λόγια αὐτὰ εἶνε γιὰ μένα! Καὶ μόλις βγῆκε ἔξω, πούλησε τὴν περιουσία ποὺ εἶχε κ’ ἔγι­νε ἀσκητής. Εἶνε ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἀσκητισμοῦ, ὁ Μέ­γας Ἀντώνιος. Ἕνας λόγος τοῦ Εὐαγγελίου, λέει ὁ Ντοστογιέφσκυ, φτάνει ν᾽ ἀλλάξῃ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη.
«Πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτω­χοῖς…». Τὸ ἄκουσαν κι ἄλλοι νέοι σπουδασταί, ποὺ ἔγιναν κατόπιν μεγάλοι πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως λ.χ. ὁ μέγας Βασίλειος ποὺ ἵδρυσε γιὰ τοὺς φτωχοὺς τὴν Βασιλειάδα. Ἄρα λοιπὸν μποροῦσε νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ καὶ ὁ νεανίσκος τῆς σημερινῆς περικοπῆς.
Τὸ ἐφήρμοσαν ἀκόμα, ἀγαπητοί μου, γυ­­ναῖ­κες. Ἐμεῖς τὶς θεωροῦμε κατώτερες τῶν ἀνδρῶν, ἐν τούτοις ὅμως, μέσα στὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ γυναίκα πολλὲς φορὲς νικᾷ τὸν ἄνδρα. Ποῦ τὸν νικᾷ; Στὸ μεγαλεῖο τῆς ψυχῆς. Παρουσιάζει ἐκπλήξεις. Διότι ἂν ὁ ἄνδρας εἶνε περισσότερο νοῦς, ἡ γυναίκα εἶνε καρδιά· καὶ ἡ καρδιὰ εἶνε τὸ σπου­δαιότερο στὸν ἄνθρωπο. Τώρα γίναμε ὀρθολο­γισταί· μὲ τὸ μικρό μας μυαλουδάκι ζητοῦμε νὰ λύσουμε τὰ προβλήματα. Ὄχι, δὲ λύνον­ται μὲ τὸ μυαλὸ καὶ τὸ διαβήτη· μὲ τὴν καρδιά, «μὲ τῆς καρδιᾶς τὸ πύρωμα» λύνονται. Ἐκεῖ λοιπὸν νικᾷ ἡ γυναίκα. Καὶ ἔτσι ἔφθασε σὲ μεγάλα ὕψη. Τρανὴ ἀπόδειξις ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος, ποὺ εἶνε καὶ τῶν ἀγγέλων ὑπερτέρα, ἀλλὰ καὶ πλῆθος ἄλλες ἅγιες γυναῖκες.
Μία ἀπὸ αὐτὲς εἶνε καὶ ἡ ἁγία Αἰκατερίνη, ποὺ τιμᾶται τὶς ἡμέρες αὐτές. Εἶχε καὶ αὐτὴ ὅ­λα τὰ προσ­όντα τοῦ νέου τῆς παραβολῆς, καὶ ἐπὶ πλέον δύο ἀκόμη· τὸ ὑπέροχο κάλλος καὶ τὴν σπάνια σοφία. Πάνω ἀπ᾽ ὅλα ὅ­μως ἦταν Χριστιανή· καὶ ζών­τας σὲ ἐποχὴ δι­ωγμῶν βρέθηκε ἐπὶ Μα­ξεντίου (306-311 μ.Χ.) ὑπόδικος ἐνώπι­ον τοῦ διοικητοῦ τῆς Ἀλεξανδρείας, ὁ ὁ­ποῖος τῆς ἔθεσε τὸ ἐ­ρώτημα· Εἶσαι Χριστιανή; Τώρα σ’ ἐμᾶς αὐτὸ δὲν στοιχίζει τίποτε, τότε ὅμως στοί­χιζε. Ἀπαντᾷ· Ναί, εἶ­μαι Χριστι­ανή. Ὁ τύραννος ἐξ­εμάνη καὶ τὴν κάλεσε νὰ διαλεχθῇ στὰ ἀνάκτορα μὲ τοὺς σοφοὺς τῆς εἰδωλολατρίας. Ἐκεῖ εἶχε ἕνα  μακρὸ διάλογο  μὲ ἑκατὸν πενήντα ῥήτορες. Στὴ σημερινὴ γλῶσσα τῶν φιλάθλων μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅ­τι ἦταν ἕνα «μὰτς» ὑπέροχο, ποὺ ἔληξε μὲ νίκη καὶ θρίαμβο τῆς πίστεώς μας. Ὄχι μόνο οἱ σοφοὶ αὐτοὶ ἀλλὰ καὶ τριακόσοι ἄλλοι στρατι­ῶτες κι αὐτὴ ἀκόμα ἡ βασίλισσα, ὅλοι αὐτοὶ πίστεψαν καὶ μαρτύρησαν μαζί της γιὰ τὸ Χριστό. Τώρα τὸ ἱερὸ λείψανο τῆς ἁγίας ἀναπαύ­εται στὴ μονὴ Ἁγίας Αἰκατερίνης τοῦ ὄ­ρους Σινὰ καὶ τὸ φρουροῦν Ἕλληνες.

* * *

Ἀγαπητοί μου· Ὁ κόσμος, ποὺ λατρεύει τὸ χρυσό, ἀκούγοντας τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ «Πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς…», φωνάζει Ἀδύνατον! Τὰ λόγια ὅμως τοῦ Εὐαγγελίου δὲν χάνουν ποτέ τὴν ἰσχύ τους. Ἂς εἰρωνεύωνται, ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο ἦ­ταν γιὰ «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ», εἶνε δηλαδὴ μιὰ οὐτοπία, κάτι ποὺ δὲν ἐφαρμόζεται. Ὄχι, κύριοι! Καὶ ἕνας ἀκόμα ἂν ἐφήρμοζε τὸ Εὐαγγέλιο πάνω στὴ γῆ, ἔφτανε αὐτὸς ν’ ἀποδείξῃ ὅτι μπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἐφήρμοσε ἕνας· τὸ ἐφήρμοσαν χιλιάδες, μικροὶ – με­γάλοι, ἀπ᾽ ὅλες τὰς τάξεις καὶ ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα. Ὅλοι αὐτοὶ βεβαιώνουν, ὅτι τὸ Εὐαγ­γέλιο δὲν εἶνε οὐτοπία, εἶνε τὸ αἰώνιο, ἰσχύει καὶ κατισχύει. Παίρνει τὸν σπουργίτη καὶ τὸν κάνει ἀετό· παίρνει τὸν κόρακα καὶ τὸν κάνει περιστέρι· παίρνει τὸ λύκο καὶ τὸν κάνει ἀρνί· παίρνει τὸν ἀσήμαντο ψαρᾶ καὶ τὸν κάνει διάσημο ἀπόστολο· παίρνει τὴν ταπεινὴ νεάνιδα καὶ τὴν κάνει σοφὴ ἀπολογήτρια· παίρνει τὸν ἁπλὸ ἐπαρχιώτη καὶ τὸν κάνει οἰκουμενικὸ διδάσκαλο, παίρνει τὸν πλούσιο νέο καὶ τὸν κάνει ἀ­κτήμονα ἀσκητή. Δημιουργεῖ μεγάλες ἀ­νατάσεις καὶ δίνει μεγάλα φτερά, ὥστε νὰ μπορῇ κανεὶς ν᾽ ἀφήνῃ τὸν κόσμο, τὴ μαται­ό­τητα καὶ ἀθλιότητα, καὶ νὰ φτάνῃ ψηλά, πολὺ ψηλά, ἐ­κεῖ ποὺ εἶνε ὁ αἰώνιος προορισμὸς τοῦ ἀν­θρώπου· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(ἱ. ναὸς Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης 25-11-1984)

Η ΑΦΡΟΣΥΝΗ ΤΟΥ ΠΛΕΟΝΕΚΤΟΥ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Νοέ 8th, 2012 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Θ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 12,16-21· 14,35)

 

Η ΑΦΡΟΣΥΝΗ ΤΟΥ ΠΛΕΟΝΕΚΤΟΥ

«Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς» (Ψαλμ. 23,1)

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἕνας κα­θρέφτης, στὸν ὁποῖον, ἐὰν κοιτάξουμε μὲ προσοχή, θὰ δοῦμε τὸν ἄθλιο ἑαυτό μας, τὶς κακίες καὶ τὰ πάθη ποὺ ἔχουμε. Στὸ σημερινὸ δὲ εὐαγγέλιο βλέπουμε ἕνα ἀπὸ τὰ φοβερώτε­ρα ἐλαττώματα. Ὀνομάζεται πλεονεξία. Πλεονεξία εἶνε τὸ νὰ μὴ εὐχαριστῆται κανεὶς σ’ αὐτὰ ποὺ ἔχει, ἀλλὰ νὰ ζητῇ ὅλο καὶ περισσό­τερα καὶ ποτέ νὰ μὴ λέῃ «Δόξα σοι, ὁ Θεός». Εἶνε μιὰ ἐκδήλωσις τοῦ ἀτομιστικοῦ καὶ ἐγωϊστικοῦ πνεύματος. Στὴ σημερινὴ παραβολὴ βλέπουμε τὴν εἰκόνα τοῦ πλεονέκτου.

* * *

Τί μᾶς λέει; Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος πλούσι­ος γεωκτήμων. Εἶχε πολλὰ ὑ­ποστατικά, χωράφια, ἀμπέλια, ἐλαιοστάσια, κήπους μὲ ὀ­πωροφόρα δέν­τρα. Κατεῖχε μεγάλη ἔκτασι γῆς. Ἦ­ταν ἆραγε εὐ­τυχι­σμένος; Ὅπως δείχνει ἡ συνέχεια, ὄχι. Μιὰ χρονιὰ ἦρθε μεγάλη εὐφορία. Τὰ χωράφια ἔδωσαν πολὺ καρπό. Τὰ δέν­τρα λύγιζαν ἀπ’ τὸ βάρος. Τί ἔπρεπε κι αὐτὸς νὰ πῇ; Νὰ πῇ «Δόξα σοι, ὁ Θεός», νὰ πῇ ἕνα «εὐ­χαριστῶ». Τὸ εἶπε; Δὲν τὸ εἶπε. Ὅταν εἶδε αὐ­τὴ τὴν ἔκτακτο ἐσοδεία μπῆκε σὲ μεγάλη συλλογή. Πήγαινε νὰ κοιμηθῇ τὴ νύχτα καὶ δὲν τὸν ἔπιανε ὕπνος. Τὸν ἀπασχολοῦσε ἕνα πρόβλημα, ποὺ εὔκολα μποροῦσε νὰ λυθῇ, ἀλλὰ ἡ πλεονεξία τὸ ἔκανε δυσεπίλυτο.
Ποιό ἦταν τὸ πρόβλημα. «Τί νὰ κάνω», λέει, «ποὺ δὲν ἔχω ποῦ νὰ συνάξω τὰ ἀγαθά μου;» (Λουκ. 12,17). «Τί νὰ κάνω;»! Νὰ τὸ λέῃ ὁ φτωχὸς ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει ψωμὶ νὰ φάῃ, νὰ τὸ λέῃ ὁ πολύτε­κνος πατέρας ποὺ σκέπτεται πῶς θ’ ἀποκαταστήσῃ τὰ παιδιά του, νὰ τὸ λέῃ ἡ χήρα ποὺ παλεύει μὲ τόσα προβλήματα, νὰ τὸ λέῃ τὸ ὀρφανὸ ποὺ ἔμεινε ἔρημο; Τὸ λέει αὐτός! Ἐπὶ τέλους, ἀφοῦ βασάνισε τὸ μυαλό του, βρῆκε λύσι. Ποιά λύσι; Νὰ γκρεμί­σῃ τὶς ἀ­ποθῆκες του καὶ νὰ χτίσῃ μεγαλύτερες. Ἀφοῦ συλλέξω ἐκεῖ τοὺς καρπούς, σκεπτόταν, θὰ πῶ· «Ψυχή μου, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου φάγε, πίε, εὐφραίνου» (ἔ.ἀ. 12,19). Αὐτὰ σκεπτόταν, αὐτὸς ἦταν.
Ὁ κόσμος θὰ τὸν θεωροῦσε ἔξυπνο. Ἀλλὰ ἄλλη ἡ γλῶσσα τοῦ κόσμου, ἄλλη τοῦ Εὐ­αγγε­λίου. Ἂς φαινόταν προνοητικὸς καὶ δημιουργικός· ὁ Κύριος λέει, ὅτι δὲν εἶχε μυαλὸ κουκούτσι, τὸν ὀ­νομάζει «ἄφρονα» (ἔ.ἀ. 12,20). Γιατί τὸν ὀνομάζει ἄφρονα; Προσέξτε.
⃝ Ἀκούσατε τί λέει· «Τὰ γενήμα­τά μου», «τὰ ἀ­γαθά μου» (ἔ.ἀ. 12,18). Πόσο ἁμαρτωλὸ ἐκεῖνο τὸ «μου»! Αὐτὸ θὰ μᾶς φάῃ. Ἦταν δικά του; Πρῶτα-πρῶτα ὁ σπόρος. Μέσα του κλείνει τε­ραστία δύναμι ἀναπαραγωγῆς. Ποιός τοῦ ἔ­δω­σε τὴ δύναμι αὐτή; Χίλιοι γεωπόνοι καὶ ἄλλοι ἐπιστήμονες νὰ μαζευτοῦν, ἕνα σπόρο δὲ μπο­ροῦν νὰ κάνουν. Ὁ σπόρος λοιπὸν ποὺ ἔσπειρε ὁ πλούσιος δὲν ἦταν δικός του. Ἔπει­τα τὸ χῶμα. Γιὰ νὰ φυτρώσῃ ὁ σπόρος, θέλει χῶμα. Τί εἶνε τὸ χῶμα; Ἄλλο πάλι μυστήριο. Τὸ χῶμα ποὺ πατοῦμε ἔχει τεραστία δύναμι. Χιλιάδες τώρα χρόνια βλαστάνει, φυτρώνει συνεχῶς. Εἶνε γόνιμο, νά ἡ ἀξία του. Πάρτε δυὸ γλάστρες, μία γεμάτη χρυσάφι καὶ μία γε­μάτη χῶμα, καὶ σπείρετε σπόρο· τὸ χρυσάφι δὲ φυτρώνει, εἶ­νε στεῖρο, ἐνῷ τὸ χῶμα εἶνε εὐ­λογημένο· βγάζει δέν­τρα, καρπούς, ἄνθη. Ποιός τὸ ἔκανε; Ὁ σπόρος λοιπὸν τοῦ Θεοῦ, τὸ χῶμα τοῦ Θε­οῦ. Ἀλλὰ γιὰ νὰ φυτρώσῃ ὁ σπόρος στὸ χῶ­μα θέλει καὶ νερό. Ἂν ὁ οὐρανὸς δὲ βρέ­­ξῃ, ξεράθη­καν τὰ πάντα. Ἀπαραίτητος εἶ­νε καὶ ὁ ἥλιος· χω­ρὶς τὶς ἀκτῖνες του τίποτα δὲν εὐ­δοκιμεῖ. Μὲ λίγα λόγια, ὅλα τοῦ Θεοῦ εἶνε. Ἐν τούτοις ὁ πλούσιος λέει «τὰ ἀγαθά μου». Δὲν εἶνε δικά σου, κύριε. Δὲν ἄκουσες ποτὲ τὸ λόγο «Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐ­τῆς» (Ψαλμ. 23,1); Τοῦ Κυρίου εἶνε καὶ ἡ γῆ καὶ ὅ­λα τὰ ἀγαθά της. Δὲν εἶσαι ἰδιοκτήτης, μόνο διαχειριστής.
Εἶνε ὅμως ἀνόητος κι ἀπὸ ἄλλης πλευ­ρᾶς. «Θὰ γκρεμίσω», λέει, «τὶς ἀποθῆ­κες μου, θὰ κάνω καινούργιες καὶ θὰ μαζέψω ἐκεῖ τὰ ἀγαθά μου». Ζητοῦσε ἀποθῆκες. Μὰ ὑπῆρχαν. Δὲν τὸ λέω ἐγώ, τὸ λέει ὁ Μέγας Βασίλειος. Ποιές εἶνε οἱ ἀποθῆκες; Τὰ στομάχια τῶν πεινασμέ­νων! Δὲν σκέφθηκε ὅτι δίνοντας στοὺς φτωχοὺς ἀποθηκεύει στοὺς οὐρανούς. Γι’ αὐτὸ εἶνε «ἄφρων».
Εἶνε ἀνόητος ἀκόμα, διότι ὑπολόγιζε πὼς θὰ ζήσῃ «ἔτη πολλά» (ἔ.ἀ. 12,19). Ἔζησε; Οὔτε μιὰ νύχτα. Ἔκανε «λογαριασμὸ χωρὶς τὸν ξενοδό­­χο». Ποιός εἶνε ὁ «ξενο­δόχος»; Ὁ χάρος! Ἐ­κεῖ ποὺ ἔκανε σχέδια, ἀκούει· Ἔλα ἐδῶ, κι οὔ­­­τε δευτερόλεπτο ἀναβολή!… Τί εἶνε ὁ ἄν­θρω­πος; Μιὰ σταγόνα αἷμα στὸν ἐγκέφαλο καὶ γίνεται φυτό. Ἀνόητε, «ἄφρον»!…
Ὥστε λοιπὸν ἡ πλεονεξία ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἀ­να­λύσει της εἶνε ἀφροσύνη. Ἐν τούτοις ὁ ἄν­θρωπος δὲν συνετίζεται, δὲν λέει ποτέ «φτάνει». Ἡ θάλασσα μπορεῖ νὰ πῇ στὰ ποτάμια «Φτάνει πιὰ τὸ νερό σας», ὁ χάρος μπορεῖ νὰ πῇ στοὺς νεκροὺς «Φτάνει πιά, χόρτασα ἀπὸ πτώματα»· ὁ πλεονέκτης ὅμως δὲν τὸ λέει. Ἔκανε ἕνα ἑκατομμύριο; ζητάει δύο· ἔκανε δύο; ζητάει τέσσερα, πέντε, δέκα, εἴκοσι ἑκατομμύρια… Φοβερὸ τὸ πάθος· «ῥίζα πάντων τῶν κακῶν εἶνε ἡ φιλαργυρία» (Α΄ Τιμ. 6,10). Κάνει δυστυχῆ τὸν ἑαυτό του. Ὑπενθυμίζει κάποιον ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους, ποὺ παρακάλεσε, λένε, τοὺς θεούς, ὅ,τι ἀγγίζει νὰ γίνεται χρυ­σάφι, καὶ τὸν ἄκουσαν· ἄγγιξε πέτρες, δέντρα, λουλούδια…, ὅλα ἔγιναν χρυσᾶ. Ὅταν ὅμως στὸ σπίτι κάθησε στὸ τραπέζι, ἔγιναν χρυσᾶ καὶ τὸ πιάτο καὶ τὸ φαγητὸ καὶ τὸ ψωμί· ἔτσι δὲν εἶχε τί νὰ φάῃ, καὶ πέθανε ἀπὸ τὴν πεῖνα. Φάε, λοιπόν, χρυσάφι! Μῦθος εἶνε αὐτός, ἀλλὰ διδάσκει σὲ τί παγίδα πέφτει ὁ πλεονέκτης.
Ἡ πλεονεξία, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἄτομα, ἀπειλεῖ τὰ ἔθνη καὶ τὴν κοινωνία σήμερα. Καὶ ἡ μικρή μας πατρίδα κινδυνεύει. Τὸ ἔθνος μας ἦταν πτωχό, δὲν εἶχε ἐπάρκεια. Σιτάρι φέρναμε ἀπ’ ἔξω, ἀπὸ τὴ ῾Ρωσία καὶ τὴν Ἀμερική. ῾Ρύζι ―θυ­μοῦμαι στὰ χρόνια τὰ δικά μας― δὲν ὑ­πῆρχε οὔτε μιὰ φούχτα, οὔτε γιὰ φάρμακο. Τώρα, δό­ξα τῷ Θεῷ, ὄχι μόνο γίναμε αὐτάρ­κεις ἀλ­λὰ ἔχουμε καὶ πλεόνασμα. Ἂς εἶνε καλὰ οἱ γε­ωρ­γοὶ τῆς ὑπαίθρου μας ἀλλὰ καὶ οἱ ἀδελφοί μας οἱ ἐργατικώτατοι πρόσφυγες, ποὺ ἔ­διωξε ὁ Κεμὰλ ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία. Ὅλοι αὐ­τοὶ δούλεψαν σὰν μιὰ οἰκογένεια, καὶ οἱ πέτρες ἀκόμα καλλιεργήθηκαν καὶ καρποφόρησαν. Τώρα ὅμως τί κάνουμε οἱ ἄφρονες· πετοῦ­με ῥοδάκινα, μῆλα καὶ ἄλλους καρποὺς στὶς χωματερές. Θεέ μου, τί ἔγκλημα! Ἔχουμε τόσο ἐμπορικὸ στόλο· μπορούσαμε νὰ φορτώσου­­με δέκα καράβια καὶ νὰ τὰ πᾶμε στὶς χῶ­ρες ποὺ πεινᾶνε καὶ πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι. Δὲν τὸ κάνουμε οἱ πλεονέκται καὶ ἄφρονες. Καὶ ἄφρων πλεονέκτης εἶνε ὁλόκληρος ἡ Εὐ­ρώπη, αὐτὴ ἡ ΕΟΚ, ποὺ ἐπιβάλλει νὰ ξερριζωθοῦν ἀμπέλια καὶ ἐλαιοστάσια στὴν Ἑλλάδα, γιὰ νὰ μποροῦν αὐτοὶ νὰ πωλοῦν σὲ μεγά­λες τιμὲς τὰ προϊόντα τους. Δὲν θὰ ἐπεκτα­θῶ ἐπ’ αὐτοῦ. Περιμένουν πολλὰ ὡρισμένοι ἀπὸ τὴν ΕΟΚ, ἐγὼ δὲν περιμένω. Εἶνε συνασπισμὸς συμφεροντολόγων, «ἑταιρεία λεόντων» ὅπως τὴν ὠνόμασε κάποιος πολιτικός. Καὶ ἂν μπῇ καὶ ἡ Τουρκία μέσα, ὤχ ὤχ, γράψε ἀλλοίμονο!…

* * *

Τὸ Εὐαγγέλιο εἶνε αἰώνιο, ἀγαπητοί μου. Ἰδού ἡ εἰκόνα τῆς πλεονεξίας ποὺ μᾶς δίδει. Καὶ τὸ φάρμακο ποὺ συνιστᾷ ποιό εἶνε;
Τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου εἶνε· Νὰ εἶσαι ὀ­λιγαρκής, ἐργατικός, δίκαιος, σπλαχνικός. Ἀρκέσου στὰ λίγα, τὰ ἀπαραίτητα, στὸν «ἄρ­τον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον» (Ματθ. 6,11). Οἱ ἀνάγ­κες τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶνε πολλές· πέντε – δέ­κα τὸ πολύ. Τώρα ὁ ἄφρων ἄνθρωπος τῆς κα­ταναλωτικῆς κοινωνίας ἐπλήθυνε τὶς ἀ­νάγκες του σὲ χιλιάδες. Οἱ περισσότερες εἶ­νε περιττὰ ἢ καὶ ἐπιβλαβῆ πράγματα, ὅπως λ.χ. τὸ τσιγάρο. Ἂν λείψουν τὰ περιττά, ὁ μικρὸς πλανήτης μας εἶνε ἐφωδιασμένος ἀ­πὸ τὸν Δη­μιουργὸ μὲ τόσα πλούτη, ποὺ ἂν καλ­λιεργηθῇ σωστὰ μπορεῖ νὰ θρέψῃ πέντε φορὲς περισσότερο πληθυσμό. Πότε; ὅταν μαζὶ μὲ τὴν ὀλι­γάρκεια ὑπάρχῃ ἀνιδιοτέλεια καὶ δικαιοσύνη, ὅταν πάψῃ τὸ «σὸν» καὶ τὸ «ἐμόν», ὅταν ἡ γῆ δὲν ἀνήκῃ πλέον στὸν ἄλφα καὶ στὸν βῆτα ἀλ­λὰ στὸ Θεὸ κατὰ τὸ «Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς», ὅταν ὑπάρχῃ δικαία κατανο­μή, ὅταν τὸ περίσσευμα τοῦ ἑνὸς πηγαίνῃ στὸ ὑ­στέρημα τοῦ ἄλλου, ὅπως λέει ὁ ποιητής· «αὐ­τὸ ποὺ περισσεύει, εἶνε τῆς χήρας, τοῦ ὀρφανοῦ, καὶ μὴν τὸ σπαταλᾶτε».
Κ’ ἐμεῖς νὰ πολεμήσουμε μέσα στὴν καρδιά μας τὴν πλεονεξία. Ὁ σατανᾶς λέει· Ὅλα γιὰ τὸν ἑαυτό σου, τίποτα γιὰ τὸν ἄλλον. Ὁ Χριστὸς λέει· Ὅλα γιὰ τὸν ἄλλον!
Ἡ λύσις τῶν προβλημάτων ποὺ τυραννοῦν τὴν ἀνθρωπότητα εἶνε μέσα στὴ Γραφή. Τὰ εἶπε ὁ Χριστός. Τὰ ἐφαρμόζουμε; παράδεισος θὰ γίνῃ ἡ γῆ! Δὲν τὰ ἐφαρμόζουμε; κόλασις θὰ γίνῃ ἡ γῆ. Καὶ γίνεται κόλασις, ἀφοῦ ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, πλούσιοι καὶ φτωχοί, ἄρ­χοντες καὶ ἀρχόμενοι, φύγαμε μακριὰ ἀπὸ τὸ Θεό. Τὸ Εὐαγγέλιο εἶνε τὸ χρυσὸ κλειδί, μὲ τὸ ὁποῖο λύνονται τὰ ἀτομικά, τὰ οἰκογενειακά, τὰ ἐθνικά, τὰ παγκόσμια προβλήματα· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου,  ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγίου  Κωνσταντίνου & Ἑλένης Ἀμυνταίου 19-11-1989)

H EKKΛHΣIA IATΡEIO

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Νοέ 5th, 2012 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Η΄ Λουκᾶ (Λουκ. 10,25-37)

 H EKKΛHΣIA IATΡEIO

ΘΑ σᾶς παρακαλέσω, ἀγαπητοί μου, νὰ κάνετε ὑπομονὴ ν’ ἀκούσετε ἕνα σύντομο κήρυγμα. Διότι νομίζω, ὅτι στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκ­κλησία ἡ θεία λειτουργία πρέπει πάντοτε νὰ συνοδεύεται ἀπὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου.
Ἀκούσατε τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ εἶνε μία ἀπὸ τὶς ὡραιότερες παραβολές, ποὺ εἶπε ὁ Κύρι­ος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Εἶνε ἡ παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου.
Ὑπάρχει κανεὶς ποὺ δὲν ξέρει τὴν παραβο­λὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου; Ἀπὸ τὰ μικρά μας χρόνια ὁ καλός μας δάσκαλος μᾶς ἔμαθε αὐ­τὴ τὴν παραβολή. Ἂν καί, τώρα τελευταῖα, ὑ­πάρχει μία προσπάθεια δαιμόνων νὰ σβή­σουν τὰ θρησκευτικὰ μαθήματα ἀπὸ τὰ σχολεῖα. Ἀλλ’ ἐμεῖς οἱ παλαιότεροι διατηροῦμε ζωηρὰ τὴν εἰκόνα τοῦ σχολείου, ὅπου ὁ καλὸς δά­σκα­λος, ὅπως ἡ κλῶσσα ταΐζει τὰ πουλάκια της, ἔτσι ἐτάιζε κ᾿ ἐμᾶς μὲ τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ.
Γνωστὴ εἶνε ἡ παραβολή. Ἐν τούτοις δὲν τὴν ἐφαρμόζουμε. Καὶ μόνο αὐτὴν νὰ ἐφαρμόζαμε, μικροὶ καὶ μεγάλοι, πλού­σιοι καὶ φτωχοί, ὁ κόσμος αὐτὸς θὰ ἦταν πα­ράδεισος.
Τί μᾶς διδάσκει ἡ παραβολή; Ἕνα μεγάλο καὶ οὐράνιο δίδαγμα· τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

* * *

Παραβολικῶς μιλάει ἐδῶ ὁ Χριστός. Κάποιος, λέει, ἀνεχώρησε ἀπὸ μιὰ πόλι καὶ πήγαινε σὲ ἄλλη. Στὸ δρόμο, ἐνῷ βάδιζε, σὲ κάποια στροφὴ ὅπου ὑπῆρχαν ἀπόκρημνοι βράχοι, πίσω ἀπὸ ἕνα βράχο παρουσιάστηκαν λῃσταί. Τὸν σταμάτησαν, τὸν χτύπησαν, τὸν τραυμάτι­­σαν, τοῦ πῆραν ὅλα τὰ χρήματα, καὶ τὸν ἄ­φησαν ῥάκος στὸ δρόμο.
Ὁ τραυματίας ζητοῦσε βοήθεια. Νά, σὲ λί­γο καὶ περνᾷ ἕνας ἱερεύς, ὁ ὁποῖος καὶ λόγῳ τῆς θέσεώς του θὰ ἔπρεπε νὰ δείξῃ ζωηρὸ ἐνδιαφέρον. Ἔδειξε; Δὲν ἔδειξε. Ὅπως συμβαίνει τώρα καὶ στοὺς δικούς μας αὐτοκινητό­δρομους, ποὺ τραυματίζονται ἢ καὶ σκοτώνον­ται ἄνθρωποι καὶ περνοῦν αὐτοκίνητα χωρὶς νὰ δώσουν σημασία. Φοβήθηκε ὁ ἱερεύς, φαίνεται, μήπως παρουσιαστοῦν οἱ ἐγκληματι­κὲς μορφὲς τῶν λῃστῶν, κέντησε τὸ ἄλογό του καὶ ἐξαφανίστηκε.
Βοήθεια! ἐξακολουθοῦσε νὰ φωνάζῃ ὁ ταλαίπωρος τραυματίας. Παρουσιάζεται τώρα ἕνας λευΐτης, ἕνας νεωκόρος τρόπον τινά, δι­άκονος, ποὺ ὑπηρετοῦσε στὸν περίφημο ναὸ τοῦ Σολομῶντος. Ἀλλ’ ὅ,τι ἔκανε ὁ πρῶ­τος, ἔκανε κι αὐτός· προσπέρασε.
Τέλος ἐμφανίζεται καὶ ἕνας τρίτος. Μόλις ὅμως τὸν εἶδε ὁ τραυματισμένος Ἰουδαῖος φοβήθηκε, γιατὶ αὐτὸς ἦταν ἐχθρός του· ἦ­ταν Σαμαρείτης. Περίμενε ὅτι αὐτὸς πλέον θὰ τοῦ δώσῃ τώρα τὸ τελειωτικὸ χτύπημα νὰ πεθάνῃ. Ἀντιθέτως ὅμως! Αὐτὸς σταμάτησε, κατέβηκε ἀπὸ τὸ ζῷο του, ἔσκυψε πάνω του, ἔπλυνε τὰ τραύματά του μὲ κρασί, ἄλειψε τὶς πληγὲς μὲ λάδι, τὶς ἔδεσε μὲ ἐπίδεσμο ποὺ τὸν ἔκανε σχίζοντας ἴσως τὸ πουκάμισό του, τὸν ἀνέβασε πάνω στὸ ὑποζύγιό του, καὶ τὸν ὡδήγησε στὸ πανδοχεῖο. Ἐκεῖ ὅλη τὴ νύχτα στάθηκε δίπλα του σὰν ἄγγελος καὶ τὸν περι­ποιήθηκε σὰν νοσοκόμος. Καὶ τὸ πρωῒ πρὶν νὰ φύγῃ πλήρωσε τὸν πανδοχέα καὶ τοῦ ἀνέ­θεσε τὴ φροντίδα τοῦ ταλαιπώρου ἀνθρώ­που μέχρις ὅτου θεραπευθῇ τελείως. Ὑποσχέθηκε μάλιστα στὸν πανδοχέα πώς, ὅσα ἐπὶ πλέον δαπανήσῃ γιὰ τὴν περίθαλψί του, αὐτὸς θὰ ἐπιστρέψῃ νὰ τοῦ τὰ δώσῃ.

* * *

Αὐτὴ εἶνε ἡ παραβολή. Τρεῖς ἄνθρωποι εἴ­δαμε νὰ παρελαύνουν. Ὁ πρῶτος δὲν ἔκανε τίποτα, ὁ δεύτερος ἐπίσης δὲν ἔκανε τίποτα, ὁ τρίτος ἔδειξε ἐν­διαφέρον θαυμαστὸ γιὰ τὸν τραυματισμένο.
Ποιός τώρα εἶνε ὁ τραυματισμένος, ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ἔπεσε στοὺς λῃστάς; Εἶνε ὁ κά­θε ἄν­θρωπος, εἶνε ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότης.
Καὶ ποιοί εἶνε οἱ λῃσταί; Εἶνε πρῶτα-πρῶτα οἱ δαίμονες καὶ ἀρχιλῃστὴς εἶνε ὁ σατανᾶς, ὁ ὁποῖος λῃ­στεύει τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ τραυ­ματίζει ὅλους θανάσιμα.
Λῃσταὶ ἀκόμη εἶνε οἱ κακοὶ ἄνθρωποι, ποὺ ὑ­πάρχουν στὸν κόσμο. Ὄχι τόσο αὐτοὶ ποὺ φωλιάζουν στὰ βουνά. Αὐτοὶ ἐξαφανίστηκαν πιά. Στὴν ἐποχή μας ὑπάρχει μιὰ ἄλλου εἴ­δους λῃστεία, ἡ ὁποία ἐνεργεῖται μέσα στὶς πόλεις ὑπὸ ποικίλες μορφές. Οἱ λῃσταὶ αὐτοὶ περπατοῦν σὰν κύριοι, γιατὶ κατέχουν συνή­θως μεγάλα ἀξιώματα, καὶ μένουν ἀσύλληπτοι. Αὐτοὶ λῃστεύουν μὲ νόμους, μὲ ἑταιρεῖες, μὲ ἐμπορικὰ τράστ, μὲ ποικίλους νέους τρόπους.
Παρ’ ὅλα αὐτὰ κάποιοι ἄλλοι λῃσταὶ εἶνε ἀ­κόμη πιὸ ἐπικίνδυνοι, διότι κρύβονται. Μὴν τοὺς ζητήσετε μακριά. Εἶνε πολὺ κοντά μας· εἶνε μέσα μας. Εἶνε, ἀδελφοί μου, οἱ κακοὶ λογισμοί μας. Ἕνας κακὸς λογισμὸς ληστεύει τὸ νοῦ καὶ τραυματίζει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου.
Λῃσταὶ τέλος εἶνε τὰ πάθη μας. Δὲν ὑπάρ­χουν λῃσταὶ χειρότεροι. Αὐτὰ μᾶς καταστρέ­φουν. Πάρτε παράδειγμα τὸ κάπνισμα. Τί ξοδεύει κάθε μέρα, κάθε μῆνα, κάθε χρόνο ὁ καπνιστής; Νά ἕνας λῃστής. Τὸ ἀλκοὸλ ἔ­πειτα δὲν λῃστεύει; Ποιός ἄλλος ἀπογυμνώνει καὶ τραυματίζει ὅπως αὐτό; Λῃστὴς δὲν εἶνε τὰ ναρκωτικά, ποὺ ἔχουν τεραστία διάδοσι ἀκόμη καὶ στὰ σχολεῖα; Λῃσταὶ δὲν εἶνε τὸ χαρτο­παίγνιο, τὰ καζῖνο καὶ τὰ ἄλλα τυχερὰ παιχνίδια; Ἦρθε στὴ μητρόπολι κάποιος ποὺ δούλεψε στὴ Γερμανία καὶ κέρδισε μὲ κόπο καὶ μόχθο μερικὰ χρήματα. Ὅταν τὰ ἔφερε ἐδῶ, τοῦ ἔστησαν καρτέρι οἱ λῃσταὶ τῆς πράσινης τσόχας, τὸν παρέσυραν ὣς τὰ μεσάνυχτα στὸ παιχνίδι καί, ἄπειρος αὐτός, τά ’χασε ὅλα. Τὸ πρωΐ, ὅταν συνειδητοποίησε τί ἔπαθε, πῆγε ν’ αὐτοκτονήσῃ, νὰ πέσῃ στὸ ποτάμι.
Λῃστεύεται λοιπὸν τὸ ἀνθρώπινο γένος εἴτε ἀπὸ τὸ διάβολο εἴτε ἀπὸ τοὺς κακοποιούς. Ὁ μεγαλύτερος ὅμως λῃστής, ἀδελφοί μου, εἶνε ὁ ἑαυτός μας. Κάθε κακὸς λογισμὸς καὶ κάθε πάθος μας στοιχίζει καὶ σὲ χρῆμα καὶ σὲ ὑγεία καὶ σὲ τιμὴ καὶ ὑπόληψι καὶ σὲ χρόνια ζωῆς. Οἱ ἴδιοι λῃστεύουμε τὸν ἑαυτό μας.

* * *

Ποιός θὰ μᾶς σώσῃ; Ἡ φιλοσοφία; ἡ τέχνη; τὰ διάφορα συστήματα; Κάτω ἀπὸ τὸν οὐρα­νὸ ―ἂς τὸ διακηρύξουμε― δὲν ὑπάρχει ἄλ­λος ποὺ ἀξίζει νὰ ὀνομάζεται Σωτήρ. Σωτὴρ τῆς ἀνθρωπότητος εἶνε μόνο ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Κανείς ἄλλος δὲν ἀγάπησε τὸν ἄνθρωπο ὅπως ὁ Χριστός. Αὐτὸς εἶνε ὁ εὐεργέτης μας, αὐτὸς εἶνε ὁ καλὸς Σαμαρεί­της, ποὺ ἔδειξε ἐνδιαφέρον γιὰ τὴ σωτηρία μας. Σαμαρείτη τὸν ὠνόμαζαν οἱ ἐχθροί του ἐμπαικτι­κῶς. Ὁ Σαμαρείτης ὅμως αὐτὸς θεραπεύει ὅλο τὸν κόσμο στὸ πανδοχεῖο του.
Τὸ «πανδοχεῖον», ποὺ λέει τὸ Εὐαγγελίο (Λουκ. 10,34), ποιό εἶνε; Εἶνε ἡ Ἐκκλησία. Ἐκεῖ θεραπαύονται οἱ πληγὲς καὶ τὰ τραύματα. Ὅ­πως τρέχουμε στὰ ἰατρεῖα γιὰ νὰ θεραπευθοῦ­με ἀπὸ τὶς ἀρρώστιες, ἔτσι νὰ τρέχουμε στὴν Ἐκκλησία γιὰ νὰ βρίσκουμε τὴ θεραπεία μας. Που­θενά ἀλλοῦ ὁ ἄνθρωπος δὲ βρίσκει δύναμι καὶ παρηγοριά, ζωὴ καὶ θάρρος, ὅπως στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Εἶσαι στενοχωρημένος; Ἔλα στὸ ἰατρεῖο τῆς Ἐκκλησίας νὰ σοῦ σφογγίσῃ τὰ δάκρυα καὶ ν᾿ ἀκούσῃς· «Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖ­ψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰω­άν. 16,33). Ἔρχεται τὸ ὀρφανό, ἡ χήρα, ὁ κάθε πονεμένος, καὶ —δὲν εἶνε ψέμα— βρί­σκει παρηγορία καὶ ἐνίσχυσι.
Εἶσαι φιλάργυρος καὶ πλεονέκτης; Ἔλα στὸ ἰατρεῖο τῆς Ἐκκλησίας. Φάρμακο ῥιζικῆς θεραπείας εἶνε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ· «Πώλη­σόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς» (Ματθ. 19,21). Ἡ ἐλεημοσύνη θεραπεύει τὴν πλεονεξία.
Εἶσαι θυμώδης καὶ ὀργίλος; Ἔλα στὸ ἰατρεῖο τῆς Ἐκκλησίας. Φάρμακο εἶνε ἡ ταπεί­νω­σις τοῦ Χριστοῦ. Θὰ τὸν ἀκούσῃς νὰ σοῦ λέῃ· «Μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν» (Ματθ. 11,29).
Εἶσαι ἄρρωστος; Ἔλα στὸ ἰατρεῖο τῆς Ἐκ­κλησίας. Ἐκεῖνο ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κάνουν οἱ γιατροί, τὸ κατορθώνει ἡ πίστι στὸ Χριστό, ποὺ εἶνε «ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμά­των ἡμῶν» (θ. Λειτ.), καὶ παρέχει τὸ «φάρμακον ἀθανασίας, ἀντίδοτον τοῦ μὴ ἀποθανεῖν» (ἅγ. Ἰγνάτιος).
Καὶ ἄν, ἀδελφέ μου, κινδυνεύεις νὰ πεθά­νῃς, ἔλα ν᾿ ἀκούσῃς τὸ Χριστὸ νὰ λέῃ· «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή» (Ἰωάν. 11,25).
Δὲν ὑπάρχει, ἀδελφοί μου, θρησκεία, ποὺ νὰ παρηγορῇ τόσο τὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν ζωογονῇ, νὰ τὸν τονώνῃ, νὰ τοῦ δίνῃ οὐράνιες δυ­νάμεις καὶ νὰ τὸν σῴζῃ, νὰ παίρνῃ τὴ λά­σπη καὶ νὰ τὴν κάνῃ ἄγγελο τοῦ Θεοῦ, ὅσο ἡ πίστι τοῦ Χριστοῦ μας. Γι’ αὐτὸ θά ’ρθῃ μέρα ποὺ καὶ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ καὶ τὰ ὑποχθόνια θὰ κηρύξουν τὴν ἀλήθεια αὐτή.
Ἡ Ἐκκλησία εἶνε τὸ ἰατρεῖο. Ἰατρεῖο ψυ­­χῆς καὶ σώματος. Ἐκεῖ ἂς σπεύδουμε ὅλοι οἱ ἀ­σθενεῖς. Καὶ εἴθε «ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμά­των ἡμῶν» νὰ σκέπῃ καὶ νὰ φυ­λάτ­τῃ ὅλους μας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου,  ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱερό ναὸ των Ἀρχαγγέλων Οἰκισμοῦ Δ.Ε.Η. Πτολεμαΐδος 11-11-1979)