Αυγουστίνος Καντιώτης



Archive for the ‘ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ’ Category

ΚΑΠΟΙΟΣ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Οκτ 28th, 2012 | filed Filed under: VIDEO p. AYGOYST., ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακή Ε΄ Λουκά (Λουκα 16, 19-31)

4 Νοεμβρίου 2012

ΚΑΠΟΙΟΣ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ

Απόσπασμα ομιλίας του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

_______

______

AN EIMAΣTE ΠAIΔIA TOY, ΓIATI ΔEN TOY MOIAZOYME;

«Πάτερ Ἀβραάμ… (Λουκ. 16, 24,27,30)

Κάποιος, ἀγαπητοί μου, κινδυνεύει. Βοήθεια! φωνάζει· δὲν τὸν ἀκοῦτε; Μὰ οὔτε ἐγὼ οὔτε σεῖς ἐὰν τρέξουμε δὲ θὰ μπορέσουμε νὰ τοῦ προσφέρουμε κάτι. Ὄχι ἐμεῖς, ἀλλὰ κι αὐτοὶ οἱ ἅγιοι ἂν τρέξουν, δὲν θὰ μπορέσουν νὰ τὸν βοηθήσουν. Φωνάζει κ᾽ ἡ φωνή του ἔρχεται ἀπὸ πολὺ μακριά, ἀπ᾽ τὸν ᾅδῃ. Τὴν ἀγωνιώδη κραυγή του μεταφέρει ὁ «ἀσύρματος», δηλαδὴ τὸ ἱερὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσαμε.

Αὐτὸς ποὺ κινδυνεύει εἶνε ὁ πλούσιος, τὸν ὁποῖο ζωγραφίζει ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς στὴ σημερινή του παραβολή. Παλεύει μὲ τὰ ἄγρια κύματα. Εἶνε στὴν καρδιὰ τῆς κολάσεως. Μὰ γιατί; τί κακὸ ἔκανε; σκότω σε, μοίχευσε, πόρνευσε; Οὔτε σκότωσε, οὔτε μοίχευσε, οὔτε πόρνευσε. Τότε γιατί τιμωρεῖται; Διότι στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ χειρότερο ἀπὸ ἄλλα ἁμαρτήματα –αὐτὸ θέλει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο νὰ στιγματίσῃ–εἶνε ἡ ἀσπλαχνία. Ἦταν ἄσπλαχνος. Δὲν ἔκανε ποτέ στὴ ζωή του ἔλεος. Γι᾿ αὐτὸ τώρα βρίσκεται στὴν κόλασι.

«Πάτερ…», φωνάζει(Λουκ. 16,24,27,30). Ποιόν λέει ἔτσι; Τὸν Ἀβραάμ. –Πάτερ, «ἐλέησόν με», λέει, βοήθησέ με· στεῖλε τὸ Λάζαρο νὰ βρέξῃ τὴν ἄκρη τοῦ δακτύλου του μὲ νερὸ καὶ νὰ μὲ δροσίσῃ, γιατὶ φλέγομαι. Καὶ τί τοῦ ἀπαντᾷ ὁ Ἀβραάμ· –Ἐσὺ ἐδῶ στὸν κόσμο ἀπήλαυσες ὅλα τ᾽ ἀγαθά, ἐνῷ ὁ Λάζαρος δοκίμασε ὅλα τὰ κακά. Ἔπειτα, δὲν ὑπάρχει γέφυρα νὰ ἑνώσῃ κόλασι καὶ παράδεισο, «χάσμα μέγα»χωρίζει τοὺς δυὸ κόσμους. –Σὲ παρακαλῶ τοὐλάχιστον, πάτερ, στεῖλε τὸ Λάζαρό σου στὸ πατρικό μου σπίτι, νὰ εἰδοποιήσῃ τὰ πέντε ἀδέρφια μου ὅτι ὑποφέρω, νὰ λάβουν τὰ μέτρα τους γιὰ νὰ μὴν ἔρθουν κι αὐτοὶ «εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου». –Ἔχουν τὸ Μωϋσῆ καὶ τοὺς προφῆτες, τοῦ λέει ὁ Ἀβραάμ· ἂς τοὺς ἀκούσουν.

―Ὄχι, πάτερ Ἀβραάμ, λέει, ἀλλ᾽ ἐὰν κάποιος ἀπ᾽ τοὺς νεκροὺς ἀναστηθῇ, τότε θὰ μετανοιώσουν. Κι ὁ Ἀβραὰμ ἀπαντᾷ· –«Εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται»(Λουκ. 16,26-31).

* * *

Ἀπ᾽ ὅλη τὴν παραβολή, ἀδελφοί μου, θέλω νὰ προσέξουμε τὸ ἑξῆς. Κατ᾿ ἐπανάληψιν, ὄχι μία ἀλλὰ τρεῖς φορές, καλεῖ τὸν Ἀβραὰμ καὶ  τὸν λέει «πατέρα». Ἀλλὰ ὁ Ἀβραὰμ φαίνεται νὰ κλείνῃ τὰ αὐτιά του. Γιατί ἆραγε; Τὸν λέει «πατέρα». Καὶ ἦταν πρά γματι, ὄχι ἁπλῶς πατέρας ἀλλὰ πατριάρχης ὁ Ἀβραάμ· ἦταν ἡ ῥίζα, ἀπ᾽ ὅπου βγῆκε ὅλο τὸ Ἰουδαϊκὸ ἔθνος. Ἐν τούτοις δείχνει δυσαρεστημένος μὲ τὸν πρώην πλούσιο. Γιατί;Ὅπως ἕνας πατέρας ποὺ ἔχει παιδιὰ ἄσωτα, τὰ ὁποῖα τὸν ἐκθέτουν στὴν κοινωνία, δὲν θέλει νὰ τὸν λένε πατέρα τους, γιατὶ ἡ διαγωγή τους ἀμαυρώνει τὸ ὄ νομά του, κατὰ παρόμοιο τρόπο καὶ ὁ πατριάρχης στενοχωριέται ποὺ ὁ πλούσιος τὸν λέει πατέρα.

Ὁ Ἀβραὰμ δὲν ἔζησε ὅπως ὁ ἄ σπλαχνος αὐτός· ἔζησε πολὺ διαφορετικά. Ὁ Ἀβραὰμ διακρινόνταν κατ᾿ ἐξοχὴν ὄχι μόνο γιὰ τὴ μεγάλη του πίστι στὸ Θεὸ ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν παροιμιώδη φιλοξενία του· ἐξ οὗ καὶ ἀκοῦμε νὰ λένε γιὰ «ἀβραμιαία» φιλοξενία. Ἦταν ὑπόδειγμα. Σὲ ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχαν ξενοδοχεῖα κι ὁ ξένος κοιμόταν ἔξω στὰ χωράφια ἢ μέσα στὶς σπηλιές, σὲ τόσο ἄσπλαχνη κοινωνία, ὁ Ἀβραὰμ ἔδειξε μιὰ ἀγάπη ποὺ ξεπερνοῦσε τὰ μέτρα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἔκανε τὸ σπίτι του ξενοδοχεῖο, χάνι. Τέτοια διάθεσι εἶχε νὰ φιλοξενῇ, ὥστε ὅπως ὁ κυνηγὸς κυνηγᾷ τὰ θηράματα, ἔτσι αὐτός, κυνηγὸς τῆς ἀγάπης, ἔβγαινε στὰ σταυροδρόμια, νὰ μαζέψῃ τὴ νύχτα κάθε ξένο, ἀδιαφορώντας τίνος καταγωγῆς καὶ ἐθνικότητος ἦταν αὐτός. Τοὺς μάζευε ὅλους καὶ τοὺς περιποιόταν μὲ ἀγάπη. Μιὰ μέρα μάλιστα, λέει ἡ Γραφή (βλ. Γέν. κεφ. 18), φιλοξένησε στὴ σκηνή του τρεῖς νέους ποὺ τὸ πρόσωπό τους ἔλαμπε. Οἱ τρεῖς αὐτοὶ δὲν ἦταν ἄνθρωποι· ἦταν ἄγγελοι, ἀπεσταλμένοι τοῦ Θεοῦ, γιὰ ν᾽ ἀναγγείλουν στὸν Ἀβραὰμ ἕνα εὐχάριστο κ᾽ ἕνα δυσάρεστο· ὅτι ἡ γριὰ σύζυγός του, ἡ Σάρρα, θὰ γεννήσῃ υἱό, κι ὅτι στὰ Σόδομα καὶ Γόμορρα, τὶς ἁμαρτωλὲς πόλεις, θὰ βρέξῃ φωτιὰ καὶ θειάφι νὰ τὶς κατακαύσῃ· ὅπως καὶ ἔγινε.

Σπλαχνικός, ἐλεήμων καὶ φιλόξενος ὁ Ἀβραάμ. Ποιά σχέσι ἔ χει μ᾽ αὐτὸν ὁ ἄσπλαχνος καὶ ἀφιλόξενος πλούσιος, ποὺ ποτέ δὲν ἄνοιξε τὸ σπίτι του στὸ φτωχὸ καὶ σακάτη Λάζαρο, μὴν τοῦ λερώσῃ τὰ χαλιὰ καὶ τὰ μάρμαρα; Τὸν εἶχε ἀπ᾿ ἔξω, νὰ τὸν καίῃ ὁ ἥλιος, νὰ τὸν παγώνῃ τὸ χιόνι. Κ᾽ ἐκεῖνος ὁ ταλαίπωρος ἔκανε ὑπομονὴ ἰώβειο σ᾽ ὅλη αὐτὴ τὴ δοκιμα σία, καὶ ζοῦσε σὰν τὸ σπουργίτη περιμένοντας πότε θ᾽ ἀνοίξουν τὰ παράθυρα τοῦ μεγάρου νὰ τινάξουν  τὰ τραπεζομάντηλα, γιὰ νὰ μαζέψῃ τὰ ψίχουλα μὲ σαλιωμένο δάχτυλο. Καμμιά σχέσι μεταξύ τους. Γι᾿ αὐτὸ ἡ λέξι «πάτερ»δὲ συγκινεῖ τὸν Ἀβραάμ. Σὰ νὰ τοῦ λέῃ· Ἂν μὲ λὲς πατέρα, ποῦ εἶνε ἡ ὁμοιότης σου μ᾽ ἐμένα;

* * *

Στηλιτεύουμε τὴ διαγωγὴ τοῦ πλουσίου, ἀγαπητοί μου,καὶ λέμε ὅτι δικαίως ὁ Ἀβραὰμ ἔκλεισε τ᾽ αὐτιὰ στὴ φωνή του; Ἀλλὰ μήπως αὐτὰ δὲν ἁρμόζουν καὶ σ᾽ ἐμᾶς; Γιατὶ κ᾽ ἐμεῖς τί κάνουμε· ἐρχόμαστε στὴν ἐκκλησία κι ὅπως ἐκεῖνος ὠνόμαζε πατέρα τὸν Ἀβραὰμ καὶ σὰν Ἰουδαῖος καυχόταν πὼς τὸν ἔχει πατέρα(πρβλ. Ματθ. 3,9) καὶ νόμιζε πὼς αὐτὸ θὰ τὸν σώσῃ, ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς ὀνομάζουμε «πατέρες» τοὺς ἁγίους· μὲ τὸ «Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων…»δὲν τελειώνουν οἱ ἀκολουθίες; Ἐσὺ λοιπόν, ποὺ θεωρεῖσαι παιδί τους, ἀνήκεις δηλαδὴ στὴν οἰκογένειά τους, δὲν πρέπει καὶ νὰ τοὺς μοιάζῃς, νὰ ἔχῃς τὰ γνωρίσματά τους; Δὲν ἀρκεῖ μόνο νὰ τοὺς λέμε «πατέρες»· πρέπει καὶ νὰ τοὺς μοιάσουμε, σὰν γνήσια παιδιά τους, στὶς ἀρετές.

Ἀλλ᾽ ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἁγίους ἐμεῖς τολμᾶ με ν’ ἀνοίγουμε τὸ στόμα καὶ νὰ ὀνομάζουμε «πατέρα»–ποιόν; τὸν ἴδιο τὸ Θεό· «Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς…», λέμε(Ματθ. 6,9· θ. Λειτ.). Τί δηλώνουμε μὲ τὸ «Πάτερ ἡμῶν»; Τὸ πρῶτο ποὺ ἐννοοῦμε εἶνε, ὅτι ὁ Θεὸς σὰν πατέρας ἔχει ἀγάπη σ᾽ ἐμᾶς· καν ένας πατέρας δὲν ἀγάπησε τὸ παιδί του ὅπως ὁ Θεὸς ἀγαπάει τὸν ἄνθρωπο. Ἔπειτα· δὲ λέμε «πατέρα μου», ἀλλὰ «πάτερ ἡμῶν». Διότι δὲν εἶνε δικός σου μόνο πατέρας, εἶνε πατέρας ὅλων· ὅλα τὰ ἑκατομμύρια τῶν πιστῶν εἴμαστε μιὰ οἰκογένεια ποὺ ἔχει πατέρα τὸ Θεό. Τὸ «πάτερ»λοιπὸν δείχνει τὴν ἀγάπη, τὸ «ἡμῶν»δείχνει ὅτι εἶνε πατέρας ὅλων ὅσοι πιστεύουν στὸ Χριστό.

Καὶ τὸ «ἐν τοῖς οὐρανοῖς»τί δείχνει; γιατί λέει «ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς»; Μήπως δὲν εἶνε κ᾽ ἐδῶ στὴ γῆ; Παντοῦ εἶνε. Ἂν ὁ ἀέρας εἰσδύῃ παντοῦ, πολὺ περισσότερο ὁ Θεὸς εἶνε πανταχοῦ παρών. Γιατί λοιπὸν λέει «ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς»; Τὸ λέει, γιὰ νὰ μὴν εἴμαστε σὰν τὰ στρείδια κολλημένοι ἐδῶ στὸν κόσμο, ἀλλὰ νά ᾿χουμε τὸ νοῦ μας ψηλά· πλαστήκαμε γιὰ τὰ μεγάλα καὶ ὑψηλά, «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας»(θ. Λειτ.).

Ἀφοῦ λοιπὸν τολμᾶμε καὶ λέμε τὸ Θεὸ «πατέρα», πρέπει νά ᾽χουμε μέσα μας μιὰ σταλαγματιὰ τοὐλάχιστον ἀπὸ τὰ γνωρίσματά του· πρὸ παντὸς νά ᾽χουμε τὴν ἀγάπη. Λέει ὁ ἱερὸς  Χρυσόστομος, ποὺ ἑρμηνεύει τὸ «Πάτερ ἡμῶν»· Τολμᾷς καὶ λὲς τὸ Θεὸ «πατέρα»; τότε πρέπει καὶ νὰ τοῦ μοιάσῃς· τὰ γνήσια παιδιὰ φέρουν ἐπάνω τους τὴ σφραγῖδα τῆς μάνας καὶ τοῦ πατέρα ποὺ τὰ γέννησε. Πῶς νὰ σὲ ὀνομάσω Χριστιανό; Σὲ βλέπω νὰ κάνῃς πράγμα τα ποὺ ὄχι Χριστιανοί, ὄχι ἄνθρωποι, ἀλλ᾽ οὔτε τὰ ζῷα δὲν κάνουν· κλωτσᾷς σὰν μουλάρι, πεισμώνειςσὰν γάιδαρος, δαγκάνῃς σὰν θηρίο· εἶσαι πονηρὸς σὰν ἀλεποῦ, ἅρπαγας σὰν λύκος, ἐπιθετικὸς σὰν γεράκι, αἱμοβό ρος σὰν τίγρις, ἐκδικητικὸς σὰν καμήλα. Τὰ ζῷα ἔχουν ἕνα ἐλάττωμα τὸ καθένα, ἐσὺ τὰ μάζεψες ὅλα μαζί. Σοῦ ἁρμόζει τὸ ψαλμικὸ «ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς»(Ψαλμ. 48,13,21).

* * *

Τὸ συμπέρασμα. Τὰ λόγια τῆς προσευχῆς σου, ἀγαπητέ, νὰ μὴν εἶνε κάλπικα νομίσματα· νά ᾽νε γνήσια, νά ᾿χουν ἀντίκρυσμα ἁγιότητος· μὴ καταντήσουν ξηρὸς τύπος. «Κοντὸς ψαλμὸς ἀλληλούια»· χίλια «Πάτερ ἡμῶν» νὰ λές, χίλιες λειτουργίες νὰ κάνῃς, δὲ σὲ σῴζουν, ἂν δὲν ἔχῃς μέσα σου ἀγάπη στὸ Θεὸ καὶ τὸν πλησίον. Ἂν δὲ ζῇς ὅπως θέλει ὁ Χριστός, ὅλοι οἱ ἅγιοι νὰ παρακαλοῦν, δὲν θὰ λάβῃς βοήθεια.

Εἴμαστε ἄθλιοι. Πῶς τολμᾷς καὶ λὲς τὸ Θεὸ «πατέρα», τὴν ὥρα ποὺ ἀτιμάζεται τὸ ὄνομά του κ᾽ ἐσὺ ἀδιαφορεῖς; Ποιός ἀνέχεται νὰ ὑβρίζουν τὸν πατέρα του; πιστόλι βγάζει νὰ σκοτώσῃ. Κι ὅμως ἐμεῖς ἀνεχόμαστε νὰ βλαστημοῦν τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας. Λοιπὸν τί «Πάτερ ἡμῶν»λέμε καὶ τί φωνάζουμε τὴν Παναγία καὶ τοὺς ἁγίους νὰ βοηθήσουν; Τὸ κακὸ ἔχει πλέον κορυφωθῆ. Δὲ μᾶς σώζουν οὔτε συμμαχίες οὔτε Ἡνωμένα Ἔθνη οὔτε συνασπισμοί. Τὸ ἀπόστημα ὡρίμασε, θὰ μπῇ νυστέρι, σίδερο, φωτιά, καταστροφή! Κι αὐτὴ ἡ γῆ ποὺ πατοῦμε μᾶς ἔχει σιχαθῆ· μιὰ διαταγὴ περιμένει γιὰ ν᾿ ἀνοίξῃ νὰ μᾶς καταπιῇ.

Ὁ ΚύριοςἸησοῦς Χριστὸς διὰ πρεσβειῶν τῆς Θεοτόκου ἂς ἐλεήσῃ ὅλους μας· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου,  ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγίου Παντελεήμονος τῶν Ἀθηνῶν πιθανῶς τὴν 30-10-1966.

 

1. ΠΛΟΥΣΙΟΙ & ΦΤΩΧΟΙ 2. Ο πλουτος κατα την χριστιανικη αντιληψι

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Οκτ 27th, 2012 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

 

Κυριακὴ Ε΄ Λουκᾶ (Λουκ. 16,19-31)

ΠΛΟΥΣΙΟΙ & ΦΤΩΧΟΙ

ΤΟ Εὐαγγέλιο, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἕνα βιβλίο ἀνεκτιμήτου ἀξίας. Μηδέν μπροστά του ὅλα τὰ βιβλία τοῦ κόσμου. «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται», εἶπε ὁ Κύρι­ος, «οἱ δὲ λό­γοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (Ματθ. 24,35). Ἡ ἱ­στορία εἴκοσι αἰώνων ἀποδεικνύει, ὅτι εἶ­νε τὸ αἰώνιο βιβλίο. Ὅπως κανείς δὲ μπο­ρεῖ νὰ σβή­σῃ τὸν ἥλιο, ἔτσι καὶ τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ εἶ­νε ὁ πνευματικὸς ἥλιος τῆς ἀνθρωπότητος.
Ἀπόδειξις ἡ σημερινὴ περικοπή. Εἶνε μιὰ ὑ­πέροχη παραβολὴ τοῦ Κυρίου, ἡ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου.

* * *

Παρουσιάζονται κυρίως δύο πρόσωπα· ὁ πλούσιος καὶ ὁ φτωχός, ὁ ἕνας στὴν κόλασι ὁ ἄλλος στὸν παράδεισο. Μποροῦμε ἆραγε ἀπ᾽ αὐτὸ νὰ βγά­λουμε τὸ συμπέρασμα, ὅτι κάθε πλούσι­ος θὰ πάῃ στὴν κόλασι καὶ κάθε φτωχὸς στὸν πα­ράδεισο; Ὄχι. Τὸ συμπέρασμα δὲν εἶ­νε ὀρ­θό. Δι­ότι στὴν ἴδια τὴν παραβολὴ βλέ­που­με, ὅτι μέσα στὸν παράδεισο ἔλαμπε σὰν ἄ­στρο φωτεινὸ – ποιός; Ἕνας πλούσιος· ὁ Ἀ­βραάμ. Πῶς κέρδισε αὐτὸς τὸν παράδεισο;
Ὁ Ἀβραὰμ ἔζησε ἀντίθετα ἀπὸ τὸν πλούσιο τῆς παραβολῆς. Ζοῦσε κάτω ἀπὸ σκηνές. Ἡ ζωή του λιτὴ καὶ ἀπέριττη. Καὶ πρὸ παντὸς ἦ­ταν φιλόξενος. Ὅ­πως ὁ ψαρᾶς ῥίχνει τὸ δίχτυ νὰ πιάσῃ ψάρια, ἔτσι αὐτὸς κάθε μέρα ἅ­πλωνε τὸ δίχτυ τῆς φιλαν­θρωπίας· ὅποιον ξένο ἔβλεπε, τὸν φιλοξενοῦ­σε στὴ σκηνή του.
Πλούσιος λοιπὸν ὁ Ἀβραάμ, καὶ τὸν βλέπου­με στὴν καρδιὰ τοῦ παραδείσου. Πλούσι­ος ἦ­ταν καὶ ὁ Ἰώβ, ἄλλη προσωπικότης τῆς πα­λαι­ᾶς διαθήκης, ποὺ ἦταν προστάτης χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, κοινωνικὸς καὶ μεταδοτικός. Πλούσι­ος ἦταν καὶ ὁ ἅγιος Ἀντώνιος, καὶ πούλησε ὅ­λη τὴν περιουσία του γιὰ νὰ τὴ δώσῃ στοὺς φτωχούς. Πλούσιοι ἦταν καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἅγιοι.
Πλούσιοι ὑπῆρξαν στὴν πατρίδα μας καὶ οἱ ἐ­θνικοὶ εὐεργέται. Τώρα δὲν ὑπάρχουν πλέον τέτοιοι. Ἡ πτωχὴ Ἑλλὰς ἔχει σήμερα πλουσίους, ἀλλὰ οἱ εὐεργέτες ἔλειψαν. Μαζὶ μὲ ἄλ­λες ὡραῖες παραδόσεις τῆς φυλῆς μας ἔ­σβησε κι αὐτή· σπανίζουν τώρα οἱ εὐεργέτες.
Στὶς 8 Νοεμβρίου, τῶν Ταξιαρχῶν, ἡ Φλώρι­­να ἑορτάζει τὴν ἀπελευθέρωσί της ἀπὸ τὸν Τουρκικὸ ζυγό. Ἀλλὰ γιὰ νὰ συντελεσθῇ ἡ νίκη, ὁ θρίαμβος τοῦ ᾽12, ποιός συνετέλεσε; Οἱ μεγά­λοι εὐεργέτες, ὅπως ὁ Γεώργιος Ἀβέρωφ. Μι­κρὸ παιδί, ἔφυγε ἀπὸ τὸ ὑπόδουλο Μέτσοβο καὶ πῆγε στὴν Ἀλεξάνδρεια. Τριάντα χρόνια δούλεψε σκληρά, ἀπέκτησε μεγάλη περιουσία, καὶ τὴν ἔ­δω­σε ὅλη στὸ ἔθνος. Ἔτσι ἀγοράστη­κε τὸ θρυλικὸ ἐ­κεῖνο καράβι, ὁ «Ἀβέρωφ», μὲ τὸ ὁ­ποῖο ὁ ὑ­πέροχος ναύαρχος Παῦλος Κουν­­τουριώ­της, κατεναυμάχησε στὰ Δαρδανέλλια τὸν τουρκικὸ στόλο. Ἕνας εὐεργέτης ὁ Ἀβέρωφ. Καὶ μόνο αὐτός; Γεμάτη εἶνε ἡ ἱστορία ἀ­πὸ εὐ­εργέτες. Καὶ σήμερα ἡ Ἑλλὰς γεννᾷ δρα­στη­ρίους ἀνθρώπους, ἀλλὰ εὐεργέτες ποῦ;
Ἑπομένως εἶνε εὐλογημένος ὁ πλοῦτος – πότε ὅμως; ὅταν γίνεται καλὴ χρῆσις του.
Τέτοιος ἦταν ἆραγε καὶ ὁ πλούσιος τῆς πα­ραβολῆς; Κάθε ἄλλο. Αὐτὸς ἦταν ἕνας ἐγωιστής. Περι­ώριζε τὸ ἐνδιαφέρον του μόνο στὸ ἄ­τομό του, δὲν ἔβλεπε τίποτε ἄλλο. Ὅπως ὁ σα­λίγ­καρος κλείνεται στὸ κέλυφός του, ἔτσι αὐ­τὸς εἶχε κλειστῆ στὸν ἑαυτό του. Ἦταν φίλαυ­τος. Ἤθελε νὰ ἱκανοποιῇ τὶς αἰσθήσεις, νὰ ῥου­φᾷ ὅλες τὶς ἡ­δονές. Ἔμενε σὲ ἀρχον­τικό, ἔτρω­γε τὰ καλύτερα φαγητά, ἔπινε τοὺς πιὸ ἐκλεκτοὺς οἴνους, ντυνόταν πανάκριβα. Ἦταν σκλη­­ρός, ἀπάνθρωπος. Ἕνα σύνθημα εἶχε· ὅ­λα γιὰ τὸν ἑαυτό του, τίποτα γιὰ τοὺς ἄλ­λους.
Κάτω ἀπ᾽ τὸ παλάτι του καθόταν ἕνας πτω­χὸς – πάμπτωχος, ὁ Λάζαρος. Πεινοῦσε, ζητοῦ­σε κάτι νὰ φάῃ. Περίμενε νὰ τινάξουν τὸ τραπεζομάντηλο ἀπ᾽ τὴν τράπεζα τοῦ πλουσίου, γιὰ νὰ φάῃ ἀπὸ τὰ ψίχουλα ποὺ ἔπεφταν…

* * *

Ἀπὸ τότε ποὺ γράφτηκαν αὐτὰ πέρασαν εἴ­­κοσι αἰῶνες, καὶ ὅμως εἶνε ἐπίκαιρα. Τὸ Εὐ­αγγέλιο δὲν παλιώνει ποτέ, εἶνε αἰώνιο. Σὰ νὰ βλέπουμε καὶ σήμερα τὴν παραβο­λὴ νὰ ζων­τα­νεύῃ ἐμπρός μας· εἰκόνες τοῦ ἀσπλάχνου πλουσίου παντοῦ στὸν κόσμο. Ἡ κοινωνία μας παρουσιάζει μεγάλη ἀντίθεσι· ἀπὸ τὸ ἕ­να μέρος οἱ πλούσιοι, ἀπὸ τὸ ἄλλο οἱ φτωχοί.
Οἱ πλούσιοι ἔχουν συγκεντρώσει στὰ χέρια τους τεράστια κεφάλαια, καὶ ὅλα τὰ διαθέτουν μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό τους· γιὰ τοὺς ἄλ­λους τίποτε. Τί κι ἂν ὑπάρχουν ὀρ­φανά, χῆ­ρες, ἄρ­ρωστοι, ἀνάπηροι, δυστυχισμένοι; Αὐ­τοὶ εἶ­νε τυφλοὶ καὶ κουφοί, δὲ βλέπουν δὲν αἰ­σθάνον­ται τὴ δυστυχία γύρω τους. Σπανίως θὰ δῇς στὴν ἐποχή μας πλούσιο νὰ βαδίζῃ στὰ ἴχνη τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰὼβ καὶ τῶν ἄλλων ποὺ εἴ­παμε. Κατὰ κανόνα ὑπάρχει σκληροκαρ­δία. Ὅ­πως τὸ χρυσάφι σὰν μέταλλο εἶνε ψυχρό, ἔτσι καὶ ἡ καρδιὰ αὐτῶν ποὺ τὸ λατρεύουν· μένει ἀ­συγ­κίνητη, δὲ νιώθει ἀνάγκη νὰ κάνῃ ἔλεος.
Τὰ κράτη στὶς ἀποθῆκες τους ἔχουν τεράστιες ποσότητες τροφίμων. Ἀκόμα καὶ ἡ δική μας χώρα ἔχει ἀποθέματα. Ἐμεῖς, μικρὰ παιδιά, γνωρίζαμε, ὅτι ἡ πατρίδα μας δὲν εἶνε αὐ­τάρκης· σιτάρι, ῥύζι, ὅλα τὰ προμηθευόταν ἀπ᾽ ἔξω· φτωχὸς τόπος εἶνε. Ἀλλ᾽ εὐλο­γητὸς ὁ Θεός! μὲ τὸν κόπο τῶν παιδιῶν της, καὶ ἰδί­ως μὲ τὰ δύο ἑκατομμύρια προσφύγων ποὺ ἦρθαν ἀπ᾽ τὴ Μικρὰ Ἀσία, ὁ βράχος αὐ­τὸς τίναξε ῥόδα καὶ ἔγινε πλέον αὐτάρκης χώ­­ρα. Πολλὰ ἐκλεκτὰ προϊόντα παράγει· ἀχλάδια, μῆλα, ῥοδάκινα…, τόννους ὁλόκληρους.
Καὶ ἐρωτῶ· κάνουμε ἔλεος; Ὄχι δυστυ­χῶς. Περισσεύουν ἀγαθά. Μπορούσαμε νὰ φορτώσου­με μερικὰ καράβια μὲ ἑλληνικὴ σημαία καὶ νὰ τὰ πᾶμε κάτω ἐκεῖ, ποὺ πεθαίνουν κάθε μέρα παιδιὰ σὰν τὶς μῦγες. Καὶ ὅμως ἐ­μεῖς, ἄσπλαχνοι, δὲν σκεπτόμεθα αὐτοὺς ποὺ πεινοῦν· ἀνοίγουμε χωματερὲς καὶ θάβουμε τὰ προϊόντα! Θὰ τιμωρηροῦμε, θὰ πεινάσουμε, θὰ ποῦμε τὸ ψωμὶ ψωμάκι, καὶ θὰ ζητοῦμε τὰ ἄλλα ἔθνη νὰ σπεύσουν εἰς βοήθειάν μας. Νὰ λέμε Δόξα τῷ Θεῷ καὶ νὰ σκεπτώμεθα ὅτι, τὴν ὥρα ποὺ ἐ­μεῖς καθόμαστε στὸ τραπέζι, ἄλλοι στὴν Ἀσία καὶ στὴν Ἀφρικὴ πεινοῦν καὶ πεθαίνουν. Καὶ ὑπάρχουν ἀγαθά. Εἶνε ψέμα ὅτι δὲν φτάνει ἡ γῆ νὰ θρέψῃ τὴν ἀνθρωπότητα. Ἡ ἐπιστήμη ἀπέδειξε, ὅτι διπλάσιο καὶ τριπλάσιο πληθυσμὸ μπορεῖ νὰ συντηρή­σῃ καὶ νὰ ζήσουν ὅλοι. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἀγάπη καὶ δικαιοσύνη.
Ὁ πλούσιος καταδικάστηκε ὄχι γιατὶ ἦταν πλούσιος ἀλλὰ γιατὶ ἦταν ἄσπλαχνος. Γι᾽ αὐ­τὸ εἶχε τέτοιο τέλος, αἰώνια κόλασι. Λένε μερικοί· Μὰ ὑπάρχει κόλασι;… Ἐμένα ρωτᾶτε; Ρωτῆστε τὸν ἑαυτό σας. Τὴν ὥρα ποὺ κάνουμε τὸ κακὸ ἔχουμε τύψεις συνειδήσε­ως. Ὁ ἐγ­κληματίας δὲν ἡσυχάζει. «Κάϊν Κάϊν», ἀκούει, «ποῦ εἶνε ὁ Ἄβελ ὁ ἀδελφός σου;» (Γέν. 4,9). Ζοῦμε μιὰ μικρὴ κόλασι· ἂς μὴ ζήσουμε καὶ τὴ μεγάλη, πέραν τοῦ τάφου. Κ᾽ ἐγὼ δὲν ἤθελα νὰ ὑπάρχῃ κόλασι, λέει ὁ ἱ. Χρυσόστομος, για­τὶ εἶμαι ἁμαρτωλός· ἀλλὰ ὑπάρχει. Γιὰ μερικοὺς ἀνελεήμονες πλουσίους, κι ἂν δὲν ὑπῆρ­χε, ἔπρεπε γίνῃ, λέει κάποιος φιλόσοφος· βα­ρὺ εἶνε τὸ κρίμα τους. «Οὐαὶ σ᾽ ἐσᾶς τοὺς πλου­σίους…», εἶπε ὁ Κύριος (Λουκ. 6,24). «Τὸν ἄσπλαχνο μὲ τοὺς ἀθέους θὰ κατακρίνῃ ὁ Χριστός», λέει κι ὁ ἐθνικός μας ποιητής.
Μαύρη λοιπὸν ἡ εἰκόνα τοῦ πλουσίου, τῶν ἀν­­θρώπων τοῦ κεφαλαίου ἐν γένει. Ἀντιθέτως ἡ εἰκόνα τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου εἶνε φωτει­­νή. Γιατί σώθηκε; μόνο ἐπειδὴ ἦταν φτωχός; Ὄχι. Πῆγε στὸν παράδεισο, διότι εἶχε μιὰ ἀρε­τὴ σπανία. Δὲ γόγγυσε, δὲ βλαστήμησε, δὲν καταράστηκε τὴν ἡμέρα ποὺ γεννήθηκε, δὲν ἔκανε κανένα ἔγκλημα. Ἔδειξε ὑπομονή. Καὶ χάρις στὴν ὑπομονή του, ποὺ εἶνε μεγάλη ἀρε­τή, ἀξιώθηκε νὰ σωθῇ.

* * *

Ἀδελφοί μου! Ὑπάρχει πλούσιος μεταξύ μας; Μὴ πηγαίνει τὸ μυαλό μας μόνο στοὺς ἑ­κατομμυριούχους. Πλούσιος εἶνε καθένας ποὺ ἔχει κάποιο περίσσευμα. Καὶ ὅλοι ἔχουμε κάτι ποὺ περισσεύει. Ἐκεῖνο λοιπὸν ποὺ περισσεύει, δὲν εἶνε δικό σας, λέει ὁ ποιητής· «εἶνε τῆς χήρας, τοῦ ὀρφανοῦ, καὶ μὴν τὸ σπατα­λᾶ­τε». Μὲ τὴν ἔννοια λοιπὸν αὐτὴ πλούσιοι εἶνε πολλοί· καὶ ὅλοι μποροῦμε νὰ κάνουμε τὸ καλό.
Λένε γιὰ τὸ Μέγα Ἀντώνιο, ὅτι ἄγ­γελος Κυρίου τὸν πῆγε στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ τοῦ ἔ­δει­ξε ἕνα τσαγκάρη. Δόξα τῷ Θεῷ, εἶπε αὐ­τός, σηκώνομαι τὸ πρωί, κάνω τὸ σταυρό μου, ἐργά­ζομαι ἐδῶ, καὶ ἀπὸ τὸ ψωμὶ ποὺ βγάζω τὸ μι­σὸ τὸ δίνω στοὺς φτωχούς. Θαύμασε ὁ Ἀντώνιος, ὅτι μέσ᾽ στὴν πολιτεία ὑπῆρχε τέτοια ἁγιότης. Διότι δὲν εἶνε ἀνάγκη νὰ πᾷς στὸ Ἅγιο Ὄ­ρος γιὰ νὰ γίνῃς ἀσκητής· καὶ μέσα ἐδῶ στὴν κοινωνία, ἂν θέλῃς, μπορεῖς ν᾽ ἁγιάσῃς καὶ ν᾽ ἀξιωθῇς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν.
Ὑπάρχει δυστυχία. Νὰ εἴμεθα μεταδοτικοὶ καὶ εὐχάριστοι. Διότι ἡ ἀδικία εἶνε δυναμίτης ποὺ προκαλεῖ τὴν ἀνατροπή. Ἐὰν ἐ­φηρμόζετο τὸ Εὐαγγέλιο, δὲν θὰ ἐγίνοντο ἐπαναστάσεις ποὺ ζητοῦν νὰ φέρουν τὴν ἰσότητα.
Εἴθε, ἀγαπητοί μου, νὰ ἔχουμε πάντοτε σπλά­χνα οἰκτιρμῶν, γιὰ νὰ μᾶς ἐλεήσῃ ὁ Θεὸς καὶ ν᾽ ἀξιωθοῦμε τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου,  ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης 4-11-1984)

Ο πλουτος κατα την χριστιανικη αντιληψι

«Ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη» (Λουκ. 16,22)

ΟΙ ἄνθρωποι, ἀγαπητοί μου, σὲ ὁποιοδήπο­τε μέρος τῆς γῆς κι ἂν κατοικοῦν καὶ ὁ­­ποιοδήποτε χρῶμα κι ἂν ἔχουν, ὅλοι μέσα τους ἔχουν ἕνα πόθο· θέλουν νὰ ζήσουν εὐ­τυχισμένοι. Παγ­κόσμιος εἶνε ὁ πόθος αὐτός. Ἀλλ᾽ ἐνῷ ὅλοι συμφωνοῦν σ᾽ αὐτό, ἐν τούτοις ὑπάρχει διαφωνία ὡς πρὸς τὸ ποιό εἶνε ἐκεῖνο ποὺ δίνει τὴν εὐτυχία. Τὸ μέγα ἐρώτη­μα εἶνε· τί κάνει τὸν ἄνθρωπο εὐτυχισμένο; Read more »

AΛΛΑ ΕΙΔΗ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΩΝ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Οκτ 13th, 2012 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ ΣΤ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 8,26-39)

AΛΛΑ ΕΙΔΗ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΩΝ

ΑΚΟΥΣΑΤΕ, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Περιγράφει κάτι φοβερό. Τὸ εὐαγγέλιο σήμερα ὁμιλεῖ γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ἦταν ἀσθενής. Τί ἀσθένεια εἶχε; φθίσι, καρκίνο, λέπρα, παραλυσία; Μακάρι νὰ εἶχε τέτοια ἀσθένεια. Εἶχε κάτι χειρότερο. Γιατὶ παραπάνω ἀπὸ τὴ σωματικὴ ἀσθένεια εἶνε ἡ ψυχική. Ἦταν ἄρρωστος ψυχικῶς. Ἀπὸ τί ἔ­πα­σχε δηλαδή; Ἂς δοῦμε.

* * *

Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς κατοικοῦσε σ’ ἕνα χωριὸ ποὺ λεγόταν Γάδαρα καὶ οἱ κάτοικοι Γα­δαρηνοί, ἄνθρωποι μὲ μεγάλη προσκόλλησι στὴ δουλειά. Ἦταν κι αὐτὸς ἐργατικὸς καὶ φιλότιμος. Σκεπτόταν λογικά, ἐνεργοῦσε φρόνιμα, ἦταν ἀγαπητὸς στοὺς ἄλλους, εἶχε εἰρη­νικὲς σχέσεις μὲ ὅλους. Ξαφνικὰ ὅμως ἄλλαξε, ἄλλαξε τελείως. Τὸ μυαλό του θόλωσε. Φοβερὸ πρᾶγμα ἡ θολούρα στὸ μυαλό – ὁ Θεὸς νὰ φυλάῃ. Γιατὶ ὁ ἄνθρωπος εἶνε κυρίως τὸ μυαλό· θόλωσε τὸ μυαλό; πάει ὁ ἄνθρωπος.
Ἄλλαξε λοιπόν. Ἡ γλῶσσα του μπέρδευε, δὲ μιλοῦσε πλέον σωστά· δὲ μποροῦσε νὰ συν­εννοηθῇ κανεὶς μαζί του καὶ τὸν ἀπέφευγαν. Συμπεριφερόταν περίεργα. Τὸν ἔντυναν κι αὐ­τὸς ἔσκιζε τὰ ῥοῦχα του καὶ περπατοῦσε γυμνός, ὅπως τὸν γέννησε ἡ μάνα του. Ἔφευγε καὶ τὸν κυνηγοῦσαν. Τὸν ἔπιαναν καὶ τὸν ἔδε­ναν, ὄχι μὲ σχοινιὰ ἀλλὰ μὲ ἁλυσίδες· κ’ εἶχε τέτοια δύναμι, ὥστε ἔσπαζε καὶ τὶς ἁλυσίδες σὰ νὰ ἦταν κλωστές. Τὴ νύχτα δὲν πήγαινε στὸ σπίτι. Πήγαινε στὰ μνήματα, μέσ᾽ στὶς νεκροκεφαλές, καὶ κοιμόταν ἐκεῖ. Ἦταν ἀκόμα ἐπικίνδυνος, μὲ ἐπιθετικὲς διαθέσεις, τρομο­κράτης. Ἂν στεκόταν αὐτὸς στὸ δρόμο, δὲν τολμοῦσε ἄλλος νὰ περάσῃ. Τί εἶχε λοιπὸν αὐ­τὸς ὁ ἄνθρωπος; Τὸ λέει τὸ εὐαγγέλιο· «εἶ­χε δαιμόνια» (Λουκ. 8,27), ἦταν δαιμονισμένος – ὁ Θεὸς νὰ φυλάξῃ. Εἶχε δαιμόνια μέσα του· αὐτὰ τὸν κινοῦσαν σ’ ὅλες αὐτὲς τὶς ἐνέργειες.
Καὶ νά τώρα ἔρχεται ἐκεῖ κάποιος. Κάποιος; Δὲν εἶνε ἁπλῶς κάποιος. Εἶνε ἐκεῖνος, ποὺ δὲν ὑπάρχει ἄλλος ἀνώτερος ἀπ’ αὐτόν· εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Πρώτη φορὰ ἐρ­χόταν στὰ Γάδαρα, καὶ ὅμως ὁ δαιμονιζόμενος κατάλαβε τὴ δύναμί του κι ἄρχισε νὰ τρέμῃ μπροστά του σὰν τὰ φύλλα στὸν ἄνεμο. Οἱ δαίμονες παρακαλοῦσαν νὰ μὴ τοὺς βασα­νίσῃ, νὰ μὴ τοὺς τιμωρήσῃ. Βλέποντας ὅτι θὰ τοὺς διώξῃ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο αὐτόν, τοῦ ζητοῦσαν νὰ τοὺς ἐπιτρέψῃ νὰ πᾶνε – ποῦ; Σ᾽ ἕνα κοπάδι ἀπὸ χοίρους. Καὶ ἐπέτρεψε.
Τότε τὰ δαιμόνια πῆγαν στοὺς χοίρους, καὶ οἱ χοῖ­ροι ὥρμησαν σὰν τρελλοὶ κ’ ἔπεσαν ἀπὸ τὸ γκρεμὸ στὴ λίμνη. Πνίγηκαν ὅλοι, δὲν ἔ­μει­νε ζωντανὸς οὔτε ἕνας. Γιατί, θὰ πῆτε, νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ ζημιά; Ἦταν τιμωρία. Οἱ Γαδαρηνοὶ ἦταν φιλάργυροι, ἀγαποῦσαν τὰ λεφτά, καὶ ἔβοσκαν χοίρους, πρᾶγμα ἀπηγορευμένο ἀπὸ τὸ Μωσαϊκὸ νόμο. Ἔτσι τιμωρήθηκαν.
Καὶ μετά; Ἔκαναν κάτι ἀ­κόμα χειρότερο. Ἐνῷ ὁ Χριστὸς ἔβγαλε τὸ δαιμόνιο ἀπὸ τὸν ἄν­­θρωπο κι αὐτὸς φρόνιμος καὶ ἥσυχος ἐπανῆλ­θε στὰ λογικά του καὶ στὸν κανονικὸ ῥυθμό του, ὅλοι μαζὶ εἶπαν στὸ Χριστό· Φύγε, δὲ σὲ θέλουμε… Κι ὁ Χριστός; Ὤ ἡ φιλανθρωπία του! Τὸ δαχτυλάκι του νὰ κουνοῦσε, θὰ βύθιζε τὸ χωριὸ ἐκεῖνο χίλια μέτρα μέσ’ στὴ γῆ. Δὲν τοὺς τιμώρησε. Ἔφυγε. Αὐτοὶ ὅμως ἔδειξαν ποιοί εἶνε· προτίμησαν τὰ γουρούνια τους παρὰ τὸ Χριστό! Τέτοιοι εἶνε οἱ ἄνθρωποι· ἀγαποῦν τὸ χρυσὸ παραπάνω ἀπὸ τὸ Χριστό.

* * *

Δαιμονιζόμενος λοιπὸν ἦταν ὁ ἄνθρωπος ποὺ θεράπευσε ὁ Χριστός. Μὰ θὰ πῇ κάποιος· Μᾶς μιλᾷς τώρα γιὰ δαιμονισμένους; Αὐτὰ «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ». Ποῦ τώρα δαιμονιζόμενοι; Μὲ τέτοια παραμύθια μᾶς κοιμίζετε;… Ἀμφιβάλλετε ὅτι ὑπάρχουν δαιμονιζόμενοι; Ὅποιος ἀμφιβάλλει, νὰ τοῦ κάνω τὰ εἰσιτήρια νὰ πάῃ στὴν Κεφαλονιά, στὸ νησὶ τοῦ ἁγίου Γερασίμου, νὰ τοὺς δῇ πῶς κάνουν, πῶς οὐρλιάζουν, πῶς τοὺς δένουν μὲ ἁλυσίδες, τί λόγια λένε, καὶ πῶς ὅταν δοῦν τὸ σιδερένιο σταυρὸ ποὺ εἶχε ὁ ἅγιος φωνάζουν «Μᾶς ἔκαψες!…».
Ἀλλ᾽ ἐκτὸς ἀπ’ αὐτοὺς ὑπάρχουν ἄλλου εἴ­δους δαιμονισμένοι, δαιμονισμένοι μέσα στὴν κοινωνία, χειρότεροι ἀπὸ τοὺς πρώτους. Ποιοί εἶν’ αὐτοί; Ὁλόκληρο περίφημο βιβλίο μὲ τίτλο «Οἱ δαιμονισμένοι» ἔγραψε γι’ αὐτοὺς ὁ ῾Ρῶ­σος Ντοστογιέφσκυ. Θέλετε νὰ δῆτε μερικούς;
⃝ Τὸν ἕνα τὸν βάζει ὁ διάβολος νὰ κάθεται στὸ καφενεῖο καὶ νὰ λέῃ· Δὲν ὑπάρχει Θεός… Αὐτὸ εἶνε τὸ μεγαλύτερο ψέμα. Ἄλλοτε ὁ λόγος αὐτὸς δὲν ἀκουγόταν· τώρα τὸ λένε πολλοί. Ὥστε λές, Δὲν ὑπάρχει Θεός; Ἔ, ἐγὼ σοῦ λέω ὅτι ὅλα, ὣς καὶ τὸ μυρμηγκάκι, φωνάζουν ὅτι ὑπάρχει. Ὅλοι οἱ ἐπιστήμονες νὰ μαζευτοῦν, ἕνα μυρμηγκάκι δὲν κάνουν. Ποιός τά ᾽κανε ὅλα γύρω μας; Μία ἡ λογικὴ ἀπάντησι· ὁ Θεός. Τὸ ἄλλο εἶνε παραλογισμός. «Εἶπεν ἄφρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἔστι Θεός» (Ψαλμ. 52,1). Ὁ ἄθεος λοιπὸν ὁ ἕνας δαιμονιζόμενος.
⃝ Θέλετε ἄλλο δαιμονιζόμενο; Εἶνε ὁ βλάστη­μος. Τὸν βάζει ὁ διάβολος ὅπου βρεθῇ καὶ τί κάνει· ἀνοίγει τὸ βρωμερό του στόμα καὶ βλαστημάει τὸ Θεό! Τί κάνεις, βλαστημᾷς; Χριστι­ανὸς δὲν εἶ­σαι. Βλαστημᾷς; Ἄνθρω­πος δὲν εἶ­σαι. Βλαστημᾷς; Οὔτε σατανᾶς δὲν εἶσαι· για­τὶ ὁ σατανᾶς κάνει ὅλα τ᾽ ἁμαρτήματα, ἀλλὰ δὲ βλαστημάει. Τὸν εἴδατε; τρέμει τὸ Χριστό.
⃝ Ἕνας λοιπὸν δαιμονιζόμενος ὁ ἄθεος, ἄλ­λος δαιμονιζόμενος ὁ βλάστημος. Τρίτος δαιμονιζόμενος ὁ ψεύδορκος. Ὁ διάβολος τὸν βά­ζει νὰ πηγαίνῃ στὸ δικαστήριο καὶ γιὰ ἕνα χιλιάρικο ἢ μιὰ σπιθαμὴ γῆς, ν’ ἁπλώνῃ τὸ βρωμερό του χέρι πάνω στὸ Εὐαγγέλιο καὶ νὰ παίρνῃ ψεύτικο ὅρκο. Μέσ᾽ στοὺς ἑκατὸ μάρτυρες, ζήτημα ἂν ἕνας λέῃ τὴν ἀλήθεια. Ψέμα, ψέμα! Μικρὸ δαιμόνιο εἶνε αὐτό; Προτιμότερο νὰ βά­λῃς τὸ χέρι σου στὴ φωτιά, πα­ρὰ στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο γιὰ ὅρκο.
⃝ Θέλετε ἄλλο δαιμονιζόμενο; Τί κάνει; Εἶνε Κυριακή, χτυπάει ἡ καμπάνα, κι αὐτὸς γυρίζει δεξιὰ – ἀριστερά· εἶνε ὁ ἀλειτούργητος. Οὔτε Χριστούγεννα, οὔτε Πάσχα, οὔτε Μεγά­λη Παρασκευὴ πατάει στὴν ἐκκλησία. Τὴν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη ὁ διάβολος τοῦ λέει· Μὴν πᾷς, μὴν πᾷς… Δὲν τὸν ἀφήνει, τὸν δένει μὲ ἁλυσίδες.
⃝ Θέλετε ἄλλους δαιμονιζομένους; Εἶνε τὰ παιδιὰ ποὺ χτυποῦν πατέρα καὶ μάνα. Τὰ βάζει ὁ διάβολος νὰ τὸ κάνουν. Ἦρθε στὴ μητρό­πολι ἕνας ἄνθρωπος μὲ σπασμένο τὸ κεφάλι. ―Ποιός σοῦ τό ᾽σπασε; λέω. Ντρεπόταν, ἄρχισε νὰ κλαίῃ. ―Ὁ γυιός μου, λέει. Ὤ γενεὰ ἀσεβής! Ἄνθρωποι ποὺ δὲ σέβονται τὸ Θεό, καὶ στοὺς γονεῖς θὰ εἶνε ἀσεβεῖς. Αὐτὰ εἶνε ἀποτελέσματα ἀθεΐας καὶ ἀπιστίας.
⃝ Ἄλλον ὁ διάβολος τὸν βάζει τί νὰ κάνῃ· νὰ μπαίνει τὴ νύχτα στὸ ξένο σπίτι καὶ νὰ ἀτιμά­ζῃ τὴ γυναῖκα τοῦ ἄλλου· εἶνε ὁ μοιχός.
⃝ Θέλεις ἄλλο δαιμονιζόμενο; Ὁ κλέφτης. Τὸν βάζει ὁ διάβολος καὶ κλέβει ξένα πράγματα.
⃝ Παντοῦ ὁ διάβολος. Πρὸ παντὸς ὅμως στοὺς νέους. Ὤ οἱ νέοι! Δαιμονιζόμενοι εἶνε. Δὲ μπορεῖ νὰ κουβεντιάσῃ μαζί τους ἡ μάνα κι ὁ πατέρας. Νύχτωσε; Ὁ νέος δὲν πάει στὸ σπίτι. Ὅπως ὁ δαιμονιζόμενος ―αἰώνιο τὸ Εὐ­αγγέλιο!― ὅταν νύχτωνε πήγαινε στὰ μνήματα, ἔτσι καὶ οἱ νέοι σήμερα· δὲ μένουν στὸ σπίτι, πᾶνε στὰ «μνήματα», στὰ κέντρα. Ἐκεῖ καταστρέφονται, ἐκεῖ μέσα σαπίζει ἡ νέα γενεά.
Νά λοιπὸν δαιμονιζόμενοι· ὁ ἄθεος, ὁ βλάστημος, ὁ ἀλειτούργητος, ὁ ψεύδορκος, αὐ­τὸς ποὺ σηκώνει χέρι στὸ γονιό του, ὁ πόρνος, ὁ μοιχός, ὁ κλέφτης, ὁ ξενύχτης, ὅσοι χωρίζουν ἀντρόγυνα, ὅ­σοι κάνουν ἐγκλήματα.
Ἡ ὥρα τοῦ δαιμονίου εἶνε φοβερά. Καὶ ὁ πιὸ φρόνιμος τότε ἐκτρέπεται. Λένε οἱ ψυχολόγοι, ὅτι κάθε ἄνθρωπος ἔχει πέντε λεπτὰ τρέλλας, καὶ τότε μπορεῖ νὰ κάνῃ τὸ μεγαλύτερο ἔγκλημα – Θεέ μου, φύλαξέ μας!
Νά λοιπὸν ὅτι ὑπάρχει δαιμονισμός. Ὁ ἄν­θρωπος μπορεῖ νὰ φτάσῃ ἢ μέχρι τὸν οὐρανὸ καὶ νὰ γίνῃ ἄγ­γελος ἢ μέχρι τὸν πάτο τῆς κολά­σεως καὶ νὰ γίνῃ σατανᾶς. Σήμερα ὁ κόσμος εἶνε δαιμονιζόμενοι. Σπάνια νὰ συναν­τήσῃς ἄνθρωπο ἀπηλλαγμένο ἀπὸ δαιμόνια. Καὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ «λεγεών» (Λουκ. 8,30).

* * *

―Μ’ αὐτὰ ποὺ λές, θὰ πῆτε, μᾶς ἀπελπίζεις. Ὥσ­­τε τόσο δυνατὸς εἶνε ὁ σατανᾶς;
Δὲν εἶνε δυνατός. Φταῖμε ἐμεῖς, ποὺ τοῦ πα­ραχωροῦμε ἐξουσίες. Παραπάνω ἀπὸ τὸ διάβολο, ἀπείρως ἰσχυρότερος, εἶνε ὁ Χριστός.
Ἦρθε μιὰ μέρα στὴ μητρόπολι μιὰ γυναίκα καὶ ἔτρεμε. ―Τὴ νύχτα, λέει, μοῦ ἄφησαν ἀπ᾽ ἔξω μάγια· τώρα τί θὰ γίνω;… ―Πιστεύεις, λέω, στὸ Χριστό; Ἂν πιστεύῃς, ἐκεῖ ποὺ εἶνε ὁ Χριστὸς δὲν πλησιάζει ὁ σατανᾶς. Ἐκκλησιάζεσαι; κοινωνεῖς τῶν ἀχράντων μυστηρίων; ἐξομολογεῖσαι; προσ­εύχεσαι, κάνεις τὸ σταυρό σου; ζῇς καθαρὴ ζωή; Ὅσοι δαίμονες καὶ νὰ ἔρθουν, μόλις πῇς «Κύριε ἐλέησον» καὶ κά­νῃς τὸ σταυρό σου, φύγανε μακριά. Εἶνε ἰ­σχυ­ρότερος ὁ Χριστός.
Τὰ λίγα αὐτὰ λόγια, ἀγαπητοί μου, εὔχομαι νὰ τὰ βάλετε στὴν καρδιά σας, καὶ ὅλοι, μικροὶ – μεγάλοι, νὰ εἶστε ἀφωσιωμένοι στὸ Θεό· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου,  ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ ῾Αγίας Παρασκευῆς Φούφα – Ἑορδαίας 26-10-1986)

ΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΣΠΟΡΑ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Οκτ 12th, 2012 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Δ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 8,4-15)

ΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΣΠΟΡΑ

«Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην. Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ» (Λουκ. 8,5)

 ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, δὲν εἶνε μία μόνο ἑ­ορτή. Εἶνε πρῶτα – πρῶτα Κυριακή, ἡ ἑ­ορτὴ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. Εἶνε ἔπειτα ἑορτὴ ὄχι ἑνὸς ἁγίου ἀλλὰ πολλῶν, ἑκατον­­τάδων ἡρώων τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀρετῆς, ἑ­ορτὴ τῶν πατέρων καὶ διδασκάλων τῆς Ἐκ­κλησίας, τῶν ὁποίων τὰ πόδια δὲν εἴμεθα ἄξιοι ν’ ἀσπασθοῦμε ἐμεῖς οἱ σύγχρονοι ἱεράρχαι. Εἶνε ἡ Κυριακὴ τῶν Πατέρων τῆς Ἑβδόμης (Ζ΄) Οἰκουμενικῆς Συνόδου, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίσθηκαν ὑπὲρ ἀναστηλώσεως τῶν εἰκόνων.
Ἂν πᾶτε σὲ φράγκικη ἐκκλησία, εἰκόνα δὲ βλέπετε· ἀγάλματα βλέπετε, ὅπως τῶν ἀρχαί­ων εἰδωλολατρῶν. Ἂν πᾶτε σὲ προτεστάντικη ἐκκλησία, δὲ βλέπετε τίποτα· γυμνοὶ οἱ τοῖχοι. Ἡ Ἐκκλησία μας στολίζεται μὲ εἰκόνες· καὶ ἂν ἔχουμε σήμερα εἰκόνες, τὸ ὀφείλουμε στοὺς ἀ­γῶνες τῆς Ἑβδόμης Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Καὶ σήμερα, τὴν ἅγια αὐτὴ ἡμέρα, ὡρίστηκε νὰ διαβάζεται σὲ ὅλους τοὺς ναοὺς τῆς Ὀρθοδοξίας ἡ παραβολὴ τοῦ σπορέως. Τί εἶ­νε παραβολή; Εἶνε ἕνα εἶδος τοῦ λόγου, ποὺ καὶ ἄλλοι χρησιμοποίησαν, εἴτε ἀρ­χαῖοι (ὅ­πως ὁ Αἴσωπος) εἴτε σύγχρονοι λογοτέχναι. Ἀλλὰ στὸ εἶδος αὐτὸ ἀριστοτέχνης ἀνεδείχθη ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός· οἱ παραβολὲς ποὺ εἶπε εἶνε ἄφθαστες. Στὴν παγκόσμια λογοτεχνία, δὲν βρίσκου­με ὅμοιες. Κάθε παραβολὴ τοῦ Χριστοῦ εἶνε ἕνα θαῦ­μα. Ἐγὼ δὲ θαυμάζω τόσο τὰ ἄλλα θαύματα· θαυμάζω περισσό­τερο αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶνε ὄν­τως θαύματα, ἄλλου εἴδους θαύματα.
Ἡ παραβολὴ τοῦ σπορέως εἶνε ἕνα θαῦμα. Ὁ Κύριος δὲ φιλοσοφεῖ ὅπως ὁ Πλάτων καὶ ὁ Ἀριστοτέλης. Δὲν παίζει μὲ τὶς λέξεις, δὲν κά­νει θόρυβο μὲ ἀδολεσχία· παίρνει εἰκόνες ἀ­πὸ τὴ φύσι, παραδείγματα ἀπὸ τὴν καθημερι­νὴ ζωή, καὶ μὲ τὰ ὁρατὰ διδάσκει τὰ ἀόρατα.
Ὁμιλεῖ ἐδῶ γιὰ ἕνα γεωργὸ ποὺ σπέρνει στὸ χωράφι του τὸ σπόρο. Αὐτὴ ἡ εἰκόνα εἶνε ἄγνωστη στὶς πόλεις. Παιδιά, ποὺ ζοῦν μαν­τρωμένα σὲ πολυκατοικίες, δὲ γνωρίζουν τίποτε ἀπ’ αὐτά. Ξέρουν μόνο νὰ τρῶνε τὸ ψωμί· δὲν ξέρουν τί ἱδρῶτες ἢ καὶ αἵ­ματα χύνον­ται γιὰ νὰ γίνῃ τὸ ψωμί. Ἡ εἰκόνα ὅμως τοῦ γεωργοῦ ποὺ σπέρνει εἶνε γνωστὴ σὲ γεωργικὲς περιοχές, ὅπως ἡ δική μας.
Χθὲς περνοῦσα ἀπὸ τὴν Κέλλη, ὀρεινὸ χωριὸ τῆς μητροπόλεώς μας, καὶ εἶδα, ἐκεῖ στὶς πλαγιές της μὲ τὸ λιγοστὸ χῶμα, τὸ γεωργὸ τὸν ἥ­ρωα! Ναὶ ἥρωα, ποὺ τώρα περιφρονεῖται μὰ θά ’ρθῃ ὥρα ποὺ θὰ πέσουν ὅλοι νὰ τὸν προσκυνήσουν. Εἶδα λοιπὸν τὸ γεωργὸ νὰ σπέρνῃ τὸν πολύτιμο σπόρο στὴ γῆ.
Ἀπὸ τὸ σπόρο αὐτὸ βγαίνει τὸ ψωμί, ποὺ ὅ­­λοι, ἀπὸ τὸ μικρότερο ἕως τὸ μεγαλύτερο, γευόμεθα. Ἀλλοίμονο ἂν ὁ σπόρος δὲ φυτρώ­σῃ καὶ τὰ σπαρτὰ δὲν ἀνθίσουν καὶ καρποφο­ρήσουν· ὅλοι θὰ πεινάσουμε. Καὶ φοβοῦ­μαι πὼς θὰ γίνῃ αὐτό, στὴ γενεὰ αὐτῶν τῶν παιδιῶν ποὺ τίποτα δὲ σέβονται, ἀφήνουν τὰ σχολεῖα καὶ κάνουν διαδηλώσεις, καὶ τὴν Κυριακὴ δὲν ἐκκλησιάζονται. Δὲν εἶνε μακριὰ ἡ ἡμέρα ποὺ οἱ μὲν τράπεζες θ’ ἀναστενάζουν ἀπὸ τὶς καταθέσεις, ἀλλὰ στὶς ἀποθῆκες δὲ θὰ βρίσκεται οὔτε κουκκί· καὶ τότε, γιὰ μία ἀ­κόμη φορά, θὰ ἐκπληρωθῇ ἡ προφητεία τοῦ Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ «μιὰ φούχτα ἀλεύρι – μιὰ φούχτα χρυσάφι». Θὰ πληρώσουμε μὲ τόκο καὶ ἐπιτόκιο τὰ ἐγκλήματά μας, ἕνα ἐκ τῶν ὁ­ποίων εἶνε ἡ περιφρόνησι τῆς γεωργίας.
«Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ» (Λουκ. 8,5). Βγῆκε ὁ γεωργὸς νὰ σπεί­ρῃ τὸ σπόρο του. Ἀπὸ τὴν εὐλογημένη ζωὴ τοῦ γεωργοῦ παίρνει τὴν ἔξοχο εἰκόνα του ὁ Χριστός. Λίγα λόγια περὶ τοῦ σπόρου θὰ πῶ. Ὅποιος θέλει νὰ μελετήσῃ βαθύτερα τὴν παραβολή, τοῦ συνιστῶ νὰ διαβάσῃ τὸ βιβλίο τοῦ ἀρχιμανδρίτου Σεραφεὶμ Παπακώστα «Αἱ παραβολαὶ τοῦ Κυρίου».

* * *

«Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ». Δύο εἴδη σπόρου ὑπάρχουν, ἀ­γα­πητοί μου· φυσικὸς καὶ πνευματικός.
Ὁ φυσικὸς σπόρος εἶνε γνωστός. Ὑπάρχουν σπόροι πολὺ μικροί, τί δύναμι ὅμως ἔχουν! Μέσα ἀπ’ αὐτοὺς βγαίνουν λουλούδια, σπαρτά, θάμνοι, δέντρα, δάση ὁλόκληρα. Ἕνας σπό­ρος φτάνει ν᾽ ἀποδείξῃ ὅτι ὑπάρχει Θεός. Ἡ ἐ­πιστήμη δὲν κατώρθωσε νὰ φτειάξῃ σπόρο. Τί εἶνε ὁ σπόρος; Ἕνα χημικὸ ἐργοστάσιο, μέσα ἀπ’ τὸ ὁποῖο ξεπηδᾷ ἡ ζωή. Πῶς; Μυστήριο. «Ὡς ἐ­μεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμ.103,24). Στὴν Αἴγυπτο ἀρ­χαιολόγοι μέσα στὸν τάφο ἑνὸς βασιλιᾶ, ποὺ ἦταν θαμμένος τρεῖς χιλιάδες χρόνια, βρῆ­καν καὶ ἕνα ἀγγεῖο μὲ σιτάρι. Ἔσπειραν ἀπ’ αὐτὸ καὶ φύτρωσε! Τέτοια εἶνε ἡ ζωτικὴ δύναμις τοῦ σπόρου. Μικρὸ θαῦμα εἶνε αὐτό;
Ὑπάρχει ὅμως καὶ πνευματικὸς σπόρος. Καὶ αὐτός, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ Κύριος, εἶνε «ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ» (ἔ.ἀ. 8,11), τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ Χριστός. Αὐτὸς εἶνε ὁ σπορεύς, ποὺ ἦρθε ἀπὸ τὸν οὐρα­νὸ καὶ ἔσπειρε ἐδῶ στὴ γῆ τὴ διδασκαλία του· κατ’ ἀρχὴν ὁ ἴδιος, καὶ ἐν συνεχείᾳ κατ’ ἐντολήν του οἱ ἀπόστολοι. Ἀπὸ τὸ σπόρο αὐτὸ βγῆ­καν ἅγιοι, μάρτυρες, ὁμολογηταί, πατέρες. Ὅ,τι ἅ­γιο, ὅ,τι μέγα καὶ ὑψηλὸ ὑπάρχει καὶ μένει στὸν κόσμο, εἶνε ἡ σπορὰ τοῦ Ναζωραίου. Ἔ­σπειραν καὶ ἄλλοι, ἀλλὰ ποιός μπορεῖ νὰ παραβληθῇ κοντά του; «Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄν­θρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰωάν. 7,46). Μεταξὺ σπόρου φυσικοῦ καὶ σπόρου πνευματικοῦ ὑπάρχουν ὁμοιότητες. Ποιές;
⃝ Μία ὁμοιότης εἶνε ὅτι, ὅπως ὁ φυσικὸς σπόρος ἔχει ζωτικὴ δύναμι, ἔτσι καὶ ὁ πνευματι­κὸς σπόρος ἔχει θαυμαστὴ δύναμι.
⃝ Ἄλλη ὁμοιότης. Στὴ φύσι, καὶ ὁ καλύτερος ἀκόμη σπόρος δὲ φέρνει ἀποτέλεσμα, ἐὰν δὲ βρῇ κατάλληλο ἔδαφος. Ἀλλὰ καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ χρειάζεται κατάλληλο ἔδαφος. Ἐὰν ὁ σπόρος πέσῃ στὸ δρόμο ποὺ περνοῦν τ’ ἁ­μάξια, πάει χαμένος· θά ᾽ρθουν τὰ πουλιὰ καὶ θὰ τὸν ἁρπάξουν. Ἐὰν πέσῃ σὲ γῆ μὲ πολλὲς πέτρες, θὰ φυτρώσῃ, ἀλλὰ ἡ ἔλλειψι ὑγρασίας καὶ οἱ καυστικὲς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου θὰ τὸν ξηράνουν προώρως. Ἐὰν πέσῃ σὲ ἔδαφος γε­μᾶτο ἀγκάθια, θὰ φυτρώσῃ, ἀλλὰ τ᾽ ἀγκάθια θὰ τὸν πνίξουν. Καὶ μόνο ἐὰν ὁ σπόρος πέσῃ σὲ γῆ καλή, καθαρὴ ἀπὸ ἀγκάθια καὶ πέτρες, θ’ ἀποδώσῃ ἀλλοῦ μὲν τριάντα ἀλλοῦ ἑξήντα, κι ἀλλοῦ ἑκατό. Ἡ πρώτη κατη­γορία, ὁ πατημένος δρόμος, εἶνε οἱ ἀδιάφοροι. Οἱ ἄλλοι, τὸ πετρῶδες ἔδαφος, εἶνε οἱ ἐπι­πόλαιοι. Τὸ δὲ ἀ­κανθῶδες ἔδαφος εἶνε οἱ ἄν­θρωποι μὲ τὶς πολ­λὲς μέριμνες. Τρία εἶνε τὰ χειρότερα ἀγκάθια τοῦ διαβόλου· πρῶτον ἡ φιληδονία – ὁ πανσεξουαλισμός, δεύτερον ἡ φι­λοδοξία – ἡ μανία γιὰ ἀξιώματα καὶ τιμές, καὶ τρίτο καὶ φοβερώτερο ἡ φιλαργυρία – τὰ τριάκοντα ἀργύρια τοῦ Ἰούδα. Ἐφ᾽ ὅσον στὴν καρδιὰ ὑπάρχει κάποιο ἀπὸ αὐτά, τὸ ἔδαφος εἶνε ἀκατάλληλο. Ἀλλὰ δόξα τῷ Θεῷ ὑπάρχει καὶ ἡ τετάρτη κατηγορία, ἡ ἀγαθὴ γῆ· εἶνε αὐ­τοὶ ποὺ ἔχουν καλὴ διάθεσι, ἀκοῦνε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸν μελετοῦν καὶ τὸν μηρυκάζουν σὰν τὸ πρόβατο, τὸν αἰσθάνονται, τὸν ἐφαρμόζουν οἱ ἴδιοι, καὶ τὸν μεταδίδουν στοὺς γύρω τους.
⃝ Μία ὁμοιότης λοιπὸν ἡ δύναμις, δευτέρα ὅ­τι ἀπαιτεῖται κατάλληλο ἔδαφος, καὶ τρίτη ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ σπόρου δὲν ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὸν σπορέα. Ὁ σπόρος τῆς γῆς φυτρώνει, ὅ­ποιος καὶ ἂν τὸν σπείρῃ, εἴτε ἀκάθαρτος εἴτε ἀράπης. Καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, εἴτε αὐτὸς ποὺ τὸν κηρύττει εἶνε ἅγιος εἴτε ὄχι, δὲν χάνει τὴν ἀξία του. Εἶνε ὅπως ἡ χρυσῆ λίρα, ποὺ τὴ δέχεται κανεὶς ἀκόμη κι ἀπ’ τὰ χέρια ἑνὸς μολυσμένου κ’ ἑνὸς φθισικοῦ. Ἡ ἐπιτυχία τοῦ κηρύγματος ἐξαρτᾶται κυρίως ἀπὸ τοὺς ἀ­κροατὰς ποὺ τὸ δέχονται.

* * *

Καὶ τίθεται τώρα, ἀγαπητοί μου, τὸ ἐρώτημα. Ἀκούσατε τόσο πολλά· δεχθήκατε ἀφθονία κηρύγματος, γραπτοῦ καὶ προφορικοῦ. Τί εἶστε λοιπόν; πατημένος δρόμος, πετρῶδες ἔδαφος, χωράφι μὲ ἀγκάθια, ἢ γῆ καλή; Εἴθε, Θεέ μου, ποὺ γνωρίζεις ὅτι κηρύττω μὲ ὅλη τὴν ψυχή μου, νὰ ὑπάρχῃ ἡ κατάλληλος ἀν­τα­πόκρισις. Ἂν δὲν πίστευα, θὰ ἔσπαζα τὴν ἀρχιερατικὴ ῥάβδο ποὺ κρατῶ καὶ θὰ προτιμοῦσα νὰ γίνω ἐργάτης νὰ βγάζω ἔτσι τὸ ψωμί μου. Ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι ὑπὸ τὸν ἥλιο καὶ τὸν οὐρανὸ δὲν ὑπάρχουν ἄλλα λόγια ἀληθέ­στερα καὶ θειότερα ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὰ κηρύττουμε. Ἀλλὰ ποῦ πέφτουν; Εὔχομαι, ὅλοι νὰ εἶστε γῆ ἐκλεκτὴ ποὺ ἀποδίδει στὸ ἕνα τριάντα, στὸ ἕνα ἑξήντα, στὸ ἕνα ἑκατό, πρὸς δόξαν τοῦ Κυρίου.
Σήμερα δέ, ποὺ ἀνοίγουν τὰ κατηχητικὰ σχολεῖα, στρέφομαι πρὸς τὸν κάθε ἱεροκήρυ­κα, κάθε κατηχητὴ καὶ κατηχήτρια, καὶ λέγω· Μὴν ἀπελπίζεσαι. Κι ἂν ἕνας μόνο σὲ ἀκούσῃ, ἀξίζει γι’ αὐτὸν νὰ κάνῃς τὴ σπορά. Ἀλλὰ κι ἂν κανένας δὲν ἀκούσῃ, ἐσὺ πές· Εἶπα καὶ ἐλάλησα, ἁμαρτίαν οὐκ ἔχω.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου,  ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ ῾Αγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 17-10-1976.

ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΧΗΡΕΙΑ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Οκτ 3rd, 2012 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Γ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 7,11-16)

ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΧΗΡΕΙΑ

«Καὶ αὕτη ἦν χήρα» (Λουκ. 7,12)

ΤΑ βιβλία τοῦ κόσμου, ἀγαπητοί μου, οἱ ἱ­στορίες, μιλᾶνε γιὰ μεγάλα πρόσωπα καὶ κατορθώματα. Τὸ Εὐαγγέλιο μιλάει γιὰ ταπεινοὺς ἀν­θρώπους τῆς ἀρετῆς. Ἀπόδειξις ἡ σημερι­νὴ περικοπή. Μι­λάει γιὰ μιὰ ἡρωίδα. Παντρεύ­τηκε νέα, ἀλλὰ σύν­τομα ὁ ἄντρας της πέθανε. Τὸ εὐαγγέ­λιο μὲ μιὰ λέξι περιγράφει τὴν τρα­γῳδία της· «καὶ αὕτη ἦν χήρα», λέει (Λουκ. 7,12).
Ἡ χήρα αὐτὴ εἶχε ἕνα ἀγόρι μονάκριβο· ἦ­ταν ἡ παρηγοριὰ κ᾽ ἐλπίδα της. Ἀλλὰ τὸ παιδὶ ἀρρώστησε. Αὐτὴ ἔκανε τὸ πᾶν· ξενύ­χτησε, ἔ­τρεξε, προσ­ευχήθη­κε. Μὰ οἱ βουλὲς τοῦ Θεοῦ ἀνεξ­ιχνίαστες· ὁ χάρος ἦρθε καὶ τὸ πῆρε. Ἕ­να ἀ­στροπελέκι ἔ­πεσε καὶ πῆρε τὸν ἄντρα της, δεύ­τερο τώρα πέφτει καὶ παίρνει τὸ παιδί της. Κλαῖ­νε μαζί της ὅλοι καθὼς τὴν συνοδεύουν.
Θεέ μου, θὰ σκεφθῆτε, δὲν εἶνε ἄδικο αὐ­τό;… Μὴν τὸ πῆτε. Ξαφνικὰ τὰ δάκρυα σταμα­τοῦν, ὁ θρῆνος γυρίζει σὲ χαρά. Τὸ παιδὶ ἀναστήθη­­κε! Τί; Παράξενο φαίνεται. Δυσ­πιστοῦμε, εἴ­μα­στε ἄπιστοι σήμερα. Φτάσαμε στὰ χρόνια ποὺ προέβλεψε ὁ Χριστός (βλ. Λουκ. 18,8). Τότε ὅμως ὅλοι εἶδαν τὴν ἀ­νάστασι τοῦ παιδιοῦ.
Ἄπιστε, θέλεις ἀπόδειξι τῆς ἀναστάσεως; Οἱ γεωργοὶ τώρα μὲ τὰ πρωτοβρόχια σπέρνουν τὴ γῆ. Τί εἶνε κάθε αὐλάκι; Ἕνας τάφος. Μέσα σ᾽ αὐτὸν θάβεται ὄχι ἕ­να κορμὶ ἀλλ᾽ ὁ σπόρος. Αὐτὸς σαπίζει, ὅ­πως τὸ σῶμα στὸν τά­φο, κι ἀ­πὸ τὸ σάπιο σπόρο βγαίνει νέα ζωή. Δὲν εἶ­νε αὐτὸ εἰκόνα τῆς ἀ­ναστάσε­ως; Ἀπορῶ πῶς ὑ­πάρχουν ἄπιστοι. Αὐτὸς ποὺ ἔκανε τὸ σπόρο, ἀφοῦ σαπίσῃ, νὰ βγαίνῃ σὲ νέα ζωή, ὁ ἴδιος εἶ­­­πε στὸ παιδὶ «Σήκω ἐ­πάνω», καὶ σηκώθηκε· ὁ ἴδι­­ος εἶπε στὸ Λάζαρο «Δεῦ­ρο ἔξω» (Ἰωάν. 11,43)· ὁ ἴδι­ος στὸ τέλος θὰ κάνῃ καὶ τὴν κοινὴ ἀνάστασι.

* * *

Μποροῦμε νὰ ποῦμε, ἀγαπητοί μου, ὅτι ὁ Χριστὸς μὲ τὴν ἀνάστασι τοῦ παιδιοῦ ἐπιβράβευ­σε τὴν ἀρετὴ τῆς μητέρας. Ποιά ἀρετή;
Ὅταν πέθανε ὁ ἄντρας της, δὲν σκέφτηκε τὸ εὔκολο. Οἱ περισσότερες σήμερα, μόλις πεθά­νῃ ὁ ἄντρας τους κ᾽ ἐνῷ δὲν ἔχει λειώσει ἀκόμα τὸ κορμὶ μέσα στὸν τάφο, ζητοῦν νέο γαμπρό. Ἔτσι ἔκανε αὐτή;
Θὰ πῆτε· Ὅ­ποια ἢ ὅποιος χηρεύσῃ σὲ νεα­ρὰ ἡλικία εἶνε ἁμαρτία νὰ ξαναπαντρευτῇ; Δὲν εἶνε, δὲν ἀπαγορεύεται. Ἐπι­τρέ­πεται δεύτερος γάμος, καὶ σὲ σπάνιες περιπτώσεις τρίτος. Πέ­ρα τούτου ὅμως ὄχι. Μόνο οἱ φράγκοι ἐπιτρέ­πουν τέταρτο γάμο· καὶ ὡρισμένοι, γιὰ νὰ παντρευτοῦν, ἀλλάζουν καὶ πίστι καὶ πᾶνε σ᾽ αὐ­τούς. Ἡ Ἐκκλησία μας αὐτὸ δὲν τὸ ἐπιτρέπει.
Δὲ λέμε λοιπὸν ὅτι ἀπαγορεύεται ἄλλος γά­μος. Τί λέμε· ὅτι γάμος – διαμάντι εἶ­νε ὁ πρῶτος. Αὐτός εἶνε εὐλογημένος. Φαίνεται κι ἀπὸ τὸ κείμενο τῆς ἀκολουθίας· διαφέρουν τὰ λόγια ποὺ λέει ἡ Ἐκκλησία στὸν πρῶτο γάμο ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Τὸν πρῶτο τὸν εὐλογεῖ, τὸ δεύτερο τὸν παραχωρεῖ, τὸν τρίτο τὸν ἐπιτιμᾷ. Ὁ πρῶτος λοιπὸν γάμος εἶνε ὁ εὐλογημένος.
Ἂν πάρουμε τὰ δικαιολογητικά, ποὺ προσ­κομίζουν οἱ μελλόνυμφοι γιὰ τὴν ἄδεια γάμου, βλέπουμε νὰ γράφουν, ὅτι ὁ ἄντρας καὶ ἡ γυναίκα «ἔρχονται σὲ πρῶτο γάμο». Σήμερα ὅ­μως, πολὺ συχνά, αὐτὸ εἶνε ἕνα ψέμα. Πρὸ ἑ­κατὸ ἐτῶν ἡ βεβαίωσις αὐτὴ ἦταν ἀληθινή· ὁ ἄντρας μιά γυναῖκα γνώριζε στὸν κόσμο, καὶ τὴν ἀγαποῦσε. Τώρα; «Ἔρχεται», λέει, «σὲ πρῶ­το γάμο». Ἐννοεῖ μὲ στεφάνια· χωρὶς στεφάνια ὅμως πόσοι «γάμοι» ἔχουν προηγηθῆ;…
Κάποτε ἦρθε στὴ μητρόπολι κάποιος γιὰ νὰ πάρῃ ἄδεια γάμου. Τὸν ἤξερα, κ᾽ ἐπειδὴ δὲν ἤ­θελα νὰ τὸν ντροπιάσω τὸν πῆρα ἰδιαιτέρως. ―Θέλω νὰ μοῦ πῇς εἰλικρι­νῶς· ―Παντρεύεσαι πρώτη φορά; ―Ναί, βέβαια. ―Ἐννοεῖς πρώ­­τη φορὰ μὲ στεφάνι. Δὲ μοῦ λές, πόσες γυ­ναῖ­κες πάνω – κάτω ἔχεις παντρευτῆ μέχρι τώρα μὲ τὸ γαϊδουρινὸ «γάμο»; Ζορίστηκε, κοκκίνισε, τέλος λέει· ―Ξέρω κ᾽ ἐγώ; 15, 20, 30… ―Μπρά­βο, λέω· καὶ μοῦ ᾽ρχεσαι τώρα νὰ σὲ στεφανώσω; Ἡ Ἐκκλησία στεφανώνει ἐκεῖ­νον ποὺ εἶνε καθαρὸς καὶ γνωρίζει πρώτη φο­ρὰ τὴ γυναῖκα, καὶ τὴ λαχταράει μετὰ μέχρι τὸ θάνα­το. Ὅταν ἕνας ἔχῃ μπουχτίσει τὶς γυναῖ­κες, πῶς ν᾽ ἀγαπήσῃ; Γι᾽ αὐτὸ ἔχουμε τόσα διαζύγια.
Ὅταν λοιπὸν λέμε γάμο, ἐννοοῦμε τὸν πρῶ­το, τὸν πραγματικό, ὄχι τὸν ἄλλο τὸν ψεύτικο. Μὰ ἔχει σημασία; θὰ πῇς. Μεγάλη σημασία, ἀ­γαπητέ μου. Ὑπόθεσε ὅτι ἔχουμε δύο ποτά­μια, κοντὰ τὸ ἕνα στὸ ἄλλο. Τὸ ἕνα ἔ­χει νερὸ κρύσταλλο· πίνεις καὶ δροσίζεσαι. Στὸ ἄλλο ῥί­χνουν τὶς ἀκαθαρσίες καὶ τὰ λύματα. Σὲ ρω­τῶ· εἶνε καλὸ τὰ δύο ποτάμια νὰ τὰ σμίξουμε; Ὄχι βέβαια· διότι τότε τὸ καθαρὸ νερὸ θὰ χα­θῇ. Καὶ στὸ γάμο, ἂν ἡ κόρη εἶνε καθαρὴ καὶ τὴν πάρῃ ἕνας ἀκάθαρτος, τὴ λέρωσε κι αὐτήν.
Γονεῖς ποὺ ἔχετε κορίτσια, προσέξτε πολύ. Νὰ ἐξετάσετε τὸ παρελθὸν τοῦ γαμπροῦ· κι ἂν μάθετε ὅτι εἶχε σχέσι μὲ ἄλλες γυναῖ­κες, μὴν τοῦ δώσετε τὸ κορίτσι σας, διότι θὰ γίνῃ δυστυχισμένο· ἂς εἶνε πλούσιος, ἐπιστή­μονας, γιατρός, δικηγόρος, ὅ,τι καὶ νά ᾽νε. Σ᾽ ἕνα χωριὸ τῶν Πρεσπῶν ἦταν ἕνα καλὸ κορίτσι. Ἀγάπησε ἕνα τσοπᾶνο, καὶ τὴν ἀγάπησε κι αὐτός. Καθαροὶ καὶ οἱ δύο, μὲ ἁγνὸ ἔ­ρωτα. Ἀλλὰ νά καὶ φτάνει ἀ­εροπορικῶς ἀπ᾽ τὸ Σικά­γο ἕνας Ἀμερικᾶνος. Ντυμένος ἄψογα, μὲ γρα­βάτα κ.τ.λ., ἦρθε μὲ αὐτοκίνητο. Θάμπωσε τὸν πατέρα καὶ τὴ μάνα, καὶ τί κάνουν· διώχνουν τὸν τσοπᾶνο καὶ παίρνουν τὸν Ἀμερι­κᾶνο. Τὸ χωριὸ καλοτύχιζε· Μπράβο ἡ Μαρία πῆρε πλούσιο, θὰ ζήσῃ καλά. Τί, τὸν τσοπᾶνο τώρα;… Ἔτσι ὁ τσοπᾶνος περιφρονήθηκε. Στὸν πατέρα ἐγὼ εἶπα ἰδιαιτέρως· ―Κοίταξε καλά, ὁ Ἀμερικᾶνος δὲ μοῦ φαίνεται καλός. ―Ὄχι, δεσπότη, τί εἶν᾽ αὐτὰ ποὺ λές; εἶνε εὐ­γενικὸ παιδί, μιλάει καλά, ξέρει ἀγγλικά· ἔπειτα, μὲ τὰ λεφτὰ ποὺ ἔχει, θὰ ζήσῃ ἡ κόρη μας καλά… Ἀφοῦ πέρασαν ἕνα – δυὸ μῆνες, φτάνει τηλεγράφημα ἀπ᾽ τὸ Σικάγο· «Πατέρα, ἔλα νὰ μὲ πάρῃς, κινδυνεύω…». Ὅπως ἐξακριβώ­θηκε, ὁ κύριος αὐτὸς εἶχε ζήσει βίον καὶ πολιτείαν μὲ γυναῖκες Ἀμερικᾶνες καὶ Πορτογαλέζες. Πῶς αὐτὸς νὰ κάνῃ οἰκογένεια;
Γι᾽ αὐτὸ κ᾽ ἐμεῖς οἱ κληρικοὶ δὲν πρέπει νὰ δίνουμε ἄδεια γάμου χωρὶς ἔρευνα· γιὰ νὰ λέμε ἀλήθεια καὶ νὰ μὴ γινώμεθα θεομπαῖ­χτες καὶ λέμε ψέματα μέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ πρῶτος γάμος εἶνε χρυσάφι, οἱ ἄλλοι εἶνε ψεύτικα νομίσματα.
 Καὶ γιὰ νὰ εἴμεθα δίκαιοι, αὐτὰ ποὺ εἴπαμε γιὰ τὸν ἄντρα, ἰσχύουν καὶ γιὰ τὴ γυναῖκα. Κ᾽ ἐσὺ ὁ νέος ποὺ πρόκειται νὰ παντρευτῇς, πρόσεξε καλά. Ἂν αὐτὴ ἡ κοπέλλα γυρίζῃ δεξιὰ κι ἀριστερὰ μὲ τ᾽ αὐτοκίνητα κ᾽ ἔχῃ σχέσι μὲ ἄλλους ἄντρες, ἂν βάφεται κ᾽ ἐπιδεικνύεται, μὴ τὴν πάρῃς· θὰ κλάψῃς πικρά.
Αὐτὰ εἶνε μερικὲς σκέψεις ἐπάνω στὸ ῥητὸ «καὶ αὕτη ἦν χήρα».

* * *

Ἡ γυναίκα τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου δὲν γνώρισε, ἀγαπητοί μου, ἄλλον ἄντρα. Ἔμεινε πιστὴ στὴ μνήμη τοῦ συζύγου της. Πέθανε ἐ­κεῖνος; δὲν ἀποφάσισε νὰ πάρῃ ἄλλον.
―Τί εἶν᾽ αὐτὰ ποὺ μᾶς λὲς τώρα; θὰ πῆτε. Ἂν δὲν θέλετε ν᾽ ἀκούσετε ἐμένα, τότε πηγαίνετε στὸ δάσος νὰ σᾶς διδάξῃ ἕνα πουλί – δὲν τὸ λέω ἐγώ, τὸ λέει ὁ Μέγας Βασίλειος. Ποιό πουλί; Τὸ τρυγόνι. Εἶνε πιστὸ στὸ ταίρι του. Σκότωσε ὁ κυνηγὸς τὸ ἀρσενικό; τὸ θηλυκὸ δὲ ζευγαρώνει μὲ ἄλλο· σκοτώθηκε τὸ θηλυκό; τὸ ἀρσενικὸ δὲν πάει μὲ ἄλλο· μόνο ἀλλάζει πλέον φωνὴ καὶ τραγουδάει λυπητερὰ ὅσο ζήσῃ. Κ᾽ ἐσένα, πέθανε ἡ γυναίκα σου; μὴ ζητᾷς ἄλλη· πέθανε ὁ ἄντρας σου; μὴ ζητᾷς ἄλλον.
Ἡ χήρα τοῦ εὐαγγελίου θὰ σκέφτηκε γιὰ τὸ μονάκριβο παιδί της· Ἂν πάρω ἄλλον ἄν­τρα, πῶς θὰ τὸν δῇ τὸ παιδί μου;… Δυστυχισμένα τὰ παιδιὰ ποὺ μπῆκε στὸ σπίτι πατρυιός! Μέσα στοὺς ἑκατὸ πατρυιοὺς ἕναν θὰ βρῇς ν᾽ ἀγαπάῃ τὰ παιδιὰ τῆς γυναίκας του ὅπως τὰ δικά του. Καὶ δυστυχισμένα τὰ παιδιὰ ποὺ ἔχουν μητρυιά· μέσα στὶς χίλιες, μητρυιὲς μία θὰ βρῇς ν᾽ ἀγαπήσῃ τὰ παιδιὰ τοῦ ἀντρός της – ἡ μάνα δὲν ἀντικαθίσταται. Βιβλίο ὁλόκληρο θὰ μποροῦσε νὰ γραφῇ γιὰ τὰ βάσανα ποὺ περνοῦν παιδιὰ σὲ χέρια μητρυιῶν. Γι᾽ αὐτὸ μυαλωμένος ἄντρας μὲ παιδιὰ δὲν παίρνει ἄλλη γυναῖκα, καὶ μυαλωμένη γυναίκα μὲ παιδιὰ δὲν παίρνει ἄλλον ἄντρα.
Ἔτσι σκέφτηκε ἡ χήρα τοῦ σημερινοῦ εὐ­αγγελίου καὶ γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὶς θυσίες της ὁ Χριστὸς ἀνέστησε τὸ παιδί της.
«Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν», λέμε στὸ ἑνδέκατο ἄρθρο τοῦ «Πιστεύω»· περιμένω ν᾽ ἀναστηθῶ. Αὐτὴ εἶνε ἡ πίστι μας. Ὁ ὕπνος εἶνε ἕνας μικρὸς θάνατος καὶ ὁ θάνατος ἕνας μεγάλος ὕπνος, ὅπως εἶπε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός. Γι᾽ αὐτὸ μὴν κλαῖμε τοὺς νεκρούς. Κοιμῶνται. Μιὰ μέρα θὰ ξυπνήσουν, κ᾽ ἐκεῖ στοὺς οὐρανούς, μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς ἀγγέλους, θὰ εἴμεθα ὅλοι μία οἰκογένεια, ἕνας λαός, μία βασιλεία, ἕνας παράδεισος, στὸν ὁποῖο θὰ δοξάζουμε Πατέρα, Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου ἡ ὁποία ἔγινε στον ἱερό ναὸ τoυ Ἁγιου Χριστοφόρου στον Ἁγιο Χριστοφόρου – Ἑορδαίας 7-10-1973)

ΑΓΑΠΗ – ΜΙΣΟΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Σεπ 28th, 2012 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Β΄ Λουκᾶ (Λουκ. 6,31-36)

ΑΓΑΠΗ – ΜΙΣΟΣ

«Πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν…» (Λουκ. 6,35)

Ο ἄνθρωπος, ἀγαπητοί μου, εἶνε ὑψίστη ἀ­ξία, ἡ κορωνίδα τῆς θείας δημιουργίας. Ἔχει ἕ­να μεγαλεῖο ἀπερίγραπτο. Εἶνε σύνθετος ἀ­πὸ ὕλη καὶ πνεῦμα. Ὕλη εἶνε τὸ σῶμα, ποὺ ὅ­σο κι ἂν τὸ φροντίσουμε, ἐπειδὴ ἀποτελεῖται ἀπὸ στοιχεῖα φθαρτά, θὰ ἔρθῃ μία ὥρα ποὺ θὰ καταστραφῇ καὶ τὸ τέλος του θὰ εἶνε ὁ τά­φος. Ἀλλ᾽ ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶνε μόνο σῶμα, κόκκα­λα, σάρκες, νεῦρα, στομάχι καὶ κοιλιά, δὲν εἶνε μόνο ὕλη. Μέσα σ᾽ αὐτὸ τὸ «ὀ­στράκινον σκεῦος» (Β΄ Κορ. 4,7), σ᾽ αὐτὴ τὴν πήλινη γλάστρα, ὑπάρχει ἕνα οὐράνιο ἄνθος, κατοικεῖ ἄγγελος, ἡ ἔξοχη ἀόρατη καὶ ἀθάνατη οὐσία ποὺ ὀνομάζεται ψυχή.
―Ψυχή! θὰ πῇ κάποιος. Στὸν αἰῶνα τῶν πυραύλων, ἔρχεσαι σὺ νὰ μιλήσῃς γιὰ ψυχή;…
Ὅσο εἶσαι βέβαιος ὅτι ἔ­χεις σῶμα, ἄλλο τόσο καὶ περισσότερο, ἑκα­τὸ τοῖς ἑκατὸ βέβαιος νὰ εἶσαι, ὅτι ὑπάρχει ψυχή. Ποιός τὸ λέει; Οἱ φιλόσοφοι τῆς πατρίδος μας, ἡ ἐπιστήμη μὲ τοὺς πιὸ ἐκλεκτοὺς ἐκπροσώπους της. Παραπά­νω ὅμως ἀπὸ αὐτοὺς γιὰ μᾶς τοὺς Χριστιανοὺς βαρύνει ὄχι ὅτι τὸ εἶπε ὁ Πλάτων ἢ ὁ Ἀ­ριστοτέλης ἢ ὁ ἄλφα ἢ ὁ βῆτα ἐπιστήμων, ἀλλ᾽ ὅτι τὸ εἶπε ὁ Χριστός. Γιατὶ ὅλοι μπορεῖ νὰ ψεύδωνται, ἀλλὰ οἱ αἰῶνες ἀπέδειξαν ὅτι ἕνας δὲν ψεύδεται καὶ δὲν ἀπατᾷ, ὁ Χριστός. Εἶπε λοιπὸν ὁ Χριστός· «Τί γὰρ ὠφελήσει ἄν­θρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζη­μιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» (Μᾶρκ. 8,36-37).
Εἶνε βέβαιο ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει σῶ­μα καὶ ψυχή. Κι ὅταν αὐτὰ βρίσκων­ται σὲ ἁρ­μονία, τό­τε ἔχουμε τὸν ὑγιῆ ἄν­θρωπο. Ἀλ­λ᾽ ἡ ἁμαρτία διετάραξε τὴν ἁρμονία σώματος καὶ ψυ­χῆς, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶνε ἡ ἀσθένεια καὶ ὁ θάνατος. Ὅπως ψάλλουμε στὸν Παρακλητικὸ Κανόνα, «ἀπὸ τῶν πολλῶν μου ἁμαρτιῶν ἀσθε­νεῖ τὸ σῶμα, ἀ­σθενεῖ μου καὶ ἡ ψυχή» (μεγαλυν.).
Γιὰ τὶς ἀ­σθένειες τοῦ σώματος τρέχουμε σὲ γιατροὺς καὶ νοσοκομεῖα, ὑποβαλλόμεθα σὲ ἐξετάσεις καὶ αὐστηρὲς δίαιτες, ταξιδεύου­με στὸ ἐξωτερικό, δαπανοῦμε τεράστια ποσά. Καλῶς πράττουμε. Δὲν θά ᾽πρεπε ὅμως ἐξ ἴ­σου τοὐλάχιστον νὰ φροντίζουμε γιὰ τὴ θερα­πεία τῆς ψυχῆς; Διότι κι αὐτὴ ἔχει ἀσθένειες.
Καὶ ἔρχομαι τώρα νὰ σᾶς δείξω μία ἀ­σθένεια ψυχική, ποὺ τ᾽ ἀ­πο­τελέσματά της εἶνε τρα­γικά. Ποιά εἶνε αὐ­τὴ ἡ ἀσθένεια, ποιός εἶ­νε ὁ γιατρός, καὶ ποιό τὸ φάρμακο; Ἡ ἀσθένεια ὀνομάζεται μῖσος – ἔχθρα, ὁ γιατρὸς εἶνε ὁ Χριστός, καὶ τὸ φάρμακο θὰ τὸ δοῦμε στὸ τέλος. Ἀσθένεια λοιπὸν τὸ μῖσος.

* * *

―Ἐγώ, θὰ πῇ κάποιος, δὲν ἔχω στὴν καρδιά μου μῖσος, ἔχω ἀγάπη· ἐγὼ ἀγαπῶ.
Στὸ σημεῖο αὐτὸ χρειάζεται νὰ δώσουμε μία ἐξή­γησι. Γιὰ ποιά ἀγάπη μιλᾶμε; Ποιά εἶνε ἡ ἀ­γάπη ποὺ πρέπει νὰ ἔχουμε, ὅπως τὴν θέλει τὸ σημερι­νὸ εὐαγγέλιο; Τὸν βλέπεις ἐκεῖνο τὸ νεαρὸ μὲ τὰ μακριὰ μαλλιά; Δὲν τὸν κατακρίνω· εἶνε θῦμα τῆς κοινωνίας. Ὅπως πάνω στὴν κοπριὰ φυτρώνουν μανιτάρια, ἔτσι ἀπὸ τὴν ἀκαθαρσία τῆς κοινωνίας αὐτῆς γεννιῶν­ται τὰ παιδιὰ αὐτά, ποὺ ἔχουν στὸ στόμα τὴ λέ­ξι «ἀγάπη». Ποιά ἀγάπη ἐννοοῦν; Μόνο τὴ σαρκική, τὸν αἰ­σχρὸ ἔρωτα. Τὸ λεξιλόγιό τους εἶνε τὸ λεξι­λόγιο τοῦ κινηματογράφου, τῆς τηλε­οράσεως, τῆς ἐλαφρᾶς λογοτεχνίας. Ὅταν λένε «ἀγάπη», ἐννοοῦν ἕνα μόνο εἶδος ἀγάπης, τὸ κατώ­τερο· ἐννοοῦν τὸν ἔρωτα τῶν σω­μάτων, τῆς ἐπιδερμίδος, ποὺ μόνο μέσα στὴ νό­μιμη συζυγία ἁγιάζεται. Ἐν ἀντιθέσει μὲ τὸν εὐλογημένο γάμο ἡ ἄθεσμη αὐτὴ «ἀγάπη» συχνὰ ποῦ καταλήγει; Στὸ βιτριόλι, στὸν πυροβολισμό, στὴν αὐτοκτονία, σ᾽ αὐτὰ μὲ τὰ ὁ­ποῖα ἀ­σχολεῖται ἡ ἀστυνομία καὶ τὰ δικαστήρια. Συνεπῶς, θὰ εἶσαι πολὺ ἀνόητη, ἐσὺ ἡ νέα, καὶ πολὺ ἀνόητος, ἐσὺ ὁ νέος, ἂν περι­ορί­σε­τε τὴν ἔννοια τῆς ἀγάπης στὸν αἰσχρὸ ἔρω­τα. Θὰ κλάψετε πολύ. Τὰ λόγια, ποὺ τώρα σὰν ζαχαρωτὰ τρέχουν ἀπὸ τὰ χείλη σας, θὰ μεταβληθοῦν σὲ ὕ­βρεις καὶ ἐκδίκησι. Δὲν ἐννοεῖ αὐτὸ τὸ πρᾶ­γμα τὸ εὐαγγέλιο ὅταν μιλάει περὶ ἀγάπης.
Κάποιος ἄλλος μιλάει καλύτερα, ἔχει ἀ­νε­βῆ μερικὲς βαθμῖδες στὴν κλίμακα τῆς ἀγάπης. Ἐ­γώ, λέει, ἀγαπῶ τὴ γυναῖκα καὶ τὰ παι­διά μου, ἀ­γα­πῶ τοὺς συγγενεῖς καὶ φίλους. Αὐ­τὸς ἐκ­φράζεται ὑψηλότερα. Εἶνε τίμιος οἰκογενειάρ­χης, ἐργα­τικός· κοπιάζει, ἱδρώνει, καὶ τὰ χρήματά του πηγαίνουν στὸ σπίτι του. Εἶνε ἄνθρω­πος ἀξιό­λογος. ―Μπορεῖς νὰ πῇς, ὅτι αὐτὸς δὲν ἔ­χει ἀ­γάπη; τί ἄλλο θέλεις; θὰ μοῦ πῆτε. Ἐγώ; Τί εἶμαι ἐγὼ νὰ θέλω; Κάποιος ἄλλος θέλει, κάποιος ἄλλος ζητάει ν᾽ ἀνεβοῦμε ὑ­ψη­λό­τερα. Ἂν μείνουμε στὸ ἐπίπεδο αὐτό, δὲν εἴ­μα­στε Χριστιανοί. Ἐμπρὸς μάρς, βαδίζετε, ἀ­νε­βαίνε­τε! Ἀφῆστε τὸ πρῶτο σκαλὶ τῆς σαρκι­­κῆς ἀ­γάπης, προχωρῆστε στὸ δεύτερο σκαλὶ τῆς ἀγάπης τῆς οἰκογενείας, τῆς κοινωνίας καὶ τῆς πατρίδος. Μὴ μείνετε ὅμως ἐκεῖ. Πετάξτε ψηλότερα. Διότι καὶ ἡ ἀγάπη αὐτὴ εἶνε μικρή. Τὸ ν᾽ ἀγαπᾷς τοὺς δικούς σου εἶνε μιὰ ἀ­γάπη φυσική. Τέτοια ἀγάπη ἔχουν καὶ οἱ ἄλλοι ἄν­θρω­ποι· καὶ οἱ Τοῦρκοι, καὶ οἱ βουδδισταί, καὶ οἱ βραχμᾶ­νοι, καὶ οἱ Γιαπωνέζοι, καὶ οἱ ῾Ρῶσοι, καὶ οἱ Ἀ­μερικᾶνοι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄγριοι στὴ ζούγ­κλα. Ἀλλὰ τί λέω; καὶ τὰ θηρία ἔχουν τέτοια ἀγάπη. Δὲν πᾷς στὸ λιοντάρι νὰ πειράξῃς τὸ λιονταράκι του; Σ᾽ ἔφαγε. Δὲν πᾷς στὰ ἀπόκρημνα ὄρη ὅπου ὁ ἀετὸς ἔχει τὴ φωλιά του; δὲν κάνεις τὸν κόπο νὰ πλησιάσῃς καὶ νὰ πειράξῃς τὰ παιδιά του, τὰ ἀετόπουλα; Στούκας θὰ γίνῃ καὶ θὰ πέσῃ πάνω σου.
Τέτοια ἀγάπη λοιπὸν εἶνε φυσικὴ καὶ συναν­τᾶται σὲ ὅλη τὴ ζῳολογικὴ κλίμακα. Ὑπάρ­χει ὅμως καὶ μιὰ ἀγάπη ἀνώτερη. Πῶς ν᾽ ἀνεβοῦ­με σ᾽ αὐτήν; Ὑπάρχει σκάλα; Ὑπάρχει. Ποιά εἶνε ἡ σκάλα; Ὁ σταυρός! Ἐκεῖ, στὸ σταυρό, εἶνε ἡ ἐσταυρωμένη Ἀγάπη.
Πάνω στὸ σταυρὸ ὁ Χριστός, μὲ τὸν ἀκάνθι­νο στέφανο στὸ μέτωπο, μὲ τὰ χείλη ξη­ρὰ ἀ­πὸ τὴ δίψα, πληγωμένος, καταδικασμένος εἰς θά­νατον, πικραμένος, ἀδικημένος ὅσο κανείς ἄλ­λος, τὸν ἀκοῦμε κάτι νὰ ψιθυρίζῃ πρὸς ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα αἰῶνες τώρα. Τί λέει; Ἀ­γα­πᾶτε! Ποιόν; Τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς γονεῖς, τὴ μάνα, τοὺς συγγενεῖς, τὸν κόσμο, τὴ φύσι, τὰ ζῷα, τὰ πάντα. Ἰδιαιτέρως ὅμως τοὺς ἐχθρούς σας! «Πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν…», λέει σήμερα στὸ εὐαγγέλιο (Λουκ. 6,35). Ἐκεῖνο τὸ «πλὴν» ξέρετε τί θὰ πῇ; Ὄχι ὅπως οἱ ἄλλοι, οἱ εἰδωλολάτρες κι ὁ ἄλλος κόσμος, ἀλλ᾽ ὅπως ἐγώ, ποὺ συγχώρησα τοὺς σταυρωτάς μου. Ἔτσι κ᾽ ἐσεῖς ἀγα­πῆ­στε τοὺς ἐχθρούς σας.
Τί λόγος εἶνε αὐτός, θὰ πῆτε, τί φάρμακο δυσάρεστο! Πῶς εἶνε δυνατόν, αὐτὸν ποὺ σκό­τωσε τὸν πατέρα μου, αὐτὸν ποὺ προσέβαλε τὴν τιμὴ τοῦ σπιτιοῦ μου, αὐτὸν ποὺ μοῦ πῆρε τὴ γυναῖκα μου, αὐτὸν ποὺ μὲ πῆγε στὰ δικαστήρια καὶ μ᾽ ἔρριξε στὶς φυλακὲς μὲ ψευδορ­κίες, αὐτὸν μοῦ λὲς νὰ ἀ­γαπῶ; Ὄχι, ὄχι! βγαίνει κραυγὴ ἀπ᾽ τὰ βάθη. Μ᾽ ἔκαψε, θὰ τὸν κάψω· ὁ θάνατός του ἡ ζωή μου! αὐτὸ εἶνε τὸ σύν­θημα. Ποιός τὸ λέει αὐτό, ὁ Χριστός; Ὄχι. Ὁ Χριστὸς λέει «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴ­δασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. 23,34). Ποιός τὸ φωνάζει; Ὁ σατανᾶς καὶ τὰ ὄργανά του· γιατὶ αὐτὸς «ἀν­θρωποκτόνος ἦν ἀπ᾽ ἀρχῆς» (Ἰωάν. 8,44) καὶ αὐ­τὸς σκορπίζει τὸ μῖσος στὴν ἀνθρωπότητα.
Τὸ μῖσος. Τί κερδίζει αὐτὸς ποὺ μισεῖ; Ὅ­ποιος ἐφαρμόζει τὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ «Ἀ­γαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν», αἰσθάνεται παράδεισο στὴν καρδιά του. Ὅποιος μισεῖ, δὲν κοιμᾶται τὴ νύχτα, σκορπιοὶ καὶ φίδια τὸν κεν­τᾶνε, δὲν ἡσυχάζει ἕως ὅτου ἐκδικηθῇ τὸν ἄλ­λο. Τὸ μῖσος εἶνε φωτιά. Ἀλλ᾽ ὅταν πιάσῃ κάπου φωτιά, δὲ ῥίχνεις πετρέλαιο οὔτε βενζίνη· φέρνεις πυροσβεστικὴ ἀντλία καὶ ῥίχνεις νερό· ἔτσι σβήνει. Φωτιὰ τοῦ διαβόλου λοι­πὸν εἶνε τὸ μῖσος. Μὴ ῥίχνεις πετρέλαιο καὶ βενζί­νη· τὸ μῖσος δὲ νικᾶται μὲ τὸ μῖσος, αὐξάνει, γιγαντώνεται, καταστρέφει τὰ πάντα. Τὸ μῖ­σος σβήνει μόνο μὲ τὸ ἀθάνατο νερό, τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ «Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν».

* * *

Ἀγαπητοί μου, κακὰ τὰ ψέματα· τὸ μικρόβιο τοῦ μίσους, καλλιεργούμενο ἀπὸ τὸ διάβο­λο, ἔχει μπῆ στὸ μεδούλλι τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἀ­γά­πη φυτοζωεῖ, τὸ μῖσος κυριαρχεῖ. Παντοῦ! Στὴν οἰκογένεια μισοῦν ἡ πεθερὰ τὴ νύφη, τὰ παιδιὰ τὸν πατέρα, ἡ γυναίκα τὸν ἄντρα. Στὸ χωριὸ μὲ τὰ δέκα σπίτια ἡ μία οἰκογένεια μισεῖ τὴν ἄλλη. Στὶς πολιτεῖες οἱ ἔμποροι καὶ ἐπιχειρηματίες μισοῦν τοὺς ἀνταγωνιστάς. Στὸ κράτος τὰ κόμματα χτυποῦν τὸ ἕνα τ᾽ ἄλ­λο. Καὶ στὴν ἀνθρωπότητα τὸ μῖσος τῶν μεγάλων κρατῶν γέννησε τὸν πρῶτο καὶ τὸ δεύ­τερο παγκόσμιο πόλεμο μὲ τόσα ἑκατομμύρια νεκρούς, καὶ αὐτὸ ―ἀλλοίμονο― θὰ φέ­ρῃ τὸν Ἁρμαγεδῶνα τῆς Ἀποκαλύψεως (16,16).
Πάνω ἀπὸ τοὺς τάφους τῶν θυμάτων καὶ τὰ ἐρείπια, ψηλά, ψηλά, ὡς ἄστρο καὶ μοναδι­κὴ ἐλπίδα τοῦ κόσμου εἶνε ὁ Ἐσταυρωμένος, ποὺ μᾶς φωνάζει· «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (Ἰωάν. 15,12), «Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν».

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου ἡ ὁποία ἔγινε στον ἱερό ναὸ της Ἁγίας Σκέπης Πτολεμαΐδος 30-9-1973)

H EYΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Σεπ 12th, 2012 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

 

Κυριακὴ Α΄ Λουκᾶ (Λουκ. 5,1-11)

H EYΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Η θρησκεία, ἀγαπητοί μου, δὲν εἶνε κάτι χθεσινό. Εἶνε φαινόμενο ἀρχέγο­νο· ἅμα ἄνθρωπος – ἅμα θρησκεία, μόλις παρουσιάστηκε ὁ ἄνθρωπος ἀμέσως σημειώθηκαν δεί­γματα θρησκευτικότητος. Εἶνε φαι­νόμενο καθο­λικό, παγκόσμιο. Ὅ­που κι ἂν πᾷς στὸν πλανή­τη μας, στὸ Βόρειο Πόλο στὴ Νέα Ὑόρκη στὴ διακε­καυμένη ζώνη στὶς Ἰνδίες στὴν Ἰ­α­πω­νία στὴ Σι­βηρία, παντοῦ συναντοῦ­με τὰ ἴ­χνη τῆς θρη­σκείας. Καὶ οἱ ἄγριοι ἀκόμη κάτι πι­στεύ­ουν, καὶ μάλιστα βαθειά. Ἡ θρησκεία δὲ μπῆ­κε στὴ ζωή μας ἀπ’ ἔξω, ὅπως λένε οἱ ἄθεοι· δὲν εἶνε ἐπίκτητη. Εἶνε ἔμ­φυτη. Τί θὰ πῇ ἔμφυτη· ἔτσι πλάστηκε ὁ ἄνθρωπος. Ὅπως ἡ μάνα ἔ­χει ἔμφυτη τὴ στοργή, ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ τὴ θρη­σκεία. Ποιός δίδαξε τὴ μάνα ν’ ἀγαπᾷ τὸ παιδί της; Καὶ χίλιες διαταγὲς νὰ τῆς ἐπιβάλουν νὰ πάψῃ ν’ ἀγαπᾷ τὸ παιδί της, τίποτα δὲ θὰ κάνουν. Δὲν ξεῤῥιζώνεται τὸ αἴσθημα αὐτό. Ἔτσι καὶ ἀ­πὸ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου καμμία δύναμις δὲν μπορεῖ νὰ ξεῤῥιζώσῃ τὴ θρησκεία.
Πολλὲς εἶνε οἱ θρησκεῖες, παλαιὲς καὶ νέες. Ἂν μὲ ρωτήσετε ὅμως ποιά ἀπ᾽ ὅλες εἶνε ἀληθινή, θὰ σᾶς ἀπαντήσω ―κι ἂν δὲν ἀπαν­τή­σω ἐγὼ θ᾽ ἀπαντήσουν τὰ ἄστρα, τὰ ποτάμια, τὰ δέντρα, οἱ πέτρες, οἱ τάφοι, οἱ νεκροὶ κι ὁ ᾅδης ἀκόμα―, ὅτι ἡ θρησκεία ἡ ἀληθινὴ εἶνε μία καὶ μόνο· ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ, ἡ χρι­στιανική, ὁ χριστιανισμός. Κι ὅσο διαφέρει τὸ διαμάντι ἀπὸ τὰ χαλίκια, τόσο διαφέρει ἡ πίστι μας ἀπ’ τ᾽ ἄλλα θρησκεύματα. Διαμάντι εἶνε ἡ θρησκεία μας. Εὐτυχὴς ὅποιος τὸ κατέ­χει στὴν καρδιά του, δυστυχὴς ὅποιος τὸ χάσῃ.
Καὶ εἶνε ἀληθινὴ ἡ θρησκεία μας γιατί; Διότι αὐτὸς ποὺ τὴν ἵδρυσε δὲν εἶνε ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος, κοινωνιολόγος ἢ φιλόσοφος ἢ ἐ­πι­στήμων, ἀλλὰ εἶνε – τί ; Κατὰ τὴν πίστι μας εἶνε Θεὸς καὶ ἄνθρωπος. Θεὸς ὁ Χριστός! Τὸ φωνάζει ἡ διδασκαλία του· μιὰ διδασκαλία ἄ­φθαστη. Πολλὰ θ᾽ ἀλλάξουν στὸν κόσμο· ἕνα θὰ μείνῃ ἀναλλοίωτο· τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ. «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λό­­γοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (Ματθ. 24,35). Θεὸς ὁ Χριστός· τὸ φωνάζει ἡ ἁγία του ζωή, ποὺ «ἐ­κάλυψεν οὐρανούς» (Ἀμβ. 3,3)· εἶνε ὁ μόνος ποὺ στάθηκε ἐν μέσῳ τῆς ἀνθρωπότη­τος καὶ εἶπε «Τίς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει με περὶ ἁ­μαρτί­ας;», ποιός μπορεῖ νὰ μὲ ἐ­λέγξῃ γιὰ κάποια ἁ­μαρτία; (Ἰωάν. 8,46). Εἶνε Θεός· τὸ φωνάζουν τὰ ἀναρί­θμη­τα θαύματά του, ποὺ ἔκανε κάνει καὶ θὰ κάνῃ μέ­χρι συν­τε­λείας τῶν αἰώνων.
Ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα ποὺ ἐγράφησαν στὸ Εὐ­αγγέλιο ἀκούσαμε σήμερα. Ποιό τὸ θαῦμα;

* * *

Λέει τὸ εὐαγγέλιο, ὅτι στοὺς ἁγίους Τόπους ὑπάρχει μιὰ λίμνη ποὺ λέγεται Γεννησα­ρέτ. Στὴν ὄχθη της ἐργάζονταν τέσσερις ψαρᾶ­δες· ὁ Ἰ­ωάννης, ὁ Ἰάκωβος, ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἀν­δρέας. Φτωχαδάκια ἦταν, μεροδούλι – μερο­φάϊ. Ἔ­παιρναν τὶς βάρκες, ἔβγαιναν τὴ νύχτα (τότε εἶνε ἡ κατάλληλη ὥρα), ἔρριχναν τὰ δίχτυα καὶ προσπαθοῦσαν νὰ πιάσουν ψάρια, νὰ τὰ πουλήσουν, γιὰ νὰ ζή­σουν αὐτοὶ καὶ οἱ οἰκογένειές τους. Ὅλη τὴ νύχτα ψάρευαν. Τί ἔπια­σαν; Τίποτε, οὔτε ἕνα ψάρι. Λυπημένοι καὶ κουρασμένοι γύρισαν. Ἔδεσαν τὶς βάρκες κι ἄρχισαν νὰ τακτο­ποιοῦν τὰ δίχτυα τους.
Τὴν ὥρα ἐκείνη νά κ’ ἔρχεται κοντά τους – ποιός; Ὁ Χριστός. Ὁ Χριστὸς εἶνε κοντὰ στοὺς ἐργατικοὺς ἀνθρώπους. Κανείς ἄλλος δὲν ἀ­γάπησε τοὺς ἐργάτες ὅπως αὐτός. Διότι καὶ ὁ ἴ­διος ὑπῆρξε ἐργάτης. Πτωχαδάκι ἦταν, τίποτα δὲν εἶχε. Πτωχὴ ἡ μητέρα του, πτωχὸς ὁ νομιζόμενος πατέρας του Ἰωσήφ. Ἀπὸ μικρᾶς ἡλικίας δούλεψε στὸ ἐργαστήριο· κρατοῦσε πριόνια καὶ σκεπάρνια καὶ ἔφτειαχνε πόρτες καὶ παράθυρα, καὶ ἔτσι ζοῦσαν. Ὅλοι κάποια στέγη ἔχουμε. Δὲν εἶνε κανεὶς ἄστεγος. Ὅταν ὅμως ρώτησαν κάποτε τὸ Χριστὸ ποῦ μένει, ἔδειξε τὰ ζῷα καὶ τὰ πουλιὰ καὶ εἶ­πε· «Οἱ ἀλεποῦδες καὶ τὰ πουλιὰ ἔχουν τὶς φωλιές τους, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔ­χει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. 8,20). Δὲν εἶ­χε οὔ­τε προσκέφαλο. Προσκέφαλό του ἔγινε ὁ ἀκάνθινος στέφανος στὸ σταυρό.
Ἀγαποῦσε λοιπὸν τοὺς ἐργατικούς. Διότι ἡ ἐργασία εἶνε ὁ πρῶτος νόμος ποὺ δόθηκε. Μέ­σα στὸν παράδεισο ὁ Θεὸς εἶπε στὸν Ἀ­δὰμ νὰ ἐργάζεται. Κι ὅταν πάλι τὸν ἔδιωξε ἀπ’ τὸν παράδεισο τοῦ εἶπε· Ἐν κόπῳ καὶ μόχθῳ καὶ «ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου» θὰ τρῶς «τὸν ἄρ­τον σου» (Γέν. 3,19). Ἀπὸ τότε ὅ,τι ὡραῖο ἔγινε στὸν κό­σμο, εἶ­νε κόπος καὶ ἀποτέλεσμα ἐρ­γασίας ποὺ κατέβαλαν γενεὲς γενεῶν. Ἂν ἔ­λειπε ἡ ἐργασία, ποιά θὰ ἦτο ἡ μορφὴ τοῦ κόσμου; Φαν­­ταστῆτε νὰ γκρεμιστοῦν τὰ σπίτια, τὰ γεφύρια, οἱ σιδηρόδρομοι, τὰ πάντα, καὶ ν᾽ ἀρχίσουμε πάλι ἀπ’ τὸ μηδέν. Γι’ αὐτὸ ἡ ἐργασία εἶνε εὐ­λογημένη. Τὸ νερὸ ποὺ τρέχει εἶνε καθαρό, τὸ νερὸ ποὺ μένει ἀκίνητο σκουληκιάζει· τὸ ὑνὶ τοῦ γεωργοῦ ποὺ δουλεύει μέσ᾽ στὴ γῆ ἀστράφτει, τὸ ὑνὶ ποὺ δὲ δουλεύει σκουριάζει· ἔτσι εἶνε κι ὁ ἄνθρωπος ὅταν δὲν ἐργάζεται. Διότι, ὅπως εἶπαν καὶ οἱ ἀρχαῖοι πρό­γονοί μας, «ἡ ἀργία εἶνε μήτηρ πάσης κακίας». Εὐλογημένα νὰ εἶνε τὰ χέ­ρια τῶν γεωργῶν ποὺ σκάβουν τὴ γῆ, εὐλο­γημένα τὰ χέρια τῶν βοσκῶν ποὺ ὁδηγοῦν τὰ πρόβατα στὴ βοσκή, εὐλογημένα τὰ χέρια τῶν ἐργατῶν κάθε τιμίας ἐργασίας, εὐλογημέ­νοι ὅλοι ὅσοι ἐργάζονται. Κι ὅποιος δὲ θέλει νὰ ἐργάζεται, «μηδὲ ἐσθιέτω», λέει ὁ ἀπόστολος Παῦ­λος· ὅποιος δὲ θέλει νὰ δουλεύῃ, δὲν πρέπει καὶ νὰ τρώῃ (Β΄ Θεσ. 3,10). Εἶνε τὸ ῥητὸ ποὺ πῆ­ραν οἱ μαρξισταὶ κ’ εἶνε γραμμένο ψηλὰ στὸ Κρεμλῖνο. Κλεμμένο εἶνε· ὅ,τι ὡραῖο, εἶνε κλεμμένο ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ.
Ἐργασία λοιπόν! Ἐργασία πότε; Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάβ­βατο. Ἀλλὰ ἦρθε ἡ Κυριακή, χτύπησε ἡ καμπάνα; Ὤ, τότε ἄλτ! Τὸ λέει ὁ οὐρανός. Νὰ σταματήσῃ κάθε ἐργασία. Καὶ νὰ κάνουν φτερὰ στὰ πόδια ὅλοι, ἄντρες γυναῖκες παιδιά, νὰ ᾽ρθοῦν στὴν ἐκκλησία. Νὰ σταθοῦν μὲ εὐλάβεια, νὰ κάνουν τὸ σταυρό τους, νὰ ποῦν ἕνα «Δόξα σοι, ὁ Θεός», ἕνα «Κύριε, ἐλέησον», «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. 18,13), καὶ «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (ἔ.ἀ. 23,42). Εἶνε δύσκολο; Ἂν σᾶς πῶ νὰ βαστάξετε ἕνα βουνὸ πάνω στὴν πλάτη σας, θὰ πῆτε «Ἀδύνατον». Ἂν σᾶς πῶ νὰ κρατήσετε ἕνα χαλικάκι, εἶνε πολὺ εὔκολο· καὶ ἕνα μικρὸ παιδάκι μπορεῖ. Ποιό εἶνε τὸ χαλικάκι, ποὺ μᾶς ζητάει ὁ Θεὸς νὰ σηκώσουμε; 168 ὧρες ἔχει ἡ ἑβδομάδα· ἀπὸ αὐτὲς ὁ Θεὸς ζητάει 1 ὥρα (τόσο διαρκεῖ ἡ θεία λειτουργία ἀπὸ τὸ «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία…», μέχρι τὸ «Δι’ εὐχῶν…». Ἔλα λοιπὸν μιὰ ὥρα στὴν ἐκκλησία, νὰ λατρέψῃς τὸ Θεό.
―Καὶ τί θὰ κερδίσω; κερδίζω τίποτα;…
Τί θὰ κερδίσῃς; Θὰ πάρῃς τὸ ἀντίδωρο, ποὺ εἶνε εὐλογία. «Εὐλογία Κυρίου καὶ ἔλεος ἔλ­θοι ἐφ᾽ ὑμᾶς» (θ. Λειτ.), σ’ ἐσένα καὶ στὸ σπίτι σου. Καὶ τί θὰ πῇ εὐλογία τὸ βλέπουμε σήμερα στὸ εὐ­­αγγέ­λιο. Ψάρεψαν οἱ μαθηταὶ τὴ νύ­χτα χω­ρὶς τὸ Χριστὸ καὶ δὲν ἔπιασαν τίποτα. Ὅ­ταν ὕστερα τοὺς εἶπε ὁ Χριστὸς νὰ ῥίξουν τὰ δίχτυα, παρὰ τὶς ἀντιρρήσεις ποὺ εἶ­χαν, εἶ­παν· Ἀφοῦ τὸ λὲς ἐσύ, θὰ ὑπακούσουμε. Καὶ μόλις ὑπήκουσαν, ὤ θαῦμα! γέμισαν τὰ δίχτυα ὥστε νὰ σχίζωνται καὶ τὰ πλοιάρια ὥστε νὰ βυ­θίζωνται. Γιατί; Γιατὶ τὰ εὐλόγησε ὁ Χριστός.
Ὅπως λοιπὸν τότε τὰ δίχτυα εἶχαν ἀνάγκη ἀπὸ εὐλογία τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι καὶ τώρα ἐμεῖς στὶς ἐργασίες μας ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ τὴν εὐ­λογία του. Δὲ θέλουμε νὰ τὸ παραδεχτοῦ­με καὶ λέμε· Ἔχω τὰ χέρια μου!… Ποιά χέρια σου, ἄνθρωπε; Μιὰ σταγόνα αἷμα νὰ πάῃ στὸν ἐγ­κέφαλο, παρέλυσε τὸ χέρι! Ἔχεις ἀνάγκη τὴν εὐλογία. Ὅσο κι ἂν σκάψῃς μὲ τρακτέρ, ὅσο κι ἂν σπείρῃς ἐκλεκτὸ σπόρο, ὅ­σο λίπασμα κι ἂν ῥίξῃς, ὅσους γεωπόνους κι ἂν φέ­ρῃς, ἂν δὲν εὐλογήσῃ ὁ Θεὸς χαμένος ὁ κόπος. Ἂν δὲ βρέξῃ ὁ οὐρανός ―κάθε σταγό­να βροχῆς λίρα ἐγγλέζικια εἶνε―, ἂν δὲ φυ­σήξῃ ἀεράκι, κι ἂν δὲ βγῇ ὁ ἥλιος μηδέν, τίποτα. Ἔχεις εὐ­λογία Θεοῦ; κ’ ἕνας σβῶλος γῆς – μιὰ γλάστρα χῶμα μπορεῖ νὰ σὲ ζήσῃ· δὲν ἔχῃς τὴν εὐλογία; τότε κ’ ἕνας κάμπος ὁλόκληρος δὲ μπορεῖ νὰ σὲ θρέψῃ. Θὰ σπέρνῃς καὶ δὲ θὰ θερίζης.
Ἔχει ἀνάγκη εὐλογίας ὁ γεωργός, ὁ βοσκός, ὁ τεχνίτης, ὁ ἐπιστήμων, κάθε ἄνθρωπος. Χωρὶς Θεὸ δὲ μποροῦμε νὰ ζήσουμε. Αὐτὴ εἶνε ἡ πιὸ μεγάλη ἀνάγκη μας. Ὅπως τὸ ψάρι δὲ μπορεῖ νὰ ζήσῃ ἔξω ἀπ’ τὴ θάλασσα, ἔτσι κι ὁ ἄνθρωπος εἶνε πλασμένος ἀπὸ τὸ Θεὸ κ’ ἔχει ἀνάγκη τὸ Θεό.

* * *

Νὰ πιστεύετε, ἀγαπητοί μου. Κλεῖστε τ’ αὐ­τιά σας στοὺς ἀθέους. Παραπάνω ἀπ’ ὅλα ἔ­χουμε ἀνάγ­κη ἀπὸ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ.
Μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι τὰ λόγια αὐτὰ θὰ βροῦν ἀπήχησι στὶς ψυχές σας, ὅπως ὁ Χριστὸς εὐ­λό­γησε τὰ δίχτυα τῶν ψαράδων, εὐ­λο­γῶ κ’ ἐ­γὼ ὡς ἐπίσκοπος τὰ σπίτια σας, τὶς ἐργασίες σας, τὰ σχολεῖα, τοὺς δασκάλους, τὶς ἀρχές, τὶς γυναῖ­κες καὶ τὰ παι­διά σας, εὐ­λογῶ τοὺς κάμ­πους καὶ τὰ βουνά· εὔχομαι πάντοτε στὸν τόπο σας νὰ ὑπάρχῃ ἡ εὐλογία τοῦ Χριστοῦ· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου ἡ ὁποία ἔγινε στον ἱερό ναὸ του Ἁγ. Μηνᾶ Ἐμπορίου – Ἑορδαίας 23-9-1984)

Περι αθανασιας της ψυχης

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Σεπ 4th, 2012 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωσιν (Μᾶρκ. 8,34 – 9,1)
16 Σεπτεμβρίου

ΠΕΡΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

«Τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυ­χὴν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» (Μᾶρκ. 8,36-37)

ΕΩΡΤΑΣΑΜΕ, ἀγαπητοί μου, τὴ μεγάλη ἑ­ορτὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ τιμίου Σταυροῦ. Καὶ σήμερα, Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωσι, διαβάζεται ἕνα εὐαγγέλιο σπουδαιότατο. Μέσα σ’ αὐτὸ ὑπάρχει ἕ­να ῥητό, ποὺ καὶ μόνο αὐτὸ φτάνει γιὰ νὰ σωθῇ κανείς· τέτοια δύναμι ἔ­χει. Ὅποιος τὸ ἐν­νοή­σῃ βαθειά, μαθαίνει τὴν ἀξία τῆς ψυχῆς του καὶ ποιός εἶνε ὁ προορισμός του.
Ποιό εἶνε τὸ ῥητό; Θὰ τὸ πῶ. Ἀλλὰ θὰ τὸ προσέξῃ κανείς; Τὸ ῥητὸ αὐτὸ λέει· «Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅ­λον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» (Μᾶρκ. 8,36-37). Περὶ ψυχῆς ὁμιλεῖ τὸ εὐ­αγγέλιο σήμερα. Περὶ ψυχῆς λοιπὸν θὰ μιλήσουμε κ’ ἐμεῖς ὅσο μποροῦμε ἁπλούστερα.

* * *

―Περὶ ψυχῆς; Ἄκου ἐκεῖ! Τώρα ποὺ προώ­­δευσε ἡ ἐπιστήμη καὶ φτάσαμε στὰ ἄστρα, ἐ­σὺ μᾶς λὲς παραμύθια; Τί ψυχὴ καὶ Θεός; Τώρα καὶ στὰ σχολειὰ διδάσκουν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν διαφέρει ἀπὸ τὸ ζῷο· ὅ­πως ψο­φάει τὸ ζῷο, ἔτσι τελειώνει κι ὁ ἄνθρωπος…
Αὐτὰ λένε τώρα. Δὲν εἴ­μα­στε πιὰ στὰ χρόνια ποὺ οἱ πρόγονοί μας, λόγου χάριν στὸν ἀ­λη­σμόνητο Πόντο, στὶς εὐχές τους ἔλεγαν «Κα­λὴ ψυχή, κα­λὸ πα­ράδεισο». Πᾶνε τώρα αὐτά. Τί ἔχουμε λοι­πὸν ν’ ἀπαντήσουμε σ᾽ αὐτούς;
Ἀπαντοῦμε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶνε διπλός, ὁ­ρατὸς καὶ ἀόρατος. Καὶ ὁρατὸς μὲν εἶνε ὡς πρὸς τὸ σῶμα. Τὸ σῶμα μας εἶνε ὑλικό. Εἶνε φτεια­γμένο ἀπὸ ὑλικὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως. Ἀπὸ αὐ­τὰ πῆρε ὁ Θεὸς καὶ τὸ δημιούργησε, σὰν ἕνα ἔ­ξοχο ἄγαλμα. Ἂν ἕνα σῶμα βάρους 65 κιλῶν τὸ πᾷς σ’ ἕνα χημεῖο καὶ τὸ ἀναλύ­σῃς, θὰ βρῇς ὅτι τὸ περισσότερο, τὰ 45 κιλά, εἶνε νε­ρό. Τὸ ἄλ­λο τί εἶνε; Εἶνε λῖπος, εἶνε ἄν­θρακας, εἶνε φωσ­φόρος, εἶνε μαγνήσιο, εἶ­νε ἀ­­σβέστιο, εἶνε καὶ λίγος σίδηρος. Αὐτὰ τὰ ὑλι­κὰ πῆρε ὁ Θεὸς καί, σὲ κατάλληλη ἀναλογία, ὅπως ὁ ζαχαροπλάστης κάνει ἕνα γλύκυσμα ἢ ἡ γυναίκα ζυμώνει στὴ σκά­φη καὶ κάνει ψωμί, ἔτσι ὁ μεγαλοδύναμος τὰ ζύμωσε καὶ δημιούργησε τὸ σῶμα ποὺ βλέπουμε. Ἀλλὰ τὸ σῶμα αὐτὸ εἶνε φθαρτό. Μὲ τὸ πέ­ρασμα τῶν ἐτῶν καταρρέει. Κάποτε ἔρχεται ἡ φοβερὰ ὥρα τοῦ θανάτου, καὶ τότε τὸ σῶ­μα θάβεται μέσα στὴ γῆ καὶ ὁ ἱε­ρεὺς λέει «Γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» (Γέν. 3,19).
Ὁρατὸ εἶνε τὸ σῶμα. Κανείς δὲν ἀμφιβάλλει ὅτι ὑπάρχει. Τὸ βλέπουμε, τὸ ἀγγίζουμε, τὸ ζοῦμε, τὸ χρησιμοποιοῦμε. Ἐὰν ὅ­μως παραδέχεσαι ὅτι ὑπάρχει σῶμα, πολὺ πε­ρισσότερο νὰ παραδέχεσαι ὅτι ὑπάρχει ψυχή.
―Μά, θὰ πῇς, τὸ σῶμα τὸ βλέπω, τὴν ψυχὴ δὲν τὴ βλέπω.
Ναί, ἡ ψυχὴ εἶνε ὁ ἀόρατος ἄνθρωπος. Αὐ­τὸ ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει. Πολ­λὰ πράγματα εἶνε ἀόρατα, ἀλλ’ ὑ­πάρχουν. Βλέπεις τὸν ἀέρα; Ὄχι. Τὸν αἰ­σθάνεσαι ὅμως· φυ­σάει, ξεῤῥιζώνει δέν­τρα, κάνει τρικυμία στὴ θάλασσα. Βλέπεις τὸν ἠλεκτρισμό; Ὄχι. Καὶ ὅ­μως δὲν πλησιάζεις τὸ σύρμα· ξέρεις ὅτι, ἂν τὸ ἀγγίξῃς, κά­ηκες. Ὅπως λοιπὸν ὁ ἠλεκτρισμὸς καὶ ὁ ἀέρας ὑπάρχουν, ἂν καὶ δὲν τοὺς βλέπεις, ἔτσι καὶ ἡ ψυχή· ὑπάρχει, καὶ ἡ ὕπαρξί της φανερώνεται ἀπὸ τὶς ἐνέργειές της. Ποιές ἐνέργειες ἔχει; Δύο – τρεῖς θὰ σᾶς πῶ.
Ἐκεῖνο ποὺ ἀποδεικνύει ὅτι ὑπάρχει ψυχὴ εἶνε πρῶτα-πρῶτα ἡ σκέψι μας. Ἡ σκέψι δὲν ζυγίζεται. Τὸ κορμὶ ἔχει βάρος, ἡ σκέψι δὲν ἔ­χει· εἶνε μέσα στὸ μυαλό. Εἶνε ὅμως πρα­­γμα­τική. Καὶ βλέπεις· εἶσαι ἐδῶ, καὶ μὲ τὴ σκέψι σου πετᾷς σὰν πύραυλος καὶ βρίσκεσαι στὴν Αὐστραλία ποὺ εἶνε ὁ συγγενής σου, στὴ Γερ­μανία ποὺ εἶνε ὁ φίλος σου, στὸ Βόρειο Πόλο, παντοῦ· φτάνεις στὰ οὐράνια, ἀγγίζεις τὰ ἄ­στρα τοῦ οὐρανοῦ μὲ τὴ σκέψι. Δὲν ὑπάρχει ταχύτερο μέσο. Ἡ σκέψι λοιπὸν ἀποδεικνύει, ὅτι μέσα μας ὑπάρχει κάτι τὸ ἀθάνατο. Καὶ μό­νο αὐτὴ φτάνει ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ὑπάρχει ψυχή.
Ἀλλὰ δὲν εἶνε μόνο ἡ σκέψι. Ὑπάρχει καὶ κά­τι ἄλλο μέσα μας ἐξ ἴσου πραγματικό. Ὁ ἄν­θρωπος ἔχει καὶ αἴσθημα. Θέλετε νὰ τὸ δῆτε; Νά· κάθεται κάποιος στὸ τραπέζι. Κ’ ἐνῷ ἔ­χει μπροστά του τὰ καλύτερα φαγητά, δὲν τ᾽ ἀγ­γίζει. Γιατί; Ἔφτασε τὴν ὥρα αὐτὴ ἕνα τηλε­γρά­φημα, ποὺ λέει ὅτι πέθανε ὁ πατέρας του. Αὐτὸ τοῦ ἔκοψε τὴν ὄρεξι· ἔχει αἴσθημα λύπης. Τί δείχνει αὐτό; Ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὸ σῶμα, ποὺ ἀ­ρέσκεται στὸ ὡραῖο φαγητό, ὑπάρχει καὶ κάτι ἄλλο διαφορετικό· αὐτὸ εἶνε ἡ ψυχή, ποὺ ἀ­διαφορεῖ γιὰ φαγητά. Ἡ σκέψι λοιπὸν καὶ τὸ αἴ­­σθη­μα ἀποδεικνύουν, ὅτι ὑπάρχει κ’ ἕνα ἄλ­λο ἀνώτερο καὶ πνευματικὸ συστατικό, ἡ ψυχή.
Μιὰ ἄλλη ἐπίσης ἐνέργεια εἶνε ἡ θέλησις. Νά· ἕνα πλοῖο μὲ χίλιους ἐπιβάτες ναυαγεῖ ξα­φνι­κὰ στὸν ὠκεανό. «Στὶς βάρκες!» διατάζει ὁ πλοίαρχος, καὶ μπαίνουν ὅλοι καὶ σῴζονται. Ἕ­­νας μόνο δὲν μπαίνει· ὁ ἴδιος ὁ καπετάνιος. Μένει στὸ πλοῖο. Κ’ ἐνῷ σῴζει τοὺς ἄλ­λους, ὁ ἴδιος μένει ἐκεῖ, στὴ γέφυρα, καὶ βυθί­ζεται μα­ζὶ μὲ τὸ πλοῖο! Ποιά εἶν’ αὐτὴ ἡ δύναμι, ποὺ τοῦ λέει «Κόντρα μὲ τὸ συμφέρον, κόν­­τρα μὲ τὸ ἔνστικτο τοῦ σώματος!»; Ἡ θέλησι τῆς ψυχῆς. Ἂν ἦταν ζῷο, θά ᾽κανε ἀλλιῶς· εἶνε ἄν­­θρωπος, κι ἀκούει μιὰ φωνὴ νὰ τοῦ λέῃ· Θὰ μείνῃς στὸ καθῆκον, κι ἂς πεθάνῃς. Αὐτὴ λέει καὶ στὸ γιατρό· Θὰ κάνῃς τὸ χρέος σου. Αὐτὴ λέει καὶ στὸ νοσοκόμο· Θὰ ἐκτελέσῃς στὸ λειτούρ­γημά σου. Αὐ­τὴ λέει καὶ στὸν ἱερέα· Θὰ μεί­νῃς στὴν ἀπο­στολή σου. Αὐτὴ λέει στὸν κάθε Χριστιανό· Μεῖνε πιστὸς μέχρι τέλους. Διάβαζα τὴν ἑξῆς ἱστορία. Στὸν Πόντο ἕνας Τοῦρκος κυνηγοῦ­σε μὲ μαχαίρι ἕνα Χριστιανό. Τὸν ἔπιασε καὶ τὸν ἀ­πειλοῦσε· Θὰ σὲ σφάξω· μόνο ἂν βλαστημή­σῃς τὸ Χριστὸ καὶ πατήσῃς τὸ σταυρὸ θὰ σ᾽ ἀ­­φήσω!… Μὰ αὐτὸς δὲν δείλιασε· προτίμησε τὸ θάνατο γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.
Τί δείχνουν αὐτά, ἡ σκέψι, τὸ αἴσθημα, ἡ δύ­ναμι τῆς θελήσεως, ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσε­ως; Ὅτι ὑπάρχει μέσα μας κάτι ἀθάνατο καὶ αἰώνιο, καὶ αὐτὸ ὀνομάζεται ψυχή. Ὑπάρχει ψυχή· τὸ μαρτυρεῖ ἡ σύστασί μας, ἡ αἴσθησι τῆς καρ­διᾶς μας. Ὑπάρχει ψυχή· τὸ μαρτυροῦν οἱ μάρ­τυ­ρες καὶ οἱ ἅγιοι, ποὺ θυσίασαν τὴ ζωή τους χάριν τῆς πίστεώς μας. Ὑπάρχει ψυχή· τὸ λένε μεγάλοι ἐπιστήμονες ποὺ ἔκαναν ἀνα­καλύψεις, ὄχι κάτι γιατρουδά­κια καὶ φοιτηταὶ ποὺ δὲν ξέρουν νὰ γράψουν τ’ ὄνομά τους. Ὑ­πάρχει ψυ­χή· τὸ φωνάζουν μεγάλοι φιλόσοφοι, ὅπως οἱ δικοί μας Σωκράτης, Πλάτων, Ἀριστοτέλης, κ.ἄ..
Ὑπάρχει ψυχή – δὲ σᾶς εἶ­πα τίποτα μέχρι τώρα. Κι ἂν ὅλες αὐτὲς οἱ μαρτυρίες ἔλειπαν, φτάνει μόνο μία. Ποιά εἶνε ἡ μαρτυρία αὐτή; Εἶνε ἡ μαρτυρία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός μας βεβαιώνει, ὅτι ὑπάρχει ψυχή. Καὶ μπορεῖ ὅ­λοι νὰ λένε ψέματα, ἀλλ’ αὐτὸς ποτέ. Πιστεύ­εις στὸ Χριστό; Ἐκεῖνος λέει σήμερα· «Τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;». Ὅπως ἔλεγε ἕνας ἱεροκήρυκας, φανταστῆ­τε μιὰ ζυγαριὰ κρεμασμένη πάνω ἀπὸ τὰ ἄστρα. Στὸν ἕνα δίσκο βάλτε ὅ,τι πολύτιμο ἔχει ὁ κόσμος· χρυσάφια, ἀσήμια, μαργαριτάρια… Καὶ στὸν ἄλλο δίσκο βάλτε – τί; Μιὰ ψυχή. Τὴν ψυ­χὴ ὄχι ἑνὸς βασιλιᾶ ἢ κυβερνήτου, ἀλλὰ τὴν ψυχὴ ἑνὸς φτωχοῦ, τοῦ πιὸ φτωχοῦ ζητιάνου. Ἔ, μόλις ἡ ψυχὴ ἀγγίξῃ μὲ τὰ φτερά της τὸ δίσκο, ἡ ζυγαριὰ θὰ κλίνῃ πρὸς τὸ μέρος της. Τέτοια ἀξία ἔχει ἡ ψυχή.

* * *

Ὁ κόσμος, ἀγαπητοί μου, δυστυχῶς φρον­τί­ζει μόνο γιὰ τὸ σῶμα· τρέχει σὲ γιατρούς, ξοδεύει περιουσίες γιὰ τὴν ὑγεία. Δὲ λέω, πρέ­πει νὰ ἐνδιαφερώμαστε γιὰ τὸ σῶ­μα· κι αὐ­τὸ τοῦ Θεοῦ εἶνε. Ἀλλὰ παραπάνω ἀπὸ τὸ σῶμα εἶνε ἡ ψυχή. Γιὰ τὴν ψυχή; Ἀ­διαφορία! Ὅπως ἐνδιαφέρεσαι γιὰ τὸ σῶμα, ἔτσι κι ἀκόμα περισ­σότερο γιὰ τὴν ψυχή. Γιατὶ μία καὶ μονάκρι­βη τὴν ἔχουμε, ἀλλοίμονό μας ἂν τὴ χάσουμε· θά ᾽νε μεγάλη ἡ εὐθύνη. Τὰ πιστεύετε αὐτά; εἶστε Χριστιανοί· δὲν τὰ πιστεύετε; δὲν εἶστε.
Μεγάλο, πολὺ μεγάλο πρᾶγμα ἡ ψυχή. Εἶνε ἀθάνατος καὶ αἰ­ωνία. Αὐτὴ δίνει ἀξία στὸν ἄν­θρωπο. Γι’ αὐτὸ νὰ τὴ φροντίζουμε. Ἦρθε Κυρι­ακή, χτυπᾷ ἡ καμπάνα; τρέξε στὴ λειτουργία ν’ ἀκούσῃς ἐκεῖ, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε «ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν» (εὐχ. κεφαλοκλ.). Ἦρθε τεσσαρακοστή; τρέξε νὰ κα­θαρί­σῃς τὴν ψυχὴ μὲ τὴν ἐξομολόγησι. Κι ὅπως τρέφεις τὸ σῶμα, τάϊζε καὶ τὴν ψυχὴ μὲ τὰ ἱε­ρὰ μυστήρια καὶ μὲ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Ποτέ μὴ λησμονεῖς ὅτι ὅλα εἶνε ματαιότης· ἕ­να μένει, ἡ ψυχή. Ὅσο εἶσαι βέβαιος ὅτι ὑπάρ­χει σῶμα, τόσο νὰ εἶσαι βέβαιος ὅτι ὑπάρχει ψυχὴ κι ὅτι μιὰ μέρα θὰ λογοδοτήσουμε γι’ αὐτήν.
Κρατῆστε τὴν πίστι τῶν πατέρων μας. Πιστεύ­ετε ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶνε μόνο ὑλικὸ ὄν, σάρκα· ἔχει καὶ ψυχὴ ἀθάνατη. Μὴ ξεχνᾶτε ποτέ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας «Τί δώσει ἄν­θρω­πος ἀν­τάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;». Καὶ εἴθε νὰ μᾶς ἀ­ξι­ώσῃ ὅλους ὁ Θεός, ὅταν ἔλθῃ τὸ τέλος, νὰ ποῦ­­με κ’ ἐμεῖς ὅπως ὁ λῃστής· «Μνήσθη­τί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42).

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου ἡ ὁποία ἔγινε στον ἱερό ναὸ της Κοιμήσεως Θεοτόκου Ἀντιγόνου – Ἀμυνταίου 17-9-1989)

ΜΑΣ ΑΓΑΠΑ Ο ΘΕΟΣ!

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Σεπ 3rd, 2012 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ πρὸ τῆς Ὑψώσεως (Ἰωάν. 3,13-17)

ΜΑΣ ΑΓΑΠΑ Ο ΘΕΟΣ!

«Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. 3,16)

Η ἁγία Γραφή, ἀγαπητοί μου, εἶνε ὁ βασιλεὺς τῶν βιβλίων. Ἀ­πὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τὸ τέλος, ὅλο τὸ περιεχόμενό της ἔχει ἀν­εκτίμητη ἀξία. Τὴν χαρακτήρισαν χρυσωρυχεῖο τοῦ Πνεύματος, ὅπου καὶ τὸ μικρότερο ἀ­κό­μα ψῆγμα εἶνε πολύτιμο. Ἄλλος πάλι τὴν ὠ­νόμασε οὐρανὸ πνευματικὸ μὲ μυριά­δες ἄ­στρα. Καὶ ὅπως στὸν οὐρανὸ μερικὰ ἀ­στέρια λάμπουν ἰδιαιτέρως, ἔτσι καὶ στὸν οὐρα­νὸ τῆς ἁγίας Γραφῆς μερικὰ ῥητὰ ξεχωρίζουν.
Ἕνα ῥητὸ τέτοιο εἶνε αὐτὸ ποὺ εἶπε σή­μερα ὁ Χριστός· «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογε­νῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀ­πόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. 3,16). Ἐπάνω στὸ ῥητὸ αὐτό, ποὺ ἐξαίρει τὴν ἀγά­πη τοῦ Θεοῦ, θὰ ποῦμε μερικὲς λέξεις.

* * *

Κάποιος βασιλιᾶς τοῦ ἀρχαίου κόσμου ρώ­τησε ἕνα σοφὸ «τί εἶνε ὁ Θεός;». Ζητῶ προθεσμία τρεῖς μέρες, εἶ­πε αὐτός, γιὰ ν’ ἀ­παντή­σω. Πέρασαν τρεῖς μέρες, παρουσιάζεται καὶ λέει· Ζη­τῶ ἄλλες τρεῖς μέρες. Πέρασαν κι αὐ­τές, καὶ πάλι λέει· Θέλω ἄλλες τρεῖς. Παραξενεύτηκε ὁ βα­σιλιᾶς. Ἄ, βασιλιᾶ, τοῦ λέει, τὸ ἐ­ρώτημα αὐτὸ δὲν εἶνε εὔκολο. Ὅσο μπορεῖ σ’ ἕνα ποτήρι νὰ χωρέσῃ ὁ ὠκεανός, ἄλλο τόσο μπορεῖ στὴ δι­άνοια τοῦ ἀν­θρώπου, καὶ τοῦ πιὸ σοφοῦ, νὰ χωρέ­σῃ τὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ.
Τί εἶνε Θεός; Στὸ ἐρώτημα αὐτό, ποὺ γιὰ τοὺς σοφοὺς τοῦ κόσμου ἔμεινε ἀναπάντητο, τὴν ἀπάντησι ἔδωσε ἡ ἁγία Γραφή. Ἀπαντᾷ μὲ τὸ στόμα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ θεολόγου· ἀπαντᾷ μὲ τρεῖς λέξεις. Διαβάστε τὶς ἐπιστολές του· ἐκεῖ θὰ δῆτε ὅτι ὁ ἀετὸς τῆς Πάτμου, αἰ­ρόμενος ὑ­πὲρ τὰ ἐγκόσμια, σὲ ὕψη ἀπροσ­πέ­λαστα τοῦ Πνεύματος, ἀπαντᾷ καὶ λέει· «Ὁ Θε­ὸς ἀγάπη ἐστίν» (Α´ Ἰωάν. 4,8), ὁ Θεὸς εἶνε ἀγάπη.
Ναί, ἀλλὰ ἔχουμε ἀποδείξεις; θὰ πῇ ὁ δύσ­πιστος. Ἀποδείξεις; Καμμία ἄλλη ἀλήθεια δὲν ἔχει τόσες ἀποδείξεις ὅσες ἡ ἀλήθεια αὐτή. Εἶνε ἀμέτρητες, σὰν τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου.
Ἀγαπᾷ ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο. Ἂν δὲν τὸν ἀ­­γαποῦσε, δὲν θὰ τὸν δημιουργοῦσε ὡς κορω­νίδα τῆς δημιουργίας του, καὶ δὲν θὰ τὸν ἐ­φωδίαζε μὲ ἀνεκτίμητες δωρεές. Τέτοια δωρεὰ εἶνε λ.χ. ἡ διάνοια. Μικρὸ δῶρο εἶνε ἡ δι­άνοια; Ἐὰν σήμερα φθάσαμε σ’ ἕνα ὕψος προ­όδου καὶ πολιτισμοῦ, αὐτὸ ὀφείλεται στὴ διά­νοια τοῦ ἀνθρώπου. Εἶνε κάτι μοναδικό, ἐξαί­ρετο, θαυμαστό. Ἐὰν ζυγίσῃς τὸν ἐγκέφαλο ἑ­νὸς πιθήκου καὶ τὸν συγκρίνῃς μὲ τὸν ἐγκέφαλο τοῦ ἀνθρώπου, δὲν ὑπάρχει μεγάλη δι­αφορὰ στὸ βάρος. Ἀλλὰ ὡς πρὸς τὴν διάνοια; Ὕψος. Κανένας πίθηκος δὲν ἔγινε μαθηματι­κὸς ἢ χημικὸς ἢ ἄλλος ἐπιστήμων· ὁ ἄνθρωπος ὅμως μὲ τὴν διάνοια ποῦ ἔφθασε! Μᾶς ἐ­φωδίασε ἀκόμη ὁ Θεὸς μὲ μνήμη καὶ φαν­τα­σία, μὲ συνείδησι καὶ ἐ­λευθερία τοῦ πνεύματος· ἀνεκ­τίμητα ἀγαθά, μὲ τὰ ὁποῖα ὁ μικρὸς ἄν­θρωπος φθάνει νὰ γί­νεται ἐπίγειος ἄγγελος.
Ἂν δὲν μᾶς ἀγαποῦσε ὁ Θεός, δὲν θὰ δημι­ουργοῦσε αὐτὴ τὴ μικρὴ σφαῖρα, ἐπάνω στὴν ὁποία βρισκόμεθα· θὰ μᾶς ἔῤῥιχνε πάνω σὲ ἄλλα ἀστέρια, ὅπου δὲν ὑπάρχουν τὰ μέσα ποὺ ἀπαιτεῖ μιὰ ὑγιεινὴ ζωή. Αὐτὴ ἡ γῆ εἶνε παλάτι. Ἕνας μεγάλος ἀστρονόμος, ποὺ ἐρεύ­νησε τὸν οὐρανό, λέει ὅτι ἡ γῆ αὐτή, ἐν συγ­κρίσει μὲ τοὺς ἄλλους πλανῆτες, εἶνε ὁ πα­ρά­δεισος τοῦ σύμπαντος. Σ’ αὐτὸ τὸν παράδεισο, ποὺ ἑτοιμάστηκε μὲ ἀγάπη καὶ σοφία καὶ παντοδυναμία, μᾶς ἔβαλε ὁ Θεός, ὅπως ἕνας πατέρας ποὺ φροντίζει νὰ ἔχῃ τὸ παιδί του τὴν πιὸ καλὴ κατοικία. Καὶ ὅπως μπαίνεις σ’ ἕ­­να παλάτι καὶ μένεις ἔκθαμβος μπροστὰ στὶς ὡραιότητες ποὺ ἔχει, ἔτσι κ’ ἐδῶ. Τί πρῶτο καὶ τί δεύτερο ν’ ἀναφέρουμε; Τὸν ἀέρα ποὺ ἀναπνέουμε, τὸ νερὸ ποὺ κυλάει στοὺς ποταμούς, τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου, τὰ λουλούδια στὴ φύσι, τοὺς καρποὺς τῶν δένδρων, τὰ στά­χυα τῶν ἀγρῶν, τὴ μέλισσα ποὺ ἑτοιμάζει γλυ­κύσματα σὰν ζαχαροπλάστης, τὰ πουλιὰ ποὺ κελαηδοῦν μὲ μουσικὴ Μπετόβεν, τὰ ἀρνάκια ποὺ παίζουν στὶς πεδιάδες;… Ὅλα αὐτά, ποὺ δὲν ὑπάρχουν σὲ ἄλλους πλανῆτες, τί εἶνε; Γι’ αὐτὸ εἶπα ὅτι, ἂν δὲν ἀγαποῦσε ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο, δὲν θὰ τὸν ἔβαζε ἐδῶ σ’ αὐτὸ τὸν παράδεισο. Μᾶς ἀγαπάει ὁ Θεός. Μιὰ σταγό­να νεροῦ ἀγάπη Θεοῦ εἶνε. Ἕνα ποτήρι νερὸ ποὺ πίνεις, ἕνα ψῆγμα χρυσοῦ ποὺ βρίσκεις, ἡ αὔρα, ὁ φλοῖσβος τῆς θαλάσσης, ὅ­λα, ἀγά­πη Θεοῦ εἶνε. Ἐπάνω σὲ ὅλα ―δὲν τὸ βλέ­πεις;― εἶνε γραμμένο· «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν».
Δὲν σᾶς εἶπα ὅμως ἀκόμα τίποτα. Τώρα ἐρ­χόμεθα στὸ μεγάλο δεῖγμα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἂν αὐτὸ δὲν τὸ καταλαβαίνουμε, δὲν εἴμαστε Χριστιανοί. Ὅλα ὅσα ἀνέφερα μέ­­χρι ἐδῶ, τὰ βλέπουμε. Χιλιάδες εἶνε οἱ ἀποδεί­ξεις ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπᾷ· ποιά εἶνε ὅμως ἡ πιὸ μεγάλη ἀπ᾿ ὅλες; Θεέ μου, φώτισε τὸ νοῦ μου καὶ τὸ νοῦ τῶν ἀκροατῶν μου, νὰ τὸ καταλά­βουμε. Ἡ μεγαλυτέρα ἀπόδειξις τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ εἶνε ὁ σταυρὸς τοῦ Κυρίου, τοῦ ὁ­ποίου τὸ μεγαλεῖο ἐγκωμιάζει σήμερα μὲ ἔξαρ­σι ὁ ἀπόστολος Παῦλος (βλ. Γαλ. 6,11-18, ἰδίως στ. 14).
Τὸ ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὰ ὕψη καὶ τὶς ἁ­ψῖδες τοῦ οὐρανοῦ κατέβηκε ἐδῶ στὴ γῆ ―δὲν εἶνε ψέμα, εἶνε ἀλήθεια― καὶ ἔγινε Υἱὸς ἀν­θρώπου· τὸ ὅτι ἔλαβε σάρκα ἀπὸ τὰ πάναγνα αἵματα τῆς ἀειπαρθένου Μαρίας· τὸ ὅτι ἀνεκλίθη ἐν μέσῳ ζῴων· τὸ ὅτι ἔζησε ὡς πτωχός, πτωχότατος· τὸ ὅτι ἐπὶ μία τριετία δὲν ἀναπαύθηκε, ἀλλὰ ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριὸ κι ἀπὸ βουνὸ σὲ βουνὸ περιώδευσε τὴ ἁγία γῆ· τὸ ὅτι δικάσθηκε ἀπὸ ἄνομα δικαστήρια· τὸ ὅτι σταυρώθηκε ἐν μέσῳ κακούργων· τὸ ὅτι ἐξέ­πνευσε ἐπὶ τοῦ σταυροῦ· ὅλα αὐτὰ εἶνε ἀγά­πη, ἡ μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρω­πο. Ἔτσι πάνω στὸ σταυρό, ὄχι μὲ μελάνι, ἀλλὰ μὲ τὸ τίμιο αἷμα του, ἔγραψε τὴν ἀλήθεια αὐτή. Ὅ,τι γράφεται μὲ μελάνι λησμονεῖται, ὅ,τι γράφεται μὲ αἷμα δὲν λησμονεῖται, μένει στὴν ἱστορία. Καὶ ὁ Χριστὸς ἐπάνω στὸ σταυρὸ μὲ τὸ αἷμα του ἔγραψε ὅτι «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν», ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπάει.
Αὐτὸ εἶνε τὸ μεγάλο τεκμήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Πῶς νὰ σᾶς τὸ ἐκφράσω, ἀδελφοί μου; πῶς νὰ σᾶς συγκινήσω; Βρίσκω τρία παραδείγματα, μὲ τὰ ὁποῖα καὶ θὰ τελειώσω. Πῶς παριστάνεται ἡ Ἐσταυρωμένη ἀγάπη;
⃝ Διάβασα σ’ ἕνα βιβλίο, ὅτι μιὰ μάνα βρέθηκε στὴ Σαχάρα μὲ παιδὶ στὴν ἀγκαλιά. Τὸ μικρὸ ἔπρεπε νὰ θηλάσῃ, ἀλλὰ στὴν ἔρημο ἐ­στείρευσαν καὶ οἱ μαστοὶ τῆς μητέρας. Καὶ τό­τε ἡ ἀγάπη της τί ἔκανε; Ἔσχισε μὲ τὰ δόντια τὶς φλέβες της καὶ πότισε μὲ τὸ αἷμα της τὸ παιδί. Μικρὰ εἰκόνα τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔδωσε τὸ αἷμα του γιὰ τὴ σωτηρία μας.
⃝ Τὸ δεύτερο παράδειγμα εἶνε ἀπὸ τὸν ἐ­πι­τάφιο θρῆνο. Ὁ ὑμνῳδὸς χρησιμοποιεῖ τὸ πα­ράδειγμα τοῦ πελεκάνου. Ὁ πελεκᾶνος, ὅταν τὸ φίδι δαγκάσῃ τὰ πουλιά του, σχίζει μὲ τὸ ῥάμφος τὸ στῆθος του, τὰ ποτίζει μὲ αἷμα ἀ­πὸ τὴν καρδιά του, καὶ σῴζονται. Ἔτσι καὶ ὁ Χριστός. «Ὥσπερ πελεκάν, τετρωμένος τὴν πλευράν σου, Λόγε, σοὺς θανόντας παῖδας ἐ­ζώωσας, ἐπιστάξας ζωτικοὺς αὐτοῖς κρουνούς», ψάλει ὁ ὑμνῳδός (ἐγκώμ. β΄ στ.).
⃝ Τὸ μέγα μυστήριο ἐκφράζει σήμερα τὸ εὐ­αγγέλιο μὲ ἕνα παράδειγμα ὄχι πλέον ἀπὸ τὴ φύσι ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἱστορία. Ὅταν δάγκωναν τοὺς Ἑβραίους τὰ φίδια στὴν ἔρημο, σώθηκαν, διότι ὁ Μωϋσῆς ὕψωσε ἐκεῖ τὸν τύπο τοῦ τιμίου σταυροῦ, ἕνα χάλκινο φίδι πάνω σ’ ἕνα ξύλο· ὅποιος ἐστρέφετο καὶ τὸ ἔβλεπε, ἐ­σῴ­ζετο ἀπὸ τὰ φίδια. Ἔτσι λοιπὸν καὶ ὅποιος πιστεύει στὸ Χριστό, εἴτε λευκὸς εἴτε μαῦρος εἴτε κίτρινος, ὅλοι ἀδιακρίτως, σῴζονται.

* * *

Ἀδελφοί μου! Θά ᾽πρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἕνα Χε­ρουβὶμ καὶ Σεραφίμ, ὁ εὐγνώμων λῃστής, ἕ­νας ἅγιος καὶ μάρτυρας, νὰ μιλήσουν γιὰ τὴν ἀ­γάπη τοῦ Χριστοῦ. Δὲν ὑπάρχει λύρα, δὲν ὑ­πάρχει ζωγράφος, δὲν ὑπάρχει ποιητής, ἄξιος νὰ ἐξάρῃ τὴν ἀγάπη τοῦ Ἐσταυρωμένου.
Πρὸ Χριστοῦ ἡ ἀγάπη ἦτο ἀσθενική. Οἱ Ἕλ­ληνες ἔλεγαν «Πᾶς μὴ Ἕλλην, βάρβαρος». Οἱ Ἑβραῖοι ἔλεγαν· «Ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ καὶ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος», «Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου καὶ μισήσεις τὸν ἐχθρόν σου» (Ματθ. 5,38,43). Ὁ Χριστὸς πλάτυνε τὴν ἀγάπη καὶ ἔκανε τὸ μικρὸ ῥυάκι ποταμό.
Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔχει μέτρο. Μέ­τρο της εἶνε ὁ σταυρός. Ἂν λοιπὸν μετρηθοῦ­με μὲ τὸ μέτρο αὐτό, ἡ ἀγά­πη μας βρίσκεται ἀσήμαντη. Λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος· Ὁ Χριστὸς ἄνοιξε τὶς φλέβες του καὶ ἔδωσε τὸ αἷμα του, κ’ ἐσὺ δὲν ἀνοίγεις οὔτε τὸ βαλάντιό σου νὰ βοηθήσῃς τὸν ἄλλο; Πόσο μεγάλη ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, πόσο μικρὴ ἡ δική μας!
Χριστέ, στὰ στήθη μας τὰ ψυχρὰ ῥῖξε μιὰ σταγόνα τῆς ἀγάπης σου. Καὶ φτάνει αὐτὴ γιὰ νὰ κάνῃ τὴ γῆ παράδεισο, μέσα στὸν ὁποῖο μικροὶ καὶ μεγάλοι νὰ ὑμνοῦμε Πατέρα, Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου ἡ ὁποία ἔγινε στον ἱερό ναὸ του  Ἁγioυ Παντελεήμονος Φλωρίνης 8-9-1974)

H AΙΩΝΙΑ ΔΥΝΑΜΙΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Αυγ 15th, 2012 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ ΙΓ΄ Ματθαίου (Ματθ. 21,33-42)

H AΙΩΝΙΑ ΔΥΝΑΜΙΣ

«Λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας» (Ματθ. 21,42

ΑΠΟ ὅλη τὴ σημερινὴ εὐ­αγγελικὴ περικοπή, ποὺ περιέχει τὴν παραβολὴ τῶν κα­κῶν γεωργῶν, πηγαίνω στὸν τελευταῖο στίχο· «Λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦν­τες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας»· λιθάρι, ποὺ τὸ παραπέταξαν οἱ χτίστες, αὐτὸ ἔγινε ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς οἰκοδομῆς (Ματθ. 21,42). Εἶνε μιὰ προφητεία τῶν Ψαλμῶν τῆς Πα­λαιᾶς Διαθήκης (Ψαλμ. 117,22), ποὺ ὁ Χριστὸς βεβαιώνει ἐδῶ ὅτι ἐκ­πλη­ρώ­θηκε στὸ πρόσωπό του.

* * *

Κανένα ἄλλο πρόσωπο, ἀγαπητοί μου, δὲν ἀπησχόλησε τόσο τὴν ἀνθρωπότητα καὶ δὲν ἀπέσπασε τόσο τὴν προσοχὴ ὅσο τὸ πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Κανείς ἄλλος δὲν ἔγινε ἀντικείμενο τόσης μελέτης καὶ συζητήσεως, κανείς δὲν ἀπέκτησε τόσους πιστοὺς φίλους καὶ ἀφωσιωμένους λατρευτὰς ἀλλὰ καὶ τόσους σφοδροὺς ἐχθροὺς καὶ ἐμ­παθεῖς πολεμίους ὅσους αὐτός.
Ἄλλοι τὸν λάτρευσαν ὡς Σωτῆρα καὶ τὸν ἔ­βαλαν βασιλέα τῶν καρδιῶν καὶ Θεό τους· γονάτισαν ἐμπρὸς στὸ μεγαλεῖο του καὶ ἔψαλαν τὸ αἰώνιο κάλλος καὶ τὴν ἀμέτρητη δύναμί του. Ἄλλοι ὅμως τὸν δέχθηκαν ὡς ἁ­πλὸ προφήτη ἢ φιλόσοφο ἢ κοινωνιολόγο καὶ ἀ­να­μορφωτή· δὲν ἄ­φη­σαν ὅμως οἱ δυσ­τυχεῖς νὰ διεισδύσουν στὶς σκληρὲς καρδιὲς καὶ στὶς περιωρισμένες διάνοιές τους οἱ ἀ­κτῖνες τῆς Θεότητός του, ποὺ θὰ τοὺς ἔδιναν τὴν πίστι καὶ τὴ χάρι. Ἄλλοι τέλος τὸν φθό­νη­σαν, τὸν μί­­σησαν καὶ ἐξετόξευσαν ἐναντίον τοῦ μεγαλείου καὶ τῆς Θεότητός του τὰ ἀνίσχυρα βέλη τῆς κακίας τους. Πράγματι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς διὰ μέσου τῶν αἰώνων στάθηκε «σημεῖ­ον ἀντιλεγόμενον» (Λουκ. 2,34) καὶ «πέτρα σκαν­δάλου» (῾Ρωμ. 9,33· Α΄ Πέτρ. 2,7). Τὸ «σχίσμα» ἐξ αἰ­τίας του, τὸ ὁ­ποῖον «ἐγένετο» στὴν ἐποχή του (Ἰωάν. 7,43), παρατηρεῖται καὶ θὰ παρατηρῆ­ται μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων.
Τὸ πέρασμα τοῦ Ἰησοῦ ἀπὸ τὴν σκηνὴ τοῦ κόσμου ἀποτελεῖ τὸ μεγαλύτερο κοσμοϊστορικὸ γεγονός· ὅμοιό του δὲν ἔχει νὰ παρουσι­­άσῃ ἡ παγκόσμιος ἱστορία, ποὺ ἀπ’ αὐ­τὸ χωρίστηκε σὲ πρὸ Χριστοῦ καὶ μετὰ Χριστόν. Ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης δίχασε(!) τὴν ἀνθρωπότητα σὲ δύο μεγάλα καὶ ἀντιμαχόμενα στρατόπεδα· στοὺς πιστοὺς καὶ στοὺς ἀπίστους· σ’ ἐ­κείνους ποὺ τὸν πίστεψαν, τὸν πιστεύουν καὶ θὰ τὸν πιστεύουν αἰωνίως ὡς τὸν μόνο ἀ­ληθινὸ Θεό, νικητὴ τοῦ θανάτου, ἀρχηγὸ τῆς ζωῆς, μοναδικὴ πηγὴ τῆς εὐτυχίας τοῦ ἀν­θρώπου, καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ τὸν θεώρησαν ὁριστικὰ νεκρό, ὡς μεγάλη μὲν φυσιογνωμία πάντως ὅμως ἄνθρωπο, ἢ καὶ ὡς πλαστὸ καὶ ἀνύπαρκτο πρόσωπο.
Ἀπὸ τὴν δευτέρα αὐτὴ παράταξι προῆλθαν οἱ ἐχθροὶ τοῦ Χριστοῦ, οἱ πολέμιοι τοῦ χριστιανισμοῦ. Πάντοτε τὸ σκοτάδι θὰ μισῇ τὸ φῶς, τὸ ψέμα τὴν ἀλήθεια, ἡ κακία τὴν ἀρετή, ἡ ἀπιστία τὴν πίστι. Ἀξίζει ν’ ἀφήσουμε νὰ παρελάσουν γιὰ λίγο μπροστά μας συντετα­γμένα τὰ παιδιὰ τῆς ἀπιστίας, οἱ ἐχθροὶ τοῦ Χριστοῦ, καὶ νὰ διαβάσουμε στὰ πανὼ ποὺ ὑ­ψώνουν τὰ ψεύτικα καὶ ἀπατηλὰ συνθήματά τους· ὄχι ὅλα, ἀλλὰ τὰ πλέον διακεκριμένα.
⃝ Πρῶτα – πρῶτα ἐμφανίζονται οἱ ὑλισταί· ἰ­σχνοί, ῥακένδυτοι, σὰ νὰ βγῆκαν μέσα ἀπὸ τὸν τάφο. Ὕλη καὶ μόνο ὕλη! φωνάζουν· δὲν ὑπάρχει Θεός, ἀνύπαρκτος ὁ Χριστός, μῦθος ἡ ἠ­θική του διδασκαλία, κατασκεύασμα καὶ ἡ μέλ­λουσα κρίσις… Δόγμα τους τὸ «Ἅρπαξε νὰ φᾷς καὶ κλέψε νά ’χῃς». Εἶνε ἄνθρωποι ποὺ ἀρνήθηκαν κάθε πνευματικὴ ἀξία. Γι’ αὐ­τὸ ἀκριβῶς δὲν ἀξίζει ν’ ἀσχοληθῇ κανεὶς καὶ πολὺ μαζί τους. Μέσα σὲ λίγο καιρὸ ἡ ἰδεολογία τους ἔδειξε πόσο κενὴ εἶνε.
⃝ Πίσω ἀπὸ αὐτοὺς ἀκολουθοῦν τὰ παιδιά τους, οἱ μαρξισταί. Αὐτοὶ διακηρύττουν, ὅτι ἡ χριστιανικὴ θρησκεία εἶνε τὸ ὄπιο τοῦ λαοῦ· κάτω οἱ αἰώνιοι θεσμοί, κάτω τὸ Εὐαγγέλιο!… Γιὰ νὰ ἐκλείψῃ ἡ πίστις στὸ Χριστό, ποὺ ἦταν τὸ μέγα ἐμ­πόδιο στὰ σχέδιά τους, δὲν δίστασαν νὰ ἐξοντώσουν χιλιάδες Χριστιανούς.
⃝ Κατόπιν, πότε κρυφὰ καὶ πότε φανερά, ξεπροβάλλει ἀπὸ τὸ καταχθό­νιο κρησφύγετό του ὁ μασονισμός. Χωρὶς νὰ ἐκδηλώνεται φανερὰ ὡς ἐχθρὸς τοῦ χριστιανισμοῦ, ὑπονο­μεύει διαρκῶς τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Ἐ­πάνω στὰ ἐρείπια τοῦ χριστιανισμοῦ περιμένει νὰ οἰκοδομήσῃ τὴ νέα παγκόσμια θρησκεία, ποὺ θὰ συμ­περιλάβῃ ὅλες τὶς θρησκεῖες τοῦ κόσμου γιὰ νὰ κυριαρχήσῃ στὴ γῆ.
Ὑλισμὸς – μαρξισμὸς – μασονισμὸς ἀποτελοῦν τὸ τρικέφαλο τέρας μὲ τὰ πολλὰ κέρατα καὶ τὰ ἀναρίθμητα πλοκάμια, τὸ ὁποῖο γέννησε ὁ καταχθόνιος σιωνισμὸς πρὸς πραγματοποίησιν τῶν σχεδίων του. Τὸ τέρας αὐτὸ εἶ­νε τὸ πιὸ ἐπικίνδυνο ἔκβρασμα τοῦ ᾅδου.
⃝ Ὑπερήφανα ἀκολουθοῦν ἔπειτα οἱ δῆθεν μορφωμένοι, αὐτοὶ ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι καλλιεργοῦν τὰ γράμματα καὶ τὶς τέχνες. Φοροῦν τὸν μανδύα τῆς ἐπιστήμης. Παρουσιάζονται ὡς σοφοί, ποὺ ἀπὸ τὴ μελέτη τους ἔβγαλαν τὸ συμπέρασμα· Καλὸς ὁ χριστιανισμός, ἀλ­λὰ δὲν ἀρκεῖ νὰ σώσῃ τὸν κόσμο· χρειάζεται καὶ συμπλήρωμα… Καὶ ἂν ρωτήσῃς, ποιό εἶνε τὸ συμπλήρωμα, οἱ ἀπαντήσεις τους δημιουρ­γοῦν πραγματικὴ σύγχυσι-βαβέλ. Ἡ «ἐπιστήμη», φωνάζουν, ἡ «τέχνη», ἡ «ποίησι», οἱ «μεγάλες ἀνακαλύψεις», ὁ «πνευματισμός». Καὶ οἱ ἴδιοι δὲν ξέρουν τί θέλουν. Ἡ ἀλαζονεία τῆς ἡμιμαθείας τοὺς κάνει νὰ ἀποφαίνωνται ἄναρθρα καὶ ἀνόητα, σὰν ἄλλη Πυθία.
⃝ Τέλος παρελαύνουν κ’ ἐκεῖνοι ποὺ λένε, ὅ­τι ὁ χριστιανισμὸς χρησίμευσε μὲν στὸ παρελθόν, ἀλλὰ τώρα πιὰ ξεθύμανε, δὲν ἀξίζει γιὰ τὴν ἐποχή μας, πρέπει πιὰ νὰ κηδευθῇ με­τὰ πάσης τιμῆς γιὰ τὶς ὑπηρεσίες ποὺ προσ­έ­­φερε, καὶ νὰ φροντίσουμε νὰ βροῦμε διάδο­χό του, ἄξιο καὶ κατάλληλο γιὰ τὴν ἐποχή μας, τὴν ἐποχὴ τοῦ μεγάλου πολιτισμοῦ καὶ τῶν καταπληκτικῶν ἀνακαλύψεων…

* * *

Αὐτοὶ περίπου εἶνε οἱ ἐχθροὶ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μὲ πάθος πολέμησαν καὶ πολεμοῦν τὴν Ἐκ­κλησία καὶ νόμισαν ὅτι θὰ τὴ διαλύσουν καὶ θὰ ἐπικρατήσουν. Πρὸς ὅλους αὐτοὺς ἀ­πευθυνόμεθα καὶ λέμε τὰ ἑξῆς.
Ἄπιστοι, μετανοῆστε! Ἐχθροὶ τοῦ Χριστοῦ, σκεφθῆτε βαθύτερα καὶ μελετῆστε προσεκτι­κώτερα τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴ διδα­­σκαλία του. Εἶνε ἐπικίνδυνο καὶ φοβερὸ νὰ πολεμᾶτε ΕΝΑ ΘΕΟ. «Σκληρὸν πρὸς κέντρα λακτίζειν» (Πράξ. 26,14). Δὲν μπορεῖτε, χριστομάχοι, ν’ ἀντιληφθῆτε τὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ; παραδειγματισθῆτε τοὐλάχιστον ἀπὸ τοὺς προ­­κατόχους σας. Δὲν ἀκοῦτε τὸν Ἰουλιανὸ τὸν Παραβάτη νὰ λέῃ «Νενίκηκάς με, Ναζωραῖε»; Δὲν ἀκούσατε τοὺς γονεῖς σας νὰ λένε πεθαίνοντας· «Καὶ ὅμως ὑπάρχει Θεός. Τί μᾶς περιμένει;…». Δὲ βλέπετε τοὺς θλιβεροὺς τάφους, ὅπου θαύτηκαν ὅλοι οἱ ἐχθροὶ τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ σκουλήκια ἔφαγαν τὶς σάρ­κες τους; ῾Ρῖξτε ἕνα βλέμμα καὶ στὸν τάφο ποὺ ἑτοίμαζαν αὐτοὶ γιὰ νὰ κηδεύσουν τὸν χριστιανισμό· παραμένει κενός, ὅπως τὸ κενὸ μνημεῖο ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀναστήθηκε ὁ Χριστός.
Ὁ χριστιανισμός, ἀγαπητοί μου, δὲν εἶνε τυχαῖο πρᾶγμα, ὅπως νόμισαν οἱ ἐχθροί του. Ἀντλεῖ αἰωνία δύναμι ἀπὸ τὸν Θεῖο Ἱδρυτή του. Εἶνε ἡ μόνη πίστις ποὺ κηρύχθηκε μὲ λόγια, βεβαιώθηκε μὲ θαύματα, καὶ σφραγίσθηκε μὲ αἵματα. Φρουρεῖται ἀπὸ τάγματα καὶ στρατιὲς ἀγγέλων, καὶ κατευθύνεται ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα. Ἡ ἱστορία καὶ ἡ πραγματικότης δίνουν τὴν καλύτερη ἑρμηνεία τῶν ἀθανάτων λόγων· «ὁ πεσὼν ἐπὶ τὸν λίθον τοῦτον συνθλασθήσεται· ἐφ᾽ ὃν δ᾽ ἂν πέσῃ, λικμήσει αὐτόν»· ὅποιος δηλαδὴ ἐναντιωθῇ στὸν Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν αἰώνιο βράχο, θὰ γίνῃ κομμάτια· καὶ σ’ ὅποιον αὐτὸς πέσῃ πάνω του, θὰ τὸν κάνῃ θρύψαλα (Ματθ. 21,44).

* * *

Αὐτά, ἀγαπητοί μου, ἔχουμε νὰ ποῦμε πρὸς ὅλους τοὺς ἐχθροὺς τῆς πίστεώς μας. Εἰδι­κῶς δὲ πρὸς τοὺς τελευταίους, αὐτοὺς ποὺ ἔχουν τὴ γνώμη ὅτι «ὁ χριστιανισμὸς χρησίμευσε στὸ παρελθὸν καὶ τώρα ξεθύμανε», τοὺς παρακαλοῦμε νὰ κατεβοῦν ἀπὸ τὰ νεφε­λώματα τῶν σκέψεών τους, νὰ προσγειωθοῦν λίγο στὴν πραγματικότητα, καὶ τότε θ’ ἀντιληφθοῦν πόσο παραλογίζονται. Ἡ Ἐκκλησία κληρονόμησε αἰώνιο κῦρος. Εἶνε γιὰ τὴν ψυ­χὴ τοῦ ἀνθρώπου ὅ,τι εἶνε γιὰ τὸ σῶμα τὸ ψω­μί, τὸ νερό, ὁ ἀέρας. Ὅσοι αἰῶ­νες κι ἂν περά­σουν, δὲν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ πῇ στὸν ἀέρα ἢ στὸ νερὸ ἢ στὸ ψωμὶ «Ξεθύμανες πιά, δὲ σὲ χρειάζομαι». Ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶνε ἀπαραίτητη γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου. Ἡ δύναμις καὶ ἡ ἀξία τῆς Ἐκκλησίας παραμένει ἀκατάλυτος καὶ αἰωνία. Αὐτὴ εἶνε τὸ φυτώριο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀπαραιτήτου ἀκρογωνιαίου λίθου κάθε ὡραίου καὶ ὑψηλοῦ οἰκοδομήματος οἱουδήποτε αἰ­ῶνος· διότι «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13,8).

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἐκπομπὴ 367/3 Σεπ/βρίου 1955

TO KΛΕΙΔΙ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Αυγ 14th, 2012 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ ΙΒ΄ Ματθαίου (Ματθ. 19,16-26)

TO KΛΕΙΔΙ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

______


_____

ΑΚΟΥΣΑΤΕ, ἀγαπητοί μου, τὸ εὐαγγέλιο. Τί λέει; Μὲ ἁπλᾶ λόγια θὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω.
Κάποια μέρα ἕνας ἄνθρωπος πῆγε στὸ Χρι­στὸ καὶ τὸν θερμοπαρακαλοῦσε γιὰ κάτι. Τί ἤ­θελε; ἦταν πεινασμένος κ’ ἤθελε ψωμί, ἦταν διψασμένος κ’ ἤθελε νερό, ἦταν ἄρρωστος κ’ ἤθελε φάρμακα; Ὄχι. Ὅλα τά ᾿χε· ἦταν νέος, ἦταν ἄρχοντας, δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα. Τί τοῦ ἔλειπε λοιπόν, γιατί πῆ­γε στὸ Χριστό; Αὐτὸς πίστευε ὅτι ὑπάρχει Θεός, ὅτι δὲν τελειώνουν ὅλα στὸν τάφο, ὅτι ὑ­­πάρ­χει ἄλλη ζωή, καὶ εἶχε ἀγωνία γιὰ ἐκεῖ. Ἀγωνιοῦσε ποῦ θὰ πάῃ· μὲ τὸ Θεὸ ἢ μὲ τὸ διάβολο, στὸν παρά­δει­σο ἢ στὴν κόλασι, στὸ φῶς ἢ στὸ σκοτάδι; Αὐτὸ τὸν ἐνδιέφερε. Ἦταν δη­λαδὴ μιὰ εὐγενὴς ὕπαρξις καὶ ρωτοῦσε· Τί νὰ κάνω γιὰ νὰ σωθῶ, νὰ πάω κοντὰ στὸ Θεό;
Τί νὰ κάνω γιὰ νὰ σωθῶ, νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνιο ζωή, νὰ πάω στὸν πα­ράδεισο! Τὸ λέει σήμερα κανείς; Μέσ᾿ στοὺς χίλιους ζήτημα ἂν βρῇς ἕνα νὰ πιστεύῃ ὅτι ἡ ζωὴ δὲν τελειώνει μὲ τὸ φτυάρι τοῦ νεκροθάφτη.
Στὰ παλιὰ τὰ εὐλογημένα χρόνια στὶς γιορτὲς ἔλεγαν ὁ ἕνας στὸν ἄλλο· «Καλὴ ψυχή, κα­λὸν παράδεισο». Τώρα τέτοια εὐχὴ δὲ λένε. Καὶ δὲν τὸ λένε, γιατὶ δὲν πιστεύουν. Ἐδῶ εἶ­νε ἡ κό­λασι, σοῦ λένε, ἐδῶ καὶ ὁ παράδεισος· ὁ ἄν­θρωπος ψοφάει σὰν τὸ ζῷο… Δὲν ζητοῦν τὴν αἰώνιο ζωή. Ἔχουν λυσσάξει γιὰ τὰ λεπτά.
Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια ἦταν ἕνας ἄνθρωπος, πού ᾿χε μαζέψει πολὺ χρῆμα (εἶχε μιὰ στέρνα γεμάτη ἀπὸ χρυσᾶ νομίσματα), καὶ διασκέδαζε καὶ γλεντοῦσε. Ὅταν γέρασε καὶ πλησίαζε ὁ θάνατος, τοῦ ἔθεσαν τὸ ἐρώτημα· Ὅλα τὰ εἶ­­χες, τί κατάλαβες ἀπὸ τὴ ζωή σου; Κι αὐ­τός, ποὺ ἦταν σοφός, ἔγραψε· «Ματαιότης μα­ταιο­τήτων, τὰ πάντα ματαιότης» (᾿Εκκλ. 1, 2· 12,8), μάταια δηλαδὴ εἶνε ὅλα στὸν κόσμο αὐτόν.
Ὁ ἄνθρωπος λοιπὸν τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου εἶχε ἕνα εὐγενῆ πόθο, νὰ κληρονομή­σῃ τὴν αἰώνιο ζωή. Ρωτᾷ τὸ Χριστό, τί νὰ κά­νῃ. Καὶ ὁ Χριστὸς τοῦ δίνει τὸ κλειδί, ποὺ θὰ τοῦ ἀνοίξῃ τὸν παράδεισο. Ποιό εἶνε τὸ κλειδὶ τοῦ παραδείσου; ―Ἂν θέλῃς, λέει, τὴν αἰώνιο ζωή, νὰ δῇς τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ σένα ἐξαρτᾶται· τήρησε τὰς ἐντολάς. ―Ποιές ἐντολές; Καὶ ὁ Κύριος τοῦ λέει συγ­κεκριμένα· ―Νά, «τὸ οὐ φονεύσεις, οὐ μοιχεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐ ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα, καὶ ἀγαπή­σεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Ματθ. 19,18-19· βλ. Ἔξ. 20,12-16· Δευτ. 5,16-20). ―Αὐτά, ἀπαν­τᾷ ὁ νέος, τὰ τηρῶ ἀπὸ μικρός· τί ὑπολείπεται ἀ­κό­μη; Καὶ τότε ὁ Χριστὸς τοῦ λέει· ―Ἂν θέ­λῃς νὰ εἶσαι τέλειος, νὰ γίνῃς σὰν ἄγγελος, θὰ σοῦ πῶ τί νὰ κάνῃς· «ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχον­τα καὶ δὸς πτωχοῖς…» (Ματθ. 19,21).
Ὑπάρχουν τρεῖς κατηγορίες ἀνθρώπων· στὴν κατώτερη εἶνε ὅσοι ζοῦν σὰν τὰ ζῷα, στὴ μεσαία αὐτοὶ ποὺ ζοῦν σὰν ἄνθρωποι, καὶ στὴν ἀνώτερη ἐκεῖνοι ποὺ ζοῦν σὰν ἄγγελοι. Θέλεις λοιπὸν νὰ ζήσῃς ὄχι σὰν κτῆνος, ὄχι σὰν ἄνθρωπος, ἀλλὰ σὰν ἄγγελος; νὰ γίνῃ αὐ­τὴ ἡ γῆ παράδεισος; «Ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχον­τα καὶ δὸς πτωχοῖς…». Ποιός τὸ κά­νει αὐτό; Ὁ κόσμος λέει· Ὅλα γιὰ τὸν ἑ­αυτό μας, τίποτα γιὰ τοὺς ἄλλους. Γι᾿ αὐτὸ πᾶμε στὴν καταστροφή. Ὁ Χριστὸς λέει· «Ὅ­λα γιὰ ἄλ­λους, τίποτα γιὰ τὸν ἑαυτό μας».
Ἀλλ᾿ ὅταν τ᾿ ἄκουσε αὐτὸ ὁ πλούσιος νέος, λυπήθηκε. Διότι εἶχε πολ­λὰ λεπτά, δὲν ἤθελε νὰ τὰ στερηθῇ, κ᾽ ἔφυγε μακριὰ ἀπὸ τὸ Χριστό.

* * *

Ἐγώ, ἀγαπητοί μου, δὲν σᾶς ζητῶ νὰ φθάσετε ὅλοι στὸ ἀπόλυτο. Δὲν μποροῦν ὅλοι νὰ φθάσουν στὸ «πώλησον τὰ ὑπάρχοντά σου καὶ δὸς πτωχοῖς». Ἐγὼ κάτι ἄλλο ζητῶ ἀπὸ σᾶς· νὰ τηρήσετε τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ. Καὶ ποιές εἶνε οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ; Δέκα δάχτυλα ἔχει ὁ ἄνθρωπος. Ποιός κόβει τὸ δάχτυλό του; Ὅπως δὲν κόβεις τὸ δάχτυλό σου, ἔτσι δὲν πρέπει νὰ κόψῃς καμμιά ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο ὁ Χριστὸς ὑπενθυμίζει πέντε ἀπὸ αὐτές, τὶς ἑξῆς.
⃝ Μία ἐντολὴ εἶνε τὸ «Οὐ φονεύσεις». Νὰ μὴ σκοτώσῃς ἄνθρωπο, γιατὶ τὴ ζωὴ τὴν ἔδωσε ὁ Θεός· κι ὅ,τι δίνει ὁ Θεός, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τὸ ἀφαιρέσῃ ἄνθρωπος. Ἂν γκρεμί­σῃς ἕνα σπίτι, τὸ ξαναχτίζεις, εἶνε εὔκολο· ἀλλὰ σκότωσες ἄνθρωπο; δὲ μπορεῖς νὰ τὸν ἀναστήσῃς πιά. Τί λέω ἄνθρωπο; ὅλοι οἱ ἐπιστή­μο­νες νὰ μαζευτοῦν, δὲν μποροῦν νὰ φτειά­ξουν οὔτε ἕνα μυρμηγκάκι, πολὺ περισσότερο ἕνα ἄνθρωπο. Ὁ Θεὸς τὸν ἔκανε τὸν ἄν­θρωπο· μὴ τὸν σκοτώνῃς. Ἐν τούτοις στὴν ἐ­ποχή μας πόσους πολέμους καὶ πόσους νεκροὺς ἀκοῦμε! Καὶ τί ἔχουν νὰ δοῦν ἀκόμη τὰ μάτια μας! Ἂν μάλιστα γίνῃ χρῆσι τῆς πυρηνι­κῆς ἐνεργείας, ὁ Θεὸς νὰ φυλάξῃ. Τότε δὲν σκοτώνουν μὲ μαχαίρι· τὸ ἐπιστημονικὸ «μαχαίρι» εἶνε ἡ πυρηνικὴ ἐνέργεια. Ὁ Χριστὸς λέει «Οὐ φονεύσεις», ὁ διάβολος λέει Σκότωνε. Καὶ τὰ αἵματα ποὺ χύνονται πάνω στὴ γῆ ἔχουν γίνει ποταμός.
⃝ Τὸ ἕνα «δάχτυλο» τὸ κόψαμε. Ποιό εἶνε τὸ ἄλλο· «Οὐ μοιχεύσεις». Νὰ σεβαστῇς τὴ γυναῖ­κα τοῦ ἄλλου. Ἂν εἶνε πιὸ μικρή, νὰ πῇς, Εἶνε ἡ κόρη μου· ἂν εἶνε στὰ χρόνια σου, Εἶνε ἡ ἀδερφή μου· κι ἂν εἶνε πιὸ μεγάλη, Εἶνε ἡ μάνα μου. Κι ὅπως δὲ σκέπτεσαι κακὸ γιὰ τὴν κορούλα σου, γιὰ τὴν ἀδερφούλα σου, γιὰ τὴ μάνα σου, ἔτσι καὶ γιὰ κάθε ἄλλη γυναῖκα. Δὲν ἐπιτρέπεται, νά ’νε ὁ ἄλλος στὴν Αὐ­στρα­λία, κ’ ἐσὺ νὰ τοῦ ἀτιμάζῃς τὸ σπίτι. Ἦρθε προχθὲς ἕνας καὶ ἔκλαιγε. ―Ἂχ πατέ­ρα μου δέσποτα, λέει, δὲ σ᾿ ἄκουσα· ἔφυγα στὴν Αὐ­στραλία. Εἶχα χωραφάκια, γίδια, πρό­βατα, ἀ­γελάδες· μ’ ἔβαλε ὁ διάβολος νὰ θέλω νὰ ξενιτευτῶ. Καὶ ἔφερα πολλὰ λεφτά. Τί νὰ τὰ κά­νω ὅμως; Θ᾿ αὐτοκτονήσω ἀπόψε. ―Γιατί; ―Γιατὶ μόλις ἦρθα ἔμαθα ὅτι, ὅσο ἔλειπα, ἄλλος πῆγε στὸ σπίτι καὶ ἀτίμασε τὴ γυναῖκα μου… Μεγάλο ἁμάρτημα ἡ μοιχεία, διαλύει τὴν οἰκογένεια. Γι’ αὐτὸ πλήθυναν τὰ διαζύ­για καὶ πλούτισαν μ’ αὐτὰ οἱ δικηγόροι.
⃝ Ποιά ἄλλη ἐντολὴ λέει ὁ Χριστός μας· «Οὐ κλέψεις». Δὲν πρέπει νὰ κλέβῃς· νὰ σέβεσαι τὴν περιουσία τοῦ ἄλλου. Τὸ τηροῦμε; Τὸ κόψαμε κι αὐτὸ τὸ «δάχτυλο», τὸ σβήσαμε τὸ «οὐ κλέψεις». Καὶ τί γράψαμε· «ἅρπαξε νὰ φᾶς καὶ κλέψε νὰ ᾿χῃς». Καὶ κλέβουν ὅλοι. Ἀλλ’ ὅποιος βάζει ξένο πρᾶγμα μέσ’ στὸ σπίτι του, φωτιά βάζει. Λέει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς· Ἔχεις ἑκατὸ πρόβατα· δικά σου εἶνε. Θέλεις νὰ τὰ χάσῃς; Κλέψε ἕνα ξένο, ῥῖξε τὸ κλεμμένο μέσα στὰ δικά σου, καὶ θὰ τὰ χάσῃς ὅλα.
⃝ Λοιπὸν τὸ ἕνα «δάχτυλο» τὸ κόψαμε, τὸ δεύτερο τὸ κόψαμε, τὸ τρίτο τὸ κόψαμε. Ὑ­πάρχει κ’ ἕνα ἄλλο· «Οὐ ψευδομαρτυρήσεις». Δὲ θὰ πᾷς στὸ δικαστήριο νὰ ξαπλώσῃς τὸ βρωμερό σου χέρι ἐπάνω στὸ Εὐαγγέλιο νὰ πάρῃς ψεύτικο ὅρκο· γιατὶ ὁ ὅρκος εἶνε φωτιὰ καὶ θὰ σὲ κάψῃ. Ποιός τὸ τηρεῖ αὐτό; Κάθε μέρα ὁρκίζονται πάνω στὸ Εὐαγγέλιο ἄντρες καὶ γυναῖκες γιὰ διάφορα μικροπράγματα, καὶ κολάζονται.
⃝ Ἀλλὰ μήπως τηροῦμε τὴν ἐντολὴ «Τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα»; Ὕστερα ἀπὸ τὸ Θεὸ εἶνε ὁ πατέρας καὶ ἡ μάνα· οἱ γονεῖς εἶνε σὰ θεοὶ στὴ γῆ, ὀφείλεις νὰ τοὺς σεβαστῇς. Ὑπάρ­χει τώρα σεβασμὸς στοὺς γονεῖς; Ποῦ σεβασμός! Ἦρθε κάποιος στὴ μητρόπολι μὲ σπασμένο τὸ κεφάλι καὶ ντρεπόταν νὰ πῇ ποιός τοῦ τό ’κανε. «Ὁ γυιός μου», εἶπε τέλος μὲ κλάματα. Ὁ γυιὸς νὰ χτυπήσῃ τὸν πατέρα; Τὰ παλιὰ τὰ χρόνια τὰ παιδιὰ στέκονταν σοῦζα μπροστὰ στοὺς γονεῖς. Τώρα;… Κατηραμένα τὰ χέρια τῶν παιδιῶν ποὺ χτυποῦν μάνα ἢ πα­τέρα! Εἶνε ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα ἁμαρτήματα.
⃝ Τέλος ὁ Χριστός, ἀφοῦ ὑπενθύμισε τὸ «οὐ φονεύσεις, οὐ μοιχεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐ ψευ­δομαρτυρήσεις, τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μη­τέρα», μετὰ τί εἶπε· «Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». Ἀγάπη! Ὤ ποῦ εἶνε ἡ ἀγά­πη, ποῦ νὰ τὴ βροῦμε; Ὑπάρχει; Ἀγάπη! Ν᾿ ἀ­γαπᾷς τί; Πάνω ἀπ’ ὅλα τὸ Θεό, καὶ μετὰ ὅλα τὰ ὡραῖα ποὺ ἔκανε ὁ Θεός· τὰ λουλού­δια, τὰ πουλιά, τὰ δέντρα, τὰ ποτάμια, τὶς λίμνες, τὶς θάλασσες, τὰ ἄστρα, τὸν ἥλιο· ν’ ἀγαπᾷς τὸν πατέρα ποὺ σὲ γέννησε, τὴ μάνα ποὺ σὲ βύ­ζα­ξε, τὸ δάσκαλο ποὺ σὲ διδάσκει, τὰς ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας· ν᾽ ἀγαπᾷς τὸν ἱερέα ποὺ σὲ εὐ­λογεῖ· ν᾽ ἀγαπᾷς καὶ τὸν ἐχθρό σου ἀκόμα· τό­τε εἶσαι Χριστιανός.

* * *

Αὐτὰ μᾶς λέει ὁ Χριστός, ἀδέρφια μου. Εἶ­νε δύσκολα; Ἁπλᾶ πράγματα εἶνε. Ἂν ὁ κό­σμος τὰ ἐφήρμοζε, πόλεμος δὲ θὰ γινόταν, οἱ φυλακὲς θὰ ἦταν ἀδειανές, πεινασμένοι, γυμνοί, ἄρρωστοι δὲ θὰ ὑπῆρχαν. Ὁ κόσμος θὰ ζοῦσε εὐτυχισμένος. Τό ᾿πε ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτω­λός· ἂν ὅλοι ἐφαρμόσουμε τὸ Εὐαγγέλιο, ―δὲν εἶνε ψέμα― ἡ γῆ θὰ γίνῃ παράδεισος.
Τί νὰ κάνουμε, ἀδέρφια μου; Νὰ εἴμαστε πάντα κοντὰ στὸ Θεό, νὰ ἐφαρμόζουμε τὰς ἐντολάς του, τὸ «οὐ μοιχεύσεις – οὐ πορνεύ­σεις, οὐ κλέψεις, οὐ ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα», καὶ εὔχομαι ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ νὰ εἶνε πάντα μαζί σας.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου ἡ ὁποία ἔγινε στον ἱερό ναὸ Κοιμήσεως Θεοτόκου Ἀτραποῦ – Φλωρίνης 5-9-1976)

ΔΥΣΚΟΛΗ ΑΡΕΤΗ Η ΣΥΓΧΩΡΕΣΙ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Αυγ 9th, 2012 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ ΙΑ΄ Ματθαίου (Ματθ. 18,23-35)

ΔΥΣΚΟΛΗ ΑΡΕΤΗ Η ΣΥΓΧΩΡΕΣΙ

Η ΖΩΗ, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἕνα ταξίδι. Καὶ ὁ δρόμος ὁ σωστός, ποὺ πρέπει ὅλοι ν᾽ ἀ­κολουθήσουμε γιὰ νὰ φθάσουμε στὸ τέρμα, στὸν οὐ­ρανό, εἶνε ἕνας· ὁ δρόμος ποὺ χάρα­ξε ὁ Χριστὸς μὲ τὸ αἷ­μα του· τὸν βάδισε ὁ ἴδι­ος καὶ ἑκατομμύρια μαρτύρων καὶ ὁμολογη­τῶν τῆς πίστεώς μας. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς εἶπε· «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή» (Ἰωάν. 14,6).
Εἶνε ἀλήθεια ὅτι αὐτὸς ὁ δρόμος τῆς ἀ­ρετῆς εἶνε δύσκολος, ἀνηφορικός, ἕνας Γολ­γοθᾶς. «Στενὴ ἡ πύλη καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωήν…» (Ματθ. 7,14). Ἀντιθέτως ὁ δρόμος τῆς κακίας, τῆς διαφθορᾶς, τῆς ἀπιστίας εἶνε εὔκολος, κατηφορικός. «Πλα­τεῖα ἡ πύλη καὶ εὐρύχωρος ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ἀπώλειαν…» (ἔ.ἀ. 7,13), στὴν καταστροφή. Ὁ ἕνας δρόμος εἶνε τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἄλλος τοῦ σατανᾶ· ὁ ἕνας εἶνε τοῦ παραδείσου, ὁ ἄλλος τῆς κολάσεως. Διαλέξτε· ἐ­λεύθερος εἶνε ὁ ἄνθρωπος ν᾽ ἀκολουθήσῃ ὅποιο δρόμο θέλει.
Δύσκολο πρᾶγμα οἱ ἀρετές. Κι ἂν ρωτᾶ­τε, ἀπ᾽ ὅλες τὶς ἀρετὲς ποιά εἶνε ἡ πιὸ δύσ­κο­λη, ὁ φιλάργυρος θὰ πῇ ἡ ἐλεημοσύνη, ὁ κοιλιόδουλος θὰ πῇ ἡ νηστεία, ὁ σαρκολάτρης θὰ πῇ ἡ παρθενία, ὁ φιλόζωος θὰ πῇ τὸ μαρτύριο γιὰ τὸ Χριστό. Ἀλλὰ ἐγὼ θεωρῶ ὅτι τὸ πιὸ δύσκολο ἀπ᾽ ὅλα εἶνε – ποιό; Αὐτὸ ποὺ λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο· νὰ συγχω­ρῇ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλλο. Εἶνε ἕνα χαλικάκι, ποὺ ζητάει ὁ Χριστὸς νὰ σηκώσουμε, ἀλλὰ ὁ διάβο­λος τὸ κάνει βουνὸ ἀσήκωτο. Κι ὅτι αὐτὸ εἶνε ἡ πιὸ δύσκολη ἀρετὴ θὰ σᾶς τὸ δείξω μὲ 3 – 4 παραδείγματα· παρακαλῶ προσέξτε.

* * *

Τὸ ἕνα παράδειγμα εἶνε ἀπὸ τοὺς βίους τῶν ἁγίων. Ἄν ἀνοίξετε τὰ συναξάρια, θὰ δῆ­τε ὅτι στὶς 9 Φεβρουαρίου ἑορτάζει ἕνας ἅ­γι­ος ποὺ ὀνομάζεται Νικηφόρος. Ἀκοῦστε πῶς μαρτύρησε. Στὴν ἐποχή του ὁ Νικηφόρος τὰ εἶχε χαλάσει μὲ ἕναν ἱερέα ποὺ τὸν ἔλεγαν Σαπρίκιο. Ἦταν μαλωμένοι· καὶ ἔφταιγε ὁ Σαπρίκιος, ὄχι ὁ Νικηφόρος. Ἔγινε διωγμός, καὶ τὸν πρῶτο ποὺ ἔπιασαν ἦταν ὁ παπᾶς, ὁ Σαπρί­­κιος. Τὸν δίκασαν καὶ βγῆκε ἀπόφασι ν᾽ ἀ­ποκεφαλισθῇ. Τὸν πῆραν οἱ στρατιῶτες πρωὶ – πρωὶ πρὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου καὶ τὸν ὡδηγοῦσαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλι νὰ τὸν ἐκτελέσουν. Ὅταν ἔμαθε ὁ Νικηφόρος ὅτι ὁ Σαπρίκιος σὲ λίγη ὥρα δὲ θὰ ὑπάρχῃ στὴ ζωή, τὸν ἔ­πιασε τὸ κλάμα. Τρέχει στὸ δρόμο, προλαβαίνει τὴ συνοδεία, καὶ πέφτει στὰ πόδια του. ―Ἀδελφὲ Σαπρίκιε, συχώρεσέ με. Ἐκεῖνος ὅ­μως τίποτα. ―Δὲ σὲ συγχωρῶ! Μέχρι τὴν τελευταία στιγμὴ τοῦ μαρτυρίου ὁ Νικηφόρος ἔπεφτε καὶ παρακαλοῦσε τὸ Σαπρίκιο νὰ τὸν συγχωρήσῃ. Ἀδύνατον. Τότε τί συνέβη· μόλις ὁ στρατιώτης ὕψωσε τὸ σπαθὶ νὰ τοῦ κόψῃ τὸ κεφάλι, ὁ Σαπρίκιος λέει· ―Γιατί μὲ σφάζετε; ―Γιατὶ εἶσαι Χριστιανός. ―Γι᾽ αὐτὸ λοιπόν; τότε ἐγὼ ἀρνοῦμαι τὸ Χριστό… Καὶ ἐνῷ οἱ ἄγ­γελοι τοῦ ἑτοίμαζαν στεφάνι, ὁ Σαπρίκιος, ποὺ δὲ συγχώρησε τὸ Νικηφόρο, κρίθηκε ἀν­άξιος τοῦ μαρτυρίου· τὸν ἐγκατέλειψε ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ἀρνήθηκε τὸ Χριστό. Ἀντ᾽ αὐτοῦ μαρτύρησε – ποιός; Ὁ Νικηφόρος, ποὺ εἶχε καλὴ καρδιὰ καὶ ἀγάπη. Ὡμολόγησε ὅτι εἶνε Χριστιανός, καὶ μαρτύρησε. Ἔτσι στὶς 9 Φεβρουαρίου, ἀντὶ Σαπρικίου τοῦ μάρτυρος, τιμοῦμε τὴ μνήμη Νικηφόρου τοῦ μάρτυρος. Τρομερὸ παράδειγμα αὐτό· δείχνει ὅτι ἀνώτε­ρο κι ἀπ᾽ τὸ μαρτύριο εἶνε τὸ νὰ συγχωρή­σῃς, νὰ δώσῃς συγχώρησι μέσα ἀπ᾽ τὴν καρδιά σου. Μά εἶνε εὔκολο; Σᾶς εἶπα, πετραδάκι εἶνε, μία λέξι εἶνε· ἀλλὰ γίνεται πιὸ βαρειὰ κι ἀπὸ τὸν Ὄλυμπο καὶ τὸ Βίτσι καὶ τὸ Γράμμο.
⃝ Δὲ συγχωροῦν οἱ ἄνθρωποι. Θέλετε παραδείγματα ὄχι παλιὰ ἀλλὰ καινούργια; Δὲν εἶνε πολὺς καιρὸς ποὺ σ᾽ ἕνα χωριὸ ἕνας πολὺ γέρος, 90 χρονῶν, πέθαινε. Πάει ὁ παπᾶς, κα­λὸς παπᾶς, στὸ σπίτι. ―Γέροντα, τί κάνεις; ―Δὲν μπορῶ. ―Θέλεις νὰ κοινωνήσῃς; ―Θέ­λω. ―Θὰ σὲ κοινωνήσω, ἀλλὰ νὰ φωνάξουμε ἐκεῖνο τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ἔχεις χρόνια ὁλόκληρα νὰ τοῦ μιλήσῃς. ―Ποιόν; ἐκεῖνον; Ἄαα, δὲν τὸ συγχωρῶ. Πές μου, παππούλη, νὰ κάνω ὅ,τι ἄλλο θέλεις· ν᾽ ἀνάψω λαμπάδες, νὰ χτίσω ἐκκλησιά, νὰ κάνω ἐλεημοσύνες, νὰ νη­στέψω· αὐτὸν δὲν τὸν συγχωρῶ. ―Βρὲ τοῦτο – βρὲ ἐκεῖνο, τοῦ ἔλεγε ὁ παπᾶς μὲ δάκρυα. Τίποτα. Ξεψυχοῦσε, θὰ παρέδιδε τὴν ψυχή του στὸ διάβολο, καὶ ὅμως δὲν συγχώρησε.
⃝ Καὶ τὰ ἔθνη μισοῦνται. Αὐτὸ θὰ φάῃ τὴν ἀνθρωπότητα. Γερμανοὶ δὲ συγχωροῦν τοὺς ῾Ρώσους, καὶ ῾Ρῶσοι δὲ συγχωροῦν τοὺς Γερμανούς. Ὑπάρχει μνησικακία. Ἂν ὑπῆρχε συγ­χώ­ρησι, ὁ κόσμος θὰ ἦταν παράδεισος. Ἡ πιὸ ὡραία λέξι στὸ Εὐαγγέλιο εἶνε ἡ συγχώρησις.
⃝ Δὲ συγχωρεῖ ὁ ἄνθρωπος. Θέλετε ἄλλο ἕ­να παράδειγμα; Δὲν εἶνε οὔτε δέκα μέρες, ποὺ ἔμαθα ὅτι σ᾽ ἕνα χωριὸ ἕνα ἀντρόγυνο τρώγονται. Τοὺς κάλεσα. ―Τί ἔχετε; Ἡ γυναίκα, τα­πεινή, τὴ φώτισε ὁ Θεὸς καὶ εἶπε· ―Ἐγὼ φταίω· ἀδικῶ πολλὲς φορὲς τὸν ἄντρα μου, τὸν βρίζω, τὸν κακολογῶ· μετανοιώνω, τὸν παρακα­λῶ νὰ μὲ συχωρέσῃ – καὶ ἔπεσε καὶ τοῦ ἔκανε μετάνοια. Σπάνιο πρᾶγμα γυναίκα νὰ παρα­δε­χτῇ ὅτι σφάλλει. Ἐγὼ συγκινήθηκα, ἔκλα­ψα. Νὰ βλέπῃς μιὰ γυναῖκα νέα, ὄμορφη κοπέλλα, νὰ γονατίζῃ μπροστὰ σ᾽ ἕναν ἄντρα ―ποὺ τὴν ἀπατοῦσε― καὶ νὰ λέῃ, Σοῦ ζητῶ νὰ μὲ συχωρέσῃς γιὰ ὅσα σοῦ εἶπα. Καὶ οἱ ἄγγελοι καὶ τὰ ἄστρα συγκινοῦνται. Αὐτός; ―Δὲ σὲ συγχω­ρῶ!… Πόσα τοῦ ἔκανε! δὲν τὴν συγχώρησε.

* * *

Τέτοιος εἶνε ὁ κόσμος. Ὑπάρχουν δυστυ­χῶς οἰκογένειες ποὺ ἔχουν μεταξύ τους μνη­σικακία καὶ ἐπὶ χρόνια δὲ συγχωροῦνται. Προσπαθοῦν ὁ παπᾶς καὶ ἡ μητρόπολι, ἀλλὰ τὸ μῖ­σος διαιωνίζεται ἀπὸ τοὺς γονεῖς στὰ παιδιὰ καὶ τὰ ἐγγόνια.
Ἄνθρωπος ποὺ δὲ συγχωρεῖ δὲν εἶνε Χριστιανός. Εἶνε ζῷο, θηρίο. Λένε ὅτι, ἂν κάποιο παιδὶ πειράξῃ τὴν καμήλα, αὐτὴ δὲν τὸ ξεχνάει. Μπορεῖ νὰ περάσουν χρόνια, ἀλλ᾽ ἅμα τὸ πετύχῃ στὸ δρόμο, θὰ τὸ τσακίσῃ· δὲ συγ­χωρεῖ. Γι᾽ αὐτὸ λέμε «αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος μοιάζει μὲ καμήλα, δὲ συγχωρεῖ· κρατάει βαθειὰ μέσα του τὴν ἐκδίκησι». Ἀντιθέτως αὐτὸς ποὺ συγχωρεῖ ἀπὸ τὴν καρδιά του, μοιάζει – μὲ ποιόν; Μὲ τὸ Θεό. Μὲ τὸ Θεό; Μάλιστα.
Αὐτὸ μᾶς λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμερα. Γιατὶ ὁ Θεὸς τί κάνει· συγχωρεῖ, διαρκῶς συγχωρεῖ. Εἶνε μακρόθυμος, πολυέλεος καὶ πολυεύσπλαγχνος. Τί κάνουμε ἐμεῖς; Ἐμᾶς μᾶς φταίει ὁ ἄλλος, ὁ γείτονάς μας, γιατὶ μᾶς πείραξε, γιατὶ τὸ ζῷο του μπῆκε στὸ χωράφι μας…, γιὰ μικρὰ καὶ ἀσήμαντα πράγματα. Ἀλλ᾽ ἐκεῖνα ποὺ φταῖμε ἐμεῖς στὸ Θεὸ εἶνε πολὺ μεγάλα. Φταῖμε, ἁμαρτάνουμε συνεχῶς. Ἁμαρτάνουμε μὲ τὰ μάτια μας, μὲ τ᾽ αὐτιά μας, μὲ τὰ χέρια μας, μὲ τὸ κορμί μας· ἁμαρτάνουμε τὴν ἡμέρα, τὴ νύχτα, στὸ καφενεῖο, στὸ δρόμο, στὰ χωράφια, ἁμαρτάνουμε ἀκόμα καὶ μέσ᾽ στὴν ἐκκλησία. Ποιός μπορεῖ νὰ μετρήσῃ τὶς ἁμαρτίες τοῦ ἀνθρώπου; Ἄβυσσος, «μύρια τάλαντα» ποὺ λέει σήμερα τὸ εὐ­αγγέλιο (Ματθ. 18,24), ἀμέτρητα τ᾽ ἁμαρτήματά μας, ἀ­στρονομικὸς ἀριθμός. «Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλή­θη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους, τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;» (τροπ. Κασσι­ανῆς, δοξ. αἴν. Μ. Τετάρτης).
Καὶ τί κάνει ὁ Θεός; μᾶς συνερίζεται; Ἂν μᾶς συνεριζόταν, ἂν γιὰ κάθε ἁμαρτία ποὺ κάνουμε, γιὰ κάθε βλαστήμια ποὺ ἀκούγεται, ἔπεφτε ἕνα ἀστροπελέκι, θὰ εἴχαμε καῆ ὅλοι. Μᾶς συγχωρεῖ, συνεχῶς συγχωρεῖ τ᾽ ἁμαρτή­ματά μας. Γι᾽ αὐτὸ κ᾽ ἐμεῖς νὰ εἴμεθα συγγνω­μικοί. Αὐτὸ ζητᾷ ἀπὸ μᾶς. Ὅπως ἐκεῖνος συγχωρεῖ τ᾽ ἁμαρτήματά μας, τὰ μεγάλα καὶ ἀμέτρητα, ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς νὰ συγχωροῦμε τοὺς ἄλ­λους· οἱ νύφες τὶς πεθερές, οἱ πεθερὲς τὶς νύ­φες, ὁ ἄντρας τὴ γυναῖκα του, ὁ πατέρας τὸ παιδί του, οἱ χωριανοὶ τοὺς συγχωριανούς τους. Δῶστε μου, δῶστε μου ἕνα χωριὸ ὅπου ὑπάρχει συγγνώμη, ἔλεος, ἀγάπη· παράδεισος εἶνε. Δῶστε μου ἕνα ἄλλο χωριό, ὅπου δὲν ὑπάρχει συγχώρησις καὶ ἔλεος· κόλασις εἶ­νε. Κόλασις ἔγινε ἡ γῆ, γιατὶ σβήσαμε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας, τὰ ἀπέριττα καὶ αἰώνια λόγια «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (Ἰωάν. 13,34).

* * *

Ἀγαπητοί μου, ἂς ξερριζώσῃ ὁ Θεὸς ἀπ᾽ τὴν καρδιά μας τὸ ἀγκάθι ποὺ λέγεται μνησικακία, καὶ ἂς φυτέψῃ τὸ οὐράνιο λουλούδι, τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μας. Ἔτσι θὰ εἴμαστε μιμηταὶ ἐκείνου, ποὺ πάνω ἀπ᾽ τὸ σταυρὸ συγ­χώρησε τοὺς σταυρωτάς του. Ἔτσι θὰ μποροῦ­με νὰ προσευχώμεθα καὶ νὰ λέμε τὸν τρο­μερὸ ἐκεῖνο λόγο· «Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡ­μῶν» (Ματθ. 6,12). Διαφορετικά, εἴμεθα ψεῦτες καὶ θεομπαῖχτες ὅλοι, κλῆρος καὶ λαός.
Αὐτὴ ἡ ὑπόσχεσι εἶνε ὅρος συγχωρήσεως. Συγχωρεῖς; θὰ συγχωρηθῇς· δὲ συγχωρεῖς; χίλιοι παπᾶδες νὰ σοῦ κάνουν μνημόσυνα, χίλιοι δεσποτάδες καὶ πατριαρχάδες νὰ πᾶνε στὸν τάφο σου, δὲν θὰ συγχωρηθῇς. Συγχώρησε λοιπόν, γιὰ νὰ συγχωρηθῇς.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου ἡ ὁποία ἔγινε στον ἱερό ναὸ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου Κάτω Κλεινῶν – Φλωρίνης 14-8-1977)

Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΤΡΙΚΥΜΙΣΜΕΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Αυγ 3rd, 2012 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Θ΄ Ματθαίου (Ματθ. 14,22-34)

Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΤΡΙΚΥΜΙΣΜΕΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

ΑΚΟΥΣΑΤΕ, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶνε ἁπλῶς ἄν­θρωπος ὅπως ἐμεῖς, ἀλλὰ εἶνε καὶ Θεός· εἶνε Θεάνθρωπος. Τὸ κηρύττει τὸ θαῦ­μα ποὺ ἀ­κούσαμε. Ἕνα θαῦμα μεγάλο, τρισ­μέγιστο, ποὺ ἔγινε ἐν συνεχείᾳ τοῦ ἄλλου ἐ­κείνου θαύ­ματος, γιὰ τὸ ὁποῖο μιλοῦσε τὸ εὐ­αγ­γέλιο τῆς προηγουμένης Κυριακῆς. Ἐκεῖ ἔλεγε, ὅτι ὁ Χριστὸς μὲ πέντε ψωμιὰ καὶ δύο ψάρια χόρτασε πέντε χιλιάδες ἀνθρώπους μέσα στὴν ἔρημο.
Μετὰ ἀ­πὸ αὐτὸ ὁ Κύριος ἀνέβηκε στὸ ὄ­ρος νὰ προσ­ευχηθῇ τὴ νύχτα μόνος. Οἱ μαθηταὶ κατ᾽ ἐντολήν του μπήκαν σ᾽ ἕ­να μι­κρὸ πλοῖο τῆς λίμνης Γεννησαρὲτ ἢ θαλάσ­σης τῆς Γαλιλαίας, γιὰ νὰ βγοῦν στὴν ἀ­πέ­ν­αν­τι ὄχθη. Ταξίδευαν μόνοι χωρὶς τὸν Κύ­ριο. Στὴν ἀρχὴ ἦταν γαλή­νη. Ἀλλ᾽ αἴφνης καὶ ἐνῷ κόν­τευε νὰ ξημερώ­σῃ, σηκώθηκε κῦμα δυνα­τό. Τὸ πλοιάριο βασα­νιζόταν καὶ κινδύνευε νὰ καταποντιστῇ. Τότε φάνηκε ἐκεῖ ὁ Χριστὸς νὰ περπατάῃ ἐπάνω στὰ νερά. Φοβερὸ θέαμα. Μόλις τὸν εἶδαν οἱ μαθηταί, ταράχτηκαν καὶ εἶπαν ὅτι εἶνε φάντα­σμα. Δὲν ἦταν ὅμως φάντασμα· ἦταν ὁ ἴδιος.
Ὁ Πέτρος πῆρε θάρρος καὶ λέει· ―Σύ, Κύριε, εἶσαι; Ἂν εἶσαι σύ, πές μου νὰ ᾽ρθῶ κον­τά σου βαδίζοντας κ᾽ ἐγὼ πάνω στὰ νερά. Ὁ Κύ­ριος τοῦ ἔκανε τὴ χάρι. ―Ἔλα, τοῦ εἶ­πε. Κι ὁ Πέτρος ἄρχισε νὰ περπατάῃ πάνω στὰ κύματα. Βλέποντας ὅμως τὸν ἄνεμο δυνατὸ δείλιασε κι ἄρ­χισε νὰ βουλιάζῃ. ―Κύ­ριε, σῶσε με, φωνά­ζει μὲ ἀγωνία. Ὁ Χριστὸς ἁπλώ­νει ἀ­μέσως τὸ χέρι καὶ τὸν πιάνει. ―«Ὀ­λιγό­πιστε», τοῦ λέει, «εἰς τί ἐδίστασας;» (Ματθ. 14,31). Καὶ μόλις μπῆ­καν στὸ πλοῖο, ἔγινε γαλήνη. Δόξασαν ὅλοι τὸ Θεὸ καὶ ἔλεγαν στὸ Χριστό· «Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ», ἀληθινὰ εἶσαι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ (ἔ.ἀ. 14,33).

* * *

Αὐτὸ εἶνε μὲ συντομία τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Τὸ θαῦμα αὐτὸ δείχνει, ὅτι ὁ Χριστὸς ἐξουσιάζει τὰ σύμπαντα· τὸν ἥλιο, τὸ φεγγάρι, τὰ ἄστρα, τὴ γῆ, τοὺς ἀνέμους, τὴ θάλασσα, τὶς λίμνες, τοὺς ποταμούς, τὰ δέντρα, τὰ ζῷα, τὰ πάντα. Εἶνε ὁ ἐξουσιαστὴς ὅλων.
Κ᾽ ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου, μολονότι εἴμεθα πά­νω στὴν ξηρά, ἐν τούτοις ποντοποροῦμε, εἴ­μεθα μέσα σ᾽ ἕνα πλοῖο. Ποιό εἶνε τὸ πλοῖο; Ἡ ἀνθρώπινη ζωή. Ἀπ᾽ τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ γεννηθῇ ὁ ἄνθρωπος μέχρις ὅτου τελειώσῃ τὴ ζωή του, εἶνε μέσα στὸ πλοῖο αὐτό, ποὺ κινδυνεύει ἀπὸ τὰ κύματα, τὰ ἄγρια κύματα.
Ποιά εἶνε τὰ κύματα αὐτά; Ἕνα κῦμα εἶνε ἡ ἀσθένεια· ἐνῷ εἶσαι ὑγι­ής, αἴφνης ἀρρωσταίνεις, πέφτεις στὸ κρεβάτι, κινδυνεύεις νὰ πεθάνῃς· κῦμα πελώριο αὐτό. Θέλεις ἄλ­λο; Νά, ἡ χηρεία· ἐνῷ εἶσαι παντρεμένος, χάνεις τὴ γυναῖκα σου καὶ μένεις μόνος. Τί πλῆ­γμα εἶνε καὶ γιὰ τὴ γυναῖκα νὰ χάσῃ τὸν ἄν­τρα της καὶ νὰ μείνῃ χήρα μὲ μικρὰ παιδιά! Ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ παιδιὰ μεγάλο κῦμα ἡ ὀρφάνια. Κῦμα ἀκόμη ἡ ἀνεργία· νὰ εἶνε κανεὶς χω­ρὶς ἀπασχόλησι, νὰ ζητάῃ ἐργασία καὶ νὰ μὴ μπορῇ νὰ βρῇ. Κῦμα εἶνε ἡ φτώχεια· νὰ μὴν ἔ­χῃ ὁ ἄνθρωπος τὰ ἀπαραίτητα νὰ καλύψῃ τὶς ἀνάγκες του. Κύματα ὅμως δὲν εἶνε καὶ ἡ ἀδικία ἢ ἡ συκοφαντία ἢ τὸ διαζύγιο;… Γεμάτη κύματα ἡ ζωὴ αὐτή. Καὶ τέλος τὸ ἀγριώτερο κῦμα· ὁ θάνατος, τὸ ναυάγιο τῆς ζωῆς, ποὺ ἔρχεται νὰ βυθίσῃ τὸ σῶμα μας στὸν τάφο. Ἀλλὰ μιλώντας τὴ γλῶσσα τοῦ Εὐ­αγγελίου πρέπει νὰ ποῦμε, ὅτι τὸ φοβερώ­τερο ἀπ᾽ ὅλα τὰ κύματα εἶνε – ποιό; ἡ ἁμαρτία! Ὅποιος ­μέ­νει ἀμετανόητος στὴν ἁμαρτία, εἴτε ὀργὴ καὶ θυ­μὸς λέγεται αὐτὴ εἴτε ἀσέλγεια καὶ πορνεία ἢ μοιχεία εἴτε κλοπὴ εἴτε φόνος εἴτε ἄλ­λο ἔγκλημα, αὐτὸς καταποντίζεται ὄχι στὸν τάφο ἀλλὰ στὸν ᾅδη ψυχικῶς καὶ σωματικῶς.
Τί πρέπει τώρα νὰ κάνουμε, ν᾽ ἀπελπιστοῦ­με; Ὄχι, ἀγαπητοί μου. Νὰ λάβουμε κ᾽ ἐμεῖς θάρρος καὶ νὰ ἔχουμε ἀκράδαντη πίστι στὸ Θεό. Ὁ Θεὸς ἔρχεται καὶ βοηθάει τὸν ἄνθρωπο, δὲν τὸν ἀφήνει. Καὶ ὁ πιστὸς ἄνθρωπος βλέπει παντοῦ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ. Τὸ βλέπει διαρκῶς στὴ ζωή του· κι ὅταν εἶνε μικρός, κι ὅταν μεγα­λώνει, κι ὅταν φτάνει στὰ γεράματά του, πάν­τοτε βλέπει τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὄχι μόνο τὰ ἄτομα, ἀλλὰ καὶ σύνολα, οἰκογένειες καὶ ἔθνη καὶ κοινωνίες, βλέπουν τὴν προστασία του.
Ἡ μικρή μας πατρίδα πολλὲς φορὲς στὴν ἱ­στορία της εἶδε τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ. Τὸ 1922 στὴ Μικρὰ Ἀσία λ.χ. ἔγινε μεγάλη συμφορά. Ἦρ­θαν οἱ Τοῦρκοι, ἔσφαξαν, σκότωσαν, ἔκαψαν, ἀνέτρεψαν τὰ πάντα, βάφτηκε μὲ αἷμα τὸ κῦ­μα τοῦ Αἰγαίου, ἡ θάλασσα κοκκίνισε ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν θυμάτων. Ὅλοι ἦταν ἀπελπισμένοι. Ἕνας δὲν ἀπελπίστηκε· ὁ ἐπίσκοπος τῆς Σμύρ­νης, ὁ τελευταῖος ἱεράρχης τῆς πόλεως, ὁ ἐ­θνομάρτυς Χρυσόστομος. Λειτούργησε γιὰ τε­­λευταία φορὰ στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς καὶ εἶπε μὲ δάκρυα στὰ μάτια· «Ὁ Θεὸς δοκιμά­ζει τὴν πίστι μας. Θαρσεῖτε, Ἕλληνες, θὰ ξη­μερώσουν καλύτερες ἡμέρες…». Καὶ ἦρθαν πρά­γμα­τι καλύτερες ἡμέρες. Τὰ 2 περίπου ἑ­κατομμύρια τῶν προσφύγων, ποὺ ἔφυγαν τότε ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία, ἦρθαν στὴν Ἑλλάδα, δούλεψαν φιλότιμα καὶ ἔκαναν τὴ γῆ νὰ τινά­ξῃ ῥόδα. Μὲ τὸ δικό τους ἱδρῶτα ἡ χώρα μας σὲ λίγο ἔγινε αὐ­τάρκης· τόσο αὐ­τάρκης, ὥστε ἄρ­χισε νὰ κά­νῃ καὶ ἐξ­αγωγὲς ἐκλεκτῶν προϊόν­των της σὲ ἄλλες χῶρες τοῦ ἐξωτερικοῦ. Καὶ μόνο ὑ­λι­κῶς; Καὶ ἐ­θνολογικῶς ἀ­κόμη πολὺ εὐ­εργετήθηκε ἡ χώρα μας. Βγῆκε καὶ ἐδῶ «ἐκ τοῦ πικροῦ γλυκύ», ἀπὸ τὴν ἐθνικὴ συμφο­ρὰ σημαντικὴ ἐ­θνι­κὴ ὠ­φέ­λεια. Βρέθηκαν δηλαδὴ ἔξω ἀπὸ τὰ ἐδάφη της καὶ Τοῦρκοι καὶ Βούλγαροι καὶ Σέρβοι καὶ ἄλλοι, καὶ ἡ Ἑλλὰς ἀπέκτησε θαυμαστὴ ὁμοιογέ­νεια, ἔγινε ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον ὁμοιογενῆ κράτη. Νά τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ.
Τὰ τίμια καὶ ἀκριβὰ τὸ ξέρουμε κινδυνεύουν.
⃝ Καὶ σήμερα ἡ πατρίδα μας δοκιμάζεται. Ὅ­πως στὰ χρόνια τῶν προγόνων μας, ἔτσι καὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας δοκιμάζεται μέσα στὴ φουρτουνιασμένη θάλασσα τῶν δι­πλωματι­κῶν ἀπειλῶν καὶ παγίδων. Μόνο ἡ πίστι, ἡ ἀ­κράδαντη πίστι, μπορεῖ νὰ κάνῃ τὸ θαῦμα. Ἀρκεῖ ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐπαναλάβῃ στὸν Κύριο τὴ φωνὴ τοῦ Πέτρου «Κύριε, σῶσόν με» (ἔ.ἀ. 14,30).
⃝ Καὶ σήμερα ἡ οἰκογένεια ὡς θεσμὸς πλήττεται ἀπὸ τὰ κύματα μοντέρνων ἀντιλήψεων, συνηθειῶν καὶ νομοθετημάτων. Ἡ παιδικὴ ἐγ­κληματικότης βρίσκεται σὲ ἔξαρσι. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ποὺ ἑορτάζει τὸν Αὔγουστο, ἔλεγε· Ὅταν δῆτε νὰ ἀδειάσουν οἱ ἐκ­κλη­­σιές, θὰ γεμίσουν οἱ φυλακές. Καὶ γέμισαν ἤδη ἀπὸ ἐγκληματίες καὶ τρομοκράτες. Αὐτὰ παθαίνει ὅποιος φεύγει ἀπ᾽ τὸ Θεό. Οἱ σύζυγοι, ποὺ βλέπουν τὸ σκάφος τους νὰ κά­νῃ νερά, ἂς γονατίσουν καὶ ἂς φωνάξουν· «Κύ­ριε, σῶ­σε τὸ σπίτι μας, ἅπλωσε τὸ χέρι σου καὶ κράτησέ μας, νὰ μὴ καταποντισθοῦμε!».
⃝ Καὶ ἡ πίστι τοῦ καθενός μας δοκιμά­ζεται σήμερα. Ἔχει ν᾽ ἀντιπαλαίσῃ μὲ ἀνέμους πλά­νης, μὲ ῥεύματα ὀρ­θολογισμοῦ, μὲ καταιγίδες αἱ­­ρέσεων, μὲ κύματα εἰρωνείας, χλεύης, ὀλιγο­πι­στίας. «Κύριε, σῶσε μας», ἂς πῇ ὁ καθένας μας, καὶ «πρόσθεσέ μας πίστι» (ἔ.ἀ. 14,30· Λουκ. 17,5).

* * *

Αὐτὰ τὰ λίγα εἶχα νὰ πῶ, ἀγαπητοί μου.
Ὅλοι στὴ ζωὴ αὐτὴ δοκιμάζουμε θλίψεις. Οἱ θλίψεις εἶ­νε τὰ κύματα, ποὺ χτυποῦν τὸ πλοῖο τῆς ζωῆς μας καθημερινῶς. Ταξιδεύου­με σὲ τρικυμισμένη θάλασσα. Ἀλλὰ μὴ ἀπελπισθοῦμε· στὸ τέλος μᾶς περιμένει τὸ λιμάνι.
Σ᾽ ἕνα χωριὸ τῆς περιφερείας μας συνέβη θάνατος. Πέθανε ὄχι κάποιος γέρος ἀλλὰ μία νέα κοπέλλα εἴκοσι ἐτῶν, στὸ ἄν­θος τῆς ἡλικίας της. Ἦρθε ὁ θάνατος καὶ πῆρε τὴν εὐλογη­μένη αὐ­τὴ κόρη, γιὰ τὴν ὁποία οἱ γονεῖς της ἔπλεκαν χρυσᾶ ὄνειρα· τὴν πῆρε, καὶ θλίβεται τώρα ὅλο τὸ χωριό. Θὰ πᾶμε νὰ ψάλουμε ἐκεῖ τὴν ἐξόδιο ἀκολουθία, τὴν κηδεία, καὶ νὰ παρηγορήσουμε τοὺς πενθοῦντας. Παρηγορία μας εἶνε ἡ πίστι στὴν κοινὴ ἀνάστασι.
Ὅσοι θέλουμε νὰ σωθοῦμε, ἐδῶ σ᾽ αὐτὴ τὴ γῆ θὰ περάσουμε θλίψεις, πολλὲς θλίψεις. Δὲν τὸ λέω ἐγώ, τὸ λέει ὁ θεόπνευστος λόγος· «Διὰ πολ­λῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. 14,22)· γιὰ ν᾽ ἀξιωθοῦμε δηλαδὴ τῆς οὐρανίου βασιλείας, πρέπει νὰ περάσουμε ἀπὸ θύελλα θλίψεων. Ἀλλ᾽ ἂς μὴ ἀ­πελπιζώμεθα. Ὅποιος ἀγαπᾷ τὸ Θεὸ καὶ μένει πιστὸς σ᾽ αὐτόν, στὸ τέλος καὶ ἀπὸ τὶς θλίψεις θὰ βγῇ ὠφελημένος.
Γι᾽ αὐτὸ ἂς ὑπομένουμε τὶς θλίψεις μὲ ἐλ­πί­δα στὸ Θεὸ καὶ θάρρος στὴ νίκη. Ἕνας πιστὸς ποιητὴς ἔγραψε·
«Κι ἂν δὲν μοῦ μείνῃ ἐντὸς τοῦ κόσμου
ποῦ ν᾽ ἀκουμπήσω, νὰ σταθῶ,
ἐκεῖ ψηλὰ εἶν᾽ ὁ Θεός μου·
πῶς ἠμπορῶ ν᾽ ἀπελπισθῶ;».
Κι ἂν ὑποτεθῇ ὅτι μὲ ἐγκατέλειψαν ὅλοι, καὶ συγγενεῖς καὶ φίλοι καὶ γνωστοί, καὶ βρίσκομαι σὲ δύσκολη θέσι καὶ δὲν ἔχω ποῦ νὰ στηριχθῶ καὶ ποῦ νὰ σταθῶ, ἐκεῖ ψηλὰ εἶνε ὁ Θεός μου, πῶς μπορῶ νὰ ἀπελπιστῶ;
Στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστὸ λοιπόν, ποὺ ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας, νὰ ἔ­χουμε τὴν ἐλ­πίδα μας, τὴν πίστι μας, καὶ ὁ Θεὸς δὲ θὰ μᾶς ἐγκαταλείψῃ ποτέ· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ ῾Αγ. Γεωργίου Τριποτάμου – Φλωρίνης 16-8-1992)

TΡΙΑ ΔAIMONIA

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιούλ 30th, 2012 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Ι΄ Ματθαίου (Ματθ. 17,14-23)

TΡΙΑ ΔAIMONIA

.

«Καὶ ἐπετίμησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐξῆλθεν ἀπ᾽ αὐτοῦ τὸ δαιμόνιον καὶ ἐθεραπεύθη ὁ παῖς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης» (Ματθ. 17,18)

Η ΕΙΚΟΝΑ, ἀγαπητοί μου, ποὺ παρουσιάζει σήμερα τὸ ἱερὸ εὐαγγέλιο, δὲν εἶνε εὐ­χάριστη. Εἶνε ἡ φωτογραφία ἑνὸς νέου ὁ ὁποῖ­ος προσε­βλήθη ἀπὸ ἀσθένεια. Τί ἀσθένεια; Ἡ ἀσθένειά του δὲν ἦ­ταν φυσική· εἶχε αἰτία ποὺ δὲν μποροῦσε καν­εὶς νὰ συλλάβῃ. Ἡ αἰτία τῆς ἀσθενείας του ἦταν ὁ σατανᾶς.
―Μπᾶ, θὰ πῇ κάποιος. Στὸν αἰῶνα μας ὑ­πάρχουν ἀκόμα ἱεροκήρυκες ποὺ μιλᾶνε γιὰ σατανᾶ καὶ γιὰ δαιμόνια;
Κ᾽ ἐγώ, ἀγαπητοί μου, ἂν μὲ ρωτήσετε, θὰ ἐπιθυμοῦσα νὰ μὴν ὑ­πάρχῃ σατανᾶς καὶ δαίμονες. Καὶ ὅμως ὑπάρχουν. Τὸ βεβαιώνουν τό­σα καὶ τόσα τεκμήρια. Τὸ βεβαιώνουν οἱ δαι­μονιζόμενοι. Κάθε χρόνο στὶς 16 Αὐγούστου στὴν Κεφαλονιὰ ἑορτάζει ὁ ἅγιος Γεράσιμος, ποὺ ἐκδιώκει τὰ δαιμόνια καὶ ἐλευθερώνει τοὺς δαιμονιζομένους. Αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ ἔ­κανε ὁ Χριστὸς αὐτοπροσώπως ὅταν ἦταν στὴ γῆ, τὸ κάνει καὶ σήμερα ἡ χάρις τοῦ Χριστοῦ διὰ τοῦ ἁγίου Γερασίμου. Τὴν ὕ­παρξι τοῦ σα­τανᾶ βεβαιώνουν τὰ θαύματα. Τὴν βεβαιώνει πρὸ παντὸς ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, τὸ Εὐ­αγγέλιο. Τὸ σημερινὸ εὐαγγέ­λιο λέει, ὅ­τι ἕ­νας νέος ἔπασχε ἀπὸ ἐπήρεια σατανικὴ καὶ ὅτι τὸ δαιμόνιο ἐξῆλθε διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Δυστυχισμένος ἦταν ὁ νέος αὐτός. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ μπῆκε μέσα του τὸ δαιμόνιο δὲν τὸν ἄ­φη­σε ἥσυχο. Ὅπως τὸ ψάρι ἅμα τὸ βγά­λῃς ἀ­πὸ τὴ θάλασσα σπαρταρᾷ, ἔτσι κι ὁ ἄν­θρωπος ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ θὰ φύγῃ ἀπ᾽ τὸ Θεὸ καὶ θὰ μπῇ κάτω ἀπὸ τὴν κυριαρχία τῶν σατα­­νι­κῶν δυνάμεων, δὲν ἔχει ἡσυχία. Καὶ ὁ νέος αὐ­τὸς δὲν ἡσύχαζε. Τὸ δαιμόνιο τὸν ἔ­σπρω­χνε ἄλλοτε στὸ γκρεμό, ἄλλοτε στὴ φωτιὰ κι ἄλλοτε στὸ νερό. Βασανιζόταν ὁ ἴδιος, βασάνιζε καὶ τοὺς ἄλλους. Γι᾽ αὐτὸ βλέπουμε τὸν πατέρα νὰ ἔρχεται καὶ νὰ πέφτῃ στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ τὸν παρακαλῇ λέγοντας «Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν…» (Ματθ. 17,15).

* * *

Αὐτὴ ὅμως ἡ «φωτογραφία», ἀγαπητοί μου, νομίζω ὅτι δὲν εἶνε μόνο τοῦ νέου τοῦ εὐαγγελίου· εἶνε φωτογραφία ὅλης τῆς κοινωνίας μας. Μήπως δὲν ὑπάρχουν καὶ σήμερα νέοι ποὺ παρουσιάζουν τὰ συμπτώματα καὶ τὶς ἐκ­δηλώσεις ποὺ παρουσίαζε ὁ νέος αὐτός; Μήπως δὲν ὑπάρχουν καὶ σήμερα νέοι ποὺ εἶνε θύματα σφοδρῶν παθῶν, ἑωσφορικῶν πα­θῶν; Μήπως καὶ σήμερα γονεῖς δὲν θρηνοῦν γιὰ τὸ κατάντημα τῶν παιδιῶν τους; δὲν ζοῦν μαῦ­ρες ἡμέρες διότι τὰ παιδιά τους ἔφυγαν ἀπὸ τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ καὶ ἔχουν γίνει μάστιγες;
Καὶ δὲν εἶνε μόνο νέοι ποὺ διατελοῦν ὑπὸ τὸ κράτος σκοτεινῶν δυνάμεων. Κάθε ἡλικία βα­σανίζεται ἀπὸ πονηρὰ πνεύματα· καὶ οἱ ὥ­ριμοι, καὶ αὐτοὶ οἱ γέροι ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶ­νε ὑποδείγματα γιὰ τοὺς νέους, τοὺς βλέπεις νὰ λένε καὶ νὰ κάνουν πράγματα ποὺ σὲ κάνουν καὶ σαστίζεις. Τὴν ὥρα ποὺ φέρονται ἔτσι ἀσφαλῶς δὲν τοὺς κυβερνᾷ ἡ λογική, ἡ συνείδησι, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ· εἶνε ὑπὸ τὴν ἐπήρεια σκοτεινῶν πνευμάτων. Ὁλόκληρη λοιπὸν ἡ κοινωνία μποροῦμε νὰ ποῦμε, ἐκτὸς κάποιων ἐξαιρέσεων, εἶνε ὑπὸ τὴν ἐπήρεια σκοτει­νῶν δυνάμεων, εἶνε «γενεὰ ἄπιστος καὶ δι­εστραμμένη» (ἔ.ἀ. 17,17). Καὶ ὅπως ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ θὰ μπῇ μικρόβιο στὸν ὀργανισμὸ ὁ ἄν­θρωπος ἔχει πυρετό, ἔτσι καὶ ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ μπαίνει μέσα του τὸ σκοτεινὸ πνεῦμα, ἀ­πὸ τότε τὸ ἄτομο, ἡ οἰκογένεια, ἡ κοινωνία, βασανίζονται ἀπὸ «πυρετὸ» δαιμονίων.
Ποιά εἶνε τὰ πονηρὰ δαιμόνια, ποιές εἶνε αὐ­τὲς οἱ σκοτεινὲς δυνάμεις ποὺ ταλαιπωροῦν τὴν ἀνθρώπινη ζωή; Ὅταν κάποτε ὁ Χρι­στὸς ρώτησε ἕνα δαιμονιζόμενο «Ποιό εἶ­νε τὸ ὄ­νο­μά σου;», αὐτὸς ἀπήντησε· «Λεγεών», «ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐ­τόν» (Λουκ. 8,30). Καὶ σήμερα ἡ κοινωνία εἶνε «λε­γεών».
Ἀπὸ τὰ πολλὰ αὐτὰ δαιμόνια, ποὺ ἔχουν ξαπλώσει στὰ σπίτια, στὰ σχολειά, στὸν ἀτομικό, στὸν οἰκογενειακὸ καὶ στὸν κοινωνικὸ βίο, θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς παρουσιάσω τρία καὶ μόνο. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἀπὸ αὐτὰ τὰ τρία βασανίζεται ἡ κοινωνία μας. Ἂν φύγουν αὐτά, ἡ γῆ θὰ γίνῃ παράδεισος. Ποιά εἶνε τὰ τρία φοβερώτερα δαιμόνια, ποὺ δὲν ἀφήνουν τὸν ἄνθρωπο νὰ φάῃ γλυκὸ ψωμί;
✓ Τὸ πρῶτο εἶνε τὸ δαιμόνιο τῆς φιλαργυρί­ας, τὸ χρῆμα, ὁ παρᾶς, ὁ θεὸς τοῦ αἰῶνος τούτου, ὁ μαμωνᾶς. Τὸ δαιμόνιο αὐτὸ σπρώχνει τὸν ἄνθρωπο νὰ κυνηγάῃ τὸ χρῆμα ὅπως ὁ κυνηγὸς τὰ θηράματα στὸ δάσος. Χρῆμα, καὶ πάλι χρῆμα, καὶ πάλι χρῆμα! Εἶνε ὁ κίτρινος πυρετός. Λέει κάποιος ὅτι ρώτησαν τὸ χρυσάφι· ―Γιατί ἀπ᾽ ὅλα τὰ μέταλλα ἐσὺ εἶσαι κίτρινο; Κι αὐτὸ ἀπήντησε· ―Κιτρίνισα ἀπὸ τὸ φόβο μου, διότι μὲ κυνηγοῦν ὅλοι.
Αὐτὸ τὸ δαιμόνιο, ἡ δίψα τῆς φιλαργυρίας, σπρώχνει τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἀθετοῦν ὑ­ποσχέσεις, νὰ διαλύουν φιλίες, νὰ πηγαίνουν γιὰ ἀσήμαντες ὑποθέσεις στὰ δικαστήρια, νὰ φτά­νουν μέχρι τὸν Ἄρειο Πάγο καὶ νὰ παλαμίζουν ἀσύστολα τὸ Εὐαγγέλιο. Αὐτὸ χωρίζει ἀδέρφια, διαλύει οἰκογένειες, προκαλεῖ φόνους. Αὐτὸ κάνει τοὺς τοπικοὺς καὶ τοὺς παγκοσμί­ους πο­λέμους. Αὐτὸ φθάνει τὸν ἄνθρωπο στὸ σημεῖο ἀκόμα καὶ νὰ προδώσῃ τὸ Χριστὸ γιὰ τριάκοντα ἀργύρια, τὸν κάνει Ἰούδα.
✓ Τὸ πρῶτο λοιπὸν δαιμόνιο ποὺ ταράζει τὴν κοινωνία εἶνε τὸ δαιμόνιο τῆς φιλαργυρίας. Τὸ δεύτερο εἶνε τὸ δαιμόνιο τῆς σαρκός, τῆς σαρκολατρίας. Αὐτὸς ὁ σατανᾶς δὲν ἀφήνει ἥ­συχο τὸν ἄνθρωπο. Μὲ τί τέχνη δουλεύει! Ἐνῷ οἱ νέοι ἔχουν σαρκικὲς ὁρμές, τοὺς κάνει νὰ μισοῦν τὸ γάμο. Ἡ γενεά μας πράγματι μισεῖ τὸ γάμο· τὸ γάμο ποὺ εἶνε ἱερὸ μυστήριο, τὸ γάμο ποὺ εὐλόγησε ὁ Χριστός, τὸ γάμο ποὺ εἶνε τὸ κύτταρο τῆς κοινω­νίας.
Γελοῦν καὶ μυκτηρίζουν τὸ γάμο οἱ νέοι μας. Θέλουν νὰ ἱκανοποιήσουν τὶς ὁρμές τους ἔ­ξω ἀπὸ τὸ γάμο, καὶ τὸ δαιμόνιο αὐτὸ τῆς σαρκὸς τοὺς δίνει μιὰ σπρωξιὰ καὶ τοὺς γκρεμίζει. Τὸ βλέπω μὲ τὰ μαῦρα του χέρια νὰ σπρώ­χνῃ τοὺς νέους σὲ τρία βράχια – τρεῖς γκρεμούς· ἄλλους τοὺς σπρώχνει στὴν πορνεία, ἄλλους στὴ μοιχεία, καὶ ἄλλους στὶς λοιπὲς ἀ­σέλγειες καὶ ἀκάθαρτα πάθη. Αὐτὸ ἔχει διαλύσει τὴν οἰ­κογένεια, αὐτὸ κάνει τὸν ἄντρα νὰ μισήσῃ τὴ γυναῖκα καὶ τὰ παιδιά του καὶ νὰ τρέχῃ πίσω ἀπὸ πόρνες καὶ παλλακίδες, αὐτὸ γέμισε διαζύγια τὴν Ἑλλάδα, αὐτὸ ἔχει κάνει τὸν κόσμο Σόδομα καὶ Γόμορρα.
✓ Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος λοιπὸν τὸ δαιμόνιο τῆς φιλαργυρίας, ἀπὸ τὸ ἄλλο τὸ δαιμόνιο τῆς σαρ­κολατρίας, τὰ φοβερὰ αὐτὰ δαιμόνια. Ἀλλὰ ἐ­γὼ παραπάνω ἀπὸ αὐτὰ φο­βᾶμαι τὸ τρίτο δαιμόνιο, τὸ δαιμόνιο τῆς ὑπερηφανείας. Δείξατέ μου σήμερα ἕνα ἄνθρωπο ταπεινό! Δὲν ὑ­πάρχει. Ἄντρες καὶ γυναῖκες, λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ δὲν εἴμεθα ταπεινοί, ὅπως ἦταν οἱ ἅγιοι· ὅπως ἦταν ὁ Ἀβραὰμ ποὺ ἔλεγε «ἐγώ εἰμι γῆ καὶ σποδός», ἐγὼ εἶμαι χῶμα καὶ στάχτη (Γέν. 18,27), ὅπως ἦταν ὁ Μωυσῆς, ὅπως ἦταν ἡ ὑ­περαγία Θεοτόκος. Σήμερα οἱ ἄνθρωποι ἔ­χουν ὑπερηφάνεια. Κανένας δὲν θεωρεῖ τὸν ἄλλο ἀνώτερό του.
Ἂν μάλιστα κάποιος μάθῃ καὶ μερικὰ γράμματα καὶ πάρῃ κανένα πτυχίο καὶ πάῃ στὸ ἐξω­τερικὸ καὶ μάθῃ καμμιὰ ξένη γλῶσσα, τότε γίνεται μπαλλόνι, ἀερόστατο. Φθάνει μέχρι τέτοιο σημεῖο ἡ ὑπερηφάνειά του, ὥστε νὰ θέλῃ ἀκόμη καὶ τὸ Θεὸ νὰ γκρεμίσῃ ἀπὸ τὸ θρόνο του.

* * *

Σᾶς ἔδειξα, ἀγαπητοί μου, τὴ φωτογραφία τῆς σημερινῆς κοινωνίας, σᾶς ἔδειξα τὰ τρία μεγάλα δαιμόνια ποὺ τὴ βασανίζουν. Γιά κλεῖ­στε τώρα τὰ μάτια σας καὶ φανταστῆτε τὴν κοι­νωνία μας χωρὶς αὐτὰ τὰ τρία δαιμόνια!… Θὰ ἔλθῃ κάποτε μιὰ τέτοια κοινωνία, ἁγία κοινωνία. Θὰ πέσῃ ἡ Βαβυλών, τὰ Σόδομα καὶ Γόμορρα, τὰ κάστρα τῆς βρωμιᾶς. Θὰ ἔρθῃ μιὰ κοινωνία στὴν ὁποία τὸ χρῆμα καὶ τὰ τριάκον­τα ἀργύρια δὲν θὰ εἶνε ὁ Θεός, ἡ πορνεία καὶ ἡ μοιχεία δὲν θὰ λατρεύωνται, ὁ γάμος θὰ τι­μᾶται καὶ δὲν θὰ ὑπάρχουν διαζύγια. Ἀλλὰ γιὰ νὰ φθάσουμε ἐκεῖ, πρέπει νὰ περάσουμε ἀπὸ πολλὰ στάδια. Ὦ Χριστέ, δός μας δυνάμεις νὰ ἀγωνιστοῦμε νὰ φύγουν τὰ δαιμόνια.
Τώρα τί εἶνε ἡ κοινωνία μας; Σατανοκρατία. Μὴ μοῦ μιλᾶτε γιὰ πολιτεύματα, γιὰ βασι­λεῖες, δημοκρατίες, λαοκρατίες…. Ἂν πάρῃς τὰ διάφορα πολιτεύματα καὶ τὰ πᾷς στὸ χημεῖο καὶ τὰ ἀναλύσῃς, ἂν τὰ ζυγίσῃς μὲ τὸ Εὐ­αγγέ­λιο, θὰ βρῇς ὅτι δὲν εἶνε κράτος Θεοῦ. Τί εἶ­νε; Σατανοκρατία. Σήμερα παντοῦ ἐπικρατεῖ σατανοκρατία.
Ὅσοι λοιπὸν πιστεύουμε στὸν Βασιλέα τῶν ὅλων, ἂς ἐργαστοῦμε νὰ πέσῃ ἡ σατανοκρατία καὶ νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τότε, σὲ μιὰ τέτοια κοινωνία, ἄγγελοι καὶ ἄνθρωποι θὰ ψάλλουν γιὰ τὸν Κύριο· «Ὑμνεῖ­τε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας» (Δαν. 3, ὕμν. 34 κ.ἑ.)· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναὸ της Ἁγίας Τριάδος Κεραμεικοῦ – Ἀθῆναι 14-8-1960)

O ΘEOΣ ΦΡΟΝΤΙΖΕΙ ΓΙΑ ΜΑΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιούλ 28th, 2012 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Η΄ Ματθαίου (Ματθ. 14,14-22)

O ΘEOΣ ΦΡΟΝΤΙΖΕΙ ΓΙΑ ΜΑΣ

«Καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν» (Ματθ. 14,20)

ΑΚΟΥΣΑΤΕ, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Τί εἶνε τὸ Εὐαγγέλιο; Εἶνε ἕνα βιβλίο· εἶνε τὸ ὡραιότερο βιβλίο ποὺ ὑπάρχει στὸν κόσμο. Ἐὰν ὅλοι μας, μικροὶ καὶ μεγά­λοι, ἄντρες καὶ γυναῖκες, ἐγγράμματοι καὶ ἀ­γράμματοι, ἐπιστήμονες καὶ ἐργάτες, ὅλοι ἐν γένει, ἐφαρμόζαμε ὅσα λέει τὸ Εὐαγγέλιο, αὐτὴ ἡ γῆ θὰ ἦταν παράδεισος· ἐνῷ τώρα, ποὺ παραβαίνουμε ὅλοι τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυ­ρίου, ἡ γῆ, ὁ πλανήτης αὐτός, κινδυνεύει νὰ γίνῃ κόλασις.

* * *

Τί λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμερα; Διηγεῖται ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα, τὰ μεγάλα καὶ ἀναρίθμητα θαύματα, ποὺ ἔ­κανε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο αὐτόν. Μετρᾷς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ; μετρᾷς τὰ φύλλα τῶν δέντρων; μετρᾷς τὶς στα­γόνες τῶν ὠκεανῶν; Ἄλλο τόσο μπορεῖς νὰ μετρήσῃς τὰ θαύματα, ποὺ ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ μέχρι συν­τελείας τῶν αἰώνων ὁ Κύ­ριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστός.
Ποιό τὸ θαῦμα; Ὅταν κάποτε ὁ Χριστός μας κουράστηκε ―διότι ἦ­ταν καὶ τέλειος ἄν­θρωπος καὶ ἔφερε ὅλα τὰ γνωρίσματα τῆς ἀν­­­θρω­πίνης φύσεως πλὴν τῆς ἁμαρτίας―, αἰ­σθάνθηκε τὴν ἀνάγκη ἀναπαύσεως. Βγῆκε λοι­πὸν στὴν ἔρημο γιὰ ν᾿ ἀναπαυθῇ λίγο ἀπὸ τοὺς κό­πους καὶ τοὺς μόχθους τῆς ἐπιγείου ζωῆς. Αὐτὸ τὸ πληροφορήθηκε ὁ κόσμος, ὁ ὁποῖος τὸν ζητοῦσε. Καί, παρὰ τὴν ἀπόστασι, βά­δισαν χιλιόμετρα καὶ πῆγαν νὰ τὸν βροῦν. Τὸν βρῆκαν πράγματι. Καὶ ὁ Χριστός, ὅταν τοὺς εἶδε ἐκεῖ στὴν ἔρημο, τοὺς σπλαχνίστη­κε καὶ θεράπευσε ὅλους τοὺς ἀρρώστους ποὺ τοῦ εἶχαν φέρει... την συνέχεια εδώ Read more »