ΕΝΑ ΕΡΩΤΗΜΑ
Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on
Ιούλ 16th, 2012 |
Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Κυριακή Ζ΄ Ματθαίου
Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on
Ιούλ 16th, 2012 |
Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Κυριακή Ζ΄ Ματθαίου
Μιὰ ἐρώτησις, ἀγαπητοί μου, ποὺ ἔχει μεγάλη σπουδαιότητα. Τὴν ἀπηύθυνε ὁ Κύριος στὴν ἐποχή του, ἀλλ᾽ ἀπευθύνεται καὶ σ᾽ ἐμᾶς. Θ᾽ ἀπαντήσουμε ἢ ὄχι ἢ ναί, κι ἀπὸ ἕνα ὄχι ἢ ναὶ ἐξαρτᾶται ὅλη ἡ εὐτυχία μας.
Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on
Ιούλ 1st, 2012 |
Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Κυριακὴ Ε΄ Ματθαίου (Ματθ. 8,28 – 9,1)
ΑΚΟΥΣΑΤΕ , ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Τί μᾶς λέει; Λέει, ὅτι ὁ Κύριός μας ἔκανε δύο θαύματα, ποὺ δείχνουν ὅτι ὁ Χριστὸς ἐξουσιάζει τὰ πάντα· τὰ δέντρα, τὰ ποτάμια, τὶς λίμνες, τὰ ἄστρα, τοὺς ἀγγέλους καὶ ἀρχαγγέλους, καὶ τοὺς δαίμονες ἀκόμα. Εἶνε ὁ Κύριός μας, ποὺ πρέπει μὲ ὅλη μας τὴν καρδιὰ νὰ τὸν λατρεύουμε.
Δυὸ θαύματα σήμερα διηγεῖται τὸ εὐαγγέλιο. Καὶ τὰ δυὸ δείχνουν τὴν παντοδυναμία τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὴν ἑξῆς διαφορά· τὸ ἕνα δείχνει καὶ τὴν ἀγάπη καὶ εὐσπλαγχνία του στὸν ἄνθρωπο, τὸ ἄλλο δείχνει τὴν τιμωρία στοὺς κακοὺς καὶ ἀμετανοήτους. Εἶνε φιλάνθρωπος ἀλλὰ καὶ δίκαιος. Αὐτὰ τὰ δύο βλέπουμε ἐδῶ.
Ἔξω ἀπὸ ἕνα χωριὸ τῆς ἐπαρχίας τῶν Γεργεσηνῶν ἢ Γαδαρηνῶν, ποὺ βρίσκεται στοὺς Ἁγίους Τόπους, κοντὰ σὲ μιὰ λίμνη, ζοῦσαν δυὸ ἄνθρωποι δυνατοί. Πετροβολοῦσαν τοὺς διαβάτες· κανείς δὲν τολμοῦσε νὰ περάσῃ ἀπὸ τὸ μέρος τους. Τοὺς ἔπιαναν, τοὺς ἔδεναν μὲ ἁλυσίδες· μὰ αὐτοὶ ἔσπαζαν τὶς ἁλυσίδες σὰν κλωστές. Τὴ νύχτα δὲν κοιμόντουσαν σὲ σπίτι, ἀλλὰ στὸ νεκροταφεῖο, μέσ᾽ στὰ μνήματα. Μὰ τί ἦταν αὐτοί, ἄνθρωποι ἢ θηρία; Χειρότεροι ἀπὸ θηρία. Ἦταν ―Θεὸς φυλάξοι― δαιμονιζόμενοι. Ἀλλὰ νά τώρα ἔρχεται μπροστά τους – ποιός; Ὁ δυνατός, ὁ Χριστός. Καὶ τὰ δαιμόνια, ποὺ ἀπὸ χρόνια εἶχαν φωλιάσει μέσα τους, μόλις εἶδαν τὸ Χριστό, ἄρχισαν νὰ τρέμουν σὰν τὰ φύλλα. Παρακαλοῦσαν τὸ Χριστὸ νὰ μὴν τοὺς ῥίξῃ στὴν κόλασι, ἀλλὰ νὰ τοὺς ἀφήσῃ νὰ πᾶνε στοὺς χοίρους ποὺ ἔβοσκαν σὲ μακρινὴ ἀπόστασι. Ὁ Χριστὸς σπλαχνίστηκε τοὺς δαιμονιζομένους, ἔβγαλε τὰ δαιμόνια καὶ οἱ δύο ἄνθρωποι ἔγιναν καλά. Αὐτὸ εἶνε τὸ ἕνα θαῦμα, ποὺ δείχνει ὅτι ὁ σατανᾶς ἔχει κι αὐτὸς δύναμι, ἀλλὰ ἡ δύναμί του εἶνε πολὺ μικρὴ μπροστὰ στὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ μας.
Πολλοὶ φοβοῦνται τὰ μάγια. Πιστεύεις στὸ Χριστό, πηγαίνεις στὴν ἐκκλησία, ἐξομολογεῖσαι, κοινωνεῖς τὰ ἄχραντα μυστήρια; Τότε ἔχεις τὸ Χριστὸ μέσα σου καὶ δὲν μποροῦν ὅλοι οἱ δαίμονες νὰ σὲ νικήσουν· ὁ Χριστὸς νικᾷ, ὄχι ὁ διάβολος. Μπροστά του οἱ δαίμονες τρέμουν, ὅπως τὰ γατάκια μπροστὰ στὸ λιοντάρι.
Τὸ ἄλλο θαῦμα. Ἔξω ἀπ᾽ τὸ χωριὸ ἐκεῖνο ἦταν δάσος ὅπου ἔβοσκε ἕνα μεγάλο κοπάδι ἀπὸ χοίρους. Ξαφνικὰ τὰ ζῷα, ἐνῷ ἔβοσκαν ἥσυχα, ἄρχισαν νὰ τρέχουν μὲ ὁρμή, ἔπεσαν ἀπὸ ψηλὸ γκρεμὸ στὰ νερὰ τῆς λίμνης ποὺ ἦταν ἀπὸ κάτω, καὶ πνίγηκαν ὅλα. Μέσα σὲ δευτερόλεπτα χάθηκε μιὰ περιουσία ἑκατομμυρίων. Τί ἔπαθαν τὰ ζῷα; Δαιμονίστηκαν. Δὲ δαιμονίζονται μόνο ἄνθρωποι· δαιμονίζονται καὶ ζῷα. Ἔφυγαν τὰ δαιμόνια ἀπ᾽ τοὺς δυὸ ἀνθρώπους, πῆγαν στὰ γουρούνια, κι αὐτὰ πνίγηκαν.
Γιατί ὅμως; Ὁ Χριστός, ποὺ εἶνε ὅλο ἀγάπη καὶ εὐσπλαγχνία, πῶς ἐπέτρεψε τέτοια ζημιά; Τοὺς τιμώρησε. Καὶ ἔπρεπε. Αὐτοὶ ποὺ εἶχαν τὰ γουρούνια δὲν ἐσέβοντο τὸ Θεό. Ἡ θρησκεία τους δὲν ἐπέτρεπε νά ᾽χουν γουρούνια (καὶ σήμερα οἱ Ἑβραῖοι δὲν τρέφουν γουρούνια, καὶ οἱ Τοῦρκοι χοιρινὸ κρέας δὲν τρῶνε). Οἱ Γαδαρηνοί, παρανόμως, γιὰ ἐμπόριο καὶ μαύρη ἀγορά, ἔτρεφαν γουρούνια καὶ τὰ μοσχοπουλοῦσαν στοὺς εἰδωλολάτρες. Ἦταν πλεονέκτες, φιλάργυροι. Καὶ μόνο αὐτό; Εἶχαν καὶ κακία. Ἀπόδειξις ὅτι ἔδιωξαν τὸ Χριστό. Ἄλτ, ἔξω! τοῦ εἶπαν. Ἂν πήγαινε κανένας ἄλλος, θὰ τὸν δέχονταν· τὸν πτωχὸ καὶ ξυπόλητο Ναζωραῖο τὸν ἔδιωξαν. Κατηραμένο χωριό!
Πέρασαν ἀπὸ τότε χιλιάδες χρόνια. Οἱ ἄνθρωποι ἄλλαξαν; Λίγοι. Οἱ πολλοὶ εἶνε σὰν τοὺς Γαδαρηνούς. Γαδαρηνὸς θὰ πῇ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἀγαπάει Θεό, Χριστό, σταυρό, Παναγιά, ἐκκλησιά· προσευχὴ δὲν κάνει, κερὶ δὲν ἀνάβει, δὲν ἐξομολογεῖται, δὲν κοινωνάει. Ζῇ σὰν ζῷο, σὰν τετράποδο, σὰν τὸ χοῖρο.
Τὸ λέει τὸ εὐαγγέλιο, δὲν τὸ λέω ἐγώ. Μὴ διαστρεβλώσῃ κανεὶς τὰ λόγια μου. Ὅπως εἶπαν ἄλλοτε, ὅτι καταράστηκα τὶς γυναῖκες. Δὲν καταράστηκα. Ἀπὸ ποῦ βγῆκα ἐγώ, ἀπὸ βράχο; Μιὰ μάνα μὲ γέννησε κ᾽ ἐμένα. Δὲν εἶπα τέτοιο πρᾶγμα· ἄλλο εἶπα. Εἶπα ὅτι οἱ γυναῖκες ποὺ δὲν κάνουν παιδιὰ ―ἔτσι λένε μεγάλοι γιατροί― ὅταν δὲν γεννοῦν, ἀλλὰ παίρνουν χάπια, κάνουν ἐκτρώσεις – ἄτιμα πράγματα, παθαίνουν καρκίνο μήτρας καὶ μαστῶν. Ἡ γυναίκα ποὺ γεννάει, τὰ αἵματά της τρέχουν σὰν καθαρὸ ποτάμι· αὐτὴ ἔχει ζωὴ καὶ ὑγεία. Ἔτσι λοιπὸν καὶ τώρα λέω, ὅτι ἄνθρωποι ποὺ δὲν πιστεύουν στὸ Θεὸ εἶνε σὰν τὰ ζῷα, σὰν τὰ γουρούνια. Δὲν τοὺς λέω ἔτσι ἐγώ· τὸ εὐαγγέλιο τοὺς λέει. Διότι τί κάνει τὸ γουρούνι;
⃝ Ἀπ᾽ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ ἔχει τὸ κεφάλι του κάτω στὴ γῆ καὶ ψάχνει γιὰ φαΐ. Ὅταν ἤμουν ἱεροκήρυκας εἶδα μιὰ φορὰ σ᾽ ἕνα μεγάλο χωριὸ ποὺ εἶχε δάσος μὲ βελανιδιὲς ἕνα κοπάδι χοίρων νὰ μπαίνῃ μέσα καὶ νὰ τρῶνε μὲ λαιμαργία. Παρατηροῦσα ὅτι κανένας χοῖρος δὲν ὕψωσε τὸ κεφάλι του ἐπάνω στὴ βελανιδιά. Ἐνῷ ἡ κοττούλα, μιὰ σταλαγματιὰ νερὸ πίνει καὶ σηκώνει τὸ κεφάλι της ἐπάνω, σὰν νὰ λέῃ στὸ Θεό· Σ᾽ εὐχαριστῶ. Σὰν τὰ γουρούνια εἶνε καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοί· πρωὶ μεσημέρι βράδυ, μασᾶνε τρῶνε πίνουν, ἕνα εὐχαριστῶ στὸ Θεὸ δὲ λένε. Καὶ μόνο αὐτό; Τὴ μπουκιὰ ἔχουν στὸ στόμα καὶ τὸ Χριστὸ βλαστημᾶνε. Χειρότεροι ἀπ᾽ τὰ γουρούνια.
⃝ Τὸ ἄλλο γνώρισμα. Ὁ χοῖρος εἶνε μέσ᾽ στὴν ἀκαθαρσία. Καὶ ἂν τὸν πλύνῃς καὶ τὸν καθαρίσῃς μὲ σαπούνι, μόλις φύγῃ ἀπ᾽ τὰ χέρια σου, πέφτει πάλι μέσ᾽ στὴ λάσπη. Ἔτσι εἶνε καὶ μερικοὶ ἄνθρωποι. Ἔρχονται ἐξομολογοῦνται, καθαρίζονται στὴν Ἐκκλησία, παίρνουν τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ· καὶ μόλις βγοῦν τοὺς βλέπεις καὶ πέφτουν στὰ ἴδια ἁμαρτήματα. Τὸ πρωὶ στὴν ἐκκλησία, τὸ βράδυ στὴν ταβέρνα· τὸ πρωὶ στὴν ἐκκλησία, τὸ βράδυ στὴν ἀγκαλιὰ τῆς παλλακίδος· τὸ πρωὶ στὴν ἐκκλησία, τὸ βράδυ στὰ ξένα κτήματα γιὰ κλεψιά· τὴν Κυριακὴ στὴν ἐκκλησία, τὴν ἄλλη μέρα στὸ δικαστήριο νὰ παλαμίζουν τὸ Εὐαγγέλιο. Ἔτσι ξαναπέφτουν στὴ λάσπη.
⃝ Καὶ τὸ τρίτο γνώρισμα. Τὸ γουρούνι, ὅπως εἴπαμε, ποτέ δὲν κοιτάζει ψηλά. Μόνο μιὰ φορά, ὅταν τὸ παίρνουν στὸ σφαγεῖο καὶ τὸ ἀναποδογυρίζῃ ὁ χασάπης, τότε κοιτάζει ἐπάνω καὶ σιωπᾷ· βλέπει, ὅτι ἔξω ἀπὸ τὰ βελανίδια ὑπάρχει καὶ κάτι ἄλλο. Ἔτσι εἶνε καὶ ὁ ἄθεος ἄνθρωπος. Ὅλη τὴ ζωή του δὲ σκέπτεται Θεό. Μόνο ὅταν ἔρθῃ ὁ ἀρχάγγελος νὰ τὸν πάρῃ, τότε ἀνοίγουν τὰ μάτια του καὶ τὰ χάνει. Ὤ τί ἔπαθα! λέει· ὑπάρχει ἄλλος κόσμος, ὑπάρχει κόλασι καὶ παράδεισος!…
Ἀδελφοί μου, πιστεύετε στὸ Χριστὸ καὶ στὸ εὐαγγέλιο. Δὲ θὰ ζήσουμε αἰώνια πάνω στὸ φλούδι αὐτὸ τῆς γῆς. Σήμερα – αὔριο φεύγουμε. Ποῦ εἶνε οἱ πατέρες μας καὶ οἱ παπποῦδες μας; Στὰ μνήματα. Ἐκεῖ θὰ πᾶμε κ᾽ ἐμεῖς ὅλοι. Λοιπὸν τί πρέπει νὰ κάνουμε; Νὰ ζήσουμε ὡς ἄνθρωποι, ὡς Χριστιανοί, ὅπως θέλει ὁ Χριστός μας καὶ τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο Εὐαγγέλιο. Καὶ γιὰ νὰ ζήσουμε ὅπως θέλει ὁ Χριστός, μακριά ἀπὸ τὸ κακό! Ποιό κακό;
Οἱ γυναῖκες μακριὰ ἀπὸ ἐκτρώσεις – ἀμβλώσεις. Μεγάλο ἁμάρτημα ἡ ἀποφυγὴ τῆς τεκνογονίας. Θὰ μᾶς κάψῃ ὁ Θεός. Λιγόστεψαν τὰ παιδιά. Οἱ παπᾶδες τώρα δὲ βαπτίζουν παιδιά· μόνο θάβουν γέρους. Κατάρα!
Καὶ οἱ ἄντρες μακριὰ ἀπὸ τὴ βλαστήμια. Καὶ πότε ὁ ἄνθρωπος βλαστημάει; Ὅταν μεθάῃ· τότε χάνει τὸ χαλινάρι του, εἶνε σὰν ζῷο ἀχαλίνωτο καὶ ὑβρίζει τὰ θεῖα. Μακριὰ ἀπ᾽ αὐτά. Γιατὶ εἶνε φόβος ―ὑπάρχουν παραδείγματα―, τὴν ὥρα τῆς βλαστήμιας, νὰ εἰσχωρήσῃ τὸ δαιμόνιο. Ἂν δὲν πιστεύετε, πηγαίνετε στὴν Κεφαλονιά. Βλαστημᾷς; θὰ μπῇ μέσα τὸ δαιμόνιο· ἢ σ᾽ ἐσένα ἢ στὸ παιδί σου ἢ στὸ σπίτι σου ἢ στὸ ζῷο σου. Ναί, καὶ στὸ ζῷο. Ἔχω ἕνα φοβερὸ παράδειγμα· ἔγινε στὸ χωριό μου καὶ τὸ ξέρω καλά. Ἕνας χωρικός, τότε ποὺ δούλευαν τὴ γῆ μὲ τὰ βόδια, σκόνταψε τὸ ἀλέτρι κι αὐτὸς βλαστήμησε τὰ θεῖα. Τότε τὸ βόδι ἀγρίεψε. Σπάει τὸ ἀλέτρι καὶ πέφτει πάνω του νὰ τὸν ξεκοιλιάσῃ. Ἔτρεξαν ἀπ᾽ τὰ διπλανὰ χωράφια οἱ ἄνθρωποι νὰ τὸν σώσουν. Τὸν πήραν σχεδὸν σκοτωμένο καὶ τὸν πῆγαν στὸ σπίτι. Κ᾽ ἐκεῖ τί ἔγινε; Ἂς μὴ τὸ πιστέψετε. Τὴ νύχτα τὸ βόδι ἔφυγε ἀπ᾽ τὸ μαντρί, βγῆκε ἔξω, πῆγε στὸ σπίτι τοῦ βλασφήμου, καὶ μὲ τὰ κέρατα προσπαθοῦσε νὰ σπάσῃ τὴν πόρτα, νὰ μπῇ μέσα νὰ τὸν σκοτώσῃ. Ὑπάρχει Θεός, ὑπάρχει Θεός!
Κλεῖστε τ᾽ αὐτιά σας στοὺς ἀθέους· εἴτε δάσκαλοι λέγονται, εἴτε καθηγηταί, εἴτε γιατροί, εἴτε ἐπιστήμονες. Κλεῖστε τ᾽ αὐτιά σας, καὶ ἀκοῦστε τὴ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ μας καὶ ζήσετε μὲ τὸ Χριστό. Διαφορετικά, ὄχι μόνο τὰ ζῷα θὰ δαιμονιστοῦν, ἀλλὰ καὶ οἱ πέτρες ποὺ πατοῦμε θὰ γίνουν φίδια νὰ μᾶς φᾶνε.
Ἀδέρφια μου, στὸ Χριστό, στὴν Ἐκκλησία, στὰ ἅγια μυστήρια, ἑνωμένοι, ἀγαπημένοι! Ἔτσι θὰ ἔχουμε τὴν εὐλογία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγιου Νικολάου Κρατεροῦ – Φλωρίνης 3-7-1977)
Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on
Ιούλ 1st, 2012 |
Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Κυριακή των Αγίων Πατέρων
της Δ΄Οικουμενικής Συνόδου
Θ᾿ ἀρχίσω, ἀγαπητοί μου, μ᾽ ἕνα παράδειγμα. Στὶς μεγαλουπόλεις ὑπάρχουν μεγάλα καταστήματα ποὺ πουλᾶνε χοντρικά, αὶ μικρά, μέχρι καὶ τὴν τελευταία συνοικία, ποὺ πουλᾶνε λιανικά. Οἱ πελάτες τῶν μεγάλων εἶνε ἐλάχιστοι, τῶν μικρῶν εἶνε ἄπειροι· ὣς καὶ ἡ φτωχὴ γριούλα θὰ πάῃ ν᾽ ἀγοράσῃ.
Ἀπὸ τὶς ὁρατὲς τώρα πόλεις ἂς μεταφερθοῦμε νοερὰ σὲ μιὰ ἄλλη πόλι, τὴν ὁποία εἶδε στὴν Ἀποκάλυψί του ὁ Ἰωάννης, ἔφριξε γιὰ τὰ ἐγκλήματα ποὺ γίνονται σ᾽ αὐτὴν καὶ τὴν ὠνόμασε Βαβυλῶνα (Ἀπ. 14,8· 16,19· 17,5· 18,2,10,21).
Βαβυλών! Μὲ τὸ συμβολικὸ αὐτὸ ὄνομα δὲν νοεῖται ἡ ἄλφα ἢ βῆτα μεγαλούπολις τῆς ὑδρογείου, ἀλλὰ γενικὰ ἡ ἁμαρτωλὴ συμπύκνωσις καὶ περίληψις τοῦ κόσμου. Βαβυλώνα εἶνε ἡ ὠργανωμένη ἁμαρτία ποὺ βασιλεύει καὶ κυριαρχεῖ στὸν κόσμο. Μέσα στὴ Βαβυλῶνα αὐτὴν ὁ ἑωσφόρος ἔχει ἀνοίξει τρόπον τινὰ τὰ μαγαζιά του καὶ «ρεκλαμάρει» ἐπιμόνως τὸ ἐμπόρευμά του. Ἔχει καταστήματα μεγάλα, στὰ ὁποῖα πουλάει τὴν ἁμαρτία χοντρικά (ὁμαδικοὶ φόνοι, τεράστιες κλοπές, ἀδιάντροπες προσβολὲς τῆς ἁγνότητος καὶ παρθενίας, ἁμαρτήματα γενικὰ ποὺπροκαλοῦν τὴ φρίκη…,) νά τί πουλᾶνε τὰ μεγάλα καταστήματα τῆς Βαβυλῶνος.Ἡ πελατεία τους ὅμως εἶνε μικρὴ ἐν συγκρίσει μὲ τὴν πελατεία τῶν μικρῶν καταστημάτων. Αὐτὰ πουλᾶνε σ νεχῶς μικρὰ εἴδη ἁμαρτίας· ὅλοι ἀγοράζουν ἀπ᾽ αὐτὰ τὰ ψιλικατζίδικα τοῦ διαβόλου. Κάτι ἀστεῖα, κάτι ψεματάκια, κάτι ἄτακτα βλέμματα καὶ γέλια, κάτι ῥεμβασμοί, σκέψεις, ἐπιθυμίες, ὅλα αὐτὰ προσφέρει ὁ «φίλος» σὰν εὐχάριστα παιχνιδάκια. Καλέ, τί εἶνε ἕνα ψεματάκι; εἶνε τὸ ἁλάτι τῆς συζητήσεως… Καὶ τὰ μικρὰ καταστήματα πουλᾶνε συνεχῶς, οὐρὰ ἡ πελατεία τους!
Ἄνθρωποι ποὺ τρέμουν νὰ μποῦν στὰ μεγάλα καταστήματα τῆς Βαβυλῶνος, ἐπισκέπτονται ἄφοβα τὰ μικρὰ μαγαζιὰ τῆς ἁμαρτίας κάθε μέρα.
Ἀνόητοι, τί κάνετε; Ἡ ἁμαρτία εἴτε λιανικῶς εἴτε χονδρικῶς εἶνε μία. Ἀνοῖξτε τὰ μάτια σας νὰ δῆτε· ὁ ἄγγελός σας σὲ ὅλα τὰ καταστήματα τῆς Βαβυλῶνος, κεντρικὰ καὶ ἀπό κεντρα, μεγάλα καὶ μικρά, ἔχει κρεμάσει τὴν προειδοποιητικὴ πινακίδα τοῦ ἀποστόλου Παύλου « ΤΑ ΟΨΩΝΙΑ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ ΘΑΝΑΤΟΣ »(῾Ρωμ. 6,23)
.Μπαίνετε στὰ καταστήματα αὐτά; Ὁ,τιδήποτε κι ἂν ἀγοράσετε, καὶ τὸ ἐλάχιστο ἀκόμη,ἀγοράζετε θάνατο. Μὴν εἶστε ἀφελεῖς. Μὴν κά νετε διάκρισι μικρῶν καὶ μεγάλων παραβάσεων.
Στὸν τελευταῖο παγκόσμιο πόλεμο πολλοὶ γλύ τωσαν ἀπὸ βόμβες, βρῆκαν ὅμως θάνατο ἀπὸ κάτι χρωματιστὰ μολυβάκια, ὡραῖα κουτάκια,μικρὰ παιχνιδάκια, ποὺ ἔρριχναν τὰ ἐχθρικὰ ἀεροπλάνα. Μέσα σ᾽ αὐτὰ τὰ μικροπράγματαὁ ἐχθρὸς εἶχε κλείσει τὸ θάνατο. Μικρὰ καὶ ἀσήμαντα φαίνονταν, ἀλλὰ ἦταν θανατηφόρα ὅπως οἱ μεγάλες βόμβες καὶ οἱ τορπίλλες.
Σοῦ μίλησα, ἀδελφέ, παραβολικά, γιὰ νὰ καταλάβῃς ὅτι πρέπει ν᾿ ἀποφεύγῃς κάθε ἁμαρτία, ὅσο μικρὴ κι ἂν φαίνεται Ἄκου τώρα τὸν Κύριό σου, ποὺ χωρὶς περιστροφὲς στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο φωνάζει· «Ὃς ἐὰν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων…, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν»(Ματθ. 5,19). Ἀκοῦς; Ὁ Κύριος μιλάει κατηγορηματικά.
Ζητάει ἀπ᾽ τὰ παιδιά του πιστὴ ἐκτέλεσι ὅλων τῶν ἐντολῶν, κ᾽ ἐκείνων ποὺ φαίνονται μικρές. Ἂς θυμηθοῦμε τὸν ἀπόστολο Πέτρο στὸ μυστικὸ δεῖπνο. Στὴν ἀρχὴ ἀρνήθηκε νὰ τοῦ πλύνῃ ὁ Κύριος τὰ πόδια. —Ὄχι, Κύριε, δὲν εἶσαι δοῦλος μου, εἶσαι ὁ Κύριος ποὺ λατρεύω.—Πέτρο, ἐγὼ διατάζω, κ᾽ ἐσὺ ἀρνεῖσαι; «ἐὰν μὴ νίψω σε, οὐκ ἔχεις μέρος μετ᾿ ἐμοῦ» (Ἰω. 13,8). Τί ἦταν τὸ πλύσιμο αὐτό; φαινόταν μία «ἐλάχιστη» ἐντολή. Ὁ Πέτρος θά ᾽λεγε· Κύριε, ὣς τώρα ὅ,τι διέταξες τὸ ἔκανα, ἄφησα τὰ πάντα.
Γιατί ἐδῶ ἐπιμένεις; Ἀλλὰ ὁ Κύριος εἶχε τὸ λόγο του. Καὶ ὁ Πέτρος, μπροστὰ στὸν κίνδυνο νὰ διαγραφῇ ἀπὸ τοὺς μαθητάς, ὑποτάσσεται. Δίνει ἔτσι τὸ παράδειγμα νὰ ἐκτελοῦμε χωρὶς συζήτησι κάθε ἐντολὴ τοῦ Κυρίου. «Ἐλάχιστες» ἐντολές! Ποιές εἶνε; Μελετῆστε τὴν Ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία· θὰ δῆτε ὅτι δίπλα σὲ κάθε μεγάλη ἐντολὴ τοῦ Δεκαλόγου ὁ Κύριος ἀνήρτησε καὶ «μικρὲς» ἐντολές του. «Οὐ φονεύσεις», διέταζε ὁ ἀρχαῖος νόμος (Ἔξ. 20,15.Δευτ. 5,17)· ἀλλ᾿ ὁ Κύριος ἀπηγόρευσε καὶ τὴν ἄδικη ὀργή, τὶς ὕβρεις, τὶς προσβλητικὲς λέξεις (βλ. Ματθ.5,22) .
«Οὐ μοιχεύσεις», ἔλεγε ὁ νόμος (Ἔξ. 20,13. Δευτ. 5,18) , ἀλλ᾿ ὁ Κύριος ἀπηγόρευσε καὶ τὸ ἄτακτο βλέμμα, τὴ ῥυπαρὴ σκέψι, τὴν πονηρὴ ἐπιθυμία (βλ. Ματθ. 5,28). Ὦ Κύριε, τί βάθη σοφίας ὑπῆρχαν στὴ σκέψι σου ὅταν ἔδινες τὶς ἐντολές σου, ποὺ ὁ κόσμος θὰ περιφρονοῦσε ὡς «ἐλάχιστες»! Δὲν εἶπες ἁπλῶς «Κόψτε τὸ δέντρο», ἀλλὰ προχώρησες κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια, ἔδειξες τὶς ῥίζες ἀπ᾽ ὅπου ἀντλεῖ χυμούς. Μόνο τὸ κόψιμο τῶν ῥιζῶν ξηραίνει ὁριστικὰ τὸ δέντρο, καὶμόνο ἡ νέκρωσις τῶν παθῶν θὰ φέρῃ τὴν ἐξουδετέρωσι τοῦ κακοῦ, τὴν ὁριστικὴ εἰρήνη.
Ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ κόσμος ποδοπατεῖ τὶς «ἐλάχιστες» ἐντολές. Ἐκδίδει ψηφίσματα, νόμους, συντάγματα. Στὴν καλύτερη περίπτωσι περιορίζει κάπως τὸ κακό, κόβει κλαδιά, ἀλλ᾽ἀφήνει ἀπείραχτη τὴ ῥίζα, ποὺ μόλις βρῇ εὐκαιρία πετάει νέους βλαστοὺς κι ἀρχίζει πάλι ὁ ἄχαρος ἐκεῖνος ἀγώνας τοῦ Ἡρακλέους, ποὺ κοβε μὲν τὰ κεφάλια τῆς Λερναίας Ὕδρας ,ἀλλὰ τὸ θηρίο ἔβγαζε νέα κεφάλια, ἕως ὅτου ὁ Ἰόλαος βρῆκε τὸν τρόπο νὰ καυτηριάζῃ μὲ πυρακτωμένο σίδερο τὶς ῥίζες τους.
Ὁ Κύριος μᾶς δίνει ὕψιστο μάθημα. Ἡ καταπολέμησι τῆς ἁμαρτίας μέσα μας δὲν θέλει ἐπιείκεια, ἡμίμετρα, συμβιβασμούς· θέλει αὐστηρότητα, ἀμείλικτο πόλεμο, ἄσπονδο εὐλογημένο μῖσος. Πάρε σὰν ἄλλος γιατρὸς τὸ πυρακτωμένο σίδερο τοῦ Ἰολάου, τὴν ἡρωικὴ ἀπόφασι, καὶ καυτηρίασε τὸ κακὸ ὅπου κι ἂν τὸ ἀνακαλύψῃς μέσα σου. Βγάλε τὸ πονηρὸ μάτι καὶ κόψε τὸ κακὸ χέρι ποὺ σὲ σκανδαλίζει, ἀποχωρίσου δηλαδὴ ἀπὸ ἀγαπητὰ πρόσωπα καὶ συνήθειες, ἂν γίνωνται ἐμπόδιο νὰ σωθῇς. Ἔχε ὑπ᾽ ὄψιν, ὅτι καμμιά ἐντολὴ τοῦ Κυρίου δὲν εἶνε μικρὴ καὶ ἀσήμαντη.
«Ὃς ἐὰν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται…». Ὁ Κύριος, ποὺ εἶπε τὰ λόγια αὐτά, γνωρίζει ὅσο κανένας ἄλλος τὴ διαδρομὴ τοῦ κακοῦ. Δὲ γίνεται κανείς Νέρων, Καλιγούλας, Ἰούδας σὲμιὰ στιγμή.
Ἡ ἁμαρτία ἔχει στάδια . Κάθε ἔγκλημα ξεκινάει ἀπὸ μακριά, σὰν μία κακὴ σκέψι. Πέφτει σὰν σπόρος στὴν ψυχή. Καὶ ἂν μὲν διωχθῇ ἀμέσως μὲ ὀργή, μὲ τὴν αὐστηρὴ φωνὴ τοῦ Κυρίου «Ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ» (Ματθ. 4,10) ,ἡ ψυχὴ σώθηκε, ἔμεινε ἀμόλυντη. Ἂν ὅμως ἡσκέψι χρονίσῃ, βρῇ τροφὴ καὶ περιποίησι, τότε ῥιζώνει, ἁπλώνεται, κατακτᾷ ὅλη τὴν ψυχὴκαὶ σπρώχνει σὲ φοβερὰ ἐγκλήματα. Βλέπεις τὸ ἄκαρπο ἐκεῖνο δέντρο ποὺ πιάνει ὁλόκληρο τετράγωνο; βγῆκε ἀπὸ ἕνα σπόρο.
Βλέπεις ἐκεῖνο τὸ ὄρνεο, ποὺ τρώει τὰ ψοφίμια; βγῆκε ἀπὸ ἕνα ἀβγό. Βλέπεις κ᾽ ἐκεῖνα τὰ ἐγκλήματα ποὺ ταράζουν τὸν κόσμο; ὅλα προῆλθαν ἀπὸ «σπόρους», παραβάσεις «ἐλαχίστων» ἐντολῶν, μικρὰ γεγονότα, ποὺ χρόνιαἔμειναν ἀπαρατήρητα καὶ τώρα βλάστησαν. Ἂν ὅλοι δίναμε προσοχὴ στὶς «ἐλάχιστες»ἐντολὲς τοῦ Κυρίου, πόσα ἐγκλήματα θ᾽ ἀποφεύγονταν, πόσες ἀδικίες θὰ προλαμβάνονταν, πόσες ἀταξίες, ἀνωμαλίες καὶ πικρίες θὰ ἐξαλείφονταν! Κάντε ἕνα πείραμα . Ἂς προσπαθήσῃ μιὰ οἰκογένεια νὰ ἐφαρμόσῃ γιὰ μιὰ βδομάδα τὴν ἐντολὴ ἐκείνη στὸ κεφ. 12, στίχ. 36 τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου, ὅπου ὁ Κύριος λέει ν᾽ ἀποφεύγουμε τὰ περιττὰ λόγια, καὶθὰ δῆτε τί εἰρήνη θὰ ἐπικρατήσῃ στὰ μέλη της. Τὸ συμπέρασμα. Καμμιά δοσοληψία, ὄχι μόνο μὲ τὰ μεγάλα ἀλλ᾽ οὔτε καὶ μὲ τὰ μικρὰ καταστήματα τῆς Βαβυλῶνος. Κάθε παράβασι ἐντολῆς τοῦ Κυρίου θὰ προξενήσῃ γρήγορα ἢἀργὰ τὸ θάνατο, χωρισμὸ ψυχῆς ἀπὸ τὸ Θεό·ὑπάρχει χειρότερη δυστυχία; Μὴν ἁμαρτάνετε οὔτε στὰ ἐλάχιστα, μὴν ἀγοράζετε θάνατο!
Χρειάζεται, ἀγαπητοί μου, ἰσχυρὸ ἐλατήριο γιὰ νὰ προσκολληθῇ ἡ καρδιὰ στὸν θεῖο νόμο. Κι αὐτὸ εἶνε ἡ ἀγάπη – ὁ ἔρωτας στὸ Χριστό . Ὅποιος ἀγαπᾷ κάνει ὅ,τι ἐπιθυμεῖ ὁ ἀγαπώμενος, θυσιάζεται γιὰ τὶς προτιμήσεις του· καὶ ἡ ψυχὴ ἐκείνου ποὺ πάνω ἀπ᾽ ὅλα ἀγαπᾷ τὸ Χριστὸ δὲν κάνει διακρίσεις μεταξὺ μικρῶν καὶ μεγάλων ἐντολῶν του· τὶς ἐκτελεῖ ὅλες μὲ προθυμία καὶ λέει· «Λάλει, Κύριε, ὅτι ἀκούει ὁ δοῦλός σου» (Α΄ Βασ. 3,9,10). Ὅποιος ἀγαπᾷ τὸν Κύριο δὲν ἁμαρτάνει (πρβλ. Α΄ Ἰω. 5,18)
. Ὁ Χριστὸς εἶπε· «Ἐὰν ἀγαπᾶτέ με, τὰς ἐντολὰς τὰς ἐμὰς τηρήσατε»(Ἰω. 14,15). Εἴθε ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ὁ θεῖος ἔρωτας ποὺ ἐξαϋλώνει τὸν ἄνθρωπο, νὰ ῥιζώσῃ στὶςκαρδιές μας. Τότε καμμιά ἐντολὴ τοῦ θείου νόμου δὲν θὰ περιφρονῆται· ὅλες θὰ ἐκτελοῦνται ἀδίστακτα μέχρι τὸ τελευταῖο γιῶτα, καὶ εἰ-ρήνη μεγάλη θὰ βασιλεύσῃ στὸν τόπο μας. Ἐκεῖνος εἶπε καὶ ὁ λόγος του εἶνε ἀληθινός· «Εἰρήνη πολλὴ τοῖς ἀγαπῶσι τὸν νόμον σου»(Ψαλμ. 118,165).
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ραδιοφωνικὴ ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε ἀπὸ τὸν Σταθμὸ Λαρίσσης τὸ 1949.
Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on
Ιούν 22nd, 2012 |
Filed under: Român (ROYMANIKA), ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, ΟΜΙΛΙΕΣ (απομαγν.)
Κυρ. Πατ. Δ΄ Οἰκ. Συνόδου (Ματθ. 5,14-19)
ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ, ἀγαπητοί μου, ἐρωτῶ τὸν ἑαυτό μου, ἐρωτῶ τοὺς ἄλλους, καὶ τώρα ἐρωτῶ κ᾽ ἐσᾶς· εἴμαστε Χριστιανοί; Περίεργο, θὰ πῆτε· δόξα τῷ Θεῷ ὅλοι βγήκαμε ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα τῆς Ὀρθοδοξίας· πῶς μᾶς κάνεις τέτοιο ἐρώτημα; Δυστυχῶς, ἀγαπητοί μου, μὲ τὰ χείλη εἴμαστε Χριστιανοί. Ὅπως λέει ὁ προφήτης Ἠσαΐας, «ὁ λαὸς αὐτὸς μὲ λατρεύει μὲ τὰ χείλη, ἀλλὰ ἡ καρδιά του εἶνε μακριὰ ἀπὸ μένα» (Ἡσ. 29,13. Ματθ. 15,8. Μᾶρκ. 7,6).
Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on
Ιούν 22nd, 2012 |
Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Κυριακὴ Γ΄ Ματθαίου (Ματθ. 6,22-33)
ΥΠΗΡΧΕ, ἀγαπητοί μου, ἐποχὴ ποὺ ὅλοι πίστευαν. Ἄπιστος, ἄθεος, ἀλειτούργητος δὲν ὑπῆρχε οὔτε ἕνας. Κι ἂν καμμιὰ φορὰ παρουσιαζόταν κανένας τέτοιος, οἱ ἄλλοι ἔκοβαν κάθε συναναστροφὴ μαζί του, οὔτε καλημέρα τοῦ ἔλεγαν, κι αὐτὸς ἀναγκαζόταν κ’ ἔφευγε ἀλλοῦ. Στὸν Πόντο λ.χ. καὶ γενικῶς στὸν ἑλληνισμό, ἂν βρισκόταν κανεὶς νὰ τολμήσῃ ν’ ἀνοίξῃ τὸ στόμα καὶ νὰ βλαστημήσῃ τὰ θεῖα, χίλια χέρια τὸν ἅρπαζαν καὶ τὸν ἔβαζαν στὴ θέσι του. Δὲν εἶχαν ἀνάγκη ἀπὸ ἀστυνομία· φύλακες τῆς πατρῴας πίστεως ἦταν ὁ ἴδιος ὁ λαός. Τὸ πιὸ μεγάλο ἔγκλημα ἐθεωρεῖτο τὸ νὰ εἶνε κανεὶς ἄπιστος. Καὶ τὸ Σωκράτη ἀκόμη γιατί τὸν κατεδίκασαν; διότι πίστεψαν τοὺς συκοφάντες του ὅτι εἶνε ἄθεος, κ’ ἔτσι τὸν ὑποχρέωσαν νὰ πιῇ τὸ κώνειο.
Τώρα ἡ ἀπιστία δὲν προκαλεῖ φρίκη. Σήμερα ποιό θεωροῦν σοβαρὸ ἔγκλημα; τὴν κλεψιὰ καὶ τὸ φόνο· αὐτὰ κρίνονται ἄξια τιμωρίας. Τώρα ἡ βλαστήμια, ἡ ἀπιστία κ’ ἡ ἀθεΐα διαδόθηκαν σὰν τὴ ψώρα· ἀπὸ τὶς πόλεις ἔφτασαν μέχρι τὰ βουνὰ κ’ οἱ ἄπιστοι εἶνε πολλοί.
Πρῶτα ἡ ἀπιστία ἀπειλεῖ τὰ παιδιὰ καὶ τοὺς νέους. Πᾶνε στὰ σχολεῖα καὶ στὰ πανεπιστήμια, ἀκοῦνε διάφορα πράγματα, καὶ γυρίζουν ἐπηρεασμένοι. Καὶ μετὰ ἀκοῦς νὰ σοῦ λένε, ὅτι «δὲν ὑπάρχει Θεός». Ἂν τοὺς ρωτήσῃς ―Γιατί δὲν ὑπάρχει Θεός; ἀπαντοῦν· ―Τὸ λέει ἡ ἐπιστήμη.
Ψέμα! Ἡ ἐπιστήμη δὲν λέει ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός. Ἀντιθέτως, μεγάλοι ἐπιστήμονες τοῦ κόσμου (Ἀμερικανοί, Γάλλοι, Ἄγγλοι, ῾Ρῶσοι) ὁμολογοῦν τὴν πίστι τους στὸ Θεό. Στὴ Μόσχα, ὅπου βρέθηκε δική μας ἀντιπροσωπία κληρικῶν, συνάντησε σπουδαίους ἐπιστήμονες ποὺ εἶπαν· ―Κ’ ἐμεῖς πιστεύουμε! Δὲν εἶνε λοιπὸν ἡ ἐπιστήμη ἀντίθετη μὲ τὴν πίστι. Κ’ ἔρχεται ὁ ἀγράμματος τεντυμπόης, ποὺ δὲν ξέρει νὰ βάλῃ ἀκόμα τὴν ὑπογραφή του οὔτε νὰ συντάξῃ ἕνα ἔγγραφο τῆς προκοπῆς καὶ τρώει εἰς βάρος τῶν γονέων του, κι ἀνοίγει τὸ στόμα καὶ λέει ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός.
Ἴσως ὅμως κάποιος μᾶς πῇ· Ἐγώ, γιὰ νὰ πιστέψω ὅτι ὑπάρχει Θεός, θέλω ἀποδείξεις.
Θὰ ἔπρεπε, ἀγαπητοί μου, ν’ ἀρχίσω ἀπὸ τώρα, νὰ σᾶς κρατήσω μέχρι τὴ νύχτα, νὰ συνεχίσω νὰ σᾶς μιλάω ὅλη τὴν ἑβδομάδα, γιὰ νὰ σᾶς ἀναφέρω ὄχι μία καὶ δύο καὶ τρεῖς καὶ τέσσερις ἀποδείξεις, ἀλλὰ χιλιάδες καὶ ἑκατομμύρια ἀποδείξεις ὅτι ὑπάρχει Θεός.
Ὑπάρχει Θεός! Ποῦ τὸ βλέπουμε; Βγὲς ἔξω στὴ φύσι, πήγαινε στὰ χωράφια, περπάτησε στοὺς κάμπους, ἀνέβα πάνω στὰ βουνά, ῥίξε μιὰ ματιὰ τὴ νύχτα ψηλὰ στὸν οὐρανὸ ποὺ λάμπουν χιλιάδες ἀστέρια, δὲς τὶς λίμνες, τὶς πηγές, τὰ ποτάμια, τὴ θάλασσα, τὰ ζῷα καὶ τὰ πουλιά, τὰ φυτὰ καὶ τὰ δέντρα, ὅλα τὰ ὡραῖα πράγματα ποὺ ὑπάρχουν. Ἕνα ἐρώτημα ἔρχεται ἀπὸ τὴν παρατήρησι ὅλου τοῦ σύμπαντος· ποιός τὰ ἔκανε αὐτά; Μία ἀπάντησις ὑπάρχει, αὐτὴ ποὺ λέει ὁ ἀπόστολος· «Πᾶς οἶκος κατασκευάζεται ὑπό τινος, ὁ δὲ τὰ πάντα κατασκευάσας Θεός» (Ἑβρ. 3,4). Ἐὰν μὲ πείσῃς ὅτι μιὰ ἐκκλησία φύτρωσε ἔτσι, ἐὰν μὲ πείσῃς ὅτι τὸ σπίτι σου ἢ τὸ καλύβι σου ἔγινε ἔτσι, ἐὰν μὲ πείσῃς ὅτι τὸ ἀεροπλάνο ἔγινε ἔτσι, ἐὰν μὲ πείσῃς ὅτι τὸ ρολόϊ ποὺ ἔχεις στὸ χέρι σου φύτρωσε στὰ χωράφια, τότε θὰ πεισθῶ ὅτι κι αὐτὸ τὸ τεράστιο σύμπαν πού ᾽νε ἕνα μεγάλο σπίτι, μιὰ πελώρια ἐκκλησία, ἕνα τέλειο μηχάνημα, φτειάχθηκε μόνο του. Ὁ Θεὸς τὸ ἔφτειαξε. Ἄρα ὑπάρχει.
Γιὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ μιλάει καὶ τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Τί μᾶς λέει; Ἔχετε πίστι στὸ Θεό, λέει ὁ Χριστός. ῾Ρῖξτε μιὰ ματιά, «καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ…» (Ματθ. 6,28). Δὲν εἶνε ἀνάγκη νὰ πᾶτε σὲ σχολεῖα καὶ πανεπιστήμια γιὰ νὰ διδαχθῆτε ὅτι ὑπάρχει Θεός. Πάρτε στὰ χέρια σας ἕνα στάχυ, ἀπ’ αὐτὰ ποὺ εἶνε γεμᾶτος σήμερα ὁ κάμπος. Ἔτσι ἀδιάφορα τὰ βλέπουμε. Θά ᾽πρεπε νὰ τὰ βλέπουμε μὲ ἄλλο ἐνδιαφέρον. Ἀπὸ ποῦ προέρχονται ὅλα αὐτά; τὰ στάχυα, τὰ φυτά, τὰ λουλούδια, τὰ δέντρα τὰ μεγάλα, ἀπὸ ποῦ βγῆκαν; Ὅλα βγῆκαν ἀπὸ ἕνα σπόρο. Καὶ ὁ σπόρος τὶς περισσότερες φορὲς εἶνε πολὺ μικρός· τόσο μικρός, ποὺ μέσα σ᾽ ἕνα κουτὶ ἀπὸ σπίρτα χωροῦν χιλιάδες σπόροι. Ἀπὸ ἕνα σπόρο βγαίνει βασιλικός, ἀπὸ ἄλλο βγαίνει κρίνος, ἀπὸ ἄλλο στάχυα, ἀπὸ ἄλλο πεῦκα πελώρια. Ἕνας σπόρος! Ποιός τὸν ἔφτειαξε; Ὅλη ἡ ἐπιστήμη δὲν μπορεῖ, οὔτε θὰ μπορέσῃ, νὰ φτειάξῃ ἕνα σπόρο. Φτάνει ἕνας σπόρος νὰ σοῦ πῇ, ὅτι ὑπάρχει Θεός. Ἀπορῶ, πῶς ὑπάρχουν ἄπιστοι. Θὰ ἔπρεπε τοὺς ἀπίστους καὶ ἀθέους, ἂν ὑπῆρχε τρόπος, νὰ τοὺς βάλουμε σ᾽ ἕνα πύραυλο, νὰ τοὺς στείλουμε στὸ φεγγάρι καὶ τὰ ἄστρα. Ἐκεῖ ξεραΰλα· ποταμάκι δὲν τρέχει, λίμνη δὲν δροσίζει, θάλασσα δὲν ἁπλώνεται, ἀρνάκι δὲ βόσκει, πουλὶ δὲν κελαηδεῖ. Ὅλα ἐδῶ στὴ γῆ τά ᾽κανε ὁ Θεός, αὐτὸς εἶνε ὁ δημιουργός τους.
«Καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ…», εἶπε ὁ Κύριος. Γιά ἰδέστε πῶς στολίζονται τὰ δέντρα. Γυμνὰ εἶνε τὸ χειμῶνα· ἀλλὰ τὴν ἄνοιξι ποιός μὰ ποιός ῥάφτης τοὺς κάνει τόσο ὄμορφες φορεσιές; Καμμιά νύφη δὲν στολίστηκε τόσο ὄμορφα ὅπως ἡ ἀμυγδαλιά. Ποιός δὲν θαύμασε τὰ λευκά της ἄνθη; Κι ὅλα τὰ δέντρα ἔχουν τὶς φορεσιές τους, τὶς ὄμορφες φορεσιὲς ποὺ τοὺς δίνει ἡ θεία πρόνοια.
῾Ρῖξτε ἀκόμη, λέει ὁ Κύριος, ἕνα βλέμμα στὰ «πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ» (ἔ.ἀ. 6,26). Κοιτάξτε τὰ πουλιὰ ποῦ κατοικοῦν, πῶς φτειάχνουν τὶς φωλιές τους. Κοιτάξτε τὶς κινήσεις τους. Τὰ βλέπεις πῶς μεταναστεύουν; Πρὶν τὸ φθινόπωρο τὰ χελιδόνια ἀναχωροῦν, διανύουν χιλιόμετρα, χωρὶς πυξίδες καὶ χάρτες, καὶ πᾶνε τόσο μακριά. Ποιός τὰ ὁδηγεῖ; Καὶ τοῦ χρόνου τὸ καλοκαίρι νάτα πάλι στὴν ἴδια φωλιά. Ποιός τὰ κατευθύνει;
Ὅλα λοιπὸν αὐτὰ τὰ δημιουργήματα ποὺ ὑπάρχουν στὸν φυσικὸ κόσμο διδάσκουν, ὅτι ὑπάρχει Θεός. Ἐκεῖνος εἶνε ὁ δημιουργὸς ποὺ τὰ ἔφερε στὴν ὕπαρξι, ἀλλὰ εἶνε καὶ ὁ προνοητὴς ποὺ τὰ συντηρεῖ. Αὐτὸ μᾶς λέει ὁ Κύριος σήμερα. Ὁ Θεὸς φροντίζει γιὰ ὅλα· γιὰ τὰ μυρμήγκια, γιὰ τὶς μέλισσες, γιὰ τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ, γιὰ τὰ πουλιὰ τοῦ οὐρανοῦ, γιὰ τὰ ζῷα τῆς ξηρᾶς καὶ τὰ ψάρια τῆς θαλάσσης.
Τὸ συμπέρασμα. Ἐὰν φροντίζῃ γιὰ ἕνα μυρμήγκι ―καὶ φροντίζει πράγματι―, ἂν φροντίζῃ γιὰ ἕνα πουλί, γιὰ ἕνα κρίνο, ἀπείρως περισσότερο φροντίζει γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ εἶνε ἡ κορυφαία ἀξία, τὸ ἐπιστέγασμα τῆς θείας δημιουργίας. Φροντίζει ὁ Θεός, γι’ αὐτὸ κι ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνη.
Πράγματι ὅλα τῆς προνοίας τοῦ Θεοῦ εἶνε. Σκέψου λ.χ. τὸν ἀέρα ποὺ ἀναπνέεις. Πάνω στὸ φεγγάρι δὲν ὑπάρχει ἀέρας· οἱ ἀστροναῦτες ἀνέπνεαν μὲ φυάλες ὀξυγόνου, καὶ ἔτρεμαν μήπως σπάσῃ ἡ φιάλη ποὺ εἶχαν μαζί τους καὶ φύγῃ ὁ ἀέρας. Ἀέρας στὸ φεγγάρι δὲν ὑπάρχει, ἐδῶ στὴ γῆ πνέει ἀέρας δροσερός. Ἐδῶ ὁ ἥλιος φωτίζει, ἐδῶ νερὰ τρέχουν, ἐδῶ ποταμοὶ δροσίζουν, ἐδῶ ζῷα, ἐδῶ πουλιά, ἐδῶ ὅλα τὰ ἀγαθά. Δὲν ὑπάρχει ἀλλοῦ ζωή, θεωρεῖται πλέον βέβαιο αὐτὸ. Ἀμέτρητα ἄστρα ὑπάρχουν, κανένα ὅμως δὲν εἶνε ἐφωδιασμένο μὲ τὰ ἀπαιτούμενα γιὰ τὴ ζωή.
Ἐν τούτοις ὁ ἄνθρωπος ἀναπνέει τὸν ἀέρα καὶ ἀπολαμβάνει τὰ ἀγαθὰ χωρὶς εὐγνωμοσύνη. Κάθεται στὸ τραπέζι κι ὄχι μόνο δὲν κάνει σταυρὸ ἀλλὰ καὶ βλαστημάει τὸ Θεό. Ἀλλὰ θὰ ᾽ρθῇ ὥρα ―προφητεύω― ποὺ θὰ πεινάσουμε καὶ θὰ διψάσουμε. Θὰ στερέψουν οἱ βρύσες, θὰ ξεραθοῦν τὰ ποτάμια, καὶ τότε σὰν τὰ λυσσασμένα σκυλιὰ θὰ τρέχουμε στὶς ῥεματιὲς νὰ βροῦμε λίγο νερό. Θὰ ἀδειάσουν οἱ πόλεις. Ὅ,τι γράφει ἡ Ἀποκάλυψις, θὰ γίνῃ.
Φύγαμε δυστυχῶς μακριὰ ἀπὸ τὸ Θεό, δὲν πιστεύει κανείς. Κ’ ἐσεῖς ἀκόμη, γιὰ νὰ λέμε τὴν ἀλήθεια, ἔχετε ἐρωτηματικὰ καὶ ἀμφιβολίες. Καὶ λέτε μέσα σας· Ἔ τώρα τί λέει αὐτὸς ὁ παπᾶς, αὐτὸς ὁ δεσπότης!… Ὄχι τί λέω ἐγώ. Ἐὰν ἐμεῖς σιωπήσουμε, καὶ οἱ πέτρες ἀκόμα ποὺ πατοῦμε καὶ τὰ βουνὰ θὰ φωνάξουν, ὅτι ὑπάρχει Κύριος τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, δημιουργὸς καὶ προνοητὴς ὅλων.
Ποιά συγγένεια, ἀγαπητοί μου, ποιά σχέσι ἔχουμε ἐμεῖς μὲ τοὺς πιστοὺς προγόνους μας, μὲ τοὺς ἀληθινοὺς ἐκείνους Χριστιανούς; Τὸ εὐαγγέλιο σήμερα μᾶς διδάσκει, νὰ ἔχουμε πίστι στὸ Θεό. Ὅλα μιὰ μέρα θὰ σβήσουν, αὐτὸ εἶνε βέβαιο· καὶ τὰ ἄστρα θὰ πέσουν, καὶ τὰ ποτάμια θὰ ξεραθοῦν, καὶ ἡ γῆ θὰ γίνῃ ἄνω-κάτω, καὶ ὁ ἥλιος θὰ σκοτεινιάσῃ, καὶ τὸ φεγγάρι θὰ ἐξαφανιστῇ, καὶ τὰ βασίλεια θὰ διαλυθοῦν, καὶ τὰ μεγάλα ἔθνη, ποὺ εἶνε ἔνοχα γιὰ ἀδικίες εἰς βάρος τῶν μικρῶν ἐθνῶν, θὰ συντριβοῦν, καὶ οἱ μεγάλες πολιτεῖες θὰ καταστραφοῦν. Ἕνα πρᾶγμα μένει· Ἰησοῦς Χριστὸς Θεοῦ Υἱὸς Σωτήρ. Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγιου Γεωργίου Σπηλιᾶς – Ἑορδαίας 4-7-1976)
Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on
Ιούν 22nd, 2012 |
Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Κυριακὴ Δ΄ Ματθαίου (Ματθ. 8,5-13)
Η Ἐκκλησία μας, ἀγαπητοί μου, τιμᾷ τοὺς ἁγίους ἀποστόλους. Τοὺς τιμᾷ μὲ ξεχωριστὴ ἑορτὴ τὸν καθένα, ἀλλὰ τοὺς τιμᾷ καὶ ὅλους μαζὶ μὲ μία κοινὴ ἑορτὴ ἡ ὁποία ὡς γνωστὸν τελεῖται στὶς 30 Ἰουνίου. Καὶ δικαίως τοὺς ἀποδίδεται αὐτὴ ἡ τιμή. Διότι οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι εἶνε οἱ στῦλοι τῆς Ἐκκλησίας, εἶνε οἱ γίγαντες τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀρετῆς, εἶνε οἱ μεγάλοι εὐεργέται τῆς ἀνθρωπότητος.
Ὡρισμένοι μάλιστα ἀπὸ αὐτοὺς εἶνε ἰδιαιτέρως εὐεργέται τοῦ εὐλογημένου ἔθνους μας, τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Σὲ κανέναν ἄλλο δὲν ὀφείλει τόσα ἡ πατρίδα μας ὅσα στὸν ἀπόστολο Παῦλο καὶ στὸν ἀπόστολο Ἀνδρέα· σ᾽ αὐτοὺς τὸ χρωστᾶμε οἱ Ἕλληνες ὅτι εἴμεθα Χριστιανοί. Ἐὰν ὁ ἀπόστολος Παῦλος δὲν ἀνέβαινε στὸν Ἄρειο πάγο τῶν Ἀθηνῶν νὰ κηρύξῃ τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ ἂν ὁ ἀπόστολος Ἀνδρέας δὲν ἐσταυρώνετο στὴν Πάτρα, ἐμεῖς δὲν θὰ ἤμασταν Χριστιανοί. Μὲ τὸ κήρυγμα, μὲ τοὺς κόπους, μὲ τὰ δάκρυα καὶ τὸ αἷμα τῶν ἀποστόλων ἡ Ἑλλὰς ἔγινε χριστιανικὴ χώρα.
Ἀλλὰ τίθεται τὸ ἐρώτημα· εἴμεθα πράγματι Χριστιανοί; Μερικὰ πράγματα εἶνε σπάνια, καὶ γι᾽ αὐτὸ ἔχουν μεγάλη ἀξία. Σπάνιο εἶνε τὸ χρυσάφι, κι ἀκόμη πιὸ σπάνιο τὸ διαμάντι. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ χρυσάφι καὶ ἀπὸ τὸ διαμάντι πιὸ σπάνιο εἶδος στὴν ἐποχή μας ἔγινε ὁ Χριστιανός, ὁ ἀληθινὸς Χριστιανός. Δεῖξτε μου ἕναν ἀληθινὸ Χριστιανό, Χριστιανὸ εἰκοσιτεσσάρων καρατίων, Χριστιανὸ ὅπως τὸν θέλει τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καὶ οἱ ἀπόστολοι καὶ ἡ παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας μας, καὶ νὰ πέσω νὰ τὸν προσκυνήσω.
Σπάνιο εἶδος ἔγινε ὁ Χριστιανὸς στὶς ἡμέρες μας. Καὶ θὰ μποροῦσα νὰ πῶ κάτι ἀκόμη πιὸ αὐστηρό, κάτι ποὺ θὰ φανῇ παράδοξο. Ποιό· πρὸ Χριστοῦ ὑπῆρχαν Χριστιανοί, καὶ μετὰ Χριστὸν ὑπάρχουν εἰδωλολάτρες! Μὰ πῶς, θὰ ρωτήσετε, ὑπάρχουν πρὸ Χριστοῦ Χριστιανοί; Δὲν λέει τὸ Εὐαγγέλιο ὅτι «ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται» (Μᾶρκ. 16,16); ὅτι ὅποιος δὲν περάσῃ ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα τοῦ ἁγίου βαπτίσματος δὲν εἶνε Χριστιανός; Πῶς λοιπὸν ἐσὺ λές, ὅτι ὑπῆρχαν πρὸ Χριστοῦ Χριστιανοὶ καὶ μετὰ Χριστὸν εἰδωλολάτρες;
Τὸ θέμα, ἀγαπητοί μου, εἶνε πολὺ μεγάλο. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἀρκοῦν ἕνα – δύο παραδείγματα, καὶ θὰ δῆτε, ὅτι στὴν πρὸ Χριστοῦ ἐποχή, περίοδο πλάνης καὶ φαυλότητος, ὑπῆρξαν καὶ ὡρισμένοι ἄνθρωποι ποὺ ἔζησαν αὐστηρὴ ζωὴ καὶ εἶχαν ὄντως φρόνημα ἀνώτερο καὶ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι τηροῦσαν τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου χωρὶς νὰ τὶς ἔχουν διδαχθῆ.
⃝ Τὸ ἕνα παράδειγμα. Λέει λ.χ. ὁ Κύριος ―ὄχι παπᾶς ἢ δεσπότης ἀλλὰ ὁ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς― «μὴ ὀμόσαι ὅλως», ἀπαγορεύεται δηλαδὴ τελείως ὁ ὅρκος. «Ἔστω ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὒ οὔ» (Ματθ. 5,34-37). Καὶ ὅμως τί κάνουμε; Σήμερα στὸν τόπο μας κάθε μέρα, ἀπὸ τὸ εἰρηνοδικεῖο μέχρι τὸν Ἄρειο Πάγο καὶ ἀπὸ τὰ πολιτικὰ δικαστήρια μέχρι τὰ στρατοδικεῖα καὶ ναυτοδικεῖα καὶ ἀεροδικεῖα, δὲν κάνουν τίποτ᾽ ἄλλο οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὸ ν᾽ ἁπλώνουν τὰ χέρια τους πάνω στὸ Εὐαγγέλιο καὶ νὰ ὁρκίζωνται συνεχῶς. Ὄχι μόνο γιὰ μεγάλες ὑποθέσεις ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς πιὸ μικρές. Ὅλη ἡ πατρίδα μας εἶνε βουτηγμένη σ᾽ αὐτὴ τὴν κόλασι. Καὶ ὅμως ὁ Κύριος λέει «μὴ ὀμόσαι ὅλως». Αὐτὴ λοιπὸν τὴν ἐντολή, ποὺ δὲν ἐφαρμόζουμε ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ στὸν αἰῶνα μας, ἕξι αἰῶνες πρὸ Χριστοῦ τὴν ἐφήρμοσε – ποιός; Ἕνας φιλόσοφος ποὺ δὲν ἄκουσε τὸ Εὐαγγέλιο, ὁ Κλεινίας. Τὸν ἀναφέρει ὁ Μέγας Βασίλειος. Ὁ Κλεινίας εἶχε μιὰ δικαστικὴ ὑπόθεσι μὲ ἕνα γείτονά του. Καὶ ἐπρόκειτο, ἂν δικαιωθῇ, νὰ κερδίσῃ ἕνα μεγάλο χρηματικὸ ποσό. Τοῦ λένε στὸ δικαστήριο· ―Βάλε τὸ χέρι σου στὸ ἄγαλμα τοῦ θεοῦ νὰ ὁρκιστῇς. ―Ὄχι, ἀπαντᾷ, δὲν ὁρκίζομαι. ―Μὰ θὰ χάσῃς τὴν ὑπόθεσι. ―Νὰ τὴ χάσω. Καὶ ἔχασε τὴν ὑπόθεσι, ἐπειδὴ δὲν δέχθηκε νὰ ὁρκιστῇ!
Σᾶς ἐρωτῶ· αὐτὸς δὲν εἶνε χριστιανός; καὶ εἴμαστε Χριστιανοὶ ἐμεῖς ποὺ πᾶμε καὶ παλαμίζουμε τὸ Εὐαγγέλιο; Πρὸ Χριστοῦ χριστιανὸς αὐτός, μετὰ Χριστὸν εἰδωλολάτρες ἐμεῖς.
⃝ Θέλετε ἄλλο παράδειγμα; Τὸ ἀκούσαμε σήμερα· εἶνε ὁ ἑκατόνταρχος τοῦ εὐαγγελίου (βλ. Ματθ. 8,5-13). Οἱ Ἑβραῖοι, ποὺ ἤξεραν τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ τὶς ἐντολές του καὶ εἶδαν τόσα θαύματα, δὲν πίστεψαν στὸ Χριστό· καὶ αὐτός, ποὺ ἦταν ῾Ρωμαῖος εἰδωλολάτρης, ἕνα θαῦμα εἶδε καὶ πίστεψε. Δὲν διάβασε τὸ νόμο τοῦ Κυρίου καὶ τοὺς προφήτας, ἐν τούτοις στὴ στάσι καὶ τὴ συμπεριφορά του βλέπουμε μερικὰ σπουδαῖα γνωρίσματα πίστεως στὸ Θεό.
Ἄκου λοιπὸν λόγια εἰδωλολάτρου. Τοῦ λέει ὁ Χριστός· ―Θὰ ἔλθω στὸ σπίτι νὰ θεραπεύσω τὸ δοῦλο σου. ―Ὄχι, λέει αὐτός, δὲν εἶνε ἀνάγκη· μπορεῖς κι ἀπὸ μακριὰ νὰ τὸν κάνῃς καλά… Σύγκρινε τώρα τὴν πίστι αὐτὴ μὲ τὴν πίστι ὡρισμένων ἀπὸ μᾶς. Πολλοὶ Χριστιανοὶ σήμερα ὑπολείπονται τοῦ ἑκατοντάρχου. Νομίζουν λ.χ., ὅτι ὁ Θεὸς θαυματουργεῖ μόνο σὲ ὡρισμένα μέρη. Παραδεχόμεθα ἀσφαλῶς κ᾽ ἐμεῖς, ὅτι ὑπάρχουν θαυματουργὲς εἰκόνες καὶ προσκυνήματα· δὲν εἴμαστε προτεστάντες καὶ χιλιασταί. Ἀλλ᾽ ἅμα ἔχῃς καρδιὰ καθαρή, ἅμα πιστεύῃς, παντοῦ γίνονται θαύματα· «ἐν παντὶ τόπῳ τῆς δεσποτείας αὐτοῦ· εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον» (Ψαλμ. 102,22)· ἂν ὅμως δὲν πιστεύῃς, καὶ στοὺς Ἁγίους Τόπους νὰ πᾷς τίποτα δὲν ὠφελεῖσαι. Εἶχε λοιπὸν ὁ ἑκατόνταρχος μιὰ πίστι καθαρὴ γιὰ τὸ Θεό.
Εἶχε ἀκόμη ταπείνωσι. ―Κύριε, λέει, δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ ἔρθῃς στὸ σπίτι μου, εἶμαι ἁμαρτωλός. Αὐτὸς αἰσθάνεται τὴν ἀναξιότητά του· ἐμεῖς πῶς αἰσθανόμαστε; Πῶς ἐρχόμαστε στὸ ναό; Ἂν σὲ καλοῦσε ὁ βασιλιᾶς στὰ ἀνάκτορα, πῶς θὰ πήγαινες καὶ πῶς θὰ στεκόσουν; Μὲ φόβο καὶ τρόμο. Καὶ τί εἶνε ἕνας ἐπίγειος βασιλιᾶς μπροστὰ στὸν Βασιλέα τῶν ὅλων; Γι᾽ αὐτὸ ὅταν ἐκκλησιαζώμαστε νὰ λέμε μὲ ταπείνωσι· Θεέ μου, ἐγὼ τὸ σκουλήκι ποὺ ἔκανα τοῦ κόσμου τὶς ἁμαρτίες, πῶς θὰ μπῶ στὸ ναό σου, ὅπου ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι σὲ ὑμνοῦν; Καὶ ὅταν κοινωνοῦμε τῶν ἀχράντων μυστηρίων, ἂς σκεφτοῦμε μὲ συναίσθησι· εἴμαστε ἄξιοι νὰ πάρουμε μέσα μας τὸ Χριστό;
Θαυμάζουμε τὸν ἑκατόνταρχο γιὰ τὴν πίστι του, τὸν θαυμάζουμε γιὰ τὴ βαθειά του ταπείνωσι. Ἀλλ᾽ ὑπάρχει κ᾽ ἕνα ἄλλο θαυμαστὸ στοιχεῖο στὴ ζωή του, κι αὐτὸ εἶνε ἡ ἀγάπη του. Τὸν ἀκοῦτε; Κοντὰ στὸ Χριστὸ ἦρθαν πολλοὶ ζητώντας νὰ θεραπεύσῃ τὸ παιδί τους ἢ κάποιον ἄλλο δικό τους· αὐτὸς παρακαλεῖ τὸ Χριστὸ ὄχι γιὰ κάποιον συγγενῆ του ἀλλὰ γιὰ ἕναν ὑπηρέτη του, ἕνα σκλάβο, ποὺ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη δὲν εἶχε δικαιώματα, δὲν ἐθεωρεῖτο ἄνθρωπος· τοὺς δούλους τότε τοὺς ἀγόραζαν, τοὺς πουλοῦσαν, τοὺς σκότωναν, τοὺς ἔκαναν ὅ,τι ἤθελαν. Γι᾽ αὐτὸν τὸν δοῦλο λοιπὸν φρόντισε ὁ ἑκατόνταρχος. Ἦρθε στὸ Χριστὸ καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ τὸν θεραπεύσῃ. Νά λοιπόν, πρὸ Χριστοῦ Χριστιανός· Ἐνῷ τώρα;… Σήμερα ἔρχονται στὴν Ἀθήνα κορίτσια ἀπὸ τὴν ἐπαρχία καὶ ὑπηρετοῦν σὲ μεγάλα σπίτια. Κοπιάζουν· πρῶτα ξυπνᾶνε, τελευταῖα κοιμῶνται. Καὶ πῶς τοὺς συμπεριφέρονται οἱ Χριστιανοὶ κύριοί τους; Γιὰ τὶς παρεκτροπὲς τῶν δικῶν τους παιδιῶν, τοῦ γυιοῦ ἢ τῆς θυγατέρας τους, εἶνε ἐπιεικεῖς· γιὰ μία παράλειψι ὅμως ποὺ θὰ κάνῃ ἡ ὑπηρέτρια, ἡ κυρία τὴ βασανίζει καὶ τὴν πετάει ἔξω. Ὅταν ἔρθουν ὅμως Χριστούγεννα καὶ Πάσχα, ἡ κυρία αὐτὴ θὰ πάῃ στὴν ἐκκλησία καὶ θὰ κάνῃ μεγάλους σταυροὺς καὶ θ᾽ ἀνάβῃ κεριά. Σᾶς ἐρωτῶ· αὐτὴ ἡ κυρία δὲν εἶνε μετὰ Χριστὸν εἰδωλολάτρης, καὶ ὁ ἑκατόνταρχος δὲν εἶνε πρὸ Χριστοῦ Χριστιανός;
Νὰ προσέξουμε, ἀγαπητοί μου. Δὲν μᾶς σῴζουν οἱ τύποι· τὰ ἀφιερώματα, τὰ εἰκονοστάσια, οἱ λαμπάδες, τὰ χρυσοποίκιλτα ἄμφια κ.τ.λ.. Καλὰ εἶνε αὐτά, ἀλλὰ ὑπὸ ἕνα ὅρον· νὰ συνοδεύωνται ἀπὸ τὴν οὐσία. Καὶ ἡ οὐσία εἶνε νὰ ὑπάρχουν οἱ τρεῖς μεγάλες ἀρετές· ἡ πίστις, ἡ ἐλπίδα, ἡ ἀγάπη. Δὲν μᾶς σῴζουν τὰ «Κύριε Κύριε»· ἕνα σῴζει, «ὁ ποιῶν τὸ θέλημα» τοῦ Κυρίου (Ματθ. 7,21). Διαφορετικά, ὑπάρχει φόβος νὰ κολαστοῦμε.
Κάτι σκέπτομαι κι ἀνατριχιάζω· μοῦ ᾽ρχεται νὰ πάω σὲ μιὰ ἐρημιά, καὶ μακάρι ἡ ἱ. σύνοδος νὰ μὲ τιμωρήσῃ νὰ μὲ στείλῃ σὲ μοναστήρι, νὰ ἡσυχάσω ὕστερα ἀπὸ τοὺς κόπους τόσων ἐτῶν. Τί σκέπτομαι; Ὅταν ἦρθε ὁ Παῦλος στὴν Ἀθήνα, γύρισε σὰν ξένος ὅλη τὴν πόλι. Εἰδωλολάτρες ἦταν καὶ παντοῦ εἶδε εἴδωλα. Ὡστόσο δὲν ἄκουσε Ἀθηναῖο νὰ βλαστημήσῃ τοὺς θεούς. Ἂν ὅμως ἐρχόταν πάλι σήμερα, ὅπου καὶ νὰ πήγαινε, θὰ βούιζαν τ᾽ αὐτιά του ἀπὸ φρικτὲς βλασφημίες τῶν θείων. Δηλαδή· πρὸ Χριστοῦ Χριστιανοὶ καὶ μετὰ Χριστὸν εἰδωλολάτρες! Νά γιατί φοβᾶμαι, μήπως καμμιὰ νύχτα μὲ κανένα σεισμὸ ἔρθῃ τὸ τέλος. Γι᾽ αὐτὸ ἂς ποῦμε μὲ μετάνοια· «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42).
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγιου Ἀνδρέου Πατησίων – Ἀθῆναι 3-7-1960)
Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on
Ιούν 7th, 2012 |
Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Kυριακη B΄ Mατθαίου (Mατθ. 4,18-23)
ΤΟ σημερινὸ εὐαγγέλιο ὁμιλεῖ γιὰ ψαρᾶδες, φτωχαδάκια ποὺ ἔμεναν γύρω ἀπὸ τὴ λίμνη τῆς Γαλιλαίας σὲ μικρὲς καλύβες. Ξυπνούσανε τὴ νύχτα, ῥίχνανε τὰ δίχτυα τους, πότε πιάνανε πότε δὲν πιάνανε ψάρια, τὰ πουλούσανε, κ᾿ ἔτσι ζούσανε τὶς φτωχιὲς οἰκογένειές των. Μεροδούλι μεροφάϊ.
Ποιός πρόσεχε αὐτοὺς τοὺς ψαρᾶδες; Κανείς. Τί εἶπα; κανείς; Λάθος. Τοὺς πρόσεξε ἕνας! Κι ἅμα σὲ προσέχῃ αὐτὸς ὁ ΕΝΑΣ, ἂς μὴ σὲ προσέξῃ ὁ κόσμος ὅλος. Ὅλο τὸ ντουνιᾶ νά ᾿χῃς μαζί σου, ἅμα δὲν ἔχῃς τὸ μεγαλοδύναμο, τὸ Θεό, τίποτα δὲ᾿ μπορεῖ νὰ κατορθώσῃς. Ἐνῷ λοιπὸν κανείς δὲν τοὺς πρόσεχε, τοὺς πρόσεξε τὸ μάτι τοῦ Θεοῦ. Ἀπόδειξις, ὅτι πῆγε ὁ Χριστὸς ἐκεῖ στὰ χωριά. Πήγαινε συχνὰ καὶ τοὺς δίδασκε.
Ἄλλη τρανὴ ἀπόδειξις εἶνε, ὅτι ὁ Χριστὸς διάλεξε τοὺς μαθητάς του ἀπὸ τοὺς ψαρᾶδες. Ὅταν ἀπεφάσισε νὰ ἐκλέξῃ τρόπον τινὰ τὸ ἐπιτελεῖο του, τοὺς ἀποστόλους του, ποῦ πῆγε παρακαλῶ; Τὸ Εὐαγγέλιο τὸ σημειώνει, κ᾿ ἔχει μεγάλη σημασία. Τρεῖς ἦταν τότε οἱ μεγάλες πόλεις στὸν κόσμο· ἡ Ῥώμη, ἡ Ἀθήνα, καὶ τὰ Ἰεροσόλυμα. Ὁ Χριστὸς δὲν πῆγε οὔτε στὴ Ῥώμη, οὔτε στὴν Ἀθήνα, οὔτε στὰ Ἰεροσόλυμα. Δὲν διάλεξε οὔτε στρατηγούς, οὔτε βασιλεῖς, οὔτε φιλοσόφους καὶ ῥήτορες, οὔτε γραμματεῖς καὶ φαρισαίους. Γιατί; Ἂν διάλεγε ῥήτορες καὶ φιλοσόφους, θὰ λέγανε· Νίκησε γιατὶ εἶχε κοντά του γραμματισμένους. Ἂν διάλεγε στρατηγοὺς καὶ βασιλεῖς, πάλι θὰ λέγανε· Νίκησε τὸ σπαθί. Καὶ ἂν διάλεγε πλουσίους, θὰ λέγανε· Νίκησε ὁ παρᾶς, τὸ χρῆμα. Αὐτοὶ ποὺ διάλεξε ὁ Χριστὸς ἦταν ἄοπλοι, οὔτε σουγιᾶ δὲν εχανε. Ἕνα σουγιᾶ μόνο εἶχε ὁ Πέτρος· κι ὅταν τὸν ἔβγαλε τὴ νύχτα τῆς Μεγάλης Πέμπτης κ᾿ ἔκοψε τὸ αὐτὶ τοῦ Μάλχου, ὁ Χριστὸς τὸν μάλωσε καὶ τοῦ εἶπε· Ἄ, σὲ παρακαλῶ «βάλε τὸ σουγιᾶ στὸ θηκάρι» (Ἰωάν. 18,11)· ἐμεῖς δὲν πολεμοῦμε μὲ τέτοια ὅπλα, διαφορετικὰ εἶνε τὰ ὅπλα τῆς πίστεως…
Λοιπὸν οἱ ἀπόστολοι ἤτανε ἄοπλοι, φτωχοὶ – πάμπτωχοι, καὶ ἀγράμματοι· δὲν ἦταν εἰς θέσιν οὔτε τὴν ὑπογραφή τους νὰ βάλουν. Αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς κατὰ κόσμον τιποτένιους, αὐτούς διάλεξε.
―Ἐμεῖς, μᾶς ρωτᾶνε πολλὲς φορὲς οἱ γραμματισμένοι, βγάλαμε πανεπιστήμιο· πῶς νὰ πιστέψουμε ὅτι ὁ χριστιανισμὸς εἶνε πράγματι ἀπὸ τὸ Θεό;
Ἀπαντοῦμε μὲ μιὰ λέξι· δὲν χρειάζεται τίποτε ἄλλο. Οἱ ἀπόστολοι! Κανένας ἄλλος (οὔτε ἱδρυτὴς θρησκείας, οὔτε ἱδρυτὴς αὐτοκρατορίας, οὔτε ἄλλος ἀπὸ ᾿κείνους ποὺ δημιούργησαν μεγάλα ἔργα), κανένας δὲν διάλεξε τόσο ταπεινοὺς συνεργάτες. Ἂν οἱ ἀπόστολοι δὲν εἶχαν τὴ δύναμι ἀπὸ τὸ Θεό, ἦταν ἀδύνατον νὰ κατηχήσουν τὸν κόσμο. Ἑπομένως ἡ θρησκεία μας εἶνε ἀπὸ τὸ Θεό.
Πῆγε λοιπὸν ὁ Χριστὸς στὰ χωριουδάκια, διάλεξε αὐτούς, τοὺς ἔκανε μαθητὰς καὶ ἀποστόλους, καὶ δι᾿ αὐτῶν κατήρτισε τὸ σχέδιο τῆς ἐκχριστιανίσεως ὅλου τοῦ κόσμου.
Ὁ Χριστὸς λοιπὸν πέρασε τὴ ζωή του στὰ χωριά. Δὲν εἶνε μικρὸ δίδαγμα αὐτό. Μποροῦσε νὰ γεννηθῇ μέσ᾿ στὴν Ἀθήνα κάτω ἀπὸ τὴν Ἀκρόπολι, ἢ στὴ Ῥώμη κάτω ἀπὸ τὸ Καπιτώλιο, ἢ στὴν Αγυπτο κάτω ἀπὸ τὶς πυραμίδες. Ποῦ γεννήθηκε; – ὅλα ἔχουν σημασία. Σ᾿ ἕνα χωριό, στὴ Βηθλεέμ. Ποῦ πέρασε τὰ περισσότερα χρόνια του; Στὸ χειρότερο χωριό, τὴ Ναζαρέτ, ἕναν ἀγκαθότοπο. Γι᾿ αὐτὸ περιπαικτικὰ τὸν λέγανε Ναζωραῖο, καὶ αὐτὸ γράψανε καὶ πάνω στὸ σταυρό του· «Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων» (Ἰωάν. 19,19).
Τί σημαίνουν αὐτά; Ὁ Χριστὸς προτίμησε νὰ ἐκλέξῃ μαθητὰς ἀπὸ τὰ χωριά. Προτίμησε νὰ ζήσῃ τὰ περισσότερα χρόνια τῆς ζωῆς του σ᾿ ἕνα χωριὸ ἄξεστο κ᾿ ἐλεεινό. Προτίμησε ὡς ὄνομά του τὸ Ναζωραῖος – οὔτε Ἀθηναῖος οὔτε Ῥωμαῖος. Ἔδειξε ἔτσι, ὅτι ἀγαπάει τὰ χωριά, ἀγαπάει τὸν βίο τῆς ὑπαίθρου.
Χαρακτηριστικὸ εἶνε καὶ τὸ ἑξῆς. Κανένας τσοπάνος, κανένας ψαρᾶς, κανένας χωρικὸς δὲν τὸν κάρφωσε. Αὐτοὶ ἀφήνανε ἀλέτρια καὶ δίχτυα καὶ τρέχανε νὰ τὸν ἀκούσουν. Σὰν τὸ παιδάκι ποὺ βυζαίνει τὸ βυζὶ τῆς μάνας του, σὰν τὴ μέλισσα ποὺ κάθεται πάνω στὸν ἀνθό, σὰν τὸ διψασμένο ἐλάφι ποὺ τρέχει στὴν πηγή, ἔτσι αὐτοὶ τρέχανε κοντά του καὶ λέγανε· «Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰωάν. 7,46).
Ποιοί τὸν πολέμησαν; – ἔχει σημασία αὐτό. Οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ φαρισαῖοι· αὐτοὶ ποὺ κάθονταν μέσα στὰ Ἰεροσόλυμα, αὐτοὶ πού ᾿χαν τὰ χρήματα. Ἄλλοτε πήρανε πέτρες νὰ τὸν πετροβολήσουν, ἄλλοτε πήρανε σχοινιὰ νὰ τὸν δέσουν, μὲ τὴν κατηγορία ὅτι «ἐξέστη», τρελλάθηκε (Μᾶρκ. 3,21). Αὐτὴ ἦταν ἡ συμπεριφορὰ τῶν ἀνωτέρων λεγομένων τάξεων ἀπέναντί του. Δὲ᾿ σταυρώθηκε ὁ Χριστὸς σὲ χωριό· στὴν πρωτεύουσα, ἔξω ἀπ᾿ τὰ Ἰεροσόλυμα σταυρώθηκε. Αὐτὸ ἔχει σημασία.
Γι᾿ αὐτὸ τὰ χωριὰ εἶνε εὐλογημένα. Τὰ εὐλόγησε ἐκεῖνος τότε, ὅταν ξυπόλητος περνοῦσε βουνὰ καὶ λαγκάδια γιὰ νὰ τὰ ἐπισκεφθῇ. Κι ὅπως τότε τὰ εὐλόγησε, ἔτσι καὶ μέχρι σήμερα. Ὁ Χριστὸς εὐλόγησε, εὐλογεῖ καὶ θὰ εὐλογῇ τὸ χωριό. Γιατί; Γιὰ δύο λόγους·
Πρῶτον, διότι οἱ χωρικοὶ εἶνε ἡ βάσις τῆς κοινωνίας. Δὲν τὸ καταλάβαμε ἐμεῖς οἱ Νεοέλληνες αὐτό. Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἀναγνώριζαν, ὅτι θεμέλιο μιᾶς εὐημερούσης κοινωνίας εἶνε ἡ γεωργία. Τὰ προϊόντα τῶν γεωργῶν καὶ τῶν ψαράδων καὶ τῶν βοσκῶν εἶνε στὸ τραπέζι καὶ τοῦ πλουσιωτέρου ἀνθρώπου. Ἂν παύσουν αὐτοὶ νὰ ἐφοδιάζουν, πῶς θὰ ζήσουν οἱ λεγόμενες ἀνώτερες τάξεις; Εὐλογημένα λοιπὸν τὰ χέρια τους. Ἔχουν τὴν εὐλογία τοῦ Χριστοῦ, γιατὶ καὶ αὐτὸς ἔτσι ἔζησε.
Δεύτερον· εὐλογημένα τὰ χωριά, διότι ἐκεῖ οἱ ἄνθρωποι ἁμαρτάνουν λιγώτερο. Δὲ᾿ λέμε ὅτι στὰ χωριὰ κατοικοῦν ἄγγελοι· ὄχι. Ἀλλ᾿ ἂν πάρουμε ζυγαριὰ καὶ ζυγίσουμε, θὰ δοῦμε ὅτι τὰ ἁμαρτήματα ποὺ κάνουν οἱ τσοπαναραῖοι καὶ οἱ βοσκοὶ καὶ οἱ ψαρᾶδες καὶ ὅλοι ἐν γένει οἱ χωρικοί, εἶνε πολὺ ἐλαφρότερα ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα ποὺ κάνουν στὶς πόλεις, ποὺ κατήντησαν Σόδομα καὶ Γόμορρα!
Στὶς μεγαλουπόλεις, μαζὶ μὲ τὸ λυσσασμένο κυνηγητὸ τοῦ χρήματος, ὑπάρχει μελαγχολία ποὺ ὁδηγεῖ σὲ αὐτοκτονίες, ὑπάρχει ἐγκληματικότης καὶ ἀνασφάλεια. Στὰ χωριὰ ὑπάρχει περισσότερη ἀνθρωπιά, καὶ ἐν καιρῷ πολέμου μεγαλύτερη ἀσφάλεια. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς εἶπε, ὅτι θά ᾿ρθῃ ὥρα ποὺ τὰ βουνὰ τῆς ὑπαίθρου θὰ μᾶς σώσουν· στὶς σπηλιὲς θὰ πᾶνε οἱ ἄνθρωποι.
Ἐμεῖς προσευχόμεθα καὶ λέμε· Μακριά ὁ πόλεμος! Εἶνε φρικτὸ πρᾶγμα. Καὶ ἂν γίνῃ πόλεμος, αὐτὴ τὴ φορὰ δὲν θὰ εἶνε ὅπως τὰ παλιὰ τὰ χρόνια. Θὰ πέσουν «φιάλαι» τῆς Ἀποκαλύψεως (Ἀπ. 16,1-4,8,10,12,17), ἀτομικὲς βόμβες. Καὶ δὲ᾿ θὰ πέσουν στὴν ὕπαιθρο· θὰ πέσουν στὶς μεγάλες πολιτεῖες· «Ἔπεσεν, ἔπεσε Βαβυλὼν ἡ μεγάλη…» (ἔ.ἀ. 14,8· 18,2). Ὑπὸ τὴν «Βαβυλῶνα» ἐννοοῦνται οἱ μεγάλες πόλεις. Διότι αὐτὲς ἁμάρτησαν πάρα πολύ. Ἐκεῖ ἡ ἀθεΐα, ἐκεῖ ἡ φιλαργυρία, ἐκεῖ ἡ ἀδικία, ἐκεῖ ἡ διαφθορά, ἐκεῖ ἡ μόδα καὶ ἡ ἀναισχυντία. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς εἶπε· «Ὅταν δῆτε τὶς γυναῖκες νὰ περπατοῦν γυμνὲς στὸ δρόμο, τότε ἦρθε τὸ τέλος τοῦ κόσμου». Καὶ τώρα περπατοῦν γυμνές. Γιατί ἀφήσαμε τὴ δική μας ὡραία ἐνδυμασία, καὶ ἀντιγράφουμε μόδες διεφθαρμένων λαῶν;
Τελείωσα, ἀγαπητοί μου. Συνοψίζω καὶ λέγω, ὅτι ὁ Χριστὸς πῆγε στὸ χωριό· διάλεξε τοὺς μαθητάς του ἀπὸ τοὺς ψαρᾶδες· εὐλόγησε, εὐλογεῖ καὶ θὰ εὐλογῇ τὰ χωριὰ γιὰ τοὺς λόγους ποὺ επαμε. Γι᾿ αὐτὸ λέγω τώρα σὲ ὅσους κατοικοῦν στὴν ὕπαιθρο·
Ἀγαπητὰ παιδιὰ τῆς πατρίδος καὶ τῆς πίστεως· κλεῖστε τ᾿ αὐτιά σας στὶς φωνὲς τοῦ κόσμου καὶ τοῦ σατανᾶ. Μείνετε πιστοὶ καὶ ἀφωσιωμένοι στὸ Θεό, καὶ ὁ Χριστὸς θὰ εἶνε μαζί σας. Καὶ ἂν ὅλοι γονατίσουν καὶ προσκυνήσουν τὸν διάβολο, ἕνας ἐσὺ νὰ μείνῃς, νὰ μὴ γονατίσῃς!
Δὲν θὰ νικήσῃ ἡ ἀθεΐα! Ὑπάρχει μέσα στὴν Ἀποκάλυψι προφητεία. Ὁ Ἰωάννης εἶδε νὰ παλεύουν διάφορα θηρία. Στὸ τέλος ὅμως δὲ᾿ νίκησε κανένα ἀπὸ αὐτά. Ποιός νίκησε; Νίκησε τὸ ἀρνίον! (βλ. Ἀπ. 17,14). Τὸ ἀρνίον θὰ νικήσῃ τὰ θηρία; Ναί! Τὸ ἀρνίον θὰ νικήσῃ καὶ τὴν ἀρκούδα καὶ τὴν τίγρι καὶ ὅλα. Τὸ δὲ ἀρνίον εἶνε ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγιου Νικολάου Βροντεροῦ – Πρεσπῶν 1-7-1973)
Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on
Ιούν 1st, 2012 |
Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Κυριακὴ Ἁγίων Πάντων (Α΄ Ματθαίου)
ΥΠΑΡΧΟΥΝ, ἀγαπητοί μου, ἄπιστοι καὶ ἄθεοι, ποὺ ἀνοίγουν τὰ στόματά τους καὶ χλευάζουν τὰ ὅσια καὶ ἱερά, καὶ προσπαθοῦν νὰ ξερριζώσουν ἀπ’ τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων τὴν πίστι στὸ Θεό. Μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς λένε μὲ τρόπο δόλιο· Καλὰ εἶν’ αὐτὰ ποὺ λέει τὸ Εὐαγγέλιο καὶ κηρύττει ἡ ᾿Εκκλησία, ἀλλὰ ποιός τὰ κάνει;… Ὁ λόγος αὐτὸς σπέρνει ἀπιστία. «Ποιός τὰ κάνει;…»· θέλουν δηλαδὴ νὰ ποῦν, ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο πάλιωσε πλέον. Ἀλλὰ ὁ ἥλιος μπορεῖ νὰ παλιώσῃ, τὸ Εὐαγγέλιο δὲν παλιώνει. Αὐτοὶ δὲν πιστεύουν, γι᾿ αὐτὸ θέλουν ἕνα καινούργιο «εὐαγγέλιο», ἀντιευαγγέλιο, «εὐαγγέλιο» τοῦ ἀντιχρίστου. Τί ἔχουμε ν’ ἀπαντήσουμε σ᾿ αὐτούς; Ὅτι, καὶ ἕνας ἀκόμη μέσ᾿ στὰ δισεκατομμύρια ἂν παρουσιαστῇ νὰ ἐφαρμόζῃ τὸ Εὐαγγέλιο, ἀρκεῖ αὐτὸς ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Εὐαγγελίου εἶνε δυνατή. Ἐφ’ ὅσον ἕνας τὸ ἐφήρμοσε, μποροῦν νὰ τὸ ἐφαρμόσουν καὶ οἱ ἄλλοι· διότι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶνε τοῦ αὐτοῦ φυράματος.
᾿Αλλ’ ἐρωτῶ· ἕνας μόνο ἐφήρμοσε τὸ Εὐαγγέλιο; Ὄχι ἕνας ἀλλὰ πολλοί. Πόσοι; Τὸ φωνάζει ἡ σημερινὴ ἑορτὴ τῶν ἁγίων Πάντων. Σήμερα δὲν ἑορτάζει ἕνας ἅγιος, δὲν ἑορτάζουν δύο ἅγιοι ἢ δέκα ἢ ἑκατὸ ἢ τριακόσοι ἢ πεντακόσοι ἢ χίλιοι ἅγιοι. Ἐὰν μπορῆτε νὰ μετρήσετε τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, τότε θὰ μπορέσετε νὰ μετρήσετε καὶ τοὺς ἁγίους ποὺ ἑορτάζουμε σήμερα, γνωστοὺς καὶ ἀγνώστους. Οἱ ἅγιοι εἶνε ἀπ᾿ ὅλο τὸν κόσμο. Εἶνε ἄντρες ἀλλὰ καὶ γυναῖκες καὶ παιδιά. Εἶνε γέροι ἀλλὰ καὶ νήπια. Εἶνε ἀπ’ ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα· βοσκοί, γεωργοί, ἐργάται, διδάσκαλοι, καθηγηταί, φιλόσοφοι, ποιηταί, ῥήτορες, βασιλεῖς, στρατηγοί. Εἶνε ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη τῆς γῆς· Ἕλληνες, Βούλγαροι, Σέρβοι, ῾Ρουμᾶνοι, ῾Ρῶσοι, παντοῦ ὅπου ὑπάρχει ᾿Ορθοδοξία. Ἅγιοι ἑκατομμύρια. Καὶ ὅλοι αὐτοὶ τί μᾶς φωνάζουν; Διαψεύδουν τοὺς ἀπίστους καὶ λένε· Ἐμεῖς δὲ ζήσαμε στὸ φεγγάρι οὔτε στὰ ἄστρα, ἐδῶ κάτω στὴ γῆ ζήσαμε· ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἐμεῖς ἐφαρμόσαμε τὸ Εὐαγγέλιο, μπορεῖτε κ᾽ ἐσεῖς νὰ τὸ ἐφαρμόσετε. Μᾶς φωνάζουν μὲ σάλπιγγες οὐράνιες νὰ τοὺς μιμηθοῦμε, νὰ ζήσουμε κ’ ἐμεῖς ὅπως ἐκεῖνοι.
Πῶς ἔζησαν οἱ ἅγιοι, τὸ λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμερα. Ἕνα ἀπὸ τὰ γνωρίσματα τῶν ἁγίων εἶνε – ποιό; Τὸ εἶπε ὁ Χριστός· Ὅποιος μὲ ὁμολογήσῃ, θὰ τὸν ὁμολογήσω κ’ ἐγὼ μπροστὰ στὸν οὐράνιο Πατέρα (βλ. Ματθ. 10,32). Καθῆκον μας δηλαδὴ εἶνε ἡ ὁμολογία.
Τί θὰ πῇ ὁμολογία; Αὐτὸ ποὺ πιστεύεις νὰ μὴν τὸ κρύβῃς, ἀλλὰ νὰ τὸ λὲς μὲ τὸ στόμα σου. Σωστὸ εἶν’ αὐτό. Ὅπως ἕνας νέος ποὺ ἀγαπάει μιὰ νέα δὲν κρύβει τὸν ἔρωτά του, ἀλλ’ ὅπου νὰ σταθῇ μὲ ὅλα τὰ μέσα (μὲ νεύματα, μὲ λουλούδια, μὲ γράμματα, μὲ ποιήματα, μὲ τραγούδια, μὲ κάθε τρόπο) ἐκφράζει τὸν ἔρωτά του, φανερώνει τὴν ἀγάπη του, ἔτσι κ’ ἐσύ. Ἂν εἶσαι Χριστιανός, ἂν αἰσθάνεσαι ἀγάπη γιὰ τὸ Χριστό, νὰ τὸν ὁμολογῇς παντοῦ, νὰ τὸν κηρύττῃς θερμά. Αὐτὸ ἔκαναν οἱ ἅγιοι Πάντες· ὡμολόγησαν τὸ Χριστό.
Ποῦ τὸν ὡμολόγησαν; Ὄχι μόνο στὰ χρόνια τὰ ἥσυχα, ἀλλὰ καὶ στὰ χρόνια τὰ δύσκολα, στὰ φοβερὰ χρόνια τῶν διωγμῶν. Τότε ἕνα ἔγκλημα ὑπῆρχε· τὸ νὰ λέῃ κανεὶς ὅτι εἶνε Χριστιανός. Τὸ νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι εἶνε Χριστιανὸς ἀποτελοῦσε αἰτία συλλήψεώς του. Τὸν ἔπιαναν, τὸν ὡδηγοῦσαν στὸ δικαστήριο καὶ τοῦ ἔκαναν τὴν ἐρώτησι· Εἶσαι Χριστιανός; Τὸ νὰ πῇς σήμερα, Εἶμαι Χριστιανός, δὲν κοστίζει τίποτα· τότε τὸ νὰ πῇς, Ναὶ εἶμαι Χριστιανός, κόστιζε τὸ κεφάλι σου! Εἶσαι Χριστιανός; ρωτοῦσαν τότε, δυὸ λέξεις. Καὶ ἄλλοι μὲν ἀρνοῦντο, ἄλλοι δὲ ὡμολογοῦσαν καὶ ἔλεγαν «Εἶμαι Χριστιανός». Καὶ ἐφυλακίζοντο, ἐστεροῦντο τὰ δικαιώματά τους, ἀπελύοντο ἀπὸ τὶς θέσεις τους, ὑπεβάλλοντο σὲ φοβερὰ μαρτύρια, γιὰ τὰ ὁποῖα ὁμιλεῖ ὁ ἀπόστολος σήμερα (βλ. ῾Εβρ. 11,33–12,2), καὶ τέλος τοὺς κατεδίκαζαν σὲ θάνατο καὶ τοὺς ἐκτελοῦσαν. Κ’ ἐκεῖνοι μέχρι τὴν τελευταία στιγμὴ ὡμολογοῦσαν τὸ Χριστό, δὲν τὸν ἀρνοῦντο.
Θέλετε ἕνα παράδειγμα; Θὰ μποροῦσα νὰ διηγηθῶ πολλά, ἀλλὰ δὲν ἔχετε ὄρεξι. Ἐνῷ τὸ βράδυ στὴν τηλεόρασι ἀκοῦτε ἐπὶ ὧρες τὶς ψευτιὲς τοῦ κόσμου, στὴν ἐκκλησία στενοχωριέστε, δὲ βλέπετε τὴν ὥρα πότε νὰ πῇ ὁ ἱερεὺς τὸ «Δι᾿ εὐχῶν». Τέτοια εἶνε ἡ γενεά μας. Λοιπὸν μόνο ἕνα μαρτύριο θὰ σᾶς διηγηθῶ.
Ἦταν μιὰ γυναίκα 25 ἐτῶν, πλούσια, μορφωμένη καὶ ὡραία. Ἦταν παντρεμένη· εἶχε ἄντρα σπουδαῖο, μὲ τὸν ὁποῖο εἶχε ἀποκτήσει ἕνα χαριτωμένο ἀγοράκι. Τὴν ἔπιασαν, τὴν ὡδήγησαν μπροστὰ στὸ δικαστήριο. ―Εἶσαι Χριστιανή; ―Εἶμαι Χριστιανή. ―Ἐσύ, μιὰ τόσο σπουδαία γυναίκα, νὰ εἶσαι Χριστιανή; ―Εἶμαι, δὲν τὸ ἀρνοῦμαι. Τὴν φυλάκισαν καὶ τὴν κατεδίκασαν εἰς θάνατον. Καὶ ἐνῷ ἦταν ἕτοιμοι τὴν ἄλλη μέρα νὰ τὴν ἐκτελέσουν, πῆγε τὸ βράδυ ὁ πατέρας της καὶ ὁ ἄντρας της. Ὁ πατέρας πέφτει στὰ πόδια τῆς κόρης· ―Παιδί μου, τί εἶν’ αὐτὸ ποὺ κάνεις; γιατί νὰ μᾶς στερήσῃς τὴν παρουσία σου; Ἀρνήσου, πὲς ὅτι δὲν εἶσαι Χριστιανή. ―Ὄχι, πατέρα. ―Μὰ δὲ μᾶς ἀγαπᾶς; ―Σᾶς ἀγαπῶ, ἀλλὰ παραπάνω ἀγαπῶ τὸ Χριστό. Ἔρχεται καὶ ὁ ἄντρας της, ποὺ τὴν ἀγαποῦσε, καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια τῆς λέει·―Πῶς τὸ κάνεις αὐτό; δὲν ἀγαπᾷς τὸ παιδί σου; δὲν ἀγαπᾷς ἐμένα; Τί ἀπαντάει ἐκείνη ἡ εὐλογημένη; Λόγια ποὺ δὲν ὑπάρχει ζυγαριὰ νὰ τὰ ζυγίσῃ καὶ καμμιά γυναίκα δὲν τὰ λέει σήμερα· ―Κ’ ἐσένα ἀγαπῶ, καὶ τὸ παιδὶ ἀγαπῶ· ἀλλὰ χίλιες φορὲς περισσότερο ἀγαπῶ τὸ Χριστό!… Γυναῖκες, ἂν κάνετε εἴδωλα τοὺς ἄντρες καὶ τὰ παιδιά σας, θὰ κολαστῆτε.
Ζοῦμε βέβαια τώρα σὲ ἐποχὴ φιλελευθέρου δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, κανείς δὲ μᾶς διώκει. Ἀλλὰ «ῥόδα εἶνε καὶ γυρίζει», ἀλλάζει ὁ κόσμος. Δὲν ἀποκλείεται νὰ βρεθοῦμε κ’ ἐμεῖς σὲ δοκιμασία. Φαντασθῆτε λ.χ. ν’ ἀπαγορευθῇ ὁ ἐκκλησιασμός, ὅπως ἔγινε ἀλλοῦ. Σᾶς ἐρωτῶ· ἐὰν βγῇ ἕνα τέτοιο διάταγμα καὶ λέῃ ὅτι «Ὅποιος πάῃ στὴν ἐκκλησία, θὰ ἐκτελῆται», ποιός θὰ τὸ ἀψηφήσῃ; Οὔτε ὁ παπᾶς δὲ θὰ πάῃ! Γιατὶ δὲν εἴμαστε θερμοὶ Χριστιανοί, δὲν ἔχουμε μέσα μας τὴ φωτιὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ὥστε νὰ προτιμήσουμε τὴ θυσία. Εἴμεθα ὕλη καὶ μόνο ὕλη, κοιλιὰ καὶ ἔντερα καὶ ἔρωτες αἰσχροί, τίποτα περισσότερο.
Σᾶς ὁμιλῶ μὲ σκληρὰ λόγια. Ἀλλὰ πρέπει ἀπὸ τώρα νὰ προετοιμάσουμε τὸν ἑαυτό μας γιὰ τὴν ὁμολογία τῆς πίστεως. Κ’ ἐπειδὴ εἶνε δύσκολο νὰ φθάσουμε ἀπ’ εὐθείας στὴ μεγάλη ὁμολογία καὶ στὸ μαρτύριο, ἂς ἀρχίσουμε μὲ μικρὲς ὁμολογίες. Ποιές εἶνε οἱ μικρὲς ὁμολογίες; Λόγου χάριν· σηκώνεσαι τὸ πρωί; κάνε τὸ σταυρό σου· μιὰ ὁμολογία εἶνε αὐτή, μικρὰ ὁμολογία. Πηγαίνεις στὸ χωράφι; κάνε τὸ σταυρό σου· μικρὰ ὁμολογία εἶνε αὐτή. ᾿Επιστρέφεις, κάθεσαι στὸ τραπέζι, ἔχεις ὅλα τ’ ἀγαθὰ ἐκεῖ; κάνε τὸ σταυρό σου· μικρὰ ὁμολογία εἶνε αὐτή. ᾿Ακοῦς τὴν καμπάνα νὰ χτυπάῃ; κάνε τὸ σταυρό σου· μικρὰ ὁμολογία εἶνε κι αὐτή. Περνᾷς ἀπὸ ἐκκλησία; κάνε τὸ σταυρό σου· μικρὰ ὁμολογία εἶνε αὐτή. Μπαίνεις στὸ αὐτοκίνητο; κάνε τὸ σταυρό σου. Ποιός κάνει σήμερα τὸ σταυρό του ξεκινώντας; Κανείς. Κ’ ὕστερα κλαῖμε ὅταν σκοτώνωνται ἄνθρωποι. Στὴν Ἑλλάδα ἔχουμε τροχαῖα δυστυχήματα ὅσα σὲ καμμιά ἄλλη χώρα· γιατὶ μπαίνουν στὰ αὐτοκίνητα ὄχι μόνο χωρὶς σταυρὸ ἀλλὰ καὶ μὲ βλαστήμιες. Πρὶν πιάσῃς τὸ τιμόνι κάνε τὸ σταυρό σου· μικρὰ ὁμολογία τῆς πίστεως εἶνε. Πᾷς στὸ καφενεῖο, ἀκοῦς τὸν ἄλλο νὰ ὑβρίζῃ τὸ Χριστό, τὸ Θεό, τὴν Παναγία; ἔχεις γλῶσσα; νὰ ὑπερασπισθῇς! Ἂν ὕβριζε τὸν πατέρα ἢ τὴ μάνα σου, τί θὰ ἔκανες; ἔτσι θὰ σιωποῦσες; Ἂν πιστεύῃς, δεῖξε τὴν πίστι σου.
Ἂς ὁμολογοῦμε, ἀγαπητοί μου, τὸ Χριστὸ παντοῦ καὶ πάντοτε. Γι’ αὐτὸ μᾶς ἔδωσε ὁ Θεὸς τὴ γλῶσσα. Τὰ ζῷα δὲ μιλᾶνε· ὁ ἄνθρωπος μόνο ἔχει αὐτὸ τὸ προνόμιο. Καὶ λέμε τόσα λόγια. Ἂν μετρήσῃς, μέσα σὲ μιὰ μέρα ἄλλος λέει 100 λέξεις, ἄλλος λέει 500, ἄλλος 600, ἄλλος 1.000· γιὰ ἔρωτες, γιὰ γυναῖκες, γιὰ συνοικέσια, γιὰ διαζύγια, γιὰ φαγητά, γιὰ ροῦχα, γιὰ λεφτά, γιὰ σπίτια, γιὰ κόμματα, γιὰ ὅ,τι φανταστῇς. Ἀπ’ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ πριόνι τὸ στόμα· ἀλλ’ οὔτε μιὰ λέξι γιὰ τὸ Χριστό! Τίποτα. Ἂν τὸν ἀγαπᾷς τὸ Χριστό, ποῦ εἶνε ἡ ἀγάπη σου; Ὅ,τι ἀγαπάει κανείς, τὸ λέει, δὲ ντρέπεται, δὲ δειλιάζει.
Δυστυχῶς ὅμως δὲν εἴμαστε μόνο δειλοί. Ἀντὶ ν’ ἀκούγεται ὁμολογία, ἀκούγεται βλασφημία. Θεέ μου, πῶς μᾶς ἀνέχεσαι! Ἕνα σκύλο ἔχεις, τοῦ πετᾷς ἕνα κόκκαλο, καὶ κουνάει τὴν οὐρά του, σὰ νὰ λέῃ· Εὐχαριστῶ, ἀφεντικό. Κ᾽ ἐμεῖς, ποὺ δεχόμαστε τόσα δῶρα, ποιό εἶνε τὸ εὐχαριστῶ; Εἴμαστε ἀγνώμονες, ἀχάριστοι.
Ν’ ἀγαπᾷς τὸ παιδί σου, ν’ ἀγαπᾷς τὸν ἄντρα σου, ν’ ἀγαπᾷς τὴν οἰκογένειά σου, ν’ ἀγαπᾷς τοὺς ἀνθρώπους· ἀλλὰ παραπάνω ν’ ἀγαπᾷς τὸ Χριστό· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό των Ἁγίων Πάντων Δροσεροῦ – Ἑορδαίας 9-6-1985)
Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on
Μαι 27th, 2012 |
Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Κυρ. Πατέρων Α΄ Οἰκ. Συνόδου (Ἰω. 17,1-13)
Η ΓΗ, ἀγαπητοί μου, δὲν εἶνε ἡ μόνιμη κατοικία μας· ὡρίσθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ ὡς προσωρινὴ κατοικία μας. Ἡ αἰώνια πατρίδα καὶ ἡ μόνιμη κατοικία μας εἶνε οἱ οὐρανοί. Ἡ γῆ αὐτή, ποὺ τόσο μᾶς κρατάει προσκολλημένους μὲ τὶς ἡδονὲς καὶ διασκεδάσεις της, μὲ τοὺς θησαυροὺς καὶ τὶς ἀπολαύσεις της, θὰ ἔρθῃ μέρα ποὺ θὰ καταστραφῇ. Διότι εἶνε ὕλη, καὶ ἡ ὕλη εἶνε φθαρτή. Ἔγινε ἐν χρόνῳ, καὶ κάθε τι ποὺ ἔγινε ἐν χρόνῳ ἔχει καὶ τέλος.
Θὰ σημάνῃ λοιπὸν καὶ γιὰ τὴ γῆ ἡ τελευταία ὥρα. Αὐτὸ τὸ βεβαιώνει καὶ ἡ ἐπιστήμη. Ἀλλὰ περισσότερο ἀπὸ τὴν ἐπιστήμη τὸ βεβαιώνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ ἁγία Γραφή, ἡ ὁποία τὸ τέλος τοῦ κόσμου τὸ ὀνομάζει «συντέλεια τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 13,39· 24,3· 28,20. Ἑβρ. 9,26). Γιὰ τὸ τέλος τοῦ κόσμου ὁμιλοῦν οἱ προφῆται καὶ μάλιστα ὁ Δανιὴλ καὶ ὁ Ἠσαΐας, ὁμιλοῦν σαφέστερα ὁ Κύριος, οἱ ἀπόστολοι, ἡ Ἀποκάλυψις.
Εἶνε γεγονὸς ὅτι ἡ γῆ θὰ καταστραφῇ. Ἀλλὰ πρὸ τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος θὰ συμβοῦν τὰ λεγόμενα «σημεῖα τῶν καιρῶν» (Ματθ. 16,3). Ποιά εἶνε τὰ σημεῖα αὐτά; Τὰ ἐξήγησε ὁ Κύριος· θὰ εἶνε «λιμοί» (πεῖνα), «λοιμοί» (ἀσθένειες ποὺ οἱ ἄνθρωποι θὰ πεθαίνουν σὰν τὶς μῦγες), «σεισμοὶ κατὰ τόπους», μία «θλῖψις μεγάλη, οἵα οὐ γέγονεν ἀπ᾽ ἀρχῆς κόσμου», καὶ τέλος θὰ σκοτισθῇ ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη, τὰ ἄστρα θὰ πέσουν καὶ οἱ «δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σαλευθήσονται» (Ματθ. 24,7,21,29. Λουκ. 21,11). Ποιός θὰ τὰ πίστευε αὐτά, ἂν δὲν τὰ ἔλεγε τὸ στόμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ;
Σημεῖα τῶν καιρῶν θὰ εἶνε ἡ ἀναστάτωσι τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Καὶ στὶς μέρες μας παρουσιάστηκαν τέτοια φαινόμενα ἀναταραχῆς τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Στὴ Νότιο Ἀμερική, στὶς ἀκτὲς τῆς Χιλῆς, ἐνῷ ἦταν ξαπλωμένοι γυμνοὶ στὶς ὡραῖες ἀμμουδιὲς καὶ διασκέδαζαν ―ὅπως συμβαίνει καὶ στὶς δικές μας παραλίες―, ξαφνικὰ σείστηκε ἡ γῆ, ἄνοιξαν ἡφαίστεια, χύθηκε λάβα, χάθηκαν ὁλόκληρα νησιὰ ἐνῷ ἐμφανίστηκαν ἄλλα νέα νησιά, ἡ θάλασσα ἀγρίεψε, τὰ κύματα ὑψώθηκαν 15 μέτρα καὶ σάρωσαν ἐκτάσεις· χιλιάδες ἦταν οἱ νεκροὶ καὶ οἱ ἄστεγοι. Τέτοιο γεγονὸς δὲν ξαναέγινε.
Ἀλλ᾽ ἂν μὲ ρωτήσετε, ἀγαπητοί μου, ποιό εἶνε τὸ φοβερώτερο σημεῖο τῶν καιρῶν, θὰ σᾶς πῶ ὅτι δὲν εἶνε τὰ φαινόμενα αὐτά. Δὲν εἶνε ὁ τυφώνας, δὲν εἶνε ὁ σεισμός, δὲν εἶνε ἡ πυρκαϊά, δὲν εἶνε τὰ κύματα τῆς θαλάσσης. Τὸ φοβερώτερο σημεῖο τῶν καιρῶν εἶνε ἡ διαίρεσις, ποὺ ἐπικρατεῖ τώρα μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Οὐδέποτε ἄλλοτε ὁ κόσμος ἦταν τόσο διῃρημένος. Ποῦ νὰ ῥίξουμε τὸ βλέμμα καὶ νὰ μὴ δοῦμε διαίρεσι;
⃝ Διαίρεσις στὰ ἔθνη. Ἡνωμένα Ἔθνη λέγεται ὁ γνωστὸς διεθνὴς ὀργανισμός, ἀλλὰ κατ᾽ εὐφημισμόν. Πρέπει νὰ κατεβάσουμε τὴν πινακίδα «Ἡνωμένα Ἔθνη» καὶ νὰ γράψουμε «Διῃρημένα Ἔθνη». Κάτω ἀπὸ τὰ μειδιάματα καὶ τὶς φιλοφρονήσεις τῆς διπλωματίας κρύβεται μεγάλη ἐχθρότης. Ὄχι τόσο μεταξὺ τῶν μικρῶν ἐθνῶν – αὐτὰ εἶνε τὰ θύματα, ὅσο μεταξὺ τῶν μεγάλων, ποὺ σὰν θηρία τῆς Ἀποκαλύψεως εἶνε ἕτοιμα νὰ πέσουν τὸ ἕνα πάνω στὸ ἄλλο. Ἀλλὰ διῃρημένο εἶνε καὶ κάθε ἔθνος ἐσωτερικῶς· ὑπάρχει τὸ μικρόβιο τῆς διαιρέσεως σὲ κόμματα, παρατάξεις, φατρίες, ἀρχηγούς, συμφέροντα, ἑταιρεῖες. Πρὸ παντὸς δὲ σ᾽ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες. Ἀνοῖξτε τὴν ἱστορία. Τρεῖς χιλιάδες χρόνια ζωὴ ἔχουμε, καὶ στὸ διάστημα αὐτὸ λίγες φορὲς τὸ ἔθνος μας ἦταν ἑνωμένο. Κι ὅταν ἦταν ἑνωμένο τότε ἦταν ἔνδοξο καὶ ἀήττητο· ἔπαιρνε τὶς κορυφὲς τῆς Πίνδου καὶ τὴν ὕψωνε μέχρι τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ. Ὅπως εἶπε κάποιος, ἂν οἱ Ἕλληνες ἦταν ἑνωμένοι, θὰ εἶχαν κυριαρχήσει στὴν ὑφήλιο. Ἡ διαίρεσις εἶνε ἡ μεγαλυτέρα συμφορὰ τοῦ ἔθνους μας. Ἡ διχόνοια βασίλευε συχνά, καὶ τότε συνέβαιναν πολλὰ κακά· παράδειγμα ἡ καταστροφὴ τῆς Μ. Ἀσίας.
⃝ Παντοῦ διαίρεσις· σὲ χωριὰ καὶ κοινότητες. Διῃρημένο ὅμως καὶ τὸ μικρότερο βασίλειο τοῦ κόσμου. Ποιό εἶνε τὸ μικρότερο βασίλειο, μὲ βασιλιᾶ μὲ βασίλισσα καὶ λαό; Ἡ οἰκογένεια· ὁ πατέρας βασιλιᾶς, ἡ μάνα βασίλισσα καὶ λαὸς τὰ παιδιά. Διαίρεσις βασιλεύει στὸ σπίτι. Ἀναρχία σκέψεως καὶ ἐνεργείας. Ἡ γυναίκα δὲν ὑπακούει στὸν ἄντρα, ὁ ἄντρας δὲν σέβεται τὴ γυναῖκα, τὰ παιδιὰ δὲν ὑπολογίζουν κανένα. Σύζυγοι διίστανται μεταξύ τους καὶ παιδιὰ πρὸς τοὺς γονεῖς. Τὸ σπίτι, ποὺ ἄλλοτε ἦταν παράδεισος, ἐκκλησία, μοναστήρι, τώρα δὲν «τραβάει», δὲν εἶνε μαγνήτης. Πρῶτα οἱ μικρὲς καλύβες τῶν χωριῶν ἦταν παλάτια τοῦ οὐρανοῦ, ἄγγελοι κατοικοῦσαν ἐκεῖ· τώρα στὶς μεγάλες πολυκατοικίες κατοικοῦν δαίμονες φτερωτοί. Εὐλογημένη ἡ ἐποχή, ποὺ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἦταν μὲν νοητικῶς ἀνεπτυγμένοι ἀλλ᾽ εἶχαν καλλιεργημένη τὴν καρδιά. Τώρα τὸ σπίτι κατήντησε ξενοδοχεῖο ὕπνου καὶ φαγητοῦ. Σπάνιο τὸ φαινόμενο νὰ βρῇς ἀντρόγυνο ἀγαπημένο, παιδιὰ μὲ σεβασμό. Δεῖξτε μου ἕνα σπίτι ποὺ νὰ ὑπάρχῃ ὁμόνοια καὶ ἑνότης μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ!
Μὰ ὑπερβολικὰ τὰ λές, θὰ μοῦ πῆτε. Ἂν τὰ λέω ὑπερβολικά, τότε πηγαίνετε στὴν ἀρχιεπισκοπὴ καὶ ρωτῆστε, κι ἂν εἶστε Χριστιανοὶ θὰ κλάψετε γιὰ τὸ κατάντημά μας. Πρῶτα, μὲ ἀγράμματους παπᾶδες, σὲ 1.000 γάμους δὲν εἴχαμε οὔτε 1 διαζύγιο. Τώρα, μὲ παπᾶδες καὶ δεσποτάδες πτυχιούχους, στοὺς 3 γάμους ὁ 1 διαλύεται! Ἔχουμε μεγάλη εὐθύνη οἱ κληρικοί, δὲν ἐκπληρώνουμε τὸν προορισμό μας. Κάθε μέρα ἐκδίδονται πλῆθος διαζύγια. Φθάσαμε νὰ γίνῃ ἡ Ἑλλὰς Χόλλυγουντ.
⃝ Ζητάει ὁ ἄνθρωπος τὴν ἑνότητα στοὺς λαούς, στὰ ἔθνη, στὶς οἰκογένειες, καὶ δὲν τὴ βρίσκει. Μπαίνει τέλος στὴν Ἐκκλησία, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἐδῶ θὰ βρῇ τὴν ἑνότητα, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία προσεύχεται «ὑπὲρ …τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» (θ. Λειτ.) καὶ ὁ Χριστός μας σήμερα ὑψώνει τὰ χέρια στὸ εὐαγγέλιο καὶ προσεύχεται νὰ εἶνε ἑνωμένοι οἱ Χριστιανοί (βλ. Ἰωάν. 17,11). Καὶ τί βλέπει; Ἐδῶ ὀρθοδόξοι, ἐκεῖ φράγκοι, πιὸ ᾽κεῖ διαμαρτυρόμενοι σὲ τρακόσα κομμάτια.
Ἡ διαίρεσις τῶν Χριστιανῶν εἶνε ἕνα ἐμπόδιο τῆς διαδόσεως τοῦ χριστιανισμοῦ – τὰ δύο τρίτα τοῦ κόσμου εἶνε εἰδωλολάτρες. Πᾶνε οἱ ἱεραπόστολοι στοὺς ἀγρίους, τοὺς κηρύττουν τὸ Εὐαγγέλιο, κ᾽ ἐκεῖνοι δακρύζουν. Καὶ θὰ περίμενε κανεὶς νὰ βαπτίζωνται καὶ νὰ γίνωνται Χριστιανοί. Ἐν τούτοις δὲν βαπτίζονται. Ὡραῖα, λένε, εἶνε τὰ λόγια σας, τὰ ἄμφιά σας, οἱ ψαλμῳδίες σας· εἶστε ὅμως κομματιασμένοι, δὲν ἔχετε ἀγάπη μεταξύ σας· οἱ Ἄγγλοι κυνηγοῦν τοὺς Ἀμερικανούς, οἱ Ἀμερικανοὶ τοὺς Ἄγγλους καὶ οὕτω καθ᾽ ἑξῆς. Ἐμεῖς, ποὺ δὲν εἴμαστε Χριστιανοί, ἔχουμε περισσότερη ἑνότητα μεταξύ μας· ἐσεῖς δὲν εἶστε ἑνωμένοι, ἔχετε μῖσος μεταξύ σας. Νὰ πᾶτε λοιπὸν πρῶτα ν᾽ ἀγαπηθῆτε μεταξύ σας καὶ μετὰ νὰ ἔλθετε νὰ κηρύξετε σ᾽ ἐμᾶς τὸ Εὐαγγέλιο.
Σήμερα εἶνε ἑορτὴ τῶν 318 πατέρων ποὺ συνεκρότησαν τὴν Πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο καὶ συνέθεσαν τὸ Πιστεύω. Εἶνε ὅλοι ἀστέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Δὲν θ᾽ ἀναφερθῶ σὲ κάποιον ἀπὸ αὐτούς· ἡ σκέψι μου πηγαίνει σ᾽ ἕναν ἄλλο πατέρα, ποὺ δὲν ἀνήκει σ᾽ αὐτοὺς ποὺ συνέθεσαν τὸ Πιστεύω, συνέθεσε ὅμως τὴν θεία Λειτουργία, ποὺ τελεῖται καὶ τὴν ἀκοῦμε συνεχῶς. Εἶνε ἡ μεγάλος διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, τὸν ὁποῖο πάντοτε μνημονεύουμε. Τὸν ρώτησαν λοιπόν, πότε θὰ γίνῃ ἡ συντέλεια τῶν αἰώνων, καὶ ὁ Χρυσόστομος ἀπήντησε ἀπὸ τὸν ἄμβωνα·
Ἀδελφοί μου, ἡ συντέλεια θὰ ἔλθῃ ὅταν δῆτε νὰ εἶνε οἱ ἄνθρωποι διῃρημένοι· οἱ γυναῖκες νὰ μὴν ὑπακούουν στοὺς ἄντρες τους, οἱ ἄντρες νὰ μὴν ἀγαποῦν τὶς γυναῖκες τους, τὰ παιδιὰ νὰ σηκώνουν χέρι καὶ νὰ χτυποῦν τοὺς γονεῖς, οἱ λαϊκοὶ νὰ μὴν ὑποτάσσωνται, νὰ γίνωνται ἐμφύλιοι σπαραγμοί. Ἀλλὰ τὸ τέλος θὰ ἔλθῃ πρὸ παντὸς ὅταν ἡ διαίρεσις εἰσχωρήσῃ στὴν ἐκκλησία, φθάσῃ μέσα στὸ θυσιαστήριο· ὅταν δῆτε νὰ συμπλέκωνται καλόγεροι μὲ καλογήρους, διᾶκοι μὲ διάκους, ἱερεῖς μὲ ἱερεῖς καὶ ἐπίσκοποι μὲ ἐπισκόπους.
Τί βλέπουμε, ἀγαπητοί μου; Ζοῦμε σὲ τέτοιες ἡμέρες, καὶ μόνο ὁ Θεὸς νὰ μᾶς σώσῃ. Ἂν μᾶς σώσῃ, ἡ σωτηρία δὲν θὰ ὀφείλεται σ᾽ ἐμᾶς. Ἂν μᾶς σώσῃ, θὰ μᾶς σώσῃ χάρις στὰ μικρὰ ἀθῷα παιδάκια ποὺ εἶνε στὶς κούνιες.
Νὰ μετανοήσουμε. Ἂν ἐξακολουθήσουμε τὴν τακτικὴ τοῦ μίσους, θὰ τιμωρηθοῦμε· θὰ σειστοῦμε καὶ δὲ θὰ μείνῃ λίθος ἐπὶ λίθον. Ἂς μετανοήσουμε, ἂς γονατίσουμε, ἂς παρακαλέσουμε ὅλοι, μικροὶ – μεγάλοι, λαϊκοὶ καὶ κληρικοί, παπᾶδες καὶ δεσποτάδες, ἄρχοντες καὶ λαός, ὁ Θεὸς νὰ γίνῃ ἵλεως· νὰ πνεύσῃ μεταξύ μας ἡ ἀγάπη, ἡ ὁμόνοια καὶ ἡ δικαιοσύνη, ὥστε μὲ ἕνα στόμα νὰ δοξάζουμε Πατέρα Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Κων/νου Κολωνοῦ – Ἀθῆναι 29-5-1960)
Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on
Μαι 25th, 2012 |
Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Κυριακὴ Πεντηκοστῆς (Ἰωάν. 7,37-52· 8,12)

Ἀπὸ τότε ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς τὰ λόγια του πέρασαν αἰῶνες. Στὸ διάστημα αὐτὸ παρουσιάστησαν πολλοὶ σοφοί, ποὺ εἶπαν καὶ ἔγραψαν πολλά. Τώρα, κατὰ τὸ πλεῖστον, αὐτοὶ ἔχουν λησμονηθῆ· κάπου – κάπου ψάχνει κανεὶς σὲ βιβλιοθῆκες νὰ βρῇ τί εἶπαν. Τὰ λόγια ὅμως τοῦ Χριστοῦ ἐξακολουθοῦν ν᾽ ἀκούγωνται καὶ νὰ διαδίδωνται. Ὅπου νὰ πᾶμε, σ᾽ ἀνατολὴ καὶ δύσι, βορρᾶ καὶ νότο, παντοῦ θὰ βροῦμε τὸ Εὐαγγέλιο διαδεδομένο· ὄχι ὅμως χωρὶς ἐμπόδια.
Πῶς διατίθενται σήμερα οἱ ἄνθρωποι ἀπέναντι στὸ Εὐαγγέλιο; Ὅπως καὶ τότε, στὰ χρόνια τοῦ Χριστοῦ, χωρίζονται σὲ δύο παρατάξεις. Στὴ μία εἶνε ὅσοι τὸ δέχονται, τὸ ἀσπάζονται, τὸ ζοῦν, πεθαίνουν γι᾽ αὐτό. Στὴν ἄλλη παράταξι εἶνε ὅσοι μένουν ξένοι πρὸς τὸ Εὐαγγέλιο. Ἐδῶ ἄλλοι μὲν ἀδιαφοροῦν. Μίλα τους γιὰ λεφτὰ γιὰ γυναῖκες καὶ ἔρωτες γιὰ πολιτικὴ γιὰ συμφέροντα ἐπίγεια, τεντώνουν τ᾽ αὐτὶ ν᾽ ἀκούσουν· ἂν τοὺς μιλήσῃς γιὰ οὐράνια πράγματα, γιὰ παράδεισο κόλασι αἰώνιο ζωή, δὲ δίνουν σημασία. Ἄλλοι πάλι ἀμφιβάλλουν γιὰ τὶς ἀλήθειες τοῦ Εὐαγγελίου, εἶνε πάντα σκεπτικοὶ κ᾽ ἐπιφυλακτικοί. Ἄλλοι ὅμως εἶνε τελείως ἀρνητικοὶ ἢ καὶ ἐπιθετικοί, μάλιστα στὴν ἐποχή μας. Κάνουν σὰν τὰ λυσσασμένα σκυλιά. Ποτέ ἄλλοτε δὲν ἐκδηλώθηκε τέτοια μανία· εἰ δυνατὸν νὰ γκρεμίσουν τὴν Ἐκκλησία, νὰ τὴν ἐξαφανίσουν. Ὅπως τότε οἱ φαρισαῖοι ἔστειλαν ὑπηρέτες νὰ φιμώσουν τὸ Χριστό, ἔτσι καὶ σήμερα νεώτεροι φαρισαῖοι τοῦ πνεύματος, ἄνθρωποι δῆθεν τῶν γραμμάτων, ἐπιτίθενται ἐναντίον του μὲ ὅ,τι διαθέτουν (ἔντυπα, ῥάδια, τηλεοράσεις, θεάματα κ.λπ.). Τοὺς ἐνοχλεῖ τὸ ὄνομά του, ἡ Ἐκκλησία του καὶ τὸ κήρυγμά της, τοὺς ἐνοχλεῖ ἡ παρουσία τοῦ ῥάσου, τοὺς ἐνοχλεῖ ἀκόμα κ᾽ ἡ καμπάνα καὶ θέλουν νὰ μὴ χτυπάῃ. Ἄλλοτε ἄκουγε τὴν καμπάνα κι ὁ βοσκὸς στὴν ὕπαιθρο κ᾽ ἔκανε τὸ σταυρό του· τώρα ὅ,τι θυμίζει τὸ Θεὸ ἔγινε ἀποκρουστικὸ καὶ μισητό. Στὸ σημεῖο ποὺ φτάσαμε, κάτι κακὸ θὰ μᾶς συμβῇ· ἢ κανένας σεισμὸς ἢ κανένας πόλεμος ἢ κάτι ἄλλο.
Τὰ λέω αὐτὰ γιὰ ὅλους, δὲν μέμφομαι κάποια συγκεκριμένη πολιτικὴ παράταξι. Δὲν πολιτικολογῶ, δὲν κομματίζομαι· εἶμαι ὑπεράνω κομμάτων, ὁμιλῶ ἐν ὀνόματι Κυρίου. Πρέπει ὁ λαός μας νὰ τὸ αἰσθανθῇ πλέον, ὅτι ζοῦμε σὲ ἐποχὲς κατατρεγμοῦ, συγκεκαλυμμένου διωγμοῦ, ὅπως αὐτὴ ποὺ περιγράφει σήμερα τὸ Εὐαγγέλιο ὅταν λέῃ ὅτι ἔστειλαν ἀπόσπασμα νὰ συλλάβουν τὸ Χριστό. Ἂς ξυπνήσουμε. Δὲν πρόκειται περὶ πολιτικολογίας, περὶ μικροῦ καὶ ἀσημάντου πράγματος· πρόκειται περὶ μεγάλου καὶ ὑψηλοῦ ζητήματος. Τὸν ὑλισμὸ καὶ τὴν ἀθεΐα ἐλέγχουμε. Οἱ ὑλισταὶ καὶ ἄθεοι μισοῦν τὸ ἀληθινὸ φῶς, ποὺ εἶνε ὁ Χριστός. Μοιάζουν μὲ ἀσπάλακες, τυφλοπόντικες, ποὺ ἀνοίγουν λαγούμια καὶ κινοῦνται στὸ σκοτάδι· δὲν θέλουν νὰ δοῦν καὶ ν᾽ ἀκούσουν τὸ Θεό, καὶ κινοῦνται μέσα σὲ κρησφύγετα τῆς ἀμφιβολίας καὶ τῆς ἀπιστίας.
Ἀλλ᾽ «ὅσοι πιστοί»! Τὸ εἶπα καὶ ἄλλοτε· κι ἂν μείνῃς ἕνας μέσ᾽ στὸ σπίτι ἢ στὸ σχολεῖο ἢ στὴν κοινωνία, μὴ φοβᾶσαι. Ἐσὺ θὰ νικήσῃς, ὄχι οἱ πολλοί. Εἰς πεῖσμα τῶν δαιμόνων, ὁ Χριστὸς νικᾷ καὶ θριαμβεύει εἰς τοὺς αἰῶνας.
Πιστεύω ὅτι μιλῶ σὲ ἀνθρώπους μὲ χρῖσμα πίστεως, σὲ ἀνθρώπους ποὺ αἰσθάνονται τὸ μήνυμα τῆς ἁγίας αὐτῆς ἡμέρας. Κλεῖστε τ᾽ αὐτιά σας στοὺς ἀπίστους καὶ ἀθέους. Ἑνωμένος ὁ πιστὸς λαὸς θὰ δώσῃ τὴ μεγάλη μάχη γιὰ νὰ μείνῃ αὐτὸς ὁ τόπος στὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ.
Θυσιάστηκαν χιλιάδες γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτό. Καὶ πιστεύω ὅτι, χάρι στὴ θυσία ἐκείνων, ὁ τόπος μας δὲν θὰ ὑποκύψῃ στὴν ἀθεΐα, ἀλλὰ θὰ μείνῃ στὸ φῶς τοῦ ἐσταυρωμένου Λυτρωτοῦ τοῦ κόσμου· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Γεωργίου Φλωρίνης 6-6-1982)
Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on
Μαι 24th, 2012 |
Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Κυριακὴ της Πεντηκοστής (Πράξ. 2,1-11)
«…Και διηπόρουν, άλλος προς άλλον λέγοντες· Τι αν θέλοι τούτο είναι;»
(Πράξ. 2,12)
ΤΙ ΕΙΝΕ, αγαπητοί μου Χριστιανοί, εκείνο που ελκύει σήμερα το ενδιαφέρον του κόσμου; Είνε η ύλη, το χρήμα· είναι τα τριάκοντα αργύρια του Ιούδα, ο μαμωνάς. Σήμερα ο φτωχός ένα όνειρο έχει, να γίνει πλούσιος· και ο πλούσιος, να γίνει πλουσιώτερος.
Εάν λοιπόν μέσα σ᾿ ένα τέτοιο κόσμο παρουσιασθεί κάποιος και πει, άνθρωποι, πέρα από τα υλικά πράγματα, υπάρχει κάτι ανώτερο και υψηλότερο, κάτι αόρατο και πνευματικό· υπάρχει Πνεύμα άγιον! εάν κάποιος μιλήσει μ᾿ αυτή τη γλώσσα, θα τον ειρωνευθούν και θα πουν· Τι θέλει να πει αυτός; Τι είναι αυτό το Πνεύμα το άγιο; Εγώ δε᾿ βλέπω Πνεύμα άγιο. Εγώ πιστεύω ό,τι βλέπω…
Αλλ᾿ αυτό δεν είναι ορθό. Διότι και σ᾿ αυτόν ακόμη τον υλικό κόσμο υπάρχουν πράγματα που ο άνθρωπος δεν τα βλέπει και όμως τα παραδέχεται. Παραδείγματος χάριν, ποιος βλέπει τον αέρα; Καταλαβαίνουμε ότι υπάρχει αέρας, γιατί βλέπουμε στα δέντρα τα φύλλα να σείωνται. Βλέπουμε ότι ο αέρας, όταν δυναμώσει, σπάει τα κλαδιά. Ο αέρας μπορεί ακόμη να ξερριζώσει δέντρα, να υψώσει τεράστια κύματα και να πνίξει καράβια, να παρασύρει ανθρώπους, να καταστρέψει σπίτια. Από τα αποτελέσματα λοιπόν και τις ενέργειες του αέρος, παραδεχόμεθα ότι υπάρχει αέρας. Ποιος από μας είδε το μαγνητισμό; Ακούμε ή διαβάζουμε για μαγνητισμό· αλλά την ουσία του δεν τη βλέπουμε. Όταν όμως πλησιάσεις κοντα στο μαγνήτη μια βελόνα, θα δεις αμέσως ότι την τραβάει κοντά του. Ποιος από μας είδε ή ποιος από τους φυσικούς μπορεί να μας πει, τι είναι ηλεκτρισμός; Κανείς δεν είδε τον ηλεκτρισμό· βλέπει όμως το φως που παράγει, τις μηχανές που κινεί· κι άμα αγγίξεις το ηλεκτρικό σύρμα, τινάζεσαι.
Δεν τα βλέπουμε αυτά, αλλά παραδεχόμεθα ότι υπάρχουν. Λοιπόν, άπιστοι, όπως εσείς πιστεύετε ότι υπάρχει αέρας, μαγνητισμός, ηλεκτρισμός, έτσι κ᾿ εμείς πιστεύουμε ότι υπάρχει Πνεύμα άγιο, ένα θείο πρόσωπο που δεν το βλέπουμε, αλλά του οποίου προσώπου βλέπουμε τις ενέργειες.
Και διαπιστώνουμε, ότι το άγιο Πνεύμα έχει περισσότερες ενέργειες από ο,τιδήποτε άλλο. Τέτοιες ενέργειες του αγίου Πνεύματος βλέπουμε σήμερα, την ημέρα αυτή τη μεγάλη και επίσημο της Πεντηκοστής.
Ποιες είναι οι ενέργειες του αγίου Πνεύματος; Τις ακούσαμε, αγαπητοί μου.
• Πρώτη ενέργεια. Είνε γνωστο ότι, για να μάθει κανείς μια γλώσσα χρειάζονται πολλά. Όσοι είναι γονείς, γνωρίζουν τι έξοδα χρειάζονται και πόσο κοπιάζουν τα παιδιά τους σε φροντιστήρια και σχολές για να μάθουν μια γλώσσα. Μα εδώ σήμερα βλέπουμε τους μαθητάς του Χριστού, που ξέρανε μόνο τη μητρική τους γλώσσα, ξαφνικά να μιλούν όχι μια και δυο γλώσσες, αλλά όλες τις γλώσσες του κόσμου, και να μπορούν να συνεννοούνται άριστα με όλους τους ανθρώπους τους ξένους που ήταν στα Ιεροσόλυμα. Γι᾿ αυτό όλοι απορούσαν και λέγανε· «Τι αν θέλοι τούτο είναι;» (Πράξ. 2,12). Τι πράγμα είναι τούτο; Δεν υπάρχει άλλη απάντηση· αυτή η έκτακτος γλωσσομάθεια δεν ήτο αποτέλεσμα φοιτήσεως σε σχολές, ήτο ενέργεια του αγίου Πνεύματος.
• Εκτός από την έκτακτο γλωσσομάθεια, βλέπουμε και κάτι άλλο. Οι απόστολοι, οι αγράμματοι, διδάσκουν μεγάλα και υψηλά διδάγματα. Αν οι φιλόσοφοι του αρχαίου κόσμου ακούγανε τον απόστολο Πέτρο να διδάσκει σε τέτοιο ύψος, θα έλεγαν· Μα που τα έμαθαν αυτοί αυτά; σε ποια σχολὴ φοίτησαν. Αυτοί διδάσκουν πράγματα που εμείς δεν μπορέσαμε να συλλάβουμε και να κατανοήσουμε.
• Και μόνο γλωσσομάθεια και υψηλά νοήματα; Θυμηθείτε τη νύχτα της Μεγάλης Πέμπτης. Ο Χριστός έμεινε μόνος. Οι μαθηταί του διασκορπίσθηκαν. Κι αυτός ακόμη ο Πέτρος, που έλεγε Εγώ ουδέποτε θα σ᾿ εγκαταλείψω (πρβλ. Ματθ. 26,33), τον αρνήθηκε και μπροστά σε μια υπηρέτρια είπε «Ουκ οίδα τον άνθρωπον», δεν τον γνωρίζω (Ματθ. 26, 72,74). Και τώρα βλέπεις τον Πέτρο, όχι μπροστά σε μια υπηρέτρια, αλλά μπροστά σε χιλιάδες κόσμο, με παρρησία και θάρρος, να λέει κατ᾿ επανάληψιν σ᾿ αυτούς· Σεις εφονεύσατε τον Χριστό, σεις είσθε οι φονείς του δικαίου εκείνου! (πρβλ. Πράξ. 2,23· 3,15· 4,10· 5,30). Πως εξηγείται αυτή η μεγάλη μεταβολή;
• Αλλά και κάτι ακόμη έχουμε να θαυμάσουμε σήμερα. Ενώ ο Σωκράτης και οι άλλοι φιλόσοφοι σ᾿ όλη τη ζωή τους δεν μπόρεσαν ν᾿ αλλάξουν μια ντουζίνα ανθρώπων, βλέπεις τον απόστολο Πέτρο ν᾿ ανοίγει το στόμα του και να λέει λόγια απλά, ν᾿ απλώνει έτσι τα αποστολικά δίχτυα, και να πιάνωνται όχι ένα αλλά πλήθος ψάρια. Και όχι ψάρια που πιάνονται εύκολα, αλλά ψάρια δύσκολα, όπως ήτανε ο Ισραηλικός λαός. Αυτοί που ήταν δυσμενώς διατεθειμένοι απέναντι του Χριστού, αυτοί που τη Μεγάλη Παρασκευή φωνάζανε «Σταύρωσον σταύρωσον αυτόν» (Λουκ. 23,21), τώρα τους βλέπεις να κλαίνε, ν᾿ αναστενάζουν και να ζητούν σωτηρία και επιστροφή στο Χριστό. Και σαν σήμερα, δια των ρημάτων του αποστόλου Πέτρου, πίστεψαν τρεις χιλιάδες άνθρωποι! Αυτή η μυστηριώδης έλξις, που εξήσκησε πάνω στις ψυχές ο απόστολος Πέτρος ο αγράμματος, πως άλλως εξηγείται παρά ως ενέργεια του αοράτου αγίου Πνεύματος; Χωρίς Πνεύμα άγιο δεν θα υπήρχε Εκκλησία. Το Πνεύμα το άγιο γέννησε την Εκκλησία.
Το Πνεύμα το άγιο είναι το τρίτο πρόσωπο της αγίας Τριάδος. Το πιστεύουμε, διότι το ομολογούν οι προφήται, το κηρύττει η αγία Γραφή, βλέπουμε τα μεγάλα θαύματά του. Το πιστεύουμε, διότι κάθε μυστήριο της Εκκλησίας είναι ενέργεια του αγίου Πνεύματος. Δεν υπάρχει μυστήριο χωρίς άγιο Πνεύμα. Και γάμος και βάπτισις και θεία κοινωνία και εξομολόγησις και χειροτονία και ό,τι υπάρχει μέσα στην Εκκλησία, είναι ενέργεια του αγίου Πνεύματος.
Μα θα πει κάποιος·
—Καλά στην παλαιά εποχή· αλλά και τώρα, που οι άνθρωποι προώδευσαν, έχουμε ανάγκη από Πνεύμα άγιο;
Τι είν᾿ αυτό που λες; Ναι· και σήμερα, και αύριο, και πάντοτε μέχρι συντελείας των αιώνων θα έχει η ανθρωπότης την ανάγκη του αγίου Πνεύματος. Αυτός που λέει, ότι σήμερα δεν χρειάζεται άγιο Πνεύμα, είναι σα᾿ να λέει ότι, επειδή προώδευσε η γεωργική επιστήμη, τα δέντρα δεν έχουν πλέον ανάγκη από νερό, από αέρα, από φως. Όσο και να προοδεύσει η γεωπονική επιστήμη, το φυτό πάντοτε θα χρειάζεται νερό, αέρα, ήλιο. Έτσι και κάθε ψυχή, κάθε άνθρωπος. Οσοδήποτε κι αν προοδεύσει, πάντοτε θα έχει ανάγκη από νερό που κελαρύζει και ξεδιψά, όπως λέει το ευαγγέλιο – δεν είναι λόγια αυτά, πρέπει να τα αισθανθεί κανείς. Το Πνεύμα το άγιο είναι το νεράκι που δροσίζει (βλ. Ιωάν. 7,37-39).
Όλοι έχουν ανάγκη το πανάγιο Πνεύμα, και οι μικροί και οι μεγάλοι. Έχει ανάγκη από Πνεύμα άγιο η μάνα για ν᾿ αναθρέψει το παιδί της, ο δάσκαλος για να διδάξει στο σχολείο, ο δικαστής για να δικάσει δικαίως, ο κυβερνήτης για να κυβερνήσει το λαό του. Οι πάντες έχουν ανάγκη Πνεύματος αγίου. Τίποτε άλλο δεν χρειάζεται ο κόσμος σήμερα, αδελφοί· Πνεύμα άγιο χρειάζεται. Ας το παρακαλέσουμε την αγία αυτή ημέρα να έρθει και να σκηνώσει «εν ημίν».
Να συνεννοούμεθα όμως. Ποιοι είναι άξιοι του Πνεύματος του αγίου; Εμείς είμεθα άξιοι να ᾿ρθεί μέσα στην καρδιά μας; Είμεθα άξιοι; Ρωτώ τον εαυτό μου, ρωτώ και όλους. Κάποιος άγιος λέει· Η μέλισσα πάει στα λουλούδια, η μύγα η ακάθαρτος ή η σφήκα πάει στα κρέατα τα σάπια. Η μέλισσα, το ευγενές έντομο, πηγαίνει όπου υπάρχει ευώδης οσμή· σε ακαθαρσία δεν πλησιάζει. Και το Πνεύμα το άγιο είναι σαν τη μέλισσα. Όπου υπάρχει ακαθαρσία, σαπήλα και διαφθορά, εκεί το Πνεύμα το άγιο δεν πηγαίνει.
Ας έχουμε πόθο να ᾿ρθεί στην καρδιά μας το Πνεύμα το άγιο. Κι όταν έρθει το Πνεύμα το άγιο, τότε πραγματικώς μέσ᾿ στις καρδιές μας και μέσ᾿ στα σπίτια μας και μέσ᾿ στο έθνος μας θα δούμε μια μεταβολή μεγάλη. Και τότε κ᾿ εμείς θα θαυμάσουμε και θα πούμε· Δόξα τω Θεώ· δόξα τω Πατρί, δόξα τω Υιώ, δόξα τω αγίω Πνεύματι· δόξα τη αγία Τριάδι! Αμήν.
† επίσκοπος Αυγουστίνος
(Ομιλία μητροπολιτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου σε ιερο ναό των Αθηνών 2-6-1963)
Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on
Μαι 9th, 2012 |
Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
ΠΟΣΟ γρήγορα, ἀγαπητοί μου, φεύγει ὁ χρόνος! Πότε ἀκούσαμε τὸ «Χριστὸς ἀνέστη», καὶ συμπληρώνονται σαράντα μέρες. Τὸ ἀπόγευμα τῆς ἐρχομένης Τετάρτης θὰ τὸ ἀκούσουμε γιὰ τελευταία φορά. Βρισκόμαστε στὶς παραμονὲς τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως.
Σήμερα εἶνε ἡ ἕκτη Κυριακὴ ἀπὸ τὸ Πάσχα, ἡ Κυριακὴ τοῦ Τυφλοῦ. Στοὺς ναοὺς διαβάζεται ἡ περικοπὴ ποὺ διηγεῖται τὴ θεραπεία τοῦ τυφλοῦ, ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα θαύματα τοῦ Κυρίου. Ἀπὸ ὅλη τὴν περικοπὴ θὰ κόψουμε λίγα ἄνθη καὶ θὰ κάνουμε μιὰ πνευματικὴ ἀνθοδέσμη γιὰ νὰ εὐωδιάσουμε τὶς ψυχές μας.
Τὸ πρῶτο, ἀγαπητοί μου, ποὺ προκαλεῖ τὴν προσοχή μας εἶνε ὁ ἄνθρωπος, ὁ τυφλός. Ὁ τυφλὸς αὐτὸς δὲ γεννήθηκε σὲ πλούσιο σπίτι – γιατὶ ὑπάρχουν καὶ πλούσιοι ποὺ γεννιοῦνται τυφλοί. Εἶχε γεννηθῆ σὲ φτωχόσπιτο. Κοντὰ στὸ δυστύχημα τῆς τυφλώσεως ἦταν καὶ φτωχός. Κάθε πρωὶ ἕνα παιδὶ τὸν ἔπαιρνε καὶ τὸν πήγαινε σ᾽ ἕνα σταυροδρόμι, κ᾽ ἐκεῖ στεκόταν ὣς τὸ βράδυ περιμένοντας ἐλεημοσύνη ἀπ᾽ τοὺς διαβάτες. Ποιός ἆραγε θὰ γύριζε νὰ τὸν δῇ; Περνοῦσαν μπροστά του πολλοί, ἀλλὰ συνήθως ἀδιάφοροι. Οἱ εὐκατάστατοι ζοῦσαν καλά, μὲ ἀπολαύσεις καὶ διασκεδάσεις. Ποιός θὰ ἔρριχνε σ᾽ αὐτὸν ἕνα βλέμμα συμπαθείας; Καὶ ὅμως ἕνας τὸν πρόσεξε. Ποιός; Ἐκεῖνος ποὺ δημιούργησε τὸ σύμπαν!
Πολλὲς φορές, στὴ σκληρὴ αὐτὴ ζωή, παραπονούμεθα, ὅτι δὲ μᾶς προσέχουν· συγγενεῖς, φίλοι, προϊστάμενοι, κανείς· νιώθουμε ἔρημοι κ᾽ ἐγκαταλελειμμένοι. Ἀλλ᾽ ὄχι, ἀδελφοί μου. Ἀρκεῖ ποὺ μᾶς προσέχει ὁ Θεός, καὶ ἂς μὴ μᾶς προσέχῃ κανείς ἄλλος. Ἂς μὴν ἔχουμε ἰσχυροὺς ἀνθρώπους προστάτες (βουλευτάς, ὑπουργούς, ἀρχιερεῖς). Ἀρκεῖ νά ᾽χουμε τὸν Κύριο· ὅταν μᾶς προσέχῃ ὁ Κύριος, φτάνει ἡ προστασία του. Ἐνῷ ἀντιθέτως, κι ἂν μᾶς προστατεύουν τοῦ κόσμου οἱ ἰσχυροὶ ἀλλὰ δὲν ἔχουμε μαζί μας τὸν Κύριο, τίποτα δὲν κάνουμε. Ὁ τυφλὸς τοῦ εὐαγγελίου, ποὺ εἶχε τὴν προστασία τοῦ Κυρίου, ἄξιζε περισσότερο ἀπὸ τοὺς γραμματεῖς καὶ φαρισαίους καὶ ὅλο τὸν κόσμο τῆς πλάνης καὶ τῆς ἁμαρτίας.
⃝ Τὸ ἄλλο ποὺ πρέπει νὰ σημειώσουμε εἶνε, ὅτι ὁ τυφλὸς αὐτὸς ἦταν «τυφλὸς ἐκ γενετῆς» (Ἰωάν. 9,1). Ὑπάρχουν τυφλοί, ποὺ ἔχασαν τὸ φῶς τους ἀργότερα, στὰ νιᾶτα ἢ στὰ γηρατειά τους, καὶ συνεπῶς ἔχουν μιὰ ἰδέα τοῦ ὡραίου κόσμου ποὺ δημιούργησε ὁ Θεός. Αὐτὸς δὲν εἶχε δεῖ ποτέ τὴν πλάσι, τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου, τὰ χρώματα τῶν λουλουδιῶν, τὰ πρόσωπα τῶν προσφιλῶν του, τίποτε ἀπολύτως. Ζοῦσε σὲ σκοτάδι διαρκείας· ὄχι ὡρῶν καὶ μηνῶν, ἀλλὰ ἐτῶν, ὁλοκλήρου τῆς ζωῆς του (μία μικρογραφία τοῦ αἰωνίου σκότους, στὸ ὁποῖο ―ὁ Θεὸς νὰ φυλάξῃ― θὰ καταδικασθοῦμε, ἂν δὲ βαδίσουμε κατὰ τὸ θεῖο θέλημα). Στὸν τυφλὸ αὐτόν, ὅπως ἐξηγοῦν οἱ πατέρες, δὲν ὑπῆρχαν ὀφθαλμοί, δὲν εἶχε καθόλου βολβοὺς μέσα στὶς κόγχες. Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὴ συνέχεια.
⃝ Διότι πῶς τὸν θεράπευσε ὁ Κύριος; Ἔφτυσε κάτω στὴ γῆ, ἔκανε πηλὸ ἀπὸ χῶμα, καὶ τὸν ἄλειψε στὰ σημεῖα τῶν ματιῶν. Γιατί ἆραγε ὁ Χριστὸς θεραπεύει δι᾽ αὐτοῦ τοῦ τρόπου; Τοῦ ἦταν δύσκολο, μ᾽ ἕνα λόγο του καὶ μόνο νὰ δημιουργήσῃ τοὺς δύο βολβοὺς καὶ νὰ θεραπεύσῃ τὸν τυφλό; Ἀσφαλῶς μποροῦσε. Ἀλλὰ θέλει νὰ δείξῃ, ὅτι αὐτὸς εἶνε ὁ δημιουργὸς Θεός, ποὺ εἶπε καὶ δημιουργήθηκαν ὅλα· καὶ ὅπως στὸν Ἀδὰμ ἔπλασε ὅλο του τὸ σῶμα, ἔτσι ἐδῶ ἀναπληρώνει ἕνα ἐλλεῖπον μέλος, τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ. Λένε ἀκόμη οἱ πατέρες, ὅτι μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ὁ Κύριος ἤθελε νὰ μᾶς ὑπενθυμίσῃ ὅτι εἴμαστε χῶμα. Εἴτε βασιλεῖς, εἴτε στρατηγοί, εἴτε σοφοί, ὅλοι τὸ ἴδιο εἴμαστε, χοϊκοί, διότι ἀπὸ χῶμα μᾶς ἔπλασε ὁ Θεός. Χῶμα εἶνε τὰ χέρια, χῶμα τὰ πόδια, χῶμα τὸ κορμί, χῶμα τὸ ὡραῖο πρόσωπο. Χῶμα λοιπὸν καὶ τὸ μάτι, ποὺ λειτουργεῖ ἐν τούτοις ὡς μία τέλεια αὐτόματη φωτογραφικὴ μηχανή, μηχανὴ ἀνεκτιμήτου ἀξίας. Ἂν πῇς σὲ κάποιον τουρίστα ὅτι αὐτὴ ἡ φωτογραφικὴ μηχανὴ ποὺ ἔχει στὴν πλάτη του φύτρωσε μόνη της, θὰ σὲ θεωρήσῃ τρελλό. Ἀλλ᾽ ἐὰν ἡ κάθε φωτογραφικὴ μηχανὴ ἔχῃ τὸν τεχνίτη της, πολὺ περισσότερο τὰ μάτια τοῦ ἀνθρώπου, αὐτὰ τὰ θαυμάσια ὄργανα, ἔχουν τὸν ποιητή τους· καὶ αὐτὸς εἶνε ὁ Θεός. Φτάνει ἕνα μάτι ν᾽ ἀποδείξῃ ὅτι ὑπάρχει Θεός.
⃝ Κάτι ἄλλο ἀκόμη. Λέει τὸ εὐαγγέλιο, ὅτι ὁ Κύριος χρησιμοποίησε τὸ σάλιο του καὶ τὰ δάκτυλά του. Τί σημαίνει αὐτό; Οἱ πατέρες παρατηροῦν, ὅτι καὶ τὰ δάκτυλα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ σάλιο του ἀκόμη θαυματουργοῦν. Ὅλα, τὰ ροῦχα του, ὁ χιτώνας του, τὰ ὑποδήματά του, κάθε τι ποὺ ἦρθε σὲ ἐπαφὴ μαζί του, ἔχουν θαυματουργικὴ ἰδιότητα. Ἂς χλευάζουν οἱ προτεστάντες καὶ οἱ χιλιασταὶ τὰ ἱερὰ λείψανα· ἡ Ἐκκλησία μας καλῶς τὰ κρατεῖ καὶ τὰ τιμᾷ. Τῶν ἁγίων ὄχι μόνο τὰ λόγια καὶ οἱ πράξεις καὶ ἡ σκιὰ ὅταν ζοῦσαν, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν κοίμησί τους τὰ ἱερὰ λείψανά τους (ὀστᾶ, ἐνδύματα, ἄμφια, σταυροί, ῥάσα, ἀντικείμενα) ἐξακολουθοῦν νὰ ἔχουν δύναμι ὅπως εἶχε καὶ τὸ σάλιο τοῦ Χριστοῦ μας.
⃝ Μία ἄλλη παρατήρησις, ἀδελφοί μου, εἶνε τὸ πότε ἔγινε ἡ θεραπεία τοῦ τυφλοῦ. Ἔγινε Σάββατο, τὴν ἡμέρα δηλαδὴ ποὺ οἱ Ἑβραῖοι δὲν ἐπιτρέπουν καμμία ἐργασία, ποὺ καὶ φωτιὰ νὰ πιάσῃ τὸ σπίτι τους δὲν τρέχουν νὰ τὴ σβήσουν· τὸ θεωροῦν ἁμαρτία νὰ ἐργασθοῦν. Ἔκανε λοιπὸν ὁ Κύριος τὸ θαῦμα τὴν ἡμέρα αὐτή, γιὰ νὰ διαλύσῃ τὴν πλανεμένη ἰδέα ὅτι τὸ Σάββατο δὲν ἐπιτρέπεται καμμία ἐργασία. Διδάσκει, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ ἐργασία τοῦ καλοῦ, ἐπιβάλλεται ἡ ἀγαθοεργία. Γιὰ μᾶς δὲν ὑπάρχει Σάββατο, ὑπάρχει Κυριακή. Ἡ Κυριακὴ λοιπὸν πρέπει νὰ εἶνε γεμάτη ἀγαθὰ ἔργα ἀπ᾽ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ, κατὰ μίμησιν τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἶπε· «Ὁ πατήρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται, κἀγὼ ἐργάζομαι» (Ἰωάν. 5,17)· μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων ἐργάζεται ἡ ἁγία Τριάς, δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνα δευτερόλεπτο ἀδρανείας. Ποιά λοιπὸν εἶνε τὰ ἔργα τῆς Κυριακῆς; Πρῶτα – πρῶτα ὁ ἐκκλησιασμός. Δεύτερον ἡ ἀκρόασις τοῦ θείου λόγου. Τρίτον ἡ μελέτη τῆς ἁγίας Γραφῆς. Τέταρτον οἱ πνευματικὲς ἐπισκέψεις, ἰδίως σὲ νοσοκομεῖα καὶ ἀσθενεῖς, ποὺ περιμένουν ἕνα γλυκὸ λόγο, μιὰ ἀκτῖνα παρηγοριᾶς μέσα στὸ σκοτάδι τῆς ζωῆς τους. Μ᾽ ἕνα λόγο, ὁ ἁγιασμός. Δυστυχῶς, ἐν ἀντιθέσει μὲ ὅλα αὐτά, ἡ ἡμέρα τῆς Κυριακῆς ἔγινε ἡμέρα ἁμαρτίας. Καμμιά ἄλλη μέρα δὲν παρουσιάζει τόσο πλῆθος ἁμαρτημάτων καὶ ἐγκλημάτων ὅσο ἡ Κυριακή.
⃝ Καὶ γιὰ νὰ τελειώνω, ἀδελφοί μου, προσέξτε τὸ ἑξῆς. Εἶπε ὁ Κύριος στὸν τυφλό· Πήγαινε στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωὰμ νὰ πλυθῇς. Ποιός εἶν᾽ αὐτὸς ποὺ τοῦ δίνει τὴν ἐντολή, ὁ τυφλὸς δὲν γνωρίζει μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμή· δὲν γνωρίζει ὅτι αὐτὸς εἶνε ὁ Κύριος. Κάποιος ἄλλος στὴ θέσι του θὰ μποροῦσε νὰ φέρῃ ἀντίρρησι, ὅπως ἔφερε λ.χ. στὴν παλαιὰ διαθήκη ὁ Νεεμὰν ὁ Σύρος. Ἦταν ἔνδοξος στρατηγὸς τῆς Συρίας, ἀλλὰ ἔπασχε ἀπὸ λέπρα, ἀγιάτρευτη τότε ἀρρώστια, καὶ πῆγε στὸν Ἐλισαῖο, μαθητὴ τοῦ προφήτου Ἠλία, ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ θαυματουργό. Ὁ Ἐλισαῖος τοῦ λέει· ―Νὰ πᾷς νὰ λουσθῇς στὸν Ἰορδάνη ἑφτὰ φορές. Αὐτὸς θύμωσε καὶ εἶπε· ―Γιατί στὸν Ἰορδάνη; δὲν ἔχουμε στὴν πατρίδα μου καλύτερα ποτάμια; Ὄχι, δὲν πηγαίνω. Ἀλλὰ οἱ ὑπασπισταί του ἐπέμεναν καὶ πῆγε. Κι ὅταν πέρασε τὸν Ἰορδάνη ποταμὸ ἑφτὰ φορές, τότε καθαρίστηκε ἀπὸ τὴ λέπρα (βλ. Δ΄ Βασ. κεφ. 5· Λουκ. 4,27). Ὁ Νεεμὰν λοιπὸν στάθηκε διστακτικός, ὁ τυφλὸς ὅμως ὑπήκουσε. Ὁ Χριστὸς τοῦ εἶπε, Πήγαινε στοῦ Σιλωάμ, καὶ πῆγε ἀμέσως. Τί μᾶς λέει αὐτό; Κάτι ποὺ ἔχουμε ἀνάγκη ὅλοι μας. Στὴν ἐγωιστικὴ καὶ ἐπαναστατημένη ἐποχή μας διδάσκει τὸ μάθημα τῆς ὑπακοῆς. Ὁ τυφλός, μὲ τὴν ὑπακοὴ ποὺ ἔδειξε στὸ Χριστὸ χωρὶς ἀντιρρήσεις, λέει σὲ ὅλους μας·
Παιδιά, ὑπακούετε στοὺς γονεῖς σας, οἱ νεώτεροι στοὺς γεροντοτέρους. Γυναῖκες, ὑπακούετε στοὺς ἄντρες σας· εἶνε λόγος Θεοῦ. Μαθηταί, ὑπακούετε στοὺς δασκάλους σας. Στρατιῶτες, ὑπακούετε στοὺς ἀξιωματικούς σας. Πολῖτες, ὑπακούετε στοὺς νόμους τοῦ κράτους. Ὑπακούετε. Μέχρι ποιοῦ σημείου; Μέχρι ἐκεῖ ποὺ ἀρχίζει μία ἄλλη ὑπακοή. Ὑπάρχουν ὅρια. Ἐὰν ὁ πατέρας ἢ ἡ μητέρα ἢ ὁ σύζυγος ἢ ὁ καθηγητὴς ἢ ὁ ἀξιωματικὸς ἢ ὁ νόμος ἢ τὸ κράτος διατάξουν κάτι ἀντίθετο μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τότε ἰσχύει ὁ θεῖος κανὼν «Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἄνθρωπος» (Πράξ. 5,29).
Ποιά γλῶσσα, ποιά φωνή, θὰ συνετίσῃ τὴ γενεά μας; Πρέπει νὰ ἔλθῃ Πνεῦμα ἅγιο, πύρινος ἄγγελος, νὰ μᾶς φωνάξῃ· Ἐὰν ὑπακούετε τὰ παιδιὰ στοὺς γονεῖς, οἱ γυναῖκες στοὺς ἄντρες, οἱ στρατιῶτες στοὺς ἀξιωματικούς, πολὺ περισσότερο ὑπακούετε ὅλοι, καὶ πάλιν ὑπακούετε, καὶ αἰωνίως ὑπακούετε, στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν· ὅν, παῖδες, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Δημητρίου Ψυρρῆ – Ἀθηνῶν 22-5-1960)
Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on
Μαι 8th, 2012 |
Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος (Ἰωάν. 4,5-42)
ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, τὸ εὐαγγέλιο διηγεῖται ἕνα θαῦμα. Μὰ ἐμεῖς, θὰ πῆτε, δὲν ἀκούσαμε θαῦμα. Θαῦμα εἶνε ἕνας τυφλὸς νὰ δῇ τὸ φῶς, ἕνας κουφὸς νὰ ἀκούσῃ, ἕνας παράλυτος νὰ περπατήσῃ, ἕνας νεκρὸς ν᾽ ἀναστηθῇ. Τέτοιο πρᾶγμα δὲ λέει τὸ εὐαγγέλιο… Ἀλλ᾽ ἐγὼ ἐπιμένω· διηγεῖται θαῦμα ἀνώτερο ἀπὸ τὰ θαύματα αὐτά. Ποιό εἶνε λοιπὸν τὸ θαῦμα;
Στὰ χρόνια τοῦ Χριστοῦ στὴν πόλι Συχὰρ τῆς Σαμαρείας τῆς Παλαιστίνης ζοῦσε μιὰ γυναίκα. Ἡ ζωή της δὲν ἦταν καλή. Ζοῦσε ἄτακτα. Εἶχε χωρίσει μὲ τὸν πρῶτο ἄντρα της καὶ πῆρε δεύτερο, ἔπειτα χώρισε μὲ τὸ δεύτερο καὶ πῆρε τρίτο, χώρισε μὲ τὸν τρίτο καὶ πῆρε τέταρτο, χώρισε καὶ μὲ τὸν τέταρτο καὶ πῆρε πέμπτο· τέλος χώρισε καὶ μ᾽ αὐτὸν καὶ συζοῦσε μ᾽ ἕναν ἕκτο παρανόμως. Τί νὰ ποῦμε; Ἡ γενεά μας δὲ μπορεῖ νὰ τὴν κατακρίνῃ· εἴμεθα κ᾽ ἐμεῖς σὲ μεγάλη διαφθορά.
Παλαιότερα τὸ διαζύγιο ἦταν ἄγνωστο. Τώρα; ἀπ᾽ τὰ διαζύγια ζοῦνε οἱ δικηγόροι κι ἀπ᾽ τὶς ἐκτρώσεις οἱ γιατροί. Ποῦ καταντήσαμε· ἔφτειαξαν νέους νόμους, ποὺ κάνουν τὸ διαζύγιο ἀκόμα πιὸ εὔκολο. Εἶχε πεῖ ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός· Θά ᾽ρθῃ μέρα ποὺ ὁ ἄντρας θ᾽ ἀλλάζῃ γυναῖκα ὅπως ἀλλάζει πουκάμισο, καὶ ἡ γυναίκα θ᾽ ἀλλάζῃ ἄντρα ὅπως ἀλλάζει φουστάνι. Ἐκεῖ φτάσαμε. Ἡ μοιχεία δὲν θεωρεῖται τίποτα. Σπάνιο πρᾶγμα τώρα γυναίκα νὰ γνωρίσῃ ἕναν ἄντρα. Μία ἀπὸ τὶς νεοφώτιστες γυναῖκες, ποὺ ἔχω βαπτίσει στὴ Φλώρινα, συναντήθηκε μὲ κάποια ξένη, ἀπὸ ἄλλο μέρος, κ᾽ ἐκείνη τῆς μιλοῦσε περιφρονητικά. ―Ἐσεῖς εἶστε γύφτισσες, λέει. ―Ἄκουσε, τῆς ἀπαντᾷ ἡ νεοφώτιστη· ἐμένα ποὺ μὲ βλέπεις ἕναν ἄντρα γνώρισα, ἐσὺ πόσους ἔχεις γνωρίσει; Τότε ἡ ἄλλη κατέβασε τὸ κεφάλι…
Ἔτσι ζοῦσε καὶ ἡ Σαμαρείτισσα. Ἀλλὰ εἶχε κ᾽ ἕνα καλό. Διότι δὲν ὑπάρχει ἅγιος χωρὶς κάποιο ἐλάττωμα, καὶ δὲν ὑπάρχει ἁμαρτωλὸς ποὺ νὰ μὴν ἔχῃ καὶ κάτι καλό. Καὶ ἡ ἁμαρτωλὴ αὐτὴ εἶχε κάτι ποὺ ταιριάζει στὴ γυναῖκα· εἶχε ντροπή. Ἀπὸ ποῦ τὸ συμπεραίνουμε; Τὸ χωριὸ εἶχε ἕνα πηγάδι, ὅπου πήγαιναν πρωὶ – βράδυ ὅλες οἱ γυναῖκες κ᾽ ἔπαιρναν νερό. Αὐτὴ λοιπὸν δὲν πήγαινε μαζί τους· πήγαινε τὸ μεσημέρι ποὺ ἔκαιγε ὁ ἥλιος. «Ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη», λέει τὸ εὐαγγέλιο (Ἰωάν. 4,6). Ντρεπόταν, καὶ πήγαινε μόνη. Σήμερα τέτοια ντροπὴ δὲ βλέπεις· οἱ γυναῖκες εἶνε ξετσίπωτες, περπατοῦν γυμνές, μὲ τὰ μέλη ἀκάλυπτα, σὰν κρέατα κρεμασμένα στὰ τσιγκέλια. Κι ἀπ᾽ αὐτὴ τὴ γύμνια ἀρχίζει ἡ πορνεία καὶ ἡ μοιχεία. Ντροπὴ δὲν ὑπάρχει.
Ἡ Σαμαρείτισσα ὅμως εἶχε τοῦτο τὸ καλό. Γι᾽ αὐτό, ἐνῷ τὴν περιφρονοῦσαν ὅλοι, ἕνας τὴν πρόσεξε· ὁ Χριστός. Βάδισε χιλιόμετρα πεζῇ καὶ ἦρθε στὸ χωριό της. Ἐπίτηδες ἦρθε, γι᾽ αὐτὴ τὴν ψυχή. Καὶ δὲν τὴν εἶπε πόρνη, ἐλεεινή, τρισάθλια, ἀλλ᾽ ἄνοιξε συζήτησι μαζί της.
Διψασμένος ὅπως ἦταν, τῆς λέει· ―Δός μου νὰ πιῶ. Αὐτὴ παραξενεύτηκε, διότι ἦταν Ἰουδαῖος, καὶ οἱ Ἰουδαῖοι μὲ τοὺς Σαμαρεῖτες εἶχαν μῖσος. ―Πῶς ἐσύ, τοῦ λέει, ζητᾷς νερὸ ἀπὸ μένα, μιὰ Σαμαρείτισσα; Ὁ Χριστὸς ἀπαντᾷ· ―Ἂν ἤξερες ποιός εἶν᾽ αὐτὸς ποὺ σοῦ ζητάει νερό… Ὁ Χριστὸς φαινόταν ἄνθρωπος, μὲ ταπεινὸ σχῆμα, ἀλλὰ ἦταν Θεός. Καὶ τί ζητοῦσε; Ἕνα ποτήρι νερό. Νερὸ ζήτησε καὶ τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ στὸ σταυρό· ἀφυδατωμένος ἀπὸ τὴν αἱμορραγία εἶπε «Διψῶ» (Ἰωάν. 19,28), καὶ ἀντὶ νερὸ τὸν πότισαν χολή. Ποιός διψᾷ; Αὐτὸς ποὺ ἔκανε τὰ σύννεφα, τὴ βροχή, τὶς θάλασσες καὶ τοὺς ὠκεανούς· αὐτὸς πού, τὸ δαχτυλάκι του νὰ κουνήσῃ, θὰ στερέψουν τὰ νερά.
Καὶ θὰ γίνῃ αὐτὸ κάποτε. Σᾶς τὸ λέω· εἴμεθα ἀχάριστοι. Ἄλλοτε ὑπῆρχε εὐγνωμοσύνη στὸ Θεό. Θυμήθηκα τὴν ἐποχὴ πρὶν 80 χρόνια, ὅταν ἤμουν μικρὸ παιδί, ποὺ οἱ ἄνθρωποι ἔπιναν ἕνα ποτήρι νερὸ κ᾽ ἔκαναν τὸ σταυρό τους. Τώρα; τὴ μπουκιὰ ἔχουν στὸ στόμα καὶ τὸ Χριστὸ βλαστημᾶνε. Ἀγνώμων ἄνθρωπε, θά ᾽ρθῃ ὥρα ποὺ θὰ στερέψουν οἱ πηγές, καὶ τότε θὰ τρέχῃς σὰν τρελλὸς νὰ βρῇς νερὸ καὶ θὰ γλείφῃς τὰ βράχια μέσ᾽ στὶς σπηλιὲς γιὰ νὰ δροσιστῇς. Γι᾽ αὐτὸ τώρα, ὅταν τρῶς καὶ πίνῃς στὸ σπίτι σου, λέγε «Δόξα σοι, ὁ Θεός».
―Δός μου νὰ πιῶ, λέει τώρα στὴ γυναῖκα· κι ἂν ἤξερες ποιός εἶν᾽ αὐτὸς ποὺ σοῦ ζητάει, ἐσὺ θὰ τοῦ ζητοῦσες νὰ σοῦ δώσῃ τὸ ἀθάνατο νερό. Γιατὶ ἐγώ ἔχω τὸ ἀθάνατο νερό… ―Τὸ ἀθάνατο νερό; Ποιό εἶν᾽ αὐτό; Δός μου το, Κύριε, νὰ μὴν ἔρχωμαι κάθε φορὰ ἐδῶ νὰ ἀντλῶ.
Ὁ Χριστὸς τῆς λέει· ―Φώναξε τὸν ἄντρα σου. ―Δὲν ἔχω ἄντρα. ―Καλὰ εἶπες· πέντε ἄντρες ἄλλαξες, κι οὔτε αὐτὸς ποὺ ἔχεις τώρα εἶνε νόμιμος. Ἡ γυναίκα σκέφτηκε· Προφήτης θὰ εἶνε· ποῦ ξέρει τὰ μυστικά μου;… Ὤ τὰ μυστικά μας! Δὲν τὰ ξέρει ὁ ἄντρας σου – τὸν κοροϊδεύεις, δὲν τὰ ξέρει ἡ γυναίκα σου, δὲν τὰ ξέρουν τὰ παιδιά σου, δὲν τὰ ξέρει κανείς· τὰ ξέρει ὅμως ὁ Θεός, καὶ ἀλλοίμονό σου!…
―Βλέπω, Κύριε, λέει ἡ Σαμαρείτισσα, ὅτι εἶσαι προφήτης· λῦσε μου μιὰ ἀπορία γιὰ τὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ· ποῦ πρέπει νὰ λατρεύεται ὁ Θεός, στὰ Ἰεροσόλυμα ποὺ λέτε σεῖς οἱ Ἰουδαῖοι, ἢ στὸ ὄρος Γαριζὶν ὅπως ἔκαναν οἱ δικοί μας πρόγονοι; Ὁ Χριστὸς ἀπαντᾷ· ―Οὔτε στὸ Γαριζίν, οὔτε στὰ Ἰεροσόλυμα· «πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν» (Ἰωάν. 4,24). Βαρυσήμαντα λόγια, μὲ τὰ ὁποῖα κήρυξε μιὰ ἀλήθεια αἰώνια. Γι᾽ αὐτὸ ἡ πίστι μας δὲ συγκρίνεται μὲ καμμιά θρησκεία τοῦ κόσμου.
Κι ὅταν στὴ συνέχεια ὁ Χριστὸς τῆς ἀπεκάλυψε ὅτι αὐτὸς εἶνε ὁ Μεσσίας, τότε ἐκείνη ἀφήνει τὴ στάμνα της, τρέχει στὸ χωριὸ καὶ λέει σὲ ὅλους· Ἐλᾶτε νὰ δῆτε κάποιον ποὺ μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκανα· μήπως αὐτὸς εἶνε ὁ Χριστός; Καὶ ἦρθαν ὅλοι, τὸν ἄκουσαν, καὶ πίστεψαν. Καὶ εἶπαν στὴ γυναῖκα· ―Δὲν πιστεύουμε πλέον ἐπειδὴ τὰ εἶπες ἐσύ· πιστεύουμε, γιατὶ μόνοι μας γνωρίσαμε ὅτι αὐτὸς εἶνε ὁ Χριστός.
Ἡ Σαμαρείτιδα πίστεψε ἡ ἴδια, πίστεψαν τὰ παιδιά της καὶ πολλοὶ συγγενεῖς της. Ἄλλαξε ὄνομα, ὠνομάστηκε Φωτεινή. Ἔγινε ἱεραπόστολος. Ἔφυγε ἀπ᾽ τὸ χωριό της, περιώδευσε πόλεις καὶ χωριά, κήρυξε Χριστὸν ἐσταυρωμένον καὶ ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν. Ἔφτασε καὶ στὴν ἀλησμόνητο Σμύρνη κ᾽ ἐκεῖ μαρτύρησε. Ἐκεῖ οἱ Μικρασιᾶται πρόγονοί μας, μέσα σὲ 40 μέρες τῆς ἔχτισαν μεγάλο ναό, καὶ ἐκεῖ σὰν σήμερα τὴν ἑώρταζαν οἱ Σμυρνιοί, ἕως ὅτου ἦρθε ἡ καταστροφὴ τοῦ 1922. Στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς λειτούργησε γιὰ τελευταία φορὰ ὁ Χρυσόστομος Σμύρνης καὶ εἶπε· Ἕλληνες, μὴ χάνετε τὸ θάρρος σας· θὰ ξημερώσουν καλύτερες ἡμέρες γιὰ τὸ ἔθνος μας! Ὕστερα τὸν ἅρπαξε τὸ ἄλογο πλῆθος καὶ τὸν ἔκανε κομμάτια καὶ τὸ αἷμα του ῥάντισε τὰ καλντερίμια. Μετὰ ἀπὸ χρόνια τὸ τέμπλο τοῦ ναοῦ αὐτοῦ μεταφέρθηκε στὴν Ἑλλάδα καὶ τοποθετήθηκε σὲ καινούργιο ναὸ τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς στὴ Νέα Σμύρνη Ἀθηνῶν, ποὺ ἔχτισαν οἱ πρόσφυγες, καὶ ἐκεῖ τὴν ἑορτάζουν.
Αὐτὴ εἶνε ἡ ἱστορία τῆς Σαμαρείτιδος, ποὺ ἦταν σκοτεινὴ καὶ ἔγινε ἁγία Φωτεινή.
Πολλοί, ἀγαπητοί μου, ἐμφανίστηκαν καὶ εἶπαν· Ἐμεῖς θ᾽ ἀλλάξουμε τὴν κοινωνία… Δὲν εἶνε εὔκολη ἡ ἀλλαγή. Ἡ κακία εἶνε ἄβυσσος. Παρ᾽ ὅλη τὴ μόρφωσι καὶ τὰ «φῶτα», ὁ ἄνθρωπος παραμένει μέσα του ἕνας ἄγριος, ἕνα θηρίο. Ποιός θὰ τὸν ἀλλάξῃ; Ὁ λύκος μαλλὶ ἀλλάζει, τὴ γνώμη του δὲν τὴν ἀλλάζει. Διάφορα συστήματα καὶ κόμματα ὑπόσχονται ἀλλαγή. Μὰ τὰ προγράμματά τους εἶνε ἀνεπαρκῆ. Μὲ ἀσπιρίνες καὶ ἔμπλαστρα δὲν θεραπεύεται ὁ καρκίνος. Αὐτοὶ δὲν ἄλλαξαν οὔτε τὸν ἑαυτό τους, καὶ θ᾽ ἀλλάξουν τοὺς ἄλλους;
Δὲν ἀλλάζει ἡ κοινωνία ἔτσι. Ἕνας μόνο εἶνε ἡ ῥιζικὴ ἀλλαγή· καὶ αὐτὸς εἶνε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὁ Ναζωραῖος. Αὐτὸς παίρνει τὸ λύκο καὶ τὸν κάνει ἀρνί, παίρνει τὸν κόρακα καὶ τὸν κάνει περιστέρι, παίρνει τὸ κάρβουνο καὶ τὸ κάνει διαμάντι, παίρνει τὸν κακοῦργο καὶ τὸν κάνει ἅγιο. Οἱ ἄλλοι κάνουν ἀλλαγὴ τοῦ δέρματος, ἀλλαγὴ ἐπιφανειακή. Μόνο ὁ Χριστὸς μπορεῖ νὰ κάνῃ τὴ βαθειὰ ἀλλαγή.
Πότε ὅμως; Ὅταν ἐμεῖς πιστέψουμε καὶ τὸν ἀκολουθήσουμε ὅπως οἱ πρόγονοί μας. Δός μας, Κύριε, τὴν πίστι τῶν πατέρων μας! Ἀγράμματοι ἦταν, σὲ καλύβες κατοικοῦσαν, ἀλλ᾽ εἶχαν ἁγιωσύνη καὶ εὐπρέπεια. Δὲν ἀκουγόταν πορνεία, μοιχεία, ἄλλα ἐγκλήματα· ἦταν ἀφωσιωμένοι στὸ Θεό. Ἂς μετανοήσουμε κ᾽ ἐμεῖς. Ἂς ἀκολουθήσουμε τὸ παράδειγμα τῆς ἁγίας Φωτεινῆς. Ὅσο ἁμαρτωλοὶ κι ἂν εἴμαστε, ἂς πλησιάσουμε τὸ Χριστὸ καὶ ἂς πιστέψουμε. Τί νὰ πιστέψουμε;
Τὸ λέω ἐγὼ ὁ γέροντας ἐπίσκοπος. Πιστεύω, πιστεύω ἀκράδαντα. Ἂν δὲν πίστευα, θὰ προτιμοῦσα νὰ κάνω ἄλλο ἐπάγγελμα. Πιστεύω στὸ Εὐαγγέλιο, πιστεύω στὴν Ἐκκλησία, πιστεύω τί; Ὅτι κάτω ἀπὸ τὰ ἄστρα δὲν ὑπάρχει ἄλλος σωτήρας, παρὰ μόνο ὁ Ἰησοῦς Χριστός· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό Γενεσίου τῆς Θεοτόκου Κ. Κλεινῶν – Φλωρίνης 8-5-1988)
Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on
Απρ 21st, 2012 |
Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, ΟΜΙΛΙΕΣ (απομαγν.)
ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ
«Yπάγετε και είπατε τοις μαθηταίς και τω Πέτρω
»ότι ανέστη ο Kύριος και προάγει υμάς εις την Γα-
»λιλαίαν και εκεί αυτόν όψεσθε».
Aκούεται αγαπητοί μου χριστιανοί, ακούεται και όχι μόνον θα ακούεται σήμερα, αλλά και αύριον και μεθαύριον και εις γενεάς γενεών και μέχρι συντελείας των αιώνων θα ακούεται το πλέον χαρμόσυνον άγγελμα που ακούστηκε εδώ στη γη. Θα ακούεται λέγω εις αιώνας αιώνων το άγγελμα ότι ανέστη ο Kύριος. Ποιά δύναμις θα μπορέσει ποτέ να μειώσει ή να εξασθενήσει την φωνήν αυτήν των αγγέλων. Ποιό γεγονός οσονδήποτε καταπληκτικό και να είναι θα μπορέσει να εκτοπίσει την αίγλην του αναστάντος Kυρίου; Eάν είναι δυνατόν να σβήσει ο ήλιος, άλλο τόσο θα είναι δυνατόν να σβήσει η δόξα του Αναστάντος Kυρίου. Eίναι η ανάστασις του Kυρίου ένα γεγονός που μαρτυρείται από μυριάδας φωνών. Ένα γεγονός που έχει τας μεγαλυτέρας αποδείξεις, ένα γεγονός που δεν θα μπορέσει καμμιά απιστία, καμμιά δύναμις να μειώσει την δύναμιν της αναστάσεως του Kυρίου. Ανέστη ο Kύριος. Tο φωνάζουν και οι άνθρωποι, το φωνάζουν και οι άγγελοι, το φωνάζουν και οι αρχάγγελοι, το φωνάζουν και οι νεκροί που ανέστησαν εκ των μνημείων και εθεάθησαν πολλοίς. Tο φωνάζει όμως εκτός των άλλων και η εποχή αυτή, η ωραιοτέρα εποχή του έτους, η ανοιξις. Kι αν καμιά άλλη απόδειξις δεν υπήρχε έφτανε και μόνον το θέαμα της ανοίξεως όπως παρουσιάζεται κατά την περίοδον αυτήν του Πάσχα θα έφτανε λέγω και μόνον το θέαμα της ανοίξεως να μας φωνάξει ότι ανέστη ο Kύριος.
Tα ποταμάκια που τρέχουνε, το χορτάρι που ανεστήθηκε τρόπον τινά μέσα από τα σπλάχνα της γης και έστρωσε την επιφάνεια της γης με τάπητας, τα αρνάκια που παίζουν επάνω στα χορτάρια, τα πουλιά που κελαϊδούν μέσα στά δάση όλα αυτά με τη δική τους γλώσσα δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να προσθέτουν μιάν ακόμη επιπλέον απόδειξιν το καθένα από αυτά εις την δόξαν του Αναστάντος Kυρίου και να μας λέγουν ότι Ανέστη ο Kύριος.
Στο Δοξαστικό του εσπερινου του αγίου Γεωργίου, όσοι από σας είσθε τακτικοί ακόλουθοι της εκκλησίας και αρέσκεσθε να ακούετε τα ωραία τροπάρια και τους ωραίους ύμνους της Εκκλησίας θα προσέξατε, όπου λέγει· «Σήμερον έαρ μυρίζει, έαρ εξέλαμψεν, ενέτειλεν το έαρ. Γλυκύ το έαρ αυτό, μα πιο γλυκύς είναι ο Kύριος, διότι ο Kύριος είναι το πραγματικόν έαρ, είναι το γλυκύ έαρ της ζωής. Όλα λοιπόν και τα πουλιά και τα βουνά και οι πέτρες και τα πάντα μαρτυρούν ότι ανέστη ο Kύριος. Ποιο άλλο γεγονός έχει να παρουσιάσει τόσας μεγάλας αποδείξεις; Kάποιος σοφός που στην αρχή αμφέβαλλε όπως ο Θωμάς και δεν μπορούσε να παραδεχθεί ότι ο Xριστός ανεστήθηκε μέσα από τον τάφο και πήρε τα ευαγγέλια και τα εκοσκίνησε με το μυαλό του και άκουσε με το ένα αυτί όσα λέγουν εναντίον της αναστάσεως οι άπιστοι και από το άλλο αυτί πάλιν άκουσε όσα λέγουν οι απόστολοι και οι ευαγγελισταί και η ιστορία του κόσμου, ένας, λέγω, τέτοιος άπιστος σοφός, ένας Θωμάς δύσπιστος στο τέλος αφού εμελέτησε το γεγονός της αναστάσεως του Kυρίου και ήκουσε τα υπέρ και τα κατά αναγκάσθηκε να φωνάξει κι αυτός σαν Θωμάς ο Kύριός μου και ο Θεός μου». Kαι είπε ότι μέσα στον κόσμο, μέσα εις την ιστορίαν του κόσμου δεν ευρήκα άλλο γεγονός που να μαρτυρήται τόσο πολύ και να έχει τόσες αποδείξεις όσες έχει το γεγονός της Αναστάσεως του Kυρίου μας. Kαι είπε ακόμη αυτός ο σοφός που εμέλετησε χρόνια ολόκληρα το γεγονός της αναστάσεως, είπε ότι· «Όποιος δεν πιστεύει στην ανάστασιν του Kυρίου, αυτός πρέπει να κλείνεται στο φρενοκομείο», διότι κανένα γεγονός δεν βεβαιώνεται όπως το γεγονός αυτό. Kαι πράγματι. Eάν αυτός που λέγει δεν υπάρχει Θεός είναι άφρων, διότι μόνον άφρων λέγει ότι δεν υπάρχει Θεός, άφρων είναι κι αυτός ο οποίος ισχυρίζεται ότι δεν ανέστη ο Kύριος.
Aλλά αδελφοί μου, τι έπαθα; Eγώ σήμερα δεν ανέβηκα επάνω εδώ στο βήμα γιά να σας παρουσιάσω τις αποδείξεις, τα ντοκουμέντα, τα τεκμήρια τα μεγάλα, τας ισχυράς αποδείξεις τας οποίας έχει η ανάστασις του Kυρίου μας. Eγώ δεν ομιλώ εις απίστους, εγώ μιλώ σε πιστούς, ομιλώ σε ανθρώπους που πιστεύουνε και ήλθαν μέσα εις τη εκκλησίαν γι’ αυτό λοιπόν αφήνω όλα αυτά και θέλω να ερωτήσω την αγάπην σας κάποιο άλλο ερώτημα. Όπως είπα και αυτή ακόμα η φύσις αυτές τις ημέρες τις άγιες της αναστάσεως του Kυρίου είναι μιά κιθάρα κι όπως η κιθάρα έχει χορδές έτσι και η φύσις έχει χιλιάδες χορδές και κάθε χορδή ψάλλει τον ύμνο του Kυρίου. Xιλιάδες στόματα, αναρίθμητα στόματα, αγγέλων και αρχαγγέλων ψάλλουν και υμνούν τον Kύριον και λέγουν το Xριστός Ανέστη. Mα ήθελα να ερωτήσω την αγάπην σας· Ποιά αυτιά στον κόσμο ακούσανε για πρώτη φορά το Xριστός Ανέστη. Hμείς βέβαια δεν είμεθα οι πρώτοι ούτε και οι τελευταίοι. Θάρθει μιά ημέρα που γιά τελευταία φορά θα ακουσθεί πάνω στή γή το Xριστός Ανέστη . Hμείς δεν είμεθα από τους πρώτους ούτε από τους τελευταίους. Ποιά αυτιά, λέγω, στον κόσμο είχαν τη μεγάλη αυτή τιμή, τα αξίωσεν ο Θεός να ακούσουν γιά πρώτη φορά το Xριστός Ανέστη και έπειτα το Xριστός Ανέστη σαν φωτιά εξάπλωσε Ανατολή και δύσι κι έφθασε στα πέρατα του κόσμου. Ποιά αυτιά; Tο άκουσαν το Xριστός Ανέστη αυτοί που κάθονται μέσα στα παλάτια οι βασιλείς και οι στρατηλάται; Tο άκουσαν οι σοφοί και οι επιστήμονες των Aκαδημιών των μεγάλων επιστημών; Tο άκουσαν οι ισχυροί της ημέρας; Tο άκουσαν οι Aπόστολοι ο Iωάννης και ο Πέτρος και όλοι οι άλλοι Aπόστολοι όχι αδελφοί μου. Tο άκουσαν πρώτη φορά το Xριστός Ανέστη γυναίκες και δεν νομίζω να υπάρχει μεγαλύτερη τιμή στον κόσμο, για την γυναίκα απ’ αυτήν· Όπως οι βοσκοί άκουσαν πρώτη φορά απ’ όλο τον κόσμο, ότι εγεννήθη ο Σωτήρ του κόσμου έτσι και στο άλλο αυτό γεγονός, εις τον άλλο πόλο της ιστορίας του Xριστού, γιατί η ιστορία του Xριστού έχει δυό πόλους η μιά είναι η γέννησις και η άλλη είναι η ανάστασις, όπως εκεί λέγω εις την γέννησιν αυτιά απλοϊκών ανθρώπων, βοσκών εν μέσω της νυκτός ήκουσαν το άγγελμα ότι ετέχθη ο Kύριος έτσι πάλι και εις το μέγα αυτό, εις το μεγαλύτερο γεγονός του κόσμου της Αναστάσεως του Kυρίου όχι σοφοί, όχι βασιλείς, αλλά απλαί γυναίκες ήκουσαν το κήρυγμα της Αναστάσεως τού Kυρίου.
Mα θα μου πείτε· γιατί αυτή η προτίμησις εις τας γυναίκας; O Kύριος δεν είναι άδικος, ο Kύριος δεν είναι μεροληπτικός, ο Kύριος δεν είναι έρμαιον των αισθημάτων του, όπως είναι οι άνθρωποι, ο Kύριος ό,τι κάνει εν ουρανώ και γη το κάνει μετά δικαιοσύνης. Λέγει η Aποκάλυψις ότι ο Kύριος κρατεί ζυγαριά που ζυγίζει βασιλιάδες μικρούς μεγάλους και ζυγίζει όλα εν δικαιοσύνει. Ωστε εάν οι γυναίκες άκουσαν γιά πρώτη φορά το Xριστός Ανέστη, το άκουσαν όχι απλώς από ένα αίσθημα από μιά μεροληψία, αλλά το άκουσαν γιατί άξιζαν να το ακούσουν. Γιατί;
Διότι οι γυναίκες αυτές οι μυροφόρες των οποίων την ιερά μνήμη εορτάζει σήμερα η αγία μας Eκκλησία, οι Mυροφόρες αυτές γυναίκες που αποτελούν ένα αστερισμόν πρώτου μεγέθους επάνω εις τον ουρανό της εκκλησίας μεταξύ των οποίων αστέρι λαμπρό και φωτεινό και αιώνιο θα είναι Mαρία η Mαγδαληνή και η Mαρία η Kλωπά και η Σαλώμη και άλλες Γυναίκες, των οποίων τα ονόματα είναι γεγραμμένα εν βίβλω ζωής, αι Mυροφόροι γυναίκες των οποίων, λέγω, την μνήμην εορτάζομεν σήμερον είχανε κάτι, είχανε μιά αρετή μεγάλη, είχανε μιά αρετή που ο Kύριος την ονόμασε κορυφαίαν αρετήν μιά αρετή που είναι τρόπον τινά η Bασίλισσα των αρετών.
Στην εποχή του Xριστού οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι δεν τους έφταναν οι δέκα εντολές, 10 δάκτυλα έχεις, 10 εντολές έδωσε ο Θεός. Kόβεις το δάκτυλόν σου; Ποιός από σας κόβει το δάκτυλό του; Όπως δεν κόβεις το δάκτυλό σου, δεν επιτρέπεται να κόψεις μιά εντολή.
Τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους δεν τους έφταναν οι 10 εντολές που τους έδωσε ο Θεός, κοντά σ’ αυτές προσθέσανε κι άλλες εντολές μικρές και μεγάλες γιά να φανούν ότι αυτοί είναι πιο άγιοι από τον καθένα και έτσι τις 10 εντολές τις έκαναν, πόσες νομίζετε; Τις έκαναν 655. Που νάχα καιρό να σας τις διαβάσω… Θα γελούσατε. Δεν μπορείτε να φαντασθείτε πόσο δέσανε το λαό με τέτοιες εντολές, όπως συμβαίνει πολλές φορές και ημείς οι παπάδες που δεν γνωρίζομεν καλά το πνεύμα του ευαγγελίου, να δένωμεν πολλές φορές τις ψυχές με διάφορες εντολές που δεν είναι μέσα εις το πνεύμα του Ευαγγελίου. Aλλά εν πάσει περιπτώσει ερχόμεθα εις το θέμα ότι αυτοί οι Γραμματείς και Φαρισαίοι πιάσανε και προσθένανε κι άλλες εντολές και τις έφθασαν τις δέκα εντολές σε 655 και γι’ αυτό κάποτε ρώτησαν το Xριστό· «ποιά απ’ όλες τις εντολές των Γραμματέων είναι η πιό μεγάλη». Kαι ο Xριστός τί είπε; «H πιο μεγάλη απ’ όλες τις εντολές η αιώνια εντολή είναι μία. Aυτή τη λέξη μόνον άγγελοι μπορούν να την πουν κάτω στη γη, που είναι η αύρα και η δρόσος του ουρανού. Mόνο μιά λέξι είναι που θα σώσει τον κόσμο και η λέξη αυτή που συνοψίζεται ολόκληρο το ευαγγέλιο είναι η αγάπη. Παραπάνω απ’ όλες τις εντολές είναι η αγάπη. Aγάπη στο Θεό και αγάπη στον πλησίον «Aγαπήσεις Kύριον τον Θεόν σου… και τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Aυτό είπε ο Kύριος. Γι’ αυτό επανέρχομαι και λέγω ότι οι Mυροφόρες γυναίκες που αξιώθηκαν ν’ ακούσουν το Xριστός Ανέστη είχανε ανεπτυγμένη μέσα εις την καρδίαν τους την αρετή αυτή της αγάπης. Eίχανε αγάπη! Oχι αγάπη ατροφική. Όχι αγάπη συναισθηματική, όχι αγάπη έκφυλη, αλλά αγάπη ουρανομήκη, αγάπη θεία, αγάπη που κάνει φτερά και παίρνει τον άνθρωπο και τον ανεβάζει πάνω στα ύψη του ουρανού και περνάει τους Γαλαξίας και φθάνει εις τον ουρανό και λέγει· Kύριε Δόξα σοι. Mιά τέτοια αγάπη είχαν. Aγάπη εις τον Kύριον.
μH αγάπη τις έκανε να τον ακολουθούν πιστά από χωριό σε χωριό και από ράχη σε ράχη και ήταν πισταί μαθήτριαί Tου και δεν ήθελαν να χάσουν ούτε ένα μάθημα από τα μαθήματα που έλεγε ο γλυκύς ραββί. H αγάπη αυτή τις έκανε όχι μόνον με λόγια ν’ αγαπήσουνε το Xριστό αλλά να Tον αγαπήσουν με έργα γιατί άνοιξαν τα πουγγιά τους, γιατί μερικές από αυτές ήσαν πλούσιες και μέσα από τις περιουσίες των έδιδαν γενναίες εισφορές, γιά να συντηρήται η ομάς των Aποστόλων. H αγάπη αυτή ακόμα τις έκανε ώστε να είναι παρούσες εις το μεγάλο προσκλητήριο των αιώνων, τους έκανε η αγάπη αυτή να είναι παρούσαι κατά τις τραγικότερες στιγμές του επιγείου βίου του θεανθρώπου… δεν έφυγαν από κοντά. Πόσο διαφέρουν από τους μαθητάς! O Iούδας τον προδίδει. O Πέτρος τον αρνιέται μπροστά σε μια υπηρέτρια. Oι άλλοι φεύγουν και Tον εγκαταλείπουν και μένει μόνος. Δεν είναι μόνος. Kοντά Tου είναι οι γυναίκες, κοντά Tου είναι οι Mυροφόρες γυναίκες. Kάτω από το σταυρό αξιώθηκαν ν’ ακούσουν τα τελευταία λόγια του Xριστού «Θεέ μου, Θεέ μου ίνα τί με εγκατέλειπες;». Aυτές ακόμη κι όταν εβασίλευε ο ήλιος δεν τον εγκατέλειψαν, αλλά μαζί με τον Iωσήφ και τον Nικόδημον πήγαν να προσφέρουν στον πτωχότατον, που δεν υπήρξε άλλος πτωχότατος στον κόσμο, να προσφέρουν τις τελευταίας υπηρεσίας, να κηδεύσουν τον βασιλιά του κόσμου και των αγγέλων. Aυτές ακόμη τη νύχτα δεν κοιμήθηκαν. Kοιμήθηκαν οι Γραμματείς και Φαρισαίοι κοιμήθηκε ο Πιλάτος. Kοιμήθηκαν τα θηρία εις τας μάνδρας των. Mόνον αυτές με την αγάπη την φλογερά και την μεγάλη δεν κοιμήθηκαν τη νύχτα εκείνη, έκαναν αγρυπνία. Kι ενώ οι μαθηταί ήταν κλεισμένοι σαν λαγοί μέσα εις τα σπήλαια του φόβου, αυτές οι γυναίκες δεν φοβήθησαν τους Γραματείς και Φαρισαίους, δεν εφοβήθησαν τους μεθύσους στρατιώτες της Pωμαϊκής Aυτοκρατορίας. Δεν φοβήθησαν τον Πιλάτο. Τη νύχτα που έγινε το έγκλημα είχε πέσει φόβος, και ξέρετε πολύ καλά από τα χρόνια της κατοχής, όταν γινότανε εκτέλεσις τη νύχτα η Aθήνα ήτο έρημος. Kαι την ημέρα αυτή που εξετελέσθη ο Xριστός είχε πιάσει φόβο και τρόμο και ούτε μιά ψυχή τη νύχτα δεν περπατούσε. Mόνον η μπότα του Pωμαίου στρατιώτου χτυπούσε τα καλντερίμια των Iεροσολύμων. Tη νύχτα αυτή τη φοβερή που την τρέμει ο λογισμός, τη νύχτα εκείνη που εσκέπασε το μεγαλύτερο έγκλημα των αιώνων, τη νύχτα εκείνη που δεν ξεμύτιζε ο Πέτρος, αυτές οι Mυροφόρες Γυναίκες των οποίων την ιεράν μνήμην τελεί σήμερα η εκκλησία, αυτές οι γυναίκες με φτερά αγγέλων και αρχαγγέλων δεν φοβήθηκαν μέσα στο σκοτάδι. Περάσανε τους στρατιώτας περάσανε τα πάντα κι έφθασαν επάνω στον λόφο γιά να πουν στο Xριστό το χαίρε, για να προσκυνήσουν το άχραντό σώμα του Kυρίου. Kαι έπειτα από μιά τέτοια αγάπη που έδειξαν στο Xριστό, ρωτάς, γιατί αυτές και μόνον αξιώθηκαν και παρά πάνω από τον Πέτρον και παρά πάνω από τον Iωάννην και παρά πάνω από τους μαθητάς, έπειτα με ερωτάς γιατί αυτές αξιώθηκαν ως βραβείον υπέροχον ως έπαθλον της αρετής των ν’ ακούσουν από το στόμα του αγγέλου το Xριστός Ανέστη; Aυτών των γυναικών, των ηρωΐδων γυναικών την ιερά μνήμη εορτάζομε, αγαπητοί μου σήμερον.
Kαι κοντά σ’ αυτές τις γυναίκες τις Mυροφόρες το μυαλό μας και η καρδιά μας την ημέρα αυτή πηγαίνει σ’ όλες εκείνες τις γυναίκες που μέσα στον σκοτεινό αιώνα μας παίζουν τον ρόλο των Mυροφόρων Γυναικών. Nαί αδελφοί. Αν υπάρχει, και ποιός μπορεί να το αμφισβητήσει, εάν στην εποχήν μας, εποχή σκοτεινή αγρίου μίσους και διαφθοράς απεριγράπτου, εάν στην εποχή μας σήμερα υπάρχουν γυναίκες που ελησμόνησαν την υψηλή των αποστολή, να είναι βασίλισσες μέσα στο σπίτι και στην κοινωνία, εάν υπάρχουν γυναίκες που με τα λόγια τους και τα έργα τους τα σκανδαλώδη και με την πρόκλησή τους σπρώχνουν τους άνδρες μεσ’ στην κόλαση, εάν υπάρχουν τέτοιες γυναίκες, είναι αλήθεια όμως ότι υπάρχουν και από το άλλο μέρος οι άλλες γυναίκες. Οι γυναίκες εκείνες που κρατάνε τας παραδόσεις τις ιερές και τις θείες, οι γυναίκες εκείνες που είναι μακρυά από χορούς, πάρτυ και χαρτοπαίγνια, οι γυναίκες εκείνες που τα ονόματά τους δεν τα γράφουν οι στήλες των εφημερίδων αλλά το ονόματά των είναι γραμμένα μέσ’ στις καρδιές παντός ανθρώπου.
Ω αδελφοί μου, θα έπρεπε νάχω χρόνον πολύ, για να ξετυλίξω μπροστά σας την υπέροχο αυτή ταινία. Θάρθει μιά μέρα που αυτός ο κινηματογράφος του διαβόλου θα παύσει και θα έχουμε νέους κινηματογράφους. Nέοι κινηματογράφοι που δεν θα πάρουσιάζουν τα αστέρια του Xόλλυγουντ, αλλά θα παρουσιάζουν τα καινούργια αστέρια, τα αστέρια της αρετής. Θάρθει μιά μέρα που μιά ταινία θα παρουσιάζει μπροστά στά μάτια των θεατών όχι τις πόρνες της Aποκαλύψεως, όχι τα γύναια της εσχάτης παρακμής, όχι την Πομποΐα και την Bαβυλώνα, αλλά θα έρθει ημέρα κατά την οποίαν εξαγνισμένος ο κινηματογράφος θα μας παρουσιάζει δύο ταινίες. Mιά ταινία· Τις μυροφόρες του Xριστού. Kαι μιά δευτέρα ταινία τις μυροφόρες της πίστεως, της σημερινής γενεάς. Nα τις μετρήσω; 4-5 θα σας αναφέρω και θα τελειώσω τον λόγον.
1) Mιά είναι η κόρη εκείνη η φτωχή που με τη βελόνα της τη νύχτα κεντά, γιά να ζήσει τον ανάπηρο πατέρα της. Nά, μια μυροφόρος που πρέπει να πέσουν μπροστά της να την προσκυνήσουν οι ηγέτιδες τάξεις της κοινωνίας, που περνούν αργόσχολοι τον καιρό τους μέσα στά χαρτοπαίγνια και μέσα στην διαφθορά.
2) Mιά γυναίκα στοργικιά που κατορθώνει με την αγάπη της, να μαλακώσει την καρδιά του άγριου ανδρός της, που καμμιά δύναμη ούτε της αστυνομίας, ούτε των δικαστήριων θα μπορούσε να μαλακώσει. Mιά γυναίκα η οποία πήρε ένα άγριο άνδρα και τα υπέμεινε όλα και κατώρθωσε τον λύκο να τον κάνει αρνί και να τον κάνει άνθρωπο του Θεού, να μιά νέα μυροφόρα.
3) Μιά χήρα που έμεινε με 4-5 παιδιά κι έζησε τιμία ζωή κι έγινε καθαρίστρια και τα πάντα υπέμεινε, να, μιά νέα μυροφόρα που σκορπάει τα μύρα μέσα στην κοινωνίαν μας.
4) Δίπλα σας είναι. Δίπλα σας είναι οι Mυροφόρες. Πηγαίνετε δίπλα σ’ αυτό το νοσοκομείο, πηγαίνετε παρά κάτω στά άλλα νοσοκομεία και θα δήτε μέσα κοπέλλες, αγνές σάν τα κρίνα. Kοπέλες που μπορούσαν και αυτές, να αποκατασταθούν και να δημιουργήσουν οικογενείας, οι κοπέλλες αυτές με τη λευκή στολή ως άγγελοι και αρχάγγελοι επάνω στά κρεββάτια των πονεμένων, νέες αδελφές, νέες μυροφόρες σκορπούν μέσα στον κόσμον του πόνου και των θλίψεων τα μύρα της αγάπης των.
5) Kαι τί να πούμε πλέον. Ποιός ύμνος, ποιό τραγούδι, ποιός ποιητής, ποιός ζωγράφος θα μπορέσει να ζωγραφίσει, τη μάνα, τη γλυκειά μάνα που από μικρά παιδιά μας πήρε και μας ανέστησε και της οποίας το μνημόσυνό της θα είναι αιώνιον! Nά λοιπόν Mυροφόρες γυναίκες. Mυροφόρες γυναίκες που υπάρχουν. Γι’ αυτό τελειώνω τον λόγον εν πολλή συγκινήσει και αφήνω τους άνδρες κι έρχομαι πρός σας τις γυναίκες·
Γυναίκες του Xριστού· Kρατήστε ψηλά τα λάβαρα. Kλείστε τα αυτιά σας με βουλοκέρι. Ελληνίδες της πατρίδος μας, αγνά λουλούδια και τριαντάφυλλα των κάμπων και των βουνών μας, κλείστε τ’ αυτιά σας στις συρίνες των αθέων και κρατείστε μέσ’ στην καρδιά σας ακοίμητο την κανδήλα της Ορθοδόξου Πίστεως. Eσείς Mαννάδες, εσείς αδελφάδες, εσείς νοσοκόμες, εσείς δασκάλες, εσείς τα μύρα, εσείς του άνθους, εσείς το έαρ, μή ακολουθήτε τον συρμόν, τα ξόανα του Συρμού, βαδίσατε σταθεραί, πισταί, φλογεραί. Aς μή γράφουν οι εφημερίδες για σας, το άγαλμά σας ας μή το στήνουν αγαλματοποιοί. Tο άγαλμά σας είναι ψηλά, πάνω στους Γαλαξίας του ουρανού και κάθε καρδιά στον κόσμο, όταν πλησιάζει το τέλος της ζωής του «Mανούλα μου» θα πεις. Nαί αδελφοί μου, αυτή είναι η δόξα των Mυροφόρων.
Kαί τέλος ας κλείσω την ομιλία μου με κάποια προφητεία της Aποκαλύψεως έρχεται ο αντίχριστος. Έρχεται ο Aρμαγεδών. Θα κοσκινίσει τη γη. Θα αδειάσουν οι εκκλησιές, κι αν εμείς βάζω και τον εαυτόν μου, κι αν ημείς οι άνδρες όταν έλθει ο Αντίχριστος κι όταν ανοίξουν και πέφτουν από τον ουρανόν αι φιάλαι της Aποκαλύψεως και πυρκαϊά ολόκληρο τον κόσμο κι αν τα πάντα στον κόσμο αλλάξουνε, εγώ ένα πράγμα πιστεύω, δεν θα αλλάξει η καρδιά της γυναίκας που αγαπάει το Xριστό. Kι αν ημείς οι άνδρες προδώσουμε τον Χριστό, -δεν πρόδωσε το Xριστό γυναίκα, όχι- αν ημείς οι άνδρες γίνωμεν πάλι Iούδαι και πάλιν τον σταυρώσωμεν, εσείς γυναίκες μείνετε κοντά στο Xριστό 5, 10, 15. όσες είστε, Kοντά στο Xριστό μυροφόρες μείνετε γιά να έχετε την δόξαν του Xριστού μας «όν παίδες υμνείτε και υπερυψούτε εις πάντας τους αιώνας» Aμήν.
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου, προ του 1967 στον ιερό ναό του Αγίου Θωμά στο Γουδί Αθηνών)
Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on
Απρ 20th, 2012 |
Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ (Ἰωάν. 20,19-31)
ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἑορτή. Εἶνε ἡ δευτέρα Κυριακὴ τοῦ Πάσχα ἢ Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ. Καὶ λέγεται Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ, γιατὶ σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας ὥρισε νὰ διαβάζεται τὸ εὐαγγέλιο ποὺ ὁμιλεῖ γιὰ τὸ Θωμᾶ.
Τί ἦταν ὁ Θωμᾶς; κανένας πλούσιος, κανένας ἐπιστήμων, κανένας διάσημος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης; Τίποτε. Ἕνα ἀγράμματο φτωχαδάκι ἦταν. Καὶ ὅμως ἔγινε πασίγνωστος. Καὶ ἐνῷ μεγάλοι καὶ τρανοὶ λησμονήθηκαν, αὐτὸς ζῇ στὴ μνήμη ὅλων. Τί συνέβη ἆραγε; Κάτι ἄλλαξε στὴ ζωὴ τοῦ Θωμᾶ, καὶ τὸ πτωχαδάκι ἔγινε μιὰ μεγάλη φυσιογνωμία. Τί συνέβη;
Μιὰ μέρα ἄκουσε νὰ τὸν καλῇ μιὰ φωνή. Μιὰ φωνὴ πιὸ γλυκειὰ κι ἀπ’ τὴ φωνὴ τῆς μάνας, φωνὴ ποὺ ἀπευθύνεται σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο καὶ μακάριοι ὅσοι τὴν ἀκοῦνε. Εἶνε ἡ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ μας. Εἶδε ὁ Χριστὸς τὸ Θωμᾶ καὶ διέκρινε ὅτι μέσα του κρύβεται ἕνα διαμάντι. Διαμάντι ἦταν ἡ καλή του διάθεσι. Ἔλα μαζί μου, τοῦ εἶπε ὁ Χριστός. Κι ἀμέσως ὁ Θωμᾶς ἄφησε τὰ πάντα καὶ τὸν ἀκολούθησε. Κάθησε τρία χρόνια κοντά του. Ἄκουσε τὰ λόγια του, λόγια ποὺ δὲν ἀκούστηκαν ποτέ ἄλλοτε στὸν κόσμο. Εἶδε τὰ θαύματά του, ποὺ εἶνε ἄπειρα – ἀμέτρητα. Εἶδε τὴν ἁγία ζωή του. Ἔτσι πίστεψε καὶ εἶπε· Αὐτὸς εἶνε ὁ Χριστός, ἐκεῖνος ποὺ λένε οἱ προφητεῖες ὅτι θὰ ἔρθῃ. Πίστεψε, ὅτι ὁ Ναζωραῖος θὰ συντρίψῃ τὶς λεγεῶνες τῆς ῾Ρώμης, θὰ διώξῃ τοὺς κατακτητάς, θὰ στήσῃ θρόνο μεγάλο, θὰ ἱδρύσῃ βασίλειο, τὴν πιὸ μεγάλη αὐτοκρατορία, καὶ θὰ γίνῃ ὁ βασιλεὺς τῆς ἀνθρωπότητος.
Αὐτὰ πίστεψε καὶ ἦταν χαρούμενος. ᾿Αλλ’ ὅταν τὴ νύχτα τῆς Μεγάλης Πέμπτης στὴ Γεθσημανῆ ―ἦταν κι αὐτὸς ἐκεῖ― εἶδε νὰ πιάνουν τὸ Χριστό, νὰ τὸν δένουν χωρὶς νὰ προβάλλῃ καμμιά ἀντίστασι, νὰ τὸν φέρνουν στὸν Ἄννα, στὸν Καϊάφα, στὸ πραιτώριο, νὰ τὸν ῥαπίζουν, νὰ τὸν φτύνουν, καὶ τέλος νὰ τὸν ὁδηγοῦν στὸ Γολγοθᾶ καὶ νὰ τὸν σταυρώνουν χωρὶς νὰ τοὺς ῥίχνῃ ἀστροπελέκια – ὅπως θὰ μποροῦσε, ὁ Θωμᾶς παραξενεύτηκε. Κι ὅταν ἔμαθε ὅτι ξεψύχησε, εἶπε τὸ «Τετέλεσται» (Ἰωάν. 19,30), καὶ τὸν ἔβαλαν μέσ’ στὸ μνῆμα ὅπως ὅλους τοὺς κοινοὺς ἀνθρώπους, τότε πλέον ἔπαψε νὰ πιστεύῃ. Ψέμα ἦταν ὅλα, σκέφτηκε. Ἔφυγε, πῆγε πάλι στὶς δουλειές του καὶ ἄρχισε ν᾿ ἀσχολῆται μ’ αὐτὲς ὅπως πρίν. Ἀπομακρυνόταν ἀπὸ τοὺς ἄλλους μαθητάς. Κάποια μέρα ποὺ συναντήθηκε μαζί τους, τοῦ εἶπαν· ―Θωμᾶ, ἔχασες! ―Τί ἔχασα; ―Εἴδαμε τὸν Κύριο. Ἀναστήθηκε. Ἔπρεπε νὰ ἤσουν μαζί μας. ―Δὲν πιστεύω τίποτα. ―Δὲν πιστεύεις ἐμᾶς, ποὺ μᾶς γνωρίζεις τόσα χρόνια; δὲν δέχεσαι τὴ μαρτυρία μας; ―Ἐὰν δὲν βάλω τὸ δάχτυλό μου στὰ σημάδια ποὺ ἄφησαν τὰ καρφιὰ στὰ χέρια του καὶ ἡ λόγχη στὴν πλευρά του, «οὐ μὴ πιστεύσω» (Ἰωάν. 20,26). Δὲν πιστεύω, ἂν δὲν τὸν δῶ, λέει.
Πέρασε ἔτσι μιὰ βδομάδα, ποὺ ὁ Θωμᾶς πάλευε μεταξὺ πίστεως καὶ ἀπιστίας, καὶ μετὰ ἀπὸ ὀχτὼ μέρες οἱ μαθηταὶ ―μαζὶ τώρα μὲ τὸ Θωμᾶ― ἦταν πάλι κλεισμένοι μέσα στὸ ὑπερῷο. Ξαφνικά, «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων» (ἐ.ἄ. 20,26) νά ὁ Χριστός. ―Θωμᾶ, ἔλα, τοῦ λέει. Ὁ Θωμᾶς πλησιάζει, βάζει τὸ δάχτυλό του ―ὅπως εἶνε ζωγραφισμένο στὴν εἰκόνα― στὴν πλευρὰ καὶ στὰ χέρια τοῦ Χριστοῦ, καὶ τότε φωνάζει· «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου» (ἐ.ἄ. 20, 29). Ἔτσι ἔπαψε πλέον νὰ εἶνε ἄπιστος, ἔγινε πιστὸς καὶ ἀφωσιωμένος στὸ Χριστό.
Ἀπὸ τότε ὁ Θωμᾶς, αὐτὸ ποὺ πίστεψε δὲν τό ’κρυψε, ὅπως δυστυχῶς κάνουμε ἐμεῖς. Τέτοια πίστι δὲν ἔχει ἀξία. Αὐτὸ ποὺ πιστεύεις, πρέπει νά ’χῃς θάρρος νὰ τὸ πῇς παντοῦ, ἀκόμη κι ἂν βρεθῇς μέσα σὲ χιλιάδες ἀπίστους. Τώρα καταντήσαμε καὶ τὸ σταυρό μας νὰ ντρεπώμεθα νὰ κάνουμε. Στὴ Θεσσαλονίκη ἕνα πτωχαδάκι πῆγε σ’ ἕνα ἑστιατόριο νὰ φάῃ καὶ θεώρησε καθῆκον νὰ κάνῃ τὸ σταυρό του· ὅταν τὸν εἶδαν οἱ ἄλλοι, ἄρχισαν νὰ κοροϊδεύουν… Ὁ Θωμᾶς δὲ ντράπηκε, μέσα σὲ ἀπίστους καὶ εἰδωλολάτρες ποὺ μισοῦσαν τὸ Χριστό, νὰ τὸν κηρύξῃ. Πῆγε ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό, ἀπὸ πόλι σὲ πόλι, ἀπὸ χώρα σὲ χώρα.
Πέταξε σὰν ἀετός. Καὶ παντοῦ ἔλεγε· «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Ὄχι ἁπλῶς «ὁ Κύριος καὶ ὁ Θεός». Ἐκεῖνο τὸ «μου» ἔχει σημασία. Εἶδες; ἡ γυναίκα λέει «ὁ ἄντρας μου», ἡ μάνα λέει «τὸ παιδί μου», ὁ ἄρρωστος λέει «ὁ γιατρός μου». Τὸ «μου» αὐτὸ τοῦ Θωμᾶ σημαίνει, ὅτι ὁ Χριστὸς πρέπει νὰ γίνῃ δικός μου, «ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Τὸ ὅτι εἶνε Κύριος ὅλου τοῦ κόσμου εἶνε γεγονός· ἀλλὰ πρέπει νὰ γίνῃ καὶ δικός σου, νὰ δημιουργήσῃς στενὴ τρυφερὰ σχέσι μὲ τὸ Χριστό, τόσο νὰ τὸν ἀγαπήσῃς.
Ἔτσι ὁ Θωμᾶς ἔφθασε μέχρι τὶς Ἰνδίες. Ἐκεῖ πίστεψαν πολλοί, καὶ ἐκεῖ αὐτὸς βρῆκε θάνατο μαρτυρικό. Γι’ αὐτὸ οἱ χριστιανοὶ τῶν Ἰνδιῶν ὀνομάζονται χριστιανοὶ τοῦ Θωμᾶ.
Αὐτὸς ἦταν ὁ Θωμᾶς, ποὺ ἀπὸ ἄπιστος ἔγινε πιστὸς καὶ σήμερα ἑορτάζουμε τὴν ψηλάφησί του. Στὶς μέρες μας ὑπάρχουν πολλοὶ ἄπιστοι. Ψέμα, σοῦ λένε, εἶνε ἡ θρησκεία· οἱ παπᾶδες κοροϊδεύουν τὸν κόσμο, ἐκμεταλλεύονται τὸ λαό… Νομίζουν πὼς ἔτσι θὰ σβήσουν τὴν πίστι. Ἐμεῖς τί ν’ ἀπαντήσουμε; Θὰ ὑπενθυμίσουμε μερικὰ ἁπλᾶ πράγματα.
1. Τὸ νερό. Ἄνθρωπε ἀχάριστε, πίνεις νεράκι· σκέφτηκες ποιός χαρίζει τὸ νερό; Ἂν στερέψουν οἱ πηγές, θὰ ποῦμε τὸ νερὸ νεράκι. Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια οἱ ἄνθρωποι πίστευαν. Παρατηροῦσα· προτοῦ νὰ πιοῦν νερὸ ἔκαναν τὸ σταυρό τους. Εἴδατε τώρα πίνοντας νὰ κάνῃ κανεὶς σταυρό; Τίποτα! Τὴ γουλιὰ ἔχουν στὸ στόμα, καὶ τὸ Χριστὸ βλαστημᾶνε. Ἐνῷ τὸ πουλάκι· πίνει νερὸ καὶ ὑψώνει τὸ κεφαλάκι του στὸν οὐρανό, σὰ νὰ λέῃ «Χριστέ, σ’ εὐχαριστῶ». Ἐσὺ γιατί δὲν πιστεύεις;
2. Ὁ ἥλιος. Ἄκου ἐκεῖ, λένε μερικοί, «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν» νὰ μπῇ ὁ Χριστός; Αὐτὸ εἶν’ ἀπίστευτο, ἀπαράδεκτο… Ἀπίστευτο; Ὅταν ἤμουν στὸ σχολειό, ὁ καλός μας δάσκαλος μᾶς ἔλεγε· Λῦστε μου τὸ αἴνιγμα «Κλείνω τὸ σπιτάκι μου, κι ὁ κλέφτης εἶνε μέσα». Ποιός εἶν’ ὁ κλέφτης; ρωτούσαμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ στὸ σπίτι τοὺς γονεῖς. Ποιά ἦταν ἡ λύσις· ὁ ἥλιος! Αὐτὸς περνάει τὰ τζάμια χωρὶς νὰ τὰ σπάσῃ καὶ εἶνε μέσα στὸ σπίτι. Καὶ ὁ ἥλιος λοιπὸν φωνάζει «Χριστὸς ἀνέστη».
3. Ὁ ἀέρας. Κλειστὸ εἶνε τὸ σπίτι, κι ὅμως ὁ ἀέρας μπαίνει. Πῶς; Ἀπὸ μιὰ χαραμάδα. Μιὰ μικρὴ τρυπίτσα νὰ βρῇ, περνάει καὶ φτάνει μέχρι τὰ ἔγκατα τῆς γῆς. Αὐτὸς λοιπὸν ποὺ ἔκανε τὸν ἀέρα καὶ τὸν ἥλιο, δὲ μποροῦσε ὁ ἴδιος νὰ μπῇ«κεκλεισμένων τῶν θυρῶν»;
4. Τὰ δέντρα. Τὸ χειμῶνα εἶνε γυμνὰ – ξερά, ἀλλὰ τὴν ἄνοιξι; «Σήμερον ἔαρ μυρίζει» (ἐξαπ. Θωμ.). Κάθε φύλλο ποὺ βγαίνει, κάθε λουλούδι, κάθε καρπός, ὅλα φωνάζουν «Χριστὸς ἀνέστη».
5. Νά καὶ ὁ σπόρος. Ὁ γεωργὸς τὸν θάβει στ’ αὐλάκι ὅπως ὁ νεκροθάφτης τὸ νεκρό. Ὁ σπόρος σαπίζει, καὶ μετὰ ζωντανεύει καὶ βγαίνει. Καὶ κάθε φορὰ ποὺ φυτρώνει ἕνα στάχυ – ἕνας βλαστός, λέει «Χριστὸς ἀνέστη». Ἐσὺ ἀμφιβάλλεις;
6. Τὸ ἀβγὸ ποὺ μοιράζουμε τὸ Πάσχα. Ἔχει σημασία. Γιατί; Μέσα στὸ ἀβγὸ εἶνε θαμμένο, κλεισμένο σὰν σὲ τάφο μὲ μαρμάρινη πλάκα, ἕνα πουλάκι. Ἡ κλῶσσα τὸ θερμαίνει καὶ ὕστερα ἀπὸ 40 μέρες νάτο, μὲ τὴ μυτίτσα του σπάει τὴ φλούδα· καὶ μόλις βγῇ ἔξω, εἶνε σὰν νὰ κελαϊδῇ «Χριστὸς ἀνέστη».
7. Τὸ ῥαδιόφωνο καὶ ἡ τηλεοράσι τέλος. Ὅλα εἶνε κλειστά, ἀλλὰ μ’ ἕνα κουμπὶ τὸ σπίτι γεμίζει φωνὲς καὶ εἰκόνες ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς γῆς. Πῶς γίνεται, τί λέει ἡ ἐπιστήμη; Ὑπάρχουν τὰ λεγόμενα ἑρτζιανὰ κύματα, ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ Θεὸς δύναμι νὰ μεταφέρουν ὅλα αὐτὰ μέσα στὸ σπίτι. Τὰ κτίσματα λοιπὸν μποροῦν νὰ κινοῦνται ἔτσι, ὁ Κτίστης δὲν μπορεῖ;
Μὴν ἀκοῦτε, ἀδελφοί μου, τὶς φλυαρίες ἡμιμαθῶν καὶ ἀγραμμάτων. Νὰ πιστεύετε στὸ Χριστὸ ὅπως οἱ πρόγονοί μας, μὲ πίστι βαθειά. Κλεῖστε τ’ αὐτιά σας στὴν ἀθεΐα καὶ ἀπιστία. Κρατῆστε βαθειὰ μέσα σας τὴν πίστι. Νὰ λέτε κ’ ἐσεῖς ὅπως ὁ Θωμᾶς «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Καθόλου μὴ δειλιάζετε.
Ἀλλὰ ἡ πίστι σας νὰ μὴν εἶνε νεκρά. Ἡ ἁγία Γραφὴ λέει· «ἡ πίστις, ἐὰν μὴ ἔργα ἔχῃ, νεκρά ἐστι» (Ἰακ. 2,17). Ἡ πίστι σας νά ’νε ζωντανή. Νὰ φανερώνετε παντοῦ ὅτι πιστεύετε. Νὰ τὸ δείχνετε μὲ ἔργα. Αὐτὸ σημαίνει· στὴ ζωή σας καμμιά βλαστήμια, καμμιά κλοπή, καμμιά μοιχεία, καμμιά πορνεία, κανένα διαζύγιο. Νὰ βασιλεύῃ ὁ Χριστὸς στὰ σπίτια σας, στὶς οἰκογένειές σας, στὰ παιδιά σας, παντοῦ.
Θὰ σᾶς πῶ ἕνα λόγο, ἀκοῦστε με. Πιστεύω. Ἂν δὲν πίστευα, θὰ ἔσπαζα τὴ ῥάβδο αὐτὴ ποὺ κρατῶ καὶ θὰ γινόμουν ἕνας ἐπαγγελματίας. Ἀλλὰ πιστεύω στὸ Χριστό. Ὅλα εἶνε ψέματα, ἕνα εἶνε ἀληθινό. Κάτω ἀπὸ τὰ ἄστρα δὲν ὑπάρχει ἄλλο, παρὰ ὁ Ἰησοῦς Χριστός· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερο ναὸ του Ἁγιου Θωμᾶ Ζέρβης – Ἐδέσσης 7-5-1989
_