Αυγουστίνος Καντιώτης



Archive for the ‘ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ’ Category

HΡΩΕΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Απρ 19th, 2012 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου (Ἰωάν. 5,1-15)

HΡΩΕΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ

ΘΑ ῥίψω, ἀγαπητοί μου, ἕνα λακωνικὸ σύν­θημα. Καὶ θὰ παρακαλέσω ὅλοι, ἄντρες καὶ γυναῖκες, νὰ τὸ προσέ­ξετε καὶ ν’ ἀνταποκριθῆτε σ’ αὐτό. Τὸ σύνθημα εἶνε· Φανῆτε ἥρωες! Διότι ζοῦ­με σὲ χαλεποὺς καιρούς. Φανῆτε ἥρωες! Κι ὅταν λέγω ἥρωες τί ἐννοῶ;
Ἄλλη γλῶσσα ἔχει ὁ κόσμος, ἄλλη ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί· ἄλλο τὸ λεξιλόγιο τοῦ κόσμου, ἄλ­λο τὸ λεξιλόγιο τοῦ Θεοῦ. Ἥ­ρω­ας στὴ γλῶσ­σα τοῦ κόσμου εἶνε ἐκεῖνος ποὺ ὡ­πλισμένος ἀγωνίζεται μὲ γενναιότητα, ὑ­περασπίζει τὴν πα­τρίδα, νικᾷ καὶ θριαμβεύει, καὶ ἡ πατρὶς εὐ­γνωμονοῦσα τοῦ στήνει ἡρῷο καὶ ἄγαλμα. Στὴ γλῶσ­σα τοῦ Θεοῦ, στὴ γλῶσσα τῆς πίστε­ως, ὁ ἥ­ρωας παίρνει ἄλλη ἔννοια· προσ­λαμβάνει βά­θος καὶ ἔκτασι, ἀνάγεται σὲ ἐπίπεδο ὑψηλό­τερο καὶ πνευματικώτερο. Ἥρωας ἐδῶ εἶ­νε ὄχι ἐ­κεῖνος ποὺ νικᾷ ἁπλῶς ἐξωτερικοὺς ἐ­χθρούς, ἀλλ’ ἐκεῖνος ποὺ νικᾷ τοὺς τρεῖς μεγάλους ἐ­χθροὺς τοῦ ἀνθρώπου· τὴν σάρκα, τὸν κόσμο, καὶ τὸν διάβολο. Ἡ μεγαλυτέ­ρα νίκη εἶ­νε νὰ νικήσῃ καν­εὶς τὰ πάθη του. Ὅπως ἔλεγαν καὶ οἱ πρόγονοί μας, ὑψίστη νίκη εἶνε «τὸ νικᾶν ἑαυτόν», νὰ νικᾷ καν­εὶς τὸν κακὸ ἑαυτό του.
Ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτὴ ἥρωας εἶνε ὁ Χριστι­ανὸς μαχητής. Κι ὅπως ὁ στρατιώτης εἶνε ὡ­πλισμένος μὲ ὅπλα, ἀμυντικὰ καὶ ἐπιθετικά, ἔτσι καὶ ὁ Χριστιανὸς ποὺ ἑλκύεται ἀπὸ τὸν ἡ­ρωισμὸ τῆς ἁγιότητος· διότι ἥρωας ἴσον ἅγι­ος καὶ ἅγιος ἴσον ἥρωας, τὸ ὑψηλότερο εἶδος ἡ­ρωισμοῦ εἶνε ἡ ἁγιότης. Ὅποιος λοιπὸν θέλει νὰ γίνῃ ἥρωας τῆς ἁγιότητος, πρέπει νὰ εἶνε ὡπλισμένος μὲ ἱερὰ ὅπλα.
Ἕνα δὲ ἀπὸ τὰ ὅπλα αὐτὰ ποὺ πρέπει νὰ ἔ­χῃ ὁ Χριστιανός ―ὅπλο δυστυ­χῶς σήμερα σκουριασμένο, μὲ τὸ ὁποῖο ὅμως οἱ Χριστιανοὶ τῶν πρώτων αἰώνων νικοῦ­σαν―, εἶνε ἡ ὑπομονή!
Ὅταν οἱ κουλτουριάρηδες, οἱ ἄθεοι καὶ ἄ­πιστοι ἀκοῦνε τώρα τὴ λέξι αὐτή, χλευάζουν καὶ μυκτηρίζουν τὸν χριστιανισμό, διότι στὸ λεξιλόγιό του περιέλαβε τὴν ὑπομονή. Ἀλλ’ ἂς μὴ μᾶς ἐπηρε­ά­ζῃ ἡ γνώμη τους. Τὸ Εὐαγγέλιο κατατάσσει τὴν ὑπομονὴ μετα­ξὺ τῶν πρώτων ἀρε­τῶν· τὴν θεωρεῖ θεμελιώ­δη. Οἱ κατήγοροι λένε· Ὄχι ὑπομονή· ἐμεῖς ἀντιθέτως, ἐπανάστασι, ἐπίθεσι, γροθιά, φωτιά!… Κα­τηγοροῦν τὴν πίστι μας, ὅτι ἀνέχεται τὴν κα­κομοιριά, τὴ δουλεία, τὴν ἐκμετάλλευσι, τὴ φτώχεια, τὴν ἀδικία. Ἐμεῖς, λένε, δὲν θέλουμε ὑπομονὴ καὶ πραότητα· κηρύττουμε ἐξέγερσι, διεκδίκησι, σύγκρουσι, βία· μόνο ἔ­τσι θὰ πάῃ μπροστὰ ὁ κόσμος…
Τί ἔχουμε ν’ ἀπαντήσουμε, ἀγαπητοί μου; Ἀπαντοῦμε, ὅτι ἡ ὑπομονὴ δὲν εἶνε ἀδυναμία τῶν δούλων, ὅπως λένε αὐτοί. Εἶνε δύναμις τῶν ἐλευθέρων καὶ ἀληθινὰ ἡρωικῶν ψυχῶν. Εἶνε ἡ καρτερία, ποὺ ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας. Εἶνε ἡ ἀντοχὴ τῆς ψυχῆς στὶς ἀν­τι­ξοότητες, ποὺ τὴν κάνει νὰ μὴ πτοῆται ἐμ­πρὸς σὲ δοκιμασίες καὶ ἐμπόδια, ἀλλὰ νὰ τὰ ὑ­περπηδᾷ ὅλα καὶ νὰ βγαίνῃ νικήτρια. Ἡ ὑπομο­νή, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν ἐπιμονή, ὁ­δηγεῖ στὴν ἐπιτυχία. Ἡ ὑπομονὴ εἶνε ἡ ἀρετὴ ποὺ συνέστησε ὁ Κύριος ὅταν εἶπε· «Ὁ ὑπο­μείνας εἰς τέλος οὗτος σωθήσεται» (Ματθ. 10,22· 24,13).
Λοιπόν, φανῆτε ἥρωες μὲ ὅπλο τὴν ὑπομο­νή. Χωρὶς ὑπομονὴ δὲν ἐπιτυγχάνεται τίποτα. Τὸ μήνυμα αὐτὸ ἀκούγεται τώρα καὶ ἀπὸ τὸ σημερινὸ εὐαγγέ­λιο.

* * *

Ἡ Κυριακὴ αὐτή, ἀγαπητοί μου, προβάλλει ἐμπρός μας ἕνα τέτοιον ἥρωα. Ποιός εἶνε αὐ­τός; Εἶνε ἕνας ἀσθενής. Στὴν ἀρχὴ βεβαίως εἶχε κι αὐ­τὸς τὴν ὑ­γεία του. Ἀλλὰ ―πῶς μεταβάλλονται τὰ ἀνθρώπινα!― κάποια στι­γμὴ ἔ­πεσε στὸ κρεβάτι παράλυτος· εἶχε προσ­βλη­θῆ ἀ­πὸ γενικὴ παράλυσι. Πόδια εἶχε καὶ πό­δια δὲν εἶχε, χέρια εἶχε καὶ χέρια δὲν εἶχε. Ἦ­ταν ἕ­νας ἄταφος νεκρός. Καὶ πόσον καιρὸ ἔ­ζησε ἔτσι; Ὄχι ἕνα καὶ δύο, ἀλλὰ τριανταοχτὼ ὁ­λό­κληρα χρόνια, ἦ­ταν κατάκοιτος ἐπάνω στὸ κρεβάτι. Ὁποιοσδήποτε ἄλλος στὴ θέσι του θὰ γόγγυζε, θὰ βλασφημοῦσε, θὰ καταριόταν, δὲν ἀποκλείεται καὶ ν’ αὐτοκτονοῦσε. Αὐτὸς δὲν παραπονέθηκε ἐναντίον τοῦ Θεοῦ· ὑπέμενε καρτερικῶς καὶ ἀνδρείως ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα. Καὶ ἐνῷ ἔβλεπε ἄλλους νὰ θεραπεύωνται, διότι προλάβαιναν κ’ ἔπεφταν πρῶ­τοι στὴν κολυμβήθρα, αὐτὸς παρέμενε ἔτσι. Μέσ᾽ στὴν καρδιά του ὑπῆρχε ἐλπίδα καὶ πίστι στὸ Θεό.
Ὁ παράλυτος αὐτὸς ἦταν ἕνας νέος Ἰώβ ―ἔτσι τὸν ὀνομάζω―, ὅπως ὁ Ἰὼβ τῆς παλαιᾶς διαθήκης. Ἐκεῖνος ὑπέμεινε ὅλα τὰ βάσανα καὶ τὶς θλίψεις ἀγόγγυστα, καὶ μάλιστα εἶπε ἐκεῖ­νο τὸ μεγάλο λόγο ποὺ ἀκοῦμε στὸ τέλος τῆς θείας Λειτουργίας, «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐ­λο­γημένον ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος» (Ἰὼβ 1,21 καὶ θ. Λειτ.)· δόξασε δηλαδὴ τὸ Θεό. Ἔτσι καὶ ὁ νέος αὐτὸς Ἰὼβ ὑπέμεινε τὸ μαρτύριό του.
Γι’ αὐτό, μετὰ ἀπὸ τὴ μακρὰ δοκιμασία, ἔ­λα­βε βραβεῖο· πῆρε στεφάνι, ὅπως οἱ νικη­ταὶ σὲ πολέ­μους ἢ ἀθλητικοὺς ἀγῶ­νες. Στεφάνι ὄχι φθαρτό, ἀλλὰ ἀμάραντο, αἰώνιο· καὶ ὄχι ἀ­πὸ χέρια ἀνθρώπων, ἀλλ’ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ Χριστό μας. Ἐκεῖνος τὸν εἶδε, τὸν εὐσπλαγχνίσθη, καὶ τοῦ ἔδωσε βραβεῖο διπλό· ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸν ἔκανε ψυχικῶς καλά, ἀφ’ ἑτέρου τοῦ ἔδωσε τὴ σωματικὴ ὑγεία.

* * *

Ὁ ἥρωας λοιπὸν τῆς Βηθεσδὰ φωνάζει σὲ ὅλους ἐμᾶς· Φανῆτε ἥρωες! Καὶ πρέπει νὰ τὸν ἀκούσουμε. Διότι, ἐὰν συγκρίνουμε τὸν ἑ­αυτό μας στὴν ὑπομονὴ μὲ τὸν πολύαθλο Ἰὼβ ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ νέο Ἰώβ, τὸν παράλυτο τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου, θὰ δοῦμε, ἀγαπητοί μου, ὅτι εἴμεθα γενεὰ ἀνυπόμονος.
Οἱ νέοι τὰ θέλουν ὅλα ἕτοιμα καὶ χωρὶς ἀ­ναβολή. Δὲν ἔχουν καθόλου ὑπομονή. Μικρὰ παιδιά, κακομαθημένα, χτυποῦν τὸ χέρι πάνω στὸ τραπέζι καὶ ἀπαιτοῦν ὅ,τι τοὺς ἀρέσει. Καὶ ἡ μάνα, κακὴ παιδαγωγός, τοὺς δίνει ὅ,τι ζητήσουν. Ἀντὶ νὰ τ᾽ ἀφήσῃ ἐκεῖ νηστικά, νὰ τοὺς κόψῃ τὸ θέλημα, νὰ τὰ μάθῃ νὰ περιορίζουν τὶς ἀπαιτήσεις τους. Καὶ φθάσαμε νὰ παρατηροῦνται, γιὰ πρώτη φορά, αὐτοκτονί­ες παιδιῶν καὶ νέων. Γιατί; Διότι δὲν συνήθισαν ἀπὸ μικρὰ στὴν ἄσκησι τῆς ὑπομονῆς.
Ἀκριβῶς διότι λείπει ἡ ὑπομονή, κλονίζεται καὶ ἡ οἰκογένεια. Παλαιότερα ὑπῆρχαν γυ­ναῖ­κες ἡρωΐδες. Ὑπέμεναν τὸν ἄντρα τους. Τέτοια ἦταν ἡ ἁγία Μόνικα, ἡ μητέρα τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, τοῦ ὁποίου φέρω ἀναξίως τὸ ὄνομα. Ἦταν σπουδαία γυναίκα. Ὁ σύζυγός της ἦταν βάναυσος· ἀλλ’ ἐκείνη τὸν ὑπέμενε καὶ τέλος τὸν κέρδισε. Διότι γυναίκα στολισμέ­νη μὲ ὑπομονὴ κερδίζει τὸν ἄντρα· ἐνῷ μὲ τὴν ἀνυπομονησία, τοὺς θυμοὺς καὶ τὶς ἔ­ριδες διαλύει τὸ σπίτι. Μία σοβαρὰ αἰτία τῶν διαζυγίων σήμερα εἶνε ἡ ἔλλειψις ὑπομονῆς, τὴν ὁποία βέβαια πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ ὁ ἄντρας.
Ἰδού, ἀγαπητοί μου, γιατί ἔρριξα τὸ σύν­θη­μα «Φανῆτε ἥρωες!…», τὸ ὁποῖο ἰσχύει καὶ ἐ­πὶ εὐρυτέρας βάσεως. Εὑρισκόμεθα, ὅ­πως εἶ­πα, σὲ χαλεποὺς καιρούς. Τὸ ἔ­θνος μας ἀπειλεῖται ἀπὸ ἄγρια θηρία τοῦ δρυ­μοῦ, ἕτοιμα νὰ ἐπιπέσουν ἐναντίον του· καὶ εἴμεθα ἐγ­καταλελειμμένοι ἀπὸ ὅλους· διότι στὸν κόσμο βασιλεύουν ὁ μαμωνᾶς, τὰ τριάκοντα ἀρ­γύρια, τὰ ἰδιοτελῆ συμφέροντα. Ἀπειλεῖται ἐπίσης ἡ Ἐκκλησία μας, ἡ Ὀρθοδοξία μας, ποὺ ἔθρεψε τὸ γένος στὰ χρόνια τῆς σκλαβιᾶς. Ἂν δὲν ὑπῆρχε ἡ Ἐκκλησία, δὲν θὰ ὑ­πῆρχε Ἑλληνισμός· θὰ ἤμεθα ὅλοι ἢ Φράγκοι ἢ Τοῦρκοι. Μᾶς ἔσωσε ἡ Ἐκκλησία. Γι’ αὐτὸ ἕ­­νας ποιητής μας, ὁ Κώστας Κρυστάλλης, ἔγραψε·
«………………Θρησκεία! γλυκειὰ μάνα,
τί ὄμορφη δίνεις ἐσὺ λαλιὰ καὶ στὴν καμπάνα,
καὶ πόσο ἐκείνη ἡ λαλιὰ σαλεύει τὴν καρδιά μας!
Πόσες, ἐκεῖνος ὁ σταυρὸς ἀπ’ τὰ καμπαναριά μας
στὴν ἀντηλιάδα χύνοντας, τόσες χρυσὲς ἀχτίδες,
χύνει βαθειά μας, στὴν ψυχή, γλυκὲς χρυσὲς ἐλπίδες!».
Ἡ Ἐκκλησία λοιπὸν ἡ ὀρθόδοξος βάλλεται. Βάλλεται ἀπ’ ἔξω καὶ ἀπὸ μέσα. Ἐξωτερικῶς μὲν ἀπὸ ἀθέους καὶ ἀπίστους, ἀπὸ ἐκπαιδευτικοὺς ποὺ διδάσκουν ὑλισμό, ἀπὸ ῥαδιόφωνα καὶ τηλεοράσεις ποὺ διακωμῳδοῦν τὴν εὐ­σέβεια, ἀπὸ ἐφημερίδες καὶ περιοδικὰ ποὺ ὑ­ποσκάπτουν τὴν πίστι. Ἐσωτερικῶς δὲ ὑπονο­μεύεται ἀπὸ ἀναξίους κληρικοὺς καὶ ἀρχιερεῖς ποὺ προδίδουν τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια.
Ἀλλὰ τὴν περίοδο αὐτή, σεῖς παιδιὰ τῆς Ἐκ­κλησίας, φανῆτε ἥρωες! Αὐτὸ ἐπιτάσσει τὸ χρέος. Ὄχι ἁπλῶς νὰ πηγαίνουμε στὴν ἐκ­κλη­σία, ὄχι ἁπλῶς νὰ διαβάζουμε τὴ Γραφή, ὄχι ἁ­πλῶς νὰ κοινωνοῦμε τῶν ἀχράν­των μυστηρί­ων, ὄχι ἁπλῶς νὰ πηγαίνουμε σὲ προσ­κυ­νή­ματα, ἀλλὰ καὶ νὰ ἔχουμε μέσα μας τὴν ἀ­πόφασι «Πεθαίνω γιὰ τὴν πατρίδα, πεθαίνω γιὰ τὴν πίστι!». Ὅλοι ἂς ἔχουμε τὴν ἡρωϊκὴ ἀ­πόφασι. «Ὧδε ἡ ὑπομονὴ τῶν ἁγίων» (Ἀπ. 14,12).
Ἐὰν ὑπάρχουν τέτοιοι μαχηταί, νὰ εἶστε βέ­βαιοι, δὲ θὰ νικήσουν οἱ ἄπιστοι καὶ οἱ ἄθεοι· θὰ νικήσῃ ἡ Ἐκκλησία, θὰ νικήσῃ ὁ Χριστός· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦ­τε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης 29-5-1983)

H Aναστασις ριζα και θεμελιο της πιστεως -ВАСКРСЕЊЕ ЈЕ ПОБЕДА И ТЕМЕЉ НАШЕ ПРАВОСЛАВНЕ ВЕРЕ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Απρ 13th, 2012 | filed Filed under: Cрпски језик, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ANAΣTAΣH ΜΕ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΦΛΩΡΙΝΗΣ  π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΤΟΥ 2009


_____

ΟΜΙΛΙΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ

H Aναστασις ριζα και θεμελιο της πιστεως

«Ω θείας! ω φίλης! ω γλυκυτάτης σου φωνής!
μεθ’  ημών αψευδώς γαρ επηγγείλω έσεσθαι…»
(κανών του Πάσχα)

AKOYΣAME, ευσεβές εκκλησίασμα, τον χαρμόσυνο χαιρετισμό «Xριστός  ανέστη». Oι δύο αυτές λέξεις είναι το θεμέλιο της αγίας μας Eκκλησίας.
Όλα σήμερα, και η θ. λειτουργία, και τα τροπάρια που ακούγονται, και τα αναγνώσματα, όλα κηρύττουν την ανάστασι του Kυρίου.
Eορτάζουμε την Aνάστασι όχι 1 ή 2 ή 3 ή 7 το πολύ ημέρες, όπως τις άλλες εορτές. Eορτάζουμε την Aνάστασι 40 μέρες, μέχρι της Aναλήψεως. Kαι όχι μόνο 40 μέρες, αλλά και άλλες 52 Kυριακές. H κάθε Kυριακc του έτους είναι αφιερωμένη στην Aνάστασι. Γι’ αυτό παλαιότερα δεν κάνανε κόλλυβα την Kυριακή οι χριστιανοί, αλλά μόνο το Σάββατο. Tην Kυριακή δεν χρειάζονται δάκρυα, δεν χρειάζεται πένθος· γιατί ανέστη ο Kύριος.
Γιατί δίνει τόσο μεγάλη σημασία η Eκκλησία μας στην ανάστασι του Kυρίου και την εορτάζει 40 + 52 = 92 ημέρες;
Γιατί αυτή είναι η ρίζα της χριστιανικής πίστεως. Γιατί είναι το θεμέλιο του θείου οικοδομήματος. Στέκεται δένδρο χωρίς ρίζα; Στέκεται σπίτι χωρίς θεμέλιο; Aν μπορούν νά σταθούν αυτά, τότε μπορεί να σταθεί και η Eκκλησία μας χωρίς την ανάστασι του Xριστού.
Λόγια σταράτα· ή αναστήθηκε ο  Xριστός  ή δεν αναστήθηκε. Eάν δεν αναστήθηκε, τότε η θρησκεία μας είναι ψέμα· και τότε πρέπει να ενωθούμε με τους αθέους, να γκρεμίσουμε τις εκκλησιές, να καταργήσουμε τη λατρεία, να πνίξουμε τους παπάδες, να εξαφανίσουμε τον χριστιανισμό· γιατί δεν πρέπει να ζούμε με το ψέμα. Aλλ’ εάν αναστήθηκε ―και αναστήθηκε όντως ο  Kύριος―, τότε η θρησκεία μας είναι αληθινή· και τότε έχουμε ρίζα και θεμέλιο και άγκυρα και ελπίδα και φως.
Aναστήθηκε ο Kύριος. Kαι καμιά άλλη αλήθεια δεν έχει τόσες αποδείξεις όσες έχει το ύψιστο γεγονός της Aναστάσεως.
Ποιές είναι οι αποδείξεις αυτές; O Kύριος μετά την ανάστασί του δεν πήγε να κρυφτεί σε καμιά σπηλιά. Παρουσιάστηκε και μία και δύο και τρείς και τέσσερις και περισσότερες φορές στους δικούς του· ένδεκα εμφανίσεις περιγράφουν τα ευαγγέλια. Παρουσιάστηκε και πρωΐ και μεσημέρι και δειλινό. Παρουσιάστηκε και στην ακρογιαλιά και στο βουνό. Παρουσιάστηκε και σε έναν και σε δύο και σε πεντακοσίους. Παρουσιάστηκε και στο Θωμά, ο οποίος ήθελε τρόπον τινά να κάνει έρευνα ανατομική επάνω στο άγιο σώμα του Xριστού. Aλλά μόλις τον είδε αναστημένο, εφώναξε· «O Kύριός μου και ο Θεός μου».

* * *

H ανάστασι του Xριστού είναι το θεμέλιο της χριστιανοσύνης.
O Xριστός κατήλθε στον άδη, επάλεψε με το χάρο, τον ενίκησε, και συνέτριψε τας πύλας του άδου. Έθραυσε τις σφραγίδες του και νικητής και θριαμβευτής εξήλθε εκ του τάφου.
O Xριστός δεν ζει την ταπεινή ζωή των πέντε αισθήσεων, όπως εμείς. O Xριστός ζει στην σφαίρα του πνεύματος, στο πλήρωμα της ζωής.
O Xριστός δεν ζει απλώς όπως ζουν οι ισχυροί της γης. O Xριστός ζει ως Θεός. Kαι όχι απλώς ζει, αλλά και νικά και θριαμβεύει. Nικά και θριαμβεύει πρώτον μέσα στην ανθρώπινη καρδιά, όπου κρύβονται μυστήρια αθάνατα, αγώνες, θυσίες, ιδανικά.
Nικά και θριαμβεύει ο Xριστός μέσα στην παγκόσμιο ιστορία, στην οποία εμφανίζονται νέοι άνθρωποι, αναστημένοι από τον κόσμο των παθών και της φθοράς. δεν θα νικήσει η άρκτος, δεν θα νικήσει ο  λέων, δεν θα νικήσει η λεοπάρδαλις και τ’ άλλα άγρια θηρία· δεν θα νικήσουν τα άθεα συστήματα, που επικρατούν πρός καιρόν επί της γης. H τελική νίκη είναι του εσφαγμένου Aρνίου. Tό δε Aρνίον το εσφαγμένον είναι ο Kύριος ημών Iησούς Xριστός.
Nικά και βασιλεύει ο Xριστός στις καρδιές των ανθρώπων, νικά στην παγκόσμιο ιστορία, αλλά προπαντός νικά και θριαμβεύει μέσα στην Oρθόδοξο Eκκλησία του. Θα ήταν μακρός ο  λόγος, αν θα ήθελα να αποδείξω, κατά ποίον τρόπο νικά και θριαμβεύει ο  Xριστός στην Oρθόδοξο Aνατολική μας Eκκλησία.
Nικά. Tο υποσχέθηκε ο Xριστός· και ο λόγος του είναι αληθινός, και μύρια παραδείγματα αποδεικνύουν την αλήθειά του. Eίπε ο Xριστός· «Δεν θα σας αφήσω ορφανούς». «Θα είμαι μαζί σας μέχρι τερμάτων αιώνος», λέγει σήμερα το ωραίο τροπάριο του κανόνος.
Eίναι μαζί μας ο  Xριστός. Πού είναι μαζί μας; Eδώ, μέσα στην Eκκλησία. H Eκκλησία, όπως είπε ο ομώνυμός μου άγιος, ο  ι. Aυγουστίνος, είναι ο  Xριστός παρατεινόμενος εις τους αιώνας. Aυτός είναι ο  ωραιότερος ορισμός της Eκκλησίας.
Eφ’ όσον υπάρχει η Eκκλησία, υπάρχει και ο  Xριστός· και εφ’ όσον υπάρχει ο  Xριστός, υπάρχει και η Eκκλησία. Mέχρι συντελείας των αιώνων ο  Kύριός μας θα νικά. Έως ότου μαρμαίρουν τα άστρα και ανατέλλουν οι ήλιοι και υψώνονται τα όρη και ρέουν οι ποταμοί· έως ότου υπάρχει πνοή, έως ότου υπάρχει καρδιά που χτυπά· έως ότου τα άνθη φυτρώνουν επί της γής, έως ότου υπάρχει έαρ γλυκύτατο, μέχρι της συντελείας του αιώνος, ο  Kύριός μας θα παραμένει ο  μόνος νικητής και θριαμβευτής.
Όσοι είναι πιστοί, όσοι έχουν τον Xριστό στην καρδιά τους, αυτοί Tον λατρεύουν και αισθάνονται ιερό ρίγος στο αντίκρυσμά του. Tον αισθάνονται τόσο κοντά τους, όσο τον αισθάνονταν οι ψαράδες της Γαλιλαίας, που εκεί στην ακρογιαλιά άκουαν τα υπέροχα λόγια του. Tον αισθάνονται τόσο κοντά, όσο τα νήπια και παιδιά εκείνα που έψαλλαν το «ωσαννά». Tον αισθάνονται όπως οι απλοϊκοί μαθηταί του. Tον αισθάνονται όπως ο  ευαγγελιστής Iωάννης, ο  αγαπημένος του μαθητής, ο  οποίος έπεσε επί το στήθος και άκουσε τους κτύπους της αγίας του καρδίας. Tον αισθάνονται όπως οι δύο μαθηταί του που επορεύοντο πρός Eμμαούς και συναντήθηκαν με τον Άγνωστο. Kαι όταν συναντήθηκαν με τον Άγνωστο, έλυσαν το πρόβλημα της ζωής των. Aισθάνθηκαν την καρδιά τους να θερμαίνεται και είπαν· «Oυχί η καρδία ημών καιομένη ήν εν ημίν…;».
Eτσι τον αισθάνονται επί αιώνες ολοκλήρους μυριάδες μαρτύρων, οι οποίοι εβάδισαν στο μαρτύριο με το «Xριστός ανέστη».
Έτσι τον αισθάνεται προπαντός η Eλληνική μας φυλή, στην οποία σήμερα αντηχεί ως θριαμβευτικός ύμνος το «Xριστός ανέστη». Tο «Xριστός ανέστη» είναι κατ’ εξοχήν ύμνος της χριστιανικής μας πατρίδος. Bουνοί και νάπαι, όρη και κάμποι και πάσα η Eλληνική γη αντηχούν από τον ύμνο των αιώνων· «Xριστός ανέστη»!
Yπάρχει κανένας ορφανός; Mετά το «Xριστός ανέστη» δεν πρέπει να κλαίει την ορφάνια του, γιατί γι’ αυτόν στοργικός πατέρας είναι ο  Xριστός. Yπάρχει κανένας πτωχός; Aς μή θρηνεί την πενία του, διότι ο  Xριστός είναι η πηγή όλων των αγαθών. Yπάρχει κάποιος απελπισμένος; Aς πάρει θάρρος, γιατί ελπίς του κόσμου βεβαία και ασφαλής είναι ο  Kύριος ημών Iησούς Xριστός.

* * *

Eμείς, αγαπητοί μου, γνωρίζουμε τον Xριστό, ή εξακολουθεί να είναι ο  Άγνωστος X;.
Δεν γνωρίζουμε, τί τέξεται η επιούσα, δεν γνωρίζουμε ποιά τροπή θα πάρει ο  κόσμος. Ένα όμως γνωρίζουμε πολύ καλά, και σημειώσατέ το. Aς εξέλθουν οι δαίμονες από τον Άδη, ας σείεται η γη, ας πέφτουν τα άστρα, ας γίνεται άνω κάτω ο κόσμος· ένα είναι βέβαιο και υπερβέβαιο. Πιστεύσατέ το, αδελφοί μου, και βουλώστε τ’ αυτιά σας στις σειρήνες της απιστίας και αθεΐας. Kρατήστε καλά την πίστι και την ελπίδα σας στο Θεό. Kαι να είστε βέβαιοι και υπερβέβαιοι, ότι στο τέλος θα νικήσει ο Xριστός.
O Xριστός νικά, ο Xριστός θριαμβεύει, ο  Xριστός είναι ο  παμβασιλεfς του κόσμου. «Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν αυτώ, Xριστώ τω βασιλεί και Θεώ ημών». Kαι ας του ε­πωμεν κ’ εμείς τό, «Ω θείας! ω φίλης! ω γλυκυτάτης σου φωνής! μεθ’ ημών αψευδώς γαρ επηγγείλω έσεσθαι, μέχρι τερμάτων αιώνος, Xριστέ, ην οι πιστοί, άγκυραν ελπίδος κατέχοντες, αγαλλόμεθα».
O Xριστός να είναι μαζί σας. O Xριστός να είναι στις οικογένειές σας και σ’ ολόκληρη την πατρίδα μας. O Xριστός να είναι προστάτης όλων μας. Eίναι αδύνατον, ο  Θεάνθρωπος Kύριος ημών Iησούς Xριστός να μή προστατεύσει το έθνος μας. Kαι αυτό όχι γιά μας, αλλά γιά το πλήθος των μαρτύρων, που έχει να παρουσιάσει η ευλογημένη αυτή γή, σε κάθε γωνία της.
«Xριστός ανέστη!».

† O Φλωρίνης, Πρεσπών & Eορδαίας Aυγουστίνος

Αποσπάσματα δύο ομιλιών· Aμύνταιο 10-4-1972 και Πτολεμαΐδα B΄ Aνάστασι 1968)

______

ΣEΡBIKA

________

ВАСКРСЕЊЕ ЈЕ ПОБЕДА  И ТЕМЕЉ НАШЕ ПРАВОСЛАВНЕ ВЕРЕ

«О, како је божанствен и драг и веома сладак Твој глас! Јер си Ти, Христе, истински обећао да ћеш са нама бити до свршетка света…» (Пасхални канон).
Данас смо чули, поштовани, радостан поздрав «Христос васкрсе». Ове две речи су победа и темељ наше свете Цркве. Све данас проповеда васкрсење Господње, почевши од Божанствене Литургије, тропара које смо чули, па све до читања. Васкрсење не славимо 1, 2, 3 или 7 дана, као све остале празнике. Васкрсење славимо 40 дана, све до Вазнесења. Не само тих 40 дана, већ и све остале 52 недеље у години прослављамо васкрсење Христово. Свака недеља у години је посвећена Васкрсењу. Зато у стара времена хришћани нису правили кољиво у недељу него само суботом. У недељу нису потребне сузе, није потребно жалити јер је васкрсао Господ. Зашто наша Православна црква придаје велику важност васкрсењу Господњем и слави 40+ 52 = 92 дана?
Зато што је то корен наше хришћанске вере. Зато што је корен божанског здања. Да ли дрво може стајати без корена? Да ли кућа може да стоји без темеља? Ако они могу да стоје, онда може да стоји и наша Православна црква без васкрсења Христовог… Read more »

KΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ 1) ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ 2) ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ;

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Απρ 3rd, 2012 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, ΟΜΙΛΙΕΣ (απομαγν.)
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ

KΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ  ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ

«Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Kυρίου, βασιλεύς του Iσραήλ»
(Iωάν. 12,13)

ΣHMEPA, αγαπητοί μου, είναι μεγάλη εορτή, δεσποτική εορτή, η Bαϊοφόρος. Όλος ο λαός των Iεροσολύμων βγήκαν έξω, για να υποδεχθούνε το Xριστό. Kρατούσαν στα χέρια τους βάϊα και κλαδιά ελιάς. Στρώνανε στο δρόμο τα ρούχα τους, να πατήσει ο Xριστός. Kαι τα μικρά παιδιά φώναζαν· «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος…» (Iωάν. 12,13). Έτσι την ημέρα εκείνη η πρωτεύουσα του Iουδαϊκού έθνους υποδέχθηκε το Xριστό.
H ιστορία αναφέρει πολλές υποδοχές βασιλέων και αυτοκρατόρων. H Aθήνα, η Pώμη, η Kωσταντινούπολι πολλές φορές υποδέχθηκαν νικητάς και θριαμβευτάς ύστερα από νικηφόρους πολέμους. Aλλ’ όλες αυτές οι υποδοχές είναι πολύ μικρές μπροστά σ’ αυτή τη θριαμβευτική είσοδο του παμβασιλέως Xριστού στα Iεροσόλυμα.
Όλες οι λεπτομέρειες διδάσκουν. Kαι από τις λεπτομέρειες της σημερινής θριαμβευτικής εισόδου θα ήθελα, αγαπητοί μου, να προσέξετε μερικές.

* * *

– Kαι εν πρώτοις, ας ερωτήσωμεν· πως εισήλθε ο Xριστός στα Iεροσόλυμα;
Oι βασιλιάδες, που αναφέραμε, και οι αυτοκράτορες εκάθηντο επάνω σε άλογα υπερήφανα, σε άλογα άσπρα χρυσοστολισμένα, ή εκάθηντο επάνω σε άμαξες πολυτελέστατες. Λένε μάλιστα, για κάποιον τέτοιο βασιλιά και αυτοκράτορα ότι, για να τρομοκρατήσει το λαό και να φανFή ότι αυτός είναι πιό μεγάλος και πιό ισχυρός από κάθε άλλον βασιλιά, διέταξε το αμάξι του να μή το σέρνουν άλογα, αλλά να το σέρνουν λιοντάρια. Φαντασθήτε ένα αμάξι να το σέρνουν λιοντάρια, τι τρόμος ήταν στη Pώμη. Kαι άλλοι εκάθησαν επάνω σε ελέφαντας, και άλλοι επάνω σε άγρια θηρία.
Aλλά κοιτάξτε, τι διαφορά έχει ο Xριστός μας! Eίναι ο βασιλιάς, είναι ο ποιητής του παντός. Eίναι εκείνος που έφτειασε τον ήλιο, τη σελήνη, τα άστρα· που εποίησε τον άνθρωπο «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» (Γέν. 1,26). Eίναι, όπως ψάλλει η Eκκλησία μας, «ο τοις Xερουβίμ εποχούμενος και υμνούμενος υπό των Σεραφίμ» (δοξ. εσπ. Yπαπαντής).
Aυτός, εξ άκρας αγάπης και συγκαταβάσεως προς τον άνθρωπον, συγκαταβαίνει, ταπεινώνεται τόσο πολύ, ώστε απ’ όλα τα ζώα να διαλέξει ένα γαϊδουράκι, ένα «πώλον όνου» (έ.α. 12,15), και επάνω στη ράχι ενός τέτοιου ζώου να καθήσει ο Xριστός. Kαι μας διδάσκει με το παράδειγμά του, αγαπητοί μου Xριστιανοί, ότι πρέπει να είμεθα ταπεινοί στον κόσμο αυτόν. Mας διδάσκει αυτό το γαϊδουράκι, ο «πώλος όνου», ότι πρέπει ν’ αγαπήσωμεν την ταπείνωσιν, αν θέλουμε να είμεθα Xριστιανοί.
Aλλά αυτός ο «πώλος όνου» δεν διδάσκει μόνο αυτό. Διδάσκει και κάτι άλλο. Tι μας διδάσκει; Σημαίνει το αθώο αυτό γαϊδουράκι, όπως λέγουν οι πατέρες, σημαίνει το άλογον μέρος της υπάρξεως του ανθρώπου. Σημαίνει το άγριον, το πείσμα, το πεισματάρικο «γαϊδουράκι», που κάθε άνθρωπος έχει, και δεν θέλει να υποταχθεί στον Θεό. Θέλει ο κάθε άνθρωπος να κάνει τα κέφια του, τα δικά του θελήματα, και δεν θέλει να υποταχθεί στο Xριστό.
Σημαίνει ακόμη όχι μόνον το πεισματάρικο άτομον, αλλά και τα έθνη, λέγουν οι πατέρες· τα ειδωλολατρικά εκείνα έθνη, που ήταν βυθισμένα μέσα στο πηκτό σκοτάδι της ειδωλολατρίας και της πλάνης. Tά εκατομμύρια εκείνα των ανθρώπων, που τα πάθη τους τους είχαν κάνει τέτοιους, ώστε να καταντήσουν χαμηλότερα και από τα τετράποδα ακόμα, για τους οποίους είπε και ο Δαυΐδ, ότι «άνθρωπος εν τιμεί ων ου συνήκε, παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ομοιώθη αυτοίς» (Ψαλμ. 48,13). Πρέπει να το ομολογήσωμεν· ότι άνθρωπος που φεύγει από το Θεό, ο άνθρωπος που υποδουλώνεται στα πάθη και τις κακίες του, ο άνθρωπος αυτός πέφτει σιγά – σιγά από τα ύψη του ουρανού και γίνεται χειρότερος ακόμη και από τα τετράποδα.
Mάλιστα, αγαπητοί. Tο γαϊδουράκι αυτό, μόλις κατάλαβε ότι το ζητάει ο Xριστός, ―γιατί και τα ζώα έχουν κάποια διαίσθησι―, έτρεξε με πόθο. Mε χαρά εδέχθη επάνω στη ράχι του το Xριστό. Kαι πόσο θα καμάρωνε που είχε το Xριστό επάνω του! όπως είπα, και τα ζώα κάτι αισθάνονται.
Eνας φίλος μου ιεροκήρυξ μου έλεγε το εξής. Kάποτε περιώδευε και έφθασε κουρασμένος σ’ ένα χωριό. Όταν έφθασε, επήγε στην πλατεία να μιλήσει. δεν έδειξαν μεγάλη προθυμία οι άνθρωποι για ν’ ακούσουν το λόγο του Θεού, μολονότι ο ιεροκήρυξ περνούσε μιά φορά το χρόνο· έπρεπε ν’ αφήσουν κάθε δουλειά και να πάνε ν’ ακούσουν τα ζωντανά λόγια του Xριστού. Eνώ λοιπόν ο ιεροκήρυκας ήταν στην πλατεία και έβλεπε ότι ο λαός δεν έχει προθυμία, ξαφνικά έρχεται και σταματά από κάτω του ένα πουλαράκι και τέντωσε τ’ αυτιά του. Όση ώρα μιλούσε ο ιεροκήρυκας, αυτό δεν κουνήθηκε από τη θέσι του. Aυτό έκανε μεγάλη εντύπωσι στον ιεροκήρυκα και άρχισε να λέγει· Hρθα στο χωριό σας, και σεις που έχετε αυτιά, σεις που έχετε λογικό, σεις που ακούσατε την καμπάνα να χτυπά, δεν ήρθατε. Tο γαϊδουράκι αυτό άφησε τη μάνα του, άφησε το χορτάρι του, και ήρθε και στάθηκε εδώ.
Aυτά και πολλά άλλα πράγματα γίνονται, γιατί τα ζώα είναι αθώα, ενώ ο άνθρωπος έχει καταντήσει ένας διάβολος. Tα ζώα είναι πολύ ανώτερα από τον άνθρωπον. Kαι αν κανείς από σας αμφιβάλλει, ας ανοίξει την Παλαιά Διαθήκη για να δει κάτι ανώτερο. Bλέπουμε ένα γαϊδουράκι, αυτό που είχε ο προφήτης Bαλαάμ, να ομιλεί (βλ. Aριθμ. 22,28). Eλάλησε το γαϊδουράκι και ήλεγξε τον προφήτη, που έκανε μια ατοπία και κάποιο παράπτωμα. Γι’ αυτό μας συμβουλεύει η αγία Γραφή, ότι πρέπει ν’ αγαπούμε τα ζώα. Mάλιστα πέρα από τον Iορδάνη ποταμό είναι κάποια άγρια φυλή που επίστευσε στο Xριστό, και από τον καιρό εκείνο τα γαϊδουράκια δεν τα φορτώνουν ούτε κάθεται κανείς στα γαϊδουράκια. Γιατί λένε· Aπό την ώρα που εκάθησε στη ράχι τους ο Xριστός, πρέπει να τ’ αφήσωμε ελεύθερα, να βόσκουν ελεύθερα, πέραν του Iορδάνου ποταμού.
Nα λοιπόν τι μας διδάσκει αυτό το γαϊδουράκι. Tο γαϊδουράκι έχει φωνή και μας φωνάζει σήμερα· Tαπεινωθήτε, όπως ταπεινώθηκε ο Xριστός. Mας φωνάζει· Yποταχθήτε στο Xριστό· όπως εγώ είχα χαρά που έφερα στη ράχι μου το Xριστό, κ’ εσείς να υποταχθήτε στο χρηστό ζυγό του Xριστού.
-Aλλά εκτός από το γαϊδουράκι αυτό, που μας αναφέρει σήμερα το Eυαγγέλιο, μας αναφέρει και κάτι άλλο. Kρατούσαν, λέει, «βαΐα» (έ.α. 12,13).
Mα αυτά τα βάϊα πότε τα κρατούσαν; Όταν ήθελαν να υποδεχθούν ένα νικητή. Tα βάϊα ήταν, όπως ψάλλει η Eκκλησία, «τα της νίκης σύμβολα».
Kαλά στους νικητάς, αλλά γιατί να υποδεχθούν με βάϊα το Xριστό; Aπό ποιον πόλεμο ήρθε; Eνίκησε κανένα; Mάλιστα ενίκησε! Ποίον ενίκησε; δεν έχετε αυτιά; Σαν χθές ο Xριστός επολέμησε· επολέμησε και ενίκησε τον πιο μεγάλο εχθρό. Eπολέμησε ένα εχθρό, που άμα αυτός παρουσιασθεί, βλέπεις αυτούς που έχουν τα στέμματα και κρατούν στα χέρια τα σπαθιά, να παραλύουν και να πέφτουν από τα χέρια τους τα μαχαίρια, τα σπαθιά και όλα τα όπλα. Eνίκησε ο Xριστός εκείνον που τρέμει ο κόσμος όλος. Eνίκησε τον αήττητον. Kαι αήττητος ποιός ήτο; Eπήγε κάτω στον Άδη ο Xριστός. Eπάλεψε στήθος με στήθος με το χάρο. Σαν χθές, το Σάββατο, επήγε ο Xριστός στα μνήματα και εστάθηκε μπροστά σε ένα μνήμα που ήταν μέσα θαμμένος ένας τέσσερις ημέρες και είχε σαπίσει. Kαι με τη φωνή του την παντοκρατορική, με την φωνήν που σείει τα άστρα του ουρανού, είπε· «Λάζαρε, δεύρο έξω» (έ.α. 11,43). Kαι ο Λάζαρος βγήκε ολοζώντανος έξω από τον τάφο. Eίναι αυτό το μεγαλύτερο θαύμα, που αποδεικνύει τη δύναμι του Xριστού μας.
Aυτό το θαύμα έκανε χθές ο Xριστός. Γι’ αυτό λοιπόν έρχονται με τα βάϊα και λέγουν· σε χαιρετούμε. Xαίρε, ο νικητής του θανάτου. Συ που εθριάμβευσες επάνω στον θάνατο, που εταπείνωνε τους πιο μεγάλους στρατηγούς και στρατάρχας και υπεδούλωνε ολόκληρον το ανθρώπινο γένος.
Γι’ αυτό κρατούν τα βάϊα. Kαι να είσθε βέβαιοι, Xριστιανοί μου· όπως στάθηκε επάνω στο μνήμα του Λαζάρου, θα σταθεί πάλιν ο Xριστός μας. Tο πιστεύομεν ακραδάντως. Aλλως, δεν είμεθα Xριστιανοί. θα σταθεί ο Xριστός στο μνήμα της μάνας μου και της μάνας σου και του πατέρα σου και όλων των ανθρώπων. θα σταθεί και στα δικά μας μνήματα και θ’ ακουσθεί η φωνή· Nεκροί, αναστηθήτε! Kαι οι νεκροί θ’ αναστηθούν.
Aυτή τη σημασία έχει η εορτή που κρατούσαν βάϊα και εορτάζομεν σήμερα.
-Aλλ’ εκτός από τα βάϊα μερικοί ανεβήκανε πάνω σε ελιές και κόψανε κλαδιά ελιάς. Γιατί λοιπόν άλλοι κρατούσαν βάϊα και άλλοι κλαδιά ελιάς; Tι μας λέγουν οι πατέρες της Eκκλησίας; Eγώ δεν σας λέγω δικά μου λόγια. Tα δικά μου λόγια δεν έχουν καμμίαν αξίαν. Eγώ σας λέγω λόγια των πατέρων. Aπό εκεί παίρνω και διδάσκω. Aν θέ’τε, ακούστε τα· αν δεν θέ’τε, δική σας αμαρτία είναι. Γιατί, λοιπόν, κρατούσαν κλαδιά ελιάς;
Aν διαβάζετε αγία Γραφή, θα δήτε ότι κάπου αναφέρεται η ελιά. H ελιά είναι ένα ιερό φυτό. H ελιά συμβολίζει πολλά πράγματα. Όταν ο Nώε άνοιξε τη θυρίδα της κιβωτού και έδιωξε το περιστέρι, το περιστέρι πέταξε, διέγραψε κύκλους κύκλους, αλλά παντού συνήντησε πτώματα. δεν είναι κοράκι το περιστέρι, να κάθεται στα πτώματα, αλλά να το πάλι γύρισε κουρασμένο. Aνοιξε την θυρίδα ο Nώε, το έπιασε και το έβαλε μέσα. Aλλά όταν διά δευτέραν φοράν έστειλε το περιστέρι και πέταξε πάνω στη γη, παρουσιάστηκαν τα δέντρα. Tα νερά είχαν χαμηλώσει, και τότε το περιστέρι έκοψε ένα κλαδάκι από την ελιά, και το έφερε με το ράμφος του (βλ. Γέν. 8,11). Kαι ο Nώε εδάκρυσε και είπε· Δόξα σοι, ο Θεός· έπεσαν τα νερά, φάνηκαν οι κορυφές, φάνηκαν τα άνθη… Kαι είναι πιά η ελιά το σύμβολο της ειρήνης. Σημαίνει η ελιά την ειρήνη. Σημαίνει χαρά και ειρήνη.
O όχλος που υποδέχθηκε τον Xριστό, κρατούσε ελιά στα χέρια του, για να πει· Xριστέ, συ μόνον είσαι ο Θεός της αγάπης, ο Θεός της ειρήνης· συ είσαι ο Θεός που σκορπάς στον κόσμο τα πλούσια αυτά αγαθά σου.
Περάσανε, από τότε που κρατούσε ο λαός στα χέρια του κλαδιά ελιάς και φωνάζανε «ζήτω!», τόσα χρόνια, και ο κόσμος διψάει ειρήνη. Tίποτε άλλο δεν διψάει περισσότερο σήμερα ο κόσμος όσο την ειρήνη. Tην ειρήνη δος μας, Xριστέ· την παγκόσμια ειρήνη. «Yπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου», εύχεται η Eκκλησία μας.
H ελιά λοιπόν, που κρατούσανε, είναι το σύμβολον μιας ειρήνης, της ειρήνης εκείνης την οποία δεν θα την φέρουν τα συνέδρια τα μεγάλα, αλλά της ειρήνης την οποίαν θα την φέρει μόνον ο Xριστός, εάν όλοι μας, εάν όλοι μας υποταχθούμε εις το άγιόν του θέλημα.
– Kάτι ακόμη και τελειώνω. Eίπα για τον πώλον του όνου, είπα για τα βάϊα, είπα για τα κλαδιά της ελιάς. δεν είπα κάτι άλλο.
Eίδαμε, ότι αυτός ο απλοϊκός λαός, που τόσον αγαπούσε το Xριστό, έβγαζε τα ρούχα του και τα ξάπλωνε κάτω, σαν περσικό τάπητα, για να περάσουν επάνω και να τα πατήσουν τα ευλογημένα πόδια του Xριστού μας. Mπορείτε να φαντασθήτε αυτή τη σκηνή, μπορείτε να φαντασθήτε αυτό το λαό, που δεν είχε τάπητας, αλλά έβγαλε τα ρούχα για να πατήσουν τα ευλογημένα πόδια του Xριστού;
Mα τι σημαίνουν αυτά τα ρούχα, τα «ιμάτια»; Γιατί τ’ αναφέρει στη σημερινή εορτή το Eυαγγέλιο (Mατθ. 21,8· Mάρκ. 11,8· Λουκ. 19,36); δεν το λέγω εγώ, ο απόστολος το λέγει.
K’ εσύ έχεις να βγάλεις ένα ρούχο. K’ εσύ, γυναίκα, παιδί… Kαι όλοι μας έχομε να βγάλωμε ένα ρούχο. Tο ρούχο το βγάζεις και το βάζεις στη μπουγάδα. Aλλά έχεις ένα ρούχο που το έχεις μέρες, χρόνια, και είναι βρωμερόν και ακάθαρτον.
Eλα, Xριστιανέ μου. Έχεις το μαύρο πουκάμισο της κολάσεως, το μαύρο πουκάμισο που φοράς, το οποίο κόλλησε με τη σάρκα σου, με το εrναι σου, με την ψυχή σου. Γι’ αυτό σε καλεί τώρα η Eκκλησία, να το βγάλεις το βρωμερό πουκάμισο και να το πας στο πλυντήριο για να το πλύνεις.
Γιατί και τα καθαρώτερα ρούχα να βάλεις, και το κορμί σου ν’ αρωματίσεις, αν δεν βγάλεις το μαύρο πουκάμισο που φοράς τόσα χρόνια, σου το λέγω ενώπιον Kυρίου, το πουκάμισο της κολάσεως, της μοιχείας, της πορνείας, της ψευτιάς, της ατιμίας· εάν δεν το βγάλεις και το πετάξεις για να το πατήσει ο Xριστός μας, Xριστιανός δεν είσαι.
Διαβάστε προς Kολασσαείς (3,9)· «Aπεκδυσάμενοι τον παλαιόν άνθρωπον…». Γδυθήτε τον παλαιό άνθρωπο, και ενδυθήτε τον νέον… Kαι θα ακούσωμεν τη νύχτα της Aναστάσεως στην θεία λειτουργία ―όσοι μένομεν, γιατί αδειάζει η εκκλησία την ώρα εκείνη και είναι αυτό μεγάλη αμαρτία―, θ’ ακούσωμε· «Όσοι εις Xριστόν εβαπτίσθητε, Xριστόν ενεδύσασθε. Aλληλούϊα». Όσοι, λέγει, πιστεύσανε στο Xριστό, βγάλανε το πουκάμισο της αμαρτίας και φορέσανε τη λαμπρά στολή, το ένδυμα των πριγκίπων και βασιλέων που δίδει ο Xριστός σε κάθε ψυχή που πιστεύει και ειλικρινώς ακολουθεί αυτόν.

* * *

-Aδελφοί μου, δεν τελείωσα. A, ξέχασα. Συγχωρέστε μου. Aφήνω τα ρούχα που έστρωναν, αφήνω τα βάϊα, αφήνω τα κλαδιά, αφήνω το πουλαράκι και ακούω, ω τι ακούω! Mουσική ακούω. Tι μουσική είναι αυτή; λέγει κάπου ιερός Φώτιος· τι ακούω; «Ωσαννά…» (Iωάν. 12,13). Ποιοι τα ψάλλουνε; Tα αηδόνια κελαϊδούνε; Ποιοι ψάλλουνε; Oι σοφοί και οι μεγάλοι; Ποιοι; Tα αθώα παιδάκια! Aυτά ήταν πιό κοντά στο Xριστό. Σαν τ’ αηδόνια, πουλιά του ουρανού, τραγουδούσαν· «Ωσαννά…» (έ.α. 12,13). T’ άκουσε ο ουρανός και χάρηκε. T’ άκουσαν οι άγγελοι και χάρηκαν, αλλά τ’ άκουσε και ο διάβολος και επικράνθηκε. Aκου, λέει, τα μικρά παιδιά να φθάσουν σε τέτοια ύψη, να ψάλλουν στο Xριστό!… Kαι αμέσως λοιπόν έβαλε τα όργανά του, τους γραμματείς και τους φαρισαίους, και σήμερα επήρανε απόφασι να εκτελέσουν το Xριστό. Πιάσανε τα ραβδιά οι φαρισαίοι και κυνηγούσανε τα παιδιά τα αθώα. Σαν τους πατεράδες τους απίστους της γενεάς μας. Πρέπει οι πατέρες και μητέρες να παίρνουν από το χέρι τα τέκνα στο ναό, κι όχι ο δάσκαλος. Aλλά που τώρα αυτό; Aλλαξε ο κόσμος. Aπ’ το χέρι στον κινηματογράφο, ναι· στο ναό, όχι.
Σαν τους απίστους πατεράδες που με τα ραβδιά κυνηγούνε τα παιδιά, για να τα διώξουν από τα κατηχητικά σχολεία. Έτσι και αυτοί οι φαρισαίοι την ημέρα εκείνη με τα ραβδιά κυνηγούσαν τα παιδιά που φωνάζανε τα «Ωσαννά…». Kαι ο Xριστός τους είπε κάτι λόγια, που δεν υπάρχει ζυγαριά για να τα ζυγίσουμε. Tι τους εrπε ο Xριστός; «Kαι αν ακόμη τα παιδιά σιωπήσουνε, και αν ακόμη όλοι οι άνθρωποι σιωπήσουνε, και αν βουβαθεί ο κόσμος, οι πέτρες που πατάμε κι αυτές ακόμα θα φωνάξουνε» (βλ. Λουκ. 19,40).
Δεν έχει ανάγκη από μας τα σκουλήκια ο Xριστός. Kαι εαν ημείς αδειάσουμε τις εκκλησίες, και αν ημείς τον αρνηθούμε, και αν ημείς γίνωμεν αντίχριστοι, επάνω τα άστρα του ουρανού και οι σφαίρες και τα λουλούδια και οι θάλασσες και οι άβυσσοι και οι τάφοι θα φωνάξουν· «Eις άγιος…»· Aυτόν υμνείτε, Aυτόν υπερυψούτε εις πάντας τους αιώνας. Aμήν.

† επίσκοπος Aυγουστίνος
(Στον ιερό ναό Aγίου Θωμά Aνω Kυψέλης – Aθηνών 2-4-1961)

***

ΠOIOΣ EINAI AYTOΣ;…

«Kαι εισελθόντος αυτού εις Iεροσόλυμα εσείσθη πάσα η πόλις λέγουσα· Tις εστιν ούτος;»

(Mατθ. 21,10)

MIA AKTINA του νοητού ηλίου, του Kυρίου ημών Iησού Xριστού, ένα μικρό διάλειμμα ανάμεσα στο πένθος της Tεσσαρακοστής και ιδίως της Mεγάλης Eβδομάδος, είναι η σημερινή ημέρα, η Kυριακή των Bαΐων. Hμέρα λαμπρά και μεγάλη. Eίναι το προοίμιο της αναστάσεως του Kυρίου ημών Iησού Xριστού. Eορτάζουμε και πανηγυρίζουμε σήμερα. Aς διασχίζουμε λοιπόν νοερώς τους αιώνας και ας φθάσουμε στα Iεροσόλυμα. Tι θα βλέπαμε, εάν τέτοια άγια ημέρα ευρισκόμεθα στα Iεροσόλυμα την εποχή του Xριστού;
Ένα συναγερμό. Θα βλέπαμε έναν ολόκληρο λαό, τον Iσραηλιτικό λαό, που ήρθε απ’ όλα τα λιμάνια της Mεσογείου, απ’ όλες τις χώρες, για να εορτάσουν την εορτή του πάσχα. Eνας λαός απογοητευμένος από την πολιτική και θρησκευτική του ηγεσία, που διατηρούσε όμως στα βάθη του τη σπίθα, την ελπίδα του Mεσσία. Yπολογίζεται, ότι ήταν πάνω από ένα εκατομμύριο ψυχές μέσα στα Iεροσόλυμα…. Συνέχεια εδώ Read more »

ΓIATI ΤΙΜΟΥΜΕ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Μαρ 13th, 2012 | filed Filed under: Cрпски језик, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
  • Γ΄ Κυρ. Νηστειῶν – Σταυροπροσκυνήσεως

ΓIATI ΤΙΜΟΥΜΕ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ

«Tὸν σταυρόν σου προσκυνοῦμεν, Δέσποτα, καὶ τὴν ἁγίαν σου ἀνάστασιν δοξάζομεν»

_

_

Στὸν αἰῶνα ποὺ ζοῦμε, ἀγαπητοί μου, οἱ ἄν­θρωποι ἔχουν θεοποιήσει τὸ χρῆμα. Παρα­πάνω ὅμως ἀπὸ τὸ χρῆμα ἔχει ἀξία ὁ χρόνος. Ἀκόμα καὶ ἕνα λεπτό, ἀπὸ πνευματικῆς πλευρᾶς, ἔχει ἀνυπολόγιστη ἀξία. Διότι μέσα σ᾽ αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος, ἐὰν θελήσῃ νὰ μετανοή­σῃ, μπορεῖ νὰ πῇ τὸ «Ἥμαρτον», «Ὁ Θεός, ἱλάσθη­τί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» καὶ «Μνήσθητί μου, Κύ­ριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 15,18· 18,13· 23,42).
Ἀλλ᾽ ἐὰν κάθε χρόνος ἔχῃ ἀξία, πολὺ περισ­σότερο οἱ σα­ράντα αὐτὲς ἡμέρες, ἡ ἁγία καὶ Με­γάλη Τεσσα­ρακοστή. Εἶνε ἡ­μέρες νηστείας, προσευχῆς, ἐ­λεημοσύ­νης, κατανύξεως, δακρύ­ων, ἀσκήσεως σὲ κάθε ἀρετή. Στὰ παλιὰ τὰ εὐ­λογημένα χρόνια τέτοιες μέρες βιολιὰ δὲν ἄ­κουγες, χοροὶ δὲν γίνονταν, οἱ διασκεδάσεις σταματοῦ­σαν. Ἦ­ταν ἡμέρες ἅγιες. Ὦ Πόντε καὶ Μικρὰ Ἀσία καὶ Μακεδονία, ποῦ εἶστε;… Τώρα γέμισε ὁ τόπος κέντρα διασκεδάσεως.
Οἱ πιστοὶ λοιπὸν σήμερα, τρίτη (Γ´) Κυριακὴ τῶν Νη­στειῶν, βρισκόμαστε στὴ μέση τῆς Τεσ­σαρα­κοστῆς, ποὺ ὑψώνεται ὁ τίμιος σταυ­ρός. Γιατί ὑψώνεται ὁ σταυρός; Ὑπάρχει λόγος. Ἡ ζωή μας εἶνε μία ὁδοιπορία, εἴμαστε ὁ­δοιπόροι. Καὶ ὁ δρόμος τοῦ πιστοῦ Χριστιανοῦ δὲν εἶνε εὔ­κολος· εἶνε «τεθλιμμένη ὁ­δός» (Ματθ. 7,14), Γολγοθᾶς. Ὅπως λοιπὸν ὁ ὁ­δοιπόρος ἔχει ἀ­νάγκη ν᾽ ἀναπαυ­θῇ κι ὅταν δῇ ἕνα δέν­τρο κάθεται στὴ σκιά του καὶ παίρνει δυνάμεις γιὰ νὰ συ­νεχίσῃ, ἔτσι κ᾽ ἐ­μεῖς, στὴ μέση τῆς Σαρακοστῆς, ἔχουμε ἀνάγ­κη ἐνισχύσεως καὶ τρέχουμε κάτω ἀ­πὸ τὴ σκιὰ τοῦ σταυροῦ. Δέν­τρο εἶνε ὁ σταυρός, ἀντίθετο πρὸς τὸ δέντρο τῆς Ἐδέμ, ἀπ᾽ τὸ ὁποῖο ἔφαγαν οἱ προπάτορές μας καὶ ἔ­πεσαν, δέν­τρο εὐσκιόφυλλο καὶ ἀγλαόκαρπο.
Ὁ σταυρὸς τοῦ Κυρίου! Τί ὕμνους, τί ἐγ­κώ­μια νὰ τοῦ ψάλουμε; Ὁ σταυρὸς εἶνε «τὸ σημεῖον τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀν­θρώπου» (Ματθ. 24,30), ἡ ῥομφαία τῆς μάχης, ἡ μάχαιρα τοῦ Πνεύματος, τὸ ἀκατανίκητο ὅπλο, τὸ σάλπισμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ σημαία τοῦ Ἐσταυρω­μένου· εἶνε ἡ δροσερὴ ὄασι, εἶνε ἡ ἕδρα ἀ­πὸ τὴν ὁποία ἀκούγονται τὰ ὑψηλότερα μαθή­μα­τα, εἶνε τὸ στολίδι, ἡ κορώνα, «ἡ ὡραιό­της τῆς Ἐκκλησίας» (ἐξαπ.). Πτωχὴ ἡ γλῶσσα μας γιὰ νὰ ἐκφράσῃ τὸ μεγαλεῖο του.
Ὁ μεγαλύτερος ὑμνητὴς τοῦ σταυροῦ εἶνε ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Τί εἶπε; Διαβάστε τὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολή. Ἂς καυχῶνται, λέει, ἄλλοι γιὰ ἄλλα πράγματα· ὁ ἕνας γιὰ τὰ πλούτη του, ὁ ἄλλος γιὰ τὴν ὀμορφιά του, ἄλλος γιὰ τὴ γυναῖκα του, ἄλλος γιὰ τὰ παιδιά του, ἄλ­λος γιὰ τὰ λεφτά του, ἄλλος γιὰ τὴ σοφία καὶ ἐπιστήμη του. Ἐγὼ γιὰ ἕνα καυχῶμαι· γιὰ τὸ σταυρὸ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου «ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται κἀ­γὼ τῷ κόσμῳ» (Γαλ. 6,14). Ὁ σταυρὸς εἶνε τὸ καύχημά μας. Γιατί ἆραγε τόση τιμὴ στὸ σταυρό;

* * *

Ὁ Χριστός μας ὑπῆρξε ἅγιος, ἀγαπητοί μου. Ἅγιος ὄχι μὲ ἔννοια σχετική, ὅπως τόσοι ἄν­θρωποι ποὺ ἁγίασαν, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀπόλυτη ἔν­νοια. Οἱ ἄλλοι εἶνε κλάσμα ἁγιότητος· ἐκεῖ­νος εἶνε ἡ ἀκεραία μονάς, ἡ πλήρης ἁγιότης. «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δό­ξαν Θεοῦ Πατρός· ἀμήν» (Φιλ. 2,11 καὶ θ. Λειτ.). Ἐνῷ καὶ ὁ ἥ­λιος ἀκόμη ἔχει τὶς κηλῖδες του, ὁ Χριστὸς εἶ­νε ὁ ἀκηλίδωτος «ἥλιος τῆς δικαιοσύνης» (Χριστούγ.). Αὐ­τὸ προφήτευαν οἱ προφῆτες, αὐτὸ βεβαιώ­νουν καὶ οἱ μαθηταί του, ποὺ τὸν ἔζησαν· «Ἁμαρ­τίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόμα­τι αὐτοῦ» (Ἠσ. 53,9. Α΄ Πέτρ. 2,22). Αὐτὸ ὁμολογεῖ ὁ Πι­λᾶτος ποὺ τὸν ἀνέκρινε· «Οὐδὲν ἄ­ξι­ον θα­νάτου εὗρον ἐν αὐτῷ» (Λουκ. 23,22· βλ. 23,4,14), εἶνε τελεί­ως ἀ­θῷος. Αὐτὸ ὁμολογεῖ καὶ ὁ λῃστὴς ἐπάνω στὸ σταυρὸ ποὺ ἐπιτιμοῦσε τὸν ἄλλο λῃστὴ λέ­γον­τας· «Ἡμεῖς… ἄξια ὧν ἐπράξαμεν ἀπολαμ­βά­νομεν· οὗτος δὲ οὐδὲν ἄτοπον ἔπραξε» (ἔ.ἀ. 23,41).
Γιατί λοιπόν, ἀθῷος αὐτός, καταδικάσθηκε στὸν πιὸ ὀδυνηρὸ θάνατο, τὸν σταυρικό; Ποιός ὁ λόγος τοῦ θανάτου Του; Ἀπαντᾷ ὁ Ἠσαΐας· «Οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡ­μῶν ὀδυνᾶται» (Ἠσ. 53,4). Ὁ Χριστὸς ἐπάνω στὸ σταυρὸ εἶνε ὁ ἀντικαταστάτης ὅλων μας. Μὲ ἁ­πλᾶ λόγια, αὐτὰ ποὺ ἔπαθε ὁ Χριστὸς ἔπρεπε νὰ τὰ πάθουμε ἐμεῖς. Τὰ δικά μας χέρια, ποὺ κάνουν μύριες ἁμαρτίες, ἔπρε­πε νὰ καρφωθοῦν μὲ τὰ μυτερὰ καρφιά, ὄχι τὰ χέρια τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ὅπου ἄγγιζε εὐεργετοῦ­σε. Τὰ δικά μας πόδια, ποὺ τρέχουν στὴν ἁ­μαρτία, ἔπρεπε νὰ καρφωθοῦν, ὄχι τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ὅ­που πατοῦσε ἔφερνε τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ φῶς. Ἡ δική μας πλευρά, ποὺ κρύβει μιὰ βρωμερὴ καρ­διά, ἔπρεπε νὰ κεν­τηθῇ μὲ τὴ λόγχη, ὄχι ἡ πλευ­ρὰ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἐκάλυπτε τὴν πιὸ ἁγία καρ­δία. Ἡ δική μας γλῶσσα, ποὺ «κόκκαλα δὲν ἔ­χει καὶ κόκκαλα τσακίζει», ἔπρεπε νὰ ποτισθῇ μὲ ξίδι καὶ χολή, ὄχι ἡ γλῶσσα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ κάθε λόγος του εἰρήνευε τὶς ψυχές. Καὶ ἡ δική μας κεφαλή, ποὺ κρύβει μία πονηρὴ διάνοια, θὰ ἔ­πρεπε νὰ αἰσθανθῇ τὶς αἰχμὲς τοῦ ἀγκάθι­νου στεφάνου, ὄχι ἡ ἀκήρατος κεφαλὴ τοῦ Χριστοῦ.
Φαν­ταστῆτε μιὰ τεράστια ζυγαριὰ μὲ δύο δίσκους, ποὺ νὰ κρέμεται ἀπὸ τὰ ἄστρα. Καὶ στὸν ἕνα δίσκο της ἂς βάλουμε τὰ ἁμαρτήματα ὅ­λων τῶν ἀνθρώπων· τοῦ Ἀδάμ, τῆς Εὔας, τοῦ Κάϊν, ὅλων τῶν θνητῶν ἀπὸ τὸν πρῶτο μέχρι τὸν τελευταῖο· τὰ ἁμαρτήματα τὰ δικά μου, τὰ δικά σας, τῶν γονέ­ων, παιδιῶν, συζύγων, τῶν πλου­σί­ων, τῶν φτωχῶν, τῶν ἀρχόντων, τῶν κλη­ρι­κῶν, τὰ ἁμαρτήματα ὅλων. Τί θὰ γίνῃ; Ἀπὸ τὸν ὄγκο ἡ ζυγαριὰ θὰ κλίνῃ πρὸς τὰ ᾽κεῖ. Διότι κάθε ἁμαρτία εἶνε ἕνα βάρος, Ὄλυμπος, Ἱμαλάια. Τὸ εἶπε ὁ Δαυΐδ· «Αἱ ἀνομίαι μου …ὡσεὶ φορτίον βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ᾽ ἐμέ» (Ψαλμ. 37,5).
Βάρος! Ποιός θὰ σηκώσῃ τὸ βάρος αὐτό, ποιός θὰ ἐξαλείψῃ τὸ χρέος τῶν ἁμαρτιῶν μας; Ἑκατὸ χρόνια νὰ ἀσκητεύῃς στὸ Ἅγιο Ὄρος, δὲν μπορεῖς μὲ τὰ ἔργα σου νὰ ἐξαλεί­ψῃς οὔτε τὴν πιὸ μικρή σου ἁμαρτία. Τὸ λέει ὁ ἀπό­στολος Παῦλος· Δὲ θὰ σωθοῦμε μὲ τὰ ἔργα μας· «ἐξ ἔργων νόμου οὐ δικαιωθήσεται πᾶσα σάρξ» (῾Ρωμ. 3,20). Πῶς λοιπὸν θὰ σωθοῦμε; πῶς ἡ ζυγαριὰ θὰ ἰσοστα­θμήσῃ; Εὐλογητὸς ὁ Θεός! Ξα­φνικὰ ἐπάνω στὸν ἄλλο δίσκο πέφτει – τί; μιὰ σταγόνα ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ Ἐσταυρωμένου. Καὶ αὐτὴ κάνει τὴν πλάστιγγα νὰ γείρῃ πρὸς τὸ μέρος της! τόση βαρύτητα ἔχει. Ἔτσι σῴζεται ὁ ἄν­θρωπος. Ἐὰν μπορού­σαμε νὰ σωθοῦμε μόνοι μας, δὲν θὰ ἐρχόταν ὁ Χριστὸς νὰ σταυρωθῇ.
Γι᾽ αὐτὸ λοιπὸν ὁ σταυρὸς εἶνε ἄξιος ἀγάπης, τιμῆς καὶ προσκυνήσεως.

* * *

Ἀγαποῦν πράγματι τὸ σταυρὸ οἱ ἄνθρωποι, ἀδελφοί μου; Ὄχι δυστυχῶς. Ἀμφιβάλλω ἐὰν μέσ᾽ στοὺς χίλιους ἕνας τὸν ἀγαπάει. Οἱ ἄλλοι εἶνε ἐχθροὶ τοῦ σταυροῦ. Ἐχθροὶ τοῦ σταυροῦ εἶνε λ.χ. οἱ χιλιασταί· τὸν μισοῦν ὅπως καὶ τὶς εἰκόνες, δὲν μποροῦν νὰ τὸν ἀν­τικρύσουν. Ἐ­χθροὶ τοῦ σταυροῦ εἶνε οἱ ὑλισταὶ καὶ ἄθεοι. Στὴν Ἀλβανία ἀκόμα καὶ μέσα ἀπὸ τὰ νεκροταφεῖα ὄργανα τοῦ Ἐμβὲρ Χότζα ξερρίζωναν τοὺς σταυρούς. Ἐχθροὶ τοῦ σταυροῦ εἶνε οἱ ἀλ­λόθρησκοι. Στὴν Κύπρο στρατιῶτες τοῦ Ἀτ­τίλα ἔσπαζαν σταυρούς. Καὶ γενικὰ ὅπου βασιλεύει τὸ ἰσλάμ, ὁ σταυρὸς ἀπαγορεύεται. Ὅ­πως τότε οἱ Ἑβραῖοι, ἔτσι σήμερα αὐτοὶ μισοῦν καὶ διώκουν τὸ σταυρό.
Μὰ καλὰ οἱ χιλιασταί, οἱ ἄθεοι, οἱ ὀπαδοὶ τῆς ἡμισελήνου· ὑπάρχουν ὅμως ―ἀλλοίμονο― καὶ κάποιοι λεγόμενοι χριστιανοὶ ποὺ εἶ­νε ἐχθροὶ τοῦ σταυροῦ. Συχνὰ ἀκούγονται ἔ­ξω κάποια ἀ­πύ­λωτα στόματα ποὺ βλαστημοῦν τὸ σταυρό. Οἱ Ἑβραῖοι ἔρριξαν τὸ σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ στὰ κόπρια, καὶ οἱ βλάστημοι ἀνοίγουν τὰ στόματά τους καὶ τὸν ῥίχνουν ὄχι μέσα στὰ ἄνθη, ὅπως κάνει σήμερα ἡ Ἐκκλησία, ἀλλὰ μέσ᾽ στὸ βόρβορο καὶ στὴν ἀκαθαρσία. Ἀλλὰ «ὄψονται εἰς ὃν ἐξεκέντησαν» (Ἰωάν. 19,36).
Ἐχθροὶ τοῦ σταυροῦ ἀκόμη εἶνε – ποιοί; Καὶ ὅλοι ἐμεῖς. ―Ἐμεῖς; θὰ πῆτε· μὰ πῶς;… Προσέξατε τί λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμερα; Ὅπως ὁ Χριστὸς σήκωσε τὸ σταυρό του, ἔτσι καλεῖ κ᾽ ἐμᾶς νὰ σηκώσουμε καθένας τὸ δικό του σταυ­ρό. «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρ­νησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐ­τοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι» (Μᾶρκ. 8,34). Ποιός εἶνε ὁ σταυρός; γιὰ ἄλλον εἶνε ἡ φτώχεια καὶ δυσ­τυχία, γιὰ ἄλλον ἡ ἀρρώστια, ἡ χηρεία, ἡ ὀρφάνια, ὁ θάνατος, τὸ πένθος, ἡ συκοφαντία… Σταυροὶ εἶνε ὅλα αὐτά, ποὺ πρέπει νὰ τοὺς σηκώσουμε χωρὶς γογγυσμό. Ἂν γογγύσουμε, ῥίχνουμε ἀπὸ τὸν ὦμο τὸ σταυρό μας. Ὁ σταυ­ρὸς ποὺ σηκώνεις εἶνε πολὺ μικρὸς καὶ ἐλαφρός, μπροστὰ στὸ σταυρὸ ποὺ σήκωσε ὁ Χριστός μας καὶ οἱ μάρτυρες τῆς πίστεώς μας.
Ὄχι λοιπὸν ἐχθροὶ τοῦ σταυροῦ, ἀλλὰ τιμὴ στὸ σταυρό. Ὁ σταυρός, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο σύμβολο, νὰ συνοδεύῃ παντοῦ καὶ πάντα τὴ ζωή μας. Ὅλα ν᾽ ἀρχίζουν καὶ νὰ τελειώνουν μὲ τὸ σταυρό. Καὶ νὰ τὸν σημειώνουμε ἐπάνω μας κανονικά, ὄχι νὰ ντρεπώμαστε.
Εἴθε ν᾽ ἀγαπήσουμε τὸ σταυρό, νὰ ἀφοσιω­θοῦμε στὸ σταυρό, ν᾽ ἀναπαυθοῦμε κάτω ἀπ᾽ τὸ σταυρό· κι ὅταν φτάσῃ ἡ τελευταία ὥρα τῆς ζωῆς μας, νὰ κλείσουμε τὰ μάτια μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ λέγοντας «Μνήσθητί μου, Κύ­ριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42).

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Ἰωάννου Πτολεμαΐδος 17-3-1985 πρωί)

________

ΣEΡBIKA

_____

Трећа недеља Часног поста – Крстопоклона

 

ЗАШТО ПОШТУЈЕМО КРСТ

«Крсту Твоме клањамо се Владико и  светло васкрсење Твоје славимо»

 У времену у којем живимо, драги моји, људи су обожили новац. Већу вредност од новца има време. И једна минута, са духовне стране, има непроцењиву вредност. Зато што човек, ако пожели да се покаје, може рећи: «Сагреших», «Боже, милостив буди мени грешноме!» и «Сети ме се, Господе, када дођеш у Царству своме» (Лука. 15,18• 18,13• 23,42).

Ако свако време има своју вредност, много већу вредност има тих четрдесет дана Свете и Велике Четрдесетнице. То су дани поста, молитве, милостиње, скрушености, суза, подвизавања и сваке врлине. У стара, благословена времена у те дане нису се чуле виолине, плесови се нису одржавали, престајале су све забаве. То су били свети дани. О, Понде и Мала Азијо и Македонијо, где сте? … Данас се испунило место центрима забаве.

Верници се данас налазе у трећој недељи поста,  у средини Четрдесетнице, када се уздиже Часни крст. Зашто се уздиже Крст? Да ли постоји разлог? Наш живот је једно путовање, а ми смо путници. Пут верног хришћанина није лаган, но је «тесан пут» (Мат. 7,14), Голгота. Као што путник има потребу да се одмори испод једног дрвета у хладу и тако сакупи снаге да настави, исто тако и ми, усред Четрдесетнице, имамо потребу учвршћивања и приклањамо се испод сенке Крстове. Крст је дрво, насупрот дрвећу у Едему, са којег су јели праоци наши и пали, дрво пуно лишћа и плодова.

Крст Господњи! Какве песме, какве хвале да му појемо? Крст је «знак Сина Човечијега» (Мат. 24,30), мач у бици, нож Духа, непобедиво оружје, труба Христова, знак Распетог, овежавајућа оаза, катедра са које се чују најузвишеније поуке, украс, круна «лепота Цркве» (Шестоп.). Наш језик је сиромашан да бисмо описали његову величину.

Највећи хвалитељ крста је апостол Павле. Шта је рекао о крсту? Прочитајте посланицу Галаћанима. «Нека се поносе», каже, «други људи са другим стварима: један са својим богатством, други са својом лепотом, трећи са својом женом, четврти са својом децом, пети са својим новцима, шести са својом мудрошћу и науком.  А ја се поносим Крстом Господа нашег Исуса Христа,  «којим се мени разапе свет и ја свету?» (Гал. 6,14). Крст је наш понос. Зашто се толико поштује крст?

* * *

Христос је био свет, драги моји. Када кажемо «свет», не мислимо на уобичајене људе који су се просветили својим животом, него мислимо у пуном смислу свет. Други су један део светости, а Он је потпуна светост. «И, да сваки језик призна да је Исус Христос Господ на славу Бога Оца» (Филип. 2,11 и Б. Лит.). Чак и сунце има неке мрље, Христос је неумрљан – «сунце правде» (Божић.). То су пророковали пророци, потврђивали су то Његови ученици, који су живели поред Њега: «јер не учини неправде, нити се нађе превара у устима његовијем» (Исаија. 53,9. 1. Пос.Петр. 2,22). Ово потврђује и Пилат који Га је испитивао• «ја ништа на њему не нађох што би заслуживало смрт;» (Лука. 23,22• ви. 23,4,14), сасвим је недужан. То исповеда и разбојник на крсту који је опомињао другог разбојника говорећи му: • «И ми смо још праведно осуђени; јер примамо по својијем дјелима као што смо заслужили; али он никаква зла није учинио» (Лука.  23,41).

Зашто је Христос као недужан осуђен на најгору смрт, крсну? Који је разлог Његове осуде? Одговара Исаија: «А он болести наше носи и немоћи наше узе на се» (Исаија. 53,4). Христос на крсту замењује све нас. Једноставно речено – то што је поднео Христос, требало је ми да поднесемо. Наше руке које чине безброј грехова, требало је да буду прободене са оштрим ексерима, а не руке Христове. Наше ноге, које трче у грех, требало је да буду прободене, а не ноге Христове, који где и да је ходао доносио је истину и светлост. Наша ребра, која скривају нечисто срце, требала су бити прободена са копљем, а не ребра Христова, која су покривала најсветије срце. Наш језик,  који «кости нема, а кости ломи», требало је да буде посут оцатом, а не језик Христов, чија је свака реч умиривала душе. Наша глава, која скрива један лукави ум, требало је да осети убоде трновог венца, а не глава Христова.

Замислите једну огромну вагу са два диска, да је окачена о звезде. И на једном диску ставимо грехове свих људи, од Адама, Еве, Каина, и свих смртника од првог па све до последњег  греха мога, твога, ваших родитеља, деце, супружника, богатих, сиромашних, владара, свештенства, свих грешника. Шта ће се догодити? Од толике тежине вага ће  на ту страну пасти. Зато што је сваки грех  тежак као  планина Олимп или Хималаји. То је рекао Давид: «Јер безакоња моја изађоше врх главе моје, као тешко бреме отежаше ми» (Псал. 37,4).

Терет! Ко ће подићи тај терет, ко ће се одужити за наше грехе? Сто година да се подвизаваш на Светој гори, не можеш са својим делима да искупиш ни један свој најмањи грех. То нам говори апостол Павле: Не спасавамо се  нашим делима «Јер се дјелима закона ниједно тијело неће оправдати пред њим;» (Римљ. 3,20). Како ћемо се спасити? Како ће се вага изравнати? Благословен Бог! Изненада на други диск пада – шта? Једна кап Часне крви Распетог. Она чини поравнање на ваги према себи! Толику тежину има. Тако се спасава човек. Када бисмо могли да се спасемо сами, не би долазио Христос да се разапне. Због тога је крст вредан љубави, поштовања и поклоњења.

* * *

Да ли заиста људи воле крст, браћо моја? Не, на велику жалост. Сумњам да од хиљаду људи само један воли крст. Сви остали су непријатељи крста. Непријатељи крста су нпр. Хилиасте, који мрзе крст као и иконе, не могу га гледати очима. Непријатељи крста су материјалисти и непобожни људи. У Албанији чак и са гробља присталице Енвер Хоџе су чупали крстове. Непријатељи крста су и друговерци. На Кипру војници Атилини су ломили крстове. Уопште где влада Ислам, крст је забрањен. Као тада Јевреји што су мрзели крст, тако и данас мрзе и прогоне крст.

Добро – хилиасте, неверници, присталице полумесеца, али постоје и – тешко нама –  неки такозвани «хришћани» који су непријатељи крста. Често се чује на улици како људи псују крст. Јевреји су бацили крст Христов на ђубриште, а хулитељи отварају своја уста и не полажу крст на цвеће, као што то чини Црква, него у нечистоћу и прљавштину. Но  «кост његова да се не преломи» (Јован. 19,36).

Ко су још непријатељи крста? Сви ми.  «Ми», кажете,  «али како»?… Обратите пажњу шта нам говори Јеванђеље данас? Као што је Христос подигао свој крст, тако позива и сваког од нас, да подигне свој крст: «ко хоће за мном да иде нека се одрече себе и узме крст свој, и за мном иде» (Марк. 8,34). Шта је крст? За некога је крст сиромаштво и несрећа, за некога болест, удовиштво, сиротиштво, смрт, жалост, клеветање… Да ли су то све крстови, које треба да подигнемо без приговора? Ако приговарамо, бацамо са својих рамена свој крст. Крст који подижеш је веома мали и лаган, наспрам крста који је подигао наш Христос и мученици наше вере. Немојмо бити непријатељи крста, поштујмо крст. Крст, свети и преподобни симбол, нека прати увек и свуда наш живот. Све да почиње и завршава са крстом. Осенимо се правилно крсним знаком и немојмо се стидети крста. Заволимо крст, посветимо се крсту, одморимо се испод крста, а када стигне последњи час нашег живота, затворимо наше очи са знаком крста говорећи:  «опомени ме се, Господе! кад дођеш у царство своје» (Лука. 23,42).

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Беседа Митрополита Флоринског о. Августина Кантиота у храму Светог Јована, Птолемаида 17-3-1985 јутро)

 

 

_

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ / Ο ΚΑΡΔΙΟΓΝΩΣΤΗΣ (СРЦЕПОЗНАВАТЕЉ)

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Φεβ 19th, 2012 | filed Filed under: Cрпски језик, ΒΙΝΤΕΟ (αποσπασμ.), ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

__

_

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ

Kυριακή Α΄ Nηστειών (της Oρθοδοξίας)

Kαρδιογνώστης

«Λέγει αυτώ Nαθαναήλ· Πόθεν με γινώσκεις;» (Iωάν. 1, 49)

ΣHMEPΑ, αγαπητοί μου χριστιανοί, είναι η Α΄ Kυριακή των Nηστειών ή Kυριακή της Oρθοδοξίας.
Προσέξατε το Eυαγγέλιο; Περιγράφει τη συνάντησι του Xριστού με δύο μαθητάς, το Φίλιππο και το Nαθαναήλ.
Θα μου επιτρέψετε να απασχολήσω την αγάπη σας επάνω σε ένα πρακτικό θέμα. Θέλω να επιστήσω την προσοχή σας στο ερώτημα εκείνο που έθεσε ο Nαθαναήλ, όταν είπε στο Xριστό· «Πόθεν με γινώσκεις;». που με γνωρίζεις;
Στο ερώτημα αυτό, όπως και στην απάντησι που έδωσε ο Kύριος, υπάρχει κρυμμένη ωφελιμωτάτη πνευματική διδασκαλία.
O Nαθαναήλ, αγαπητοί μου, δεν εγνώριζε το Xριστό. Γι’ αυτόν ο Xριστός ήταν αγνωστος. άλλα και για πολλούς σημερινούς ανθρώπους είναι αγνωστος. δεν ομιλώ για τους ειδωλολάτρες, που κατοικούν κάτω στην Αφρική και στη ζούγκλα. Mπορεί να λέγεται κάποιος χριστιανός, και όμως και γι’ αυτόν ο Xριστός να είναι άγνωστος. Γι’ αυτό ορθώς κάποιος είπε, ότι σήμερα ο Xριστός περιπατεί στη γη ως ο μεγάλος άγνωστος.
Tι δυστυχία να μη γνωρίζει κανείς το Xριστό! δεν υπάρχει μεγαλύτερη συμφορά. Όπως δεν υπάρχει και πιό μεγάλη ευτυχία στον κόσμο από το να γνωρίζει κανείς το Xριστό, να πιστεύη α κράδαντα σ’ αυτόν και να καλή και αλλους ακόμη κοντά του.
O Nαθαναήλ ήταν φίλος με το Φίλιππο, ο οποίος είχε γνωρίσει το Xριστό. Από την ώρα που ο Φίλιππος πίστεψε στο Xριστό, έπλεε σε ωκεανό χαράς και αγαλλιάσεως. Θεώρησε λοιπόν καθήκον του ο Φίλιππος να καλέσει και το Nαθαναήλ και να τον συστήσει στο Xριστό. Kαι όταν, μετα από κάποιους δισταγμούς, ο Nαθαναήλ ήλθε να δει για πρώτη φορα το Xριστό και να τον γνωρίσει, προτού ακόμη πλησιάσει , του λέει ο Xριστός μπροστα σε όλους· «Iδε αληθώς Iσραηλίτης, ενώ δόλος ουκ έστι». Nα ένας άνθρωπος που μέσα στηνκαρδιά του δεν υπάρχει υποκρισία.
O Nαθαναήλ απόρρησε, πώς τον γνωρίζει. Kαι κάνει αμέσως το ερώτημα· Kύριε, που με ξέρεις; Πως δίνεις τέτοιο πιστοποιητικό, ότι εγώ είμαι ένας ανυπόκριτος, ένας ειλικρινής ανθρωπος;
Kαί τότε ο Kύριος έσυρε το μυστικό πέπλο της ζωής του Nαθαναήλ ―διότι καθένας από μας έχει το μυστικό πέπλο της ζωής του― και αποκαλύπτει μια λεπτομέρεια, που μόνο αυτός εγνώριζε· σε είδα «υπό την συκήν», του λέει. Σε είδα κάτω από τη συκιά. Αυτό το εγνώριζε μόνο ο ίδιος ο Nαθαναήλ. Yπήρχε συνήθεια στους ευσεβείς Iουδαίους να αποσύρωνται κάτω από τα φυλλώματα, κ’ εκεί να περισυλλέγωνται στον εαυτό τους, να συγκεντρώνουν τις σκέψεις τους, να προσεύχωνται και να διαβάζουν το νόμο του Θεού.
Σb είδα, λέει, κάτω από τη συκιά. σε είδα γονατισμένο και δακρυσμένο, την ώρα της κατανύξεώς σου.
O Nαθαναήλ έμεινε κατάπληκτος. Πως είναι δυνατόν να γνωρίζει τη λεπτομέρια αυτή; Kαι τότε λέει· «Pαββί, συ ει ο υιός του Θεού , συ ει ο βασιλεύς του Iσραήλ».
Kαί ο Kύριος του απαντά· Πιστεύεις, επειδή  απλώς σου είπα μία λεπτομέρεια της ζωής σου, σου φανέρωσα ένα μυστικό του βίου σου; «Mείζων τούτων όψει». θα δεις ακόμα μεγαλύτερα. θα δεις τον ουρανό ν’ ανοίγει, και τους αγγέλους του Θεού να ανέρχωνται και να κατέρχωνται επί τον Yιόν του ανθρώπου.

* * *

Αυτό με λίγα λόγια είναι το περιεχόμενο του ιερού Eυαγγελίου. απ’ εδώ μπορούμε να πάρουμε μεγάλα διδάγματα.
Όπως ο Xριστός εγνώριζε τη ζωή τη μυστική και απόκρυφη του Nαθαναήλ, κατα παρόμοιο τρόπο γνωρίζει και τη ζωή μου και τη ζωή σας, τη ζωή όλου του κόσμου. Όλα ενώπιον του Kυρίου μας είναι γυμνά και τετραχηλισμένα.
Eίναι θεμελιώδης αλήθεια της πίστεως μας, ότι ο Kύριος δεν είναι ένας απλός άνθρωπος, ένα κοινό πρόσωπο της ιστορίας, αλλά είναι Θεός. Kαι ως Θεός είναι παντογνώστης.
Λένε μερικοί· Mα πως μπορεί να είναι παντογνώστης;
K’ εμείς απαντούμε. Eαν ο άνθρωπος κατώρθωσε να μαθαίνει γλώσσες και τέχνες, και βρήκε τρόπο να πληροφορήται τι συμβαίνει στο άλλο άκρο του κόσμου ή μέσα στο ξένο σπίτι, και ν’ αποκαλύπτει τα μυστικά του άλλου, και να καταγράφει την ιδιωτική ζωή των ανθρώπων, γιατί τάχατες ο Θεός, ο οποίος είναι υπεράνω όλων, να μην έχει την ικανότητα αυτή, να είναι παντογνώστης;
K’ εδώ είναι το σπουδαίο. δεν γνωρίζει ο Θεός απλώς τα εξωτερικά, αυτα που φαίνονται. O Θεός εισχωρεί και διαβάζει τα βάθη της καρδιάς. Bλέπει τις σκέψεις μας, τα αισθήματά μας, τους πόθους μας, όλο τον εσωτερικό μας κόσμο. Eίναι ο καρδιογνώστης.
H αλήθεια αυτή, αγαπητοί μου, ότι ο Θεός είναι καρδιογνώστης, βεβαιώνεται από όλη την αγία Γραφή. Δεν έχω καιρό να αναπτύξω περισσότερο το θέμα αυτe. Θ’ αναφέρω μόνο ένα ρητό των Ψαλμών που λέει, ότι Σύ, Kύριε, είσαι «ο ετάζων καρδίας και νεφρούς», αυτός που ε ετάζει και γνωρίζει τι κρύβει ο άνθρωπος στα μύχια της καρδιάς του.
Παντογνώστης λοιπόν και καρδιογνώστης ο Θεός. Ακριβώς αυτη η αλήθεια είναι μεγάλη δύναμις, ακαταμάχητο πνευματικό όπλο. O άνθρωπος που πιστεύει, ότι ο Θεός είναι παντογνώστης και καρδιογνώστης ― και το κάνει αυτό βίωμά του―, αυτός ο άνθρωπος έχει μεγάλη ενίσχυσι.
Πάρε παράδειγμα από τον εαυτό σου. Όταν σκέπτεσαι το καλό, τι χαρα και τι αγαλλίασι δοκιμάζεις καθώς αναλογίζεσαι, ότι ο Θεός γνωρίζει τις διαθέσεις σου και εγκρίνει αυτα που έχεις στο νου σου! Mεγάλη δύναμι παίρνεις όταν αισθάνεσαι επάνω σου το μάτι του Θεού .
Kαί αντιθέτως. Σκέπτεσαι να κάνεις το κακό; Mόλις αναλογισθείς, ότι ο Θεός γνωρίζει τη σκέψι σου, σταματάς. Kαταλαβαίνεις, ότι δεν μπορείς να τον ξεγελάσεις. H ιδέα, ότι ο Θεός είναι καρδιογνώστης, είναι χαλινάρι. Όπως ακριβώς το αλογο το συγκρατει κανείς με το χαλινάρι για να μην πέσει στο γκρεμό, κατα παρόμοιο τρόπο και η ιδέα ότι ο Θεός είναι καρδιογνώστης είναι σωτήριο χαλινάρι του ανθρωπίνου κτήνους. Σκέπτεσαι και είσαι έτοιμος να κάνεις το κακό; Mια φωνή μυστική ακούγεται μέσα σου· Άλτ! Kαι σταματάς, γιατί ξέρεις ότι σε βλέπει ο Θεός.
Kύριε, «πόθεν με γινώσκεις;». Eμείς το λέμε; Mας γνωρίζει ο Kύριος. Mας γνωρίζει από την κούνια. Mας γνωρίζει από την παιδική μας ηλικία. Mας γνωρίζει περισσότερο κι από τη μάνα μας, που βάζει το αφτί της στην καρδιά του παιδιού της κι ακούει και το τίκ-τακ της καρδίας του. Kαι όμως ούτε η μάνα γνωρίζει όλα τα μυστικα του παιδιού της. Παραπάνω από τη μάνα, παραπάνω κι από την γυναίκα, παραπάνω κι από τον ιατρό, τον αστυνόμο και τα ραντάρ, παραπάνω απ’ όλα, ο Θεός βλέπει τον κόσμο ολόληρο. Ω Θεέ μου, τι τρομακτική α λήθεια είναι αυ τη για τους ασεβείς, και τι μεγάλη γαλήνη και ευλογία για τους ευσεβείς!

* * *

Θα τελειώσω με ένα απλό δίδαγμα, που θέλω να το καταλάβουν όλοι, και το μικρό παιδί και η γριά με τ’ άσπρα μαλλιά και ο επιστήμονας. Θέλω να το εντυπώσω στηνκαρδιά σας.
Nαί, αδελφοί μου! Yπάρχει, ναί υπάρχει, ένα μάτι που τα βλέπει όλα, υπάρχει ένα αυτί που τ’ ακούει όλα, υπάρχει ένα χέρι που τα γράφει όλα. Eίναι η παγγνωσία του Θεού.
Aς φοβηθούμε, λοιπόν, και ας λατρεύσουμε το Θεό. Aς πέσουμε να τον προσκυνήσουμε. Aς γίνουμε παιδιά του αγαπημένα. Kαι τότε, αν το πιστεύεις αυτό, ότι ο Θεός είναι καρδιογνώστης, θαύματα θα δεις  στη ζωή σου, στο σπίτι σου, στην κοινωνία σου. Πιστεύεις, ότι ο Θεός είναι καρδιογνώστης; Tότε οι ουρανοί θ’ ανοίξουν, η καρδιά σου θα γίνει παράδεισος, και μαζί με τους αγγέλους και αρχαγγέλους θα υμνείς τον Θεόν εις τους αιώνας.

+Επίσκοπος Αυγουστίνος

________

ΣΕΡΒΙΚΑ

_____

Прва недеља поста (Недеља Православља)

СРЦЕПОЗНАВАТЕЉ

«Рече му Натанаило: Како ме познајеш?» (Јован. 1, 48)
Данас је,  драги моји хришћани,  прва недеља поста или Недеља Православља. Да ли сте послушали пажљиво Јеванђеље? Описује сусрет Христа са два ученика, са Филипом и Натанаилом. Сада ћемо да говоримо о  једној практичној теми. Желим вашу пажњу усмерити на питање које је Натанаило поставио, када је упитао Христа: «Како ме познајеш?» У том питању, као и у одговору који је дао Господ, постоји скривена  духовна поука.
Натанаило, драги моји, није познавао Христа. За њега је Христос био непознат, али и многим данашњим људима је Христос непознат. Овде не мислим на идолопоклонике, који живе доле у Африци и по разним џунглама. Може се неко звати хришћанин, али да му је Христос непознат. Зато је неко исправно и рекао, да данас Христос хода по земљи као велики незнанац.
Каква несрећа да неко не позна Христа! Не постоји већа несрећа од те. Као што не постоји већа срећа на свету да неко познаје Христа, да верује неклонуло у Њега и да позива и друге к Њему.
Натанаило је био пријатељ са Филипом, који је упознао Христа. Од часа када је Филип упознао Христа, запливао је у океану радости и усхићења. Филип је сматрао својом дужношћу да позове и представи Натанаила  Христу. Када је након нешто оклевања и премишљања Натанаил дошао  први пут да види и упозна Христа, пре него што се приближио, рече му Христос пред свима:  «Ево правог Израиљца у којем нема лукавства». Натанаило се зачудио како га познаје. И одмах поставља питање: «Господе, како ме знаш? По чему судиш, да сам ја нелицемеран и  искрен човек?» Тада је Господ уклонио тајни вео са Натанаиловог живота – јер свако од нас има тајни вео на свом животу – и открива једну појединост, коју само он зна: «Видео сам те  ‘под смоквом'», рече му. Видео сам те под смоквом. То је знао само Натанаило. Постојао је обичај код побожних Јудеја да се повлаче испод крошњи дрвећа и тамо се усмеравају на себе, да би сабрали своје мисли, помолили се и читали закон Божији.
«Видео сам те испод смокве, видео сам те како клечиш скрушено у време своје молитве.» Натанаило је остао изненађен. Како је могуће да неко зна ту појединост? И тада рече: «Рави, Ти си Син Божији, Ти си Цар Израиљев». Господ му одговара: «Верујеш јер сам ти рекао само једну појединост из твога живота и открио  ти само једну тајну из твога живота? Видећеш више од овога. Видећеш нешто још веће, видећеш небо да се отвара, и анђеле Божије да се пењу и силазе к Сину човечијем.»

* * *

Ово је укратко препричан садржај светог Јеванђеља, из чега можемо да узмемо велике поуке. Као што је Христос знао о тајном и скривеном животу Натанаила, на исти начин зна и мој живот, и ваш, и живот целог света. Све пред нашим Господом је обнажено и откривено. То је основна истина наше вере – да Господ није један обичан човек, једно јавно или историјско лице , већ Бог. Као Бог је Свезнатељ. Кажу неки – ма како може да буде Свезнатељ? А ми одговарамо: aко човек може да научи језике и разне технике, и ако је успео да сазна шта се догађа на другој страни света или у туђој кући, и да открива тајне других, и да описује приватни живот људи, зашто онда Бог, који је изнад свих, да нема ту способност, да је Свезнатељ? Ово што ћу рећи је најважније: Бог не види само споља, оно што се види. Бог улази и чита дубину нашег срца, види наше мисли, наша осећања, наше жеље и сву нашу унутрашњост. Бог је Срцепознаватељ. Ову истину, драги моји – да је Бог Срцепознаватељ, нам потврђује цело Свето писмо. Немам сада времена да се више задржим на овој теми. Навешћу само један цитат из Псалма који каже: «Ти си Господе који испитујеш срца и бубреге»,  Онај који испитује и познаје људе и најскривеније тајне њихових срца. Бог је дакле Свезнатељ и Срцепознаватељ. Управо та истина има велику снагу, она је непобедиво духовно оруђе. Човек који верује да је Бог Свезнатељ и Срцепознаватељ, и то примењује у свом животу – тај човек има велику потпору. Узми за пример себе, када размишљаш добро, какву радост и усхићење осећаш када мислиш да Бог познаје твоје расположење и одобрава оно што ти је на уму! Велику снагу добијаш када осећаш изнад себе око Божије. И супротно, када мислиш о нечем лошем? Чим помислиш, да Бог зна твоју помисао, престајеш мислити. Схваташ да Бога не можеш обманути. Помисао да је Бог Срцепознаватељ је узда. Као коња што неко повлачи са уздом да не падне у провалију, на исти начин и помисао да је Бог Срцепознаватељ је спасоносна кочница за звер у човеку. Мислиш и спреман си да учиниш зло, али један тајни глас у теби ти каже стоп и стајеш, јер знаш да те види Бог.
Господе, «како ме познајеш?». Да ли ми то говоримо? Господ нас познаје. Познаје нас од колевке. Познаје нас од нашег детињства. Познаје нас боље него наша мајка, која прислања своје ухо на срце дететово и чује откуцаје дететовог срца. Међутим чак ни мајка не зна све тајне свога детета. Изнад мајке, изнад жене, изнад лекара, полицајца и радара, изнад свега, Бог види цео свет. О, Боже мој, како је то страшна истина  за непобожне, а какав велики мир и благослов за побожне!

* * *

Ову ћу беседу  завршити са једном поуком, коју желим да сви разумеју, од малог детета и баке са седом косом, па све до научника. Желим ову поуку да утиснем у ваше срце. Да, браћо моја! Постоји, да постоји, једно око које све види, постоји једно ухо које чује све и постоји једна рука која све записује. То је Божије Свезнање. Побојмо се, дакле и обожавајмо Бога. Паднимо и поклонимо Mу се. Постанимо Његова вољена деца, а тада, ако у то верујеш, да је Бог Срцепознаватељ, видећеш чуда у своме животу, у својој кући и друштву. Верујеш ли да је Бог Срцепознаватељ? Тада ће се отворити небеса, твоје срце ће постати рај, и заједно са анђелима и арханђелима хвалићеш Бога у векове.
+Επίσκοπος Αυγουστίνος

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΝΗΣΤΕΙΑ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Φεβ 19th, 2012 | filed Filed under: Cрпски језик, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ τῆς Τυροφάγου (Ματθ. 6,14-21)

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΝΗΣΤΕΙΑ

Εἶπεν ὁ Κύριος· «Ὅταν δὲ νηστεύητε…» (Ματθ. 6,16)

ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ τελευταία ἡμέρα καταλύσεως. Αὔριο εἶνε ἡ ἀρχὴ μι­ᾶς νέας περιόδου τῆς Ἐκκλησίας μας, περι­ό­δου ἱερῶν ἀγώνων, πνευματικῆς περισυλλο­γῆς καὶ καλλιεργείας. Ἀρχίζει ἡ ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ἂν εἶχα ἕνα πίνα­κα, θὰ ἔ­­γραφα· Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ ἴσον – τί; Πολ­λὰ ὡραῖα πράγματα καὶ πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα νηστεία.
Νηστεία; Μόλις ἀκούσουν τὴ λέξι νηστεία, μερικοὶ ποὺ κάνουν τὸ μοντέρνο, κοροϊδεύ­ουν. Στὸν αἰῶνα αὐτόν, λένε, ἔρχεστε καὶ μι­λᾶτε γιὰ νηστεία;… Προσπαθοῦν νὰ πείσουν ὅλους, ὅτι ἡ νηστεία εἶνε διάταξις τῶν παπάδων· τὴν ἔκαναν, λένε, οἱ παπᾶδες, γιὰ νὰ τρομοκρατοῦν καὶ νὰ ἐκμεταλλεύωνται τὸ λαό. Τί ἔχουμε νὰ τοὺς ἀ­παντήσουμε;

* * *

Ἡ νηστεία δὲν εἶνε διαταγὴ τῶν παπάδων καὶ δεσποτάδων, δὲν εἶνε διαταγὴ ἀνθρώ­πων· εἶνε ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Εἶνε ἡ πρώτη ἐντολὴ ποὺ ἐδόθη στὸν ἄνθρωπο. Ἂν ἀνοίξετε τὴν ἁ­γία Γραφή, θὰ δῆτε στὴν ἀρχὴ τῆς Γενέσεως, ὅτι ὁ Θεὸς τοποθέτησε τὸν πρῶτο ἄν­θρω­πο σ᾿ ἕνα ἐκλεκτὸ περιβάλλον, μέσα στὸν παρά­δεισο, καὶ ἡ πρώτη ἐντολὴ ποὺ τοῦ ἔδωσε ποιά ἦταν· Εἶστε ἐλεύθεροι νὰ κόβετε καρποὺς ἀπ᾿ ὅλα τὰ δέντρα, τὰ μυριάδες δέντρα· σὲ ἕνα ὅμως δέντρο δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ πλησιάσετε· γιατὶ ἂν φᾶτε ἀπὸ τὸ δέντρο αὐτό, «θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γέν. 2,17). Αὐτὴ εἶνε ἡ ἐντολή. Ἦταν δύσκολη; Εὔκολη, πολὺ εὔκολη ἦταν· αὐτὸ μποροῦσε νὰ τὸ κάνῃ ὁ Ἀδάμ. Ἐν τούτοις δὲν ἄκουσε τὸ Θεό, παρέ­βη τὴν ἐντολή του, καὶ ὡς συνέπεια ἦρθε ἡ γνωστὴ συμφορὰ στὴν ἀνθρωπότητα.
Πρὸς διόρθωσιν αὐτοῦ τοῦ κακοῦ ἄρχισαν ἔπειτα νὰ τηροῦν τὴν ἐντολὴ καὶ νὰ νηστεύουν ὅσοι ἦταν στὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ. Νήστεψε ὁ θεόπτης Μωυσῆς ποὺ ἀξιώ­θη­κε νὰ λάβῃ τὶς δέ­κα ἐντολὲς στὸ Σινά, νή­στεψε ὁ Δαυῒδ ὁ προ­φήτης καὶ βασιλεύς, νήστεψε ὁ Δανιὴλ καὶ οἱ Τρεῖς Παῖδες ἐν κα­μίνῳ, νήστεψε ὁ Ἠ­λίας, νήστεψε ὁ ᾿Ιωάν­νης ὁ Πρόδρομος ποὺ ζοῦσε μὲ ἄγριο μέλι καὶ ἀκρίδες, νήστεψαν ὅλοι.
Ἡ νηστεία συναντᾶται καὶ ἐκτὸς τοῦ περιουσίου λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Δὲ νήστευαν μό­νο οἱ ᾿Ιουδαῖοι. Νήστευαν κι ἄλλα ἔθνη· καὶ Ἀσ­σύ­ριοι, καὶ Βαβυλώνιοι κ.ἄ.. Μποροῦμε νὰ ποῦ­με ὅτι ἡ νηστεία εἶ­νε ἕνας παγκόσμιος θεσμός.
Περισσότερο ἀπ’ ὅλους ὅμως νήστεψε­ ­­– ποιός; Ὁ Κύριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστός. Σα­ράντα μέρες στὴν ἔρημο οὔτε ἔφαγε οὔτε ἤ­πιε. Καὶ πρὸς τιμὴν τοῦ Κυρίου καὶ μίμησιν τῆς νηστείας του ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ὥρισε τὴ νηστεία αὐτὴ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.
Πέρα τώρα ἀπὸ τὴν ἁγία Γραφὴ ἡ νηστεία συνιστᾶται καὶ ἀπὸ τοὺς γιατρούς, ἀπὸ τὴν ἰ­ατρικὴ ἐπιστήμη. Ἐπιστήμονες διεθνοῦς κύ­ρους σὲ ἰατρικὰ συνέδρια διεκήρυξαν, ὅτι τὴν ὑ­γεία βλάπτει ἡ πολυφαγία καὶ μά­λιστα ἡ κρεοφαγία. Κρεοφάγοι ἔγιναν τώρα οἱ ἄν­θρω­­ποι. Τόν­νοι κρέατος καταναλίσκονται. Ὑ­πάρχει ὑ­ποψία, ὅτι καὶ ὁ καρκίνος ἔχει σχέσι μὲ τὴν κρεοφα­γία. Κι ἄλλες ἀσθένειες αἰ­τία ἔ­χουν τὴν πολυ­φαγία. Ὅπως εἶπαν, ὁ λαίμαργος καὶ κοιλιόδουλος «σκάβει τὸ λάκκο του μὲ τὸ πιρούνι καὶ τὸ κουτάλι του».
Τόσο σχετίζεται μὲ τὴν ἐπιβίωσι τοῦ ὀργανι­σμοῦ ἡ νηστεία, ὥστε κάποτε νηστεύουν καὶ ζῷα ἀ­κόμα. Ἂν ἐπισκεφθῆτε ἕνα ζωολογι­κὸ κῆπο τὸ χειμῶνα, μπορεῖ νὰ δῆτε λ.χ. τὴν ἀρ­κούδα νὰ μὴν τρώῃ· πέφτει σὲ χειμερία νάρκη γιὰ τρεῖς – τέσσερις μῆνες. Φαίνεται, ὅτι ἡ νηστεία εἶνε ὠφέλιμη, καθαρίζει τὸ πεπτικὸ σύστημα, ἀναπαύει κι ἀνανεώνει τὸν ὀργανισμὸ τοῦ ζῴου, γιὰ νὰ ξυπνήσῃ πάλι τὴν ἄνοιξι μὲ τὰ κελαηδήματα τῶν ἀηδόνων.
Ἡ νηστεία λοιπὸν συνιστᾶται ἀπὸ τὴν ἁγία Γραφή, ἀπὸ τὸν Κύριον ἡμῶν ᾿Ιησοῦν Χριστόν, ἀπὸ τὴ φύσι καὶ τὴν ἐπιστήμη. Ἡ νηστεία τέλος εἶνε καὶ ἕνα μέσο οἰκονομίας. Ζοῦμε σὲ δύσκολες ἐποχές· ὅλοι φωνάζουν οἰκονομία οἰκονομία. Στὰ παλιὰ τὰ εὐλογημένα χρόνια, στὸ χωριό μου ἀλλὰ καὶ στὴ Μακεδονία, κρέ­ας ἔτρωγαν τρεῖς φορὲς τὸ χρόνο· ἦταν νηστευταί. Τώρα γίναμε κρεοφάγοι· τόσο πολύ, ποὺ οὔτε Τετάρτη οὔτε Παρασκευὴ οὔ­τε Μεγά­λη Παρασκευὴ σταματοῦμε. Γέμισε ὁ τόπος ψησταριές. Ὅπως λέω, καὶ τὰ χορτάρια νὰ γί­νουν μοσχάρια, δὲ φτά­νουν νὰ μᾶς θρέψουν. Γι’ αὐτὸ εἰσάγουμε συνεχῶς κρέατα, τὸ συν­άλ­λαγμα φεύγει ἔξω καὶ πλουτίζουμε ἄλλους.
Καὶ τὸ κράτος μας λέει ψέματα. Φωνάζουν «λιτότης» καὶ «οἰκονομία» καὶ ἐπιβάλλουν φο­ρολογίες βαρειές. Ἀλλά, γιὰ νὰ εἴ­μεθα συνεπεῖς, πρέπει πρῶτα νὰ περικοποῦν ὅλα τὰ περιττὰ ἔ­ξοδα, τὰ ἑκατομμύρια τῶν ἑκατομμυρί­ων ποὺ πετοῦν οἱ διάφοροι δῆμοι (τῶν Πατρέ­ων, τῶν Ἀθηναίων κ.ἄ.) γιὰ τὸν καρνάβαλο…
Αὐτὰ εἶχα νὰ πῶ σὲ ὅσους ζητοῦν νὰ σβή­σουν μὲ τὴ γομμολάστιχα τοῦ διαβόλου ἀπὸ τὸ λεξικὸ τῆς ἀνθρωπότητος τὴ λέξι νηστεία.

* * *

Ἡ νηστεία εἶνε θεσμὸς ἱερός, ἔχει βαθειὲς ῥί­ζες, εἶνε ἀναγκαία ἀπὸ κάθε πλευρά. Ἀλλὰ ποιά νηστεία; Νὰ κάνουμε διάκρισι. Ὅταν ἡ Ἐκκλησία λέῃ νηστεία, δὲν ἐννοεῖ ν’ ἀπέχῃ μό­νο τὸ λαρύγγι, τὸ στομάχι καὶ ἡ κοιλιὰ ἀπὸ τὰ λεγόμενα τερψιλαρύγγια φαγητά. Δὲν ἀρκεῖ αὐτό. Τί ἄλλο χρειάζεται; Τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ νὰ νηστέψῃ ὅλος ὁ ἄνθρωπος.
Νὰ νηστέψῃ ἀπὸ ἁμαρτήματα σαρ­κικῶν ἀ­πολαύσεων. Τὰ παλιὰ τὰ χρόνια —μὴ παρεξη­γηθῶ ποὺ τὸ λέω—, ἔμπαινε νηστεία; τὰ ἀν­τρό­γυνα δὲν πλησίαζαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Ἅ­για ἀντρόγυνα. Τώρα σμί­γουν καὶ τὴ Μεγάλη Παρασκευή, τίποτα δὲ σέβονται. Ἀλκοολικοί, κοιμοῦνται μεθυσμέ­νοι μὲ τὶς γυναῖκες τους κ’ ἔπειτα γεννοῦν ἀνάπηρα παιδιά. Τότε νή­στευ­αν ὄχι μόνο ἀπὸ φαγη­τὸ ἀλλὰ καὶ ἀπὸ κά­θε σαρκικὴ ἐπαφή, καὶ ζοῦ­σαν καὶ γεννοῦ­σαν γερὰ παιδιά. Τὸ νὰ ἀπέχῃ ἡ γυναίκα ἀπὸ τὸν ἄντρα ἕνα διάστημα δημιουργεῖ πιὸ εὔ­ρω­στη νέα γενεά. Τώρα γίνονται πράγματα κτηνώδη. Περάσαμε καὶ τὰ ζῷα· αὐ­τὰ εἶνε πιὸ πειθαρχημένα, ἔχουν ὡρισμένη περίοδο ποὺ πλη­σι­άζει τὸ ἀρσενικὸ τὸ θηλυκὸ καὶ μετὰ ἠ­ρε­μοῦν. Νήστεψε λοιπόν, ἐσὺ ἀντρόγυνο, τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες, περί­μενε τὸ Πάσχα, νὰ κοινω­νήσῃς τὰ ἄχραντα μυστήρια, καὶ μετὰ ἐπανέρχεσθε στὰ συζυγικά.
⃝ Νὰ νηστέψουν τὰ πόδια. Νὰ μὴν πηγαίνουν σὲ κέντρα ἁμαρτίας, πορνείας καὶ μοιχείας· νὰ πηγαίνουν στὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ, στὸν οἶκο τοῦ Κυρίου, καὶ νὰ λέμε «Ὡς ἀγαπητὰ τὰ σκη­νώ­ματά σου, Κύριε τῶν δυνάμεων…» (Ψαλμ. 83,1).
Νὰ νηστέψουν τὰ χέρια ἀπὸ κλο­πές, ἁρ­παγές, ψευδορκίες καὶ κάθε εἴδους ἀτιμία.
Νὰ νηστέψουν τὰ μάτια ἀπ’ τὰ αἰσχρὰ θεάματα. Πόσο δύσκολη ἡ νηστεία αὐτή! Ἂν δὲν τρῶς κρέας, ἀλλὰ «τρῶς» γυμνὲς σάρκες, δὲ νηστεύεις. Σαράν­τα μέρες κλεῖσε τὴν τηλεό­ρασι. Ἂν πρόκειται νὰ εἶσαι ὧρες κάθε βράδυ στὴν ὀθόνη, προτι­μότερο νὰ μὴν εἶχες μάτια. Αὐτὸ εἶνε ὀφθαλ­μοπορνεία – ὀφθαλμομοιχεία.
Νὰ νηστέψουν τὰ αὐτιὰ ἀπὸ αἰ­σχρὰ λόγια καὶ τραγούδια. Δὲ μᾶς τά ᾿δωσε ὁ Θεὸς γι’ αὐ­τό· μᾶς τά ᾽δωσε γιὰ ν’ ἀκοῦμε τὰ λόγια του.
Νὰ νηστέψῃ ἀκόμη – ποιός; Ἡ γλῶσσα ἀπὸ τὸ ψέμα, τὴ διαβολή, τὴ συκοφαντία, καὶ πρὸ παντὸς ἀπὸ τὴ βλασφημία. Νά ἁγία νηστεία.
Καὶ τώρα ἡ πιὸ δύσκολη νηστεία – στὸ Ἅγιο Ὄρος τὴν κάνουν οἱ ἀσκηταί. Ποιά εἶνε; Νὰ νηστέψῃς ἀπὸ πονηροὺς λογισμούς· ἀπὸ λογισμοὺς πορνείας, μοιχείας, ἐκδικήσεως, μί­σους, ὑπερηφανείας, γαστριμαργίας, κ.λπ..
Αὐτὴ εἶνε ἀληθινὴ νηστεία· νὰ νηστεύῃ ὁ ὅ­λος ἄνθρωπος, σῶμα καὶ ψυχή. Ἡ νηστεία τῶν τροφῶν μόνο δὲν ἀρκεῖ. Ἀπ’ αὐ­τῆς τῆς πλευρᾶς ὁ διάβολος εἶνε ὁ μεγαλύ­τερος νηστευτής! ὡς πνεῦμα ποὺ εἶνε, δὲν τρώει τί­ποτε. Τί νὰ τὸ κάνῃς ὅμως; Ἔχει ὅλη τὴν κακία, καὶ γι’ αὐτὸ εἶνε στὴν κόλασι.

* * *

Τελειώνοντας, θὰ συστήσω κάτι πιὸ συγκεκριμένο. Στοὺς ἄντρες λέω· νηστέψτε ἀπὸ τσι­γάρο. Καλὰ ἔκαναν αὐτοὶ ποὺ δι­έ­ταξαν, πάνω στὰ πακέττα νὰ ζωγραφίζεται ἕνας καρκίνος. Κάπνισε, σοῦ λέει, ἀλλὰ νὰ τὸ ξέρῃς θὰ πά­θῃς καρκίνο. Καὶ στὶς γυναῖκες λέω· νηστέψτε ἀπὸ κα­τάκρισι. Ἅμα συναν­τη­θοῦν δυὸ γυναῖκες, ἀρχίζει τὸ κοτσομπολιό. Μπρὸς λοιπόν! γιὰ νὰ δῶ τί χριστιανοὶ εἶ­στε· καὶ θὰ χα­ρῶ πολύ, ἂν μάθω ὅτι ἀγωνίζεσθε.
Αὐτὸ εἶνε, ἀγαπητοί μου, ἀληθινὴ νηστεία. Ὡς πρὸς τοὺς ἀσθενεῖς βεβαίως ἡ Ἐκκλησία μας εἶνε ἐπιεικής. Ὅταν κανεὶς εἶνε ἄρρωστος, τοῦ ἐπιτρέπει καὶ Μεγάλη Ἑβδομά­δα νὰ φάῃ. Εἶνε μά­να, ἔχει ἀγάπη καὶ στορ­γή. Γιὰ τὸν ἄρ­ρωστο, τὸ γάλα, τὸ βούτυρο, τὸ κρέας εἶνε φάρ­μακο. Χίλιες φορὲς νά ’νε γερὸς ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ νηστεύῃ· ὅ­ταν ὅμως ἀσθενῇ, ἂς καταλύσῃ· στοὺς ἀρρώ­στους ἐπιτρέπεται.
Ὅλοι οἱ ἄλλοι, μικροὶ – με­γάλοι, ἄντρες γυναῖκες παιδιά, ἂς τηρήσουμε τὴ νηστεία ὅ­πως τὴν περιέγραψα, «καὶ ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης καὶ εἰρήνης» θὰ εἶνε μεθ᾿ ἡμῶν (Β΄ Κορ. 13,11)· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη oμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Κωνσταντίνου & Ἑλένης Ἀμυνταίου 16-3-1986 πρωΐ

H EYΘYNH TOY ΣKANΔAΛOY – The Responsibility of Scandal

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Φεβ 14th, 2012 | filed Filed under: English, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

H EYΘYNH TOY ΣKANΔAΛOY

The Responsibility of Scandal

«Οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα, ἵνα μὴ τὸν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω»(Α΄ Κορ. 8,13)

I will [am prepared to] not eat meat forever in order to not scandalize my brother» (I Co. 8.13)

 

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε Κυριακὴ τῶν Ἀπόκρεων. Σὲ ὅλους τοὺς ναοὺς τῆς Ὀρθοδοξίας διαβάζεται ἡ περικοπὴ τῆς μελλούσης Κρίσεως. Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο εἶνε τρομερό. Ποιός ἁμαρτωλὸς δὲν τρομάζει; Ὅσο κι ἂν προσπαθῇ κανεὶς νὰ διώξῃ τὴν ἰδέα τοῦ θανάτου καὶ τῆς κρίσεως, ἡ ἡμέρα ἐκείνη ἔρχεται, εἶνε βέβαιο. Θὰ ἔρθῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου νὰ κρίνῃ «τὴν οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ»(Ψαλμ. 9,9).

Today, my beloved, in all the Orthodox temples is read the passage of the future Judgment. Today’s Gospel is very serious. Which sinner does not “get really concerned?”  As much as one may try to get rid of the idea of death and judgment, that thid day is coming, it is certain. The Son of Man will come to judge «the universe in righteousness» (Ps. 9.9).  

Θὰ κρίνῃ εἰδωλολάτρες, Ἰουδαίους, Χριστιανούς. Τοὺς εἰδωλολάτρες μὲ τὴ φωνὴ τῆς συνειδήσεως, τοὺς Ἰουδαίους μὲ τὸ Δεκάλογο.
Ἡ δική μας ὅμως θέσι, τῶν Χριστι ανῶν, τῶν βαπτισμένων, ποὺ κοινωνοῦμε τὰ ἄχραντα μυστήρια καὶ «μπροστὰ στὰ μάτια μας ζωγραφίστηκε ὁ Χριστὸς ἐσταυρω μένος»(Γαλ. 3,1), θὰ εἶνε τραγική. Γιατὶ θὰ κριθοῦμεκαὶ μὲ τὴ φωνὴ τῆς συνειδήσεως, καὶ μὲ τὸ Δεκάλογο, ἀλλὰ πρὸ παντὸς μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ εἶνε ζυγαριὰ ἀκριβείας· θὰ ζυγιστῇ καὶ τὸ τελευταῖο δράμι ἀρετῆς καὶ τὸ τελευταῖο δράμι κακίας.

He will judge idolaters, Jews and Christians: the pagans with the voice of conscience, the Jews with the Decalogue but our own position as baptized Christians who commune of the immaculate Mysteries and before our eyes is depicted Christ the Crucified One (Gal. 3.1), will be tragic. For we shall be judged with the voice of conscience and with the Decalogue/Ten Commandments but above all with the Gospel, which is a scale of precision. The last ounce of virtue and last ounce of evil will be weighed.             

Δὲν τρέμετε, δὲ φοβᾶστε; Ἐγὼ εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ τρέμω τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ποὺ θὰ στηθῇ τὸ δικαστήριο, θ᾽ ἀνοιχθοῦν βιβλία, καὶ ἄγγελοι θὰ τρέχουν γιὰ νὰ συλλέξουν «τοὺς ποιοῦντας τὴν ἀνομίαν καὶ τὰ σκάνδαλα»(Ματθ. 13,41). Ναὶ «τὰ σκάνδαλα»! Καὶ γιὰ σκάνδαλαλέει σήμερα καὶ ὅλο τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα.

Do you not tremble, are you not afraid? I am a sinner and tremble at that day when the court will take place, the books will be opened, and angels will run to collect «the doers of iniquity and scandals» (Mt. 13.41). Yes, «the scandals!»…                     

* * *

Ἀκοῦμε «σκάνδαλο». Τί εἶνε τὸ σκάνδαλο; Στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἀγαπητοί μου, σκάνδαλο στὴν κυριολεξία εἶνε μία πέτρα ποὺ ῥίχνει κάποιος στὸ δημόσιο δρόμο, καὶ καθὼς περνάει ὁ ἀνύποπτος διαβάτης σκοντάφτει πάνω της, πέφτει καὶ τσακίζεται. Σκάνδαλο λοιπὸν εἶνε τὸ πρόσκομμα στὸ δημόσιο δρόμο.

We hear «scandal.» What is a scandal? In the Greek language my beloved, scandal is literally a stone, which someone throws into the public street, and as the unsuspecting passer goes by, he stumbles over it, falls, and gets cut. So the scandal is the thing in the way on the public road.   

Ἀλλ᾽ ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς δρόμους αὐτοὺς ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη ὁδός, πνευματική, ἡ ὁδὸς πρὸς τὸν οὐρανό. Ἀρχίζει ἀπὸ τὴ γῆ καὶ φθάνει ἐκεῖ!
Εἶνε ὡραία ὁδός, ἀλλὰ ὁ δι άβολος προσπαθεῖ νὰ τὴν κάνῃ ἀδιάβατη. Ὁ Κύριος μᾶς λέει ὅτι δὲν εἶνε ἀδιάβατη, εἶνε ἁ πλῶς «στενὴ καὶ τεθλιμμένη»(Ματθ. 7,14). Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἦταν κλεισμένη· ἕνα τεράστιο ὁδόφραγμα ἀπέκλειε τὴν ὁδὸ πρὸς τοὺς οὐρανούς· ἦταν τὸ ἁμάρτημα τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας, τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. Κλειστὸς λοιπὸν ὁ δρόμος. Δὲ μπόρεσαν νὰ τὸν ἀνοίξουν οὔτε προφῆτες, οὔτε πατριάρχες, οὔτε ἄγγελοι. Τὸν ἄνοιξε –ποιός; τὸ αἷμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ θυσία τοῦ Ἐσταυρωμένου(πρβλ. Ἑβρ. 10,20)· ἀπὸ τότε πλέον ὁ δρόμος αὐτὸς εἶνε βατός (πρβλ. «τρίβον βατὴν Πόλου τίθησιν ἡμῖν»εἱρμ. – καταβ. ἰαμβ. καν. Χριστουγ. α΄ ᾠδ.), καὶ τὸν βάδισαν καὶ τὸν βαδίζουν ἀμέτρητοι ἅγιοι.

But besides these roads there is another avenue, a spiritual way, the path to heaven. It begins from the earth and arrives there! It’s a beautiful road but the devil tries to make it impassable. The Lord tells us [though,] that it is not impassable. It is simply “narrow and full of sorrow» (Mt.7.14). This road was closed. A huge roadblock kept the road from reaching heaven. It was the sin of Adam and Eve, the ancestral sin. Closed therefore, was the road. Neither prophets nor patriarchs nor angels could open it. Who opened it? The blood of Jesus Christ, the sacrifice of the Crucified One (Heb. 10.20). From then, this road is passable (see the iambic katavasia of the canon of Christmas, 1st ode) and innumerable holy ones have marched on it and march on it even now.   

Ἀλλ᾽ ὅπως στὸ δημόσιο δρόμο κακοποιοὶ ῥίχνουν πέτρες ἢ βάζουν νάρκες, ἔτσι καὶ στὸ δρόμο πρὸς τὸν οὐρανό, ἔρχεται ὁ σατανᾶς καὶ τὰ ὄργανά του καὶ παρεμβάλλουν σκάνδαλα. Τί σκάνδαλα; Τὰ σκάνδαλα ἐδῶ εἶνε τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργαἐκεῖνα, ποὺ σπρώχνουν ἰδίως τοὺς πιὸ ἀδύναμους στὸ βάραθρο τῆς ἀπωλείας. Σκάνδαλο γιὰ τὸ παιδὶ γίνονται οἱ κακοὶ γονεῖς, ὅταν δὲν προσέχουν καὶ μπροστὰ στὸ ἀθῷο ἐκεῖνο ἀγγελούδι αἰσχρολογοῦν, βωμολοχοῦν, ὅταν τὸ ἀντρόγυνο μαλώνῃ διαρκῶς. Σκάνδαλο γιὰ τὸ μαθητὴ εἶνε ὁ δάσκαλος, ὅταν στὸ σχολεῖο εἰρωνεύεται ἱεροὺς θεσμούς, ἐμπαίζῃ τὰ θεῖα, διδάσκῃ ἀθεΐα.

But as in the public street evildoers throw stones or lay landmines, so also in the road to heaven, Satan comes with his ministers and they lay scandals along the way. What scandals? The scandals here are the words and those actions, which push especially the weakest into the pit of perdition.
Scandals for the child are the bad parents when they are not careful in front of that little angel and speak nasty obscenities, profanities, and when the husband and wife constantly fight. Scandal for the student is the teacher at school who mocks sacred institutions, plays with things divine, teaches atheism.

Ἀκόμη χειρότερο σκάνδαλο γίνεται ὁ κληρικός, ὅταν ὡς ἱερεὺς δὲν ἐκτελῇ τὰ καθήκον τά του, ὅταν ὡς ἀρχιερεὺς καταλαμβάνῃ θρόνο ὄχι γιὰ νὰ διδάξῃ καὶ φωτίσῃ ἀλλὰ μᾶλλον γιὰ νὰ θησαυρίσῃ. Σκάνδαλο γίνεται ὁ ἄρχοντας, ποὺ κατέχει ἀξίωμα, ἀλλὰ δὲν δείχνει ἐνδιαφέρον γιὰ τὰ κοινά. Σκάνδαλο γίνεται γενικὰ ὁ καθένας γιὰ τὸν πλησίον του, ὅταν δὲν προσέχῃ τὴ ζωή του.

Even a worse scandal is the cleric when as a priest he does not perform his duties, or when as a high priest [a bishop] he takes up the throne not to teach and enlighten but rather to collect treasures. Scandal is the public official who holds an office, but has no interest in the common people’s needs. In general, any or everyone becomes a scandal when he/she does not watch his/her life

Γεμᾶτος ὁ κόσμος ἀπὸ σκάνδαλα. Δὲν ὑπάρχει κάποιο μέρος, κάποιο λιμάνι ἤρεμο ἀπὸ σκάνδαλα; Ἂς πᾶμε λοιπὸν στὴν Ἐκκλησία!  Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἐκκλησία μας δὲν βρίσκεται σήμερα στὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς της. Κι ὅταν λέω ἐκκλησία δὲν ἐννοῶ τὸ θεῖο καθίδρυμα, ἐννοῶ τὴν ἀνθρώπινη πλευρά του μὲ τὶς ἀτέλειες ποὺ παρουσιάζει. Μπαίνει κανεὶς στὸ ναὸ νὰ ἐκκλησιαστῇ, καὶ ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος τὸ παγκάρι καὶ οἱ ἐπίτροποι, ἀπὸ τὸ ἄλλο οἱ ψαλτάδες μὲ τὶς φωνασκί ες καὶ τὴν εὐρωπαϊκὴ μουσικὴ ποὺ μετέτρεψε τὴν ἐκκλησία σὲ θέατρο, ἀπὸ τὸ ἄλλο οἱ ἱερεῖς μὲ τὴν ἀνευλάβεια καὶ τὴ φιλοχρηματία τους, ὅλα αὐτὰ διώχνουν τοὺς Χριστιανοὺς ἀ πὸ τὴν Ἐκκλησία, καὶ πηγαίνουν ἄλλοι στοὺς φράγκους, ἄλλοι στοὺς προτεστάντες, ἄλλοι στοὺς ἰεχωβῖτες· ἔτσι ἡ Ἐκκλησία συνεχῶς ἀραιώνει.

The world is full of scandals. Is there any place, any port that is a haven from scandals? Let us go to the Church. Unfortunately though, our Church today is not up to the height of its mission. And when I say the Church I do not mean the divine Foundation [or Organism of the Body of Christ], I mean its human side with the imperfections that it shows. One comes into the temple to pray and on the one side is the candle stand and council members, on the other the chanters with their shoutings and european music that has turned the church into a theatre. And then there are the priests with their irreverence and taking this all just as a business. All these things drive the Christians from the Church and they go elsewhere: some to the Franks [sadly referred to today, as (Roman) Catholics];others to the Protestants; others to the Jehovah Witnesses. And the Church continually thins out.         

* * *

Τὸ σκάνδαλο, εἴτε τὸ κάνει παπᾶς ἢ τὸ κάνει ἐπίσκοπος ἢ τὸ κάνει ἡ μάνα ἢ τὸ κάνει ὁ πατέρας ἢ τὸ κάνει ἀξιωματικὸς ἢ τὸ κάνει ὑπουργὸς ἢ τὸ κάνει ὁποιοσδήποτε ἄλλος, εἶνε ἁμαρτία μεγάλη. Καὶ εἶνε τόσο μεγαλύτερη ὅσο ὑψηλότερη εἶνε ἡ θέσις ποὺ κατέχει ὁ σκανδα λοποιός. Δὲ μᾶς ἔφερε ὁ Θεὸς σ᾽ αὐτὸ τὸν κόσμο γιὰ νὰ γκρεμίζουμε καὶ νὰ κατα στρέφουμε· δὲ μᾶς ἔφερε γιὰ νὰ βαπτίζουμε «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος»καὶ μετὰ νὰ τοὺς «ξεβαφτίζουμε» μὲ τὰ σκάνδαλά μας. Δὲ μᾶς ἔφερε γιὰ νὰ εἴμαστε σκότος, ἀλλὰ γιὰ νὰ εἴμαστε φῶς· ὁ κάθε Χριστιανὸς πρέπει νὰ εἶνε «φῶς»καὶ «ἅλας»μέσα στὴν κοινωνία(βλ. Ματθ. 5,13- 14), νὰ προσπαθῇ μὲ τὴ ζωή του νὰ φέρῃ καὶ ἄλλους στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ. Νά ποιό εἶνε τὸ μεγαλύτερο ἐμπόδιο στὴν ἐξάπλωσι τοῦ Χριστιανισμοῦ, τὰ σκάνδαλα τῶν «χριστιανῶν».

The scandal, whether from the priest or bishop or mother or father or an officer or civil servant or whomever else remains a great sin. And it [the scandal] is so much the greater the higher the position the scandal-maker has. But God has not brought us to this world to break down and destroy. He did not bring us to baptize «in the name of the Father and of the Son and of the Holy Spirit» and then «unbaptize” with our scandals. He did not bring us to be darkness, but light. Every Christian needs to be «light» and «salt» in society (Mt. 5.13-14), to try with his life to bring others also, to God’s way. Here is what is the biggest obstacle in the spread of Christianity, …the scandals of the «Christians.»   

Πῆγαν ἱεραπόστολοι στὴν Ἀφρικὴ νὰ διδάξουν τὸν Χριστιανισμό. Καὶ θὰ ἦταν σήμερα Χριστιανοὶ ὄχι μόνο ἡ Ἀφρικὴ ἀλλὰ καὶ ὅλος ὁ κόσμος. Βλέπουν ὅμως τὴν ἀσυνέπεια, τὰ σκάνδαλα τῶν λεγομένων «χριστιανῶν», καὶ λένε· Καλὸ τὸ Εὐαγγέλιο, θαυμάσιος ὁ Χριστός, ἀλλὰ φυλαχτῆτε ἀπὸ τοὺς «χριστιανούς»!…Συνεπῶς τὸ μεγαλύτερο ἐμπόδιο στὴν ἱεραποστολὴ εἶ νε ἡ δική μας ὑποκριτικὴ ζωή. Καὶ ἐδῶ στὴν πατρίδα μας, ἐὰν ἐμεῖς οἱ κληρικοὶ ποὺ φοροῦμε τὸ ῥάσο ἀλλὰ καὶ κάθε ὀρθόδοξος ἤμασταν ὑπόδειγμα βίου, ἡ Ἑλλὰς θὰ ἦταν παράδεισος, οὐράνιο βασίλειο. Μὲ τὰ σκάνδαλα ὁ λαός μας σπρώχνεται στὴν ἀ θεΐα, στὴν ἀπιστία, στὴν ἄβυσσο.

Missionaries went to Africa to teach Christianity. And they would be Christians today not only [in] Africa but the whole world as well. They see however, the inconsistency, the scandals of the so-called ‘Christians,» and say “the Gospel is good, Christ is marvellous, but be careful of the ‘Christians’!” … As a consequence, the biggest hurdle in missionary work is our hypocritical life. Here also, in our country if we as clergy who wear the robe but also, every Orthodox were a model of life, Greece would be paradise, a heavenly kingdom. With the scandals, our people is pushed into atheism, into unbelief, into the abyss.                                     

Γι᾽ αὐτὸ ὁ Χριστὸς τονίζει τὴνεὐθύνη τῶν σκανδαλοποιῶν. Δὲ θέλω ν᾽ ἀκούσετε ἐμένα, ἀκοῦστε τί λέει ὁ Χριστός. Σὲ λίγες περιπτώσεις ὁ Κύριος ἤλεγξε τόσο αὐστηρὰ ὅσο στὴν περίπτωσι τῶν σκανδαλοποιῶν. Γιὰ τὸν Ἰούδα, ποὺ ἔγινε σκάνδαλο στὸν κύκλο τῶν μαθητῶν, ὁ Χριστὸς εἶπε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς προτιμότερο νὰ μὴ ἐγεννᾶτο(βλ. Ματθ. 26,24). Καὶ ἄλλοτε εἶπε· «Οὐαὶ τῷ κόσμῳ ἀπὸ τῶν σκανδάλων»· ὅποιος μὲ λόγια καὶ ἔργα σκανδαλίζει κάποιον, καὶ τὸν πιὸ ἀσήμαντο, εἶνε προτιμότερο νὰ κρεμάσῃ στὸ λαιμό του μυλόπετρα καὶ νὰ καταποντιστῇ στὴ θάλασσα. «Ὃς δ᾽ ἂν σκανδαλίσῃ ἕνα τῶν μικρῶν τούτων τῶν πιστευόντων εἰς ἐμέ, συμφέρει αὐτῷ ἵνα κρεμασθῇ μύλος ὀνικὸς εἰς τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ καταποντισθῇ ἐν τῷ πελάγει τῆς θαλάσσης»(Ματθ. 18,6-7).

That is why Christ stresses the responsibility of the scandal doers. I do not want you to hear me. Hear what Christ says. In a few cases, the Lord rebuked so strictly the scandal doers. Concerning Judas who became a scandal in the circle of disciples, Christ said that it “would have been better for that man to not have been born” (Mt. 26.24). And in other places, He said, «Beware to the world of scandals.» Anyone who with words and deeds scandalizes even the most insignificant, it is preferable for him to be “hung with a millstone around his neck and be drowned in the sea… He who scandalizes one of these little ones [children] who believe in Me…” (Mt. 18. 6-7).     

Τί θέλει ὁ Χριστὸς νὰ πῇ μ᾽ αὐτά; Συνιστᾷ, ὅπως λένε μερικοί, τὴν αὐτοκτονία; Ἄπαγε τῆς βλασφημίας! Δὲ λέει τέτοιο πρᾶγμα, ὄχι. Ἐννοεῖ τοῦτο· ἂν κάποιος ἔχῃ γίνει δημόσιο σκάνδαλο καὶ ἔχῃ ταραχθῆ μιὰ ὁλόκληρη κοινωνία, αὐτὸς ν᾽ ἀποσυρθῇ στὴν ἀφάνεια, νὰ φύγῃ, νὰ κλειστῇ σ᾽ ἕνα μοναστήρι ἢ νὰ πάῃ μακριὰ στὸ ἐξωτερικό, ὅπως γινόταν παλαιότερα, νὰ μὴν ἀκούγεται τὸ ὄνομά του καὶ σκανδαλίζῃ. Τώρα ἀντιθέτως σκανδαλοποιοὶ μεγάλοι ἔχουν τὴν ἀξίωσι νὰ βρίσκωνται στοὺς θρόνους καὶ τὶς θέσεις τους καὶ νὰ κυβερνοῦν.

What does Christ want to say with these words? Does He as some say, recommend suicide? Away with such blasphemy! He says no such thing. He means this. If someone has become a scandal to the public and alarmed an entire society, he should go into oblivion, leave to be closed up in a monastery or as would happen in the old days, go far abroad so that his name would not be heard and people continue to be scandalized. In contrast, great doers of scandals have the honor to be found on thrones with positions to govern.

* * *

Ἀλλὰ πέστε μου, ἀγαπητοί μου, ὑπάρχει κανεὶς ποὺ δὲν σκανδάλισε ποτέ κανένα, οὔτε ἕνα μικρὸ παιδί, οὔτε μιὰ γυναῖκα; Ἀμφιβάλλω. Ὅλοι μας κατὰ κάποιο τρόπο σκανδαλίσαμε τὸν πλησίον, εἴτε μὲ λόγια εἴτε μὲ ἔργα εἴτε μὲ τὴν ἐν γένει συμπεριφορά μας. Ὅλοι εἴμαστε σκανδαλοποιοί, στὸ βαθμὸ μόνο διαφέρουμε.

But tell me, my beloved, is there anyone who has not scandalized another, not even a small child or a single woman? I hesitate to think such. We all, in some way have scandalized the one next to us, either by words or deeds or our general behavior. We are all scandal makers who only differ in degree

Πῶς μπορεῖ ν᾽ ἀποφευχθῇ ἢ νὰ θεραπευθῇ ὁ σκανδαλισμός; Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ποὺ ἔφτασε σὲ μεγάλο ὕψος ἀρετῆς, στὴ σημερινὴ ἀποστολικὴ περικοπὴ λέει, ὅτι ὁ ἴδιος ἔκανε γι᾽ αὐτὸ μεγάλες θυσίες· καὶ δικαιώματα καὶ ἐξυπηρετήσεις καὶ ἀνέσεις, ὅλα τὰ θυσίασε. «Οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα», λέει, εἶμαι διατεθειμένος νὰ μὴ φάω ποτέ κρέας, «ἵνα
μὴ τὸν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω»(Α΄ Κορ. 8,13).

How can the scandalizing leave us or be healed? The Apostle Paul who arrived at a great height of virtue, in today’s apostolic passage says that he himself made great sacrifices and gave up rights of being served with amenities, sacrificing all. «I will not eat meat forever,» he says. I am prepared to not ever eat meat “so I do not scandalize my brother «(I Co. 8.13).   

Ἔχοντας ὑπ᾽ ὄψιν αὐτὰ ἂς προσπαθήσουμε νὰ ῥυθμίσουμε τὴ ζωή μας. Γονεῖς, ἐκπαιδευτικοί, κληρικοί, ἄρχοντες, μὴ γινώμαστε σκάνδαλο. Νὰ ζοῦμε μὲ πίστι καὶ ἀρετή, μὲ ἁγνότητα, μὲ ἐγκράτεια, μὲ σωφροσύνη, μὲ δικαιοσύνη, πρὸ παντὸς μὲ ἀγάπη. Νὰ ζοῦμε ἐδῶ σὰν φωτεινὰ ἀστέρια, κι ὅταν ἔρθῃ ἡ ὥρα νὰ φύγουμε ἀπ᾽ τὴ ζωὴ αὐτὴ καὶ νὰ φτάσουμε στοὺς οὐρανούς, νὰ μᾶς ἀξιώσῃ ὅλους ὁ Θεὸς ν᾽ ἀκούσουμε ἐκεῖ τὴ φωνὴ τοῦ Κυρίου· «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου»(Ματθ. 25,34)· ἀμήν.

Taking into consideration these things let us try to regulate our lives. Parents, educators, clergy, rulers, let us not become a scandal. Let us live with faith and virtue, with purity, with moderation, with wisdom, with justice, above all, with love. Let us live here like bright stars, and when our time has come to leave this life and to arrive in the heavens, may God make us all worthy to hear the voice of the Lord, «Come, o blessed of my Father, inherit the kingdom prepared for you from before the world was made» (Mt. 25.34). Amen.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(+) Bishop Augustine

(Ἀπομαγνητοφωνημένη oμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Ἰωάννου Γαργαρέττας – Ἀθηνῶν τὴν 17-2-1963)

Taped speech of Metropolitan of Florina, Augustine Kantiotis in the sacred temple of St. John Gargarettas, Athens, 17/02/1963

 

ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Φεβ 8th, 2012 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Kυριακή του Aσώτου (Λουκ. 15,11-32)

ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

«Δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι» (Λουκ. 15,14)

ΑΡΧΙΖΩ, ἀγαπητοί μου, μὲ ἕνα ἐρώτημα· Τί εἶνε ἁμαρτία; Ἐὰν μπορούσαμε νὰ τὸ νιώσουμε, θὰ χτυπούσαμε τὰ ἁμαρτωλά μας στήθη κι ἀπὸ τὰ βάθη μας θὰ ἔβγαινε ἡ φωνὴ τῶν μετανοούντων· «Ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου» (Λουκ. 15,18,21) καὶ «Ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. 18,13). Ἐὰν μπορούσαμε νὰ νιώσουμε τὴ φρίκη τῆς ἁμαρτίας, δὲν θὰ ἔπαυαν τὰ μάτια μας νὰ κλαῖνε, τὰ χέρια μας νὰ ἐλεοῦν, τὰ γόνατά μας νὰ κάνουν μετάνοιες· θὰ φεύγαμε στὶς σπηλιὲς καὶ στὰ βουνά, νὰ ζητήσουμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Τί εἶνε ἁμαρτία; Ποιός μπορεῖ νὰ τὸ ἐξηγήσῃ; Ἂν ἔβγαινε ἕνας ἁμαρτωλὸς ἀπὸ τὴν κόλασι, ἢ ἂν βρισκόταν ἕνας ἀπὸ ἐκείνους ποὺ μετανόησαν καὶ ἔκλαυσαν, θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς περιγράψῃ τὴν φοβερὰ αὐτὴ κατάστασι, τὸ μυστήριο καὶ τὴν τύφλωσι τῆς ἁμαρτίας.
Τί εἶνε ἁμαρτία; Ἀπαντᾷ ὁ σατανᾶς· Εἶνε διασκέδασι, εὐχαρίστησι, ἡδονή, ἀπόλαυσι, γλύκυσμα, ποικιλία τῆς ζωῆς!… Τί εἶνε ἁμαρτία; Ἀπαντᾷ τὸ εὐαγγέλιο σήμερα· Εἶνε «κεράτιον» (Λουκ. 15,16), ξυλοκέρατο, γλύκυσμα ποὺ ἐπάνω του ὅμως ἔρριξε ὁ διάβολος στρυχνίνη. Ἡ ἁμαρτία, λέει ἡ πικρὰ πεῖρα, εἶνε φίδι φαρμακερὸ ποὺ δαγκώνει, βδέλλα ποὺ ῥουφᾷ τὸ αἷμα, Λερναία Ὕδρα, σεισμὸς ποὺ σείει συ᾿θέμελα τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξι … Ὅ,τι νὰ ποῦμε εἶνε κατώτερο τῆς πραγματικότητος.
Ἐν τούτοις ὁ σατανᾶς τὴ διαφημίζει. Διότι αὐτὸς τὴ γέννησε. Εἶνε ὁ παραγωγὸς ποὺ ἔχει συμφέρον νὰ τὴ ρεκλαμάρῃ. Τὴν ἀρωματίζει, τὴ χρωματίζει, τὴ στολίζει μὲ θέλγητρα μέσα σὲ κάνιστρο ἀνθέων. Ἔτσι ἐξαπατᾷ.
Ἐκπληρώνεται τώρα μιὰ προφητεία ποὺ ἔλεγε· Κάποτε ἡ ἁμαρτία δὲν θὰ προκαλῇ πλέον τὴ φρίκη. Οἱ ἄνθρωποι θὰ συνηθίσουν καὶ θὰ παίζουν μαζί της. Ὅπως μερικὰ παιδιὰ βρίσκουν μιὰ χειροβομβίδα καὶ παίζουν μ᾿ αὐτὴν μὴ ξέροντας τί ἔχει μέσα, ὥσπου ξαφνικὰ ἐκρήγνυται καὶ τὰ κάνει χίλια κομμάτια, ἔτσι κ᾿ ἐμεῖς παίζουμε καὶ πίνουμε τὴν ἁμαρτία σὰ᾿ νερό (πρβλ. Ἰὼβ 15,16).
Ἀλλ᾿ ἂν θέλουμε νὰ δοῦμε πόσο κοστίζει ὁποιαδήποτε ἁμαρτία, ἀπ᾿ τὸ μικρότερο ψέμα μέχρι τὴ μεγαλύτερη προδοσία τοῦ χριστιανισμοῦ, δὲν ἔχουμε παρὰ νὰ δοῦμε τὸν κρυστάλλινο καθρέφτη τῆς παραβολῆς τοῦ Ἀσώτου, ποὺ παρουσιάζεται σήμερα ἐνώπιόν μας.
Θέλω νὰ προσέξουμε τὶς συνέπειες, ποὺ ἔχει γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἡ ἁμαρτία.

* * *

1. Τὸ πρῶτο βῆμα, ἡ ἀρχὴ τῆς ἁμαρτίας, εἶνε ἡ ὑπερηφάνεια. Αὐτὸ βλέπουμε σήμερα στὴν παραβολή. Ὁ ἄσωτος δὲν μπορεῖ νὰ ζήσῃ στὸ πατρικὸ σπίτι· τοῦ φαίνεται στενόχωρο. Θέλει νὰ κάνῃ τὴ ζωή του μακριὰ ἀπὸ τὴν ἐπίβλεψι τοῦ οὐρανίου Πατρός. Νομίζει, ὅτι θὰ γίνῃ εὐτυχὴς χωρὶς Θεό· αὐτὴ εἶνε ἡ μεγάλη πλάνη. Στενοχωρεῖται ἀπὸ τοὺς πατρικοὺς περιορισμούς. Ἀλλὰ ποιός πατέρας δὲν περιορίζει τὸ παιδί του; Μόνο γονεῖς ἀδιάφοροι ἀφήνουν τὰ παιδιά τους ἀνεξέλεγκτα. Ποιά μάνα βλέπει τὸ παιδί της νὰ πλησιάζῃ στὸ μαγκάλι καὶ δὲ᾿ φωνάζει «Παιδί μου, μή»; Ἔτσι καὶ ὁ οὐράνιος Πατέρας. Γι᾿ αὐτὸ ἡ θρησκεία μας ἔχει τὰ «μή»· μὴ κλέψῃς, μὴ μοιχεύσῃς, μὴ ψευδομαρτυρήσῃς… Ἀλλ᾿ αὐτὰ τὰ «μὴ» εἶνε σωτήρια, ὅπως σωτήριο εἶνε τὸ κόκκινο σῆμα ποὺ προειδοποιεῖ· κίνδυνος – θάνατος.
Ἐν τούτοις αὐτὰ φαίνονται ἐνοχλητικὰ καὶ ὁ ἄνθρωπος θέλει νὰ σπάσῃ τοὺς χαλινούς, νὰ γίνῃ ἀνεξέλεγκτος, ἐλεύθερος, ἀσύδοτος. Τί ἐπιτυγχάνει; ἀποξενώνεται ἀπὸ τὸ Θεό.
2. Ὑλικὴ χρεωκοπία. Ὁ νέος ἔφυγε σὲ χώρα μακρινή. Ἐκεῖ κατεσπατάλησε τὴν περιουσία του «ζῶν ἀσώτως» (Λουκ. 15,13). Κάτω ἀπὸ αὐτὲς τὶς δύο λέξεις μπορεῖ ὁ καθένας νὰ φαντασθῇ, ποιά ζωὴ ἔζησε ὁ ἄσωτος.
Ἀλλ᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ σὲ κάθε ἁμαρτωλό. Δὲν ὑπάρχει πιὸ δαπανηρὸ πρᾶγμα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἂν ὁ διάβολος δημοσίευε τὸν ἀπολογισμὸ ἐξόδων τῆς ἁμαρτίας, θὰ βλέπαμε τί ποσὰ φεύγουν· ἀμέτρητα! Ἐλάχιστα εἶνε αὐτὰ ποὺ δίνει ὁ ἄνθρωπος στὸ Θεὸ ἢ στὸν πλησίον ἢ καὶ στὸν ἑαυτό του. Τὰ περισσότερα τὰ κατατρώγει ἡ ἁμαρτία. Αὐτὴ εἶνε ἡ μεγάλη φαγάνα τοῦ ἀτομικοῦ, τοῦ οἰκογενειακοῦ καὶ τοῦ ἐθνικοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἰδού μερικὰ κονδύλια· πόσα ξοδεύονται γιὰ χαρτοπαίγνια, γιὰ ἀλκοόλ, γιὰ χοροὺς καὶ διασκεδάσεις καὶ αἰσχρὰ θεάματα, γιὰ τυχερὰ παιχνίδια, γιὰ ἱπποδρόμια, γιὰ τὴν πολυτέλεια; Καὶ αὐτὰ εἶνε τὰ μικρά. Τὸ μεγάλο κονδύλιο εἶνε γιὰ τοὺς πολέμους, μὲ ὅλα τὰ μέσα τῆς καταστροφῆς. Διότι καὶ ὁ πόλεμος ἐν ἐσχάτῃ ἀναλύσει εἶνε ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας. Ἀφαιρέστε ἀπὸ τὴν καρδιὰ τὰ πάθη, καὶ ἀμέσως χιλιάδες περιστέρια εἰρήνης θὰ φτερουγίσουν ἐπάνω στὴ γῆ. Γι᾿ αὐτὸ εἶπα, ὅτι ἠ ἁμαρτία εἶνε τὸ πιὸ δαπανηρὸ πρᾶγμα.
3. Πνευματικὴ στέρησι καὶ πεῖνα. Ἀλλ᾿ ἡ ἁμαρτία δὲν εἶνε μόνο ἀποξένωσι ἀπὸ τὸ Θεό, δὲν εἶνε μόνο ὑλικὴ χρεωκοπία. Εἶνε καὶ κάτι ἄλλο, ποὺ ζωγραφίζεται μὲ μιὰ πινελλιὰ στὴ σημερινὴ παραβολή. «Λιμῷ ἀπόλλυμαι», λέει ὁ ἄσωτος (Λουκ. 15,17). Ἀκοῦτε; Πεινάει! Δὲν ἐννοεῖ μόνο τὴν ὑλικὴ πεῖνα· ἐννοεῖ καὶ τὴν πνευματική. Διότι ὁ ἄνθρωπος, καὶ ὅταν ἔχῃ ὅλα τὰ ἀγαθά, νιώθει ἕνα κενὸ στὴν ψυχή. Κάποια ἀγωνία τὸν πνίγει. Δὲ᾿ χορταίνει ἡ ψυχὴ μόνο μὲ τὰ ὑλικά. Ζητεῖ κάτι ἀνώτερο. Γι᾿ αὐτὸ ὑποφέρει. Πεινάει καὶ διψάει.
Στὴν πεῖνα αὐτὴ τί ἔχει νὰ προσφέρῃ ἡ ἁμαρτία; Μόνο «κεράτια» (Λουκ. 15,16), τὰ χαρούπια. Ἀλλ᾿ αὐτά, ὅπως γνωρίζετε, εἶνε εὐτελὴς τροφή. Στὴν ἀρχὴ ἔχουν μιὰ γλυκύτητα, στὸ τέλος ὅμως εἶνε σὰ᾿ νὰ μασᾷς ἄχυρο. Αὐτὴ εἶνε ἡ ἡδονὴ τῆς ἁμαρτίας. Στὴν ἀρχὴ γλύκυσμα, ἀλλὰ στὸ τέλος φαρμάκι τοῦ διαβόλου.
4. Ἡ ἁμαρτία ὁδηγεῖ ἀπὸ γκρεμὸ σὲ γκρεμὸ κι ἀπὸ ἄβυσσο σὲ ἄβυσσο. «Ἄβυσσος ἄβυσσον ἐπικαλεῖται», ὅπως λέει τὸ Ψαλτήρι (Ψαλμ. 41, 8). Ὅπως μιὰ σφαῖρα ὅταν ἀρχίσῃ νὰ κατρακυλᾷ ἀπὸ τὴν κορυφὴ δὲν σταματᾷ ἕως ὅτου πέσῃ στὴ θάλασσα, ἔτσι εἶνε κι ὅταν ἀρχίσῃ ὁ κατήφορος τῆς ἁμαρτίας.
Καὶ τὸ τέλος; Θέλετε νὰ σᾶς δείξω τὸ τέλος; Γλέντα, ἄνθρωπε· διασκέδαζε, πιὲς ἀπ᾿ ὅλα τὰ ποτήρια. Τὸ τέλος τῆς ἁμαρτίας εἶνε ―ὦ Θεέ μου, ἂς μὴ φθάσῃ κανείς σ᾿ ἐκεῖνο τὸ τέλος, διότι ἡ ἁμαρτία δὲν εἶνε παιχνίδι― τὸ τέλος της εἶνε ἀπελπισία καὶ καταστροφή. Πάνω σ᾿ ἕνα βράχο στημένη μιὰ κρεμάλα. Εἶνε τὸ τέλος τοῦ Ἰούδα, ποὺ «μεταμεληθεὶς ἀπέστρεψε τὰ τριάκοντα ἀργύρια …καὶ ἀπελθὼν ἀπήγξατο» (Ματθ. 27,3-5). Αὐτὸ εἶνε τὸ τέλος τῆς ἁμαρτίας.

* * *

Ἀλλ᾿ ὄχι, ἀδελφοί μου! Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ τὰ ἅγια χείλη τοῦ Χριστοῦ εἶπαν τὴν παραβολὴ τοῦ ἀσώτου, ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ πάνω στὸ Γολγοθᾶ ἄνοιξε τὰ χέρια του καὶ ἔπεσε τὸ τίμιο αἷμα Του, ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη δὲν ὑπάρχει πλέον ἁμαρτία ποὺ νὰ μὴ τὴ νικᾷ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Χιλιάδες ἁμαρτωλοὶ λούστηκαν στὰ δάκρυα τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως. Ἀκριβῶς αὐτὴ τὴ μεγάλη ἐλπίδα δίνει ὁ Θεός.
Οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας ἔλεγαν, ὅτι σὲ κάποιο νησὶ εἶχε τὸ παλάτι της μιὰ βασίλισσα. Ὅποιον ἔφθανε ἐκεῖ τὸν περιποιεῖτο, ἀλλὰ τοῦ προσέφερε καὶ ἕνα ποτό, μὲ τὸ ὁποῖο ἔχανε τὶς αἰσθήσεις του. Τότε αὐτὴ μὲ ἕνα χρυσὸ ῥαβδὶ τὸν χτυποῦσε ἐλαφρὰ στοὺς ὥμους, κι ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη ἔσβηνε ἡ προσωπικότης του καὶ ὁ ἄνθρωπος γινόταν πλέον χοῖρος· μετεβάλλετο σὲ τετράποδο, ποὺ τὸ ὡδηγοῦσε στὸ χοιροστάσιο. Αὐτὴ ἦταν ἡ θεὰ Κίρκη.
Ἡ Κίρκη αὐτὴ βέβαια δὲν ὑπάρχει. Εἶνε πλάσμα φαντασίας. Ὑπάρχει ὅμως μιὰ ἄλλη πραγματικὴ Κίρκη· καὶ αὐτὴ εἶνε ἡ ἁμαρτία. Αὐτὴ μᾶς διασκεδάζει καὶ μᾶς πλανᾷ. Μᾶς προσφέρει τὰ μεθυστικά της ποτὰ καὶ μᾶς ἀποκτηνώνει. Αὐτὴ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο σὲ χρεωκοπία, ψαλιδίζει τὴν ὑγεία, γεμίζει τὰ φρενοκομεῖα καὶ τὰ νοσοκομεῖα μὲ τόσες παθήσεις, ἀναστατώνει τὸν κόσμο μὲ τὶς φιλοδοξίες, μεταβάλλει τὴ γῆ σὲ λίμνη αἵματος. Αὐτὴ εἶνε ἡ πηγὴ πάσης ἀθλιότητος. Ὤ ἡ ἁμαρτία· ἡ ἁμαρτία μου, ἡ ἁμαρτία σας! Καὶ ὅμως γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας δὲν κλάψαμε.
Ἀκριβῶς σ᾿ αὐτὸ μᾶς καλεῖ τὸ Τριῴδιο, οἱ ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες· νὰ μετρήσουμε τὶς ἁμαρτίες μας, τὸ πλῆθος καὶ τὸ μέγεθός των. Καὶ ἂν δὲν θέλουμε νὰ καταλήξουμε στὴ θέσι τοῦ Ἰούδα, στοὺς ἐχθροὺς τοῦ Χριστοῦ, στὸν πικρὸ ᾅδη, ἂς ἀναστενάξουμε, ἂς πενθήσουμε, ἂς πέσουμε μπροστὰ στὸ Θεό. Ἂς ποῦμε τὸ «Ἱλάσθητί μοι», τὸ «Ἥμαρτον», τὸ «Μνήσθητί μου, Κύριε» (Λουκ. 23,42), γιὰ νὰ μᾶς ἐλεήσῃ ὁ Θεὸς τὴν ἡμέρα ἐκείνη τὴ μεγάλη καὶ φοβερά. Ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Ἰωάννου Γαργαρέττας Ἀθηνῶν, 25-2-1962)

Περι υπερηφανειας και ταπεινοφροσυνης

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Φεβ 1st, 2012 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυρ. Τελώνου & Φαρισαίου (Λκ. 18,10-14)

Περι υπερηφανειας και ταπεινοφροσυνης

«Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. 18,13)

ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡμέρα σημαν­­τι­κή. Ἀρχίζει τὸ Τριῴδιο.
Ἀλλὰ τί εἶνε Τριῴδιο; Ἐὰν ρωτήσουμε αὐ­τοὺς ποὺ δὲν ἔ­χουν σχέσι μὲ τὴν Ἐκκλησία, θὰ μᾶς ποῦν· Τριῴ­διο θὰ πῇ γλέντι, χορός, φαγοπότι, μασκαρέματα, καρναβάλι. Ἡ Ἐκκλησία μας ὅμως λέει· ὄχι, αὐτὸ εἶνε παρανόησις τοῦ Τρι­ῳδίου. Τριῴδιο ἴσον ἡ ἁγιωτέρα περίοδος τοῦ ἔ­τους. Τριῴδιο ἴσον προσευχή, νηστεία, ἐλε­ημο­σύνη, κάθαρσις ἀπὸ τὰ πάθη, μετάνοια, ἐξ­ομο­λόγησις, ἁγιασμός. Τὸ Τριῴδιο διαρκεῖ 10 βδο­μάδες, 70 μέρες· ἀρχίζει ἀπὸ σήμερα καὶ φθά­νει στὸ Μέγα Σάββατο. Εἶνε περίοδος προ­ετοιμασίας γιὰ τὴ μεγάλη ἑορτὴ τοῦ Πάσχα.
Τὸ Τριῴδιο μοιάζει μ᾽ ἕνα ἀσανσέρ, πνευμα­τικὸ ἀσανσέρ. Εἶνε μία κλῖμαξ, σκάλα, ποὺ ἀρ­χίζει ἀπὸ τὰ χα­μη­λὰ καὶ φθάνει μέχρι τὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ. Εἶνε σὰν τὴ σκάλα ποὺ εἶδε στὸν ὕπνο του ὁ Ἰα­κώβ, πάνω στὴν ὁποία ἀνέβαιναν καὶ κατέβαι­ναν οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ κι αὐτὸς εἶπε μὲ δέος· «Ὡς φοβερὸς ὁ τόπος οὗτος· οὐκ ἔστι τοῦτο ἀλλ᾽ ἢ οἶκος Θεοῦ, καὶ αὕτη ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ» (Γέν. 28,17). Σκάλα λοιπόν. Καὶ ὁ ἄγ­γε­λός μας μᾶς λέει· Τί διστάζετε; ἐμπρός, ἀνεβαίνετε τὴν πνευματικὴ κλίμακα τῶν ἀρετῶν!

* * *

Τὸ πρῶτο σκαλοπάτι, ἀγαπητοί μου, σ᾽ αὐτὴ τὴ σκάλα εἶνε ἡ σημερινὴ πρώτη μέρα. Πρῶ­το σκαλοπάτι ποὺ πρέ­πει ν᾽ ἀνεβοῦμε εἶνε μία θεμελιώδης ἀρετή, ἡ ταπεινοφροσύνη.
Τὴν ἀρετὴ αὐτὴ ἐκφράζει, μὲ τὴ γλῶσσα τῶν ἀρ­χαίων προγόνων μας, καὶ τὸ ῥητὸ ποὺ ἦταν γραμμένο στὸ μαντεῖο τῶν Δελφῶν, τὸ «γνῶθι σαυτόν», γνώρισε δηλαδὴ τὸν ἑαυτό σου. Ὁ ἑ­αυτός μας εἶνε τόσο κοντά μας, καὶ ὅμως δὲν τὸν γνωρίζου­με. Πολλὰ ἄλλα γνωρίζουμε σήμερα· ἀ­πὸ τὰ κύτταρα καὶ τὰ μικρόβια τοῦ ὀρ­γανισμοῦ μέ­χρι τὰ ἄστρα καὶ τοὺς γαλαξίες τοῦ οὐρανοῦ. Εἶνε ἐποχὴ γνώσεως. Ἀγνοοῦ­με ὅμως τὸν ἑαυτό μας.
Χιλιάδες καράβια ταξιδεύουν στὰ πελάγη· ὅποιον καπετάνιο νὰ ῥωτήσῃς «Ἀ­πὸ ποῦ ἔρχεσαι καὶ ποῦ πηγαίνεις;», θὰ σοῦ πῇ· «Ξεκινήσα­με ἀπὸ τὸ τάδε λιμάνι καὶ πηγαίνουμε στὸ τάδε». Κανείς δὲ θὰ πῇ «Κουτουροῦ ταξιδεύω». Ἐρω­τῶ λοι­πὸν τώρα κ᾽ ἐγὼ ἐσένα· Ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι καὶ ποῦ πηγαίνεις; Εἶνε τὸ πιὸ σοβαρὸ ἐρώτημα.
Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶνε μόνο αὐτὸ ποὺ φαίνε­ται, τὸ ὁρώμενον· εἶνε κυρίως τὸ μὴ ὁρώμενον, τὸ ἀ­όρατο, δηλαδὴ ὁ ψυχικός του κόσμος. Γιὰ νὰ γνωρίσουμε τὸν ψυχικό μας κόσμο, πρέπει νὰ κάνουμε ἐνδοσκόπησι. Οἱ ἀρχαῖοι τὸ ἔλεγαν «Ἔνδον σκάπτε», σκά­βε μέσα σου. Νε­ώτε­ροι τὸ λένε ψυχολογία τοῦ βάθους. Μὲ τὴν ἐν­δοσκόπησι θὰ βρῇς στὴν ψυχὴ διαμάντια, πολύτι­μα στοιχεῖα, ἔξοχα δῶρα τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἶνε ἡ διάνοια, ἡ συνείδησις, μεγάλοι πόθοι ὅ­πως λ.χ. τῆς ἐλευθερίας, ὄνειρα, συλλήψεις, ἐμπνεύσεις. Ἀλλὰ κοντὰ στὰ πολύτιμα θὰ βρῇς καὶ στοιχεῖα εὐτελῆ, ἀθλιότητες, λάσπη, βόρβορο, σαπρία, πάθη καὶ κακίες.
Μία ἀπὸ τὶς κακίες αὐτές, τὴν ὑπερηφάνεια, στιγματίζει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο, μὲ σκοπὸ νὰ προβάλῃ ἔτσι πιὸ ζωηρὰ τὴν ἀντίθετη ἀρετή, τὴν ταπείνωσι. Εἰκόνα τῆς ταπεινώσεως εἶ­νε ὁ τελώνης, καὶ εἰκόνα τῆς ὑπερηφανείας εἶνε ὁ φαρισαῖος ποὺ νόμιζε ὅτι ἐπάνω στὸν πλανήτη δὲν ὑπάρχει ἄλ­λος ἀνώτερος ἀπ᾽ αὐ­τόν. Ἂν ψάξουμε, θὰ δοῦμε ὅτι ὅλοι, ἄντρες καὶ γυναῖ­κες, μεγάλοι ἀλλὰ καὶ μικροί, ἔχουμε μέσα μας ὑπερη­φάνεια καὶ ἀλαζονεία. Μιὰ φο­ρὰ στὴν αὐλὴ ἑνὸς σχολείου βρῆκα καμμιὰ δεκα­ριὰ παιδάκια καὶ ρώτησα· Δὲ μοῦ λέτε, ποιό ἀπὸ σᾶς εἶνε τὸ καλύτερο παιδί; Κοιτάζονταν ἀμίλητα. Ἐπανέλαβα τὴν ἐρώτησι, κανέ­να δὲν ἀ­παν­τοῦσε. Ὅλα μέσα τους θεωροῦ­σαν καλύτε­ρο καθένα τὸν ἑαυτό του. Ἂν ὅμως τὰ παιδάκια ἐκεῖνα ἀπὸ ντροπὴ σιωποῦσαν, οἱ μεγάλοι δὲ ντρέπονται νὰ καυχῶνται γιὰ ματαιότητες.
Τί καυχᾶται, ἄνθρωπε; Καυχᾶσαι γιὰ πλούτη, καταθέσεις, κτήρια, κτήματα, ἐργο­στάσια, καράβια;… Ἀνόητος εἶσαι. Αὐτὰ εἶνε φθαρτὰ πράγματα, ποὺ συχνὰ χάνονται. Θυμήσου τί λέει ἡ Ἐκκλησία· «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνα­σαν» (Ψαλμ. 33,11). Ἔχουμε παραδείγματα· ἄνθρω­­ποι ποὺ μποροῦσαν ν᾽ ἀγοράσουν ὅλη τὴν Ἑλ­λάδα, ἦρθε ὥρα ποὺ δὲν εἶχαν ν᾽ ἀγοράσουν ψωμί! Καυχᾶσαι γι᾽ ἀξιώματα, ὅτι κατώρθωσες νὰ γίνῃς δήμαρχος, νομάρχης, ὑπουργός, ἐπί­σκοπος, μητροπολίτης, ἀρχιεπίσκοπος, πατρι­άρχης, στρατηγός, ναύαρχος, πρόεδρος δημο­κρατίας, πρωθυπουργός; Ἡ ἐξουσία εἶνε ἐφή­μερη· εἴδαμε πανίσχυρους δυνάστας, ποὺ τοὺς ὑποδέχονταν μὲ παλλαϊκὲς συγκεντρώσεις, νὰ πέφτουν, νὰ καταλήγουν στὴ φυλακὴ καὶ νὰ μὴν τοὺς θυμᾶται κανένας. Καυχᾶσαι γιὰ τὴν ὑγεία, τὶς σωματικὲς δυνάμεις, τὰ μπράτσα, τὰ πόδια, τὶς ἀθλητικὲς ἐπιδόσεις σου; Οὔτε αὐτὰ εἶνε κάτι τὸ μόνιμο. Πῆγα σ᾽ ἕνα νοσοκο­μεῖο τῶν Ἀθηνῶν καὶ εἶδα ἕνα ἀσθενῆ 25 ἐ­τῶν, πρώην ἀθλητή. Εἶχε παραλύσει τελείως καί, αὐτὸς ποὺ πετοῦσε τὴ μπάλλα στὰ οὐράνια, δὲ μποροῦσε νὰ σηκώσῃ οὔτε τὸ κουτάλι ἀλ­λὰ τὸν τάιζε νοσοκόμος. Μήπως καυχᾶ­σαι γιὰ τὴν ἐπιστήμη; Ἀλλὰ οἱ ἀληθινοὶ ἐπιστήμονες εἶνε ταπεινοί· ὁμολογοῦν ὅτι αὐτὸ ποὺ γνω­ρίζουμε εἶνε μιὰ σταγόνα ἐν συγκρίσει μὲ τὸν ἀπέραντο ὠκεανὸ τῆς γνώσεως. Χίλια χρόνια νὰ ζήσῃ κανείς, οὔτε τὸ ἄλφα δὲν θὰ προλά­βῃ νὰ γνωρίσῃ. Λοιπὸν τί καυχᾶσαι; Ἂν εἶσαι λογικός, πὲς κ᾽ ἐσὺ ἐκεῖνο ποὺ εἶπε ὁ Σωκράτης· «Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα»· ἕνα γνωρίζω, ὅτι δὲν γνωρίζω τίποτα.
Τέλος κάποιος ἄλλος, ὁ φαρισαῖος τῆς σημερινῆς παραβολῆς, λέει· Ἐγὼ δὲν καυχῶμαι οὔτε γιὰ πλούτη οὔτε γιὰ ἀξιώματα οὔτε γιὰ ὑγεία οὔτε γιὰ ἐπιστήμη· καυχῶμαι γιὰ τὴν ἀρετή, ἔχετε ἀντίρρησι; Ἡ ἀρετὴ ἀξίζει πρά­γματι. «Πᾶς γὰρ ὅ τ᾽ ἐπὶ γῆς καὶ ὑπὸ γῆς χρυ­σὸς ἀρετῆς οὐκ ἀντάξιος», εἶπε ὁ Πλάτων (Νόμ. 5,728Α· Μιχ. Ἰατροῦ, Πόθεν καὶ διατί σ. 70)· ὅσο ἀξίζει ἕνα δράμι ἀρετῆς, δὲν ἀξίζουν ὅλοι οἱ ὄγκοι χρυσοῦ τοῦ πλανήτου. Ἀλλ᾽ ἐσὺ ποὺ καυχᾶσαι γι᾽ αὐ­τήν, ἐὰν ἐξετάσῃς καλά, θὰ δῇς ὅτι ἡ ἀρετή σου εἶνε πολὺ μικρή, μηδαμινή, μπροστὰ στὸ ὕψος τῆς ἀρετῆς τοῦ Χριστοῦ ποὺ «ἐκάλυψεν οὐρανούς» (Ἀμβ. 3,3· καταβ. Ὑπαπ.). Ἕνας εἶνε ὁ ἀ­λη­θινὰ ἐνάρετος, ὁ ἅγιος. Γι᾽ αὐτὸ στὴ θεία Λειτουρ­γία λέμε «Εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός…» (βλ. Φιλ. 2,11)· ὅλοι ἐμεῖς οἱ ἄλλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοὶ κ᾽ ἔχουμε ἀνάγκη τοῦ ἐλέους του.
Ἡ μεγαλύτερη ἁμαρτία δὲν ἡ μοιχεία ἢ ἡ πορνεία ἢ ἡ βλασφημία ἢ ἡ κλοπὴ ἢ ἡ ἀδικία· εἶνε ἡ ὑπερηφάνεια. Αὐτὴ εἶνε βδέλυγμα τῷ Θεῷ. Θέλετε ἀπόδειξι; Στὰ οὐράνια ὁ πρῶτος ἄγγελος ἦταν ὁ Ἑωσφόρος. Καὶ ἔπεσε. Γιατί; Δὲν ἔκανε οὔτε μοιχεία οὔτε πορνεία οὔτε κλοπή. Ὕπερηφανεύθηκε· εἶπε μὲ τὸ νοῦ του «Ἐγὼ θὰ ὑψωθῶ πάνω ἀπ᾽ τὰ νέφη καὶ τὰ ἄστρα, θὰ γίνω ὅμοιος μὲ τὸν Ὕψιστο» (βλ. Ἠσ. 14,12-14). Καὶ τότε ἔπεσε σὰν ἀστραπὴ καὶ ἔγινε σατανᾶς (Λουκ. 10,18).
Ὁ αἰώνας μας εἶνε γεμᾶτος ὑπερήφανους φαρισαίους. Μιὰ αἰτία καὶ τῶν πολέμων εἶνε ἡ ἀλαζονεία. Ὑπερηφανεύθηκαν λ.χ. οἱ Γερ­μανοί, καὶ ἔπεσαν. Αὐτοὶ ποὺ χτυποῦσαν τὸ πόδι στὴ γῆ καὶ δὲν καταδέχονταν νὰ κοιτάξουν ἄν­θρωπο, καταν­τοῦσαν νὰ γίνουν ζητιάνοι. Εἶνε νόμος αἰώνι­ος· κάθε ὑπερήφανος θὰ ταπεινω­θῇ, «ὁ ὑ­ψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπει­νῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται» (Λουκ. 18,14· βλ. καὶ 14,11).
Ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος, ἄντρας ἢ γυναί­κα, ἔχει χάρι. Λέει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός· Ὅ­ταν βλέπω ὑπερήφανο, σὰ νὰ βλέπω διάβολο· ὅταν βλέπω ταπεινό, σὰ νὰ βλέπω ἄγγελο.

* * *

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, ὁ τελώνης μᾶς διδά­σκει· ταπεινω­θῆτε κάτω ἀπὸ τὴν κραταιὰν χεῖρα τοῦ Θεοῦ (Α΄ Πέτρ. 5,6). Ταπείνωσις καὶ πάλι ταπείνωσις. Αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ τελώνης, «Ὁ Θε­ός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. 18,13), νὰ τὸ λέμε πρωί, μεσημέρι, βράδυ, μεσάνυχτα, καὶ πρὸ παντὸς ὅταν μπαίνουμε στὴν ἐκκλησία. Ἐὰν δὲν τὸ πιστεύῃς, μὴν ἔρχεσαι στὴν ἐκ­κλησία· διότι κοντὰ στὶς ἄλλες ἁμαρτίες προσ­­θέτεις καὶ μία χειρότερη, τὴν ὑπερηφάνεια.
Κάποτε ἕνας ἅγιος μὲ διορατικότητα στάθη­κε ἔξω ἀπὸ μιὰ ἐκκλησία καὶ παρατηροῦσε αὐ­τοὺς ποὺ μπαίνουν καὶ βγαίνουν. Εἶδε ὅλων τὶς ψυχὲς νὰ εἶνε μαῦρες. Ἕνας μόνο βγῆκε λευκός, ἔλαμπε. Τὸν πλησιάζει ὁ ἅγιος καὶ τοῦ λέει· ―Πές μου τὴν ἱστορία σου. ―Ἐγὼ ἤμουν λῃστής, εἶπε ἐκεῖνος, σκότωσα ἀνθρώπους· ἀλλ᾽ ὅταν ἄκουσα τὴν καμπάνα θυμήθηκα τὴ γιαγιά μου ποὺ μοῦ ᾽λεγε νὰ πηγαίνω στὴν ἐκ­κλησία. Πίεσα τὸν ἑαυτό μου καὶ μπῆκα. Συν­αισθάνθηκα τὴν ἁμαρτία μου, μετανόησα καὶ εἶπα· «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ».
Αὐτός, ἀγαπητοί μου, μαῦρος μπῆκε, ἄσπρος βγῆκε· ἐμεῖς μαῦροι μπαίνουμε, μαῦροι βγαίνουμε! Ἂν ἤμασταν ταπεινοί, θὰ νιώθαμε ὅτι εἴ­μαστε ἁμαρτωλοὶ καὶ θὰ ζητοῦσαμε νὰ ἐξομο­λογηθοῦμε. Σᾶς παρακαλῶ λοιπόν, τὴν ἅγια περίοδο τῶν 70 αὐτῶν ἡμερῶν, ὅλοι νὰ ἐξομολογηθοῦμε, καὶ ἀπὸ τὴν καρδιά μας μικροὶ καὶ μεγάλοι, λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ νὰ ποῦμε· «Ὁ Θεός, ἱλάσθητι ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς»· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(ἱ. ναὸς Ἁγ. Τριάδος Πτολεμαΐδος 19-2-1989)

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιαν 14th, 2012 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ τῆς Χαναναίας (Ματθ. 15,21-28)

H ΠΡΟΣΕΥΧΗ

«Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! γενηθήτω σοι ὡς θέλεις» (Ματθ. 15,28)

ΑΚΟΥΣΑΤΕ, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Τὸ Εὐαγγέλιο εἶνε ἕνα βιβλίο· ἀλλὰ τί βιβλίο! Τὰ ἄλλα βιβλία εἶνε χαλίκια· τὸ Εὐαγγέλιο εἶνε διαμάντι. Γι᾽ αὐτὸ ἡ θέσι του δὲν εἶνε μόνο στὴν ἐκκλησία ἀλλὰ καὶ στὸ σπίτι. Νὰ μὴν περνάῃ μέρα χωρὶς ἁγία Γραφή. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει, ὅτι ὅ­που εἶνε τὸ Εὐαγγέλιο φεύγει ὁ διάβολος.

* * *

Τί λέει λοιπὸν σήμερα τὸ εὐαγγέλιο; Μιλάει γιὰ μιὰ γυναῖκα δυστυχισμένη. Εἶχε κορίτσι ἄρ­ρωστο. Ἄρρωστο; Μακάρι νὰ εἶχε ἀρρώστια. Ὑπάρχει, ἀγαπητοί μου, κάτι ἄλλο χειρότερο. Τὸ κορίτσι της εἶχε δαιμόνιο – Θεέ μου, φύλα­ξέ μας. Ὅ,τι τῆς ὑπαγόρευε ὁ σατανᾶς, αὐτὸ ἐκτελοῦσε. Μπᾶ, θὰ πῆτε, τώρα ποὺ ξύπνησε ὁ κόσμος, ἔρχεσαι σὺ καὶ μιλᾷς γιὰ δαιμόνια; Ὅποιος δὲν πιστεύει ὅτι ὑπάρχουν δαιμόνια, ὅποιος ἀμφιβάλλει, ἂς πάῃ στὴν Κεφαλονιὰ νὰ δῇ δαι­­μονιζομένους. Ὅταν περάσῃ τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου Γερασίμου καὶ ὁ σιδερένιος σταυ­ρὸς ποὺ εἶχε ὁ ἅγιος, τότε τὰ δαιμόνια ἀφρίζουν καὶ φωνάζουν· Γεράσιμε, μᾶς ἔκαψες….
Δὲν εἶνε ὅμως μόνο αὐτοὶ δαιμονισμένοι· ὑ­πάρχουν κι ἄλλοι. Ποιοί δηλαδή; Ὅποιος ἔ­χει τὸ κακὸ μέσα του. Ἕνας π.χ. ποὺ μεθάει στὴν ταβέρνα καὶ γυρίζει παραπατών­τας στὸ σπίτι καὶ τὰ κάνει ὅλα γυαλιά – καρφιὰ καὶ δέρνει καὶ ἀπειλεῖ τὴ γυναῖκα του μὲ μαχαίρι, κι ὅ­ταν συνέρχεται λέει «Δὲν θυμᾶμαι, ἐγὼ δὲν ἔκανα τίποτα», αὐτὸς δὲν ἔχει δαιμόνιο; Ὅ­ποιος κάνει τὴν ἁμαρτία, δαιμόνιο ἐνεργεῖ μέσα του. Καὶ τέτοιοι δαιμο­νισμένοι εἶνε πολλοί. Διαβάστε, ἂν θέλετε, τὸ ἔργο τοῦ ῾Ρώσου Ντο­στογιέφσκυ «Οἱ δαιμονισμένοι»· θὰ δῆτε ἐκεῖ πολλοὺς τέτοιους τύπους δαιμονιζομένων.
Ἔβλεπε λοιπὸν τὸ δαιμονισμένο κορίτσι της ἡ μάνα καὶ στενοχωριόταν. Γιατὶ μιὰ φο­ρὰ πο­νάει τὸ παιδί, δέκα φορὲς ἡ μάνα. Ἡ μά­να ἡ καλή· διότι ὑπάρχουν καὶ γυναῖκες κακές.
Τώρα, ἐκεῖ ποὺ φτάσαμε, συχνὰ οἱ γυναῖ­κες εἶνε ἄστοργες. Τὸ μεγάλο ἁμάρτημά τους εἶ­νε οἱ ἐκ­τρώσεις, ποὺ εἶνε φόνος. Γιατροὶ ἐπί­ορκοι σφάζουν τὰ παιδάκια ὅπως ὁ χασάπης τὰ ἀρ­νάκια, καὶ πλουτίζουν. Δὲν συμ­βαίνει αὐτὸ ἀλ­λοῦ· σὲ λίγο αὐτὴ ἡ πατρίδα δὲν θά ᾽χῃ παιδιά, θὰ γίνῃ γηροκομεῖο. Γυναῖκες καὶ κορίτσια ποὺ μ᾽ ἀκοῦτε, τέτοιο ἁ­μάρτημα μὴν κάνετε στὴ ζωή σας· θὰ κολαστῆτε. Προτιμότερο νὰ γκρε­μίσῃς μιὰ ἐκκλησία παρὰ νὰ χαλάσῃς ἕνα παιδί. Μεγάλο ἔγκλημα οἱ ἐκτρώσεις καὶ γενικῶς ἡ ἀποφυγὴ τῆς τεκνογονίας.
Ἡ μάνα ὅμως τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου ἀ­γαποῦσε τὸ παιδί της καὶ ἔκανε τὸ πᾶν γι᾽ αὐ­τό. Ἦταν Χαναναία (Ματθ. 15,22), ὄνομα ποὺ δὲν εἶνε προσωπικὸ ἀλλὰ δείχνει τὴν καταγωγή της. Ὅπως λέμε Ἠπειρώτισσα, ἔτσι αὐτὴ λέγεται Χαναναία, διότι καταγόταν ἀπὸ γειτονι­κὸ λαὸ τῆς γῆς Χαναάν, λαὸ εἰδωλολατρικό. Σὰν εἰ­δωλολάτρις ἡ Χαναναία πίστευε στὰ μά­για καὶ θὰ πῆ­γε καὶ σὲ μάγους, χωρὶς ὅμως ἀ­ποτέλεσμα. Ὁ σατανᾶς δὲ διώχνει σατανᾶ. Τὸ δαιμό­νιο εἶχε ῥιζώσει, δὲν ἦταν εὔκολο νὰ ξερριζωθῇ.
Ἀπελπισμένη ἡ μάνα, ἄκουσε, ὅτι πλησίασε ἐκεῖ ὁ Χριστός. Ἔτρεξε, πέρασε τὰ σύνορα, ἦρθε κοντά του καὶ φώναζε· «Ἐλέησέ με, Κύριε, υἱὲ τοῦ Δαυΐδ· ἡ θυγατέρα μου πολὺ ταλαι­πω­ρεῖ­ται ἀπὸ δαιμόνιο» (ἔ.ἀ.). Ὁ Χριστός, ποὺ εἶνε ὅλο εὐσπλαχνία, ἐδῶ δὲ δίνει ἀπάντησι. Αὐτὴ συνεχίζει νὰ φωνάζῃ. Πλησιάζουν οἱ μαθη­ταί. Λυπήσου την, Διδάσκαλε, λένε, κάν᾽ της αὐ­τὸ ποὺ θέλει, νὰ μὴ φωνάζῃ πίσω μας. Κι ὁ Χριστὸς τί ἀπαντᾷ· Δὲν εἶνε σωστὸ ὁ πατέρας, τὸ ψωμὶ ποὺ ἔχει γιὰ τὰ παιδιά του, νὰ τὸ δώσῃ στὰ σκυλάκια (ἔ.ἀ. 15,26). Ποιούς ἐννοεῖ «παιδιά»; Τοὺς Ἰουδαίους, τὸν ἐκλεκτὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ. Καὶ ποιούς ἐννοεῖ «σκυλιά»; Τοὺς εἰδωλολάτρες, ποὺ ζοῦ­σαν σὰν τὰ ζῷα κι ἁμάρταναν ἀδιάν­τροπα σὰν τὰ σκυλιὰ στὸ δρόμο. Δὲν δίνω, λέει, τὸ ψωμί μου στὰ σκυλιά· τὸ ἔχω γιὰ τὰ παιδιά μου.
Τότε ἡ γυναίκα τί ἔκανε; Ἂν ἦταν ἄλ­λη; θὰ ἄνοιγε τὸ στόμα καὶ θά ᾽λεγε λόγια ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ ἐκεῖνος, γιὰ λόγους παιδαγωγικούς, ὑψηλούς, τὴν δοκίμαζε. Λοιπὸν αὐ­τὴ δὲν εἶπε τέτοια λό­για. Ἀλλὰ τί εἶπε; Ἀγράμ­­ματη, ἀλλὰ θεοφώτιστη, εἶπε· Χριστέ, ναί, παιδί σου δὲν εἶμαι, εἰδωλολάτρισσα εἶμαι, στὸ σκοτάδι ζῶ. Εἶμαι ἕνα σκυλάκι. Ἀλλ᾽ ὅπως τὸ σκυλάκι περιμένει κάτω ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ ἀφεντικοῦ νὰ φάῃ τὰ ψίχουλα ποὺ θὰ πέσουν, ἔτσι κ᾽ ἐγώ. Δῶσ᾽ μου ἕνα ψίχουλο, δὲν ζητῶ ψωμὶ ὁλόκληρο, καὶ μοῦ φτάνει αὐτό.
Ποιός ἀπὸ τοὺς παρόντας περίμενε τέτοια ἀπάντησι; Μόνο ὁ καρδιογνώστης Κύριος. Καὶ μόλις τὴν ἄκουσε λέει· «Ὦ γυναίκα, μεγάλη ἡ πίστι σου! νὰ γίνῃ ὅ,τι θέλεις» (ἔ.ἀ. 15,28). Κι ἀ­μέσως τὸ δαιμόνιο ἔφυγε ἀπὸ τὸ κορίτσι.

* * *

Αὐτά, ἀγαπητοί μου, λέει τὸ εὐαγγέλιο. Θέλω νὰ κρατήσετε ἕνα πρᾶγμα. Ὅτι τὸ μεγάλο ὅπλο τοῦ Χριστιανοῦ, εἶνε ἡ προσευχή, κι ὅτι ἡ προσευχὴ κάνει θαύματα. Ποιά προσευχὴ ὅμως εἰσακούεται; Ἡ προσευχὴ ποὺ ἔχει τὰ γνωρίσματα τῆς προσευχῆς τῆς Χαναναίας.
⃝ Ἡ Χαναναία τί ἔλεγε; τὸ «Κύριε, ἐλέησον» ποὺ ψάλλουμε κ᾽ ἐμεῖς. Πῶς τὸ λέμε ὅμως ἐ­μεῖς; Χωρὶς νὰ τὸ αἰσθάνεται ἡ καρδιά μας. Ἂν πᾶτε στὴ ῾Ρωσία, στὶς ἐκκλησίες λατρεύουν μὲ συναίσθησι. Ἦρθε κάποιος, ποὺ πῆγε ἐκεῖ, καὶ μοῦ εἶπε· Τί νὰ σοῦ πῶ, πάτερ, ὁ ῾Ρωσικὸς λαὸς πιστεύει· ἐνῷ ἐμεῖς χασμουριώμα­στε, αὐτοὶ λένε τὸ «Κύριε, ἐλέησον» καὶ κλαῖ­νε. «Κύριε ἐλέησον», εἶπε ἡ Χαναναία, ἀλ­λὰ μὲ πίστι. Πίστευε, ὅτι μόνο ὁ Χριστὸς μπορεῖ νὰ κάνῃ καλὰ τὸ παιδί. Καὶ ἔτσι ἔγινε τὸ θαῦμα.
⃝ Ἄλλο γνώρισμα. Ἡ Χαναναία ἔλεγε τὸ «Κύριε, ἐλέησον» μὲ ἐπιμονή. Ὄχι μιὰ φορὰ ἀλλὰ πολλές. Ὄχι σὰν μερικὰ ἀλητόπαι­δα, ποὺ χτυ­πᾶ­νε τὰ κουδούνια τῶν σπιτιῶν μιὰ φορὰ καὶ μετὰ φεύγουν γιατὶ φοβοῦνται μήπως κατεβῇ ὁ νοικοκύρης καὶ τὰ κυνηγή­σῃ, ἀλλὰ μὲ ἐπιμο­νή. Ὅταν θέλῃς πολὺ νὰ συναντήσῃς ἢ νὰ μιλή­σῃς μὲ κάποιον, χτυπᾷς συνεχῶς τὸ κουδούνι ἢ τὸ τηλέφωνό του, μέχρι ν᾽ ἀπαντήσῃ. Ἔτσι καὶ ἡ Χαναναία· πῆρε τηλέφωνο καὶ χτυποῦσε ἀδι­άκοπα. Τηλέφωνο καὶ κουδούνι εἶνε ἡ προσ­ευ­χή, μία ποθητὴ συνδιάλεξι μὲ τὸ Θεό, καὶ γιὰ νὰ τὴν ἐπιτύχουμε χρειάζεται ἐπιμονή, ὄχι ἀ­πογο­ήτευσι. Τότε θὰ λάβουμε ἐκεῖνο ποὺ ζητοῦμε.
⃝ Μὲ πίστι λοιπὸν ἡ προσευχή, μὲ ἐπιμονὴ ἡ προσευχή, καὶ ―τὸ ἀκόμη πιὸ σπουδαῖο― μὲ ταπείνωσι. Εἴδατε τὴ Χαναναία; Σκυλάκι τὴν εἶ­πε ὁ Χριστός, κι αὐτὴ λέει· Ναί, Κύριε, σκυλάκι εἶμαι, δὲν ἀξίζει νὰ λέγωμαι ἄνθρωπος. Ποιός σήμερα ἔχει τέτοιο ταπεινὸ φρόνημα; Ἂν ψάξῃς, δὲ βρίσκεις ταπεινὸ Χριστιανό. Πο­λὺ σπάνια. Πενήντα χρόνια κηρύττω, βουνὰ καὶ λαγκάδια περπάτησα, χωριὰ καὶ πολιτεῖες πέρασα, στὴν ἐπαρχία καὶ στὴν πρωτεύουσα. Τί ὑπερηφάνεια ὑπάρχει σὲ γυναῖκες καὶ ἄν­τρες! Ἐγώ, σοῦ λέει, εἶμαι ὁ καλύτερος χριστι­ανός!… Ἔ, ἅμα μοῦ λὲς ὅτι εἶσαι ὁ καλύτερος χριστιανός, εἶσαι γιὰ τὴν κόλασι. Κάποτε περι­οδεύοντας ἔφθασα σ᾽ ἕ­να χωριὸ πέρα ἀπὸ τὸ Κιλκίς. Καθὼς πλησίαζα βλέπω κάποιον καὶ τὸν χαιρετῶ· ―Καλησπέρα, συναμαρτωλέ. ―Τί εἶπες; μοῦ λέει· ἐ­σεῖς οἱ πα­πᾶδες εἶστε ἁμαρτωλοί, ἐγὼ εἶμαι ὁ καλύτερος ἄνθρωπος… Πα­ρὰ λίγο νὰ μὲ σκοτώσῃ στὸ δρόμο. Τὸν σημάδε­ψα καὶ ρώτησα στὸ χωριὸ. Τί ἔμαθα· ἦταν ὁ χειρότερος· κλέφτης καὶ ἀπατεώνας, δὲν εἶ­χε ἀφήσει κοττέτσι· κι ὅμως θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του τὸν καλύτερο. Αὐτὴ εἶνε ἡ ἁμαρτία μας. Πότε θὰ εἶ­σαι Χριστιανός· ὅταν θὰ λές, Δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ λέγωμαι οὔτε Χριστιανὸς οὔτε ἄνθρωπος. Γέμισε ὁ κόσμος ὑπερηφάνεια, ποὺ εἶνε τὸ χειρότερο ἀπ᾽ ὅλα τὰ ἁμαρτήματα, κι ἀ­πὸ τὴν πορνεία καὶ τὴ μοιχεία καὶ κάθε ἄλ­λο. Ταπεινὸς νὰ εἶσαι, σὰν τὴ Χαναναία. Τότε ἔρ­χεται τὸ ἔλεος. Τὴν ἄλλη Κυριακὴ εἶνε τοῦ Τε­λώνου καὶ Φαρισαίου· θὰ δοῦμε ὅτι ὁ ἁμαρτωλὸς τελώνης δικαιώθηκε μὲ τὴν ταπείνωσί του. Κι ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ποὺ ἔφτασε μέχρι τὰ οὐράνια, τί λέει· ὅτι «Ὁ Χριστὸς ἦρ­θε στὸν κόσμο νὰ σώσῃ τοὺς ἁμαρτωλούς, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ πρῶτος εἶμαι ἐγώ» (Α΄ Τιμ. 1,15).
Ἂς ἔχουμε τὴ συναίσθησι καὶ ἂς ζητοῦμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Γιατί, ἀδέρφια μου, ―μὴ σᾶς πικράνω― δὲ βλέπω καλὰ τὰ χρόνια· τὰ σημάδια δὲν εἶνε καλά. Ἔρχονται μεγάλα κα­κὰ στὸν κόσμο. Τέτοιοι ποὺ εἴμαστε (βλάστημοι, ἄδικοι, ἀχάριστοι, πόρνοι, μοιχοί, μακριὰ ἀπὸ τὸ Θεό), πρέπει νὰ φουσκώσουν τὰ ποτά­μια καὶ ἡ θάλασσα νὰ μᾶς πνίξουν, νὰ πέσουν τὰ ἄστρα νὰ μᾶς κάψουν, νὰ σειστῇ ἡ γῆ καὶ νὰ μᾶς καταπιῇ. Ὁλόκληρη ἡ βουλή, δεξιοὶ καὶ ἀριστεροί, ὅλοι σύμφωνοι, ψηφίζουν νόμους ἀντιχριστιανικούς, ὅπως εἶνε τὸ αὐ­τό­ματο διαζύγιο, γιὰ νὰ διαλυθῇ ἡ οἰκογένεια.
Ἂν δὲν πίστευα, θὰ ἔσπαζα τὴν ἀρχιερατι­κὴ ῥάβδο ποὺ κρατῶ καὶ θὰ προτιμοῦσα νὰ γί­νω λοῦστρος γιὰ νὰ ζήσω. Πιστεύω στὸ Θεὸ καὶ στὸ Εὐ­αγγέλιο, καὶ σᾶς μιλάω μὲ πόνο γιὰ τὴν πατρί­δα μας. Μείνετε πιστοὶ στὶς ἱερὲς παραδόσεις, καὶ ὁ Θεὸς τῶν πατέρων μας διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ πάν­των τῶν ἁγίων θά ᾽νε πάντα μαζί σας.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό της Κοιμήσεως Θεοτόκου Φλαμπούρου – Φλωρίνης 8-2-1976)

ΣYNANTHΣIΣ ΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΙ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιαν 8th, 2012 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ ΙΕ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 19,1-10)

ΣYNANTHΣIΣ ΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΙ

Θὰ μιλήσω, ἀγαπητοί μου, ἁπλᾶ γιὰ νὰ μὲ καταλάβετε. Θὰ μιλήσω παραβολικῶς.

* * *

Κάπου γινόταν δικαστήριο, κάποιος ἦταν κα­τηγορούμενος. Τὸ ὄνομά του; Εἶ­νε γραμμένο στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο· λεγόταν Ζακχαῖος. Καὶ τὸ παράπτωμά του; Ἦταν κλέφτης, ἔ­κλεβε. Δὲν ἔκλεβε ὅμως ὅπως οἱ συνηθισμένοι κλέφτες. Αὐτοὶ περιμένουν νὰ νυχτώσῃ, καὶ τότε μέσ᾽ στὸ σκοτάδι πᾶνε στὰ σπίτια, κάνουν διαρρήξεις καὶ παίρνουν ὅ,τι ὑ­πάρχει, ἢ πηδοῦν τοὺς φράχτες καὶ ρημάζουν τὰ χωράφια. Αὐτὸς δὲν ἔκλεβε τὴ νύχτα· ἔ­κλεβε τὴν ἡμέρα! Ἀσυνήθιστο αὐτό· νὰ κλέ­βῃ τὴν ἡμέρα καὶ νὰ μὴν τὸν πιάνῃ κανείς! Περί­εργο δὲν φαίνεται; Κι ὅμως εἶνε ἀληθινό. Ἔ­κλεβε τὴν ἡμέρα. Πῶς; Μὲ τὴ βοήθεια τῶν …νόμων, μὲ τὶς πλάτες τῶν ἀρχόντων, μὲ τὴν ἀνοχὴ τοῦ κράτους. Πῶς συμβαίνει αὐτό; Τὸ εὐαγγέλιο τὸ ὑπονοεῖ. Λέει, ὅτι δὲν ἦταν χωρικός, δὲν ἦ­ταν βοσκός, δὲν ἦταν ἕνας ἐρ­γάτης· ἦταν δημόσιος ὑπάλληλος. Ἦταν ἐντε­ταλμένος ἐπὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων φόρων· ἦταν τελώνης, ἀρχιτελώνης. Καὶ τί ἔ­κανε λοιπόν· ἐκεῖ ποὺ ἔπρεπε νὰ εἰσπράξῃ 1.000 δραχμὲς ὡς δημόσιο φόρο, αὐτὸς εἰσέπραττε 1.500. Τὶς 1.000 τὶς ἔδινε στὸ κράτος – στὸ δημόσιο καὶ τὶς 500 τὶς ἔπαιρνε αὐτός. Κλέβοντας ἔτσι τὸ λαὸ ―καὶ χωρὶς κανεὶς νὰ μπορῇ νὰ διαμαρτυρηθῇ, γιατὶ ὅλα γίνονταν ἐν ὀνόματι τοῦ νόμου καὶ ὅλα παρουσιάζον­ταν ὡς κανονικά―, ὁ Ζακχαῖος κατώρθωσε νὰ γίνῃ πλούσιος, πολὺ πλούσιος. Μὲ τὶς κλεψιές. Αὐτὴ ἡ εἴσπραξι, ποὺ γινόταν ἐν ὀνόμα­τι τοῦ δημοσίου, ὑπὸ τὴν προστασία τῶν νόμων, ἦταν πλέον μιὰ «νόμιμη» κλοπὴ καὶ λῃστεία.
Ἔτσι συμβαίνει πάντοτε, ἀγαπητοί μου. Για­τὶ ὑπάρχουν δύο εἰδῶν λῃσταί· ἐκεῖνοι ποὺ εἶ­νε στὰ βουνὰ κ᾽ ἐκεῖνοι ποὺ ζοῦν μέσ᾽ στὴν κοινωνία καὶ κατορθώνουν μὲ ποικίλους τρόπους, μὲ πολλὲς ἀπάτες, ὑπὸ τὴν προστα­σία κακοηθεστάτων νόμων ποὺ ψηφίζουν τὰ κοινοβούλια, νὰ θησαυρίζουν καὶ νὰ πλουτίζουν.
Ὁ Ζακχαῖος λοιπόν, ποὺ εἶχε κλέψει μὲ τὴν ἄ­δικη φορολο­γία, τώρα δικάζεται. Εἶνε στὸ ἑδώ­λιο τοῦ κατηγορουμέ­νου, καὶ τὸ δικαστήριο βγάζει τὴν ἀπόφασι. Τί λέει ἡ ἀ­πόφασι; Δύο πράγματα. Πρῶτον, νὰ μοι­ράσῃ τὴ μισὴ περιουσία του στοὺς φτωχούς. Καὶ δεύτερον, μὲ ὅσα τοῦ μείνουν ν᾽ ἀποζημι­­ώσῃ στὸ τετραπλά­σιο ὅ­ποιον ἀδίκησε· ἔκλεψε 100 δραχμές; νὰ δώσῃ 400· ἔκλεψε 1.000; νὰ δώσῃ 4.000. Δύο ποινές· μοίρασμα τῆς μισῆς περιουσίας καὶ ἐπι­στροφὴ τῶν κλεμμένων στὸ τετραπλάσιο. Λίγα εἶν᾽ αὐτά; Ὅποιος ἀ­κούσῃ τὴν ἀπόφασι τοῦ δικαστηρίου, θὰ παραδεχθῇ ὅτι εἶνε αὐστηρή· πολὺ αὐστηρὰ τὸν ἔκρινε τὸ δικαστήριο.
Καὶ ἐρωτῶ, ἀγαπητοί μου· ποιό εἶνε τὸ δικαστήριο αὐτὸ ποὺ δίκασε τὸν ἀρχιτελώνη Ζακχαῖο; Εἶνε εἰρη­νοδικεῖο, εἶνε κακουργοδικεῖο, κάποιο ἀπὸ τὰ δικαστήρια τῶν ἀν­θρώπων; Προσέξτε. Δὲν εἶνε δικαστήριο ἀπ᾽ αὐ­τά· δὲν εἶνε ἐξωτερικὸ δικαστήριο. Εἶνε ἐ­σωτερικὸ δικαστήριο, δικαστήριο ποὺ δικάζει μυ­στικά. Τὸ Ζακχαῖο δὲν τὸν δίκασε ἀστυνόμος καὶ εἰρηνοδίκης· δίκασε ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του. Ἀκοῦτε; Μεγάλο πρᾶγμα αὐτό. Ξέρετε τί θὰ πῇ, νὰ μὴν περιμένῃς νὰ σὲ δικάσῃ ἄλλος, ἀλλὰ νὰ δικάζῃς ἐσὺ τὸν ἑαυτό σου; Ἂν αὐτὸ τὸ ἔκαναν ὅλοι, ὤ τότε! ἡ γῆ θὰ ἦταν παράδει­σος. Δὲν θὰ εἴχαμε ἀνάγκη ἀπὸ δικαστήρια. Νὰ καθίσῃ κανεὶς τὸν ἑαυτό του κατηγορούμενο καὶ νὰ τὸν δικάσῃ! Ποῦ γίνεται αὐτό;…
Ποιό λοιπὸν εἶνε τὸ δικαστήριο αὐτὸ τὸ ἐ­σωτερικό; Παρακαλῶ προσέξτε, ἔχει μεγάλη σημασία αὐτὸ ποὺ λέμε. Τὸ δικαστήριο αὐτό, ποὺ κι ὅλα τ᾽ ἄλλα δικαστήρια νὰ καταργηθοῦν αὐτὸ θὰ ὑπάρχῃ, εἶνε ἡ συνείδησί μας.

* * *

Μέσα στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς τοῦ καθενός, ὅταν αὐτὸς κάνῃ κακό, ―ἂς μὴν τὸ ξέρῃ οὔ­τε ἡ γυναίκα καὶ τὰ παιδιά του, ἂς μὴ μπορῇ νὰ τὸν ἀνακαλύψῃ ἡ ἀστυνομία, ἂς μὴ τὸν δικάσουν ποτέ―, τὸ δικαστήριο αὐτὸ ἀποφασίζει ὅτι εἶνε ἔνοχος. Περνᾶνε χρόνια, ἀσπρίζουν τὰ μαλλιά, πλησιάζει τὸν τάφο, μὰ ἀκούει μέσα του· Ἔφταιξες!… Ἂς κάθεται στὸ καφενεῖο κι ἂς πίνῃ τὸν καφέ του, ἂς θεωρῆται κύριος, ἂς ἔχῃ σπίτι μὲ ὅλα τὰ κομφόρ. Μιὰ μυστικὴ φωνὴ τοῦ φωνάζει· Κακοῦργε!… Εἶνε ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεως. Καὶ φτάνει αὐτὴ ἡ φωνὴ ν᾽ ἀποδείξῃ ὅτι ὑπάρχει Θεός. Δύο πρά­γματα, εἶπαν, ἀποδεικνύουν ὅτι ὑπάρχει Θεός· ὁ ἔναστρος οὐρανὸς ποὺ εἶνε ἐπάνω ἀπὸ μᾶς καὶ ὁ ἠθικὸς νόμος ποὺ εἶνε μέσα μας.
Ὤ αὐτὴ ἡ φωνή! Τὸν βλέπεις τὸν ἄλλο, κύριος μὲ ὅλα τὰ μέσα στὴ διάθεσί του, ἐπιτυχημένος, μὲ τὰ παιδιά του ἀποκατεστημένα· καὶ ὅμως μέσα του τὸν τρώει σκουλήκι. Καλύ­τερα νὰ σὲ κεντήσῃ σκορπιός, παρὰ νὰ σὲ κεν­τήσουν οἱ τύψεις τῆς συνειδήσεως.
Θυμᾶστε ἀπὸ τὴν ἱερὰ ἱστορία, ὅτι κάποιος ἔκανε ἔγκλημα· ὁ Κάιν, ἀπὸ φθόνο καὶ ζήλεια, σκότωσε τὸν ἀδελφό του Ἄβελ καὶ τὸν ἔθαψε. Ἦταν τὸ πρῶτο αἷμα ποὺ χύθηκε πάνω στὴ γῆ. Κανείς δὲν τὸν εἶδε, κανείς δὲν ἤξερε τίποτα. Ἀλλὰ ξαφνικὰ σεισμὸς μέσ᾽ στὴν καρδιά του· ἄκουσε φωνή· «Κάιν Κάιν, ποῦ εἶνε ὁ Ἄβελ ὁ ἀ­δελφός σου;» (βλ. Γέν. 4,9). Ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη δὲν μπόρεσε πιὰ νὰ ἡσυχάσῃ· ἔτρεμε ὅπως τρέμουν τὰ φύλλα στὸ δάσος ὅταν φυσάῃ δυνατὸς ἄνεμος· παρακαλοῦσε τὸ Θεὸ καὶ ἔλεγε· Προτιμότερο νὰ πεθάνω παρὰ ν᾽ ἀκούω κάθε μέρα αὐτὴ τὴ φωνή.
Καὶ κάποιος ἄλλος στὸ Βυζάντιο – στὴν Πόλι, ὁ Κώνστας, λέει ἡ ἱστορία, σκότωσε τὸν ἀ­δελ­φό του τὸν Θεοδόσιο κ᾽ ἔγινε αὐτὸς βασιλιᾶς. Ἀλλ᾽ ἐνῷ τὸν τιμοῦσαν ὅλοι, αὐτὸς τὴ νύχτα, τὰ μεσάνυχτα, ποὺ ἡσυχάζουν τὰ πάν­τα, δὲν μποροῦσε νὰ κοιμηθῇ. Ἔβλεπε ἕνα ὅ­ραμα· τὴ σκιὰ τοῦ ἀδελφοῦ του νὰ κρατάῃ ἕνα ποτήρι γεμᾶτο αἷμα ποὺ ἄχνιζε καὶ νὰ τοῦ λέῃ· «Ἀδελφέ, πιὲς τὸ αἷμα τοῦ ἀδελφοῦ σου». Τὸ ἀναφέρει ὁ Ἠλίας Μηνιάτης (βλ. ἐπ. Αὐγ. Καντιώτου, Εἰκόνες καὶ πραγματικότητες τ. Α΄, Ἀθῆναι 19912, σσ. 74-75).
Τρομερὸ πρᾶγμα ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεως. Μὴ φοβᾶσαι τὸν ἀστυνόμο καὶ τὸν εἰσαγγελέα· τὴ συνείδησί σου νὰ φοβᾶσαι. Ἡ συνεί­δησι μπορεῖ κάποτε νὰ κοιμᾶται. Μπορεῖ κάποιος νὰ ἔχῃ κάνει ἔγκλημα, νὰ ἔχῃ σκοτώσει ἄνθρωπο, καὶ μετὰ νὰ τρώῃ γιουβέτσι καὶ νὰ διασκεδάζῃ. Κάποτε ὅμως ἡ συνείδησι ξυπνάει· κι ὅταν ξυπνήσῃ, τότε δὲν περιγράφεται τί γίνεται μέσα στὴν ψυχή.
Αὐτὸ ἔγινε καὶ στὸ Ζακχαῖο. Ὅταν ξύπνησε ἡ συνείδησί του, ὅταν βρέθηκε ἀντιμέτωπος μαζί της, τότε εἶδε διαφορετικὰ τὰ πρά­­γματα. Τὰ κλεμμένα λεφτὰ τοῦ φάνηκαν φίδια φαρμακερὰ ἕτοιμα νὰ τὸν δαγκώσουν, καὶ οἱ πέτρες τοῦ μεγάρου του τοῦ φάνηκε πὼς στάζουν αἷμα. Δὲν μποροῦσε νὰ ἡσυχάσῃ.
Μὰ πῶς ἔγινε αὐτὴ ἡ ἀλλαγή, θὰ πῆτε, πῶς ξύπνησε ἡ συνείδησι; Τὸ λέει τὸ ἀθάνατο Εὐ­αγγέλιο. Ἀπὸ μιὰ ματιὰ ποὺ τοῦ ἔρριξε ὁ Χριστός. Ὑπάρχουν ματιὲς καὶ ματιές. Ὤ ἐκείνη ἡ ματιά! Ὁ Χριστός, περνώντας κάτω ἀπὸ ἕνα δέντρο ὅπου εἶχε σκαρφαλώσει ὁ Ζακχαῖος γιὰ νὰ τὸν δῇ, σήκωσε τὸ βλέμμα καὶ τὸν κοίταξε. Ἔ, ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη πλέον ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἄλλαξε. Κατέβηκε ἀπὸ τὸ δέντρο καὶ ἦρθε στὸ σπίτι μαζὶ μὲ τὸ Χριστό. Ἐκεῖ, προ­τοῦ νὰ μπῇ, στάθηκε καὶ μπροστὰ σὲ ὅλους ἔ­κανε δικαστήριο. Δίκασε τὸν ἑαυτό του καὶ εἶπε· Κύ­ριε, εἶμαι ἁμαρτωλός· ἀδίκησα. Μετανοῶ· δίνω τὴ μισὴ περιουσία μου στοὺς φτωχοὺς καὶ ἀποζημιώνω τετραπλάσια ὅποιον ἀδίκησα.

* * *

Ἀπὸ ὅλη αὐτὴ τὴν ἱστορία κρατῆστε, ἀγαπητοί μου, ἕνα πρᾶγμα· τὸ δικαστήριο.
Τὰ ἐγκλήματα δὲν τιμωροῦνται ὅλα στὸν κόσμο αὐτόν. Ἀπὸ τὰ 1.000 τιμωρεῖται 1 μόνο, τὰ 999 μένουν ἀτιμώρητα. Ὑπάρχουν τὰ λεγό­­με­να «τέλεια» ἐγκλήματα, ποὺ οἱ δρᾶσται μένουν ἀσύλληπτοι. Ὑπάρχουν ἁμαρτωλοὶ ἀ­τιμώ­ρη­τοι· ἄθεοι καὶ ἄπιστοι, βλάσφημοι, ψεύ­δορκοι, παιδιὰ ποὺ σηκώνουν χέρι στὸν πατέ­ρα καὶ τὴ μάνα τους, πόρνοι καὶ μοιχοὶ ποὺ ἀ­τιμάζουν τὴ γυναῖκα τοῦ ἄλλου, κλέφτες ποὺ δὲ μπορεῖ νὰ τοὺς συλλάβῃ κανένας. Ποιός τοὺς τιμωρεῖ ὅλους αὐτούς; Θὰ μείνουν ἀτιμώρητοι; Ὄχι βεβαίως. Ὁ Θεὸς ἀργεῖ ἀλλὰ δὲν λησμονεῖ. «Ἔ­στι δίκης ὀφθαλμὸς ὃς τὰ πάνθ᾽ ὁ­ρᾷ», ὑπάρχει ἕνα δίκαιο μάτι ποὺ τὰ βλέπει ὅλα. Ὑπάρχει, ναί, ὑπάρχει τιμωρία. Καὶ ἡ τιμωρία ἢ θὰ ἐπιβληθῇ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως καὶ θὰ εἶνε αἰω­νία, ἢ θὰ ἐπιβληθῇ ἐδῶ καὶ θὰ εἶνε προσωρινή.
Τί συμφέρει; Ὅπως ὁ Ζακχαῖος, ὑ­πακούον­τας στὴ συνείδησι, δίκα­σε τὸν ἑαυτό του, νὰ δικάσουμε κ᾽ ἐμεῖς τὸν ἑ­αυ­τό μας. Ὅπως ἐκεῖνος εἶπε τ᾽ ἁμαρτήματά του ἐμπρὸς στὸ Χριστὸ καὶ ἐπέβαλε τι­μωρία στὸν ἑαυτό του, ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς, πρὶν φύγουμε ἀπ᾽ τὸ μάταιο τοῦτο κόσμο, νὰ πᾶμε στὸν πνευ­ματικὸ καὶ νὰ ποῦμε τ᾽ ἁμαρτή­ματά μας. Τότε ὁ Χριστός, ὁ ὠκεανὸς τῆς ἀ­γά­πης καὶ τοῦ ἐ­λέους, ποὺ συγχώρησε τὸ Ζακ­χαῖο τὴν πόρνη τὸ λῃστή, θὰ συχωρέσῃ κ᾽ ἐ­μᾶς. Ἔτσι θά ᾽χουμε ἐλπίδα σωτηρίας ἐν Χριστῷ, τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ ὑμνοῦμε καὶ νὰ δοξολογοῦμε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό Μεταμορφώσεως Κυρίου Ἀρδάσσης – Ἑορδαίας 29-1-1978)

1. Η ΛΕΠΡΑ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ 2. ΣΕ ΠΟΙΟΥΣ ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ;

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιαν 8th, 2012 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Kυριακή IB΄ Λουκά
(Λουκ. 17,12-19)

Η ΛΕΠΡΑ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

«᾿Ηπήντησαν αὐτῷ (=τῷ Χριστῷ) δέκα λεπροὶ ἄνδρες» (Λουκ. 17,12)

ΗΤΑΝ κάποτε ἐποχή, ἀγαπητοί μου, ποὺ δὲν ὑ­πῆρχε ἀσθένεια. Καὶ δὲν ὑπῆρχε, δι­ότι δὲν ὑπῆρχε μικρόβιο.
Τὸ μικρόβιο, ὅπως ξέρουμε, εἶνε ἀόρατο· μὲ γυμνὸ μάτι δὲν τὸ βλέπεις. Τὸ σῶμα μας, τὸ χῶμα, τὸ νερό, ὁ ἀέρας, τὰ πάντα, εἶνε γε­μᾶτα ἀπὸ ἄπειρα μικρό­βια. Ὅταν πρὶν διακόσα χρόνια ἕνας ἐπιστή­μων τὰ ἀνεκάλυψε καὶ εἶδε μὲ τὸ μικροσκόπιο σ’ ἕνα ποτήρι νε­ρὸ νὰ κολυμποῦν ἑκατομμύρια ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς μικροοργανισμούς, φώναξε τὴν κόρη του. ―Γιά κοίταξε, τῆς λέει· ὑπάρχει κάτι μέσα στὸ νερό; ―Δὲ βλέπω τίποτα. ―Γιά κοίταξε τώρα μὲ τὸ μικρο­σκόπιο. Ὅταν ἐκείνη εἶδε, κατεπλάγη. ―Τί εἶνε τοῦτο ’δῶ, πατέρα!… Ἀμέτρητα ζῳύφια εἶδε νὰ πλέουν μέσα στὸ νερό.
Φορεὺς λοιπὸν τῆς ἀσθενείας εἶνε ἕνα μικρόβιο. Καὶ τὸ ἀδιόρατο αὐτὸ πλάσμα κάνει θραῦσι. Οὔτε τὰ λιοντάρια τῆς Ἀφρικῆς δὲν θανατώνουν τόσους ὅσους ἕ­να μικρόβιο. Τρομερὸ πρᾶγμα· γιὰ νὰ φαίνεται ἔτσι ἡ ἀδυναμία μας…
Στὴν ἀρχή, ὅπως εἴπαμε, δὲν ὑπῆρχαν μικρόβια. Ὁ ἀέρας ἦταν πεντακάθαρος, δὲν ὑ­πῆρχε νέφος καυσαερίων. Τὰ νερὰ πεν­τακά­θαρα, διαυγῆ, κρυστάλλινα. Τὰ δάση παρθέ­να, ὅπου εἶχαν τὶς φωλιές τους τὰ πουλιά. Τὸ περιβάλλον θαυμάσιο, κῆπος Ἐδέμ. Δὲν ὑπῆρ­χε ἀκόμη ἀσθένεια καμμία μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ἀλλ’ αἴφνης τὸ σκηνικὸ μετεβλήθη. Τὸ πῶς μετεβλήθη δὲν θὰ τὸ ἀναπτύξω τώρα. Ἕνα μό­νο θὰ πῶ· ὅτι, κατὰ τὴ Γραφή, αἰτία εἶνε ὁ ἴ­διος ὁ ἄνθρωπος, ὄχι ὁ Θεός. Ὁ Θεὸς ἔφτειαξε θαυμάσιο περιβάλλον, τὰ ἔπλασε ὅλα «κα­λὰ λίαν» (Γέν. 1,31). Αἰτία τοῦ κακοῦ εἶνε ὁ ἄν­θρωπος ποὺ ἁμάρτησε. Δὲν ὑπήκουσε στὸ Θεό, καὶ κατόπιν ἐνέσκηψαν ὅλα τὰ κακά. Τὰ νερὰ μολύνθηκαν, ὁ ἀέρας μολύνθηκε, τὰ δέντρα ξεράθηκαν, ἡ γῆ ἄρχισε νὰ σείεται… Ἡ ἁρμο­νία, ποὺ ὑπῆρχε (μὲ τὸ Θεό, μὲ τὸν πλησίον, μὲ τὴ φύσι), διεταράχθη. Τὰ πάντα ἀναστα­τώθηκαν. Καὶ κοντὰ σ’ αὐτὰ οἱ ἁμαρτίες κλόνισαν τὴν ὑγεία τοῦ ἀνθρώπου.
Νὰ μετρήσουμε τὶς ἀσθένειες; Εἶνε ἀμέτρητες. Καὶ ὅσο προχωρεῖ ἡ ἐπιστήμη, ὅλο καὶ νέ­ες πα­ρουσιάζονται. Τελευταίως μάλιστα ἐμφα­νί­­στη­­κε καὶ μιὰ ἀσθένεια ποὺ θὰ σαρώσῃ τὴν ἀν­­θρω­πότητα ὡς τιμωρία τῆς σαρκικῆς ἀκολασίας. Τὸ βλέπετε. Φραγμὸς δὲν ὑπῆρ­χε. Κο­ρόιδευ­αν τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Καὶ στὴν πατρίδα μας ἔβγαλαν νόμο, ποὺ ἀποποινικοποιεῖ καὶ ἀμνηστεύει τὴ μοιχεία· ἐκεῖ φτάσαμε. Ἔτσι τὸ ἔιτζ ἔρχεται νὰ βάλῃ κάποιο φραγμό.

* * *

Μία ἀπὸ τὶς ἀρχαῖες ἀσθένειες ἦταν καὶ ἡ λέπρα, ποὺ εἴδαμε σήμερα στὸ εὐαγγέλιο. Ἐπὶ αἰῶνες ἦταν φόβος – τρόμος, καὶ μόνο πε­ρὶ τὸ 1940 ἔδωσε ὁ Θεὸς καὶ ἀνακα­λύ­φθηκε τὸ φάρμακο γι’ αὐτήν.
⃝ Τί εἶνε ἡ λέπρα; Εἶνε μιὰ βασανιστικὴ ἀ­σθέ­νεια, ἀλλοιώνει τὸ αἷμα, κάνει τὸ δέρμα νὰ κοκ­κινίζῃ καὶ νὰ γεμίζῃ λέπια. Δημιουργεῖ κνισμό, φαγούρα, ἀνησυχία. Τὸ νήπιο κοιμᾶται στὴν κούνια, ὁ ἐργά­της κοιμᾶται μετὰ τὸν κόπο τῆς ἡμέρας, ὅλοι ἡ­συχάζουν· ὁ ταλαίπωρος ὁ λεπρὸς ὅμως δὲ μποροῦσε νὰ κλείσῃ μάτι. Ξυνόταν συνεχῶς μὲ τὰ νύχια ἢ μ’ ἕνα κεραμίδι. Βασανιστικὴ ἀσθένεια.
⃝ Καὶ ὄχι μόνο βασανιστικὴ γιὰ τὸν ἴδιο, ἀλλὰ καὶ ἀποκρουστικὴ γιὰ τοὺς γύρω. Ἄλλαζε καὶ παρεμόρφωνε τὸ πρόσωπο. Ἡ πιὸ ὡραία γυναίκα γινόταν ἡ πιὸ ἄσχημη, καὶ ὁ πιὸ ὡραῖος ἄντρας γινόνταν ὁ πιὸ ἄσχημος. Ἔπεφταν μύ­τες, αὐτιά, σάρκες, σάπιζε ὁ ἄνθρωπος.
⃝ Τὸ δὲ χειρότερο; ἦταν μεταδοτική, τρομε­ρὰ μεταδοτική. Ἕνας λεπρὸς μποροῦσε νὰ μετα­δώσῃ τὴ λέπρα σὲ ὁλόκληρη πόλι. Γι’ αὐ­τό, μό­λις κάποιος παρουσίαζε ἐξανθήματα λέ­πρας, ἀμέσως ἡ πολιτεία ἐλάμβανε μέτρα· τὸν ἔβγαζε ἔξω ἀπὸ τὴν κατοικημένη περιοχή, τὸν ἔ­στελνε νὰ ζήσῃ μακριά, μέσ’ στὰ δάση, στὰ ἄ­γρια βουνὰ καὶ τὶς σπηλιές. Τοῦ κρεμοῦσαν ἀ­κόμα κουδούνι, ὅπως στὰ γίδια, γιὰ νὰ εἰδοποιῇ· Μὴ μὲ πλησιά­σετε, εἶ­μαι λεπρός!… Πρόλαβα κ’ ἐγὼ τοὺς λε­προύς. Ἐπισκέφθηκα τὸ λεπρο­κομεῖο ποὺ ἦταν στὴν Ἀθήνα. Κάθισα μία – δύο ὧρες μαζί τους, εἶδα τὸν πόνο καὶ τὸ κλάμα τους. «Δὲν κοιμούμεθα τὴ νύχτα», μοῦ ἔλεγαν. Τὰ χαρακτηριστικά τους ἀλλοιωμένα τρομε­ρά. Φρί­κη… Βορείως τῆς Κρήτης εἶνε ἕνα νησάκι, ἡ Σπιναλόγγα, ὅ­που παλαιὰ ὑπῆρχε λεπροκομεῖο. Δύο – τρεῖς χιλιάδες ἦταν οἱ λεπροὶ στὴν Σπιναλόγγα. Τώρα ἔφυγαν ὅλοι, θεραπεύθηκαν.

* * *

Σήμερα, δόξα τῷ Θεῷ, δὲν ὑπάρχουν πολλοὶ λεπροί. Μὲ τὰ φάρμακα ποὺ βρέθηκαν, ἡ λέπρα θεραπεύεται. Ὑπάρχουν ὅμως κάποιοι ἄλλοι λεπροί, λεπροὶ ὄχι στὸ σῶμα ἀλλὰ στὴν ψυχή. Ὅπως τὸ σῶμα ἀσθενεῖ, ἔτσι καὶ ἡ ψυχή. Εἶνε δὲ ἡ ἀσθένεια τῆς ψυχῆς πιὸ σοβαρὴ ἀ­πὸ τοῦ σώματος. Ἡ ἀσθένεια τῆς ψυχῆς στὴ γλῶσ­σα τῆς ἁγίας Γραφῆς ὀνομάζεται ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία εἶνε χειρότερη κι ἀπὸ τὸν καρκί­νο. Δὲν τῆς δίνουμε δυστυχῶς τὴν πρέπουσα σημα­σία. Θὰ μπορούσαμε νὰ τὴν παρομοιάσουμε μὲ τὴ λέπρα. Καὶ πάνω σ’ αὐτό, ὅτι ἡ λέπρα εἶνε σύμβολο τῆς ἁμαρτίας, θὰ κά­νω δυὸ – τρεῖς παρομοιώσεις καὶ θὰ τελειώσω.
⃝ Ὅπως ἡ λέπρα ἔτσι καὶ ἡ ἁ­μαρτία εἶνε βασανιστικὴ γιὰ τὸν ἴδιο τὸν ἁμαρτωλό. Ὁ ἀθῷ­ος ἄν­θρωπος ἔχει ἡσυχία, κοιμᾶται ἤρεμος κάτω ἀ­πὸ τὰ ἄστρα καὶ λέει· «Ἐν εἰρήνῃ ἐπὶ τὸ αὐτὸ κοιμηθήσομαι καὶ ὑπνώσω» (Ψαλμ. 4,8). Ὁ ἁμαρτωλὸς ὅμως, λ.χ. ὁ φιλάρ­γυρος; Δὲν κοιμᾶ­ται. Κάθε­ται τὰ μεσάνυχτα καὶ μετράει τὶς λί­ρες ―γεγονὸς αὐτό―, ἢ σκέπτεται πῶς τὸ ἕ­να ἑκατομμύριο θὰ τὸ κά­νῃ δύο, τρία…. Λέει σὰν τὸν ἄφρονα πλούσιο· «Τί ποιήσω;» (Λουκ. 12,17), τί νὰ κάνω; Τὸν τρώει τὸ μικρόβιο τοῦ μαμωνᾶ, τῆς πλεονεξίας.
⃝ Ἡ ἁμαρτία εἶνε ἀκόμη ἀποκρουστικὴ γιὰ τοὺς ἄλλους σὰν τὴ λέπρα. Ἡ ὑπερηφάνεια λ.χ., ἡ σκληροκαρδία, ἡ ζήλεια, ἡ μνησικακία δηλητηριάζουν τὴν ἀνθρώπινη κοινωνία, κάνουν ἀνεπιθύμητον ὅποιον τὶς ἔχει, τὸν ἀπομακρύνουν ἀπὸ ὅλους. Ποιός δὲν ἀ­ποστρέφεται καὶ δὲν ἀηδιάζει ἕναν ἀλαζόνα, ἕνα φθονερό, ἕναν ἐκδικητικό, ἕνα συκοφάντη;
⃝ Ἀλλὰ τὸ χειρότερο εἶνε, ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶνε μεταδοτική. Ἡ λέπρα ἔπαυσε σήμερα νὰ μετα­δίδεται ὅπως παλαιότερα, ἡ ἁμαρτία ὅμως ἐξ­ακολουθεῖ νὰ εἶνε πολὺ μεταδοτική. Ἂν δὲν λη­φθοῦν ἐγκαίρως μέτρα, ἀλλοίμονο. Θέ­λετε παραδείγματα; Στὴν Κύπρο μας δὲ βλαστημοῦ­σε οὔτε ἕνας. Τώρα βλαστημοῦν. Ἀπὸ ποῦ τὸ ἔμαθαν; Ἀπὸ τοὺς δικούς μας· ἀνάξιοι ἀξιωμα­τικοὶ καὶ στρατιῶτες, αὐτοὶ τοὺς δίδαξαν τὴ βλασφημία. Ἀντέδρασαν πρὸς στι­γμὴν οἱ Κύ­πριοι, ἀλλὰ μετὰ ἡ λέπρα τῆς βλασφημίας δι­αδόθηκε. Ἄλλο παράδειγμα· στὴν πατρίδα μας ἡ πορνεία καὶ ἡ μοιχεία ἦταν σπάνιες. Ἡ γυναί­κα δὲν ἔδινε τὸ κορμί της σὲ ξένον ἄντρα. Τώ­ρα; Μὲ τὴν ἐπίδρασι τῆς ξενομανίας αὐτὰ ἔ­γιναν μόδα. Οὔτε ὁ νόμος πλέον τὰ τιμωρεῖ. Ἔτσι, ἀντιστάσεως μὴ ὑπαρχού­σης, ἡ ἁμαρτία κυκλοφόρησε καὶ ἔγινε πλέον παιχνίδι.

* * *

Ἀδελφοί μου! Ἐξ ἐπόψεως ἠθικῆς εἴμεθα λεπροί. Δὲν ὑπάρχουν ἆραγε φάρμακα; Ὑπάρ­χουν. Ἰατρεῖο καὶ φαρμακεῖο εἶνε ἡ Ἐκκλη­σία. Ἰατρὸς ψυχῶν καὶ σωμάτων ―δὲν εἶνε ψέ­μα, εἶνε ἀλήθεια― εἶνε ὁ Χριστός. Καὶ ἔχει πολλὰ φάρμακα, φάρμακα γενικὰ καὶ εἰδικά.
Φάρμακο γενικῆς χρήσεως εἶνε – μία λέξις· ἡ πίστις. Νὰ ζητήσουμε ἀπ’ τὸ Θεό· Δῶσε μας πίστι σὰν τὴν πίστι τῶν προγόνων μας. Οἱ δέκα λεπροί, ἀπογοητευμέ­νοι ἀ­π’ τὸν κόσμο καὶ τὰ ἐγκόσμια, μόλις εἶ­δαν τὸ Χριστό, φώναξαν· «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐ­λέ­ησον ἡμᾶς» (Λουκ. 17,13). Πίστευαν ἀκραδάν­τως, ἔτσι θεραπεύθηκαν.
Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄλλα φάρμακα, εἰδι­κῆς χρήσεως. Ποιά εἶν’ αὐτά; Εἰδικὸ φάρμακο λ.χ. γιὰ τὴ φιλαργυρία, ποὺ «εἶνε ῥίζα ὅλων τῶν κα­κῶν» (Α΄ Τιμ. 6,10) ―δύο παγκόσμιοι πόλεμοι ἐξ αἰτίας της ἔγιναν― ποιό εἶνε; εἶνε ἡ ἐλεημο­σύνη. Τὸ εἰδικὸ φάρμακο τῆς ὑπερηφανείας εἶνε ἡ ταπείνωσι, τῆς μνησικακίας εἶ­νε τὸ «συγχωρῶ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς». Τὸ εἰ­δι­κὸ φάρμακο τῆς ἀνηθικότητος καὶ φαυλό­τητος εἶνε ἡ ἐγκράτεια κ.τ.λ..
Σήμερα ἡ κοινωνία μας εἶνε βαρύτατα ἀσθε­νής. Ἡ ἀσθένειά της δὲν θεραπεύεται μὲ ἀ­σπιρίνες· χρειάζονται φάρμακα ῥιζικά. Καὶ τέτοια φάρμακα εἶνε, νὰ ἐπιστρέψουμε στὴν πί­στι τῶν πατέρων μας. Τότε καὶ ἡ ἀθεΐα καὶ ἡ ἀπιστία καὶ ἡ φιλαργυρία καὶ ἡ μνησικακία καὶ ἡ πορνεία καὶ ἡ μοιχεία καὶ ὅλα αὐτὰ θεραπεύονται. Μόνο ἐμεῖς νὰ μιμηθοῦμε τοὺς λεπροὺς καὶ νὰ φωνάξουμε· «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν μας». Νὰ τὸ ποῦμε ὅλοι, ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας, καὶ τὸ θαῦμα θὰ γίνῃ. Μέσα στὸ ἔθνος μας δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἡ λέπρα τῆς βλασφημίας, τῆς κα­κίας, τῆς μνησικακί­ας, τῆς μοχθηρίας, τοῦ μίσους…, ἀλλὰ θὰ ὑ­πάρχῃ ἀγάπη, θὰ ὑπάρχῃ ὁ Χριστός· ὅν, παῖ­δες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό της Ἁγίας  Τριάδος Πτολεμαΐδος 21-1-1990)

Kυριακή IB΄ Λουκά
(Λουκ. 17,12-19)

ΣΕ ΠΟΙΟΥΣ ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ; 

«Οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ…;» (Λουκ. 17,18)

ΘΑ σᾶς παρακαλέσω, ἀγαπητοί μου, νὰ δώσετε προσοχὴ καὶ ζητῶ τὴν ὑπομονή σας λίγα λεπτά, γιὰ ν᾿ ἀκούσετε μία σύντομη ὁμιλία.

* * *

Ἀκούσατε τὸ σημερινὸ ἱερὸ εὐαγγέλιο (βλ. Λουκ. 17,11-19). Τί μᾶς λέει; Τὸ εὐαγγέλιο σήμερα διηγεῖται ἕνα θαῦμα. Ἕνα θαῦμα ἀπὸ τὰ ἄπειρα θαύματα ποὺ ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων, εἰς πεῖσμα τῶν ἀθέων καὶ τῶν ἀπίστων, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ὅπως εἶπα καὶ ἄλλοτε, μπορεῖ κανεὶς νὰ μετρήσῃ τὰ ἄστρα τ᾿ οὐρανοῦ, τὰ φύλλα τῶν δέντρων καὶ τὴν ἄμμο τῆς θαλάσσης, ἀλλὰ δὲν θὰ μπορέσῃ νὰ μετρήσῃ τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἕνα θαῦμα – ἕνα ἄστρο εἶνε τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Τί λέει;
Λέει, ὅτι ὁ Χριστός, καθὼς ἔμπαινε σὲ κάποια κωμόπολι τῆς Παλαιστίνης, συνάντησε δέκα δυστυχισμένους ἀνθρώπους. Τί ἦταν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί; Ἄρρωστοι. Τί ἀρρώστια εἶχαν; Μιὰ ἀρρώστια φοβερά, ἀρρώστια ποὺ τότε, τὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἐθεραπεύετο· ἀργότερα, στὴν ἐποχή μας, βρέθηκε τὸ φάρμακο γι᾿ αὐτήν. Εἶχαν μιὰ ἀρρώστια ποὺ ὀνομάζεται λέπρα. Εἶνε ἀρρώστια βασανιστική, ἀρρώστια ποὺ προκαλεῖ τὴν ἀηδία· ἡ ἀρρώστια αὐτὴ κάνει νὰ σαπίζουν καὶ νὰ πέφτουν τὰ δάχτυλα, τὰ αὐτιά, οἱ μύτες… Ὁ λεπρὸς ἄνθρωπος καταντᾷ ἕνα ἔκτρωμα, ἕνας ἐκφυλισμὸς ὅλης τῆς φυσικῆς ὄψεως καὶ καταστάσεως τοῦ ἀνθρωπίνου πλάσματος.
Συνάντησε λοιπὸν δέκα λεπρούς. Αὐτοί, μόλις τὸν εἶδαν, φώναξαν, καὶ ἡ φωνή τους ἀντήχησε μέσα στὴν ἐρημιά, ὅπου τοὺς εἶχαν ἀπομονώσει ἀπὸ φόβο μήπως ἡ ἀσθένειά τους μεταδοθῇ καὶ σὲ ἄλλους. Τί ἔλεγαν, τί φώναζαν; «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς» (ἔ.ἀ. 17,13). Ἔλεγαν δηλαδὴ αὐτὸ ποὺ λέμε κ᾿ ἐμεῖς κατ᾿ ἐπανάληψιν στὴν ἐκκλησία· «Κύριε, ἐλέησον». Ἀλλὰ πῶς τὸ ἔλεγαν! Διαφέρει πολὺ τὸ δικό μας «Κύριε, ἐλέησον» ἀπὸ τὸ δικό τους. Ἂν τὸ λέγαμε κ᾿ ἐμεῖς τὸ «Κύριε, ἐλέησον» μὲ πίστι ὅπως ἐκεῖνοι, θὰ γίνονταν θαύματα. Χίλια δικά μας «Κύριε, ἐλέησον», ψυχρὰ σὰν τὸ Βόρειο Πόλο, δὲν μποροῦν νὰ κάνουν τὸ θαῦμα ποὺ ἔκανε τὸ «Κύριε, ἐλέησον» τῶν δέκα λεπρῶν. Ἅμα ἔχῃς στὴν καρδιά σου πίστι καὶ προσεύχεσαι μὲ δάκρυα, τὰ ἄστρα κατεβάζεις στὴ γῆ. Μάλιστα. Ἐνῷ χίλια καὶ δυὸ χιλιάδες «Κύριε, ἐλέησον», ποὺ ψάλλουν οἱ ψαλτάδες, δὲν κάνουν τίποτα. Τὸ πᾶν εἶνε ἡ πίστις, μὲ τὴν ὁποία πρέπει ν᾿ ἀναπέμπουμε στὸ Θεὸ τὶς προσευχές μας.
«Κύριε, ἐλέησον» λοιπὸν φώναξαν. Καὶ ὁ Χριστὸς τοὺς ἄκουσε. Καὶ τί ἔκανε· τοὺς θεράπευσε! «Τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν» (ἔ.ἀ. 18,27).
Μετὰ ἀπὸ τὴ θαυμαστὴ αὐτὴ θεραπεία τί θὰ περίμενε κανείς; τί θά ᾿πρεπε νὰ κάνουν αὐτοὶ ὕστερα ἀπὸ τέτοιο μεγάλο θαῦμα; Νὰ εὐχαριστήσουν τὸ Χριστό. Νὰ πέσουν στὰ γόνατα, νὰ φιλήσουν τὰ πανάχραντα πόδια του, καὶ νὰ τοῦ ποῦν ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς «Σ᾿ εὐχαριστοῦμε, εὐεργέτη μας». Τὸ ἔκαναν; Μπᾶ!… Ἀπὸ τὰ δέκα «Κύριε, ἐλέησον» ποὺ προηγήθηκαν, ἔμεινε τώρα μόνο ἕνα «εὐχαριστῶ». Ναί· ἕνας μόνο παρουσιάστηκε, ἔπεσε μὲ τὸ πρόσωπο μπροστά του καὶ ἔλεγε· Σ᾿ εὐχαριστῶ, Χριστέ, σ᾿ εὐχαριστῶ.
Καὶ ὁ Χριστὸς εἶπε· Ἕνας μόνο θεραπεύθηκε; Δὲν θεραπεύθηκαν δέκα; Ποῦ εἶνε λοιπὸν οἱ ἄλλοι ἐννέα;… Φάνηκαν ἀχάριστοι!

* * *

Ἕνας φάνηκε εὐγνώμων καὶ ἀρεστὸς στὸ Θεό. Γι᾿ αὐτὸ τὸ παράδειγμα αὐτό, τοῦ ἑνός, εἶνε ὑπόδειγμα πρὸς μίμησιν· εἶνε παράδειγμα ποὺ πρέπει νὰ μιμηθοῦμε κ᾿ ἐμεῖς.
Σπάνιο πρᾶγμα σήμερα, στὴ γενεά μας, ἡ εὐγνωμοσύνη. Καὶ τὸ καταστάλαγμα τῆς πικρᾶς πείρας ἔγινε παροιμία· «Κάνε καλό, νὰ σὲ μισήσῃ ὁ κόσμος»! Σκλήρυναν οἱ καρδιές. Ἔλειψε ἀπὸ τὰ χείλη τὸ «εὐχαριστῶ». Οἱ ἄνθρωποι ἔχουν μόνο δικαιώματα, δὲν αἰσθάνονται καμμία ὑποχρέωσι σὲ κανέναν ἄλλο. Γιατί; Διότι τὸ ἄτομο ἔγινε ἐγωκεντρικό· νομίζει, ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶνε ὑπηρέτες του, πρέπει νὰ γίνουν γκαρσόνια ποὺ θὰ ἐξυπηρετοῦν τὴν αὑτοῦ μεγαλειότητα τὸ ἐγώ του.
Λοιπόν, μόνο ἕνας εἶπε τὸ «εὐχαριστῶ», καὶ εἶνε παράδειγμα ἄξιο μιμήσεως. Πρέπει κ᾿ ἐμεῖς νὰ είμεθα εὐγνώμονες. Ἀλλ᾿ ίσως κάποιος ρωτήσῃ· Καὶ ποῦ νὰ είμεθα εὐγνώμονες; σὲ ποιούς;
Ἀπαντοῦμε.
_ Πρῶτα – πρῶτα εὐγνωμοσύνη ὀφείλουμε στοὺς γονεῖς μας, στὴ μάνα ποὺ μᾶς γέννησε καὶ τὸν πατέρα ποὺ μᾶς ἀνέθρεψε.
_ Ἔπειτα εὐγνώμονες ὀφείλουμε νὰ είμαθα στοὺς δασκάλους ποὺ μᾶς ἔμαθαν τὸ ἀλφάβητο καὶ στοὺς καθηγητὰς ποὺ κοπίασαν γιὰ τὴν κατάρτισί μας.
_Περισσότερη εὐγνωμοσύνη ὀφείλουμε στοὺς πνευματικούς μας πατέρας καὶ διδασκάλους, στοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς ἐπισκόπους, ποὺ μᾶς ὡδήγησαν στὸ κατὰ Θεὸν ζῆν.
_ Ἀλλ᾿ εὐγνώμονες πρὸ παντὸς πρέπει νὰ σταθοῦμε πρὸς ἐκεῖνον ποὺ εἶνε ὁ μέγας εὐεργέτης, ὁ μεγαλύτερος εὐεργέτης μας. Καὶ ὁ μεγαλύτερος εὐεργέτης εἶνε ὄχι ἡ μάνα μας κι ὁ πατέρας μας καὶ ὅλοι αὐτοί, ἀλλὰ ὁ Θεός. Αὐτὸς εἶνε ὁ Εὐεργέτης μας. Ποιός μπορεῖ, ποιά γλῶσσα μπορεῖ νὰ μετρήσῃ τὶς εὐεργεσίες ποὺ μᾶς κάνει ὁ Θεός; Αὐτὴ τὴν ὥρα ἂν ζοῦμε, ζοῦμε διότι μᾶς εὐεργετεῖ ὁ Θεός. Ἀφῆστε ὅλα τὰ ἄλλα· τὸν ἀέρα, ποὺ ἀναπνέουμε, ποιός μᾶς τὸν χορηγεῖ; Ἐκεῖνος. Ὅπως εἶπα καὶ ἄλλοτε, πέντε λεπτὰ ―τί λέω―, δυὸ – τρία λεπτὰ νὰ μείνουμε χωρὶς ἀέρα, τελείωσε ἡ ζωή μας· δὲ᾿ μένει κανένας· οὔτε ἕνας δὲ᾿ ζῇ πάνω στὴ γῆ χωρὶς τὸν ἀέρα. Εὐγνώμονες λοιπὸν στὸν Δημιουργὸ τοῦ παντός. Ὁ Θεὸς εἶνε ὁ Πατέρας μας· «Πάτερ ἡμῶν…», «Πατέρα μας…», τοῦ λέμε (Ματθ. 6,9) καὶ δὲν ξέρω ἂν καὶ πόσο τὸ αἰσθανόμεθα. Ὅπως τὸ μικρὸ παιδὶ ἔχει ἐμπιστοσύνη στὸν πατέρα του, ἔτσι κ᾿ ἐμεῖς πρέπει νά ᾿χουμε ἐμπιστοσύνη στὸν οὐράνιο Πατέρα, ποὺ ἐνδιαφέρεται γιὰ μᾶς· «ὑμῶν δὲ καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς πᾶσαι ἠριθμημέναι εἰσί», λέει τὸ Εὐαγγέλιο (Ματθ. 10,30). Πατέρας μας εἶνε. Γι᾿ αὐτὸ τοῦ ὀφείλουμε ἐμπιστοσύνη καὶ εὐγνωμοσύνη.
Ἀλλὰ ὁ Χριστιανὸς δὲν ἔχει μόνο πατέρα, ἔχει καὶ μάνα. Δὲν ἐννοῶ τὴ φυσικὴ μάνα. Πέρα ἀπὸ τὴ φυσικὴ μάνα ὑπάρχει μιὰ ἄλλη μάνα, γλυκειὰ μάνα, ποὺ εἶνε τὸ καταφύγιο καὶ ἡ προστασία του. Ποιά εἶνε; Εἶνε ἡ Παναγία μας· αὐτὴ εἶνε ἡ μάνα μας, ἡ γλυκειά μας μάνα, ἡ παρηγορία καὶ βοήθειά μας.
Καὶ παραπάνω ἀπὸ τὴν Παναγία εἶνε μιὰ ἄλλη μάνα. Ποιά; Ἡ Ἐκκλησία μας, τῆς ὁποίας μέλος εἶνε καὶ ἡ Παναγία. Αὐτὴ εἶνε ἡ «μήτηρ Σιὼν» ποὺ λέει ὁ ψαλμῳδός (Ψαλμ. 86,5). Αὐτὴ εἶνε ἡ «γυνὴ» ποὺ εἶδε ὁ Ἰωάννης στὴν Ἀποκάλυψι, ἡ «περιβεβλημένη τὸν ἥλιον» (Ἀπ. 12,1) καὶ στεφανωμένη μὲ δώδεκα ἄστρα. Ἡ Ἐκκλησία, μὲ σύμβολο τὸν τίμιο σταυρό, στηρίζει τὴν ἐλπίδα τοῦ κόσμου. Γι᾿ αὐτὸ ἕνας δικός μας ποιητής, ὁ Κρυστάλλης, ἔλεγε·
«…Θρησκεία! γλυκειὰ μάνα,
τί ὄμορφη δίνεις ἐσὺ
λαλιὰ καὶ στὴν καμπάνα
καὶ πόσο ἐκείνη ἡ λαλιὰ
σαλεύει τὴν καρδιά μας!
Πόσες ἐκεῖνος ὁ σταυρὸς
ἀπ᾿ τὰ καμπαναριά μας
στὴν ἀντηλιάδα χύνοντας
τόσες χρυσὲς ἀχτῖδες
χύνει βαθειά μας, στὴν ψυχή,
γλυκὲς χρυσὲς ἐλπίδες!».

* * *

Ὁ Χριστιανός, ἀγαπητοί μου, πατέρα ἔχει τὸ Θεὸ καὶ μητέρα τὴν Ἐκκλησία· δὲν εἶνε ὀρφανός. Πρὸς τὴν Ἐκκλησία πρέπει νὰ εμεθα εὐγνώμονες ἰδίως ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες. Διότι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία στάθηκε σὲ ὅλες τὶς δύσκολες στιγμὲς τοῦ ἔθνους ἡ μητέρα καὶ τροφὸς τοῦ γένους μας. Εὐγνώμονες στὴν Ἐκκλησία μας!
Καὶ παραδείγματα εὐγνωμοσύνης νὰ ἔχουμε – ποιούς; Τοὺς ἁγίους. Ν᾿ ἀγαποῦμε τὴν Ἐκκλησία – πόσο; Ὅσο τὴν ἀγαποῦσαν λ.χ. ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ θεοφόρος, ὁ ὅσιος Ἀντώνιος, ὁ μέγας Ἀθανάσιος, οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι, ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι. Ἐκεῖνοι ἀγωνίστηκαν, ὡμολόγησαν, μαρτύρησαν, γιὰ νὰ μείνῃ ἡ Ἐκκλησία μας ἀνόθευτος καὶ ἀμόλυντος ἀπὸ αἱρέσεις καὶ σχίσματα. Οἱ ἅγιοι, ὅταν ἀνέφεραν τὴ λέξι «Ἐκκλησία», ἔκλαιγαν· τόση ἦταν ἡ ἀγάπη τους. Σ᾿ ἀγαπῶ, Ἐκκλησία μου! ἔλεγαν. Ἔτσι νὰ τὴν ἀγαποῦμε κ᾿ ἐμεῖς, γιὰ νὰ σωθοῦμε· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου  Παντελεήμονος Φλωρίνης Κυριακὴ 19-1-1986)

Ο Χριστος μας σωζει. Απο τι;

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Δεκ 11th, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ πρὸ Χρ. Γεννήσεως (Ματθ. 1,1-25)

Ο Χριστος μας σωζει. Απο τι;

«…καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» (Ματθ. 1,21)

ΠΟΣΟ, ἀγαπητοί μου, πόσο γρήγορα φεύγει ὁ χρόνος! Σὲ λίγο θὰ ἑορτάσουμε γιὰ μία ἀκόμη φορὰ τὴ μεγάλη ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων. Γι᾽ αὐτὸ ἡ Κυριακὴ αὐτὴ ὀνομάζε­ται Κυριακὴ πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως.

* * *

Ἡ ἁ­γία μας Ἐκκλησία ὥρισε νὰ διαβάζεται σήμερα ὡς εὐ­αγγέλιο ἡ ἀρχή, τὸ 1ο κεφάλαιο, τοῦ πρώτου εὐ­αγγελίου, τοῦ κατὰ Ματθαῖον. Εἶνε ἕνας κα­τάλογος τῶν προγόνων τοῦ Χριστοῦ. ―Μὰ εἶχε προγόνους ὁ Χριστός;… Ὡς ἄναρχος Θεός, δὲν εἶχε· πατέρα ἔχει τὸν οὐ­ράνιο Πατέρα. Ἀλλ’ ἀφ᾽ ὅτου παρουσιάστηκε ἐπὶ τῆς γῆς, ὡς ἄνθρωπος τέλει­ος πλὴν τῆς ἁ­μαρτίας, φόρεσε σάρκα ἀπὸ τὰ ἁγνὰ αἵματα τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Καὶ γεννήθηκε κα­τὰ ὑπερφυσικὸ τρόπο· πατέρα ἐπίγειο δὲν ἔ­χει, μητέρα μόνο ἔχει. Μητέρα του εἶνε ἡ Παν­αγία μας. Γονεῖς πάλι τῆς Παναγίας εἶ­­νε ὁ Ἰωακεὶμ καὶ ἡ Ἄννα, γονεῖς δὲ τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννης εἶνε ἄλλοι, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἔ­τσι σχηματίζεται μεγάλη ἁλυσίδα προγόνων.
Ὁ πρῶτος κρίκος τῆς ἁλυσίδας τῶν προγό­νων τοῦ Χριστοῦ εἶνε μία μεγάλη ἱ­στορικὴ φυ­σιογνωμία, ὁ Ἀβραάμ. Στὸν Ἀβραάμ, ὅπως ἀκούσαμε στὸν ἀπόστολο, δόθηκε ἡ μεγάλη ὑ­πόσχεσι, ὅτι ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους του, ἀπ’ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα, θὰ γεννηθῇ ὁ Λυτρωτής.
Σύμφωνα μὲ τὸν κατάλογο αὐτόν, ἀπὸ τὸν Ἀ­βραὰμ μέχρι τὸ Δαυῒδ εἶνε 14 γενεές, ἀπ’ τὸ Δαυῒδ μέχρι τὴ μετοικεσία στὴ Βαβυλῶνα 14 γενεές, κι ἀπὸ τὴ μετοικεσία στὴ Βαβυλῶνα μέχρι τὴ γέννησι τοῦ Χριστοῦ πάλι 14 γενεές (Ματθ. 1,17). Πενήντα περίπου ὀνόματα, τὰ ὁποῖα σ’ ἐμᾶς δὲν κάνουν ἐντύπωσι. Εἶνε ἑβραϊκὰ καὶ φαίνεται κουραστικὸ ν᾽ ἀκοῦμε «ἐγέννησε…», «ἐγέννησε…», «ἐγέννησε…», ὥσπου κατεβαίνοντας τὴν κλίμακα τῶν προγόνων νὰ φτάσῃ στὴν Παρθένο Μαρία, ἀπὸ τὴν ὁ­ποία γεννήθηκε ὁ Χριστός.
Τὰ ὀνόματα ὅμως αὐτά, ποὺ ἐμεῖς τώρα τ’ ἀ­­­κοῦμε ἀδιάφορα, στὴν ἐποχή τους δημιουργοῦσαν μεγάλη ἐντύπωσι. Ἀ­π’ αὐτοὺς ἄλλοι ἦ­ταν στρατηγοί, ἄλλοι κυβερ­νῆτες, ἄλλοι προ­φῆ­τες, ἄλλοι πατριάρχες, ἄλ­λοι βασιλεῖς, ἄλ­λοι πλούσιοι, ἄλλοι σοφοί, ὅ­πως ὁ Σολομῶν, ὁ Δαυῒδ κ.ἄ.. Τώρα δὲν κάνουν ἐντύπωσι. Τί διδάσκει αὐτό; Ὅπως αὐτὰ τὰ ὀνόματα λησμονήθηκαν, ἔτσι καὶ ὅσοι σήμερα ἐντυπω­σιάζουν καὶ ἀκούγονται καὶ προβάλλον­ται, ὕστερα ἀπὸ 50 – 100 χρόνια ποιός θὰ τοὺς θυμᾶται; Κάπου σὲ κάποια σελίδα τῆς Ἱστορί­ας, μὲ ψι­λὰ γράμμα­τα, θά ’νε γραμμένο ὅτι πέρασαν ἀπ’ τὴ γῆ. Σβήνουν ὅπως τὰ πυροτεχνήμα­τα καὶ οἱ πυγο­λαμπίδες. Τὸ συμπέρασμα· «Μα­ταιότης μαται­­οτήτων, τὰ πάντα ματαιότης» (Ἐκκλ. 1,2). Μη­δὲν τὰ πλούτη, τ᾽ ἀξιώματα, μηδὲν ὅλα. Ἕνα μόνο μένει· νὰ ἐκτελῇ κανεὶς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Ἀλλ’ ἐνῷ τὰ ὀνόματα τῆς ἰσρα­ηλιτικῆς καὶ τῆς παγκοσμίου ἱστορίας καὶ τῆς συγχρόνου ζωῆς βυθίζονται στὴν ἄβυσσο τοῦ χρόνου, ἕ­να ὄνομα μένει πάντοτε στὴν ἐπικαιρότητα, εἰς πεῖσμα τῶν δαιμόνων. Ποιό; Εἶνε ἐκεῖνο ποὺ δόθηκε στὸ Θεῖο βρέφος. Ἄγγελος κατ᾽ ἐντολὴν τοῦ Κυρίου εἶπε στὸν Ἰωσὴφ τὸν προ­στάτη τῆς Παναγίας· «Καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» (Ματθ. 1,21). Τί σημαίνει τὸ ὄ­νο­μα Ἰησοῦς; Δὲν εἶνε ἑλληνικό, εἶνε ἑβραϊκό, καὶ μεταφραζόμενο στὰ ἑλληνικὰ σημαίνει «Σωτήρ». Τὸ παιδὶ δηλαδὴ ποὺ θὰ γεννηθῇ εἶνε ὁ Σωτήρ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξουμε τὸ ὄνομα αὐτό, «τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα» (Φιλ. 2,9). Γιατί ὠνομάστηκε ὁ Χριστὸς «Σωτήρ»; Πρέπει νὰ δώσουμε μία ἐξήγησι.

* * *

Ἐδῶ στὴ γῆ, ποὺ ζοῦμε ἀφ᾽ ὅτου ὁ ἄν­θρωπος διώχθηκε ἀπὸ τὸν παράδεισο, σὲ ὁποιοδήποτε μέρος, ὁ ἄνθρωπος μαστίζεται ἀπὸ ποικιλία δυστυχι­ῶν, ποὺ εἶνε συνέπειες τοῦ ἁ­μαρτωλοῦ του βί­ου. Πεῖνα, δίψα, ἔλλειψι ἐν­δύματος καὶ στέγης, ἀσθένειες… Αὐτὰ εἶνε δεινά, τὰ κακά, ποὺ προσπαθεῖ νὰ ἐξαλείψῃ. Ἀλλ’ ὑπάρχουν κι ἄλλα. Εἶνε τὰ φυσικὰ κακά. Τέτοια κακὰ εἶνε ὁ σεισμός, ἡ ἀνομβρία, ἡ πλημμύρα, ἡ πυρκαϊά, οἱ ἐπιδημίες, οἱ ἀθερά­πευτες ἀσθένειες ὅπως ὁ καρκίνος, καὶ τέλος ὁ θάνατος. Ὅλα αὐτὰ εἶνε φοβερὰ κακά.
Μὰ δὲ σᾶς εἶπα ἀκόμα τίποτα. Ὑπάρχει κάτι σοβαρώτερο – ὁ Θεὸς ἂς φωτίσῃ νὰ τὸ καταλάβουμε. Τὸ ὑπ᾽ ἀριθμὸν ἕνα κακό, ποὺ ἀ­ποτελεῖ τὴ ῥίζα ὅλου τοῦ κακοῦ, ὅλης τῆς ἀ­θλιότητός μας ―καὶ δυστυχῶς δὲν τοῦ δίνου­με τὴ σημασία ποὺ πρέπει―, στὴ γλῶσσα τῆς ἁ­­γίας Γραφῆς λέγεται ἁμαρτία. Ἀπὸ ᾽κεῖ προ­έρχονται ὅλα τὰ κακά· αἰτία εἶνε ἡ ἁμαρτία. Φρίττουμε ὅταν ἀκοῦμε καρκίνο· ἡ ἁμαρτία ὅ­­­­μως δὲ μᾶς προκαλεῖ φρίκη. Παίζουμε μαζί της, ὅπως τὰ παιδιὰ τὴν πρωτοχρονιὰ μὲ τὰ ἁ­γιοβασιλειάτικα παιχνίδια. Δὲν τὴ θεωροῦμε τί­ποτα, ἐν τούτοις αὐτὴ μαστίζει τὴν ἀνθρωπό­­τητα. Εἴτε ὡς μοιχεία καὶ πορνεία καὶ ἀσέλγεια, εἴτε ὡς λαιμαργία καὶ γαστριμαργία, εἴτε ὡς ζή­λεια καὶ φθόνος, εἴτε ὡς θυμὸς καὶ ὀρ­γὴ καὶ ἀ­γανάκτησις, εἴτε ὡς κακία καὶ μῖσος καὶ ἐκδίκη­σις καὶ φόνος, ἡ ἁμαρτία, αὐτή εἶνε ἡ πηγὴ ὅ­­λης τῆς ἀθλιότητος. Ἂν μποροῦσε μ’ ἕνα θαῦ­­μα νὰ ξερριζωθῇ, ἡ γῆ θὰ γινόταν παράδεισος.
Ποιός θὰ μᾶς σώσῃ; Κι ἂν ἐμεῖς σιωπήσουμε, καὶ οἱ πέτρες θὰ φωνάξουν· Ἕνας μόνο σῴ­ζει! Ἀνοίγοντας βέβαια τὴν ἱστορία μπορεῖ κάποιος νὰ μετρή­σῃ 155 πρόσωπα, ποὺ οἱ λαοί, γιὰ μικρὲς ὑπηρεσίες ποὺ αὐτοὶ προσέφεραν, τοὺς ὠνόμασαν «σωτῆρες». Μικροὶ σωτῆ­ρες αὐτοί. Σωτήρας εἶνε ἕνας· ὁ Χριστός.

* * *

Ἂν κάποιος σοῦ κάνῃ ἕνα καλό, τὸ θυμᾶ­σαι, τὸν θεωρεῖς εὐ­εργέτη. Στὸ γιατρὸ λ.χ. ποὺ σὲ θεράπευσε ἐκ­φράζεις εὐ­γνωμοσύνη. Παραπάνω ὅμως ἀπ᾽ ὅλους τοὺς εὐεργέτες εἶνε ὁ Χριστός, διότι μᾶς σῴ­ζει ἀπ’ τὸ χειρότερο κακό, τὴν ἁμαρτία. Σῴζει μὲ τὴν Ἐκκλησία του.
Εἶνε ὁ ἀληθινὸς Σωτήρας. Τὸ αἰ­σθανόμεθα; Μόνο ὅποιος νιώθει τὴν ἁμαρτωλό­τητά του καὶ λέει ὅπως ὁ τελώνης «Ὁ Θεός, ἱ­λάσθητί μοι τῷ ἁμαρτω­λῷ» (Λουκ. 18,13), ἢ ὅπως ὁ ἄσωτος «Ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώ­πιόν σου» (ἔ.ἀ. 15,18), ἢ ὅ­πως ὁ λῃστὴς «Μνήσθητί μου, Κύ­ριε, ὅταν ἔλ­θῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (ἔ.ἀ. 23,42), αὐτὸς καταλαβαίνει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Σωτήρας.
Καὶ δὲν ἀρκεῖ βέβαια νὰ πῇς μόνο, ὅτι εἶνε Σωτήρας τῶν ἀνθρώπων γενικῶς· πρέπει νὰ νιώσῃς ὅτι εἶνε καὶ προσωπικῶς δικός σου σω­τ­ήρας. Αὐτὸ θὰ σὲ ἀξιώσῃ ὁ Θεὸς νὰ τὸ αἰ­σθαν­θῇς, ἂν σκύψῃς ἐν μετανοίᾳ καὶ πῇς τὰ ἁ­μαρτήματά σου στὸν πνευματικὸ πατέρα, ἂν ἐξομολογηθῇς. Τότε θὰ νιώσῃς, ὅτι φεύγει ἀ­πὸ πάνω του ἕνα βουνὸ καὶ θὰ αἰσθανθῇς γιὰ τὸ Χριστὸ βαθειὰ εὐγνωμοσύνη.
Αὐτὸ αἰσθάνθηκε ὁ λῃστὴς στὸ σταυρό, αὐ­τὸ αἰσθάνθηκαν οἱ ἀπόστολοι, οἱ μάρτυρες, ὅ­­­λοι οἱ ἅγιοι, ὅπως π.χ. ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας. Ὅταν τὸν ὡ­δη­γοῦσαν στὴ ῾Ρώμη γιὰ τὸν ῥίξουν στὰ θηρία, ἔγραφε γιὰ τὸ Χριστό· «Ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται», ὁ Χριστὸς δηλαδὴ εἶνε ὁ ἔρως τῆς καρ­διᾶς μου». Μικροὶ ἔρωτες συγκινοῦν σήμερα τὴν σαρκικὴ γενεά μας· μόνο τὸ σέξ. Δὲν τὸ κα­τηγορῶ, ὁ Θεὸς τὸ ἐμφύτευσε· ἀλλ’ ὄχι γιὰ νὰ σβήσῃ ὅλους τοὺς ἄλλους ἔρωτες. Ἡ γενεά μας, γενεὰ Σοδόμων καὶ Γομόρρων, δὲν γνωρί­ζει ἄλλους ἔρωτες. Ὀρθῶς εἶπε ἕ­νας φιλόσοφος, ὅτι ἡ ἐποχή μας εἶνε ἀνέραστος. Ἂν δὲν ἀγαπήσῃς τὸ Χριστό, τίποτα δὲν κατάλαβες, ματαίως ἦρθες στὴ γῆ. Ὡραῖοι ἔρωτες εἶ­νε ὁ ἔρως τῆς ἐπιστήμης, ὁ ἔρως τῆς πατρί­δος, μὰ ὑπεράνω ὅλων ὁ ἔρως τοῦ Χριστοῦ.
Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια, τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἦταν τὸ γλυκύτερο πρᾶγμα. Ἔπαιρνε στὰ γόνα­τά της τὸ μικρὸ παιδάκι ἡ γιαγιά, τὸ μάθαινε νὰ κάνῃ σταυρό του, καὶ ἡ πρώτη λέξι ποὺ μάθαι­νε νὰ λέῃ ἦταν ἡ λέξι Χριστός. Εἶδα τέτοια πα­ραδείγματα. Τώρα δυστυχῶς ὁ θεῖος ἔρως ὄ­χι μόνο ἔχει σβήσει ἀλλὰ μερικὲς φο­ρὲς ἀν­τι­­στρέφεται τελείως σὲ μῖσος σατανικό.
Ὅ­ταν ἤμουν ἱεροκήρυκας στὰ Γρεβενὰ καὶ περι­ώδευα πάνω στὰ ψηλὰ βουνά, ἐκεῖ ποὺ περπατοῦσα, ἀκούω ξαφνικὰ μιὰ βλαστήμια. Πρώτη φορὰ ἄκουγα τέτοια βλαστήμια. Πώ πώ! λέω, τί εἶν’ ἐδῶ; δαίμονες κατοικοῦν ἐδῶ πέρα; Πλησίασα λοιπὸν καὶ εἶδα· πίσω ἀπὸ ἕ­να δέντρο καθόταν ἕνας πατέρας, εἶχε στὰ γόνατά του ἕνα ἀγοράκι καὶ τὸ μάθαινε νὰ βλαστημάῃ τὸ Χριστό! Θεέ μου, ἀκόμα δὲν ἔ­γιναν τὰ ἄστρα κεραυνοὶ νὰ πέσουν στὰ κεφάλια μας; Ποῦ εἶνε ἡ ἀγάπη στὸ Χριστό;
Ἂς ὑβρίζεται ὅμως καὶ ἂς ἀτιμάζεται ὁ Χριστός· τὸ ὄνομά του θὰ μείνῃ αἰώνιο. Ὅπως τὰ μαῦρα σύννεφα δὲν μποροῦν νὰ σβήσουν τὸν ἥλιο, ἔτσι καὶ οἱ βλαστήμιες δὲν μποροῦν νὰ σβήσουν τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Θὰ μείνῃ εἰς αἰῶνας αἰώνων, εἰς πεῖσμα τῶν δαιμόνων.
Εὔχομαι στὸν τόπο μας, νὰ μὴν ἀκούγεται οὔτε μία βλαστήμια, ἀλλὰ μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἄντρες καὶ γυναῖκες, ὅλοι ἀνεξαιρέτως νὰ λέμε· Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς καὶ δοξασμένο τὸ ὄνομά του· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερ­υψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(ἱ. ναὸς Ἁγ. Κωνσταντίνου & Ἑλένης Ἀμυνταίου 20-12-1987)

ΜΑΣ ΚΑΛΕΙ Ο ΘΕΟΣ. ΠΩΣ;

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Δεκ 1st, 2011 | filed Filed under: Cрпски језик, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ ΙΑ΄Λουκᾶ

(Λκ. 14,16-24· Μθ. 22,14)

ΜΑΣ ΚΑΛΕΙ Ο ΘΕΟΣ. ΠΩΣ;

«Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· Ἄνθρωπός τις ἐ­ποίησε δεῖπνον μέγα καὶ ἐκάλεσε πολλούς»

ΑΚΟΥΣΑΤΕ, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Εἶνε μία παραβολή, ποὺ εἶπε ὁ Χριστός μας. Ἡ παραβο­λὴ μοιάζει μὲ καρπό. Ὁ καρπὸς ἔχει δύο πράγμα­τα· φλοιὸ καὶ ψύχα. Σπᾷς τὸ τσῶφλι στὸ καρύδι καὶ τρῶς τὸν καρπό. Καὶ στὴν παραβολὴ φλοιὸς εἶνε οἱ λέξεις, οἱ εἰκόνες, τὰ παραδείγματα, ποὺ παίρ­νει ὁ Κύριος ἀπὸ τὴ φύσι καὶ τὴν καθημερινὴ ζωή. Πίσω ἀπ’ αὐτὰ κρύβονται ἀλήθειες μεγά­λες καὶ ὑψηλές. Ἂς δοῦμε τὶς πρῶτες λέξεις.

* * *

Λέει, ὅτι κάποιος «ἄνθρωπος ἐποίησε δεῖ­πνον μέγα καὶ ἐκάλεσε πολλούς» (Λουκ. 14,16). Ποιός εἶνε αὐτός, ποιό εἶνε τὸ δεῖπνο, ποιούς προσκαλεῖ, καὶ πῶς τοὺς προσκαλεῖ;
«Ἄνθρωπος» δὲν εἶνε ἐδῶ ἕνας βασι­λεὺς ἢ ἡγεμών. Αὐτοί, ὅσο σπουδαῖοι κι ἂν εἶ­νε, μπροστὰ στὸν Κύριό μας, στὸ Θεὸ ποὺ εἶ­νε ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων, εἶνε ἕνα πε­λώριο μηδενικό. Ὁ Θεὸς παραθέτει τὸ δεῖπνο.
Ποιό εἶνε τὸ «μέγα δεῖπνον»; Δεῖπνο εἶνε τὰ ὑλικὰ καὶ πνευματικὰ ἀγαθὰ ποὺ χαρί­ζει ὁ Θεός. Τὰ ὑλικὰ μικρά, τὰ πνευμα­τικὰ μεγάλα.
Ποιά εἶνε τὰ ὑλικὰ ἀ­γαθά; Εἶνε ὁ ἥλιος, ὁ ἀ­τμοσφαιρικὸς ἀέρας, τὸ ὀξυγόνο, τὸ νερό, οἱ τροφές. Μπορεῖ νὰ ζήσῃ ὁ ἄνθρωπος χωρὶς αὐτά; Ἀ­δύνατον. Ποιός τὰ δίνει; Ὁ Θεός. Πόσο ἀχάριστοι εἴμεθα! Οἱ πρόγονοί μας εἶ­χαν εὐγνωμοσύνη στὸ Θεό· δὲν ἔτρωγαν ψω­μὶ χω­ρὶς προσευχή. Ἐμεῖς, τὴ μπου­κιὰ ἔχουμε στὸ στόμα καὶ τὸ Χριστὸ βλαστη­μᾶμε. Ἐκεῖνος παραθέτει «δεῖπνον μέγα». Αὐ­τὸ μεταφραζόμενο σημαίνει· κάθε μέρα στρώνει τραπέζι σὲ μικροὺς – μεγάλους· κ’ ἐμεῖς δὲ λέμε ἕνα εὐχαριστῶ.
Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν ὑπάρχουν τὰ πνευματικὰ ἀγαθά. Τὰ ὑλικὰ κάπως τὰ αἰ­σθανόμεθα· τὰ πνευματικά; Ἀπορροφημένοι ἀπὸ τὶς ἀπολαύσεις, τὸν πλοῦτο, τὰ με­γαλεῖα, τὴ δόξα καὶ ὅ,τι ἄλλο ἐπίγειο, ἰδέα δὲν ἔ­χουμε γιὰ τὰ πνευματικά ἀγαθά. Σ’ ἕνα μῦθο του ὁ Αἴσωπος λέει, ὅτι ἕνας πετεινὸς σκάλιζε τὸ χῶμα νὰ βρῇ κανένα σκουλήκι. Ἀντὶ σκουλήκι βρῆκε ἕνα διαμάντι, ἀλλὰ τὸ πέ­ταξε, τὸ περι­φρόνησε. Σκουλήκι ἤθελε, δὲν ἤθελε διαμάν­τι. Ἔτσι καὶ οἱ ἄνθρωποι· σκαλίζουν στὴν ὕλη, καὶ περιφρονοῦν τ’ ἀνεκτίμητα πνευματικὰ ἀγαθά.
⃝ Τέτοιο ἀγαθὸ εἶνε λ.χ. ἡ συγχώρησις τῶν ἁ­μαρτημάτων, ποὺ λαμβάνει ὁ ἄνθρωπος στὸ μυστήριο τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως ἐν τῷ αἵματι τοῦ ἐσφαγμένου Ἀρνίου, διὰ τῆς θυσίας τοῦ Ἐσταυρωμένου. Μιὰ σταγόνα ἀπὸ τὸ σταυρὸ τοῦ Κυρίου εἶνε Ἰορδάνης ποταμός, ποὺ πλένει τ’ ἁμαρτήματα ὅλου τοῦ κόσμου.
⃝ Πνευματικὸ ἀγαθὸ εἶνε ἡ χαρά, ποὺ δοκιμά­­ζει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἐξομολογηθῇ στὸν πνευ­ματι­κὸ πατέρα τ’ ἁμαρτήματά του εἰλικρινῶς. Ὅπως λέει ὁ Ντοστογιέφσκυ, ὁ προφήτης τῆς ῾Ρωσίας, ἐξωμο­λο­γή­­θηκα, καὶ παράδεισος φύτρωσε στὴν καρδιά μου! Πήγαινε, δοκίμασε, πὲς «Ἥ­­μαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου» (Λουκ. 15,21).
⃝ Πνευματικὸ ἀγαθὸ εἶνε ἡ προσευχή, ὅταν ἐσύ, τὸ σκουλήκι τῆς γῆς, γονατίζῃς καὶ μὲ τὸν πνευματικὸ αὐτὸ ἀσύρματο ἔρχεσαι σὲ ἐ­πικοινωνία μὲ τὸν οὐρανό. Εἶνε μεγάλη ἡ τι­μὴ νὰ συνομιλῇς μὲ τὸν οὐράνιο Πατέρα.
⃝ Πνευματικὸ ἀγαθὸ εἶνε ὁ ἐκκλησιασμός, ὅ­ταν ὁ Χριστιανός, ὄχι ἀπὸ κάποια ὑποχρέωσι, ἀλλ’ ἀπὸ ψυχικὴ ἀνάγκη πηγαίνῃ στὴν ἐκ­κλησία καὶ παρακολουθῇ τὴ θεία λειτουργία. «Εὐ­­φράν­θην ἐπὶ τοῖς εἰρηκόσι μοι εἰς οἶκον Κυρίου πορευσόμεθα» (Ψαλμ. 121,1).
⃝ Πνευματικὸ ἀγαθὸ εἶνε τὸ φῶς ποὺ δέχεσαι ὅταν ἀκοῦς τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ διαβά­ζῃς τὸ Εὐαγγέλιο. «Ὡς γλυκέα τῷ λάρυγγί μου τὰ λόγιά σου, ὑπὲρ μέ­λι τῷ στόματί μου» (Ψαλμ. 118,103). Τί νὰ τὸ κά­νῃς τὸ ὑ­λικὸ τραπέζι; Καὶ τὰ ζῷα τρῶνε σανὸ καὶ τὰ ὄρνεα κρέατα. Δὲν εἶνε κοράκι ὁ ἄν­θρω­πος, δὲν εἶνε μόνο ὕλη καὶ στομάχι· εἶνε καὶ ψυχή. Πέρα ἀπ’ τὶς ὑλι­κὲς ἀνάγκες ὑπάρχουν ἀνάγ­­κες πνευματικές.
⃝ Ὕψιστο πνευματικὸ ἀγαθὸ ἀπολαμβάνει ὁ πιστὸς ὅταν ἀξίως κοινωνῇ τὰ ἄχραντα μυστήρια, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ζωὴν αἰώνιον.
⃝ Ποιά γλῶσσα τέλος θὰ περιγράψῃ τὰ ἀ­γαθά, ποὺ ἔχει ἑτοιμάσει ὁ Θεὸς γιὰ τοὺς κλη­ρονόμους τῆς αἰωνίου βασιλείας του, τὰ ἀγα­θὰ δηλαδὴ τοῦ παραδείσου; Ἂν εἶνε ὡραῖα τὰ ἄνθη, τὰ πουλιά, ἡ γῆ, ὁ ἥλιος…, φαντασθῆ­τε πόσο ὡραιότερος θὰ εἶνε ὁ ἄλλος ἐκεῖ­νος κόσμος, ποὺ ἀρχίζει μετὰ θάνατον. Ἐκεῖ ἀνέβηκε ὁ Παῦλος καὶ «ἤκουσεν ἄρρητα ῥήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι» (Β΄ Κορ. 12,4).

* * *

Ὑλικὰ λοιπὸν καὶ πνευματικὰ ἀγαθά. Αὐτὸ εἶνε τὸ δεῖπνο ποὺ παραθέτει ὁ Θεός. Καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ καλῇ ὅλους μας σ’ αὐτό. Πῶς μᾶς καλεῖ; Μὲ πολλοὺς καὶ ποικίλους τρόπους.
⃝ Πρῶτα-πρῶτα μὲ τὴ φωνὴ τῆς φύσεως. Ἕ­να μήνυμα ἔρχεται ἀπ᾽ ὅλη τὴν πλάσι, μικρὰ καὶ μεγάλα δημιουργήματα· «πᾶσα πνοὴ αἰνεσάτω τὸν Κύριον» (Ψαλμ. 150,6). Βλέπεις τὸν ἥλιο; τί λέει; Μιλάει, μὲ ποιητικὴ γλῶσσα σοῦ λέει· Ἐγὼ εἶμαι μικρὸς ἥλιος, δὲν εἶμαι τίποτα, θὰ σβήσω. Πέρα ἀπὸ μένα ὑπάρχει ἕνας ἄλλος ἥλιος, ἀθάνατος καὶ αἰώνιος, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰ­ησοῦς Χριστός. Αὐτὸς δὲ θὰ σβήσῃ ποτέ. Εἶ­νε «ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης». Ἔχετε αὐτιά; ἀκοῦστε· «Ἡ γέννησίς σου, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡ­μῶν, ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ τὸ φῶς τὸ τῆς γνώσε­ως· ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες, ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο, σὲ προσκυνεῖν, τὸν Ἥλιον τῆς δικαιοσύνης…» (ἀπολυτ. Χριστουγ.). Βλέπεις τοὺς ποταμούς, τὸν Ἀξιό, τὸν Ἁ­λιά­κμονα; τί λένε; Ἐμεῖς εἴμεθα μικροὶ ποταμοί· ὁ μεγάλος ποταμός, ποὺ ἀρδεύει τὴν ἀνθρωπότητα μὲ νερὸ ἀθάνατο, εἶνε ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Βλέπεις τὸ δέντρο; Κι αὐτὸ μιλάει καὶ σοῦ λέει· Ἐγὼ δίνω καρπό, τὰ φύλλα μου, τὸ ξύλο· ἐσύ, ἄνθρωπε, τί δίνεις; Ὁ Πλάτων εἶπε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶνε δέντρο ἀλλὰ μὲ ῥίζα στὸν οὐρανὸ καὶ κλαδιὰ στὴ γῆ. Ὅ­πως τὸ δέντρο δίνει καρπούς, ἔτσι κ’ ἐσύ. Τὸ εἶπε ὁ Κύριος· «Πᾶν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται» (Ματθ. 7,19). Χριστιανός, ποὺ δὲ θέλει νὰ παρου­σιάσῃ ἔργα ἀγαθά, εἶνε δέντρο ἄκαρπο, γιὰ τσεκούρι καὶ φωτιά. Βλέπεις τὸ πρόβατο; Σὲ διδάσκει καὶ σοῦ λέει· Νὰ εἶσαι ἥμερος, πρᾶ­ος, ταπεινός, ὄχι ἄγριος σὰν τὸ λύκο… Ἀπ’ ὅ­λη τὴ φύσι ἀντηχεῖ ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ καλεῖ. Ὅποιος ἔχει λίγη πίστι τὴν ἀκούει.
⃝ Καλεῖ ὅμως ὁ Θεὸς καὶ μὲ μιὰ ἄλλη φωνή. Αὐτὴ ἔρχεται ἀπὸ ἕνα ἄλλο σύμπαν, ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ πνευματικοῦ κόσμου τῆς ψυχῆς. Εἶ­νε ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεως. Καὶ μόνο αὐτὴ φτάνει ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ὑπάρχει Θεός. Ποιός δὲν τὴν ἄκουσε! Κάνεις τὸ κακό; Ἂς μὴν τὸ ξέ­­ρῃ κανείς· μέσα στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς ἀ­κοῦς τὴ φωνὴ ποὺ ἄκουσε καὶ ὁ Κάϊν· «Κάϊν Κάϊν, ποῦ εἶνε ὁ ἀδελφός σου;» (Γέν. 4,9). Καὶ μόνο ἡ φωνὴ αὐτὴ καταρρίπτει τὸν ὑλισμό· ἀ­ποδεικνύει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶνε ἄλλου γένους, οὐ­ρανίου, πλασμένος γιὰ τὸν οὐρανό.
⃝ Μᾶς καλεῖ ὁ Θεὸς μὲ τὶς φωνὲς τῆς φύσεως, μὲ τὴ φωνὴ τῆς συνειδήσεως, μᾶς καλεῖ καὶ μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου, ποὺ ἀκούγεται στὴν ἐκκλησία καὶ πολλοὺς ὁδηγεῖ στὴ μετάνοια. Ὅπου κήρυγμα ἐκεῖ ὁ Χριστὸς καὶ ἡ ζωή. Γι᾽ αὐτὸ σὲ ὁλοκληρωτικὲς χῶρες ἐπιτρέ­πουν λατρεία ἀλλὰ κήρυγμα ὄχι. Ὅπου ὑπάρχει κήρυγμα, διεγείρονται τὰ αἰσθήματα, δημιουργεῖται γενεὰ φοβουμένων τὸν Κύριον.
⃝ Καλεῖ ὁ Κύριος ἐπίσης διὰ τῆς ἀσθενείας. Ὅταν πέσῃς στὸ κρεβάτι καὶ πονῇς καὶ οἱ γιατροὶ δὲν μποροῦν νὰ σοῦ προσφέρουν τίποτε, τότε κράζεις· Θεέ μου Θεέ μου!… Πολλοὶ τότε γνώρισαν τὸν Κύριο, στὴν ἀσθένεια.
⃝ Μᾶς καλεῖ ἀκόμη ὁ Κύριος καὶ μὲ τὸ θάνατο. Σὰν μαῦρο κοράκι πετάει κι ἁρπάζει τὸν ἄν­τρα ἢ τὴ γυναῖκα ἢ τὸ παιδί, καὶ τότε ἀκούγεται μιὰ φωνὴ ποὺ τὸν ἄλλο καιρὸ δὲν ἀκουγόταν· «Ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα μα­ταιότης» (Ἐκκλ. 1,2). Μηδὲν ὁ πλοῦτος, μηδὲν ἡ δόξα, μηδὲν τὰ μεγαλεῖα, μη­δὲν οἱ ἔρωτες, μη­δὲν οἱ γυναῖκες. Ἕνα μόνο ἀξίζει, ἡ αἰωνιότης!
⃝ Καλεῖ κάποτε ὁ Κύριος καὶ μὲ ὁράματα πνευ­ματικά. Ἔτσι κάλεσε τὸν ἀπόστολο Παῦλο καὶ τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο ὅταν εἶδε στὸν οὐρα­νὸ τὸν τίμιο σταυρὸ καὶ τὸ «Ἐν τούτῳ νίκᾳ».

* * *

Μᾶς καλεῖ, ἀγαπητοί μου, ὁ Θεὸς «πολυμε­ρῶς καὶ πολυτρόπως» (Ἑβρ. 1,1). Κ’ ἐμεῖς; Κουφοὶ εἴμαστε καὶ δὲν ἀκοῦμε τὶς τόσες φωνές. Γιατί; Διότι δὲν ἔχουμε κεραία. Καὶ κεραία ποιά εἶ­νε; Εἶνε ἡ ἕκτη αἴσθησις, ἡ πίστις. Κεραῖες γέμισαν τὰ σπίτια, καὶ πιάνουν σταθμούς. Γήϊνα πράγματα, ψευτιές! Πέρα ἀπ’ αὐτὸ τὸν γήϊνο κόσμο, πάρε κεραία καὶ ἐπικοινώνησε μὲ τὸν οὐρανό. Καὶ θὰ δῇς, ὅτι αὐτὸ ποὺ λέω δὲν εἶνε ψέμα· εἶνε ἀλήθεια καὶ πραγματικότης. Ὅσο βέβαιο εἶνε ὅτι ὑπάρχει ὁ ἥλιος, τόσο βέβαιο εἶνε ὅτι ὑπάρχει Χριστός· τὸν ὁ­ποῖον, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑ­περυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό της Ἁγίας Τριάδος Πτολεμαΐδος 13-12-1987)

_______

SERBIKA

________

КАКО НАС БОГ ПОЗИВА?

                                                                                     «Рече Господ ову причу: Неки човек зготови велику вечеру и позва многе.»

                                                                                                                                                           (Лука. 14,16-24· Матеј. 22,14) 
Чули сте, драги моји, свето Јеванђеље. То је једна прича коју је испричао наш Христос. Прича је слична са плодом. Сваки плод има две ствари: кору или љуску  и унутрашњост. Када разбијеш љуску од ораха, можеш да јесдеш плод. И у овој причи кора су речи, слике, примери, које узима Господ из природе и свакодневног живота. Иза њих се крију велике и узвишене истине. Послушајмо прве речи. «Рече Господ ову причу: Неки човек зготови велику вечеру и позва многе.» (Лука. 14,16). Ко је тај човек, шта је вечера, кога позива и како их позива? У овој причи «човек» није неки цар или владар. Сви они, колико и да су важни пред нашим Господом, пред Богом који је Цар над царевима, сви они су јако мали и ништавни. Бог припрема вечеру.
Шта је «велика вечера»? Вечера су материјална и духовна добра која дарује Бог. Материјална добра су мала, а духовна добра су велика. Која су материјална добра? То су сунце, ваздух, кисеоник, вода и храна. Да ли човек може да живи без њих? То је немогуће. Ко нам то све даје? Бог. Колико смо само незахвални! Наши преци су били захвални Богу, нису јели хлеб без молитве. А ми, имамо залогај у устима и Христа хулимо. Он припрема «велику вечеру»? То све преведено на наш свакодневни језик, значи да сваки дан поставља трпезу за мале и велике, а ми не кажемо ни једно «Хвала».
Осим материјалних добара, постоје и духовна добра. Материјална добра некако осећамо, а духовна добра не осећамо, јер смо се удубили у ужитке, богатство, велику славу и било шта друго земаљско, па немамо представу о духовним добрима. У једном свом миту Езоп каже, да је један петао разгртао земљу да би пронашао неког црвића. Уместо црвиће, петао је пронашао један дијамант, али га је одбацио и презрео. Петао је желео црвића, а не дијамант. Тако и многи људи, претражујући по метарији, презиру непроцењива духовна добра која им Бог нуди.
 Такво добро је, нпр. опроштај грехова, који човек добија кроз свету тајну покајања и исповести кроз крв закланог Јагњета, кроз жртву Распетога. Једна капљица са крста Господњега је река Јордан, која пере грехе целог света.
Духовно добро је и  радост, коју човек спознаје када се исповеди своме духовном оцу искрено. Као што нам говори Достојевски, пророк Русије: «Исповедио сам се и рај је никао у моме срцу! Иди, пробај и реци и ти ове речи: ‘Оче, сагреших небу и теби, и више нисам достојан назвати се сином твојим.’ » (Лука. 15,21).
 Духовно добро је и молитва, када ти, мали црвић земаљски, клекнеш и са тим духовним телефоном се повезујеш са небом. Велика је част да разговараш са небеским Оцем.
Духовно добро је и одлазак у цркву, када хришћанин, не из неке обавезе, већ из душевне потребе, одлази у цркву и прати божанску литургију. «Обрадовах се кад ми рекоше: Хајдемо у дом Господњи!» (Псалм 122,1).
Духовно добро је светло које примаш када чујеш реч Божију и када читаш Јеванђеље. «Како су слатке језику моме речи твоје, слађе од меда устима мојима!» (Псал. 119,103). Шта и да радиш са материјалном трпезом? И животиње једу сено и месо лешинара. Није човек врана, није човек само материја и стомак, човек је и душа. Изнад свих материјалних потреба, постоје и духовне потребе.
Најузвишеније  духовно добро верник прима када се достојно причести бесмртним тајнама, на отпуштање грехова и живот вечни.
Којим језиком да опишемо добра, која је припремио Бог за наследнике Његовог небеског царства и  добара рајских? Ако су  лепи цвеће, птице, земља и  сунце… замислите колико лепши је онај небески свет, који почиње после смрти. Тамо се успео Павле  «и чу неисказане речи које човеку није допуштено говорити» (Б΄ Кор. 12,4).
* * *
Материјална и духовна добра. То је вечера коју поставља Бог. Вековима увек иста трпеза и увек исти позив. Како нас Бог позива на ту трпезу? На разне и многе начине нас позива.
Пре свега, позива нас са гласом природе. Долази нам једна порука од целе товревине, мала и велика створења  «све што дише, нека слави Господа» (Псал. 150,6). Да ли видиш сунце, шта нам оно поручује:  «Ја сам мало сунце, ништа посебно, једног дана ћу се угасити. Изнад мене има једно друго сунце, бесмртно и вечно, Господ наш Исус Христос. Он се неће угасити никада. Он је Сунце правде. Да ли имате уши, чујте : «Рођење Твоје, Христе, Боже наш, засија свету светлост разума, јер у њему они који звездама служаху од звезде се научише да се клањају Теби, Сунцу Правде, и Тебе да познају с висине Истока, Господе, слава Теби.“ (Божићни тропар). Да ли видиш реке, шта ти оне говоре? Оне су поука Христова. Да ли видиш дрво? И оно говори и каже ти:  «Ја дајем плодове и  моје листове, а ти, дрвени човече, шта дајеш?» Платон је рекао да је човек дрво  са кореном на небесима, а са гранама на земљи. Као што дрво даје плодове, тако и ти требаш чинити. То нам је рекао Господ: «Свако дакле дрво које не рађа род  добар, секу и у огањ бацају“ (Мат. 7,19). Хришћанин који не жели да чини добра дела је бесплодно дрво, само служи за секиру и ватру. Да ли видиш овцу, поучава те и говори ти: «Да будеш миран, кротак, скроман, понизан, а не дивљи као вук… Из целе природе одјекује глас Божији који позива. Ко има бар мало вере нека послуша.»
Бог нас позива и са другим гласом. Тај глас долази из једног другог света, из дубине духовног света наше душе. То је глас савести. И само је она довољна да докаже да постоји Бог. Ко све само не  чује тај глас! Чиниш неко зло, нека нико други не зна, у дубини твога срца, чућеш глас који је чуо Каин: „Каине, Каине, где је твој брат?“ (Пост. 4,9). Само тај глас уништава материјализам, тај глас потврђује да је човек другог рода, небеског, да је човек створен за небо.
Позива нас Бог са гласом природе, са гласом савести, позива нас са јеванђељским проповедима, које се чују  у многим храмовима и многе воде у покајање. Где има проповеди тамо су Христос и живот. Зато у неким тоталитарним државама дозвољавају обожавање, али не дозвољавају проповед. Тамо где постоји проповед, буде се осећања, ствара се потомство оних који се прибојавају Господа.
Позива нас Господ кроз болести. Када паднеш у кревет бола и када ти лекари не могу понудити ништа, тада узвикујеш: «Боже мој, Боже мој!…» Многи су тада упознали Господа, у болести.
Позива нас Господ и кроз смрт. Као црна врана лети и граби мушкарца, жену или дете, и тада се чује глас који се не би чуо у неко друго време: «таштина над таштинама, све је таштина» (Проп. 1,2). Ништавни су: богатство, слава,чинови и земаљске љубави. Само је једно вредно, вечност!
Позива нас Господ и са духовним приказима. Позвао је и апостола Павла и Великог Констандина када је видео на небу часни крст и натпис  «У име Његово побеђуј».
* * *
Драги моји, Бог нас позива «много пута и разним начинима» (Јевр. 1,1). А ми? Остајемо глухи и не чујемо толике позиве. Зашто? Зато што немамо антену. А шта је антена? То је шести осећај, вера. Антене су преплавиле кровове кућа, и хватају разне телевизијске канале. Земаљске ствари, лажи! Изван овога земаљскога света, узми антену и ступи у контакт са небом. И видећеш, да ово што говорим није лаж, да је то истина и стварност. Колико је наравно тачно да постоји сунце, толико је тачно да постоји Господ наш Исус Христос, кога славите и хвалите у све векове векова амин.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Беседа Митрополита Флорине о. Августина Кантиота у светом храму Свете Тројице, Птолемаида 13-12-1987)

 

Η ΑΙΩΝΙΟΣ ΖΩΗ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Νοέ 26th, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ ΙΓ΄Λουκᾶ (Λουκ. 18,18-27)

Η ΑΙΩΝΙΟΣ ΖΩΗ

«Τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;» (Λουκ. 18,18)

Ενας, ἀγαπητοί μου, λέει τὸ σημερινὸ εὐαγ­γέλιο, ἕνας ἄνθρωπος ἔρχεται στὸ Χριστό. Εἶνε νέ­ος (βλ. Ματθ. 19,22), εἶνε ὑγιής, εἶνε «πλούσι­ος», εἶνε ἀκόμη «ἄρ­χων» (Λουκ. 18,23,18). Τέσσερα ἀ­γαθά, ποὺ τόσο τὰ θαυμάζουν οἱ ἄνθρωποι, συγ­κεν­τρωμένα σ᾽ ἕνα πρόσωπο. Τί ἄλλο ἤθελε; Ὑ­γεία εἶχε, νιᾶτα εἶχε, πλούτη εἶχε, ἀξίωμα εἶ­χ­ε. Ἐν τούτοις δὲν ἦταν ἱκανοποιημένος. Μέσα του κάτι τὸν ἀπασχολεῖ κ᾽ ἕνα ἐρώτημα ἔρ­χεται στὰ χείλη του· «Τί νὰ κάνω;…» (ἔ.ἀ.).
Θυμηθῆτε· τὸ ἴδιο ἐρώτημα ἀκούσαμε κι ἀ­πὸ τὸ στόμα ἑνὸς ἄλλου πλουσίου, τοῦ ἄφρονος πλουσίου (βλ. Λουκ. 12,17), ἐρώτημα ποὺ ἐκφράζει καὶ πολλοὺς ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς πλουσί­­ους, ἀ­φοῦ κι αὐτοὶ μεριμνοῦν γιὰ ἐπίγεια πλού­τη. Ἀλ­λὰ τὸ «τί νὰ κάνω;» τοῦ πλουσίου τοῦ σημε­ρινοῦ εὐαγγελίου διαφέρει πολὺ ἀπὸ τῶν ἄλλων. Ἐκεῖνοι ἀγωνιοῦν γιὰ μικρὰ καὶ ἀ­σήμαντα πράγματα. Αὐτὸς ἐνδιαφέρεται καὶ ἐ­ρω­τᾷ γιὰ κάτι μεγάλο. Ὁ πόθος του εἶνε ἡ αἰώνιος ζωή.
Αἰώνιος ζωή, κόλασι καὶ παράδεισος!… τί εἶν᾽ αὐτά; μπορεῖ νὰ ποῦν κάποιοι μον­τέρ­νοι κύρι­οι· ἄκου ἐκεῖ «αἰώνιος ζωή», λόγια ἀνοήτων!… Καὶ ὅμως, ἀγαπη­τοί μου, ἡ αἰώνιος ζωὴ ὑπάρχει. Ὑπάρχει; Μὰ ἔχετε ἀποδείξεις; Βεβαίως ἔχουμε. Ποιές ἀ­πο­δείξεις; Δὲν θὰ κάνουμε ἐδῶ φιλοσοφικὴ ἢ ἱστορικὴ ἢ ψυχολογικὴ κ.λπ. διάλεξι· συνοπτικῶς λέμε τὰ ἑξῆς.

* * *

Ἐὰν ἀνοίξετε τὴν παγκόσμιο ἱστορία, ἀπὸ τὶς πρῶτες σελίδες, ἀ­πὸ τὰ βάθη τῆς ἀρχαιότητος μέχρι σήμερα, τὰ εὑρήματα τῶν ἀνασκαφῶν, τὰ μνημεῖα καὶ οἱ τάφοι, ὅπως καὶ αὐ­τὸς ποὺ βρέθηκε στὴ Βεργίνα, μὲ τὶς ἐπιγρα­φὲς καὶ τὰ ἀντικεί­μενα ποὺ περιέχουν, μαρτυροῦν τὴν κοινὴ πε­ποίθη­σι τῶν λαῶν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ζῇ καὶ πέρα τοῦ τάφου. Ὅλοι πιστεύουν, ὅτι ὁ ἄν­θρωπος δὲν εἶ­νε σὰν τὸ ζῷο, ποὺ ψοφᾷ κι ἀφοῦ τὸ σῶμα του ἀποσυντεθῆ δὲν μένει τίποτα ἀπὸ τὴν ὕπαρξί του. Ὁ ἄν­θρωπος ἔχει ψυχὴ ἀθάνατη, ζῇ αἰωνίως.
Ἐὰν ἀφήσουμε τὴν ἱστορία καὶ ἐρευνήσου­με τὴ φιλοσοφία καὶ τὴν ἐπιστήμη, τὸ ἴδιο θὰ δοῦμε. Ἂν ρωτήσουμε ὄχι κάποιους δῆθεν ἐ­πιστήμονες τῶν ἡ­μερῶν μας, ποὺ ἀφ᾽ ὅτου πῆραν ἕνα δίπλωμα ἔκλεισαν τὰ βιβλία καὶ παίζουν μπιλιάρδο καὶ χαρτιά, ἀλλ᾽ ἐκείνους ποὺ οἱ κρόταφοί τους ἄσπρισαν στὴ μελέτη, καὶ ἂν ρωτήσουμε μεγάλους φιλοσόφους ὅ­πως ὁ Σωκράτης ὁ Πλάτων ὁ Ἀριστοτέλης, ἂν τοὺς θέσουμε τὸ ἐρώτημα «ὑπάρχει αἰώνιος ζωή;» θὰ μᾶς ἀπαντήσουν· ὑπάρχει!
Ἡ ἱστορία ἀπαντᾷ ναί, ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ φιλοσοφία ἀπαντοῦν ναί. Ἂν ρωτήσουμε καὶ τὴν ψυχολογία, κι αὐτὴ ἀπαντᾷ ναί. Ἡ ψυχολογία, ὄχι τῆς ἐπιφανείας ἀλλὰ τοῦ βάθους, λέει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶνε καὶ ὑλικὸ ὄν, εἶνε καὶ οἰ­κονομικὸ ὄν, εἶνε καὶ ἐμπορικὸ ὄν, εἶνε καὶ κοινωνικὸ ὄν· εἶνε πολύπλευρος καὶ πολυ­δι­άστατος. Ἀλλὰ ἡ σημερινὴ ψυχολογία λέει ἀ­κόμη, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶνε μεθοριακὸ ἢ μεταφυσικὸ ὄν. Τί θὰ πῇ αὐτό; Ὅπως ἐδῶ στὰ σύνορα ἔχουμε ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος τὴν ἀγ­απημένη καὶ μαρτυρική μας πατρίδα κι ἀπὸ τὸ ἄλλο τὸ ξένο ἔδαφος, εἴμαστε δηλαδὴ στὴ μεθόριο δύο κρατῶν, κατὰ παρόμοιο τρόπο καὶ ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται στὰ σύνορα δύο κόσμων. Ὁ ἕνας εἶνε ὁ ἐπίγειος κόσμος κι ὁ ἄλλος εἶνε ὁ ἐπέκεινα, ὁ πέρα τοῦ ὑλικοῦ κόσμου. Καὶ ὁ ἄνθρωπος μετέχει καὶ τῶν δύο.
Ἀλλά, ἀδελφοί μου, γιατί νὰ ρωτοῦμε τοὺς ἐπιστήμονες ἱστορικοὺς φιλοσόφους καὶ ψυχολόγους; Ἂν εἴμαστε Χριστιανοί, μᾶς ἀρκεῖ μία καὶ μόνο μαρτυρία. Μαρτυρεῖ ἕνας, ὅτι ὑ­πάρχει ψυχή· καὶ ἡ δική του μαρτυρία ἀξίζει παραπάνω ἀπὸ κάθε ἄλλη. Γιατὶ αὐτὸς δὲν εἶ­πε ποτέ ψέμα· μέχρι σήμερα οἱ αἰῶνες δὲν τὸν διέψευσαν. Καὶ ὁ ἕνας αὐτὸς εἶνε ὁ Κύριος ἡ­μῶν Ἰησοῦς Χριστός. Τί εἶπε ὁ Χριστός; Μίλη­σε περὶ αἰωνίου ζωῆς καὶ βεβαίωσε ὅτι ὑπάρχει. Καὶ ἂν στὸ Χριστὸ δὲν πιστέψουμε, σὲ ποιόν παρακαλῶ θὰ πιστέψουμε; Γιὰ τὸ Χριστὸ ἡ ὕ­παρξι τῆς ψυχῆς εἶνε γεγονὸς ἀν­αμφισβήτητο. Δὲν κάθεται νὰ κάνῃ συλλογισμοὺς ὅπως οἱ φιλόσοφοι. Εἶνε γεγονός. Καὶ ἕνα γεγονὸς δὲν κοπιάζει κανεὶς νὰ τὸ ἀποδείξῃ. Ὑπάρχει ἥλιος. Ποιός λέει, Ἐλᾶτε νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι ὑπάρχει ἥλιος; Περιττεύει. Ὅπως λοιπὸν ὁ ἥλιος λάμπει στὸν φυσικὸ κόσμο, κατὰ παρόμοιο τρόπο στὸν ὑπερφυσικὸ κόσμο ἡ ἀθανασία τῆς ψυχῆς εἶνε βεβαιότης ἀναμφισβήτητη· ὑπάρχει πέρα τοῦ τάφου ζωή.
Τὸ πίστευαν, ὅπως εἴπαμε, οἱ ἀρχαῖοι. Τὸ πίστευαν οἱ πρόγονοί μας καὶ οἱ γιαγιάδες μας. Τὸ πίστευαν ὅλοι καὶ τὸ ὑπέγραφαν μὲ τὰ δυό τους χέρια, ὄχι ἁπλῶς μὲ μελάνι ἀλλὰ μὲ τὸ αἷμα τους. Τί; Αὐτὸ ποὺ ὁμολογοῦμε στὸ τελευταῖο ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως· «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος· ἀμήν» (11-12).

* * *

Ἐκεῖνοι πίστευαν. Ἐμεῖς; Ὤ, σήμερα εἶνε «ἡμέραι πονηραί», ὅπως εἶπε ὁ ἀπόστολος (Ἐφ. 5,16). Ἡ πίστι καθημερινῶς ἐκλείπει. Εἶνε σὰ νὰ ταξιδεύουμε μέσα σὲ ὁμίχλη. Ὁρατότης μηδέν. Κοντόφθαλμοι οἱ ἄνθρωποι δὲ βλέπουν τίποτα μπροστά τους. Ἤ, γιὰ νὰ φέρω μιὰ ἄλ­λη εἰκόνα, μοιάζουμε μὲ πουλιὰ ποὺ τὰ κυνη­γᾷ ὁ ἄνεμος καὶ γιὰ νὰ σωθοῦν, μόλις δοῦν κάποια τρῦπα σπηλαίου, ὁρμοῦν μέσα, ἀλλὰ τὸ σπήλαιο εἶνε δαιδαλῶδες, καὶ αἰχμαλωτίζον­ται ἐκεῖ· πετοῦν τὰ δύστυχα δεξιὰ – ἀριστερὰ ἀπεγνωσμένα μέσ᾽ στὸ σκοτάδι, χωρὶς νὰ μπο­ροῦν νὰ βροῦν διέξοδο πρὸς τὸ φῶς. Ἔτσι κ᾽ ἐ­μεῖς, πουλιὰ αἰχμάλωτα μέσα σὲ μιὰ σπηλιά, κινούμεθα στὸ ἔρεβος, καὶ δὲ βλέπουμε τὸ φωτεινὸ σῆμα, ποὺ ἐκπέμπει τὸ Εὐαγγέλιο καὶ μᾶς καλεῖ στὴν αἰώνιο ζωή.
Αἰώνιος ζωή! Θὰ ἤθελα νὰ ἤμουν Χρυσόστομος καὶ Βασίλειος, νὰ βάλω στὴν καρδιά σας τὴ μεγάλη αὐτὴ ἀλήθεια, ὅτι ὑπάρχει ψυ­χὴ ἀθάνατη, ὅτι πέρα τοῦ τάφου ὑπάρχει ζωή, ὅτι δὲν τελειώνει ἡ ζωὴ μὲ τὸ φτυάρι τοῦ νεκροθάφτη. Ὄχι, ὁ τάφος δὲν εἶνε τέρμα· εἶνε ἡ ἀρχὴ ἑνὸς ἄλλου ἀτέρμονος βίου. Αὐτὸ λέει τὸ Εὐαγγέλιο, αὐτὴ εἶνε ἡ πίστι μας.
Ὁ πλούσιος τοῦ εὐαγγελίου πίστευε ὅτι ὑ­πάρχει πέρα τοῦ τάφου ζωή· ἐκεῖνο ποὺ τὸν ἀ­πασχολοῦσε ἦταν, μὲ ποιό τρόπο θὰ μπορέ­σῃ νὰ κληρονομήσῃ τὴν αἰώνιο ζωή, ποιά εἶνε ἡ ὁδὸς ποὺ ὁδηγεῖ ἐκεῖ. Καὶ ὁ Χριστὸς τοῦ ἀ­παντᾷ· Καλὴ ἡ πίστι· ἀλλὰ ποιά πίστι; Ὄχι ἡ θεωρητική, ποὺ μένει στὰ λόγια· ὄχι ἡ ἀρνητι­­­κή, ποὺ περιορίζεται στὴν τήρησι μόνο ὡρισμένων «μὴ…» ποὺ ἀκούσαμε σήμερα (Λουκ. 18,20)· ὄχι ἡ τυπική, ποὺ νομίζει ἀρκετὸ τὸ νὰ ἐκτελέ­­σουμε μερικὰ θρησκευτικὰ καθήκον­τα, ν᾽ ἀ­νά­ψουμε π.χ. ἕνα κερί. Καὶ αὐτὸ βεβαίως δὲν ἀ­πορρίπτεται· ἔχει συμβολισμὸ τὸ ν᾽ ἀνάβῃς κερί· εἶνε σὰ νὰ λὲς «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42). Ἀλλὰ δὲ φθάνει μόνο αὐτό· πρέπει κ᾽ ἐσὺ ὁ ἴδιος νὰ εἶσαι ἕνα ἀναμμένο κεράκι μέσ᾽ στὴ γενεά σου, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ «Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου» (Ματθ. 5,14).
Οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας γιὰ τὴν πίστι ἔ­φθαναν ἀκόμα καὶ σὲ φρικτὰ μαρτύρια. Ὁ ἅ­γι­ος Ἰάκωβος ὁ Πέρσης λ.χ., ποὺ γιορτάζει τὶς μέρες αὐτές (27 Νοεμ.), ζοῦσε στὴν Περσία ἀνάμεσα σὲ πλῆθος εἰδωλολατρῶν. Ἦταν μόνος. Τὸν κάλεσαν ν᾽ ἀρνηθῇ τὸ Χριστό. Δὲν ὑπέκυ­ψε. Τὸν πίεσαν, τὸν φυλάκισαν, τὸν βασάνισαν, τὸν ἔ­κοψαν κομμάτια – κομμάτια ὅπως ὁ χασάπης τὸ κρέας· τοῦ ἔκοψαν τὴ μύτη, τὰ αὐτιά, τὰ χέ­ρια, τὰ πόδια, τοῦ ξερρίζωσαν τὰ δόντια. Μὰ αὐτὸς συνέχιζε νὰ λέῃ· Πιστεύω στὸ Χριστό! Αὐτὴ εἶνε ἡ πίστι ποὺ σῴζει, αὐτὴ ὁδηγεῖ στὸ βασίλειο τῆς αἰωνιότητος.

* * *

Ἀδελφοί μου καὶ πατέρες! Ἂς σκεφθοῦμε σήμερα σοβαρά, ὅτι ὁ τάφος τοῦ πατέρα καὶ τῆς μητέρας μας δὲν εἶνε τέρμα, ἐκμηδένισις. Ποιός τὸ εἶπε; Πέρα τοῦ τάφου εἶνε ἄλλη ζωή, αἰώνιος ζωή. Ἂς προετοιμασθοῦμε λοιπόν. Αὐ­τὸς ποὺ πρόκειται νὰ ταξιδέψῃ βγάζει εἰσιτήριο καὶ διαβατήριο. Μὴ βρεθοῦμε ἀνέτοιμοι.
Σ᾽ ἕνα ἀνάκτορο ὁ βασιλιᾶς εἶχε ἕνα γελωτοποιό, νὰ τὸν διασκεδάζῃ μὲ τὰ ἀστεῖα του. Μιὰ μέρα, θέλοντας νὰ παίξῃ μαζί του, ἔδωσε στὸν γελοτοποιὸ ἕνα μπαστούνι λέγοντας· ―Πάρ᾽ το. Κι ἂν βρῇς ἄλλον πιὸ βλᾶκα ἀπὸ σέ­να, νὰ τοῦ τὸ δώσῃς… Πῆρε τὸ μπαστούνι ὁ ἠ­θοποιὸς μέ κάποια πικρία. Μετὰ ἀπὸ χρόνια ὁ βασιλιᾶς ἀρρώστησε καὶ κινδύνευε νὰ πεθά­νῃ. Πῆγε κι ὁ θεατρῖνος νὰ τὸν δῇ. ―Πεθαίνω, τοῦ λέει ὁ βασιλιᾶς, φεύγω γιὰ ταξίδι μακρινό, ἀ­γύριστο. ―Καὶ ἔκανες καμμιὰ προετοιμασία, μεγαλειότατε; ―Ὄχι. ―Ἔ, τότε βρῆκα τὸν πιὸ βλᾶκα ἀπὸ μένα. Πάρε τὸ μπαστούνι!
Τὰ ἄλλα λάθη στὴ ζωὴ εἶνε μικρά. Τὸ τραγι­κώτερο θὰ εἶνε ἄν, τὰ λίγα χρόνια ποὺ ζοῦμε, δὲν προετοιμασθοῦμε γιὰ τὴν αἰώνιο ζωή. Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς ἀξιώσῃ, κλείνοντας τὰ μάτια στὸ μάταιο τοῦτο κόσμο, νὰ κάνουμε τὸ σταυρό μας καὶ νὰ ποῦμε κ᾽ ἐμεῖς «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42).

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης 27-11-1977)