Αυγουστίνος Καντιώτης



Archive for the ‘ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ’ Category

ΘΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΙ;

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Νοέ 23rd, 2011 | filed Filed under: Român (ROYMANIKA), ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Ι΄ (Λουκ. 13,10-17)

ΘΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΙ;

ΤΟ εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, ὁμιλεῖ γιὰ μιὰ γυναῖκα ἄρρωστη, δυστυχισμένη, ποὺ εἶνε γνωστὴ ὡς «συγκύπτουσα» (Λουκ. 13,11). Γυναῖκες ποὺ διέπρεψαν γιὰ τὴ δόξα ἢ τὸν πλοῦτο ἢ τὴ μόρφωσί τους ἔχουν λη­σμο­νηθῆ, ἀλλὰ ἡ «συγκύπτουσα» ἀναφέρεται πάν­τοτε παραμονὲς τῶν Χριστουγέννων καὶ ἡ Ἐκ­κλησία μας τὴν προβάλλει ὡς παράδει­γμα.

* * *

γυναίκα αὐτὴ δὲν ἦταν ἐκ γενετῆς συγ­κύπτουσα· γεννήθηκε ὑγιής. Ὅταν μεγάλω­σε, ἐνῷ περπατοῦσε καὶ ἐρ­γαζόταν μιὰ χαρά, ξα­φνικὰ ἕνας πόνος στὴ σπονδυλικὴ στήλη τὴν ἔ­κανε νὰ καμφθῇ. Τί ἦταν; ἀσθένεια; Μακάρι νὰ ἦταν ἀσθένεια. Ἦταν κάτι χειρότερο. Τὸ λέει ὁ Κύριος καὶ πρέπει νὰ τὸ πιστέψουμε· αὐτὸ ποὺ τῆς συνέβη προερχόταν ἀπὸ τὸ σατανᾶ. Ἂς μὴν πιστεύουν οἱ ἄπιστοι· ἐμεῖς πιστεύου­με ὅ­τι ὑπάρχει σατανᾶς κι ὅτι ὁ Χριστὸς ἦρθε στὸν κόσμο «ἵνα λύσῃ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου» (Α΄ Ἰω. 3,8). Ὅπως βλέπουμε στὴ Γραφή, πολλὲς φο­ρὲς ὁ σατανᾶς, κα­τὰ παραχώρησιν Θεοῦ, προξενεῖ ὑλικὲς ζημιὲς καὶ ἀ­σθένειες, ὅπως π.χ. στὸν Ἰώβ. Κι αὐτὴ λοιπόν, ἐξ ἐπηρείας τοῦ δια­βόλου, αἰσθάνθηκε νὰ λυγίζῃ ἡ σπονδυλι­κή της στήλη καὶ τὸ κεφάλι της νὰ φτά­νῃ ὣς κάτω στὴ γῆ. Ὅποιος τὴν ἔβλεπε ἀπὸ μακριά, νόμιζε πὼς εἶνε ζῷο καὶ πάει μὲ τὰ τέσ­σερα. Γι᾽ αὐτὸ σπανίως ἔ­βγαινε ἔξω.
Παρὰ τὴν ἀσθένειά της ὅμως τὴ βλέπουμε νὰ «ἐκκλησιάζεται». Ὅπως ἐ­μεῖς ἔχουμε τὴν Κυριακή, οἱ Ἑβραῖοι ἔχουν τὸ Σάββατο· κι ὅ­πως ἐμεῖς πᾶμε στὴν ἐκκλησία, αὐτοὶ πᾶνε στὴ συναγωγή, στὴ χάβρα. Κι αὐτὴ λοιπὸν τὴ σακάτισσα, ποὺ μὲ μεγάλη δυσκολία ἐκινεῖτο, κάθε Σάββατο τὴν ἔβλεπες στὴ συναγωγή.
Ἡ «συγκύπτουσα» εἶνε ὑπόδειγμα τηρήσε­ως τῆς τετάρτης ἐντολῆς τοῦ δεκαλόγου ποὺ λέει «Ἓξ ἡμέρας ἐργᾷ καὶ ποιήσεις πάντα τὰ ἔργα σου· τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδό­μῃ σάββατα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου» (Ἔξ. 20,9-10. Δευτ. 5,13-14). Καὶ ὁ Θεὸς βράβευσε τὴν προθυμία της. Μιὰ μέρα, ποὺ εἶχε πάει ὡς συνήθως στὴ συναγω­­γή, βρῆ­κε ἐκεῖ – ποιόν; Ὄχι ἄγγελο, ὄχι ἅγιο ἄνθρωπο ἢ προφήτη, ἀλλὰ τὸν ἴδιο τὸ Χριστό. Ἦταν  στὴ συναγω­­γὴ καὶ δίδασκε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ.
Πολλοὶ ἦταν μέσα ἐκεῖ, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς σ᾽  αὐτὴν ἔρ­ριξε τὸ βλέμμα του, τὸ γεμᾶτο ἀγάπη, καὶ τῆς εἶπε· «Γυναί­κα, εἶσαι ἐλεύθερη ἀπὸ τὴν ἀσθένειά σου» (Λουκ. 13,12). Καὶ μόλις ἔβαλε τὰ χέρια του ἐπάνω της, ἀ­μέσως ἔγινε καλά· ἡ σπονδυλική της στήλη ἀνωρθώθηκε, ἴ­σιωσε· σήκωσε τὸ κεφάλι ψηλά, καὶ δόξαζε τὸ Θεό.
Αὐτὸ τὸ θαῦμα διηγεῖται σήμερα τὸ εὐαγγέ­­λιο. Ἡ γυναίκα αὐτὴ μπῆκε στὴ συναγωγὴ ἄρ­ρωστη καὶ βγῆκε ὑγιής, μπῆκε σακάτισσα καὶ βγῆκε ἀκεραία. Μεγάλη ἡ δύναμι τοῦ Χριστοῦ!

* * *

Τί ἔχει νὰ μᾶς πῇ ἡ συγκύπτουσα; Πολλά.
❶  Πρῶτον. Ἡ σπονδυλικὴ στήλη εἶνε ἕ­να θαυμαστὸ δη­μιούργημα. Καὶ μόνο αὐτὴ φτά­νει ν᾽ ἀ­ποδεί­­ξῃ ὅτι ὑπάρχει Δημιουργός. Εἶνε πιὸ θαυ­μαστὴ κι ἀ­π᾽ τὸν πιὸ τέλειο κίονα τοῦ Παρθε­νῶ­νος τῶν Ἀθηνῶν. Ἔχει τόσους σπον­δύλους ὅσα τὰ χρόνια τοῦ Χριστοῦ. 33 χρόνια ἔ­ζησε ὁ Χριστὸς ἐπὶ τῆς γῆς; 33 εἶνε καὶ τὰ ὀ­στᾶ τῆς σπονδυλικῆς στήλης, προσ­αρ­μο­σμέ­να ἀριστοτεχνικὰ τὸ ἕνα πάνω στὸ ἄλλο.
Δεύτερον. Ἡ συγκύπτουσα ἀποτελεῖ ἔ­λεγ­χο γιὰ μᾶς. Ἐσὺ ποὺ ἔχεις πόδια δὲν πᾷς στὴν ἐκ­κλησία. Γιατί σοῦ τά ᾽δωσε ὁ Θεός; Ἔχεις πόδια γιὰ νὰ τρέχῃς σὲ δι­ασκεδάσεις, ἔχεις πόδια γιὰ τὸ διάβολο, ἀλλὰ πόδια γιὰ τὸ Θεὸ δὲν ἔ­χεις. Ἐλάχιστοι εἶν᾽ αὐτοὶ ποὺ ἐκκλησι­άζονται· οἱ ἄλλοι; Μόνο νεκροὺς πλέον θὰ τοὺς πᾶνε στὴν ἐκκλησία. Στὴ Φλώρινα ἔβλεπα ―τώρα ἔ­χει πεθάνει― μιὰ γυναῖκα σακατεμένη· μετὰ δυσ­κολί­ας ἐκινεῖτο, κι ὅμως δὲν ἔλειπε ἀπὸ τὸ ναό. Ὑπάρχουν καὶ τέτοια παραδείγματα.
Τρίτον. Ὅλοι σχεδὸν ἔχουμε τὴ σπονδυλι­κή μας στήλη γερή. Σωματικῶς ναί, εἴμαστε ὑ­γι­εῖς. Ψυχικῶς ὅμως; Ἂς τὸ ὁμολογήσουμε· ψυ­χικῶς εἴ­μαστε ἄρρωστοι. Καὶ θὰ τὸ ἐξηγήσω αὐτό. Γιατί λεγόμαστε ἄνθρωποι; Ἄνθρωπος εἶνε λέξις τῆς ὡραίας ἑλληνι­κῆς γλώσσης. Τί σημαίνει; Αὐτοὶ ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὴν ἐτυμολογία, λένε, ὅτι ἄν­θρωπος εἶνε ἡ ὕπαρξις ἐ­κείνη ποὺ τείνει πρὸς τὰ ἄνω. Εἶνε ὂν ὀρθοβάμον. Ὁ Θεός, ἐνῷ τὰ ζῷα βαδίζουν μὲ τὰ τέσσερα κ᾽ ἔχουν τὸ κεφά­λι πρὸς τὴ γῆ, ἐμᾶς μᾶς ἔπλασε ὀρ­θίους, νὰ βλέπουμε πρὸς τὸν οὐ­ρανό· διότι ὁ προορισμός μας εἶνε ἐκεῖ, ἐδῶ εἴμαστε περαστικοί. «Πάροικος ἐγώ εἰμι παρὰ σοὶ καὶ παρεπίδημος καθὼς πάντες οἱ πατέρες μου», λέει ὁ ψαλμῳδός (Ψαλμ. 38,13). Πατρίδα μας εἶνε ὁ οὐρανός. Ρώτησαν ἕνα φιλόσοφο· ―Ποιά εἶ­νε ἡ πατρίδα σου; ―Περιμένετε, λέει, νὰ σᾶς πῶ. Κι ὅταν νύχτωσε ἔδειξε τὰ ἄστρα καὶ εἶ­πε· Ἐκεῖ εἶνε ἡ πατρίδα μου! Ποιός σήμε­ρα ἔ­χει τέτοιο φρόνημα; Οἱ πολλοὶ τὴν ψυχή τους τὴν ἔχουν στὰ γήϊνα, τὰ μικρά, τὰ μάταια.
Καὶ τέταρτον. Καταπίπτει ὁ ἄνθρωπος πο­λὺ χαμηλά, καταντᾷ στὸ ἐπίπεδο τοῦ ζῴου. Καὶ ὁ Χριστὸς εἶπε ἕνα μεγάλο λόγο· «Μὴ δῶ­τε τὸ ἅγι­ον τοῖς κυσὶ μηδὲ βάλητε τοὺς μαργα­ρί­τας ὑ­μῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων» (Ματθ. 7,6). Μερικοὶ ἄνθρωποι εἶνε σὰν τοὺς χοίρους, σὰν τὰ γουρούνια. Ὁ χοῖρος ἔχει τὸ κεφάλι δι­αρκῶς πρὸς τὴ γῆ, ψάχνοντας γιὰ τροφὴ ὁ γαστρίμαργος. Τρώει βελανίδια κι οὔτε ὑψώνει τὸ κεφάλι στὴ βελανιδιά, τρόπον τινὰ νὰ τῆς πῇ ἕ­να «εὐχαρι­στῶ». Μόνο μιὰ φορὰ γυρί­ζει καὶ βλέπει τὸν οὐ­ρανό. Πότε; Ὅταν ὁ χασάπης στὸ σφαγεῖο τὸν ἀναποδογυρίζει νὰ τὸν σφάξῃ. Ἔτσι καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι· σ᾽ ὅλη τὴ ζωή τους εἶνε σκυμ­μένοι στὰ γήινα, καὶ μόνο ὅταν πλησιάζει ὁ θάνατος, τότε πλέον βλέπουν ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλη ζωή. Ἕνας ἰατροφιλόσοφος, ὁ Καρρέλ, εἶπε ὅτι σὲ πολλοὺς ἀνθρώπους ἁρμόζει τὸ σχῆμα τοῦ κτήνους. Ἂν ὁ Θεὸς ἐπέτρεπε νὰ πάρουμε μορφὴ σύμφωνα μὲ τὰ πάθη μας, οἱ πλεῖστοι θὰ παρουσιάζονταν σὰν ζῷα· ὁ λαί­μαρ­γος σὰν χοῖρος, ὁ ἀκόλαστος σὰν τράγος, ὁ ἐ­ριστικὸς καὶ ἐπιθετικὸς σὰν τίγρις, ὁ φθονε­ρὸς σὰν φίδι, ὁ μνησίκακος σὰν καμήλα, ὁ ἅρπαγας καὶ κλέφτης σὰν λύκος… Γι᾽ αὐτὸ ὁ ψαλμῳδὸς λέει· «Ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆ­κε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀ­νοή­τοις καὶ ὡμοιώθη αὐ­τοῖς», ὁ ἄνθρωπος ἔγινε ὅμοιος μὲ τὰ κτήνη (Ψαλμ. 48,13,21). Καὶ θυμᾶμαι ποὺ μαθαίνα­με στὸ σχολεῖο ἀπὸ τὴν Ὀδύσσεια γιὰ τὴ μάγισσα Κίρκη, ποὺ χτύπησε μὲ τὸ ῥαβδί της τοὺς συντρόφους τοῦ Ὀδυσσέως καὶ τοὺς ἔκανε ζῷα. Εἶνε φανταστικὸς μῦθος βέβαια, ἀλλ᾽ ἐκφρά­ζει μιὰ πραγματικότητα. Κίρκη εἶνε ἡ ἁμαρτία· αὐτὴ μεταβάλλει τοὺς ἀνθρώπους σὲ κτήνη.
Ἡ συγκύπτουσα λοιπὸν τοῦ εὐαγγελίου εἶ­νε σύμβολο κάθε ἀνθρώπου ποὺ κάμπτεται κάτω ἀπὸ τὰ πάθη του. Εἶνε ἀκόμα σύμβολο ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος, ποὺ ἰδίως κατὰ τὸν εἰκοστὸ αἰῶνα ξεπέρασε σὲ ἀγριότητα κάθε θηρίο, μὲ τὰ φοβερὰ ὅπλα ἀφανισμοῦ χιλιάδων ἀνθρώπων ποὺ ἐπινόησε καὶ χρησιμοποί­ησε. Τὸ χειρότερο θηρίο, ὅπως λέει ὁ Ἀριστο­τέλης, δὲν εἶνε τὸ λιοντάρι οὔτε ἡ τίγρις· εἶνε ὁ ἄνθρωπος. Τέλος ἡ συγκύπτουσα εἶνε σύμβολο καὶ τῆς Ἑλλάδος μας. Ἐκεῖ ποὺ λέει «ἰ­δοὺ γυνὴ …ἦν συγκύπτουσα», σβῆστε τὸ «γυ­νὴ» καὶ βάλτε «Ἑλλάς»· «Ἑλλὰς συγκύπτουσα», χώρα ποὺ κάμπτεται κάτω ἀπὸ τὰ πάθη. Ἐνῷ μπορούσαμε στὴ γωνιὰ αὐτὴ τῆς γῆς νὰ ζοῦμε μιὰ εὐτυχισμένη ζωή, ἐν τούτοις πάσχουμε καὶ ὑποφέρουμε ἐξ αἰτίας τῶν ἐλαττωμάτων καὶ τῶν παθῶν μας.

* * *

Δὲν ἀνήκω σὲ κόμματα, ἀλλὰ ἕ­νας πολιτικός μας εἶπε τὰ ἑξ­­ῆς σοφὰ λόγια. «Δὲν θεραπεύε­ται ἀλλιῶς τὸ κακό, παρὰ μόνο ἂν γίνουμε ἄν­θρωποι». «Ἂν γίνουμε ἄνθρωποι»! Οἱ πρό­γονοί μας ἔλεγαν· «Τί χαριτωμένο πλάσμα ὁ ἄν­θρω­πος, ὅταν εἶνε πράγματι ἄνθρωπος!» (Μέναν­δρος· παρὰ Στοβαίῳ 5,11· Μιχ. ᾿Ιατροῦ, Πόθεν καὶ διατί σ. 216). Ἄνθρωπος δὲν εἶ­νε ὁ φι­λόδοξος, ὁ κλέφτης, ὁ μοιχός, ὁ ἄδικος, ὁ σκλη­ρός· ἄνθρωπος εἶνε ὁ ταπεινός, ὁ τίμιος, ὁ δίκαιος, ὁ καθαρός, ὁ σπλαχνι­κός. Ἂν δὲν γίνου­με ἔτσι, μὴν περιμένουμε ἀνόρθωσι.
Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς εἶπε μιὰ προφη­τεία. Τὸ τέλος τοῦ κόσμου θὰ ᾽ρθῇ – πότε; ὅ­ταν δῆτε ν᾽ ἀδειάζουν οἱ ἐκκλησιὲς καὶ νὰ γεμί­­ζουν οἱ φυλακές! Σήμερα ἡ ἐγ­κληματικότης εἶ­νε σὲ ἔξαρσι, οἱ ἄνθρωποι ἐξαγριώθηκαν, καὶ κα­τέπεσαν σὲ ἐπίπεδο ζῳῶδες. Καὶ ποιός μπο­ρεῖ νὰ τοὺς ἀνορθώσῃ πάλι; Μόνο ἐκεῖνος ποὺ ἄγγιξε τὴν συγκύπτουσα «καὶ παραχρῆ­μα ἀνωρθώθη καὶ ἐδόξαζε τὸν Θεόν» (Λουκ. 13,13). Πῶς θὰ γίνῃ αὐτό; Διὰ τῆς μετανοίας. Δυσ­τυχῶς μικροὶ – μεγάλοι εἴμαστε ἀμετανόητοι. Καὶ πλησιάζουν οἱ ἅγιες ἡμέρες. Πῶς θ᾽ ἀντικρύσουμε τὰ ἅγια, πῶς θὰ μεταλάβουμε;
Ὅλοι λοιπόν, ἀγαπητοί μου, στὴν ἐξομολό­γησι. Κανείς μὴ μείνῃ ἀνεξομολόγητος. Ἀπὸ ᾽κεῖ θὰ ἔλθῃ ἡ ἀνόρθωσις· ἡ οἰκογενειακή, ἡ ἐκπαιδευτική, ἡ ἐθνική, ἡ ἐν γένει πνευματικὴ ἀνόρθωσις. Αὐτὴ τὴν ἀνόρθωσι ἕνας καὶ μόνο μπορεῖ νὰ μᾶς τὴ χαρίσῃ· ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑ­περυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου
Ἰωάννου Πτολεμαΐδος 10-12-1989)

____________

ΡΟΥΜΑΝΙΚΑ

_____________

PREDICA MITROPOLITULUI AUGUSTIN DE FLORINA
LA DUMINICA A XXVII-A DUPĂ RUSALII
(Luca 13, 10-17)

DE CE LIPSEŞTI?

„Şi învăţa Iisus într-una din sinagogi sâmbăta”(Luca 13,10)


Era, zice Evanghleia de astăzi, într-o sâmbătă, când Hristos s-a dus într-o sinagogă. Sâmbăta, evreii o ţin ca zi de închinare a lui Dumnezeu. În această zi este interzisă munca. Porunca Decalogului spune: „Şase zile din săptămână pentru muncă, dar sâmbăta trebuie să fie închinată slujirii lui Dumnezeu” (Ieşire 20, 9-10). Iudeii respectau cu stricteţe această poruncă. Oricine încălca porunca şi lucra în zi de sâmbătă, era pedepsit cu o aspră pedeapsă. Un evreu, menţionează istoria Vechiului Testament, care a îndrăznit în zi de sâmbătă să iasă afară din cetate şi să se ducă în munte şi să taie lemne, a fost judecat pentru încălcarea poruncii şi condamnat la moarte. S-au adunat evreii, au luat pietre, le-au aruncat asupra lui şi l-au omorât (vezi Numeri 15, 32-36). Pietrele pe care le-au aruncat, au fost atât de multe, încât au alcătuit un mic deal. Oricine trecea apoi pe acolo avea să-şi amintească de pedepsirea omului care a dispreţuit porunca lui Dumnezeu şi a lucrat în zi de sâmbătă. Şi nu doar în anii de demult, dar chiar şi astăzi evreii respectă cu stricteţe ca zi nelucrătoare sâmbăta. Dacă vă duceţi astăzi în Israel, veţi vedea că sâmbăta pe drumuri nu este nicio mişcare. Oamenii nu călătoresc, nu aleargă maşini. Cine îndrăzneşte fără absolută nevoie să-şi ia maşina şi să călătorească pe drumurile publice, este considerat apostat şi provoacă dezaprobarea generală. Nu-l opreşte poliţia, îl opresc cetăţenii. Există însă şi cazuri în care indignarea evreilor pentru călcătorii poruncii este atât de mare, încât nu numai că opresc maşina, dar îi dau şi foc şi o ard. Doar maşina poliţiei şi maşina care transportă medici şi bolnavi la spitale este permis să circule în zi de sâmbătă.

***

Aşadar, sâmbăta, Hristos s-a dus într-o sinagogă. Ce este o sinagogă? Este o clădire în forma unei şcoli sau a unei biserici. Această clădire are scopul de a-i aduna pe evrei în fiecare sâmbătă, ca să citească acolo Legea lui Dumnezeu şi să se roage. Poporul numeşte sinagoga – havra. Sinagogi există în toate oraşele şi satele, în toate aşezările locuite de evrei. În sinagogă s-a dus Hristos în zi de sâmbătă. S-a dus ca să înveţe.
Între oamenii care se aflau în sinagogă în acea zi, era şi o femeie. Această femeie era bolnavă. Boala ei provenea din lucrarea satanei. Trupul ei se încovoiase. Aşa cum iei o tijă dreaptă şi o curbezi, aşa satana după îngăduinţa lui Dumnezeu îi încovoiase coloana vertebrală. I-o încovoiase atât de mult, încât capul nenorocitei femei atingea pământul. Şi de departe se părea că păşeşte nu un om, ci un animal cu patru picioare. Mâinile ei deveniseră picioare, pe care le sprijinea pe pământ ca să poată să meargă. În această situaţie se afla femeia nu de un an sau doi, ci de optsprezece ani întregi, o întreagă viaţă. Ce privelişte tristă!
Această femeie infirmă, chiar dacă nu se ducea sâmbăta la sinagogă, ar fi fost îndreptăţită pentru absenţa ei. Nimeni n-ar fi putut să o acuze. Şi totuşi. Femeia aceasta, cu toată boala ei, când se mijea de sâmbătă, nu avea linişte. Considera o datorie să se ducă la sinagogă. Şi se ducea întotdeauna fără să cârtească împotriva lui Dumnezeu care nu o făcea sănătoasă.
Dar de această dată, când s-a dus din nou la sinagogă, a văzut minunea lui Dumnezeu. Hristos a văzut-o, I s-a făcut milă de ea, şi răsplătindu-i închinarea, consacrarea, devotamentul către Dumnezeu, a tămăduit-o. Trupul ei, care era îndoit ca un belciug, ca o mică verigă, s-a făcut din nou drept ca un chiparos. De acum, mergea cu trupul drept şi Îl slăvea pe Dumnezeu.

***

Ah, creştinii mei! Această femeie din Evanghelia de astăzi pe câţi creştini nu-i va judeca în ziua judecăţii! Femeia aceasta, bolnavă, infirmă, într-o stare jalnică, mergând în cele patru membre, se ducea în fiecare sâmbătă la sinagogă. Noi, creştinii, nu avem sâmbăta; avem duminica. Duminica a înlocuit sâmbăta. Duminica este ziua cea mare şi slăvită. Duminica este ziua în care Hristos a biruit moartea, a adus o nouă viaţă şi a creat o nouă lume, lumea harului. Şi ar trebui ca noi creştinii să cinstim duminica cu o deosebită evlavie. Ar trebui ca în această sfântă zi să înceteze toate lucrările în afară de cele absolut necesare şi indispensabile. Ar trebui ca în această zi să nu aibă loc nici un meci de fotbal, nici teatre, nici cinematografe, nici excursii. Ci toţi şi toate să alerge la biserică şi să-L adore pe Dumnezeu – Sfânta Treime, pe Tatăl şi pe Fiul şi pe Sfântul Duh. Pentru că aceste Trei Persoane ale Treimii Celei de-o-fiinţă şi nedespărţită au lucrat pentru mântuirea oamenilor. Tatăl a voit, Fiul a venit pe pământ, Duhul Sfânt a luminat lumea. De aceea, şi la sfârşitul Dumnezeieştii Liturghii spunem: „Am văzut lumina cea adevărată, am primit Duhul cel ceresc, am aflat credinţa cea adevărată, nedespărţitei Sfintei Treimi închinându-ne, că Aceasta ne-a mântuit pe noi”.
Da! Creştinul, care merge în fiecare duminică la biserică şi urmăreşte cu evlavie toate câte se spun şi se fac acolo, şi cu credinţă se apropie şi se împărtăşeşte cu Preacuratele Taine, acest creştin este folosit, dobândeşte lucruri inestimabile. Dacă la sfârşitul Dumnezeieştii Liturghii, preotul ar da fiecăruia care vine la biserică ca dar o liră de aur, puteţi să vă închipuiţi ce s-ar întâmpla? Toţi ar fi mers la biserică ca să primească lira. Dar ce este lira şi orice altă comoară materială în faţa comorii spirituale, în faţa binecuvântărilor dumnezeieşti, pe care le împrăştie soarele Dumnezeieştii Liturghii? Oameni, care au intrat în biserică trişti, supăraţi, melancolici, cu capul în jos, când s-a terminat Dumnezeiasca Liturghie şi au luat binecuvântarea Bisericii, au ieşit plini de bucurie şi de veselie. Şi aşa cum femeia din Evanghlia de astăzi a intrat în sinagogă cu capul încovoiat şi a ieşit cu capul drept, privind cerul, aşa şi fiecare suflet, pe care l-a încovoiat satana şi l-a făcut să vadă doar cele de jos, doar cele pământeşti şi lumeşti, doar cele păcătoase, după ce a venit la biserică iese diferit. Ceea ce spune Biserica noastră, „Sus să avem inimile!”, devine o realitate. Acest suflet se înalţă continuu, ajunge până la stele, trece de stele, Îl atinge pe Dumnezeu, se uneşte cu Dumnezeu.

***

O, Dumnezeul meu, o, Sfântă Treime! Ce binecuvântări sunt acestea pe care le dai evlavioşilor creştini care vin la biserică! Cât de fericiţi sunt ei, dar şi cât de nefericiţi sunt cei care în duminici când sună clopotul rămân pe dinafara Bisericii! Pe aceştia îi va condamna în ziua judecăţii femeia din Evanghelia de astăzi. Femeia bolnavă, infirmă, se ducea la biserica ei, la sinagogă; aceşti creştini sănătoşi, cu mâini şi picioare şi ochi şi urechi, nu se duc ca să spună un „Mulţumesc” lui Dumnezeu pentru atâtea bunătăţi pe care li le dăruieşte.

(traducere: Frăţia Ortodoxă Misionară „Sfinţii Trei Noi Ierarhi”, sursa: volumul de predici „Kyriaki”)

________

Η αφροσυνη του πλεονεκτου

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Νοέ 10th, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Θ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 12,16-21· 14,35)

Η αφροσυνη του πλεονεκτου

«Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς» (Ψαλμ. 23,1)

ΠλεονεκΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἕνας κα­θρέφτης, στὸν ὁποῖον, ἐὰν κοιτάξουμε μὲ προσοχή, θὰ δοῦμε τὸν ἄθλιο ἑαυτό μας, τὶς κακίες καὶ τὰ πάθη ποὺ ἔχουμε. Στὸ σημερινὸ δὲ εὐαγγέλιο βλέπουμε ἕνα ἀπὸ τὰ φοβερώτε­ρα ἐλαττώματα. Ὀνομάζεται πλεονεξία. Πλεονεξία εἶνε τὸ νὰ μὴ εὐχαριστῆται κανεὶς σ’ αὐτὰ ποὺ ἔχει, ἀλλὰ νὰ ζητῇ ὅλο καὶ περισσό­τερα καὶ ποτέ νὰ μὴ λέῃ «Δόξα σοι, ὁ Θεός». Εἶνε μιὰ ἐκδήλωσις τοῦ ἀτομιστικοῦ καὶ ἐγωϊστικοῦ πνεύματος. Στὴ σημερινὴ παραβολὴ βλέπουμε τὴν εἰκόνα τοῦ πλεονέκτου.

* * *

Τί μᾶς λέει; Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος πλούσι­ος γεωκτήμων. Εἶχε πολλὰ ὑ­ποστατικά, χωράφια, ἀμπέλια, ἐλαιοστάσια, κήπους μὲ ὀ­πωροφόρα δέν­τρα. Κατεῖχε μεγάλη ἔκτασι γῆς. Ἦ­ταν ἆραγε εὐ­τυχι­σμένος; Ὅπως δείχνει ἡ συνέχεια, ὄχι. Μιὰ χρονιὰ ἦρθε μεγάλη εὐφορία. Τὰ χωράφια ἔδωσαν πολὺ καρπό. Τὰ δέν­τρα λύγιζαν ἀπ’ τὸ βάρος. Τί ἔπρεπε κι αὐτὸς νὰ πῇ; Νὰ πῇ «Δόξα σοι, ὁ Θεός», νὰ πῇ ἕνα «εὐ­χαριστῶ». Τὸ εἶπε; Δὲν τὸ εἶπε. Ὅταν εἶδε αὐ­τὴ τὴν ἔκτακτο ἐσοδεία μπῆκε σὲ μεγάλη συλλογή. Πήγαινε νὰ κοιμηθῇ τὴ νύχτα καὶ δὲν τὸν ἔπιανε ὕπνος. Τὸν ἀπασχολοῦσε ἕνα πρόβλημα, ποὺ εὔκολα μποροῦσε νὰ λυθῇ, ἀλλὰ ἡ πλεονεξία τὸ ἔκανε δυσεπίλυτο.
Ποιό ἦταν τὸ πρόβλημα. «Τί νὰ κάνω», λέει, «ποὺ δὲν ἔχω ποῦ νὰ συνάξω τὰ ἀγαθά μου;» (Λουκ. 12,17). «Τί νὰ κάνω;»! Νὰ τὸ λέῃ ὁ φτωχὸς ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει ψωμὶ νὰ φάῃ, νὰ τὸ λέῃ ὁ πολύτε­κνος πατέρας ποὺ σκέπτεται πῶς θ’ ἀποκαταστήσῃ τὰ παιδιά του, νὰ τὸ λέῃ ἡ χήρα ποὺ παλεύει μὲ τόσα προβλήματα, νὰ τὸ λέῃ τὸ ὀρφανὸ ποὺ ἔμεινε ἔρημο; Τὸ λέει αὐτός! Ἐπὶ τέλους, ἀφοῦ βασάνισε τὸ μυαλό του, βρῆκε λύσι. Ποιά λύσι; Νὰ γκρεμί­σῃ τὶς ἀ­ποθῆκες του καὶ νὰ χτίσῃ μεγαλύτερες. Ἀφοῦ συλλέξω ἐκεῖ τοὺς καρπούς, σκεπτόταν, θὰ πῶ· «Ψυχή μου, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου φάγε, πίε, εὐφραίνου» (ἔ.ἀ. 12,19). Αὐτὰ σκεπτόταν, αὐτὸς ἦταν.
Ὁ κόσμος θὰ τὸν θεωροῦσε ἔξυπνο. Ἀλλὰ ἄλλη ἡ γλῶσσα τοῦ κόσμου, ἄλλη τοῦ Εὐ­αγγε­λίου. Ἂς φαινόταν προνοητικὸς καὶ δημιουργικός· ὁ Κύριος λέει, ὅτι δὲν εἶχε μυαλὸ κουκούτσι, τὸν ὀ­νομάζει «ἄφρονα» (ἔ.ἀ. 12,20). Γιατί τὸν ὀνομάζει ἄφρονα; Προσέξτε.
⃝ Ἀκούσατε τί λέει· «Τὰ γενήμα­τά μου», «τὰ ἀ­γαθά μου» (ἔ.ἀ. 12,18). Πόσο ἁμαρτωλὸ ἐκεῖνο τὸ «μου»! Αὐτὸ θὰ μᾶς φάῃ. Ἦταν δικά του; Πρῶτα-πρῶτα ὁ σπόρος. Μέσα του κλείνει τε­ραστία δύναμι ἀναπαραγωγῆς. Ποιός τοῦ ἔ­δω­σε τὴ δύναμι αὐτή; Χίλιοι γεωπόνοι καὶ ἄλλοι ἐπιστήμονες νὰ μαζευτοῦν, ἕνα σπόρο δὲ μπο­ροῦν νὰ κάνουν. Ὁ σπόρος λοιπὸν ποὺ ἔσπειρε ὁ πλούσιος δὲν ἦταν δικός του. Ἔπει­τα τὸ χῶμα. Γιὰ νὰ φυτρώσῃ ὁ σπόρος, θέλει χῶμα. Τί εἶνε τὸ χῶμα; Ἄλλο πάλι μυστήριο. Τὸ χῶμα ποὺ πατοῦμε ἔχει τεραστία δύναμι. Χιλιάδες τώρα χρόνια βλαστάνει, φυτρώνει συνεχῶς. Εἶνε γόνιμο, νά ἡ ἀξία του. Πάρτε δυὸ γλάστρες, μία γεμάτη χρυσάφι καὶ μία γε­μάτη χῶμα, καὶ σπείρετε σπόρο· τὸ χρυσάφι δὲ φυτρώνει, εἶ­νε στεῖρο, ἐνῷ τὸ χῶμα εἶνε εὐ­λογημένο· βγάζει δέν­τρα, καρπούς, ἄνθη. Ποιός τὸ ἔκανε; Ὁ σπόρος λοιπὸν τοῦ Θεοῦ, τὸ χῶμα τοῦ Θε­οῦ. Ἀλλὰ γιὰ νὰ φυτρώσῃ ὁ σπόρος στὸ χῶ­μα θέλει καὶ νερό. Ἂν ὁ οὐρανὸς δὲ βρέ­­ξῃ, ξεράθη­καν τὰ πάντα. Ἀπαραίτητος εἶ­νε καὶ ὁ ἥλιος· χω­ρὶς τὶς ἀκτῖνες του τίποτα δὲν εὐ­δοκιμεῖ. Μὲ λίγα λόγια, ὅλα τοῦ Θεοῦ εἶνε. Ἐν τούτοις ὁ πλούσιος λέει «τὰ ἀγαθά μου». Δὲν εἶνε δικά σου, κύριε. Δὲν ἄκουσες ποτὲ τὸ λόγο «Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐ­τῆς» (Ψαλμ. 23,1); Τοῦ Κυρίου εἶνε καὶ ἡ γῆ καὶ ὅ­λα τὰ ἀγαθά της. Δὲν εἶσαι ἰδιοκτήτης, μόνο διαχειριστής.
⃝ Εἶνε ὅμως ἀνόητος κι ἀπὸ ἄλλης πλευ­ρᾶς. «Θὰ γκρεμίσω», λέει, «τὶς ἀποθῆ­κες μου, θὰ κάνω καινούργιες καὶ θὰ μαζέψω ἐκεῖ τὰ ἀγαθά μου». Ζητοῦσε ἀποθῆκες. Μὰ ὑπῆρχαν. Δὲν τὸ λέω ἐγώ, τὸ λέει ὁ Μέγας Βασίλειος. Ποιές εἶνε οἱ ἀποθῆκες; Τὰ στομάχια τῶν πεινασμέ­νων! Δὲν σκέφθηκε ὅτι δίνοντας στοὺς φτωχοὺς ἀποθηκεύει στοὺς οὐρανούς. Γι’ αὐτὸ εἶνε «ἄφρων».
⃝ Εἶνε ἀνόητος ἀκόμα, διότι ὑπολόγιζε πὼς θὰ ζήσῃ «ἔτη πολλά» (ἔ.ἀ. 12,19). Ἔζησε; Οὔτε μιὰ νύχτα. Ἔκανε «λογαριασμὸ χωρὶς τὸν ξενοδό­­χο». Ποιός εἶνε ὁ «ξενο­δόχος»; Ὁ χάρος! Ἐ­κεῖ ποὺ ἔκανε σχέδια, ἀκούει· Ἔλα ἐδῶ, κι οὔ­­­τε δευτερόλεπτο ἀναβολή!… Τί εἶνε ὁ ἄν­θρω­πος; Μιὰ σταγόνα αἷμα στὸν ἐγκέφαλο καὶ γίνεται φυτό. Ἀνόητε, «ἄφρον»!…
Ὥστε λοιπὸν ἡ πλεονεξία ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἀ­να­λύσει της εἶνε ἀφροσύνη. Ἐν τούτοις ὁ ἄν­θρωπος δὲν συνετίζεται, δὲν λέει ποτέ «φτάνει». Ἡ θάλασσα μπορεῖ νὰ πῇ στὰ ποτάμια «Φτάνει πιὰ τὸ νερό σας», ὁ χάρος μπορεῖ νὰ πῇ στοὺς νεκροὺς «Φτάνει πιά, χόρτασα ἀπὸ πτώματα»· ὁ πλεονέκτης ὅμως δὲν τὸ λέει. Ἔκανε ἕνα ἑκατομμύριο; ζητάει δύο· ἔκανε δύο; ζητάει τέσσερα, πέντε, δέκα, εἴκοσι ἑκατομμύρια… Φοβερὸ τὸ πάθος· «ῥίζα πάντων τῶν κακῶν εἶνε ἡ φιλαργυρία» (Α΄ Τιμ. 6,10). Κάνει δυστυχῆ τὸν ἑαυτό του. Ὑπενθυμίζει κάποιον ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους, ποὺ παρακάλεσε, λένε, τοὺς θεούς, ὅ,τι ἀγγίζει νὰ γίνεται χρυ­σάφι, καὶ τὸν ἄκουσαν· ἄγγιξε πέτρες, δέντρα, λουλούδια…, ὅλα ἔγιναν χρυσᾶ. Ὅταν ὅμως στὸ σπίτι κάθησε στὸ τραπέζι, ἔγιναν χρυσᾶ καὶ τὸ πιάτο καὶ τὸ φαγητὸ καὶ τὸ ψωμί· ἔτσι δὲν εἶχε τί νὰ φάῃ, καὶ πέθανε ἀπὸ τὴν πεῖνα. Φάε, λοιπόν, χρυσάφι! Μῦθος εἶνε αὐτός, ἀλλὰ διδάσκει σὲ τί παγίδα πέφτει ὁ πλεονέκτης.
Ἡ πλεονεξία, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἄτομα, ἀπειλεῖ τὰ ἔθνη καὶ τὴν κοινωνία σήμερα. Καὶ ἡ μικρή μας πατρίδα κινδυνεύει. Τὸ ἔθνος μας ἦταν πτωχό, δὲν εἶχε ἐπάρκεια. Σιτάρι φέρναμε ἀπ’ ἔξω, ἀπὸ τὴ ῾Ρωσία καὶ τὴν Ἀμερική. ῾Ρύζι ―θυ­μοῦμαι στὰ χρόνια τὰ δικά μας― δὲν ὑ­πῆρχε οὔτε μιὰ φούχτα, οὔτε γιὰ φάρμακο. Τώρα, δό­ξα τῷ Θεῷ, ὄχι μόνο γίναμε αὐτάρ­κεις ἀλ­λὰ ἔχουμε καὶ πλεόνασμα. Ἂς εἶνε καλὰ οἱ γε­ωρ­γοὶ τῆς ὑπαίθρου μας ἀλλὰ καὶ οἱ ἀδελφοί μας οἱ ἐργατικώτατοι πρόσφυγες, ποὺ ἔ­διωξε ὁ Κεμὰλ ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία. Ὅλοι αὐ­τοὶ δούλεψαν σὰν μιὰ οἰκογένεια, καὶ οἱ πέτρες ἀκόμα καλλιεργήθηκαν καὶ καρποφόρησαν. Τώρα ὅμως τί κάνουμε οἱ ἄφρονες· πετοῦ­με ῥοδάκινα, μῆλα καὶ ἄλλους καρποὺς στὶς χωματερές. Θεέ μου, τί ἔγκλημα! Ἔχουμε τόσο ἐμπορικὸ στόλο· μπορούσαμε νὰ φορτώσου­­με δέκα καράβια καὶ νὰ τὰ πᾶμε στὶς χῶ­ρες ποὺ πεινᾶνε καὶ πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι. Δὲν τὸ κάνουμε οἱ πλεονέκται καὶ ἄφρονες. Καὶ ἄφρων πλεονέκτης εἶνε ὁλόκληρος ἡ Εὐ­ρώπη, αὐτὴ ἡ ΕΟΚ, ποὺ ἐπιβάλλει νὰ ξερριζωθοῦν ἀμπέλια καὶ ἐλαιοστάσια στὴν Ἑλλάδα, γιὰ νὰ μποροῦν αὐτοὶ νὰ πωλοῦν σὲ μεγά­λες τιμὲς τὰ προϊόντα τους. Δὲν θὰ ἐπεκτα­θῶ ἐπ’ αὐτοῦ. Περιμένουν πολλὰ ὡρισμένοι ἀπὸ τὴν ΕΟΚ, ἐγὼ δὲν περιμένω. Εἶνε συνασπισμὸς συμφεροντολόγων, «ἑταιρεία λεόντων» ὅπως τὴν ὠνόμασε κάποιος πολιτικός. Καὶ ἂν μπῇ καὶ ἡ Τουρκία μέσα, ὤχ ὤχ, γράψε ἀλλοίμονο!…

* * *

Τὸ Εὐαγγέλιο εἶνε αἰώνιο, ἀγαπητοί μου. Ἰδού ἡ εἰκόνα τῆς πλεονεξίας ποὺ μᾶς δίδει. Καὶ τὸ φάρμακο ποὺ συνιστᾷ ποιό εἶνε;
Τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου εἶνε· Νὰ εἶσαι ὀ­λιγαρκής, ἐργατικός, δίκαιος, σπλαχνικός. Ἀρκέσου στὰ λίγα, τὰ ἀπαραίτητα, στὸν «ἄρ­τον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον» (Ματθ. 6,11). Οἱ ἀνάγ­κες τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶνε πολλές· πέντε – δέ­κα τὸ πολύ. Τώρα ὁ ἄφρων ἄνθρωπος τῆς κα­ταναλωτικῆς κοινωνίας ἐπλήθυνε τὶς ἀ­νάγκες του σὲ χιλιάδες. Οἱ περισσότερες εἶ­νε περιττὰ ἢ καὶ ἐπιβλαβῆ πράγματα, ὅπως λ.χ. τὸ τσιγάρο. Ἂν λείψουν τὰ περιττά, ὁ μικρὸς πλανήτης μας εἶνε ἐφωδιασμένος ἀ­πὸ τὸν Δη­μιουργὸ μὲ τόσα πλούτη, ποὺ ἂν καλ­λιεργηθῇ σωστὰ μπορεῖ νὰ θρέψῃ πέντε φορὲς περισσότερο πληθυσμό. Πότε; ὅταν μαζὶ μὲ τὴν ὀλι­γάρκεια ὑπάρχῃ ἀνιδιοτέλεια καὶ δικαιοσύνη, ὅταν πάψῃ τὸ «σὸν» καὶ τὸ «ἐμόν», ὅταν ἡ γῆ δὲν ἀνήκῃ πλέον στὸν ἄλφα καὶ στὸν βῆτα ἀλ­λὰ στὸ Θεὸ κατὰ τὸ «Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς», ὅταν ὑπάρχῃ δικαία κατανο­μή, ὅταν τὸ περίσσευμα τοῦ ἑνὸς πηγαίνῃ στὸ ὑ­στέρημα τοῦ ἄλλου, ὅπως λέει ὁ ποιητής· «αὐ­τὸ ποὺ περισσεύει, εἶνε τῆς χήρας, τοῦ ὀρφανοῦ, καὶ μὴν τὸ σπαταλᾶτε».
Κ’ ἐμεῖς νὰ πολεμήσουμε μέσα στὴν καρδιά μας τὴν πλεονεξία. Ὁ σατανᾶς λέει· Ὅλα γιὰ τὸν ἑαυτό σου, τίποτα γιὰ τὸν ἄλλον. Ὁ Χριστὸς λέει· Ὅλα γιὰ τὸν ἄλλον!
Ἡ λύσις τῶν προβλημάτων ποὺ τυραννοῦν τὴν ἀνθρωπότητα εἶνε μέσα στὴ Γραφή. Τὰ εἶπε ὁ Χριστός. Τὰ ἐφαρμόζουμε; παράδεισος θὰ γίνῃ ἡ γῆ! Δὲν τὰ ἐφαρμόζουμε; κόλασις θὰ γίνῃ ἡ γῆ. Καὶ γίνεται κόλασις, ἀφοῦ ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, πλούσιοι καὶ φτωχοί, ἄρ­χοντες καὶ ἀρχόμενοι, φύγαμε μακριὰ ἀπὸ τὸ Θεό. Τὸ Εὐαγγέλιο εἶνε τὸ χρυσὸ κλειδί, μὲ τὸ ὁποῖο λύνονται τὰ ἀτομικά, τὰ οἰκογενειακά, τὰ ἐθνικά, τὰ παγκόσμια προβλήματα· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Κωνσταντίνου & Ἑλένης Ἀμυνταίου 19-11-1989)

H EKKΛΗΣΙΑ IATΡEIO

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Νοέ 9th, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Η΄ Λουκᾶ (Λουκ. 10,25-37)

H EKKΛΗΣΙΑ IATΡEIO

Καλός+ΣαμαρείτηςΘΑ σᾶς παρακαλέσω, ἀγαπητοί μου, νὰ κάνετε ὑπομονὴ ν’ ἀκούσετε ἕνα σύντομο κήρυγμα. Διότι νομίζω, ὅτι στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκ­κλησία ἡ θεία λειτουργία πρέπει πάντοτε νὰ συνοδεύεται ἀπὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου.
Ἀκούσατε τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ εἶνε μία ἀπὸ τὶς ὡραιότερες παραβολές, ποὺ εἶπε ὁ Κύρι­ος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Εἶνε ἡ παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου.
Ὑπάρχει κανεὶς ποὺ δὲν ξέρει τὴν παραβο­λὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου; Ἀπὸ τὰ μικρά μας χρόνια ὁ καλός μας δάσκαλος μᾶς ἔμαθε αὐ­τὴ τὴν παραβολή. Ἂν καί, τώρα τελευταῖα, ὑ­πάρχει μία προσπάθεια δαιμόνων νὰ σβή­σουν τὰ θρησκευτικὰ μαθήματα ἀπὸ τὰ σχολεῖα. Ἀλλ’ ἐμεῖς οἱ παλαιότεροι διατηροῦμε ζωηρὰ τὴν εἰκόνα τοῦ σχολείου, ὅπου ὁ καλὸς δά­σκα­λος, ὅπως ἡ κλῶσσα ταΐζει τὰ πουλάκια της, ἔτσι ἐτάιζε κ᾿ ἐμᾶς μὲ τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ.
Γνωστὴ εἶνε ἡ παραβολή. Ἐν τούτοις δὲν τὴν ἐφαρμόζουμε. Καὶ μόνο αὐτὴν νὰ ἐφαρμόζαμε, μικροὶ καὶ μεγάλοι, πλού­σιοι καὶ φτωχοί, ὁ κόσμος αὐτὸς θὰ ἦταν πα­ράδεισος.
Τί μᾶς διδάσκει ἡ παραβολή; Ἕνα μεγάλο καὶ οὐράνιο δίδαγμα· τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

* * *

Παραβολικῶς μιλάει ἐδῶ ὁ Χριστός. Κάποιος, λέει, ἀνεχώρησε ἀπὸ μιὰ πόλι καὶ πήγαινε σὲ ἄλλη. Στὸ δρόμο, ἐνῷ βάδιζε, σὲ κάποια στροφὴ ὅπου ὑπῆρχαν ἀπόκρημνοι βράχοι, πίσω ἀπὸ ἕνα βράχο παρουσιάστηκαν λῃσταί. Τὸν σταμάτησαν, τὸν χτύπησαν, τὸν τραυμάτι­­σαν, τοῦ πῆραν ὅλα τὰ χρήματα, καὶ τὸν ἄ­φησαν ῥάκος στὸ δρόμο.
Ὁ τραυματίας ζητοῦσε βοήθεια. Νά, σὲ λί­γο καὶ περνᾷ ἕνας ἱερεύς, ὁ ὁποῖος καὶ λόγῳ τῆς θέσεώς του θὰ ἔπρεπε νὰ δείξῃ ζωηρὸ ἐνδιαφέρον. Ἔδειξε; Δὲν ἔδειξε. Ὅπως συμβαίνει τώρα καὶ στοὺς δικούς μας αὐτοκινητό­δρομους, ποὺ τραυματίζονται ἢ καὶ σκοτώνον­ται ἄνθρωποι καὶ περνοῦν αὐτοκίνητα χωρὶς νὰ δώσουν σημασία. Φοβήθηκε ὁ ἱερεύς, φαίνεται, μήπως παρουσιαστοῦν οἱ ἐγκληματι­κὲς μορφὲς τῶν λῃστῶν, κέντησε τὸ ἄλογό του καὶ ἐξαφανίστηκε.
Βοήθεια! ἐξακολουθοῦσε νὰ φωνάζῃ ὁ ταλαίπωρος τραυματίας. Παρουσιάζεται τώρα ἕνας λευΐτης, ἕνας νεωκόρος τρόπον τινά, δι­άκονος, ποὺ ὑπηρετοῦσε στὸν περίφημο ναὸ τοῦ Σολομῶντος. Ἀλλ’ ὅ,τι ἔκανε ὁ πρῶ­τος, ἔκανε κι αὐτός· προσπέρασε.
Τέλος ἐμφανίζεται καὶ ἕνας τρίτος. Μόλις ὅμως τὸν εἶδε ὁ τραυματισμένος Ἰουδαῖος φοβήθηκε, γιατὶ αὐτὸς ἦταν ἐχθρός του· ἦ­ταν Σαμαρείτης. Περίμενε ὅτι αὐτὸς πλέον θὰ τοῦ δώσῃ τώρα τὸ τελειωτικὸ χτύπημα νὰ πεθάνῃ. Ἀντιθέτως ὅμως! Αὐτὸς σταμάτησε, κατέβηκε ἀπὸ τὸ ζῷο του, ἔσκυψε πάνω του, ἔπλυνε τὰ τραύματά του μὲ κρασί, ἄλειψε τὶς πληγὲς μὲ λάδι, τὶς ἔδεσε μὲ ἐπίδεσμο ποὺ τὸν ἔκανε σχίζοντας ἴσως τὸ πουκάμισό του, τὸν ἀνέβασε πάνω στὸ ὑποζύγιό του, καὶ τὸν ὡδήγησε στὸ πανδοχεῖο. Ἐκεῖ ὅλη τὴ νύχτα στάθηκε δίπλα του σὰν ἄγγελος καὶ τὸν περι­ποιήθηκε σὰν νοσοκόμος. Καὶ τὸ πρωῒ πρὶν νὰ φύγῃ πλήρωσε τὸν πανδοχέα καὶ τοῦ ἀνέ­θεσε τὴ φροντίδα τοῦ ταλαιπώρου ἀνθρώ­που μέχρις ὅτου θεραπευθῇ τελείως. Ὑποσχέθηκε μάλιστα στὸν πανδοχέα πώς, ὅσα ἐπὶ πλέον δαπανήσῃ γιὰ τὴν περίθαλψί του, αὐτὸς θὰ ἐπιστρέψῃ νὰ τοῦ τὰ δώσῃ.

* * *

Αὐτὴ εἶνε ἡ παραβολή. Τρεῖς ἄνθρωποι εἴ­δαμε νὰ παρελαύνουν. Ὁ πρῶτος δὲν ἔκανε τίποτα, ὁ δεύτερος ἐπίσης δὲν ἔκανε τίποτα, ὁ τρίτος ἔδειξε ἐν­διαφέρον θαυμαστὸ γιὰ τὸν τραυματισμένο.
Ποιός τώρα εἶνε ὁ τραυματισμένος, ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ἔπεσε στοὺς λῃστάς; Εἶνε ὁ κά­θε ἄν­θρωπος, εἶνε ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότης.
Καὶ ποιοί εἶνε οἱ λῃσταί; Εἶνε πρῶτα-πρῶτα οἱ δαίμονες καὶ ἀρχιλῃστὴς εἶνε ὁ σατανᾶς, ὁ ὁποῖος λῃ­στεύει τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ τραυ­ματίζει ὅλους θανάσιμα.
Λῃσταὶ ἀκόμη εἶνε οἱ κακοὶ ἄνθρωποι, ποὺ ὑ­πάρχουν στὸν κόσμο. Ὄχι τόσο αὐτοὶ ποὺ φωλιάζουν στὰ βουνά. Αὐτοὶ ἐξαφανίστηκαν πιά. Στὴν ἐποχή μας ὑπάρχει μιὰ ἄλλου εἴ­δους λῃστεία, ἡ ὁποία ἐνεργεῖται μέσα στὶς πόλεις ὑπὸ ποικίλες μορφές. Οἱ λῃσταὶ αὐτοὶ περπατοῦν σὰν κύριοι, γιατὶ κατέχουν συνή­θως μεγάλα ἀξιώματα, καὶ μένουν ἀσύλληπτοι. Αὐτοὶ λῃστεύουν μὲ νόμους, μὲ ἑταιρεῖες, μὲ ἐμπορικὰ τράστ, μὲ ποικίλους νέους τρόπους.
Παρ’ ὅλα αὐτὰ κάποιοι ἄλλοι λῃσταὶ εἶνε ἀ­κόμη πιὸ ἐπικίνδυνοι, διότι κρύβονται. Μὴν τοὺς ζητήσετε μακριά. Εἶνε πολὺ κοντά μας· εἶνε μέσα μας. Εἶνε, ἀδελφοί μου, οἱ κακοὶ λογισμοί μας. Ἕνας κακὸς λογισμὸς ληστεύει τὸ νοῦ καὶ τραυματίζει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου.
Λῃσταὶ τέλος εἶνε τὰ πάθη μας. Δὲν ὑπάρ­χουν λῃσταὶ χειρότεροι. Αὐτὰ μᾶς καταστρέ­φουν. Πάρτε παράδειγμα τὸ κάπνισμα. Τί ξοδεύει κάθε μέρα, κάθε μῆνα, κάθε χρόνο ὁ καπνιστής; Νά ἕνας λῃστής. Τὸ ἀλκοὸλ ἔ­πειτα δὲν λῃστεύει; Ποιός ἄλλος ἀπογυμνώνει καὶ τραυματίζει ὅπως αὐτό; Λῃστὴς δὲν εἶνε τὰ ναρκωτικά, ποὺ ἔχουν τεραστία διάδοσι ἀκόμη καὶ στὰ σχολεῖα; Λῃσταὶ δὲν εἶνε τὸ χαρτο­παίγνιο, τὰ καζῖνο καὶ τὰ ἄλλα τυχερὰ παιχνίδια; Ἦρθε στὴ μητρόπολι κάποιος ποὺ δούλεψε στὴ Γερμανία καὶ κέρδισε μὲ κόπο καὶ μόχθο μερικὰ χρήματα. Ὅταν τὰ ἔφερε ἐδῶ, τοῦ ἔστησαν καρτέρι οἱ λῃσταὶ τῆς πράσινης τσόχας, τὸν παρέσυραν ὣς τὰ μεσάνυχτα στὸ παιχνίδι καί, ἄπειρος αὐτός, τά ’χασε ὅλα. Τὸ πρωΐ, ὅταν συνειδητοποίησε τί ἔπαθε, πῆγε ν’ αὐτοκτονήσῃ, νὰ πέσῃ στὸ ποτάμι.
Λῃστεύεται λοιπὸν τὸ ἀνθρώπινο γένος εἴτε ἀπὸ τὸ διάβολο εἴτε ἀπὸ τοὺς κακοποιούς. Ὁ μεγαλύτερος ὅμως λῃστής, ἀδελφοί μου, εἶνε ὁ ἑαυτός μας. Κάθε κακὸς λογισμὸς καὶ κάθε πάθος μας στοιχίζει καὶ σὲ χρῆμα καὶ σὲ ὑγεία καὶ σὲ τιμὴ καὶ ὑπόληψι καὶ σὲ χρόνια ζωῆς. Οἱ ἴδιοι λῃστεύουμε τὸν ἑαυτό μας.

* * *

Ποιός θὰ μᾶς σώσῃ; Ἡ φιλοσοφία; ἡ τέχνη; τὰ διάφορα συστήματα; Κάτω ἀπὸ τὸν οὐρα­νὸ ―ἂς τὸ διακηρύξουμε― δὲν ὑπάρχει ἄλ­λος ποὺ ἀξίζει νὰ ὀνομάζεται Σωτήρ. Σωτὴρ τῆς ἀνθρωπότητος εἶνε μόνο ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Κανείς ἄλλος δὲν ἀγάπησε τὸν ἄνθρωπο ὅπως ὁ Χριστός. Αὐτὸς εἶνε ὁ εὐεργέτης μας, αὐτὸς εἶνε ὁ καλὸς Σαμαρεί­της, ποὺ ἔδειξε ἐνδιαφέρον γιὰ τὴ σωτηρία μας. Σαμαρείτη τὸν ὠνόμαζαν οἱ ἐχθροί του ἐμπαικτι­κῶς. Ὁ Σαμαρείτης ὅμως αὐτὸς θεραπεύει ὅλο τὸν κόσμο στὸ πανδοχεῖο του.
Τὸ «πανδοχεῖον», ποὺ λέει τὸ Εὐαγγελίο (Λουκ. 10,34), ποιό εἶνε; Εἶνε ἡ Ἐκκλησία. Ἐκεῖ θεραπαύονται οἱ πληγὲς καὶ τὰ τραύματα. Ὅ­πως τρέχουμε στὰ ἰατρεῖα γιὰ νὰ θεραπευθοῦ­με ἀπὸ τὶς ἀρρώστιες, ἔτσι νὰ τρέχουμε στὴν Ἐκκλησία γιὰ νὰ βρίσκουμε τὴ θεραπεία μας. Που­θενά ἀλλοῦ ὁ ἄνθρωπος δὲ βρίσκει δύναμι καὶ παρηγοριά, ζωὴ καὶ θάρρος, ὅπως στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Εἶσαι στενοχωρημένος; Ἔλα στὸ ἰατρεῖο τῆς Ἐκκλησίας νὰ σοῦ σφογγίσῃ τὰ δάκρυα καὶ ν᾿ ἀκούσῃς· «Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖ­ψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰω­άν. 16,33). Ἔρχεται τὸ ὀρφανό, ἡ χήρα, ὁ κάθε πονεμένος, καὶ —δὲν εἶνε ψέμα— βρί­σκει παρηγορία καὶ ἐνίσχυσι.
Εἶσαι φιλάργυρος καὶ πλεονέκτης; Ἔλα στὸ ἰατρεῖο τῆς Ἐκκλησίας. Φάρμακο ῥιζικῆς θεραπείας εἶνε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ· «Πώλη­σόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς» (Ματθ. 19,21). Ἡ ἐλεημοσύνη θεραπεύει τὴν πλεονεξία.
Εἶσαι θυμώδης καὶ ὀργίλος; Ἔλα στὸ ἰατρεῖο τῆς Ἐκκλησίας. Φάρμακο εἶνε ἡ ταπεί­νω­σις τοῦ Χριστοῦ. Θὰ τὸν ἀκούσῃς νὰ σοῦ λέῃ· «Μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν» (Ματθ. 11,29).
Εἶσαι ἄρρωστος; Ἔλα στὸ ἰατρεῖο τῆς Ἐκ­κλησίας. Ἐκεῖνο ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κάνουν οἱ γιατροί, τὸ κατορθώνει ἡ πίστι στὸ Χριστό, ποὺ εἶνε «ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμά­των ἡμῶν» (θ. Λειτ.), καὶ παρέχει τὸ «φάρμακον ἀθανασίας, ἀντίδοτον τοῦ μὴ ἀποθανεῖν» (ἅγ. Ἰγνάτιος).
Καὶ ἄν, ἀδελφέ μου, κινδυνεύεις νὰ πεθά­νῃς, ἔλα ν᾿ ἀκούσῃς τὸ Χριστὸ νὰ λέῃ· «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή» (Ἰωάν. 11,25).
Δὲν ὑπάρχει, ἀδελφοί μου, θρησκεία, ποὺ νὰ παρηγορῇ τόσο τὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν ζωογονῇ, νὰ τὸν τονώνῃ, νὰ τοῦ δίνῃ οὐράνιες δυ­νάμεις καὶ νὰ τὸν σῴζῃ, νὰ παίρνῃ τὴ λά­σπη καὶ νὰ τὴν κάνῃ ἄγγελο τοῦ Θεοῦ, ὅσο ἡ πίστι τοῦ Χριστοῦ μας. Γι’ αὐτὸ θά ’ρθῃ μέρα ποὺ καὶ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ καὶ τὰ ὑποχθόνια θὰ κηρύξουν τὴν ἀλήθεια αὐτή.
Ἡ Ἐκκλησία εἶνε τὸ ἰατρεῖο. Ἰατρεῖο ψυ­­χῆς καὶ σώματος. Ἐκεῖ ἂς σπεύδουμε ὅλοι οἱ ἀ­σθενεῖς. Καὶ εἴθε «ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμά­των ἡμῶν» νὰ σκέπῃ καὶ νὰ φυ­λάτ­τῃ ὅλους μας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό των Ἁγίων Ἀρχαγγέλων Οἰκισμοῦ Δ.Ε.Η. Πτολεμαΐδος 11-11-1979)

Πλουσιοι και φτωχοι

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Οκτ 21st, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

___

SOS SOS SOS!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

ΕΠΕΙΓΟΝ !!!!!

ΑΓΟΡΑΚΙ 5 ΕΤΩΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΧΑΘΗΚΕ ΠΡΙΝ 1 ΩΡΑ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ..!!!! ΦΟΡΑΕΙ ΜΑΥΡΟ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙ ΚΑΙ ΠΛΕΧΤΗ ΛΕΥΚΗ ΜΠΛΟΥΖΑ . ΜΙΛΑΕΙ ΕΛΛΗΝΙΚΑ.

ΕΠΕΙΓΟΝ!!!!!!!!! ανεβαστε οπου μπορειτε και οσοι ειστε στο κεντρο ριξτε μια ματια παραπανω. Eνημερωθηκε και το χαμογελο για amber aler..
LikeUnlike · · Share · 3 minutes ago.

4996201

Κυριακὴ Ε΄ Λουκᾶ (Λουκ. 16,19-31)

Πλουσιοι και φτωχοι

plousioukailazaroyΤΟ Εὐαγγέλιο, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἕνα βιβλίο ἀνεκτιμήτου ἀξίας. Μηδέν μπροστά του ὅλα τὰ βιβλία τοῦ κόσμου. «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται», εἶπε ὁ Κύρι­ος, «οἱ δὲ λό­γοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (Ματθ. 24,35). Ἡ ἱ­στορία εἴκοσι αἰώνων ἀποδεικνύει, ὅτι εἶ­νε τὸ αἰώνιο βιβλίο. Ὅπως κανείς δὲ μπο­ρεῖ νὰ σβή­σῃ τὸν ἥλιο, ἔτσι καὶ τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ εἶ­νε ὁ πνευματικὸς ἥλιος τῆς ἀνθρωπότητος.
Ἀπόδειξις ἡ σημερινὴ περικοπή. Εἶνε μιὰ ὑ­πέροχη παραβολὴ τοῦ Κυρίου, ἡ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου.

* * *

Παρουσιάζονται κυρίως δύο πρόσωπα· ὁ πλούσιος καὶ ὁ φτωχός, ὁ ἕνας στὴν κόλασι ὁ ἄλλος στὸν παράδεισο. Μποροῦμε ἆραγε ἀπ᾽ αὐτὸ νὰ βγά­λουμε τὸ συμπέρασμα, ὅτι κάθε πλούσι­ος θὰ πάῃ στὴν κόλασι καὶ κάθε φτωχὸς στὸν πα­ράδεισο; Ὄχι. Τὸ συμπέρασμα δὲν εἶ­νε ὀρ­θό. Δι­ότι στὴν ἴδια τὴν παραβολὴ βλέ­που­με, ὅτι μέσα στὸν παράδεισο ἔλαμπε σὰν ἄ­στρο φωτεινὸ – ποιός; Ἕνας πλούσιος· ὁ Ἀ­βραάμ. Πῶς κέρδισε αὐτὸς τὸν παράδεισο;
Ὁ Ἀβραὰμ ἔζησε ἀντίθετα ἀπὸ τὸν πλούσιο τῆς παραβολῆς. Ζοῦσε κάτω ἀπὸ σκηνές. Ἡ ζωή του λιτὴ καὶ ἀπέριττη. Καὶ πρὸ παντὸς ἦ­ταν φιλόξενος. Ὅ­πως ὁ ψαρᾶς ῥίχνει τὸ δίχτυ νὰ πιάσῃ ψάρια, ἔτσι αὐτὸς κάθε μέρα ἅ­πλωνε τὸ δίχτυ τῆς φιλαν­θρωπίας· ὅποιον ξένο ἔβλεπε, τὸν φιλοξενοῦ­σε στὴ σκηνή του.
Πλούσιος λοιπὸν ὁ Ἀβραάμ, καὶ τὸν βλέπου­με στὴν καρδιὰ τοῦ παραδείσου. Πλούσι­ος ἦ­ταν καὶ ὁ Ἰώβ, ἄλλη προσωπικότης τῆς πα­λαι­ᾶς διαθήκης, ποὺ ἦταν προστάτης χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, κοινωνικὸς καὶ μεταδοτικός. Πλούσι­ος ἦταν καὶ ὁ ἅγιος Ἀντώνιος, καὶ πούλησε ὅ­λη τὴν περιουσία του γιὰ νὰ τὴ δώσῃ στοὺς φτωχούς. Πλούσιοι ἦταν καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἅγιοι.
Πλούσιοι ὑπῆρξαν στὴν πατρίδα μας καὶ οἱ ἐ­θνικοὶ εὐεργέται. Τώρα δὲν ὑπάρχουν πλέον τέτοιοι. Ἡ πτωχὴ Ἑλλὰς ἔχει σήμερα πλουσίους, ἀλλὰ οἱ εὐεργέτες ἔλειψαν. Μαζὶ μὲ ἄλ­λες ὡραῖες παραδόσεις τῆς φυλῆς μας ἔ­σβησε κι αὐτή· σπανίζουν τώρα οἱ εὐεργέτες.
Στὶς 8 Νοεμβρίου, τῶν Ταξιαρχῶν, ἡ Φλώρι­­να ἑορτάζει τὴν ἀπελευθέρωσί της ἀπὸ τὸν Τουρκικὸ ζυγό. Ἀλλὰ γιὰ νὰ συντελεσθῇ ἡ νίκη, ὁ θρίαμβος τοῦ ᾽12, ποιός συνετέλεσε; Οἱ μεγά­λοι εὐεργέτες, ὅπως ὁ Γεώργιος Ἀβέρωφ. Μι­κρὸ παιδί, ἔφυγε ἀπὸ τὸ ὑπόδουλο Μέτσοβο καὶ πῆγε στὴν Ἀλεξάνδρεια. Τριάντα χρόνια δούλεψε σκληρά, ἀπέκτησε μεγάλη περιουσία, καὶ τὴν ἔ­δω­σε ὅλη στὸ ἔθνος. Ἔτσι ἀγοράστη­κε τὸ θρυλικὸ ἐ­κεῖνο καράβι, ὁ «Ἀβέρωφ», μὲ τὸ ὁ­ποῖο ὁ ὑ­πέροχος ναύαρχος Παῦλος Κουν­­τουριώ­της, κατεναυμάχησε στὰ Δαρδανέλλια τὸν τουρκικὸ στόλο. Ἕνας εὐεργέτης ὁ Ἀβέρωφ. Καὶ μόνο αὐτός; Γεμάτη εἶνε ἡ ἱστορία ἀ­πὸ εὐ­εργέτες. Καὶ σήμερα ἡ Ἑλλὰς γεννᾷ δρα­στη­ρίους ἀνθρώπους, ἀλλὰ εὐεργέτες ποῦ;
Ἑπομένως εἶνε εὐλογημένος ὁ πλοῦτος – πότε ὅμως; ὅταν γίνεται καλὴ χρῆσις του.
Τέτοιος ἦταν ἆραγε καὶ ὁ πλούσιος τῆς πα­ραβολῆς; Κάθε ἄλλο. Αὐτὸς ἦταν ἕνας ἐγωιστής. Περι­ώριζε τὸ ἐνδιαφέρον του μόνο στὸ ἄ­τομό του, δὲν ἔβλεπε τίποτε ἄλλο. Ὅπως ὁ σα­λίγ­καρος κλείνεται στὸ κέλυφός του, ἔτσι αὐ­τὸς εἶχε κλειστῆ στὸν ἑαυτό του. Ἦταν φίλαυ­τος. Ἤθελε νὰ ἱκανοποιῇ τὶς αἰσθήσεις, νὰ ῥου­φᾷ ὅλες τὶς ἡ­δονές. Ἔμενε σὲ ἀρχον­τικό, ἔτρω­γε τὰ καλύτερα φαγητά, ἔπινε τοὺς πιὸ ἐκλεκτοὺς οἴνους, ντυνόταν πανάκριβα. Ἦταν σκλη­­ρός, ἀπάνθρωπος. Ἕνα σύνθημα εἶχε· ὅ­λα γιὰ τὸν ἑαυτό του, τίποτα γιὰ τοὺς ἄλ­λους.
Κάτω ἀπ᾽ τὸ παλάτι του καθόταν ἕνας πτω­χὸς – πάμπτωχος, ὁ Λάζαρος. Πεινοῦσε, ζητοῦ­σε κάτι νὰ φάῃ. Περίμενε νὰ τινάξουν τὸ τραπεζομάντηλο ἀπ᾽ τὴν τράπεζα τοῦ πλουσίου, γιὰ νὰ φάῃ ἀπὸ τὰ ψίχουλα ποὺ ἔπεφταν…

* * *

Ἀπὸ τότε ποὺ γράφτηκαν αὐτὰ πέρασαν εἴ­­κοσι αἰῶνες, καὶ ὅμως εἶνε ἐπίκαιρα. Τὸ Εὐ­αγγέλιο δὲν παλιώνει ποτέ, εἶνε αἰώνιο. Σὰ νὰ βλέπουμε καὶ σήμερα τὴν παραβο­λὴ νὰ ζων­τα­νεύῃ ἐμπρός μας· εἰκόνες τοῦ ἀσπλάχνου πλουσίου παντοῦ στὸν κόσμο. Ἡ κοινωνία μας παρουσιάζει μεγάλη ἀντίθεσι· ἀπὸ τὸ ἕ­να μέρος οἱ πλούσιοι, ἀπὸ τὸ ἄλλο οἱ φτωχοί.
Οἱ πλούσιοι ἔχουν συγκεντρώσει στὰ χέρια τους τεράστια κεφάλαια, καὶ ὅλα τὰ διαθέτουν μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό τους· γιὰ τοὺς ἄλ­λους τίποτε. Τί κι ἂν ὑπάρχουν ὀρ­φανά, χῆ­ρες, ἄρ­ρωστοι, ἀνάπηροι, δυστυχισμένοι; Αὐ­τοὶ εἶ­νε τυφλοὶ καὶ κουφοί, δὲ βλέπουν δὲν αἰ­σθάνον­ται τὴ δυστυχία γύρω τους. Σπανίως θὰ δῇς στὴν ἐποχή μας πλούσιο νὰ βαδίζῃ στὰ ἴχνη τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰὼβ καὶ τῶν ἄλλων ποὺ εἴ­παμε. Κατὰ κανόνα ὑπάρχει σκληροκαρ­δία. Ὅ­πως τὸ χρυσάφι σὰν μέταλλο εἶνε ψυχρό, ἔτσι καὶ ἡ καρδιὰ αὐτῶν ποὺ τὸ λατρεύουν· μένει ἀ­συγ­κίνητη, δὲ νιώθει ἀνάγκη νὰ κάνῃ ἔλεος.
Τὰ κράτη στὶς ἀποθῆκες τους ἔχουν τεράστιες ποσότητες τροφίμων. Ἀκόμα καὶ ἡ δική μας χώρα ἔχει ἀποθέματα. Ἐμεῖς, μικρὰ παιδιά, γνωρίζαμε, ὅτι ἡ πατρίδα μας δὲν εἶνε αὐ­τάρκης· σιτάρι, ῥύζι, ὅλα τὰ προμηθευόταν ἀπ᾽ ἔξω· φτωχὸς τόπος εἶνε. Ἀλλ᾽ εὐλο­γητὸς ὁ Θεός! μὲ τὸν κόπο τῶν παιδιῶν της, καὶ ἰδί­ως μὲ τὰ δύο ἑκατομμύρια προσφύγων ποὺ ἦρθαν ἀπ᾽ τὴ Μικρὰ Ἀσία, ὁ βράχος αὐ­τὸς τίναξε ῥόδα καὶ ἔγινε πλέον αὐτάρκης χώ­­ρα. Πολλὰ ἐκλεκτὰ προϊόντα παράγει· ἀχλάδια, μῆλα, ῥοδάκινα…, τόννους ὁλόκληρους.
Καὶ ἐρωτῶ· κάνουμε ἔλεος; Ὄχι δυστυ­χῶς. Περισσεύουν ἀγαθά. Μπορούσαμε νὰ φορτώσου­με μερικὰ καράβια μὲ ἑλληνικὴ σημαία καὶ νὰ τὰ πᾶμε κάτω ἐκεῖ, ποὺ πεθαίνουν κάθε μέρα παιδιὰ σὰν τὶς μῦγες. Καὶ ὅμως ἐ­μεῖς, ἄσπλαχνοι, δὲν σκεπτόμεθα αὐτοὺς ποὺ πεινοῦν· ἀνοίγουμε χωματερὲς καὶ θάβουμε τὰ προϊόντα! Θὰ τιμωρηροῦμε, θὰ πεινάσουμε, θὰ ποῦμε τὸ ψωμὶ ψωμάκι, καὶ θὰ ζητοῦμε τὰ ἄλλα ἔθνη νὰ σπεύσουν εἰς βοήθειάν μας. Νὰ λέμε Δόξα τῷ Θεῷ καὶ νὰ σκεπτώμεθα ὅτι, τὴν ὥρα ποὺ ἐ­μεῖς καθόμαστε στὸ τραπέζι, ἄλλοι στὴν Ἀσία καὶ στὴν Ἀφρικὴ πεινοῦν καὶ πεθαίνουν. Καὶ ὑπάρχουν ἀγαθά. Εἶνε ψέμα ὅτι δὲν φτάνει ἡ γῆ νὰ θρέψῃ τὴν ἀνθρωπότητα. Ἡ ἐπιστήμη ἀπέδειξε, ὅτι διπλάσιο καὶ τριπλάσιο πληθυσμὸ μπορεῖ νὰ συντηρή­σῃ καὶ νὰ ζήσουν ὅλοι. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἀγάπη καὶ δικαιοσύνη.
Ὁ πλούσιος καταδικάστηκε ὄχι γιατὶ ἦταν πλούσιος ἀλλὰ γιατὶ ἦταν ἄσπλαχνος. Γι᾽ αὐ­τὸ εἶχε τέτοιο τέλος, αἰώνια κόλασι. Λένε μερικοί· Μὰ ὑπάρχει κόλασι;… Ἐμένα ρωτᾶτε; Ρωτῆστε τὸν ἑαυτό σας. Τὴν ὥρα ποὺ κάνουμε τὸ κακὸ ἔχουμε τύψεις συνειδήσε­ως. Ὁ ἐγ­κληματίας δὲν ἡσυχάζει. «Κάϊν Κάϊν», ἀκούει, «ποῦ εἶνε ὁ Ἄβελ ὁ ἀδελφός σου;» (Γέν. 4,9). Ζοῦμε μιὰ μικρὴ κόλασι· ἂς μὴ ζήσουμε καὶ τὴ μεγάλη, πέραν τοῦ τάφου. Κ᾽ ἐγὼ δὲν ἤθελα νὰ ὑπάρχῃ κόλασι, λέει ὁ ἱ. Χρυσόστομος, για­τὶ εἶμαι ἁμαρτωλός· ἀλλὰ ὑπάρχει. Γιὰ μερικοὺς ἀνελεήμονες πλουσίους, κι ἂν δὲν ὑπῆρ­χε, ἔπρεπε γίνῃ, λέει κάποιος φιλόσοφος· βα­ρὺ εἶνε τὸ κρίμα τους. «Οὐαὶ σ᾽ ἐσᾶς τοὺς πλου­σίους…», εἶπε ὁ Κύριος (Λουκ. 6,24). «Τὸν ἄσπλαχνο μὲ τοὺς ἀθέους θὰ κατακρίνῃ ὁ Χριστός», λέει κι ὁ ἐθνικός μας ποιητής.
Μαύρη λοιπὸν ἡ εἰκόνα τοῦ πλουσίου, τῶν ἀν­­θρώπων τοῦ κεφαλαίου ἐν γένει. Ἀντιθέτως ἡ εἰκόνα τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου εἶνε φωτει­­νή. Γιατί σώθηκε; μόνο ἐπειδὴ ἦταν φτωχός; Ὄχι. Πῆγε στὸν παράδεισο, διότι εἶχε μιὰ ἀρε­τὴ σπανία. Δὲ γόγγυσε, δὲ βλαστήμησε, δὲν καταράστηκε τὴν ἡμέρα ποὺ γεννήθηκε, δὲν ἔκανε κανένα ἔγκλημα. Ἔδειξε ὑπομονή. Καὶ χάρις στὴν ὑπομονή του, ποὺ εἶνε μεγάλη ἀρε­τή, ἀξιώθηκε νὰ σωθῇ.

* * *

Ἀδελφοί μου! Ὑπάρχει πλούσιος μεταξύ μας; Μὴ πηγαίνει τὸ μυαλό μας μόνο στοὺς ἑ­κατομμυριούχους. Πλούσιος εἶνε καθένας ποὺ ἔχει κάποιο περίσσευμα. Καὶ ὅλοι ἔχουμε κάτι ποὺ περισσεύει. Ἐκεῖνο λοιπὸν ποὺ περισσεύει, δὲν εἶνε δικό σας, λέει ὁ ποιητής· «εἶνε τῆς χήρας, τοῦ ὀρφανοῦ, καὶ μὴν τὸ σπατα­λᾶ­τε». Μὲ τὴν ἔννοια λοιπὸν αὐτὴ πλούσιοι εἶνε πολλοί· καὶ ὅλοι μποροῦμε νὰ κάνουμε τὸ καλό.
Λένε γιὰ τὸ Μέγα Ἀντώνιο, ὅτι ἄγ­γελος Κυρίου τὸν πῆγε στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ τοῦ ἔ­δει­ξε ἕνα τσαγκάρη. Δόξα τῷ Θεῷ, εἶπε αὐ­τός, σηκώνομαι τὸ πρωί, κάνω τὸ σταυρό μου, ἐργά­ζομαι ἐδῶ, καὶ ἀπὸ τὸ ψωμὶ ποὺ βγάζω τὸ μι­σὸ τὸ δίνω στοὺς φτωχούς. Θαύμασε ὁ Ἀντώνιος, ὅτι μέσ᾽ στὴν πολιτεία ὑπῆρχε τέτοια ἁγιότης. Διότι δὲν εἶνε ἀνάγκη νὰ πᾷς στὸ Ἅγιο Ὄ­ρος γιὰ νὰ γίνῃς ἀσκητής· καὶ μέσα ἐδῶ στὴν κοινωνία, ἂν θέλῃς, μπορεῖς ν᾽ ἁγιάσῃς καὶ ν᾽ ἀξιωθῇς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν.
Ὑπάρχει δυστυχία. Νὰ εἴμεθα μεταδοτικοὶ καὶ εὐχάριστοι. Διότι ἡ ἀδικία εἶνε δυναμίτης ποὺ προκαλεῖ τὴν ἀνατροπή. Ἐὰν ἐ­φηρμόζετο τὸ Εὐαγγέλιο, δὲν θὰ ἐγίνοντο ἐπαναστάσεις ποὺ ζητοῦν νὰ φέρουν τὴν ἰσότητα.
Εἴθε, ἀγαπητοί μου, νὰ ἔχουμε πάντοτε σπλά­χνα οἰκτιρμῶν, γιὰ νὰ μᾶς ἐλεήσῃ ὁ Θεὸς καὶ ν᾽ ἀξιωθοῦμε τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης 4-11-1984)

Ο πλουτος κατα την χριστιανικη αντιληψι

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Οκτ 21st, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Ε΄ Λουκᾶ (Λουκ. 16,19-31)

Ο πλουτος κατα την χριστιανικη αντιληψι

«Ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη» (Λουκ. 16,22)

κηδ. παπαΟΙ ἄνθρωποι, ἀγαπητοί μου, σὲ ὁποιοδήπο­τε μέρος τῆς γῆς κι ἂν κατοικοῦν καὶ ὁ­­ποιοδήποτε χρῶμα κι ἂν ἔχουν, ὅλοι μέσα τους ἔχουν ἕνα πόθο· θέλουν νὰ ζήσουν εὐ­τυχισμένοι. Παγ­κόσμιος εἶνε ὁ πόθος αὐτός. Ἀλλ᾽ ἐνῷ ὅλοι συμφωνοῦν σ᾽ αὐτό, ἐν τούτοις ὑπάρχει διαφωνία ὡς πρὸς τὸ ποιό εἶνε ἐκεῖνο ποὺ δίνει τὴν εὐτυχία. Τὸ μέγα ἐρώτη­μα εἶνε· τί κάνει τὸν ἄνθρωπο εὐτυχισμένο;
Ἡ μεγάλη πλειονότης ―γιὰ νὰ μὴν πῶ τὸ σύνολο― τῆς ἀν­θρωπότητος νομίζει ὅτι τὸ χρῆμα, τὰ λεφτά, κάνουν τὸν ἄνθρωπο εὐτυχισμένο. Ἰδανικό τους ὁ πλουτισμός. Τοὺς ἀ­κοῦς καὶ λένε· Ἔχεις λεφτά; κάνεις ὅ,τι θέλεις. Μερικοὶ φθάνουν στὴν ἀσέβεια νὰ λένε· Ὅποιος ἔχει τὸ χαμοθεὸ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀ­π᾽ τὸ Θεό. Καὶ χαμοθεὸ ἐννοοῦν τὸ χρῆμα.
Ὅτι τὸ χρῆμα εἶνε μία δύναμις, κανείς δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἀρνηθῇ. Ἀπὸ τὸ σημεῖο ὅμως αὐ­­τὸ μέχρι τοῦ σημείου τὸ χρῆμα νὰ θεοποι­ῆ­ται, δηλαδὴ ἀπὸ μέσον νὰ γίνεται σκο­πὸς καὶ νὰ θεωρῆται ὡς τὸ κλειδὶ ποὺ λύνει ὅλα τὰ προ­βλήματα (ἀτομικά, οἰκογενειακά, κοινωνικά, παγ­κόσμια), ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασι.
Ἀλλ᾽ ἆραγε τὸ χρῆμα, ποὺ τοῦ ἀποδίδουν τέ­τοιες ἱκανότητες, εἶνε ἡ πηγὴ τῆς εὐτυχίας; Στὸ ἐ­ρώ­τημα αὐτό, ἐὰν δηλαδὴ τὸ χρῆμα κάνει τὸν ἄν­θρωπο εὐτυχισμένο, ἀπαντᾷ σήμερα τὸ εὐ­αγ­γέλιο μὲ τὴν παρα­βολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου. Ἐπ᾽ αὐτοῦ θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ δι­ατυπώσω μερικὲς σκέψεις.

* * *

Ὁ πλούσιος φαίνεται ὅτι κολυμπᾷ σὲ πέλα­γος εὐτυχίας· γελᾷ, διασκεδάζει, γλεντᾷ τὴ ζωή. Ἀλλ᾽ αὐ­τὰ ἐξωτερικῶς. Στὸ βάθος ὑποφέρει. Μοιά­­ζει μὲ ἕνα μῆλο, ποὺ ἀπ᾽ ἔ­ξω φαίνεται γε­ρό, ἀλ­λὰ μέσα ἔχει σκουλήκι. Ἔτσι εἶνε κι ὁ πλούσι­ος· ἕνα ὡραῖο μῆλο, ἀλλὰ μέσα σκουλήκια τὸν κατατρῶνε. Ποιά σκουλήκια;
⃝ Πρῶτα – πρῶτα τὸ χρῆμα εἶνε μιὰ δίψα ἄ­σβηστη, βασανιστική. Κι ὅταν λέω χρῆμα, δὲν ἐννοῶ τὰ λίγα ἐκεῖνα ποὺ ἐξοικονομεῖ κανεὶς μὲ κόπο καὶ ἱδρῶτα γιὰ νὰ ζήσῃ τὴν οἰκογένειά του· αὐτὰ εἶνε εὐ­λογημένα. Ἐννοῶ τὰ μεγάλα πλούτη, ποὺ προσπαθεῖ νὰ μαζέψῃ μὲ κάθε τρόπο ἡ πλεονεξία. Αὐτὸς ὁ ἔρωτας γιὰ τὸ χρῆμα εἶνε τυραννία· δὲν ὑπάρχει πάθος πιὸ βασανιστικό. Ὁ ἔρωτας τῆς σαρκός, γιὰ τὴ γυναῖκα ἢ τὸν ἄντρα, ἔρχεται ὥρα ποὺ σβήνει· ἀλλὰ ὁ ἔρωτας τοῦ χρήματος εἶνε κάτι δαιμονικό, δὲν σβήνει. Ἔχει κάποιος ἕνα ἑ­κατομμύριο; δὲν ἱκανοποιεῖται, θέλει νὰ τὸ κάνῃ δύο· ἔχει δύο ἑκατομμύρια; δὲν ἡσυχάζει, θέλει νὰ τὰ κάνῃ τέσσερα· ἔχει τέσσερα; θέλει νὰ τὰ κάνῃ ὀχτώ… Ἄσβηστη δίψα. Ὅ­σο ὁ διψασμένος μπορεῖ νὰ ξεδιψάσῃ μὲ θαλασσόνερο, ἄλλο τόσο μπορεῖ νὰ ἱκανο­ποιη­θῇ κάποιος αὐξάνοντας τὰ πλούτη. Ἡ θάλασ­σα μπορεῖ νὰ πῇ στὰ ποτάμια «Φτάνει πιά, δὲν θέλω τὰ νερά σας»· ὁ ᾅδης μπορεῖ νὰ πῇ στοὺς νεκροθάφτες «Φτάνει πιά, δὲν θέλω ἄλλα πτώματα»· ἀλλὰ ἡ φιλαργυρία, ἡ δίψα τοῦ χρήματος, ποτέ δὲν θὰ πῇ «φτάνει». Τί εἶνε λοιπὸν αὐτὴ ἡ δίψα, εὐτυχία; Κάθε ἄλλο.
⃝ Τὸ χρῆμα ὅμως ἔχει κ᾽ ἕνα ἄλλο κακό. Κι αὐτὸ εἶνε ἡ ἀγωνία. Ὁ φτωχὸς κοιμᾶται ἥσυχος, ὁ πλού­σι­ος δὲν κοιμᾶται. Φοβᾶται τὴ μέρα, φοβᾶται τὴ νύχτα. Φοβᾶται μήπως κλέφτες διαρρήξουν τὰ χρηματοκιβώτιά του καὶ πάρουν τοὺς θησαυρούς του. Φοβᾶται μήπως καμ­μιὰ οἰκονομι­κὴ κρίσι, κανένας πληθωρισμός, καμμιὰ χρεωκοπία, τὸν κάνουν ξα­φνικὰ φτωχό. Διότι τὸ χρῆμα δὲν ἔχει μόνιμο κάτοχο. Ὀρθῶς οἱ Ἀ­μερικανοὶ στὴν ὀπισθία πλευρὰ τοῦ δολλαρίου ἔχουν ζωγραφίσει ἕνα πουλί· αὐτὸ σημαίνει, ὅτι τὸ χρῆμα εἶνε σὰν τὸ πουλί, πετάει ἀ­πὸ χέρι σὲ χέρι, φεύγει ἀπὸ οἰκογένεια σὲ οἰκογένεια, ἀπὸ ἔθνος σὲ ἔθνος, δὲν κάθεται μονίμως πουθενά. Τὸ χρῆμα, ποὺ κρατᾷς, εἶνε ἀσταθές· ἔχει ἀλλάξει καὶ θ᾽ ἀλ­λάξῃ ἀκόμα χιλιάδες χέρια. Δὲν μπορεῖς νὰ στηρίξῃς σ᾽ αὐτὸ τὴν εὐτυχία σου.
⃝ Τὸ χρῆμα δημιουργεῖ δίψα ἄσβεστη, ἀγωνία καὶ ἀναστάτωσι. Εἶνε ἀκόμα πολὺ ἐπικίνδυνο, διότι σπρώχνει σὲ ἀνομίες καὶ μεγάλες συμφορές. Αὐτὸς ποὺ λατρεύει τὸ χρῆμα θὰ κά­νῃ πολλὰ ἐγκλήματα· γιὰ νὰ κερδίσῃ λίγα κέρ­ματα, θὰ κλέψῃ, θὰ ἀπατήσῃ, θὰ πῇ ψέματα, θὰ ὁρκιστῇ στὸ δικαστήριο παλαμίζον­τας τὸ Εὐ­αγγέλιο, θὰ νοθεύσῃ τὰ φάρμακα ἢ τὰ τρόφιμα, θὰ πλαστογραφήσῃ, θὰ γίνῃ φοροφυγάς. Τὸ τελευταῖο αὐτὸ ποιός τὸ σκέπτεται; Μία ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες στὶς ὁποῖες σπρώχνει ἡ φιλαργυ­ρία εἶνε ὅτι ὅλοι σχεδὸν οἱ Ἕλληνες, πλὴν ἐ­λαχίστων ἐξαιρέσεων, εἶνε φοροφυγάδες· δὲν εἶνε συνεπεῖς στὶς ὑποχρεώσεις πρὸς τὴν πατρίδα, ἐξαπατοῦν τὸ δημόσιο. Αὐτὸ δὲν συμβαίνει ἀλλοῦ· ὁ Ἰσραηλίτης λ.χ. θεωρεῖ θανάσιμο ἁμάρτημα ν᾽ ἀποφύγῃ τὴ φορολογία, δίνει στὸ κράτος μὲ τὸ παραπάνω ὅ,τι ὀφείλει. Ἐ­δῶ οἱ πλεῖστοι κάνουν ψευδεῖς δηλώσεις στὴν ἐ­φορία. Ἔπειτα ὅμως θέλουμε νὰ ἔχουμε σχο­λεῖα, στρατό, Ἑλλάδα ἔνδοξη, μὲ τὸ ἀζημίωτο οἱ τσιγγούνηδες! Κλέβουμε τὸ κράτος. Καὶ ποιά ἡ αἰτία; Ἡ μανία τοῦ χρήματος. Διότι αὐτὸς ποὺ ἔχει νικηθῆ ἀπὸ τὸ χρῆμα φθάνει στὸ σημεῖο καὶ τὴν πατρίδα νὰ πουλήσῃ καὶ νὰ γίνῃ Ἐφιάλτης, καὶ τὸ Χριστὸ ἀκόμα πουλάει καὶ γίνεται Ἰούδας γιὰ τριάκοντα ἀργύρια.
⃝ Τὸ χρῆμα δίψα ἄσβεστος, ἔρωτας ἁμαρτωλός, ἀγωνία ψυχῆς, θηρίο ἀνυπόφορο, ῥίζα ἁ­μαρτημάτων πολλῶν καὶ ἐγκλημάτων. Αὐτὸ κά­νει τοὺς πολέμους. Καὶ αὐτοὶ οἱ παγκόσμιοι πόλεμοι, τόσο ὁ πρῶτος ὅσο καὶ ὁ δεύτερος, ῥίζα εἶχαν τὸν πόθο τοῦ πλούτου. Τὰ πετρέλαια, τὰ κάρβουνα, οἱ πλουτοπαραγωγι­κὲς πη­γές, αὐτὰ ἦταν κυρίως τὰ αἴτια ποὺ ἐξ­ερράγησαν δύο παγκόσμιοι πόλεμοι.
⃝ Τὸ χρῆμα ἔχει κι ἄλλη μία ἀδυναμία· δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς βαθυτέρους πό­θους τοῦ ἀνθρώπου. Εἶνε φτωχὸ γιὰ ν᾽ ἀπαν­τή­σῃ στὰ αἰτήματα αὐτά. Αὐτὸ θέλει νὰ διδάξῃ ὁ ἀρχαῖος μῦθος τοῦ Μίδα, ποὺ ζήτησε ὅ,τι ἀγ­γίζει νὰ γίνεται χρυσάφι, ἀλλὰ σύντομα μετάνοιωσε· πῆγε τὸ μεσημέρι στὸ σπίτι νὰ φάῃ, ἄγγιξε τὸ ψωμί, ἔγινε χρυσάφι καὶ θὰ πέθαινε τῆς πείνας. Καὶ ἡ ἀνθρωπότης, σὰν ἄλλος Μίδας, κινδυνεύει νὰ πεθάνῃ ἐπάνω στὸ σωρὸ τῶν νομισμάτων τοῦ κόσμου τούτου, ποὺ νόμισε ὅτι θὰ τὴν κάνουν εὐτυχισμένη.

⃝ Ἐκεῖ  ὅμως ποὺ τὸ χρῆμα ἀποδεικνύεται τελείως ἀδύναμο καὶ ἀσθενές, εἶνε ἡ ὥρα – ποιά ὥρα; Ἡ ὥρα τοῦ θανάτου. Ὤ ἡ ὥρα αὐτή! Ἔρ­χεται στὸ φτωχό, γιὰ νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὰ βάσανα τῆς ζωῆς· ἔρχεται στὸν ἀσθενῆ, γιὰ νὰ θέσῃ τέρμα στὴν ἀνίατη ἀρρώστια του· ἔρχεται στὸ γενναῖο μαχητὴ ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μά­χης, γιὰ νὰ τὸν ἀνεβάσῃ στὸ πάνθεο τῶν ἡρώ­ων. Γιὰ τὸν πλούσιο ὅμως ἡ ὥρα τοῦ θανάτου εἶνε τρομερή, κατ᾽ ἐξοχὴν τρομερή. Ἐκεῖ ποὺ γλεντάει καὶ διασκεδάζει καὶ καταστρώνει σχέδια καὶ πυργώνει ὄνειρα, τότε, σὲ ὥρα «ἀ­κατάλληλη», χτυπάει τὴν πόρτα του ὁ κακὸς ἐ­πισκέπτης, ὁ θάνατος, καὶ τοῦ λέει· Ἦρθα νὰ σὲ πάρω! Καὶ τότε, ὅσο πλούσιος καὶ νὰ εἶνε, δὲν μπορεῖ μὲ ὅλα τὰ χρήματά του νὰ παρατείνῃ τὴ ζωή του οὔτε μία ὥρα παραπέρα. Φεύγεις, ἄφρον πλούσιε, «ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;» (Λουκ. 12,20). Ἔτσι συνέβη σ᾽ ἕνα ἀνάκτορο τῆς Ἀσίας, ποὺ διασκέδαζε ἕνας πλουσιώτατος βασιλιᾶς, ὁ Βαλτάσαρ. Ἐπάνω στὸ ζενὶθ τῆς εὐτυχίας του, ξαφνικὰ ἕνα χέρι ἀόρατο ἔγραψε στὸν τοῖχο τρεῖς λέξεις· «μανή, θεκέλ, φάρες», «μετρήθηκες, ζυγίστηκες καὶ βρέθηκες λειψός, ἡ βασιλεία σου καταλύεται» (Δαν. 5,25). Καὶ ὄντως τὸ ἴδιο βράδυ τὸν σκότωσαν καὶ ἡ αὐτοκρατορία του διαλύθηκε.

* * *

Ὅλα τ᾽ ἀγοράζει κανεὶς μὲ τὸ χρῆμα, ἀγαπη­τοί μου· ἕνα δὲν ἀγοράζει, τὴν εὐτυχία. Ἡ εὐτυχία δὲν εἶνε στὸ χρῆμα. «Μαται­ότης μαται­οτήτων, τὰ πάντα ματαιότης» (᾿Εκκλ. 1,2). Κάντε ἕνα περίπατο στὸ νεκροταφεῖο, νὰ δῆτε ποῦ εἶ­νε οἱ πλούσιοι. Τὰ ἄνομα πλούτη εἶνε κατάρα. Τὰ πολλὰ χρήματα δὲν εἶνε τοῦ Χριστοῦ· μὲ τὸ Εὐαγγέλιο δὲν γίνεσαι πλούσιος. Καὶ οἱ πλεονέκτες πλούσιοι ἔχουν συχνὰ τέλος οἰ­κτρό· στατιστικὲς δείχνουν, ὅτι αὐτοκτονοῦν ὄχι τόσο φτωχοὶ ὅσο πλούσιοι.

Ποιός λοιπὸν εἶνε εὐτυχισμένος; Ὁ Λάζαρος. Αὐτὸς ὁ φτωχὸς εἶχε ἕναν ἄλλο πλοῦτο. Πλοῦτος, ἀγαπητοί μου, δὲν εἶνε τὸ χρῆμα· εἶνε ἡ πίστι στὸ Χριστό, ἡ ζωὴ ἐν Χριστῷ, ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Τὰ ὑλικὰ πλούτη τοῦ κόσμου τούτου δὲν ἔχουν ἀξία, ἡ ἀξία δὲν εἶνε στὴν ὕλη· ἡ ἀξία βρίσκεται στὸ πνεῦμα, στὴν ψυχή, στὸν ἄνθρωπο. Αὐτὸ μᾶς λέει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Τὰ πλούτη τοῦ πλουσίου δὲν στάθηκαν ἱκανὰ νὰ τοῦ ἐξασφαλίσουν τὴ μακα­ριότητα στὴν αἰώνιο ζωή. Ἐνῷ ὁ φτωχὸς ἀλλὰ πιστὸς Λάζαρος ἀξιώθηκε τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἀξιώθηκε νὰ εἶνε στὸν κόλπον τοῦ Ἀ­βραάμ, ἀξιώθηκε νὰ δῇ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ.

Εἴθε κ᾽ ἐμεῖς μιὰ μέρα νὰ βρεθοῦμε ἐκεῖ μαζὶ μὲ τὸ Λάζαρο καὶ ν᾽ ἀπολαύσουμε τὰ ἀ­γαθὰ τῆς βασιλείας τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ· ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Κωνσταντίνου & Ἑλένης Ἀμυνταίου 30-10-1977)

H ΠΙΣΤΙ ΣΤΟ ΘΑΥΜΑ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Οκτ 19th, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Ζ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 8,41-56)

H ΠΙΣΤΙ ΣΤΟ ΘΑΥΜΑ

«Μὴ φοβοῦ, μόνον πίστευε…» (Λουκ. 8,50)

Κ.Ι.Χ.s10zΣΤΟΝ κόσμο αὐτόν, ἀγαπητοί μου, ὑπάρχει στενοχώρια, θλῖψις, πόνος, βάσανα, δάκρυα. Δὲν ὑπάρχει μάτι ἀδάκρυτο. Κλαῖνε οἱ ἄντρες, κλαῖνε οἱ γυναῖκες, κλαῖνε τὰ παιδιά, κλαῖνε οἱ φτωχοί, κλαῖνε οἱ πλούσιοι. Μὲ κλάμα μπαίνουμε στὴ ζωὴ αὐτὴ καὶ μὲ κλάμα φεύ­γουμε. «Κοιλά­­δα κλαυθμῶνος» τὴν ὀνομάζει ἡ ἁγία Γραφή (Ψαλμ. 83,7· βλ. Κριτ. 2,5). Κι ἂν κατέβαινε ἄγγελος ἀπ᾽ τὸν οὐρανὸ νὰ μαζέψῃ τὰ δά­κρυα ποὺ χύνονται, θὰ ἔφτειαχνε μιὰ μεγάλη λίμνη· θὰ ἦ­ταν ἡ λίμνη τῶν δακρύων τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.
Ὁ κόσμος κλαίει γιὰ διάφορες αἰ­τί­ες κ᾽ ἡ γῆ ἀναστενάζει. Ἀλλ᾽ ὑπάρχει ―δόξα τῷ Θεῷ― κάποιος ποὺ στεγνώνει τὰ δάκρυα τῆς ἀνθρω­πότητος. Κι αὐτὸς ὁ κάποιος, ποὺ σκουπίζει τὰ δάκρυα τῶν πονεμένων, εἶνε ὁ Κύριος ἡ­μῶν Ἰησοῦς Χριστός. Τὸν ἀκοῦμε σήμερα στὸ εὐαγγέλιο νὰ λέῃ· «Μὴ κλαίετε» (Λουκ. 8,52). Πῶς τὸ εἶπε αὐτὸ τὸ «Μὴ κλαίετε»;

* * *

Λέει τὸ εὐαγγέλιο ―ἐλπίζω νὰ τὸ προσέξατε―, ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν σὲ κάποια πόλι. Ἐ­κεῖ τὸν πλησίασε κάποιος, ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τὸν παρακαλοῦσε. Μὰ τί εἶχε ὁ ἄν­θρω­πος αὐτός; ἦταν φτωχὸς καὶ ζητοῦσε ἐ­λεημο­­σύνη, ἄσημος καὶ ἤθελε βοήθεια; Ὄχι. Ἦ­ταν πλούσιος μὲ ἀξίωμα καὶ σπίτι μέγαρο. Τί νὰ τὰ κάνῃ ὅμως αὐτά; Θὰ προτιμοῦσε νά ᾽νε φτω­χὸς καὶ ἄσημος καὶ νὰ κάθε­ται σὲ μιὰ καλύβα, παρὰ τώρα ποὺ τὰ εἶχε ὅλα κι ὅμως στὴν οἰ­κογένειά του ἦρθε ἡ συμφορά. Ποιά συμφο­ρά; Τὸ μονάκριβο κοριτσάκι ποὺ εἶχε, 12 χρο­νῶν, λουλούδι – κρίνο τοῦ οὐρανοῦ, ἔπεσε ἄρ­ρωστο στὸ κρεβάτι. Ἔφερε γιατρούς, ἀγόρασε φάρμακα, ἀλλὰ τὸ κοριτσάκι ἔσβηνε ὅπως σβή­νει τὸ καντήλι, ὅπως σβήνει ἡ λαμπάδα. Μόνη ἐλ­πίδα τοῦ ἔμεινε ὁ Χριστός. Πίστευε ὅτι, ἂν πάῃ σ᾽ αὐτὸν καὶ πέσῃ μπροστά του καὶ τὸν πα­ρακαλέσῃ, ἐκεῖνος μπορεῖ νὰ τὸ κάνῃ καλά. Καὶ ἦρθε. Γονάτισε μπροστά του καὶ τὸν παρακαλοῦσε. Κι ὁ Χριστὸς τὸν ἄκουσε καὶ ξεκίνησε μαζί του γιὰ τὸ σπίτι.
Καθὼς βάδιζαν, στὸ δρόμο μαζεύτη­κε κόσμος πολύς. Ἦταν τόσος ὁ συνωστισμός, ποὺ μῆ­λο νά ᾽ρριχνες δὲν ἔπεφτε κάτω. Ὅλοι ἔ­σπρω­χναν, κι ὁ Χριστὸς σ᾽ αὐτὴ τὴν τεράστια αὐθόρμητη διαδήλωσι δύσκολα περπατοῦσε.
Σὲ μιὰ στιγμὴ σταματᾷ, ῥίχνει μιὰ ματιὰ γύρω καὶ λέει· ―«Ποιός μὲ ἄγγιξε;» (ἔ.ἀ. 8,45). Ὁ Πέτρος λέει· ―Δάσκαλε, ἐδῶ ὅλοι σπρώχνουν, ὅ­λοι σ᾽ ἀγγίζουν, καὶ λὲς «ποιός μὲ ἄγγιξε;»; Μὰ ὁ Χριστὸς ἐννοοῦσε κάτι σπουδαῖο· ἐννοοῦ­σε, ὅτι κάποιος τὸν ἄγγιξε μὲ μεγάλη πίστι. «Κάποιος μὲ ἄγγιξε», ἐπιμένει ὁ Χριστός, «ἐ­γὼ αἰ­σθάνθηκα ὅτι βγῆκε ἀπὸ μένα δύναμι».
Τότε, καθὼς ἔγινε σιωπή, μέσα ἀπὸ τὸν κόσμο παρουσιάζεται μιὰ γυναίκα. Πλησίασε τρέ­μοντας σὰν τὸ φύλλο. ―Κύριε, λέει, ἐ­γὼ εἶ­μαι ποὺ σὲ ἄγγιξα· ἀλλά, συχώρεσέ με, ἤ­μουν ἄρ­ρωστη, ἔπασχα ἀπὸ γυναικεία ἀσθένεια, εἶ­χα αἱμορραγία. Στράγγισα χάνοντας τὸ αἷμα μου. Ἄρρωστη 12 χρόνια, ξώδεψα μιὰ περιου­σία σὲ γιατρούς καὶ φάρμακα, μὰ δὲν πέτυχα τίποτα. Ἡ μόνη ἐλπίδα μου ἤσουν ἐ­σύ. Καὶ ἦρθα λέγον­­τας μέσα μου· «Μόνο τὸ ροῦ­χο του ἔστω ν᾽ ἀγ­γίξω, θὰ γίνω καλά» (Ματθ. 9,21. Μᾶρκ. 5,28). Ἔτσι πλη­σίασα· καὶ μόλις σὲ ἄγγιξα θεραπεύθηκα. Τότε ὁ Χριστὸς εἶπε· «Θάρ­­σει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην» (Λουκ. 8,48).
Πρὶν τελειώσῃ τὰ λόγια αὐτὰ κ᾽ ἐνῷ δὲν εἶ­χαν ἀκόμα φτάσει στὸ σπίτι, ἔρχεται κάποιος ἀπὸ ἐκεῖ καὶ φέρνει στὸν Ἰάειρο τὸ θλιβερὸ ἄγ­γελμα· Τὸ κορίτσι σου πέθανε, μὴν ἐνοχλεῖς πλέον τὸν διδάσκαλο. Ὁ Χριστὸς ὅμως, ποὺ τ᾽ ἄκουσε, τοῦ λέει· «Μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται» (ἔ.ἀ. 8,50). Φθάνουν στὸ σπίτι, ὅ­που εἶχαν μαζευτῆ καὶ ἔκλαιγαν γείτονες φίλοι καὶ συγγενεῖς. «Μὴ κλαί­ετε», τοὺς λέει ὁ Χριστός· «οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει», δὲν πέ­­θανε ἀλλὰ κοιμᾶται (ἔ.ἀ. 8,52). Κοιμᾶται; Ὅταν ἄ­κουσαν τὸ λόγο αὐτό, ἄρχισαν νὰ κοροϊδεύουν τὸ Χριστό. Ἐκεῖνος ὅμως, ἀφοῦ τοὺς ἔ­βγαλε ὅλους ἔξω, μπῆκε μέσα μὲ τοὺς τρεῖς μα­θητάς του καὶ τοὺς γονεῖς. Ἔπιασε τὸ χέρι τοῦ κοριτσιοῦ καὶ εἶπε· «Σήκω ἐπάνω»! Κι ἀ­μέσως ἔγινε τὸ θαῦμα, τὸ μεγάλο θαῦμα· τὸ κορί­τσι ἀναστήθηκε, κι ὅλοι εἶδαν καὶ θαύμασαν.

* * *

Στὸ εὐαγγέλιο αὐτό, ἀγαπητοί μου, βλέπου­με ὅτι τόσο τὸ ἕνα θαῦμα ὅ­σο καὶ τὸ ἄλλο ὀ­φεί­λονται στὴν πίστι. Ἡ αἱ­μορροοῦσα πίστευε ὅτι, καὶ μόνο ν᾽ ἀγγίξῃ τὸ ἔνδυμα τοῦ Χριστοῦ, φτάνει. Καὶ ὁ Ἰάει­ρος πίστευε, ὅτι ὁ Χριστὸς μπορεῖ νὰ σώσῃ τὸ κορίτσι του. Τὴν πίστι αὐ­τὴ βράβευσε ὁ Χριστός· θεράπευσε τὴ γυναῖ­κα καὶ ἀνέστησε τὴν κόρη.
Ὅπως λοιπὸν πίστευαν αὐτοί, ἔτσι νὰ πιστεύ­­ουμε κ᾽ ἐμεῖς. Νά ᾽χουμε πίστι βράχο! Νὰ πιστεύουμε ὄχι 1 ἢ 2 ἢ 3%, ἀλλὰ 100%. Ὅπως εἴ­μαστε βέβαιοι ὅτι ὑπάρχει ἥλιος καὶ σελήνη καὶ ἀστέρια, ἔτσι μέσα στὴν ψυχή μας νὰ ὑπάρ­χῃ ἑ­δραία πεποίθησι καὶ βεβαιότης γιὰ τὶς οὐράνιες πνευματικὲς πραγματικότητες. Τί νὰ πιστεύουμε; Ὅ,τι διδάσκει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία.
⃝ Νὰ πιστεύουμε πρῶτα – πρῶτα, ὅτι ὑπάρχει Θεός. Αὐτὸ εἶνε τὸ ἄλφα, θεμελιώ­δης ἀλήθεια. Μόνο ἀνόητοι, ἀρνοῦνται νὰ πιστέψουν στὸ Θεό. Ἁπλῆ λογικὴ μᾶς ὁδηγεῖ νὰ παραδεχθοῦμε ὅ­τι ὑπάρχει Θεός. Ὅπως ἕνα σπίτι κάποιος τὸ χτίζει, ἔτσι καὶ τὴν πελώρια αὐτὴ οἰκοδομὴ μὲ τοὺς ἀναρι­­θμήτους ὀρόφους, μέχρι τὰ ἄστρα τοῦ οὐρα­νοῦ, κάποιος τὴν ἔχτισε. «Πᾶς οἶκος κατα­σκευ­άζεται ὑπό τινος, ὁ δὲ τὰ πάντα κατα­σκευάσας Θεός», λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Ἑβρ. 3,4). Ἕνα ρολόι κάποιος τὸ φτειάχνει· δὲ φυτρώνουν τὰ ρολόγια στὰ χωράφια. Ἀλλὰ τί εἶνε ἕνα ρολόι μπροστὰ στὸ μεγάλο ρολόι ποὺ λέγεται σύμπαν, ρολόι «ζενίθ», ποὺ εἶνε κουρ­δισμένο μὲ τέτοια ἀκρίβεια; Ἕνα ἄγαλμα κάποιος τὸ φτειάχνει. Μὰ τί εἶνε καὶ τὸ πιὸ τέλειο ἄγαλμα μπροστὰ στὸ ζωντανὸ ἄγαλμα ποὺ λέ­γεται ἄνθρωπος; Ἕνα μάτι, ἕνας παλμός, κ᾽ ἕνα κύτταρό του ἀκόμα φτάνει ν᾽ ἀποδείξῃ ὅτι ὑπάρχει Θεός. Ἕνα αὐτοκίνητο τρέχει, καὶ κάποιος τὸ ὁδηγεῖ· δὲν ὑπάρχει αὐτοκίνητο χωρὶς ὁδηγό. Μὰ τί εἶνε ἕνα αὐτοκίνητο ἐν συγκρίσει μὲ τὰ δισεκατομμύρια αὐτοκίνητα, τὰ ἄστρα, ποὺ τρέχουν στὸν οὐρανό; Ὑπάρχει λοιπὸν Θεός, εἶνε πίστις βαθειὰ μέσα μας. Μόνο ἄνθρωποι ποὺ σάλεψαν τὰ μυα­λά τους μποροῦν νά ᾽νε ἄθεοι. Ἡ Γραφὴ λέει· «Εἶπεν ἄ­φρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἔστι Θεός» (Ψαλμ. 52,2).
⃝ Τὸ ἕνα λοιπόν, νὰ πιστεύουμε ὅτι ὑπάρχει Θεός. Τὸ δεύτερο, νὰ πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶ­νε τρία πρόσωπα· Πατήρ, Υἱὸς καὶ ἅγιο Πνεῦ­μα – Τριὰς ἁγία, σῶσε μας τοὺς ἁμαρτωλούς. Εἶνε τὸ μυστήριο τὸ μέγα καὶ ἀσύλληπτο.
⃝ Τὸ τρίτο εἶνε, νὰ πιστεύουμε ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος. Τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδος κατέβηκε στὴ γῆ. Ὅπως ὁ ἀετὸς χαμηλώνει ἀπὸ τὰ ὕψη καὶ ἀγγίζει τὴ γῆ, ἔτσι ὁ Χριστὸς χαμήλωσε, ἦρθε ἐδῶ καὶ ἔγινε ἄνθρωπος παίρνοντας σάρκα καὶ αἷμα ἀπὸ τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο. Γεννήθηκε στὸ σπήλαιο, βα­πτίσθηκε στὸν Ἰορδάνη, σταυρώθηκε στὸ Γολ­γοθᾶ, ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν, ἀναλήφθηκε στοὺς οὐρανούς, καὶ τέλος πάλι θὰ ἔρθῃ «κρῖ­ναι ζῶντας καὶ νεκρούς» (Σύμβ. πίστ. 7). Ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός, ὁ Θεάνθρωπος.
⃝ Πίστευε ὅτι ὑπάρχει Θεὸς Τριαδικός, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεάνθρωπος· πίστευε ἀκόμα, ὅτι οἱ νεκροὶ θ᾽ ἀναστηθοῦν. Ὁ ἄνθρωπος δὲν ψο­φάει σὰν τὸ ζῷο, ἀλλὰ ζῇ αἰωνίως. Ἡ ζωὴ αὐ­τὴ εἶνε ἡ μικρή· πέρα ἀπὸ τὸν τάφο ἀρχίζει ἡ μεγάλη, ἡ αἰώνια ζωή. Μὲ τὸ θάνατο δὲν σβή­νουμε, ἀλ­λὰ γεννώμεθα σὲ μιὰ ἄλλη ζωή. Προσέξατε τί εἶ­πε ὁ Χριστός; «Δὲν πέθανε, ἀλλὰ κοιμᾶ­ται». Ὅ­πως ἕνας ποὺ κοιμᾶται ξυπνάει, ἔτσι εἶνε βέβαιο ὅ­τι καὶ οἱ νεκροὶ θ᾽ ἀναστηθοῦν. Ὁ ἅ­γι­ος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς ἔλεγε· «Ὁ ὕπνος τί εἶνε; Μικρὸς θάνατος, καὶ ὁ θάνατος μεγάλος ὕπνος» (ἡμ. ἔργ. σ. 188). Ὅσο εἶνε βέβαιο ὅτι τὸ παιδάκι ποὺ κοι­­μᾶται θὰ ξυπνήσῃ, τόσο βέβαιο εἶνε ὅ­τι ὅταν σαλπί­σῃ ἡ σάλπιγξ τοῦ ἀρχαγγέλου οἱ νεκροὶ θ᾽ ἀ­να­στηθοῦν (βλ. Ἰωάν. 5,25. Α΄ Κορ. 15,29. Α΄ Θεσ. 4,14). Γι᾽ αὐτὸ οἱ Χριστιανοὶ στὸν Πόντο, στὴ Μικρὰ Ἀσία, στὴ Μακεδονία πάνω στοὺς τάφους δὲν ἔγρα­φαν «Ἀπέθανε» ἀλλὰ «Ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ».

* * *

Ὅσο ἀξίζει, ἀγαπητοί μου, ἕνα δράμι ἀπὸ τὴν πίστι ἐκείνη τῶν προγόνων μας, δὲν ἀξίζει ὁ κόσμος ὅλος. Ἔχουμε τὴν πίστι αὐτή; Δὲν τὴν ἔχουμε. Οὔτε παπᾶδες καὶ δεσποτάδες. Ζοῦμε σὲ ἐποχὴ ἀπιστίας καὶ ἀθεΐας. Γι᾽ αὐτὸ σὰν τὸν Ἰάειρο ἂς γονατίσουμε μπροστὰ στὸ Χριστὸ κι ἂς τὸν παρακαλέσουμε νὰ μᾶς δώσῃ πίστι· τίποτε ἄλλο. Δός μας πίστι, Κύριε! (πρβλ. Λουκ. 17,5). Ἡ πίστι εἶνε τὸ φῶς ποὺ φωτίζει καὶ θερμαίνει. Ἡ πίστι παρηγορεῖ, ἐνισχύει, κάνει θαύματα. Τὸ κυριώτερο, ἡ πίστις μᾶς ἑνώνει μὲ τὸ Χριστό· κι ὅταν εἴμαστε ἕνα μὲ τὸ Χριστό, ἔχουμε τὰ πάντα.
Εἴθε ὁ Κύριος νὰ μᾶς ἐλεήσῃ, ὥστε νὰ κλείσουμε τὰ μάτια στὸ μάταιο τοῦτο κόσμο πιστεύοντας σ᾽ αὐτὸν καὶ λέγοντας μαζὶ μὲ τὸ λῃστή· «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (ἔ.ἀ. 23,42).

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό της Ἁγίας Τριάδος Πτολεμαΐδος 29-10-1978)

Συγχρονοι Γαδαρηνοι

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Οκτ 11th, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ ΣΤ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 8,26-39)

Συγχρονοι Γαδαρηνοι

«Καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ᾽ αὐτῶν…» (Λουκ. 8,37)

Ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Θὰ προσπαθήσω νὰ μιλήσω μὲ ἁπλᾶ λόγια, ὥστε νὰ μὲ καταλάβουν ὅλοι.

* * *

π. Αυγ......ιστΣτὰ χρόνια τοῦ Χριστοῦ ὑ­πῆρ­χε στὴ Γαλιλαία ἕνα μεγάλο χωριὸ κοντὰ στὴ λίμνη, ποὺ λεγόταν Γάδαρα καὶ οἱ κάτοικοι Γαδαρηνοί. Ἐκεῖ λοιπὸν πῆγε – ποιός; Ἐκεῖνος ποὺ εἶνε παραπάνω ἀπ᾽ ὅ­λους τοὺς ἀνθρώπους, καὶ τοὺς βασιλιᾶ­δες καὶ τοὺς αὐτοκράτορες· ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.
Τί ἔπρεπε νὰ κάνουν οἱ κάτοικοι; τί θὰ περιμέναμε; Ν᾽ ἀφήσουν τὶς δουλειές τους ὅλοι, νὰ βγοῦν ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό, νὰ κόψουν λουλούδια καὶ νὰ τὸν ὑποδεχθοῦν. Τὸ ἔκαναν; Τίποτα. Δὲν ἦ­ταν εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσουν τὴ μεγάλη τιμὴ ποὺ τοὺς ἔκανε. Ἔκαναν μόνο τὸ ἀντίθετο· τοῦ εἶπαν· Φῦγε, φῦγε!
Κι ὁ Χριστός; Ὤ ἡ φιλανθρωπία του! Τὸ δαχτυλάκι του μόνο νὰ κουνοῦσε, μποροῦσε νὰ τοὺς κάνῃ κάρβουνο. Μποροῦ­σε τὴν ὥρα ἐκεί­νη νὰ στείλῃ ἄγγελο νὰ τοὺς πατάξῃ. Μποροῦσε νὰ πῇ στὰ ἄστρα νὰ πέσουν στὰ κεφά­λια τῶν ἀχαρίστων. Δὲν τοὺς τιμωρεῖ· «ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν» (Λουκ. 8,37).
Τὸν ἔδιωξαν! Γιατί ὅμως; Τὸ λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμερα. Ἔξω ἀπ᾽ τὸ χωριὸ ἦταν ἕνας ἄν­θρωπος δυστυχισμένος. Ἄρρωστος; Χίλιες φορὲς νὰ ἦταν ἄρρωστος. Εἶχε κάτι χειρότερο ἀπὸ ἀρρώστια· ἦταν δαιμονισμένος.
―Δαιμονισμένος; Ἄκου τώρα στὴν ἐποχὴ τῆς ἐπιστήμης νὰ μιλάῃ γιὰ δαιμονισμένους…
Καὶ ὅμως ὑπάρχουν. Κ᾽ ἐγὼ θὰ ἤθελα νὰ μὴν ὑπάρχουν, ἀλλ᾽ ὑπάρχουν. Ὅποιος ἀμφιβάλλει, ἂς πάῃ στὴν Κεφαλονιά, ποὺ εἶνε ὁ ἅ­γιος Γεράσιμος, κ᾽ ἐκεῖ θὰ δῇ δαιμονισμένους, ποὺ βρίζουν καὶ βλαστημοῦν, μὰ μόλις πλη­­σι­ά­σῃ ὁ σταυρὸς τοῦ ἁγίου Γερασίμου, τὰ δαι­μόνια φωνάζουν «Μᾶς ἔκαψες!», καὶ βγαίνουν.
Δαιμονισμένος λοιπὸν ἦταν κι ὁ ἄνθρωπος τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου, ἐκεῖ ἔξω ἀ­π᾽ τὰ Γά­δαρα. Ἐκεῖ καθόταν. Ἢ μᾶλλον δὲν καθόταν οὔτε στιγμή. Γύριζε δεξιὰ – ἀριστερά. Ἔ­σκι­ζε τὰ ροῦχα του καὶ περιπλανιόταν γυμνός. Δὲν κατοικοῦσε σὲ σπίτι, τὴ νύχτα δὲν κοιμό­ταν σὲ κρεβάτι· πήγαινε στὰ νεκροταφεῖα, σὰν βρυκόλακας, κ᾽ ἔμενε μέσ᾽ στὰ μνήματα. Ἔ­πε­φτε κάτω, σπαρταροῦσε κ᾽ ἔβγαζε ἀφρούς. Τὸν ἔπιαναν, τὸν ἔδεναν μὲ ἁλυσίδες, καὶ ἔ­σπαζε τὶς ἁλυσίδες σὰν κλωστές. Εἶχε μία τρο­μακτικὴ δύναμι, ἦταν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος ὅλης τῆς περιφερείας· κανείς δὲν τολμοῦσε νὰ περάσῃ ἀπὸ τὸ μέρος ἐκεῖνο.
Τώρα ὅμως ποὺ πλησίασε ὁ Χριστὸς ἄρχι­σε νὰ τρέμῃ. Ἔτρεμε αὐτός, ποὺ τρομοκρατοῦ­σε τὸν κόσμον ὅλο. Ὅπως τὰ φύλλα σείονται ἀπ᾽ τὸ σφοδρὸ ἄνεμο, ἔτσι καὶ ὁ δαιμο­νιζό­με­­νος μόλις ἀντίκρυσε τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Γιατὶ αὐτὸς εἶνε ὁ ἰσχυρότερος ὅλων.
Ὁ Χριστὸς διέταξε τὰ δαιμόνια, ποὺ ἦταν φωλιασμένα στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, νὰ φύγουν. Καὶ ἔφυγαν. Ἀλλὰ προτοῦ νὰ φύγουν, παρακάλεσαν νὰ τοὺς ἐπιτρέψῃ νὰ πᾶνε κάπου ἀλλοῦ. Ποῦ; Παντοῦ πάει τὸ δαιμόνιο· σὲ ἐρημιές, σὲ δάση, σὲ ποτάμια, σὲ θάλασσες, σὲ δέντρα, σὲ σπηλιές, σὲ σπίτια. Πάει καὶ σὲ ζῷα ἀκόμα. Τὰ δαιμόνια λοιπὸν παρακάλεσαν, ἂν φύγουν ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο αὐτόν, νὰ τοὺς ἐ­πιτρέψῃ νὰ πᾶνε σὲ ἕνα κοπάδι ἀπὸ χοίρους ποὺ ἔβοσκαν ἐκεῖ κοντά. Καὶ ὁ Χριστὸς ἐπέτρεψε. Καὶ μόλις τὰ δαιμόνια μπῆκαν στοὺς χοίρους, τὰ γουρούνια, ποὺ ὣς τότε ἔ­βοσκαν ἥσυχα, ἀγρίεψαν, ἄρχισαν νὰ γρυλίζουν, νὰ ὠρύωνται καὶ νὰ τρέχουν. Πῆγαν στὴν ἄκρη ἑνὸς βράχου, κι ἀπὸ ᾽κεῖ ἔπεσαν μέσα στὰ νερὰ τῆς λίμνης καὶ πνίγηκαν ὅλα.
―Μὰ γιατί νὰ γίνῃ αὐτό; ποιός ὁ λόγος;
Ἦταν μιὰ τιμωρία. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε, ὅ­­τι στὴν παλαιὰ διαθήκη ὁ νόμος τοῦ Μωϋσέ­ως δὲν ἐπέτρεπε στοὺς ἰ­ουδαίους τὸ χοιρινὸ κρέας. Ἡ ἀπαγόρευσι αὐτὴ στὴν καινὴ διαθήκη καταργήθηκε· γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς δὲν ἰσχύει. Ἀπὸ τὸ Μωϋσῆ ὅμως πῆρε τὴ διάταξι αὐτὴ ὁ Μωάμεθ, τὴν πέρασε στὸ Κοράνιο καὶ τὴν τηροῦν καὶ οἱ μουσουλμᾶνοι. Μέχρι σήμε­ρα Ἑβραῖ­ος ἢ Τοῦρκος χοιρινὸ δὲν τρώει. Θεωροῦν τὸ χοῖρο ἀκάθαρτο ζῷο. Γι᾽ αὐτὸ δὲν τρέφουν γουρούνια. Νηστεύουν ἀπὸ χοιρινὸ κρέας. Αὐτοὶ τηροῦν τὶς νηστεῖες τους· ἐμεῖς δυστυχῶς δὲν τηροῦμε τὶς νηστεῖες μας, γίναμε χειρότεροι ἀπὸ Ἑβραίους καὶ Τούρκους.
Τότε λοιπόν, ἐνῷ ἡ ἐντολὴ ἔλεγε νὰ μὴ βόσκουν χοίρους, οἱ Γαδαρηνοὶ ἔβοσκαν. Ἦταν λαίμαργοι, καὶ ἔτρωγαν. Ἦταν καὶ φιλάργυροι καὶ πλεονέκτες, καὶ ἔβγαζαν χρήματα ἀπ᾽ τὸ ἐμ­πόριο αὐτὸ. Γι᾽ αὐτὸ ἡ καταστροφὴ τῆς περιουσίας αὐτῆς ἦταν τιμωρία.
Δίνουν καὶ σ᾽ ἐμᾶς ἕνα δίδαγμα. Περιουσία, ποὺ ἀποκτᾶται μὲ μέσα διαβολικά, θὰ ἐξανεμισθῇ. Μὲ τὸ Εὐαγγέλιο λεφτὰ δὲν κάνεις· μὲ τὸ διάβολο γίνεσαι ἑκατομμυριοῦχος. Ἀλλὰ «τὰ διαβολομαζώματα γίνονται ἀνεμοσκορπίσματα», ὅπως λέει ἡ παροιμία. Προτιμότερο νὰ τρῶς ξερὸ τὸ ψωμί σου μὲ τὸ Χριστό, παρὰ νὰ τρῶς τὰ καλύτερα φαγητὰ μὲ τὸ διάβολο.
Τιμωρήθηκαν λοιπὸν ἐκεῖνοι. Γι᾽ αὐτὸ τοῦ εἶ­παν ὅλοι, Φῦγε. Καὶ ὁ Χριστὸς ἔφυγε ἀπὸ τὸ μέρος τους. Ἕνας μόνο, ὁ θεραπευθείς, ἤθελε νὰ μένῃ κοντά του. Ἀπὸ τόσο κόσμο ποὺ εἶ­χε τὸ χωριό, αὐτὸς μόνο σώθηκε, αὐτὸς ἦ­ταν ὁ ἐκλεκτός. Φτάνει ἕνας, δὲν ἔχει ἀνάγκη ὁ Χριστὸς ἀπὸ πολλούς. Ὅσο ἀξίζει ἕνα διαμάν­τι, δὲν ἀξίζουν ἑκατομμύρια χαλίκια. Προτιμό­τερος ἕνας ποὺ πιστεύει, παρὰ ἑ­κατομμύρια ἀπίστων, φαύλων καὶ διεφθαρμένων.
Ὁ ἕνας αὐτός, ποὺ θεράπευσε ὁ Χριστός, ἦρθε καὶ κάθησε κοντά του σὰν ἀρνάκι. Τὸν βρῆκαν «ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα» (ἔ.ἀ. 8,35). Ὁ λύκος ἔγινε ἀρνί. Ἔχει τὴ δύναμι ὁ Χριστὸς καὶ τὸν πιὸ ἄγριο νὰ τὸν ἐξημερώνῃ.

* * *

Ἀπὸ τότε ποὺ ἔγινε τὸ θαῦμα αὐτό, ἀγαπη­τοί μου, πέρασαν σχεδὸν δύο χιλιάδες χρόνια. Ἐν τούτοις μέχρι σήμερα μέσα ἀπὸ δαιμονικὰ στόματα, μέσα ἀπὸ ἀντίχριστα λαρύγγια, ἐξακολουθεῖ νὰ ἀκούγεται πρὸς τὸ Χριστὸ ἡ ἴδια ἐκείνη φωνὴ τῶν Γαδαρηνῶν· Φῦγε, φῦγε!…
Ὑπάρχουν σπίτια ποὺ πέταξαν καὶ ἔκαψαν τὶς εἰκόνες, ἔσβησαν τὰ καντήλια· δὲν ἐκκλησιάζονται, μένουν ἀλειτούργητοι· σταυρὸ δὲν κάνουν, βλαστημᾶνε τὸ Θεό, δὲν ἔχουν ἰδέα τοῦ Εὐαγγελίου. Εἶνε σπίτια ἀπίστων καὶ ἀθέων. Διώχνουν τὸ Χριστό. Σὰν τοὺς Γαδαρηνούς, τοῦ λένε· Φῦγε, δὲν σὲ θέλουμε.
Ὑπάρχουν ἀθεϊστικὰ καθεστῶτα τῆς Ἀνατολῆς, ποὺ μὲ τὴ νομοθεσία καὶ τὴ διοίκη­σί τους περιορίζουν, ἀπωθοῦν στὸ περιθώριο, ἐξ­οβελίζουν ἢ καὶ διώκουν ἀπροκαλύπτως τὴν Ἐκκλησία. Παπᾶς ἐκεῖ δὲν μπορεῖ νὰ ἐρ­γασθῇ, τὸ ῥάσο ἀπαγορεύεται. Ἐκκλησίες πα­λαι­ὲς γκρεμίζονται, καινούργιες δὲ χτίζον­ται, μνη­μεῖα κατεδαφίζονται, τοιχογραφίες καταστρέ­φονται, μοναστήρια δὲ λειτουργοῦν, ὅ­λα εἶνε κλειστά. Ἀκόμα καὶ στὰ νεκροταφεῖα ξερριζώνουν τοὺς σταυροὺς ἀπὸ τοὺς τάφους καὶ ἀλλάζουν τὰ χριστιανικὰ ὀνόματα, νὰ μὴν ἀ­κούγωνται πλέον. Μὲ ὅλα αὐτὰ λένε· Φῦγε, Χριστέ, δὲν σὲ θέλουμε.
Ὑπάρχουν καὶ χριστιανικὰ λεγόμενα κράτη τῆς Δύσεως, ποὺ καλλιεργοῦν ἄθρησκη παιδεία· καταργοῦν τὴν προσευχὴ στὰ σχολεῖα, ἀπαγορεύουν τὴν ἐπίσκεψι ἱερέως γιὰ ἐξομολόγησι τῶν μαθητῶν, ἀδυνατίζουν καὶ ἀλλοιώνουν τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν. Κλονίζουν τὶς βάσεις τοῦ γάμου καὶ τῆς οἰκογενείας, ἐξαχρειώνουν τὴ δημόσια ζωή. Παρὰ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ συντάγματος, στὴν πρᾶξι λένε· Φῦγε, Χριστέ, δὲν σὲ θέλουμε.
Μὲ ὅλα αὐτὰ ἀσφαλῶς ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει νὰ ζημιω­θῇ· δὲ μποροῦν νὰ τὸν βλάψουν. Κά­ποτε στὴ Θεσσαλονίκη εἶδα ἕ­ναν ταλαίπωρο νὰ τρέχῃ, νὰ σκαρφαλώνῃ σ᾽ ἕνα τηλεγραφόξυ­λο, κι ἀπὸ ᾽κεῖ νὰ φτύνῃ. Ἦρθαν πυροσβέστες. ―Τί κάνεις; τοῦ λένε. ―Θὰ σβήσω τὸν ἥ­λιο… Τρελλὸς ὅποιος νομίζει πὼς μπορεῖ νὰ σβήσῃ τὸν ἥλιο, τρελλὸς καὶ ὅποιος τὰ βάζει μὲ τὸ Χριστό, «τὸν ἥλιον τῆς δικαιοσύνης» (ἀπολυτ. Χριστουγ.)· θὰ γίνῃ στάχτη.
Δὲν ἔχει ἀνάγκη ὁ Χριστὸς ἀπὸ μᾶς· ἐμεῖς ἔ­χουμε ἀνάγκη ἐκεῖνον, ὅπως ἔχουμε ἀνάγ­κη τὸν ἥλιο. Καὶ ἂν ἐμεῖς τὸν ἐγκαταλείψουμε καὶ τὸν διώξουμε, ἄλλοι τὸν δέχονται. Αὐτὴ τὴν ὥρα στὴν Ἀφρικὴ τὸν πιστεύουν καὶ τὸν καλοῦν. Καὶ στὴ ῾Ρωσία, στὴ Μόσχα καὶ τὸ Στάλινγκραντ, ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ κλαῖ­νε στὶς ἐκκλησίες ὅταν περνοῦνε τὰ ἅγια.
Αὐτὰ εἶχα νὰ πῶ στὴν ἀγάπη σας. Εὔχομαι τὰ φτωχὰ τοῦτα λόγια, ποὺ τὰ λέω ἀπὸ πίστι, ν᾽ ἀγγίξουν τὶς καρδιές σας. Σὰν τὸ δαιμο­νι­σμέ­νο ποὺ θεραπεύτηκε, νὰ μείνουμε κ᾽ ἐ­μεῖς κον­τὰ στὸ Χριστὸ γιὰ πάντα· κι ὅταν φτά­σῃ ἡ τελευταία μας στιγμή, νὰ ποῦμε «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42).

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Γεωργίου Ξινοῦ Νεροῦ – Φλωρίνης 20-10-1985)

YΛΙΚΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Οκτ 2nd, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Δ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 8,4-15)

YΛΙΚΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ

«Ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια…» (Λουκ. 8,10)

παραβ.-σπορεοςΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ποὺ ἀκούσαμε, ἀ­γαπητοί μου, εἶνε μία παραβολὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ παρμένη ἀπ᾽ τὴν ἀγροτικὴ ζωή.
Ὁ γεωργὸς πῆρε τὸ δισάκκι μὲ σπόρο, βγῆ­κε στὸ χωρά­φι καὶ ἔσπειρε παντοῦ. Τὸ ἀ­ποτέλεσμα· ἕνα μέ­ρος τοῦ σπόρου ἔπεσε στὸ δρόμο, ποὺ περνοῦν ἁμάξια καὶ δια­βάτες, ἦρθαν τὰ πουλιὰ καὶ τὸν πῆραν. Τὸ δεύτε­ρο μέρος ἔ­πεσε σὲ χωράφι μὲ πέτρες καὶ δὲν μπόρεσε νὰ καρποφορήσῃ. Τὸ τρίτο μέρος ἔπεσε σὲ ἀγ­κάθια, ποὺ φύτρωσαν καὶ τό ᾽πνιξαν. Καὶ τὸ τέ­ταρτο μέρος ἔπεσε σὲ χωράφι καθαρὸ καὶ γόνιμο, ἔπιασε καὶ τὸ ἕνα σπυρὶ ἔγινε ἑκατό.
Αὐτὴ ἦταν ἡ παραβολή. Τὴν ἄκουσαν ὅλοι. Ἀλλὰ τί μὲ τοῦτο; δὲν τοὺς ἔκανε ἐντύπωσι, δὲν τοὺς γέννησε περιέργεια. Μόνο οἱ δώδε­κα μαθηταί, ὅταν τελείωσε ἡ διδασκαλία, πλη­σίασαν τὸ Χριστὸ καὶ τὸν ρωτοῦν· Τί σημαί­νει αὐτὴ ἡ παραβολή; Κ᾽ ἐκεῖνος τότε εἶπε· «Ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τοῖς δὲ λοιποῖς ἐν παραβολαῖς» (Λουκ. 8,10).
Θὰ πάρω ἀφορμὴ μόνο ἀπὸ αὐ­τὸ τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ· «Ὑμῖν δέδοται γνῶ­ναι τὰ μυστήρια…». Τί σημαίνει αὐτό· Σ᾽ ἐσᾶς τοὺς μαθητάς μου, ὄχι σὲ ἄλλους, δόθηκε τὸ προνόμιο, ἡ χάρις, νὰ γνωρίσετε τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ.
Περὶ μυστηρίων λοιπὸν ὁ λόγος.

* * *

Τὰ μυστήρια εἶνε δύο εἰδῶν· μυστήρια τῆς ὕλης, καὶ μυστήρια τοῦ πνεύματος. Ἂς ἀρχίσουμε ἀπὸ τὰ μυστήρια τῆς ὕλης.
⃝ Τί εἶνε ἡ ὕλη, τὸ χῶμα ποὺ πατοῦμε; Μὴ ζοῦ­με σὰν ζῷα. Μερικοί, ὅπως λέει τὸ Εὐαγγέλιο, μάτια ἔ­χουν καὶ δὲ βλέπουν, αὐτιὰ ἔχουν καὶ δὲν ἀκοῦνε (πρβλ. Μᾶρκ. 8,18), ἔτσι ζοῦν. Πάρτε μιὰ χού­φτα χῶμα. Κάποτε δὲν ὑπῆρχε. Πῶς ἔ­γινε; Μὲ ὅση εὐκο­λία ὁ ἀρτο­ποιὸς παίρνει τὸ ἀ­λεύρι καὶ φτειάχνει διάφορα σκευάσματα (φρατζό­λες, κου­λου­ράκια κ.λπ.), ἔτσι κάποιο χέρι ἀόρατο πῆ­ρε τὴν ὕλη καὶ τί ἔ­κανε· φεγγάρια, ἀ­στέρια, πλανῆτες, σφαῖρες μικρὲς – με­γά­λες, ποὺ εἶ­νε ὄγκοι τε­ράστιοι. Ἐ­ρωτῶ τοὺς ἐπιστήμονες· τί εἶνε ἡ ὕλη; Στύβουν τὰ κεφάλια τους· καμμία οὐσιαστικὴ ἀ­πάντησι δὲν δίνουν. Μυστήριο.
⃝ Καὶ μόνο αὐτό; Οἱ σφαῖρες αὐτὲς πῶς στέκονται; Μία δύναμις, λένε, ἡ παγ­κό­σμιος ἕλξις, κάνει τὸ ἕνα ἀ­στέρι νὰ τραβάῃ τὸ ἄλλο. Ἂν ῥω­τήσῃς ὅμως τί εἶνε ἡ παγκόσμιος ἕλξις; δὲν παίρνεις πλήρη ἀπάντησι. Μυστήριο κι αὐτό.
⃝ Θέλεις ἄλλο; Κρατᾷς ἕνα μαγνήτη. Τὸν πλη­σιάζεις σὲ βελόνες, καρφίτσες, καρφιά, καὶ τὰ ἕλκει· φεύγουν ἀ­πὸ τὴ θέσι τους καὶ τρέχουν νὰ κολλήσουν πάνω του. Τί εἶνε ὁ μαγνητισμός; Καμμία οὐσιαστικὴ ἀπάντησι· μυστήριο.
⃝ Θέλεις ἄλλο; Ὁ ἠλεκτρισμός· στρίβεις ἕνα διακόπτη κι ἀνάβουν φῶτα. Τί εἶνε ἠλεκτρισμός; Οὐδεμία ἀπάντησις· μυστήριο κι αὐτό.
⃝ Θέλεις ἄλλο; Βρῆκαν μιὰ νέα ἐ­νέργεια ἰσχυ­ρότερη, τὴν πυρηνικὴ ἢ ἀτομικὴ ἐνέργεια. Τί εἶ­νε ἡ πυρηνι­κὴ ἐνέργεια; Μυστήριο κι αὐτό.
⃝ Μὴν πᾶμε μακριά· πᾶμε στὴ σημερινὴ παρα­βολή. Τί λέει; Μιλάει γιὰ σπόρο, ποὺ ἔσπειρε ὁ γεωργός. Τί εἶνε ὁ σπόρος; Ἕνα μικρούτσι­κο πρα­γματάκι. Τὸ ῥίχνεις μέσ᾽ στὸ χῶμα καὶ βγαί­­νει ἕνα ὡραῖο λουλούδι, ἕνα πελώριο δέν­τρο. Πῶς; τί ὑπάρχει μέσ᾽ στὸ σπόρο; Φτειάξε λοι­πὸν ἕνα σπόρο! Ὅλοι οἱ ἐπιστή­μο­νες νὰ μαζευ­τοῦν, ἕνα σπόρο δὲν μποροῦν νὰ φτειάξουν. Φτάνει ἕ­νας σπόρος ν᾽ ἀποδείξῃ ὅτι ὑπάρχει Θεός.
Ὅλα λοιπὸν τ᾽ ἀναρίθμητα ὑλικὰ πρά­γματα κρύβουν μυστήρια. Ἡ ἐπιστήμη προσπα­θεῖ νὰ τὰ λύσῃ. Ἀλλὰ μόλις λύνει ἕνα, βρίσκει πίσω του ἄλλο, ἄλλο, ἄλλο. Ἀπέραντη ἁλυσίδα, ἕνας ὠ­κεανὸς μυστηρίων ὑπάρχει. Ἀπὸ τὰ χίλια οὔ­τε τὸ ἕνα δὲ μπόρεσε νὰ ἐξιχνιάσῃ ἡ ἐπιστήμη.
* * *
Καὶ ὅμως ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὑπερήφανος καὶ ἰ­ταμός, ἐνῷ δὲν μπορεῖ νὰ λύσῃ τὰ μυστήρια τοῦ φυσικοῦ κόσμου, ζητάει νὰ λύσῃ τὰ μυστή­ρια τοῦ πνευματικοῦ κόσμου. Διότι ὅπως ὑ­πάρχουν μυστήρια τῆς ὕλης, ὑπάρχουν καὶ μυ­­στήρια τοῦ πνεύματος, δηλαδὴ μυστήρια τῆς πίστεώς μας. Νά μερικὰ ἀπὸ αὐτά.
⃝ Ἀκοῦς καὶ λένε· Πῶς μπορεῖ μία παρθέ­νος νὰ γεννήσῃ; Δυσπιστεῖς; Κ᾽ ἐγὼ σὲ ρω­τῶ· πῶς γεν­νήθηκε ἡ ὕλη; Ἐκεῖνος ποὺ ἐκ τοῦ μηδε­νὸς ἔ­φτειαξε τὴν ὕλη, αὐτὸς εἶπε νὰ γεν­νηθῇ ἐκ Παρθένου ὁ Υἱός. Ποιό εἶνε δυσκολώτερο, νὰ βγῇ ὕλη ἐκ τοῦ μηδενὸς ἢ νὰ βγῇ παιδὶ ἀπὸ μία παρθένο; Ὁ τοκετὸς αὐτὸς εἶνε μυστήριο.
⃝ Ἄλλο σχετικό. Πῶς ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος; Ἀσύλληπτο μυστήριο. Ἐκεῖνος ποὺ κάνει ἕνα τὴ φωτιὰ καὶ τὸ πυρωμένο σίδερο, ὁ ἴδιος ἕνω­σε τὶς δύο φύσεις στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.
⃝ Πῶς τὸ νερὸ ἔγινε κρασὶ στὴν Κανᾶ; Μυστή­ριο. Ζητᾷς ἐξήγησι; Κ᾽ ἐγὼ σοῦ λέω κάτι ἄλλο. Περπατοῦσα κάποτε σ᾽ ἕ­να χωριὸ καὶ βρῆκα ἕ­­ναν ὑπερήφανο γεωπόνο, ποὺ δὲν τὰ πίστευε αὐτά. Καθὼς προ­χωρούσαμε, μπήκαμε σ᾽ ἕνα περιβόλι μὲ διάφορα δέντρα. ―Ὅλ᾽ αὐτά, τοῦ λέω, ἔχουν ῥίζα, κι ὅλες αὐτὲς οἱ ῥίζες ῥουφᾶ­­νε τὸ ἴδιο νερό. Πῶς τὸ νερὸ γίνε­ται στὴ λεμο­νιὰ λεμόνι, στὴν πορτοκαλιὰ πορτο­κάλι, στὴ μη­λιὰ μῆλο, στὴν ἐλιὰ λάδι;… ―Δὲν ξέρω, λέει. ―Μὴν ἀμ­φισβητεῖς λοιπὸν τὸ Εὐαγγέλιο.
⃝ Ἄλλο μυστήριο τῆς πίστεως. Ἂν δὲν τὸ πιστεύῃς, μὴν πηγαίνεις στὴν ἐκκλησία. Ἐκεῖ, πάνω στὴν ἁγία τράπεζα, στὴ θεία λειτουργία τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ γίνονται σῶμα καὶ αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ἂν ἀμφισβη­τῇς αὐτό, σὲ ρωτῶ· δὲ βλέπεις τόσες ἄλ­λες μεταβολὲς ποὺ γίνον­ται στὸν ὑλι­κὸ κόσμο; Πῶς π.χ. τὸ χορτάρι καὶ τὸ νε­ρὸ στὸ πρό­βατο γίνονται γάλα; Αὐτὰ ποὺ εἶ­νε μπροστά σου δὲ μπορεῖς νὰ ἐξη­γή­σῃς, καὶ ζητᾷς νὰ ἐξηγήσῃς τὰ ἄλλα τὰ μεγάλα;
⃝ Τί νὰ ποῦμε τώρα γιὰ τὸ ἄλλο, τὸ ὕψιστο μυ­στήριο τῆς πίστεώς μας; Ποιό εἶνε; Τὸ Τριαδικὸ δό­γμα, ὅτι ὁ Θεὸς εἶνε ἕνας ἀλλὰ τρία πρόσωπα· Πατήρ, Υἱὸς καὶ ἅγιο Πνεῦμα – ἁγία Τριάς, σῶσον τὸν κόσμον! Αὐτὸ πλέον εἶνε τὸ μυστήριο τῶν μυστηρίων. Ἔρχεται ὁ ἄνθρωπος καὶ ῥωτάει πῶς τὸ ἕνα εἶνε τρία καὶ πῶς τὰ τρία εἶνε ἕνα; Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς ὡς βοηθητικὸ παράδειγμα φέρνει τὸν ἥλιο· «Ὁ ἥλιος εἶνε ἕνας, μὰ εἶνε καὶ τρία μαζί· ἔχει ἀκτῖνας, ὁποὺ ἔρχονται εἰς τὰ ὄμματά μας ὡσὰν γραμμαί, ὡσὰν κλωσταί· ἔχει καὶ φῶς, ὁποὺ ἐξαπλώνεται εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Μὲ τὸν ἥλιον ὁμοιάζομεν τὸν ἄναρχον Πατέρα, μὲ τὰς ἀκτῖνας τὸν συνάναρχον Υἱόν, καὶ μὲ τὸ φῶς τὸ ὁμοούσιον Πνεῦμα» (ἡμ. ἔργ. σ. 107). Ἔλα νὰ μοῦ ἐξηγήσῃς τὰ μυστήρια ποὺ ἔχει ὁ ἥλιος, καὶ μετὰ νὰ ζητᾷς νὰ σοῦ ἐξηγήσω τὸ μυστήριο τῆς ἁγίας Τριάδος. Θυμᾶμαι, ὅταν ἤ­μουν μικρὸ παιδί, ἕνας φοι­τητὴς τῆς ἰατρι­κῆς ἦρθε στὸ χωριὸ καὶ κορό­ϊδευε τὴν πίστι. ―Ποιός εἶδε τὸ Θεό; ἔλεγε. Τότε ἕνας παπᾶς ἀγράμματος, ὁ παπα-Νικόλας, τοῦ λέει· ―Ἔλα ᾽δῶ, Γιῶργο παιδί μου, ποὺ σὲ εἶχα μικρὸ στὴν ἐκκλησιὰ καὶ κρατοῦσες τὴ λαμ­πάδα. Ποιός σοῦ ξερρίζωσε τὴν πίστι; Τὸ Θεὸ θέ’ς νὰ δῇς; Πολὺ καλά (ἦταν Ἰούλιος μήνας, μεσημέρι κι ὁ ἥλιος ἔκαιγε). Ἀνέβα ἐδῶ. (Τὸν ἀνεβάζει πάνω σὲ μιὰ πεζούλα). Δὲς τὸν ἥλιο. ―Δὲ μπο­ρῶ, λέει, θὰ στραβωθῶ. ―Ἔ, κακομοίρη· τὸν ἥλιο δὲ μπορεῖς νὰ τὸ δῇς, τὸ Θεὸ θέ᾽ς νὰ δῇς;

* * *

Ὅ­­πως εἶνε ἀλήθεια, ἀγαπητοί μου, τὰ ὑλικὰ μυστήρια, ἔτσι εἶνε ἀλήθεια καὶ τὰ ἀσύλληπτα μυστήρια τῆς πίστεως. Αὐτὰ ὅμως τὰ ἀπρόσιτα γίνον­ται προσιτὰ – σὲ ποιούς· σ᾽ ἐκείνους πιστεύουν καὶ δείχνουν ζῆλο. «Ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια», λέει ὁ Χριστός· σεῖς ἔχε­τε τὸ προνόμιο νὰ γνωρίσετε τὰ μυστήρια.
Πῆγα σ᾽ ἕνα μικρὸ χωριὸ κοντὰ στὸ Βίτσι. Μοῦ ἀρέσει νὰ κουβεντιάζω μὲ τοὺς ταπεινοὺς καὶ μίλησα μ᾽ ἕνα τσοπανάκο. ―Ἦρθε, μοῦ εἶπε, στὴν καλύβα μου ἕνας φοιτητὴς ἀπ᾽ τὴ Θεσσαλονίκη. Τοῦ ᾽βαλα νὰ φάῃ ψωμὶ – τυρί, ἀλλ᾽ ὅταν ἔκανα τὸ σταυρό μου μὲ κορόϊδευε. Ἤξερε μερικὰ χωρία ἀπ᾽ τὴ Γραφὴ ―ἐ­γὼ δὲν τά ᾽ξερα― καὶ μοῦ ᾽κανε τὸν ἔξυπνο. Ἄ, λέω, πρέπει νὰ μάθω κ᾽ ἐγώ. Κατεβαίνω στὸ Ἀμύνταιο, ἀγοράζω μιὰ ἁ­γία Γραφή, καὶ ἄρχισα νὰ τὴ διαβάζω μία, δύο, τρεῖς, τέσσερις φορές. Τώρα κατάλαβα! Ἂς ἔρθῃ τώρα ὅποιος ἄπιστος θέλει νὰ κουβεντιάσουμε… Νά λοι­πόν· ἕνας ταπεινὸς διαβάζει Γραφὴ καὶ καταλαβαίνει, διαβάζει ὁ ἄλλος ὁ ὑπερήφανος καὶ δὲν καταλαβαίνει. Πῶς νὰ τὸ παραστήσω;
Πέρασα ἀπ᾽ τὸν Ἁλιάκμονα δύο φορές, χει­μῶνα καὶ καλοκαίρι. Τὸ χειμῶνα πολλὰ τὰ νερά, ἀλλὰ θολά, δὲ βλέπεις τίποτα· τὸ καλοκαίρι τὰ βλέπεις κάτω ὅλα, τὸν πυθμένα, τὶς πέτρες ἄσπρες – μαῦρες – κόκκινες, τὰ ψαράκια. Καὶ τὰ μυαλὰ τῶν ἀνθρώπων σήμε­ρα εἶνε θολά, δὲ βλέ­πουν τίποτα. Δῶστε μου καθαρὲς καρδιές. Ἐ­κεῖ φανερώνεται ὁ Θεός. «Ὑμῖν δέδοται γνῶ­ναι τὰ μυστήρια». Οἱ ἄλλοι; ἂς ξέρουν γράμμα­τα, ἂς πῆγαν στὸ ἐξωτερικό, ἀπὸ Ἐκκλησία δὲν καταλαβαίνουν γρῦ, κινέζικα τοὺς φαίνονται.
Συμπέρασμα. Πιστεύεις στὸ Θεό; νὰ προσ­εύχεσαι, νὰ μελετᾷς, νὰ ἐκκλησιάζεσαι, νὰ κοι­νωνῇς. Τότε θ᾽ ἀνοίξουν τὰ οὐρά­νια, θὰ γίνῃς ἀστροναύτης, θὰ πε­τά­ξῃς ὣς τὰ ἄστρα καὶ θὰ ψάλλῃς·«Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός· ἀμήν» (Φιλ. 2,11 καὶ θ. Λειτ.).

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Ἀνδρέου Ἄνω Πατησίων – Ἀθηνῶν 11-10-1970)

Θανατος και αναστασι

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Οκτ 2nd, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Γ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 7,11-16)

Θανατος και αναστασι

Αναστ.ΔΙΣΤΑΖΩ, ἀγαπητοί μου, νὰ μιλήσω. Γιατὶ ἔχουμε φθάσει σὲ χρόνια σὰν ἐκεῖνα γιὰ τὰ ὁποῖα μιὰ προφητεία λέει, ὅτι οἱ ἄνθρωποι θὰ ἔχουν τὰ αὐτιά τους ἀνοιχτὰ γιὰ τὸ διάβολο ἀλλ’ ὄχι γιὰ τὸ Χριστό (πρβλ. Β΄ Τιμ. 4,4). Ἐν τούτοις θὰ τολμήσω νὰ πῶ μερικὰ λόγια πρὸς ὠφέλειαν. Κι ἂν δὲ μ᾽ ἀκούσουν ὅλοι, θὰ μ᾽ ἀκούσουν οἱ μισοί· κι ἂν δὲ μ᾽ ἀκούσουν οἱ μισοί, θὰ μ᾽ ἀκούσουν οἱ δέκα· κι ἂν δὲ μ᾽ ἀκούσουν οἱ δέκα, θὰ μ᾽ ἀκούσῃ ἕνας. Ἕνας νὰ μ᾽ ἀκούσῃ, φτάνει, εἶνε μεγάλος ὁ μισθός. Διότι, ὅπως εἶπε ὁ Χριστός, μιὰ ψυχὴ ἀξίζει παραπάνω ἀπὸ ὁλόκληρο τὸν ὁρατὸ κόσμο (βλ. Ματθ. 16,26· Μᾶρκ. 8,37). Μὲ τὴν ἐλπίδα αὐτὴ θὰ μιλήσω. Τί θὰ πῶ;

* * *

Ὑπάρχει μιὰ λέξις ποὺ κάνει τὸν κόσμο νὰ τρομάζῃ. Ποιά εἶν’ αὐτή; Εἶνε ἡ λέξις θάνατος. Ὅταν ἀκούσουν θάνατο, ταράζονται, ἀνησυχοῦν. Σ᾽ ἕνα χωριὸ ποὺ περιώδευα ὡς νέος ἱε­ροκήρυκας, κάπου στὸ λόγο μου εἶπα τὴ λέξι θάνατος, κι ἀμέσως ἄκουσα κάποιον νὰ λέῃ μὲ φρίκη «Χτύπα ξύλο». Νομίζουν, ὅτι ἔτσι ὁ θάνατος θ’ ἀπομακρυνθῇ. Ὁ θάνατος ὅμως ἔρχεται· εἶνε γεγονός.
Πότε ἔρχεται; Ἔρχεται ἐκεῖ ποὺ δὲν τὸν περιμένουμε. Ἔρχεται τὴ νύχτα – τὰ μεσάνυχτα, ἔρχεται τὸ πρωΐ, ἔρχεται στὴν ἐργασία ποὺ κάνει ὁ καθένας, ἔρχεται τὸ μεσημέρι, σὲ ὁποιαδήποτε ὥρα. Ἄγνωστο εἶνε τὸ πότε θὰ παραδώσουμε τὸ πνεῦμα στὸ Θεό.
Τί εἶνε ὁ θάνατος; Εἶνε ἐκμηδένισις; Οἱ ἄ­πιστοι λένε ἐκμηδένισις. Πέθανες; λέει· πάει τελείωσε. Ἐμεῖς δὲ λέμε ἔτσι. Ἐμεῖς λέμε, ὅτι πέρα τοῦ τάφου ὑπάρχει ἄλλη ζωή. Τὸ σῶμα δι­αλύεται στὰ ἐξ ὧν συνετέθη, ἀλλὰ ἡ ψυχὴ μένει ἀθάνατος καὶ αἰωνία. Γι’ αὐτὸ μιὰ μέρα θὰ ἐπανέλθῃ στὸ σῶμα, τὸ ὁποῖο θ’ ἀναστη­θῇ. Ὑπάρχει ἀνάστασις.
Ἔχετε ἀποδείξεις; ρωτοῦν οἱ ἄπιστοι. Ἔ­χουμε. Τί ἀποδείξεις; Τριῶν εἰδῶν. Ἔχουμε πρῶτον παραδείγματα ἀπὸ τὴ φύσι, ἔχουμε δεύτερον προφητεῖες ἀπὸ τὴν ἁγία Γραφή, καὶ τρίτον ἔχουμε τὰ σχετικὰ θαύματα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
⃝ Ναί, ὑπάρχει ἀνάστασις. Τὸ φωνάζει ὁ κάθε σπόρος. Τί εἶνε ὁ σπόρος; Ἕνα μικρούτσικο πραγματάκι. Τὸ σπέρνεις μέσα στὴ γῆ, σαπίζει, καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ βγαίνει ἕνα στάχυ ποὺ ἔχει ἄλλοτε τριάντα, ἄλλοτε ἑξήντα, ἄλ­λοτε ἑ­κατὸ κουκκιά, καὶ βλέπεις τὸ καλοκαίρι τὰ σπαρτὰ νὰ κυ­ματίζουν σὰν μιὰ πράσινη θάλασσα, ἕνα ὡ­ραῖο θέαμα. Κάποιος ἄπιστος ἐ­πιστήμων πῆ­γε στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἔφθασε σ᾽ ἕνα κελλί, ὅ­που ὁ καλόγερος ἦταν φιλανθής. Καθὼς ἡ αὐλὴ εὐωδίαζε ἀπὸ πολύχρωμα λου­λούδια, λέει στὸν ἐπισκέπτη του· ―Ξέρεις ἀπὸ ποῦ βγῆ­καν ὅλα αὐτά; ―Ἀπὸ ποῦ; ―Περίμενε νὰ σοῦ δείξω. Πάει λοιπὸν καὶ τοῦ φέρνει ἕνα κουτί. Μέσα σ’ αὐτὸ εἶχε σπόρους. Ἂν ἔ­χετε δεῖ, οἱ σπόροι εἶνε συχνὰ μικρότεροι κι ἀπ’ τὸ κεφά­λι τῆς καρφίτσας. Κι ὅμως μέσα στὸ μικρὸ ἐ­κεῖνο σπόρο κρύβεται ἕνα ἄνθος, ἕνα φυτό, ἢ καὶ ἕνα δέντρο πελώριο. Πῶς; Ὅλη ἡ ἐπιστήμη νὰ μαζευτῇ, ἕνα σπόρο δὲν μπορεῖ νὰ κάνῃ. Τὸ παράδειγμα αὐτὸ χρησιμοποιεῖ καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦ­λος. Ἀμφιβάλλεις, λέει, ὅτι θ᾽ ἀ­ναστηθῇ ὁ νεκρός; Δὲς τὸ σπόρο. Ὅπως ὁ σπό­ρος πέφτει μέσ᾽ στὴ γῆ, σαπίζει καὶ μετὰ φυτρώνει καὶ γίνεται ἕνα ὡ­ραῖο στάχυ ἢ δέν­τρο, ἔτσι κι ὁ ἄνθρωπος θάπτεται καὶ σαπίζει μέσα στὸ χῶμα, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ σαπισμένο αὐτὸ σῶ­μα θὰ προέλθῃ μιὰ μέρα ἕνα νέο ὡραιότατο σῶμα (βλ. Α΄ Κορ. 15,36-38). Ὅλη ἡ φύσις κηρύττει τὴν ἀνάστασι. Ὁ ἥλιος ποὺ ἀνατέλλει τὸ πρωΐ, ἡ σελήνη ποὺ βγαίνει τὴ νύχτα, τὰ ἄστρα ποὺ λάμπουν στὸ στερέωμα, ὅλο τὸ σύμπαν αὐτὴν διαλαλεῖ.
⃝ Ἀλλὰ τὴν ἀνάστασι τῶν νεκρῶν ἀναγγέλλουν καὶ οἱ προφη­τεῖες. Μιὰ τέτοια προφητεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶνε ἐκείνη ποὺ ἀκοῦμε τὸ Μέγα Σάββατο. Τί λέει; Ὁ προφήτης Ἰεζεκιὴλ βρέθηκε σὲ μιὰ πεδιάδα ποὺ ἦταν γεμάτη νεκρὰ ὀστᾶ, καὶ ἀκούει φωνή· ―Τὰ ὀστᾶ αὐτὰ μποροῦν νὰ ζωντανέψουν; ―Σύ, Κύριε, λέει, τὸ ξέ­ρεις αὐτό. Ὁ Θεὸς τὸν διατάζει· ―Κήρυξε, μίλησε στὰ ὀστᾶ. Καὶ τότε ἔγινε σεισμός, τὰ ὀστᾶ πλησίασαν μεταξύ τους, συναρμολογήθηκαν καὶ ἔγιναν σκελετοί. Ἔπειτα πῆραν νεῦ­ρα καὶ καλύφθηκαν μὲ σάρκες καὶ δέρμα. Τοὺς ἔλειπε ὅμως ἡ ψυχή. Τέλος τοῦ δίνει ἐντολὴ νὰ κηρύξῃ πάλι, καὶ τότε ὅλα αὐτὰ τὰ σώματα ἀναστήθηκαν. Τὸ ὅραμα αὐτὸ εἶνε μιὰ προφητεία περὶ τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν (βλ. Ἰεζ. 37,1-10).
⃝ Ἀλλὰ τὸ μεγαλύτερο ἐπιχείρημα ποὺ δείχνει ὅτι ὁ θάνατος νικήθηκε εἶνε οἱ θαυ­μαστὲς νεκραναστάσεις ποὺ ἔκανε ὁ Χριστός. Ἔ­χουμε τρία τέτοια θαύματα ποὺ ἐνήργησε σὲ ἄλ­λους ἀνθρώπους. Τὸ πρῶτο εἶνε, ὅτι ἀνέστησε τὴν κόρη τοῦ Ἰαείρου. Τὸ δεύτερο εἶνε αὐ­τὸ ποὺ ἀκούσαμε σήμερα στὸ εὐαγγέλιο, ὅτι ἀνέστησε τὸν υἱὸ τῆς χήρας τῆς Ναΐν· ποὺ ἡ μάνα του τὸν εἶ­χε μονάκριβο, ἔκλαιγε γοε­ρῶς, καὶ ὁ Χριστὸς τὴν πλησίασε καὶ τῆς εἶπε «Μὴ κλαῖε» (Λουκ. 7,13). Τὸ τρίτο εἶνε, ὅτι ἀνέστησε τὸν φίλο του τὸν Λάζαρο, ποὺ ἦταν «τε­ταρταῖος» μέσα στὸ μνῆμα (Ἰωάν. 11,39). Τέλος ὁ Χριστός, ἀφοῦ προηγουμένως ὑπέστη τὸν σταυρικὸ θάνατο καὶ τὴν τριήμερο ταφή, ἀνέστησε καὶ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του.
Ὑπάρχει λοιπὸν ἀνάστασις! Ὅσο εἶστε βέβαιοι ὅτι αὔριο ξημερώνει Δευτέρα, τόσο νὰ εἶστε βέβαιοι ὅτι οἱ νεκροὶ θ᾽ ἀναστηθοῦν. Γι’ αὐτὸ ὁ θάνατος δὲν πρέπει νὰ λέγεται θάνατος· πρέπει νὰ λέγεται ὕπνος. Ἡ μάνα βλέπει τὸ παιδάκι της νὰ κοιμᾶται. Κλαίει; Δὲν κλαίει· γιατὶ ξέρει, ὅτι θὰ ξυπνήσῃ ζωηρὸ καὶ δρο­σᾶ­το σὰν τὸ λουλούδι. Καὶ γι’ αὐτὸ τὰ νεκροταφεῖα δὲν πρέπει νὰ λέγωνται νεκροταφεῖα· πρέπει νὰ λέγωνται κοιμητήρια. Ὕπνος εἶνε ὁ θάνατος, λέει τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἡ Ἐκκλησία καὶ ὁ ἅγι­ος Κοσμᾶς, καὶ γι’ αὐτὸ οἱ Χριστιανοὶ δὲν πρέπει νὰ κλαῖνε γι’ αὐτὸν ἀπαρηγόρητα. Ὅπως ξυπνᾷ κάποιος ποὺ κοιμᾶται, ἔ­τσι καὶ ὅλοι οἱ νεκροὶ μιὰ μέρα θ᾽ ἀ­ναστηθοῦν, γιὰ νὰ κριθοῦν καὶ νὰ λάβῃ καθένας κατὰ τὰ ἔργα του· «καὶ ἀ­­πελεύσονται (οἱ ἐξ εὐωνύμων) εἰς κόλασιν αἰ­ώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζω­ὴν αἰώνιον» (Ματθ. 25,46).
Γεγονὸς λοιπὸν εἶνε ἡ ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀ­νάστασις κάθε θνητοῦ, ἡ κοινὴ ἀ­νάστασις. Καὶ αὐτὸ ὁμολογοῦμε κάθε φορὰ ποὺ λέμε τὸ Σύμβολο τῆς πίστεως· «Προσδο­κῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλον­τος αἰῶνος· ἀμήν».

* * *

Αὐτὰ εἶχα νὰ σᾶς πῶ. Καὶ κηρύττω μὲ τὴν ἐλ­­πί­δα ὅτι τὰ λόγια αὐτὰ δὲ θὰ πέσουν στὸ κενό. Διότι, γιὰ νὰ πιστέψῃ κάποιος στὴν ἀνάστασι, χρειάζονται κάποιες προϋποθέσεις
⃝ Ἐλπίζω, ὅτι μεταξύ σας κανείς δὲν εἶνε ἄ­θε­ος· ὅλα γύρω μας φωνάζουν, ὅτι Ὑ­πάρχει Θεός, κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου.
⃝ Ἐλπίζω, ὅτι μεταξύ σας κανείς δὲν εἶνε ἀ­σε­βὴς καὶ βλάσφημος. Αὐτὸς ποὺ πιστεύει σὲ ἀνάστασι καὶ κρίσι, δὲ βλαστημάει τὸν Κριτή. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό. Δι­ότι δὲ φταίει μόνο ἐκεῖ­νος ποὺ βλαστημάει· φταίει κι ὁ ἄλλος ποὺ τὸν ἀκούει καὶ δὲ διαμαρτύρεται. Ὁ ἅγι­ος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς λέει, ὅτι τὸ βλάσφημο δὲν πρέπει νὰ τὸν ἀνεχώμεθα. Ἂν ὑβρίσῃς, λέει, Χριστὸ καὶ Παναγιά, δὲν ἔχω μάτια νὰ σὲ δῶ! Ὁ δὲ ἱερὸς Χρυσόστομος, αὐστηρότερος, προτρέπει· Ὅταν ἀκοῦς βλάσφημο συμβούλε­ψέ τον μιά, δυό, τρεῖς φορές. Δὲν συνετίζεταιι; Τότε, ἔ­χεις χέρι; χτύπα τὸ βλάσφημο. Χέρι, ποὺ θὰ χτυπήσῃ βλάσφημο, θ᾽ ἁγιάσῃ!
⃝ Ἐλπίζω ἀκόμη ὅτι ἐκκλησιάζεσθε. Εἶστε τίμιοι καὶ ἐργατικοὶ ἄνθρωποι. Εὐλογημένη ἡ δουλειά· ὁ γεωργὸς στὸ χωράφι, ὁ τσοπᾶνος στὰ πρόβατα, ὁ ψαρᾶς στὰ δίχτυα, ὁ ἐργάτης στὸ ἐργοτάξιο. Ὅλη τὴν ἑβδομάδα δουλειά. Ξημέρωσε ὅμως Κυριακή, χτύπησε ἡ καμπάνα; Φτερὰ στὰ πόδια, ὅλοι στὴν ἐκκλησία! Ὅ­ποιος λέει «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν», αὐτὸς ἐκ­κλησιάζεται ἀνελλιπῶς. Κανείς νὰ μὴν ἀπουσιάζῃ ἀπὸ τὴν ἐκκλησία. 168 ὧρες ἔ­χει ἡ ἑβδομάδα, 1 ὥρα ζητάει ὁ Θεός. Τόσο δι­αρκεῖ ἡ θεία λειτουργία ἀπὸ τὸ «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία…» μέχρι τὸ «Δι᾽ εὐχῶν…». Ἔ­λα λοιπὸν στὴν ἐκκλησία, νὰ πῇς ἕνα Δόξα σοι ὁ Θεός», ἕνα εὐχαριστῶ γιὰ τὰ ἀγαθὰ ποὺ σοῦ χαρίζει. Τὸ εἶπε ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός· θά ᾽ρθουν χρόνια δύσκολα ποὺ θ’ ἀξίζῃ «μιὰ φού­χτα ἀλεύρι – μιὰ φούχτα χρυσάφι». Τόσα δει­νὰ μᾶς ἀπειλοῦν, τόσα κακὰ μᾶς περιμένουν.
⃝ Ἐλπίζω τέλος ὅτι ποθεῖτε τὴν ἄνω Ἰερουσα­λήμ. Ἀγαπᾶτε τὴν ἐ­πίγεια πατρί­δα μας, γιὰ τὴν ὁποία καυχώμεθα ὅτι ἐμεῖς χτίσαμε Παρθενῶ­να καὶ Ἁγιὰ Σοφιὰ ὅταν οἱ ἄλλοι λαοὶ ζοῦσαν σὲ σπηλιὲς καὶ τρώγανε βελανίδια. Ἀλλ’ ἂν ἀ­γαποῦμε τὴν πατρίδα αὐτὴ μιὰ φορά, πόσῳ μᾶλλον τὴν οὐράνια καὶ αἰωνία πατρίδα μας;
Μὲ τὴν ἐλπίδα λοιπὸν αὐτὴ ὡς ἐπίσκοπος σᾶς εὐλογῶ. Εὐλογῶ τὰ σπίτια σας, τὶς οἰκογένειές σας, τὶς ἐργασίες σας, καὶ εὔχομαι ὁ Θεὸς διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου νὰ εἶνε πάντα μαζί σας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναὸ του Ὁσ. Ναοὺμ Ἀρμενοχωρίου – Φλωρίνης 10-10-1993)

ΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΕΥΛΟΓΙΑ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Σεπ 19th, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Α΄ Λουκᾶ (Λουκ. 5,1-11)

ΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΕΥΛΟΓΙΑ

ΚΥΡΙΟΣ-ΤΩΝ-ΔΥΝΑΜΕΩΝ-ιστ.«Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ…». Ἔτσι ἀρχίζει, ἀγαπητοί μου, τὸ εὐαγγέλιο. Καὶ μὲ τὶς λέξεις αὐτὲς μᾶς καλεῖ νὰ θυμηθοῦμε τὴν ἐποχή, ποὺ ἐπάνω ἐδῶ στὸ φλοῦδι τῆς γῆς ἔζησε ἐκεῖνος, ποὺ κανείς ἄλλος δὲν θὰ φθάσῃ τὸ ὕψος του· ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.
«Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ…». Μερικοὶ λένε· Ἄχ νὰ ζοῦσα στὰ χρόνια τοῦ Χριστοῦ! νὰ τὸν ἔβλεπα, νὰ τὸν ἄ­κουγα, ν᾽ ἀπολάμβανα τὶς εὐεργε­σίες ποὺ σκόρ­πιζε!… Ἀλλὰ στὴν Ἐκ­κλη­σία ὄχι μόνο τὸν ἀ­κοῦμε, ὄχι μόνο τὸν βλέπουμε μὲ τὰ πνευ­ματι­κά μας μάτια, ἀλλὰ καὶ ἂν θέλουμε τὸν ἀγγίζουμε καὶ τὸν βάζουμε στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας μὲ τὴ θεία κοινωνία. Στὸ ἅ­γιο δισκοπότηρο εἶνε ὁλόκληρος ὁ Χριστός.
«Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ…». Καὶ κατὰ ἕνα ἄλλο τρόπο μποροῦμε νὰ φθάσουμε στὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ· μὲ τὰ φτερὰ τῆς φαντασίας. Νοε­ρῶς ταξιδεύουμε καὶ φθάνουμε στὴν ἁγία γῆ, στὰ χώματα ἐκεῖνα ποὺ πάτησε ὁ Χριστός.

* * *

Στοὺς Ἁγίους Τόπους ὑπάρχει μιὰ ὡραία λί­μνη, ἡ Γεννησαρέτ, ὅπως ἀκούσαμε (Λουκ. 5,1), ἢ λίμνη τῆς Τιβεριάδος ἢ τῆς Γαλιλαίας. «Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ» λοι­πὸν στὴ λίμνη αὐτὴ ἔγιναν αὐτὰ ποὺ περιγράφει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο.
Ἐκεῖ μιὰ νύχτα ψάρευαν δυὸ ψαρόβαρκες. Δύο ζεύγη ἀδελφῶν, Ἀνδρέας – Πέτρος καὶ Ἰωάννης – Ἰάκωβος μὲ τὸν πατέρα τους Ζε­βεδαῖο, ἅπλωναν τὰ δίχτυα. Τὰ ἔρριξαν σὲ πολλὰ σημεῖα, ἀλλὰ ἀποτέλεσμα μηδέν. Δὲν κατώρθωσαν ὅλη τὴ νύχτα νὰ πιάσουν οὔτ᾽ ἕ­να ψάρι. Ὅσοι καταγόμεθα ἀπὸ νησιὰ καὶ παραθαλάσσια μέρη, ξέρουμε τὴ λύπη τοῦ φτωχοῦ ψαρᾶ ὅταν τὸ πρωὶ σέρνῃ τὸ δίχτυ καὶ εἶνε ἀ­δειανό. Ἔτσι λυπημένοι ἦταν κι αὐτοί. Τί θὰ πήγαιναν στὰ σπίτια τους τὴν ἡμέρα ἐκείνη;
Ἀλλὰ ξαφνικὰ μπῆκε στὴ βάρκα τους – ποιός; βασιλιᾶς, αὐτοκράτορας; Καὶ τί εἶν᾽ αὐτοί; Μπῆκε ἐκεῖνος ποὺ ἐξουσιά­ζει τὴ θάλασσα, τὰ νέφη τ᾽ οὐρανοῦ, τ᾽ ἀπέραν­τα πελάγη καὶ τοὺς ὠκεανούς· μπῆκε ὁ Χριστός! Καὶ μέσα ἀπὸ τὴ βάρκα δίδασκε τὸ λαό, ποὺ συνωστιζόταν στὴν παραλία ἀκούγοντας τὰ πρωτάκουστα λόγια του. Ὅταν τελείωσε, λέει στὸν Πέτρο· ―῾Ρίξτε πάλι τὰ δίχτυα σας. Περίεργη ἐντολή. Γιατὶ πρέπει νὰ ξέρουμε, ὅτι ἡ κατάλληλη ὥ­ρα γιὰ ψάρεμα εἶνε νύχτα. Κανένας ἐπαγγελματίας ψαρᾶς δὲ βγαίνει τὴν ἡμέρα· τὴ νύχτα βγαίνουν, μὲ ἀναμμένα φῶτα, ὅπως βλέπουμε στὸ Αἰγαῖο. ―Κύριε, ὅλη νύχτα κοπιάσαμε καὶ δὲν πιάσαμε τίποτα, καὶ τώρα τὴ μέρα θὰ πιάσου­με; ἀλλ᾽ ἀφοῦ τὸ λὲς ἐσύ, θὰ ῥίξω τὸ δίχτυ. Καὶ μόλις τὸ ἔκαναν, ἔγινε θαῦμα· τὰ δίχτυα γέ­μισαν ἀπὸ τόσα ψάρια, ποὺ σχίζον­ταν. Φώναξαν καὶ τοὺς συν­εταίρους ἀπὸ τὸ ἄλλο πλοῖο νὰ βοηθήσουν· καὶ ἦρθαν καὶ γέμισαν καὶ τὰ δύο πλοῖα τόσο πολύ, ποὺ κινδύνευαν νὰ βυθιστοῦν ἀπὸ τὸ βάρος. Πρωτοφανὴς ἁλιεία.
Αὐτὸ τὸ θαῦμα, ποὺ συνέβη στὴ Γεννησαρέτ, ἀκούσαμε σήμερα. Τὴ μιὰ φορὰ οὔτε λέπι, τὴ δεύτερη φορὰ γεμᾶτα τὰ δίχτυα ἀπὸ ψά­ρια. Τί σημαίνει αὐτό; Ὄχι μόνο «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ…», ἀλλὰ καὶ σήμερα καὶ πάντα θὰ ἐ­παναλαμβάνεται αὐτὸ τὸ διπλὸ ἀ­ποτέλεσμα τῶν ἀν­θρωπίνων κόπων. Ἂς προσέξουμε, ἀ­γα­πητοί μου, τί μᾶς διδάσκει τὸ εὐαγγέλιο.

* * *

Ὁ Χριστὸς ἀγαπᾷ τὴν ἐργασία, ἐκτιμᾷ τοὺς ἐργάτες τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. Καὶ τὸ ἀπέδειξε μὲ ὅλη τὴ ζωή του. Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἐκλέξῃ τοὺς μαθητὰς καὶ ἀποστόλους, δὲν πῆγε στὴν ἀκαδημία τοῦ Πλάτωνος, οὔτε στὰ κέντρα τῆς ῾Ρώμης ἢ τῆς Ἀλεξανδρείας, ὅ­που ζοῦσαν οἱ ἰσχυροὶ τῆς ἡμέρας· διάλεξε τὸ ἐπιτελεῖο του ἀπὸ τὴν ἐργατι­κὴ τάξι, ἀπὸ τοὺς ψαρᾶδες τῆς Γαλιλαίας.
Καὶ ὁ ἴδιος ἐργαζόταν. Μικρὸ φτωχὸ παιδί, ἐργαζόταν στὸ ξυλουργεῖο τοῦ δικαίου Ἰωσήφ· ἐργαλεῖα κρατοῦσε, καὶ τὰ χέρια του εἶχαν ῥο­ζιάσει ἀπὸ τὴ δουλειά. Ἔφτειαχνε ἀ­λέτρια, καθίσματα, τραπέζια, πόρτες, παράθυρα, μέχρι τὸ τριακοστὸ ἔτος του. Εἶνε λοιπὸν ὁ πρῶ­τος ἐργάτης. Μιὰ ὡραία εἰκόνα ξένου ζωγράφου παριστάνει τὸν Κύριο νὰ κρατάῃ τὸ πριόνι καὶ νὰ κόβῃ. Θὰ ἤθελα, ἡ εἰκόνα αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶνε ὄχι ὁ ἐκμεταλλευτὴς ἀλλὰ ὁ φίλος καὶ προστάτης τῶν ἐργατῶν, νὰ στολί­ζῃ ὅλα τὰ γραφεῖα τῶν ἐργατικῶν κέν­τρων τῆς πατρίδος μας. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος, ποὺ ν᾽ ἀγάπησε περισσότερο τοὺς ἐργάτες ἀ­πὸ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Ὑπῆρξε ὁ πρῶ­τος ἐργάτης. Ἐργάτης ὁ ἴδιος, ἐργάτες οἱ μαθηταί του, ὁ Πέτρος, ὁ Παῦλος, ὅλοι.
Τὸ «ἐργάζεσθαι» εἶνε ἡ πρώτη ἐντολὴ καὶ δόθηκε στὸν παράδεισο (Γέν. 1,15). Τὴν ἐργασία συνιστᾷ ἡ ἁγία Γραφή. Εἶνε ἐν­τολὴ τοῦ Θεοῦ, νόμος παγκόσμιος, ὄχι μό­νο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Κοιτάξτε γύρω σας. Τὸ μυρμηγκάκι ἐρ­γάζεται. Ἡ ἁγία Γρα­φὴ λέει στὸν τεμπέλη· «Ἴ­θι πρὸς τὸν μύρμηκα, ὦ ὀκνηρέ…» (Παρ. 6,6)· πήγαινε στὸ μυρμηγκάκι καὶ παραδειγματίσου. Σηκώ­νει βάρος διπλάσιο καὶ τριπλάσιο ἀπ᾽ τὸν ἑ­αυτό του καὶ κουβα­λάει στὴ φωλιά του τρόφι­μα γιὰ τὸ χειμῶ­να. Ἡ μέλισσα πετάει ἀπὸ ἄνθος σὲ ἄνθος, τὰ πουλιὰ διανύουν μίλια, τὰ ψάρια κο­λυμποῦν, τὰ ῥυάκια καὶ οἱ ποταμοὶ τρέχουν, οἱ οὐράνιες σφαῖρες καὶ ἡ γῆ κινοῦνται ἀκατάπαυστα. Ὅ­λα, ἀπὸ τὰ μικρότερα ἕως τὰ μεγαλύτερα, φω­νάζουν· Ἐργάζεσθε! Ὅποιος δὲν ἐργάζεται, ἀποτελεῖ φάλτσο μέσα στὴν ἁρμονία τῆς θείας δημιουργίας, παραφωνία.
Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο ὅμως μᾶς λέει, ὅτι δὲν ἀρκεῖ μόνο νὰ κοπιάζῃ κανείς. Χρειάζεται καὶ κάτι ἄλλο. Τὴν πρώτη φορὰ οἱ ψαρᾶδες τῆς Γεννησαρὲτ δὲν ἔπιασαν οὔτε λέπι· τὴ δεύτε­ρη φορὰ τὰ δίχτυα τους γέμισαν ψάρια. Γιατί; Διότι τὴ δεύτερη φορὰ ἦταν μαζί τους ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καὶ εὐλογοῦσε τὸν κόπο τους· κι ὅ­που ὑπάρχει ἡ εὐλογία τοῦ Χριστοῦ, ἐκεῖ πλοῦ­τος κάθε ἀγαθοῦ. Ἐργασία λοιπόν, ἀλλὰ μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Τονίζουν συνήθως πολὺ τὴν ἐργασία, καὶ καλὰ κάνουν· ἀλλὰ παραπάνω ἀπὸ τὴν ἐργασία εἶνε ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ.
Παράδειγμα ὁ γεωργός. Ἂς ἔχῃ τὸ καλύτε­ρο χωράφι, ἂς τὸ καλλιεργῇ ἐπιστημονικῶς, ἂς σπέρνῃ τὸν καλύτερο σπόρο, ἂς λιπαίνῃ τὸ ἔ­δα­φος μὲ τὸ καλύτερο λίπασμα. Ἂν δὲν πέ­σῃ βροχούλα, δὲ βγῇ ὁ ἥλιος, δὲ φυ­σή­ξῃ κατάλληλος ἀέρας, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὴν εὐ­λο­γία τ᾽ οὐ­ρανοῦ, θὰ σπέρνῃ καὶ δὲ θὰ θε­ρί­ζῃ· οἱ κόποι του θὰ πηγαίνουν χαμένοι. Ἐν ἀντιθέσει μὲ μεγάλες χῶρες, ἡ μικρή μας πατρίδα μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ εἶνε σήμερα αὐτάρκης.
Πρέπει νὰ ἔχῃς τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Ἂν δὲν τὴν ἔχῃς, θὰ σπέρνῃς καὶ δὲ θὰ θερίζῃς, θὰ χτίζῃς σπίτια καὶ δὲ θὰ κατοικῇς σ᾽ αὐτά, θὰ μαζεύῃς περιουσία καὶ δὲ θὰ τὴν ἀπολαμβάνῃς. Ἡ εὐλογία εἶνε ὁ ἀπαραίτητος ὅρος γιὰ κάθε προκοπή. Ἐργάζεσθε λοιπόν, ἀλλὰ μὲ ὑπακοὴ στὸ Θεό. Ὅπως ὑπήκουσε ὁ Πέτρος στὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς.
Καὶ ποιά εἶνε ἡ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ γύρω ἀπὸ τὴν ἐργασία; «Ἓξ ἡμέρας ἐργᾷ καὶ ποιήσεις πάντα τὰ ἔργα σου· τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ σάββατα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου…» (Δευτ. 5,13-14). Ἕξι μέρες δουλειά· Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο, μυρμήγκι. Ἀλλὰ ξημέρωσε Κυριακή, χτύπησε ἡ καμπάνα τῆς ἐνορίας; φτερὰ στὰ πόδια, ὅλοι στὴν ἐκκλησία! Στὸπ πλέον ἡ ἐργασία· μόνο ἐργασίες ἀναγκαῖες, ποὺ δὲν μποροῦν νὰ διακοποῦν, αὐτὲς ἐπιτρέπονται σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου. Ὅλοι οἱ ἄλλοι, πλὴν γερόντων καὶ ἀσθενῶν, ὅλοι στὴν ἐκκλησία.
Ἐκτελοῦμε τὴν ἐντολὴ αὐτή; Ὄχι δυστυ­χῶς. Καὶ ὅμως τὴν Κυριακὴ ἔπρεπε οἱ πάν­τες νὰ ἐκκλησιαζώμεθα. Ἄλλοι μᾶς δίνουν παράδειγμα. Στὴ Δυτικὴ Θρᾴκη οἱ μουσουλμᾶνοι ἡ­μέρα ἀργίας ἔχουν τὴν Παρασκευή, καὶ τότε ὅλοι τους τρέχουν στὰ τζαμιά. Στὸ Ἰσραὴλ οἱ Ἑβραῖοι ἡμέρα ἀργίας ἔχουν τὸ Σάββατο,  καὶ τότε κανείς δὲν δουλεύει· πηγαίνουν στὶς χάβρες μικροὶ – μεγάλοι, ἀπὸ τὸν πιὸ ἄσημο μέχρι τὸν πρωθυπουργό – ναὶ τὸν πρωθυπουργό, ποὺ ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα σπανίως πρωθυπουργὸς πηγαίνει στὴν ἐκκλησία. Στὴν Ἀ­φρι­κή, κι αὐτοὶ ἐκεῖ στὴ ζούγκλα κάπου πιστεύουν· ὅταν βγαίνῃ ὁ ἥλιος ἕνας ἄγριος χτυπάει ἕνα τύμπανο ἀπὸ δέρμα λιονταριοῦ, καὶ τότε ὅλοι τους πέφτουν καὶ προσκυνοῦν τὸ θεό τους. Κ᾽ ἐμεῖς τί κάνουμε; Ἀπὸ τοὺς 100 οὔτε 2 δὲν ἐκκλησιάζονται· οἱ ἄλλοι ποῦ εἶνε; Τὴν Κυρια­κὴ πρωὶ – πρωὶ μὲ τ᾽ αὐτοκίνητά τους τρέ­χουν ἰλλιγγιωδῶς. Καὶ κάθε Δευτέρα εἶνε πλῆθος οἱ νεκροί… Ἀπουσιάζουν ἀπὸ τὴν ἐκ­κλησία καὶ βρίσκονται στοὺς δρόμους· ὄχι γιὰ ἐργασία, ἀλλὰ γιὰ διασκέδασι καὶ διάφορες ἄλλες κοσμικὲς αἰτίες.

* * *

Ἀδελφοί μου· ἐργασία ἔχουμε, ἀλλὰ χρειά­ζεται καὶ ἡ εὐλογία τοῦ Θε­οῦ. 168 ὧρες ἔχει ἡ ἑβδομάδα. Μέσα σ᾽ αὐ­τὲς νὰ κάνουμε ὅ,τι εἶ­νε ἀ­ναγ­καῖο γιὰ τὴ ζωή μας. Μία ὥ­ρα ζητάει ὁ Θεὸς νὰ δίνουμε τὸ παρὼν στὴν ἐκκλησία, γιὰ νὰ προσευχώμεθα καὶ νὰ τὸν παρακαλοῦμε.
Στὸ ἑξῆς μὴν ἀπουσιά­ζετε ἀπὸ τὸν ἐκκλησι­ασμό. Ὅλοι ἐκεῖ νὰ λατρεύουμε Πατέρα, Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του ἉγίουἸωάννου Πτολεμαΐδος 25-9-1977)

ΑΓΑΠΗ ΠΛΑΤΕΙΑ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Σεπ 19th, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΕΚΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΒΟΗΘΕΙΑ

ΠΡΟΩΘΗΣΤΕ ΤΟ ΟΣΟ ΠΙΟ ΓΡΗΓΟΡΑ ΓΙΝΕΤΑΙ!!!!!! ΣΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΧΕΠΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΝΟΣΗΛΕΥΕΤΑΙ ΕΝΑ ΑΓΟΡΑΚΙ 6 ΕΤΩΝ ΜΕ ΟΞΕΙΑ ΛΕΥΧΑΙΜΙΑ ΨΑΧΝΟΥΜΕ ΑΠΕΓΝΩΣΜΕΝΑ ΓΙΑ ΔΟΤΕΣ ΑΙΜΟΠΕΤΑΛΙΩΝ… Η ΟΜΑΔΑ ΕΙΝΑΙ (ΑΒ + ΡΕΖΟΥΣ ΘΕΤΙΚΟ ) Ο ΠΟΙΟΣ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΕΙ ΤΟ ΠΑΙΔΑΚΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΚΑΛΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΑΕΙ ΣΕ ΟΠΟΙΟΔΗΠΟΤΕ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΓΙΑ ΝΑ ΔΩΣΕΙ ΑΙΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ (ΜΕΤΣΙΟ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ )ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΧΕΠΑ παιδικο ογκολογικο 2310 993506 & 2310 993944

69717295

Κυριακὴ Β΄ Λουκᾶ  (Λουκ. 6,31-36)

ΑΓΑΠΗ ΠΛΑΤΕΙΑ

«…Πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν…» (Λουκ. 6,35)

KYRIOS 8017Ιατρός ψυχῶν καὶ σωμάτων, μοναδικὸς ἰατρός, ἀγαπητοί μου, εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ἰατρεῖο του εἶ­νε ἡ Ἐκκλησία. «Τίς ὀδυνώμενος καὶ προσπίπτων τῷ ἰατρείῳ τούτῳ οὐ θεραπεύ­εται;», ψάλλει ὁ ὑμνῳδός (Παρακλ. ἦχ. δ΄, Κυρ. ἑσπ.). Νοσοκόμοι καὶ ὑπηρέται στὸ ἰατρεῖο αὐτὸ εἶνε οἱ κληρικοί. Καὶ φάρμα­κα δοκιμασμένα εἶνε ἡ πίστις, ἡ μετάνοια, τὰ ἅγια μυστήρια, τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου.
Ὁ Χριστὸς θεραπεύει κάθε ἀσθένεια. Ἐ­μεῖς βέβαια δίνουμε μεγάλη σημασία στὶς σω­­ματικὲς ἀσθένειες, ὅπως λ.χ. στὸν καρκίνο ποὺ μαστίζει τὸν κόσμο καὶ μᾶς τρομοκρατεῖ. Ὑ­πάρχει ὅμως ἕνας ἄλλος χειρότερος καρκίνος. Ποιός εἶνε; Εἶνε τὸ μῖ­σος, ἡ ἔχθρα, ἡ ἐκδίκησις. Τὸ φάρμακο γιὰ τὸ κακὸ αὐτὸ μᾶς δίνει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο.

* * *

Ἡ ἔχθρα, ποὺ αἰσθάνεται κάποιος γιὰ ἕνα συνάνθρωπό του, εἶνε θανάσιμος ἁμαρτία. Αὐ­τὴ ὥπλισε τὸ χέρι τοῦ Κάϊν ἐναντίον τοῦ Ἄβελ. Καὶ αὐτὴ ἔκτοτε μέχρι σήμερα ὁπλίζει τὰ χέρια γιὰ ἐγκλήματα καὶ πολέμους, τοπικοὺς καὶ παγκοσμίους, μέχρι καὶ τὸν Ἁρμαγεδῶνα (Ἀπ. 16,16). Ἰδού ἡ αἰτία τῶν πολέμων· τὸ μῖσος λα­ῶν κατὰ λαῶν, ἐθνῶν κατὰ ἐθνῶν, ἀνθρώπων κατὰ ἀν­θρώπων, ἰδεολογιῶν κατὰ ἰδεολογι­ῶν, συστημάτων κατὰ συστημάτων.
Ὑπάρχει φάρμακο; Ἴσως πῇ κανείς· Νά οἱ συνασπισμοὶ τῶν ἐθνῶν (Ο.Η.Ε. κ.τ.λ.). Ἀλλ’ αὐτὰ εἶνε «χάπια» καὶ «ἔμπλαστρα», ἀνίκανα ν’ ἀγγίξουν τὴν ψυχή. Μὲ ἀν­θρώπινες συντα­γὲς δὲν θεραπεύεται ὁ ἀσθενής. Ἔχουμε ἀνάγ­κη ἀπὸ τὸ θεῖο φάρμακο, ποὺ φαίνεται μὲν δυσ­άρεστο εἶνε ὅμως ἀποτελεσματικό· συνήθως τὰ πικρὰ φάρμακα εἶνε τὰ ὠφέλιμα. Τέτοιο λοιπὸν φάρμακο προσφέρει σήμερα ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς μὲ τὰ λόγια «Πλὴν ἀ­γαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν» (Λουκ. 6,35).
Αὐτὸ τὸ «πλὴν» σημαίνει τὸ ἑξῆς. Δὲν ξέρω, λέει ὁ Κύριος, τί λένε οἱ ἄλλοι (φιλόσοφοι, θρησκεύματα, ἰ­δε­ολογί­ες). Ἐγὼ ἔρχομαι ἀπὸ ἕνα κόσμο ποὺ βρίσκεται ὑπεράνω ὅλων. Ἀπὸ ᾽κεῖ κατεβάζω ἐδῶ στὴ γῆ μιὰ ἀγάπη ὑψηλή, θεία, ἐ­σταυρωμένη, τῆς ὁποίας τὴν ἔννοια δὲν ἐ­γνώ­ριζε προηγουμένως ἡ ἀνθρωπότης. Ἐν ἀν­τιθέσει λοιπὸν πρὸς ὅλους αὐτούς, ποὺ περιορίζουν τὴν ἀγάπη, ἐγὼ ἐντείνω τὸ τόξο τῆς οὐρανίας διδασκαλίας καὶ ἐξαποστέλλω τὸ βέλος τῆς σωτηρίας καὶ λέω· «Πλὴν ἀγα­πᾶ­τε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν». Μπρὸς γενναῖοι, προχωρῆστε! Μὴν ἀγαπᾷς μόνο τὴ γυναῖκα καὶ τὸ παιδί σου, τοὺς συγγενεῖς καὶ φίλους, ἕ­να μικρὸ κύκλο ἀνθρώπων· σπάσε τὸ φραγμὸ τοῦ μίσους, διάρρηξε τὸν κλοιὸ τῆς ἀ­πεχθείας, γίνε ἄγγελος φτερωτός, συμπερίλαβε στὸν κύκλο τῆς ἀγάπης σου ὅλο τὸν κόσμο, κι αὐτοὺς ἀκόμα τοὺς ἐχθρούς σου.
Ἄχ, Κύριε ―ἀκούεται ἀντίρρησις―, αὐτὸ εἶ­νε δύσκολο. Δὲν εἶμαι ἅ­γιος, δὲν εἶμαι ἄγ­γελος· εἶμαι ἄνθρωπος. Μὲ πονάει ἡ ἀδικία. Ἀ­δύνατον, φωνάζει ὁ φτω­χὸς ποὺ τὸν ποδοπα­τεῖ ὁ μινώταυρος τοῦ πλούτου, ἡ πτέρνα τῆς κεφαλαιοκρατίας. Ἀδύνατον, φωνάζει ὁ ἐρ­γάτης, ποὺ τὸν συνθλίβει ὁ ἐργοστασιάρ­χης. Ἀ­δύνατον, φωνάζει ὁ πατέρας, ν’ ἀγαπή­σω τὸ φονιᾶ τοῦ παιδιοῦ μου. Ἀ­δύνατον, λένε ἡ χήρα καὶ τὰ ὀρφανά, ν’ ἀ­γαπήσουμε τὸ δολοφόνο τοῦ προστάτη μας. Κύριε, μᾶς βάζεις φορτίο μεγάλο. Πές μας ὁ­,τιδήποτε ἄλλο, νὰ τὸ κάνουμε… Ὁ Κύριος ὅμως, παρ’ ὅλα αὐτά, ἐξ­ακολουθεῖ νὰ φωνάζῃ διὰ μέσου τῶν αἰώνων· «Πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν»!
Δυστυχής, ἀγαπητοί μου, ὅποιος τρέφει στὴν καρ­διά του μῖσος – ἔχθρα. Ὅλοι ἡσυχάζουν, αὐτὸς δὲν κοιμᾶται. Σκέπτεται τὴν ἐκ­δίκησι. Εἶνε αὐτὸ πάθος ἀβυσσαλέο· οὔτε Δάν­της οὔτε Σαίξπηρ μποροῦν νὰ τὸ περιγράψουν. Αὐτὸς ποὺ ἔχει τὸ μῖσος μοιάζει μὲ τὴν καμή­λα, ποὺ ἂν κάποιος τὴν κεντήσῃ δὲν τὸ λησμονεῖ· καὶ μετὰ ἀπὸ χρόνια μπορεῖ νὰ τὸν ἐκδικηθῇ. Ὁ παπᾶς ἑνὸς χωριοῦ μοῦ ἔλεγε, ὅ­τι πάλεψε νὰ πείσῃ ἕνα γέροντα 85 ἐτῶν νὰ ἐξομολογηθῇ· αὐτὸς εἶχε μῖσος ἄσπον­δο μ’ ἕ­να γείτονά του, δὲ δεχόταν νὰ τὸν συγχω­ρή­σῃ· καὶ δυστυχῶς πέθανε ἀμετανόητος. Κάπο­τε στὸν Ἀτλαντικὸ ὠκεανὸ ταξίδευε ἕ­να καράβι. Ἔπεσε σὲ τρικυμία κι ἀπὸ ὥρα σὲ ὥ­ρα θὰ βυθιζόταν. Μεταξὺ τῶν ἐπιβατῶν ἦ­ταν καὶ δύο θανάσιμοι ἐχθροί, ὁ ἕνας στὴν πλώρη κι ὁ ἄλλος στὴν πρύμη. Καὶ ὁ ἕνας ἀπ’ αὐ­τοὺς τί ἔκανε· ἀνέβηκε πάνω στὸ κατάρτι – γιατί νομίζετε; Ἤθελε, προτοῦ νὰ πνιγῇ, νὰ δῇ νὰ πνίγεται ὁ ἐχθρός του! Τέτοιο πάθος.
«Πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν», λέει ὁ Χριστός. Καὶ ὄχι μόνο μὲ λόγια ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ παράδειγμά του μᾶς διδάσκει ν’ ἀγαποῦ­με. Ποιός ἄλλος, ἀγαπητοί μου, ἀδικήθηκε περισ­σότερο ἀπὸ τὸ Χριστό; Ἐμεῖς, καὶ ἂν κάτι παθαίνουμε, νὰ λέμε σὰν τὸ λῃστή· «Ἄξια ὧν ἐ­πράξαμεν ἀπολαμβάνομεν» (Λουκ. 23,41). Ἀλλὰ ἐκεῖ­νος ὑπῆρξε ὁ ἀναμάρτητος· ὄχι μόνο δὲν ἔκα­νε ποτέ κακὸ σὲ κανένα, ἀλλὰ καὶ «διῆλ­θεν εὐεργε­τῶν» (Πράξ. 10,38). Καὶ ὅμως πόσα δὲν ὑ­πέμεινε! Στὸ θάνατο ξεπέρασε τὸ Σωκράτη καὶ κάθε ἄλλον. Μέσα στὴν ὀδύνη τοῦ σταυροῦ, ἀπὸ τὰ χείλη του βγῆκε ὄχι κατάρα καὶ ὕ­βρις, ἀλλὰ λόγια ποὺ δὲν ὑπάρχει ζυγαριὰ νὰ τὰ ζυγίσουμε· «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴ­δασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. 23,34). Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Κύριός μας δίδει τέτοιο παράδειγμα, θὰ εἴμεθα ἀνάξια παιδιά του ἐὰν δὲν ἀκολουθήσουμε τὰ ἴχνη του. Ἀκούω ὅμως τὴν ἀντίρρησι·
―Ὁ Χριστὸς συγχώρησε τοὺς σταυρωτάς, γιατὶ σὰν Θεὸς εἶχε τὴ δύναμι. Ἐγὼ δὲ μπορῶ.
Ἔτσι λές; Λοιπὸν σοῦ ἀπαντῶ. Ὁ Χριστὸς ἔ­δωσε δύναμι καὶ σὲ κάθε ἄνθρωπο νὰ βαδί­σῃ στὰ ἴχνη του. Ἄνοιξε, ἀγαπητέ, τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τοὺς βίους τῶν ἁγίων. Βλέπεις ἐκεῖ ἕνα Παῦλο, ἐνῷ οἱ Ἑβραῖοι τὸν μισοῦ­σαν, νὰ παρακαλῇ· Θεέ μου, σῶσε τοὺς συμ­­­πα­τρι­ῶ­τες μου (βλ. ῾Ρωμ. 9,1-3). Βλέπεις ἕνα Στέφανο, κάτω ἀπὸ βροχὴ λίθων, νὰ λέῃ γονατιστός· «Κύ­ριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην» (Πράξ. 7,60). Βλέπεις τὸν ἅγιο Διονύσιο τῆς Ζακύνθου νὰ νικᾷ τὸ πάθος, νὰ συγχωρῇ καὶ νὰ καλύπτῃ τὸν φονέα τοῦ ἀδερφοῦ του. Μὰ ἡ ἀντίρρησις ἐξακολουθεῖ.
―Αὐτὰ «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ»· τώρα γίνονται;
Θέλεις ἕνα παράδειγμα ἀπὸ τὴ δική μας ἱ­στορία; Μιὰ ἡρωϊκὴ μορφὴ τοῦ ἀγῶνος τῆς πα­λιγγενεσίας μας εἶνε ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ, ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Τὸ 1824 στὴν Πελοπόννησο ἔγινε ἐμφύλιος σπαραγμός – ἡ κα­τάρα τοῦ ἔθνους μας. Οἱ Ἕλληνες, ῾Ρουμελιῶτες καὶ Μανιᾶτες, χωρίστηκαν, καὶ ἕνα βόλι σκοτώνει τὸν Πᾶνο, τὸν ἀγαπημένο γυιὸ τοῦ Κολοκοτρώνη. Σπλαγχνικὸς πατέρας ὁ Γέρος, ἔ­κλαψε τὸ παιδί του καὶ τὸ ἔθαψε. Ἀ­φοῦ πέρα­σαν ἕνα-δυὸ χρόνια, ἔμαθε ποιός ἔρ­ριξε τὸ βόλι. Σφίγγει τὴν καρδιὰ καὶ πάει νὰ τὸ βρῇ νὰ συμφιλιωθοῦν. Ἐκεῖνος τρομοκρα­τήθηκε. Ὁ Κολοκοτρώνεις τὸν παίρνει καὶ ποῦ τὸν πάει· στὸ σπίτι, στὴ μάνα του. Ἐκείνη θύμωσε. ―Παιδί μου, λέει, τὸ φονιᾶ τοῦ παιδιοῦ σου μοῦ ᾽φερες ἐδῶ μέσα; ―Σώπα μάνα, τῆς ἀπαντᾷ· αὐτὸ σήμερα εἶνε τὸ καλύτερο μνημόσυνο τοῦ παιδιοῦ. Καὶ τοῦ ἔκανε τὸ τραπέζι. Ὤ ὕψος ἀρετῆς!
Ἐὰν καὶ πάλι κάποιος ἐπιμένῃ καὶ λέῃ «Τὸ 1800 ἦταν παλιά· μετά, στὰ νεώτερα χρόνια;», ἔ τότε τὸν παραπέμπω σ᾽ ἐκείνους ποὺ εἶχαν τὴν τιμὴ καὶ τὸ κουράγιο ν’ ἀνεβοῦν στὰ ψηλὰ βουνὰ τῆς Ἀλβανίας καὶ συνετέλεσαν νὰ γρα­φῇ τὸ ἔπος τοῦ ᾽40. Αὐτοὶ πολέμησαν γενναιότατα. Δὲν εἶχαν ὅμως μῖσος. Πάνω στὰ βουνά, ὅταν ἔπιαναν αἰχμαλώτους, τότε ―τὸ εἶ­δα μὲ τὰ μάτια μου―, ἐνῷ οἱ Ἰταλοὶ ἔτρεμαν, οἱ Ἕλληνες τοὺς μοίραζαν κουραμάνα καὶ τοὺς ἔδιναν φάρμακα. Ἐκεῖνοι, βλέπον­τας τέ­­τοια ἀγάπη, ἀποροῦσαν· Αὐτὴ εἶνε ἡ Ἑλλάδα; Θὰ τρελλαθοῦμε!… Ἕνας Ἰταλὸς ἀξιωμα­τικός, μετὰ τὸν πόλεμο, ἦρθε στὴ Θεσσαλία, ζήτησε καὶ βρῆκε τὸ σπίτι τοῦ Ἕλληνος στρατιώτου ποὺ τὸν εἶχε φιλοξενήσει τότε. Ὅταν ὁ Ἰταλὸς ἔμαθε ὅτι πατέρας ἔχει πλέον πεθά­νει, πλησίασε τὸ παιδί του καὶ τὸ ἀσπάστηκε
.

* * *

Αὐτὴ εἶνε ἡ πατρίδα μας. Γενναία, μὲ πλατειὰ καρδιά, ἀκολουθεῖ τὸν Ἐσταυρωμένο. Ἂν λοι­πὸν σοῦ φαίνεται δύσκολο ν᾽ ἀ­­κολουθήσῃς τὰ ἴ­χνη τοῦ Ναζωραίου, ἔχεις παραδείγματα ἀποστόλων καὶ ἁγίων, παραδείγματα τῆς ἱστο­ρί­ας μας, παραδείγματα σύγχρονα. Ἀγωνίζου.
Ἂς βγάλουμε, ἀγαπητοί μου, ἀπὸ μέσα μας τὸν καρκίνο τοῦ μίσους. Ἂς ἀγαπήσουμε. Ἡ ἀ­γάπη εἶνε θεῖο πρᾶγμα. Ἂς ἀγαπήσουμε τὸν τό­πο μας, τὰ λου­λούδια, τὰ δέντρα, τὶς λίμνες, τὰ ποτάμια, τὸν καθαρό μας οὐρανό. Ἂς ἀ­γαπήσουμε ὅ,τι ὡραῖο ὑπάρχει στὸν κόσμο. Ἂς ἀ­γαπήσουμε τὴ μάνα μας, τὸν πατέρα μας, τὸ δά­σκαλό μας, τοὺς ἱερεῖς μας, τοὺς ἀξιωματι­­κούς μας, τοὺς στρατιῶτες μας, τοὺς ἄρ­χον­τές μας. Ἀγάπη πλατειά, πολὺ πλατειά. Ἂς ἀγαπήσουμε μὲ τὴν καρδιά μας καὶ τοὺς ἐ­χθρούς μας ἀκόμα. Τότε θὰ εἴμεθα μιμηταὶ τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀντάξια παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Θωμᾶ 1-10-72 Κυψέλης Ἀθηνῶν)

ΠΕΡΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Σεπ 17th, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωσιν (Μᾶρκ. 8,34 – 9,1)

ΠΕΡΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

  • «Τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυ­χὴν αὐτοῦ;
  • ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» (Μᾶρκ. 8,36-37)

____________

_______

ΕΩΡΤΑΣΑΜΕ, ἀγαπητοί μου, τὴ μεγάλη ἑ­ορτὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ τιμίου Σταυροῦ. Καὶ σήμερα, Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωσι, διαβάζεται ἕνα εὐαγγέλιο σπουδαιότατο. Μέσα σ’ αὐτὸ ὑπάρχει ἕ­να ῥητό, ποὺ καὶ μόνο αὐτὸ φτάνει γιὰ νὰ σωθῇ κανείς· τέτοια δύναμι ἔ­χει. Ὅποιος τὸ ἐν­νοή­σῃ βαθειά, μαθαίνει τὴν ἀξία τῆς ψυχῆς του καὶ ποιός εἶνε ὁ προορισμός του.
Ποιό εἶνε τὸ ῥητό; Θὰ τὸ πῶ. Ἀλλὰ θὰ τὸ προσέξῃ κανείς; Τὸ ῥητὸ αὐτὸ λέει· «Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅ­λον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» (Μᾶρκ. 8,36-37). Περὶ ψυχῆς ὁμιλεῖ τὸ εὐ­αγγέλιο σήμερα. Περὶ ψυχῆς λοιπὸν θὰ μιλήσουμε κ’ ἐμεῖς ὅσο μποροῦμε ἁπλούστερα.

* * *

―Περὶ ψυχῆς; Ἄκου ἐκεῖ! Τώρα ποὺ προώ­­δευσε ἡ ἐπιστήμη καὶ φτάσαμε στὰ ἄστρα, ἐ­σὺ μᾶς λὲς παραμύθια; Τί ψυχὴ καὶ Θεός; Τώρα καὶ στὰ σχολειὰ διδάσκουν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν διαφέρει ἀπὸ τὸ ζῷο· ὅ­πως ψο­φάει τὸ ζῷο, ἔτσι τελειώνει κι ὁ ἄνθρωπος…
Αὐτὰ λένε τώρα. Δὲν εἴ­μα­στε πιὰ στὰ χρόνια ποὺ οἱ πρόγονοί μας, λόγου χάριν στὸν ἀ­λη­σμόνητο Πόντο, στὶς εὐχές τους ἔλεγαν «Κα­λὴ ψυχή, κα­λὸ πα­ράδεισο». Πᾶνε τώρα αὐτά. Τί ἔχουμε λοι­πὸν ν’ ἀπαντήσουμε σ᾽ αὐτούς;
Ἀπαντοῦμε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶνε διπλός, ὁ­ρατὸς καὶ ἀόρατος. Καὶ ὁρατὸς μὲν εἶνε ὡς πρὸς τὸ σῶμα. Τὸ σῶμα μας εἶνε ὑλικό. Εἶνε φτεια­γμένο ἀπὸ ὑλικὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως. Ἀπὸ αὐ­τὰ πῆρε ὁ Θεὸς καὶ τὸ δημιούργησε, σὰν ἕνα ἔ­ξοχο ἄγαλμα. Ἂν ἕνα σῶμα βάρους 65 κιλῶν τὸ πᾷς σ’ ἕνα χημεῖο καὶ τὸ ἀναλύ­σῃς, θὰ βρῇς ὅτι τὸ περισσότερο, τὰ 45 κιλά, εἶνε νε­ρό. Τὸ ἄλ­λο τί εἶνε; Εἶνε λῖπος, εἶνε ἄν­θρακας, εἶνε φωσ­φόρος, εἶνε μαγνήσιο, εἶ­νε ἀ­­σβέστιο, εἶνε καὶ λίγος σίδηρος. Αὐτὰ τὰ ὑλι­κὰ πῆρε ὁ Θεὸς καί, σὲ κατάλληλη ἀναλογία, ὅπως ὁ ζαχαροπλάστης κάνει ἕνα γλύκυσμα ἢ ἡ γυναίκα ζυμώνει στὴ σκά­φη καὶ κάνει ψωμί, ἔτσι ὁ μεγαλοδύναμος τὰ ζύμωσε καὶ δημιούργησε τὸ σῶμα ποὺ βλέπουμε. Ἀλλὰ τὸ σῶμα αὐτὸ εἶνε φθαρτό. Μὲ τὸ πέ­ρασμα τῶν ἐτῶν καταρρέει. Κάποτε ἔρχεται ἡ φοβερὰ ὥρα τοῦ θανάτου, καὶ τότε τὸ σῶ­μα θάβεται μέσα στὴ γῆ καὶ ὁ ἱε­ρεὺς λέει «Γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» (Γέν. 3,19).
Ὁρατὸ εἶνε τὸ σῶμα. Κανείς δὲν ἀμφιβάλλει ὅτι ὑπάρχει. Τὸ βλέπουμε, τὸ ἀγγίζουμε, τὸ ζοῦμε, τὸ χρησιμοποιοῦμε. Ἐὰν ὅ­μως παραδέχεσαι ὅτι ὑπάρχει σῶμα, πολὺ πε­ρισσότερο νὰ παραδέχεσαι ὅτι ὑπάρχει ψυχή.
―Μά, θὰ πῇς, τὸ σῶμα τὸ βλέπω, τὴν ψυχὴ δὲν τὴ βλέπω.
Ναί, ἡ ψυχὴ εἶνε ὁ ἀόρατος ἄνθρωπος. Αὐ­τὸ ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει. Πολ­λὰ πράγματα εἶνε ἀόρατα, ἀλλ’ ὑ­πάρχουν. Βλέπεις τὸν ἀέρα; Ὄχι. Τὸν αἰ­σθάνεσαι ὅμως· φυ­σάει, ξεῤῥιζώνει δέν­τρα, κάνει τρικυμία στὴ θάλασσα. Βλέπεις τὸν ἠλεκτρισμό; Ὄχι. Καὶ ὅ­μως δὲν πλησιάζεις τὸ σύρμα· ξέρεις ὅτι, ἂν τὸ ἀγγίξῃς, κά­ηκες. Ὅπως λοιπὸν ὁ ἠλεκτρισμὸς καὶ ὁ ἀέρας ὑπάρχουν, ἂν καὶ δὲν τοὺς βλέπεις, ἔτσι καὶ ἡ ψυχή· ὑπάρχει, καὶ ἡ ὕπαρξί της φανερώνεται ἀπὸ τὶς ἐνέργειές της. Ποιές ἐνέργειες ἔχει; Δύο – τρεῖς θὰ σᾶς πῶ.
Ἐκεῖνο ποὺ ἀποδεικνύει ὅτι ὑπάρχει ψυχὴ εἶνε πρῶτα-πρῶτα ἡ σκέψι μας. Ἡ σκέψι δὲν ζυγίζεται. Τὸ κορμὶ ἔχει βάρος, ἡ σκέψι δὲν ἔ­χει· εἶνε μέσα στὸ μυαλό. Εἶνε ὅμως πρα­­γμα­τική. Καὶ βλέπεις· εἶσαι ἐδῶ, καὶ μὲ τὴ σκέψι σου πετᾷς σὰν πύραυλος καὶ βρίσκεσαι στὴν Αὐστραλία ποὺ εἶνε ὁ συγγενής σου, στὴ Γερ­μανία ποὺ εἶνε ὁ φίλος σου, στὸ Βόρειο Πόλο, παντοῦ· φτάνεις στὰ οὐράνια, ἀγγίζεις τὰ ἄ­στρα τοῦ οὐρανοῦ μὲ τὴ σκέψι. Δὲν ὑπάρχει ταχύτερο μέσο. Ἡ σκέψι λοιπὸν ἀποδεικνύει, ὅτι μέσα μας ὑπάρχει κάτι τὸ ἀθάνατο. Καὶ μό­νο αὐτὴ φτάνει ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ὑπάρχει ψυχή.
Ἀλλὰ δὲν εἶνε μόνο ἡ σκέψι. Ὑπάρχει καὶ κά­τι ἄλλο μέσα μας ἐξ ἴσου πραγματικό. Ὁ ἄν­θρωπος ἔχει καὶ αἴσθημα. Θέλετε νὰ τὸ δῆτε; Νά· κάθεται κάποιος στὸ τραπέζι. Κ’ ἐνῷ ἔ­χει μπροστά του τὰ καλύτερα φαγητά, δὲν τ᾽ ἀγ­γίζει. Γιατί; Ἔφτασε τὴν ὥρα αὐτὴ ἕνα τηλε­γρά­φημα, ποὺ λέει ὅτι πέθανε ὁ πατέρας του. Αὐτὸ τοῦ ἔκοψε τὴν ὄρεξι· ἔχει αἴσθημα λύπης. Τί δείχνει αὐτό; Ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὸ σῶμα, ποὺ ἀ­ρέσκεται στὸ ὡραῖο φαγητό, ὑπάρχει καὶ κάτι ἄλλο διαφορετικό· αὐτὸ εἶνε ἡ ψυχή, ποὺ ἀ­διαφορεῖ γιὰ φαγητά. Ἡ σκέψι λοιπὸν καὶ τὸ αἴ­­σθη­μα ἀποδεικνύουν, ὅτι ὑπάρχει κ’ ἕνα ἄλ­λο ἀνώτερο καὶ πνευματικὸ συστατικό, ἡ ψυχή.
Μιὰ ἄλλη ἐπίσης ἐνέργεια εἶνε ἡ θέλησις. Νά· ἕνα πλοῖο μὲ χίλιους ἐπιβάτες ναυαγεῖ ξα­φνι­κὰ στὸν ὠκεανό. «Στὶς βάρκες!» διατάζει ὁ πλοίαρχος, καὶ μπαίνουν ὅλοι καὶ σῴζονται. Ἕ­­νας μόνο δὲν μπαίνει· ὁ ἴδιος ὁ καπετάνιος. Μένει στὸ πλοῖο. Κ’ ἐνῷ σῴζει τοὺς ἄλ­λους, ὁ ἴδιος μένει ἐκεῖ, στὴ γέφυρα, καὶ βυθί­ζεται μα­ζὶ μὲ τὸ πλοῖο! Ποιά εἶν’ αὐτὴ ἡ δύναμι, ποὺ τοῦ λέει «Κόντρα μὲ τὸ συμφέρον, κόν­­τρα μὲ τὸ ἔνστικτο τοῦ σώματος!»; Ἡ θέλησι τῆς ψυχῆς. Ἂν ἦταν ζῷο, θά ᾽κανε ἀλλιῶς· εἶνε ἄν­­θρωπος, κι ἀκούει μιὰ φωνὴ νὰ τοῦ λέῃ· Θὰ μείνῃς στὸ καθῆκον, κι ἂς πεθάνῃς. Αὐτὴ λέει καὶ στὸ γιατρό· Θὰ κάνῃς τὸ χρέος σου. Αὐτὴ λέει καὶ στὸ νοσοκόμο· Θὰ ἐκτελέσῃς στὸ λειτούρ­γημά σου. Αὐ­τὴ λέει καὶ στὸν ἱερέα· Θὰ μεί­νῃς στὴν ἀπο­στολή σου. Αὐτὴ λέει στὸν κάθε Χριστιανό· Μεῖνε πιστὸς μέχρι τέλους. Διάβαζα τὴν ἑξῆς ἱστορία. Στὸν Πόντο ἕνας Τοῦρκος κυνηγοῦ­σε μὲ μαχαίρι ἕνα Χριστιανό. Τὸν ἔπιασε καὶ τὸν ἀ­πειλοῦσε· Θὰ σὲ σφάξω· μόνο ἂν βλαστημή­σῃς τὸ Χριστὸ καὶ πατήσῃς τὸ σταυρὸ θὰ σ᾽ ἀ­­φήσω!… Μὰ αὐτὸς δὲν δείλιασε· προτίμησε τὸ θάνατο γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.
Τί δείχνουν αὐτά, ἡ σκέψι, τὸ αἴσθημα, ἡ δύ­ναμι τῆς θελήσεως, ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσε­ως; Ὅτι ὑπάρχει μέσα μας κάτι ἀθάνατο καὶ αἰώνιο, καὶ αὐτὸ ὀνομάζεται ψυχή. Ὑπάρχει ψυχή· τὸ μαρτυρεῖ ἡ σύστασί μας, ἡ αἴσθησι τῆς καρ­διᾶς μας. Ὑπάρχει ψυχή· τὸ μαρτυροῦν οἱ μάρ­τυ­ρες καὶ οἱ ἅγιοι, ποὺ θυσίασαν τὴ ζωή τους χάριν τῆς πίστεώς μας. Ὑπάρχει ψυχή· τὸ λένε μεγάλοι ἐπιστήμονες ποὺ ἔκαναν ἀνα­καλύψεις, ὄχι κάτι γιατρουδά­κια καὶ φοιτηταὶ ποὺ δὲν ξέρουν νὰ γράψουν τ’ ὄνομά τους. Ὑ­πάρχει ψυ­χή· τὸ φωνάζουν μεγάλοι φιλόσοφοι, ὅπως οἱ δικοί μας Σωκράτης, Πλάτων, Ἀριστοτέλης, κ.ἄ..
Ὑπάρχει ψυχή – δὲ σᾶς εἶ­πα τίποτα μέχρι τώρα. Κι ἂν ὅλες αὐτὲς οἱ μαρτυρίες ἔλειπαν, φτάνει μόνο μία. Ποιά εἶνε ἡ μαρτυρία αὐτή; Εἶνε ἡ μαρτυρία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός μας βεβαιώνει, ὅτι ὑπάρχει ψυχή. Καὶ μπορεῖ ὅ­λοι νὰ λένε ψέματα, ἀλλ’ αὐτὸς ποτέ. Πιστεύ­εις στὸ Χριστό; Ἐκεῖνος λέει σήμερα· «Τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;». Ὅπως ἔλεγε ἕνας ἱεροκήρυκας, φανταστῆ­τε μιὰ ζυγαριὰ κρεμασμένη πάνω ἀπὸ τὰ ἄστρα. Στὸν ἕνα δίσκο βάλτε ὅ,τι πολύτιμο ἔχει ὁ κόσμος· χρυσάφια, ἀσήμια, μαργαριτάρια… Καὶ στὸν ἄλλο δίσκο βάλτε – τί; Μιὰ ψυχή. Τὴν ψυ­χὴ ὄχι ἑνὸς βασιλιᾶ ἢ κυβερνήτου, ἀλλὰ τὴν ψυχὴ ἑνὸς φτωχοῦ, τοῦ πιὸ φτωχοῦ ζητιάνου. Ἔ, μόλις ἡ ψυχὴ ἀγγίξῃ μὲ τὰ φτερά της τὸ δίσκο, ἡ ζυγαριὰ θὰ κλίνῃ πρὸς τὸ μέρος της. Τέτοια ἀξία ἔχει ἡ ψυχή.

* * *

Ὁ κόσμος, ἀγαπητοί μου, δυστυχῶς φρον­τί­ζει μόνο γιὰ τὸ σῶμα· τρέχει σὲ γιατρούς, ξοδεύει περιουσίες γιὰ τὴν ὑγεία. Δὲ λέω, πρέ­πει νὰ ἐνδιαφερώμαστε γιὰ τὸ σῶ­μα· κι αὐ­τὸ τοῦ Θεοῦ εἶνε. Ἀλλὰ παραπάνω ἀπὸ τὸ σῶμα εἶνε ἡ ψυχή. Γιὰ τὴν ψυχή; Ἀ­διαφορία! Ὅπως ἐνδιαφέρεσαι γιὰ τὸ σῶμα, ἔτσι κι ἀκόμα περισ­σότερο γιὰ τὴν ψυχή. Γιατὶ μία καὶ μονάκρι­βη τὴν ἔχουμε, ἀλλοίμονό μας ἂν τὴ χάσουμε· θά ᾽νε μεγάλη ἡ εὐθύνη. Τὰ πιστεύετε αὐτά; εἶστε Χριστιανοί· δὲν τὰ πιστεύετε; δὲν εἶστε.
Μεγάλο, πολὺ μεγάλο πρᾶγμα ἡ ψυχή. Εἶνε ἀθάνατος καὶ αἰ­ωνία. Αὐτὴ δίνει ἀξία στὸν ἄν­θρωπο. Γι’ αὐτὸ νὰ τὴ φροντίζουμε. Ἦρθε Κυρι­ακή, χτυπᾷ ἡ καμπάνα; τρέξε στὴ λειτουργία ν’ ἀκούσῃς ἐκεῖ, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε «ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν» (εὐχ. κεφαλοκλ.). Ἦρθε τεσσαρακοστή; τρέξε νὰ κα­θαρί­σῃς τὴν ψυχὴ μὲ τὴν ἐξομολόγησι. Κι ὅπως τρέφεις τὸ σῶμα, τάϊζε καὶ τὴν ψυχὴ μὲ τὰ ἱε­ρὰ μυστήρια καὶ μὲ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Ποτέ μὴ λησμονεῖς ὅτι ὅλα εἶνε ματαιότης· ἕ­να μένει, ἡ ψυχή. Ὅσο εἶσαι βέβαιος ὅτι ὑπάρ­χει σῶμα, τόσο νὰ εἶσαι βέβαιος ὅτι ὑπάρχει ψυχὴ κι ὅτι μιὰ μέρα θὰ λογοδοτήσουμε γι’ αὐτήν.
Κρατῆστε τὴν πίστι τῶν πατέρων μας. Πιστεύ­ετε ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶνε μόνο ὑλικὸ ὄν, σάρκα· ἔχει καὶ ψυχὴ ἀθάνατη. Μὴ ξεχνᾶτε ποτέ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας «Τί δώσει ἄν­θρω­πος ἀν­τάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;». Καὶ εἴθε νὰ μᾶς ἀ­ξι­ώσῃ ὅλους ὁ Θεός, ὅταν ἔλθῃ τὸ τέλος, νὰ ποῦ­­με κ’ ἐμεῖς ὅπως ὁ λῃστής· «Μνήσθη­τί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42)
.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναὸ της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στο  Ἀντιγόνου – Ἀμυνταίου 17-9-1989)

____________

ΣΤΑ ΡΟΥΜΑΝΙΚΑ

________

MITROPOLITUL AUGUSTIN DE FLORINA:

PREDICĂ LA DUMINICA DUPĂ ÎNĂLŢAREA SFINTEI CRUCI

(Marcu 8, 34 – 9, 1)

„SĂ SE LEPEDE DE SINE”

„Cine vrea să vină după Mine, să se lepede de sine…

ortodoxieortodoxieToţi, iubiţii mei, toţi ne numim creştini. Dar ne întrebăm: suntem într-adevăr creştini? Ca să fie cineva creştin, trebuie să asculte şi să facă tot ce zice Hristos. Desăvârşita ascultare faţă de Hristos, ascultare faţă de toate câte porunceşte, este semnul de recunoaştere a unui creştin adevărat. Şi ce porunceşte Hristos? O vedem în Evanghelia de astăzi. Zice Hristos: „Cine vrea să vină după Mine, să se lepede pe sine, să-şi ia crucea sa şi să-Mi urmeze Mie!”.

Auziţi ce zice? Înţelesul cuvintelor Lui este:Vrei, omule, să-Mi urmezi, să vii după Mine, să fii omul Meu şi ucenicul Meu? Te chem lângă Mine, dar nu te forţez. Înaintea ta sunt două drumuri. Unul este drumul satanei, care la început pare uşor şi mulţumitor, dar la sfârşit este prăpastie, distrugere, iad.Celălalt drum este al Meu. Este drumul care pare îngust şi dificil. Drum anevoios şi obositor, drum presărat cu spini, cu multe piedici şi ispite, drum care seamănă cu drumul Golgotei. Dar acest drum, drumul credinţei şi al virtuţii, este binecuvântat, şi la sfârşitul drumului este viaţa veşnică. O, omule! Aceste două drumuri stau înaintea ta.Alege unul din două. Eşti liber. Dar din clipa în care vei alege şi te vei hotărî să urmezi drumul Meu – zice Hristos – , trebuie să împlineşti trei condiţii. Şi care sunt, Hristoase, condiţiile cu care Mă primeşti?

Şi Domnul, Domnul cel răstignit, de pe înălţimea Crucii răspunde fiecăruia care urmăreşte mântuirea sa: Condiţiile sunt trei: „Să se lepede de sine” este prima condiţie. „Să-şi ia crucea sa” este a doua condiţie. Şi„să-Mi urmeze Mie” este a treia condiţie.

Trei condiţii! Nu te teme auzindu-le. Împlineşte-le şi vei afla pace şi odihnă.

Dar ce înseamnă cele trei condiţii pe care le cere Hristos? Lăsând la o parte cea de-a doua şi cea de-a treia condiţie, în această scurtă predică vom vorbi despre prima: lepădarea de noi înşine.

„Cine voieşte să vină după Mine, să se lepede de sine…”.

Ce înseamnă „să se lepede de sine”? Să se lepede cineva de sinele său, de propriul eu, adică să-şi urască sinele. Să-mi urăsc sinele? Auzind oamenii această condiţie se miră şi întreabă: Cum, Hristos, care ne-a poruncit să ne iubim „aproapele ca pe noi înşine”, zice acum să ne urâm pe noi înşine? Să urăşti şi să iubeşti nu sunt două lucruri potrivnice? Cum se împacă? Vă rog să luaţi aminte.

Fiecare om, precum de multe ori o zicem, este suprema făptură a lui Dumnezeu. Simte în el însuşi că, chiar dacă seamănă cu alţi oameni în punctele de recunoaştere comune firii lui, trupeşte şi sufleteşte, totuşi fiecare om are ceva deosebit care îl distinge de toţi ceilalţi oameni. Precum frunzele care sunt în acelaşi copac sunt asemănătoare, dar, după cum zic naturaliştii, fiecare frunză are ceva diferit de celelalte frunze, aşa şi omul, între milioanele şi zecile de milioane de oameni, ca persoană are ceva deosebit, constituie o personalitate deosebită. Este unic şi irepetabil. El şi numai el cu această personalitate a sa distinctă apare pe pământ o singură dată.

Pentru ca omul să dăinuiască, să trăiască şi să progreseze are în interiorul său viu instinctul vieţii. Fiecare om îşi iubeşte sinele, se iubeşte pe sine. Îi este foame? Se va îngriji să găsească mâncare. Îi este sete? Va alerga la izvoare. Îi este frig? Se va îngriji pentru încălzirea sa. Este bolnav? Îşi va căuta medicamentul. Fiecare om nu se lasă pe el însuşi, sinele său, flămând, însetat, gol, bolnav.

Iubirea faţă de noi înşine este sădită în noi. A sădit-o Dumnezeu în fiecare om. Şi graţie acestei iubiri trăieşte şi există omul. Şi doar atunci când din diferite pricini, şi în principal din cauza necredinţei, îşi pierde această iubire a sa faţă de sine, atunci acest om deznădăjduit se sinucide. Cei care se sinucid îşi urăsc sinele şi cu mânie doboară copacul vieţii pe care l-a sădit Dumnezeu.

Când Hristos zice „să se lepede de sine”, nu înţelege să ne urâm sinele, care este creaţia lui Dumnezeu şi trebuie să luăm aminte la el şi să îl îngrijim, ci înţelege altceva. Omul nu mai este cel curat, cel nevinovat, cel fără viclenie. În sufletul omului, după căderea celor întâi zidiţi, a intrat păcatul, atracţia şi înclinarea spre rău. O, păcatul! Groaznic microb. Acest păcat l-a întinat şi l-a stricat pe om. A stricat şi iubirea faţă de noi înşine, care înainte de căderea celor întâi zidiţi, era o iubire curată, firească. Dar prin păcat iubirea aceasta ca un râu năvalnic a ieşit hotarele lui şi a pricinuit şi pricinuieşte mari catastrofe. Iubirea a devenit egocentrică, sălbatică. Patimile stăpâneau. Totul pentru noi înşine, pentru sinele nostru, nimic pentru alţii, să flămânzească, să înseteze, să fie goi, să fie expuşi la mii de primejdii şi nevoi. Pironul omului egoist nu-l arde. Închis în cochilia sa ca un melc, se îngrijeşte doar de sinele său. Pe alţii îi consideră doar mijloace de exploatare pentru a-şi satisface desfrâul, iubirea de slavă şi iubirea de arginţi. Pentru ca să sugă sângele lor.

Această iubire, care iese din limitele ei fireşti şi întâlneşte răutatea şi patima, iubirea de plăceri, iubirea de slavă şi iubirea de arginţi, această iubire nu merită să se numească iubire, n-are nicio legătură cu învăţătura şi pilda lui Hristos, care Şi-a jertfit viaţa Sa pentru mântuirea lumii. Creştinul adevărat se răstigneşte, suferă şi pătimeşte pentru aproapele său. Cel iubitor de sine şi egoist răstigneşte, îi exploatează pe alţii şi îi chinuieşte. Aşadar, nu pe omul pe care l-a plăsmuit Dumnezeu, ci omul cu răutăţile şi patimile lui, omul cel vechi, după cum îl caracterizează Apostolul Pavel, care trăieşte şi împărăţeşte în inimile noastre ale tuturor, acesta este cel de care trebuie să ne lepădăm şi pe care trebuie să-l urâm.

Câtă vreme în inima noastră trăiesc groaznicele patimi, nici pe Dumnezeu, nici pe aproapele nostru nu îl iubim şi nu merităm să ne numim ucenici şi oameni ai lui Hristos.Însă pentru a nimici răutăţile şi patimile este nevoie de o luptă dură, este nevoie înainte de toate de harul lui Hristos, care dezrădăcinează din piepturile oamenilor iubirea de sine, acest copac neroditor, şi sădeşte iubirea lui Hristos, acest copac frumos şi aducător de roadă, ale cărui rădăcini se află în stânca Golgotei.

Motto-ul nostru? Ca să trăiască iubirea lui Hristos, trebuie să moară patimile noastre, trebuie să fie biruit păcatul şi satana!

Sursa:„KIRIAKODROMION AUGUSTINIAN”

ΜΑΣ ΑΓΑΠΑΕΙ Ο ΘΕΟΣ!

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Σεπ 9th, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ πρὸ τῆς Ὑψώσεως (Ἰωάν. 3,13-17)

ΜΑΣ ΑΓΑΠΑΕΙ Ο ΘΕΟΣ!

ΚΥρ...«Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. 3,16)

Η ἁγία Γραφή, ἀγαπητοί μου, εἶνε ὁ βασιλεὺς τῶν βιβλίων. Ἀ­πὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τὸ τέλος, ὅλο τὸ περιεχόμενό της ἔχει ἀν­εκτίμητη ἀξία. Τὴν χαρακτήρισαν χρυσωρυχεῖο τοῦ Πνεύματος, ὅπου καὶ τὸ μικρότερο ἀ­κό­μα ψῆγμα εἶνε πολύτιμο. Ἄλλος πάλι τὴν ὠ­νόμασε οὐρανὸ πνευματικὸ μὲ μυριά­δες ἄ­στρα. Καὶ ὅπως στὸν οὐρανὸ μερικὰ ἀ­στέρια λάμπουν ἰδιαιτέρως, ἔτσι καὶ στὸν οὐρα­νὸ τῆς ἁγίας Γραφῆς μερικὰ ῥητὰ ξεχωρίζουν.
Ἕνα ῥητὸ τέτοιο εἶνε αὐτὸ ποὺ εἶπε σή­μερα ὁ Χριστός· «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογε­νῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀ­πόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. 3,16). Ἐπάνω στὸ ῥητὸ αὐτό, ποὺ ἐξαίρει τὴν ἀγά­πη τοῦ Θεοῦ, θὰ ποῦμε μερικὲς λέξεις.

* * *

Κάποιος βασιλιᾶς τοῦ ἀρχαίου κόσμου ρώ­τησε ἕνα σοφὸ «τί εἶνε ὁ Θεός;». Ζητῶ προθεσμία τρεῖς μέρες, εἶ­πε αὐτός, γιὰ ν’ ἀ­παντή­σω. Πέρασαν τρεῖς μέρες, παρουσιάζεται καὶ λέει· Ζη­τῶ ἄλλες τρεῖς μέρες. Πέρασαν κι αὐ­τές, καὶ πάλι λέει· Θέλω ἄλλες τρεῖς. Παραξενεύτηκε ὁ βα­σιλιᾶς. Ἄ, βασιλιᾶ, τοῦ λέει, τὸ ἐ­ρώτημα αὐτὸ δὲν εἶνε εὔκολο. Ὅσο μπορεῖ σ’ ἕνα ποτήρι νὰ χωρέσῃ ὁ ὠκεανός, ἄλλο τόσο μπορεῖ στὴ δι­άνοια τοῦ ἀν­θρώπου, καὶ τοῦ πιὸ σοφοῦ, νὰ χωρέ­σῃ τὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ.
Τί εἶνε Θεός; Στὸ ἐρώτημα αὐτό, ποὺ γιὰ τοὺς σοφοὺς τοῦ κόσμου ἔμεινε ἀναπάντητο, τὴν ἀπάντησι ἔδωσε ἡ ἁγία Γραφή. Ἀπαντᾷ μὲ τὸ στόμα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ θεολόγου· ἀπαντᾷ μὲ τρεῖς λέξεις. Διαβάστε τὶς ἐπιστολές του· ἐκεῖ θὰ δῆτε ὅτι ὁ ἀετὸς τῆς Πάτμου, αἰ­ρόμενος ὑ­πὲρ τὰ ἐγκόσμια, σὲ ὕψη ἀπροσ­πέ­λαστα τοῦ Πνεύματος, ἀπαντᾷ καὶ λέει· «Ὁ Θε­ὸς ἀγάπη ἐστίν» (Α´ Ἰωάν. 4,8), ὁ Θεὸς εἶνε ἀγάπη.
Ναί, ἀλλὰ ἔχουμε ἀποδείξεις; θὰ πῇ ὁ δύσ­πιστος. Ἀποδείξεις; Καμμία ἄλλη ἀλήθεια δὲν ἔχει τόσες ἀποδείξεις ὅσες ἡ ἀλήθεια αὐτή. Εἶνε ἀμέτρητες, σὰν τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου.
Ἀγαπᾷ ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο. Ἂν δὲν τὸν ἀ­­γαποῦσε, δὲν θὰ τὸν δημιουργοῦσε ὡς κορω­νίδα τῆς δημιουργίας του, καὶ δὲν θὰ τὸν ἐ­φωδίαζε μὲ ἀνεκτίμητες δωρεές. Τέτοια δωρεὰ εἶνε λ.χ. ἡ διάνοια. Μικρὸ δῶρο εἶνε ἡ δι­άνοια; Ἐὰν σήμερα φθάσαμε σ’ ἕνα ὕψος προ­όδου καὶ πολιτισμοῦ, αὐτὸ ὀφείλεται στὴ διά­νοια τοῦ ἀνθρώπου. Εἶνε κάτι μοναδικό, ἐξαί­ρετο, θαυμαστό. Ἐὰν ζυγίσῃς τὸν ἐγκέφαλο ἑ­νὸς πιθήκου καὶ τὸν συγκρίνῃς μὲ τὸν ἐγκέφαλο τοῦ ἀνθρώπου, δὲν ὑπάρχει μεγάλη δι­αφορὰ στὸ βάρος. Ἀλλὰ ὡς πρὸς τὴν διάνοια; Ὕψος. Κανένας πίθηκος δὲν ἔγινε μαθηματι­κὸς ἢ χημικὸς ἢ ἄλλος ἐπιστήμων· ὁ ἄνθρωπος ὅμως μὲ τὴν διάνοια ποῦ ἔφθασε! Μᾶς ἐ­φωδίασε ἀκόμη ὁ Θεὸς μὲ μνήμη καὶ φαν­τα­σία, μὲ συνείδησι καὶ ἐ­λευθερία τοῦ πνεύματος· ἀνεκ­τίμητα ἀγαθά, μὲ τὰ ὁποῖα ὁ μικρὸς ἄν­θρωπος φθάνει νὰ γί­νεται ἐπίγειος ἄγγελος.
Ἂν δὲν μᾶς ἀγαποῦσε ὁ Θεός, δὲν θὰ δημι­ουργοῦσε αὐτὴ τὴ μικρὴ σφαῖρα, ἐπάνω στὴν ὁποία βρισκόμεθα· θὰ μᾶς ἔῤῥιχνε πάνω σὲ ἄλλα ἀστέρια, ὅπου δὲν ὑπάρχουν τὰ μέσα ποὺ ἀπαιτεῖ μιὰ ὑγιεινὴ ζωή. Αὐτὴ ἡ γῆ εἶνε παλάτι. Ἕνας μεγάλος ἀστρονόμος, ποὺ ἐρεύ­νησε τὸν οὐρανό, λέει ὅτι ἡ γῆ αὐτή, ἐν συγ­κρίσει μὲ τοὺς ἄλλους πλανῆτες, εἶνε ὁ πα­ρά­δεισος τοῦ σύμπαντος. Σ’ αὐτὸ τὸν παράδεισο, ποὺ ἑτοιμάστηκε μὲ ἀγάπη καὶ σοφία καὶ παντοδυναμία, μᾶς ἔβαλε ὁ Θεός, ὅπως ἕνας πατέρας ποὺ φροντίζει νὰ ἔχῃ τὸ παιδί του τὴν πιὸ καλὴ κατοικία. Καὶ ὅπως μπαίνεις σ’ ἕ­­να παλάτι καὶ μένεις ἔκθαμβος μπροστὰ στὶς ὡραιότητες ποὺ ἔχει, ἔτσι κ’ ἐδῶ. Τί πρῶτο καὶ τί δεύτερο ν’ ἀναφέρουμε; Τὸν ἀέρα ποὺ ἀναπνέουμε, τὸ νερὸ ποὺ κυλάει στοὺς ποταμούς, τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου, τὰ λουλούδια στὴ φύσι, τοὺς καρποὺς τῶν δένδρων, τὰ στά­χυα τῶν ἀγρῶν, τὴ μέλισσα ποὺ ἑτοιμάζει γλυ­κύσματα σὰν ζαχαροπλάστης, τὰ πουλιὰ ποὺ κελαηδοῦν μὲ μουσικὴ Μπετόβεν, τὰ ἀρνάκια ποὺ παίζουν στὶς πεδιάδες;… Ὅλα αὐτά, ποὺ δὲν ὑπάρχουν σὲ ἄλλους πλανῆτες, τί εἶνε; Γι’ αὐτὸ εἶπα ὅτι, ἂν δὲν ἀγαποῦσε ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο, δὲν θὰ τὸν ἔβαζε ἐδῶ σ’ αὐτὸ τὸν παράδεισο. Μᾶς ἀγαπάει ὁ Θεός. Μιὰ σταγό­να νεροῦ ἀγάπη Θεοῦ εἶνε. Ἕνα ποτήρι νερὸ ποὺ πίνεις, ἕνα ψῆγμα χρυσοῦ ποὺ βρίσκεις, ἡ αὔρα, ὁ φλοῖσβος τῆς θαλάσσης, ὅ­λα, ἀγά­πη Θεοῦ εἶνε. Ἐπάνω σὲ ὅλα ―δὲν τὸ βλέ­πεις;― εἶνε γραμμένο· «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν».
Δὲν σᾶς εἶπα ὅμως ἀκόμα τίποτα. Τώρα ἐρ­χόμεθα στὸ μεγάλο δεῖγμα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἂν αὐτὸ δὲν τὸ καταλαβαίνουμε, δὲν εἴμαστε Χριστιανοί. Ὅλα ὅσα ἀνέφερα μέ­­χρι ἐδῶ, τὰ βλέπουμε. Χιλιάδες εἶνε οἱ ἀποδεί­ξεις ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπᾷ· ποιά εἶνε ὅμως ἡ πιὸ μεγάλη ἀπ᾿ ὅλες; Θεέ μου, φώτισε τὸ νοῦ μου καὶ τὸ νοῦ τῶν ἀκροατῶν μου, νὰ τὸ καταλά­βουμε. Ἡ μεγαλυτέρα ἀπόδειξις τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ εἶνε ὁ σταυρὸς τοῦ Κυρίου, τοῦ ὁ­ποίου τὸ μεγαλεῖο ἐγκωμιάζει σήμερα μὲ ἔξαρ­σι ὁ ἀπόστολος Παῦλος (βλ. Γαλ. 6,11-18, ἰδίως στ. 14).
Τὸ ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὰ ὕψη καὶ τὶς ἁ­ψῖδες τοῦ οὐρανοῦ κατέβηκε ἐδῶ στὴ γῆ ―δὲν εἶνε ψέμα, εἶνε ἀλήθεια― καὶ ἔγινε Υἱὸς ἀν­θρώπου· τὸ ὅτι ἔλαβε σάρκα ἀπὸ τὰ πάναγνα αἵματα τῆς ἀειπαρθένου Μαρίας· τὸ ὅτι ἀνεκλίθη ἐν μέσῳ ζῴων· τὸ ὅτι ἔζησε ὡς πτωχός, πτωχότατος· τὸ ὅτι ἐπὶ μία τριετία δὲν ἀναπαύθηκε, ἀλλὰ ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριὸ κι ἀπὸ βουνὸ σὲ βουνὸ περιώδευσε τὴ ἁγία γῆ· τὸ ὅτι δικάσθηκε ἀπὸ ἄνομα δικαστήρια· τὸ ὅτι σταυρώθηκε ἐν μέσῳ κακούργων· τὸ ὅτι ἐξέ­πνευσε ἐπὶ τοῦ σταυροῦ· ὅλα αὐτὰ εἶνε ἀγά­πη, ἡ μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρω­πο. Ἔτσι πάνω στὸ σταυρό, ὄχι μὲ μελάνι, ἀλλὰ μὲ τὸ τίμιο αἷμα του, ἔγραψε τὴν ἀλήθεια αὐτή. Ὅ,τι γράφεται μὲ μελάνι λησμονεῖται, ὅ,τι γράφεται μὲ αἷμα δὲν λησμονεῖται, μένει στὴν ἱστορία. Καὶ ὁ Χριστὸς ἐπάνω στὸ σταυρὸ μὲ τὸ αἷμα του ἔγραψε ὅτι «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν», ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπάει.
Αὐτὸ εἶνε τὸ μεγάλο τεκμήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Πῶς νὰ σᾶς τὸ ἐκφράσω, ἀδελφοί μου; πῶς νὰ σᾶς συγκινήσω; Βρίσκω τρία παραδείγματα, μὲ τὰ ὁποῖα καὶ θὰ τελειώσω. Πῶς παριστάνεται ἡ Ἐσταυρωμένη ἀγάπη;
⃝ Διάβασα σ’ ἕνα βιβλίο, ὅτι μιὰ μάνα βρέθηκε στὴ Σαχάρα μὲ παιδὶ στὴν ἀγκαλιά. Τὸ μικρὸ ἔπρεπε νὰ θηλάσῃ, ἀλλὰ στὴν ἔρημο ἐ­στείρευσαν καὶ οἱ μαστοὶ τῆς μητέρας. Καὶ τό­τε ἡ ἀγάπη της τί ἔκανε; Ἔσχισε μὲ τὰ δόντια τὶς φλέβες της καὶ πότισε μὲ τὸ αἷμα της τὸ παιδί. Μικρὰ εἰκόνα τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔδωσε τὸ αἷμα του γιὰ τὴ σωτηρία μας.
⃝ Τὸ δεύτερο παράδειγμα εἶνε ἀπὸ τὸν ἐ­πι­τάφιο θρῆνο. Ὁ ὑμνῳδὸς χρησιμοποιεῖ τὸ πα­ράδειγμα τοῦ πελεκάνου. Ὁ πελεκᾶνος, ὅταν τὸ φίδι δαγκάσῃ τὰ πουλιά του, σχίζει μὲ τὸ ῥάμφος τὸ στῆθος του, τὰ ποτίζει μὲ αἷμα ἀ­πὸ τὴν καρδιά του, καὶ σῴζονται. Ἔτσι καὶ ὁ Χριστός. «Ὥσπερ πελεκάν, τετρωμένος τὴν πλευράν σου, Λόγε, σοὺς θανόντας παῖδας ἐ­ζώωσας, ἐπιστάξας ζωτικοὺς αὐτοῖς κρουνούς», ψάλει ὁ ὑμνῳδός (ἐγκώμ. β΄ στ.).
⃝ Τὸ μέγα μυστήριο ἐκφράζει σήμερα τὸ εὐ­αγγέλιο μὲ ἕνα παράδειγμα ὄχι πλέον ἀπὸ τὴ φύσι ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἱστορία. Ὅταν δάγκωναν τοὺς Ἑβραίους τὰ φίδια στὴν ἔρημο, σώθηκαν, διότι ὁ Μωϋσῆς ὕψωσε ἐκεῖ τὸν τύπο τοῦ τιμίου σταυροῦ, ἕνα χάλκινο φίδι πάνω σ’ ἕνα ξύλο· ὅποιος ἐστρέφετο καὶ τὸ ἔβλεπε, ἐ­σῴ­ζετο ἀπὸ τὰ φίδια. Ἔτσι λοιπὸν καὶ ὅποιος πιστεύει στὸ Χριστό, εἴτε λευκὸς εἴτε μαῦρος εἴτε κίτρινος, ὅλοι ἀδιακρίτως, σῴζονται.

* * *

Ἀδελφοί μου! Θά ᾽πρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἕνα Χε­ρουβὶμ καὶ Σεραφίμ, ὁ εὐγνώμων λῃστής, ἕ­νας ἅγιος καὶ μάρτυρας, νὰ μιλήσουν γιὰ τὴν ἀ­γάπη τοῦ Χριστοῦ. Δὲν ὑπάρχει λύρα, δὲν ὑ­πάρχει ζωγράφος, δὲν ὑπάρχει ποιητής, ἄξιος νὰ ἐξάρῃ τὴν ἀγάπη τοῦ Ἐσταυρωμένου.
Πρὸ Χριστοῦ ἡ ἀγάπη ἦτο ἀσθενική. Οἱ Ἕλ­ληνες ἔλεγαν «Πᾶς μὴ Ἕλλην, βάρβαρος». Οἱ Ἑβραῖοι ἔλεγαν· «Ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ καὶ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος», «Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου καὶ μισήσεις τὸν ἐχθρόν σου» (Ματθ. 5,38,43). Ὁ Χριστὸς πλάτυνε τὴν ἀγάπη καὶ ἔκανε τὸ μικρὸ ῥυάκι ποταμό.
Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔχει μέτρο. Μέ­τρο της εἶνε ὁ σταυρός. Ἂν λοιπὸν μετρηθοῦ­με μὲ τὸ μέτρο αὐτό, ἡ ἀγά­πη μας βρίσκεται ἀσήμαντη. Λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος· Ὁ Χριστὸς ἄνοιξε τὶς φλέβες του καὶ ἔδωσε τὸ αἷμα του, κ’ ἐσὺ δὲν ἀνοίγεις οὔτε τὸ βαλάντιό σου νὰ βοηθήσῃς τὸν ἄλλο; Πόσο μεγάλη ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, πόσο μικρὴ ἡ δική μας!
Χριστέ, στὰ στήθη μας τὰ ψυχρὰ ῥῖξε μιὰ σταγόνα τῆς ἀγάπης σου. Καὶ φτάνει αὐτὴ γιὰ νὰ κάνῃ τὴ γῆ παράδεισο, μέσα στὸν ὁποῖο μικροὶ καὶ μεγάλοι νὰ ὑμνοῦμε Πατέρα, Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναὸ του Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης 8-9-1974)

Αιωνιoτης!

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Αυγ 30th, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

(Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011)

Αιωνιότης!

«Διδάσκαλε αγαθέ, τι αγαθόν ποιήσω ίνα έχω ζωήν αιώνιον;» (Ματθ. 19,16)

π. Αυγ. εγκαιν...Κάποιος, αγαπητοί μου, πλησιάζει το Χριστό. Δεν είνε γέρος, είνε νέος. Φαίνεται συγ­κι­νημένος. Γονατίζει. Τι έχει, τι του συνέ­βη; Ει­νε ασθενής ο ίδιος η κάποιος δι­κος του και ερ­χεται να ζητήση βοήθεια; Ο­χι, δεν έχει προβλήματα υγείας. Ούτε οι­κονομικό ζήτη­μα τον α­πασχολεί· είνε πλούσι­ος και από τους άρχον­τες του τόπου. Και ο­μως αυτά δεν τον αναπαύ­ουν. Ε­χει αλ­λες ανησυχίες. Η καρδιά του νιώθει υπεργή­ινους ε­ρωτες! Ερωτηματικά με­γάλα προβάλ­λουν εμ­προς του και ζητούν λύσι. Μέσα σε τόσα υλι­κα αγαθά, αυτός πεινά και διψά. Τι; Την αιώνιο ζωή! Αυτήν ποθεί και γι  αὐτὴν ε­ρω­τα το Ναζωραίο· «Διδάσκαλε αγαθέ, τι α­γα­θον ποιήσω ίνα έχω ζωήν αιώνιον;» (Ματθ. 19,16).
Αιώνιος ζωή, αιωνιότης! Εκεί ας στρέψουμε κ᾽ εμείς τον λόγο και είθε κάποια ψυχή να υ­­ψωθή από τον κόσμο της ύλης και να αι­σθανθή εκείνο που διεκήρυξε ο απόστολος Παύλος· «Ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» (Εβρ. 13,14).

* * *

Τι υπάρχει πέρα απ᾽ τον τάφο; Ιδού, αγαπη­τοι μου, ερώτημα που τίθεται σε κάθε αν­θρωπο. Γιατί ο θάνατος είνε διαρκώς μπροστά μας! Κοιμάσαι και μεσάνυχτα σε ξυπνάει μια σειρήνα· κάποιος στη γειτονιά πέθανε. Σηκώνεσαι το πρωί, αγοράζεις ε­φημερίδα και διαβάζεις αγγελτήρια κηδειών. Περπατάς στο δρόμο και βλέπεις νεκροφόρες που μεταφέρουν σω­ματα για να καταλάβουν κάπου εκεί μια στενή λουρίδα γης· σώμα­τα ποιών; εκείνων που ο­ταν ζούσαν αγόραζαν τετράγωνα οικοπέδων και ε­χτιζαν πολυκα­τοι­κίες. Βγαίνεις στην ύπαιθρο κι ακούς πένθιμο σήμαν­τρο από εξωκκλήσι που μεταδίδει στα βουνά και τα λαγκάδια την είδησι του θανάτου ενός αθώου βοσκού. Ταξιδεύεις με υπερωκεάνιο κ᾽ οι ναυ­τες ρίχνουν στη θάλασσα πτώμα ε­­πιβάτου, που ο θάνατος διέκοψε το ταξίδι για τις νέες χω­ρες για να του δώση εισιτήριο για τον άλλο κόσμο. Μπαίνεις σε αεροπλάνο κι ο­ταν προσ­γειώνεται κι ανοίγει η πόρτα κατε­βάζουν νεκρό κάποιον που πέθανε την ώρα της πτήσεως…
Στην ξηρά, στη θάλασσα, στον αέρα, παν­του παραμονεύει ο θάνατος. Παντού μνήματα, α­πο δυστυχήματα η εγκλήματα η πολέμους, και πάνω στους τάφους κλαίνε χήρες και ορ­φα­να. Και τότε κι ο πιο σκληρός άνθρωπος δι­ε­ρω­τάται· Λοιπόν τι υπάρχει πέρα απ᾽ τον τάφο;
–Μηδέν! φωνάζει ο υλιστής. Δίκαιος και α­δικος, ευσεβής και ασεβής, όλοι καταλήγουν στο μηδέν. Προς τι επομένως οι ιδρώτες, οι κο­ποι και μόχθοι για την α­ρετή; «Φάγωμεν και πι­ωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν»… (Ησ. 22,13. Α  Κορ. 15,32).
Ιδού το σύνθημα, η σημαία που υψώνει ο υ­λισμός. Άλλη όμως είνε η σώφρων απάντησις. Το μηδέν είνε απαράδεκτο, ο θάνατος δεν ει­νε εκμηδένισις του ανθρώπου. Ώστε μη­δεν ο άνθρωπος; Όχι! α­κούγον­ται σοβα­ρες φωνές.
⃝ Όχι! φωνάζει η λογική. Ποιός τεχνίτης κατα­σκευάζει πολύπλοκη μηχανή και τοποθετεί ε­στω και ένα μικρό τροχό, αν αυτός δεν έχη προορισμό; Και αν τέτοιο σφάλμα δεν κάνη ο άνθρωπος, θα το κάνη ο Δημιουργός, ο πάνσο­φος τεχνίτης του παντός; Ερωτώ α­κόμη· Αν ο άνθρωπος καταλήγη στο μηδέν, τότε γιατί να προικιστή με θαυμαστό νου, με ελευθερία, με τη φωνή της συνειδήσεως προ παντός; Ω η συνείδησις! Διέπραξε κάποιος ένα έγκλημα και δεν τον είδε κανείς, εξ­αφάνισε όλα τα ίχνη. Αλ­λα ξαφνικά η συνείδη­σι του φωνάζει· Εγ­κλημα­τία Κάϊν, «που είνε ο αδελφός σου;» (Γεν. 4,9). Αυ­τη η φωνή είνε ο τάφος του υλισμού.
⃝ Όχι δεν τελειώνει στον τάφο ο άνθρωπος, φωνάζει η λογική. Όχι όμως φωνάζει και η ψυ­χολογία των λαών, που ερευνά και ανακαλύπτει, ότι στην καρδιά και του πιο αγρίου της Α­­φρικής υπάρχει η πεποίθησις «Είμαι αθάνα­τος· κι αν καώ, κι αν με φάνε τα όρνεα, κι αν απ᾽ το σώμα μου δε μείνη ούτε μόριο, εγώ υ­πάρχω, εξακολουθώ να ζω ως πνεύμα αθάνατο σε άλλο κόσμο». Ενώ όλα πεθαίνουν γύρω, εκείνος που δεν τον μόλυνε η απιστία α­κούει μέσα σου τη μυστηριώδη φωνή· Αν­θρωπε, πλάστηκες για την αιωνιότητα!…
⃝ Αλλά και η φιλοσοφία με τους μεγαλυτέρους εκπροσώπους της έρχεται να μαρτυρήση, ότι πέρα του τάφου δεν απλώνεται Σαχάρα ανυπαρξίας. Ο Κικέρων έλεγε· «Η φύσις δε μας ε­βαλε σε τούτο τον κόσμο για να τον κατοικού­με παντοτινά αλλά παροδικά. Τι ωραία η­μέρα θα είνε όταν θ᾽ αποδημήσω προς την ου­ράνια ε­κείνη ομήγυρι, το θείο ε­κείνο συμβού­λιο των ψυχών, και θ᾽ απομακρυνθώ από την τύρβη και το βόρβορο της γης!». Ο δε Σωκράτης, λίγες στιγμές πριν το θάνατό του, φιλοσοφεί. «Πηγαίνω», λέει, «προς την αιωνιότη­τα. Εκεί θα συναντήσω ανωτέρους δικαστάς, τον Μίνω, τον Ραδάμανθυ, τον Αιακό. Αυτοί θα με κρι­­νουν και θα μου α­ποδώσουν το δίκαιό μου».
Ω αιωνιότης! για σένα μαρτυρούν η λογική, η ψυχολογία, η φιλοσοφία, η ιστορία, μύρι­ες φωνές. Πάνω απ᾽ όλα όμως ακούγεται η φω­νη ενός! Ο ένας αυτός είνε «ο εκ του ουρανού καταβάς» (Ιω. 6,41. Εφ. 4,10), ο Ιησούς Χριστός. Μίλησε για την ύπαρξι άλλου κόσμου με τόση βεβαιότητα με όση μιλούμε ημείς για την ιδιαίτερη πατρίδα μας όπου είδαμε το πρώτο φως. Κι αν δεν πιστέψουμε στο Χριστό, σε ποιόν να πιστέψουμε; στις αισθήσεις που πολλές φο­ρες μας απατούν, η στην επιστήμη που κάθε τόσο αναιρεί τον εαυτό της; Δεν υπάρχει πιο εγ­κυρη μαρτυρία από τη μαρτυρία του Χριστού· αυτή είνε η βεβαίωσις του Αψευδούς.
Ω Ιησού! συ, που απ᾽ το στόμα σου η αλήθεια βγήκε σαν διαυγής ποταμός, συ απάν­τησε στο φλέγον ερώτημά μας· Υπάρχει η δεν υ­πάρχει πέρα του τάφου ζωή; υπάρχει αιωνι­ότης, ναι η όχι; «ΝΑΙ», απαντά το αψευδές στο­μα του Κυρίου. Υπάρχει αιωνιότης! Ανοίξτε την Καινή Διαθήκη σας και θα δήτε, ότι η αιώνιος ζωή, η βασιλεία των ουρανών, είνε το θέμα όλης της διδασκαλίας του Ιησού. Αυτή η­ταν στη σκέψι του, αυτή ζούσε στην καρδιά του, αυτή χρωμάτιζε τα λόγια του, αυτή ήρθε στα χείλη του και τις τελευταίες στιγμές της επιγείου ζωής του. Στον μετανοημένο ληστή ει­πε· «Α­μην λέγω σοι, σήμερον μετ  ἐμοῦ έση εν τω πα­ραδείσω» (Λουκ. 23,43)· σε βεβαιώνω δηλαδή, ότι σήμερα, πριν ακόμη δύση ο ήλιος της ημέρας αυτής, θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο.
Και τι είνε ο παράδεισος; Ας αφήσουμε τα ψευδο – ευαγγέλια των χιλιαστών και τα Κορά­νια να φλυαρούν περί υλικών αγαθών. Ο πα­ρα­δεισος του Χριστού δεν είνε ο παράδεισος του Μωάμεθ. Ο Χριστός μας είπε, ότι όλα μαζί τα αγαθά του κόσμου τούτου δεν αντισταθμίζουν ούτε μια σταγόνα της μακαρίας εκείνης ζωής· αλλά δεν μας την περιγράφει. Διότι, απλούστατα, ξεπερνά κάθε περιγραφή. Ανεξιχνίαστοι οι θησαυροί της, α­κατάληπτη η δόξα της. Δεν υπάρχει στη γη κάτι όμοιο για να χρησιμεύ­ση ως ακριβής ει­κόνα του κόσμου εκείνου.
Ο απόστολος Παύλος, που για την αγιότητά του «ηρπάγη» από το άγιο Πνεύμα κι αξι­ω­θηκε για λίγο να βρεθή στον παράδεισο, α­δυνατεί, ο εύγλωττος αυτός κήρυξ του ευαγγελίου, να μας δώση περιγραφή· άναυδος εμ­προς στο μεγαλείο της αιωνιότητος, λέει μόνο, ότι τα αγαθά εκείνα, που ετοίμασε ο Θεός γι᾽ αυτούς που τον αγαπούν, μάτι δεν τα είδε, αυτί δεν τα άκουσε και γλώσσα ρήτορος δεν μπορεί να τα περιγράψη. «Ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι» (Β  Κορ. 12,4).
Ω αιωνιότης! Όλοι αιωρούμεθα πάνω από σένα, κρεμώμαστε από μια λεπτή κλωστή· και η κλωστή αυτή είνε η παρούσα ζωή! Ήρθε ο θάνατος, κόπηκε η κλωστή; αμέσως βρεθήκαμε στην αιωνιότητα, σε θέσι που ο καθένας μας προετοίμασε εδώ με τα έργα του.

* * *

Αγαπητοί μου! Η πατρίδα μας από την αρ­χαιότητα κήρυττε την αθανασία, πίστευε στην αιωνιότητα, και αυτή φωτίζει τις σελίδες της ιστορίας της. Στη χώρα αυτή η ύλη δεν ήταν σκοπός, αλλά μέσον για τη δόξα του πνεύματος, μαρτυρία αθανασίας και αιωνιότητος.
Πριν από τη μάχη του Κιλκίς, το 1913, όπου εκρίνετο το μέλλον της Ελλάδος στα Βαλκάνια, είχαν συγκεντρωθή νύχτα στη σκηνή του βασιλέως στρατηλάτου όλοι οι ανώτεροι αξιω­ματικοί και έπαιρναν οδηγίες. –Αύριο το Κιλκίς πρέπει να πέση! είπε ο βασιλεύς. Οι αξιωματικοί αμίλητοι είχαν πάρει την απόφασί τους και ένας εκ μέρους όλων απήν­τησε· –Μεγαλειότατε, αφού το διατάσσει η Ελ­λας, το Κιλκίς θα πέση. Καλήν αντάμωσι στην αιωνιότητα!… Την επομένη το Κιλκίς έπεφτε, αλλά οι περισσότεροι από τους άνδρες εκείνους δεν υπήρχαν πλέον στη ζωή.
Ανέφερα το ανέκδοτο αυτό, για να δήτε πόσο ζωηρή ήταν στις καρδιές των ηρώων μας η πίστι στην αιωνιότητα. Γεννάται όμως το ερώτημα· Σήμερα πιστεύ­ουμε στην αιωνιότητα; η αρχίσαμε ν᾽ απεμπο­λούμε αυτή την προγονική μας κληρονομιά;…

(†) επίσκοπος Αυγουστίνος
(ραδιοφωνική ομιλία του έτους 1949. Μεταγλώττισις από την καθαρεύουσα στην απλή δημοτική)

Η ΕΛΛΑΔΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΚΥΜΑΤΑ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Αυγ 14th, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ

Η ΕΛΛΑΔΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΚΥΜΑΤΑ

ΕΛΛΑΔΑ ΚΥΜ.Ενα ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου, ἀγαπητοί μου, εἶνε καὶ τὸ ἑξῆς (βλ. Ματθ. 14,22-34).
Εἶνε νύχτα, περασμένα μεσάνυχτα. Σὲ κάποιο βουνὸ δυτικὰ τῆς λίμνης Γεννησα­ρὲτ ἔ­χει ἐγκατασταθῆ ἕνας μυστικὸς ἀσύρματος ποὺ ἑ­νώνει οὐρανὸ καὶ γῆ· εἶνε ἡ προσ­ευχή, ἡ προσ­ευχὴ τοῦ Θεανθρώπου. Ὁ Κύρι­ος προσεύχεται, προσεύχεται ὅλη τὴ νύχτα. Τόση ἀξία δίδει στὴν προσευχή, ὥστε καὶ τὶς ὧρες τῆς ἀναπαύ­σεως θυσιάζει γιὰ νὰ ἐπικοι­νωνήσῃ μὲ τὸν οὐ­ράνιο Πατέρα. Ὅλη ἡ ἡμέρα του πέρασε μὲ ἀ­­κατάπαυστη δραστηριότητα ὑπὲρ τοῦ πλησί­ον, καὶ τώρα ἡ νύχτα τὸν βρίσκει γονατιστό. Στὴ βαθειὰ νυχτερινὴ σιγὴ ἐ­κεῖνος προσεύχε­ται! Μόνο πεπωρωμένοι ἀπὸ ἀπιστία καὶ ἀναίσθητοι δὲν συγκινοῦνται καὶ δὲν διδάσκονται ἀ­πὸ τὸ ὑπέροχο αὐτὸ παράδειγμα.
Ἀλλ᾿ ἐνῷ ὁ Κύριος προσεύχεται, ἐκεῖ κάτω, σὲ ἀπόστασι λίγων χιλιομέτρων, ἕνα μικρὸ πλοῖο κινδυνεύ­ει. Θύελλα ταράζει τὴ λίμνη, κύματα πελώρια ἀνοίγουν τὰ ἀφρισμένα στόματά τους νὰ τὸ καταπιοῦν. Ὁ Κύριος βλέ­πει τὰ κύματα, βλέπει τὸ πλοιάριο ποὺ κινδυνεύει νὰ ναυαγήσῃ, ἀλλὰ φαίνεται ἀδιάφορος.
Ποιοί νά ᾽νε ἆραγε μέσ᾽ στὸ πλοῖο; Εἶνε Γαδαρηνοί, ποὺ τὸν ἔδιωξαν ἀπὸ τὴ χώρα τους; ἢ φαρισαῖοι, ποὺ τὸν μισοῦν κι αὔ­ριο θὰ τὸν σταυ­ρώσουν; Ὄχι. Εἶ­νε ὅ,τι πιὸ ἀγαπητὸ ἔχει στὴ γῆ, εἶνε ἐν δυνάμει ὅλη ἡ Ἐκκλησία ποὺ ἦρθε νὰ ἱδρύσῃ· εἶνε οἱ δώδεκα μαθη­ταί του, ποὺ τοὺς διάλεξε γιὰ νὰ γίνουν αὔριο οἱ κήρυκες τῶν ἀ­ληθειῶν του στὸν κόσμο. Αὐτοὶ εἶνε οἱ ἐπιβάτες ποὺ χαροπαλεύουν τώρα στὰ κύματα.
–Καὶ πῶς δὲν τρέχει νὰ τοὺς σώσῃ;…
Μὴ προτρέχουμε στὶς κρίσεις μας. Μικροὶ ἐμεῖς, δὲ βλέπουμε πέρα ἀπ᾽ τὴ μύτη μας. Ἔ­χει ὁ Κύριος ὄχι λόγο ἀλλὰ λόγους βαθυτάτους, ποὺ ἐπιτρέπει καὶ οἱ πιὸ ἀ­γαπητοί του νὰ πέφτουν σὲ κίνδυνο. Γνωρίζει, ὅτι τίποτ᾽ ἄλ­λο δὲν κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ στρα­φῇ πρὸς τὸν οὐρανὸ ὅσο ὁ κίνδυνος, ὁ ἔκτακτος, ὁ σφοδρός. Ὅταν σείεται ἡ γῆ καὶ τρέμουν τὰ βουνά, ὅταν ἡ θάλασσα μαίνεται καὶ πελώ­ρια κύματα μεταβάλλουν σὲ παιχνίδι καὶ τὰ ἰσχυ­ρότερα θωρηκτὰ καὶ ὑπερωκεάνια, ὅταν τὰ πανίσχυρα ῥεύ­ματα τῆς ἀτμοσφαίρας διαλύουν σὲ δευτερό­λεπτα ἱπταμένους κολοσσούς, ὅταν…, τότε ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται τὴ μικρότητά του, πέφτει στὰ γόνατα καὶ δέεται· «Κύριε, σῶσόν με» (ἔ.ἀ. 14,30).
Ἔτσι καὶ τώρα. Ἀφοῦ ὁ Κύριος γιὰ λόγους ὑ­ψίστης παιδαγωγικῆς σοφίας ἄφησε τοὺς μαθη­τάς του μόνους ὅλη νύχτα νὰ κλυδωνίζωνται, νά σὲ μιὰ στιγμή, ἀπ᾽ τὸ βουνὸ βρίσκεται στὴν ἐ­πιφάνεια τῆς θαλάσσης. Περπατάει πάνω στὰ κύματα, πλησιάζει τὸ πλοῖο καὶ τοὺς φωνάζει· «Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε» (ἔ.ἀ. 14,27). Ἐλέγχει τὸν Πέτρο γιὰ τὴν ὀλιγοπιστία του. Διατά­ζει τὸν ἄνεμο νὰ σταματήσῃ, κι αὐ­τὸς πειθαρ­χεῖ ἀμέσως. Γαλήνη διαδέχεται τὴν τρικυμία, καὶ «οἱ ἐν τῷ πλοίῳ ἐλθόντες προσ­εκύνησαν αὐτῷ λέγοντες· Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ» (ἔ.ἀ. 14,33). Θαυμαστὴ σωτηρία.

* * *

Αὐτὰ διηγεῖται τὸ Εὐαγγέλιο. Ἀλλ᾽ ἐγὼ μέσα σ᾽ αὐτὰ βλέπω, μεταξὺ τῶν ἄλλων, καὶ τὴν εἰ­κόνα τῆς βασανισμένης πατρίδας μας.
–Ποῦ εἶδες τὴν Ἑλλάδα; θὰ μοῦ πῆτε.
Τὸ θαῦμα ποὺ περιγράφει ὁ εὐαγγελιστὴς εἶνε ἕνα γεγονός, ἀλλὰ μπορεῖ νὰ χρησιμεύσῃ καὶ ὡς ζωηρὴ παράστα­σι τοῦ δράματος τῆς ἱ­στορίας. Μποροῦμε νὰ δοῦμε τὸ θαῦμα συμβολικά. Διότι ἡ ἱστορία, ἡ παγκόσμιος ἱστορία, μοιάζει μὲ θάλασσα. Οἱ ἄνεμοι δὲν ἀφήνουν τὴ θάλασσα νὰ ἠρεμήσῃ, ἀλλὰ καὶ ποικίλες ἰδέες διαφόρων ἐγκεφάλων δὲν ἀφήνουν νὰ ἠρεμή­σῃ ὁ κόσμος. Συγκρούονται μεταξύ τους, προκα­λοῦν ἔριδες, ἐπαναστάσεις, μάχες, πολέμους, ποὺ σὰν πελώρια κύματα ἁπλώνονται ἀπ᾽ τὸ ἕ­να ἄκρο τῆς γῆς ὣς τὸ ἄλλο, καὶ μέσα στοὺς κλυδω­νισμοὺς αὐτοὺς πέφτουν τὰ ἔθνη.
Τί θέαμα τραγικό! Κράτη καὶ αὐτοκρατορίες μοιάζουν μὲ πλοῖα ποὺ ὑπὸ διάφορες σημαῖες ταξιδεύουν διὰ μέ­σου τῶν αἰώνων. Φαίνεται ὅτι κατασκευάστηκαν γιὰ ν᾽ ἀντέχουν σὲ κάθε τρικυμία. Πλέουν ὑ­περήφανα, ψάλλουν ἐθνικὰ θούρια, σχίζουν τὰ κύματα. Εἶνε κατάφορτα· ἀ­σήμι, χρυσάφι, πολύ­τιμους λίθους καὶ πλῆθος ὅπλα κρύβουν στ᾽ ἀμπά­ρια τους. Ἐπιστήμονες πλοίαρ­χοι ἀγρυπνοῦν στὴ γέφυρα. Ἀλλὰ ξαφνικὰ ἕνα ἀπρόοπτο κῦμα ἔρχεται ἀπ᾽ τὴν ἄβυσσο, χτυπάει μὲ λύσσα, καὶ τὸ ὑπερήφανο πλοῖο κατα­ποντίζεται αὔτανδρο. Ποῦ τὰ πλούτη, τὰ ὅπλα, οἱ σοφοὶ κυβερνῆ­τες; Τὸ πλοῖο ἐξαφανίστηκε! Ἔτσι ἔσβησαν κράτη – κολοσσοί.
Ἀλλ᾽ ἀνάμεσα στὰ μεγάλα πλοῖα νά καὶ μιὰ βαρκούλα. Ἀπὸ τὴ γέφυ­ρά τους οἱ πλοίαρχοι τῶν πλωτῶν κολοσσῶν ἔλεγαν μὲ περιφρόνη­σι· Βαρκούλα, ποῦ πᾷς; πῶς τολμᾷς καὶ βγαίνεις στὰ πελάγη; Ἐδῶ μόνο ἐμεῖς ταξιδεύου­με. Ἀφοῦ ὅ­μως ἀποφάσισες νὰ βγῇς στὴν ἀνοι­χτὴ θάλασ­σα, ἔλα τοὐλάχιστον νὰ δεθῇς δίπλα μας; μόνο ἔτσι ὑπάρχει ἐλπίδα νὰ σωθῇς…
Ἀλλὰ ἡ βαρκούλα δὲ σκιάζεται! Συνεχίζει νὰ ταξιδεύῃ μέρα – νύχτα ἐπὶ χιλιετίες. Πέφτει σὲ θύελλες καὶ καταιγίδες. Οἱ ἐ­χθροὶ προφητεύουν πὼς θὰ χαθῇ· ἀλλ᾿ αὐτή, ἐνῷ φαίνεται πὼς ἔχει ἐξαφανιστῆ, ξαφνικὰ –ὤ τοῦ θαύματος!– προ­­βάλλει λαμπρὴ μέσ᾽ ἀπ᾽ τοὺς ἀφρούς· καὶ ἐν­ῷ γύρω της ἐπιπλέουν ναυάγια τῶν κολοσσῶν, αὐτὴ σαλπίζει διαρκῶς καὶ προχωρεῖ.
Ἔθνη καὶ λαοί, βγῆτε νὰ τὴν προϋπαντήσε­τε. Ἡ βαρκούλα, ποὺ ἐπὶ χιλιετίες πλέει ἀκαταπόντιστη εἶνε ἡ Ἑλλάδα. Νά τί γράφει ἕνας σπουδαῖος ἱστορικός· «Τὸ μεγαλοπρεπὲς θέαμα τῆς ἱστορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἐκτυ­λιχθείσης μὲ τόσας πλουσίας καὶ γονίμους ἱ­στορικὰς περιπετείας ἐπὶ 4.000 ἔτη εἰς τὸν ἴ­διον τόπον καὶ μὲ πρωταγωνιστὴν τὸν ἴδιον λαόν, εἶνε ἀναμφισβητήτως μοναδικὸν εἰς τὴν ὅλην ἱστορίαν τῆς ἀνθρωπότητος».
Ἡ Ἑλλάδα συνεχίζει νὰ ποντοπορῇ. Αὐτὴ εἶνε τὸ πλοῖο τὸ «μέσον τῆς θαλάσσης βασανιζόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων» (ἔ.ἀ. 14,24). Καὶ τί κύματα δὲν ἔπεσαν πάνω της! Κάθε ἐπιδρομὴ βαρβάρων ἦταν κ᾽ ἕνα κῦμα. Καὶ αὐτοὶ ποὺ τῆς ἐπιτέθηκαν ἐξαφανίστηκαν καὶ τὰ ὀνόματά τους λησμονήθηκαν· βρίσκονται μόνο στὰ σκονισμέ­να χειρόγραφα τῆς ἱστορίας. Ἄβαροι, Κουμᾶ­νοι, Σκύθες, Οὖνοι, Πετσενέγοι…, ποῦ εἶνε; Ἦρθε ἐποχὴ ποὺ ἡ Ἑλλάδα δὲ φαινόταν πουθενά. Πέθανε! ἔκλαιγαν οἱ φίλοι της – Χάθηκε! ἀλάλαζαν οἱ ἐχθροί της. Ἀλλὰ ξαφνικὰ ἡ Ἑλλάδα πρόβαλλε μέσ᾽ ἀπὸ τὰ κύματα, σὰν ὡραία νύφη τῆς Μεσογείου.
Ὅταν τὸ 1941 τὸ κῦμα τῶν νεωτέρων Οὔ­νων κατέκλυζε τὴν Ἑλλάδα καὶ στὸν ἱστὸ τῆς Ἀκροπόλεως κυμάτιζε ἡ σημαία τοῦ ἀντιχρίστου, βόρειοι θανάσιμοι ἐχθροὶ τύπωσαν καὶ τοιχοκόλλησαν μιὰ εἰκόνα· παρίστανε ἕναν εὔ­ζωνο ποὺ ἔπεσε στὸ Αἰγαῖο, πνιγόταν καὶ στὸν ἀφρὸ φαινόταν μόνο ἡ φούντα τοῦ τσαρουχιοῦ του. Αὐτὸ ἔβλεπαν, γελοῦσαν καὶ χυδαιολογοῦ­σαν. Ἀλλὰ ἡ Ἑλλάδα ἐμφανίστηκε πάλι στὸ προ­σκήνιο. Ὁ εὔζωνος ἀναδύθηκε ἀπ᾽ τὸ βυθό, περπάτησε πάνω στὰ κύματα, ἄστραψε καὶ βρόντησε, κ᾽ οἱ ἀλεποῦδες καὶ τὰ τσακάλια κρύ­φτηκαν στὶς σπηλιές τους. Δὲν εἶνε φαντασία, εἶνε πραγματικότητα. Ἀπὸ τὴν ψυχὴ τῶν Ἑλ­λήνων ἀναβλύζουν ἀενάως δυνάμεις.
Ποιές δυνάμεις κρατοῦν ὄρθια τὴν Ἑλ­λάδα πάνω στὰ ἱστορικά της βράχια; ἡ γεωγρα­φική της θέσι; τὰ ὅπλα της; ἡ ἀνδρεία τῶν παι­διῶν της; τὸ ἔνδοξο παρελθόν της; ἡ προστα­σία τῶν συμμάχων της; Ἔχουν κι αὐτὰ σημασία. Μὰ πάνω ἀπ᾽ ὅλ᾽ αὐτὰ εἶνε ἡ δύναμι τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν ἀφήνει τὸ μικρὸ αὐτὸ ἔθνος νὰ ἐξαφανιστῇ. Ἐπιτρέπει ἐκεῖνος θύελλες καὶ καταιγίδες, γιὰ νὰ τὸ ἀναδείξῃ ἀκόμη μιὰ φορὰ καὶ νὰ καταισχύνῃ ὅσους μισοῦν τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ φῶς.
Ἡ Ἑλλάδα δὲ θὰ καταστραφῇ. Ἔχει σημαία τὸ σταυρό, πηδάλιο τὸ Εὐαγγέλιο, πυξίδα τὴν ἁγνή της συνείδησι, ἄγκυρα τὴν ἐλπίδα, πολι­κὸ ἀστέρα τὶς θυσίες τῶν ἀναριθμήτων μαρτύ­ρων, κυβερνήτη τὸ Χριστό. Ὁ Κύριος εἶνε μαζί της. Ὅταν φαίνεται νὰ καταποντίζεται, ἐκεῖνος ἐκ­τείνει τὸν βραχίονά του τὸν ἰσχυρὸ καὶ μᾶς ἐμ­ψυχώνει φωνάζοντας «Ἕλληνες, θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε», καὶ μᾶς σῴζει. Μᾶς σῴζει θαυματουργικά. Ὅλη ἡ ἱστορία τοῦ ἔθνους μας εἶνε ἕνα θαῦμα. «Τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν; σὺ εἶ ὁ Θεὸς ὁ ποιῶν θαυμάσια (μόνος)»! (Ψαλμ. 76,14-15). Ὁ Χριστὸς σῴζει τὴν πατρίδα.

* * *

Ἀδελφοί! Τὸ πλοῖο τῆς Ἑλλάδος ἐξακο­λουθεῖ νὰ κλυδωνίζεται. Μέσα σ᾽ αὐτὸ εἴμαστε ὅ­λοι. Τέτοιες ὧρες ποιός θὰ μείνῃ ἀναίσθητος; Ὅταν τὸ πλοῖο κινδυνεύει, ἀπὸ τὸν πλοίαρχο μέχρι τὸν τελευταῖο ναύτη ὅλοι ἀγωνίζονται γιὰ τὴ σωτηρία του. Ὅλοι ἂς κοπιάσουμε, ἂς ἀ­γρυπνήσουμε γιὰ τὴν πατρίδα. Ταυτοχρόνως νὰ χρησιμοποιοῦμε τὸν ἀσύρματο τῆς προσ­ευχῆς μὲ τὸ σῆμα «Κύριε, σῶσόν με!».
Ἂς φωνάξουμε κ᾽ ἐμεῖς ὅπως ὁ Πέτρος «Κύριε, σῶσε μας!», καὶ τότε θὰ δοῦμε τὸ θαῦμα. Ὁ ἄνεμος σύντομα θὰ κοπάσῃ, τὰ κύματα θὰ σταματήσουν, ἡ χώρα θὰ εἰρηνεύσῃ, κι ἀδελφωμένοι κάτω ἀπὸ τὴ σκιὰ τοῦ σταυροῦ θὰ ψάλουμε ὅλοι μαζί· «Ἄσωμεν τῷ Κυρίῳ, ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται…»
(Ἔξ. 15,1 κ.ἑ.).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(ῥαδιοφωνικὴ ὁμιλία τοῦ ἔτους 1949. Ἀπὸ τὸ βιβλίο ΣΑΛΠΙΣΜΑΤΑ, σ. 62 κ.ἑ. καὶ τὸ περιοδικὸ «Σταυρὸς» 1985, σ. 113 κ.ἑ.