Αυγουστίνος Καντιώτης



Archive for the ‘ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ’ Category

«ΚYΡIE, ΣΩΣΟΝ ΜΕ»

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Αυγ 9th, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Θ΄ Ματθαίου (Ματθ. 14,22-34)

«ΚYΡIE, ΣΩΣΟΝ ΜΕ»

«…ἔκραξε λέγων· Κύριε, σῶσόν με» (Ματθ. 14,30)

ΚΥΡΙΟΣ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ιστ.Ο Χριστός, ἀγαπητοί μου, δὲν ἔζησε πολὺ στὰ Ἰεροσόλυμα, ἐκεῖ ποὺ ἦταν οἱ γραμματεῖς, οἱ φαρισαῖοι καὶ οἱ ἀρχιερεῖς. Τὸν περισσότερο χρό­νο τῆς ἐπὶ γῆς ζωῆς του τὸν ἔ­ζησε κοντὰ στὴ λίμνη Γεννησαρὲτ ἢ θάλασσα τῆς Γαλιλαίας, ἐ­­κεῖ ποὺ οἱ ψαρᾶδες ἔῤῥιχναν τὰ δίχτυα τους γιὰ νὰ ζήσουν. Ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ψαρᾶδες διάλεξε καὶ τοὺς ἀποστόλους του, μὲ τοὺς ὁποίους ἀ­νεγέννησε τὸν κόσμο.
Στὴ λίμνη αὐτὴ ὁ Χριστὸς ἔκανε καὶ τὸ θαῦμα ποὺ περιγράφει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Ποιό θαῦμα; Ἐὰν σᾶς ἔλεγαν ὅτι ἄνθρωπος περπάτησε πάνω στὴ θάλασσα, ποιός θὰ τὸ πίστευε; Καὶ ὅμως· «τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀν­θρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν» (Λουκ. 18,27).
Ἂς ἀναπαραστήσουμε τὴ σκηνὴ αὐτή.

* * *

Μιὰ νύχτα, περασμένα μεσάνυχτα, ἕνα μικρὸ καΐκι ταξίδευε στὰ νερὰ τῆς Γαλιλαίας. Μετέφερε τοὺς μαθητὰς τοῦ Χριστοῦ. Εἶνε εὐχάριστο τὸ ταξίδι ὅταν ἡ θάλασσα εἶνε ἤ­ρε­μη. Σὲ λίγο ὅμως ἄρχισε νὰ φυσάῃ, ὁ ἄνεμος δυνάμωσε, ἔγινε πολὺ ἰσχυρός, καὶ τὸ κα­ΐκι ἔπεσε σὲ φοβερὰ τρικυμία. Σὰν καρυ­δότσουφλο, πότε ὑψωνόταν καὶ πότε βυθιζόταν. Οἱ ἀπόστολοι κινδύνευαν ἀπὸ στι­γμὴ σὲ στιγμὴ νὰ πνιγοῦν. Τελικῶς τί ἔγινε;
+++Δὲν πνίγηκαν, σώθηκαν. Πῶς; Τὴν ὥρα ποὺ αὐτοὶ κινδύνευαν, πάνω ἀπ’ τὸ βουνὸ κάποιος τοὺς παρακολουθοῦσε. Ὅλη νύχτα δὲν κοι­μήθηκε. Κοιμοῦνται τὰ πουλιά, κοιμοῦνται τὰ ζῷα, κοιμοῦνται οἱ ἄνθρωποι, τὰ νήπια καὶ οἱ γέροντες, κοιμοῦνται ὅλοι. Ἕνας δὲν κοιμᾶ­ται, εἶνε ὁ ἀκοίμητος ὀφθαλμός· ἕνας δὲ γνω­ρίζει ὕπνο. Εἶνε ὁ Χριστός! Πάνω ἐκεῖ, γονατι­σμένος, ὕψωνε τὰ χέρια στὸ οὐρανὸ καὶ προσ­ευχόταν· παρακαλοῦσε τὸν οὐράνιο Πατέρα γιὰ τοὺς μαθητάς του. Προσευχόταν ὁ Χριστός. Κι ὅταν εἶδε ὅτι κινδυνεύουν ἦρθε κοντά τους· βρέθηκε ἐκεῖ στὴ λίμνη, καὶ περπατοῦσε πά­νω στὰ κύματα. Μέσ’ στὸ σκοτάδι οἱ μαθηταὶ νόμισαν πὼς βλέπουν φάντασμα καὶ φοβισμέ­νοι ἐκραύγασαν. Εἶνε ποτὲ δυνατὸν νὰ περπα­τᾷ ἄνθρωπος πάνω στὸ νερό; Ἀμέσως ὅμως ὁ Χριστὸς τοὺς εἶπε· ―«Μὴ φοβεῖσθε» (Ματθ. 14,27), ἐγὼ εἶμαι. —Ἂν εἶσαι σύ, Κύριε, φωνά­ζει ὁ Πέ­τρος, πές μου νὰ ’ρθῶ κοντά σου περπα­τών­τας κ’ ἐγὼ πάνω στὸ νερό. ―Ἔλα, τοῦ λέει ὁ Κύριος. Καὶ πράγματι ὁ Πέτρος κατέβηκε ἀπ’ τὸ πλοῖο κι ἄρχισε νὰ βαδίζῃ πάνω στὰ κύματα. Βλέποντας ὅμως δυνατὸ τὸν ἄνεμο φοβή­θηκε, ἄρχισε νὰ βυθίζεται καὶ φώναξε «Κύριε, σῶσόν με» (ἔ.ἀ. 14,30). Ἀμέσως ὁ Χριστὸς ἅ­πλωσε τὸ σπλαχνικὸ καὶ παντοδύναμο χέρι του καὶ τὸν ἅρπαξε. Μόλις μπῆκαν μαζὶ στὸ πλοῖο, κόπασε ὁ ἄνεμος κ’ ἔγινε γαλήνη. Ὅ­σοι ἦταν στὸ καΐκι ἔπεσαν ὅλοι καὶ τὸν προσκύνησαν λέ­γον­τας· «Ὄντως εἶσαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ».

* * *

Τί μᾶς διδάσκει, ἀγαπητοί μου, τὸ θαῦμα; Μᾶς διδάσκει ὅτι, ὅπως ὁ Πέτρος καὶ οἱ ἄλλοι μαθηταὶ κινδύνευαν νὰ πνιγοῦν μέσ᾿ στὴν ἀ­γριεμένη θάλασσα, ἔτσι κ᾿ ἐμεῖς κινδυνεύουμε. Κινδυνεύουμε ἀπὸ πολλοὺς κινδύνους.
Κινδυνεύουμε σωματικῶς. Κινδυνεύουμε ἀπὸ ἀσθένειες. Τί εἶνε ὁ ἄνθρωπος! Ἐκεῖ ποὺ κάθεσαι, ἐκεῖ ποὺ κρατᾷς τὸ ποτήρι, ἐκεῖ ποὺ μιλᾷς μὲ τὸν ἄντρα σου ἢ τὴ γυναῖκα σου, ἐ­κεῖ ποὺ περπατᾷς ἢ ἐκεῖ ποὺ ταξιδεύεις, μιὰ σταγόνα αἷμα νὰ γλιστρήσῃ καὶ νὰ πάῃ στὸν ἐγκέφαλο ἢ στὴν καρδιά, καὶ μένεις μὲ τὸ πο­τήρι στὰ χείλη, δὲν προλαβαίνεις νὰ πιῇς τὸν καφφέ. Κινδυνεύουμε ἀπὸ τὸ θάνατο. Ποιός ἀπὸ μᾶς ξέρει, ἂν θὰ ζήσῃ ὣς τὸ βράδυ; Κινδυνεύουμε στὰ δάση ἀπὸ ἄγρια θηρία, στὰ χωράφια ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως, στὶς ἀσχολίες μας ἀπὸ διάφορα δυστυχήματα, ἰδίως στοὺς δρόμους ἀπὸ τὰ τροχαῖα. Χιλιάδες εἶνε τὰ θύματα κάθε χρόνο ἀπὸ τὰ αὐ­το­κίνητα. Ἔχουμε τόσους νεκροὺς καὶ τραυμα­τίες, ὅσους δὲν εἴχαμε στὶς πιὸ μεγάλες μά­χες ποὺ κάναμε στὰ βουνὰ γιὰ τὴν πατρίδα. Ἔχουμε νεκροὺς ὅσους δὲν ἔχουν ὅλα τὰ Βαλκάνια. Κινδυνεύουμε ὅμως καὶ στὰ ἄλλα μέσα συγκοινωνίας· ἀεροπλάνο, πέντε λεπτὰ προτοῦ νὰ προσγειωθῇ στὴν Κοζάνη, δέχτηκε κεραυνό, ἔσπασαν τὰ φτερά, ἔπεσε καὶ ἔ­γινε συντρίμμια, μὲ πλῆθος θύματα· μόνο ἀ­πὸ τὰ δαχτυλίδια προσπαθοῦσαν ν’ ἀναγνωρίσουν τοὺς ἐπιβάτες· θρῆνος καὶ κοπετός…
Ἰδού ἡ ἐποχή μας! Τὴν συγκρίνει κανεὶς μὲ ἄλλες ἐποχές, χωρὶς ῥαδιόφωνα, χωρὶς τηλεοράσεις, χωρὶς ἁμάξια πολυτελείας, χωρὶς πλούτη, μὲ τὰ λυχνάρια καὶ τὰ δᾳδιά, μὲ τὰ γα­ϊδουράκια καὶ τοὺς ἁπλοῦς ἀνθρώπους… Ὦ ἅγιε κόσμε ἀθάνατε, ποὺ ἔφυγες πιὰ ἀπὸ τὰ μάτια μας, κ᾿ ἦρθε ἕνας ἄλλος αἰώνας, ποὺ θέλει νὰ λέγεται πολιτισμένος, ἀλλὰ ἡ ἱστο­ρία θὰ τὸν γράψῃ ὡς τὸν ἀπαισιώτερο αἰῶνα τῆς καταστροφῆς! Τώρα κινδυνεύουμε – ἀπὸ ποῦ· ἀπὸ τὴν ἐπιστήμη. Μιὰ προφητεία λέει· «Τὰ ἄθεα γράμματα θὰ καταστρέψουν τὴν ἀν­­θρωπότητα». Τί ἐννοεῖ; Δὲν κινδυνεύει ὁ κό­σμος ἀπ’ τὸ γεωργὸ ποὺ σκάβει τὴ γῆ, ἀπ’ τὸ βοσκὸ ποὺ βόσκει τὰ γιδοπρόβατά του· κινδυνεύει ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ βγαίνουν ἀπ’ τὰ πανε­πιστήμια, καὶ μὲ τὸ μυαλό τους —μυαλὸ σατανικό— σκέπτονται πῶς νὰ βροῦν τὰ πιὸ φονικὰ ὅπλα. Ἔγραψαν λ.χ. οἱ ἐφημερίδες, ὅτι ἀνεκαλύφθη τὸ νετρόνιο· τί θὰ πῇ νετρό­νιο; Ὅπως παίρνεις καὶ ῥίχνεις ντι-ντι-τὶ καὶ σκο­τώνεις τὶς μῦγες, ἔτσι ἡ βόμβα νετρονίου θὰ καθαρίζῃ τοὺς ἀνθρώπους. Ἔρχονται φοβε­ρὲς ἡμέρες· ἕνα ἀεροπλάνο, ἕνα μαυροπούλι τοῦ σατανᾶ, θ᾿ ἀνεβῇ ψηλὰ χιλιάδες μέ­­τρα καὶ —Θεέ μου! προσευχη­θῆ­τε— μία βόμ­βα στὴ μία πόλι, καὶ τέλος! ἄλλη βόμβα στὴν ἄλλη, καὶ τέλος· ἄλλη βόμβα στὴν τρίτη πόλι, καὶ τέλος… Γῆ Μαδιάμ, θὰ ἐρημωθῇ ὁ κόσμος.
Κινδυνεύουμε λοιπὸν σωματικῶς. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς κινδυνεύουμε ψυχικῶς. Μὲ ποιά γλῶσ­σα, ἀδελφοί μου, νὰ περιγράψουμε τοὺς ψυχι­κοὺς κινδύνους; Δυστυχῶς ὅμως τοὺς ὑποτιμοῦμε. Ἂς παρακαλέσουμε τὸ Θεό, νὰ μᾶς φωτίσῃ νὰ τὸ καταλάβουμε. Κινδυνεύουν ὄχι τόσο τὰ κορμιά μας ὅσο οἱ ψυχές μας. Ἂς εἰ­ρωνεύωνται κάποιοι νεαροί, ποὺ περιφέρον­­ται μὲ τὸ τσιγάρο στὸ στόμα καὶ μὲ τὴν ἀθεΐα καὶ ἀπιστία στὰ μυαλά. Ψυχή! σοῦ λένε, μὰ ὑπάρ­χει ψυχή;… Μάλιστα, κύριοι· ὑπάρχει ψυ­χή, ὑ­πάρχει κόλασις, ὑπάρχει παράδεισος. Νὰ εἶ­στε ἀπολύτως βέβαιοι, ὅτι ὑπάρχει Θε­ός, ἄλ­λη ζωή, αἰωνιότης. Κινδυνεύουν λοιπὸν οἱ ψυ­χές μας. Ἀπὸ ποῦ; Ἀπὸ τρεῖς ἐχθρούς. Πρῶ­τον, ἀπὸ τὴ σάρκα μας. Ὅπως εἶπε ὁ ἅ­γιος Κο­σμᾶς ὁ Αἰτωλός, ἡ σάρκα εἶνε ἕνα κτῆ­νος, ἕνα γουρούνι, ποὺ ζητᾷ νὰ μᾶς κυλήσῃ μέσα στὴ λάσπη καὶ στὸ βόρβορο. Δεύτερον, κινδυ­νεύουμε ἀπὸ τὸν κόσμο τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς διαφθορᾶς, ποὺ δελεάζει καὶ ἐπηρεάζει. Καὶ τρίτον, κινδυνεύουμε ἀπὸ τὸ σατα­νᾶ, ὁ ὁποῖ­ος «ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ», κυκλοφορεῖ σὰν λιοντά­ρι ποὺ βρυχᾶ­ται ψάχνοντας ποιόν νὰ καταπιῇ (Α´ Πέτρ. 5,8). Κινδυνεύουμε μέρα – νύχτα. Εἴ­μαστε βαρκοῦ­λες. Ἐμεῖς εἴμαστε τὸ μικρὸ πλοιάριο τῆς Γεν­νησαρέτ. Μπορεῖ μιὰ βαρκούλα νὰ περάσῃ τὸ πέλαγος καὶ τὸν ὠκεανό; «Ἐδῶ καράβια πνί­γον­ται», ὅπως λέει ἡ παροιμία, καὶ οἱ «βαρκοῦλες ἀρμενίζουν»; ἐδῶ ὑπερωκεάνια χάνονται, κ’ ἐσύ, βαρκούλα, ποῦ πᾷς;
Ἀλλ’ ἂς φύγουμε ἀπὸ τὸ ἄτομό μας καὶ ἂς δοῦμε τὸ σύνολο. Κινδυ­νεύουμε ἀκόμα καὶ ἐ­θνικῶς. Τὸ βλέπουμε ἐδῶ στὴν ἀκριτι­κὴ γωνιά μας. Ποῦ εἴμεθα, μὲ ποιούς συνορεύουμε, ποιοί μᾶς περιβάλλουν; Φοβοῦμαι, δὲ θέ­λω νὰ τὸ πῶ, τρέμει ἡ καρδιά μου, γιατὶ εἶμαι Ἕλληνας Χριστιανὸς καὶ πονῶ. Κινδυνεύουμε καὶ δημογραφικῶς νὰ ξεκληριστοῦμε τελείως ὡς φυ­λὴ· νὰ μὴ μείνῃ πλέον οὔτε ἕνας Ἕλληνας πά­νω στὴ γῆ, νὰ σβήσῃ τὸ ἱστορικὸ αὐτὸ ἔθνος.
Κινδυνεύουμε λοιπὸν ἀτομικῶς, κινδυνεύ­ουμε οἰκογενειακῶς, κινδυνεύουμε ἐθνικῶς, κινδυνεύουμε τέλος πανανθρωπίνως· ἐκτὸς τῶν πολέμων, πάει νὰ διαταραχθῇ ἡ ἰ­σορροπία στὴ φύσι, ἡ ἀτμόσφαιρα, οἱ πάγοι στοὺς πόλους, ἡ χλωρίδα καὶ ἡ πανίδα (φυτὰ καὶ ζῷα)· ἡ γῆ νὰ γίνῃ ἕνας γυμνὸς σφόνδυλος, κι ὁ σατα­νᾶς νὰ τοῦ δώσῃ μιὰ κλωτσιὰ νὰ τὸν ἀφανίσῃ.

* * *

―Ὤ, ἀπελπιστικὰ εἶν’ αὐτὰ ποὺ μᾶς λές!…
Ὄχι, ἀγαπητοί μου. Βλέποντας τοὺς κινδύ­νους ποὺ διατρέχουμε ἂς ἔχουμε ψηλὰ τὸ μέ­τωπο. Ἀπελπίζονται οἱ ἄπιστοι καὶ αὐτοκτο­νοῦν. Ὅσοι πιστεύουν στὸ Θεὸ δὲν ἀπελπίζον­ται. Γνωρίζουν ὅτι, πέρα ἀπὸ τὴν ὕλη, τὶς φυσι­κὲς δυνάμεις καὶ τὸ χρῆμα, ὑπάρχει ὁ μεγά­λος Θεός, ὑπάρχει ὁ Χριστός, ποὺ ζῇ καὶ βασι­λεύει εἰς τοὺς αἰῶνας. Τί χρειάζεται; Νὰ κάνου­με ὅπως ὁ Πέτρος, ποὺ φώναξε «Κύριε, σῶ­σόν με». Ἔτσι κ᾿ ἐμεῖς ὅλοι νὰ φωνάξουμε· Κύριε, σῶσε μας! Παρακαλέστε, ἀδέρφια μου, τὸ Θεό· Κύριε, σῶσε τὸν κόσμο, τὴν Ἑλλάδα μας, τὴ Μακεδονία μας· σῶσε τοὺς γονεῖς μας, τὰ παιδιά μας, τὴν οἰκογένειά μας, ὅ,τι φίλτατο ἔ­χουμε ἐπὶ τῆς γῆς, διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπερ­­α­γίας Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν ἁγίων· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό της Ἁγίας Παρασκευῆς Πισοδερίου – Φλωρίνης 31-7-1977)

_____________

ΡΟΥΜΑΝΙΚΑ

______________

PREDICA MITROPOLITULUI AUGUSTIN DE FLORINA LA DUMINICA A IX-A DUPĂ RUSALII

(MATEI 14, 22-34)

VIAŢA NOASTRĂ – O MARE FURTUNOASĂ

Iubiţii mei, aţi auzit sfânta şi sfinţita Evanghelie. Evanghelia de astăzi demonstrează că Hristos nu este doar om ca noi, ci este şi Dumnezeu. Este Dumnezeul-Om. Acest lucru îl predică minunea pe care aţi auzit-o. O minune mare, de trei ori mare, care a avut loc în continuarea celeilalte minuni, despre care a vorbit Evanghelia din duminica trecută. Acolo se spunea că Hristos cu cinci pâini şi doi peşti a săturat cinci mii de oameni în pustie. După aceasta, Domnul S-a suit în munte, ca să se roage singur, în noapte. Ucenicii au urcat la porunca Lui într-o barcă mică din lacul Ghenizaret sau marea Galileii, ca să iasă pe malul celălalt. Călătoreau singuri, fără Domnul. La început era linişte. Dar, deodată, şi în timp ce mijea de ziuă, s-a ridicat un val puternic. Barca se zdruncina şi era în pericol să se scufunde. Atunci s-a arătat acolo Hristos păşind pe deasupra apelor. Înfricoşătoare privelişte. Ucenicii, doar ce L-au văzut, s-au tulburat şi au spus că este o nălucă. Însă nu era o nălucă. Era El însuşi.
Petru şi-a făcut curaj şi a spus:
– Tu eşti Doamne? Dacă eşti Tu, spune-mi să vin la Tine, păşind şi eu pe deasupra apelor. Domnul i-a făcut acest dar.
-Vino, i-a spus. Şi Petru a început să păşească pe deasupra valurilor. Văzând însă vântul puternic, s-a înfricoşat şi a început să se scufunde.
– Doamne, mântuieşte-mă!, strigă cu agonie.
Hristos îşi întinde imediat mâna şi îl prinde.
– “Puţin credinciosule” – îi zice – “de ce te-ai îndoit?” (Matei 14, 31).
Şi imediat ce au intrat în barcă s-a făcut linişte. L-au slăvit pe Dumnezeu şi I-au spus lui Hristos: “Cu adevărat, Tu eşti Fiul lui Dumnezeu!” (Matei 14, 33).
***
Aceasta este pe scurt Evanghelia de astăzi. Minunea aceasta arată că Hristos stăpâneşte peste toate: soare, lună, stele, pământ, vânturi, mare, lacuri, râuri, copaci, animale, toate. Este Stăpânul a toate.
Şi noi, iubiţii mei, cu toate că ne aflăm pe uscat, totuşi călătorim pe mare, suntem într-o barcă. Care este această barcă? Viaţa omenească. Din ziua în care se naşte omul până la sfârşitul vieţii, el este în această barcă, care e în pericol din parte valurilor, a valurilor sălbatice.
Care sunt aceste valuri? Un val este boala. În timp ce eşti sănătos, deodată te îmbolnăveşti, cazi la pat, eşti în pericol să mori; acesta este un val imens. Vrei altul? Iată, văduvia; în timp ce eşti căsătorit, îţi pierzi femeia şi rămâi singur. Ce lovitură este şi pentru femeie să-şi piardă bărbatul şi să rămână văduvă cu copii mici! Dar şi pentru copii este un mare val să fii orfan. Un val este şi şomajul; să fie cineva fără loc de muncă, să caute de muncă şi să nu poată găsi. Un val este şi sărăcia: să nu aibă omul cele indispensabile să-şi acopere nevoile. Dar valuri nu sunt oare şi nedreptatea, calomnia sau divorţul?… Plină de valuri este viaţa aceasta. Şi în sfârşit cel mai sălbatic val: moartea, pierderea vieţii, val care vine să afunde trupul nostru în mormânt. Dar vorbind limba Evangheliei, trebuie să spunem că cel mai groaznic din toate valurile este – care? Păcatul! Cel care persistă nepocăit, în păcat, fie că acesta se numeşte furie sau mânie, ori desfrânare, adulter sau prostituţie, ori furt sau crimă, ori alt păcat, acesta se scufundă nu în mormânt, ci în iad – sufleteşte şi trupeşte.
Ce trebuie să facem acum? Să deznădăjduim? Nu, iubiţii mei. Să prindem şi noi curaj, să avem o credinţă nezdruncinată în Dumnezeu. Bunul Dumnezeu vine şi îl ajută pe om, nu îl lasă. Şi omul credincios vede pretutindeni mâna lui Dumnezeu. O vede continuu în viaţa lui; şi atunci când este mic, şi când creşte şi când se face bătrân, întotdeauna el vede mâna lui Dumnezeu. Şi nu doar persoane, ci şi grupuri, familii şi popoare şi societăţi, văd ocrotirea Lui.
Mica noastră patrie a văzut de multe ori în istorie mâna lui Dumnezeu. În 1922, în Asia Mică, de pildă, a fost o mare nenorocire. Au venit turcii, au masacrat, au ucis, au ars, au devastat totul. S-a vopsit cu sânge valul Mării Egee. Marea s-a înroşit de sângele victimelor. Toţi erau disperaţi. Unul singur nu a disperat: episcopul Smirnei, ultimul ierarh al cetăţii, etno-martirul Hrisostomos. A liturghisit pentru ultima dată în biserica Sfintei Fotini şi a spus cu lacrimi în ochi: “Dumnezeu ne încearcă credinţa. Îndrăzniţi, eleni, vor răsări şi zile mai bune!…”. Şi, într-adevăr, au venit zile mai bune. Cei aproximativ două milioane de refugiaţi, care au plecat atunci din Asia Mică, au venit în Ellada, au lucrat cinstit şi au făcut pământul să înflorească ca nişte rodii. Prin sudoarea lor, ţara noastră a devenit în puţin timp atât de îndestulată, încât a început să facă şi export din produsele ei valoroase în alte ţări din afară. Şi doar din punct de vedere material? Chiar şi etnic de mult bine a beneficiat ţara noastră. A ieşit şi de aici “din amar dulce”, din nenorocirea naţională un important beneficiu naţional. S-a constatat că sunt în afara teritoriilor ei şi turcii şi bulgarii şi sârbii şi alţii, iar Ellada a câştigat o admirabilă uniformitate. A devenit una din cele mai omogene ţări. Iată mâna lui Dumnezeu!
Cele cinstite şi scumpe ştim că sunt în pericol.
Şi astăzi, patria noastră este încercată. Precum în vremurile strămoşilor noştri, aşa şi în zilele noastre, este încercată în marea furtunoasă a ameninţărilor şi a capcanelor diplomatice. Doar credinţa, nezdruncinata credinţă, poate să facă minunea. E suficient ca Ellada să repete Domnului strigătul lui Petru: “Doamne, mântuieşte-mă!” (Matei 14, 30).
Şi astăzi, familia, ca instituţie, este afectată de valurile concepţiilor, obiceiurilor şi legilor moderne. Criminalitatea pruncilor este în creştere. Sfântul Cosma Etolianul, care este sărbătorit în august, zicea: Când veţi vedea că se golesc bisericile, se vor umple închisorile. Şi s-au umplut deja de criminali şi de terorişti. Aceste lucruri păţeşte cel care fuge de Dumnezeu. Soţii, care îşi văd barca luând apă, să îngenuncheze şi să strige: “Doamne, mântuieşte-ne casa! Întindeţi mâna şi păzeşte-ne, să nu ne scufundăm!”
Şi credinţa fiecăruia dintre noi este încercată astăzi. Are de înfruntat vânturile rătăcirii, curentele raţionalismului, furtunile ereziilor, valurile ironiei, batjocurile puţinei credinţe. “Doamne, mântuieşte-ne!”, să spună fiecare din noi şi “Înmulţeşte-ne nouă credinţa!” (Matei 14, 30; Luca 17,5).
***
Iubiţii mei, aceste puţine lucruri am vrut să vi le spun. Toţi în acestă viaţă suntem încercaţi. Încercăm necazuri. Necazurile sunt valurile, care lovesc barca vieţii noastre zi de zi. Călătorim pe o mare în furtună. Dar să nu deznădăjduim! La capăt ne aşteaptă limanul.
Într-un sat din regiunea noastră a avut loc un deces. A murit nu vreun bătrân, ci o copilă tânără de douăzeci de ani. În floarea vârstei. A venit moartea şi a luat-o pe această fată binecuvântată, pentru care părinţii ei îşi făceau vise de aur. A luat-o şi se tânguieşte acum întreg satul. Ne vom duce acum să cântăm acolo slujba de ieşire, înmormântarea, şi să-i mângâiem pe cei îndoliaţi, pe cei ce plâng. Mângâierea noastră este credinţa în învierea de obşte.
Câţi vrem să ne mântuim, aici pe acest pământ vom trece prin necazuri, multe necazuri. Nu o spun eu. O spune de Dumnezeu insuflatul cuvânt: “Prin multe necazuri trebuie să intrăm noi în Împărăţia lui Dumnezeu” (Fapte 14, 22); ca să ne învrednicim adică împărăţiei celei cereşti, se cuvine să trecem prin furtuna necazurilor. Dar să nu deznădăjduim! Cine Îl iubeşte pe Dumnezeu şi rămâne credincios Lui, la sfârşit, şi din necazuri va ieşi folosit.
De aceea, să răbdăm necazurile cu nădejdea în Dumnezeu şi cu curaj în victorie. Un poet credincios a scris:
“Şi chiar dacă nu-mi rămâne-n lume
Un loc unde să mă sprijin sau să stau,
Acolo sus e Dumnezeul meu;
Cum aş putea să deznădăjduiesc?”.
Şi să presupunem că m-au părăsit toţi, şi rude şi prieteni şi cunoscuţi, şi că mă aflu într-o situaţie dificilă şi nu am unde şi nu am pe ce să mă sprijin şi unde să stau, acolo sus este Dumnezeul meu, cum pot să deznădăjduiesc?
Aşadar, în Domnul nostru Iisus Hristos, Care trăieşte şi împărăţeşte în veci, să avem nădejdea noastră, credinţa noastră, şi Dumnezeu nu ne va părăsi niciodată. Amin.

†Episcopul Augustin
(Sfânta Biserică a Sfântului Gheorghe Tripotamou – Florina 16.08.1992)

Like this:

_

O Θεoς φροντιζει για μας

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Αυγ 5th, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Η΄ Ματθαίου (Ματθ. 14,14-22)

O Θεoς φροντιζει για μας

«Καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν» (Ματθ. 14,20)

ΚΥρ...ΑΚΟΥΣΑΤΕ, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Τί εἶνε τὸ Εὐαγγέλιο; Εἶνε ἕνα βιβλίο· εἶνε τὸ ὡραιότερο βιβλίο ποὺ ὑπάρχει στὸν κόσμο. Ἐὰν ὅλοι μας, μικροὶ καὶ μεγά­λοι, ἄντρες καὶ γυναῖκες, ἐγγράμματοι καὶ ἀ­γράμματοι, ἐπιστήμονες καὶ ἐργάτες, ὅλοι ἐν γένει, ἐφαρμόζαμε ὅσα λέει τὸ Εὐαγγέλιο, αὐτὴ ἡ γῆ θὰ ἦταν παράδεισος· ἐνῷ τώρα, ποὺ παραβαίνουμε ὅλοι τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυ­ρίου, ἡ γῆ, ὁ πλανήτης αὐτός, κινδυνεύει νὰ γίνῃ κόλασις.

* * *

Τί λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμερα; Διηγεῖται ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα, τὰ μεγάλα καὶ ἀναρίθμητα θαύματα, ποὺ ἔ­κανε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο αὐτόν. Μετρᾷς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ; μετρᾷς τὰ φύλλα τῶν δέντρων; μετρᾷς τὶς στα­γόνες τῶν ὠκεανῶν; Ἄλλο τόσο μπορεῖς νὰ μετρήσῃς τὰ θαύματα, ποὺ ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ μέχρι συν­τελείας τῶν αἰώνων ὁ Κύ­ριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστός.
Ποιό τὸ θαῦμα; Ὅταν κάποτε ὁ Χριστός μας κουράστηκε ―διότι ἦ­ταν καὶ τέλειος ἄν­θρωπος καὶ ἔφερε ὅλα τὰ γνωρίσματα τῆς ἀν­­­θρω­πίνης φύσεως πλὴν τῆς ἁμαρτίας―, αἰ­σθάνθηκε τὴν ἀνάγκη ἀναπαύσεως. Βγῆκε λοι­πὸν στὴν ἔρημο γιὰ ν᾿ ἀναπαυθῇ λίγο ἀπὸ τοὺς κό­πους καὶ τοὺς μόχθους τῆς ἐπιγείου ζωῆς. Αὐτὸ τὸ πληροφορήθηκε ὁ κόσμος, ὁ ὁποῖος τὸν ζητοῦσε. Καί, παρὰ τὴν ἀπόστασι, βά­δισαν χιλιόμετρα καὶ πῆγαν νὰ τὸν βροῦν. Τὸν βρῆκαν πράγματι. Καὶ ὁ Χριστός, ὅταν τοὺς εἶδε ἐκεῖ στὴν ἔρημο, τοὺς σπλαχνίστη­κε καὶ θεράπευσε ὅλους τοὺς ἀρρώστους ποὺ τοῦ εἶχαν φέρει.
Καὶ μετά; Ἄρχισε νὰ τοὺς δι­δάσκῃ. Ἦ­ταν τόσο γλυκειὰ ἡ διδασκα­λία του, ὥστε οἱ ὧ­ρες περνοῦσαν κι αὐτοὶ δὲν χόρταιναν νὰ ἀ­κοῦ­νε. Ἔγινε μεσημέρι, πέρασε τὸ μεσημέ­ρι, κόν­­­τευε νὰ βασιλέψῃ ὁ ἥλιος, κ’ ἐκεῖνοι ἄ­κουγαν τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ. Οἱ μαθηταὶ πλησίασαν τὸν Κύριο καὶ τοῦ εἶπαν· Ὁ τόπος εἶνε ἔρημος καὶ ἡ ὥρα πέρασε κιόλας· ἀπόλυσε τὸν κόσμο, νὰ πᾶνε νὰ ψωνίσουν κάτι γιὰ φαγητό. Ὁ Χριστὸς ὅμως φρόντισε καὶ ἐξ­ασφάλισε ὁ ἴδιος φαγητὸ γιὰ ὅλους αὐ­τούς. Τί ἔκανε; Πῆ­ρε στὰ ἅγια χέρια του πέντε ψωμιὰ καὶ δυὸ ψά­ρια, ποὺ βρέθηκαν ἐκεῖ, προσευχήθηκε, τὰ εὐλόγησε, καὶ μετὰ τὰ ἔδωσε στοὺς μαθητάς, καὶ οἱ μαθηταὶ στὸν κόσμο. Καὶ ἔφαγαν καὶ χόρτασαν, κατὰ θαυμαστὸ τρό­πο, ὅλοι αὐτοί, πέντε χιλιάδες ἄντρες – ἐ­κτὸς ἀπὸ τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά, ποὺ κατ’ ἀναλογία θὰ ἦταν διπλάσιες καὶ τριπλάσιες. Μιὰ ὁλόκληρη πό­λις ἐτράφη μὲ τὰ πέντε ψωμιὰ καὶ τὰ δύο ψά­ρια!
Ἔτσι ἔδειξε τὴν ἀγάπη του ὁ Χριστός.

* * *

Αὐτὴ τὴν ἀγάπη ὁ Κύριος τὴ δείχνει μέχρι σήμερα. Ἀλλὰ ἐμεῖς δυστυχῶς δὲν ἔχουμε μάτια νὰ τὴ δοῦμε καὶ αὐτιὰ ν᾿ ἀ­κούσουμε τὰ θεϊκά του λόγια. Ὁ Χριστὸς μᾶς ἀγαπᾷ καὶ φρον­τίζει γιὰ μᾶς. Ὁ Χριστὸς ἔ­χει ὅ­λο τὸ ἐν­δι­αφέρον του στραμμένο στὸν ἄν­θρω­πο, ποὺ εἶ­νε τὸ ἀριστούρ­γη­μα τῆς θεί­ας δημιουργίας. Μυριάδες εἶνε τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος εἶνε τὸ ἄριστο δημιούργημα.
Τοῦ ἔδωσε – καὶ τί δὲν τοῦ ἔ­δωσε! μάτια, γιὰ νὰ βλέπῃ· αὐτιά, γιὰ ν᾿ ἀ­κούῃ· γλῶσσα, γιὰ νὰ μιλάῃ· χέρια, γιὰ νὰ ἐρ­γάζεται· πόδια, γιὰ νὰ τρέχῃ· μυαλὸ γιὰ νὰ σκέ­πτεται, νὰ συλλογίζεται καὶ νὰ κρίνῃ· τὸν προίκισε μὲ κάθε χάρισμα. Καὶ ἐπειδὴ προνοεῖ γιὰ τὶς ἀνάγκες του, τοῦ ἔδωσε ἀκόμα ὅ­λα τ᾿ ἀγαθὰ τῆς γῆς· τοῦ ἔδωσε νερὸ καθαρὸ καὶ κρυστάλλινο, νὰ πίνῃ καὶ νὰ καθαρίζεται· τοῦ ἔδωσε ἀέρα, ν᾿ ἀναπνέῃ· τοῦ ἔδωσε ἀκό­μη φῶς δωρεάν· ὁ ἥλιος εἶνε μιὰ μεγάλη Δ.Ε.Η.. Χθὲς ἦρθε στὴ μητρόπολι μιὰ φτωχιὰ γυναίκα καὶ ἔκλαιγε. —Γιατί κλαῖς; τὴ ρωτάω. —Μοῦ κόψανε τὸ ῥεῦ­μα, λέει· ἡ Δ.Ε.Η. μοῦ ᾿κοψε τὸ φῶς, κ’ εἶμαι στὸ σκοτάδι… Ἀλλὰ ὁ ἥλιος φωτίζει ὅλους. Ὁ Θεὸς «τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους» (Ματθ. 5,45). Ἑκατομμύρια – δισεκατομμύρια κιλοβὰτ παράγει ὁ ἥλιος καὶ τὰ παρέχει δωρεάν! Δωρεὰν ὁ ἥλιος, δωρεὰν ὁ ἀέρας, δωρεὰν τὸ νερό, ὅλα δωρεάν. Ὁ Θεὸς δὲ μᾶς ἔῤῥριξε πάνω σ᾿ ἕνα γυμνὸ πλανήτη, ὅπως εἶνε ἡ  σελήνη. Αὐτοὶ ποὺ πῆγαν στὸ φεγγάρι δὲ βρῆκαν ἐκεῖ οὔτε νερό, οὔτε ἀέρα, οὔτε δέντρα, οὔτε ζῷα. Ἔρημο, παν­τέ­ρη­μο τὸ τοπίο, ξεραΰλα παν­τοῦ. Κι ὁ ἀστροναύτης ποὺ ἐπῆγε ἐκεῖ εἶπε· —Θεέ μου, πότε νὰ κατεβῶ στὴ γῆ, ν᾿ ἀνοίξω τὴν κάνουλα τοῦ σπιτιοῦ μου, νὰ πιῶ νερὸ νὰ δροσιστῶ!…
Ὅλα μᾶς τὰ ᾿δωσε ὁ Θεός. Δυστυχῶς ὅ­μως ὁ ἄνθρωπος εἶνε ἀχάριστος. Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια οἱ ἄνθρωποι εἶχαν αἴσθημα εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν Θεό. Δὲν κάθονταν στὸ τραπέζι νὰ φᾶνε, ἐὰν δὲν ἔκαναν τὴν προσ­ευχή τους· καὶ δὲ σηκώνονταν ἀπὸ τὸ τρα­πέζι, ἐὰν δὲν δόξαζαν καὶ δὲν εὐχαριστοῦσαν τὸ Θεό. Εἶχαν πάντα στὰ χείλη τὸ εὐχαριστῶ. Τώρα; Τώρα κλάψτε, κλάψτε… Πῶς μᾶς ἀνέ­χεται ὁ Θεός! πῶς δὲν πέφτουν πάνω μας τὰ ἄστρα, πῶς τὰ ποτάμια δὲν πλημμυρίζουν νὰ φτάσουν μέχρι πάνω στὶς κορυφὲς τῶν ὀρέ­ων, πῶς ἡ γῆ δὲν σείεται ἐκ θεμελίων, πῶς δὲν ἀνοίγει χάσματα νὰ μᾶς καταπιῇ!… Δόξα τῇ μακροθυμίᾳ σου, Κύριε. Μεγάλη ἀχαριστία! Τὴ μπου­κιὰ ἔχουμε στὸ στόμα, καὶ τὸ Χριστὸ βλαστημᾶμε. Ἀγνωμοσύνη. Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια οἱ εὐσεβεῖς ἄνθρωποι προτοῦ νὰ πιοῦν ἕνα ποτήρι νερὸ ἔκαναν τὸ σταυρό τους, εὐχαριστοῦσαν τὸ Θεό· ἢ πήγαιναν στὴν πηγὴ νὰ πιοῦν νερό, καὶ προτοῦ νὰ πιοῦν τὸ σταύρωναν. Ποιός τὸ κάνει σήμερα; Δὲν ἐκτιμοῦμε τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ. Πρέπει νὰ τὰ στερηθοῦμε γιὰ νὰ τὰ ἐκτιμήσουμε.
Λέει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ποὺ περι­ώδευσε ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τὴν πατρίδα μας, ὅτι θὰ ἔρθουν χρόνια φοβερά, χρόνια κα­τηραμένα, καὶ θὰ μᾶς βροῦν μεγάλες τιμωρίες γιὰ τὰ φοβερὰ ἐγκλήματά μας. Πολλὰ πράγματα θὰ γίνουν στὸν κόσμο. Μεταξὺ τῶν ἄλλων θὰ στερέψουν οἱ πηγές. Ἕνα ποτήρι νερὸ θά ᾿χῃ μιὰ λίρα! τὸ εἶπε ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός. Καὶ ἔρχεται ἡ ὥρα αὐτή· στερεύουν τὰ ποτάμια. Τὰ στέρεψε ὁ Θεὸς γιὰ τὴν ἀχαριστία τῶν ἀνθρώπων. Λέει ἐπίσης, ὅτι καὶ τὸ ἀλεύρι καὶ τὸ ψωμὶ θὰ λιγοστέψουν «Μιὰ φούχτα ἀλεύρι, μιὰ χούφτα χρυσάφι», εἶπε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς. Ἐκεῖ θὰ καταλήξουμε. Γιατί; Διότι φύγαμε ἀπὸ τὸ Θεό· φύγαμε ἀπὸ τὶς ἐντολές του, φύγαμε ἀπὸ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ.
Δέκα χιλιάδες χωριὰ ἔχει ἡ πατρίδα μας. Δῶστε μου, ἀγαπητοί μου, δῶστε μου ἕνα χωριό, ποὺ ὅλοι οἱ κάτοικοι, γυναῖκες καὶ ἄν­τρες, νὰ ἐφαρμόζουν τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο· δῶ­σ­τε μου ἕνα χωριό, στὸ ὁποῖο νὰ μὴν ὑ­πάρχῃ ἔγκλημα καὶ ἀτιμία καὶ ἐκμετάλλευσις, καὶ τὸ χωριὸ αὐτὸ θὰ εἶνε παράδεισος, καὶ ἂς εἶνε φτωχό, καὶ ἂς μὴν ἔχῃ τηλεοράσεις, καὶ ἂς μὴν ἔχῃ ἄλλα μέσα ἐπικοινωνίας, ῥαδιόφωνα, τηλέφωνα καὶ ῥαδιοφωνικοὺς σταθμούς. Ὅ­ποιος εἶνε κοντὰ στὸ Χριστὸ εἶνε πλούσιος, καὶ ὅποιος εἶνε μακριὰ ἀπὸ τὸ Χριστὸ εἶνε φτωχὸς καὶ πάμπτωχος. Κοντὰ στὸ Χριστὸ παράδεισος εἶνε, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ Χριστό κόλασις εἶνε.
Τὰ πιστεύετε αὐτά; Ἐὰν τὰ πιστεύετε, τότε θὰ εἶστε πρόθυμοι νὰ ἐκκλησιάζεσθε. Εἴδατε τί ἔκαναν οἱ ἄνθρωποι τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου; Βάδισαν χιλιόμετρα γιὰ νὰ πᾶνε νὰ βροῦν τὸ Χριστό. Ἀλλὰ ἐσεῖς δὲν χρειάζεται νὰ βαδίσετε χιλιόμετρα. Ὁ Χριστὸς εἶνε ἐδῶ, κοντά σας, ἀνάμεσα στὰ σπίτια σας. Ὁ ναὸς βρίσκεται δίπλα σας. Ἐδῶ τελεῖται τὸ μυστή­ριο τῶν μυστηρίων, ἡ θεία λειτουργία. Ἐδῶ βρίσκεται ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καὶ μᾶς καλεῖ νὰ κοινωνήσουμε τῶν ἀχράντων μυστηρίων.

* * *

Ὦ Θεέ μου, δῶσε φωτισμὸ σὲ ὅλους μας. Σκέπασε τὴν πατρίδα μας τὴν Ἑλ­λάδα. Εἴμεθα ἐδῶ στὰ σύνορα· λίγα χιλιόμετρα μᾶς χωρίζουν ἀπὸ τὸ κράτος τῶν Σκοπί­ων. Τί θὰ μᾶς προστατεύσῃ καὶ θὰ μᾶς ἀσφαλίσῃ; Σὲ παρακαλοῦμε, ἀξίωσέ μας νὰ ἐκτελοῦμε ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἄντρες καὶ γυναῖκες, διδά­σκαλοι καὶ μαθηταί, ἀξιωματικοὶ καὶ στρατι­ῶται, ὅλοι ἐν γένει, τὸ ἅγιο θέλημά σου. Δός μας μιὰ Ἑλλάδα, ποὺ ὅλος ὁ λαός της νὰ ἐ­φαρμόζῃ τὸ Εὐαγγέλιο· μιὰ Ἑλλάδα, στὴν ὁ­ποία νὰ μὴν ὑπάρχῃ διαζύγιο, νὰ μὴν ὑπάρ­χουν ἀντρόγυνα χωρισμένα· μιὰ Ἑλλάδα ποὺ τὰ παιδιὰ νὰ ἀκοῦνε τοὺς γονεῖς· μιὰ Ἑλλάδα ποὺ νὰ μὴν ὑπάρχῃ μοιχεία καὶ πορνεία· μιὰ Ἑλλάδα, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Καὶ τότε ἡ πατρίδα μας θὰ εἶνε μεγάλη καὶ ἰσχυρά, πρὸς δόξαν τοῦ Κυ­ρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ· ὅν, παῖδες Ἑλλή­νων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Στὸ τέλος τῆς ὁμιλίας ὁ π. Αὐγουστῖνος λέει λίγα λόγια γιὰ τὸν ἱερέα, τὸν π. Συμεών Πανόπουλο], ποὺ συμπληρώνει 25 χρόνια (1992-25=1967), καὶ εἶνε πολύτεκνος τοῦ χωριοῦ, καὶ τὸν τιμᾷ μὲ τὸ ὀφφίκιον τοῦ οἰκονόμου. Στὴ συνέχεια λέει τὰ ἑξῆς λόγια).

  • Ἀπὸ τὴ μητρόπολι φέραμε χάριν τῶν κατοίκων Εὐαγγέλια γιὰ ὅλους. Περὶ Εὐαγγελίου δὲν σᾶς ὡμίλησα πρίν; Τὸ εὐαγγέλιο εἶνε τὸ πᾶν. Ἐφαρμόσαμε τὸ Εὐαγγέλιο; ἡ Ἑλλὰς θὰ εἶνε μία εὐτυχεστάτη χώρα τοῦ κόσμου· δὲν ἐφαρμόσαμε τὸ Εὐαγγέλιο; «οὐαὶ ἡμῖν». Λοιπὸν τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ δὲν τὸ διαβάζουμε δυστυχῶς – στὰ παλιὰ τὰ χρόνια τὸ εὐαγγέλιο διαβάζανε οἱ Χριστιανοὶ πρωΐ – μεσημέρι – βράδυ. Λοιπὸν θὰ σᾶς δώσω 30 Εὐαγγέλια, καὶ ἂν χρειαστῇ περισσότερα. Θὰ μοιράσῃς σὲ κάθε οἰκογένεια· αὔριο θὰ σᾶς δώσω σὲ κάθε οἰκογένεια. Ἐπὶ τῇ ἐπισκέψει τοῦ ἐπισκόπου καὶ τῇ τιμῇ, τὴν ὁποῖα σοῦ κάναμε, θὰ μοιράσῃς στοὺς Χριστιανούς σου ὅλους, στὶς οἰκογένειες, ἀπὸ ἕνα Εὐαγγέλιο. Καὶ μόνον ἂν ὑπάρχουν ἄθεοι καὶ ἄπιστοι, σ᾿ αὐτοὺς δὲν θὰ δώσῃς Εὐαγγέλιο. Δὲν πιστεύω στὸ χωριό, στὸ μικρὸ ἐδῶ, τὸ ἡρωϊκὸ χωριό, νὰ ὑπάρχουν ἄπιστοι καὶ ἄθεοι. Ἐπίσης στὰ κορίτσια ἐδῶ, στὶς κατηχήτριες.
  • Ὅλοι μαζί, μιὰ ψυχή, ἕνας λαός, ἕνας λαός!… ἡνωμένος μέχρι τελευταίας ἀναπνοῆς, μέχρι θανάτου, ἐμεῖς ποὺ ὑπηρετήσαμε τὴν πατρίδα στὰς σκληρὰς ἡμέρας πολέμου, ἐμεῖς ποὺ περιωδεύσαμε τὰ μέρη αὐτὰ σὲ ἡμέρες ὀδυνῶν καὶ μεγάλων συμφορῶν, ἐμεῖς πιστεύουμε ἀκραδάντως, ὅτι ἐδῶ ἡ Μακεδονία μας, ἡ Μακεδονία μας θὰ παραμείνῃ ἑλληνική]· ἦτο, εἶνε καὶ θὰ μείνῃ πάντα ἑλληνική, πρὸς δόξαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναὸ του Ἁγίου Νικολάου Κρατεροῦ – Φλωρίνης 9-8-1992)

TYΦΛOI, KOYΦOI, AΛAΛOI

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιούλ 20th, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Ζ΄ Ματθαίου (Ματθ. 9,27-35)

TYΦΛOI, KOYΦOI, AΛAΛOI

π. ΑΥΓ. ΣΤΟΝ ΑΝΒΩΝΑ copyΠΟΛΛΕΣ θρησκεῖες, ἀγαπητοί μου, ὑπάρχουν στὸν κόσμο. Ἀλλ᾽ ἂν ῥωτήσετε ὄχι μόνο τοὺς ἀνθρώπους μὰ καὶ τὶς πέτρες ἀκόμα, θὰ φωνάξουν, ὅτι ἡ μόνη ἀ­ληθινὴ εἶνε αὐτὴ ποὺ ἵδρυσε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς μὲ τὴ διδασκαλία του καὶ τὸ τίμιο αἷμα του.
Γιατὶ ὁ Χριστὸς δὲν εἶνε ἕνας ἁπλὸς ἄν­θρω­πος. Εἶνε Θεός! Τὸ κηρύττει ἡ διδασκαλία του, τὰ ἀθάνατα λόγια του· τὸ βεβαιώνουν τὰ ἀμέτρητα θαύματά του, ποὺ ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων.

* * *

Καὶ σήμερα τὸ εὐαγγέλιο μᾶς διηγεῖται δύο θαύματα ποὺ ἔκανε ὁ Χριστός. Τὸ ἕνα. Κα­θὼς μπῆκε σὲ μιὰ πόλι, ἄ­κουσε πίσω του φωνές. Τί ἔλεγαν· «Ἐλέησον ἡμᾶς…» (Ματθ. 9,27).

Εἶνε τὸ «Κύριε, ἐλέησον» ποὺ λέμε κ᾽ ἐμεῖς στὴν ἐκκλησία στὴ λατρεία μας. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ βάζει τὸ πετραχήλι ὁ παπᾶς, μέχρις ὅτου τελειώσῃ, δέκα, εἴκοσι, τριάντα καὶ περισσότε­ρες φορὲς λέμε «Κύριε, ἐλέησον». Ἀλλὰ πῶς τὸ λέμε; Τὸ δικό μας «Κύριε, ἐλέη­σον» βγαίνει ἀπὸ καρδιὰ παγωμένη· ἐνῷ τὸ «Κύριε, ἐλέ­ησον» τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου βγαίνει σὰν φωτιὰ ἀπὸ τὴν καρδιά, μὲ πίστι καὶ δάκρυα.

Ἂν πᾶτε στὴ ῾Ρωσία, τὸ «Κύριε, ἐλέησον» δὲν τὸ λέει μόνο ὁ ψάλτης. Σ᾽ ἐμᾶς τὸ λέει ὁ ψάλτης ἐνῷ ἄλλοι, ἰδίως οἱ γυναῖκες, κουβεν­τιάζουν. Θέλεις νὰ κουβεντιάσῃς; βγὲς ἔξω. Μέσα στὴν ἐκκλησία τὰ στόματα κλειστά, οἱ καρδιὲς στὸ Θεό. Τὸ «Κύριε, ἐλέησον», ποὺ λέει ὁ ψάλτης, πρέπει νὰ τὸ λένε ἀπὸ τὴν καρδιά τους ὅλοι οἱ Χριστιανοί. Καὶ τότε φτάνει ἕνα «Κύριε, ἐλέησον» νὰ κάνῃ θαῦμα, ὅ­πως ἔκανε τὸ «Κύριε, ἐλέησον» ποὺ ἔλεγαν οἱ ἄνθρωποι τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου.

Ποιοί ἦταν αὐτοί, ποὺ πίσω ἀπὸ τὸ Χριστὸ φώναζαν «Ἐλέησον ἡμᾶς…»; Ἦταν δυὸ δυσ­τυχισμένοι. Τί ἦταν, φτωχοί; Μπορεῖ νά ᾽σαι φτωχὸς καὶ νά ᾽σαι εὐτυχισμένος, χαρούμενος, νά ᾽χῃς παράδεισο μέσα σου· μπορεῖ νά ᾽σαι φτωχὸς καὶ νά ᾽χῃς μιὰ καλὴ γυναῖκα καὶ καλὰ παιδιά, καὶ δὲ χρειάζεσαι τίποτα περισσότερο· μπορεῖ νά ᾽σαι φτωχὸς καὶ νὰ εἶσαι ὑ­γιής. Αὐτοὶ ἦταν δυστυχεῖς, γιατὶ δὲν εἶχαν τὴν ὑ­γειά τους, δὲν εἶχαν μάτια.

Ποιός ἀπὸ σᾶς, ἂν τοῦ δώσουν ἕνα τσουβά­λι δολλάρια ἢ μιὰ βαλίτσα λίρες, δίνει τὰ μάτια του; Κανείς. Ἄρα λοιπόν, ἐσὺ ποὺ ἔχεις τὰ μάτια, δόξαζε τὸ Θεό, εἶσαι πλούσιος. Ἅμα ἔ­χῃς τὴν ὑγειά σου, εἶσαι ἕνας πλούσιος. Ὁ Ὠ­νάσης ἦταν ὁ πιὸ πλούσιος στὸν κόσμο· τὸν πῆ­γαν στὰ καλύτερα νοσοκομεῖα, ἔφεραν τοὺς καλύτερους γιατρούς. Τί ἔλεγε· Κάντε με καλά, καὶ σᾶς δίνω ὅλα τὰ καράβια μου! Ἄ­ρα λοιπόν, ἐσὺ ποὺ ἔχεις μάτια καὶ βλέπεις, αὐ­τιὰ καὶ ἀκοῦς, καρδιὰ καὶ χτυπᾷ, ἔχεις ὑ­γεία, ἔχεις ἕνα θησαυρό.

Αὐτοὶ ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὸ Χριστὸ καὶ φώναζαν «Κύριε, ἐλέησον», δῶσ᾽ μας τὸ φῶς μας, ἦταν τυφλοί. Τό ᾽παν μιὰ φορά, τό ᾽παν δυό, τό ᾽παν δέκα φορές, μὰ ὁ Χριστὸς δὲν ἀ­παντᾷ. Γιατί ἆραγε; δὲν ἀ­κούει; Ἂν ἀ­κούῃ! ῥαντὰρ εἶνε. Ἂν τὰ δικά μας ῥαν­τὰρ ἀ­κοῦνε ἀπὸ τόσο μακριά, ὁ Χριστὸς εἶνε τὸ μεγάλο ῥαντὰρ ποὺ ἀκούει τὶς φω­νὲς ὅλων, ὅσο μακριὰ κι ἂν βρίσκωνται. Εἴτε στὴ σπηλιὰ εἶσαι εἴτε στὸ Βό­ρειο Πόλο εἴτε στὸ Νότιο Πόλο ἢ πάνω στὰ ἄστρα ἢ στὰ βάθη τῆς θαλάσσης ἢ τῆς γῆς, ὁ Θεὸς εἶνε ὅλο αὐτιά. Γιατί ὅμως ἐδῶ δὲν ἀ­παντᾷ; Δοκιμάζει τὴν πίστι τους.

Μπαίνει ὁ Χριστὸς σ᾽ ἕνα σπίτι, μπαίνουν κι αὐτοὶ καὶ τὸν πλησιάζουν μὲ δάκρυα. Πιστεύ­ετε, τοὺς ρωτάει, ὅτι μπορῶ νὰ κάνω αὐτὸ ποὺ ζητᾶτε; Κι ὅταν εἶδε ὅτι ἡ πίστι τους εἶνε βράχος, τότε ἄγγιξε μὲ τὰ ἅγιά του δάκτυλα τὰ μάτια τους καὶ οἱ τυφλοὶ εἶδαν τὸ φῶς τους. «Δόξα σοι τῷ δείξαντι τὸ φῶς…».

Τὸ δεύτερο θαῦμα. Μόλις ἔφυγαν οἱ τυφλοί, νά καὶ ἔρχεται ἕνας ποὺ ὑπὸ τὴν ἐπήρεια δαιμονίου δὲν ἄκουγε καὶ δὲ μιλοῦσε κα­θόλου· ἦταν κωφάλαλος. Ὁ Χριστὸς ἔβγαλε τὸ δαιμόνιο, καὶ ἄνοιξαν τὰ αὐτιά του καὶ ἄκουγε καὶ ἄρχισε ἡ γλῶσσα του νὰ μιλάῃ.

Αὐτὰ τὰ θαύματα ἔκανε ὁ Χριστός· θεράπευσε δυὸ τυφλοὺς καὶ ἕνα κωφάλαλο. Ὁ λα­ὸς θαύμασε τὰ πρωτάκουστα αὐτὰ σημεῖα. Δὲν πί­στεψαν ὅμως ὅλοι. Ἅμα κάποιος εἶνε προκα­τειλημμένος, χίλια θαύματα νὰ δῇ κι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς νὰ κατεβῇ στὴ γῆ, δὲ πιστεύει. Καὶ τὴν ἡμέρα ἐκείνη κάτι φίδια φαρμακερά, παιδιὰ τοῦ διαβόλου, σκοτεινοὶ καὶ ὑπερή­φανοι ἄνθρωποι, οἱ φαρισαῖοι, ὄχι μόνο δὲν πίστεψαν, ἀλλὰ ἄρχισαν νὰ διαβάλλουν τὸ Χριστὸ λέγοντας, ὅτι βγάζει τὰ δαιμόνια μὲ τὴ δύναμι τοῦ σατανᾶ! Ὑπάρχει χειρότερη βλασφημία;

* * *

―Τί μ᾽ ἐνδιαφέρουν ἐμένα αὐτά; θὰ πῇς. Ἐγώ, δόξα τῷ Θεῷ, ἔχω μάτια καὶ βλέπω, ἔχω αὐτιὰ κι ἀκούω, ἔχω γλῶσσα καὶ μιλάω…

Ἂν σ᾽ ἐνδιαφέρῃ; Πολὺ μᾶς ἐνδιαφέρει τὸ εὐαγγέλιο σήμερα! Γιατὶ ὑπάρχουν δύο εἰ­δῶν τυφλοί· τυφλοὶ σωματικῶς καὶ τυφλοὶ πνευ­ματικῶς· καὶ ὑπάρχουν κουφοὶ σωματικῶς καὶ κουφοὶ πνευματικῶς· καὶ ὑπάρχουν ἄλαλοι σωματικῶς καὶ ἄλαλοι πνευματικῶς.

Ποιοί εἶνε τυφλοὶ στὴν ψυχή; Νά, οἱ φαρισαῖοι. Δὲν εἶδαν τὰ θαύματα; Καὶ ὅμως δὲν πίστεψαν. Μάτια εἶχαν καὶ μάτια δὲν εἶχαν. Ὅ­πως τότε ἐκεῖνοι, ἔτσι καὶ σήμερα νεώτεροι γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι βλέπουν θαύματα τοῦ Χριστοῦ τῆς Παναγίας τῶν ἁγίων, καὶ δὲν πιστεύουν. Τυφλοὶ εἶνε. Νά κάποιοι ποὺ πῆ­γαν στὸ πανεπιστήμιο καὶ στὸ ἐξωτερικὸ κ᾽ ἔ­μαθαν μερικὰ γράμματα, καὶ τώρα κάθονται διπλοπόδι στὸ καφενεῖο μὲ τὸ τσιγάρο στὸ στόμα καὶ λένε πὼς δὲν ὑπάρχει Θεός. Ποιοί τὸ λένε; Αὐτοὶ ποὺ δὲν ἔμαθαν ἀκόμα τὸ ἄλ­φα τῆς ἐπιστήμης. Ξέρετε πῶς μοιάζουν; Σὰν νὰ πῇ κάποιος, ὅτι ἕνα ἐργοστάσιο, μὲ τόσες μηχανὲς καὶ τροχοὺς καὶ μοτέρ, φύτρωσε μόνο του, ὅπως τὰ μανιτάρια πάνω στὴν κοπριά. Τὸ λέει κανείς; Δὲν τὸ λέει. Ὅποιος πῇ τέτοιο πρᾶγμα, θὰ τοῦ φορέσουν ζουρλομανδύα καὶ θὰ τὸν πᾶνε στὸ φρενοκομεῖο. Τὸ ἐργοστά­σιο τῆς Δ.Ε.Η. κάποιος τὸ ἔφτειαξε. Καὶ τί εἶν᾽ αὐτὸ μπροστὰ τὸ μεγάλο ἐργοστάσιο ποὺ λέγεται ἥλιος καὶ φωτίζει τόσους αἰῶνες δωρεάν; Αὐτὴ τὴ Δ.Ε.Η. τοῦ οὐρανοῦ ποιός τὴν ἔ­φτειαξε; Θέλεις ἄλλο ἐργοστάσιο; Νά τὸ χῶ­μα ποὺ πατᾷς! Τὸ σπέρνεις καὶ βγαίνουν ἀπὸ μέσα λουλούδια, θάμνοι, δέντρα (ἀχλαδιές, μηλιές, πλατάνια…,). Ποιός τὸ ἔκανε; Ὅλοι οἱ γεωπόνοι νὰ μαζευτοῦν, ἕνα σπόρο δὲ φτειά­χνουν οὔτε θὰ φτειάξουν ποτέ. Στὸ φεγγάρι δὲν ὑπάρχει οὔτε νερὸ οὔτε φροῦτο οὔτε δρόσια οὔτε ἀέρας· τίποτα, ξεραΰλα. Ἄχ, τυφλὲ ἄνθρωπε, ὅλα σοῦ τὰ δίνει ὁ Μεγαλοδύναμος, καὶ δὲν ἔχεις μάτια νὰ τὰ δῇς καὶ νὰ τὸν δοξάσῃς. Νά λοιπὸν τυφλοὶ ποὺ ὑπάρχουν στὸν κόσμο.

Ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ κουφοί. Ποιοί εἶνε κουφοί; Ἔχουν αὐτιά, καὶ αὐτιὰ δὲν ἔχουν. Προχθὲς ἦρθε στὸ γραφεῖο τῆς μητροπόλεως μιὰ γυναίκα καὶ ἔκλαιγε. ―Τί ἔχεις; τῆς λέω, πέθανε τὸ παιδί σου; ―Μακάρι νὰ πέθαινε. Ἄχ, ἦταν καλὸς μαθητής, ἔπαιρνε καλοὺς βα­θμούς. Τελευταῖα ἔμπλεξε μὲ παρέες καὶ ξενυχτάει. Τὸν συμβουλεύω ἐγώ, τὸν συμβουλεύει ὁ ἄν­τρας μου, μὰ αὐτὸς δὲν ἀκούει. Αὐτιὰ δὲν ἔ­χουν τὰ παιδιὰ σήμερα… Δυστυχισμένοι γονεῖς! Δὲν ἀκοῦνε οἱ μικροὶ τοὺς μεγάλους, τὰ παιδιὰ τὸν πατέρα, οἱ μαθηταὶ τὸ δάσκαλο, οἱ Χριστιανοὶ τὸ δεσπότη, τὸν ἱεροκήρυκα· δὲν ἀ­κοῦνε τὸ Χριστό, τὸ Θεό.

Τυφλοὶ ἄνθρωποι, κουφοὶ ἄνθρωποι. Ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλαλοι. Ἀπ᾽ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ μπορεῖ νὰ λένε γιὰ χωράφια, γιὰ δουλειές, γιὰ ἔρωτες, γιὰ γυναῖκες, γιὰ λεπτά, γιὰ πολιτική… Γιὰ ἕνα μόνο δὲ μιλᾶνε· γιὰ τὸ Θεό! Γλῶσσα ἔχουν καὶ γλῶσσα δὲν ἔχουν. Προσευχὴ δὲν κάνουν. Ποῦ καταντήσαμε!

Τί τὸ ὄφελος λοιπὸν νά ᾽χῃς μάτια καὶ νὰ μὴ βλέπῃς τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ; Τί τὸ ὄφελος νά ᾽χῃς αὐτιὰ καὶ νὰ μὴν ἀκοῦς τὸ Εὐαγγέλιο; Τί ὄφελος νά ᾽χῃς γλῶσσα καί, ἐνῷ ἡ μπουκιὰ εἶνε στὸ στόμα σου, ἐσὺ νὰ βλαστη­μᾷς τὰ θεῖα; Καὶ ὁ διάβολος ἀκόμα τρέμει ὅ­ταν ἀκούῃ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ μας.

* * *

Ἀδέρφια μου, σᾶς μιλῶ μὲ πόνο καὶ ἀναστε­ναγμό. Φθάσαμε στὸ τέλος. Θὰ ἔρθῃ μεγάλη καταστροφή. Διότι φύγαμε ὅλοι ἀπὸ τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ. Ἄνθρωπε, σοῦ ἔδωσε ὁ Θεὸς μάτια, γιὰ νὰ βλέπῃς τὰ μεγαλεῖα του καὶ νὰ λὲς «Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε…» (Ψαλμ. 103,24). Σοῦ ἔδωσε αὐτιά, γιὰ ν᾽ ἀκοῦς τὸ λόγο του. Σοῦ ἔδωσε γλῶσσα γιὰ νὰ τὸν ὁμολογῇς. Σοῦ ἔδωσε καρδιὰ γιὰ ν᾽ ἀγα­πᾷς· ν᾽ ἀγαπᾷς ὅλους (πατέρα, μάνα, παιδιά, πατρίδα, ὅ,τι ἱερὸ καὶ ὅσιο), μὰ πάνω ἀπ᾽ ὅλα ν᾽ ἀγαπᾷς Αὐτόν.

Χριστιανοί! τὰ λόγια αὐτὰ φυ­τέψτε τα στὴν καρδιά σας. Τυφλοί! ἂς παρα­καλέσουμε τὸ Θεὸ ν᾽ ἀνοίξῃ τὰ μάτια μας νὰ τὸν δοῦμε. Κουφοί! ἂς τὸν παρακαλέσουμε ν᾽ ἀνοίξῃ τ᾽ αὐτιά μας ν᾽ ἀκούσουμε τὴ φωνή του. Ἄλαλοι! ἂς τὸν παρακαλέσουμε, ἡ γλῶσσα μας νὰ γίνῃ κιθάρα, καὶ μέρα – νύχτα νὰ ὑμνῇ Πατέρα Υἱὸν καὶ ἅ­γιον Πνεῦμα, εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Γεωργίου Ἀναρράχης – Ἑορδαίας 10-8-1975)

«ΥΜΕΙΣ ΕΣΤΕ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ»

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιούλ 9th, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Φῶς καὶ τὰ μικρὰ παιδιά!

Κυρ. Πατ. Δ΄ Οἰκ. Συνόδου (Ματθ. 5,14-19)

«ΥΜΕΙΣ ΕΣΤΕ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ»

(Ματθ. 5,14)

ευλογ. 1999 ιστΑΚΟΥΣΑΤΕ, ἀγαπητοί μου, τὸ εὐαγγέλιο. Τί μᾶς λέει; Ὁμιλεῖ στὴν ἀρχὴ γιὰ φῶς. Σεῖς, λέει, οἱ μαθηταί μου εἶστε τὸ φῶς τοῦ κό­σμου (Ματθ. 5,14). Τί φῶς ἐννοεῖ; Ὑπάρχει φῶς ὑλικὸ – φυσικὸ καὶ φῶς πνευματικό – ὑπερφυσικό.
Τὸ ὑλικὸ φῶς εἶνε τὸ γνωστὸ φῶς. Ἀστείρευτη πηγή του εἶνε ὁ ἥλιος. Κι ἂν δὲν ὑπῆρ­χε τίπο­τε ἄλλο, ἔφτανε καὶ μόνο ὁ ἥλιος ν᾽ ἀ­ποδεί­ξῃ ὅτι ὑπάρχει Θεός. Θὰ εἶνε παρά­φρων ὅποιος πῇ ὅτι εἶνε δημιούργημα τύχης. Δισεκατομμύρια κιλοβὰτ σκορπάει σὲ κάθε γωνία τῆς γῆς, καὶ μάλιστα δωρεάν. Γι᾽ αὐτὸ κάθε ψυ­­χή, πρωὶ σὰν βγαί­νῃ ὁ ἥλιος, μ᾽ εὐγνωμοσύ­νη ἂς λέῃ· «Δόξα σοι τῷ δείξαντι τὸ φῶς…».
Ἀλλ᾽ ἐκτὸς τοῦ φυσικοῦ ἡλίου καὶ τοῦ φυσι­κοῦ φωτὸς ὑπάρχει τὸ ἄλλο φῶς, τὸ φῶς τὸ νοερό, ποὺ φωτίζει ὄχι πλέον τὰ σώματα ἀλ­λὰ τὰ πνεύματα. Ποιό εἶνε τὸ φῶς αὐτό;
Τὰ γράμματα, ἀκοῦμε συχνά, οἱ τέχνες, οἱ ἐ­πι­στῆ­μες. Κι ὅταν μιὰ ἐποχὴ παρουσιάζῃ σ᾽ αὐ­τὰ ἀ­κμή, τὴ λένε «ἐποχὴ τῶν φώτων». Ἔ­τσι λέγε­ται καὶ ἡ δική μας ἐποχή. Ποτέ ἄλλοτε δὲν ὑ­πῆρξαν τόσες ἐφευρέσεις, τόσα σχολεῖα καὶ πανεπιστήμια. Ἐποχὴ φωτός.
Ἀλλὰ τὸ φῶς αὐτό, ὅσο κι ἂν προκαλῇ θαυμασμό, ἀποδεικνύεται πενιχρό, φῶς πυγολαμπίδος, ὅταν καλῆται νὰ φω­τίσῃ – νὰ δώσῃ ἀ­παντήσεις στὰ μεγάλα προ­βλήματα ποὺ βασα­νίζουν κάθε ἄνθρωπο· Τί εἶνε Θεός; Τί εἶνε κόσμος; Τί εἶνε ἄν­θρωπος; Τί εἶνε σύμπαν; Τί εἶνε ψυχή; Τί εἶνε συνείδησις; Τί εἶνε ἠθικὸς νόμος; Τί ὑπάρχει πέραν τοῦ τάφου;… Σ᾽ αὐ­τὰ τί ἔχουν ν᾽ ἀπαν­τήσουν οἱ τέχνες, οἱ ἐ­πι­στῆ­μες, οἱ φιλοσοφίες; Ἂς μοῦ ἐπιτρα­πῇ νὰ πῶ τὴ λατινικὴ φράσι ποὺ εἶπε ἕνας μεγάλος ἐ­πιστήμων· «Ignoramus et ignorabimus», δη­λα­δὴ ἀγνοοῦμε καὶ θὰ ἀγνοοῦμε. Καὶ ἕνας ἄλ­λος μεγάλος ποιητὴς τῆς Γερμανίας, ὁ Γκαῖτε, στὸ τέλος τῆς ζωῆς του εἶπε· Ἰδού ἐγώ, μὲ τό­σα φῶτα, τυφλός· τυφλός, ὅπως καὶ πρῶτα.

* * *

Ποιό λοιπὸν εἶνε τὸ φῶς; Ἐὰν δώσω τὴν ἀ­πάντησι ἀμέσως, μερικοὶ θὰ μειδιάσουν. Ἀλλ᾽ ἐμεῖς δὲν μειδιοῦμε· μιλοῦμε σοβαρά. Στὸ ἐ­ρώτημα, ποιός εἶνε ὁ ἥλιος ποὺ φωτίζει τὸν κό­σμο, τὰ πάντα φωνάζουν· ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰ­ησοῦς Χριστός. Φῶς εἶνε ἡ διδασκαλία του· «…διότι φῶς τὰ προστάγμα­τά σου ἐπὶ τῆς γῆς» (Ἠσ. 26,9). Φῶς ἡ ἁγία του ζωή, ἡ ἀκηλίδωτη. «Τίς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει με περὶ ἁμαρτίας;» εἶπε (Ἰωάν. 8,46), καὶ τὸ ἐρώτημά του μένει ἀναπάντητο. Φῶς τὰ σεπτά του πάθη· «Τὰ πάθη τὰ σεπτὰ ἡ παροῦσα ἡμέρα, ὡς φῶτα σωστικά, ἀνατέλλει τῷ κόσμῳ…» (κάθ.). Φῶς ἡ σταύρωσι, φῶς ἡ ἀνάστασι, φῶς ἡ ἀνάληψι, φῶς ὁλόκληρος ὁ βίος του. Καὶ ὅπως ὁ ἥλιος δὲν κρατεῖ τὸ φῶς γιὰ τὸν ἑαυτό του ἀλλὰ τὸ σκορπάει, κατὰ πα­­ρό­μοιο τρόπο καὶ ὁ Χριστὸς σκορπάει τὸ φῶς του σὲ ὅλες τὶς ψυχὲς καὶ προσκαλεῖ· «Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός». Καὶ ὄχι μόνο αὐτό· ἀλλ᾽ ἔχει τὴ δύναμι ―ἐδῶ εἶνε τὸ μεγαλεῖο― καὶ τὸ πλέον σκοτεινὸ σῶμα νὰ τὸ κάνῃ φωτεινό. Ὅπως οἱ ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου ὅταν πέσουν σὲ καθρέφτη τὸν κάνουν νὰ γίνεται καὶ αὐτὸς ἥλιος, κατὰ παρόμοιο τρόπο καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, ὅταν πέσῃ σὲ εὐγενεῖς ψυχές, τὶς κάνει νὰ ἀκτινοβολοῦν καὶ γίνονται κι αὐτὲς ἥλιοι στὸν κόσμο.
Δὲν εἶν᾽ αὐτὰ θεωρία, λογοτεχνία, οὐτοπία, λόγια ἀπ᾽ τὰ ὁποῖα μπούχτισε ὁ κόσμος. Ὄχι. Ἡ γλῶσσα μας εἶνε πτωχὴ γιὰ νὰ περιγράψῃ τὸ μεγαλεῖο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶπε· «Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου» (Ἰωάν. 8,12). Ὅτι αὐτὰ δὲν εἶνε λόγια, ἀπόδειξις τὸ ὅτι, ὄχι ἕ­νας ἢ δύο ἢ τρεῖς, ἀλλὰ πολλοὶ δέχθηκαν αὐτὸ τὸ φῶς καὶ ἔγιναν ἀστέρες πνευματικοί.
Σήμερα ―γιὰ μετρῆστε― στὸν οὐρανὸ τῆς Ἐκκλησίας μας λάμπουν 630 ἀστέρες. Εἶνε οἱ πατέρες τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, οἱ ὁ­ποῖοι τὸ 451 συνῆλθαν στὴ Χαλκηδόνα καὶ δι­εκήρυξαν, ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶνε ἁπλῶς ἕνα ἀπὸ τὰ μεγάλα πνεύματα, ἕνας φιλόσοφος ὅπως ὁ Σωκράτης καὶ ὁ Πλάτων, ἀλλὰ εἶνε πολὺ παραπάνω. Ἐὰν δὲν τὸ ὁμολογήσουμε, δὲν εἴμαστε Χριστιανοί· εἶνε τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, Θεάνθρωπος! Αὐτὸ διεκήρυξε γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ ἡ Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καὶ διέλυσε τὰ σκότη τῆς πλάνης καὶ τῆς αἱρέσεως.
Φῶς οἱ 630 πατέρες. Ἀλλὰ φῶς καὶ ὁ κάθε ἅγιος ποὺ ἡ μνήμη του ἀνατέλλει καθημερι­νῶς στὸν ὁρίζοντα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως λ.χ. ὁ ἅ­γιος Κήρυκος καὶ τὴν ἁγία Ἰουλίττα ποὺ ἑορτάζουν στὶς 15 Ἰουλίου, ἡ ἁγία Μαρίνα ποὺ ἑορτάζει στὶς 17 Ἰουλίου, καὶ τόσοι ἄλλοι.

* * *

Δὲν εἶνε λοιπὸν οὐτοπία ὁ λόγος τοῦ σημε­ρι­νοῦ εὐαγγελίου «Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κό­σμου». Καὶ δὲν ἰσχύει ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Χριστοῦ γιὰ ἕνα μικρὸ χρονικὸ διάστημα καὶ γιὰ ἕ­­να μικρὸ κύκλο μαθητῶν καὶ ἀποστόλων. Εἶ­νε λόγος – ἐντολὴ αἰωνίου κύρους. Ἰσχύει γιὰ κά­θε πιστό, μέχρι συν­τελείας τῶν αἰώνων.
Φῶς πρέπει νὰ εἶνε οἱ ἐπίσκοποι, καὶ ἀλλοίμονο ἂν δὲν εἶνε. Φῶς πρέπει νὰ εἶνε οἱ ἱερεῖς μας, καὶ ἀλλοίμονο ἂν δὲν εἶνε. Φῶς οἱ διδάσκαλοί μας· ἀλλοίμονο ἐὰν οἱ δάσκαλοι ἀντὶ νὰ εἶνε φῶς εἶνε σκοτάδι. Φῶς πρέπει νὰ εἶνε οἱ γονεῖς καὶ κηδεμόνες. Φῶς οἱ ἐγγράμματοι καὶ σπουδασμένοι. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε ὅμως νὰ στρέψω τώρα τὸν λόγο εἰδικῶς πρὸς τὰ παιδιὰ καὶ νὰ τοὺς πῶ· Κ᾽ ἐσεῖς, ἀ­γαπητά μου παιδιά, πρέπει νὰ γίνετε φῶς.
―Μὰ ἐμεῖς δὲν εἴμαστε ἐπίσκοποι ἢ ἱερεῖς, δὲν ἔχουμε ἀξιώματα, δὲν εἴμαστε στρατιωτι­κοὶ ἢ δικαστικοὶ ἢ πολιτικοί· εἴμαστε παιδιά. Ἅμα γίνουμε κ᾽ ἐμεῖς μεγάλοι, τότε θὰ γίνου­με φῶς στὸν κόσμο. Τώρα ἀκόμη εἴμαστε μικροί… Ὄχι, παιδιά μου. Κι ἀπὸ τώρα μπορεῖτε.
⃝ Ξέρω ἕνα παιδί, ποὺ εἶχε πατέρα βλάστημο· ἀπ᾽ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ βλαστημοῦσε τὰ θεῖα. Αὐτὸν λοιπόν, ποὺ δὲ μπόρεσε νὰ τὸν δι­­ορθώσῃ οὔτε παπᾶς οὔτε ἱεροκήρυκας οὔτε ἐπίσκοπος, τὸ παιδὶ αὐτὸ κατώρθωσε νὰ τὸν κάνῃ νὰ κόψῃ τὴ βλαστήμια. ―Πατέρα, εἶπε, δὲν τρώω… Κήρυξε ἀπεργία πείνης, ἁγία ἀ­περγία. Νήστεψε, ἕως ὅτου ὁ πατέρας, βλέποντας ὅτι τὸ παιδὶ κινδυνεύει νὰ πεθάνῃ, ἀ­ναγκάστηκε μὲ κλάματα νὰ πῇ· ―Γιῶρ­γο, δὲ θὰ ξαναβλαστημήσω. Νά πῶς ὁ μικρὸς αὐτὸς ἔγινε φῶς μέσα στὸ σκοτάδι.
⃝ Ξέρω ἕνα νέο, ποὺ κατώρθωσε γιαγιά, παπποῦ, πατέρα, ὅλη τὴν οἰκογένειά του, ποὺ δὲν πατοῦσαν στὴν ἐκκλησία, νὰ τοὺς κάνῃ νὰ ἐκ­κλησιάζωνται καὶ νὰ ἐξομολογοῦνται. Αὐ­τὸς ὁ νέος ἔγινε φῶς στὸ σπίτι του.
⃝ Ἔγραψα στὴ «Σπίθα» «Κλεῖστε τὶς τηλεορά­σεις» καὶ πολλοὶ μοῦ εἶπαν· Μὴ γράφεις, καν­είς δὲν ἀκούει… Καὶ ὅμως· πόση χαρὰ αἰ­σθάνομαι ποὺ ἀπ᾽ ὅλα τὰ σημεῖα παίρνω γράμ­ματα, ἀκόμα καὶ μικρῶν παιδιῶν, ποὺ μοῦ λένε· ―Πάλεψα μὲ τὸν πατέρα καὶ τὴ μάνα δυὸ μέρες, ἐπὶ τέλους τοὺς ἔπεισα, καὶ προχθὲς τὸ βράδυ κλείσαμε τὴν τηλεόρασι εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Τέτοια παιδιὰ εἶνε φῶς.
⃝ Βγῆκε πρὸ ἐτῶν στὸ Παρίσι ἕνα μικρὸ βιβλίο μὲ τίτλο «Τὸ φῶς τοῦ βουνοῦ». Εἶνε διήγημα – ἀντιγραφὴ μιᾶς πραγματικότητος. Ἕ­νας μαθητὴς λυκείου μὲ 400 παιδιά, ὅπου οἱ πάντες μικροὶ καὶ μεγάλοι ἦταν ἄθεοι, κατώρ­θωσε μὲ τὴν ὑπέροχη διαγωγή του σιγὰ – σιγὰ νὰ λειώσῃ τὸ παγόβουνο τῆς ἀπιστίας, καὶ ὁ­λόκληρο τὸ λύκειο νὰ πιστέψῃ στὸ Χριστό.
῾Ρίξτε, ἀγαπητά μου παιδιά, ἕνα βλέμμα γύρω σας. Παρ᾽ ὅλα τὰ φῶτα τῶν ἐπιστημῶν καὶ τῶν τεχνῶν, σκοτάδι βασιλεύει, σκοτάδι πνευ­ματικὸ καὶ ἠθικό, σκοτάδι πλάνης καὶ ἀνηθικό­τητος· ἀπιστία, ἀθεΐα, αἱρέ­σεις, διαφθορά. Με­σάνυχτα ἔχει ὁ κόσμος, κολυμπάει στὸ σκοτάδι, σὰν τὴ Μεγάλη Πα­ρασκευή. Τότε σταύρωσαν τὸ Χριστὸ οἱ Ἑβραῖοι· τώρα τὸν ξανασταυρώνουν οἱ λεγόμενοι Χριστιανοί. Σκοτάδι στὰ σπίτια, στὰ δικαστήρια, στοὺς στρατῶ­νες, στὰ σχολεῖα, στὰ πανεπιστήμια· κάποιος φιλόσοφος τῆς νεωτέρας πατρίδος ὠνόμασε τὸ πανεπιστήμιο παν-σκοτιστήριον.
Ν᾽ ἀπογοητευθοῦμε λοιπόν; Ὄχι. Δὲ θὰ νικήσουν τὰ παιδιὰ τοῦ σκότους, ποὺ σὰν τὶς νυ­­χτερίδες κινοῦται στὸ σκοτάδι. Θὰ νικήσῃ τὸ φῶς, ὁ Χριστὸς καὶ τὰ παιδιά του.
Μιὰ ξένη παροιμία λέει· «ἀν­τὶ νὰ κατηγο­ρῇς τὸ σκοτάδι, ἄναψε ἕνα κε­ρί». Καὶ τὸ ἕνα κερὶ θὰ γίνῃ δύο, τρία, πολλά. Δὲν κάνει ν᾽ ἀ­νάβουμε κεράκια μπροστὰ στὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ μας καὶ νὰ εἴμεθα σκοτάδι. Ἄλλου εἴ­δους κεράκια ζητάει ὁ Χριστός. Καθένας ἀπὸ σᾶς, ποὺ αὔριο θὰ εἶστε ἄντρες, νὰ γίνῃ φῶς. Καὶ τὸ φῶς αὐτὸ νὰ διαλύσῃ τὸ σκοτάδι· νὰ φύγουν οἱ αἱρέσεις, ἡ ἀθεΐα, ἡ πλάνη, ἡ κακία, ἡ διαφθορά.
Ἐμεῖς εἴμεθα ἡ δύσις, σεῖς εἶστε ἡ ἀνατολὴ – τὸ πιστεύω ἀκραδάντως. Ἐσεῖς θὰ κάνετε τὴν Ἑλ­λάδα νὰ γίνῃ πάλι ὁ φάρος ποὺ θὰ φωτίζῃ σὲ ἀνατολὴ καὶ δύσι.
Παιδιά, μὴ λησμονεῖτε τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ μας· «Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου».

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(ἱ. ναὸς Ἁγ. Γεωργίου Πρώτης – Φλωρίνης 17-7-1977)

ΠΕΡΙ ΥΠΑΚΟΗΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιούλ 8th, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Δ΄ Ματθαίου (Ματθ. 8,5-13)

ΠΕΡΙ ΥΠΑΚΟΗΣ

«Κύριε, …μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου» (Ματθ. 8,8)

O KYRIOS-Scanned-28ΘΑ τολμήσω, ἀγαπητοί μου, νὰ πῶ λίγες λέξεις μὲ ἀφορμὴ τὸ εὐαγγέ­λιο. Διηγεῖ­ται ἕνα θαῦμα, ἕνα ἀπὸ τὰ ἀναρίθμητα θαύματα τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ.
Ἦταν ἕνας ἑκατόνταρχος, ἀξιωματικὸς τῆς ῾Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας (ὁ βαθμός του ἀν­τι­στοιχεῖ μὲ τὸ σημερινὸ βαθμὸ τοῦ λοχαγοῦ). Ὁ ἑκατόνταρχος εἶχε ἕνα δοῦλο ἄρ­­ρωστο. Ὁ  δοῦλος τότε δὲν ἐθεωρεῖτο ἄν­θρωπος μὲ δικαιώματα· ἐθεωρεῖτο ζῷο καὶ κά­τω τοῦ ζῴ­ου. Ἐθεωρεῖτο ἕνα ρές (res), ἕνα πρᾶ­γμα, ποὺ ὁ ἀ­φέντης του τὸ κάνει ὅ,τι θέλει· μποροῦσε καὶ νὰ τὸν σκοτώσῃ ἀκόμη, τέτοια σκληρότης ἐπι­κρατοῦσε. Ἐν τούτοις ὁ ἑκατόν­ταρχος αὐτός, μο­λονότι εἰ­δω­λολάτρης, ἦτο σπλαχνι­κός, εἶχε ἀγάπη. Ὅ­ταν ὁ ὑπηρέ­της του ἀῤῥώστη­σε, ἐν­διαφέρθηκε γι’ αὐτόν. Θὰ κάλεσε ἀ­σφα­­λῶς γιατρούς, θὰ τοῦ ἔδωσε φάρμακα. Ἀλλὰ ὁ ἀ­σθενὴς ἔμενε ἀθεράπευτος.
Τότε κατέφυγε στὸ μοναδικὸ ἰατρὸ ψυχῶν καὶ σωμάτων, τὸν Κύριον ἡμῶν ᾿Ιησοῦν Χριστόν, καὶ ζήτησε τὴ θεραπεία τοῦ δούλου. Ὁ Χριστὸς τοῦ λέει· «Θὰ ἔρθω ἐγὼ στὸ σπίτι σου νὰ τὸν θεραπεύσω». Ὁ ἑκατόνταρχος ὅ­μως ἀπαντᾷ· «Κύριε, δὲν εἶμαι ἄξι­ος νὰ εἰσ­έλ­θῃς στὸ σπίτι μου· πὲς μόνο ἕνα λόγο, ἀπὸ μακριά, καὶ φτάνει». Ὁ Χριστὸς θαύμασε τὴν πί­στι του, ἔδωσε ἀπὸ μακριὰ διαταγή, κι ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη ὁ δοῦλος θεραπεύθηκε.
Αὐτὸ εἶνε τὸ εὐαγγέλιο. Ἀπὸ ὅλα ὅσα διδάσκει ἕνα μόνο θέλω νὰ πῶ στὴν ἀγάπη σας.

* * *

Ὁ ἑκατόνταρχος, γιὰ νὰ πείσῃ τὸ Χριστό, ἀ­­νέ­φερε τὸ δικό του παράδειγμα. «Ἐγώ», εἶ­πε, «ἔχω ὑπὸ τὴν ἐξ­ουσία μου στρατιῶτες· καὶ λέω στὸν ἕνα, ἔλα, καὶ ἔρχεται· λέω στὸν ἄλ­λο, πήγαινε ἐκεῖ, καὶ πηγαίνει· λέω καὶ στὸ δοῦλο μου, κάνε αὐτό, καὶ τὸ κάνει». Ὑπάρ­χει ἐξου­σία λοιπόν, δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ἀρ­νηθοῦμε· δὲν κυβερνᾶται ὁ κό­σμος χωρὶς ἐξουσία. Καὶ οἱ ἐξουσίες εἶνε πολλὲς καὶ ποικίλες. Δὲν ἐξ­ετάζω, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἀ­σκοῦν τὸ ἔργο τους νομίμως καὶ κανονικῶς· θέλω μόνο νὰ το­νίσω, ὅτι οἱ ἐξουσίες τῆς γῆς εἶνε μικρές. Ἡ ἐξουσία λ.χ. ἑνὸς στρατηγοῦ, ἑνὸς ναυ­άρ­χου, ἑνὸς ἀρχηγοῦ κόμματος, ἑνὸς πρω­θυπουργοῦ, ἑνὸς προέδρου δημοκρατί­ας, ἑνὸς βασιλέως, ἔχει κάποιο τέλος. Αὐτὸ ἰσχύει γιὰ ὅλους. Καὶ Μέγας Ἀλέξανδρος καὶ Ναπολέων καὶ μονοκράτωρ νὰ εἶσαι, καὶ ὑπερ­δύναμις νὰ γίνῃς ὅπως λένε τώρα, ἡ ἐξουσία αὐτὴ εἶ­νε σκιὰ ἐξουσίας, μπροστὰ στὴν ἐξουσία τοῦ Χριστοῦ. Μετὰ ἑκατὸ χρόνια, σᾶς ἐ­ρω­τῶ, ποιός θὰ τοὺς θυμᾶται αὐτούς; Κανείς. Θὰ ψά­χνουν σὲ λεξικὰ νὰ βροῦν τ’ ὄνομά τους.
Λέει λοιπὸν ὁ ἑκατόνταρχος· «Ἐὰν ἐγὼ ἐ­ξουσιάζω τοὺς στρατιῶτες κι αὐτοὶ πειθαρχοῦν στὶς διαταγές μου κ’ εἶ­νε ἕτοιμοι νὰ ῥιχτοῦν καὶ σὲ μάχες, πολὺ περισσότερο ἐσύ, Κύριε, ποὺ δὲν ἔχεις μιὰ μικρὰ ἐξουσία, ἀλλὰ ἡ ἐξουσία σου εἶνε ἀπέραντη, μπορεῖς νὰ δι­ατάζῃς καὶ νὰ ἐκτελοῦνται τὰ πάντα». Τί σημαίνουν τὰ λόγια αὐτά; Ὁ ἑκατόνταρχος πί­στευε, ὅτι κάτω ἀπὸ τὸ ταπεινὸ σχῆμα τοῦ ᾿Ιη­σοῦ τοῦ Ναζωραίου κρύβεται ἡ Θεότης, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ παντοδύναμος Θεὸς ποὺ δημιούργησε καὶ κυβερνᾷ τὸ σύμπαν. Πῶς τὸ κυβερνᾷ; Μὲ τὴ θεία πρόνοιά του, μὲ τὶς δυ­νάμεις καὶ τοὺς φυσικοὺς νόμους ποὺ ἔθεσε.
Ἕνας λ.χ. θεμελιώδης φυσικὸς νόμος εἶνε ἡ παγκόσμιος ἕλξις. Ὅλα τὰ οὐράνια σώματα, τὰ δισεκατομμύρια ἄστρα ποὺ ζυγίζουν τόν­νους ἀμέτρητους, στέκονται στὸν ἀέρα! Πῶς; Εἶνε δεμένα μεταξύ τους μὲ μία ἀ­όρατη «κλωστή», ποὺ ἡ ἐπιστήμη τὴν ὠνόμασε ἕλξι· τραβάει, δηλαδή, τὸ ἕνα τὸ ἄλλο. Ἀλλ’ ἐὰν ρω­τήσης καὶ τὸν ἐπιστήμονα καθηγητὴ τί εἶνε ἕλξις, δὲν ξέρει νὰ σοῦ πῇ. Ἡ ἐπιστήμη περιγράφει, δὲν ἐξηγεῖ. Τὰ βαθύτερα αἴτια παρα­μέ­νουν ἀσύλληπτα, ἀκατάληπτα, ἀπερινόητα. Καὶ μόνο αὐτό; Τὰ δισεκατομμύρια ἄστρα δὲν αἰωροῦνται ἁπλῶς στὸ διάστημα· κινοῦνται μὲ ἀκρίβεια καὶ μὲ ταχύτητα ἀστραπιαία. Καὶ ὅμως δὲν συγκρούονται. Σκεφθῆτε· στὴν Ἑλλάδα κινοῦνται πάνω στοὺς δρόμους μερικὲς χιλιάδες αὐτοκίνητα, καὶ κάθε μέρα ἔ­χουμε ἀτυχήματα καὶ δυστυχήματα, παρὰ τὰ μέτρα καὶ τοὺς τροχονόμους· αὐτὰ τὰ ἄ­στρα, πού ᾿νε δισεκατομμύρια ὀγκώδη «ὀχήματα» καὶ τρέχουν αἰωρούμενα στὸ διάστημα, ἐ­ρωτῶ, ποιός τροχονόμος ῥυθμίζει τὴν κίνησί τους καὶ δὲν συμβαίνει καμμία σύγκρουσις;
Ὅλα τὰ κυβερνᾷ ἡ ἄπειρος δύναμις ποὺ λέγεται Θεός. «Τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡ­μῶν;…» (Ψαλμ. 76,14). Σὲ μιὰ ὡραία εὐχὴ τῶν Θεοφανείων ὁ Σωφρόνιος πατριάρχης ᾿Ιεροσο­λύμων ἀναφωνεῖ· «Μέγας εἶ, Κύριε, καὶ θαυ­μαστὰ τὰ ἔργα σου καὶ οὐδείς λόγος ἐξαρκέ­σει πρὸς ὕμνον τῶν θαυμασίων σου… Σὲ ὑ­μνεῖ ἥ­λιος, σὲ δοξάζει σελήνη, σοὶ ἐντυγχά­νει τὰ ἄ­στρα, σοὶ ὑπακούει τὸ φῶς, σὲ φρίτ­τουσιν ἄ­βυσσοι…». Ὑπακούουν τὰ ἄστρα, τὰ δέντρα, τὰ φυτά, τὰ ζῷα…· ὅλα ὑπακούουν στὸ Θεό. Καὶ χάρι στὴν ὑπακοὴ ζοῦν καὶ συντηροῦνται. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὑπακοῆς εἶνε ἡ ἁρμονία. Ὅλα στὴ θέσι τους, ὅλα ὑπακούουν· αὐτὸ τὸ νόημα ἔχει ὁ λόγος τοῦ ἑκατοντάρχου, ὅτι Ἐ­γὼ διατάζω τοὺς στρατιῶτες, ἐσὺ διατάζεις τὶς φυσικὲς δυνάμεις, τὴ ζωὴ καὶ τὸ θάνατο· στὰ χέρια σου εἶνε τὰ πάντα, «μόνον εἰπὲ λό­γῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου» (Ματθ. 8,8).
Ἐὰν γιὰ τὰ ὑλικὰ ὄντα ὁ Θεὸς ἔθεσε φυσικοὺς νόμους, γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἔθεσε καὶ κάποιους ἄλλους νόμους. Οἱ νόμοι αὐτοὶ δὲν εἶνε πλέον φυσικοί· εἶνε νόμοι ἠθικοί. Ἂν ὁ φυ­σικὸς νόμος ἔχῃ ἀξία, πολὺ μεγαλυτέρα ἀ­ξία ἔχει ὁ ἠθικὸς νόμος, ἡ φωνὴ τῆς συνειδή­σεως, ποὺ ἐφύτευσε ὁ Δημιουργὸς μέσα στὶς καρδιὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἀκόμη καὶ τῶν ἀγρίων. Ἕνας φιλόσοφος εἶπε· «Δύο πρά­γματα μὲ κάνουν νὰ πιστεύω στὸ Θεό· τὸ ἕ­να εἶ­νε ὁ οὐρανὸς μὲ τ’ ἀστέρια του καὶ τὸ ἄλ­λο ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεως». Ποιός τὴν φύτευσε μέσα μας; Ὁ ἴδιος ἐκεῖνος ποὺ ἔστησε καὶ τὰ ἄστρα στὸν οὐρανό. Καὶ πρέπει νὰ ὑπακούουμε σ’ αὐτὴν ὅπως ὅλα τὰ ὄντα ὑπακού­ουν στοὺς φυσικοὺς νόμους. Ἂν ὑπακούουμε, θὰ ὑπάρχῃ ἁρμονία καὶ στὴ ζωή μας. Ἄλ­λωστε οἱ ἠθικοὶ νόμοι εἶνε αἰώνιοι. Τὰ ἄστρα καὶ ὁ ἥλιος κάποτε θὰ σβήσουν (αὐτὸ λέει καὶ ἡ ἐπιστήμη), ἀλλ᾿ ὁ θεῖος νόμος θὰ μείνῃ αἰωνίως ἀκατάλυτος. Τὸ εἶπε ὁ Χριστός· «Ὁ οὐ­ρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (Ματθ. 24,35).
Ἀλλ’ ἐνῷ τὰ σύμπαντα ὑπακούουν, ὁ ἄν­θρωπος γίνεται ὁ μόνος ἀντάρτης καὶ λέει στὸ Θεό· Δὲν ὑπακούω! Ὅταν ὅμως λείψῃ ἡ ὑπακοὴ στὸ Θεό, τότε ἔρχεται ἡ συμφορά. Δι­ό­τι ἡ ὑπακοὴ εἶνε ἀναγκαία παντοῦ. Ὄχι στὸν τομέα τῆς θρησκείας μόνο· σὲ κάθε τομέα, ἅ­μα ἀφαιρέσῃς τὴν ὑπακοή, δὲν μένει τίποτε. Στὸ ἀντρόγυνο, στὴν οἰκογένεια, στὸ σχολεῖο, στὸ στρατό, παντοῦ ζητεῖται ὑπακοή.

* * *

Ἡ ὑπακοὴ βέβαια στοὺς ἄλλους τομεῖς εἶ­νε, ἀγαπητοί μου, σχετική, ὄχι ἀπόλυτος. Θὰ ὑ­πα­κούῃ ἡ γυναίκα στὸν ἄντρα, τὰ παιδιὰ στὸν πα­­τέρα, οἱ μαθηταὶ στὸ δάσκαλο, οἱ στρατιῶ­ται στὸν ἀξιωματικό, οἱ πολῖται στοὺς ἄρχον­τας· διαφορετικά, πέφτουμε στὴν ἀναρχία. Θὰ ὑπακούουμε σ’ αὐτούς, ἀλλ᾿ ὑπὸ ἕνα ὅ­ρον· νὰ μὴν πᾶνε κι αὐτοὶ κόντρα μὲ τὸν ἠθι­κὸ νό­μο. Ἐὰν διατάξουν κάτι ἀντίθετο μὲ τὸ Εὐαγγέ­λιο, τότε δὲν θὰ ὑπακούσουμε. Διότι «πειθαρ­χεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις» (Πράξ. 5,29). Τὸ ἴδιο λέει καὶ ὁ Σοφοκλῆς στὴν «Ἀντιγόνη».
Σήμερα οἱ ἄνθρωποι δυστυχῶς δὲν ὑπακούουν στὸ Θεό. Ποῦ ὑπακούουν; Λέει ἕνας σοφός· Ὅποιος δὲν ὑπακούει στὸ Θεό, θὰ ὑπακούσῃ στὸν διάβολο. Καὶ σήμερα ὑπακού­ουν στὰ ὄργανα τοῦ διαβόλου, σὲ παγκόσμιο κλίμακα. Καὶ αὔριο θὰ ὑπακούσουν στὸν ἀντί­χριστο, ποὺ ἔρχεται.
Ἀλλὰ θέλω νὰ πιστεύω ὅτι, ἂν ἄλλοι ὑπο­κύψουν στὸν ἀντίχριστο καὶ δηλώσουν ὑποταγὴ σ’ αὐτόν, ἡ πατρίδα μας θὰ πῇ «ὄχι» καὶ θὰ μείνῃ ἀκρόπολις τῆς Ὀρθοδοξίας. Πολλὰ «ὄχι» εἶπε ἡ Ἑλλάς· αὐτὸ θὰ εἶνε τὸ «ὄχι» μὲ τὴν πιὸ μεγάλη ἀξία. Ὅταν δοῦμε ὅτι μᾶς ζητοῦν πράγματα ἀντίθετα μὲ τὸ Εὐαγγέλιο —ὅποιοι κι ἂν εἶνε αὐτοί—, τότε ἐμεῖς δὲν θὰ ὑ­πακούσουμε πλέον· θ’ ἀντιταχθοῦμε μέχρι ἐσχάτων, γιὰ νὰ κρατήσουμε τὴν ᾿Ορθοδοξία μας, ποὺ εἶνε τὸ φῶς καὶ ἡ ζωή. Τὸ ἔθνος μας δὲν μπορεῖ νὰ ζήσῃ χωρὶς τὴν ᾿Ορθοδοξία.
Δὲν ἀνήκω σὲ κόμματα, πενήντα χρόνια τὸ ἀπέδειξα· ἀνήκω στὴν πατρίδα μου καὶ παρα­πάνω ἀπὸ τὴν πατρίδα ἀνήκω στὸ Χριστό, ποὺ ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας. Σᾶς συνιστῶ τοῦ Χριστοῦ νὰ εἶστε πάντοτε. Ὑπακοὴ στὸ Χριστό, ἄρνησι στὸν ἀντίχριστο.
Μ’ αὐτὰ ποὺ λέμε δὲν χωρίζουμε τὸ λαό. Ἡ Ἐκκλησία εἶνε κλῶσσα καὶ ἀγαπάει ὅλα τὰ παιδιά της, ὅ,τι χρῶμα κι ἂν ἔχουν. Τὰ κόμματα χωρίζουν, ὁ Χριστὸς ἑνώνει. Ὅν, παῖδες Ἑλ­λήνων, ὑ­μνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰ
ς πάν­τας τοὺς αἰ­ῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναὸ του Ἁγ. Νικολάου Κοζάνης 26-6-1988)

Ψυχικως παραλυτοι

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιούλ 8th, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ ΣΤ΄ Ματθαίου (Ματθ. 9,1-8)

Ψυχικως παραλυτοι

π. Aυγ. 07 ιστ.Ο Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἀγαπητοί μου, εἶνε Θεός! Τὸ φωνάζει ἡ ὑπέροχη δι­δασκαλία του, τὸ φωνάζει ἡ ἁγία ζωή του, τὸ φωνάζουν πρὸ παντὸς τὰ ἀμέτρητα θαύματά του, ποὺ ἔκανε κάνει καὶ θὰ κάνῃ μέχρι συν­τελείας τῶν αἰώνων. Ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα αὐτὰ διηγεῖται τὸ σημερινὸ εὐ­αγ­γέλιο. Ἀ­κούσατε τί λέει;

* * *

Σὲ μιὰ πόλι τῆς ἁγίας γῆς, στὴν Καπερναούμ, ζοῦσε ἕνας νέος. Ἦταν καλά. Μὲ γερὰ χέ­ρια καὶ πόδια, ἐργαζόταν, ἔτρεχε, ἔ­νιω­θε δυνατὸς καὶ χαρούμενος. Ἀλλὰ ὁ νέος αὐτὸς ἔ­κανε κάποια ἁμαρτία ―δὲ μᾶς τὴ λέει τὸ εὐ­αγγέλιο―, κρυφὴ ἁμαρτία. Ὅπως καὶ ὅλοι μας ἔ­χουμε ἁμαρτίες κρυφές. Λίγες εἶνε φανερές· οἱ πιὸ πολλὲς ἁμαρτίες ποὺ κάνει ὁ ἄνθρωπος εἶνε κρυφές. Καὶ νομίζει βέβαια ὅτι δὲν τὶς ξέρει κανένας. Ὑπάρχει ὅμως ἕνα αὐτὶ ποὺ τ᾽ ἀ­κούει ὅλα, ὑπάρχει ἕνα μάτι ποὺ τὰ βλέπει ὅ­λα, καὶ ὑπάρχει ἕνα χέρι ποὺ τὰ γράφει ὅλα· εἶνε ὁ Θεός.
Ὁ Χριστός, ὡς Θεὸς ποὺ ἦταν, ἤξερε τὴν ἁ­μαρτία ποὺ εἶχε κάνει ὁ νέος αὐτὸς καὶ ἡ ὁ­ποία ὡς ἀποτέλεσμα ἔφερε τὴν ἀσθένεια. Γιατὶ πρέπει νὰ ξέρουμε, ὅτι ἡ ἁμαρτία προκαλεῖ τὴν ἀσθένεια. Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἁ­μάρτανε, δὲν θὰ ὑπῆρχε ἀσθένεια καὶ ἀσθενεῖς οὔτε θάνατος· μιὰ ζωὴ παραδείσου θὰ ὑ­­πῆρχε κάτω ἐδῶ στὴ γῆ. Ἀλλ᾽ ἁμάρτησε, καὶ ἔτσι ἦρθε ἡ ἀσθένεια καὶ ὁ θάνατος.
Καὶ ὁ νέος αὐτὸς ἁμάρτησε, ὅπως εἴπαμε, καὶ γι᾽ αὐτὸ ἀσθένησε. Τί ἔπαθε. Μιὰ μέρα, ἐ­κεῖ ποὺ πῆγε νὰ κουνήσῃ τὸ χέρι του, ἔνιωσε δυσκολία. Πάει νὰ κουνήσῃ τὸ πόδι του, οὔτε αὐ­τὸ πειθαρχοῦσε. Καὶ σὲ λίγο ἔγινε παράλυ­τος. Τὸ κορμί του ἔμεινε ἀκίνητο στὸ κρεβάτι. Φαντάζεστε τὴν κατάστασί του;
Ὅλα ὅσα ἔχουν ζωὴ στὸν κόσμο, κινοῦνται. Τὸ σκουλήκι σαλεύει, τὸ μυρμήγκι τρέχει, ἡ μέ­λισσα βομβεῖ, τὰ πουλιὰ πετοῦν, τὰ ψάρια κολυμποῦν· κι αὐτὰ ἀκόμη τὰ ἄστρα ταξιδεύουν στὸ διάστημα μὲ ἰλιγγιώδεις ταχύτητες. Ὅλα κινοῦνται. Καὶ ἐνῷ ἡ ζωὴ εἶνε κίνησις, ἕ­νας μόνο, αὐτός, ἔμενε ἀκίνητος πάνω στὸ κρε­βάτι, μολύβι, πέτρα, νεκρὸς ἄταφος, χρόνια καὶ χρόνια. Γιατροὶ τὸν εἶδαν, φάρμακα πῆρε, ὅλα τὰ μέσα μεταχειρίστηκε, μὰ δὲν μπόρεσε νὰ γίνῃ καλά. Μεγάλη ἡ δυστυχία του.
Μιὰ μέρα ὅμως ἄκουσε, ὅτι παρουσιάστηκε ἕνας γιατρὸς μοναδικός· γιατρὸς ποὺ θερα­πεύει κάθε ἀσθένεια, καὶ τὴν πλέον ἀνίατη, καὶ μάλιστα χωρὶς χρήματα, δωρεάν. Καὶ τὸ ὄνομα τοῦ γιατροῦ; Δὲν ὑπάρχει ἄλλο ὄ­νο­μα πιὸ σεβαστὸ στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ καὶ κάτω ἀπὸ τὴ γῆ· ὄνομα ποὺ ἀνάβει φωτιὰ στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου· ὄνομα πιὸ ἀγαπη­­τὸ κι ἀπὸ τὸ ὄνομα τῆς μάνας καὶ τοῦ πατέ­ρα μας καὶ ὅλων τῶν εὐεργετῶν μας· «ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα» (Φιλ. 2,9). Τὸ ὄνομα αὐ­τοῦ τοῦ ἰατροῦ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων εἶ­νε Κύριος Ἰησοῦς Χριστός.
Μόλις ἄκουσε ὁ παράλυτος, ὅτι ὁ Χριστὸς θεραπεύει κάθε ἀσθένεια, εἶπε μέσα του· Αὐ­τὸς θὰ μὲ κάνῃ καλά!… Κι ἀμέσως ἄναψε μέσα του μεγάλη ἐπιθυμία νὰ πάῃ στὸ Χριστό. Ἀλλὰ πῶς νὰ πάῃ; Πόδια εἶχε καὶ πόδια δὲν εἶχε. Βρέθηκαν τέσσερις πιστοὶ ἄνθρωποι. Τὸν λυπήθηκαν, τὸν πῆραν στὰ χέρια ὅπως ἕ­να νεκρό, διέσχισαν τοὺς δρόμους, καὶ τέλος ἔφθασαν στὸ μέρος ποὺ ἦταν ὁ Χριστὸς καὶ τὸν ἔβαλαν μπροστά του.
Ὅλοι περίμεναν ὁ Χριστὸς ν᾽ ἁπλώσῃ πάνω του τὸ ἅγιό του χέρι καὶ νὰ τὸν κάνῃ καλά, ὅ­πως ἔκανε σὲ τόσους ἄλλους. Ἐκεῖνος ὅ­μως καθυ­στερεῖ. Κάνει προηγουμένως κάτι ἄλλο, πιὸ σπουδαῖο καὶ ἀναγκαῖο. Ὁ παράλυτος εἶ­χε ἁμαρ­τήσει· ἔπρεπε λοιπὸν ἡ ἁμαρτία νὰ συχωρε­θῇ. Γι᾽ αὐτὸ τοῦ λέει· «Θάρσει, τέκνον· ἀ­φέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου» (Ματθ. 9,2). Σὰ νὰ τοῦ ἔλεγε· Κατήντησες παράλυτος, σ᾽ αὐτὴ τὴν ἀθλιότη­τα, διότι ἔκανες ἁμαρτίες· τώρα λοιπόν, ποὺ ἔρχεσαι σ᾽ ἐμένα μετανοημένος καὶ συναισθάνεσαι τὶς ἁμαρτίες σου, σοῦ τὶς συγχωρῶ.
Ἄκουσαν οἱ γραμματεῖς ὅτι τοῦ συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες καὶ σκέφτηκαν· Αὐτὸ εἶνε βλασφημία· ποιός εἶν᾽ αὐτὸς ποὺ συγχωρεῖ ἁμαρτίες;… Καὶ πράγματι κανείς, οὔτε ἄγγελος οὔ­­τε ἀρχάγγελος, μπορεῖ νὰ συγχωρήσῃ ἁμαρτίες· μόνο ὁ Θεός. Σκανδαλίσθηκαν λοιπόν.
Τότε ὁ Χριστός, γιὰ νὰ τοὺς δείξῃ ὅτι πρά­γματι εἶνε Θεὸς ποὺ δίνει συγχώρησι στοὺς ἀνθρώπους, λέει στὸν κατάκοιτο· Σήκω ἐπάνω!… Καὶ μόλις ἄκουσε τὴ φωνὴ ὁ παράλυτος, τινάχτηκε ὅπως ἡ ἀκρίδα στὸ χωράφι· ση­κώθη­κε ἀμέσως ὄρθιος σὰν κυπαρίσσι. Καὶ ὄ­χι μόνο σηκώθηκε ὑγιής, ἀλλὰ καὶ κράτησε στὸν ὦ­μο τὸ κρεβάτι του καὶ πῆγε στὸ σπίτι του. Ποιός; αὐτὸς ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ κρατήσῃ οὔτε τὸ κουτάλι, ἀλλὰ τὸν τάϊζαν ἄλλοι. Ὅλος ὁ κόσμος ποὺ τὸν εἶδε ἔλεγαν· Δόξα σοι ὁ Θεός! Διότι τέτοια ἐξουσία μόνο ὁ Θεὸς ἔχει.

* * *

Αὐτὸ μὲ λίγα λόγια λέει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο· ὅτι ὁ Χριστὸς ἔκανε καλὰ ἕνα παράλυτο. Καὶ σήμερα ὑπάρχουν παράλυτοι. Στὴν Ἀ­θήνα στὸ Ἄσυλο τῶν Ἀνιάτων θὰ δῆτε παλλη­κάρια 20 – 25 ἐτῶν νὰ εἶνε ἀκίνητα στὸ κρε­βάτι καὶ δίπλα ἡ μάνα νὰ κλαίῃ. Ἔστυβαν ἄλλοτε τὴν πέτρα, ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία τοὺς παρέλυσε. Ὅταν γυρίζουν ὅλη νύχτα στὰ κέντρα μέχρι τὶς πρωινὲς ὧρες, ὅταν πίνουν καὶ καπνίζουν καὶ παίρνουν ναρκωτικὰ καὶ κάνουν ὄρ­για, τό­τε τὰ νεῦρα παραλύουν. Μποροῦσαν νὰ δημι­ουργήσουν οἰκογένειες, νὰ φέρουν στὸν κόσμο παιδιά, καὶ τώρα τοὺς ταΐζουν οἱ νοσοκόμες.
Ἀλλ᾽ ἐκτὸς ἀπ᾽ αὐτοὺς ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι παράλυτοι. Εἶνε οἱ παράλυτοι στὴν ψυ­χή. Ἀ­να­φέρω 4 – 5 παραδείγματα καὶ τελειώνω.
⃝ Ὁ Θεὸς ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο πόδια. Για­τί μᾶς τὰ ἔδωσε; Μόλις τὴν Κυριακὴ τὸ πρωὶ βγῇ ὁ ἥλιος καὶ χτυπήσῃ ἡ καμπάνα, νὰ κάνουμε φτερὰ στὰ πόδια καὶ ὅλοι, ἄντρες γυναῖκες παιδιά, νὰ τρέχουμε στὴν ἐκκλησία νὰ προσ­κυνοῦμε τὸ Θεὸ καὶ νὰ λέμε· «Ὡς ἀγαπητὰ τὰ σκηνώματά σου, Κύριε τῶν δυνάμεων. ἐπιποθεῖ καὶ ἐκλείπει ἡ ψυχή μου εἰς τὰς αὐ­λὰς τοῦ Κυρίου» (Ψαλμ. 83,2-3). Γι᾽ αὐτὸ μᾶς ἔ­δωσε τὰ πόδια. Κ᾽ ἐμεῖς τί κάνουμε; Μετρῆ­στε πό­σοι ἐκ­κλησιάζονται. Δὲν εἶνε παραπάνω ἀ­πὸ 2 στοὺς 100. Οἱ ἄλλοι; Θὰ τοὺς δῆτε μὲ τὸ τσιγάρο νὰ κάθωνται στὸ καφενεῖο διπλοπόδι ἢ νὰ πηγαίνουν σὲ διάφορες δουλειὲς ἢ δι­ασκεδάσεις. Πόδια γιὰ τὸ διάβολο ἔχουν, πόδια γιὰ τὸ Θεὸ δὲν ἔχουν· εἶνε παράλυτοι.
⃝ Ὁ Θεὸς ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο τὰ χέρια, τὸ πιὸ θαυμαστὸ ἐργαλεῖο, γιὰ νὰ ἐρ­γαζώμεθα τὸ καλό, νὰ δημιουργοῦμε, νὰ ἁγιαζώμεθα μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ τὴν ἐλεημοσύνη. Καὶ πῶς τὰ χρησιμοποιοῦμε; Τὰ χέρια κάνουν τὸ κακό· χειρονομοῦν ἀπρεπῶς, χτυποῦν, κλέβουν, χαρτοπαίζουν, παλαμίζουν τὸ Εὐαγγέλιο σὲ δικαστήρια, πιάνουν μαχαίρι καὶ περίστρο­φο καὶ σκοτώνουν… Χέρια γιὰ τὸ διάβολο ἔχουμε, χέρια γιὰ τὸ Θεὸ ὄχι· εἴμαστε παράλυτοι.
⃝ Ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε ἀκόμη τὰ μάτια νὰ βλέπουμε τὰ ὡραῖα ποὺ ἔπλασε, τὶς ἅγιες εἰ­κόνες, καὶ νὰ τὸν δοξάζουμε. Κ᾽ ἐμεῖς; Κάνου­με ἀγρυπνίες στὴν τηλεόρασι βλέποντας τὰ ἐ­­παίσχυντα καὶ δαιμονιώδη. Ἔχουμε μάτια γιὰ τὸ δι­άβολο· γιὰ τὸ Θεὸ εἴμαστε σὰν παράλυτοι.
⃝ Τὸ ἴδιο καὶ στὰ αὐτιά. Μᾶς τά ᾽δωσε ὁ Θεός, γιὰ ν᾽ ἀκοῦμε τὰ χρυσᾶ καὶ ἀνεκτίμητα λόγια τοῦ παπᾶ, τοῦ ψάλτη, τοῦ ἱεροκήρυκος. Καὶ ὅ­μως τὰ βουλώνουμε, νὰ μὴν ἀκούσουμε τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ· εἴμαστε σὰν παράλυτοι.
⃝ Μᾶς ἔδωσε καὶ γλῶσσα, γιὰ νὰ λέμε τὸν κα­λὸ λόγο· γιὰ νὰ διδάσκῃ ἡ μάνα τὸ παιδί, ὁ δάσκα­λος τὸ μαθητή, νὰ παρηγοροῦμε ὁ ἕνας τὸν ἄλ­λο. Κι ὅμως σ᾽ αὐτὰ ἡ γλῶσσα παραλύει, ἐν­ῷ στὸ κακὸ γίνεται λαλίστατη καὶ συχνὰ πικρή, γλῶσσα φιδιοῦ ποὺ στάζει δηλητήριο. Δὲν εἶνε πολὺς καιρός, ποὺ ἦρθε στὴ μητρόπολι μιὰ κοπέλλα. ―Δὲν μπορῶ πιὰ νὰ ζήσω, λέει. ―Γιατί τὸ λές; ―Ἐνῷ ἀγωνίζομαι νὰ εἶ­μαι καθαρὴ καὶ νὰ ζῶ τίμια, κακὲς γλῶσσες στὸ χωριὸ εἶπαν ὅτι εἶμαι μιὰ διεφθαρμένη, καὶ τώρα θὰ μ᾽ ἀφήσῃ ὁ ἄντρας μου… Ὤ καταραμένες γλῶσσες, γλῶσσες διαβόλου, ποὺ συκοφαντοῦν τὸν συνάνθρωπο καὶ βλαστημοῦν τὸ Θεό! Γλῶσσες γιὰ τὸ διάβολο ἔχουμε, γλῶσσες γιὰ τὸ Θεὸ δὲν ἔχουμε.
Πολ­λοὶ λοιπὸν εἶνε σήμερα οἱ παράλυτοι. Τί νὰ κάνουμε; ν᾽ ἀπελπιστοῦμε; Ὄχι. Νὰ μετανοήσουμε. Ὅπως μετανόησε ὁ παράλυτος τοῦ εὐαγγελίου καὶ πῆγε στὸ Χριστὸ καὶ ἄ­κου­σε ἀπὸ τὰ χείλη του τὸν παρήγορο λόγο «Θάρ­σει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου», ἔ­τσι κ᾽ ἐμεῖς, ποὺ αἰσθανόμεθα ὅτι εἴμεθα ἁ­μαρτωλοί, καὶ ἁμαρτάνουμε μὲ τὰ πόδια, μὲ τὰ χέρια, μὲ τὰ μάτια, μὲ τὰ αὐτιά, μὲ τὴ γλῶσσα, μὲ ὅλη τὴν ὕπαρξί μας, νὰ μετανοήσουμε.
Ἀπὸ ᾽δῶ κ᾽ ἐμπρὸς καὶ πόδια καὶ χέρια καὶ μάτια καὶ αὐτιὰ καὶ γλῶσσα, ὅλη ἡ σωματικὴ καὶ ψυχική μας ὕπαρξι καὶ ὅλη ἡ ζωή μας, νὰ εἶνε στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Καὶ τότε ὁ Θεὸς θὰ μᾶς ἐλεήσῃ καὶ θὰ κάνῃ τὸ θαῦμα του καὶ θὰ μᾶς ζωντανέψῃ διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ πάν­των τῶν ἁγίων· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία π. Αυγουστίνου στον ιερό ναό του αγίου  Νικολάου; Κ. Ὑδρούσης – Φλωρίνης 22-7-1979)

ΥΠΑΡΧΕΙ ΔΙΑΒΟΛΟΣ – EXISTĂ DIAVOL

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιούλ 7th, 2011 | filed Filed under: Român (ROYMANIKA), ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΥΠΑΡΧΕΙ ΔΙΑΒΟΛΟΣ

«Οἱ δὲ δαίμονες παρεκάλουν αὐτὸν…» (Ματθ. 8,31)

vindecarea-demonizatilor-din-GadaraΑΚΟΥΣΑΤΕ, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Μᾶς διηγεῖται ἕνα θαῦμα, ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Τὸ θαῦ­μα εἶνε, ὅτι θεράπευσε δυὸ ἀνθρώπους μέσα σ᾽ ἕνα δευτερόλεπτο.
Ἀπὸ τί ἔπασχαν αὐτοί; Κλινικῶς δὲν παρου­σίαζαν τίποτα τὸ παθολογικό· τὸ σῶμα τους ἦ­­ταν ἐν τάξει. Ἔπασχαν ψυχικῶς. Οἱ δὲ ψυχι­κὲς ἀσθένειες εἶνε οἱ φοβερώτερες, καὶ ἀπ᾽ αὐτὲς προέρχονται καὶ οἱ σωματικές. Ῥίζα ὅλων τῶν ἀσθενειῶν εἶνε ἡ κακὴ ψυχικὴ κατάστασις τοῦ ἀν­θρώπου.
Ποιά ἦταν ἡ ἀσθένειά τους; Μία λέξις – μὴ γελάσῃ κανείς, τὸ Εὐαγγέλιο δὲν ἀλλάζει· οἱ ἄρρωστοι αὐτοὶ ἦταν «δαιμονιζόμενοι» (Ματθ. 8,28). Τί θὰ πῇ δαιμονιζόμενοι; Ὅπως τὰ μικρόβια μπαίνουν στὸ αἷμα, κατὰ παρόμοιο τρόπο καὶ οἱ δαίμονες μπαίνουν στὴν καρδιά. Ὅπως σὲ κουφάλες δέντρων φωλιάζουν κουκουβάγιες κι ἀλεποῦδες καὶ σὲ σπηλιὲς θηρία, ἔτσι καὶ οἱ δαίμονες μπαίνουν σὲ ἀφύλαχτες καρδιές. Ἔχετε δεῖ σπίτια ἔ­ρημα κ᾽ ἐγκαταλελειμ­μένα; Ἐγώ, ποὺ περιώδευσα σὰν ἱεροκήρυκας, εἶδα στὴ Μακεδονία τέτοια σπίτια. Ὅπως λοι­πὸν σὲ σπίτια ποὺ λείπει ὁ νοικοκύρης ἐγκαθί­στανται κακοποιοί, ἔτσι καὶ σὲ ψυχὲς ποὺ λείπει ὁ νοικοκύρης, δηλαδὴ ὁ Θεὸς – τὸ Πνεῦ­μα τὸ ἅγιο, φωλιάζουν πονηρὰ πνεύματα. Κι ἀ­πὸ τότε τὸ σῶμα καὶ τὸ μυαλὸ καὶ τὴν καρδιὰ τὰ διευθύνει ὁ διάβολος· ὁ ἄνθρωπος τελεῖ ὑ­πὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ πονηροῦ πνεύματος.
Μὰ τί ἔπαθες, θὰ μοῦ πῆτε, καὶ μιλᾷς γιὰ διαβόλους; Τὰ πίστευαν αὐτὰ ἄλλοτε γριοῦ­λες καὶ ἀναλφάβητοι. Τώρα ποὺ ἡ ἐπιστήμη πετάει μὲ πυραύλους σὲ ἄλλους πλανῆτες, ἔρ­χεσαι σὺ νὰ μᾶς μιλήσῃς γιὰ διαβόλους;… Μάλιστα, ἀδελφοί μου, γιὰ διαβόλους θὰ σᾶς μιλήσω. Διότι τὸ λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμε­ρα. «Παρεκάλουν», λέει, «αὐτόν» (ἔ.ἀ. 8,31), πέσανε μπρούμυτα οἱ δαίμονες μπροστὰ στὸ Χριστὸ καὶ τὸν παρακαλοῦσαν. Ὁμολογῶ, ὅτι θὰ ἤθε­λα κ᾽ ἐγὼ νὰ μὴν ὑπάρχουν δαίμονες καὶ κόλασι, γιατὶ κ᾽ ἐγὼ εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ φοβοῦ­μαι· ἔλα ὅμως ποὺ ὑπάρχουν; Δὲν θὰ γίνω λοιπὸν ἐγὼ ἀνώτερος ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο.
Ὑπάρχουν δαίμονες; ἔχουμε ἀποδείξεις; Μὲ συντομία παρουσιάζω μερικὰ ἐπιχειρήματα.

***

Πρῶτα – πρῶτα ὅτι ὑπάρχουν δαίμονες τὸ φωνάζει ἡ λογική, τὸ μυα­λὸ τοῦ ἀνθρώπου.
Καθῆστε καὶ σκεφτῆτε σοβαρά· ῥῖξτε μιὰ ματιὰ στὸν ἑαυτό σας, στὴν οἰκογέ­νειά σας, στοὺς γύρω σας, στὴν κοινωνία. Παντοῦ διαπιστώνουμε, ὅτι φέρουμε μέσα μας ἕνα κακὸ σύν­τροφο, ποὺ δὲ μᾶς ἀφήνει ποτέ. Μιὰ κακία βασιλεύει στὸν κόσμο· ψέμα, συκοφαν­τία, ἀ­δι­κία, κλοπή, πορνεία, μοιχεία, ἀκαθαρσία, δι­­αζύγια, φόνοι, βλαστήμιες… Μία κόλασι εἶ­νε ὅλα. Καὶ τὸ κακὸ συνεχῶς αὐξάνει, κορυ­φώ­­νεται. Λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμερα, ὅτι οἱ δύο δαιμονιζόμενοι τρομοκρατοῦσαν τότε ὅλους· ἀλ­λὰ μήπως καὶ σήμερα ἡ ἀνθρωπότης δὲ νιώ­θει τρό­μο; Δὲν τρομάζει λ.χ. ἐμπρὸς σὲ μιὰ ἐν­δεχόμενη πυρηνικὴ ἀ­πειλή; Κάποιοι, μόλις λά­βουν διαταγή, εἶνε ἕτοιμοι νὰ πατήσουν κάποια κουμπιά, τὰ κουμπιὰ τοῦ Ἀπολλύ­ον­τος ποὺ λέει ἡ Ἀποκά­λυψις (9,11). Ποιός δίνει τὴν ὀ­λέθρια διαταγή; Κάποιοι ἄν­θρωποι βέβαια. Πίσω ὅμως ἀπὸ τοὺς ἀν­θρώπους ποιός εἶνε;
Ὅ­ταν βλέπω τὸ κακὸ στὴν καρδιά μου, στὰ παιδιά μου, στὴ γειτονιά μου, στὴν κοινωνία, ἐ­ρωτῶ· Ἀπὸ ποῦ βγῆκε αὐτὸ τὸ κακό; Ποιά εἶ­νε ἡ ἀπάν­τησι; Ἀπὸ τὸ Θεό; Ἄπαγε! Δὲν μπορεῖ τὸ κακὸ νὰ προέλθῃ ἀπὸ τὸ Θεό, γιατὶ ὁ Θεὸς εἶνε ὅλος ἀγαθότης καὶ ἀγάπη. Πόθεν λοιπὸν τὸ κακό; Ἀ­πὸ τὸν ἄνθρωπο; Ναί· ἀλλὰ πῶς ὁ ἄνθρωπος κατρακύλισε στὸ κακό; μόνος του; Ὄχι. Ὑπάρχει κάποιος ἄλλος ποὺ τὸν ἔσπρωξε. Ποιός εἶν᾽ αὐτός; Εἶνε ὁ ἴδιος πού, ὅ­πως ἀ­κούσαμε σήμερα, ἔσπρωξε τὸ κοπάδι τῶν χοί­ρων στὸ γκρεμὸ νὰ πνιγοῦν (βλ. Ματθ. 8,32). Εἶνε ὁ διάβολος. Πίσω ἀπ᾽ ὅλα τὰ ἐγκλήματα ὑ­πάρ­χει αὐτὴ ἡ σκοτεινὴ καὶ ἀπαισία ὕπαρξις. Κι ὁ ἁπλὸς ἄνθρωπος κι ὁ βαθὺς ψυχολόγος κι ὁ ἐμ­βριθὴς ἱστορικὸς καταλαβαίνουν, ὅτι πίσω ἀπὸ ὅλη τὴν ἁλυσίδα τοῦ κακοῦ ὑπάρχει αὐ­τὴ ἡ ἀόρατη δύναμις, ὁ σατανᾶς.
⃝ Ἀλλ᾽ ὅτι ὑπάρχει σατανᾶς, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ λογική, τὸ φωνάζει πρὸ παντὸς ἡ ἁγία Γραφή. Τὴ μελετᾶτε; Δῶστε μου ἄνθρωπο, ἄντρα ἢ γυναῖκα, ποὺ νὰ διαβάζῃ τὴν ἁγία Γραφὴ – τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ νὰ πέσω νὰ τοῦ κάνω μετάνοια νὰ τοῦ φιλήσω τὰ πόδια!
Ἂν λοιπὸν διαβάζετε τὴν ἁγία Γραφή, θὰ εἴ­δατε ὅ­τι ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέχρι τὸ τέλος της, ἀ­πὸ τὴ Γένεσι (στὸ 3ο κεφάλαιο, ποὺ μιλάει γιὰ τὸ πρῶτο θανάσιμο κακὸ ποὺ ἔκανε ὁ ὄ­φις στοὺς πρωτοπλάστους) μέχρι τὴν Ἀποκάλυψι (στὸ 20ὸ κεφάλαιο, στίχο 10, ποὺ βεβαιώνει τὴν τελικὴ καὶ αἰώνια τιμωρία του), ὅλη ἡ ἁγία Γραφὴ φωνάζει, ὅτι ὑπάρχει διάβολος.
Μία ἀπόδειξις εἶνε καὶ ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ποὺ ἱστορεῖ τὴν ἀπαλλαγὴ τῶν δύο δαιμονιζομένων ἀπὸ τὴν κυριαρχία τῶν πονηρῶν πνευμάτων. Καὶ νὰ εἴμαστε σίγουροι πὼς ὅ,τι βεβαιώνει ἡ ἁγία Γραφὴ εἶνε ἀ­κλόνητο, ἀκριβὲς μέχρι κεραίας. «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλ­θωσι», εἶπε ὁ Χριστός (Ματθ. 24,35).
⃝ Τὸ Εὐαγγέλιο λοιπὸν μᾶς λέει σήμερα, ὅτι ὑ­­πάρχουν δαίμονες. Καὶ μόνο τὸ Εὐαγγέλιο; Γιά πιάστε στὰ χέρια σας καὶ φυλλομετρῆστε τὰ ἅγια ἐκ­κλησιαστικὰ βιβλία μὲ τοὺς βίους τῶν ἁγίων. Εἶνε θησαυρός! Ἂν ρωτήσω βέβαια τὰ παιδιὰ γιὰ «ἀστέρες» τοῦ κινη­ματο­γρά­φου, ἀμέσως θὰ μοῦ ποῦν. Ἂν ρωτήσω ὅ­μως γιὰ τοὺς ἁγίους, ποιός γνωρίζει τὴ ζωή τους, τοὺς ἀγῶνες τους, πότε γιορτάζει καθένας;
Στὶς 22 Ἰουλίου λ.χ. ἑορτάζει ἡ ἁγία Μαρκέλλα, ποὺ κατάγεται ἀπὸ τὴ Χίο. Ἤθελα νὰ μποροῦσα νὰ παρουσιάσω σὲ κινηματογραφι­κὴ ταινία τὸν βίο της. Γιατὶ ὑπάρχει κακὸς κινη­ματογράφος, μὲ ἔργα σατανικά, ὑπάρχει καὶ κα­λός. Σήμερα δυστυχῶς λειτουργεῖ ὁ κακὸς κινηματογράφος τοῦ διαβόλου. Ἀλλ᾽ ἐλπίζω ὅτι θά ᾽ρθῃ ἡμέρα, ποὺ ἡ Ἐκκλησία μας θὰ φτειά­ξῃ κινηματογραφικὰ ἔργα μέσα ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ διδάξῃ τὴν εὐσέβεια, τὴ φιλοπατρία, τὰ εὐ­γε­νῆ καὶ μεγάλα ἰδανικά μας. Ἂν λοιπὸν διαβά­σετε τὸν βίο τῆς ἁγίας Μαρκέλλας, θ᾽ ἀ­νατριχιάσετε. Θὰ δῆτε, ὅτι ἐκεῖνος ποὺ ἔσπρω­ξε τὸν πατέρα της νὰ τὴ θανατώσῃ ἦταν ὁ δι­άβολος.
Τὴν ἴδια μέρα γιορτάζει καὶ ἡ ἁγία Μαρία ἡ Μαγδαληνή, ἡ ἰσαπόστολος. Στὴ ζωή της φαίνεται ἐπίσης ἡ ὕπαρξι τοῦ διαβόλου. Τὴν ταλαιπωροῦσαν ἑπτὰ δαιμόνια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὴν ἐλευθέρωσε ὁ Χριστός, ὅπως λέει τὸ Εὐαγγέ­λιο (Μᾶρκ. 16,9. Λουκ. 8,2). Γι᾽ αὐτό, ὕστερα ἀπὸ τὴν Παναγία, αὐτή ἀγάπησε μὲ φλόγα τὸ Χριστό, ἀπὸ μεγάλη εὐγνωμοσύνη.
Καὶ οἱ δύο λοιπὸν αὐτὲς ἅγιες φωνάζουν, ὅ­τι ὑπάρχει διάβολος, γιατὶ πάλεψαν στῆθος μὲ στῆθος μαζί του. Ἀλλὰ καὶ ποιός ἅγιος δὲν ἀγωνίστηκε ἐναντίον του; Ὅλοι πάλεψαν κα­τὰ τοῦ διαβόλου, ποὺ μαζὶ μὲ τὸν κόσμο καὶ τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο ἀποτελοῦν τὸ τριπλὸ μέ­τωπο τῶν μεγάλων ἐχθρῶν τῆς σωτηρίας.
⃝ Λογικὴ λοιπόν, ἁγία Γραφή, βίοι τῶν ἁγίων τὸ ἴδιο πρᾶγμα βεβαιώνουν· ὑπάρχει διάβολος. Ἂν ὅμως, παρ᾽ ὅλα αὐτά, ὑπάρχῃ κανεὶς ποὺ ἐξ­ακολουθεῖ ν᾽ ἀμφιβάλλῃ, τότε ἂς πάῃ στὴν Κεφαλονιά, ἐκεῖ ποὺ γιορτάζει ὁ ἅγιος Γεράσιμος στὶς 16 Αὐγούστου.
Ἐκεῖ νὰ δῆτε καὶ νὰ φρίξετε. Νὰ δῆτε τοὺς δαιμονιζομένους νὰ βγάζουν ἀφροὺς ἀπὸ τὸ στόμα· νὰ τοὺς δένουν μὲ σχοινιὰ καὶ ἁλυσίδες, καὶ νὰ τὰ σπάζουν σὰν κλωστές. Ποιός τοὺς δί­νει τὴ δύναμι αὐτή; Νὰ βλέπῃς ἕναν ἀγράμματο νὰ μιλάῃ φαρσὶ γαλλικά, ῥώσικα, ἀμερικάνικα, ὅλες τὶς γλῶσσες. Ποῦ τὰ ἔμαθαν, ἀ­φοῦ δὲν πῆγαν σὲ σχολειά; Ν᾽ ἀκοῦς ἄλλους ν᾽ ἀποκαλύπτουν μυ­στικά, νὰ μὴν τολμάῃ νὰ πλησιάσῃ γυναίκα ἢ ἄντρας. Σὲ γνωρίζω, τοὺς φωνάζουν, ἔκανες αὐτὸ κι αὐτό… Καὶ νὰ τοὺς ἔρχεται συγκοπή! Δὲν ὑπολογίζουν μεγάλους καὶ τρανούς, ἐπισήμους ἢ ἀξιωματούχους, κανένα· οὔτε νομάρχη, οὔτε ὑπουργό, οὔτε πρωθυπουργό, οὔ­τε βασιλιᾶ. Τρομεροὶ καὶ φοβεροί. Δὲν τολμάει νὰ περάσῃ κανείς ἀπὸ τὸ μέρος ἐκεῖνο.
Καὶ ὅμως αὐτοὶ οἱ τρομεροὶ δαίμονες βλέπεις καὶ γίνονται ἀρνάκια – ὦ Χριστέ, ὦ ἀθάνατη θρησκεία μας! Τοὺς βλέπεις νὰ τρέμουν – πότε; Ὅταν περνοῦν μπροστά τους τὰ ἅγια λείψανα κι ὅταν ἀγγίζει στὸ κούτελό τους ἕ­νας σταυρός, ὁ σιδερένιος σταυρὸς ποὺ εἶχε ὅταν ζοῦσε ὁ ἅγιος Γεράσιμος. Μόλις ἀγγίξῃ ὁ σταυρός, φρυάττουν καὶ φωνάζουν· «Μᾶς ἔκαψες, καψάλη, μᾶς ἔκαψες!…»· καὶ θεραπεύονται μὲ τὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ.

* * *

Ἀδελφοί μου, τέτοια θρησκεία ἔχουμε. Μὴ φοβηθοῦμε. Κοντὰ στὸ Θεό, κοντὰ στὸ Χριστό! Κι ἂν ὁ κόσμος γεμίσῃ ἀπὸ διαβόλους, θὰ νικηθοῦν! Ὁ νικητὴς τῶν δαιμόνων εἶνε ὁ Κύρι­ος Ἰησοῦς Χριστός, στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δό­ξα καὶ τὸ κράτος εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Νικολάου Χαλανδρίου Ἀθῆναι 22-7-1962)

_____________

ΡΟΥΜΑΝΙΚΑ

__________

Predica Mitropolitului Augustin de Florina
la Duminica a V-a dupa Rusalii

(Matei 8, 28 – 9, 1)

EXISTĂ DIAVOL

“Iar demonii Îl rugau pe El…”( Matei 8, 31)

Aţi auzit, iubiţii mei,      Sfânta şi Sfinţita Evanghelie. Ne istoriseşte o minune, pe care a făcut-o Domnul nostru Iisus Hristos; minunea prin care a vindecat doi oameni într-o secundă.

De ce pătimeau ei? Din punct de vedere clinic nu aveau nimic patologic. Trupul lor era sănătos. Sufereau psihic. Iar bolile sufleteşti sau psihice sunt mai grave şi din ele provin şi cele trupeşti. Rădăcina tuturor bolilor este starea sufletească rea a omului.

Care era boala lor? Un cuvânt – să nu râdă nimeni, Evanghelia nu se schimbă! Aceşti bolnavi erau “demonizaţi” (Matei 8, 28). Ce înseamnă demonizaţi? Precum microbii intră în sânge, la fel şi demonii intră în inimă. Precum în trunchiuri de copaci îşi fac cuiburi bufniţele şi vulpile, iar în peşteri fiarele, aşa şi demonii intră în inimile nesupravegheate. Aţi văzut case pustiite şi părăsite? Eu, care am cutreierat ca predicator, am văzut în Macedonia astfel de case. Aşadar, precum din casele din care lipseşte proprietarul se instalează răufăcătorii, aşa şi în sufletele din care lipseşte proprietarul, adică Dumnezeu – Duhul Sfânt, îşi fac cuib duhurile viclene. Şi din acel moment trupul, mintea şi inima sunt dirijate de diavol. Omul acţionează sub influenţa duhului rău.

Dar ce-ai păţit, îmi veţi spune, şi ne vorbeşti de diavol? Odată ca niciodată lucrurile astea le-ar fi crezut băbuţele şi analfabeţii. Acum când ştiinţa lansează rachete pe alte planete, tu vii să ne vorbeşti despre diavoli?… Desigur, fraţii mei, despre diavoli vă voi vorbi. Pentru că o spune Evanghelia de astăzi. “Îl rugau pe El” – zice – (Matei 8, 31), demonii au căzut pe burtă înaintea lui Hristos şi Îl rugau. Mărturisesc, că aş fi vrut şi eu să nu existe demoni şi iad, pentru că şi eu sunt păcătos şi mă tem; însă vino să vezi că există. Aşadar, nu voi fi eu mai mare ca Evanghelia. Există demoni? Avem dovezi? Vă voi prezenta câteva argumente pe scurt.

***

Mai întâi de toate că există demoni o strigă logica, mintea omului. Staţi şi vă gândiţi serios; aruncaţi o privire în voi înşivă, în familia voastră, în jurul vostru, în societate. Pretutindeni ne încredinţăm, că purtăm în noi un însoţitor rău, care nu ne slăbeşte niciodată. Numai răutate împărăţeşte în lume: minciună, clevetire, nedreptate, furt, desfrânare, adulter, necurăţie, divorţuri, crime, blasfemii…Un iad sunt toate. Şi răul creşte continuu, ajunge la culme. Spune Evanghelia de astăzi că doi demonizaţi îi terorizau pe toţi în vremea aceea; dar nu cumva şi astăzi omenirea încearcă teroarea? Nu e terorizată de pildă în faţa unei posibile ameninţări nucleare? Unii, doar să primească dispoziţie, că sunt gata să apese pe nişte butoane, butoanele lui Apollion despre care vorbeşte Apocalipsa (9, 11). Cine dă dispoziţia de distrugere? Nişte oameni, desigur. Însă în spatele acestor oameni cine este?

Când văd răul în inima mea, în copiii mei, în vecinii mei, în societate, întreb: De unde a ieşit acest rău? Care este răspunsul? De la Dumnezeu? Fugi de-aici! Nu poate să provină răul de la Dumnezeu, pentru că Dumnezeu este întru totul bunătate şi iubire. De unde deci răul? De la om? Da. Dar cum s-a rostogolit omul în rău? De unul singur? Nu. Există altcineva care l-a împins. Cine este acesta? Este acelaşi care, cum am auzit astăzi, a împins turma de porci în prăpastie să se înece (vezi Matei 8, 32). Este diavolul. În spatele tuturor crimelor se află această întunecată şi sinistră fiinţă. Şi omul simplu şi psihologul profund şi istoricul serios înţeleg că în spatele întregului lanţ al răului există această putere nevăzută, satana.

Dar că există satana, în afară de logică, o strigă înainte de toate Sfânta Scriptură. Ce studiaţi? Daţi-mi un om, bărbat sau femeie, care să citească Sfânta Scriptură – Evanghelia, ca să-i fac metanie şi să-i sărut picioarele!

Dacă aşadar citiţi Sfânta Scriptură, veţi vedea că de la începutul până la sfârşitul ei, de la Facere (capitolul 3, unde se vorbeşte despre primul rău de moarte, pe care l-a făcut şarpele celor întâi zidiţi) până la Apocalipsă (capitolul 20, versetul 10, unde se confirmă pedeapsa lui finală şi veşnică), toată Sfânta Scriptură strigă că există diavol.

O dovadă este şi pericopa evanghelică de astăzi care istoriseşte izbăvirea celor doi demonizaţi de stăpânirea duhurilor celor rele. Să fim siguri că orice întăreşte Sfânta Scriptură este neclintit, exact până la cirtă. “Cerul şi pământul vor trece, dar cuvintele Mele nu vor trece”, a zis Hristos (Matei 24, 35).

Aşadar, Evanghelia ne spune astăzi că există demoni. Şi doar Evanghelia? Ia luaţi în mâinile voastre şi răsfoiţi sfintele cărţi ale Bisericii ce cuprind vieţile sfinţilor. Este o comoară! Desigur, dacă îi voi întreba pe copii despre “starurile” cinematografului, imediat îmi vor spune. Dacă însă îi voi întreba despre sfinţi, cine cunoaşte viaţa lor, luptele lor, când este prăznuit fiecare?

Pe 22 iulie, de pildă, este sărbătorită Sfânta Marcela, care este originară din Hios. Aş fi vrut să pot prezenta într-un film cinematografic viaţa ei. Pentru că există cinematograf rău, cu opere satanice, există şi bun. Astăzi, din păcate, funcţionează cinematograful rău, al diavolului. Dar sper că va veni ziua în care Biserica noastră va produce lucrări cinematografice prin intermediul cărora va învăţa evlavia, bunacredinţă, dragostea de patrie, nobilele şi marile noastre idealuri. Aşadar, dacă citiţi viaţa Sfintei Marcela, vi se face părul măciucă. Veţi vedea că cel care l-a împins pe tatăl ei să o omoare a fost diavolul.

În aceeaşi zi este prăznuită şi Maria-Magdalena, cea întocmai cu Apostolii. Şi în viaţa ei se vede existenţa diavolului. O chinuiseră şapte demoni, de care a eliberat-o Hristos, cum zice Evanghelia (Marcu 16, 9; Luca 8, 2). De aceea, după Maica Domnului, aceasta L-a iubit cu înflăcărare pe Hristos, din mare recunoştinţă.

Aşadar, aceste amândouă sfinte strigă că există diavol, pentru că s-au luptat piept la piept cu el. Dar care sfânt nu s-a luptat împotriva lui? Toţi s-au luptat împotriva diavolului, care împreună cu lumea şi cu omul cel vechi constituie frontul triplu al marilor duşmani ai mântuirii.

Aşadar logica, Sfânta Scriptură, vieţile sfinţilor confirmă acelaşi lucru: există diavol. Dacă însă, cu toate acestea, există vreunul care continuă să se îndoiască, atunci să se ducă în Kefalonia, atunci când este sărbătorit Sfântul Gherasim pe 16 august.

Acolo să vedeţi şi să vă îngroziţi. Să vedeţi pe demonizaţi scoţând spume din gură; legaţi cu funii şi cu lanţuri şi rupându-le ca pe nişte aţe. Cine le dă această putere? Să vezi un analfabet vorbind fluent franceză, rusă, americană, toate limbile. Unde le-au învăţat, dacă nu s-au dus la şcoli? Să-i auzi pe alţii descoperind secrete, şi nu îndrăzneşte să se apropie femeie sau bărbat. Te cunosc – le strigă – ai făcut asta şi asta… Şi să le vină să leşine! Nu i-au în calcul pe cei mari şi tari, oficiali sau funcţionari, pe nimeni; nici primar, nici ministru, nici priministru, nici împărat. Groaznici şi înfricoşători. Nu îndrăzneşte să treacă cineva prin locul acela. Şi, totuşi, aceşti groaznici demoni iată că se fac mieluşei – o, Hristoase, o nemuritoare credinţă a noastră! Îi vezi că tremură! – Când? –   Atunci când trec prin faţa lor sfintele moaşte şi când se atinge de fruntea lor o cruce, crucea de fier pe care o purta Sfântul Gherasim când trăia. Doar ce se atinge crucea, că şi strigă de mânie: “Ne-ai ars, kapsali, ne-ai ars!…”; şi se vindecă prin puterea lui Hristos.

***

Fraţii mei, o astfel de credinţă avem. Să nu ne temem. Lângă Dumnezeu, lângă Hristos! Şi dacă lumea se va umple de diavoli, vor fi biruiţi! Biruitorul demonilor este Domnul Iisus Hristos, Căruia fie slava şi stăpânirea în vecii vecilor. Amin.

† Episcopul Augustin

(Omilia Mitropolitului de Florina, părintele Augustin Kandiotis în sfânta biserică a Sfântului Nicolae Halandrios, Atena 22.07.1962)

H ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΟΥ ΜΑΜΩΝΑ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιούλ 1st, 2011 | filed Filed under: Român (ROYMANIKA), ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Γ΄ Ματθαίου (Ματθ. 6,22-33)

H ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΟΥ ΜΑΜΩΝΑ

peirasmΑΚΟΥΣΑΤΕ, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Τί μᾶς λέει; Λέει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνουμε σκλάβοι, σκλάβοι τοῦ «μαμω­νᾶ» (Ματθ. 6,24). Μὰ ποιός εἶν᾽ αὐτὸς ὁ «μαμω­νᾶς»;

* * *

Οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι ὡς πρὸς τὴν πίστι δι­ακρίνονται σὲ δυὸ κατηγορίες. Ἡ μιὰ κατηγορία εἶνε οἱ ἄπιστοι, αὐτοὶ ποὺ λένε ὅ­τι δὲν ὑ­πάρχει Θεός. Μὴ νομίσετε ὅτι εἶνε τίποτα ἐπιστήμο­νες. Οἱ πραγματικοὶ ἐπιστήμονες, ποὺ ἔ­­καναν ἀνα­καλύψεις, πιστεύουν στὸ Θεό. Αὐ­τοὶ ἐδῶ, ποὺ πιπιλίζουν τὸ ψέμα ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός, εἶνε κά­τι νεαροὶ φοιτηταὶ ποὺ μὲ χίλια βάσανα πῆ­ραν ἕνα χαρτὶ κι ἀπὸ τότε ἔ­κλει­σαν τὰ βιβλία, κάθονται στὰ καφενεῖα μὲ τό ᾽να πόδι πάνω στ᾽ ἄλλο, παίζουν χαρτιά, καπνί­ζουν, ἀργολο­γοῦν κ᾽ αἰσχρολογοῦν. Αὐτοί λένε πὼς δὲν ὑ­πάρχει Θεός, καὶ προσπαθοῦν νὰ ξερριζώσουν μέσ᾽ ἀπ᾽ τὴν καρδιὰ καὶ ἄλλων τὸ εὐγενέστε­ρο ἄνθος, τὴν πίστι τοῦ Χριστοῦ μας. Σ᾽ ἕνα χωριὸ μιὰ γριὰ 80 χρονῶν κινδύνευε νὰ πεθάνῃ. Τό ᾽μαθε ὁ παπᾶς, κα­λὸς ποιμένας, καὶ πῆγε νὰ τὴν ἑτοιμάσῃ. ―Γιαγιά, λέει, ἦρθα νὰ ἐξομολογη­θῇς. ―Ἄ, ἐγὼ δὲν πιστεύω· δὲν ὑπάρχει Θεός. ―Μά, γριὰ γυναίκα ἐσύ, ἀ­πὸ ὥρα σὲ ὥρα φεύγεις, καὶ λὲς δὲν πιστεύω; Γιατί; Ποιός σοῦ εἶ­πε ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός; ―Ἔχω ἐγ­γο­νὸ ποὺ σπουδάζει στὸ πανεπιστή­μιο καὶ μοῦ εἶ­πε πὼς δὲν ὑπάρχει Θεός… Ἄ­κουσε λοιπὸν ἡ γιαγιὰ τὸν ἄ­θεο ἐγγονό!
Ἂν συναντήσετε κανένα τέτοιο καὶ σᾶς πῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός, νὰ τοῦ πῆτε ἕνα λόγο· Ἐὰν μὲ πείσῃς ὅτι τὸ σπίτι ποὺ κάθεσαι χτίστη­κε μόνο του, τότε θὰ παραδεχτῶ ὅτι καὶ τὸ μεγάλο αὐτὸ σπίτι ποὺ λέγεται γῆ καὶ σύμ­παν ἔ­­γινε μόνο του. Ἡ λογικὴ λέει, ὅτι «πᾶς οἶ­κος κατασκευάζεται ὑπό τινος, ὁ δὲ τὰ πάν­τα κατα­­σκευ­άσας Θεός»· κάθε σπίτι χτίζεται ἀπὸ κά­ποιον, κι αὐτὸς ποὺ κατασκεύασε τὸ σύμπαν εἶ­νε ὁ Θεός (Ἑβρ. 3,4). Τὰ ὑπόλοιπα εἶνε ἀφροσύνη, παραλογισμός. «Εἶπεν ἄ­φρων ἐν καρδίᾳ αὐ­τοῦ· οὐκ ἔστι Θεός» (Ψαλμ. 13,1).
Ἡ μιὰ κατηγορία λοιπὸν εἶνε οἱ ἄ­πιστοι. Ἡ ἄλλη; Ἡ ἄλλη δὲν εἶνε ἄπιστοι. Αὐτοὶ Χριστού­γεννα – Πάσχα ἀνάβουν κερὶ στὴν ἐκκλησιὰ καὶ κάνουν καμ­μιὰ προσευχή. Λένε ὅτι πιστεύουν στὸ Θεό. Ἀλλὰ δὲν πιστεύουν, ψέματα λένε. Πιστεύουν σ᾽ ἕναν ἄλλο θεό. Ποιός εἶνε ὁ θεός τους; Ὁ «μαμωνᾶς», δηλαδὴ τὸ χρῆμα, τὰ λεπτά. Αὐτὸς εἶνε ὁ θεὸς τοῦ κόσμου σήμερα.
Αὐτοὶ ποὺ λατρεύουν τὸ χρῆμα δουλεύουν σκληρά. Ὄχι γιὰ νὰ ζήσουν, γιὰ νὰ βγάλουν τὸ ψωμί τους· ἡ ἐργασία αὐτὴ εἶνε εὐλογημένη. Αὐτοὶ καταπονοῦνται, ὄχι γιατὶ δὲν ἔ­χουν, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ κάνουν αὐτὰ ποὺ ἔχουν περισσότε­ρα. Ἔχουν 100 χιλιάδες; νὰ τὶς κά­νουν 200· ἔ­χουν 200; νὰ τὶς κάνουν 400… Εἶνε ἀχόρταγοι. Ἡ θάλασσα μπορεῖ νὰ πῇ στὰ ποτάμια «Φτάνει, δὲ θέλω τὰ νερά σας», τὸ νεκροταφεῖο μπορεῖ νὰ πῇ «Δὲν θέλω ἄλλους νεκρούς», μὰ οἱ πλεονέκτες ποὺ λα­τρεύουν τὸ μαμωνᾶ, δὲ λένε ποτέ «Μοῦ φτάνουν αὐτὰ ποὺ ἔχω, δόξα τῷ Θεῷ». Δουλεύουν καὶ τὴν Κυριακὴ τὴν ὥ­ρα ποὺ χτυποῦν οἱ καμπάνες, δουλεύουν καὶ τὴ Μεγάλη Παρασκευή, δουλεύουν συνεχῶς.
Καὶ μόνο δουλεύουν; Ἐπὶ πλέον ξενιτεύον­­ται, φεύγουν ἀπὸ τὴν πατρίδα. Δὲν ἐννοῶ αὐ­­τοὺς ποὺ δὲν ἔχουν κτήματα· αὐτοὶ ἀναγ­κά­ζονται νὰ φύγουν. Ἐννοῶ ἐκείνους ποὺ μποροῦν νὰ ζήσουν ἐδῶ, ἀλλὰ σκορπίζονται στὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος γιὰ νὰ θησαυρίσουν, νὰ γίνουν ἑκατομμυριοῦχοι, καὶ μετὰ ἀ­­διαφοροῦν γιὰ τοὺς δικούς τους ἐδῶ. Ἦρθε μιὰ γριὰ στὴ Φλώρινα καὶ ζητοῦσε ἐλεημοσύνη. ―Ἔχεις παιδιά; τῆς λέω. ―Ἔχω. ―Πόσα; ―Τέσσερα. ―Ποῦ εἶνε; ―Τὸ ἕνα στὴν Αὐ­στρα­λία, τὸ ἄλλο στὸ Τορόντο, τὸ ἄλλο στὴ Νέα Ὑ­όρκη, τὸ ἄλλο… ―Γράμματα παίρνεις; ―Τίπο­τα. Αὐτὸς ποὺ ἔχει κατάστημα στὸ Σίδνεϋ χόρ­τασε δολλάρια, μὰ στὴ μάνα του δὲ στέλνει!…
Ἄσπλαχνοι ἄνθρωποι, δὲ δίνουν νε­ρὸ οὔτε στὸν ἄγγελό τους. Ἂν λέγωνται αὐ­τοὶ ἄνθρωποι! Αὐτοὶ ποὺ λατρεύουν τὸ μαμωνᾶ γίνον­ται σκληροί· ἡ καρδιά τους εἶνε σὰν τὴν πέτρα. Δὲν ἔχουν αἰσθήματα. Εἶνε σὰν τὸν Ἰούδα· ὅ­πως αὐτὸς πούλησε τὸ Χριστὸ γιὰ τριάκον­τα ἀργύρια, ἔτσι κι αὐτοὶ γιὰ λίγο χρῆμα εἶνε ἕ­τοιμοι νὰ πουλήσουν τὰ πάντα. Εἶνε παραδόπιστοι. Αὐτοί εἶνε οἱ λάτρες τοῦ χρήματος.
Θεός τους ὁ μαμωνᾶς· ὅ,τι τοὺς πεῖ αὐ­τός, αὐτὸ κάνουν. Τοὺς λέει ὁ μαμωνᾶς κλέψ­τε; θὰ κλέψουν. Τοὺς λέει νὰ πᾶνε στὸ δικαστή­­ριο νὰ ὁρκιστοῦν; παλαμίζουν τὸ Εὐαγγέλιο. Τοὺς λέει νὰ ἀδικήσουν χήρα καὶ ὀρφανό; ἀδικοῦν. Τοὺς λέει νὰ κάνουν πόλεμο; κάνουν (αὐ­τοὶ οἱ δυὸ παγκόσμι­οι πόλεμοι, ὁ πρῶτος καὶ ὁ δεύτερος, δὲν ἔγιναν γιὰ εὐγενῆ καὶ ὑψηλὰ ἰ­δανι­κά· ἔγιναν γιὰ τὰ κάρβουνα καὶ τὰ πετρέ­λαια, γιὰ τὸ χρῆμα). Τοὺς λέει ν᾽ ἁρπάξουν τὸ ψωμὶ ἀπ᾽ τὸ στόμα τοῦ φτωχοῦ; τὸ κάνουν. Ὅ­ταν ἐ­πρόκειτο ν᾽ ἀ­νοίξῃ στὰ τότε ἑλληνοσερβικὰ σύνορα ἕνα μεγάλο σουπερ-μάρκετ, χίλιοι φτωχοὶ ἄνθρωποι, ποὺ εἶχαν μικρὰ μαγαζάκια μέσα στὴ Φλώρινα, κόντεψαν νὰ βρεθοῦν στὸ δρόμο. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ μαμωνᾶ ἔ­καναν συμμορία, ποὺ λέγεται ἀνώνυμος ἑταιρεία, κι αὐτοὶ οἱ 20 – 25 ἤθελαν ν᾽ ἀρ­μέξουν ὅ­λο τὸν πλοῦτο, κι ἂς πει­νάσουν ὅλοι οἱ ἄλ­λοι. Δὲ λο­γαριάζουν τίποτα, δὲν τοὺς ἐνδιαφέ­ρει ἂν θὰ βρεθοῦν στὸ δρόμο τὰ φτωχαδάκια. Ἀ­νώνυμες πολυεθνικὲς ἑταιρεῖ­ες δὲν εἶνε τίπο­τε ἄλλο παρὰ συμμορίες τοῦ μαμωνᾶ.
Ὁ μαμωνᾶς βασιλεύει σήμερα καὶ σ᾽ αὐτὸν ἔ­χουν τὴν ἐλπίδα τους οἱ πολλοί. Λεφτά! σοῦ λένε. Ἀλλὰ μπορεῖ τὸ χρῆμα νὰ εἶνε ἡ ἐλπίδα μας; Ἤξερα δυὸ ἀνθρώπους. Ἦταν ἔμποροι, εἶχαν καταστήματα καὶ οἱ δυό, δούλευαν καὶ πήγαιναν καλά. Ἀλλὰ ἦρθε κρίσι στὸ ἐμπόριο, χρεωκόπησαν καὶ οἱ δυό, καὶ δὲν εἶχαν δραχμὴ οὔτε ὁ ἕνας οὔτε ὁ ἄλλος. Ὁ ἕνας, ποὺ δὲν πί­στευε στὸ Θεό, νόμισε ὅτι πέθανε ὁ θεός του – τὸ χρῆμα, ἀπελπίστηκε, πῆγε κ᾽ ἔπεσε στὸ ποτάμι καὶ πνίγηκε. Ὁ ἄλλος ὅμως, ποὺ πί­στευε στὸ Θεό, ἀπένταρος πλέον, χωρὶς κατάστημα, χωρὶς πελάτες, χωρὶς τίποτα – καὶ νὰ τὸν κυνηγοῦν οἱ τράπεζες νὰ τὸν πιάσουν, ἔκανε τὸ σταυρό του κι ἄρχισε πάλι δουλειά· καὶ ζῇ τώρα εὐτυχισμένα μὲ τὴν οἰκογένειά του.

* * *

Μεγάλο πρᾶγμα νὰ πιστεύῃ κανεὶς στὸ Θεό! Γιατὶ ὁ Θε­ὸς εἶνε Πατέρας, ὅπως λέει τὸ εὐαγ­γέλιο (βλ. Ματθ. 3,26)· κι ὅπως ὁ πατέρας φρον­τί­ζει γιὰ τὸ παιδί, ἔτσι καὶ ὁ οὐράνιος Πατέ­ρας φρον­τίζει γιὰ ὅλα τὰ παιδιά του, μικροὺς καὶ μεγάλους. Ἔτσι ζοῦμε. Ἀλλὰ εἴμαστε ἀχάριστοι. Ὦ ψεύτη ντουνιᾶ! Ἕνα κόκκαλο δίνεις στὸ σκύλο, καὶ σοῦ κουνάει τὴν οὐρά· ὁ ἄνθρω­πος τὴ μπουκιὰ ἔχει στὸ στόμα καὶ βλαστημάει τὸ Θεό. Ἀχάριστοι ἄνθρωποι! ἐὰν δὲ βρέξῃ ὁ οὐρανός, ἐὰν δὲ βγῇ ὁ ἥλιος νὰ στείλῃ τὶς ἀ­κτῖνες του, ἐὰν δὲ φυσήξῃ ἀέρας ζωογόνος, θὰ ξεραθοῦν τὰ σπαρτά, θὰ ψοφήσουν τὰ ζῷα, θὰ πεθάνετε. Τί λέω; Βγάλτε τὸ ρολόι σας· 5 λεπτὰ νὰ λείψῃ ὁ ἀέρας, δὲ ζῇ ἄνθρωπος, ἀ­σφυξία θὰ πάθουμε. Ἔπρεπε νά ᾽χουμε ἕνα πύραυλο καὶ αὐτὸ τὸν ἄπιστο, ποὺ λέει πὼς δὲν ὑ­πάρχει Θεός, νὰ τὸν βάλουμε μέσα νὰ τὸν στείλουμε στὸ φεγγάρι. Ἐκεῖ οὔτε ἀχλάδι, οὔ­τε μῆλο, οὔτε νερό, οὔτε ἀέρας ὑπάρχει· ἐ­δῶ ὅλα τὰ δίνει ὁ Θεός, κι ὅμως μένουμε ἀχάριστοι. Θά ᾽ρθῃ ὥρα ποὺ θὰ τὰ στερηθοῦμε…
Ζοῦμε, γιατὶ θέλει ὁ Θεός. Τὸ λέει τὸ Εὐαγγέλιο· ἕνα πουλάκι δὲν πέφτει στὴ γῆ χωρὶς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, μιὰ τρίχα δὲ φεύγει χω­ρὶς τὸ θέλημά του (βλ. Ματθ. 10, 29-30). Ὅλα ζοῦν γιατὶ τὰ συντηρεῖ ἐκεῖνος, καὶ πολὺ περισ­σό­τερο τὸν ἄνθρωπο. Εἶνε σπουδαῖο νὰ πιστεύῃ κανεὶς στὸ Θεὸ καὶ ὄχι στὰ λεφτὰ τὰ ἄτιμα.
Αὐτοὶ ποὺ πιστεύουν στὸ χρῆμα, ἅμα λείψῃ αὐτὸ – ὁ θεός τους, αὐτοκτονοῦν· δὲν ἔχουν ἄλλο θεό. Ὅσοι πιστεύουν στὸ ζωντανὸ Θεό, δὲν ἀπελπίζονται. Πᾶνε πολλὰ χρόνια ποὺ περ­πατώντας στὴ Θεσσαλονίκη εἶδα πρωὶ – πρωὶ ἕνα γεροντάκο νὰ πουλάῃ λάχανα καὶ στὸ κα­ρότσι ἐπάνω μὲ κόκκινα γράμ­ματα εἶχε μιὰ ἐπιγραφή· «Ἔχει ὁ Θεός». Μοῦ ᾽κανε ἐντύπω­σι καὶ τὸν πλησίασα· ―Γιατί πάνω στὸ καρότσι σου ἔγραψες «Ἔχει ὁ Θεός»; ―Εἶμαι πρόσ­φυγας, λέει. Στὸν Πόντο ζούσαμε καλά, ἤμασταν πλούσιοι. Ἔγινε ὅμως ἡ καταστρο­φὴ καὶ ἤρθαμε γυμνοὶ στὴν Ἑλλάδα. Πῆγα στὴν ἐκ­κλη­σιά, γονάτισα καὶ εἶπα· Θεέ μου, ἐσὺ ποὺ τρέ­φεις τὰ πουλιὰ καὶ τὰ κοράκια, μὴ μᾶς ἀ­φήσῃς. Κι ἄρχισα νὰ δουλεύω. Ἔχω γυναῖκα καὶ 5 παιδιά. Κάνω τὸ σταυρό μου, βγαίνω καὶ πουλῶ, καὶ ἔτσι ζῶ. Δόξα νά ᾽χῃ ὁ Θεός!…
Μὴν ἀπελπίζεσαι. Κι ἂν σ᾽ ἀφήσουν ὅλοι, κι ἂν γίνῃ ὁ κόσμος ἄνω – κάτω, ὑπάρχει ὁ Θεός!
«Κι ἂν δὲν μοῦ μείνῃ ἐντὸς τοῦ κόσμου
ποῦ ν᾽ ἀκουμπήσω, νὰ σταθῶ,
ἐκεῖ ψηλὰ εἶν᾽ ὁ Θεός μου·
πῶς ἠμπορῶ ν᾽ ἀπελπισθῶ;».
Αὐτὰ μᾶς λέει τὸ εὐαγγέλιο. Ἂς τὰ κρατήσουμε σφιχτά. Νὰ πιστεύουμε. Νὰ βουλώσου­με τ᾽ αὐτιά μας νὰ μὴν ἀκοῦμε τί λένε τὰ κορά­κια τῆς ἀπιστίας, ἀλλὰ νὰ ζήσουμε ὅπως θέλει ὁ Χριστός, ὁ εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Γεωργίου Βεύης – Φλωρίνης 19-6-1977)

____________________

ΡΟΥΜΑΝΙΚΑ

_____________________

Mitropolitului Augustin de Florina
Predică la Duminica a III-a dupa Rusalii

Predica de pe Munte

ADORAREA MAMONEI

“Dumnezeul meu, Tu care hrăneşti păsările şi corbii, nu ne lăsa!”

Aţi ascultat, iubiţii mei, Sfânta şi Sfinţita Evanghelie. Ce ne spune? Ne spune că nu trebuie să devenim sclavi, sclavi ai “mamonei” (Matei 6, 24). Dar cine este acest ”mamona”?

***

Oamenii de astăzi se împart după credinţă în două categorii. O categorie sunt necredincioşii, cei care zic că nu există Dumnezeu. Să nu credeţi că oamenii de ştiinţă sunt cine ştie ce. Adevăraţii oameni de ştiinţă care au făcut descoperiri, cred în Dumnezeu. Cei de aici, care sug minciuna că nu există Dumnezeu, sunt nişte tineri studenţi care prin mii de chinuri au luat o hârtie şi de atunci au închis cărţile, stau la cafenele picior peste picior, joacă cărţi, fumează, vorbesc în deşert, ruşinos şi porcos. Aceştia zic că nu există Dumnezeu şi încearcă să dezrădăcineze şi din inima altora cea mai nobilă floare, credinţa în Hristosul nostru. Într-un sat, o bătrână de 80 de ani se primejduia să moară. De asta a aflat preotul – păstor bun – şi s-a dus să o grijească.

– Bunică, zice, am venit să te spovedeşti.

– A, eu nu cred; nu există Dumnezeu.
– Dar, tu, femeie bătrână, care într-o clipă te duci, şi spui nu cred? De ce? Cine ţi-a spus că nu există Dumnezeu?
– Am un nepot care studiază la universitate şi mi-a spus că nu există Dumnezeu… Auzi, deci, bunica a ascultat pe nepotul ateu!
Dacă veţi întâlni vreun astfel de om şi vă va spune că nu există Dumnezeu, să-i spuneţi un cuvânt: Dacă mă vei convinge că a ta casă, în care locuieşti, s-a zidit singură, atunci voi accepta că şi această mare casă, care se numeşte Pământ şi Universul a apărut de unul singur. Logica spune că “orice casă e zidită de cineva, iar Dumnezeu este Cel ce zideşte toate”; fiecare casă este construită de către cineva, iar cel care zideşte Lumea este Dumnezeu (Evrei 3,4). Celelalte sunt nebunie, absurditate. “Zis-a cel nebun întru inima sa: Nu este Dumnezeu!” (Psalmul 13:1).
Aşadar o categorie sunt necredincioşii. Cealaltă? Cealaltă nu sunt necredincioşi. Aceştia la Crăciun şi la Paşti aprind lumânări în biserică şi fac şi câte o rugăciune. Spun că ei cred în Dumnezeu, dar nu cred, spun minciuni. Cred într-un alt Dumnezeu. Cine este Dumnezeul lor? “Mamona”, adică banul, gologanii. Acesta este dumnezeul lumii de astăzi.
Cei care adoră banul lucrează aspru. Nu ca să trăiască şi să-şi câştige pâinea; această muncă este binecuvântată. Aceştia se extenuează, nu pentru că nu au, ci ca să le înmulţească pe cele pe care le au. Au o sută de mii? Să le facă două sute. Au două sute? Să le facă patru sute… Sunt nesătui. Marea poate să spună râurilor: “Ajunge! Nu mai vreau apele voastre!“; cimitirul poate să spună: “Nu mai vreau alţi morţi!”, dar lacomii, care îl adoră pe mamona, nu vor spune nicodată: “Îmi ajung cele pe care le am; slavă lui Dumnezeu!”. Lucrează şi duminica, şi în ceasul în care bat clopotele, lucrează şi în Sfânta şi Marea Vineri, lucrează continuu.

Şi doar lucrează? În plus, emigrează, pleacă din patrie. Nu mă refer la cei care nu au terenuri; aceştia sunt obligaţi să plece. Mă refer la cei care pot să trăiască aici, dar se risipesc în cele patru puncte ale orizontului, ca să adune avere, să devină milionari; şi apoi nu le mai pasă de cei de-ai lor de aici. A venit o bătrână în Florina şi cerea milostenie.
– Ai copii?- întreb.
– Am.
– Câţi?
– Patru.
– Unde sunt?
– Unul este în Australia, altul în Toronto, altul în New York, altul…
– Primeşti scrisori?
– Nimic. Cel care are un magazin în Sydney s-a săturat de dolari, dar mamei lui nu-i trimite!…

Oameni neîndurători! Nu dau apă nici îngerului lor. Dacă se mai numesc unii ca aceştia oameni! Cei care adoră pe mamona devin răi; inima lor este ca de piatră. Nu au simţăminte. Sunt ca Iuda; cum acesta L-a vândut pe Hristos pentru treizeci de arginţi, aşa şi aceştia pentru câţiva bani sunt gata să le vândă pe toate. Sunt lacomi de bani. Aceştia sunt adoratorii banului.

Dumnezeul lor este Mamona; tot ce le spune acesta, asta fac. Le spune mamona “furaţi!”? Vor fura. Le zice să se ducă la tribunal să se jure? Pun mâna pe Evanghelie. Le spune să nedreptăţească pe văduvă şi pe orfan? Nedreptăţesc. Le spune să facă război? Fac. (Aceste două războaie mondiale, primul şi al doilea, nu s-au făcut din idealuri nobile şi înalte; s-au făcut pentru cărbuni şi petrol, pentru bani). Le zice să smulgă pâinea de la gura săracului? O fac.

Când avea să se deschidă la graniţa elino-sârbă de atunci un mare supermarket, mii de oameni săraci, care aveau mici magazine în Florina, erau în pericol de a rămâne în drum. Oamenii lui mamona au alcătuit o bandă, care s-a numit societate anonimă, şi aceşti 20 – 25 voiau să mulgă toată bogăţia şi-i lăsau pe toţi ceilalţi să flămânzească. Nu luau în calcul nimic, nu-i interesa dacă sărăcuţii vor rămâne pe drumuri. Societăţile multi-naţionale anonime nu sunt nimic altceva decât nişte bande ale mamonei.

Mamona împărăţeşte astăzi şi mulţi şi-au pus nădejdea în el. Bani! – îţi zic. Dar banul poate fi nădejdea noastră? Am cunoscut doi oameni. Erau negustori, aveau magazine amândoi, lucrau şi o duceau bine. Dar a venit criza în comerţ. S-au îndatorat amândoi şi nu aveau nicio drahmă, nici unul, nici altul. Unul, care nu credea în Dumnezeu, a crezut că i-a murit dumnezeul – banul, s-a deznădăjduit, s-a dus şi s-a aruncat în râu şi s-a înecat. Celălalt însă, care credea în Dumnezeu, văzându-se rupt de acum, fără magazin, fără clienţi, fără nimic, şi că băncile îl urmăresc ca să-l prindă, şi-a făcut cruce şi a început din nou lucrul, iar acum trăieşte fericit cu familia lui.

***

Mare lucru este să creadă cineva în Dumnezeu! Pentru că Dumnezeu este Tată, cum zice Evanghelia (vezi Matei 3, 26); şi precum un tată se îngrijeşte de copil, aşa şi Părintele ceresc se îngrijeşte de toţi copii lui, mici şi mari. Aşa trăim. Dar suntem nemulţumitori. O, falsă societate! Îi dai câinelui un os şi-ţi dă din coadă; omul abia are o buchie în gură, abia ştie să vorbească, şi-L înjură pe Dumnezeu. Nemulţumitori oameni! Dacă cerul nu va ploua, dacă soarele nu va răsări ca să-şi trimită razele, dacă nu va sufla aerul răcoritor, culturile se vor usca, animalele vor muri, veţi deceda. Ce zic? Scoateţi-vă ceasul! Cinci minute fără aer, omul nu trăieşte, vom păţi asfixiere. Ar trebui să avem o rachetă şi pe cel necredincios, care zice că nu există Dumnezeu, să-l băgăm în ea şi să-l trimitem pe Lună. Acolo, nicio pară, niciun măr, nici apă, nici aer nu există; aici Dumnezeu ne dă de toate, şi cu toate acestea rămânem nemulţumitori, nerecunoscători. Va veni ceasul când le vom duce lipsa…

Trăim, pentru că o vrea Dumnezeu. O zice Evanghelia: O pasăre nu cade pe pământ fără voia lui Dumnezeu, un fir de păr nu cade fără voia Lui (vezi Matei 10, 29-30). Toate trăiesc pentru că le conservă El şi cu atât mai mult pe om. Este foarte important ca cineva să creadă în Dumnezeu şi nu în banii necinstiţi.

Cei care cred în ban, şi deci îl au pe acesta drept dumnezeu al lor, se sinucid; nu au alt dumnezeu. Toţi cei care cred în Dumnezeul cel viu nu deznădăjduiesc. Au trecut mulţi ani de când plimbându-mă prin Tesalonic am văzut într-o zi foarte de dimineaţă un bătrânel vânzând zarzavaturi şi pe căruţ cu litere roşii avea o inscripţie: “Are grijă Dumnezeu!”. M-a impresionat şi m-am apropiat de el:

– De ce ai scris pe căruţ “Are grijă Dumnezeu!”?

– Sunt refugiat, zice. În Pont am trăit bine, eram bogaţi. S-a întâmplat însă catastrofa şi am venit goi în Elada. M-am dus la biserică, am îngenuncheat şi am spus: Dumnezeul meu, Tu care hrăneşti păsările şi corbii, nu ne lăsa. Şi am început să muncesc. Am femeie şi cinci copii. Îmi fac cruce, ies şi vând şi astfel trăiesc. Slavă lui Dumnezeu!…

Nu deznădăjdui! Şi chiar dacă te-ar lăsa toţi şi lumea s-ar întoarce pe dos, există Dumnezeu!
“Şi dacă nu rămâne în lume
Ceva de care să mă sprijin, să stau,
Acolo în înălţime este Dumnezeul meu;
Cum aş putea deci să deznădăjduiesc?”.

Aceste lucruri ni le spune Evanghelia. Să le ţinem strâns. Să credem. Să ne astupăm urechile şi să nu ascultăm ce zic ciorile necredinţei, ci să trăim precum vrea Hristos, cel ce este binecuvântat în veci.

† Episcopul Augustin

(Omilia Mitropolitului de Florina, părintele Augustin Kandiotis, în Sfânta Biserică a Sfântului Gheorghe Vevis – Florina, 19.06.1977)

Sursa: Ne vorbeşte Părintele Augustin

H θαλασσα και «αλιεις ανθρωπων»

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιούν 17th, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Β΄ Ματθαίου (Ματθ. 4,18-23)

H θαλασσα και «αλιεις ανθρωπων»

«Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ὁ Ἰησοῦς περιπατῶν παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας…» (Ματθ. 4,18)

images-1ΑΚΟΥΣΑΤΕ, ἀγαπητοί μου, τὸ εὐαγγέλιο; Ἐ­ρωτῶ, γιατὶ πολλοὶ ἔχουν αὐτιά, μὰ τὸ Εὐ­αγγέλιο ὄχι μόνο δὲν θέλουν νὰ τὸ ἀκούσουν ἀλλὰ καὶ τὸ κοροϊδεύουν. Τὸ Εὐαγγέλιο πάλιωσε, λένε· σήμερα δὲν ἰσχύει…
Αὐτὰ λένε οἱ λεγόμενοι κουλτουριάρηδες. Ἔμαθαν μερικὰ γράμματα, πῆ­ραν ἕνα χαρτί, καὶ φαντάζονται ὅτι ἔλυσαν ὅ­λα τὰ προβλήμα­τα καὶ δὲν ἔχουν πλέον ἀνάγ­κη τὸ Θεό. Καὶ στὶς μέρες μας αὐτοὶ πλήθυναν. Τὸ Εὐαγγέλιο ἦταν γιὰ «τῷ καιρῷ ἐκεί­νῳ», λένε εἰρωνικά. Τί ἔχουμε νὰ τοὺς ἀπαντήσουμε;
Κάποτε ποὺ ἤμουν στὴ Θεσσαλονίκη, περπατώντας στὸ δρόμο εἶδα ξαφνικὰ κάποιον νὰ τρέχῃ, νὰ σκαρφαλώνῃ σὰν τὸ γάτο σ᾽ ἕνα τηλεγραφόξυλο, κι ἀπὸ ᾽κεῖ νὰ φτύνῃ συνε­χῶς. ―Τί κάνεις ἐκεῖ; τοῦ φώναζαν. ―Θὰ σβή­σω τὸν ἥλιο! ἔλεγε. Δὲν ἦταν στὰ λογικά του. Ἐ­ὰν λοιπὸν εἶνε τρελλὸς ὅ­ποιος νομίζει ὅτι μὲ τὸ σάλιο του θὰ σβήσῃ αὐτὸ τὸν ἥλιο ―ποὺ κάποτε βέβαια θὰ σβή­σῃ ἀπὸ μόνος του ὅ­πως τὸ καντήλι―, ἀσυγκρίτως περισσότερο τρελλοὶ εἶ­νε αὐτοὶ ποὺ νομίζουν πὼς μὲ τὰ λόγια τους θὰ μπορέσουν νὰ σβήσουν τὸ Εὐ­αγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶνε ὁ ἄδυτος ἥλιος.
Γιὰ τὸν Κύ­ριο ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν λέμε «νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶ­νας τῶν αἰώνων· ἀμήν». Καὶ πράγματι· πέρασαν τόσοι αἰῶνες, ἀλλὰ τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς ἰσχύουν, ἔ­χουν δύναμι, ἀφοροῦν καὶ ἐμᾶς, ἔχουν ἐφαρμο­γὴ γιὰ ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς ἀνθρώπους.

* * *

Στὴν Παλαιστίνη, στοὺς Ἁγίους Τόπους, ὑ­πάρχει μιὰ λίμνη, ποὺ λέγεται λίμνη τῆς Γαλιλαίας ἢ τῆς Τιβεριάδος ἤ, ἐπει­δὴ εἶνε μεγάλη, τὴ λένε καὶ θάλασσα. Ψηλὰ ἀ­π᾽ τὸ ἀερο­πλά­νο νομίζεις ὅτι ἔχει σχῆμα ἅρ­πας – κιθάρας· ὅσοι ἔχουν πάει στοὺς Ἁγίους Τόπους τὴν ἔ­χουν δεῖ. Τὰ νερά της εἶνε πεντακά­θα­ρα· προέρχονται ἀπὸ πηγὲς σὲ ψη­λὰ βουνὰ χιονισμέ­να. Ἀπὸ ᾽κεῖ κατεβαίνουν ῥυ­άκια καὶ πο­ταμάκια καὶ φθάνουν σ᾽ αὐτήν. Ἐ­κεῖ ἔρχεται καὶ ὁ Ἰορδάνης ποταμός. Τὰ νερά του πέφτουν στὴ λίμνη, κι ὅσα περισσεύουν φεύγουν ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος της καὶ συνεχίζουν. Εὐλογημένος ποταμός, εὐλογημένη λίμνη.
Εἶνε ὡραῖες οἱ λίμνες. Γιά φανταστῆτε, ἡ γῆ νὰ ἦταν ὅλη ξηρά, χωρὶς καθόλου νερό, ὅ­πως εἶνε τὸ φεγγάρι. Φανταστῆτε αὐτὴ τὴν ξεραΰλα, σὰν τὴ Σαχάρα. ῾Ρυάκια, ποταμάκια, λίμνες, θάλασσες, δίνουν ὀμορφιὰ καὶ χάρι στὸν πλανήτη μας, τὸν μοναδικὸ στὸ σύμπαν. Θὰ ἔλθῃ ὅμως μιὰ μέρα ―τὸ λέει ἡ Ἀποκάλυψις―, ποὺ τί θὰ γίνῃ· τὰ καθαρὰ νερά, μέσα στὰ ὁποῖα ζοῦν ψάρια ποὺ ἔπλασε ὁ Θεὸς χάριν τοῦ ἀνθρώπου, θὰ πικραθοῦν, καὶ ἀπὸ τὰ πικρὰ νερὰ θὰ πεθάνουν πολλοὶ ἄνθρωποι (βλ. Ἀπ. 8,11). Κι αὐτὸ τὸ βλέπουμε ἤδη.
Ἡ μητρόπολις Φλωρίνης ἔχει ἀρκετὲς λίμνες. Ἐγὼ τὴν ὀνομάζω μητρόπολι τῶν 5 λιμνῶν. Μία ἀπὸ αὐτὲς εἶνε ἡ Βεγορίτις ἢ λίμνη τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος. Πῆγα λοι­πὸν ἐκεῖ καὶ εἶδα τοὺς ψαρᾶδες λυπημένους. ―Δὲν ὑπάρ­χουν ψάρια, μοῦ εἶπαν. ―Γιατί; ―Γιατὶ πικρά­θηκαν τὰ νερά.… Πῶς πικράθηκαν; ―Ἀπὸ τὰ λύματα τῶν ἐργοστασίων ποὺ χύνονται ἐδῶ. Πᾶνε τὰ ψάρια! Μοῦ ᾽λεγε γέρος ψαρᾶς στὴ Βεγορίτιδα, ὅτι ὁ παπποῦς του ἔπιασε παλαιότερα ἐκεῖ ἕνα ψάρι ποὺ λέγεται γουλιανός. Ἦταν 40 κιλά, καὶ ἔτρωγαν μιὰ βδομάδα στὸ σπίτι ἀπ᾽ αὐτό! Τώρα…
Κι ὄχι μόνο στὶς μικρὲς λίμνες. Μιὰ μεγάλη λίμνη εἶνε καὶ ἡ Μεσόγειος θάλασσα, λίμνη μεγάλων κρατῶν· Ἱσπανία, Γαλλία, Ἰταλία, Ἑλ­λάδα, Τουρκία, Κύπρος, Αἴγυπτος, Λιβύη, Μαρόκο, ὅλα μέσα σ᾽ αὐτὴν βλέπουν. Στὴ μεγάλη αὐτὴ λεκάνη πέφτουν οἱ ἀκαθαρσίες ὑ­πονόμων 70 περίπου μεγάλων πόλεων. Καὶ ἤ­δη οἱ ἐπιστήμονες κρούουν τὸν κώδωνα γιὰ τὴ μόλυνσι· σὲ λίγο δὲν θὰ ὑπάρχῃ ψαράκι.
Ἀλλὰ τί ἔπαθα καὶ μιλῶ γιὰ λίμνες καὶ θάλασσες; Τὸ εὐαγγέλιο μοῦ ἔδωσε τὴν ἀφορμή. Ἀκούσαμε σήμερα νὰ λέῃ, ὅτι ὁ Χριστὸς περπα­τοῦσε «πα­ρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας» (Ματθ. 4,18). Ἐ­κεῖ πῆγε ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖ­ος ἀγαπᾷ τὰ ὡ­ραῖα, τὰ δημιουργήματα ποὺ ὁ ἴδιος ἔ­φτειαξε. Περπατοῦσε κοντὰ στὴ χαριτωμένη λίμνη. Για­τί πῆγε ἐκεῖ; μήπως γιὰ ν᾽ ἀναπνεύ­σῃ καθαρὸ ἀ­έρα; Πῆγε γιὰ κάποιον ἄλλο ἀνώτερο σκοπό. Πῆγε, γιὰ νὰ ἐκλέξῃ τοὺς μαθητάς του, τὸ ἐ­πι­τελεῖο του μὲ τὸ ὁποῖο θὰ ἀνακαίνιζε τὸν κόσμο. Δὲν πῆγε οὔτε στὴ ῾Ρώμη, οὔτε στὴν Ἀ­θή­να, οὔτε σὲ ἄλλο ἀπὸ τὰ ἀστι­κὰ κέντρα· πῆγε στὴ θάλασσα, κοντὰ στοὺς ψαρᾶδες.
Εἶδε ἐκεῖ δυὸ βάρκες. Στὴ μία δυὸ ἀδέρφια, ὁ Πέτρος κι ὁ Ἀνδρέας, ἔρριχναν τὸ δίχτυ γιὰ ψάρεμα. Στὴν ἄλλη ἄλλα δυὸ ἀδέρφια, ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Ἰάκωβος μαζὶ μὲ τὸν πατέρα τους τὸ Ζεβεδαῖο διώρθωναν καὶ τακτοποιοῦ­σαν τὰ δί­χτυα τους. Καὶ τοὺς κάλεσε. Ἀφῆστε, λέει, αὐτὰ τὰ δίχτυα, ἀκολουθῆστε με, κ᾽ ἐγὼ θὰ σᾶς δώσω χάρι· θὰ σᾶς κάνω «ἁλιεῖς ἀνθρώπων», θὰ ψα­ρεύετε ψυχές. Κι αὐτοί; «Εὐθέως» τὸν ἀκολού­θησαν (ἔ.ἀ. 4,19-22). Αὐτὴ ἡ λέξι, «εὐθέως», ζυγίζει πολύ. Τί θὰ πῇ «εὐθέως»; «Ἀμέσως», χωρὶς δι­σταγμό. Δὲν εἶπαν Αὔριο, μεθαύριο, ὕστερα ἀπὸ ἕνα μῆνα, ὕστερα ἀπὸ ἕνα χρόνο. Ἀ­μέσως ἔδωσαν τὸ «παρών», ὅπως ὁ στρατιώτης στὸν ἀξιωματικό. Ἄφησαν βάρκες, δίχτυα, συγγενεῖς, καὶ ἦρθαν κοντὰ στὸ Χριστό.

* * *

Ἄν, ἀγαπητοί μου, ἐρχόταν σήμερα ὁ Χριστὸς καὶ ἔλεγε «Ἐλᾶτε μαζί μου, ἀφῆστε τα ὅλα κι ἀκολουθῆστε με», ποιός θὰ τὸν ἀκολουθοῦσε; Κάποιος θὰ ἔλεγε· Τί λὲς τώρα, τρελλὸς εἶμαι νὰ τ᾽ ἀφήσω ὅλα;… Ἄλλος θά ᾽λεγε· Πόσα θὰ μοῦ δίνῃς;… Θέλουν χρήματα. Ἂν ὁ Χριστὸς ἔταζε κέρδη, πολλοὶ θὰ δέχονταν· τώρα, οὔτε ἕνας.
Ἀπὸ ἄλλα ἔθνη (Ἰτάλια, Γαλλία, Γερμανία κ.λπ.), ξεκινοῦν ἱεραπόστολοι γιὰ τὴν Ἀφρικὴ καὶ τὴν Ἀσία, καὶ ἐργάζονται συχνὰ μὲ κίνδυνο τῆς ζωῆς τους. Ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα; Τρία ἑκατομμύρια ἔχουν φύγει στὸ ἐξωτερικό· ὄχι ὅ­μως γιὰ ἱεραποστολή, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἐργασθοῦν καὶ νὰ βγάλουν χρήματα. Κάποτε ἔφευγαν κι ἀπ᾽ ἐδῶ καὶ πήγαιναν ἀλλοῦ νὰ κηρύξουν τὸ Εὐαγγέλιο. Ἂν λ.χ. στὴ ᾽Ρωσία, στὴ Βουλγαρία, στὴ Σερβία εἶνε σήμερα ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, αὐτὸ ὀφείλεται στὸ ὅτι ὑπέροχοι νέοι ἔ­φυγαν ἀπ᾽ τὴν Κωνσταντινούπολι καὶ τὴ Θεσ­σαλονίκη καὶ πῆγαν ἐκεῖ καὶ τοὺς ἔκαναν χριστιανούς. Τώρα σπανίως παρουσιάζεται κάποιος ἱεραπόστολος. Τέτοιος ἦταν ὁ ἀείμνηστος Ἰωάννης Ἀσλανίδης, ἕνα χαριτωμένο θαυμάσιο παιδί, ἔξυπνος, τετραπέρατος, πολυτάλαντος. Αὐτὸς μὲ βοήθησε καὶ ὕψωσα στὸ ὕψωμα 1020 τῆς Φλωρίνης τὸ μεγάλο σταυρὸ ὕψους 30 μέτρων, ἕνα ἔργο ποὺ ἄλλος δὲν τὸ ἀνελάμβανε. Τοῦ ἔλεγαν τότε ὡρισμένοι· Πόσα λεφτὰ σοῦ δίνει ὁ δεσπότης; Κι ὅταν ἔμαθαν ὅτι δὲν πληρώνεται, τοῦ ἔλεγαν· Ἀνόητος εἶσαι; ἀφοῦ δὲν παίρνεις λεφτά, τί κάθεσαι κοντὰ στὸ δεσπότη;… Τοὺς σιχάθηκε γιὰ τὴ νοοτροπία τους καὶ ἔφυγε. Πῆγε κάτω στὴν Ἀφρική, ἔγινε ἱεραπόστολος μὲ τὸ ὄνομα Κοσμᾶς (πῆρε τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ), καὶ ἔφερε πολλοὺς στὸ Χριστό.
Σπανίζουν στὴν ἐποχή μας τέτοιοι ἄνθρωποι. Καλεῖ ἡ Ἐκκλησία στὴν ἱεραποστολή, καὶ οἱ «χριστιανοὶ τοῦ γλυκοῦ νεροῦ» λένε· Ἐγὼ δὲ γίνομαι ἱεραπόστολος, εἶνε δύσκολο πρᾶ­γμα. Καλεῖ στὴν ἱερωσύνη, ἀλλὰ οἱ γονεῖς δὲν δίνουν οὔ­τε ἕνα παιδί τους νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν Ἐκκλησία ὡς κληρικός. Ἕνα καλὸ παιδὶ εἶπε στὸν πατέρα του ὅτι θέλει νὰ γίνῃ πα­πᾶς, κι αὐτὸς πῆγε νὰ τὸ σκοτώσῃ!
Λοιπόν, ἱεραπόστολος δὲ γίνεσαι, παπᾶς δὲ γίνεσαι. Ἔ, τότε σοῦ ζητῶ κάτι ἄλλο, τὸ πιὸ εὔκολο. Δὲ σοῦ λέω νὰ σηκώσῃς ἕνα βουνό· σοῦ δίνω νὰ σηκώσῃς ἕνα χαλικάκι. Ποιό εἶνε τὸ χαλικάκι; Ὁ ἐκκλησιασμός. Ἀκοῦς τὴν καμπάνα ποὺ χτυπάει; Σὲ καλεῖ ὁ Χριστός. Πήγαινε νὰ ἐκκλησιασθῇς. Πήγαινε νὰ προσ­κυ­νή­σῃς καὶ νὰ λατρεύσῃς τὸ Θεό, νὰ τοῦ πῇς ἕνα εὐχαριστῶ. Τὸ εἶπα κι ἄλλοτε· 168 ὧρες ἔχει ἡ ἑβδομάδα, 1 ὥρα μᾶς ζητάει ὁ Θεός, τόσο βαστάει ἡ θεία Λειτουργία ἀπὸ τὸ «Εὐ­λογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρός…» μέχρι τὸ «Δι᾽ εὐχῶν…». Μπὲς στὴν ἐκκλησία, θυμήσου ὅτι εἶσαι ἄνθρωπος, πὲς ἕνα «Δόξα σοι, ὁ Θεός», ἕνα «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτω­λῷ», ἕνα «Μνήσθητί μου, Κύριε».
Διαφορετικά; Τὸ ἕνα δὲν κάνουμε, τὸ ἄλλο δὲν κάνουμε, στὸ τέλος θὰ μᾶς τιμωρήσῃ ὁ Θεὸς. Καὶ ἔρχονται πονηρὲς ἡμέρες….

* * *

Βλέπετε, ἀγαπητοί μου, τί ἀφορμὲς καὶ τί θέ­ματα δίνει τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ κάποιοι νομίζουν ὅτι πάλιωσε; Καὶ δὲν προχωρήσαμε στὴν ἑρ­μηνεία· μόλις ἀγγίξαμε τὸ στίχο ποὺ λέει ὅτι ὁ Ἰησοῦς περπατοῦσε «παρὰ τὴν θάλασσαν».
Εἴθε τὰ πτωχὰ αὐτὰ λόγια νὰ τὰ ἐφαρμό­ζουμε καὶ νὰ ζοῦμε κατὰ τὸ Εὐαγγέλιο. Καὶ ὁ Θεός, διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν ἁγίων, νὰ ἐλεήσῃ καὶ σώσῃ πάντας ἡμᾶς· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Γερμανοῦ Πρεσπῶν 21-6-1987)

OMOΛOΓIA ΠΙΣΤΕΩΣ (ИСПОВЕДАЊЕ ВЕРЕ)

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιούν 14th, 2011 | filed Filed under: Cрпски језик, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Ἁγίων Πάντων (Α΄ Ματθαίου)

OMOΛOΓIA ΠΙΣΤΕΩΣ

imagesΥΠΑΡΧΟΥΝ, ἀγαπητοί μου, ἄπιστοι καὶ ἄ­θεοι, ποὺ ἀ­νοίγουν τὰ στόματά τους καὶ χλευάζουν τὰ ὅσια καὶ ἱερά, καὶ προσπαθοῦν νὰ ξερριζώσουν ἀπ’ τὶς καρδιὲς τῶν ἀν­θρώ­­πων τὴν πίστι στὸ Θεό. Μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς λένε μὲ τρόπο δόλιο· Καλὰ εἶν’ αὐτὰ ποὺ λέει τὸ Εὐαγγέλιο καὶ κηρύττει ἡ ᾿Εκκλησία, ἀλλὰ ποιός τὰ κάνει;… Ὁ λόγος αὐτὸς σπέρνει ἀ­πιστία. «Ποιός τὰ κάνει;…»· θέ­λουν δηλαδὴ νὰ ποῦν, ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο πάλιωσε πλέ­ον. Ἀλλὰ ὁ ἥλιος μπορεῖ νὰ παλιώσῃ, τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο δὲν παλιώνει. Αὐτοὶ δὲν πιστεύουν, γι᾿ αὐ­τὸ θέ­λουν ἕνα καινούργιο «εὐ­αγγέλιο», ἀντιευαγγέ­λιο, «εὐαγγέλιο» τοῦ ἀντιχρίστου. Τί ἔ­χουμε ν’ ἀπαντήσουμε σ᾿ αὐτούς; Ὅτι, καὶ ἕνας ἀκόμη μέσ᾿ στὰ δισεκα­τομ­μύρια ἂν παρουσι­αστῇ νὰ ἐ­φαρμόζῃ τὸ Εὐαγγέλιο, ἀρκεῖ αὐ­τὸς ν’ ἀ­ποδείξῃ, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Εὐαγγε­λίου εἶ­νε δυνατή. Ἐφ’ ὅσον ἕνας τὸ ἐφήρμοσε, μποροῦν νὰ τὸ ἐφαρμόσουν καὶ οἱ ἄλλοι· διό­τι ὅ­λοι οἱ ἄνθρωποι εἶνε τοῦ αὐτοῦ φυράματος.
᾿Αλλ’ ἐρωτῶ· ἕνας μόνο ἐφήρμοσε τὸ Εὐ­αγγέλιο; Ὄχι ἕνας ἀλλὰ πολλοί. Πόσοι; Τὸ φω­νάζει ἡ σημερινὴ ἑορτὴ τῶν ἁγίων Πάντων. Σήμερα δὲν ἑορτάζει ἕνας ἅγιος, δὲν ἑορτά­ζουν δύο ἅγιοι ἢ δέκα ἢ ἑκατὸ ἢ τριακόσοι ἢ πεντακόσοι ἢ χίλιοι ἅγιοι. Ἐὰν μπορῆτε νὰ με­τρήσετε τὰ ἄ­στρα τοῦ οὐρανοῦ, τότε θὰ μπορέσετε νὰ μετρήσετε καὶ τοὺς ἁγίους ποὺ ἑ­ορτάζουμε σήμερα, γνωστοὺς καὶ ἀγνώστους. Οἱ ἅγιοι εἶνε ἀπ᾿ ὅλο τὸν κόσμο. Εἶνε ἄντρες ἀλλὰ καὶ γυναῖκες καὶ παιδιά. Εἶνε γέροι ἀλλὰ καὶ νήπια. Εἶνε ἀπ’ ὅλα τὰ ἐ­παγ­γέλματα· βοσκοί, γεωργοί, ἐργάται, διδά­σκαλοι, καθηγηταί, φιλόσοφοι, ποιηταί, ῥήτορες, βασιλεῖς, στρατηγοί. Εἶνε ἀπ’ ὅλα τὰ μέ­ρη τῆς γῆς· Ἕλ­ληνες, Βούλγαροι, Σέρβοι, ῾Ρου­μᾶνοι, ῾Ρῶσοι, παντοῦ ὅπου ὑπάρχει ᾿Ορθοδοξία. Ἅγιοι ἑκατομμύρια. Καὶ ὅλοι αὐτοὶ τί μᾶς φωνάζουν; Δι­αψεύδουν τοὺς ἀπίστους καὶ λένε· Ἐμεῖς δὲ ζήσαμε στὸ φεγγάρι οὔτε στὰ ἄστρα, ἐδῶ κάτω στὴ γῆ ζήσαμε· ἐφ’ ὅ­σον λοιπὸν ἐμεῖς ἐφαρμόσαμε τὸ Εὐαγγέλιο, μπορεῖτε κ᾽ ἐσεῖς νὰ τὸ ἐφαρμόσετε. Μᾶς φω­­νάζουν μὲ σάλπιγγες οὐ­ράνιες νὰ τοὺς μιμηθοῦ­με, νὰ ζήσουμε κ’ ἐ­μεῖς ὅπως ἐ­κεῖ­νοι.

* * *

Πῶς ἔζησαν οἱ ἅγιοι, τὸ λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμερα. Ἕνα ἀπὸ τὰ γνωρίσματα τῶν ἁγίων εἶ­νε – ποιό; Τὸ εἶπε ὁ Χριστός· Ὅποιος μὲ ὁ­μολογήσῃ, θὰ τὸν ὁμολογήσω κ’ ἐγὼ μπροστὰ στὸν οὐράνιο Πατέρα (βλ. Ματθ. 10,32). Κα­θῆκον μας δηλαδὴ εἶνε ἡ ὁμολογία.
Τί θὰ πῇ ὁμολογία; Αὐτὸ ποὺ πιστεύεις νὰ μὴν τὸ κρύβῃς, ἀλλὰ νὰ τὸ λὲς μὲ τὸ στόμα σου. Σωστὸ εἶν’ αὐτό. Ὅπως ἕνας νέος ποὺ ἀ­γαπάει μιὰ νέα δὲν κρύβει τὸν ἔρωτά του, ἀλλ’ ὅπου νὰ σταθῇ μὲ ὅλα τὰ μέσα (μὲ νεύ­ματα, μὲ λουλούδια, μὲ γράμματα, μὲ ποιήματα, μὲ τραγούδια, μὲ κάθε τρόπο) ἐκφράζει τὸν ἔρωτά του, φανερώνει τὴν ἀγάπη του, ἔ­τσι κ’ ἐσύ. Ἂν εἶσαι Χριστιανός, ἂν αἰσθάνεσαι ἀγάπη γιὰ τὸ Χριστό, νὰ τὸν ὁμολογῇς παντοῦ, νὰ τὸν κηρύττῃς θερμά. Αὐτὸ ἔκαναν οἱ ἅγιοι Πάντες· ὡμολόγησαν τὸ Χριστό.
Ποῦ τὸν ὡμολόγησαν; Ὄχι μόνο στὰ χρόνια τὰ ἥσυχα, ἀλλὰ καὶ στὰ χρόνια τὰ δύσκολα, στὰ φοβερὰ χρόνια τῶν διωγμῶν. Τότε ἕνα ἔγ­κλημα ὑπῆρχε· τὸ νὰ λέῃ κανεὶς ὅτι εἶνε Χριστιανός. Τὸ νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι εἶνε Χριστια­νὸς ἀποτελοῦσε αἰτία συλλήψεώς του. Τὸν ἔ­πιαναν, τὸν ὡδηγοῦσαν στὸ δικαστήριο καὶ τοῦ ἔκαναν τὴν ἐρώτησι· Εἶσαι Χριστιανός; Τὸ νὰ πῇς σήμερα, Εἶμαι Χριστιανός, δὲν κοστί­ζει τίποτα· τότε τὸ νὰ πῇς, Ναὶ εἶμαι Χριστι­ανός, κόστιζε τὸ κεφάλι σου! Εἶσαι Χριστι­ανός; ρωτοῦσαν τότε, δυὸ λέξεις. Καὶ ἄλ­λοι μὲν ἀρνοῦντο, ἄλλοι δὲ ὡμολογοῦσαν καὶ ἔ­λεγαν «Εἶμαι Χριστιανός». Καὶ ἐφυλακίζοντο, ἐστεροῦντο τὰ δικαιώματά τους, ἀπελύοντο ἀπὸ τὶς θέσεις τους, ὑπεβάλλοντο σὲ φοβε­ρὰ μαρτύρια, γιὰ τὰ ὁποῖα ὁμιλεῖ ὁ ἀπόστολος σήμερα (βλ. ῾Εβρ. 11,33–12,2), καὶ τέλος τοὺς κατεδίκαζαν σὲ θάνατο καὶ τοὺς ἐκτελοῦσαν. Κ’ ἐ­κεῖνοι μέχρι τὴν τελευταία στιγμὴ ὡμολο­γοῦ­σαν τὸ Χριστό, δὲν τὸν ἀρνοῦντο.
Θέλετε ἕνα παράδειγμα; Θὰ μποροῦσα νὰ διηγηθῶ πολλά, ἀλλὰ δὲν ἔχετε ὄρεξι. Ἐνῷ τὸ βράδυ στὴν τηλεόρασι ἀκοῦτε ἐπὶ ὧ­ρες τὶς ψευτιὲς τοῦ κόσμου, στὴν ἐκκλησία στενο­χω­ριέστε, δὲ βλέπετε τὴν ὥρα πότε νὰ πῇ ὁ ἱερεὺς τὸ «Δι᾿ εὐχῶν». Τέτοια εἶνε ἡ γενεά μας. Λοιπὸν μόνο ἕνα μαρτύριο θὰ σᾶς διηγηθῶ.
Ἦταν μιὰ γυναίκα 25 ἐτῶν, πλούσια, μορφω­μένη καὶ ὡ­ραία. Ἦταν παντρεμένη· εἶχε ἄν­τρα σπουδαῖο, μὲ τὸν ὁποῖο εἶχε ἀποκτήσει ἕνα χαριτωμένο ἀγοράκι. Τὴν ἔπιασαν, τὴν ὡ­δήγησαν μπροστὰ στὸ δικαστήριο. ―Εἶσαι Χρι­στιανή; ―Εἶμαι Χριστιανή. ―Ἐσύ, μιὰ τόσο σπουδαία γυναίκα, νὰ εἶσαι Χριστιανή; ―Εἶ­μαι, δὲν τὸ ἀρνοῦμαι. Τὴν φυλάκισαν καὶ τὴν κατεδίκασαν εἰς θάνατον. Καὶ ἐνῷ ἦταν ἕτοιμοι τὴν ἄλλη μέρα νὰ τὴν ἐκτελέσουν, πῆγε τὸ βράδυ ὁ πατέρας της καὶ ὁ ἄντρας της. Ὁ πατέρας πέφτει στὰ πόδια τῆς κόρης· ―Παιδί μου, τί εἶν’ αὐτὸ ποὺ κάνεις; γιατί νὰ μᾶς στε­ρήσῃς τὴν παρουσία σου; Ἀρνήσου, πὲς ὅτι δὲν εἶσαι Χριστιανή. ―Ὄχι, πατέρα. ―Μὰ δὲ μᾶς ἀγαπᾶς; ―Σᾶς ἀγαπῶ, ἀλλὰ παραπά­νω ἀ­γαπῶ τὸ Χριστό. Ἔρχεται καὶ ὁ ἄντρας της, ποὺ τὴν ἀγαποῦσε, καὶ μὲ δάκρυα στὰ μά­τια τῆς λέει·―Πῶς τὸ κάνεις αὐτό; δὲν ἀ­γαπᾷς τὸ παιδί σου; δὲν ἀγαπᾷς ἐμένα; Τί ἀ­παν­τάει ἐκείνη ἡ εὐλογημένη; Λόγια ποὺ δὲν ὑπάρχει ζυγαριὰ νὰ τὰ ζυγίσῃ καὶ καμμιά γυναίκα δὲν τὰ λέει σήμερα· ―Κ’ ἐ­σένα ἀγαπῶ, καὶ τὸ παι­δὶ ἀγαπῶ· ἀλλὰ χί­λιες φορὲς περισσότερο ἀγα­πῶ τὸ Χριστό!… Γυναῖκες, ἂν κάνετε εἴ­δωλα τοὺς ἄντρες καὶ τὰ παιδιά σας, θὰ κολαστῆτε.
Ζοῦμε βέβαια τώρα σὲ ἐποχὴ φιλε­λευ­θέρου δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, κανείς δὲ μᾶς διώκει. Ἀλλὰ «ῥόδα εἶνε καὶ γυρίζει», ἀλλάζει ὁ κόσμος. Δὲν ἀποκλείεται νὰ βρεθοῦ­­με κ’ ἐ­μεῖς σὲ δοκιμασία. Φαντασθῆτε λ.χ. ν’ ἀ­παγορευθῇ ὁ ἐκκλησιασμός, ὅπως ἔγινε ἀλ­λοῦ. Σᾶς ἐρω­τῶ· ἐὰν βγῇ ἕνα τέτοιο διάτα­γμα καὶ λέῃ ὅτι «Ὅποιος πάῃ στὴν ἐκκλησία, θὰ ἐκτε­λῆται», ποιός θὰ τὸ ἀψηφήσῃ; Οὔτε ὁ πα­πᾶς δὲ θὰ πάῃ! Γιατὶ δὲν εἴμαστε θερμοὶ Χριστιανοί, δὲν ἔχουμε μέσα μας τὴ φωτιὰ τοῦ ἁγίου Πνεύ­μα­τος ὥστε νὰ προτιμήσουμε τὴ θυσία. Εἴμεθα ὕλη καὶ μόνο ὕλη, κοιλιὰ καὶ ἔντερα καὶ ἔρωτες αἰσχροί, τίποτα περισσότερο.

* * *

Σᾶς ὁμιλῶ μὲ σκληρὰ λόγια. Ἀλλὰ πρέπει ἀπὸ τώρα νὰ προετοιμάσουμε τὸν ἑαυτό μας γιὰ τὴν ὁμολογία τῆς πίστεως. Κ’ ἐπειδὴ εἶ­νε δύσκολο νὰ φθάσουμε ἀπ’ εὐθείας στὴ μεγάλη ὁμολογία καὶ στὸ μαρτύριο, ἂς ἀρχίσου­με μὲ μικρὲς ὁμολογίες. Ποιές εἶνε οἱ μικρὲς ὁ­μολογίες; Λόγου χάριν· σηκώνεσαι τὸ πρωί; κάνε τὸ σταυρό σου· μιὰ ὁμολογία εἶνε αὐτή, μικρὰ ὁμολογία. Πηγαίνεις στὸ χωράφι; κάνε τὸ σταυρό σου· μικρὰ ὁμολογία εἶνε αὐτή. ᾿Ε­πιστρέφεις, κάθεσαι στὸ τραπέζι, ἔχεις ὅλα τ’ ἀγαθὰ ἐκεῖ; κάνε τὸ σταυρό σου· μικρὰ ὁ­μολο­γία εἶνε αὐτή. ᾿Ακοῦς τὴν καμπάνα νὰ χτυπάῃ; κάνε τὸ σταυρό σου· μικρὰ ὁμολογία εἶνε κι αὐ­τή. Περνᾷς ἀπὸ ἐκκλησία; κάνε τὸ σταυρό σου· μικρὰ ὁμολογία εἶνε αὐτή. Μπαί­νεις στὸ αὐτοκίνητο; κάνε τὸ σταυρό σου. Ποιός κάνει σήμερα τὸ σταυρό του ξεκινών­τας; Κανείς. Κ’ ὕστερα κλαῖμε ὅταν σκοτώνων­ται ἄνθρωποι. Στὴν Ἑλλάδα ἔχουμε τροχαῖα δυστυχήματα ὅσα σὲ καμμιά ἄλλη χώρα· γιατὶ μπαίνουν στὰ αὐτοκίνητα ὄχι μόνο χωρὶς σταυρὸ ἀλλὰ καὶ μὲ βλαστήμιες. Πρὶν πιάσῃς τὸ τιμόνι κάνε τὸ σταυρό σου· μικρὰ ὁμολογία τῆς πίστεως εἶ­νε. Πᾷς στὸ καφενεῖο, ἀκοῦς τὸν ἄλλο νὰ ὑ­βρί­ζῃ τὸ Χριστό, τὸ Θεό, τὴν Παναγία; ἔχεις γλῶσσα; νὰ ὑπερασπισθῇς! Ἂν ὕβριζε τὸν πατέρα ἢ τὴ μά­να σου, τί θὰ ἔκανες; ἔτσι θὰ σι­ωποῦσες; Ἂν πιστεύῃς, δεῖξε τὴν πίστι σου.
Ἂς ὁμολογοῦμε, ἀγαπητοί μου, τὸ Χριστὸ παντοῦ καὶ πάντοτε. Γι’ αὐτὸ μᾶς ἔδωσε ὁ Θε­ὸς τὴ γλῶσσα. Τὰ ζῷα δὲ μιλᾶνε· ὁ ἄνθρωπος μόνο ἔχει αὐτὸ τὸ προνόμιο. Καὶ λέμε τόσα λόγια. Ἂν μετρήσῃς, μέσα σὲ μιὰ μέρα ἄλλος λέει 100 λέξεις, ἄλλος λέει 500, ἄλλος 600, ἄλλος 1.000· γιὰ ἔρωτες, γιὰ γυναῖ­κες, γιὰ συνοικέσια, γιὰ διαζύγια, γιὰ φαγητά, γιὰ ροῦχα, γιὰ λεφτά, γιὰ σπίτια, γιὰ κόμματα, γιὰ ὅ,τι φανταστῇς. Ἀπ’ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βρά­δυ πριόνι τὸ στόμα· ἀλλ’ οὔτε μιὰ λέξι γιὰ τὸ Χριστό! Τίποτα. Ἂν τὸν ἀγαπᾷς τὸ Χριστό, ποῦ εἶνε ἡ ἀγάπη σου; Ὅ,τι ἀγαπάει κανείς, τὸ λέει, δὲ ντρέπεται, δὲ δειλιάζει.
Δυστυχῶς ὅμως δὲν εἴμαστε μόνο δειλοί. Ἀντὶ ν’ ἀ­κούγεται ὁ­μο­λογία, ἀκούγεται βλασφη­μία. Θεέ μου, πῶς μᾶς ἀνέχεσαι! Ἕνα σκύλο ἔ­­χεις, τοῦ πετᾷς ἕ­να κόκκαλο, καὶ κουνάει τὴν οὐρά του, σὰ νὰ λέῃ· Εὐχαριστῶ, ἀφεν­τι­κό. Κ᾽ ἐμεῖς, ποὺ δεχόμαστε τόσα δῶρα, ποιό εἶνε τὸ εὐχαριστῶ; Εἴμαστε ἀγνώμονες, ἀχάριστοι.
Ν’ ἀγαπᾷς τὸ παιδί σου, ν’ ἀγαπᾷς τὸν ἄν­τρα σου, ν’ ἀγαπᾷς τὴν οἰκογένειά σου, ν’ ἀγα­πᾷς τοὺς ἀνθρώπους· ἀλλὰ παραπάνω ν’ ἀγα­πᾷς τὸ Χριστό· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου στον ιερό ναὸ των  Ἁγίων Πάντων Δροσεροῦ – Ἑορδαίας 9-6-1985)

________

ΣΕΡΒΙΚΑ

_______________

Недеља прва по Духовима –  Свих светих

ИСПОВЕДАЊЕ ВЕРЕ

Постоје, драги моји, верници и неверници који отврају своја уста и исмејавају свето и преподобно, настоје да искорене из људских срца веру у Бога. Неки од њих говоре на препреден начин:» Добро је све то што пише у Јеванђељу и што проповеда Црква, али ко се тога држи»? Такве изјаве шире неверје. Ко се тога придржава? Тиме желе рећи да је Јеванђеље застарило. Може сунце застарити, али Јеванђеље не застарева. Они не верују, зато и желе једно ново Јеванђеље, анти-јеванђеље, „јеванђеље“ антихристово. Шта имамо да кажемо тим људима? Ако и један човек од милион се јави и испуни Јеванђеље, довољан је и он сам да докаже да је испуњавање Јеванђеља могуће. Ако га један испуни, могу га испунити и остали зато што су сви људи од истог састава.
Питам вас: да ли је само један човек испунио Јеванђеље? Не, само један, већ многи. Колико њих? То нам говори данашњи празних Свих светих. Данас не слави један светитељ, не славе два светитеља, десет, сто или тристо, петсто или хиљаду светитеља. Ако можете избројати звезде на небу, тада ћете моћи избројати и светитеље који данас славе, познате и непознате. Светитељи су из целог света. То су мушкарци, жене па и деца. Ту су стари, али и одојчад. Ту их има од свих занимања: чобана, земљорадника, радника, ученика, професора, филозофа, песника, говорника, царева, војника… Они су са свих крајева земље: Грци, Бугари, Срби, Румуни, Руси, свуда где постоји Православље. Милијарде светитеља. Сви они шта нам поручују? Они оповргавају невернике и кажу: Ми нисмо живели на месецу ни на звездама, на земљи смо живели, ако смо ми могли испунити Јеванђеље, можете и ви да га испуните. Повикују нам са небеским разгласом да их следимо, да и ми живимо као и они.
* * *
Како су живели светитељи, говори нам данашње Јеванђеље. Једна од главних карактеристика светитеља је – која? Рекао је то сам Христос: »Сваки који призна Мене пред људима, признаћу и ја њега пред Оцем својим који је на Небесима» (Матеј. 10,32). Наша дужност је значи исповедање вере (омологија).
Шта значи реч «исповедање»? То је оно у шта верујеш да не кријеш, већ да то исповедаш. То је исправно. Као  младић који,  када воли неку младу девојку, не сакрива своју љубав, али где год да стане, са свим средстима ( покретима, цвећем, писмима, песмама…) издражава ту своју љубав. Тако и ти требаш ако си хришћанин, ако осећаш љубав за Христа да је исповедаш свуда и да је проповедаш ватрено. То су радили Сви свети, исповедали су Христа.
Где су га исповедали? Не само у мирним временима, већ и у тешким временима, у годинама страшних прогона. Онда је постојао један злочин – ако неко каже да је хришћанин. Када би неко исповедио да је хришћанин, одмах му је следовало хапшење. Хватали би га, водили на суд и испитивали га:  «Да ли си хришћанин?» А данас када кажеш да си хришћанин, ништа те не кошта, а у она времена када би неко рекао: » Да, ја сам хришћанин», те речи су биле вредне његове главе! «Хришћанин си?», питали би онда. Неки су то порицали, а неки су исповедали и говорили: » Хришћанин сам». Онда би их притварали, ускраћивали би им њихова права, уклањали би их са њихових дужности и подвргавали их страшним мучењима, о којима данас говори апостол ( види. Јевр. 11,33 – 12,2), и на крају су их осуђивали на смрт и убијали их. А ти  хришћани су до последњег часа  исповедали Христа, нису га се одрицали.
Желите ли неки пример? Могао бих навести многе примере, али ви немате времена. А увече пратите преко телевизије сатима о светским лажима, а у цркви вам је тешко, једва чекате да свештеник каже » Молитвама Светих отаца…». Такав је наш род. Дакле, само ћу вам навести један пример.
Била једна жена од 25 година, богата, образована и лепа. Била је удата, имала је угледног мужа са којим је стекла једног веселог дечака. Ухватили су је и одвели на суд. – Да ли си хришћанка? – Да, хришћанка сам. – Ти, једна тако угледна жена, па хришћанка? – Јесам, хришћанка сам, не поричем. –  Затворили су је и осудили на смрт. Док су били спремни други дан да је убију, увече су дошли да је посете отац и супруг. Отац је пао на колена и говорио својој кћерки: – Дете моје, шта  то радиш, немој нас напуштати! Порекни, кажи да ниси хришћанка! – Не, оче. – Не волиш ли ме, кћери? – Волим вас, али изнад свега волим Христа. –  Долази и њен супруг, који је волео, и са сузама у очима јој говорио: – Зашто си то учинила? Не волиш ли своје дете? Не волиш мене? – И шта одговара ова благословена жена? Речи за које не постоји вага да их изваже и ни једна жена их данас више не говори. – И тебе волим и наше дете волим, али хиљаду пута више волим Христа!  – Жене, ако начиите од својих мужева и деце своје идоле, страдаћете у паклу!
Наравно, сада живимо у слободном и демократском друштву, нико нас не прогони али » точак је и окреће се», мења се свет. Није искључено да се и ми нађемо у том искушењу. Замислите само да се забрани одлазак у цркве, као што се дешавало у неким другим земљама. Питам вас, ако изађе један такав проглас и нареди » Ко буде ишао у цркву, биће убијен», ко ће то прекршити? Неће се ни свештеници  усудити да иду у цркву! Зато што нисмо ватрени хришћани, немамо у себи ватру Светог Духа, да бисмо прижељкивали страдање. Ми смо материја и само материја, стомак и црева и прљаве страсти, ништа више.
* * *
Говорим вам тешким речима. Треба сви од сада да спремимо себе за исповедање вере. Зато што је тешко да стигнемо од једном до великог исповедништва и страдања, почнимо прво са малим исповестима. Идеш на њиву, прекрсти се, то је мало исповедање вере. Враћаш се кући, седаш за трпезу, имаш сва добра на столу, прекрсти се, то је мало исповедање вере исто. Чујеш звоно да звони, прекрсти се и то је мало исповедање вере. Пролазиш поред цркве, прекрсти се, и то је мало исповедање вере. Улазиш у свој аутомобил, прекрсти се. Ко се данас прекрсти пре него што крене на неки пут и пре него што упали свој аутомобил? Нико. А после сви плачемо када људи страдају у саобраћају. У Грчкој имамо више саобраћајних несрећа него у било којој другој земљи, зато што улазимо у аутомобил, не само не прекрстивши се, већ и са богохулним псовкама. Пре него што ухватиш свој волан, прекрсти се , и то је мало исповедање вере. Идеш у кафић, чујеш да неко тамо псује Христа, Бога или Богородицу? Имаш ли језик, да их заштитиш! Када би осповали твога оца или мајку, шта би учинио, да ли би само ћутао? Ако верујеш, покажи своју веру.
Исповедајмо, драги моји, Христа свуда и увек. Зато нам је Бог и дао језик.  Животиње не говоре, само човек има ту привилегију. Толико много говоримо. Ако избројиш у једном дану – неко изговори сто речи, неко 500, неко 600, а неко чак 1.000 речи, све о љубави, о женама, о проводаџисању,  разводу,  храни, о гардероби,  новцима,  кућама, о странкама, за било што замислите. Од јутра па до вечери, уста су као пила, али ни једна једина реч о Христу! Ништа. Ако волиш Христа, где је твоја љубав? Када неко нешто воли, то и каже, не стиди се, не устручава се.
На жалост нисмо само страшљиви. Уместо да се чује исповедање, чује се хула. Боже мој, како нас само трпиш! Имаш једног пса, бациш му коску, и он мрда својим репом, као да каже: Хвала, газда. А ми, који примамо толико дарова, шта је наша захвалност? Ми смо незахвални и неблагодарни.
Треба да волиш своје дете,  свога супруга, своју породицу, да волиш људе, али изнад свега да волиш Христа, кога децо Грка, славите и хвалите у све векове. Амин.
† епископ Августин
(Беседа Митрополита Флорине о. Августина у светом храму Свих светих, Дросеро- Еордеа , 9-6-1985)

O KATA ΘΕΟΝ ΔΙΧΑΣΜΟΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιούν 5th, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Πεντηκοστῆς (Ἰωάν. 7,37-52· 8,12)

O KATA ΘΕΟΝ ΔΙΧΑΣΜΟΣ

«Σχίσμα οὖν ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι᾽ αὐτόν» (Ἰωάν. 7,43)

πεντηκοστήΗ Ἐκκλησία μας, ἀγαπητοί μου, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, δὲν εἶνε ἔργο ἀνθρώπων· εἶνε θεοκατασκεύαστο ἵδρυμα. Καὶ σήμερα πανηγυρίζει τὰ γενέθλιά της.
Στὴν πρόσοψι τοῦ μητροπολιτικοῦ ναοῦ τῆς Φλωρίνης, τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, ὑπάρχει ἕνα ψηφιδωτό. Εἰκονίζει τὴν Ἐκκλησία ὡς ἕνα πλοῖο. Κυβερνήτης του εἶνε ὁ Χριστός· βο­ηθοὶ οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ κληρικοί· ἐπιβάται ὅ­λοι οἱ Χριστιανοί· καὶ ἄνεμος οὔριος, ποὺ κολπώνει τὰ πανιά του, εἶνε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο.
Τὸ πλοῖο τῆς Ἐκκλησίας ὅμως διὰ μέσου τῶν αἰώνων συχνὰ πλέει σὲ τρικυμία, ποὺ σηκώνουν τὰ κύματα τῆς πλάνης καὶ τῆς ἀπιστί­ας. Ἐσωτερικοὶ διχασμοὶ αἱρέσε­ων καὶ σχισμά­των, ἐξωτερικοὶ διωγμοὶ εἰδωλολατρῶν καὶ ἀ­πίστων, ἀλλὰ καὶ ἐπεμβάσεις τοῦ ―χριστιανι­κοῦ θεωρουμένου― κράτους δημιουργοῦν κα­τὰ καιροὺς σάλο. Μικρὸ δεῖγμα τέτοιου σάλου ἔζησαν οἱ πιστοὶ στὴν πατρίδα μας λ.χ. στὰ τέλη τῆς δεκα­­ετίας τοῦ ᾽80. Ἔγινε τότε ἀ­­πόπειρα ν᾽ ἀποδυ­ναμωθῇ ἡ Ἐκκλησία μὲ μιὰ νέα ἀ­φαίρεσι τῆς κτηματι­κῆς της περιουσίας. Μεγαλύτερος κίνδυνος ὅ­μως ἦταν ἡ ἀπειλὴ κατὰ τῆς πνευματι­κῆς της αὐτοτελείας. Οἱ κομματι­κὲς συμπάθειες καὶ ἀντιπάθειες προκάλεσαν τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες ἀντιθέσεις καὶ διαίρε­σι.
Καὶ μόνο τότε; Πολλὲς φορὲς δημιουργοῦν­ται παρόμοιες καταστάσεις. Καὶ ὡρισμένοι, ποὺ ἔ­χουν τὴ γνώμη ὅτι ἡ Ἐκκλησία πρέπει νά ᾽­νε πάντα ὑποταγμένη στὴν πολιτεία, μᾶς λέ­­νε· Σεῖς εἶστε οἱ αἴτιοι τῆς ὀξύτητος ποὺ δη­μιουργεῖται στὶς σχέσεις Ἐκκλησί­ας καὶ πο­λιτείας.
Κατηγοροῦν ἐμᾶς, ὅτι εἴμεθα ὑπαίτιοι τοῦ διχασμοῦ. Τί ἔχουμε ν᾽ ἀπαντήσουμε; Ἀλλὰ δὲ χρειάζεται ν᾽ ἀπαν­τή­σουμε ἐμεῖς. Σήμερα ἀπαν­τᾷ τὸ εὐαγγέλιο. ―Μὰ τὸ Εὐαγγέλιο γρά­φτηκε πρὸ 20 αἰώνων· πῶς ἀπαντᾷ σ᾽ ἕνα σημερινὸ ζήτη­μα;… Τὸ Εὐαγγέλιο εἶνε βιβλίο αἰ­ώνιο, εἶνε γιὰ ὅλες τὶς ἐποχές. Δίνει ἀπάντησι σὲ ὅ­λα τὰ προβλήματα, δίνει καὶ στὸ ζήτημα τοῦτο. Τί ἀπαν­τᾷ τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο;

* * *

Ὁ Χριστὸς ἦταν στὰ Ἰεροσόλυμα τὶς ἡμέρες τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς σκηνοπηγίας (οἱ ἄλ­λες δύο μεγάλες ἑορτὲς τῶν Ἑβραίων ἦταν τὸ πάσχα καὶ ἡ πεντηκοστή). Τὴν σκηνοπηγία τὴν ἑώρταζαν γιὰ νὰ θυμοῦνται ὅτι, 40 χρόνια στὴν ἔ­ρημο, ἔζησαν κάτω ἀπὸ σκηνές. Τὴν τε­λευταία λοιπὸν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς ὁ Χριστὸς στάθηκε σ᾽ ἕνα σημεῖο καὶ μίλησε στὸ λαό.
Μίλησε; Προσέξατε τί λέει τὸ εὐαγγέλιο; Ὅλες οἱ λέξεις ἔχουν σημασία. Δὲν λέει «ὡ­μίλησε» ἁπλῶς. Τί λέει· «ἔκραξε» (Ἰωάν. 7,37). Τί θὰ πῇ «ἔκραξε»· φώναξε μὲ ὅλη τὴ δύναμί του. Ἂς τὸ ἀκούσουν αὐτὸ μερικοί, ποὺ σκανδαλί­ζονται ὅταν ὁ ἐπίσκοπος ἢ ὁ ἱεροκῆρυξ ὑψώ­σῃ τὴ φωνή του. Ὅπως ἡ μάνα φωνάζει δυνα­τὰ ὅταν τὸ παιδί της κινδυνεύῃ· ὅπως ἡ ὄρνιθα ὅταν βλέπῃ τὸ γεράκι νὰ ὁρμᾷ ἐναντίον τῶν νεοσσῶν της βγάζει σπαρακτικὴ φωνή, ἔτσι καὶ ὁ ποιμὴν ποὺ πονεῖ τὸ ποίμνιό του κραυγάζει, φωνάζει. Ὄχι γιὰ μικρὰ πράγματα, ἀλλὰ γιὰ τὰ αἰώνια συμφέροντα τῶν ψυχῶν.
Καὶ τί ἔλεγε ὁ Ἰησοῦς; Λόγια χρυσᾶ, τὸ μυστι­κὸ τῆς ἀνθρωπίνης εὐτυχίας· «Ἐάν τις δι­ψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω» (ἔ.ἀ.). Ἂν κάποιος διψᾷ… Τί δίψα ἐννοεῖ; Τὴ φυσικὴ δί­ψα, τοῦ σώματος, ποὺ εὔκολα σβήνει σὲ μιὰ πηγή; Ὄχι αὐτήν. Ἐννοεῖ μιὰ ἄλλη δίψα· τὴ δί­ψα ποὺ αἰσθάνονται εὐγενεῖς ψυχές, τὴ δίψα τοῦ οὐ­ρανοῦ· τὴ δίψα τῆς ἀλήθειας, τῆς εἰ­ρή­νης, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἀγάπης, τῆς λυτρώ­σεως ἀπὸ τὰ πάθη. Ποιός ἄνθρωπος δὲν ἀναστενάζει γιὰ τὰ δεσμὰ ποὺ τὸν σκλαβώνουν; Ὅποιος λοιπὸν αἰσθάνεται αὐτὴ τὴ δίψα, αὐ­τὸς ἂς ἔρ­χεται κοντά μου κ᾽ ἐγὼ θὰ τοῦ δώσω τὸ νερὸ τὸ ἀθάνατο, ποὺ θὰ ἱκανοποιῇ ὅ­λους τοὺς εὐγενεῖς πόθους τῆς ψυχῆς του.
Θὰ περίμενε κανείς, ὅλοι ὅσοι ἄκουγαν τὸ Χριστὸ νὰ πιστέψουν. Πίστεψαν; Ὄχι. Μόνο μιὰ μικρὴ μερίδα. Οἱ ἄλλοι ὄχι μόνο δὲν πίστεψαν, ἀλλὰ καὶ διετέθησαν δυσμενῶς ἀπέναντί του. Ἄλλοι ἐπέκριναν τὸ κήρυγμα ἢ ἀμ­φισβητοῦσαν τὴν προέλευσι τοῦ ὁμιλητοῦ. Οἱ ἀρ­χιερεῖς καὶ φαρισαῖοι μάλιστα διέταξαν τοὺς ὑπηρέτες τους νὰ τὸν συλλάβουν καὶ νὰ τοὺς τὸν φέρουν. Ἀλλὰ οἱ ὑπηρέτες, ποὺ πῆγαν καὶ ἄκουσαν τὸ Χριστό, ὅταν γύρισαν εἶπαν στ᾽ ἀ­φεντικά τους· «Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄν­θρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (ἔ.ἀ. 7,46).
Τί βλέπουμε λοιπὸν στὸ εὐαγγέλιο; Ἔγινε διχασμός· «σχίσμα οὖν ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι᾽ αὐτόν» (ἔ.ἀ. 7,43). Διαιρέθηκαν οἱ ἄνθρωποι σὲ δύο παρατάξεις· σ᾽ ἐκείνους ποὺ πίστεψαν καὶ σ᾽ ἐκείνους ποὺ δὲν πίστεψαν στὸ Χριστό.

* * *

Αὐτὸ ποὺ συνέβη τότε, ἀγαπητοί μου, ἐπαναλαμβάνεται στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Σὲ κάθε ἐποχὴ ὑπάρχει πάντοτε διχασμός.
Καὶ αἰτία ποιός, ὁ Χριστός; Ὄχι. Τότε ποιός; Ἡ κακὴ προαίρεσι τῶν ἀνθρώπων. Ὅσοι ἔ­χουν καλὴ προαίρεσι, ἀκοῦνε τὸ Χριστὸ κ᾽ εὐχαρι­στοῦνται καὶ δοξάζουν τὸ Θεό· ὅσοι δὲν ἔ­χουν καλὴ προαίρεσι, οὔτε τὸν καταλαβαίνουν οὔ­τε θέλουν ν᾽ ἀκούσουν τὰ λόγια του.
Ξέρετε πῶς μοιάζουν αὐτοί; Σὰν ἐκείνους ποὺ ἔχουν ὀφθαλμίασι. Γιὰ ὅσους ἔ­χουν μάτια γερὰ δὲν ὑ­πάρχει πιὸ εὐχάριστο πρᾶγμα ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου· γιὰ ᾽κείνους ὅμως ποὺ πάσχουν ἀπὸ ὀφθαλμίασι, τὸ φῶς τοὺς ἐνοχλεῖ καὶ κλείνονται σὲ σκο­τεινοὺς θαλάμους. Ὅπως λοιπὸν σ᾽ αὐτοὺς τὸ φῶς τοῦ ἥλιου εἶνε ἐνοχλητικό, ἔτσι γιὰ ᾽κείνους ποὺ πάσχουν ἀπὸ τὰ διάφορα πάθη ἐνοχλητικὸ εἶνε τὸ φῶς τῆς ἀληθείας. Τὸ εἶπε ὁ Χριστός· Ἦρθε τὸ φῶς στὸν κόσμο, κ᾽ οἱ ἄνθρωποι μίσησαν τὸ φῶς, δι­ότι ἦταν πονηρὰ τὰ ἔργα τους (βλ. Ἰωάν. 3,19). Ὑ­πάρχει ἑπομένως διχασμός, αἰτία ὅμως δὲν εἶνε ὁ Χριστός, ἀλλὰ ἡ κακὴ διάθεσι τοῦ ἀνθρώπου.
Τὸ κήρυγμα διχάζει. Ὅπου δὲν ἀκούγεται λόγος Θεοῦ, οἱ ἄνθρωποι μένουν ἀνενόχλητοι· μπορεῖ νὰ πηγαίνουν στὴν ἐκκλησία, ἀλλ᾽ ὅπως μπαίνουν ἔτσι καὶ βγαίνουν. Ὅπου ὅ­μως ἀκούγεται κήρυγμα ζωντανό, ῥιζοσπαστικό, ἐλεγκτικὸ τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν, ἐ­λαττωμάτων καὶ κακιῶν, ἐκεῖ ὁ κόσμος ἀμέσως διχάζεται. Ἄλλοι δέχονται, ἄλλοι δὲν δέχονται· ἄλλοι εὐλογοῦν τὴν ὥρα ποὺ ἦρθε ὁ ἱεροκήρυκας, καὶ ἄλλοι τὴ βλαστημοῦν.
Βλέπετε τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου; «Σχίσμα», λέει, «ἐγένετο». Ὅπου κήρυγμα, ὅπου κατήχη­σις, ὅπου ἐξομολόγησις, ὅπου ζωντανὴ Ἐκ­κλησία, ἐκεῖ διαίρεσις. Ἀλλ᾽ αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ κατηγορία γι᾽ αὐτήν. Στὸ νεκροταφεῖο ὑπάρχει ἡσυχία, ἄκρα ἡσυχία· ὅπου ὑπάρχει ζωή, πνευματικὴ ζωή, ἐκεῖ οἱ ἄνθρωποι διχάζονται.
Ἐπὶ 20 αἰῶνες ἡ ἐκκλησιαστικὴ καὶ ἡ παγ­κό­σμιος ἱστορία, ὅπως εἶπε ἕνας φιλόσοφος, εἶ­νε ἱστορία δύο παρατάξεων· μία εἶνε οἱ πιστοί, καὶ ἡ ἄλλη οἱ ἄπιστοι. Ἡ μία λατρεύει, προσκυ­νεῖ εὐλογεῖ τὸ Χριστό, ἡ ἄλλη ἀσεβεῖ, βλασφημεῖ, πολεμεῖ τὸ Χριστό· ἡ μία εἶνε ἡ Ἐκ­κλησία, ἡ ἄλλη εἶνε ὁ κόσμος. Καὶ ὅλη ἡ ἱστορία εἶνε μία σύγκρουσι μεταξὺ πίστεως καὶ ἀπιστίας, μεταξὺ ἀληθείας καὶ ψεύδους, μεταξὺ φωτὸς καὶ σκότους, μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ κόσμου, μεταξὺ Χριστοῦ καὶ σατανᾶ. «Ἡ ἀλήθεια εἶνε μαλώτρα» δὲ λέει ὁ λαός;
Ν᾽ ἀναφέρω κ᾽ ἕνα ἄλλο παράδειγμα; Γιὰ ὅ­λους τὸ μύρο – τὸ ἄρωμα εἶνε εὐχάριστο. Ἀλλ᾽ ἂν στάξῃ κανεὶς λίγο μύρο ἐκεῖ ποὺ φωλιάζουν οἱ γῦπες, τὰ ἀκάθαρτα ὄρνεα ποὺ τρῶνε πτώματα, οἱ γῦπες ψοφοῦν! Τὸ ἄρωμα, ποὺ ζωογονεῖ τὸν ἄνθρωπο, γιὰ τοὺς γῦπες εἶνε θάνατος. Ἔτσι καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ· εἶνε εὐάρεστη σὲ ὅσους ἔχουν ἀγαθὴ προαίρεσι, μὰ γιὰ τοὺς ἄλλους εἶνε ὅ,τι πιὸ μισητό.

* * *

Ὁ διχασμὸς παρατηρεῖται καὶ στὶς ἡμέρες μας. Ἡ τελικὴ νίκη ὅμως ἀνήκει στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἀναφέρω 2 παραδείγματα.
Σπεῖρα ὑλιστῶν καὶ ἀθέων στὴν ἁγία ῾Ρωσία τὸ 1917 εἶπαν· Θὰ διαλύσουμε τὴν Ἐκκλησία. Κ᾽ ἔβαλαν τὰ δυνατά τους. Τελικῶς τὴ δι­έλυσαν; Ὄχι. Ὁ διωγμός, ὄχι μόνο δὲν ἔβλαψε, ἀλλὰ καὶ θέρμανε τὴν πίστι τῶν ῾Ρώσων.
Καὶ γιὰ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἕνας ἄ­θεος ὑπουργὸς ἔλεγε· Τί εἶνε Ἐκκλησία; μιὰ σακκούλα ἀνοιχτή· ὅποτε θέλουμε βάζουμε τὸ χέρι καὶ παίρνουμε ὅ,τι μᾶς ἀρέσει. Ἦρθε ὅμως ὥρα ποὺ ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶνε ἔτσι. Στὴν Πάτρα, σὲ μία πρωτοφανῆ κοσμοσυρροὴ στὶς 3 Ἰουνίου 1987, ἐ­πάνω σὲ πα­νὼ ἔγραφαν· «Ζητοῦμε ἐλευθέρα καὶ ζῶσα Ἐκ­κλησία», «Κάτω τὰ χέρια ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία», «Πατέρες, προχωρεῖτε· μὴ ὀπισθοχωρεῖτε»…
Ἀγαπητοί μου, τὰ σχέδια τῶν πολεμίων θ᾽ ἀ­ποτύχουν. Ἡ Ἐκκλησία εἶνε δένδρο ποὺ τὸ φύ­τευσε ὁ Θεὸς καὶ τὸ πότισαν μὲ τὸ αἷμα τους μυριάδες μάρτυρες. Δὲ μπορεῖ νὰ τὸ ξερριζώ­σῃ ποτέ κανείς! Ὅλοι οἱ δαίμονες νὰ τὸ χτυποῦν, τὰ τσεκούρια τους θὰ σπάσουν, μὰ αὐτὸ θὰ αὐξάνῃ. Διότι κυβερνήτης τῆς Ἐκκλησίας εἶνε ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ σταυρωθεὶς καὶ ἀναστάς· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερ­υψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης 7-6-1987)

Αληθινη αλλαγη; Μονο ο Χριστος!

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Μαι 21st, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος (Ἰωάν. 4,5-42)

Αληθινη αλλαγη; Μονο ο Χριστος!

images-1ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, τὸ εὐαγγέλιο διηγεῖται ἕνα θαῦμα. Μὰ ἐ­μεῖς, θὰ πῆ­τε, δὲν ἀκούσαμε θαῦμα. Θαῦμα εἶνε ἕνας τυφλὸς νὰ δῇ τὸ φῶς, ἕνας κουφὸς νὰ ἀκούσῃ, ἕνας παράλυτος νὰ περπατήσῃ, ἕνας νεκρὸς ν᾽ ἀναστη­­θῇ. Τέτοιο πρᾶγμα δὲ λέει τὸ εὐαγγέ­λιο… Ἀλλ᾽ ἐγὼ ἐπιμένω· διηγεῖται θαῦμα ἀνώτερο ἀ­πὸ τὰ θαύματα αὐτά. Ποιό εἶνε λοιπὸν τὸ θαῦμα;

* * *

Στὰ χρόνια τοῦ Χριστοῦ στὴν πόλι Συχὰρ τῆς Σαμαρείας τῆς Παλαιστίνης ζοῦσε μιὰ γυναίκα. Ἡ ζωή της δὲν ἦταν καλή. Ζοῦσε ἄτακτα. Εἶχε χωρίσει μὲ τὸν πρῶτο ἄν­τρα της καὶ πῆρε δεύτερο, ἔπειτα χώρισε μὲ τὸ δεύτερο καὶ πῆρε τρίτο, χώρισε μὲ τὸν τρίτο καὶ πῆρε τέταρτο, χώρισε καὶ μὲ τὸν τέταρτο καὶ πῆρε πέμπτο· τέλος χώρισε καὶ μ᾽ αὐτὸν καὶ συζοῦ­σε μ᾽ ἕναν ἕκτο παρανόμως. Τί νὰ ποῦ­με; Ἡ γενεά μας δὲ μπο­ρεῖ νὰ τὴν κατακρίνῃ· εἴ­μεθα κ᾽ ἐμεῖς σὲ μεγάλη διαφθορά.
Παλαιότερα τὸ διαζύγιο ἦταν ἄγνωστο. Τώρα; ἀπ᾽ τὰ διαζύγια ζοῦνε οἱ δικηγό­ροι κι ἀπ᾽ τὶς ἐκτρώσεις οἱ γιατροί. Ποῦ καταντήσαμε· ἔ­φτειαξαν νέους νόμους, ποὺ κάνουν τὸ διαζύγιο ἀκόμα πιὸ εὔ­κολο. Εἶχε πεῖ ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός· Θά ᾽ρθῃ μέρα ποὺ ὁ ἄντρας θ᾽ ἀλλάζῃ γυναῖκα ὅπως ἀλλάζει πουκάμισο, καὶ ἡ γυναί­κα θ᾽ ἀλλάζῃ ἄντρα ὅπως ἀλλάζει φουστά­νι. Ἐ­κεῖ φτάσαμε. Ἡ μοιχεία δὲν θεωρεῖται τίποτα. Σπάνιο πρᾶγμα τώρα γυναί­κα νὰ γνωρίσῃ ἕναν ἄντρα. Μία ἀπὸ τὶς νεοφώτι­στες γυναῖκες, ποὺ ἔχω βαπτίσει στὴ Φλώρινα, συναντήθηκε μὲ κάποια ξένη, ἀπὸ ἄλλο μέρος, κ᾽ ἐκείνη τῆς μιλοῦσε περιφρονη­τι­κά. ―Ἐσεῖς εἶστε γύφτισσες, λέει. ―Ἄκουσε, τῆς ἀ­παντᾷ ἡ νεοφώτιστη· ἐμένα ποὺ μὲ βλέπεις ἕναν ἄντρα γνώρισα, ἐσὺ πόσους ἔχεις γνωρί­σει; Τότε ἡ ἄλλη κατέβασε τὸ κεφάλι…
Ἔτσι ζοῦσε καὶ ἡ Σαμαρείτισσα. Ἀλλὰ εἶχε κ᾽ ἕνα καλό. Διότι δὲν ὑπάρχει ἅγιος χω­ρὶς κάποιο ἐλάττωμα, καὶ δὲν ὑπάρχει ἁμαρτω­λὸς ποὺ νὰ μὴν ἔχῃ καὶ κάτι καλό. Καὶ ἡ ἁμαρτωλὴ αὐτὴ εἶχε κάτι ποὺ ταιριάζει στὴ γυναῖ­κα· εἶχε ντροπή. Ἀπὸ ποῦ τὸ συμπεραίνουμε; Τὸ χωριὸ εἶχε ἕνα πηγάδι, ὅπου πήγαιναν πρωὶ – βράδυ ὅλες οἱ γυναῖκες κ᾽ ἔ­παιρναν νερό. Αὐ­τὴ λοι­πὸν δὲν πήγαινε μαζί τους· πήγαινε τὸ μεσημέρι ποὺ ἔκαιγε ὁ ἥλιος. «Ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕ­κτη», λέει τὸ εὐαγγέλιο (Ἰωάν. 4,6). Ντρεπόταν, καὶ πή­γαι­νε μόνη. Σήμερα τέτοια ντροπὴ δὲ βλέπεις· οἱ γυναῖκες εἶνε ξετσίπω­τες, περπατοῦν γυμνές, μὲ τὰ μέλη ἀ­κάλυπτα, σὰν κρέατα κρεμασμένα στὰ τσιγκέλια. Κι ἀπ᾽ αὐτὴ τὴ γύμνια ἀρχίζει ἡ πορνεία καὶ ἡ μοιχεία. Ντροπὴ δὲν ὑπάρχει.
Ἡ Σαμαρείτισσα ὅμως εἶχε τοῦτο τὸ καλό. Γι᾽ αὐτό, ἐνῷ τὴν περιφρο­νοῦσαν ὅλοι, ἕνας τὴν πρόσεξε· ὁ Χριστός. Βάδισε χιλιόμετρα πεζῇ καὶ ἦρθε στὸ χωριό της. Ἐπίτηδες ἦρθε, γι᾽ αὐτὴ τὴν ψυχή. Καὶ δὲν τὴν εἶπε πόρνη, ἐλε­εινή, τρισάθλια, ἀλλ᾽ ἄνοιξε συζήτησι μαζί της.
Διψασμένος ὅπως ἦταν, τῆς λέει· ―Δός μου νὰ πιῶ. Αὐτὴ παραξενεύτηκε, διότι ἦταν Ἰουδαῖος, καὶ οἱ Ἰουδαῖοι μὲ τοὺς Σαμαρεῖτες εἶχαν μῖσος. ―Πῶς ἐσύ, τοῦ λέει, ζητᾷς νερὸ ἀπὸ μέ­να, μιὰ Σαμα­ρείτισσα; Ὁ Χριστὸς ἀπαν­τᾷ· ―Ἂν ἤξερες ποιός εἶν᾽ αὐτὸς ποὺ σοῦ ζητάει νερό… Ὁ Χριστὸς φαινόταν ἄνθρωπος, μὲ ταπει­νὸ σχῆμα, ἀλλὰ ἦταν Θεός. Καὶ τί ζητοῦσε; Ἕνα ποτήρι νερό. Νερὸ ζήτησε καὶ τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ στὸ σταυρό· ἀφυδατωμένος ἀπὸ τὴν αἱμορραγία εἶπε «Διψῶ» (Ἰωάν. 19,28), καὶ ἀντὶ νερὸ τὸν πότισαν χολή. Ποιός διψᾷ; Αὐτὸς ποὺ ἔκανε τὰ σύννεφα, τὴ βροχή, τὶς θάλασσες καὶ τοὺς ὠκεανούς· αὐ­τὸς πού, τὸ δαχτυλάκι του νὰ κουνήσῃ, θὰ στερέψουν τὰ νερά.
Καὶ θὰ γίνῃ αὐτὸ κάποτε. Σᾶς τὸ λέω· εἴμεθα ἀχάριστοι. Ἄλλοτε ὑπῆρχε εὐγνωμοσύνη στὸ Θεό. Θυμήθηκα τὴν ἐπο­χὴ πρὶν 80 χρόνια, ὅταν ἤμουν μικρὸ παιδί, ποὺ οἱ ἄνθρωποι ἔπιναν ἕνα ποτήρι νερὸ κ᾽ ἔ­καναν τὸ σταυ­ρό τους. Τώρα; τὴ μπουκιὰ ἔ­χουν στὸ στόμα καὶ τὸ Χριστὸ βλαστημᾶνε. Ἀ­γνώμων ἄνθρωπε, θά ᾽ρθῃ ὥρα ποὺ θὰ στερέψουν οἱ πηγές, καὶ τότε θὰ τρέ­χῃς σὰν τρελλὸς νὰ βρῇς νερὸ καὶ θὰ γλεί­φῃς τὰ βράχια μέσ᾽ στὶς σπηλιὲς γιὰ νὰ δροσιστῇς. Γι᾽ αὐτὸ τώρα, ὅταν τρῶς καὶ πί­νῃς στὸ σπίτι σου, λέγε «Δόξα σοι, ὁ Θεός».
―Δός μου νὰ πιῶ, λέει τώρα στὴ γυναῖκα· κι ἂν ἤξερες ποιός εἶν᾽ αὐτὸς ποὺ σοῦ ζητάει, ἐ­σὺ θὰ τοῦ ζητοῦσες νὰ σοῦ δώσῃ τὸ ἀθά­νατο νερό. Γιατὶ ἐγώ ἔχω τὸ ἀθάνατο νερό… ―Τὸ ἀ­­θά­νατο νερό; Ποιό εἶν᾽ αὐτό; Δός μου το, Κύριε, νὰ μὴν ἔρχωμαι κάθε φορὰ ἐδῶ νὰ ἀν­τλῶ.
Ὁ Χριστὸς τῆς λέει· ―Φώναξε τὸν ἄν­τρα σου. ―Δὲν ἔχω ἄντρα. ―Καλὰ εἶπες· πέν­τε ἄν­τρες ἄλλαξες, κι οὔτε αὐτὸς ποὺ ἔχεις τώρα εἶνε νόμιμος. Ἡ γυναίκα σκέφτηκε· Προφήτης θὰ εἶνε· ποῦ ξέρει τὰ μυστικά μου;… Ὤ τὰ μυστικά μας! Δὲν τὰ ξέρει ὁ ἄντρας σου – τὸν κοροϊδεύεις, δὲν τὰ ξέρει ἡ γυναίκα σου, δὲν τὰ ξέρουν τὰ παιδιά σου, δὲν τὰ ξέρει καν­είς· τὰ ξέρει ὅμως ὁ Θεός, καὶ ἀλλοίμονό σου!…
―Βλέπω, Κύριε, λέει ἡ Σαμαρείτισσα, ὅτι εἶ­σαι προφήτης· λῦσε μου μιὰ ἀπορία γιὰ τὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ· ποῦ πρέπει νὰ λατρεύεται ὁ Θεός, στὰ Ἰεροσόλυμα ποὺ λέτε σεῖς οἱ Ἰου­δαῖοι, ἢ στὸ ὄρος Γαριζὶν ὅπως ἔκαναν οἱ δικοί μας πρόγονοι; Ὁ Χριστὸς ἀπαντᾷ· ―Οὔτε στὸ Γαριζίν, οὔτε στὰ Ἰεροσόλυμα· «πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσ­κυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύ­ματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν» (Ἰωάν. 4,24). Βαρυσήμαντα λόγια, μὲ τὰ ὁποῖα κήρυξε μιὰ ἀλήθεια αἰώνια. Γι᾽ αὐτὸ ἡ πίστι μας δὲ συγ­κρίνεται μὲ καμμιά θρησκεία τοῦ κόσμου.
Κι ὅ­ταν στὴ συνέχεια ὁ Χριστὸς τῆς ἀπεκά­λυψε ὅτι αὐτὸς εἶνε ὁ Μεσσίας, τότε ἐκείνη ἀφήνει τὴ στάμνα της, τρέχει στὸ χωριὸ καὶ λέει σὲ ὅ­λους· Ἐλᾶτε νὰ δῆτε κάποιον ποὺ μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκανα· μήπως αὐτὸς εἶνε ὁ Χριστός; Καὶ ἦρθαν ὅλοι, τὸν ἄκουσαν, καὶ πίστε­ψαν. Καὶ εἶπαν στὴ γυναῖκα· ―Δὲν πιστεύουμε πλέ­ον ἐπειδὴ τὰ εἶπες ἐσύ· πιστεύουμε, γιατὶ μόνοι μας γνωρίσαμε ὅτι αὐτὸς εἶνε ὁ Χριστός.
Ἡ Σαμαρείτιδα πίστεψε ἡ ἴδια, πίστεψαν τὰ παιδιά της καὶ πολλοὶ συγγενεῖς της. Ἄλλαξε ὄνομα, ὠνομάστηκε Φωτεινή. Ἔγινε ἱεραπόστολος. Ἔφυγε ἀπ᾽ τὸ χωριό της, περιώδευσε πόλεις καὶ χωριά, κήρυξε Χριστὸν ἐσταυρωμέ­νον καὶ ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν. Ἔφτασε καὶ στὴν ἀλησμόνητο Σμύρνη κ᾽ ἐκεῖ μαρτύρησε. Ἐκεῖ οἱ Μικρασιᾶται πρόγονοί μας, μέσα σὲ 40 μέρες τῆς ἔχτισαν μεγάλο ναό, καὶ ἐκεῖ σὰν σήμερα τὴν ἑώρταζαν οἱ Σμυρνιοί, ἕως ὅτου ἦρ­θε ἡ καταστροφὴ τοῦ 1922. Στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς λειτούργησε γιὰ τελευταία φορὰ ὁ Χρυσόστομος Σμύρνης καὶ εἶπε· Ἕλληνες, μὴ χάνετε τὸ θάρρος σας· θὰ ξημερώσουν καλύτερες ἡμέρες γιὰ τὸ ἔθνος μας! Ὕστερα τὸν ἅρπαξε τὸ ἄλογο πλῆθος καὶ τὸν ἔκανε κομμάτια καὶ τὸ αἷμα του ῥάν­τισε τὰ καλντερί­μια. Μετὰ ἀπὸ χρόνια τὸ τέμπλο τοῦ ναοῦ αὐ­τοῦ μεταφέρθηκε στὴν Ἑλλάδα καὶ τοποθετή­θηκε σὲ καινούργιο ναὸ τῆς Ἁγίας Φωτει­νῆς στὴ Νέα Σμύρνη Ἀθηνῶν, ποὺ ἔχτισαν οἱ πρόσφυγες, καὶ ἐκεῖ τὴν ἑορτάζουν.
Αὐτὴ εἶνε ἡ ἱστορία τῆς Σαμαρείτιδος, ποὺ ἦταν σκοτεινὴ καὶ ἔγινε ἁγία Φωτεινή.

* * *

Πολλοί, ἀγαπητοί μου, ἐμφανίστηκαν καὶ εἶ­­παν· Ἐμεῖς θ᾽ ἀλλάξουμε τὴν κοινωνία… Δὲν εἶνε εὔκολη ἡ ἀλλαγή. Ἡ κακία εἶνε ἄβυσ­σος. Παρ᾽ ὅλη τὴ μόρφωσι καὶ τὰ «φῶτα», ὁ ἄν­θρω­­πος παραμένει μέσα του ἕνας ἄγριος, ἕ­να θηρίο. Ποιός θὰ τὸν ἀλλάξῃ; Ὁ λύκος μαλλὶ ἀλ­λάζει, τὴ γνώμη του δὲν τὴν ἀλλάζει. Δι­άφορα συστήματα καὶ κόμματα ὑπόσχονται ἀλλαγή. Μὰ τὰ προγράμματά τους εἶνε ἀνεπαρκῆ. Μὲ ἀσπιρίνες καὶ ἔμπλαστρα δὲν θεραπεύεται ὁ καρκίνος. Αὐτοὶ δὲν ἄλλαξαν οὔτε τὸν ἑαυτό τους, καὶ θ᾽ ἀλλάξουν τοὺς ἄλλους;
Δὲν ἀλλάζει ἡ κοινωνία ἔτσι. Ἕνας μόνο εἶ­νε ἡ ῥιζικὴ ἀλλαγή· καὶ αὐτὸς εἶνε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὁ Ναζωραῖ­ος. Αὐτὸς παίρνει τὸ λύκο καὶ τὸν κάνει ἀρνί, παίρνει τὸν κόρακα καὶ τὸν κάνει περιστέρι, παίρνει τὸ κάρβουνο καὶ τὸ κάνει διαμάντι, παίρνει τὸν κακοῦργο καὶ τὸν κάνει ἅγιο. Οἱ ἄλλοι κάνουν ἀλλαγὴ τοῦ δέρματος, ἀλλαγὴ ἐπιφα­νειακή. Μόνο ὁ Χριστὸς μπορεῖ νὰ κάνῃ τὴ βαθειὰ ἀλλαγή.
Πότε ὅμως; Ὅταν ἐμεῖς πιστέψουμε καὶ τὸν ἀκολουθήσουμε ὅπως οἱ πρόγονοί μας. Δός μας, Κύριε, τὴν πίστι τῶν πατέρων μας! Ἀγράμματοι ἦταν, σὲ καλύβες κατοικοῦσαν, ἀλλ᾽ εἶχαν ἁγιωσύνη καὶ εὐπρέπεια. Δὲν ἀ­κου­γόταν πορνεία, μοιχεία, ἄλλα ἐγκλήματα· ἦ­ταν ἀφωσιωμένοι στὸ Θεό. Ἂς μετανοήσουμε κ᾽ ἐμεῖς. Ἂς ἀκολουθήσουμε τὸ παράδει­γμα τῆς ἁγίας Φωτεινῆς. Ὅσο ἁμαρτωλοὶ κι ἂν εἴμαστε, ἂς πλησιάσουμε τὸ Χριστὸ καὶ ἂς πιστέψουμε. Τί νὰ πιστέψουμε;
Τὸ λέω ἐγὼ ὁ γέροντας ἐπίσκοπος. Πιστεύ­ω, πιστεύω ἀκράδαντα. Ἂν δὲν πίστευα, θὰ προτιμοῦσα νὰ κάνω ἄλλο ἐπάγγελμα. Πιστεύ­ω στὸ Εὐαγγέλιο, πιστεύω στὴν Ἐκκλησία, πιστεύω τί; Ὅτι κάτω ἀπὸ τὰ ἄστρα δὲν ὑ­πάρχει ἄλλος σωτήρας, παρὰ μόνο ὁ Ἰησοῦς Χριστός· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑ­περυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό Γενεσίον τῆς Θεοτόκου Κ. Κλεινῶν – Φλωρίνης 8-5-1988)

ENOTHΣ – ΔΙΑΙΡΕΣΙ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Μαι 17th, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυρ. Πατέρων Α΄ Οἰκ. Συνόδου (Ἰω. 17,1-13)

ENOTHΣ – ΔΙΑΙΡΕΣΙ

«Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς» (Ἰωάν. 17,11)

O KYRIOS istΗ ΓΗ, ἀγαπητοί μου, δὲν εἶνε ἡ μόνιμη κατοικία μας· ὡρίσθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ ὡς προ­σωρινὴ κατοικία μας. Ἡ αἰώνια πατρίδα καὶ ἡ μόνιμη κατοικία μας εἶνε οἱ οὐρανοί. Ἡ γῆ αὐ­τή, ποὺ τόσο μᾶς κρατάει προσκολλημένους μὲ τὶς ἡδονὲς καὶ διασκεδάσεις της, μὲ τοὺς θησαυροὺς καὶ τὶς ἀπολαύσεις της, θὰ ἔρθῃ μέρα ποὺ θὰ καταστραφῇ. Διότι εἶνε ὕλη, καὶ ἡ ὕλη εἶνε φθαρτή. Ἔγινε ἐν χρόνῳ, καὶ κάθε τι ποὺ ἔγινε ἐν χρόνῳ ἔχει καὶ τέλος.
Θὰ σημάνῃ λοιπὸν καὶ γιὰ τὴ γῆ ἡ τελευταία ὥρα. Αὐτὸ τὸ βεβαιώνει καὶ ἡ ἐπιστήμη. Ἀλλὰ περισσότερο ἀπὸ τὴν ἐπιστήμη τὸ βεβαι­ώνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ ἁγία Γραφή, ἡ ὁ­ποία τὸ τέλος τοῦ κόσμου τὸ ὀνομάζει «συν­τέλεια τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 13,39· 24,3· 28,20. Ἑβρ. 9,26). Γιὰ τὸ τέλος τοῦ κόσμου ὁμιλοῦν οἱ προφῆ­ται καὶ μάλιστα ὁ Δανιὴλ καὶ ὁ Ἠσαΐας, ὁμιλοῦν σα­φέστερα ὁ Κύριος, οἱ ἀπόστολοι, ἡ Ἀποκάλυψις.
Εἶνε γεγονὸς ὅτι ἡ γῆ θὰ καταστραφῇ. Ἀλ­λὰ πρὸ τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος θὰ συμβοῦν τὰ λεγόμενα «σημεῖα τῶν καιρῶν» (Ματθ. 16,3). Ποιά εἶνε τὰ σημεῖα αὐτά; Τὰ ἐξήγησε ὁ Κύριος· θὰ εἶνε «λιμοί» (πεῖνα), «λοιμοί» (ἀ­σθέ­νειες ποὺ οἱ ἄνθρωποι θὰ πεθαίνουν σὰν τὶς μῦγες), «σεισμοὶ κατὰ τόπους», μία «θλῖ­ψις μεγάλη, οἵα οὐ γέγονεν ἀπ᾽ ἀρχῆς κόσμου», καὶ τέλος θὰ σκοτισθῇ ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη, τὰ ἄστρα θὰ πέσουν καὶ οἱ «δυνάμεις τῶν οὐ­ρανῶν σαλευθήσονται» (Ματθ. 24,7,21,29. Λουκ. 21,11). Ποιός θὰ τὰ πίστευε αὐτά, ἂν δὲν τὰ ἔλεγε τὸ στόμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ;
Σημεῖα τῶν καιρῶν θὰ εἶνε ἡ ἀναστάτωσι τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Καὶ στὶς μέρες μας παρουσιάστηκαν τέτοια φαινόμενα ἀναταραχῆς τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Στὴ Νότιο Ἀμερική, στὶς ἀκτὲς τῆς Χιλῆς, ἐνῷ ἦταν ξαπλωμένοι γυμνοὶ στὶς ὡραῖες ἀμμουδιὲς καὶ διασκέδαζαν ―ὅ­πως συμβαίνει καὶ στὶς δικές μας παραλίες―, ξαφνικὰ σείστηκε ἡ γῆ, ἄνοιξαν ἡφαίστεια, χύθηκε λάβα, χάθηκαν ὁλόκληρα νησιὰ ἐνῷ ἐμφανίστηκαν ἄλλα νέα νησιά, ἡ θάλασσα ἀ­γρίεψε, τὰ κύματα ὑψώθηκαν 15 μέτρα καὶ σά­ρωσαν ἐκτάσεις· χιλιάδες ἦταν οἱ νεκροὶ καὶ οἱ ἄστεγοι. Τέτοιο γεγονὸς δὲν ξαναέγινε.

* * *

Ἀλλ᾽ ἂν μὲ ρωτήσετε, ἀγαπητοί μου, ποιό εἶνε τὸ φοβερώτερο σημεῖο τῶν καιρῶν, θὰ σᾶς πῶ ὅτι δὲν εἶνε τὰ φαινόμενα αὐτά. Δὲν εἶνε ὁ τυφώνας, δὲν εἶνε ὁ σεισμός, δὲν εἶνε ἡ πυρκαϊά, δὲν εἶνε τὰ κύματα τῆς θαλάσσης. Τὸ φοβερώτερο σημεῖο τῶν καιρῶν εἶνε ἡ διαίρεσις, ποὺ ἐπικρατεῖ τώρα μεταξὺ τῶν ἀν­θρώπων. Οὐδέποτε ἄλλοτε ὁ κόσμος ἦταν τό­σο διῃρημένος. Ποῦ νὰ ῥίξουμε τὸ βλέμμα καὶ νὰ μὴ δοῦμε διαίρεσι;
⃝ Διαίρεσις στὰ ἔθνη. Ἡνωμένα Ἔθνη λέγεται ὁ γνωστὸς διεθνὴς ὀργανισμός, ἀλλὰ κατ᾽ εὐφημισμόν. Πρέπει νὰ κατεβάσουμε τὴν πινακίδα «Ἡνωμένα Ἔθνη» καὶ νὰ γράψουμε «Διῃρημένα Ἔθνη». Κάτω ἀπὸ τὰ μειδιάματα καὶ τὶς φιλοφρονήσεις τῆς διπλωματίας κρύβεται μεγάλη ἐχθρότης. Ὄχι τόσο μεταξὺ τῶν μικρῶν ἐθνῶν – αὐτὰ εἶνε τὰ θύματα, ὅσο μεταξὺ τῶν μεγάλων, ποὺ σὰν θηρία τῆς Ἀπο­καλύψεως εἶνε ἕτοιμα νὰ πέσουν τὸ ἕνα πάνω στὸ ἄλλο. Ἀλλὰ διῃρημένο εἶνε καὶ κάθε ἔ­­θνος ἐσωτερικῶς· ὑπάρχει τὸ μικρόβιο τῆς δι­αιρέσεως σὲ κόμματα, παρατάξεις, φατρί­ες, ἀρχηγούς, συμφέροντα, ἑταιρεῖες. Πρὸ παν­τὸς δὲ σ᾽ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες. Ἀνοῖξτε τὴν ἱ­στορία. Τρεῖς χιλιάδες χρόνια ζωὴ ἔχουμε, καὶ στὸ διάστημα αὐτὸ λίγες φορὲς τὸ ἔθνος μας ἦταν ἑνωμένο. Κι ὅταν ἦταν ἑνωμένο τότε ἦταν ἔνδοξο καὶ ἀήττητο· ἔπαιρνε τὶς κο­ρυφὲς τῆς Πίνδου καὶ τὴν ὕψωνε μέχρι τὰ ἄ­στρα τοῦ οὐρανοῦ. Ὅπως εἶπε κάποιος, ἂν οἱ Ἕλληνες ἦταν ἑνωμένοι, θὰ εἶχαν κυριαρχήσει στὴν ὑφήλιο. Ἡ διαίρεσις εἶνε ἡ μεγαλυτέ­ρα συμφορὰ τοῦ ἔθνους μας. Ἡ διχόνοια βασίλευε συχνά, καὶ τότε συνέβαιναν πολλὰ κακά· παράδειγμα ἡ καταστροφὴ τῆς Μ. Ἀσίας.
⃝ Παντοῦ διαίρεσις· σὲ χωριὰ καὶ κοινότητες. Διῃρημένο ὅμως καὶ τὸ μικρότερο βασίλειο τοῦ κόσμου. Ποιό εἶνε τὸ μικρότερο βασίλειο, μὲ βασιλιᾶ μὲ βασίλισσα καὶ λαό; Ἡ οἰκογένεια· ὁ πατέρας βασιλιᾶς, ἡ μάνα βασίλισσα καὶ λαὸς τὰ παιδιά. Διαίρεσις βασιλεύει στὸ σπίτι. Ἀναρχία σκέψεως καὶ ἐνεργείας. Ἡ γυναίκα δὲν ὑπακούει στὸν ἄντρα, ὁ ἄντρας δὲν σέβεται τὴ γυναῖκα, τὰ παιδιὰ δὲν ὑπολογίζουν κανένα. Σύζυγοι διίστανται μεταξύ τους καὶ παιδιὰ πρὸς τοὺς γονεῖς. Τὸ σπίτι, ποὺ ἄλ­λοτε ἦταν παράδεισος, ἐκκλησία, μοναστήρι, τώρα δὲν «τραβάει», δὲν εἶνε μαγνήτης. Πρῶ­τα οἱ μικρὲς καλύβες τῶν χωριῶν ἦταν παλάτια τοῦ οὐρανοῦ, ἄγγελοι κατοικοῦσαν ἐκεῖ· τώρα στὶς μεγάλες πολυκατοικίες κατοικοῦν δαίμονες φτερωτοί. Εὐλογημένη ἡ ἐποχή, ποὺ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἦταν μὲν νοητικῶς ἀνεπτυ­γμένοι ἀλλ᾽ εἶχαν καλλιεργημένη τὴν καρδιά. Τώρα τὸ σπίτι κατήντησε ξενοδοχεῖο ὕπνου καὶ φαγητοῦ. Σπάνιο τὸ φαινόμενο νὰ βρῇς ἀντρόγυνο ἀγαπημένο, παιδιὰ μὲ σεβασμό. Δεῖξτε μου ἕνα σπίτι ποὺ νὰ ὑπάρχῃ ὁμόνοια καὶ ἑνότης μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ!
Μὰ ὑπερβολικὰ τὰ λές, θὰ μοῦ πῆτε. Ἂν τὰ λέω ὑπερβολικά, τότε πηγαίνετε στὴν ἀρχιεπι­σκοπὴ καὶ ρωτῆστε, κι ἂν εἶστε Χριστιανοὶ θὰ κλάψετε γιὰ τὸ κατάντημά μας. Πρῶτα, μὲ ἀγράμματους παπᾶδες, σὲ 1.000 γάμους δὲν εἴχαμε οὔτε 1 διαζύγιο. Τώρα, μὲ παπᾶδες καὶ δεσποτάδες πτυχιούχους, στοὺς 3 γάμους ὁ 1 διαλύεται! Ἔχουμε μεγάλη εὐθύνη οἱ κληρι­κοί, δὲν ἐκπληρώνουμε τὸν προορισμό μας. Κάθε μέρα ἐκδίδονται πλῆθος διαζύγια. Φθάσαμε νὰ γίνῃ ἡ Ἑλλὰς Χόλλυγουντ.
⃝ Ζητάει ὁ ἄνθρωπος τὴν ἑνότητα στοὺς λαούς, στὰ ἔθνη, στὶς οἰκογένειες, καὶ δὲν τὴ βρί­σκει. Μπαίνει τέλος στὴν Ἐκκλησία, μὲ τὴν ἐλ­­πίδα ὅτι ἐδῶ θὰ βρῇ τὴν ἑνότητα, ἀφοῦ ἡ Ἐκ­κλησία προσεύχεται «ὑπὲρ …τῆς τῶν πάν­των ἑνώσεως» (θ. Λειτ.) καὶ ὁ Χριστός μας σήμερα ὑ­ψώνει τὰ χέρια στὸ εὐαγγέλιο καὶ προσ­εύχεται νὰ εἶνε ἑνωμένοι οἱ Χριστιανοί (βλ. Ἰωάν. 17,11). Καὶ τί βλέπει; Ἐδῶ ὀρθοδόξοι, ἐκεῖ φράγκοι, πιὸ ᾽κεῖ διαμαρ­τυρόμενοι σὲ τρακόσα κομμάτια.
Ἡ διαίρεσις τῶν Χριστιανῶν εἶνε ἕνα ἐμπόδιο τῆς διαδόσεως τοῦ χριστιανισμοῦ – τὰ δύο τρίτα τοῦ κόσμου εἶνε εἰδωλολάτρες. Πᾶνε οἱ ἱεραπόστολοι στοὺς ἀγρίους, τοὺς κηρύττουν τὸ Εὐαγγέλιο, κ᾽ ἐκεῖνοι δακρύζουν. Καὶ θὰ πε­ρίμενε κανεὶς νὰ βαπτίζωνται καὶ νὰ γίνωνται Χριστιανοί. Ἐν τούτοις δὲν βαπτίζονται. Ὡραῖα, λένε, εἶνε τὰ λόγια σας, τὰ ἄμφιά σας, οἱ ψαλμῳδίες σας· εἶστε ὅμως κομματιασμένοι, δὲν ἔχετε ἀγάπη μεταξύ σας· οἱ Ἄγγλοι κυνηγοῦν τοὺς Ἀμερικανούς, οἱ Ἀμερικανοὶ τοὺς Ἄγ­γλους καὶ οὕτω καθ᾽ ἑξῆς. Ἐμεῖς, ποὺ δὲν εἴ­μαστε Χριστιανοί, ἔχουμε περισσότερη ἑνότη­τα μεταξύ μας· ἐσεῖς δὲν εἶστε ἑνωμένοι, ἔχετε μῖσος μεταξύ σας. Νὰ πᾶτε λοιπὸν πρῶ­τα ν᾽ ἀγαπηθῆτε μεταξύ σας καὶ μετὰ νὰ ἔλ­θετε νὰ κηρύξετε σ᾽ ἐμᾶς τὸ Εὐαγγέλιο.

* * *

Σήμερα εἶνε ἑορτὴ τῶν 318 πατέρων ποὺ συνεκρότησαν τὴν Πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνο­δο καὶ συνέθεσαν τὸ Πιστεύω. Εἶνε ὅλοι ἀ­στέ­ρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Δὲν θ᾽ ἀναφερθῶ σὲ κάποιον ἀπὸ αὐτούς· ἡ σκέψι μου πηγαίνει σ᾽ ἕναν ἄλλο πατέρα, ποὺ δὲν ἀνήκει σ᾽ αὐ­τοὺς ποὺ συνέθεσαν τὸ Πιστεύω, συνέθεσε ὅμως τὴν θεία Λειτουργία, ποὺ τελεῖται καὶ τὴν ἀκοῦ­με συνεχῶς. Εἶνε ἡ μεγάλος διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, τὸν ὁ­ποῖο πάντοτε μνημονεύουμε. Τὸν ρώτη­σαν λοιπόν, πότε θὰ γίνῃ ἡ συντέλεια τῶν αἰ­ώνων, καὶ ὁ Χρυσόστομος ἀπήντησε ἀπὸ τὸν ἄμβωνα·
Ἀδελφοί μου, ἡ συντέλεια θὰ ἔλθῃ ὅταν δῆτε νὰ εἶνε οἱ ἄνθρωποι διῃρημένοι· οἱ γυναῖκες νὰ μὴν ὑπακούουν στοὺς ἄντρες τους, οἱ ἄντρες νὰ μὴν ἀγαποῦν τὶς γυναῖκες τους, τὰ παιδιὰ νὰ σηκώνουν χέρι καὶ νὰ χτυποῦν τοὺς γονεῖς, οἱ λαϊκοὶ νὰ μὴν ὑποτάσσωνται, νὰ γίνωνται ἐμφύλιοι σπαραγμοί. Ἀλλὰ τὸ τέλος θὰ ἔλθῃ πρὸ παντὸς ὅταν ἡ διαίρεσις εἰσχωρήσῃ στὴν ἐκκλησία, φθάσῃ μέσα στὸ θυσιαστήριο· ὅταν δῆτε νὰ συμπλέκωνται καλόγεροι μὲ καλογήρους, διᾶκοι μὲ διάκους, ἱερεῖς μὲ ἱερεῖς καὶ ἐπίσκοποι μὲ ἐπισκόπους.
Τί βλέπουμε, ἀγαπητοί μου; Ζοῦμε σὲ τέτοιες ἡμέρες, καὶ μόνο ὁ Θεὸς νὰ μᾶς σώσῃ. Ἂν μᾶς σώσῃ, ἡ σωτηρία δὲν θὰ ὀφείλεται σ᾽ ἐ­μᾶς. Ἂν μᾶς σώσῃ, θὰ μᾶς σώσῃ χάρις στὰ μικρὰ ἀθῷα παιδάκια ποὺ εἶνε στὶς κούνιες.
Νὰ μετανοήσουμε. Ἂν ἐξακολουθήσουμε τὴν τακτικὴ τοῦ μίσους, θὰ τιμωρηθοῦμε· θὰ σειστοῦμε καὶ δὲ θὰ μείνῃ λίθος ἐπὶ λίθον. Ἂς μετανοήσουμε, ἂς γονατίσουμε, ἂς παρακα­λέ­σουμε ὅλοι, μικροὶ – μεγάλοι, λαϊκοὶ καὶ κλη­ρι­κοί, παπᾶδες καὶ δεσποτάδες, ἄρχοντες καὶ λαός, ὁ Θεὸς νὰ γίνῃ ἵλεως· νὰ πνεύσῃ μεταξύ μας ἡ ἀγάπη, ἡ ὁμόνοια καὶ ἡ δικαιοσύνη, ὥστε μὲ ἕνα στόμα νὰ δοξάζουμε Πατέρα Υἱὸν καὶ ἅ­γιον Πνεῦμα εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου  Κων/νου Κολωνοῦ – Ἀθῆναι 29-5-1960)

H ελευθερια γνωρισμα του ανθρωπου

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Μαι 2nd, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου (Ἰωάν. 5,1-15)

H ελευθερια γνωρισμα του ανθρωπου

«Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;» (Ἰωάν. 5,7)

therapyΕΝΑ θαῦμα, ἀγαπητοί μου, διηγεῖται σήμερα τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, ἕνα ἀπὸ τὰ ἀναρί­θμητα θαύματα ποὺ ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων, εἰς πεῖσμα τῶν δαιμόνων, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.
Ποιό εἶνε τὸ θαῦμα αὐτό; Ὁ Χριστὸς ἀνέστησε ἕνα νεκρό. Λάθος κάνεις, θὰ μοῦ πῆτε· ἐμεῖς δὲν ἀκούσαμε σήμερα στὸ εὐαγγέλιο ὅτι ἀνέστησε νεκρό· ἀκούσα­με ὅτι θεράπευσε ἕνα παράλυτο. Ναί, ἀλλ᾽ αὐτὸς ἦ­ταν σὲ τέτοιο βαθμὸ παραλυσίας, ὥστε δὲν δι­έφερε ἀπὸ ἕνα νεκρό. Ἦταν νεκρὸς ἄταφος· χέρια εἶχε καὶ χέρια δὲν εἶχε, πόδια εἶχε καὶ πόδια δὲν εἶχε. Ἦταν διαρκῶς ἀκίνητος.
Ζωὴ σημαίνει κίνησις. Τὸ σκουληκάκι κι­νεῖ­ται μέσα στὸ βόρβορό του, τὸ μυρμήγκι δι­ανύει χιλιόμετρα, ἡ μέλισσα φθάνει σὲ ἀπίστευτες ἀποστάσεις ἀπὸ τὴν κυψέλη της, τὰ πουλιὰ ἔρχονται μακριά, ἀπὸ τὸ Βόρειο καὶ τὸ Νότιο πόλο, στὴν πατρίδα μας. Ὅλα ὅσα ἔ­­χουν ζωή, κινοῦνται· ἕνας δὲν ἐκινεῖτο, ὁ παράλυτος. Εἶδα στὸ Ἄσυλο Ἀνιάτων τῶν Ἀ­θηνῶν ἕνα παράλυτο, περίπου μιὰ εἰκόνα τοῦ παραλύτου τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου. Ἦταν τελείως ἀκίνητος, οὔτε τὸ χέρι του δὲν μποροῦσε νὰ σηκώσῃ· ἡ νοσοκόμος τὸν τάιζε.
Ἔτσι ἦταν λοιπὸν ὁ παράλυτος τῆς Βηθε­σδά. Καὶ πόσα χρόνια, παρακαλῶ, ζοῦσε τὸ δρᾶμα αὐτό; Ὄχι ἕνα ἢ δύο ἢ τρία χρόνια· 38 χρόνια, μιὰ ὁλόκληρη ζωή. Καὶ δὲν ἦταν μόνο παράλυτος, ἀσθενὴς πολυχρόνιος καὶ ἀνίατος· κον­τὰ σ᾽ αὐτὰ εἶχε καὶ κάτι ἄλλο, ποὺ τὸν πονοῦ­σε περισσότερο· ἦ­ταν ἐγκαταλελειμμένος. Κάποιος σπλαχνικὸς γείτονας τὸν πῆρε στὸν ὦ­μο καὶ τὸν ἔφερε ἐ­κεῖ στὸ ὑπόστεγο τῆς δεξαμενῆς, ὅ­που κάθε τόσο, ὅπως ἀκούσαμε, σὲ ἄγνωστη ὥρα, ἕνας ἄγγελος τάραζε τὸ νε­ρὸ καὶ τότε αὐτὸ ἔπαιρνε τρόπον τινὰ ῥαδιενέργεια, θαυματουργικὴ δύναμι, καὶ θεράπευε ἐκεῖνον ποὺ θὰ εἶχε τὸ εὐτύχημα νὰ πέσῃ πρῶτος μέσα στὰ ταραγμένα νερά. Ἀλλ᾽ αὐ­τὸς δὲν μποροῦσε νὰ κινηθῇ· ἔμενε ἐκεῖ, δίπλα στὴ δεξαμενή, τὴ θαυματουργικὴ στέρνα, ἀκίνητος σὰν πέτρα, μολύβι ἀσήκωτο.
Τὸν εἶχαν λησμονήσει ὅλοι. Δὲν εἶχε ἆραγε αὐτὸς οἰκογένεια; Φαίνεται, ὅτι ἀκόμα καὶ ἡ γυ­ναίκα του, ποὺ θά ᾽πρεπε νά ᾽νε δίπλα του, ἀπουσί­α­ζε. Δυστυχῶς καὶ ἡ συζυγικὴ ἀγάπη ἔρχον­ται περιστάσεις ποὺ ἀτονεῖ. Τί φοβερό! κι αὐ­τὴ ποὺ ἀγάπησες μὲ τὴν πιὸ τρυφερὰ ἀ­γάπη, μπορεῖ νὰ σ᾽ ἐγκαταλείψῃ· τὸ παιδὶ ποὺ γέννησες καὶ ἀνέθρεψες, μπορεῖ νὰ σ᾽ ἐγκαταλείψῃ. Ὅλοι μπορεῖ νὰ σ᾽ ἐγκαταλείψουν καὶ νὰ μείνῃς μόνος· ἕνας δὲν σὲ λησμονεῖ, ὁ Θεός. Στὰ χρόνια τῆς ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως στὴν Πελοπόννησο, σὲ μιὰ δύσκολη περίστασι, ἄφησαν ὅλοι τὸ γέρο – Κολοκοτρώνη κ᾽ ἔ­μεινε ὁλομόναχος. Τότε κατέφυγε σ᾽ ἕνα ἐκκλησάκι, προσευχήθηκε, καὶ πῆρε θάρρος· αἰσθάνθηκε, ὅτι ἔχει τὸ Θεὸ μαζί του. Κι ὅποιος ἔχει τὸ Θεὸ μαζί του, δὲ νιώθει μόνος.
Ὁ παράλυτος λοιπὸν τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου ἦταν ἐγκαταλελειμμένος ἀπὸ τοὺς ἀν­θρώπους, ἀλλὰ ὁ Θεὸς δὲν τὸν ξέχασε. Ὁ Κύ­ριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς, ποὺ φόρεσε σάρκα ἀνθρώπινη καὶ κατέβηκε ἀπὸ τὰ οὐράνια ἐδῶ στὴ γῆ, ἀποφάσισε νὰ τὸν θεραπεύσῃ. Πῆγε κοντά του, ἐκεῖ στὸ ὑπόστεγο ποὺ ἦταν κατάκοιτος, καὶ τὸν πλησίασε σὰν ἄγνωστος ξένος. Ἀλλὰ προτοῦ νὰ τὸν θεραπεύσῃ τοῦ εἶπε κάτι. Καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ παρακαλῶ νὰ προσέξετε, γιατὶ ἔχει μεγάλη σημασία.
Προτοῦ νὰ τὸν θεραπεύσῃ ὁ Χριστὸς τὸν ἐ­ρωτᾷ· «Θέλεις νὰ γίνῃς καλά;» (Ἰωάν. 5,7). Περί­εργη ἐρώτησι. Ἄρρωστος αὐτὸς 38 χρόνια, τί ἄλλο λαχταροῦσε παρὰ τὴ θεραπεία του. Γιατί λοιπὸν ὁ Χριστὸς τοῦ ἀπευθύνει τὴν ἐρώτησι αὐτή; Τί θέλει μ᾽ αὐτὸ νὰ μᾶς διδάξῃ;
Ὁ Χριστὸς θέλει νὰ διδάξῃ ἕνα μεγάλο δίδαγμα· ὅτι σέβεται τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Γι᾽ αὐτὸ κ᾽ ἐμεῖς πρέπει νὰ σεβώμεθα τὴν ἐλευθερία τοῦ συνανθρώπου μας. Διότι ἂν ἔχῃ κάτι ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ ὁποῖο διακρίνεται ἀπὸ τὸ κτῆνος ―ἐκτὸς τῆς λογικῆς καὶ τῆς συνειδήσεως―, εἶνε ἡ ἐλευθερία του.

* * *

Ἐλευθερία εἶνε τὸ νὰ ἔχῃ τὴ δυνατότητα ὁ ἄνθρωπος νὰ σκέπτεται καὶ νὰ ἐκφράζῃ τὰ φρονήματά του, τὸ νὰ μπορῇ νὰ ἐνεργῇ χω­ρὶς περιορισμούς, τὸ νὰ κινῆται μέσα στὰ πλαίσια τοῦ ἀγαθοῦ. Ἡ ἐλευθερία εἶνε δῶρο τοῦ Θεοῦ· ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε ἐλεύθερος.
Ἀναγκαία ἡ ἐλευθερία. Τὸ ν᾽ ἀφαιρέσῃ καν­εὶς τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου εἶνε σκληρό, ἀποτρόπαιο, ἀντικοινωνικό, ἀντιδημοκρατικό, ἀντιφυσικό, ἀπάνθρωπο ―τίποτα δὲν εἶπα―, εἶνε ἀντιχριστιανικό, ἀντίθεο. Ὅποιος στερεῖ τὴν ἐ­λευθερία τοῦ προσώπου (ἡ ὁποία ἐννοεῖ­ται ὅτι κινεῖται μέσα στὰ πλαίσια τῆς ἐννόμου τάξεως καὶ τῆς εὐπρεπείας), κάνει κάτι σατανικό. Τὸ ν᾽ ἀφαιρέσῃς τὴν ἐλευθερία ἀπὸ κάποιον εἶνε σὰ νὰ τοῦ ἀφαιρῇς τὸ ὀξυγόνο. Εἶ­νε σὰ νὰ βγάζῃς τὸ ψάρι ἀπὸ τὴ θάλασσα· τὸ ψάρι πλάστηκε γιὰ νὰ κολυμπᾷ στὸ νερό, κι ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ κολυμπᾷ στὴν ἐλευθερία. Γι᾽ αὐτὸ οἱ γυναῖκες στὸ Σούλι ἔψαλλαν·
«Στὴ στεριὰ δὲ ζῇ τὸ ψάρι οὔτε ἀνθὸς στὴν ἀμμουδιά,
κ᾽ οἱ Σουλιώτισσες δὲν ζοῦνε δίχως τὴν ἐλευθεριά».
Κανένας λαὸς δὲν ὕμνησε μὲ τόσο πάθος τὴν ἐλευθερία ὅπως ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ὑ­πεν­θυμίζω μόνο τὸ στίχο τοῦ ῾Ρήγα Φεραίου
«Καλύτερα μιᾶς ὥρας ἐλεύθερη ζωὴ
παρὰ σαράντα χρόνια σκλαβιὰ καὶ φυλακή».
Ἐλεύθερος λαὸς ἐμεῖς, οἱ ὁποῖοι χύσαμε ποταμοὺς αἱμάτων γιὰ τὴν ἐλευθερία, αἰσθανόμεθα τὴ σημασία τοῦ λόγου ποὺ εἶπε σήμερα ὁ Θεάνθρωπος «Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;» (ἔ.ἀ.). Ἐὰν θέλῃς, σὲ κάνω καλά· ἐὰν δὲν θέλῃς, ὄχι.
Τὸ αἴτημα τῆς ἐλευθερίας εἶνε ἀρχέγονο καὶ πανανθρώπινο. Καὶ πρὸ Χριστοῦ, ἀπὸ τὰ χρόνια τῆς παλαιᾶς διαθήκης, ὁ Θεὸς φωνάζει· Ἄνθρωπε, ἔβαλα μπροστά σου δυὸ πρά­γματα, τὴ φωτιὰ καὶ τὸ νερό· διάλεξε καὶ πάρε. Ἂν ἁ­πλώσῃς τὸ χέρι σου στὸ νερό, θὰ δροσιστῇς· ἂν τὸ ἁπλώσῃς στὴ φωτιά, θὰ καῇς (Σ. Σειρ. 15,16).

* * *

Νερὸ δροσερό, ἀγαπητοί μου, εἶνε οἱ ἀλήθεια τῆς ἁγίας Γραφῆς, ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, τὰ δόγματα τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Φωτιὰ ποὺ καίει ποιό εἶνε· εἶνε ἡ πλάνη, ἡ κακία, ἡ διαφθορά (ἡ κλεψιά, τὸ ψέμα, ἡ συκοφαν­τία, ἡ ψευδομαρτυρία, ἡ πορνεία, ἡ μοιχεία, ἡ βλα­σφημία, τὸ ἔγκλημα). Διάλεξε καὶ πάρε, ἄνθρω­πε. Κι ὁ ἄνθρωπος τοῦ αἰῶνος μας τί διαλέγει;
Ἐδῶ εἶνε ἡ τραγικότης. Τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀν­­θρώ­που εἶνε ἡ ἐλευθερία, ἀλ­λ᾽ αὐτὴ εἶνε καὶ ἡ τραγικότης του. Γι᾽ αὐ­­τὸ ὡρισμένοι ἰσχυ­ρίζονται, ὅ­τι εἶνε προτιμότε­ρο νὰ κυβερνηθοῦν οἱ λαοὶ μὲ περιορισμὸ τῆς ἐ­λευθερίας, ὥστε νὰ παιδαγωγηθοῦν κατὰ τὸ συμφέρον, παρὰ ν᾽ ἀ­φεθοῦν μὲν ἐλεύθεροι ἀλλὰ νὰ ταλαιπωροῦν­ται ἀπὸ τὰ λάθη των. Εἶνε δίκοπο μαχαίρι ἡ ἐ­λευθερία· συμφέρει ἢ δὲ συμφέρει; εἶ­νε πλε­ονέκτημα ἢ μειονέκτημα; Μεγάλο καὶ περίπλοκο ζήτημα αὐτό. Μολονότι ὅμως ἐνέχει κίνδυνο ἡ ἐλευθερία, δὲν παύει νὰ εἶνε πλεονέκτημα καὶ προνόμιο τοῦ ἀνθρώπου· ἀ­ξίζει γι᾽ αὐτὴν νὰ συμβαί­νουν ὅσα συμβαίνουν.
«Διάλεξε καὶ πάρε» λοιπόν. Καὶ ἡ ἀνθρωπό­της διαλέγει τὴ φωτιά! Κρίμα στὰ γράμματα καὶ τὶς ἐπιστῆμες καὶ τὰ πανεπιστήμια καὶ τὴ διπλωματία. Δυὸ φορὲς ἡ ἀνθρωπότης ἔ­βαλε τὸ χέρι στὴ φωτιά· ἢ μᾶλλον ὄχι ἁπλῶς τὸ χέρι ἔβαλε, ἀλλὰ ὁλόκληρη ἔπεσε μέσ᾽ στὴ φωτιά, στὸν παγκόσμιο πόλεμο. Στὸν πρῶτο παγκόσμιο πόλεμο 20 ἑκατομμύρια νεκροί, στὸν δεύτερο 38 ἑκατομμύρια νεκροί. Ὤ Θεέ μου! Μανάδες, σεῖς πρὸ παντὸς ποὺ αἰσθάνε­σθε περισσότερο τὴ ζωὴ στὰ σπλάχνα σας, ἀ­σπρομάλληδες γέροντες καὶ μικρὰ παιδιά, προσ­ευχηθῆτε. Δὲν εἶμαι προφήτης· βλέπω, ὅπως ὅλοι, ὅτι ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου κρέμεται ἀπὸ μιὰ κλωστή. Ἐὰν αὐτὴ κοπῇ, θὰ ἐκραγῇ νέος παγκόσμιος πόλεμος, ἢ μᾶλλον ὁ Ἁρμαγεδὼν τῆς Ἀποκαλύψεως (16,16), ποὺ θὰ εἶνε τὸ τέλος τῆς ἀνθρωπότητος. Ὁ Θεὸς νὰ φυλά­ξῃ καὶ ἂς χαρίσῃ τὴν εἰρήνη στὸν κόσμο.
Ἀλλὰ ἡ εἰρήνη στηρίζεται στὴν ἐλευθερία. Ὁ Κύριος ἐρωτᾷ· Ἀνθρωπότης, «θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;». Δυστυχῶς δὲν διδαχθήκαμε ἀπὸ τὰ παθήματά μας. Παρ᾽ ὅλα τὰ φῶτα τῆς ἐπιστή­­μης, εἴμαστε λιγώτερο νοήμονες ἀπὸ τὰ ζῷα. Τὸ γαϊδουράκι ποὺ γλίστρησε σ᾽ ἕνα λάκ­κο, ὅ­ταν ξαναπερνᾷ ἀπὸ ᾽κεῖ προσέχει μὴ ξαναπέ­σῃ. Τὸ Εὐαγγέλιο κηρύττει τὴν ἐλευθε­­ρία. Οἱ ἄνθρωποι δυστυχῶς κλείνουν τ᾽ αὐ­τιά τους. Δὲν συνετίζονται. Μέσ᾽ στοὺς χίλιους ἕνας ἀ­κούει τὴ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ. Ἐν τῷ μεταξὺ τὰ θηρία βρυχῶνται καὶ ἑτοιμάζονται πάνοπλα γιὰ ἐπίθεσι. Τί θὰ γίνῃ, ποιός θὰ ἐπικρατήσῃ;
Μὲ βάσι τὴν ἁγία Γραφὴ λέγω· δὲν θὰ νική­σῃ ἡ ἀρκούδα, οὔτε ὁ λέων, κανένα θηρίο. Ἡ Ἀποκάλυψις τελειώνει μὲ αἰσιόδοξο μήνυμα· θὰ νικήσῃ τὸ Ἀρνίον. Τὸ δὲ Ἀρνίον εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Ἀνδρέου Λευκῶνος – Πρεσπῶν 16-5-1976)

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΖΗ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΥΕΙ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Μαι 2nd, 2011 | filed Filed under: Cрпски језик, εορτολογιο, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ


ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ

ΠΡΙΝ 2 ΧΡΟΝΙΑ

ХРИСТОС ВАСКРСЕ

ЕПИСКОП О. АВГУСТИН КАНДИОТИС ПРЕ ДВЕ ГОДИНЕ НА ВАСКРС

______________

___________

___________

Κυριακὴ Πάσχα θ. λειτ. (Ἰωάν. 1,1-17)

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΖΗ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΥΕΙ

«Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος» (Ἰωάν. 1,1)


ΣΥΝΤΟΜΟ, ἀγαπητοί μου, θὰ εἶνε τὸ κήρυ­γμα. Παρὰ τὴν κόπωσι, δὲν πρέπει νὰ γίνεται θεία λειτουργία χωρὶς κήρυγμα.
Τὸ εὐαγγέλιο ποὺ διαβάζεται σήμερα εἶνε τὸ σπουδαιότερο ἀπ᾽ ὅ­λα τὰ εὐαγγέλια τοῦ ἔ­τους. Εἶνε τὸ πιὸ ὑψήγο­ρο, τὸ πιὸ θεολογικό. Εἶνε ὕψος τὰ λόγια «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος» (Ἰωάν. 1,1)! Νὰ τὰ ἑρμηνεύσουμε; Δὲν ἔχου­με οὔτε ἐγὼ εὐφράδεια οὔτε σεῖς ὑπομονὴ γιὰ μία πλήρη ἐξήγησι τοῦ ῥητοῦ αὐτοῦ. Λίγες λέξεις μόνο θὰ ψελλίσουμε ἐπάνω σ᾽ αὐτό.

* * *

Λένε, ὅτι κάποιος βασιλιᾶς τῆς ἀρχαίας ἐπο­­χῆς κάλεσε στὰ ἀνάκτορα ἕνα σοφό. ―Θέλω, λέει, νὰ μοῦ λύσῃς ἕνα πρόβλημα. Μὲ βασανί­ζει τὸ ἐρώτημα τί εἶνε Θεός. ―Δύσκολο αὐ­τό, ἀπαντᾷ ὁ σοφός. Δὲν μπορῶ ν᾽ ἀπαντήσω ἀμέσως. Δῶσε μου προθεσμία τρεῖς μέρες. Τοῦ ἔδωσε προθεσμία. Ἄνοιξε ἐκεῖνος βιβλία καὶ μελέτησε. Ὅταν ἐπέστρεψε λέει· ―Βασιλιᾶ, δὲν μπόρεσα νὰ βρῶ ἀπάν­τησι. Ζητῶ ἄλ­λες τρεῖς μέρες. Πῆρε ἄλλες τρεῖς. Πάλι ὅμως ἴδια ἡ ἀ­πάν­τησι. Ζητάει ἀκόμα τρεῖς μέρες. Ἀλλὰ τελικά, παρ᾽ ὅ­λες τὶς παρατάσεις ποὺ πῆ­ρε, στά­θηκε ἀδύνατο νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸ βασιλιᾶ.
Στὸ ἐρώτημα λοιπὸν αὐτό, ποὺ δὲν ἀ­πήν­τη­σε ὁ ἀρχαῖος σοφός, ἀπαντᾷ σήμερα μὲ λίγες λέξεις τὸ εὐαγγέλιο· «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος».
Πῶς θὰ τὸ ἐννοήσουμε τὸ χωρίο αὐτό; Ἂς πετάξουμε μὲ τὴ σκέψι μας στὸ παρελθόν. Δι­ατρέχουμε αἰῶνες καὶ χιλιετίες προχωρών­τας διαρκῶς πρὸς τὰ πίσω. Φθάνουμε σὲ μιὰ ἐ­ποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε ἄν­θρωπος. Προχωρών­τας ἀκόμη βρίσκουμε, ἀ­πὸ τὰ ἀπολιθώματα ποὺ ἐξετάζει ἡ γεωλογία, ὅτι δὲν ὑ­πῆρ­χαν οὔτε ζῷα οὔτε πουλιὰ οὔ­­τε δέντρα οὔτε φυτὰ οὔ­τε ἄλλο ἴχνος ζωῆς. Προχωρώντας ἀκόμη θὰ δοῦ­με, ὅτι δὲν ὑπῆρ­­χε θάλασσα, «ἡ δὲ γῆ ἦν ἀ­όρατος καὶ ἀκατασκεύαστος» (Γέν. 1,2). Δὲν ὑ­πῆρχαν πλανῆ­τες, δὲν ὑπῆρ­χε γῆ, ἥλιος, γαλαξίες, κο­­μῆ­­τες, οὔτε τίποτε ἀπὸ ἀστρικὸ σύμπαν. Φθά­νου­­με ἔτσι σὲ ἕνα χρόνο ποὺ δὲν ὑπῆρχε τίποτα.
Τί εἶπα; τίποτα; Βλασφημία! Πῶς δὲν ὑπῆρ­χε τίποτα; Ὑπῆρχε ὁ Θεός, ὁ Λόγος! «Ἐν ἀρ­χῇ ἦν ὁ Λόγος», ἀπ᾽ τὴν ἀρχὴ ὑπῆρχε ὁ Λόγος.
Ὥστε δὲν ὑπῆρξε ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία νὰ μὴν ὑπάρχῃ ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, δη­λαδὴ ὁ Χριστός. Ὁ Χριστὸς ὑπῆρχε πάν­το­τε. Εἶνε ἄν­αρχος καὶ μὲ τὸν Πατέρα συνάναρχος· εἶνε ἀΐδιος δηλαδὴ αἰώνιος, καὶ μὲ τὸν Πατέρα συν­α­ΐ­διος δηλαδὴ συναιώνιος. Δύσ­κολα, θὰ πῆτε, εἶν᾽ αὐτά, εἶνε μυστήρια. Ὄντως μεγάλα μυστήρια. Δὲν θὰ τὰ ἀρνηθοῦ­με ὅμως· τὰ δεχόμεθα διὰ τῆς πίστεως.
Ἄλ­λωσ­τε, ὅπως ἔχω πεῖ καὶ ἄλλοτε, ὄχι πλέον τὰ ὑπερφυσικὰ ἀλλὰ κι αὐτὰ τὰ φυσικὰ πρά­γματα κρύβουν μυστήρια. Γεμᾶτος μυστήρια εἶνε ὁ κόσμος. Ὅλοι οἱ ἐπιστημονικοὶ κλάδοι ἔχουν ἄλυτα προβλήματα. Ἡ ἐπιστήμη ἁπλῶς περιγράφει, δὲν ἐξηγεῖ πλήρως, δὲν εἰσ­έρχεται στὰ βαθύ­τερα αἴτια τῶν πρα­γμάτων καὶ τῶν φαινομένων. Τί εἶνε λ.χ. ὁ ἠλεκτρι­σμός; τί εἶνε ὁ μαγνητισμός; τί εἶνε ἡ παγκόσμιος ἕλξις; Ἡ ἐπιστήμη περιγράφει, τί ἀκρι­βῶς ὅμως εἶ­νε δὲν γνωρίζει. Μυστήρια εἶνε ἁπλωμένα παντοῦ στὴ φύσι, καὶ στὰ μικρότερα ἀκόμα. Καὶ ἡ ἐ­λα­χίστη ποσότης τῆς ὕλης, τὸ ἄ­τομο, εἶνε μιὰ μικρογραφία τοῦ σύμ­παντος. Ἀ­ναφέρω ἕνα παράδειγμα. Στὴ ῾Ρώμη συνῆλθε δι­εθνὲς ἰατρικὸ συνέδριο ἀπὸ κο­ρυ­φαίους ἐ­πιστήμονες ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὴν ἐπάρατο νόσο ποὺ σαρώνει τὴν ἀν­θρωπότη­τα, τὸν καρκίνο. Εἶπαν πολλά. Στὸ τέλος ὁ πρόεδρος συν­όψισε. Γνωρί­ζουμε, λέει, πῶς ἐμφανίζεται, πῶς ἐξελίσσεται ὁ καρκίνος καὶ ποιά εἶνε τὰ συμ­πτώματά του· ἕνα δὲν γνωρίζουμε, τὴν αἰ­τία του, πῶς δημιουργεῖται – πῶς γίνεται. Πῶς ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἑκατομμύρια κύτταρα ποὺ ἔχει τὸ σῶμα – αὐτὸ εἶνε καρκίνος, ἐκεῖ ποὺ λειτουργεῖ ἁρ­μονι­κὰ μὲ τὰ ἄλλα, ξαφνικὰ «τρελλαίνεται», φεύγει ἀπ᾽ τὴν τροχιά του, κι ἀπὸ ᾽κείνη τὴν ὥρα πλέον ἀρχίζει ἡ νόσος.
Παντοῦ λοιπὸν εἶνε τὸ μυστήριο. Καὶ ἐφ᾽ ὅ­σον οἱ ἐπιστήμονες ἀποροῦν γιὰ πράγματα τοῦ ὑλικοῦ κόσμου, πῶς ἐμεῖς νὰ ἐξηγήσουμε τὸ μυστήριο τῶν προσώπων τῆς ἁγίας Τρι­άδος; Ἂς λύσουν αὐτοὶ πρῶτα τὰ μυστήρια ποὺ κρύβουν τὰ φυσικὰ πράγματα, καὶ τότε νὰ ζητοῦν νὰ λύσουμε τὰ ὑπερφυσικὰ πρά­γματα. Ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου εἶνε ἕνα μικρὸ κύπελλο· δὲν μπορεῖ νὰ χωρέσῃ τὸν ὠκεανό.

* * *

«Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος». Λόγος στὴ γλῶσ­σα τῆς Γραφῆς καὶ τῆς Ἐκ­κλησίας λέγεται ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, διότι γεννᾶ­ται ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα ποὺ εἶνε ὁ ὑπέρτατος Νοῦς. Ὁ Νοῦς γεννᾷ τὸν Λόγο, ὁ Πατὴρ γεννᾷ τὸν Υἱό.
Γιὰ νὰ προσεγγίσουμε τὴν ἀλήθεια αὐτή, λέμε τὰ ἑξῆς. Ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε «κατ᾽ εἰ­κόνα» τοῦ Θεοῦ (Γέν. 1,26) καὶ γι᾽ αὐτὸ ὀνομάζεται «εἰκὼν τοῦ Θεοῦ» (Α΄ Κορ. 11,7. Κολ. 3,10). Πῶς εἶνε ὁ ἄν­θρω­πος εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὡς πρὸς τὸ σῶμα; Ὄχι βεβαίως. Ὁ Θεὸς δὲν ἔ­χει κάτι τὸ ὑλικό, δὲν ἔχει σῶμα, χέρια πόδια αὐτιὰ κ.τ.λ., ὅπως φαν­­τάζονταν τοὺς θεούς των οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας. Ὁμιλεῖ κάποτε καὶ ἡ ἁγία Γρα­φὴ ἀν­θρωποειδῶς γιὰ τὸ Θεό, ἀλλὰ μόνο κατὰ συγ­κατάβασιν. Ὁ Θεὸς εἶνε πνεῦμα. Συνεπῶς τὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶνε «εἰκὼν» τοῦ Θεοῦ δὲν ἀ­ναφέρεται στὸ σῶμα ἀλλὰ στὴν ψυχή του· κα­τὰ τὴν ψυχὴ ὁ ἄνθρωπος εἶνε εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἄνθρωπος κυρίως δὲν εἶνε τὸ ὁρώμενον, αὐ­τὸ ποὺ φαίνεται· εἶνε τὸ μὴ ὁρώμενον. Τὸ ὁρώμενον εἶνε ὕλη, τὸ μὴ ὁρώμενον εἶνε ἡ ψυχή.
Ὑπάρχει λοιπὸν ἀντιστοιχία. Ὅπως ὁ Θεὸς εἶνε τριαδικός, ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶνε στὴν ψυχὴ τριαδικός. Ὁ Θεὸς Πατὴρ εἶνε ὁ ὑπέρτα­­­τος Νοῦς, ποὺ γεννᾷ τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο του, καὶ ἐκπορεύει τὸ ἅ­γιο Πνεῦμα· καὶ ὁ ἄνθρωπος ἔχει νοῦ, ἔ­χει λόγο – σκέψι, ἔχει καὶ πνεῦμα.
Σπουδαιότατο δῶρο τοῦ Θεοῦ ἡ σκέψις. Αὐ­τὴ ἀποτελεῖ τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν συναντᾶται στὰ ζῷα οὔτε πουθενὰ ἀλλοῦ· μόνο στὸν ἄνθρωπο. Ὤ ἡ σκέψις, ὁ νοῦς! Βρίσκεσαι τὴν ὥρα αὐτὴ ἐδῶ, κι ἀμέσως πετᾷς σὰν μὲ πύραυλο καὶ βρίσκεσαι στὴν Ἀμερικὴ ἢ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ. Ἀναλογισθήκατε πῶς συλλαμβάνει, πῶς γεννᾷ σκέψι ὁ ἄν­θρωπος; Ἡ σκέψις εἶνε ἡ βάσι τῆς ἐπιστήμης· μ᾽ αὐτὴν ἐρευνᾷ τὴ γῆ, ζυγίζει τὰ ἄστρα, ψαύει τοὺς οὐρανούς, ἀνακαλύπτει, δημιουργεῖ.
Ἡ σκέψις κατ᾽ ἀρχὴν εἶνε ἐνδιάθετος – ἐπιτρέψτε μου νὰ σᾶς δυσκολέψω λιγάκι. Τί θὰ πῇ ἐνδιάθετος; Εἶνε κρυμμένη βαθειὰ μέσα στὸν ἄνθρωπο, ἀσύλληπτη. Τί σκέπτεται ὁ κα­­θένας δὲν μποροῦμε νὰ ξέρουμε· μόνο ὁ Θεὸς γνωρίζει. Ἀλλοίμονο ἂν βρεθῇ τρόπος νὰ ἀστυνομεύεται ἡ σκέψις.
Στὴ γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας ἡ σκέψις ὀνομάζεται λόγος, λογικὴ δηλαδή. Ἀλλὰ προσέξτε· ὁ νοῦς γεννάει τὸ λόγο. Πῶς γεννάει; Ὄχι ὅπως γεννοῦν τὰ ζῷα. Ὑπάρχει καὶ ἄλ­λη γέννησις. Ποιά γέννησις; Ὁ νοῦς ―λένε οἱ θε­ολόγοι― γεννάει τὸν ἐνδιάθετο λόγο, τὴ σκέψι. Κι ὅταν ἡ σκέψι ἐκφρασθῇ μὲ τὸ στόμα, τό­τε ὁ ἐν­διάθετος λόγος γίνεται προφορικός. Ἄλλο μυστήριο – καὶ ἀπορῶ πῶς ὑπάρχουν ἄπιστοι. Πῶς μιλᾶμε; Γιά σκεφτῆτε το. Πῶς; Καμμία ἀ­πάντησι ἡ ἐπιστήμη. Προσπαθεῖ μόνο νὰ ἐν­τοπίσῃ στὸν ἐγκέφαλο ὡρισμένα κέντρα ἀ­πὸ τὰ ὁποῖα παράγεται ὁ προφορικὸς λόγος. Ὁ νοῦς μας λοιπὸν γεννάει τὸν ἐνδιάθετο λό­γο, ἐν συνεχείᾳ γεννάει τὸν προφορικὸ λόγο, καὶ τέλος γεννάει καὶ τὸν γραπτὸ λόγο.
Ἀλλὰ ἐδῶ στὸ εὐαγγέλιο ἡ λέξι Λόγος γράφεται μὲ λάμβδα κεφαλαῖο «Λ». Διότι ὁ Λόγος εἶνε Θεός. «Καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος». Ὁ Θεὸς – Νοῦς γεννᾷ τὸν Θεὸ Λόγο, ὁ Πατὴρ γεννᾷ τὸν Υἱό. Ἐμπρὸς σ᾽ αὐτὸν τὸν Λόγο ἡ λογικὴ – ἡ σκέψι τοῦ ἀνθρώπου, αὐτὸ τὸ μεγαλούργημα ποὺ εἴπαμε, εἶνε κάτι μικρό, ἀσήμαντο. Μποροῦμε νὰ συλλάβουμε τί εἶνε ὁ Θεὸς Λόγος;
Ὁ Λόγος εἶνε ὁ Χριστός, ποὺ ὑπῆρχε πάν­τοτε. Καὶ ἐπ᾽ αὐτοῦ ἡ Ἐκκλησία ἔδωσε τὴ μάχη ἐναντίον τοῦ Ἀρείου καὶ ἄλλων αἱρετικῶν, ὅπως εἶνε καὶ σήμερα οἱ χιλιασταί.

* * *

Ἂς τὸν πλησιάσουμε, ἀγαπητοί μου, κ᾽ ἐ­μεῖς. Τὸ μεσημέρι θὰ καθήσουμε νὰ φᾶμε, ν᾽ ἀ­­πολαύσουμε τὰ ἀγαθά του. Πόσοι ἔχουμε ἔννοια Θεοῦ; Πολλοὶ οὔτε σταυρὸ κάνουν οὔ­τε ἀναφέρουν τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ.
Ἂς εὐχαριστήσουμε τὸ Θεὸ γιὰ ὅλα τὰ δῶ­ρα του καὶ πρὸ παντὸς γιὰ τὸ ὅτι ἔχουμε τὴ μόνη ἀληθινὴ θρησκεία. Οἱ ἱδρυταὶ τῶν ἄλ­λων θρησκειῶν (Μωάμεθ, Κομφούκιος κ.τ.λ.) εἶνε θνητοί· ἔζησαν ἕνα διάστημα καὶ μετὰ πέθαναν. Ὁ Χριστὸς ζῇ καὶ σήμερα καὶ αὔριο καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Δὲν ὑπάρχει στιγμὴ στὸ ἄπειρο τοῦ χρόνου ποὺ δὲν ὑπῆρ­χε Χριστός. Καὶ διὰ τῆς ἀναστάσεώς του ἀπέδειξε, ὅτι ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας.
Αὐτὸν ἑορτάζουμε σήμερα, ἀγαπητοὶ ἀ­δελ­φοί, εἰς δόξαν τῆς ἁγίας Τριάδος· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναὸ του Ἁγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης 22-4-1984 θ. λειτ.)