Αυγουστίνος Καντιώτης



Archive for the ‘ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ’ Category

«Μαρθα Μαρθα, μεριμνας και τυρβαζῃ περι πολλα· ενος δε εστι χρεια»

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Αυγ 5th, 2010 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κοίμησις Θεοτόκου (Λκ. 10,38-42· 11,27-28)

Νοικοκυρα και ιεραποστολος

«Μαρθα Μαρθα, μεριμνας και τυρβαζῃ περι πολλα· ενος δε εστι χρεια» (Λουκ. 10,41-42)

Ο ΚΥΡΙΟΣΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, σὲ ὅλους τοὺς ναοὺς τῆς Ὀρθοδοξίας ἑορτάζεται ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου καὶ διαβάζεται τὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσαμε. Σ᾽ αὐτὸ ὁ εὐαγγελιστὴς Λου­κᾶς περιγράφει μὲ ζωηρὰ χρώματα ἕνα ἐπεισόδιο τῆς ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο μᾶς δίνει τὴν εἰκόνα δύο ἀξιολόγων γυναικῶν. Εἶνε οἱ ἀδελφὲς τοῦ Λαζάρου Μάρθα καὶ Μαρία. Καὶ οἱ δύο ἀγαποῦσαν τὸ Χριστό. Ἀλ­λὰ λόγῳ χαρακτῆρος ἐξ­εδήλωσαν τὴν ἀγάπη τους κατ᾽ ἄλλο τρόπο ἡ μία καὶ κατ᾽ ἄλλον ἡ ἄλλη. Καὶ οἱ δύο εἶνε ἄξι­ες μιμήσεως. Μακά­ρι νὰ εἴχαμε καὶ στὴν ἐποχή μας γυναῖκες ποὺ νὰ μοιάζουν, ἂν ὄχι στὴν Παναγία ποὺ εἶνε ἄ­φθαστη κι ἀν­επανάληπτη, τοὐλάχιστον σ᾽ αὐτές.
Ἀλλ᾽ ἂς δοῦμε μὲ συντομία τὴν περικοπή.

* * *

Σὲ μικρὴ ἀπόστασι ἔξω ἀπ᾽ τὰ Ἰεροσόλυμα ἦταν ἕνα χωριό, ἡ Βηθανία. Συχνὰ πήγαινε ἐ­κεῖ ὁ Χριστός, διότι ὑπῆρχε ἡ οἰκογένεια αὐ­τὴ μὲ τὴν ὁποία συνδεόταν. Ἔρχεται λοιπὸν καὶ τώρα στὸ σπίτι τους. Ἡ Μάρθα μόλις τὸν εἶ­δε ἔτρεξε νὰ τὸν ὑποδεχθῇ κι ἀμέσως ἀνασκουμπώθηκε νὰ τὸν περιποιηθῇ. Πῆγε στὸ μαγειρεῖο, ἄναψε φωτιὰ καὶ ἄρχισε νὰ μαγειρεύῃ. Γιὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσῃ, ἑτοίμαζε φαγητὸ ἐκλεκτὸ βάζοντας ὅλη τὴν τέχνη της.
Τί λέτε σεῖς, ἔκανε ἄσχημα; Ποιός θὰ τὴν κα­τηγορήσῃ; Καλὰ ἔκανε. Πρῶτα – πρῶ­τα, για­τὶ ὁ Χριστὸς εἶ­χε ἀ­­νάγκη τροφῆς. «Ἀν­ενδεὲς τὸ θεῖ­ον», λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἡ θεότης δὲν ἔ­χει ἀνάγκες. Ὁ Χριστὸς ὅμως δὲν ἦταν μόνο Θεός· ἦταν καὶ ἄνθρωπος, εἶχε σῶμα καὶ πεινοῦσε. Ὁ ἴ­διος ἄλλωστε στὴν περι­κοπὴ τῆς δευτέρας παρουσίας δίδαξε τὴ φιλο­ξενία. «Ξένος ἤ­μην, καὶ συνηγάγε­τέ με», δὲν εἶχα ποῦ νὰ μείνω, εἶπε, καὶ μὲ φιλοξενήσατε (Ματθ. 25,35).
Συνεπῶς δὲν μποροῦμε νὰ κατακρίνουμε τὴ Μάρθα γιατὶ ἑτοίμαζε φαγητό. Κάπου ἀλλοῦ εἶνε τὸ σφάλμα της. Ἐνῷ δηλα­δὴ ἐκείνη κάνει αὐτὸ ποὺ νομίζει καλό, ἀπαιτεῖ νὰ κάνῃ τὸ ἴδιο καὶ ἡ ἀδελφή της. Ἀλλὰ ἡ Μαρία, μόλις πῆ­γε ὁ Χριστός, πῆρε ἕνα σκαμνί, κάθη­σε κον­τὰ στὰ πόδια του καὶ ἄκουγε τὴ διδα­χή του. Καὶ ἦ­ταν τόσο εὐχαριστημένη! Σὰν μέ­λισσα στὸ ἄν­θος, σὰν πρόβατο στὸ χορτά­ρι, σὰν βρέφος στὸ μαστὸ τῆς μάνας, ἔτσι ῥουφοῦσε τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ. Δὲν ἦταν στὴ γῆ, βρισκόταν σ᾽ ἄλλο κόσμο.
Αὐτὸ τὸ αἰσθάνονται μόνο ὅσοι πιστεύουν. Λέει ὁ φιλόσοφος Πλάτων· ἂν πάρῃς μιὰ κιθά­ρα καὶ πᾷς στὸ στάβλο ποὺ εἶνε τὰ γαϊδούρια καὶ τοὺς παίξῃς μουσική, δὲν πρόκειται νὰ κατα­λάβουν. Ἔτσι μοιάζουν καὶ ὡρισμένοι ἄνθρω­ποι. Γι᾽ αὐ­τὸ ὁ Κύριος μίλησε γιὰ ᾽κείνους πού, ἐνῷ ἔχουν αὐτιά, δὲν ἀκοῦνε (βλ. Μᾶρκ. 8,18).
Ἐνῷ λοιπὸν ἡ Μαρία ἦταν ἀφωσιωμένη στὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, ἔρχεται ἡ Μάρθα καὶ λέει· Κύριε, δὲ μὲ σκέπτεσαι ποὺ ἡ ἀδελφή μου μ᾽ ἄφησε μόνη νὰ ἑτοιμάζω; πές της λοι­πὸν νὰ ᾽ρθῇ νὰ μὲ βοηθήσῃ. Καὶ τότε ὁ Χριστὸς ἀ­πήντησε μὲ τὰ περίφημα ἐκεῖνα λόγια, ποὺ ἑρ­μηνεύονται διαφορετικὰ καὶ παρεξηγοῦνται· «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία» (Λουκ. 10,41-42).
Τί θέλει νὰ πῇ ὁ Χριστὸς μὲ τὰ λόγια αὐτά; Κατηγορεῖ τὴ Μάρθα; Ὄχι. Ἁπλῶς τῆς κάνει μία ἐλαφρὰ παρατήρησι. Ἐκτιμῶ, λέει, τὴν ἀ­γάπη καὶ τὴ φιλοξενία σου, ἀλλά γιατί κουρά­ζεσαι τόσο; Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀπ᾽ αὐτοὺς ποὺ ἀ­ρέ­σκομαι σ᾽ αὐτά. Μοῦ φτάνει ἕνα ἁπλὸ φαγητό, ὥστε νὰ σοῦ μείνῃ καιρὸς νὰ ἔρθῃς κ᾽ ἐ­σὺ ἐ­δῶ ν᾽ ἀκούσῃς. Ἡ Μαρία ὅμως διάλεξε τὴν καλὴ μερίδα, ν᾽ ἀκούῃ δηλαδὴ τὰ λόγια μου, ποὺ εἶνε τροφὴ πνευματικὴ καὶ θεία.
Ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Χριστοῦ φαίνονται τὰ θετικὰ στοιχεῖα τῶν δύο ἀδελφῶν, καὶ σ᾽ αὐτὰ θέλω νὰ στρέψουμε τώρα τὴν προσοχή.

* * *

_Ἡ Μάρθα εἶνε σύμβολο τῆς νοικοκυρᾶς. Σήμερα ἡ νοικοκυρά, ποὺ φροντίζει τὴν οἰ­κογέ­νεια καὶ τὸ σπίτι, μαγειρεύει κ.λπ., ἔχει γί­νει πρᾶγμα σπάνιο. Παλαιότερα οἱ γυναῖκες ἰ­δίως τοῦ χωριοῦ κοπίαζαν πάρα πολὺ ―καὶ πέ­θαιναν νωρίς―, ἐνῷ οἱ ἄν­τρες κάθονταν στὰ καφενεῖα. Τώρα οἱ γυναῖκες, ἰδίως τῶν πόλεων, κατήργησαν τὸ νοικοκυριό. Πολλὲς δουλειὲς δὲν τὶς ξέρουν· δὲν πλένουν, δὲ μαγειρεύουν. Βάφονται, περιποιοῦνται ἐπὶ ὧρες τὸν ἑαυτό τους. Κι ἂν τοὺς ἔρθῃ ξένος, δὲν τοῦ κάνουν τραπέζι στὸ σπίτι· τὸν πηγαίνουν σὲ ἑστιατόρια. Ἄλλαξε ἡ νοοτροπία, ἔγινε ἀ­μερικάνικη, μὲ μύρια κακὰ ἐπακόλουθα.
Εὐτυχὴς ὁ ἄντρας ποὺ ἔχει γυναῖκα νοικοκυρά. Μοῦ ᾽λεγε ἕνας καθηγητὴς πανεπιστημίου· Δόξα τῷ Θεῷ δὲν ἔκανα τὸ σφάλμα νὰ πάρω γυναῖκα ὑπάλληλο· πῆγα στὸ χωριό μου, ἔψαξα καὶ βρῆκα νοικοκυρά… Τώρα δυστυ­χῶς καὶ στὰ συνοικέσια στόχος εἶνε τὸ «παραδάκι»! Ζητοῦν γυναῖκα ἐργαζομένη, νὰ ἔχῃ θέσι καὶ νὰ εἰσπράττῃ μισθό. Δὲ βλέπουν τὶς συνέπειες. Πολλὲς φορὲς ζεύγη ὑπαλλήλων διαλύονται. Κι ὅταν δὲν διαλύ­ωνται, οἱ σύζυγοι ξεφεύγουν ἀπὸ τὸ ῥόλο τους. Διότι ἡ νοικοκυρὰ εἶνε στὸ σπίτι βασίλισσα, ποὺ κρατάει τὴν οἰκογένεια. Κι ὅταν αὐτὴ δὲν μένῃ στὸ σπίτι, συχνὰ ὑποχρεώνεται ὁ ἄντρας νὰ κάνῃ γυναικεῖες δουλειές. Ἔχω παράδει­γμα ὑπάλληλο, τμηματάρχη ὑπουργείου, ποὺ ἡ γυναίκα του τὸν ὑποχρεώνει νὰ πλένῃ τὰ πιάτα. Δὲν εἶ­νε ἀσφαλῶς κακὸ αὐτό, εἶνε ὅμως ἐναλλα­γὴ τῶν θέσεων. Ἀλλὰ τὸ πιὸ σοβαρὸ εἶνε, ὅτι τὰ παιδιὰ μένουν ἐγκατελειμμένα καὶ ἀνεπιτήρητα, καὶ γίνονται κακομαθημένα. Γι᾽ αὐτὸ ἡ Γραφὴ λέει, ὅτι ὅποιος βρῆκε γυναῖκα νοικο­κυρά, βρῆκε θησαυρό (βλ. Παροιμ. 31,10)
Ἡ Χριστιανὴ γυναίκα, μὲ πρότυπο τὴ Μάρθα, πρέπει νά ᾽νε νοικοκυρά. Ἂς προσέξῃ ὅμως ἕνα ἄλλο πρᾶγμα· νὰ μὴν τὴν ἀπορροφήσῃ τελείως τὸ νοικοκυριό. Γιατὶ αὐτὸ πάλι εἶνε ἄλλο κακό. Οὔτε τὸ ἕνα, οὔτε τὸ ἄλλο. Σὲ κάποιο χωριὸ στενοχωρήθηκα ὅταν βγήκαμε ἀ­πὸ τὴ λειτουργία. Μέσα στὴν ἐκκλησία ἦταν μόνο ἄντρες καὶ κάτι παιδιά· γυναίκα καμμιά. Τὶς εἶχαν ἀγγαρέψει οἱ ἄντρες καὶ ἀπ᾽ τὸ πρωὶ ἔψηναν, γιὰ νὰ ἐπακολουθήσῃ φαγοπότι.
Στὰ παλιὰ τὰ εὐλογημένα χρόνια, ποὺ οἱ Χρι­στιανοὶ φρόντιζαν καὶ γιὰ τὶς γυναῖκες τους, μιλοῦσαν ὅπως ὁ Χριστός· «Μάρθα, κάνε φαγητὰ ἁπλᾶ». Βρῆκα διαβάζοντας, ὅτι στὴ Μακεδονία Κυριακὴ καὶ γιορτὴ δὲν μαγείρευε ἡ γυναίκα· ἑτοίμαζε τὸ φαγητὸ ἀπὸ τὸ Σάββατο, γιὰ νὰ μπορῇ νὰ λειτουργηθῇ καὶ αὐτή. Τώρα ἡ καημένη ἡ γυναίκα οὔτε Κυριακὲς οὔτε ἑ­ορ­τὲς μπορεῖ νὰ χαρῇ. Ἡ ἑορτὴ καὶ ἡ ἀργία εἶνε καὶ γιὰ τὴ γυναῖκα. «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ πε­ρὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία».
Ἡ ἄλλη, τώρα, ἀδελφή, ἡ Μαρία. Εἶνε ἡ πιστὴ καὶ πνευματι­κὴ γυναίκα, τῆς ὁποίας τὴν στάσι ἐπαινεῖ ὁ Κύριος. «Μαρία δὲ τὴν ἀ­γα­θὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ᾽ αὐτῆς». Εἶνε σύμβολο τῆς ἱεραποστόλου. Γυναῖκες σὰν αὐτὴν εἶνε ἀκόμη περισσό­τερο δυσεύρετες. Ἂν εἶνε σπάνιο σήμερα νὰ βρεθῇ νοικοκυρά, πολὺ πιὸ σπάνιο εἶνε νὰ βρεθῇ γυναίκα ἱεραπόστολος, ἀφιερωμένη στὰ ἔργα τῆς Ἐκκλησίας, τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης. Ὅλη τὴν πόλι νὰ κοσκινίσῃς, δὲ βρίσκεις τέτοια πρόσωπα, πρόσωπα ἀφωσιωμένα ὄχι πλέον στὸ παιδὶ στὸν ἄντρα καὶ στὸ σπίτι, ἀλλὰ στὸ Θεὸ καὶ τὴ διακονία τοῦ πλησίον. Ὑπηρετοῦν σὲ νοσοκομεῖα καὶ ἄλλα φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα χωρὶς μισθό! Καὶ τὸ λυπηρὸ εἶνε ὅτι, ἀντὶ μισθοῦ καὶ ἀναγνωρίσεως, εἰσπράττουν πολλὲς φορὲς ἀπὸ ὡρισμένους τὴν περιφρόνησι καὶ τὸν χλευαστικὸ χαρακτηρισμὸ «γεροντοκόρες». Ὄχι, κύριοι! Εἶνε ἡρωικὰ καὶ ἱερὰ πρόσωπα αὐτά, ἰδεολόγοι· εἶνε Μαρίες τῆς ἐποχῆς μας. Στὸ ἐκκλησιαστικὸ γηροκομεῖο Φλωρίνης ὑπάρχουν γέρον­­τες ποὺ οἱ δικοί τους τοὺς ἄφησαν καὶ τοὺς ὑπηρετοῦν ἱεραποστολικὲς γυναῖκες.
Οἱ ἀφιερωμένες γυναῖκες δὲν θεωροῦν τὴ ζωή τους ἄκαρπη οὔτε τὰ χρόνια τους χαμένα. Δὲν εἶνε χαμένος ὁ χρόνος ποὺ ἀφιερώνει ὁ ἄνθρωπος στὸ Θεό· ὁ χρόνος τῆς προσευχῆς, τοῦ ἐκκλησιασμοῦ, τῆς μελέτης τῆς Γραφῆς, τῆς συμμετοχῆς στὰ μυστήρια, τῆς ἐξομολογήσεως, τῆς ἐπισκέψεως ἀσθενῶν, τῆς ὑ­πηρεσίας ἐν γένει σὲ ἔργα ἀγάπης. Γι᾽ αὐτὸ οἱ σπάνιες αὐτὲς γυναῖκες ἔχουν μεγάλη ἀξία.

* * *

Ὁ κόσμος, ἀγαπητοί μου, δὲν ἔχει ἀ­νάγ­κη ἀπὸ μοντέρνες γυναῖκες· ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ Μάρθες καὶ Μαρίες, ἀπὸ νοικοκυρὲς καὶ ἱεραποστόλους, ποὺ θὰ ἀνορθώσουν τὴν οἰκογένεια καὶ θὰ ξαναφέρουν στὴν κοινωνία τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀνθρωπιά.
Ὦ πατρίδα μας, πότε θ᾽ ἀποκτήσῃς τέτοιες γυναῖκες; Μπῆκε δυστυχῶς τὸ πνεῦμα τῆς μόδας, ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος τοῦ ἐκφυλισμοῦ καὶ τῆς διαφθορᾶς κι ἀπὸ τὸ ἄλλο τοῦ ὑλισμοῦ καὶ τῆς ἀθεΐας, καὶ ἀλλοίωσε τὸν χαρακτῆρα τῶν Ἑλληνίδων, τὶς ἔκανε ἀγνώριστες.
Εἴθε ὁ Θεός, διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, νὰ φωτίσῃ τὶς Ἑλληνίδες νὰ ξαναγίνουν νοικοκυρὲς καὶ ἱεραπόστολοι, πρὸς δόξαν καὶ τιμὴν τῆς ἁγίας Τριάδος· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνο Καντιώτου στην ιερά μονὴ της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Κλαδορράχης – Φλωρίνης 15-8-1976)

______________________

ΣΧΟΛΙΑ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗΣ

_________________________

Ανώνυμος είπε…
Δυστυχώς αγαπητέ Οδυσσέα Τσολογιάννη οι σύγχρονες Ελληνίδες περιφέρουν αδιάντροπα την αναίδεια και την ξετσιπωσιά ακόμη και εντός των ιερών ναών όπως σήμερα ανήμερα της Παναγίας σε ναό της Φλώρινας!Τα ελεεινά γύναια ασεβούν στο πρόσωπο της αειπαρθένου Μαρίας την οποίαν δήθεν τιμούν!Παραλία θύμιζε σήμερα ναός της Φλώρινας χωρίς καμία αντίδραση των λειτουργών ιερέων!Η παρακαταθήκη του π.Αυγουστίνου έπεσε στο κενό του ψευτοπροοδευτισμού και της ανθρωπαρέσκειας!Τέτοια εκκοσμίκευση!Τέτοιος συσχηματισμός!Και τα θλιβερά γύναια θα συνεχίσουν να προσέρχονται ντυμένα άσεμνα τουτέστιν γδυμένα εντός των ιερών ναών με τις ευλογίες των ιερέων!Βλέπετε αποθανών τις αρχιεπίσκοπος προέτρεπε τους πιστούς να προσέρχονται στο ναό ακόμη και με το σκουλαρίκι!Ποιμένες πολλοί διέφθειραν τον αμπελώνα μου!

15 Αυγούστου 2010 5:49 μ.μ.

lykourgos nanis είπε…

Ο πεφιλημένος όλων μας π.Αυγουστίνος ορθοτόμησε κατά τη διάρκεια της ιερατικής και αρχιερατικής διακονίας του τον λόγον της αληθείας.Δεν ντράπηκε να εκθέσει τις επιταγές του ευαγγελίου εν μέσω γενεάς σκολιάς και διεστραμμένης όπως κάποιοι συνεπίσκοποί του που διακρίθηκαν για την ανθρωπαρέσκειά τους.Καυτηρίασε τα αισχρά καλλιστεία,τα μεικτά λουτρά,την άσεμνη εμφάνιση των γυναικών,τη βλασφημία των Θείων,τα οκουμενιστικά ανοίγματα πατριαρχών και αρχιεπισκόπων,την απολυταρχική διοίκηση του αρχιεπισκόπου των τανκς,την έκπτωση των 12 άνευ δίκης και απολογίας,τις αμβλώσεις,το διαζύγιο.Πεπαρρησιασμένος,ασυμβίβαστος,συνεπής,ακέραιος!Δείγμα του επισκοπικού του ήθους και το γεγονός ότι αν και προσκεκλημένος ουδέποτε συμμετείχε στα θλιβερά και αποπνέοντα το δυσώδες άρωμα της κοσμικότητας δεσποτικά φεστιβάλ που αποκαλούνται εξευγενισμένα συλλείτουργα!Πόσο μας λείπουν σήμερα ο λόγος του και οι παρεμβάσεις του!Ο π.Αυγουστίνος υπήρξε ανασχετικός φραγμός στην εκκοσμίκευση της Εκκλησίας μας την οποίαν καλλιέργησαν οι δυσώνυμοι Χριστόδουλος και Σεραφείμ και ο σήμερινός προκαθήμενος!Συνεχίστε αγαπητέ κε Τσολογιάννη να προβάλλετε τα κείμενα του πολιού γεροντος!

15 Αυγούστου 2010 6:14 μ.μ.

Ανώνυμος είπε…

Χρόνια πολλά κι ευλογημένα!Η Υπεραγία Θεοτόκος εις βοήθειαν όλων:ημών και υμών!Αλήθεια πώς πά-
ει η κατάσταση του π.Αυγουστίνου;Ξέρουμε κάτι;

15 Αυγούστου 2010 8:13 μ.μ.

1) Δυσκολη αρετη η συγχωρησι=IERTAREA ESTE O VIRTUTE GREA 2) O SOCOTEALĂ!

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Αυγ 5th, 2010 | filed Filed under: Român (ROYMANIKA), ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ ΙΑ΄ Ματθαίου

(Ματθ. 18,23-35)

Δυσκολη αρετη η συγχωρησι

Υπογρ. Μ.Ζ.Ι.Η ΖΩΗ, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἕνα ταξίδι. Καὶ ὁ δρόμος ὁ σωστός, ποὺ πρέπει ὅλοι ν᾽ ἀ­κολουθήσουμε γιὰ νὰ φθάσουμε στὸ τέρμα, στὸν οὐ­ρανό, εἶνε ἕνας· ὁ δρόμος ποὺ χάρα­ξε ὁ Χριστὸς μὲ τὸ αἷ­μα του· τὸν βάδισε ὁ ἴδι­ος καὶ ἑκατομμύρια μαρτύρων καὶ ὁμολογη­τῶν τῆς πίστεώς μας. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς εἶπε· «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή» (Ἰωάν. 14,6).
Εἶνε ἀλήθεια ὅτι αὐτὸς ὁ δρόμος τῆς ἀ­ρετῆς εἶνε δύσκολος, ἀνηφορικός, ἕνας Γολ­γοθᾶς. «Στενὴ ἡ πύλη καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωήν…» (Ματθ. 7,14). Ἀντιθέτως ὁ δρόμος τῆς κακίας, τῆς διαφθορᾶς, τῆς ἀπιστίας εἶνε εὔκολος, κατηφορικός. «Πλα­τεῖα ἡ πύλη καὶ εὐρύχωρος ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ἀπώλειαν…» (ἔ.ἀ. 7,13), στὴν καταστροφή. Ὁ ἕνας δρόμος εἶνε τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἄλλος τοῦ σατανᾶ· ὁ ἕνας εἶνε τοῦ παραδείσου, ὁ ἄλλος τῆς κολάσεως. Διαλέξτε· ἐ­λεύθερος εἶνε ὁ ἄνθρωπος ν᾽ ἀκολουθήσῃ ὅποιο δρόμο θέλει.
Δύσκολο πρᾶγμα οἱ ἀρετές. Κι ἂν ρωτᾶ­τε, ἀπ᾽ ὅλες τὶς ἀρετὲς ποιά εἶνε ἡ πιὸ δύσ­κο­λη, ὁ φιλάργυρος θὰ πῇ ἡ ἐλεημοσύνη, ὁ κοιλιόδουλος θὰ πῇ ἡ νηστεία, ὁ σαρκολάτρης θὰ πῇ ἡ παρθενία, ὁ φιλόζωος θὰ πῇ τὸ μαρτύριο γιὰ τὸ Χριστό. Ἀλλὰ ἐγὼ θεωρῶ ὅτι τὸ πιὸ δύσκολο ἀπ᾽ ὅλα εἶνε – ποιό; Αὐτὸ ποὺ λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο· νὰ συγχω­ρῇ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλλο. Εἶνε ἕνα χαλικάκι, ποὺ ζητάει ὁ Χριστὸς νὰ σηκώσουμε, ἀλλὰ ὁ διάβο­λος τὸ κάνει βουνὸ ἀσήκωτο. Κι ὅτι αὐτὸ εἶνε ἡ πιὸ δύσκολη ἀρετὴ θὰ σᾶς τὸ δείξω μὲ 3 – 4 παραδείγματα· παρακαλῶ προσέξτε.

* * *

-Τὸ ἕνα παράδειγμα εἶνε ἀπὸ τοὺς βίους τῶν ἁγίων. Ἄν ἀνοίξετε τὰ συναξάρια, θὰ δῆ­τε ὅτι στὶς 9 Φεβρουαρίου ἑορτάζει ἕνας ἅ­γι­ος ποὺ ὀνομάζεται Νικηφόρος. Ἀκοῦστε πῶς μαρτύρησε. Στὴν ἐποχή του ὁ Νικηφόρος τὰ εἶχε χαλάσει μὲ ἕναν ἱερέα ποὺ τὸν ἔλεγαν Σαπρίκιο. Ἦταν μαλωμένοι· καὶ ἔφταιγε ὁ Σαπρίκιος, ὄχι ὁ Νικηφόρος. Ἔγινε διωγμός, καὶ τὸν πρῶτο ποὺ ἔπιασαν ἦταν ὁ παπᾶς, ὁ Σαπρί­­κιος. Τὸν δίκασαν καὶ βγῆκε ἀπόφασι ν᾽ ἀ­ποκεφαλισθῇ. Τὸν πῆραν οἱ στρατιῶτες πρωὶ – πρωὶ πρὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου καὶ τὸν ὡδηγοῦσαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλι νὰ τὸν ἐκτελέσουν. Ὅταν ἔμαθε ὁ Νικηφόρος ὅτι ὁ Σαπρίκιος σὲ λίγη ὥρα δὲ θὰ ὑπάρχῃ στὴ ζωή, τὸν ἔ­πιασε τὸ κλάμα. Τρέχει στὸ δρόμο, προλαβαίνει τὴ συνοδεία, καὶ πέφτει στὰ πόδια του. ―Ἀδελφὲ Σαπρίκιε, συχώρεσέ με. Ἐκεῖνος ὅ­μως τίποτα. ―Δὲ σὲ συγχωρῶ! Μέχρι τὴν τελευταία στιγμὴ τοῦ μαρτυρίου ὁ Νικηφόρος ἔπεφτε καὶ παρακαλοῦσε τὸ Σαπρίκιο νὰ τὸν συγχωρήσῃ. Ἀδύνατον. Τότε τί συνέβη· μόλις ὁ στρατιώτης ὕψωσε τὸ σπαθὶ νὰ τοῦ κόψῃ τὸ κεφάλι, ὁ Σαπρίκιος λέει· ―Γιατί μὲ σφάζετε; ―Γιατὶ εἶσαι Χριστιανός. ―Γι᾽ αὐτὸ λοιπόν; τότε ἐγὼ ἀρνοῦμαι τὸ Χριστό… Καὶ ἐνῷ οἱ ἄγ­γελοι τοῦ ἑτοίμαζαν στεφάνι, ὁ Σαπρίκιος, ποὺ δὲ συγχώρησε τὸ Νικηφόρο, κρίθηκε ἀν­άξιος τοῦ μαρτυρίου· τὸν ἐγκατέλειψε ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ἀρνήθηκε τὸ Χριστό. Ἀντ᾽ αὐτοῦ μαρτύρησε – ποιός; Ὁ Νικηφόρος, ποὺ εἶχε καλὴ καρδιὰ καὶ ἀγάπη. Ὡμολόγησε ὅτι εἶνε Χριστιανός, καὶ μαρτύρησε. Ἔτσι στὶς 9 Φεβρουαρίου, ἀντὶ Σαπρικίου τοῦ μάρτυρος, τιμοῦμε τὴ μνήμη Νικηφόρου τοῦ μάρτυρος. Τρομερὸ παράδειγμα αὐτό· δείχνει ὅτι ἀνώτε­ρο κι ἀπ᾽ τὸ μαρτύριο εἶνε τὸ νὰ συγχωρή­σῃς, νὰ δώσῃς συγχώρησι μέσα ἀπ᾽ τὴν καρδιά σου. Μά εἶνε εὔκολο; Σᾶς εἶπα, πετραδάκι εἶνε, μία λέξι εἶνε· ἀλλὰ γίνεται πιὸ βαρειὰ κι ἀπὸ τὸν Ὄλυμπο καὶ τὸ Βίτσι καὶ τὸ Γράμμο.
⃝ Δὲ συγχωροῦν οἱ ἄνθρωποι. Θέλετε παραδείγματα ὄχι παλιὰ ἀλλὰ καινούργια; Δὲν εἶνε πολὺς καιρὸς ποὺ σ᾽ ἕνα χωριὸ ἕνας πολὺ γέρος, 90 χρονῶν, πέθαινε. Πάει ὁ παπᾶς, κα­λὸς παπᾶς, στὸ σπίτι. ―Γέροντα, τί κάνεις; ―Δὲν μπορῶ. ―Θέλεις νὰ κοινωνήσῃς; ―Θέ­λω. ―Θὰ σὲ κοινωνήσω, ἀλλὰ νὰ φωνάξουμε ἐκεῖνο τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ἔχεις χρόνια ὁλόκληρα νὰ τοῦ μιλήσῃς. ―Ποιόν; ἐκεῖνον; Ἄαα, δὲν τὸ συγχωρῶ. Πές μου, παππούλη, νὰ κάνω ὅ,τι ἄλλο θέλεις· ν᾽ ἀνάψω λαμπάδες, νὰ χτίσω ἐκκλησιά, νὰ κάνω ἐλεημοσύνες, νὰ νη­στέψω· αὐτὸν δὲν τὸν συγχωρῶ. ―Βρὲ τοῦτο – βρὲ ἐκεῖνο, τοῦ ἔλεγε ὁ παπᾶς μὲ δάκρυα. Τίποτα. Ξεψυχοῦσε, θὰ παρέδιδε τὴν ψυχή του στὸ διάβολο, καὶ ὅμως δὲν συγχώρησε.
⃝ Καὶ τὰ ἔθνη μισοῦνται. Αὐτὸ θὰ φάῃ τὴν ἀνθρωπότητα. Γερμανοὶ δὲ συγχωροῦν τοὺς ῾Ρώσους, καὶ ῾Ρῶσοι δὲ συγχωροῦν τοὺς Γερμανούς. Ὑπάρχει μνησικακία. Ἂν ὑπῆρχε συγ­χώ­ρησι, ὁ κόσμος θὰ ἦταν παράδεισος. Ἡ πιὸ ὡραία λέξι στὸ Εὐαγγέλιο εἶνε ἡ συγχώρησις.
⃝ Δὲ συγχωρεῖ ὁ ἄνθρωπος. Θέλετε ἄλλο ἕ­να παράδειγμα; Δὲν εἶνε οὔτε δέκα μέρες, ποὺ ἔμαθα ὅτι σ᾽ ἕνα χωριὸ ἕνα ἀντρόγυνο τρώγονται. Τοὺς κάλεσα. ―Τί ἔχετε; Ἡ γυναίκα, τα­πεινή, τὴ φώτισε ὁ Θεὸς καὶ εἶπε· ―Ἐγὼ φταίω· ἀδικῶ πολλὲς φορὲς τὸν ἄντρα μου, τὸν βρίζω, τὸν κακολογῶ· μετανοιώνω, τὸν παρακα­λῶ νὰ μὲ συχωρέσῃ – καὶ ἔπεσε καὶ τοῦ ἔκανε μετάνοια. Σπάνιο πρᾶγμα γυναίκα νὰ παρα­δε­χτῇ ὅτι σφάλλει. Ἐγὼ συγκινήθηκα, ἔκλα­ψα. Νὰ βλέπῃς μιὰ γυναῖκα νέα, ὄμορφη κοπέλλα, νὰ γονατίζῃ μπροστὰ σ᾽ ἕναν ἄντρα ―ποὺ τὴν ἀπατοῦσε― καὶ νὰ λέῃ, Σοῦ ζητῶ νὰ μὲ συχωρέσῃς γιὰ ὅσα σοῦ εἶπα. Καὶ οἱ ἄγγελοι καὶ τὰ ἄστρα συγκινοῦνται. Αὐτός; ―Δὲ σὲ συγχω­ρῶ!… Πόσα τοῦ ἔκανε! δὲν τὴν συγχώρησε.

* * *

Τέτοιος εἶνε ὁ κόσμος. Ὑπάρχουν δυστυ­χῶς οἰκογένειες ποὺ ἔχουν μεταξύ τους μνη­σικακία καὶ ἐπὶ χρόνια δὲ συγχωροῦνται. Προσπαθοῦν ὁ παπᾶς καὶ ἡ μητρόπολι, ἀλλὰ τὸ μῖ­σος διαιωνίζεται ἀπὸ τοὺς γονεῖς στὰ παιδιὰ καὶ τὰ ἐγγόνια.
Ἄνθρωπος ποὺ δὲ συγχωρεῖ δὲν εἶνε Χριστιανός. Εἶνε ζῷο, θηρίο. Λένε ὅτι, ἂν κάποιο παιδὶ πειράξῃ τὴν καμήλα, αὐτὴ δὲν τὸ ξεχνάει. Μπορεῖ νὰ περάσουν χρόνια, ἀλλ᾽ ἅμα τὸ πετύχῃ στὸ δρόμο, θὰ τὸ τσακίσῃ· δὲ συγ­χωρεῖ. Γι᾽ αὐτὸ λέμε «αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος μοιάζει μὲ καμήλα, δὲ συγχωρεῖ· κρατάει βαθειὰ μέσα του τὴν ἐκδίκησι». Ἀντιθέτως αὐτὸς ποὺ συγχωρεῖ ἀπὸ τὴν καρδιά του, μοιάζει – μὲ ποιόν; Μὲ τὸ Θεό. Μὲ τὸ Θεό; Μάλιστα.
Αὐτὸ μᾶς λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμερα. Γιατὶ ὁ Θεὸς τί κάνει· συγχωρεῖ, διαρκῶς συγχωρεῖ. Εἶνε μακρόθυμος, πολυέλεος καὶ πολυεύσπλαγχνος. Τί κάνουμε ἐμεῖς; Ἐμᾶς μᾶς φταίει ὁ ἄλλος, ὁ γείτονάς μας, γιατὶ μᾶς πείραξε, γιατὶ τὸ ζῷο του μπῆκε στὸ χωράφι μας…, γιὰ μικρὰ καὶ ἀσήμαντα πράγματα. Ἀλλ᾽ ἐκεῖνα ποὺ φταῖμε ἐμεῖς στὸ Θεὸ εἶνε πολὺ μεγάλα. Φταῖμε, ἁμαρτάνουμε συνεχῶς. Ἁμαρτάνουμε μὲ τὰ μάτια μας, μὲ τ᾽ αὐτιά μας, μὲ τὰ χέρια μας, μὲ τὸ κορμί μας· ἁμαρτάνουμε τὴν ἡμέρα, τὴ νύχτα, στὸ καφενεῖο, στὸ δρόμο, στὰ χωράφια, ἁμαρτάνουμε ἀκόμα καὶ μέσ᾽ στὴν ἐκκλησία. Ποιός μπορεῖ νὰ μετρήσῃ τὶς ἁμαρτίες τοῦ ἀνθρώπου; Ἄβυσσος, «μύρια τάλαντα» ποὺ λέει σήμερα τὸ εὐ­αγγέλιο (Ματθ. 18,24), ἀμέτρητα τ᾽ ἁμαρτήματά μας, ἀ­στρονομικὸς ἀριθμός. «Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλή­θη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους, τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;» (τροπ. Κασσι­ανῆς, δοξ. αἴν. Μ. Τετάρτης).
Καὶ τί κάνει ὁ Θεός; μᾶς συνερίζεται; Ἂν μᾶς συνεριζόταν, ἂν γιὰ κάθε ἁμαρτία ποὺ κάνουμε, γιὰ κάθε βλαστήμια ποὺ ἀκούγεται, ἔπεφτε ἕνα ἀστροπελέκι, θὰ εἴχαμε καῆ ὅλοι. Μᾶς συγχωρεῖ, συνεχῶς συγχωρεῖ τ᾽ ἁμαρτή­ματά μας. Γι᾽ αὐτὸ κ᾽ ἐμεῖς νὰ εἴμεθα συγγνω­μικοί. Αὐτὸ ζητᾷ ἀπὸ μᾶς. Ὅπως ἐκεῖνος συγχωρεῖ τ᾽ ἁμαρτήματά μας, τὰ μεγάλα καὶ ἀμέτρητα, ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς νὰ συγχωροῦμε τοὺς ἄλ­λους· οἱ νύφες τὶς πεθερές, οἱ πεθερὲς τὶς νύ­φες, ὁ ἄντρας τὴ γυναῖκα του, ὁ πατέρας τὸ παιδί του, οἱ χωριανοὶ τοὺς συγχωριανούς τους. Δῶστε μου, δῶστε μου ἕνα χωριὸ ὅπου ὑπάρχει συγγνώμη, ἔλεος, ἀγάπη· παράδεισος εἶνε. Δῶστε μου ἕνα ἄλλο χωριό, ὅπου δὲν ὑπάρχει συγχώρησις καὶ ἔλεος· κόλασις εἶ­νε. Κόλασις ἔγινε ἡ γῆ, γιατὶ σβήσαμε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας, τὰ ἀπέριττα καὶ αἰώνια λόγια «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (Ἰωάν. 13,34).

* * *

Ἀγαπητοί μου, ἂς ξερριζώσῃ ὁ Θεὸς ἀπ᾽ τὴν καρδιά μας τὸ ἀγκάθι ποὺ λέγεται μνησικακία, καὶ ἂς φυτέψῃ τὸ οὐράνιο λουλούδι, τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μας. Ἔτσι θὰ εἴμαστε μιμηταὶ ἐκείνου, ποὺ πάνω ἀπ᾽ τὸ σταυρὸ συγ­χώρησε τοὺς σταυρωτάς του. Ἔτσι θὰ μποροῦ­με νὰ προσευχώμεθα καὶ νὰ λέμε τὸν τρο­μερὸ ἐκεῖνο λόγο· «Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡ­μῶν» (Ματθ. 6,12). Διαφορετικά, εἴμεθα ψεῦτες καὶ θεομπαῖχτες ὅλοι, κλῆρος καὶ λαός.
Αὐτὴ ἡ ὑπόσχεσι εἶνε ὅρος συγχωρήσεως. Συγχωρεῖς; θὰ συγχωρηθῇς· δὲ συγχωρεῖς; χίλιοι παπᾶδες νὰ σοῦ κάνουν μνημόσυνα, χίλιοι δεσποτάδες καὶ πατριαρχάδες νὰ πᾶνε στὸν τάφο σου, δὲν θὰ συγχωρηθῇς. Συγχώρησε λοιπόν, γιὰ νὰ συγχωρηθῇς.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναὸ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου

Κάτω Κλεινῶν – Φλωρίνης 14-8-1977)

______________________

ΣΤΑ ΡΟΥΜΑΝΙΚΑ

____________________

PREDICA MITROPOLITULUI AUGUSTIN DE FLORINA LA DUMINICA A XI-A DUPĂ RUSALII

PREDICA MITROPOLITULUI AUGUSTIN DE FLORINA LA
DUMINICA A XI-A DUPĂ RUSALII

(Matei 18, 23-35)

IERTAREA ESTE O VIRTUTE GREA

Iubiţii mei, viaţa este o călătorie. Şi drumul cel drept pe care trebuie să-l urmăm toţi, ca să ajungem la capăt, în cer, este unul: Drumul pe care l-a trasat Hristos cu Sângele Său; l-a păşit El însuşi şi milioane de martiri şi mărturisitori ai credinţei noastre. Însuşi Hristos a spus: “Eu sunt Calea şi Adevărul şi Viaţa” (Ioan 14, 6).
Este adevărat că acest drum al virtuţii este greu, suitor, o Golgota. “Strâmtă este uşa şi îngustă este calea care duce la viaţă…” (Matei 7, 14). Dimpotrivă, drumul răutăţii, al stricăciunii, al necredinţei este uşor, în pantă. “Largă este uşa şi întinsă este calea care duce la pierzare…” (Ioan 7, 13), la distrugere, la catastrofă. Un drum este a lui Hristos, celălalt al satanei; unul este al raiului, celălalt al iadului. Alegeţi! Omul este liber să meargă pe care drum vrea.
Virtuţile sunt un lucru greu. Şi dacă întrebaţi, care este cea mai grea din toate virtuţile, iubitorul de arginţi va spune milostenia, robul pântecelui va spune postul, sarkolatrul (cel ce-şi adoră trupul) va spune fecioria, cel ce iubeşte viaţa va spune mucenicia pentru Hristos. Dar eu consider că cea mai grea din toate este – care? – cea despre care zice astăzi Evanghelia: iertarea reciprocă. Este un pietriş, pe care Hristos cere să-l ridicăm, dar diavolul îl face munte de neridicat. Şi că aceasta este virtutea cea mai grea vă voi demonstra prin trei, patru exemple. Vă rog să fiţi atenţi.

***

Un exemplu este din Vieţile Sfinţilor. Dacă veţi deschide sinaxarele, veţi vedea că pe 9 februarie este sărbătorit sun sfânt care se numeşte Nichifor. Ascultaţi cum a primit mucenicia. În vremea aceea, Nichifor se supărase cu un preot care se numea Saprichie. Erau certaţi. Şi Saprichie era de vină, nu Nichifor. A venit prigoana, şi primul pe care l-au prins a fost preotul, Saprichie. L-au judecat şi a ieşit sentinţă de decapitare. L-au luat soldaţii dis-de-dimineaţă, înainte de răsăritul soarelui, şi-l duceau în afara cetăţii, ca să-l execute. Când a aflat Nichifor că Saprichie peste puţin timp nu va mai fi în viaţă, l-a cuprins plânsul. Aleargă în drum, ajunge cortegiul, şi-i cade la picioare:
– Frate Saprichie, iartă-mă.
Acela însă nimic.
– Nu te iert!
Până în ultima clipă a muceniciei, Nichifor a căzut şi l-a rugat pe Saprichie să-l ierte. Cu neputinţă. Atunci ce s-a întămplat? În momentul în care soldatul a ridicat sabia să-i taie capul, Saprichie zice:
– De ce mă omorâţi?
– Pentru că eşti creştin.
– Deci pentru asta? Atunci eu mă lepăd de Hristos…
Şi în timp ce îngerii îi pregăteau cunună, Saprichie, care nu l-a iertat pe Nichifor, a fost considerat nevrednic de mucenicie. L-a părăsit Harul lui Dumnezeu şi s-a lepădat de Hristos. În locul lui a murit martir – cine? – Nichifor, care avea o inimă bună şi dragoste. A mărturisit că este creştin şi a fost martirizat. Astfel, pe 9 februarie, în loc de mucenicul Saprichie, cinstim pomenirea mucenicului Nichifor. Înfricoşător acest exemplu! Arată că mai presus chiar decât mucenicia este să ierţi, să dai iertare din inimă. Dar este uşor? V-am spus, o pietricică este, un cuvânt este; dar se face chiar mai greu decât Olimpul şi Vitsi şi Gramo.
Oamenii nu iartă. Vreţi exemple? Nu vechi, ci noi. Nu a trecut multă vreme de când, într-un sat, un om foarte bătrân, de nouăzeci de ani, a murit. Se duce preotul – preot bun – acasă la el.
– Bătrâne, ce faci?
– Nu pot.
– Vrei să te împărtăşeşti?
– Vreau.
– Te vei împărtăşi, dar să-l chemăm pe acel om cu care ai ani întregi de când nu vorbeşti.
– Care? Acela? Aaa, nu-l iert. Spune-mi, părinţele, să fac orice altceva vrei. Să aprind lumânări, să ridic o biserică, să fac milostenie, să postesc. Pe ăsta nu-l iert.
– Bre, asta – bre, cealaltă – îi zicea preotul cu lacrimi. Nimic. Murea, avea să-şi dădea sufletul diavolului şi, totuşi, nu ierta.
Şi popoarele se urăsc. Asta va mânca omenirea. Nemţii nu-i iartă pe ruşi şi ruşii nu-i iartă pe nemţi. Există ţinerea de minte a răului. Dacă ar fi existat iertare, lumea ar fi fost un rai. Cel mai frumos cuvânt din Evanghelie este iertarea.
Omul nu iartă. Vreţi un alt exemplu? Nu sunt nici zece zile, de când am aflat că într-un sat nişte soţi se mănâncă. I-am chemat.
– Ce aveţi?
Femeia, smerită, a luminat-o Dumnezeu şi a spus:
– Eu sunt de vină. Îmi nedrepţăţesc de multe ori bărbatul, îl înjur, îl vorbesc de rău. Mă căiesc, îl rog să mă ierte – şi a căzut şi i-a făcut metanie. Un lucru rar ca femeia să accepte că greşeşte. Eu m-am emoţionat, am plâns. Să vezi o femeie tânără, o fată frumoasă, să îngenunchieze înaintea unui bărbat – care o înşela – şi să-i spună: Îţi cer să mă ierţi pentru toate câte ţi-am spus. Şi îngerii şi astrele se emoţionează. Ăsta? – Nu te iert!… Câte i-a făcut! Nu a iertat-o.

***

Aşa este lumea. Din nefericire, există familii, care au între ele pică, ţinerea de minte a răului, şi nu se iartă de ani de zile. Încearcă preotul şi mitropolia, dar ura se înveşniceşte de la părinţi la copii şi la nepoţi.
Omul care nu iartă nu este creştin. Este animal, fiară. Spun oamenii că dacă vreun copil îi face vreun rău cămilei, aceasta nu-l iartă. Pot să treacă ani şi, dacă-l va întâlni în cale, îl va lovi. Nu iartă. De aceea zicem: “Acest om e ca o cămilă, nu iartă; ţine adânc în el răzbunarea”. Dimpotrivă cel care iartă din inimă, seamănă – Cu cine? – Cu Dumnezeu. Cu Dumnezeu? Desigur.
Asta ne-o spune Evanghelia de astăzi. Pentru că Dumnezeu ce face? Iartă, iartă continuu. Este îndelung-răbdător, mult-milostiv şi mult-îndurat. Ce facem noi? În ceea ce ne priveşte e de vină celălalt, vecinul nostru, pentru că ne-a ispitit, pentru că animalul lui a intrat pe ogorul nostru…, pentru lucruri mici şi lipsite de importanţă. Dar cele pentru care noi suntem vinovaţi faţă de Dumnezeu sunt foarte mari. Suntem vinovaţi, păcătuim continuu. Păcătuim cu ochii noştri, cu urechile noastre, cu mâinile noastre, cu trupul nostru. Păcătuim ziua noaptea, la cafenea, pe drum, pe ogoare, păcătuim chiar şi în biserică. Cine poate să numere păcatele omului? Abis, “o mie de talanţi”, despre care zice Evanghelia de astăzi (Matei 18, 24), nenumărate sunt păcatele noastre. Un număr astronomic. “Cine va cerceta mulţimea păcatelor mele şi adâncurile judecăţilor Tale, Mântuitorule de suflete, Izbăvitorul meu?” (Troparul Cassianei Monahia, Slava… Laudelor din Sfânta şi Marea Miercuri).
Şi ce face Dumnezeu? Se ia după noi. Că dacă nu s-ar fi luat după noi, dacă pentru fiecare păcat pe care îl facem, pentru fiecare înjurătură auzită, ar fi căzut un trăsnet şi am fi fost arşi cu toţii. Ne iartă, ne iartă continuu păcatele noastre. De aceea şi noi să fin iertători. Asta cere de la noi.
Aşa cum El ne iartă păcatele noastre, cele mari şi nenumărate, aşa şi noi să-i iertăm pe ceilalţi. Nurorile pe soacre, soacrele pe nurori, bărbatul pe femeie, tatăl pe copil, sătenii pe consătenii lor. Daţi-mi, daţi-mi un sat unde există iertare, milă, iubire. Rai este. Daţi-mi un alt sat unde nu există iertare şi milă. Iad este. Iad este pământul pentru că şters cuvintele Hristosului nostru, necuprinsele şi veşnicile cuvinte: ”Să vă iubiţi unul pe altul” (Ioan 13, 34).

***

Iubiţii mei, Dumnezeu să dezrădăcineze din inima noastră spinul care se numeşte pomenirea răului, şi să sădească floarea cea cerească, iubirea Hristosului nostru. În felul acesta vom fi următori ai Aceluia, Care pe Cruce i-a iertat pe răstignitorii Săi. În felul acesta, vom putea să ne rugăm şi să zicem acel cuvânt groaznic: ”Şi ne iartă nouă greşelile noastre precum şi noi iertăm greşiţilor noştri” (Matei 6, 12). Altfel, suntem nişte mincinoşi şi ne batem joc de Dumnezeu cu toţii, şi cler şi popor.
Această făgăduinţă este condiţia iertării. Ierţi? Vei fi iertat. Nu ierţi? Mii de preoţi să-ţi facă pomeniri sau parastase, mii de episcopi şi patriarhi să se ducă la mormântul tău, nu vei fi iertat. Iartă deci, ca să fii iertat.

† Episcopul Augustin

(Omilia Mitropolitului de Florina, Părintele Augustin Kandiotis în Sfânta Biserica a Naşterii Născătoarei de Dumnezeu, în Kato Kleinon – Florina, 14.08.1977)

((trad. Frăţia Ortodoxă Misionară “Sfinţii Trei Noi Ierarhi” după http://www.augoustinos-kantiotis.gr/?p=14385)

———————

2η ομιλία στο Ευαγγέλιο της Κυριακής, από το βιβλίο

του Γέροντος επισκόπου π. Αυγουστίνου “ΚΥΡΙΑΚΗ”

———————–

PREDICA MITROPOLITULUI AUGUSTIN DE FLORINA
LA DUMINICA A XI-A DUPĂ RUSALII
Matei 18, 23-35

O  SOCOTEALĂ!


Asemănatu-s-a împărăţia cerurilor omului împărat care a voit să se socotească cu slugile sale. Şi, începând să se socotească cu ele, i s-a adus un datornic cu zece mii de talanţi”
(Matei 18, 23-24
).

A fost, zice Hristos, un împărat. Un împărat bogat. Avea la palatul său curteni şi slujitori. Ei chiverniseau banii împăratului. Bani proprii nu aveau. Tot ce aveau era averea împăratului şi trebuiau s-o chivernisească cu atenţie şi onest, pentru că într-o zi împăratul avea să-i cheme şi să le ceară o socoteală exactă. Dar pentru că împăratul a întârziat să-i cheme, slujitorii au crezut că nu-i va mai chema niciodată şi că pot să facă ce vor.
Însă cât de mult s-au înşelat! A sosit ziua socotelii. Împăratul a poruncit să se înfăţişeze înaintea lui unul din slujitori. A venit slujitorul, dar inima îi tremura. pentru că ştia că nu fusese cum trebuie. Au deschis cărţile. Tot ce a primit slujitorul, tot ce a încasat şi tot ce a cheltuit, până la ultima drahmă, era scris în cărţi. Controlul care s-a făcut a demonstrat că slujitorul îi datora împăratului zece mii de talanţi, adică şaizeci de milioane de drahme de aur sau aproximativ un miliard de drahme actuale. O datorie uriaşă! Slujitorul a auzit şi a căzut în mare deznădejde, pentru că nu avea nimic. Şi era imposibil să achite această datorie. Ar fi trebuit să rămână pentru totdeauna în închisoare, fără nicio speranţă de a-şi achita datoria. Slujitorul cade la picioarele împăratului şi îl roagă cu lacrimi să-i dea un oarecare termen. Făgăduia, că-şi va plăti datoria. Împăratul, plin de dragoste şi îndurare, i-a fost milă de el şi i-a iertat toată datoria. Şi slujitorul, ca şi cum ar fi prins aripi la picioare, zbura de bucurie.
Dar pe când acest slujitor ieşea din palat, de acum liber de agonia datoriei, întâlneşte pe un alt slujitor. Acest slujitor îi datora o mică sumă, îi datora o sută de dinari, adică o mie cinci sute de drahme de astăzi. Cum l-a văzut, şi-a amintit ce trebuia să primească. Cere, deci, să i le dea acum. Acela nu avea. Dar acesta insista. Îl roagă să facă puţină răbdare ca să-i achite datoria. Plânge, cade la picioarele lui. Nimic. Sever şi lipsit de omenie l-a apucat de gât şi era cât pe ce să-l sugrume. La sfârşit, l-a aruncat în închisoare. Împăratul, când a aflat ce fel de comportament a arătat  primul slujitor celui de-al doilea, s-a mâniat foarte. A zis: –  Eu, să-i iert o datorie atât de mare, iar el să nu-i ierte celui împreună slujitor cu el o sumă atât de mică? Imediat şi-a retras graţierea pe care o făcuse, şi a poruncit să-l arunce pe acel slujitor aspru şi lipsit de omenie în închisoare.

***

Aceasta este, oarecum dezvoltată, pilda slujitorului ce datora zece mii de talanţi. Prin pildă, aşa cum ştim, Domnul una spune şi alta lasă a se înţelege. Din toate câte se zic în această pildă, vom ruga pe iubiţii noştri creştini să ia aminte la ce înseamnă datoria slujitorului, datoria celor zece mii de talanţi.
Datoria aceasta nu este materială. Nu sunt bani, nu sunt monezi de aur. Datoria aceasta, despre care vorbeşte pilda, este o datorie duhovnicească. Este o datorie, care – pe care omul şi-o face, atunci când încalcă poruncile Domnului, când nu foloseşte cum trebuie autoritatea pe care i-a dat-o Domnul peste diferite bunuri. Şi ce nu a dat Dumnezeu omului! I-a dat ochi ca să vadă, urechi ca să audă, picioare ca să se plimbe, mâini ca să lucreze. I-a dat sănătate. I-a dat minte ca să judece corect. I-a dat bunuri materiale, aer pentru respiraţie, apă pentru a se răcori, soare pentru a se încălzi, plante şi arbori ca să se desfăteze, animale ca să-i slujească. I-a dat timp preţios ca să lucreze, să-L adore pe Creatorul său şi să facă bine în lume şi semenilor săi.
Şi omul cum se comportă? Cum foloseşte bunurile materiale şi spirituale? Vai! Dacă s-ar face un control în mare, improvizat, acest control va demonstra că omul nu face o chivernisire bună a bunurilor lui Dumnezeu. Face abuz, exces, risipeşte bogăţia lui Dumnezeu. Trăieşte fără a se gândi la răspunderea pe care o are. Zi de zi păcătuieşte. Trupul lui slujeşte păcatului. Ochii lui văd cele ruşinoase. Urechile lui aud lucruri care nu s-ar cuveni să se audă. Limba lui spune minciuni, judecă osândeşte, dezbină, calomniază, blesteamă şi huleşte pe Dumnezeu. Mâinile lui fură, lovesc şi ucid. Picioarele lui aleargă la cluburi păcătoase. Tot gândul lui este numai la ce este rău. Timpul lui este pierdut. Într-o zi, nu dispune nici de o oră să se ducă la biserică. Nu dispune de puţin timp să-şi facă rugăciunea. Nu dispune de zece minute pe zi ca să citească Sfânta Scriptură. Un “mulţumesc” nu zice. Este şi nemulţumitor faţă de Dumnezeu, şi aspru şi lipsit de omenie faţă de semeni. Dacă cineva însetează, nu-i oferă un pahar de apă. Dacă cineva flămânzeşte, nu-i dă o bucată de pâine. Dacă cineva e gol şi tremură de frig, nu-i dă o haină ca să se acopere. Dacă sunt bolnavi, nu-i vizitează. Dacă sunt nedrepţăţiţi, nu-i apără. Pe orfani şi pe văduve nu-i ocroteşte. Este aspru şi fără omenie. Răul pe care i l-a făcut altul nu-l iartă. Până la moarte ţine ură.
Să mergem mai departe şi să cercetăm mai profund viaţa oamenilor? Din ce în ce mai multe păcate noi vor apărea. Datoria toată va creşte şi numărul păcatelor va depăşi cele zece mii de talanţi, va depăşi nisipul mării. “Cine va cerceta mulţimea păcatelor mele, Mântuitorule de suflete, Izbăvitorul meu?!”.

***

Unde sunt acum cei care zic şi se laudă că nu au păcate şi că sunt mai buni decât toţi oamenii? Nefericiţii! Le lipseşte ”Cunoaşte-te pe tine însuţi!”. Le lipseşte cunoaşterea şi simţământul păcatelor lor. Le lipseşte frica de Dumnezeu. Dacă însă ar fi stat să studieze Sfânta Scriptură şi ar fi cunoscut voia lui Dumnezeu, micile şi marile porunci ale Legii dumnezeieşti, şi s-ar fi cercetat pe ei înşişi, atunci ar fi văzut cât de mult rătăcesc. Atunci s-ar fi îngrozit. Şi cum să nu se-ngrozească?
Cum să nu ne îngrozim noi, toţi oamenii! Pentru că omul, oricât de sfânt s-ar considera, nu poate să-şi achite singur datoria păcatelor lui. Ce zic? Nu toată datoria, dar nici un păcat din cele care sunt considerate mici şi fără importanţă. O sută de ani să pustniceşti într-o peşteră, să posteşti şi să faci mii de rugăciuni, nu ajunge ca să ţi se ierte nici măcar un păcat. Dacă ar fi putut omul să se mântuiască singur, n-ar fi venit Hristos în lume. A venit şi a ridicat pe umeri Săi păcatele noastre ale tuturor şi cu Cinstitul Său Sânge a achitat datoria noastră. Păcătoşii sunt de acum liberi şi iertaţi. Un singur lucru ne cere Multmilosârdul Domn: Să dăm şi noi iertare celor care ne-au greşit. Ne-a dăruit El un miliard? Să dăruim şi noi celuilalt o drahmă! Este drept şi cuviincios. N-o facem? Atunci vom rămâne neiertaţi. Cine va fi vinovat atunci? Noi şi nimeni altul.

(trad. Frăţia Ortodoxă Misionară “Sfinţii Trei Noi Ierarhi”,
din cartea “Kyriaki”, Atena, 1998, pp. 143-148)

«Ω γενεα απιστος και διεστραμμενη!»

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιούλ 28th, 2010 | filed Filed under: Român (ROYMANIKA), ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, ΟΜΙΛΙΕΣ (απομαγν.)

Κυριακὴ Ι΄ Ματθαίου (Ματθ. 17,14-23)

«Ω γενεα απιστος και διεστραμμενη!»

«Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ᾽ ὑμῶν;…» (Ματθ. 17,17)

Ω ΓΕΝ. ΑΠΙΣΤΟΣΑΚΟΥΓΟΝΤΑΣ κάποιος τὰ λόγια αὐτὰ ἴσως πῇ· Τί ἱεροκήρυκας εἶσαι σύ; πῶς μιλᾷς ἔ­τσι; τί θὰ πῇ «γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη»…; Ἡ­συχάστε, ἀγαπητοί μου. Δὲν τὰ λέω ἐ­γὼ αὐ­τά. Τὰ λέει τὸ σημερινὸ εὐ­αγγέ­λιο. Δὲν τ᾽ ἀκούσατε; Τὰ ἐπαναλαμβάνω· «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη!…». Ὁ Χριστὸς τὰ λέει αὐτά. Μὰ γιατί ὁμιλεῖ τόσο σκληρά; Ἐμεῖς, θὰ πῆτε, ξέρουμε, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶ­νε πρᾶος, ὁμιλεῖ γλυκά· πῶς αὐτὴ τὴ φορὰ τὰ λόγια του εἶνε βροντὴ καὶ ἀστραπὴ καὶ κεραυ­νός;… Μὴ ταράζεσθε. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς εἶνε. Κι ὅταν λέῃ τὰ γλυκά του λόγια, ποὺ γλυ­κύτερα δὲν ἀκούστηκαν στὸν κόσμο, κι ὅ­ταν ἐλέγχῃ, καὶ πάλι ὁ ἴδιος εἶνε. Διότι ὁ Χριστὸς εἶνε πατέρας. Τί κάνει ὁ πατέρας ποὺ ἀ­γαπάει τὸ παιδί του; Τὸ συμβουλεύει μιά, τὸ συμβουλεύει δυὸ φορές· ἀλλ’ ὅταν βλέπῃ ὅτι τὸ παιδὶ δὲν ἀκούει, τότε ὑψώνει τὴ φωνή, τὸ μαλώνει καὶ τὸ τιμωρεῖ. Καὶ πρέπει νὰ τὸ τιμω­ρήσῃ. Διότι ὅποιος δὲν ἐλέγχει καὶ δὲν τιμωρεῖ τὸ παιδί του, λέει ἡ Γραφή, δὲν τὸ ἀγα­πᾷ (βλ. Παρ. 13,24). Χρειάζεται ἐπιείκεια, ἀλλὰ σὲ ὡρισμένες περιπτώσεις χρειάζεται καὶ αὐστη­ρό­της. Τὸ ἴδιο κάνει καὶ ὁ γιατρός· ὅταν δῇ ὅτι ἡ ἀσθένεια προχώρησε, χρησιμοποιεῖ μαχαίρι! Ἔτσι καὶ ὁ Χριστός, ποὺ εἶνε ὁ κατ’ ἐ­ξοχὴν ἰατρός, χρησιμοποιεῖ ὀξεῖα γλῶσσα. Για­τὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος διαφθαρῇ ψυχικῶς, τότε χρειάζεται ἔλεγχος. Καὶ ὁ Χριστὸς ἐδῶ ἐλέγχει καὶ λέει «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη!…».

* * *

Ἂς ἐξετάσουμε, ἀγαπητοί μου, σὲ ποιούς τὰ λέει τὰ λόγια αὐτά;
Τὰ λέει πρῶτα – πρῶτα γιὰ τοὺς Ἰουδαίους. Τί ἦταν οἱ Ἰουδαῖοι; Ὁ περιούσιος λαὸς τῆς παλαιᾶς διαθήκης. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἕνας λαὸς ποὺ ἰδιαιτέρως ἀγάπησε ὁ Θεός, αὐτὸς ἦταν ὁ Ἰ­ουδαϊκός. Τὸ πᾶν ἔκανε γι’ αὐτόν. Ἦταν σκλά­βοι τετρακόσα χρόνια κάτω ἀπὸ τὴν τυραννία τῶν φαραώ· ποιός τοὺς ἐλευθέρωσε; Ὁ Θεός. Πῶς τοὺς ἐλευθέρωσε; Διὰ μέσου τοῦ Μωυσέως. Πείνασαν μέσα στὴν ἔρημο· ποιός τοὺς ἔθρεψε; Ὁ Θεός· τοὺς ἔστειλε τροφὴ γλυκύτατη, τὸ μάν­να. Δίψασαν στὴν ἐρημιά· ποιός τοὺς ἐπότισε; Ὁ Θεὸς πάλι· δι­έταξε τὸ Μωυσῆ νὰ χτυπήσῃ μὲ τὸ ῥαβδί του, καὶ μέσα ἀπὸ τὸν ξηρὸ βράχο βγῆκε ποτάμι, Ἁλιάκμων ὁλόκληρος, ποὺ τοὺς δρόσισε. Ποιός τοὺς φώ­τιζε τὴ νύχτα μέσ᾽ στὸ σκοτάδι; Ὁ Θεός. Ποιός τοὺς ἔσωσε ἀπὸ τὰ φίδια τὰ φαρμακερά; Ὁ Θεός. Ὅλα ὁ Θεὸς τὰ ἔκανε. Ἐν τούτοις αὐτοὶ στάθηκαν ἀγνώμονες καὶ ἀχάριστοι. Πρὸ παντὸς ὅμως ἀγνώμονες καὶ ἀχάριστοι φάνηκαν ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς κα­τέβηκε στὸν κόσμο κ’ ἔγινε ἄνθρωπος, καὶ περπάτησε πάνω στὴ γῆ, κ’ ἔκανε θαύματα, ἀν­αρίθμητα θαύ­ματα, καὶ δίδαξε τὴν ὑπέροχη διδασκαλία του, καὶ θεράπευσε τοὺς ἀρρώ­στους (ἔκανε τυφλοὺς ν’ ἀνοίξουν τὰ μάτια τους, κουφοὺς νὰ ἀκούσουν, παραλύτους νὰ θεραπευθοῦν), ἀ­κόμη καὶ νεκροὺς ἀνέστησε. Τότε οἱ Ἑβραῖοι τί ἔκαναν; Μίσησαν τὸ Χριστό, τὸν βλαστήμη­σαν, τὸν κατεδίωξαν, τὸν σταύρωσαν.
«Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη…». Γι᾽ αὐτοὺς τὰ εἶπε. Ἀλλὰ τὰ λόγια αὐτά, ποὺ εἶ­πε ὁ Χριστὸς γιὰ τὴ γενεὰ ἐκείνη τῶν Ἰουδαίων, ἰσχύουν καὶ γιὰ μᾶς τοὺς Ἕλληνες. Ἰ­σχύουν καὶ γιὰ μᾶς, διότι ὕστερα ἀπὸ τοὺς Ἰ­ουδαίους τὸ Ἑλληνικὸ ἔθνος ἔγινε κατὰ κάποιο τρόπο ὁ δεύτερος περιούσιος λαὸς καὶ εὐεργετήθηκε ἐξαιρετικὰ ἀπὸ τὸ Θεό. Σκλαβωμένοι ἤμεθα κ’ ἐμεῖς τετρακόσα χρόνια στοὺς Τούρκους. Ποιός μᾶς ἐλευθέρωσε; Ὁ Χριστὸς ἐνέπνευσε ἀνδρεία καὶ θάρρος στὰ παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος. Μᾶς ἔσωσε ὁ Θεὸς ἀπὸ πολλοὺς κινδύνους. Ἂν ὑπάρχῃ σήμερα Ἑλ­ληνικὸ κράτος καὶ δὲν ἔχουμε σβήσει ἀπὸ τὸ γεωγραφικὸ χάρτη τοῦ κόσμου, ὁ Θεὸς τὸ ἔ­κανε αὐτὸ τὸ θαῦμα. Οἱ ἐχθροί μας (λόγου χά­ριν οἱ Γερμανοὶ τὸν καιρὸ τῆς κατοχῆς) ἔ­λεγαν· Ἂν μπορούσαμε, καὶ τὸν ἀέρα ἀκόμα θὰ ἀφαιρούσαμε, νὰ πεθάνουν ἀπὸ ἀσφυξία οἱ Ἕλληνες, νὰ μὴν ὑπάρχουν πάνω στὴ γῆ… Ὁ Κύριος μᾶς ἔσωσε. Μᾶς ἔσωσε μὲ θαύματα, πολλὰ θαύματα.
Τί ἔπρεπε τώρα νὰ κάνουμε ἐμεῖς; Μέσα στὴν πατρίδα μας δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ οὔ­τε ἕνας ἄπιστος. Ὕστερα ἀπὸ τόση διδασκαλία ποὺ ἀκούσαμε, ὕστερα τόσα θαύματα ποὺ εἴδαμε, ὕστερα ἀπὸ τόσα χειροπιαστὰ γεγονότα ποὺ ζήσαμε, ἔπρεπε στὴν Ἑλλάδα νὰ μὴ βρίσκεται οὔτε ἕνας ἄθεος. Καὶ ὅμως δὲν ἔ­μεινε πιὰ οὔτε ἕνα χωριὸ καθαρὸ ἀπὸ τὰ ζι­ζάνια τῆς ἀπιστίας. Ὡρισμένοι μᾶς τὸ λένε ἀπεριφράστως· Ἄστε τα αὐτά, παπᾶδες καὶ δεσποτάδες· αὐτὰ εἶνε παραμύθια τῆς Χαλι­μᾶς… Στὰ σχολεῖα μας διδάσκαλοι καὶ καθηγηταὶ δὲν πιστεύουν, καὶ πολλοὶ ἄλλοι θεωρούμενοι μεγάλοι στὴν κοινωνία δὲν πιστεύουν. Ἀπιστία μεγάλη παρατηρεῖται σὲ μία κατ’ ἐξοχὴν ὀρθόδοξη χριστιανικὴ χώρα, ποὺ τὰ παιδιά της εἶνε ἀπόγονοι εὐλαβῶν καὶ ἁγίων προγόνων. Ἐκεῖνοι ἄκουγαν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ στὸν Πόντο καὶ στὴ Μικρὰ Ἀσία καὶ κλαίγανε. Πῶς μετεβλήθησαν, πῶς ἄλλαξαν τὰ παιδιὰ αὐτά; πῶς ἔγιναν ἔτσι, θηρία ἄγρια, καὶ δὲν πιστεύουν πλέον τίποτα καὶ ξερρίζωσαν μέσα ἀπ’ τὶς καρδιές τους κάθε αἴσθημα ἀγάπης πρὸς τὸ Θεό; Τί συμβαίνει καὶ κατήν­τησαν ἄπιστοι;…
Καὶ σ’ ἐμᾶς λοιπόν, στὴ σημερινὴ γενεά, ἁρ­μόζει ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη…». Ἐὰν πιστεύαμε! Ἐὰν πιστεύαμε, θὰ φανερώναμε τὴν πίστι μας μὲ τὰ ἔργα μας, μὲ τὴ γλῶσσα μας, μὲ ὅλη τὴν καθημερινὴ διαγωγή μας. Ἐὰν πιστεύαμε, καν­­είς δὲν θὰ βλαστημοῦ­σε. Στὸν Πόντο περνοῦ­σαν ἑκατὸ χρόνια καὶ βλαστήμια δὲν ἀκούετο. Τώρα στὴν Ἑλ­λά­δα; Καὶ στὸ σπίτι βλαστημοῦν, καὶ στὰ σχολεῖα οἱ μαθηταὶ βλαστημοῦν, καὶ στὸ στρατὸ ἀξιωματικοὶ καὶ στρατι­ῶτες βλαστημοῦν, καὶ στὸ δρόμο οἱ γυναῖ­κες καὶ τὰ μικρὰ παιδιὰ ἀκόμα βλαστημοῦν. Οἱ πάντες βλαστημοῦν. Γίναμε γένος βλάσφη­μο. Ἐὰν πιστεύαμε στὸ Θεό, δὲν θὰ τρέχαμε στὰ δικαστήρια νὰ παλαμίζουμε μὲ τὰ βρωμερά μας χέρια τὸ Εὐαγγέλιο καὶ νὰ παίρνου­με ψεύτικους ὅρκους γιὰ νὰ καταδικάζωνται καὶ νὰ πηγαίνουν ἀθῷοι στὶς φυλακὲς καὶ οἱ ἔνοχοι νὰ ἀθῳώνωνται. Ἐὰν πιστεύαμε στὸ Θεό, δὲν θὰ εἴχαμε διαζύγια. Τὸ διαζύγιο ἄλ­λοτε ἦταν ἄγνωστο στὴν Ἑλλάδα· μόνο τὸ φτυάρι τοῦ νεκροθάφτου χώριζε τὸ ἀντρόγυ­νο. Τώρα ποιά γυναίκα μένει πιστὴ στὸν ἄν­­τρα της καὶ ποιός ἄντρας μένει πιστὸς στὴ γυ­­ναῖκα του; μοιχεία καὶ πορνεία ὑπάρχει στὸν κόσμο. Ἐὰν πιστεύαμε στὸ Θεό, δὲν θὰ ἔκλεβε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Ἐὰν πιστεύαμε στὸ Θεό, τὴν Κυριακὴ ὅταν χτυπᾷ ἡ καμπάνα θὰ κάναμε φτερὰ στὰ πόδια γιὰ νὰ βρεθοῦμε στὴν ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μας. Ποιός πάει τώρα στὴν ἐκκλησία; Ἕνα ἐλάχιστο ποσοστό. Οἱ πολλοὶ ἀπέχουν καὶ προβάλλουν διάφορες προφάσεις. Ἐὰν πιστεύαμε στὸ Θεό, θὰ εἴχαμε ἄλλη διαγωγή. Συνεπῶς σ’ ἐμᾶς ταιριάζουν τὰ λόγια αὐτά· «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη…».
Ἐγὼ θαυμάζω ἕνα πρᾶγμα· τὴ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ, πῶς μακροθυμεῖ ὁ Θεός. Τὸ εἶπε ὁ ἴδιος· «Γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ᾽ ὑμῶν»; ἕως πότε θὰ σᾶς ὑ­ποφέρω; Δὲν εἶνε ἀπορίας ἄξιο πῶς, ὕστερα ἀπὸ τέτοιες ἁμαρτίες ποὺ κάνουμε καὶ φύγαμε ἀπὸ τὸ Θεό, πῶς ἡ γῆ δὲν κάνει σεισμὸ τέτοιο ποὺ νὰ μὴν ἀφήσῃ οὔτε ἕνα σπίτι ὄρθιο;
Ἀλλὰ ἔρχεται σεισμὸς μεγάλος. Ἐξαντλεῖ­ται πλέον ἡ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ. Καὶ τὰ ποτάμια καὶ οἱ λίμνες θὰ ξεραθοῦνε, καὶ τὰ δέν­­τρα θὰ μαραθοῦνε, καὶ τὰ βουνὰ θὰ φύγουν ἀπὸ τὴ θέσι τους, καὶ τὰ ἄστρα θὰ πέσουν ἀ­πὸ τὸν οὐρανό. Τὸ λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμερα· «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη, ἕως πότε… ἀνέξομαι ὑμῶν;». Δὲν εἶνε λόγια δικά μου αὐτά, εἶνε λόγια τοῦ Χριστοῦ μας, τοῦ ἐ­σταυρωμένου καὶ Θεοῦ μας.

* * *

«Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη». Ἂς ἐξ­ετάσουμε, ἀγαπητοί μου, τὸν ἑαυτό μας, ἂς ἐ­­ρευνήσουμε τὴ ζωή μας, καὶ ἂς μετανοήσου­­με εἰλικρινῶς. Ἂς ζητήσουμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, λαὸς καὶ κλῆ­ρος. Διότι ἔρχονται ἡ­μέρες φοβερὲς καὶ τρομερές. Θὰ δοῦμε σημεῖα μεγάλα. Καὶ τὸ 666, ποὺ ἔκανε τὴν ἐμφάνισί του, δὲν εἶνε μικρὸ ση­­μεῖο· ἔρχονται ὅμως κι ἄλλα. Ἐν τούτοις ἐ­μεῖς, ἄντρες γυναῖκες παιδιά, μένουμε ἀμετανόητοι. Ποῦ ὁμιλῶ, ἀγαπητοί μου; σὲ ζῷα ὁμιλῶ; σὲ θηρία ὁμιλῶ; σὲ βουνὰ καὶ λαγκάδια ὁμι­λῶ; σὲ νεκροὺς ὁμιλῶ; Σ’ ἐσᾶς τοὺς ζων­τα­νοὺς ὁμιλῶ, ποὺ εἶστε παιδιὰ μεγάλων καὶ ἐν­δόξων προγόνων. Ἂς μετανοήσουμε λοιπόν, ἀγαπη­τοί μου, ἂς μετανοήσουμε, γιὰ νὰ μὴν ἀκουστῇ καὶ πάλι ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ᾽ ὑ­μῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;».

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό της Ἀναλήψεως Κυρίου, στον Πελαργοῦ – Ἀμυνταίου 27-8-1989)

________________

METΑΦΡΑΣΜΕΝΟ ΣTA ΡOYMANIKA

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ “ΚΥΡΙΑΚΗ” ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ

_____________________

PREDICĂ LA DUMINICA A X-A DUPĂ RUSALII

Predica Miropolitului Augustin de Florina
la Duminica a X-a dupa Rusalii

(Matei 17, 14-23)

ARME ÎMPOTRIVA CELUI VICLEAN

“Iar neamul acesta nu iese decât numai cu rugăciune şi cu post” (Matei 17, 21)

Cine, iubiţii mei, cine nu vrea pacea? Toată lumea iubeşte pacea. Şi desigur atunci când îi lipseşte, atunci mai mult o caută. Dar, din nefericire, în pofida iubirii omenirii întregi pentru pace, lumea de multe ori a încercat – şi încă încearcă – focul războiului. Interese materiale şi egoisme omeneşti împing orbeşte spre catastrofă. Două războaie mondiale şi nenumărate alte războaie locale au împrăştiat şi împrăştie groază. Cei ce au trăit astfel de zile doresc ca ele să nu se mai întoarcă niciodată. Oameni iubitori de linişte, care în pofida voinţei lor au fost duşi la ucidere între ei, strigă din adâncul sufletului: Blestemat să fie războiul!
Dacă însă acest război este blestemat, există şi un alt război care este binecuvântat. Război binecuvântat? Dar ce sunt acestea ce le spui? – s-ar nedumeri cineva. Da, iubiţii mei, există şi un război binecuvântat. Este un război, la care creştinul este chemat să ia parte nu doar de voie, din proprie voinţă, ci şi cu tot sufletul, cu toată inima lui. Este un război împotriva răului şi, de aceea, este binecuvântat. Şi care este acest război? Este războiul împotriva celui mai mare vrăjmaş al nostru, împotriva diavolului.
Avem război deci. Duşmanul în acest război este diavolul. Şi arme? Cu ce arme poate cineva să lupte împotriva diavolului? Pentru că împotriva acestuia, desigur că nu poţi lupta cu tunuri şi care armate şi avioane sau chiar cu bombe atomice. De alte arme e nevoie aici. Despre armele împotriva diavolului ne vorbeşte Evanghelia astăzi. Să vedem deci, care arme împotriva celui rău ne recomandă pericopa evanghelică pe care am ascultat-o.

***
Un tată înghenunchiat înaintea Domnului, Îl roagă să-i vindece fiul, care pătimeşte de atacul unui duh viclean. Demonul îl aruncă pe copil când în foc, când în apă. Ucenicii lui Hristos, în ciuda bunei lor intenţii, nu au putut să-l izbăvească de tiranie. Dar Hristos cu un cuvânt al Său izgoneşte demonul şi salvează copilul imediat. Şi după ce a plecat lumea, ucenicii se apropie în particular de Învăţătorul şi Îl întreabă: “De ce noi n-am izbutit să-l scoatem?”. Şi Hristos răspunde: “Din pricina necredinţei voastre. Adevărat vă zic vouă: dacă veţi avea credinţă cât un grăunte de muştar, veţi zice acestui munte: pleacă de aici şi du-te dincolo, şi va pleca şi se va duce, şi nimic nu va fi cu neputinţă pentru voi. Iar neamul acesta (al demonilor) nu iese decât cu rugăciune şi cu post” (Matei 17, 19-21). În aceste cuvinte Îl auzim pe Domnul arătându-ne trei arme împotriva celui rău: prima armă credinţa, a doua rugăciunea, iar a treia postul.
Prima armă este credinţa. Care credinţă? Credinţa fierbinte şi neclintită. Zice Hristos ucenicilor Săi: N-aţi putut să scoateţi demonul din pricina necredinţei voastre. Dar dacă aţi fi avut credinţă fierbinte şi puternică, cum fierbinte şi puternic este muştarul, aţi fi mutat chiar şi munţi. Prin credinţă cel rău este biruit. Să credem deci în Dumnezeu, care este Atotputernicul, căci diavolul înaintea Lui se teme şi tremură. Să credem în cuvântul Evangheliei, care confirmă că dacă ne împotrivim diavolului, acela va fugi biruit: „Staţi împotriva diavolului şi va fugi de la voi” (Iacov 4, 7). Să credem în puterea lui Hristos, care şi munţii îi alungă şi-i strămută.
A doua armă este rugăciunea. „Iar neamul acesta nu iese decât cu rugăciune şi cu post” (Matei 17, 21). Mare este puterea rugăciunii şi minunate urmările ei în ceasul ispitei. Însuşi Hristos, când trecea prin clipe de profundă agonie în grădina Ghetsimani, a înfruntat ispita cu rugăciunea: ”Şi fiind în agonie se ruga mai stăruitor”, zice evanghelistul (Luca 22, 44). În felul acesta a arătat că atunci când şi noi ne aflăm în ciclonul ispitei, aşa să înfruntăm atacul diavolului, prin rugăciune. Dar şi înainte de ciclon, în ceas de linişte şi înainte de a ne găsi ispita, Hristos ne-a recomandat: „Rugaţi-vă, ca să nu intraţi în ispită” (Luca 22, 40). De aceea să ne rugăm şi anticipat – preventiv. De altfel şi în rugăciunea domnească, cunoscutul „Tatăl nostru”, ne învaţă să zicem: „Şi nu ne duce pe noi în ispită, ci ne izbăveşte de cel viclean” (Matei 6, 13).
Iar a treia armă, pe care o recomandă Hristos, este postul. Însuşi Domnul a postit în pustie şi a biruit cele trei ispite ale diavolului. Proorocii au postit, apostolii au postit, mucenicii au postit, cuvioşii şi pustnicii înainte de toate au postit. Postul subţiază simţurile, ajută în rugăciune, smereşte trupul şi cugetul trupesc, întăreşte duhul, face pe om disponibil sau osârduitor în împlinirea poruncilor lui Dumnezeu, atrage Harul lui Dumnezeu, alungă atacurile demonice, face minuni. Desigur că nu înţelegem postul doar de bucate; înţelegem postul şi de patimi. Aşadar, să nu dispreţuim şi această armă atât de decisivă.

***
Creştinul însă are şi alte arme împotriva celui viclean. După jertfa lui Hristos, prin care satana a fost biruit, pe lângă cele trei arme pe care le-am amintit, Biserica învaţă că Domnul ne-a dăruit şi o altă armă împotriva celui viclean. Şi aceasta este cinstita Lui Cruce. De aceea, într-o frumoasă cântare, noi ortodocşii cântăm: ”Doamne, armă asupra diavolului, Crucea Ta ai dat-o nouă; că se îngrozeşte şi se cutremură nesuferind a căuta spre puterea ei, că morţii i-a sculat şi moartea o a surpat. Pentru aceasta ne închinăm Îngropării Tale şi Învierii”. Zice: Ne-ai dat, Doamne, armă împotriva diavolului Cinstita Ta Cruce; şi, într-adevăr, diavolul se îngrozeşte şi tremură, nesuferind să vadă puterea ei. Pentru că Crucea înviază pe cei morţi şi zdrobeşte moartea. De aceea şi noi, Doamne, ne închinăm Îngropării şi Învierii Tale. Aşadar, să ne însemnăm cu semnul crucii zicând: „Iisus Hristos biruieşte”.
În sfărşit, să-l întrebăm şi pe unul din cei care au luptat cu diavolul şi l-au biruit. Să-l întrebăm, de pildă, pe Sfântul Antonie, să ne spună: Ce armă a folosit? Sfântul Antonie răspunde: „Am văzut” – zice -”cursele diavolului întinse pe pământ şi am zis înfricoşat: Cine poate să le învingă pe acestea? Şi atunci am auzit un glas: Cel care are smerenie”. Cel smerit se află sub umbrela ocrotitoare a harului dumnezeiesc şi respinge orice atac demonic.

***
Iubiţii mei creştini,
Să nu trăim în neştiinţă. Să nu trăim în nepăsare, nebănuind ce se întâmplă în lume. În jurul nostru şi în noi are loc o luptă, o luptă duhovnicească. „Războiul nevăzut”, cum zice Sfântul Nicodim Aghioritul în renumita sa carte cu acelaşi nume, pe care v-o recomand să o citiţi. Iar Apostolul Pavel lămureşte: ”lupta noastră nu este împotriva trupului şi a sângelui, ci împotriva începătoriilor, împotriva stăpâniilor, împotriva stăpânitorilor întunericului acestui veac, împotriva duhurilor răutăţii, care sunt în văzduh” (Efeseni 6, 12). Gloanţele ca ploaia. Cad capete! Duşmanii cei nevăzuţi întreprind atacuri în fiecare ceas şi în fiecare clipă. Suflete nemuritoare sunt în pericol. De aceea şi noi să fim priveghelnici. Nu la somn, ci la arme, la armele cele duhovniceşti! În această luptă Hristos nu ne-a lăsat fără arme. Duh este vrăjmaşul, duhovniceşti sunt şi armele împotriva lui. Am enumărat cinci arme, care constituie o desăvârşită panoplie duhovnicească: credinţa, rugăciunea, postul, smerenia şi Cinstita Cruce. Dacă vom folosi aceste arme, atunci vrăjmaşul va fi biruit şi se va împlini cu fiecare din noi acel cuvânt triumfător a lui Hristos:”Am văzut pe Satana ca pe un fulger ca un fulger căzând din cer”(Luca 10, 18). Amin.

(Kyriaki”, Atena, 1998, p. 136)

H ζωη μας τρικυμισμενη θαλασσα

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιούλ 22nd, 2010 | filed Filed under: Român (ROYMANIKA), ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, ΟΜΙΛΙΕΣ (απομαγν.)

Κυριακὴ Θ΄ Ματθαίου (Ματθ. 14,22-34)

H ζωη μας τρικυμισμενη θαλασσα

waves_thumbnailΑΚΟΥΣΑΤΕ, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶνε ἁπλῶς ἄν­θρωπος ὅπως ἐμεῖς, ἀλλὰ εἶνε καὶ Θεός· εἶνε Θεάνθρωπος. Τὸ κηρύττει τὸ θαῦ­μα ποὺ ἀ­κούσαμε. Ἕνα θαῦμα μεγάλο, τρισ­μέγιστο, ποὺ ἔγινε ἐν συνεχείᾳ τοῦ ἄλλου ἐ­κείνου θαύ­ματος, γιὰ τὸ ὁποῖο μιλοῦσε τὸ εὐ­αγ­γέλιο τῆς προηγουμένης Κυριακῆς. Ἐκεῖ ἔλεγε, ὅτι ὁ Χριστὸς μὲ πέντε ψωμιὰ καὶ δύο ψάρια χόρτασε πέντε χιλιάδες ἀνθρώπους μέσα στὴν ἔρημο.
Μετὰ ἀ­πὸ αὐτὸ ὁ Κύριος ἀνέβηκε στὸ ὄ­ρος νὰ προσ­ευχηθῇ τὴ νύχτα μόνος. Οἱ μαθηταὶ κατ᾽ ἐντολήν του μπήκαν σ᾽ ἕ­να μι­κρὸ πλοῖο τῆς λίμνης Γεννησαρὲτ ἢ θαλάσ­σης τῆς Γαλιλαίας, γιὰ νὰ βγοῦν στὴν ἀ­πέ­ν­αν­τι ὄχθη. Ταξίδευαν μόνοι χωρὶς τὸν Κύ­ριο. Στὴν ἀρχὴ ἦταν γαλή­νη. Ἀλλ᾽ αἴφνης καὶ ἐνῷ κόν­τευε νὰ ξημερώ­σῃ, σηκώθηκε κῦμα δυνα­τό. Τὸ πλοιάριο βασα­νιζόταν καὶ κινδύνευε νὰ καταποντιστῇ. Τότε φάνηκε ἐκεῖ ὁ Χριστὸς νὰ περπατάῃ ἐπάνω στὰ νερά. Φοβερὸ θέαμα. Μόλις τὸν εἶδαν οἱ μαθηταί, ταράχτηκαν καὶ εἶπαν ὅτι εἶνε φάντα­σμα. Δὲν ἦταν ὅμως φάντασμα· ἦταν ὁ ἴδιος.
Ὁ Πέτρος πῆρε θάρρος καὶ λέει· ―Σύ, Κύριε, εἶσαι; Ἂν εἶσαι σύ, πές μου νὰ ᾽ρθῶ κον­τά σου βαδίζοντας κ᾽ ἐγὼ πάνω στὰ νερά. Ὁ Κύ­ριος τοῦ ἔκανε τὴ χάρι. ―Ἔλα, τοῦ εἶ­πε. Κι ὁ Πέτρος ἄρχισε νὰ περπατάῃ πάνω στὰ κύματα. Βλέποντας ὅμως τὸν ἄνεμο δυνατὸ δείλιασε κι ἄρ­χισε νὰ βουλιάζῃ. ―Κύ­ριε, σῶσε με, φωνά­ζει μὲ ἀγωνία. Ὁ Χριστὸς ἁπλώ­νει ἀ­μέσως τὸ χέρι καὶ τὸν πιάνει. ―«Ὀ­λιγό­πιστε», τοῦ λέει, «εἰς τί ἐδίστασας;» (Ματθ. 14,31). Καὶ μόλις μπῆ­καν στὸ πλοῖο, ἔγινε γαλήνη. Δόξασαν ὅλοι τὸ Θεὸ καὶ ἔλεγαν στὸ Χριστό· «Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ», ἀληθινὰ εἶσαι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ (ἔ.ἀ. 14,33).

* * *

Αὐτὸ εἶνε μὲ συντομία τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Τὸ θαῦμα αὐτὸ δείχνει, ὅτι ὁ Χριστὸς ἐξουσιάζει τὰ σύμπαντα· τὸν ἥλιο, τὸ φεγγάρι, τὰ ἄστρα, τὴ γῆ, τοὺς ἀνέμους, τὴ θάλασσα, τὶς λίμνες, τοὺς ποταμούς, τὰ δέντρα, τὰ ζῷα, τὰ πάντα. Εἶνε ὁ ἐξουσιαστὴς ὅλων.
Κ᾽ ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου, μολονότι εἴμεθα πά­νω στὴν ξηρά, ἐν τούτοις ποντοποροῦμε, εἴ­μεθα μέσα σ᾽ ἕνα πλοῖο. Ποιό εἶνε τὸ πλοῖο; Ἡ ἀνθρώπινη ζωή. Ἀπ᾽ τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ γεννηθῇ ὁ ἄνθρωπος μέχρις ὅτου τελειώσῃ τὴ ζωή του, εἶνε μέσα στὸ πλοῖο αὐτό, ποὺ κινδυνεύει ἀπὸ τὰ κύματα, τὰ ἄγρια κύματα.
Ποιά εἶνε τὰ κύματα αὐτά; Ἕνα κῦμα εἶνε ἡ ἀσθένεια· ἐνῷ εἶσαι ὑγι­ής, αἴφνης ἀρρωσταίνεις, πέφτεις στὸ κρεβάτι, κινδυνεύεις νὰ πεθάνῃς· κῦμα πελώριο αὐτό. Θέλεις ἄλ­λο; Νά, ἡ χηρεία· ἐνῷ εἶσαι παντρεμένος, χάνεις τὴ γυναῖκα σου καὶ μένεις μόνος. Τί πλῆ­γμα εἶνε καὶ γιὰ τὴ γυναῖκα νὰ χάσῃ τὸν ἄν­τρα της καὶ νὰ μείνῃ χήρα μὲ μικρὰ παιδιά! Ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ παιδιὰ μεγάλο κῦμα ἡ ὀρφάνια. Κῦμα ἀκόμη ἡ ἀνεργία· νὰ εἶνε κανεὶς χω­ρὶς ἀπασχόλησι, νὰ ζητάῃ ἐργασία καὶ νὰ μὴ μπορῇ νὰ βρῇ. Κῦμα εἶνε ἡ φτώχεια· νὰ μὴν ἔ­χῃ ὁ ἄνθρωπος τὰ ἀπαραίτητα νὰ καλύψῃ τὶς ἀνάγκες του. Κύματα ὅμως δὲν εἶνε καὶ ἡ ἀδικία ἢ ἡ συκοφαντία ἢ τὸ διαζύγιο;… Γεμάτη κύματα ἡ ζωὴ αὐτή. Καὶ τέλος τὸ ἀγριώτερο κῦμα· ὁ θάνατος, τὸ ναυάγιο τῆς ζωῆς, ποὺ ἔρχεται νὰ βυθίσῃ τὸ σῶμα μας στὸν τάφο. Ἀλλὰ μιλώντας τὴ γλῶσσα τοῦ Εὐ­αγγελίου πρέπει νὰ ποῦμε, ὅτι τὸ φοβερώ­τερο ἀπ᾽ ὅλα τὰ κύματα εἶνε – ποιό; ἡ ἁμαρτία! Ὅποιος ­μέ­νει ἀμετανόητος στὴν ἁμαρτία, εἴτε ὀργὴ καὶ θυ­μὸς λέγεται αὐτὴ εἴτε ἀσέλγεια καὶ πορνεία ἢ μοιχεία εἴτε κλοπὴ εἴτε φόνος εἴτε ἄλ­λο ἔγκλημα, αὐτὸς καταποντίζεται ὄχι στὸν τάφο ἀλλὰ στὸν ᾅδη ψυχικῶς καὶ σωματικῶς.
Τί πρέπει τώρα νὰ κάνουμε, ν᾽ ἀπελπιστοῦ­με; Ὄχι, ἀγαπητοί μου. Νὰ λάβουμε κ᾽ ἐμεῖς θάρρος καὶ νὰ ἔχουμε ἀκράδαντη πίστι στὸ Θεό. Ὁ Θεὸς ἔρχεται καὶ βοηθάει τὸν ἄνθρωπο, δὲν τὸν ἀφήνει. Καὶ ὁ πιστὸς ἄνθρωπος βλέπει παντοῦ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ. Τὸ βλέπει διαρκῶς στὴ ζωή του· κι ὅταν εἶνε μικρός, κι ὅταν μεγα­λώνει, κι ὅταν φτάνει στὰ γεράματά του, πάν­τοτε βλέπει τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὄχι μόνο τὰ ἄτομα, ἀλλὰ καὶ σύνολα, οἰκογένειες καὶ ἔθνη καὶ κοινωνίες, βλέπουν τὴν προστασία του.
Ἡ μικρή μας πατρίδα πολλὲς φορὲς στὴν ἱ­στορία της εἶδε τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ. Τὸ 1922 στὴ Μικρὰ Ἀσία λ.χ. ἔγινε μεγάλη συμφορά. Ἦρ­θαν οἱ Τοῦρκοι, ἔσφαξαν, σκότωσαν, ἔκαψαν, ἀνέτρεψαν τὰ πάντα, βάφτηκε μὲ αἷμα τὸ κῦ­μα τοῦ Αἰγαίου, ἡ θάλασσα κοκκίνισε ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν θυμάτων. Ὅλοι ἦταν ἀπελπισμένοι. Ἕνας δὲν ἀπελπίστηκε· ὁ ἐπίσκοπος τῆς Σμύρ­νης, ὁ τελευταῖος ἱεράρχης τῆς πόλεως, ὁ ἐ­θνομάρτυς Χρυσόστομος. Λειτούργησε γιὰ τε­­λευταία φορὰ στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς καὶ εἶπε μὲ δάκρυα στὰ μάτια· «Ὁ Θεὸς δοκιμά­ζει τὴν πίστι μας. Θαρσεῖτε, Ἕλληνες, θὰ ξη­μερώσουν καλύτερες ἡμέρες…». Καὶ ἦρθαν πρά­γμα­τι καλύτερες ἡμέρες. Τὰ 2 περίπου ἑ­κατομμύρια τῶν προσφύγων, ποὺ ἔφυγαν τότε ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία, ἦρθαν στὴν Ἑλλάδα, δούλεψαν φιλότιμα καὶ ἔκαναν τὴ γῆ νὰ τινά­ξῃ ῥόδα. Μὲ τὸ δικό τους ἱδρῶτα ἡ χώρα μας σὲ λίγο ἔγινε αὐ­τάρκης· τόσο αὐ­τάρκης, ὥστε ἄρ­χισε νὰ κά­νῃ καὶ ἐξ­αγωγὲς ἐκλεκτῶν προϊόν­των της σὲ ἄλλες χῶρες τοῦ ἐξωτερικοῦ. Καὶ μόνο ὑ­λι­κῶς; Καὶ ἐ­θνολογικῶς ἀ­κόμη πολὺ εὐ­εργετήθηκε ἡ χώρα μας. Βγῆκε καὶ ἐδῶ «ἐκ τοῦ πικροῦ γλυκύ», ἀπὸ τὴν ἐθνικὴ συμφο­ρὰ σημαντικὴ ἐ­θνι­κὴ ὠ­φέ­λεια. Βρέθηκαν δηλαδὴ ἔξω ἀπὸ τὰ ἐδάφη της καὶ Τοῦρκοι καὶ Βούλγαροι καὶ Σέρβοι καὶ ἄλλοι, καὶ ἡ Ἑλλὰς ἀπέκτησε θαυμαστὴ ὁμοιογέ­νεια, ἔγινε ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον ὁμοιογενῆ κράτη. Νά τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ.
Τὰ τίμια καὶ ἀκριβὰ τὸ ξέρουμε κινδυνεύουν.
⃝ Καὶ σήμερα ἡ πατρίδα μας δοκιμάζεται. Ὅ­πως στὰ χρόνια τῶν προγόνων μας, ἔτσι καὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας δοκιμάζεται μέσα στὴ φουρτουνιασμένη θάλασσα τῶν δι­πλωματι­κῶν ἀπειλῶν καὶ παγίδων. Μόνο ἡ πίστι, ἡ ἀ­κράδαντη πίστι, μπορεῖ νὰ κάνῃ τὸ θαῦμα. Ἀρκεῖ ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐπαναλάβῃ στὸν Κύριο τὴ φωνὴ τοῦ Πέτρου «Κύριε, σῶσόν με» (ἔ.ἀ. 14,30).
⃝ Καὶ σήμερα ἡ οἰκογένεια ὡς θεσμὸς πλήττεται ἀπὸ τὰ κύματα μοντέρνων ἀντιλήψεων, συνηθειῶν καὶ νομοθετημάτων. Ἡ παιδικὴ ἐγ­κληματικότης βρίσκεται σὲ ἔξαρσι. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ποὺ ἑορτάζει τὸν Αὔγουστο, ἔλεγε· Ὅταν δῆτε νὰ ἀδειάσουν οἱ ἐκ­κλη­­σιές, θὰ γεμίσουν οἱ φυλακές. Καὶ γέμισαν ἤδη ἀπὸ ἐγκληματίες καὶ τρομοκράτες. Αὐτὰ παθαίνει ὅποιος φεύγει ἀπ᾽ τὸ Θεό. Οἱ σύζυγοι, ποὺ βλέπουν τὸ σκάφος τους νὰ κά­νῃ νερά, ἂς γονατίσουν καὶ ἂς φωνάξουν· «Κύ­ριε, σῶ­σε τὸ σπίτι μας, ἅπλωσε τὸ χέρι σου καὶ κράτησέ μας, νὰ μὴ καταποντισθοῦμε!».
⃝ Καὶ ἡ πίστι τοῦ καθενός μας δοκιμά­ζεται σήμερα. Ἔχει ν᾽ ἀντιπαλαίσῃ μὲ ἀνέμους πλά­νης, μὲ ῥεύματα ὀρ­θολογισμοῦ, μὲ καταιγίδες αἱ­­ρέσεων, μὲ κύματα εἰρωνείας, χλεύης, ὀλιγο­πι­στίας. «Κύριε, σῶσε μας», ἂς πῇ ὁ καθένας μας, καὶ «πρόσθεσέ μας πίστι» (ἔ.ἀ. 14,30· Λουκ. 17,5).

* * *

Αὐτὰ τὰ λίγα εἶχα νὰ πῶ, ἀγαπητοί μου.
Ὅλοι στὴ ζωὴ αὐτὴ δοκιμάζουμε θλίψεις. Οἱ θλίψεις εἶ­νε τὰ κύματα, ποὺ χτυποῦν τὸ πλοῖο τῆς ζωῆς μας καθημερινῶς. Ταξιδεύου­με σὲ τρικυμισμένη θάλασσα. Ἀλλὰ μὴ ἀπελπισθοῦμε· στὸ τέλος μᾶς περιμένει τὸ λιμάνι.
Σ᾽ ἕνα χωριὸ τῆς περιφερείας μας συνέβη θάνατος. Πέθανε ὄχι κάποιος γέρος ἀλλὰ μία νέα κοπέλλα εἴκοσι ἐτῶν, στὸ ἄν­θος τῆς ἡλικίας της. Ἦρθε ὁ θάνατος καὶ πῆρε τὴν εὐλογη­μένη αὐ­τὴ κόρη, γιὰ τὴν ὁποία οἱ γονεῖς της ἔπλεκαν χρυσᾶ ὄνειρα· τὴν πῆρε, καὶ θλίβεται τώρα ὅλο τὸ χωριό. Θὰ πᾶμε νὰ ψάλουμε ἐκεῖ τὴν ἐξόδιο ἀκολουθία, τὴν κηδεία, καὶ νὰ παρηγορήσουμε τοὺς πενθοῦντας. Παρηγορία μας εἶνε ἡ πίστι στὴν κοινὴ ἀνάστασι.
Ὅσοι θέλουμε νὰ σωθοῦμε, ἐδῶ σ᾽ αὐτὴ τὴ γῆ θὰ περάσουμε θλίψεις, πολλὲς θλίψεις. Δὲν τὸ λέω ἐγώ, τὸ λέει ὁ θεόπνευστος λόγος· «Διὰ πολ­λῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. 14,22)· γιὰ ν᾽ ἀξιωθοῦμε δηλαδὴ τῆς οὐρανίου βασιλείας, πρέπει νὰ περάσουμε ἀπὸ θύελλα θλίψεων. Ἀλλ᾽ ἂς μὴ ἀ­πελπιζώμεθα. Ὅποιος ἀγαπᾷ τὸ Θεὸ καὶ μένει πιστὸς σ᾽ αὐτόν, στὸ τέλος καὶ ἀπὸ τὶς θλίψεις θὰ βγῇ ὠφελημένος.
Γι᾽ αὐτὸ ἂς ὑπομένουμε τὶς θλίψεις μὲ ἐλ­πί­δα στὸ Θεὸ καὶ θάρρος στὴ νίκη. Ἕνας πιστὸς ποιητὴς ἔγραψε·
«Κι ἂν δὲν μοῦ μείνῃ ἐντὸς τοῦ κόσμου
ποῦ ν᾽ ἀκουμπήσω, νὰ σταθῶ,
ἐκεῖ ψηλὰ εἶν᾽ ὁ Θεός μου·
πῶς ἠμπορῶ ν᾽ ἀπελπισθῶ;».
Κι ἂν ὑποτεθῇ ὅτι μὲ ἐγκατέλειψαν ὅλοι, καὶ συγγενεῖς καὶ φίλοι καὶ γνωστοί, καὶ βρίσκομαι σὲ δύσκολη θέσι καὶ δὲν ἔχω ποῦ νὰ στηριχθῶ καὶ ποῦ νὰ σταθῶ, ἐκεῖ ψηλὰ εἶνε ὁ Θεός μου, πῶς μπορῶ νὰ ἀπελπιστῶ;
Στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστὸ λοιπόν, ποὺ ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας, νὰ ἔ­χουμε τὴν ἐλ­πίδα μας, τὴν πίστι μας, καὶ ὁ Θεὸς δὲ θὰ μᾶς ἐγκαταλείψῃ ποτέ· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(ἱ. ναὸς Ἁγ. Γεωργίου Τριποτάμου – Φλωρίνης 16-8-1992)

_______________________

ΣTA ΡOYMANIKA

_________________________

PREDICA MITROPOLITULUI AUGUSTIN DE FLORINA
LA DUMINICA A  IX-A DUPĂ RUSALII
(MATEI 14, 22-34)

VIAŢA NOASTRĂ – O MARE FURTUNOASĂ


Iubiţii mei, aţi auzit sfânta şi sfinţita Evanghelie. Evanghelia de astăzi demonstrează că Hristos nu este doar om ca noi, ci este şi Dumnezeu. Este Dumnezeul-Om. Acest lucru îl predică minunea pe care aţi auzit-o. O minune mare, de trei ori mare, care a avut loc în continuarea celeilalte minuni, despre care a vorbit Evanghelia  din duminica trecută. Acolo se spunea că Hristos cu cinci pâini şi doi peşti a săturat cinci mii de oameni în pustie. După aceasta, Domnul S-a suit în munte, ca să se roage singur, în noapte. Ucenicii au urcat la porunca Lui într-o barcă mică din lacul Ghenizaret sau marea Galileii, ca să iasă pe malul celălalt. Călătoreau singuri, fără Domnul. La început era linişte. Dar, deodată, şi în timp ce mijea de ziuă, s-a ridicat un val puternic. Barca se zdruncina şi era în pericol să se scufunde. Atunci s-a arătat acolo Hristos păşind pe deasupra apelor. Înfricoşătoare privelişte. Ucenicii, doar ce L-au văzut, s-au tulburat şi au spus că este o nălucă. Însă nu era o nălucă. Era El însuşi.
Petru şi-a făcut curaj şi a spus:
– Tu eşti Doamne? Dacă eşti Tu, spune-mi să vin la Tine, păşind şi eu pe deasupra apelor. Domnul i-a făcut acest dar.
-Vino, i-a spus. Şi Petru a început să păşească pe deasupra valurilor. Văzând însă vântul puternic, s-a înfricoşat şi a început să se scufunde.
– Doamne, mântuieşte-mă!, strigă cu agonie.
Hristos îşi întinde imediat mâna şi îl prinde.
– “Puţin credinciosule” – îi zice – “de ce te-ai îndoit?” (Matei 14, 31).
Şi imediat ce au intrat în barcă s-a făcut linişte. L-au slăvit pe Dumnezeu şi I-au spus lui Hristos: “Cu adevărat, Tu eşti Fiul lui Dumnezeu!” (Matei 14, 33).

***

Aceasta este pe scurt Evanghelia de astăzi. Minunea aceasta arată că Hristos stăpâneşte peste toate: soare, lună, stele, pământ, vânturi, mare, lacuri, râuri, copaci, animale, toate. Este Stăpânul a toate.
Şi noi, iubiţii mei, cu toate că ne aflăm pe uscat,  totuşi călătorim pe mare, suntem într-o barcă. Care este această barcă? Viaţa omenească. Din ziua în care se naşte omul până la sfârşitul vieţii, el este în această barcă, care e în pericol din parte valurilor, a valurilor sălbatice.
Care sunt aceste valuri? Un val este boala. În timp ce eşti sănătos, deodată te îmbolnăveşti, cazi la pat, eşti în pericol să mori; acesta este un val imens. Vrei altul? Iată, văduvia; în timp ce eşti căsătorit, îţi pierzi femeia şi rămâi singur. Ce lovitură este şi pentru femeie să-şi  piardă bărbatul şi să rămână văduvă cu copii mici! Dar şi pentru copii este un mare val să fii orfan. Un val este şi şomajul; să fie cineva fără loc de muncă, să caute de muncă şi să nu poată găsi. Un val este şi sărăcia: să nu aibă omul cele indispensabile să-şi acopere nevoile. Dar valuri nu sunt oare şi nedreptatea, calomnia sau divorţul?… Plină de valuri este viaţa aceasta. Şi în sfârşit cel mai sălbatic val: moartea, pierderea vieţii,  val care vine să afunde trupul nostru în mormânt. Dar vorbind limba Evangheliei, trebuie să spunem că cel mai groaznic din toate valurile este –  care? – Păcatul! Cel care persistă nepocăit, în păcat, fie că acesta se numeşte furie sau mânie, ori desfrânare, adultery sau prostituţie, ori furt sau crimă, ori alt păcat, acesta se scufundă nu în mormânt, ci în iad – sufleteşte şi trupeşte.
Ce trebuie să facem acum? Să deznădăjduim? Nu, iubiţii mei. Să prindem şi noi curaj, să avem o credinţă nezdruncinată în Dumnezeu. Bunul Dumnezeu vine şi îl ajută pe om, nu îl lasă. Şi omul credincios vede pretutindeni mâna lui Dumnezeu. O vede continuu în viaţa lui; şi atunci când este mic, şi când creşte şi când se face bătrân, întotdeauna el vede mâna lui Dumnezeu. Şi nu doar persoane, ci şi grupuri, familii şi popoare şi societăţi, văd ocrotirea Lui.
Mica noastră patrie a văzut de multe ori în istorie mâna lui Dumnezeu. În 1922, în Asia Mică, de pildă, a fost o mare nenorocire. Au venit turcii, au masacrat, au ucis, au ars, au devastate totul. S-a vopsit cu sânge valul Mării Egee. Marea s-a înroşit de sângele victimelor. Toţi erau disperaţi. Unul singur nu a disperat: episcopul Smirnei, ultimul ierarh al cetăţii, etno-martirul Hrisostomos. A liturghisit pentru ultima dată în biserica Sfintei Fotini şi a spus cu lacrimi în ochi: “Dumnezeu ne încearcă credinţa. Îndrăzniţi, eleni, vor răsări şi zile mai bune!…”. Şi, într-adevăr, au venit  zile mai bune. Cei aproximativ două milioane de refugiaţi, care au plecat atunci din Asia Mică, au venit în Elada, au lucrat cinstit şi au făcut pământul să înflorească ca nişte rodii. Prin sudoarea lor, ţara noastră a devenit în puţin timp atât de îndestulată, încât a început să facă şi export din produsele ei valoroase în alte ţări din afară. Şi doar din punct de vedere material? Chiar şi etnic de mult bine a beneficiat ţara noastră. A ieşit şi de aici “din amar dulce”, din nenorocirea naţională un important beneficiu naţional. S-a constatat că sunt în afara teritoriilor ei şi turcii şi bulgarii şi sârbii şi alţii, iar Elada a câştigat o admirabilă  uniformitate. A devenit una din cele mai omogene ţări. Iată mâna lui Dumnezeu!
Cele cinstite şi scumpe ştim că sunt în pericol.
Şi astăzi, patria noastră este încercată. Precum în vremurile strămoşilor noştri, aşa şi în zilele noastre, este încercată în marea furtunoasă a ameninţărilor şi a capcanelor diplomatice. Doar credinţa, nezdruncinata credinţă, poate să facă minunea. E sufficient ca Elada să repete Domnului strigătul lui Petru: “Doamne, mântuieşte-mă!” (Matei 14, 30).
Şi astăzi, familia, ca instituţie, este afectată de valurile concepţiilor, obiceiurilor şi legilor moderne. Criminalitatea pruncilor este în creştere. Sfântul Cosma Etolianul, care este sărbătorit în august, zicea: Când veţi vedea că se golesc bisericile, se vor umple închisorile. Şi s-au umplut deja de criminali şi de terorişti. Aceste lucruri păţeşte cel care fuge de Dumnezeu. Soţii, care îşi văd barcă luând apă, să îngenuncheze şi să strige: “Doamne, mântuieşte-ne casa! Întindeţi mâna şi păzeşte-ne, să nu ne scufundăm!”
Şi credinţa fiecăruia dintre noi este încercată astăzi. Are de înfruntat vânturile rătăcirii, curentele raţionalismului, furtunile ereziilor, valurile ironiei, batjocurii, puţinei credinţe. “Doamne, mântuieşte-ne!”, să spună fiecare din noi şi “Înmulţeşte-ne nouă credinţa!” (Matei 14, 30; Luca 17,5).

***

Iubiţii mei, aceste puţine lucruri am vrut să vi le spun.
Toţi în acestă viaţă suntem încercaţi. Încercăm necazuri. Necazurile sunt valurile, care lovesc barca vieţii noastre zi de zi. Călătorim pe o mare în furtună. Dar să nu deznădăjduim! La capăt ne aşteaptă limanul.
Într-un sat din regiunea noastră a avut loc un deces. A murit nu vreun bătrân, ci o copilă tânără de douăzeci de ani. În floarea vârstei. A venit moartea şi a luat-o pe această fată binecuvântată, pentru care părinţii ei îşi făceau vise de aur. A luat-o şi se tânguieşte acum întreg satul. Ne vom duce acum să cântăm acolo slujba de ieşire, înmormântarea, şi să-i mângâiem pe cei îndoliaţi, pe cei ce plâng. Mângâierea noastră este credinţa în învierea de obşte.
Câţi vrem să ne mântuim, aici pe acest pământ vom trece prin necazuri, multe necazuri. Nu o spun eu. O spune de Dumnezeu insuflatul cuvânt: “Prin multe necazuri trebuie să intrăm noi în Împărăţia lui Dumnezeu” (Fapte 14, 22); ca să ne învrednicim adică împărăţiei celei cereşti, se cuvine să trecem prin furtuna necazurilor. Dar să nu deznădăjduim! Cine Îl iubeşte pe Dumnezeu şi rămâne credincios Lui, la sfârşit, şi din necazuri va ieşi folosit.
De aceea, să răbdăm necazurile cu nădejdea în Dumnezeu şi cu curaj în victorie. Un poet credincios a scris:
“Şi chiar dacă nu-mi rămâne-n lume
Un loc unde să mă sprijin sau să stau,
Acolo sus e Dumnezeul meu;
Cum aş putea să deznădăjduiesc?”.

Şi să presupunem că m-au părăsit toţi, şi rude şi prieteni şi cunoscuţi, şi că mă aflu într-o situaţie dificilă şi nu am unde şi nu am pe ce să mă sprijin şi unde să stau, acolo sus este Dumnezeul meu, cum pot să deznădăjduiesc?
Aşadar, în Domnul nostru Iisus Hristos, Care trăieşte şi împărăţeşte în veci, să avem nădejdea noastră, credinţa noastră, şi Dumnezeu nu ne va părăsi niciodată. Amin.

†Episcopul Augustin
(Sfânta Biserică a Sfântului Gheorghe Tripotamou – Florina 16.08.1992)

(traducere: ML, sursa: http://www.augoustinos-kantiotis.gr/?p=14064)

«Γαλιλαια των εθνων»

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιαν 7th, 2010 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ μετὰ τὰ  Φῶτα (Ματθ. 4,12-17)

«Γαλιλαια των εθνων»

«Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν» (Ματθ. 4,15)

Δυὸ λέξεις εἶν᾽ αὐτές, ἀγαπητοί μου, ἀλλὰ τί σημασία ἔ­χουν; Αὐτὸ θὰ προσπαθήσου­με νὰ ἐξηγήσουμε μὲ ἁπλᾶ λόγια.
Πρὶν λίγες μέρες μᾶς ἐλέησε ὁ Θεὸς νὰ ἑ­ορτάσουμε τὴν ἑ­ορτὴ τῶν Φώτων. Σήμερα εἶ­νε Κυριακὴ μετὰ τὰ Φῶτα. Ὕμνοι καὶ ἀναγνώ­σματα εἶνε σχετικοὶ μὲ τὴν ἡμέρα τῶν Φώτων.

* * *

Τί βλέπου­με στὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσαμε; Δὲν βλέπουμε σήμερα τὸ Χριστὸ οὔτε βρέφος στὴν ἀγκάλη τῆς Παναγίας, οὔτε ὀκτὼ ἡ­με­ρῶν νὰ περιτέμνεται, οὔτε νήπιο σαράν­τα ἡ­μερῶν νὰ προσάγεται στὸ ναό, οὔτε παι­δὶ δώδεκα χρονῶν νὰ πηγαίνῃ μὲ τὴν παρθένο Μαρία πάσχα στὰ Ἰεροσόλυμα γιὰ νὰ προσ­κυ­νήσῃ στὸ ναό. Μεγάλωσε πλέον, ἔγινε τέλειος ἄνδρας· εἶ­νε τριάντα ἐ­τῶν. Τότε ἔφυγε ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ, πῆγε στὸν Ἰορδάνη καὶ βαπτίσθηκε ἀπὸ τὸν Ἰωάννη. Μετὰ πῆγε στὴν ἔρημο, κ᾽ ἐκεῖ σαράντα μέρες πάλεψε μὲ τὸ διάβολο καὶ τὸν νίκησε. Καὶ μετά; Μετὰ ἦρθε πάλι στὸν κόσμο, καὶ ἄρχισε νὰ κηρύττῃ. Ποῦ κήρυξε γιὰ πρώτη φορά; σὲ καμμιὰ μεγάλη πόλι; Ὄχι. Τὰ πρῶτα λόγια του ὁ Χριστὸς τὰ εἶπε σὲ μιὰ ταπεινὴ περιφρονημένη περιοχὴ τοῦ Ἰσραήλ, στὸ βόρειο μέρος τῆς Παλαιστίνης, ἐκεῖ ποὺ κατοικοῦσαν οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ζαβουλὼν καὶ τοῦ Νεφθαλείμ. Καὶ τὸ γεγο­νὸς αὐτό, ὅτι θὰ πήγαινε ὁ Χριστὸς ἐκεῖ, εἶχε προφητευθῆ ἀπὸ τὸν Ἠσαΐα πρὶν 800 χρόνια. Καὶ πῶς ὀνομάζει ὁ Ἠσαΐας τὰ μέρη αὐτά· «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν» (Ἡσ. 9,1· Ματθ. 4,15). Ἐκεῖ, λέει, ὁ λαὸς εἶδε φῶς, ἀνέτειλε φῶς σ᾽ αὐ­τοὺς ποὺ κατοικοῦσαν στὸ σκοτάδι. Καὶ μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ἐννοεῖ τὸ «Μετανοεῖτε» (Ματθ. 4,17), ποὺ ἀκούστηκε ἐκεῖ γιὰ πρώτη φορά.
Γιατί ἆραγε τὸ μέρος αὐτὸ τῆς ἁγίας γῆς ὀ­νομάζεται «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν»; Ἔχει σημα­σία. Ὀνομάζεται ἔτσι, διότι αὐτοὶ ποὺ κατοικοῦ­σαν ἐκεῖ στὰ σύνορα δὲν ἦταν ἀμιγεῖς Ἰσ­ρα­ηλῖτες. Εἶχαν ἀνακατευθῆ μὲ ἔθνη εἰ­δωλολατρικά, ποὺ δὲν γνώριζαν τὸν ἀληθινὸ Θεό, καὶ εἶχαν ἐπηρεασθῆ ἀπὸ τὸν τρόπο ζωῆς καὶ τὴ λατρεία τους. Δὲν ἦταν πλέον οἱ γνήσιοι Ἰσ­ραηλῖτες· εἶχαν ὑποστῆ ἐπίδρασι ἀπὸ τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα τῶν εἰδωλολατρῶν γειτόνων. Εἶχαν γίνει λαὸς ἀνάμικτος, ἀνακατεμένος, παρδαλός.
Αὐτὸ σημαίνει «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν». Ἀλ­λὰ ἡ φράσι αὐτή, σήμε­ρα, ταιριάζει καὶ σ᾽ ἐμᾶς. Ἐμεῖς πρέπει νὰ ὀνομαστοῦμε ἔτσι. Γράψτε σ᾽ ἕνα πίνακα· Ἑλλὰς = «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν».

* * *

Ἦταν κάποτε ἡ Ἑλλὰς ἕνα καθαρὸ ἔθνος, μία ἀμιγὴς χώρα, μία καθαρὴ φυλή, λαὸς χριστιανικός. Εἶνε τὸ πρῶτο ἔθνος ποὺ πίστε­ψε στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Στὴ μικρὴ αὐτὴ εὐλογημένη γωνιὰ ἱδρύθηκαν οἱ πρῶ­τες ἐκκλησίες, καὶ ὅλοι ζοῦσαν σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, μὲ ἀληθινὴ εὐγένεια, ἀπηλλα­γμένοι πιὰ ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρία.
Ἀλλὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τί ἔπαθε ἡ πατρί­­δα μας, ἡ ὀρθόδοξος χριστιανικὴ Ἑλλάς; Ἀ­να­κατευτήκαμε. Βγήκαμε ἔξω, ταξιδέψαμε, πή­γαμε σὲ ξένα κράτη, ἐπικοινωνήσαμε μὲ Εὐ­ρωπαίους καὶ ἄλλους λαούς. Πέντε ἑκατομμύρια εἶνε οἱ Ἕλληνες ποὺ βρίσκονται σκορπισμένοι στὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζον­τος. Ἄνοιξαν ἔπειτα οἱ πόρτες τῆς Ἑλλάδος, ἦρ­θαν ξένοι σ᾽ ἐμᾶς. Ἑκατομμύρια του­ρῖ­στες δε­χόμαστε κάθε χρόνο ἀπ᾽ ὅλο τὸν κό­­σμο. Μὲ ῥα­διόφωνα τηλεοράσεις καὶ ἔντυπα μᾶς μεταδί­δονται κακὲς συνήθειες καὶ ξένα ἔθιμα. Καὶ τί πάθαμε· ἀλλοιώσαμε τὸ χαρακτῆρα μας, νοθεύ­σαμε τὰ ἤθη μας, χάσαμε τὴν παράδοσί μας. Γίναμε αὐτὸ ποὺ λέει τὸ εὐαγγέλιο, «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν»! Ὅλοι ἔχουμε ἐπηρεασθῆ.
Μήπως ὑπερβάλλω; Ὅπως ντύνονται ―μᾶλ­­λον γδύνονται― οἱ ξένοι, ἔτσι κ᾽ ἐ­μεῖς. Κολυμ­­ποῦν ἐκεῖνοι ἀνακατεμένοι, ἀρσενικοὶ καὶ θηλυκοὶ μαζὶ στὰ μπαὶν – μίξτ; τὸ ἴδιο κ᾽ ἐ­μεῖς. Χο­ρεύουν ἐκεῖνοι ἀνήθικους χορούς; τοὺς ἀκολουθοῦμε. Τραγουδοῦν ἐ­κεῖνοι ἔκφυλα τραγούδια; τὰ ἴδια κ᾽ ἐ­μεῖς. Ποῦ εἶνε τὰ τραγούδια ποὺ ἔλεγαν οἱ πρόγονοί μας; ποῦ εἶνε τὸ σεμνὸ ντύσιμο τῶν Ἑλ­ληνίδων; Ὅλα πλέον ἄλλαξαν. Καὶ ἡ γλῶσσα μας ἀκόμα κοντεύει νὰ χαθῇ. Ἕνας πολιτι­κὸς καυχήθηκε, ὅτι θὰ κάνῃ τὴν Ἑλλάδα Εὐ­ρώπη. Καὶ κάποια κυρία εἶπε ὅτι θὰ κάνῃ τὶς Ἑλληνίδες νὰ σκέπτων­ται καὶ νὰ ζοῦν σὰν Ἀμερικᾶνες. Καὶ τί θὰ μεί­νῃ πλέον ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, τὰ βουνὰ καὶ τὰ λαγ­­κάδια; Ὅλα τ᾽ ἀλλάξαμε. Τί ἔμεινε; Τὸ τομάρι μας μόνο. Γίναμε «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν».
Ἂν ὅμως ἔχῃ ἀξία ἡ Ἑλλάς, ἡ ἀξία της εἶνε ὅτι ἔ­χει μία δική της φυσιογνωμία, ἕναν ἰδιαίτερο πολιτισμό· καὶ ὁ πολιτισμός της εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶνε ἡ ψυχὴ τῆς Ἑλ­λάδος· ἂν χάσουμε τὴν Ὀρθοδοξία, χάσαμε τὴν Ἑλλάδα. Θέλετε τώρα μερικὰ παραδεί­γμα­τα, γιὰ νὰ δῆτε ὅτι χάνουμε αὐτὸ τὸν ὡραῖο πολιτισμὸ ποὺ εἴχαμε, τὴν Ὀρθοδοξία μας;
⃝ Ἄλλοτε, χω­ρὶς νὰ χτυποῦν καμπάνες ―ὁ Τοῦρκος δὲν ἐ­πέτρεπε―, τὴν Κυριακὴ ὅλη ἡ οἰκογένεια, μάνα πατέρας παιδιά, ἦταν στὴν ἐκκλησία. Δεῖξτε μου σήμερα, πόσες οἰ­κογένειες ἐκκλησιάζονται; Γέμισε ἡ πατρίδα μας κέν­τρα διασκε­δάσεως κατὰ τὰ δυτικὰ πρότυπα· ἐκεῖ ξενυχτοῦν οἱ Ἕλληνες, καὶ ἡ κυβέρνησις παρατείνει τὴ λειτουργία τους μέχρι τὶς πρωινὲς ὧρες. Ποιός νὰ ἐκκλησιασθῇ; Κοιμοῦνται. Πάει ὁ ἐκκλησιασμός. Γίναμε «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν». Δὲν μιμούμεθα τὰ καλὰ τῶν ξένων, μιμούμεθα μόνο τὰ κακά.
⃝ Ἄλλο παράδειγμα. Ἄντρες καὶ γυναῖκες ἑ­ωρτάζαμε ἄλλοτε τὴν ἡ­μέρα τῆς μνήμης τοῦ ἁ­γίου μας· ὁ Νίκος τοῦ ἁγίου Νικολάου, ὁ Σπύ­ρος τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, ὁ Βασίλης τοῦ ἁ­γίου Βασιλείου, ὁ Μιχάλης τῶν Ταξιαρχῶν, κ.τ.λ.. Ὡραῖο ἔθιμο. Πάει πλέον κι αὐτό. Τώρα ἑορτάζουν τὰ γενέθλια, ποὺ δὲν εἶνε ὀρθόδοξο ἔθιμο, εἶνε φράγκικο. «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν».
⃝ Χτυποῦσε ἄλλοτε ἡ καμ­πάνα τρεῖς ἡ ὥρα τὴ νύχτα τῶν Χριστουγέννων, καὶ ὅλοι πλυμέ­νοι, καθαροί, ἐξωμολογημένοι, πήγαιναν μὲ τὰ φανάρια στὴν ἐκκλησία ν᾽ ἀκούσουν τὸ «Χριστὸς γεννᾶται…». Τώρα τὰ Χριστούγεννα ξενυχτοῦν στὰ ξενόφερτα ρεβεγιόν. Χάσαμε ἐκεῖνο τὸ ὀρ­θόδοξο ὕφος, ξεπουλήσαμε τὰ πάντα. Ἐπιτρέψτε μου νὰ μεταχειρισθῶ σκληρὴ λέξι γιὰ νὰ μὲ καταλάβετε· μπασταρδέψαμε. Γίναμε «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν».
⃝ Προχωρῶ σὲ κάτι ἄλλο. Στὴν Ἑλλάδα ἄλλοτε δὲν ἔβγαινε διαζύγιο. Τώρα; Φάμπρικα! Ἀπὸ τὰ διαζύγια ζοῦν οἱ δικηγόροι. Διώχνουν τὶς γυ­ναῖκες τους οἱ ξένοι; τὶς διώχνουν καὶ οἱ Ἕλ­λη­νες, ἀφοῦ οἱ νέοι νόμοι διευκολύνουν. «Γα­λιλαία τῶν ἐθνῶν» καταντήσαμε, ξεφύγαμε.
⃝ Καὶ κάτι ἐκφυλιστικό. Ἄλλοτε, ἂν ἀκουγόταν ὅτι κάποιος εἶνε ὁμοφυλόφιλος, ὅτι δηλα­δή, ἐνῷ εἶνε ἄντρας, δὲ σμίγει μὲ γυναῖκα ἀλ­λὰ σμίγει μὲ ἄντρα, αὐτὸ ἐθεωρεῖτο βδέλυ­γμα. Τὸ ἔκαναν οἱ Ἄγγλοι στὸ Λονδῖ­νο· εἶνε νό­σημα τῶν λόρδων. Τώρα ἀπὸ ᾽κεῖ ἦρθε κ᾽ ἐδῶ. Οἱ ὁ­μοφυλόφιλοι ἔκαναν καὶ σωματεῖο! Οἱ φτωχοὶ πρόγονοί μας κατοικοῦσαν σὲ καλύβες, ἀλλὰ ζοῦσαν σὰν ἄγγελοι. Τώρα σὲ πολυκατοικίες μὲ ὅλα τὰ κομφὸρ ζοῦν δαίμονες, κτήνη, καὶ χειρότερα. Καὶ ἡ τιμωρία εἶνε, ὅτι ἀπὸ τὴν ὁ­μοφυλοφιλία καὶ τὴ σαρκολατρία ἐν γένει προ­ῆλθε τὸ ἔιτζ, φοβερὴ ἀσθένεια. Καὶ ἔχουμε ἤδη χιλιάδες κρούσματα· διότι μεταδίδεται ἡ ἀσθένεια αὐτή. Ξεπάστρεμα τῆς ἐκφύλου γενεᾶς μας, ποὺ ἔγινε «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν».

* * *

Τί μᾶς μένει, ἀγαπητοί μου; Ν᾽ ἀκούσουμε καὶ νὰ ἐφαρμόσουμε ἐκείνη τὴν πρώτη λέξι ποὺ εἶπε ὁ Χριστός. Ὅλες οἱ λέξεις τοῦ Χριστοῦ μας ἔ­χουν ἀξία, ἀλ­λὰ ἰδιαιτέρως ἡ πρώτη καὶ ἡ τελευταία ποὺ εἶπε. Ἡ πρώτη λέξι ποὺ βγῆκε ἀ­πὸ τὰ πανάχραντα χείλη τοῦ Χριστοῦ μας εἶ­νε τὸ «Μετανοεῖτε» (Ματθ. 4,17), καὶ ἡ τελευ­ταία λέξι ποὺ εἶπε ἐπάνω στὸ σταυρὸ εἶνε τὸ «Τετέλεσται» (Ἰωάν. 19,30).
«Μετανοεῖτε», εἶπε ὁ Χριστός. «Μετανοεῖ­τε» ἄντρες καὶ γυναῖκες, κλῆρος καὶ λαός, μικροὶ καὶ μεγάλοι. Ὁ δρόμος ποὺ πήραμε εἶ­νε λάθος. Σωστὸς δρόμος εἶνε μόνο ἡ ὁδὸς ὅπου μᾶς καλεῖ ὁ Χριστός. Ξεφύγαμε, ἀπομακρυνθήκαμε, βρεθήκαμε μακριὰ ἀπὸ τὶς ῥίζες μας. Γίναμε Εὐρωπαῖοι, λαὸς ἔκφυλος, γεμᾶτος ἐ­λαττώματα. Ποῦ εἶνε οἱ προγονικὲς ἀρετές; ποῦ εἶνε ἡ εὐγένεια, ἡ σεμνότης, ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐρ­γατικότης, ἡ τιμιότης, ἡ φιλαλήθεια, ἡ συνέπεια, ἡ ἀκρίβεια;… Γίναμε «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν», λαὸς μπάσταρδος, φύγαμε μακριὰ ἀπὸ τὸ Θεό. Ἕνα μᾶς ὑπολείπεται· νὰ μετανοήσουμε, μετάνοια καὶ ἐξομολόγησις.
Εἴθε ὁ Θεὸς νὰ μᾶς δώσῃ ἕνα δάκρυ, δάκρυ ἀπὸ ᾽κεῖνα ποὺ ἔχυναν οἱ ἅγιοι, κι αὐτὸ νὰ γί­νῃ Ἰορδάνης, μέσα στὸν ὁποῖο θὰ πλύνουμε τὰ ἁ­μαρτήματά μας. Διαφορετικά, μᾶς περιμένει τσεκούρι καὶ φωτιά. Τὸ εἶπε ὁ Πρόδρομος· Δέν­τρο, ποὺ δὲν κάνει καρπό, «ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται» (Ματθ. 3,10)· τὸ ἄκαρπο δέντρο τὸ κόβουν καὶ τὸ καῖνε. Γι᾽ αὐτὸ «Μετανοεῖτε».
Εἴθε, ἀγαπητοί μου, τὰ ἁπλᾶ καὶ φτωχὰ αὐ­τὰ λόγια, ποὺ σᾶς εἶπα, νὰ τὰ ἐφαρμόσετε.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης 11-1-1987)