Αυγουστίνος Καντιώτης



ΠΛΑΣΙΣ – ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ

date Μαρ 7th, 2012 | filed Filed under: Xαιρετισμοι της Παναγιας

Δ΄ Στάσις Χαιρετισμῶν

ΠΛΑΣΙΣ – ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ

«Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως» (Ἀκάθ. ὕμν. Τ2α΄)

Ο Ἀκάθιστος ὕμνος, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἕνα ἐμπνευσμένο ποιητικὸ ἀριστούργημα, ποὺ γιὰ πρώτη φορὰ ἐψάλη στὸ ναὸ τῶν Βλαχερνῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸ 626 μ.Χ.. Εἶ­νε μιὰ ἱερὰ ἀνθοδέσμη, ἕνα ὑπέροχο ἐγκώμιο τῆς Παναγί­ας, μιὰ ἐπανάληψις καὶ ἀνάπτυξις γεμάτη νοήματα τοῦ πρώτου ἐκείνου «Χαῖρε» ποὺ ἀκούστηκε ἀπὸ τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ (Λουκ. 1,28), ὅταν «ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη εἰπεῖν τῇ Θεοτόκῳ τὸ Χαῖρε» (Ἀ­κάθ. ὕμν. Α). Αὐτὸ τὸ «χαῖρε» ἐπαναλαμβάνει ὁ Ἀκά­θιστος ὕμνος 144 φορές· 144 λουλούδια πλέκουν τὸ στεφάνι τοῦ Ἀκαθίστου ὕμνου.
Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ θὰ προσπα­θήσου­με νὰ ἑρμηνεύσουμε τὸν χαιρετισμὸ ποὺ λέει· «Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως» (Ἀ­κάθ. ὕμν. Τ2α΄).

* * *

Παίρνουμε, ἀγαπητοί μου, τὴ λέξι «ἀνάπλα­­σις», ποὺ κυριαρχεῖ ἐδῶ καὶ μᾶς ἀνοίγει πέλα­γος θείων νο­ημάτων. «Ἀ­νάπλασις» εἶ­νε λέξι τῆς ἀθανάτου ἀρχαίας ἑλ­ληνικῆς γλώσ­σης. Δὲν εἶνε εὔκολο νὰ μεταφρασθῇ στὴ δη­μοτική. Εἶ­νε λέξι σύν­θετη – ἂς ποῦμε καὶ λίγη γραμματι­κή, για­τὶ σιγὰ – σιγὰ δὲν θὰ διδάσκεται στὰ σχολεῖα καὶ σὲ λίγο τὰ παιδιὰ τῆς Ἑλ­λάδος δὲν θὰ καταλαβαίνουν τὸν Ἀκάθιστο ὕ­­μνο· θὰ χρειαστοῦν πάλι, ὅπως φαίνεται, κρυ­φὰ σχο­­λειὰ γιὰ διδασκαλία τῆς γλώσσης τῶν προγόνων μας. «Ἀνά­πλασις» λοιπὸν εἶνε λέξι σύν­θετη ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο μέρη· πρῶ­το συν­θετικὸ εἶνε ἡ πρόθεσις «ἀνὰ» (ποὺ σημαί­νει ἐ­πανάληψι, ὅτι κάτι ἐπαναλαμβάνεται) καὶ δεύ­τερο τὸ οὐσιαστικὸ «πλάσις». Διακρίνουμε λοιπὸν δύο ἔν­νοι­ες, «πλάσις» καὶ «ἀνά-πλασις» – νέα πλάσις. Ἡ Παν­αγία δηλαδὴ στὸν χαιρετισμὸ αὐτὸν ὑ­μνεῖ­ται ὡς ἐκείνη ἀπὸ τὴν ὁποία ἄρχισε ἡ «νοη­τὴ» (δηλαδὴ πνευματική) νέα πλάσις.
Τί θὰ πῇ πλάσις; «Δημιουργία». Τίνος δημι­ουργία; Τοῦ ἀν­θρώπου, ὁ ὁποῖος εἶνε ἡ κορυφὴ ὅ­λης τῆς θείας δημιουργίας.
Βλέποντας ἕνα ἄγαλμα, καὶ μάλιστα ἀπὸ ἐ­κεῖνα ποὺ λάξευσαν ἀρ­χαῖοι καλλιτέχνες, δὲν διανοεῖται ποτὲ καν­εὶς ὅτι ἔτσι μό­νο του βγῆ­κε ἀ­πὸ τὰ σπλάχνα τῆς γῆς. Τὸ κάθε ἄγαλμα ἔ­χει τὸ δημιουρ­γό του. Γι᾽ αὐτὸ στὶς βάσεις τῶν ἀ­γαλμά­των συ­χνὰ ὑ­πάρχει σκαλισμένο τὸ ὄνο­μα· «Φει­δίας ἐποίει», ὁ Φειδίας τὸ ἔκανε. Καὶ πρά­­γματι, γιὰ νὰ γίνῃ ἕ­να ἄγαλμα χρειάζεται γλύπτης προικισμένος μὲ φαντασία καὶ σύλληψι, ποὺ θὰ καταβάλῃ κόπο, μόχθο, καὶ θὰ διαθέ­σῃ χρόνο ἢ χρόνια στὸ ἐργαστήριό του μέχρι νὰ γίνουν τὰ ἀποκαλυπτήρια τοῦ ἀγάλματος.
Ἐὰν λοιπὸν γιὰ ἕνα ἄψυχο ἄγαλμα κανείς λογικὸς δὲν τολμᾷ νὰ πῇ ὅτι ἔγινε μόνο του, ἀλ­λὰ ὅ­λοι παραδεχώμαστε ὅτι πίσω ἀπὸ αὐτὸ ὑ­πάρχει τεχνίτης, πῶς θὰ παραδεχθοῦ­με ὅτι ὁ ἄν­θρωπος, τὸ ἔμψυχο ἄγαλμα, μὲ αἰσθήσεις, μὲ συνείδησι, μὲ βούλη­σι, μὲ κίνησι, μὲ ὁμιλία, δὲν ἔχει δημιουργό; Ποιός λοιπὸν τὸν δη­μιούργησε; Μία ἡ λογικὴ ἀπάντησι· ὁ Θεός…
Ὑπέροχη σύνθεσι ὁ ἄν­θρωπος. Ἀπὸ τί ἀποτελεῖται; Ἀπὸ δύο συστατικά. Τὸ ἕνα εἶνε ἡ ὕλη. Καθένας μας ἔχει κάποιο βάρος· ἔχει σάρκες, ὀστᾶ, φλέβες, νεῦ­ρα. Πῆραν τὸ σῶμα ἑνὸς νεκροῦ ποὺ ζύγιζε 65 κιλά, τὸ ἀνέλυσαν στὸ χημεῖο καὶ βρῆ­καν ἀπὸ τί ἀ­ποτελεῖ­ται (βλ. ἡμ. βιβλ. Θαύματα σ. 121). Ἡ χημική του σύστασι εἶνε· 45 κι­λὰ νερό, λί­πος γιὰ νὰ γίνουν 7 σαπούνια, ἄν­θρακας γιὰ νὰ γίνουν 9.000 μολύβια, φωσ­φό­ρος γιὰ 2.200 σπίρτα, μαγνήσιο γιὰ μιὰ δόσι καθαρτικοῦ, σίδερο γιὰ ἕνα καρφί, ἀσβέστης γιὰ ν᾽ ἀσβεστω­θῇ ὁ τοῖ­χος ἑ­νὸς μικροῦ δωματίου, ποτάσ­σα γιὰ ἕνα βεγγαλικό. Ὅλα αὐτὰ φτηνὰ εἶνε, εὔ­κολα τ᾽ ἀ­γοράζεις. Ἔλα λοι­πόν, ἐπιστήμη, νὰ σοῦ δώσω ἐγὼ τὰ ὑλικὰ κ᾽ ἐ­σὺ νὰ τὰ ζυμώσῃς νὰ φτειά­ξῃς ἄνθρωπο. Μπορεῖς; Ὄχι· μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ. Γι᾽ αὐτὸ ὅποιος ἀρνεῖται τὸ Δημιουργὸ παρα­λογίζονται. «Εἶπεν ἄφρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἔστι Θεός» (Ψαλμ.13,1).
Θαυμαστὴ ἡ πλάσις τοῦ σώματος τοῦ ἀν­θρώπου. Ἀλλὰ πιὸ θαυμαστὸ εἶνε τὸ ἄλλο συστατικό του, ἡ ψυχή. Οἱ ἄφρονες ἀρνοῦνται τὴν ὕπαρξι τῆς ψυχῆς, ἀλλ᾽ ἐκεῖ ἑδρεύει ἡ σκέψις ποὺ σὲ πάει στὰ οὐράνια, ἡ ἔμπνευσις ποὺ δημιουργεῖ ἔργα ὅπως ἡ Ἰλιάδα καὶ ἡ Ὀ­δύσσεια τοῦ Ὁμήρου, ἡ κρίσις ποὺ βγάζει ἀ­ποφάσεις καὶ συμπεράσματα, ἡ φαντασία ποὺ συλλαμβάνει ἐφευρέσεις καὶ κάνει ἀνακαλύψεις, καὶ πρὸ παντὸς ἡ συνείδησις ποὺ ἐλέγχει σὰν ἀδέκαστος εἰσαγγελεύς.
Ἡ Γραφὴ λέει ὅτι «ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄν­θρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶ­σαν» (Γέν. 2,7). Ἡ ψυχὴ εἶνε τρόπον τινὰ τὸ φύση­μα τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ σῶμα μας πλασμένο ἀπὸ χῶμα. Γι᾽ αὐ­τὸ καὶ γιὰ τὸ τέλος τῆς ζωῆς μας λέει· «Γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσει» (ἔ.ἀ. 3,19), χῶ­μα εἶσαι καὶ στὸ χῶμα θὰ πᾷς. Ὑλικὸ καὶ πρόσ­καιρο τὸ σῶ­μα τοῦτο, ἀθάνατη ἡ ψυχή. Δὲν ἔ­χει βέβαια χέρια καὶ στόμα ὁ Θεός, ἀφοῦ εἶνε ἀπόλυτο πνεῦμα. Αὐτὸ εἶνε μία ἔκφρασι ἀν­θρωποπαθής, ὅπως λένε οἱ θεολόγοι, γιὰ νὰ γί­νεται ἁ­πλὸ καὶ κατανοητὸ τὸ δύσκολο καὶ ὑ­περφυ­ές. Αὐτὴ εἶνε ἡ πλάσις τοῦ ἀνθρώπου.
Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· ἔμεινε ὁ ἄνθρωπος στὸ ὕψος ποὺ τὸν ἔπλασε ὁ Θεός; Ὄχι δυ­σ­τυχῶς. Ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα ἔπεσαν στὸ λεγόμενο προπατορικὸ ἁμάρτημα. Μετὰ ἀπ᾽ αὐ­τὸ ἀκ­ολούθησε μεγάλη φθορά. Δὲν μποροῦ­με νὰ φανταστοῦμε πῶς ἦταν ὁ ἄνθρωπος πρὸ τῆς πτώ­σεως. Στὸν παράδεισο δὲν ὑπῆρχε μικρό­βιο καὶ ἀσθένεια, καὶ δὲν χρειαζόταν φάρμακο καὶ γιατρός. Ὅπως οἱ ἄγγελοι ἔτσι καὶ ὁ ἄν­θρωπος πλάστηκε ἄφθαρτος καὶ ἀθάνα­τος, ὑ­πὸ ἕνα ὅρο· νὰ ὑπακούῃ στὸ Θεό. Διαφορετι­κά, ὁ Θεὸς προ­ειδοποίησε· «θανάτῳ ἀποθανεῖ­σθε» (ἔ.ἀ. 2,17). Ὁ ὅ­ρος αὐτὸς δὲν τηρήθηκε καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶνε οἱ ἀσθένειες καὶ ὁ θάνατος τοῦ σώματος. Ἡ φθορὰ φαίνεται ἀκόμα περισσότε­ρο στὸ λογικὸ τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν σκέ­πτεται σωστά, λησμονεῖ, παθαίνει σύγχυσι, συγ­­κρού­εται μὲ τὸ δι­πλανό του, δὲν μποροῦν νὰ συν­εννοηθοῦν. Κι ὅσο πιὸ ψηλά, τόσο πιὸ δύσ­κο­­λα· δυὸ χωρικοὶ μπορεῖ κάποτε νὰ συμβιβαστοῦν, δυὸ διπλωμάτες μεγάλων δυνάμε­ων δύσκολο. Φθορὰ στὸ νοῦ, φθορὰ στὸ συναί­σθη­μα, φθορὰ στὴ βούλησι. Ἔπεσε πολὺ χαμη­λά. «Ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρα­συνε­βλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡ­μοιώθη αὐτοῖς» (Ψαλμ. 48,13,21).
Τὸ ἔμψυχο ἄγαλμα ἔπεσε στὴ λάσπη. Δὲν ἔ­μεινε ὅμως ἐκεῖ. Ὅταν ἡ Παναγία γέννησε τὸ Χριστό, τότε ἦλ­θε ἡ «νοητὴ ἀνάπλασις», ἡ νέα πνευματικὴ δη­μιουργία. Ὅ­πως οἱ ἀρχαιολόγοι παίρνουν τὰ κομμάτια ἑ­νὸς σπασμένου ἀγάλματος ποὺ βρῆκαν σὲ ἀ­νασκαφή, τὰ συν­­αρμολογοῦν καὶ τὸ ἄγαλμα ξαναβρίσκει τὴν πρώτη του μορφή, ἔτσι ἔγινε καὶ μὲ τὸν ἄν­θρωπο· διὰ τοῦ Χριστοῦ ἐπανέρχεται στὸ ἀρ­χαῖο κάλλος. Εἶνε σὰν ἕνα ἄλ­λο ἄγαλμα ποὺ ἀνέσυραν μπλεγμένο στὰ δίχτυα τους ψαρᾶ­δων στὸ Σαρωνικό, γεμᾶτο φύκια καὶ λάσπη, κι ἀφοῦ τὸ ἔπλυναν καὶ τὸ καθάρισαν ἔλαμψε ἡ ὀμορφιά του. Ἢ εἶνε σὰν τὶς ἐ­πεμ­βάσεις στὰ ἰνστιτοῦτα αἰσθητικῆς, ποὺ προσπαθοῦν μὲ πλαστικὲς ἐγ­χειρήσεις, ἐὰν κάποιος ἀπὸ τραῦ­μα ἢ ἄλλη αἰ­τία ἔχῃ ἐλάττωμα π.χ. στὸ πρόσω­πο ἢ κάπου ἀλλοῦ, νὰ τὸν ἀποκαταστήσουν (λέει κι ὁ Ἱπποκράτης κάπου, ὅτι μία γυναίκα εἶ­χε στραβὴ μύτη καὶ ὁ γιατρὸς τὴν ἴσιωσε). Ὁ Χρι­στὸς χαρίζει τὴν ἀνάπλασι· ὄχι μία ἐπιφανειακὴ ἀλλὰ τὴ ῥιζικὴ καὶ πλήρη ἀποκατάστασι.
Ἀνάπλασις λοιπόν, ἢ μετασχηματισμός. Σή­μερα ἀκούγεται ἡ λέξι ἀλλαγή. Ἀλλὰ εἶνε ψέμα. Δὲν ἀλλάζει εὔκολα ὁ ἄνθρωπος. Γιὰ ν᾽ ἀλλά­ξῃ, πρέπει ν᾽ ἀλλάξῃ ἡ καρδιά. Καὶ τὴν καρδιὰ ἕνας μόνο τὴν ἀλλάζει, ὁ Χριστός. Αὐτὴ εἶνε ἡ πίστι μας καὶ αὐ­τὸ διακηρρύσει ὁ βαθυστόχαστος χαιρετισμὸς «Χαῖ­ρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως». Ὁ Ἀδὰμ ἐκ­προσωπεῖ τὴν πλάσι· ὁ Χριστός, ὁ νέος Ἀδάμ, ἐκπροσωπεῖ τὴν ἀνάπλασι, τὴν ἀνακαίνισι, τὴ νέα κτίσι. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς προῆλθε ἀπὸ τὴν Παναγία, ὁ ποιητὴς τοῦ Ἀκαθίστου, ὅπως λένε οἱ ἑρμηνευταί, «βλέ­­πει αὐτὴν ὡς τὴν πρώτην ἀρ­χὴν τῆς νέας δημι­ουργίας, ὡς τὸ πρῶτον πλά­σμα ποὺ εἰσέρχεται εἰς τὴν “καινὴν κτίσιν”» (Ἐπ. Θεοδωροπούλου, Ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος μετὰ ἑρμηνείας, Ἀθῆναι 19744, σ. 182). Ἡ Πανα­γία ἔ­φερε τὸν Χριστό, καὶ ὁ Χριστὸς πῆρε τὸν ἄν­θρωπο καὶ τὸν ἔκανε νέα φύσι. Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ Χριστὸ βλέπει, ἀκούει, σκέπτεται, αἰσθά­νεται, πράττει διαφορετικά. Νέος ἄνθρωπος, νέα κτίσις, νέο δημιούργημα. Αὐτὸ θὰ πῇ «ἀνάπλασις».

* * *

«Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως». Ἡ ἀν­θρωπότης, ἀδελφοί μου, δὲν θὰ δῇ ἀλλαγὴ καὶ μετασχηματισμό, ἐφ᾽ ὅσον θὰ μένῃ μακριὰ ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ ἔπλασε καὶ ἀνέπλασε τὴν καρδιά μας καὶ δημιούργησε τὸ νέο ἄν­θρωπο, τὸν ἄν­θρωπο τῆς καινῆς διαθήκης. Ὄχι! Τότε μόνο ὁ κόσμος θὰ δῇ ἀλλαγή, ὅταν πάψῃ ὡς πρότυπο καὶ μοντέλο νὰ ἔχῃ τὸν πιθηκάνθρω­πο καὶ θὰ θέσῃ τὸν Θεάνθρωπο. Μὲ ὀραγγοτάγγους δὲν πάει μπροστὰ ἡ ἀν­θρωπότης, θὰ γί­νῃ θηρίο καὶ ζούγκλα. Ἐμεῖς ἔχουμε πρότυπο τὸν Θεάνθρωπο· ὅν, παῖ­δες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑ­περυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης Παρασκευὴ 11-4-1986 βράδυ)

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.