Αυγουστίνος Καντιώτης



ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

date Μαι 4th, 2014 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Εὐαγγέλια
Τῶν Μυροφόρων (Μᾶρκ. 15,43 – 16,8)

Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΚΒ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 1171

Γιατί στὶς μυροφόρες τὸ πρῶτο «Χριστὸς ἀνέστη»;

«Ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· Μὴ ἐκθαμβεῖσθε· Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε…»

ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ, ἀγαπητοί μου, νὰ ἑορτάζουμε τὸ μέγα, τὸ κοσμοσωτήριο γεγονὸς τῆς ἀναστάσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Οἱ περισσότεροι ὕμνοι ποὺ ψάλλονται τὴν περίοδο αὐτὴ ὡς θέμα ἔχουν τὴν ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ θεία λειτουργία, ποὺ γίνεται τὶς Κυριακὲς αὐτὲς τοῦ Πεντηκοσταρίου, διαφέρει ἀπὸ τὴ θεία λειτουργία τοῦ ὑπολοίπου ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους· διότι μετὰ τὸ «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία…» δὲ᾿ λέμε ἀμέσως τὰ εἰρηνικά, δὲ᾿ λέμε τὶς αἰτήσεις «Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν…», ἀλλὰ ὁ ἱερεὺς ψάλλει μαζὶ μὲ τοὺς ψάλτες τρεῖς φορές, τὸ «Χριστὸς ἀνέστη».
Τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» ἀκούγεται ὅλες τὶς Κυριακὲς ἀλλὰ καὶ ὅλες τὶς ἡμέρες μέχρι τῆς Ἀναλήψεως. Τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» εἶνε, ἀδελφοί μου ὁ γλυκύτερος χαιρετισμός, χαιρετισμὸς ποὺ μεταφέρει ἀπὸ στόμα σὲ στόμα, ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεὰ τὸ μέγα μήνυμα, τὴν πιὸ χαρμόσυνη εδησι, ὅτι ὁ Κύριος νίκησε τὸ θάνατο.
Χιλιάδες φορὲς – ἀμέτρητες ἀκούστηκε, καὶ ἀκούγεται, καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ ν᾿ ἀκούγεται τὸ «Χριστὸς ἀνέστη». Ἀλλὰ πότε ἐλέχθη γιὰ πρώτη φορά; ποιά αὐτιὰ τὸ πρωτοάκουσαν; ποιός εἶνε ἐκεῖνος ποὺ ἄκουσε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ «Χριστὸς ἀνέστη»;
Ὅπως τὴ γέννησι τοῦ Χριστοῦ δὲν τὴν ἔμαθαν πρῶτοι οἱ μεγάλοι καὶ ἰσχυροὶ καὶ πλούσιοι, ἀλλὰ οἱ ταπεινοὶ καὶ φτωχοὶ βοσκοὶ ποὺ ἔβοσκαν τὰ ποίμνιά τους στὰ βοσκοτόπια τῆς Βηθλεέμ, ἔτσι καὶ τὴν ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ, τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἰησοῦς συνέτριψε τὶς πύλες τοῦ ᾅδου, δὲν τὸ ἄκουσαν πρῶτοι οἱ ἐπιφανεῖς καὶ ἀξιωματοῦχοι, δὲν τὸ ἄκουσαν οἱ ἰσχυροὶ ἄνδρες, δὲν τὸ ἄκουσαν οὔτε καὶ αὐτοὶ οἱ μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ· τὸ μήνυμα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου τὸ ἄκουσαν πρῶτες ἀπ᾿ ὅλους οἱ γυναῖκες, οἱ μυροφόρες γυναῖκες· καὶ πρὸς τιμὴν αὐτῶν τῶν γυναικῶν εἶνε ἀφιερωμένη ἡ σημερινὴ Κυριακή, τρίτη Κυριακὴ ἀπὸ τὸ Πάσχα.
Ἀλλὰ γιατί τὸ μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως τὸ ἄκουσαν πρῶτες ἀπ᾿ ὅλους οἱ μυροφόρες; Γιατί ἡ πρώτη ἐμφάνισις τοῦ ἀναστάντος Κυρίου νὰ γίνῃ σ᾿ αὐτές; Μήπως ὁ Χριστὸς στὴν περίπτωσι αὐτὴ ἐνήργησε μεροληπτικῶς;

* * *

Μεροληπτικῶς σὲ καμμία στιγμὴ τῆς ζωῆς του δὲν συμπεριφέρθηκε ὁ Κύριος. Ἦταν δίκαιος· καὶ συνεπῶς, ἐὰν τώρα ὄχι οἱ ἄντρες, ὄχι οἱ ἀπόστολοι, ὄχι ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἰωάννης, ἀλλὰ οἱ γυναῖκες ἄκουσαν τὸ χαρμόσυνο μήνυμα, ὑπάρχει λόγος· λόγος ὄχι κάποιας ἰδιαιτέρας συμπαθείας, ἀλλὰ λόγος δικαιοσύνης. Ὁ Χριστὸς ἀγαπᾷ ὅλα τὰ παιδιά του καὶ ἀμείβει τὸ καθένα χωρὶς νὰ μεροληπτῇ εἰς βάρος ἄλλου. Ἄκουσαν πρῶτες οἱ μυροφόρες γυναῖκες τὸ «Χριστὸς ἀνέστη», διότι τοὺς ἄξιζε πράγματι νὰ τὸ ἀκούσουν. Καὶ τοὺς ἄξιζε, διότι αὐτὲς ἔδειξαν ἀρετὲς ποὺ δὲν ἔδειξαν οὔτε οἱ μαθηταὶ τοῦ Κυρίου. Ποιές ἀρετὲς ἔδειξαν;
ϗ Ἀπὸ τὴν πρώτη μέρα ποὺ γνώρισαν τὸν Κύριο στὴ Γαλιλαία, ἔγιναν πιστὲς μαθήτριές του, τὸν ἀκολουθοῦσαν καὶ δαπανοῦσαν ἀπὸ  τὰ ὑπάρχοντά τους γιὰ τὴ συντήρησι ἐκείνου καθὼς καὶ τοῦ ὁμίλου τῶν μαθητῶν του· «ὅτε ἦν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ ἠκολούθουν αὐτῷ» (Μᾶρκ. 15,41) καὶ «διηκόνουν αὐτῷ ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐταῖς» (Λουκ. 8,3). Καὶ μόνο τότε;
ϗ Τὴν ὥρα τῆς θυσίας του, ἐνῷ ὅλοι εἶχαν ἐγκαταλείψει τὸν Κύριο, ἐνῷ ὁ μὲν Ἰούδας τὸν ἐπρόδωσε γιὰ τριάκοντα ἀργύρια, ἐνῷ ὁ Πέτρος τὸν ἀρνήθηκε ἐμπρὸς σὲ μιὰ ὑπηρέτρια καὶ μάλιστα μὲ ὅρκο, ἐνῷ οἱ ἄλλοι μαθηταὶ πλὴν τοῦ Ἰωάννου «πάντες ἀφέντες αὐτὸν ἔφυγον» (Ματθ. 26,56), ἐνῷ ὅλοι ὅσους εἶχε εὐεργετήσει καθ᾿ ὅλο τὸ διάστημα τῆς δημοσίας δράσεώς του πῆγαν καὶ ἑνώθηκαν μαζὶ μὲ τοὺς ἐχθροὺς καὶ φώναζαν «Ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν» (Ἰωάν. 19,15), μέσα στὴ γενικὴ αὐτὴ ἐγκατάλειψι οἱ μυροφόρες ἔμειναν πιστὲς καὶ ἀφωσιωμένες στὸν Κύριο. Ἔμειναν κοντὰ στὸν Διδάσκαλο, ζώντας τὸ δρᾶμα ἀπὸ ἀπόστασι τόση ὅση τοὺς ἐπέτρεπαν οἱ συνθῆκες. Οὔτε ἕνα λεπτὸ δὲν ἀποχωρίσθηκαν ἀπὸ αὐτόν. «Ἦσαν δὲ ἐκεῖ καὶ γυναῖκες πολλαὶ ἀπὸ μακρόθεν θεωροῦσαι, αἵτινες ἠκολούθησαν τῷ Ἰησοῦ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας διακονοῦσαι αὐτῷ· ἐν αἷς ἦν Μαρία ἡ Μαγδαληνή, καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Ἰωσῆ μήτηρ, καὶ ἡ μήτηρ τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου» (Ματθ. 27,55-56) «καὶ Σαλώμη, αἳ …καὶ διηκόνουν αὐτῷ, καὶ ἄλλαι πολλαὶ αἱ συναναβᾶσαι αὐτῷ εἰς Ἰεροσόλυμα» (Μᾶρκ. 15,40-41). Βρῆκαν τὸ ψυχικὸ σθένος νὰ μείνουν ἐκεῖ, στὸ Γολγοθᾶ. Εἶδαν τὸ φρικτὸ θέαμα. Ἄκουσαν ὅλους τοὺς λόγους, ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς ἐπάνω στὸ σταυρό, ἄκουσαν καὶ τὸ «Τετέλεσται» (Ἰωάν. 19,30).
ϗ Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὸ θάνατό του δὲν ἀνεχώρησαν. Ἔμειναν θρηνώντας κοντὰ στὸ σταυρό. Καὶ μόλις παρουσιάστηκε ὁ Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας καὶ ὁ Νικόδημος μὲ τὴν ἄδεια τοῦ ἐνταφιασμοῦ, αὐτὲς ἔτρεξαν, τοὺς βοήθησαν, τοὺς συνώδευσαν στὸ μνημεῖο, καὶ δὲν ἔφυγαν ἀπὸ ᾿κεῖ παρὰ μόνο ὅταν ὁ ἥλιος τῆς δραματικωτέρας αὐτῆς ἡμέρας ἔρριξε πάνω στὴ γῆ τὶς τελευταῖες του ἀκτῖνες.
ϗ Τὴν ἀγάπη τους ὅμως, τὴν ἀνδρεία τους, τὴ μεγάλη ψυχή τους τὴν ἔδειξαν κατ᾿ ἐξοχὴν τὴ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως, «τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων» (Λουκ. 24,1). Τότε, ἐνῷ ἤξεραν ὅτι τὸ μνῆμα εἶνε σφραγισμένο, ὅτι λίθος μεγάλος καὶ βαρὺς φράζει τὴν εσοδό του, ὅτι ἔνοπλοι Ῥωμαῖοι στρατιῶτες φρουροῦν τὸν τάφο κ᾿ ἔχουν ἐντολὴ νὰ χτυπήσουν καθένα ποὺ θὰ τολμοῦσε νὰ πλησιάσῃ ἐκεῖ, ἐν τούτοις οἱ μυροφόρες γυναῖκες «λίαν πρωΐ» (Μᾶρκ. 16,2), «ὄρθρου βαθέος» (Λουκ. 24,1), πρὶν ἀκόμη ἀνατείλῃ ὁ ἥλιος, ξεκινοῦν νὰ ἔρθουν στὸ μνῆμα φέρνοντας μαζί τους ἀρώματα, τὰ ὁποῖα εἶχαν ἑτοιμάσει, γιὰ νὰ μυρώσουν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Κανένας φόβος καὶ καμμιά δυσκολία δὲν στάθηκαν ἱκανὰ νὰ τὶς ἐμποδίσουν. Τὸ μόνο ποὺ τὶς ἀπασχολοῦσε ἦταν, πῶς θ᾿ ἀποκυλίσουν τὸν τεράστιο καὶ ἀσήκωτο ἐκεῖνο λίθο ἀπὸ τὸ ἄνοιγμα τοῦ μνημείου.
Μία τέτοια ἀγάπη, μία τέτοια ἀφοσίωσι, μία τέτοια ἀνδρεία ἦταν δυνατὸν νὰ μὴ δῇ, νὰ μὴν ἐκτιμήσῃ, νὰ μὴ βραβεύσῃ ὁ Κύριος; Ἀμοιβὴ λοιπὸν τῆς ἀγάπης τους ἦταν τὸ ὅτι πρῶτες αὐτὲς ἄκουσαν τὴ μεγάλη εδησι, τὸ ἄγγελμα τῆς Ἀναστάσεως, τὸ «Χριστὸς ἀνέστη», ἀπὸ ἄγγελο Κυρίου. Καὶ ἐν συνεχείᾳ, ὅτι πρῶτες αὐτὲς βλέπουν τὸν ἀναστάντα Κύριο καὶ παίρνουν ἐντολή, νὰ μεταδώσουν τὸ μήνυμα αὐτὸ στοὺς μαθητὰς καὶ στὶς ἄλλες μαθήτριες.

* * *

Κ᾿ ἐμεῖς σήμερα, ἀγαπητοί μου, ποὺ ἑορτάζουμε τὴ μνήμη τῶν ἁγίων μυροφόρων γυναικῶν, ἄντρες καὶ γυναῖκες ἂς μιμηθοῦμε τῶν μυροφόρων τὶς ἀρετές, ἰδίως τὴν ἀγάπη ποὺ εἶχαν στὸν Κύριο.
Εἶνε ἀλήθεια, ὅτι καὶ μέχρι σήμερα οἱ γυναῖκες ἀγαποῦν τὸ Θεὸ περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄντρες. Αὐτὲς ἐκκλησιάζονται περισσότερο. Αὐτὲς ἔρχονται στοὺς ναοὺς «ὄρθρου βαθέος». Αὐτὲς μελετοῦν τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἄλλα ἐκκλησιαστικὰ βιβλία. Αὐτὲς τρέχουν στὸ κήρυγμα, ὅπου ἀκούγεται λόγος Θεοῦ. Αὐτὲς εἶνε προθυμότερες στὴν ἄσκησι τῆς φιλανθρωπίας καὶ ἐλεημοσύνης. Αὐτές… Ὤ, πόσα δὲν ὀφείλει ἡ Ἐκκλησία στὶς γυναῖκες τὶς θερμές!
Σήμερα ὅμως, στοὺς χρόνους αὐτοὺς τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς διαφθορᾶς, καὶ οἱ γυναῖκες ἀρχίζουν νὰ κλονίζωνται, νὰ χάνουν τὸ ἄρωμα τῆς πίστεως καὶ τῆς εὐσεβείας. Οἱ πειρασμοὶ εἶνε μεγάλοι. Τὰ κακὰ παραδείγματα, τὰ θέατρα, οἱ κινηματογράφοι, τὰ αἰσχρὰ περιοδικά, ἡ μόδα, ὅλα μαζὶ σπρώχνουν τὴ γυναῖκα νὰ λησμονήσῃ τὸν προορισμό της, τὴν ἀποστολή της, νὰ προδώσῃ τὴν πίστι καὶ τὴν ἠθική.
Ἀλλ᾿ ὄχι! Οἱ γυναῖκες, ὅσες τοὐλάχιστον κατοικοῦν στὴ γωνία αὐτὴ τῆς γῆς, ἂς μὴ παρασύρωνται ἀπὸ τὰ ἀπατηλὰ συνθήματα, ἂς μὴ θαμπώνωνται ἀπὸ φανταχτερὲς εἰκόνες καὶ ἄλλα εδωλα, ἂς κλείσουν τὰ αὐτιὰ στὶς εἰσηγήσεις τοῦ ὄφεως. Ἂς μὴ μιμηθοῦν τὴν Εὔα, ποὺ ἄκουσε τὴ συμβουλὴ τοῦ ἑωσφόρου καὶ ἀπωλέσθη· ἂς μιμηθοῦν τὶς μυροφόρες, τὶς ἅγιες ποὺ ἀγάπησαν τὸν Κύριον. Νὰ εἶσθε δὲ βέβαιοι, ὅτι τότε θὰ ἔχουν καὶ στὴν παροῦσα ζωὴ τὴν εὐλογία τοῦ Κυρίου καὶ θ᾿ ἀξιωθοῦν καὶ αὐτὲς ὡς μυροφόρες τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ζωοδόχου Πηγῆς Δάφνης – Ἀθηνῶν τὴν 5-5-1957.

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.