Αυγουστίνος Καντιώτης



ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΤΗ ΠΡΩΪ: Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΤΩΡΑ

date Απρ 14th, 2017 | filed Filed under: ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΣ

Μεγάλη Παρασκευὴ πρωὶ
Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου
(Α΄ ὥρα πρὸ τ
ῶν τροπαρίων)

Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΟΤΕ

φιλ.-ΙουδΗ ζωή, ἀγαπητοί μου, τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ἐπάνω ἐδῶ στὴ γῆ, ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ γεννήθηκε ἕως τὴ στιγμὴ ποὺ εἶ­πε τὸ «Τετέλεσται» (Ἰω. 19,30), εἶνε ἕνας ἥλιος ἀκηλί­δωτος. Ἀλλ᾽ ἐκεῖ ποὺ λάμπει σὲ ὅλο τὸ μεγαλεῖο της εἶνε τὶς ἡμέρες τῶν παθῶν του. Ὅ­πως ψάλλει ὡραῖα ἡ Ἐκκλησία μας, «θάμβος ἦν κατιδεῖν τὸν οὐρανοῦ καὶ γῆς Ποιητὴν ἐπὶ σταυροῦ κρεμάμενον» (Θ΄ ὥρα Μ. Παρασκ.).
Τὰ πάθη τοῦ Κυρίου χαρακτηρίζονται καὶ ὡς θεῖο δρᾶμα. Κι ὅπως στὰ θεατρικὰ ἔργα ἕ­νας εἶνε ὁ πρωταγωνιστὴς καὶ γύρω ἀ­πὸ αὐ­τὸν κινοῦνται ἄλλα πρόσωπα μὲ δευτερεύον­τες ῥόλους, ἔτσι καὶ στὸ θεῖο δρᾶμα κεντρικὸ πρόσωπο εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ γύρω του δροῦν πολλὰ ἄλλα πρό­σωπα, εἴτε φιλικὰ εἴτε ἐχθρικὰ πρὸς αὐτόν. Τὰ πρόσωπα αὐτὰ εἶνε οἱ μαθηταί, οἱ μυροφόρες, οἱ ἀρχιερεῖς, οἱ γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι, ὁ Ἄννας κι ὁ Καϊάφας, οἱ ψευδομάρτυρες, ὁ Πιλᾶτος καὶ ἡ γυναίκα του, ὁ Ἡρῴδης, οἱ στρατι­ῶ­τες, ὁ ἑ­κα­τόνταρχος, ὁ Σίμων ὁ Κυρηναῖος, οἱ γυναῖ­κες τῆς Ἰερουσαλήμ, οἱ δύο λῃσταί, οἱ φρουροί.
Ἀπὸ ὅλα τὰ πρόσωπα ἂς στρέψουμε τώρα τὴν προσοχή μας στὸ πρόσωπο ποὺ προκαλεῖ μεγαλύτερη φρίκη καὶ βδελυγμία, τὸν Ἰούδα. Εἶνε ἐκεῖνος ποὺ στηλιτεύεται κατ᾿ ἐξοχὴν στοὺς ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας μας.

* * *

Τί ἦταν ὁ Ἰούδας; Μεγάλο μυστήριο ἔκρυβε ἡ ψυχή του, ἀπύθμενο βάθος. Ποιά μάνα τὸν γέννησε, ποιός πατέρας τὸν ἀνέθρεψε; Προτιμότερο νὰ μὴν εἶχε γεννηθῆ. Γονεῖς, ποὺ στενοχωριέστε γιὰ ἀτεκνία, πολλὲς φορὲς ἡ ἀτεκνία εἶνε ἔλεος Θεοῦ. Τί νὰ τὸ κάνῃς, νὰ γεννήσῃς παιδὶ καὶ νὰ γίνῃ Ἰούδας; Ἕνας πα­τέρας, ποὺ τὸ παιδί του ἔγινε περιβόητος λῃ­στὴς καὶ σκότωσε τρακόσους ἀνθρώπους στὰ χρόνια τῆς κατοχῆς, μοῦ ἔλεγε· Ἄχ νὰ τό ᾽ξερα! θὰ τὸν ἔπνιγα, θὰ τὸν ἔρριχνα στὸ ποτάμι· ἀγγελούδι φαινόταν στὴν κούνια, ἀλλὰ βγῆκε σατανᾶς!… Καὶ γιὰ τὸν Ἰούδα, παρόν­τος μάλιστα τοῦ ἰδίου, ὁ Κύριος εἶπε ὅτι ἦταν προτιμότερο νὰ μὴ ἐγεννᾶτο (βλ. Ματθ. 26,24).
Δὲν θὰ βασισθοῦμε σὲ λαϊκὲς παραδόσεις γι᾽ αὐτόν· θὰ στηριχθοῦμε στὰ Εὐαγγέλια, ποὺ διασῴζουν τὴν αὐθεντικὴ ἱστορία. Λέει λοι­πὸν τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι γεννήθηκε στὴν ᾿Ιουδαία, μεταξὺ ἀ­γροτῶν – ἁπλοϊκῶν ἀνθρώπων. Τὸν εἵλκυσε τὸ κήρυγμα τοῦ Κυρίου, πλησίασε κι αὐτὸς τὸ Χριστὸ καὶ ἔγινε ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα μαθητάς. Μεγά­λη ἡ τιμὴ γι᾽ αὐτόν.
Ὁ Χριστὸς τοῦ ἔδειξε ἀμέριστη ἀγάπη· δὲν τοῦ στέρησε τίποτε ὥστε νὰ ἔχῃ παράπο­νο, δὲν τὸν παρέβλεψε, δὲν τὸν πα­ραγκώνισε, δὲν τὸν ἀδίκησε· τοῦ ἔδειξε στοργὴ σὰν πατέρας.
Ἀλλ᾿ αὐτὸς στὰ βάθη του ἦταν φιλάργυρος. Καὶ ἡ φιλαργύρια εἶνε «ῥίζα πάν­των τῶν κα­κῶν» (Α΄ Τιμ. 6,10). Ὁ Χριστός, γιὰ νὰ μα­λάξῃ τὸ πά­θος, τοῦ ἔ­δωσε νὰ διαχειρίζεται τὰ οἰκονομικὰ τῆς συνο­δείας. Ἔκανε ὅπως κά­νει κάποτε ἡ μάνα στὸ λαίμαργο παιδί, ποὺ τοῦ δίνει παραπάνω φαγη­τό, γιὰ νὰ τὸ κά­νῃ ν᾿ ἀηδιάσῃ. Εἶνε κι αὐ­­τὴ μιὰ με­θόδος. Ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς ἐμπιστεύ­θηκε σ᾿ αὐ­τὸν τὸ «γλωσ­σόκομον» (Ἰω. 12,6· 13,29), τὸ ταμεῖο τους.
Ὁ Ἰούδας δὲν μποροῦσε νὰ κρύψῃ τὸ πάθος του. Ἔδειξε τὴ φιλαργυρία του κάποια στιγμή, ὅ­ταν ὁ Χριστὸς πῆγε στὸ σπίτι τοῦ Λαζάρου καὶ ἡ Μαρία μὲ μύρο ἀξίας 300 δηναρίων (ἄνω τῶν 300.000 δραχμ.) ἄλειψε τὰ ἅγια πόδια του καὶ τὰ σκούπισε μὲ τὰ μαλλιά της. Τὸ εἶδε αὐτὸ κι ὁ ᾿Ιού­δας καὶ τί εἶπε· Κρίμα νὰ πεταχτοῦν τόσα λεφτά! δὲν ἦταν προτιμότερο νὰ δοθοῦν στοὺς φτωχούς;… Ἀγαποῦσε κ᾽ ἐνδιαφερόταν γιὰ τοὺς φτωχούς; Κάθε ἄλλο. Ἀλλὰ ἔκρυβε τὴ φιλαργυρία του κάτω ἀπὸ τὸ «προσωπεῖον» (τὴ μά­σκα) τῆς «φιλοπτωχείας», τῆς ἀγάπης γιὰ τοὺς φτωχούς (ἀπόστ. αἴν. Μ. Πέμπ.). Τότε ὁ Χριστὸς τοῦ εἶ­πε· Ἰούδα, τοὺς φτωχοὺς θὰ τοὺς ἔχετε πάν­τοτε κοντά σας, ἐμένα ὅμως ὄχι (Ἰω. 12,8).
Μεγάλος λόγος αὐτός, προφητεία τοῦ Χριστοῦ εἶνε· Τοὺς φτωχοὺς θὰ τοὺς ἔχετε κον­τά σας πάντοτε! Ὁποιοδήποτε οἰκονομικὸ σύ­στημα καὶ ἂν ἰσχύσῃ (σοσιαλιστικό, κομμου­νι­στι­κό, καπιταλιστικό), ἡ φτώχεια μπορεῖ νὰ μειω­θῇ ἀλλὰ δὲν θὰ ἐκλείψῃ. Πάντα θὰ ὑ­πάρ­χουν φτωχοί· μὲ τὴ διαφορά, ὅτι στὸ ἕνα καθε­στὼς ἐ­πιτρέπεται νὰ φωνάξουν «πεινῶ», στὸ ἄλλο δὲν ἐπιτρέπεται. Ἀλλ᾽ ἂς γυρίσουμε στὸν Ἰούδα.
Ὁ Χριστὸς τοῦ εἶπε· Μὴν ἐμποδίζεις τὴ Μαρία· ἐγὼ σὲ λίγο πειθαίνω, κι αὐτὸ ποὺ ἔκανε εἶ­νε μία προετοιμασία γιὰ τὸν ἐνταφιασμό μου (ἔ.ἀ.). Δὲν τὸν ἐξέθεσε δηλαδὴ ὁ Κύριος. Καὶ μέχρι τέλους τοῦ ἔδειξε ἀγάπη. Τὸ βράδυ τοῦ μυστι­κοῦ δεί­πνου ὄχι μόνο τοῦ ἔπλυνε τὰ πόδια ὅ­πως καὶ τῶν ἄλλων μαθητῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἔ­δωσε τὴ θεία κοινωνία, τὸ ἅγιο σῶμα καὶ τὸ τίμιο αἷμα του. Καὶ ἐνῷ γνώριζε ὅλη τὴν προδο­σία, δὲν τὸν ἀπεκάλυψε. Εἶπε μόνο· Κάποιος ἀ­πὸ σᾶς θὰ μὲ προδώσῃ ἀπόψε. Ὅλοι ἀλληλοκοιτάχτηκαν φοβισμένοι, αὐτὸς ὅμως ἔμεινε ἀσυγκίνητος, ἕως ὅτου ὁ Χριστὸς τοῦ εἶπε «Ὅ,τι ἔχεις νὰ κάνῃς κάνε το γρή­γορα» (ἔ.ἀ. 13,27), ἀφήνοντας πάλι τὴν ἐντύπωσι ὅτι ἐννοεῖ νὰ κάνῃ ψώνια γιὰ τὴν ἑορτὴ ἢ νὰ δώσῃ κάποια βοήθεια σὲ φτωχούς. Ἔτσι ἔφυγε ὁ ᾿Ιούδας.
Ὅταν βγῆκε ἔξω εἶχε πλέον νυχτώσει. Πῆ­γε στοὺς ἐχθροὺς τοῦ Διδασκάλου, μὲ τοὺς ὁ­ποίους εἶχε ἤδη διαπραγματευθῆ τὴν προδοσία ἀντὶ τριάκοντα ἀργυρίων. Οἱ ἀρχιερεῖς τὸν ἔβαλαν ἐπὶ κεφαλῆς πλήθους ὑ­πηρετῶν τους καὶ τῆς σπείρας τῶν στρατιωτῶν μὲ τὸν χιλί­αρχο, καὶ ὅλοι μὲ ὅπλα, μαχαίρια καὶ ξύλα, μὲ φανάρια καὶ δᾳδιὰ ἀναμμένα γιὰ νὰ βλέπουν, ξεκίνησαν γιὰ τὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ.
Ἀκούγεται ὁ θόρυβος ποὺ κάνουν καθὼς πλησιάζουν. Τότε ὁ Χριστός, ἀφοῦ ἔκανε τὴν προσευχή του, λέει τοὺς μαθητάς του ποὺ εἶ­χαν ἀποκοιμηθῆ· «Ξυπνᾶτε!… ἔφτασε ὁ παρα­διδούς με», νάτον (Ματθ. 26,46. Μᾶρκ. 14,42). Ἐνῷ δηλαδὴ ὁ Ἰούδας ἀγρυπνεῖ, οἱ μαθηταὶ κοιμῶνται. Ἔτσι εἶνε· ἐνῷ τὰ παιδιὰ τοῦ διαβόλου δουλεύουν μέρα – νύχτα γιὰ τὸ κακό, τὰ παιδιὰ τοῦ Χριστοῦ κοιμῶνται μακαρίως.
Ὁ Χριστὸς ἤρεμος βγαίνει νὰ τοὺς προϋπαν­τήσῃ. ―Ποιόν ζητᾶτε; λέει. ―Τὸν Ἰησοῦ τὸ Ναζωραῖο. ―«Ἐγώ εἰμι», τοὺς λέει. Μὰ αὐτοί, ἐνῷ εἶνε ἕτοιμοι νὰ ὁρμήσουν, ἐπρὸς στὸ μεγαλεῖο του ποὺ λάμπει ἐμποδίζονται νὰ τὸν ἀγ­γίξουν. Μόλις ἄκουσαν τὸ «Ἐγώ εἰμι», «ἀ­πῆλθον εἰς τὰ ὀπίσω καὶ ἔπεσον χαμαί» (Ἰω. 18,4-6). Σὰν νὰ τοὺς λέῃ· Θέλω καὶ παραδίδομαι στὰ χέρια σας, εἰ δ᾽ ἄλλως δὲν θὰ μ᾽ ἀγγίζατε. Καὶ γι᾽ αὐτὸ ἡ θεία Λειτουργία λέει· «…Τῇ νυκτὶ ᾗ παρεδίδοτο, μᾶλλον δὲ ἑαυτὸν παρεδίδου ὑ­πὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς…» (ἀναφ.). Δὲν παρεδό­θη δηλαδὴ ὁ Κύριος ἀκουσίως· ἑκουσίως παρέ­δωσε τὸν ἑαυτό του. Καὶ τίθεται τὸ ἐρώτημα· τί χρειαζόταν λοιπὸν ἡ προδοσία τοῦ Ἰούδα;
Αὐτὸς ὅμως, φοβούμενος μήπως γίνῃ λάθος, τοὺς εἶχε πεῖ· Θὰ σᾶς τὸν δείξω ὡς ἑξῆς· θὰ εἶνε ἐκεῖνος ποὺ θὰ φιλήσω. Πλησίασε λοι­πὸν τότε καὶ τὸν ἀσπάσθηκε. Ὤ βεβήλωσις! Τὸ φίλημα, ποὺ εἶνε δεῖγμα ἀγάπης, ἐδῶ ἔγινε σύμβολο προδοσίας. Ποτέ ἄλλοτε τὰ ἱερὰ αἰσθήματα τοῦ ἀνθρώπου δὲν ὑπέστησαν τέτοια κακοποίησι ὅπως στὴν περίπτωσι αὐτή. Καὶ ὁ Κύριος; Ἐνῷ μποροῦσε τὴ στι­γμὴ ἐκείνη νὰ κάνῃ τὴ γῆ ν᾿ ἀνοίξῃ καὶ νὰ τὸν καταπιῇ ζων­τανό, δὲν ἐκδικεῖται· τοῦ λέει μόνο μὲ παράπονο· «Ἰούδα, μὲ φίλημα προδί­δεις τὸν Υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου;» (Λουκ. 22,48).
Τὸ ἔγκλημα συντελέσθηκε πλέον, ἡ προδο­σία ἔγινε. Οἱ στρατιῶτες συλλαμβάνουν τὸν Κύριο, τὸν δένουν καὶ τὸν σύρουν μέσ᾽ στὴ νύ­χτα στὰ κρατητήρια καὶ τὰ δικαστήρια τοῦ Ἄν­να καὶ τοῦ Καϊάφα, καὶ τὸ πρωὶ στὸ πραιτώριο τοῦ Πιλάτου καὶ τὸ βῆμα τοῦ Ἡρῴδου, γιὰ νὰ καταδικασθῇ τέλος εἰς θάνατον. Καὶ ὁ μεγαλύ­τερος συντελεστὴς τοῦ ἐγκλήματος αὐτοῦ εἶνε ὁ Ἰούδας.
Γι᾿ αὐτὸ ὁ Χριστὸς εἶπε ὅτι ἦταν προτιμότερο ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς νὰ μὴ γεννιόταν καὶ γι᾽ αὐτὸ τὸ τέλος του ἦταν οἰκτρό. Τὰ παραπο­νεμένα λόγια ποὺ τοῦ εἶπε ὁ Χριστός, «Ἰούδα, μὲ φίλημα προδίδεις τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώ­που;», ἔμειναν μέσ᾿ στὴν καρδιά του κάρβουνο ἀναμμένο, φίδι ποὺ τὸν ἔτρωγε. Κι ὅταν πλέ­ον εἶδε ὅτι ὁ Χριστὸς καταδικάστηκε νὰ κρεμαστῇ στὸ σταυρό, ξύπνησαν οἱ τύψεις καὶ τό­σο βαθειὰ τὸν κεντοῦσαν ὥστε δὲν μποροῦ­σε νὰ τὶς ὑποφέρῃ. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέει, ὅτι δὲν ὑπάρχει στὸν κόσμο χειρότερος βασα­νι­σμὸς ἀπὸ τὶς τύψεις τῆς συνειδήσεως· προτι­μότερο νὰ σὲ δαγκώσῃ φίδι καὶ σκορπιὸς πα­ρὰ νὰ σὲ κεντήσῃ ἡ συνείδησί σου. Μὴ ὑποφέ­­ροντας λοιπὸν ἄλλο πῆγε στοὺς ἀρχιερεῖς καὶ ὡμολόγησε· «Ἥμαρτον παραδοὺς αἷμα ἀ­θῷ­ον» (Ματθ. 27,4). Κι ἀφοῦ ἔρριξε τὰ ἀργύρια τῆς προδο­σίας στὸ ναό, πῆρε σχοινί, κρεμάστηκε καὶ αὐ­τοκτό­νησε. Μὰ τὸ σῶμα του δὲν ἔμεινε στὴν ἀγχόνη· ἔπεσε κάτω μπρούμυτα, ἔσκασε ἡ κοιλιά του καὶ χύ­θηκαν ἔξω ὅλα τὰ σπλάχνα του (Πράξ. 1,18).

* * *

Τέτοιο τέλος εἶχε, ἀδελφοί μου, ὁ ᾿Ιούδας. Γι᾽ αὐτὸ ῥῦσαι ἡμᾶς, Κύριε, τοῦ πάθους τῆς φιλαργυ­ρίας καὶ τοῦ πειρασμοῦ τῆς ἀπελπισίας.

Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΩΡΑ

ΑΠΟ ὅλα τὰ πρόσωπα τοῦ θείου δράματος, ἀ­γαπητοί μου, ἐκεῖνο ποὺ ἀφήνει τὴν πιὸ ἀλγεινὴ ἐντύπωσι εἶνε ὁ Ἰούδας. Δυστυχῶς ὅμως, ἐνῷ ἐ­κεῖνος τελείωσε τότε κατὰ τρόπο οἰκτρό, οἱ Ἰοῦδες δὲν λείπουν μέχρι σήμερα. Ὁ Ἰούδας τρόπον τινὰ ἵδρυσε «σχολὴ» καὶ πολλοὶ μαθαίνουν νὰ παίζουν τὸ ῥόλο του σὲ ὅλα τὰ ἐπί­πεδα τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς. Σᾶς παρουσιάζω μερικὲς εἰκόνες.

* * *

⃝Ἕνας σύγχρονος Ἰούδας εἶνε αὐτὸς ποὺ ἐμ­φανίζεται πρῶτα – πρῶτα στὸν κύκλο τῆς φι­λίας. Γνώρισες κάποιον καὶ λές· Σπουδαῖος ἄνθρωπος! πόσο γλυκὰ μιλάει, τί ἀγάπη δείχνει, τί δῶρα δίνει! Τὸν ἀγαπᾷς παραπάνω κι ἀπὸ τὸν πατέρα καὶ τὸν ἀδερφό σου. Τὸν ἐμ­πι­στεύεσαι, τοῦ ἀνοίγεις τὴν καρδιά σου, τοῦ λὲς τὰ μυστικά σου. Καὶ ξαφνικὰ αὐτὸς ὁ φίλος γί­νε­ται ἐχθρός. Γνωρίζω κάποιον ποὺ ἔπαθε συγ­­κοπὴ καρδίας, ὅταν στὸ δικαστήριο εἶδε ὡς μάρτυρα κατηγορίας ἐναντίον του – ποιόν; τὸν φίλο του. Ἰούδας λυμαίνεται τὸν ἱερὸ δεσμὸ τῆς φιλίας κι ὁ ἄνθρωπος ἀπογοητεύεται.
⃝ Ὁ ἄλλος ἱερὸς κύκλος, τὸν ὁποῖο ἁγίασε ὁ Χριστὸς κάνοντας τὸ πρῶτο θαῦμα στὴν Κα­νὰ τῆς Γαλιλαίας, εἶνε ἡ οἰκογένεια. Βλέπεις, ἐσὺ ὁ νέος μιὰ νέα, σὲ μαγεύει μὲ τὴν ὅλη ἐμ­φάνισί της, καὶ τὴ βάζεις στὴν καρδιά σου. Τῆς παραδίδεσαι. Τὴν ἀγαπᾷς παραπάνω ἀπὸ τὴ μάνα σου. Καὶ τέλος τὴ στεφανώνεσαι, καὶ νιώθεις ὅτι πλέεις σὲ πελάγη εὐτυχίας. Ἀλλὰ κάποια στιγμὴ ἀνακαλύπτεις ὅτι ἡ γυναίκα αὐ­τή, ποὺ νόμισες ὅτι θὰ μείνῃ κοντά σου ἄγ­γελος συμπαραστάτης, ἐνῷ σὲ ἀγκαλιάζει καὶ σὲ γεμίζει φιλιά, τὴν ἴδια ὥρα σὲ προδίδει. Νά κ᾽ ἐδῶ ὁ Ἰούδας στὸν κύκλο τῆς οἰκογενείας. Κι ὅ,τι εἶπα γιὰ τὴ γυναῖκα τὸ λέω καὶ γιὰ τὸν ἄντρα, ποὺ κι αὐτὸς ὑποκρίνεται πὼς ἀγαπᾷ τὴ γυναῖκα του ἀλλὰ κατ᾿ οὐσίαν τὴν ἀπατᾷ, χειρότερα μάλιστα ἀπὸ ὅ,τι ἐκείνη τὸν ἄντρα.
⃝ Θέλετε ἄλλον Ἰούδα; Ἰοῦδες πολλοὶ εἶνε ἰ­δίως στοὺς διπλωματικοὺς κύκλους· ἐδῶ πλέ­ον τὸ ψέμα ἔγινε ἐπιστήμη· κοιτάζουν πῶς τὸ ἕνα κράτος θὰ μπορέσῃ νὰ ἀπατήσῃ τὸ ἄλλο. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα εἶνε ἐκεῖνο ποὺ ζήσαμε οἱ παλαιότεροι. Ἦταν 27 Ὀκτωβρί­ου 1940. Στὴν Ἀθήνα στὴν Ἰταλικὴ πρεσβεία γινόταν διασκέδασι, χοροί, ἀγκαλιάσμα­τα καὶ φιλήματα. Οἱ Ἰταλοὶ εἶχαν καλέσει τοὺς Ἕλ­ληνες, καὶ νόμιζε κανεὶς ὅτι τὴ νύχτα ἐκείνη ὑ­­πογράφεται σύμφωνο φιλίας τῶν δύο λαῶν. Ὤ ἀπάτη! Μόλις τελείωσε ἡ δεξί­ωσι, ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἰταλίας φεύγει νύ­χτα καὶ πηγαίνει κατ᾿ εὐ­θεῖ­αν στὸ σπίτι τοῦ πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος νὰ τοῦ δηλώσῃ ὅτι ἔχουμε πόλεμο. Φίλη­μα ᾿Ιούδα! Καὶ τὸ φίλημα αὐτὸ ἐξακολουθεῖ. Οἱ διπλωμάται στὰ χείλη ἔχουν τὴν εἰρήνη, καὶ στὴν καρδιὰ τὸν πόλεμο. Ποτέ ἄλλοτε ἡ ἀν­θρωπό­της δὲν ἦταν τόσο ὡπλισμένη μὲ φο­νι­κὰ ὅ­πλα ὅσο σήμερα· ἐμπειρογνώμονες λένε ὅτι, ἂν ἐκραγοῦν τὰ πυρηνικὰ ὁπλοστάσια, ἡ γῆ ὄχι μόνο θὰ καταστραφῇ ὁλόκληρη ἀλλὰ καὶ θὰ ἐκτρα­πῇ ἀπὸ τὴν τροχιά της.
⃝ Ἰούδας λοιπὸν στὴ φιλία, Ἰούδας στὴν οἰκογέ­­νεια, Ἰούδας στὴ διπλωματία, Ἰούδας καὶ ―ὤ, κλαίω κι ἀναστενάζω, δὲν περίμενα νὰ τὸν βρῶ κ᾽ ἐδῶ―, Ἰούδας καὶ μέσα στὴν ἐκ­κλησία. Ποιός εἶνε ὁ Ἰούδας; Τὸν βλέπεις ἐ­κεῖν­ο τὸν ἱερέα; Φαίνεται καλός. Ἀλλὰ στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς του κρύβει φιλαργυρία καὶ πλεονεξία. Δὲν ἀρ­κεῖται στὸ μισθό του, ζητάει καὶ ἀπὸ τοὺς χριστια­νοὺς τὰ λε­γόμενα «τυχερά»· θὰ πάρῃ ἀ­πὸ βάπτισι, ἀπὸ γάμο, ἀ­πὸ κηδεία, ἀπὸ μνημό­συνα καὶ τρισ­άγια. Αὐ­τὰ εἶνε τριάκοντα ἀργύ­ρια. Ἕνας τέτοιος ἱερεὺς εἶνε ᾿Ιούδας· ὅπως ἐ­κεῖ­νος πούλησε τὸν ἀτίμητο Χριστό, ἔτσι τὸν που­λάει κι αὐτὸς ὅ­ταν βάζῃ τιμολόγιο στὴ θεία χάρι ποὺ δὲν ἀγοράζεται. Πολλοὶ ἱερεῖς μὲ μίσησαν, ἐπειδὴ λέω· Ὅπως ὁ κάθε ὑπάλληλος ἀρ­κεῖται στὸ μισθό του, ἔτσι κ᾽ ἐ­σεῖς ἀρ­κεσθῆ­τε στὸ μι­σθό σας. Μὴ δωροδοκεῖσθε καὶ μὴν που­λᾶτε τὸν «Ἀτίμητον» (αἶν. Μ. Τετ.). Χριστεμπόριο! Αὐ­­τὰ τὰ σκάνδαλα ἐκμεταλλεύον­ται οἱ ἐ­χθροὶ τῆς Ἐκ­κλησίας καὶ χλευάζουν· ἐνῷ ἂν ζούσαμε ἀφιλάργυρα, δὲν θὰ ὑβρίζοντο τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια.
⃝ Ἀλλὰ προχωρῶ. Ἰούδας ὑπάρχει καὶ μεταξὺ τῶν λαϊκῶν, ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν. Δύο χριστι­ανοὺς κλαίω. Ὁ ἕνας εἶνε αὐτὸς ποὺ μένει ψυχρός, δὲν συντρίβεται ἡ καρδιά του· ἀπὸ μικρὸ παιδὶ μέχρι τώρα δὲν πῆγε ποτέ νὰ ἐξομολογηθῇ· εἶνε ὁ ἀνεξομολόγητος. Πηγαίνει τυπικὰ στὴν ἐκκλησιά, ἀκούει, μὰ δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ πάῃ νὰ γονατίσῃ μπροστὰ στὸν πνευματικὸ πατέρα καὶ νὰ ζητήσῃ ἄφεσι ἁμαρτιῶν. Ἐνῷ ἕνας ἄπιστος ῾Ρῶσος, ὅταν διάβαζε τὸ Εὐαγγέλιο στὴν ἐξορία του καὶ θυμήθηκε τὰ ἁμαρτήματά του, πῆγε σ᾿ ἕ­να στάρετς, ἐξωμολογήθηκε, καὶ μετὰ εἶπε· «Ἐξωμολογήθηκα καὶ παράδεισος φύτρωσε στὴν καρδιά μου». Πολλοὶ καὶ ἀπὸ σᾶς, ἰδίως οἱ ἄντρες, εἶστε ἀνεξομολόγητοι. Μὴν ἀμελεῖτε ἄλλο. Ὅσο ἔχετε ἀκόμη καιρό, τρέξτε στὸ μυστήριο τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως.
⃝ Ὁ ἄλλος τὸν ὁποῖο κλαίω εἶνε ἐκεῖνος πού, ἐνῷ εἶνε ἀνεξομολόγητος, τολμᾷ καὶ πλησιάζει τὴ Μεγάλη Πέμπτη ἢ τὸ Μέγα Σάββατο ἢ τὴν Κυριακὴ τοῦ Πάσχα, καὶ ὄχι ἁπλῶς ἀ­σπά­ζεται, ὅπως ὁ Ἰούδας, ἀλλ᾽ ἀ­νοίγει τὸ στόμα καὶ βάζει μέσα στὴν ἀκάθαρτη ὕ­παρξί του τὸν ἀ­μόλυντο Χριστό. Αὐτὸς ποὺ κοινωνεῖ ἀναξί­ως τί κάνει τὴν ὥρα ἐκείνη· προσποιεῖται τὸν φίλο, ἐνῷ στὴ ζωή του εἶνε μὲ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐ­τὸ ἡ Ἐκκλησία τὴν ὥρα τῆς θεί­ας κοινωνίας ψάλλει· «Τοῦ δείπνου σου τοῦ μυ­στικοῦ σήμερον, Υἱὲ Θεοῦ, κοινωνόν με πα­ράλαβε»· Χριστέ μου, λέει, ἡ θεία λειτουργία εἶνε ὁ μυστικὸς δεῖπνος, κι ὅπως τότε κοινώνησες τοὺς μαθητάς, κοινώνησε τώρα κ᾿ ἐ­μέ­να. «Οὐ μὴ γὰρ τοῖς ἐχθροῖς σου τὸ μυστήρι­ον εἴπω, οὐ φίλημά σοι δώσω καθάπερ ὁ Ἰ­ούδας»· δὲν θὰ φανερώσω τὸ μυστήριο στοὺς ἐ­χθρούς σου, δὲν θὰ σὲ προδώσω ὅπως ὁ Ἰού­δας. «ἀλλ᾽ ὡς ὁ λῃστὴς ὁμολογῶ σοι· Μνήσθη­τί μου, Κύριε, ἐν τῇ βασιλείᾳ σου». Κοινωνῶ, λέει· βοήθησέ με, Χριστέ, νὰ μὴ σὲ προδώσω «καθάπερ ὁ Ἰούδας», ὅπως ὁ Ἰούδας. Σὲ ἕνα μέρος τῆς Πελοποννήσου, ὅταν βλέπουν κάποιον νὰ κοινωνῇ ἀμετανόητος, λένε· «Καθά­περ ὁ Ἰούδας»! Ἔτσι, σὰν τὸν Ἰ­ούδα, κοινωνοῦμε πολλὲς φορὲς κ᾽ ἐμεῖς.
Ἕνας σοβαρὸς συγγραφεὺς ἔγραψε βιβλίο μὲ τίτλο «Ὁ Ἰούδας διὰ μέσου τῶν αἰώνων». Σὲ κάθε ἐποχὴ δηλαδή, καὶ κατ᾽ ἐξοχὴν στὴ δι­κή μας, ὁ ᾿Ιούδας συνεχίζει τὸ σκοτεινὸ ἔργο του. Κάθε φορὰ ποὺ συναντῶνται οἱ μεγάλοι, οἱ ἐκπρόσωποι τῶν ὑπερδυνάμεων, ἔχουμε φι­λήματα Ἰούδα. Ὁ Ἰούδας ἑτοιμάζεται πάλι νὰ σταυρώσῃ τὴν ἀνθρώποτητα.

* * *

Ἀναφέρει ἡ ἱστορία ὅτι ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ ἔνδοξους αὐτοκράτορες τῆς γῆς, ὁ Ἰούλιος καῖ­σαρ, εἶχε στὴν αὐλή του ἕ­να λαμ­πρὸ νέο, τὸν Βροῦτο. Τὸν ἀγαποῦσε, τὸν προ­στάτευσε, τὸν τίμησε ἰδιαίτερως καὶ τὸν ἀνέ­δειξε. Ἦταν τὸ δεξί του χέρι. Μιὰ μέρα ὅμως ἔγινε συνωμοσία. Ὥρμησαν τριάντα – σαράν­τα ἐπαναστάτες μὲ μαχαίρια, περικύκλωσαν τὸν καίσαρα καὶ τὸν χτύπησαν. Ἔκπληκτος ἐκεῖνος στρέφει τὰ μά­τια γύρω του καὶ πρὶν ξεψυχήσῃ διακρίνει με­ταξὺ τῶν δολοφό­νων – ποιόν; Τὸν Βροῦ­το! Καὶ τότε εἶπε ἐκεῖνο ποὺ ἔμεινε πλέον παροι­μι­ῶδες· «Καὶ σύ, τέκνον Βροῦτε;». Οἱ ἄλ­λοι δη­λαδὴ ἤξερα ὅτι εἶνε ἐχθροί μου, ἀλλὰ καὶ σύ, ποὺ σὲ εἶχα σὰν παιδί μου; Καὶ μὲ τὸ παράπονο αὐτὸ ἐξέπνευσε ὁ Ἰούλιος καῖσαρ.
Ἀλλὰ τί εἶνε, ἀδελφοί μου, ὁ καῖσαρ καὶ οἱ ἄλ­λοι βασιλεῖς τῆς γῆς μπροστὰ στὸν Βασι­λέα Χριστό; Μηδέν! Αὐτὸς εἶνε ὁ αἰώνιος βασιλεύς. Ἡ μεγάλη προδοσία εἶνε τὸ νὰ προδώ­σῃ κάποιος τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς λοιπόν, πάνω ἀπ᾽ τὸ σταυρὸ ὅπου τὸν ἀ­νέβασαν οἱ ἁμαρτίες μας, στρέφει τὸ βλέμμα στοὺς λεγομένους χριστιανοὺς τῆς δύσεως, στρέφει τὸ βλέμμα στοὺς μεγάλους καὶ ἰσχυροὺς κυβερνῆτες, προέδρους καὶ πρωθυπουρ­γοὺς καὶ ὑπουργοὺς καὶ βουλευτὰς καὶ στρατηγούς, ποὺ τὸν σταυρώνουν μὲ τὶς ἀποφάσεις τους μέσα στὰ κοινοβούλια, στρέφει τὸ βλέμμα στοὺς κληρι­κοὺς τῆς Ἐκκλησίας του, στρέφει τὸ βλέμμα στοὺς Χριστιανοὺς ποὺ εἴμαστε βαπτισμένοι στὸ ὄνομά του, σ᾽ ἐμᾶς τοὺς ψευτοχριστι­α­νοὺς τοῦ αἰῶνος τούτου, στρέφει τὸ βλέμμα στὰ ἐκκλησιάσματα αὐτῆς τῆς ἑβδομάδος, βλέπει ἐμᾶς τοὺς νέους Ἰοῦ­δες, ἄντρες – γυναῖκες, μικροὺς – μεγάλους, ἀγραμμάτους – ἐγγραμμάτους, ὅλο τὸ πλῆ­θος αὐτῶν ποὺ κοινωνοῦν ἀναξίως, καὶ λέει μὲ πα­ράπονο· «Κ᾽ ἐσύ, Χριστιανέ;». Μὲ ὑβρίζουν οἱ Ἑβραῖοι, μὲ ἀτιμάζουν οἱ μωαμεθανοί, μ᾽ ἐξευ­τελίζουν οἱ ἐχθροί· μὲ προδίδεις λοιπὸν κ᾽ ἐσύ, ποὺ βαπτίσθηκες στὸ ὄνομα τῆς ἁγίας Τριάδος;
Τὴν ἁγία αὐτὴ ἡμέρα ἂς ἐξομολογηθοῦμε ἐνώπιόν του καὶ ἂς τοῦ ποῦμε μὲ στεναγμό· Χριστέ, μὴ σὲ προδώσω ὅπως ὁ Ἰούδας, ἀλλ᾽ ἀξίωσέ μὲ νὰ πῶ κ᾽ ἐγὼ τὴ φωνὴ τοῦ λῃ­στοῦ· «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42).

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ὁμιλία τοῦ π. Αὐγουστίνου στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης στὶς 17-4-1987 πρωί)

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.