Αυγουστίνος Καντιώτης



Πως γιορταζουμε τα Χριστουγεννα; Ορθοδοξα χριστιανικα; ή ειδωλολατρικα και ιουδαϊκα; Ανοιξτε τα ιερα βιβλια, συμ­βουλευθητε καλους πνευματικους πατερες, μελε­τηστε ιερους κανονες στο Πηδαλιο, & θα δητε πως πρεπει να εορταζουμε. Οι αθεοι & οι μασονοι, που μας κυβερνουν, σαν λυσσασμενοι ταυροι πολεμουν τις χριστιανικες γιορτες. Ενας τετοιος ειναι & ο Μουζαλας. Τα αρρωστημενα μυαλα του, έβαλαν μασκα στην Παναγια & λογια βλασφημα στο στομα της! Αφου μασκοφορεσαν τους χριστιανους μεσα στους ναους, νομιζουν οι κορακες της παγκοσμιοποιησης οτι θα μασκοφορεσουν & την Παναγια μας!!! ΚΑΤΩ ΟΙ ΜΑΣΚΕΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΝΑΟΥΣ

date Δεκ 26th, 2021 | filed Filed under: εορτολογιο

Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΛΗ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2433

Ἡ Γέννησις τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ
Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2021
Του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

Πως γιορταζουμε τα Χριστουγεννα;

Platutera-p.AugoustἈγαπητοί μου· πρέπει νὰ εὐχαριστήσω τὸν Θεό, ποὺ μὲ ἀξιώνει νὰ μιλήσω στὴν ἑ­ορτὴ τῆς Γεννήσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ· εἶ­νε ἡ ῥίζα καὶ μητρόπολις τῶν ἑορτῶν, ὅπως λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος· ἀπὸ αὐτὴν βλαστάνει ὅ­λο τὸ δένδρο τῶν ἑορτῶν μας (βλ. Ἑ.Π. Migne 48,752-753).
Μὲ τὴν ἑορτὴ αὐτὴ ἀνοίγει ἕνας κύκλος, ὁ ὁποῖος στὴν ἐκκλησιαστικὴ γλῶσσα ὀνομάζεται Δωδεκαήμερον. Κατὰ τὸ Δωδεκαήμερο (πλὴν τῆς παραμονῆς τῶν Θεοφανείων) ἐπιτρέπεται οἱ Χριστιανοὶ νὰ καταλύ­ουν σὲ ὅλα.
• Σήμερα 25 Δεκεμβρίου ἑορτάζουμε τὴν Γέννησι τοῦ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
• Αὔριο 26 Δε­κεμβρίου ἔχουμε τὴν Σύναξι τῆς Κυρίας Θεοτόκου, τιμώντας ἐκείνην ποὺ γέννησε τὸν Σω­τῆρα τοῦ κόσμου – ἀσύλληπτο μυ­στήριο! ὁ Θεὸς Λόγος, ποὺ δὲν τὸν χωροῦν οἱ οὐ­ρανοί, χώρεσε στὴν ἁγνὴ κοι­λία τῆς Παρθέ­νου, τῆς μοναδικῆς σὲ ὅλους τοὺς αἰῶνες.

• Στὶς 27 Δεκεμβρίου τιμοῦμε τὸν πρῶτο μάρτυρα· ποιός θὰ εἶνε ὁ τελευταῖος μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ δὲν γνωρίζουμε, γνωρίζουμε ὅμως τὸν πρῶτο ποὺ μὲ τὸ αἷμα του πότισε τὸ δέν­­τρο τῆς πίστεώς μας· εἶνε ὁ πρωτοδιάκονος Στέφανος, τὸν ὁποῖο λιθοβόλησαν οἱ Ἑβραῖοι.
• Στὶς 28 τοῦ μηνὸς ἑορτάζουν δεκατέσσερις χιλιάδες ἀγγελούδια, στρατιὰ ὁλόκληρη ποὺ πέταξε κοντὰ στὸν νεογέννητο Χριστό. Πρὸς δόξαν τῆς Γεννήσεώς του, ὅπως ἀπὸ τὰ οὐράνια κατέβηκαν ἄγ­γελοι, «πλῆθος στρατιᾶς» (Λουκ. 2,13), ἔτσι ἀπὸ τὴ γῆ ἀνέβηκε ἐκεῖ μιὰ ἄλ­λη στρατιά, τὸ πλῆθος τῶν νηπίων ποὺ σὰν ἀ­θῷα ἀρ­νάκια κατέσφαξε ὁ θηριώδης Ἡρῴδης, μὲ σκο­πὸ νὰ ἐξοντώσῃ τὸν νεογέννητο Βασιλέα.
• Τὴν 1η Ἰανουαρίου, ὀκτὼ ἡμέρες μετὰ τὴ Γέν­νησι, ἔχουμε δύο ἑορτές· πρῶτον τὴν Περιτο­μὴ μὲ τὰ ὀνομαστήρια τοῦ Κυρίου, ὅτι δηλα­δὴ ὁ δίκαιος Ἰωσὴφ μαζὶ μὲ τὴν πάναγνο Μη­τέρα ἔδωσαν στὸ ὀκταήμερο Βρέ­φος τὸ ὄνομα Ἰησοῦς, ποὺ θὰ πῇ «Σωτήρας»· «τὸ ὄνομα τὸ ὑ­πὲρ πᾶν ὄνομα» (Φιλ. 2,9), τὸ γλυκύτερο ἀπ᾽ ὅλα τὰ ὀνόματα, αὐτὸ ποὺ ἀνάβει φωτιὰ στὴν καρ­διὰ καὶ καμμιά δύναμι δὲν θὰ μπορέσῃ ποτὲ νὰ τὸ διαγράψῃ. Συγχρόνως τὴν ἡμέρα αὐ­τὴ εἶνε ἡ μνήμη ἑνὸς ἀπὸ τοὺς μεγάλους πα­τέρας καὶ διδασκάλους τῆς Ἐκκλησί­ας, τοῦ φω­στῆ­ρος τῆς Καισαρείας μεγάλου Βασιλείου· πλούσιος ἀπὸ πατρικὴ κληρο­νομία καὶ κάτοχος μεγάλης περιουσίας, τὰ δα­πάνησε ὅ­λα γιὰ τὸ Θεό. Ἦ­ταν ἡ ἐ­ποχὴ ποὺ ἐπίσκοποι ἔμπαιναν στὴν Ἐκ­κλησία πλούσιοι καὶ πέθαιναν φτω­χοί· ἐνῷ τώρα μπαί­νουν φτωχοὶ καὶ πεθαίνουν πλούσιοι.
• Τέλος στὶς 6 Ἰανουαρίου ἔχουμε τὰ Φῶτα, ἑ­­­ορτάζουμε τὰ Θεοφάνεια· βαπτίζεται ὁ Χριστός, ἁγιάζονται τὰ νε­ρὰ τοῦ Ἰορδάνου καὶ ὅ­λων τῶν πηγῶν, ἀκούγεται τὸ διάγγελμα τοῦ οὐρανίου Πατρὸς «Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα» (Ματθ. 3,17), σχίζον­ται οἱ οὐρανοὶ καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο κατέρχεται «ἐν εἴδει περιστερᾶς» (ἀπολυτ. Θεοφ.).
Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα, 7 Ἰανουαρίου, σὰν ἀποχαιρετισμὸς τοῦ Δωδεκαημέρου, ἀκολουθεῖ ἡ Σύναξις τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ· ἐ­κείνου ποὺ ἀξιώθηκε νὰ βαπτίσῃ τὸν Κύριο καὶ μὲ τρεμάμενο χέρι νὰ ψαύσῃ τὴν κεφαλή του. Εἶνε γνωστὸ ὅτι ὁ Παπαδιαμάν­της, πιστὸς λογοτέχνης, πέ­θανε ψάλλοντας τὸ περίφημο ἐκεῖ­νο τροπάριο ὅπου ὁ ὑμνογράφος λέει «Τὴν χεῖ­ρά σου τὴν ἁψαμένην τὴν ἀκήρατον κορυφὴν (=τὴν ἀμόλυντη κεφαλή) τοῦ Δεσπότου…» (5 Ἰαν., ὥρ. θ΄).
Αὐτὸ μὲ λίγα λόγια εἶνε τὸ περιεχόμενο τῶν ἑορτῶν τοῦ Δωδεκαημέρου.

* * *

Ἀλλὰ γιὰ μᾶς, ἀδελφοί, –αὐτό νὰ προσ­έ­ξου­με–, δὲν ἔχει σημασία τόσο τὸ ποιές καὶ πόσες εἶνε οἱ ἑ­ορτές. Ἑορτὲς ὑπῆρχαν καὶ πρὶν ἀπὸ τὸν Χριστιανισμό, ὑπάρχουν καὶ τώρα ἔξω ἀπὸ τὸν Χριστι­ανισμό, καὶ δὲν θὰ πάψουν νὰ γίνωνται. Διότι ἡ ἑορτὴ εἶνε ἀνάγκη ψυχολογικὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ἀνταποκρίνεται στὰ βαθύτερα αἰσθήματα –στὰ ἔνστικτα ἂν θέλετε– τῆς φύσεώς μας. Εἶνε καὶ ἡ φύσι μας τρόπον τινὰ μιὰ μηχα­νή, ποὺ ἂν τὴ βάλῃς συνεχῶς νὰ δουλεύῃ θὰ φθαρῇ, καταστρέφεται, καὶ γι᾽ αὐ­τὸ ὁ μη­­χανι­κὸς συνιστᾷ κατὰ διαστήματα νὰ σβήνῃ, νὰ ξεκουράζεται. Εἶνε κι αὐτὴ σὰν τὸν ὁ­­δοιπόρο, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ βαδίζῃ συνε­χῶς ἀλλὰ κά­που – κάπου σταματάει κάτω ἀπ᾽ τὴ σκιὰ ἑνὸς δέντρου, ξαπλώνει, παίρνει δύναμι καὶ συνεχίζει τὸ δρόμο του. Καὶ ἡ ζωὴ στὸν κόσμο αὐτὸν εἶνε μιὰ ὁδοιπορία· καὶ μέσα στοὺς κόπους μόχθους μέρι­μνες ἀγωνίες, ποὺ ζοῦ­με ὡς ἄτομα οἰκογένειες λαός, ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ μερικοὺς σταθμοὺς γιὰ ν᾽ ἀναπαυθοῦμε. Γι᾽ αὐτὸ οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας ἔλεγαν, ὅτι «βίος ἀνεόρταστος», ζωὴ χωρὶς γιορτή, εἶνε «μακρὰ ὁδὸς ἀπανδόκευτος», ἕνας μακρὺς δρό­μος ποὺ δὲν ἔχει πουθενὰ πανδοχεῖο, χάνι, νὰ καθίσῃς νὰ πάρῃς μιὰ ἀνάσα (Δημόκριτος παρὰ Στοβαίῳ 154. 38).
Εἶνε λοιπὸν ἡ ἑορτὴ μία ἀνάγκη. Γι᾽ αὐτὸ ἀφ᾽ ὅτου παρουσιάστηκε ὁ ἄνθρωπος πάνω στὴ γῆ καὶ μέχρις ὅτου τελειώσῃ αὐτὴ ἡ σφαῖρα, ὑ­πάρχουν καὶ θὰ γίνωνται γιορτές. Ἑορτάζουν οἱ Κινέζοι, οἱ Γιαπωνέζοι, οἱ λευκοί, οἱ μαῦροι, οἱ κίτρινοι, οἱ ἐρυθρόδερμοι· ἑορτάζουν καὶ οἱ φίλοι μας οἱ κόκκινοι, ἑορτάζουν καὶ οἱ ἄθεοι! Αὐτὲς τὶς ἅγιες ἡμέρες στὸν ὑλισμό –δὲν ἀναφέ­­ρομαι στὰ οἰκονομικά–, ὅπου ὑπάρ­χουν ἄ­θεα καθεστῶτα, ἐκεῖ σήμερα δὲν χτυπᾶνε χριστου­γεννιάτικες καμ­πάνες. Ἐκεῖ πῆραν μιὰ γομμο­λάστιχα καὶ ἐπισήμως ἔσβησαν τὴ γιορτὴ αὐτή. (Ὁ πιστὸς λαὸς ἐκεῖ ἑορτάζει ἀνεπισήμως, ὄ­χι πλέον μὲ τὴ μεγαλοπρέπεια ποὺ ἑώρταζε ἄλ­λο­τε· ἴσως ὅμως τώρα, μέσα στὸν πόνο στὸ δάκρυ καὶ στὴ συναίσθησί του, νὰ ἑορτάζῃ καλύ­­τερα, ὅπως ἄλλοτε οἱ Χριστιανοὶ τῶν κατακομβῶν). Ἀλλὰ σήμερα καὶ τὰ ὑλιστικὰ καθεστῶτα ἀναγκάζονται νὰ ἔχουν γιορτή. Δὲν τοὺς ἀρέ­­σει ἡ ἑορτὴ τοῦ Χριστοῦ, καὶ καθιέρωσαν τὴ «γιορτὴ τοῦ χειμώνα» (ἀντὶ νὰ λατρεύουν τὸν Κτίστη, λατρεύουν τὸ κτίσμα – δημιούργη­μα, τὸ χειμῶνα). Θὰ στήσουν κ᾽ ἐκεῖ ἕνα μεγά­λο δέντρο καὶ θὰ τὸ στολίσουν. Στὴν κορυ­φή του ὅμως ἀντὶ γιὰ τὸ ἀστέρι τῆς Βηθλε­ὲμ θὰ ὑ­πάρχῃ τὸ δικό τους ἀστέρι. Στὸ τέλος τῶν αἰώνων θὰ φανῇ ποιό ἀπὸ τὰ δύο ἀστέρια θὰ κατισχύσῃ. Τὰ λέω πάντως αὐτὰ γιὰ νὰ σᾶς δείξω ὅτι, καὶ ἄθεο καθεστὼς ἀκόμα νὰ ἔρθῃ, θὰ κάνῃ δικές του γιορτές· δὲν μπορεῖ ὁ ἄν­θρωπος νὰ ζήσῃ χωρὶς γιορτές.
Τὸ θέμα ὅμως, ὅπως εἴπαμε, εἶνε ἄλλο· δὲν εἶνε τὸ ἂν ἑορτάζουμε ἀλλὰ τὸ πῶς ἑορτά­­ζουμε. Διότι οἱ ἑορτὲς –προσέξτε τί θὰ πῶ– εἶ­νε σύμφωνες μὲ τὸ χαρακτῆρα τῆς θρησκείας.
Δηλαδή. Πρὸ Χριστοῦ ὑπῆρχε κ᾽ ἐδῶ ἡ θρη­σκεία τῶν εἰδώλων, τῶν ψεύτικων θεῶν, μὲ ἑ­ορτὲς καὶ σχετικὴ λατρεία. Ἀλλ᾽ ἐὰν κανεὶς ἀ­νοίξῃ τὴν ἱστορία, τοὺς ἱστορικοὺς καὶ ποιη­­τὰς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, θὰ κοκκινίσῃ ἀπὸ ντροπή. Ὅσο ἀναιδεῖς καὶ ἀδιάντροποι ἂν εἶ­στε, θὰ σκεπάσετε τὸ πρόσωπό σας, ἂν διαβάσετε πῶς ἑώρταζαν τότε στὴν Ἀθήνα (τὴν πόλι τῶν φώτων· τῶν γραμμάτων, τῶν ἐπιστημῶν, τῶν τεχνῶν, τῆς φιλοσοφίας!)· θὰ ντραπῆτε, ναὶ θὰ ντραπῆτε. Ὄργια τῶν ὀργίων. Ὁ τρόπος ἑορτα­σμοῦ ἦταν ὀργιαστικός· δηλαδή, τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τους ἔπιναν, θέριευαν τὶς σαρκι­κὲς ὁρμές, γύριζαν ὅλη μέρα μεθυσμένοι, ἀ­στει­ευ­όμενοι καὶ πειράζοντας ἀδιάντροπα ὅ­ποιον τύχῃ. Ἂν ρωτοῦσες κάποιον, –Γιατί με­θᾷς; θὰ σοῦ ἀπαντοῦσε· –Σήμερα εἶνε ἡ μέρα τοῦ κρα­σιοῦ, γιορτάζει ὁ Βάκχος μὲ τὴν πελώ­ρια κούπα· πῶς θὰ τὸν τιμήσουμε; μπροστὰ σ᾽ αὐτὸν καὶ πάλι λίγο εἶν᾽ αὐτὸ ποὺ πίνω ἐγώ… Ἂν πάλι σ᾽ ἐκείνους πού, ἄντρες καὶ γυ­ναῖκες, ὠργί­αζαν μέσ᾽ στὸ δρόμο σὰν τὰ σκυλιὰ τολμοῦ­σες νὰ κάνῃς παρατήρησι, θὰ σοῦ ᾽λεγαν· –Τί εἶν᾽ αὐτὰ ποὺ λές; θεὸ ἔχουμε τὸ Δία, τὸν προ­στάτη τῆς πορνείας καὶ μοιχείας· ἂν δὲν κάνουμε σήμερα ἔτσι, πῶς θὰ τὸν λατρεύσουμε θεάρεστα;… Κι ἂν πάλι ἐμπόδιζες κάποιον τὴν ὥρα ποὺ πάει νὰ κλέψῃ, θὰ σοῦ ἔ­λεγε· –Κάνω κανένα κακό; ὁ Ἑρμῆς ὁ θεός μας ἔτσι διδάσκει… Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τὸ χαρακτῆρα τῆς θρησκείας ἐκείνης δικαιολογοῦντο καὶ ἡ μέθη, καὶ ἡ κλοπή, καὶ ἡ μοιχεία, ὅλα· οἱ θεοί τους ἦταν δάσκαλοι καὶ προ­στάτες κάθε ἀνηθικότητος καὶ φαυλότητος.

* * *

Ἀλλὰ τὰ πράγματα ἀλλάζουν. Ἦρθε ὁ Χριστός –αὐτὸ γιορτάζουμε σήμερα–, ἦρθε ἡ ἁ­γία πίστι μας, ποὺ δίδαξε τὰ τελείως ἀντίθετα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ δίδασκε ἡ εἰδωλολατρία. Ποιός ἁρμόζει νά ᾽νε τώρα ὁ χαρακτήρας τῶν ἑ­ορτῶν τῶν ὀρθοδόξων Χριστιανῶν;
Τί εἶνε ὁ Χριστός; Δὲν μποροῦμε νὰ Τὸν ἀ­τενίσουμε· τόσον ὑψηλὴ εἶνε ἡ φυσιογνωμία του. Εἶνε δένδρο, ποὺ ἐβλάστησε μὲν ἐκ τῆς Παρ­θένου, ἀλλὰ ἡ κορυφή του ὑπερβαίνει καὶ Πλάτωνες καὶ Ἀριστοτέλες, ὅλα τὰ πνεύμα­τα τῶν αἰώνων, καὶ φτάνει μέχρι τὰ οὐράνια. «Ἐ­κάλυψεν οὐρανοὺς ἡ ἀρετή σου, Χριστέ» (καταβ. Ὑπαπ. ᾠδ. δ΄· Ἀβ. 3,3)· εἶνε τέτοια, λέει, ἡ ἀρετή σου, Χρι­στέ, ποὺ ξεπέρασε τὴν ἀρετὴ ὄχι τῶν ἀνθρώπων μὰ καὶ τῶν ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, ἔ­φτασε σὲ ὕψος ποὺ κανείς ἄλλος δὲν θὰ φτά­σῃ· στήλη οὐρανομήκης. Ὁ Χριστὸς εἶνε ἡ ἐν­σάρκωσις πάσης ἀρετῆς· εἶνε ὁ ἄξονας, γύρω ἀπ᾽ τὸν ὁποῖο θὰ στρέφεται ὁλόκληρος ὁ κόσμος· εἶνε ἡ σοφία, ἡ ἁγιότης, ἡ ἀπολύτρω­σις· εἶνε ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια, ἡ ζωή… – τὸ λε­ξιλόγιό μας ἐξαντλεῖται προσπαθώντας νὰ ἐκ­φράσῃ τὸν χαρακτῆρα καὶ τὶς ἄπειρες ἐνέργειες ποὺ ἐκπέμπει καὶ θὰ ἐκπέμπῃ αἰωνίως ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Πατρός, ὁ γλυκύτα­τος Ἰησοῦς ὁ Να­ζωραῖος. Λοιπόν, τέτοιο Θεὸ ἔ­χουμε. Δὲν ἔχουμε οὔ­τε Βάκ­χο μέθυσο, οὔτε Δία πόρ­νο καὶ μοι­χό, οὔτε Ἑρμῆ πονηρὸ καὶ κλέφτη, οὔτε Ἄρη αἱ­μοστα­γῆ. Ἔχουμε τὸ Θεὸ τῆς ἀγάπης, τῆς εἰ­ρήνης, τῆς δικαιοσύνης, τῆς μακροθυμίας, τῆς ἀνο­χῆς. Στὸ πρότυπό του πρέπει νὰ ἀ­τενίζουμε ἀπαύστως, γιὰ νὰ ἀντιγρά­φουμε –πενιχρὰ ἔστω– τὴν ἄχραντον εἰκόνα του.
Τί εἶνε ἡ Παναγία; Δὲν εἶνε οὔτε Ἀφροδίτη, οὔτε Ἥρα, οὔτε Κίρκη, οὔτε Ἀστάρτη, οὔτε Λαΐς, οὔτε καμμιὰ ἄλλη ἀπὸ τὶς θεὲς καὶ ἑ­ταῖρες τὶς δι­άσημες γιὰ τὴ φαυλότητά τους. Εἶνε τὸ ἄ­φθαστο πρότυπο γυναικός. Ἡ Παν­αγία εἶνε ἡ ἐνσάρκωσις τῆς παρθενίας, τὸ ἀμήχανον κάλ­λος τῆς σεμνότητος, ἡ ἀπερίγραπτη ὡραιότης· εἶνε ἡ «τιμιωτέρα τῶν Χερου­βὶμ καὶ ἐν­δοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ» (θ΄ ᾠδ.), ἐμ­πρὸς στὴν ὁποία θαμπώνονται κι αὐτὲς οἱ ἀ­σώματες ἀγγελικὲς δυνάμεις.
Τί εἶνε ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής; Τὸ πρότυπο τοῦ ἀσκητοῦ· αὐτὸς ποὺ ἔζησε στὶς καλαμιὲς τοῦ Ἰορδάνου, ποὺ κοιμόταν ὄχι σὲ στρῶ­μα καὶ σουμιὲ ὅπως ἐ­μεῖς, ἀλλὰ πάνω στὴν ἀμμουδιὰ τῆς ὄχθης· ποὺ δὲν ἔβαλε στὸ στόμα του ποτέ κρασὶ ἢ ἄλ­λο οἰνοπνευματῶδες ποτό, ἀλλὰ ἔσκυβε καὶ μὲ τὶς χούφτες του ἔ­πινε νερὸ ἀπ᾽ τὸ ποτάμι· ποὺ στέγη του εἶχε τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ καὶ συν­­τροφιά του τὰ ἄγρια θηρία· ποὺ μιλοῦσε μὲ τὸ Θεό.
Τέτοιο Κύριο λατρεύουμε, τέτοια πίστι μᾶς δίδαξε, τέτοιους ἁγίους καὶ μάρτυρες ἔχουμε. Λοιπόν, Χριστιανέ, ὅπως εἶνε ἐκεῖνοι ἔτσι θὰ εἶσαι κ᾽ ἐσύ· ὅπως περπάτησε ὁ Χριστός, θὰ περπατήσῃς κ᾽ ἐσὺ πάνω στὴ γῆ. Ὅπως εἶνε ἡ Παναγία, ἔτσι θὰ εἶσαι κ᾽ ἐσύ, Χριστιανή, εἴτε ἔγγαμη εἴτε ἄγαμη. Κι ὅπως ἦταν ὁ Χριστὸς μικρὸ παιδί, ἔτσι νὰ εἶστε κ᾽ ἐσεῖς, παιδιά.
Ἔχοντας ἀσπαστῆ μιὰ τέτοια πίστι, μὲ τόσο ὑψηλὰ πρό­τυπα, ἀνάλογος θὰ πρέπῃ νά ᾽νε καὶ ὁ χαρακτήρας τῶν ἑορτῶν μας. Θέ­­τω λοιπὸν τὸ ἐ­ρώτημα, στὸ ὁποῖο θέλω νὰ στρα­φῇ ἡ προσοχή μας· ἐμεῖς πῶς ἑορτάζουμε; ἑ­ορ­τά­ζουμε ὀρθόδοξα χριστιανικά; ἢ μήπως ἑ­ορτάζουμε εἰδωλολατρικὰ καὶ ἰουδαϊκά; Τὸ θέμα εἶνε μεγάλο. Ἀνοῖξτε τὰ ἱερὰ βιβλία, συμ­βουλευθῆτε καλοὺς πνευματικοὺς πατέρες, μελε­τῆστε ἱεροὺς κανόνες στὸ Πηδάλιο, καὶ θὰ δῆτε πῶς πρέπει νὰ ἑορτάζῃ ὁ Χριστιανός.
Τὴν παραμονὴ ἀποβραδὶς δὲν ἀρκεῖ ἁπλῶς νὰ πλυθῇς, νὰ κάνῃς τὸ μπάνιο σου. Ἦταν κάποτε ἐποχὴ ποὺ οἱ πρόγονοί μας δὲν εἶχαν τό­σα μπάνια, εἶχαν ὅμως «μπάνια» πνευματικά. Τὴ βλέπεις τώρα τὴν ἄλλη, μπανιαρισμένη, χτενισμένη, βουτηγμένη στὰ πανάκριβα ἀρώματα, μιὰ κούκλα μέσ᾽ στὰ λοῦσ­σα· ἀλλὰ πε­ρὶ ψυχῆς;… Ὁ ἄνθρωπος ἔχει δύο ὀσμές, ὀσμὴ τοῦ σώματος καὶ ὀσμὴ τῆς ψυχῆς. Ἂν κατεβῇ ἄγγελος καὶ τὴν πλησιάσῃ, θὰ πιάσῃ τὴ μύτη του ἀπὸ τὴν κακοσμία. Ὅσο κι ἂν εἶ­σαι στολισμένη στὸν καθρέφτη καὶ περιποιημένη στὰ κομμω­τήρια –ποὺ γέμισε ὁ τόπος–, τί εἶ­σαι; ἕ­να ἀκάθαρτο πλάσμα. Δὲν τὸ λέω ἐγώ, τὸ λέει τὸ Πνεῦ­μα τὸ ἅγιο· «ἀκάθαρτος παρὰ Θεῷ πᾶς ὑ­ψηλοκάρδιος» (Παρ. 16,5)· γιὰ τὸ Θεὸ κάθε ὑψηλοφροσύνη εἶνε ἀ­καθαρσία. Πῶς λοιπὸν νὰ ἑορτάσῃς; Κάνε τὸ «μπάνιο» σου πηγαίνοντας στὸν πνευ­ματικ­ό· πέρασε ἀπὸ τὸ πλυντήριο τοῦ ἁ­γίου Πνεύματος, λούσου, καθαρίσου, πέταξε ἀπὸ πά­νω σου τ᾽ ἁ­μαρτήμα­τα. Ἔτσι νὰ ᾽ρθῇς στὸ ναό, νὰ γονατί­σῃς νὰ πῇς «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42)· καὶ μὲ τὴν ἁ­πλότητα τῶν Ποιμένων καὶ τὴν πίστι τῶν Μάγων, ποὺ βάδισαν πολλὰ χιλιόμετρα, νὰ ὁ­δεύσῃς κ᾽ ἐσὺ «ἔνθα ὁδεύει ὁ ἀστήρ» (κάθ. Χριστουγ.). Τότε θὰ νιώσῃς τὰ Χριστούγεννα.
Τὸ μεσημέρι. Εἶσαι πατέρας, εἶσαι μάνα; Χρέος σας δὲν εἶνε ἁ­πλῶς νὰ ψήσετε τὴ γαλλοπούλα, νὰ κάνετε γλυκύσματα, νὰ γεμίσῃ τὸ στομάχι· ἡ ἑορτὴ δὲν εἶνε γαστρονομική. Σὲ ἄλλες χῶρες, π.χ. στὶς Ἰνδίες, ἄνθρωποι κινδυνεύουν νὰ πεθάνουν ἀπὸ τὴν πεῖνα. Δὲν ἀποκλείεται πεῖνα νὰ πέσῃ καὶ σ᾽ ἐμᾶς, ὅπως στὴν κατοχή, καὶ νὰ σαλιώ­νου­με τὸ δάχτυλο νὰ μαζεύουμε τὰ ψίχου­λα· γιατὶ τώρα μπουκιὰ τρῶμε καὶ Θεὸ βλαστημᾶμε οἱ ἀχάριστοι. Ἦρθε λοιπὸν μεσημέρι καὶ καθίσα­τε στὸ τραπέζι μὲ ὅλα τ᾽ ἀγαθά; Θυμήσου ὅτι σὲ δύσκολα χρόνια βράζαμε τὰ φλούδια ἀπ᾽ τὰ κουκιὰ καὶ θεωρούσαμε τὸ ζουμὶ ζουμὶ ἀπὸ κρέας! Τὰ ξεχάσαμε αὐτὰ ὅλα; Πὲς λοιπὸν τὸ μεσημέρι, σὺ ὁ πατέρας· Παιδιά, ἂς εὐχαριστήσου­με τὸ Θεό. Ἡ νεώτερη γενεά, ἀγόρια καὶ κορίτσια, δὲν ξέρουν τὸ μαρτύριο τῆς φυλῆς. Ἐ­σύ, ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά σου, πές τους τί τέλος πάντων πέρασε αὐτὸς ὁ τόπος. Θύμισέ τους τὴν ἡμέρα αὐτὴ καὶ τὰ παιδιὰ ἐκεῖνα ποὺ ἄφησαν τὰ κόκκαλά τους στὰ ψηλὰ βουνὰ γιὰ ν᾽ ἀναπνέουμε ἐμεῖς τώρα ἀναξίως ἐλεύθεροι. Κάντε τὸ σταυρό σας, βάλε τὸ ἕνα παιδὶ νὰ πῇ τὸ «Πάτερ ἡμῶν…», τὸ ἄλλο νὰ ψάλῃ «Ἡ Γέννησίς σου, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν…». Ἄ­νοιξε τὸ Εὐαγγέλιο, διαβάστε τὴν περιγραφὴ τῆς Γεννήσεως ἀπὸ τὸ Ματθαῖο (1,18-25) ἢ ἀπὸ τὸ Λου­κᾶ (2,1-20), νὰ συγκινηθῇ ἡ ψυχή σας.
Τὸ ὑπόλοιπο τῆς ἡμέρας. Γιά γύρισε καὶ ῥῖξε δίπλα σου μιὰ ματιά, μέσ᾽ στὰ φτωχόσπιτα καὶ τὰ ὑπόγεια. Πήγαινε στὰ νοσοκομεῖα σὲ κάποιον ἄρρωστο, κάνε μιὰ ἐπίσκεψι καὶ στὸ νεκροταφεῖο ὅπου ἀναπαύονται οἱ πρόγονοί μας· θυμήσου ὅτι κ᾽ ἐσὺ εἶσαι θνητός· ἂς περάσῃ ἀπὸ τὸ νοῦ σου καὶ ἡ σκέψι, μήπως τὰ Χριστούγεννα αὐτὰ εἶνε τὰ τελευταῖα τῆς ζωῆς μας;…
Γίνονται αὐτά; Τίποτα! Τί μαθαίνω. Ἄλλος, ἐνῷ σημαίνουν οἱ καμπάνες, αὐτὸς εἶνε ξάπλα. Ἄλλοι, πλῆθος, βγαίνουν μὲ τ᾽ αὐτοκίνη­τα πρὸς τὰ ἔξω· δὲν θ᾽ ἀκούσουν τὸ «Χριστὸς γεννᾶται…» μέσα στὴν ἐκκλησιά, μὲ τὶς εἰκόνες καὶ τὰ κεράκια· θὰ τ᾽ ἀκούσουν μέσα στ᾽ αὐτοκίνητα ἀπὸ ῥαδιοφώνου. Ἄλλοι, ἀκόμη χειρότεροι, δὲν θὰ τ᾽ ἀκούσουν οὔτε ἔτσι, ἀλ­λὰ κάνουν λέει ῥεβεγιόν (ἀπὸ τὸ γαλλικὸ ré­veillon), μὲ μπίρα στὸ χέρι, τσιγάρο στὸ στόμα κι ἀκαθαρσία στὴν ψυχή. Ἄλλαξαν τώρα· ἔγιναν λίγο Ἀμερικᾶ­νοι, λίγο ῾Ρῶσοι, λίγο Ἄγ­γλοι, λίγο Γάλλοι…· μόνο Ἕλληνες δὲν εἶ­νε. ῾Ρωτῶ κά­τι φτωχαδάκια, τί εἶνε ρεβεγιόν; δὲν ἤξεραν νὰ μοῦ ποῦν. ῾Ρωτῶ κάποιον πλούσιο, καὶ μοῦ λέει· Εἶνε τρόπος ἑορτασμοῦ φερμένος ἀπ᾽ τὴ Δύσι, γίνεται σὲ σπίτι ἢ σὲ κέντρο τὸ βράδυ τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων καὶ τῆς πρωτοχρονιᾶς, διαρκεῖ μέχρι τὶς πρωινὲς ὧ­ρες· ἔχουν ἕνα δέντρο στολισμένο, χορεύουν γύρω του, καὶ κάποια στιγμὴ σβήνουν τὰ φῶτα καὶ δημιουργεῖται αἴσθησι… Κι αὐτὸ λέγεται, παρακαλῶ, ἑορτασμὸς τῶν Χριστουγέν­νων! Καὶ τὴν πρωτοχρο­νιά; Ἀντὶ νὰ μαζευ­τοῦν στὸ ναὸ νὰ παρακαλέσουν τὸ Θεό, ἐκεῖ ποὺ εἶνε ἡ ἁ­γία τράπεζα, στήνουν αὐτοὶ ἄλλη τράπε­ζα, τὴν πράσινη, τοῦ χαρτοπαιγνίου· κ᾽ οἱ ἐκ­κλησιὲς εἶνε ἀδειανές.
Ἔτσι γιορτάζει σήμερα ὁ λαός μας· ὄχι χριστιανικὰ ὀρθόδοξα. Μόνο ἂν σηκωνόταν ἀπὸ τὸν τάφο κάποιος Χριστιανὸς τῶν πρώτων αἰ­ώ­νων, θὰ μᾶς ἔλεγε πῶς ἑώρταζαν ἐ­κεῖ­νοι! Ἡ λατρεία μας βέβαια εἶνε ἄφθαστη, δὲν ὑπάρ­χει ὡραιότερη· κι ἂν ἔρθουν ξένοι καὶ τὴ δοῦν, θὰ ποῦνε, Μπράβο, ἡ χώρα σας εἶνε χριστιανική. Ἀλλὰ εἴ­μαστε πράγματι Χριστιανοί; Ὅσο εἴμαστε μέσα στὶς ἐκκλησίες, εἴμαστε Χριστια­νοί· ἄνοιξαν οἱ πόρτες, βγήκαμε ἔξω, πήγαμε στὸ σπίτι, στὸ ἐργοστάσιο, κ.λπ.; ἐκεῖ εἴμαστε εἰδωλολάτρες καὶ χειρότεροι ἀπ᾽ τοὺς εἰδωλο­λάτρες. Κι αὐτὸ γιατί; Διότι οὔτε μέσα στὴν ἐκκλησία εἶσαι Χριστιανός· κ᾽ ἐκεῖ σκέπτεσαι ἄλλα πράγματα… Ποῦ συναίσθησι, ποῦ κατά­νυξι, ποῦ δάκρυα; Ἄλλος χασμου­ριέται, ἄλ­λος κοιτάζει τὸ ῥολόι, ἄλλος κατακρίνει τὸν παπᾶ, ἄλλος χαζεύει… Πάντως, ἐὰν μέσ᾽ στὴν ἐκκλησία εἴμαστε ἂς ποῦμε Χριστιανοί, ἔξω εἴμαστε εἰδωλολάτρες καὶ χειρότεροι ἀπὸ εἰ­δωλολάτρες. Ἂν φαίνεται αὐτὸ ὑπερβολικό, σᾶς τὸ ἀποδεικνύω μὲ ἕνα παράδειγμα.
Στὴν ἀρχαιότητα, στὴν ἐποχὴ τοῦ Σωκράτους καὶ τοῦ Πλάτωνος, ὅταν σήκωναν ἐκεῖνα τ᾽ ἀγκωνάρια κ᾽ ἔφτειαχναν πάνω στὴν Ἀκρόπολι αὐτὸ τὸ μεγαλούργημα τῶν αἰώνων, τότε ποὺ λάτρευαν θεοὺς ψεύτικους, δὲν ὑπῆρ­χε ἄνθρωπος, εἴτε φιλόσοφος εἴτε στρατη­γὸς εἴτε ἁπλὸς πολίτης εἴτε καὶ δοῦλος ἀκόμα, ποὺ νὰ βλαστημήσῃ τὸ Βάκχο, τὴν Ἀφροδίτη κ.λπ.· κ᾽ ἦταν θεοὶ τρισάθλιοι, ποὺ ἂν περνοῦσαν ἀπὸ δικαστήριο θὰ καταδικάζον­ταν γιὰ τὰ ἐγκλήματα καὶ τὰ αἴσχη τους. Τέτοιους θεούς, λοιπόν, δὲν τολμοῦσε κανείς νὰ τοὺς ὑβρίσῃ· ἂν τολμοῦσε, τὸ βράδυ δὲν θὰ ζοῦσε, θάνατος! Κ᾽ ἐμεῖς τώρα; Ὤ ψεύτικη χριστιανοσύνη! Ἐκεῖνοι τὸ θεό τους δὲν τὸν ἔβριζαν, ἐμεῖς τώρα βρίζουμε τὰ θεῖα μέρα – νύχτα. Σήμερα, τέτοια ἅγια μέρα, πόσες βλαστήμιες θ᾽ ἀκουστοῦν ἆραγε! Καὶ μόνο βλα­στήμιες, καὶ μόνο ἀτιμίες, καὶ μόνο κλοπές, καὶ μόνο πορνεῖες, καὶ μόνο μοιχεῖες; Εἴμαστε λοιπόν, ναὶ ἢ ὄχι, χειρότεροι κι ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες κι ἀπὸ τοὺς ἀγρίους ἀκόμη;
Πῶς ἑορτάζουμε; Θὰ σᾶς τὸ πῶ· ἑορτάζου­με ἰουδαϊκῶς. Τί ἐννοῶ· ὄχι ὅπως ὥριζε ὁ Μωυσῆς καὶ οἱ προφῆται, ἀλλ᾽ ὅπως ἑώρταζαν οἱ ἰουδαῖοι στὴν ἐποχὴ τῆς παρακμῆς. Ἐκεῖνοι δηλαδή, ἐνῷ στὴ ζωή τους ἔκαναν ἀτ­ιμίες καὶ ὠργίαζαν, ὅταν ἔφταναν τὰ σάββατα καὶ οἱ ἄλ­λες ἑορτές τους, ἔβαζαν τὰ καλά τους, πήγαιναν δῶρα στὸ ναό, ἔκαναν θυσίες μοσχάρια, πρόβατα, περιστέρια κ.λπ.· γέμιζε ὁ ἀέρας ἀπὸ καπνὸ θυμιαμάτων καὶ κνῖσα θυσιῶν. Σὲ τέτοιες ὧρες λοιπὸν ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ διὰ τῶν προφητῶν, ποὺ ἔσεισε τότε τὸ ναὸ τοῦ Σολομῶντος λέγοντας· Αὐτὰ τὰ κρέατα ποὺ φέρατε ἐδῶ καὶ θυσιάζετε, ἐμένα μοῦ βρωμᾶνε σὰν ψόφιος σκύλος! (βλ. Ἠσ. 66,3). Μίσησα καὶ σιχάθηκα τὶς γιορτές σας, μισεῖ ἡ ψυχή μου τὰ πανηγύρια σας! (βλ. Ἀμ. 5,21. Ἠσ. 1,14).
Ἂν ὑπῆρχε καταγραφὴ τῶν ἁμαρτημάτων, θὰ ἔδειχνε ὅτι ἁμαρτάνουμε ὅλο τὸν καιρό, ἀλ­λὰ περισσότερο τὶς ἅγιες ἡμέρες τῶν μεγάλων ἑορτῶν. Εἰσαγγελεῖς, ἀστυνόμοι, πνευματικοί, πέστε μου πότε οἱ χριστια­νοὶ ἁ­μαρτάνουν περισσότερο; Μία ἁ­μαρτία κά­νουν τὶς καθημερινές, καὶ ἑκατὸ τὶς ἡμέρες τῶν ἑ­ορτῶν. Ὦ Χρι­στέ μου, γι᾽ αὐτὸ ἦρθες στὸν κόσμο; γιὰ νὰ ζοῦ­με ἐμεῖς εἰδωλολατρικά; ἵλεως γενοῦ! Φοβᾶ­μαι μήπως καμμιὰ νύχτα σειστῇ ἡ γῆ καὶ δὲν μείνουν οὔτε σπίτια οὔτε παλάτια οὔτε ναοί. «Ἀφίεται ὑμῖν ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος» (Ματθ. 23,38. Λουκ. 13,35).
Ἂς μετανοήσουμε καὶ ἂς ἐπιστρέψουμε, γιὰ νὰ λατρεύσουμε τὸ Θεὸ «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ» (Ἰω. 4,23-24) καὶ ἁγιότητι, καὶ νὰ ἔχουμε τὴν εὐλογία τοῦ Κυρίου μας· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ἑσπερινὴ ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Γεννήσεως Χριστοῦ Χριστοκοπίδου Ἀθηνῶν τὴν Τετάρτη 29-12-1963, ἐν συνθέσει μὲ ἀπόσπασμα ὁμιλίας ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Ἰωάννου Πτολεμαΐδος τὴν 7-1-1979. Καταγραφή, σύνθεσις καὶ σύντμησις 24-11-2021.

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.