Αυγουστίνος Καντιώτης



Archive for the ‘ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ’ Category

Γενοκτονια!

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Δεκ 20th, 2010 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ μετὰ Χρ. Γέννησιν (Μτθ. 2,13-23)
26 Δεκεμβρίου 2010 Φλώρινα –

ἀριθμ. φύλλου 1629
Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος
Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης


Γενοκτονια!

«Φωνὴ ἐν Ραμᾷ ἠκούσθη…»(Ματθ. 2,18)

images-1ΤΑ Χριστούγεννα, ἀγαπητοί μου, ποὺ μᾶς ἀξίωσε ὁ Θεὸς νὰ ἑορτάσουμε, εἶνε ἡ ἀρχὴ τῶν ἑορτῶν. Ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν ἐγεννᾶτο, δὲν θὰ εἴχαμε ἄλλες ἑορτές. Καὶ σήμερα ὁ ἑορτασμὸς συνεχίζεται. Χαίρουν οἱ ἄγγελοι, ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος, ὁ δίκαιος Ἰωσήφ, οἱ ποιμένες, οἱ μάγοι, ὁ οὐρανός, τὸ ἀστέρι, τὰ βουνά, οἱ πηγές, ὅλη ἡ κτίσις. Ἕνας μόνο δὲν χαίρει· ὁ Ἡρῴδης. Δὲν κοιμᾶται· συστρέφεται σὰν τὸ φίδι ἀπ᾽ τὴν κακία του. Λυπήθηκε, γιατὶ ἄκουσε ὅτι γεννήθηκε ὁ βασιλεὺς τοῦ κόσμου καὶ φοβήθηκε πὼς αὐτὸς θὰ τοῦ πάρῃ τὴ βασιλεία.
Ταράχθηκε, ἀδίκως ὅμως. Πρῶτον μὲν διότι ὁ ἴδιος ἦταν γέρος πιά, 70 – 80 ἐτῶν, καὶ ἕως ὅτου νὰ μεγαλώσῃ τὸ μικρὸ παιδάκι ὁ Χριστὸς καὶ νὰ διεκδικήσῃ βασιλικὰ δικαιώματα, αὐτὸς θὰ εἶχε πεθάνει –ὅπως καὶ ἔγινε· ὅταν ὁ Χριστὸς ἦταν τεσσάρων – πέντε ἐτῶν, ὁ Ἡρῴδης πέθανε. Ταράχθηκε ἀδίκως, δεύτε ρον, διότι ἡ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ δὲ μοιάζει μὲ τὶς βασιλεῖες τοῦ κόσμου, ποὺ στηρίζον ται στὰ ὅπλα καὶ τὴ βία· ἡ βασιλεία του στηρίζεται στὴν ἐλευθερία, τὴν ἀγάπη, τὴ δικαιοσύνη. Θρόνος τοῦ βασιλέως Χριστοῦ εἶνε οἱ καρδιὲς τῶν πιστῶν. Ταράχθηκε ἄδικα, τρίτον, δι ότι, ἂν εἶνε θέλημα Θεοῦ νὰ γίνῃ κάτι (νὰ βασιλεύσῃ ὁ
Χριστός), ποιός μπορεῖ νὰ πάῃ κόντρα; Ἀδύνατον νὰ ματαιώσῃ κανεὶς τὶς βουλές Του.
Ἀδίκως λοιπὸν ταράχθηκε. Καὶ ὄχι μόνο ταράχθηκε ἀλλὰ καὶ «ἐθυμώθη λίαν»(Ματθ. 2,16). Γιατί θύμωσε; Διότι οἱ μάγοι, ποὺ τοῦ ὑποσχέθηκαν νὰ τοῦ ποῦν ποῦ βρίσκεται ὁ γεννηθεὶς βασιλεύς, δὲν ἐπέστρεψαν (ἔλαβαν ἐντολὴ ἄνωθεν νὰ φύγουν γιὰ τὴν πατρίδα τους «δι᾿ ἄλλης ὁδοῦ»). Κι ὅταν εἶδε ὅτι «ἐνεπαίχθη ὑπὸ τῶν μάγων»(ἔ.ἀ. 2,12,16), ὠργίστηκε καὶ πῆρε τὴ φοβερὴ ἀπόφασι νὰ ἐξοντώσῃ ὅλα τὰ βρέφη τῆς περιοχῆς Βηθλεὲμ ἀπὸ δύο χρονῶν καὶ κάτω!
Καὶ ἡ ἀπόφασι ἐκτελέσθηκε! Ἄσπλαχνοι στρατιῶτες μπῆκαν μὲ τὰ μαχαίρια τους στὰ σπίτια καὶ τὶς καλύβες, ἅρπαζαν μέσα ἀπὸ τὶς ἀγκαλιὲς τῶν μανάδων τὰ ἀθῷα νήπια καὶ τὰ ἔσφαζαν σὰν ἀρνάκια μπροστὰ στὰ μάτια τους.
Ὅσες εἶνε μητέρες, νιώθουν τὸ δρᾶμα. Τὰ βρέφη αὐτὰ εἶνε οἱ πρῶτοι μάρτυρες τοῦ χριστιανισμοῦ. Σὲ 14.000 τὰ ὑπολογίζει ἡ παράδοσις.

* * *

Ἀλλὰ τὸ κακούργημα τοῦ Ἡρῴδη ἔχει συνέχεια, ἀγαπητοί μου. Καὶ σήμερα, σὲ αἰῶνα «πολιτισμοῦ» καὶ «προόδου», ὁ Ἡρῴδης ξαναζῇ. Ὑπάρχουν μάλιστα τώρα ἄλλοι χειρότεροι Ἡρῷδες. Ἐκεῖ νος ἔσφαξε τότε 14.000 νήπια· νέοι κακοῦργοι σφάζουν σήμερα πολὺ περισσότερα.
Καὶ ἂν ἀπορῆ τε, σᾶς λέω ὅτι καὶ μέσ᾿ στὴν ἐκκλησία ὡρισμένοι εἶνε Ἡρῷδες, γυναῖκες καὶ ἄντρες ποὺ τὰ χέρια τους στάζουν αἷμα!
Ἐννοῶ τὶς ἐκτρώσεις.Τὰ βρέφη τῆς Βηθλεὲμ ἐσφάγησαν μὲ τὰ μαχαίρια τῶν στρατιωτῶν· σήμερα πλῆθος νήπια φονεύονται μὲ ἐργαλεῖα ἀσυνείδητων γιατρῶν σὲ νοσοκομεῖα, κλινικὲς καὶ ἰατρεῖα. Διότι ὑ πάρχουν γιατροὶ ποὺ σὰν ἄλλοι ἅγιοι Ἀνάργυροι προσφέρουν τὶς ὑπηρεσίες τους στὸν ἀσθενῆ, ἀλλ᾽ ὑπάρχουν
καὶ μερικοὶ ποὺ ἐγκλη ματοῦν καὶ θὰ τοὺς ἄξιζε παραδειγματικὴ τιμωρία. Ἡ ἔκτρωσι εἶνε ἔγκλημα ἐκ προμελέτης, φόνος ἀ δυνάτου ὄντος, ἀνθρώπου μὲ δικαιώματα, ποὺ δὲν μπορεῖ οὔτε νὰ ἀμυνθῇ οὔτε νὰ διαμαρτυρηθῇ.
Τὸ κακὸ ἔχει λάβει ἔκτασι τρομακτική. Γιατρὸς ―ὄχι παπᾶς ἢ δεσπότης― καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ποὺ γνωρίζει καλὰ τὰ πράγματα ἀπὸ στατιστικές (ἀστυνομίας, δικαστηρίων, κλινικῶν), ὑπολόγισε ὅτι οἱ ἐκ τρώσεις στὴν Ἑλλάδα ξεπερνοῦν τὶς 400.000 τὸ ἔτος (σήμερα ὁ ἀριθμὸς εἶνε πολὺ μεγαλύτερος).
Καὶ οἱ συνέπειες εἶνε ὀδυνηρές. Μοῦ ἔλεγε ἐ πιθεωρητὴς ἐπὶ τῇ βάσει στοιχείων ὅτι, ἐν σχέσει μὲ τὶς δεκαετί  ες τοῦ ᾽50 καὶ τοῦ ᾽60, τὰ παιδιὰ τώρα ἔμειναν τὰ μισά· σχολεῖα κλείνουν λόγῳ ἐλλείψεως μαθητῶν. Μοῦ ἔλεγε καὶ ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ ὅτι, ὅταν ἡ Ἑλλὰς μεγαλουργοῦσε, μία κλάσις τοῦ νομοῦ Φλωρίνης εἶχε 1200 ἄντρες (ἀ πὸ αὐ τοὺς ἔγιναν οἱ φάλαγγες ποὺ πέρασαν τὸ Μοράβα)· τώρα; ὄχι μία κλάσις ἀλλὰ ἕνα ὁλόκληρο ἔτος δὲν ἀθροίζει περισσότερους ἀπὸ 200 ἄντρες!
Ἂν θέλῃς, στὸ σημερινὸ ῥητὸ «Φωνὴ ἐν ῾Ραμᾷ ἠ κούσθη, θρῆνος καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς· ῾Ραχὴλ κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς» (Ματθ. 2,18) ἀντικατάστησε τὶς δύο λέξεις· ὅπου λέει «῾Ραχὴλ» καὶ«῾Ραμᾷ»γράψε «Ἑλλάς», καὶ κατόπιν διάβασε· «Φωνὴ ἐν Ἑλλάδι ἠκούσθη, θρῆνος καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς· Ἑλ –
λὰς κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς»(τὸ Εὐαγγέλιο εἶνε αἰώνιο). Ἡ Ἑλλὰς κλαίει κάθε χρόνο μισὸ ἑκατομμύριο παιδιά. Κανένας ἐ χθρὸς δὲ μᾶς σκότωσε τόσα παιδιὰ ὅσα σκο τώνουμε  ἐμεῖς οἱ ἴδιοι μόνοι μας τὶς τελευταῖες δεκαετίες.
Γηροκομεῖο καταντήσαμε. Ὅπου νὰ πᾷς, δὲ βρίσκεις πλέον νέους ἀνθρώπους. Ἀπὸ τὴ μιὰ ἡ ἀποφυγὴ τεκνογονίας κι ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ μετανάστευσι ἔθεσαν τὸ ἔ θνος σὲ τροχιὰ παρακμῆς. Ἑλλὰς δὲν εἶνε τὰ βουνὰ ἢ οἱ καμινάδες τῶν ἐργοστασίων, εἶνε τὰ παι διά της· κι ὅταν δὲν ἔ χῃ παιδιὰ καὶ νέους, παρακμάζει καὶ καταρρέει, τὴν ὥρα ποὺ ἄλλοι αὐξάνουν.
Ποιός φταίει; Φταῖνε βεβαίως οἱ γιατροὶ καὶ οἱ συνεργάτες τους, οἱ αὐτουργοὶ τοῦ ἐγκλήματος. Ἀλλ᾽ ὄχι μόνο αὐτοί. Ὅταν ἡ γυναίκα μαζὶ μὲ τὸ σύζυγό της πηγαί νουν καὶ πιέζουν τὸ γιατρὸ νὰ κάνῃ ἔκτρωσι, τὴν εὐθύνη φέρουν αὐτοὶ κυρίως· οἱ γονεῖς, πρὸ παντὸς ἡ μάνα, ποὺ μέσ᾿ στὰ σπλάχνα της κρατάει τὴ νέα ζωή, τὸ αὐριανὸ μέλλον, τὸ νέο κόσμο. Φταίει τέλος καὶ τὸ κράτος, ποὺ παραλογίζεται καὶ ἐπιχορηγεῖ τὴ γενοκτονία ὡς ἰατρικὴ ὑπηρεσία!

Πρέπει νὰ σταματήσῃ τὸ κακό. Ὅπως πᾶμε, ἐὰν δὲν ληφθοῦν μέτρα δραστικά, αὐτὸς ὁ τόπος θὰ ἐρημωθῇ. Ἀκούω ὅμως ἀντίρρησι· Μὰ ἂν κάνουμε παιδιά, πῶς θὰ τὰ ζήσουμε;… Ὀλιγόπιστε! ἐσὺ τρέφεις τὰ παιδιά; Ῥίξε μιὰ ματιὰ στὴ φύσι. Τὰ παιδιὰ τοῦ κόρακα τρέφει ὁ Θεός, καὶ τὰ παιδιὰ τῶν ἀνθρώπων δὲ θὰ θρέψῃ; Ἀναφέρω ἕνα ἀληθινὸ πε ριστατικό. Ἦρθε στὴ μητρόπολι ἕνας ἀνώτατος ἀξιωματικὸς τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Μόλις κάθονται, ἡ πρώτη ἐρώτησί μου εἶνε· —Ἔχεις οἰκογένεια; —Ἔχω.

—Πόσα παιδιὰ ἔ χεις; —Δύο. ―Στρατηγὸς ἐσύ, μὲ καλὸ μισθό, μὲ αὐτοκίνητο κ.τ.λ., δύο μόνο; Ἂν δὲν κάνῃς ἐσὺ παιδιά, ποιός θὰ κάνῃ, ὁ τσοπᾶνος κι ὁ γεωργός; ὤ συμφορά!… Ἔδειξε σὰ νὰ θύμωσε κ᾽ ἤθελε νὰ φύγῃ. —Κάτσε, τοῦ λέω· γιατί θυμώνεις; Ἐὰν ἐγὼ δὲ σοῦ κάνω τὴν ἐρώτησι αὐτή, ποιός θὰ σοῦ τὴν κάνῃ; Οἱ ἄλλοι σὲ θυμιατίζουν, ἐγὼ δὲ θυμιατίζω. Στὸ τέλος ὁ ἄνθρωπος συγκινήθηκε καὶ μοῦ λέει· ―Ὁ πατέρας μου, πάμπτωχος γεωργὸς στὸ Μοριά, ἔσκαβε τὴ γῆ, κλάδευε ἀμπέλια, μάζευε ἐλιές, ψαρευε στὴ θάλασσα. Καὶ πόσα παιδιὰ εἶχε, δέσποτα; ―Ποῦ νὰ ξέρω; ―Δώδεκα! ―Δώδεκα;
―Ναί. Κ᾽ ἐγὼ τί σειρὰ ἔχω; —Ἐσὺ θὰ μοῦ πῇς, στρατηγέ μου. ―Εἶμαι ὁ τελευταῖος, δωδέκατος!… Αὐτὰ εἴπαμε. Καὶ γιὰ νὰ μὴ νομίζετε ὅτι λέω παραμύθια, ἀναφέρω καὶ τὸ ὄνομά του, διότι πῆρα τὴν ἄδειά του· στρατηγὸς Μαυροειδῆς, καὶ ἦταν σωματάρχης στὴν Κοζάνη.
Τὰ παιδιὰ εἶνε σὰν τὰ λαχεῖα. Παίρνεις δώδεκα λαχεῖα. Τὸ ἕνα μηδέν, τὸ ἄλλο μηδέν…· τὸ δωδέκατο κερ δίζει ἑκατομμύρια. Εἶνε ἥρωες ἀξιέπαινοι οἱ πολύτεκνοι. Προχθὲς ἦρθε στὴ μητρόπολι μιὰ νέα γυναί κα καὶ ἔκλαιγε. —Τί ἔχεις; —Ἔχω τρία παιδιὰ κ᾽ εἶμαι πάλι ἔγκυος, ἀλλὰ ὁ ἄν τρας μου μὲ πιέζει γιὰ ἔκ τρωσι. Τοῦ εἶπα· «Τὸ κακούργημα αὐτὸ δὲν τὸ κάνω». Κ᾽ ἐπειδὴ δὲν ὑπέκυψα, μὲ πέταξε ἔξω νύχτα ὥρα μέσ᾿ στὰ χιόνια. «Ἢ ἔκτρωσι, ἢ δὲ σὲ θέλω».
Ἀκοῦστε ὅμως τί εἶπε ἕνας ἐπιστήμονας τῶν Ἀθηνῶν· Γυναίκα ποὺ γεννάει εἶνε ὑγιής. Ὅσο τὸ ποτάμι τρέχει, εἶνε καθαρό. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ θὰ ἐμποδίσῃς τὸ ῥεῦμα τῆς ζωῆς, κάπου θὰ χτυπήσῃ· στὴν καρδιά, στὰ νεῦρα, στὸ μυαλό;
Καὶ τὸ πιὸ σοβαρό· πολλὲς ἀπὸ αὐτὲς ποὺ κάνουν ἐκτρώσεις ἢ χρησιμοποιοῦν ἀντισυλληπτικά, παθαίνουν καρκίνο μήτρας καὶ μαστῶν.

* * *

Ὡς κληρικός, ἀγαπητοί μου, δὲν θὰ λύσω ἐγὼ τὸ δημογρα φικὸ πρόβλημα. Σᾶς λέω μόνο, ὅτι ἡ ἔκτρωσι εἶνε ἁμάρτημα βαρύ, ποὺ ἀποκλείει τὴ θεία κοινωνία. Γυναῖκες καὶ ἄντρες ποὺ διαπράττετε τὸ ἔγκλημα αὐτό, προσέξτε, μὴν τολμήσετε νὰ κοινωνήσετε. Κλάψτε, ἐξομολογηθῆτε, κάνετε κα νό να μετανοίας. Διαβάστε καὶ τὴν ἱστορία νὰ δῆ τε ποιό ἦ ταν τὸ τέλος τοῦ Ἡρῴδη ποὺ κατέκο ψε τὰ νή πια· ἐκεῖνα σήμερα εἶνε ἄγγελοι στὸν οὐρανό, αὐτὸς πέθανε λίγο μετὰ ἀπὸ τὴ σφαγὴ ὕστερa ἀπὸ φρικτὴ καὶ πολὺ ὀδυνηρὴ ἀσθένεια.
Ἄντρες! ἂν ἀγαπᾶτε τὴ γυναῖκα σας, τὸ μέλλον τῆς οἰκογενείας σας, τὴν εὐτυχία σας, βαδίστε σὰν ὀρθόδοξοι Ἕλληνες. Γυναῖκες! μὴν ἀκολουθεῖτε τὴ μόδα τῆς Δύσεως· θυμηθῆ τε τὶς γιαγιάδες σας, κάνετετὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Τὰ γεγονότα μιλοῦν καὶ πείθουν. Μὴ μιμηθῇ κανείς τὸν Ἡρῴδη. Ἂς λατρεύσουμε «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ»τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν(Ἰω. 4,24)· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου, στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Κων/νου & Ἑλένης Ἀμυνταίου – Φλωρίνης τὴν 26-12-1973.

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΑΣ ΣΩΖΕΙ. ΑΠΟ ΤΙ; (DUMINICA DINAINTEA NAŞTERII LUI HRISTOS)

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Δεκ 9th, 2010 | filed Filed under: Român (ROYMANIKA), ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ πρὸ Χρ. Γεννήσεως

(Ματθ. 1,1-25)

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΑΣ ΣΩΖΕΙ. ΑΠΟ ΤΙ;

«…καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» (Ματθ. 1,21)

images-1ΠΟΣΟ, ἀγαπητοί μου, πόσο γρήγορα φεύγει ὁ χρόνος! Σὲ λίγο θὰ ἑορτάσουμε γιὰ μία ἀκόμη φορὰ τὴ μεγάλη ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων. Γι᾽ αὐτὸ ἡ Κυριακὴ αὐτὴ ὀνομάζε­ται Κυριακὴ πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως.

* * *

Ἡ ἁ­γία μας Ἐκκλησία ὥρισε νὰ διαβάζεται σήμερα ὡς εὐ­αγγέλιο ἡ ἀρχή, τὸ 1ο κεφάλαιο, τοῦ πρώτου εὐ­αγγελίου, τοῦ κατὰ Ματθαῖον. Εἶνε ἕνας κα­τάλογος τῶν προγόνων τοῦ Χριστοῦ. ―Μὰ εἶχε προγόνους ὁ Χριστός;… Ὡς ἄναρχος Θεός, δὲν εἶχε· πατέρα ἔχει τὸν οὐ­ράνιο Πατέρα. Ἀλλ’ ἀφ᾽ ὅτου παρουσιάστηκε ἐπὶ τῆς γῆς, ὡς ἄνθρωπος τέλει­ος πλὴν τῆς ἁ­μαρτίας, φόρεσε σάρκα ἀπὸ τὰ ἁγνὰ αἵματα τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Καὶ γεννήθηκε κα­τὰ ὑπερφυσικὸ τρόπο· πατέρα ἐπίγειο δὲν ἔ­χει, μητέρα μόνο ἔχει. Μητέρα του εἶνε ἡ Παν­αγία μας. Γονεῖς πάλι τῆς Παναγίας εἶ­­νε ὁ Ἰωακεὶμ καὶ ἡ Ἄννα, γονεῖς δὲ τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννης εἶνε ἄλλοι, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἔ­τσι σχηματίζεται μεγάλη ἁλυσίδα προγόνων.
Ὁ πρῶτος κρίκος τῆς ἁλυσίδας τῶν προγό­νων τοῦ Χριστοῦ εἶνε μία μεγάλη ἱ­στορικὴ φυ­σιογνωμία, ὁ Ἀβραάμ. Στὸν Ἀβραάμ, ὅπως ἀκούσαμε στὸν ἀπόστολο, δόθηκε ἡ μεγάλη ὑ­πόσχεσι, ὅτι ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους του, ἀπ’ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα, θὰ γεννηθῇ ὁ Λυτρωτής.
Σύμφωνα μὲ τὸν κατάλογο αὐτόν, ἀπὸ τὸν Ἀ­βραὰμ μέχρι τὸ Δαυῒδ εἶνε 14 γενεές, ἀπ’ τὸ Δαυῒδ μέχρι τὴ μετοικεσία στὴ Βαβυλῶνα 14 γενεές, κι ἀπὸ τὴ μετοικεσία στὴ Βαβυλῶνα μέχρι τὴ γέννησι τοῦ Χριστοῦ πάλι 14 γενεές (Ματθ. 1,17). Πενήντα περίπου ὀνόματα, τὰ ὁποῖα σ’ ἐμᾶς δὲν κάνουν ἐντύπωσι. Εἶνε ἑβραϊκὰ καὶ φαίνεται κουραστικὸ ν᾽ ἀκοῦμε «ἐγέννησε…», «ἐγέννησε…», «ἐγέννησε…», ὥσπου κατεβαίνοντας τὴν κλίμακα τῶν προγόνων νὰ φτάσῃ στὴν Παρθένο Μαρία, ἀπὸ τὴν ὁ­ποία γεννήθηκε ὁ Χριστός.
Τὰ ὀνόματα ὅμως αὐτά, ποὺ ἐμεῖς τώρα τ’ ἀ­­­κοῦμε ἀδιάφορα, στὴν ἐποχή τους δημιουργοῦσαν μεγάλη ἐντύπωσι. Ἀ­π’ αὐτοὺς ἄλλοι ἦ­ταν στρατηγοί, ἄλλοι κυβερ­νῆτες, ἄλλοι προ­φῆ­τες, ἄλλοι πατριάρχες, ἄλ­λοι βασιλεῖς, ἄλ­λοι πλούσιοι, ἄλλοι σοφοί, ὅ­πως ὁ Σολομῶν, ὁ Δαυῒδ κ.ἄ.. Τώρα δὲν κάνουν ἐντύπωσι. Τί διδάσκει αὐτό; Ὅπως αὐτὰ τὰ ὀνόματα λησμονήθηκαν, ἔτσι καὶ ὅσοι σήμερα ἐντυπω­σιάζουν καὶ ἀκούγονται καὶ προβάλλον­ται, ὕστερα ἀπὸ 50 – 100 χρόνια ποιός θὰ τοὺς θυμᾶται; Κάπου σὲ κάποια σελίδα τῆς Ἱστορί­ας, μὲ ψι­λὰ γράμμα­τα, θά ’νε γραμμένο ὅτι πέρασαν ἀπ’ τὴ γῆ. Σβήνουν ὅπως τὰ πυροτεχνήμα­τα καὶ οἱ πυγο­λαμπίδες. Τὸ συμπέρασμα· «Μα­ταιότης μαται­­οτήτων, τὰ πάντα ματαιότης» (Ἐκκλ. 1,2). Μη­δὲν τὰ πλούτη, τ᾽ ἀξιώματα, μηδὲν ὅλα. Ἕνα μόνο μένει· νὰ ἐκτελῇ κανεὶς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Ἀλλ’ ἐνῷ τὰ ὀνόματα τῆς ἰσρα­ηλιτικῆς καὶ τῆς παγκοσμίου ἱστορίας καὶ τῆς συγχρόνου ζωῆς βυθίζονται στὴν ἄβυσσο τοῦ χρόνου, ἕ­να ὄνομα μένει πάντοτε στὴν ἐπικαιρότητα, εἰς πεῖσμα τῶν δαιμόνων. Ποιό; Εἶνε ἐκεῖνο ποὺ δόθηκε στὸ Θεῖο βρέφος. Ἄγγελος κατ᾽ ἐντολὴν τοῦ Κυρίου εἶπε στὸν Ἰωσὴφ τὸν προ­στάτη τῆς Παναγίας· «Καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» (Ματθ. 1,21). Τί σημαίνει τὸ ὄ­νο­μα Ἰησοῦς; Δὲν εἶνε ἑλληνικό, εἶνε ἑβραϊκό, καὶ μεταφραζόμενο στὰ ἑλληνικὰ σημαίνει «Σωτήρ». Τὸ παιδὶ δηλαδὴ ποὺ θὰ γεννηθῇ εἶνε ὁ Σωτήρ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξουμε τὸ ὄνομα αὐτό, «τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα» (Φιλ. 2,9). Γιατί ὠνομάστηκε ὁ Χριστὸς «Σωτήρ»; Πρέπει νὰ δώσουμε μία ἐξήγησι.

* * *

Ἐδῶ στὴ γῆ, ποὺ ζοῦμε ἀφ᾽ ὅτου ὁ ἄν­θρωπος διώχθηκε ἀπὸ τὸν παράδεισο, σὲ ὁποιοδήποτε μέρος, ὁ ἄνθρωπος μαστίζεται ἀπὸ ποικιλία δυστυχι­ῶν, ποὺ εἶνε συνέπειες τοῦ ἁ­μαρτωλοῦ του βί­ου. Πεῖνα, δίψα, ἔλλειψι ἐν­δύματος καὶ στέγης, ἀσθένειες… Αὐτὰ εἶνε δεινά, τὰ κακά, ποὺ προσπαθεῖ νὰ ἐξαλείψῃ. Ἀλλ’ ὑπάρχουν κι ἄλλα. Εἶνε τὰ φυσικὰ κακά. Τέτοια κακὰ εἶνε ὁ σεισμός, ἡ ἀνομβρία, ἡ πλημμύρα, ἡ πυρκαϊά, οἱ ἐπιδημίες, οἱ ἀθερά­πευτες ἀσθένειες ὅπως ὁ καρκίνος, καὶ τέλος ὁ θάνατος. Ὅλα αὐτὰ εἶνε φοβερὰ κακά.
Μὰ δὲ σᾶς εἶπα ἀκόμα τίποτα. Ὑπάρχει κάτι σοβαρώτερο – ὁ Θεὸς ἂς φωτίσῃ νὰ τὸ καταλάβουμε. Τὸ ὑπ᾽ ἀριθμὸν ἕνα κακό, ποὺ ἀ­ποτελεῖ τὴ ῥίζα ὅλου τοῦ κακοῦ, ὅλης τῆς ἀ­θλιότητός μας ―καὶ δυστυχῶς δὲν τοῦ δίνου­με τὴ σημασία ποὺ πρέπει―, στὴ γλῶσσα τῆς ἁ­­γίας Γραφῆς λέγεται ἁμαρτία. Ἀπὸ ᾽κεῖ προ­έρχονται ὅλα τὰ κακά· αἰτία εἶνε ἡ ἁμαρτία. Φρίττουμε ὅταν ἀκοῦμε καρκίνο· ἡ ἁμαρτία ὅ­­­­μως δὲ μᾶς προκαλεῖ φρίκη. Παίζουμε μαζί της, ὅπως τὰ παιδιὰ τὴν πρωτοχρονιὰ μὲ τὰ ἁ­γιοβασιλειάτικα παιχνίδια. Δὲν τὴ θεωροῦμε τί­ποτα, ἐν τούτοις αὐτὴ μαστίζει τὴν ἀνθρωπό­­τητα. Εἴτε ὡς μοιχεία καὶ πορνεία καὶ ἀσέλγεια, εἴτε ὡς λαιμαργία καὶ γαστριμαργία, εἴτε ὡς ζή­λεια καὶ φθόνος, εἴτε ὡς θυμὸς καὶ ὀρ­γὴ καὶ ἀ­γανάκτησις, εἴτε ὡς κακία καὶ μῖσος καὶ ἐκδίκη­σις καὶ φόνος, ἡ ἁμαρτία, αὐτή εἶνε ἡ πηγὴ ὅ­­λης τῆς ἀθλιότητος. Ἂν μποροῦσε μ’ ἕνα θαῦ­­μα νὰ ξερριζωθῇ, ἡ γῆ θὰ γινόταν παράδεισος.
Ποιός θὰ μᾶς σώσῃ; Κι ἂν ἐμεῖς σιωπήσουμε, καὶ οἱ πέτρες θὰ φωνάξουν· Ἕνας μόνο σῴ­ζει! Ἀνοίγοντας βέβαια τὴν ἱστορία μπορεῖ κάποιος νὰ μετρή­σῃ 155 πρόσωπα, ποὺ οἱ λαοί, γιὰ μικρὲς ὑπηρεσίες ποὺ αὐτοὶ προσέφεραν, τοὺς ὠνόμασαν «σωτῆρες». Μικροὶ σωτῆ­ρες αὐτοί. Σωτήρας εἶνε ἕνας· ὁ Χριστός.

* * *

Ἂν κάποιος σοῦ κάνῃ ἕνα καλό, τὸ θυμᾶ­σαι, τὸν θεωρεῖς εὐ­εργέτη. Στὸ γιατρὸ λ.χ. ποὺ σὲ θεράπευσε ἐκ­φράζεις εὐ­γνωμοσύνη. Παραπάνω ὅμως ἀπ᾽ ὅλους τοὺς εὐεργέτες εἶνε ὁ Χριστός, διότι μᾶς σῴ­ζει ἀπ’ τὸ χειρότερο κακό, τὴν ἁμαρτία. Σῴζει μὲ τὴν Ἐκκλησία του.
Εἶνε ὁ ἀληθινὸς Σωτήρας. Τὸ αἰ­σθανόμεθα; Μόνο ὅποιος νιώθει τὴν ἁμαρτωλό­τητά του καὶ λέει ὅπως ὁ τελώνης «Ὁ Θεός, ἱ­λάσθητί μοι τῷ ἁμαρτω­λῷ» (Λουκ. 18,13), ἢ ὅπως ὁ ἄσωτος «Ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώ­πιόν σου» (ἔ.ἀ. 15,18), ἢ ὅ­πως ὁ λῃστὴς «Μνήσθητί μου, Κύ­ριε, ὅταν ἔλ­θῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (ἔ.ἀ. 23,42), αὐτὸς καταλαβαίνει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Σωτήρας.
Καὶ δὲν ἀρκεῖ βέβαια νὰ πῇς μόνο, ὅτι εἶνε Σωτήρας τῶν ἀνθρώπων γενικῶς· πρέπει νὰ νιώσῃς ὅτι εἶνε καὶ προσωπικῶς δικός σου σω­τ­ήρας. Αὐτὸ θὰ σὲ ἀξιώσῃ ὁ Θεὸς νὰ τὸ αἰ­σθαν­θῇς, ἂν σκύψῃς ἐν μετανοίᾳ καὶ πῇς τὰ ἁ­μαρτήματά σου στὸν πνευματικὸ πατέρα, ἂν ἐξομολογηθῇς. Τότε θὰ νιώσῃς, ὅτι φεύγει ἀ­πὸ πάνω του ἕνα βουνὸ καὶ θὰ αἰσθανθῇς γιὰ τὸ Χριστὸ βαθειὰ εὐγνωμοσύνη.
Αὐτὸ αἰσθάνθηκε ὁ λῃστὴς στὸ σταυρό, αὐ­τὸ αἰσθάνθηκαν οἱ ἀπόστολοι, οἱ μάρτυρες, ὅ­­­λοι οἱ ἅγιοι, ὅπως π.χ. ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας. Ὅταν τὸν ὡ­δη­γοῦσαν στὴ ῾Ρώμη γιὰ τὸν ῥίξουν στὰ θηρία, ἔγραφε γιὰ τὸ Χριστό· «Ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται», ὁ Χριστὸς δηλαδὴ εἶνε ὁ ἔρως τῆς καρ­διᾶς μου». Μικροὶ ἔρωτες συγκινοῦν σήμερα τὴν σαρκικὴ γενεά μας· μόνο τὸ σέξ. Δὲν τὸ κα­τηγορῶ, ὁ Θεὸς τὸ ἐμφύτευσε· ἀλλ’ ὄχι γιὰ νὰ σβήσῃ ὅλους τοὺς ἄλλους ἔρωτες. Ἡ γενεά μας, γενεὰ Σοδόμων καὶ Γομόρρων, δὲν γνωρί­ζει ἄλλους ἔρωτες. Ὀρθῶς εἶπε ἕ­νας φιλόσοφος, ὅτι ἡ ἐποχή μας εἶνε ἀνέραστος. Ἂν δὲν ἀγαπήσῃς τὸ Χριστό, τίποτα δὲν κατάλαβες, ματαίως ἦρθες στὴ γῆ. Ὡραῖοι ἔρωτες εἶ­νε ὁ ἔρως τῆς ἐπιστήμης, ὁ ἔρως τῆς πατρί­δος, μὰ ὑπεράνω ὅλων ὁ ἔρως τοῦ Χριστοῦ.
Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια, τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἦταν τὸ γλυκύτερο πρᾶγμα. Ἔπαιρνε στὰ γόνα­τά της τὸ μικρὸ παιδάκι ἡ γιαγιά, τὸ μάθαινε νὰ κάνῃ σταυρό του, καὶ ἡ πρώτη λέξι ποὺ μάθαι­νε νὰ λέῃ ἦταν ἡ λέξι Χριστός. Εἶδα τέτοια πα­ραδείγματα. Τώρα δυστυχῶς ὁ θεῖος ἔρως ὄ­χι μόνο ἔχει σβήσει ἀλλὰ μερικὲς φο­ρὲς ἀν­τι­­στρέφεται τελείως σὲ μῖσος σατανικό.
Ὅ­ταν ἤμουν ἱεροκήρυκας στὰ Γρεβενὰ καὶ περι­ώδευα πάνω στὰ ψηλὰ βουνά, ἐκεῖ ποὺ περπατοῦσα, ἀκούω ξαφνικὰ μιὰ βλαστήμια. Πρώτη φορὰ ἄκουγα τέτοια βλαστήμια. Πώ πώ! λέω, τί εἶν’ ἐδῶ; δαίμονες κατοικοῦν ἐδῶ πέρα; Πλησίασα λοιπὸν καὶ εἶδα· πίσω ἀπὸ ἕ­να δέντρο καθόταν ἕνας πατέρας, εἶχε στὰ γόνατά του ἕνα ἀγοράκι καὶ τὸ μάθαινε νὰ βλαστημάῃ τὸ Χριστό! Θεέ μου, ἀκόμα δὲν ἔ­γιναν τὰ ἄστρα κεραυνοὶ νὰ πέσουν στὰ κεφάλια μας; Ποῦ εἶνε ἡ ἀγάπη στὸ Χριστό;
Ἂς ὑβρίζεται ὅμως καὶ ἂς ἀτιμάζεται ὁ Χριστός· τὸ ὄνομά του θὰ μείνῃ αἰώνιο. Ὅπως τὰ μαῦρα σύννεφα δὲν μποροῦν νὰ σβήσουν τὸν ἥλιο, ἔτσι καὶ οἱ βλαστήμιες δὲν μποροῦν νὰ σβήσουν τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Θὰ μείνῃ εἰς αἰῶνας αἰώνων, εἰς πεῖσμα τῶν δαιμόνων.
Εὔχομαι στὸν τόπο μας, νὰ μὴν ἀκούγεται οὔτε μία βλαστήμια, ἀλλὰ μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἄντρες καὶ γυναῖκες, ὅλοι ἀνεξαιρέτως νὰ λέμε· Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς καὶ δοξασμένο τὸ ὄνομά του· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερ­υψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου εις τον ιερό ναὸ του Ἁγίου Κωνσταντίνου & Ἑλένης Ἀμυνταίου 20-12-1987)

____________

ΡΟΥΜΑΝΙΚΑ

_______________

OMILIE A INALTPREASFINTITULUI MITROPOLIT AUGUSTIN DE FLORINA LA

DUMINICA DINAINTEA NAŞTERII LUI HRISTOS

(MATEI 1, 1-25)


„…şi vei chema numele Lui Iisus” (Matei 1, 21)

Iubiţii mei, cât de repede trece timpul! Peste puţin timp vom sărbători pentru încă o dată marea sărbătoare a Naşterii lui Hristos. De aceea, duminica aceasta se numeşte Duminica dinaintea Naşterii lui Hristos.

***

Sfânta noastră Biserică a hotărât să se citească astăzi ca Evanghelie începutul sau primul capitol din prima Evanghelie, cea după Matei. Este un catalog al strămoşilor lui Hristos.

– Dar a avut strămoşi Hristos?…

sf_ana1Ca Dumnezeu fără început, nu a avut. Drept tată îl are pe Tatăl cel Ceresc. Dar odată ce s-a arătat pe pământ, ca om desăvârşit în afară de păcat, înseamnă că a purtat trup din curatele sângiuri ale Preasfintei Născătoare de Dumnezeu. Şi s-a născut într-un mod supranatural. Tată pământesc nu are, ci doar mamă. Mama Sa este Preasfânta (Panaghia) noastră. Iarăşi, părinţi ai Preasfintei sunt Ioachim şi Ana, iar părinţii lui Ioachim şi ai Anei sunt alţii şi aşa mai departe. În felul acesta se formează un mare lanţ de strămoşi.

AvraamPrimul inel al lanţului strămoşilor lui Hristos este o mare personalitate istorică, Avraam. Lui Avraam, după cum am auzit la Apostol, i s-a făcut o mare făgăduinţă şi anume că din urmaşii săi, din seminţia lui Iuda, se va naşte Izbăvitorul.

Conform acestui catalog, de la Avraam până la David sunt paisprezece neamuri, de la David până la strămutarea în Babilon sunt paisprezece neamuri şi de la strămutarea în Babilon până la naşterea lui Hristos sunt iarăşi paisprezece neamuri (Matei 1, 17). Aproape cincizeci de nume, care nu ne impresionează. Sunt evreieşti şi ni se pare obositor să auzim „a născut…”,a născut…”, „a născut…”, până ce coboară scara strămoşilor să ajungă la Fecioara Maria, din care s-a născut Hristos.

Însă aceste nume, pe care noi acum le ascultăm cu indiferenţă, în acele vremuri creau o mare impresie. Dintre ei unii erau generali, alţii erau conducători, alţii profeţi, alţii patriarhi, alţii împăraţi, alţii bogaţi, alţii înţelepţi precum Solomon, David şi alţii. Acum nu mai impresionează. Ce înseamnă asta? După cum aceste nume au fost uitate, aşa şi toate câte astăzi impresionează şi se aud şi se promovează, după 50-100 de ani cine îşi va mai aminti de ele? Undeva, pe vreo pagină a istoriei, cu litere mici, se va scrie că au trecut pe pământ. Se sting ca focurile de artificii şi ca licuricii. Concluzia? „Deşertăciunea deşertăciunilor, toate sunt deşertăciune” (Ecclesiast 1, 2). Zero bogăţiile, funcţiile, zero toate. Un singur lucru rămâne: împlinirea voii lui Dumnezeu.

Dar dacă numele istoriei israelite şi universale şi ale vieţii contemporane se afundă în adâncul timpului, un singur nume rămânea pururea în actualitate, spre pizma demonilor – care? Este acela care a fost dat Dumnezeiescului Prunc. Îngerul, la porunca Domnului, a spus lui Iosif, ocrotitorului Preasfintei: „Şi vei chema numele Lui Iisus” (Matei 1, 21). Ce înseamnă numele „Iisus”? Nu este elin, este evreiesc şi tradus în elină înseamnă „Mântuitor”. Adică acel copil care se va naşte este Mântuitorul. Vă rog să fim atenţi la numele acesta, „cel mai presus de orice nume” (Filipeni 2, 9). De ce s-a numit Hristos „Mântuitor”? Trebuie să dăm o explicaţie.

***

Aici pe pământ, unde trăim de când omul a fost izgonit din Rai, în orice parte, omul este biciuit de diversitatea nereuşitelor şi nenorocirilor, care sunt consecinţele vieţii lui păcătoase. Foamete, sete, lipsă de îmbrăcăminte şi de acoperiş, boli… Acestea sunt nenorocirile, relele, pe care încearcă să le şteargă. Dar există şi altele. Mai există relele naturale. Astfel de rele sunt cutremurul, seceta, inundaţia, incendiul, epidemiile, bolile incurabile precum cancerul şi în cele din urmă moartea. Toate acestea sunt rele groaznice.

Dar nu v-am spus încă nimic. Există ceva mai grav – Dumnezeu să ne lumineze să înţelegem lucrul acesta. Singurul rău care constituie rădăcina a tot răul, a întregii noastre ticăloşii – şi, din nefericire, nu-i dăm importanţa care i se cuvine – în limba Sfintei Scripturi se numeşte păcat. De acolo provin toate relele; cauza este păcatul. Ne îngrozim când auzim de cancer, însă păcatul nu ne provoacă frică. Ne jucăm cu el, precum copiii se joacă de Anul Nou cu jucăriile ce le primesc în dar de Sfântul Vasile. Nu îl luăm în considerare deloc, şi cu toate acestea el biciuieşte umanitatea. Fie ca adulter, şi desfrânare, şi destrăbălare, fie ca îndrăcire a gâtlejului şi îndrăcire a pântecelui, fie ca gelozie şi invidie, fie ca mânie şi supărare şi înverşunare, fie ca răutate şi ură şi răzbunare şi crimă, păcatul, acesta este izvorul a toată ticăloşia. Dacă s-ar putea printr-o minune să se dezrădăcineze acesta, pământul s-ar transforma în rai.

Cine ne va mântui? Şi dacă noi vom tăcea, până şi pietrele vor striga: Unul singur mântuieşte! Desigur, deschizând istoria, oricine va putea să numere vreo 155 de persoane, pe care popoarele, pentru mici servicii pe care aceştia le-au adus, îi numeşte „mântuitori” sau “salvatori”. Aceştia sunt salvatori mici. Salvatorul sau Mântuitorul (prin excelenţă) este Unul singur: Hristos.

***

Dacă cineva îţi face un bine, îl ţii minte, îl consideri binefăcător. Faţă de medic, de pildă, care te-a vindecat, îţi exprimi recunoştinţa. Însă superior tuturor binefăcătorilor este Hristos, deoarece ne mântuieşte de cel mai mare rău, de păcat. Mântuieşte prin Biserica Sa. Este adevăratul Mântuitor – o simţim? Doar cine-şi simte păcătoşenia sa şi spune ca şi vameşul „Dumnezeule, milostiv fii mie, păcătosului” (Luca 18, 13), sau precum fiul cel risipitor „Greşit-am la cer şi înaintea Ta” (Luca 15, 18), sau precum tâlharul, „Pomeneşte-mă, Doamne, când vei veni întru Împărăţia Ta” (Luca 23, 42), acela înţelege că Hristos este Mântuitorul.

Şi sigur că nu este suficient doar să spui că este Mântuitorul oamenilor, în general. Trebuie să simţi că este şi Mântuitorul tău personal. Şi Dumnezeu te va învrednici să simţi acest lucru, dacă te vei pleca întru pocăinţă şi vei spune păcatele tale părintelui tău duhovnicesc, dacă te vei mărturisi. Atunci vei simţi că pleacă deasupra ta un munte şi vei simţi faţă de Hristos o adâncă recunoştinţă.

Aceasta a simţit-o tâlharul pe cruce, aceasta au simţit-o apostolii, martirii, toţi sfinţii, ca de pildă, Sfântul Ignatie Teoforul, episcopul Antiohiei. Când îl duceau la Roma ca să-l arunce la fiare, scria despre Hristos: „Iubirea mea se răstigneşte, adică Hristos este iubirea inimii mele”. Mici iubiri mai mişcă astăzi neamul nostru trupesc; doar sexul. Nu-l condamn, Dumnezeu l-a sădit; dar nu ca să stingă toate celelalte iubiri. Neamul nostru, neamul sodomiţilor şi al gomorenilor, nu cunoaşte alte iubiri. Pe drept cuvânt a spus un filosof, că epoca noastră este fără iubire, crudă. Dacă nu-L iubeşti pe Hristos, n-ai înţeles nimic, degeaba ai venit pe pământ. Iubirile frumoase sunt iubirea faţă de ştiinţă, iubirea faţă de patrie, dar mai presus de toate este iubirea faţă de Hristos. În anii de deread1mult, numele lui Hristos era cel mai dulce lucru. Bunica îl lua pe genunchii ei pe micul copilaş, îl învăţa să-şi facă semnul crucii, iar primul cuvânt pe care-l învăţau să zică era Hristos. Am văzut astfel de exemple. Acum, din nefericire, iubirea dumnezeiască nu numai că s-a stins, dar uneori se preface cu desăvârşire în ură satanică.

Când eram predicator în Krevena şi cutreieram pe munţi înalţi, acolo pe unde treceam, aud deodată o înjurătură; pentru prima oară auzeam o astfel de înjurătură. Măi, măi! – zic: Ce este aici? Dracii locuiesc pe-aici? Deci m-am apropiat şi am privit: în spatele unui copac şedea un tată, avea pe genunchii săi un băieţel şi-l învăţa să-L înjure pe Hristos! Dumnezeul meu, încă nu s-au transformat stelele în fulgere ca să cadă în capetele noastre? Unde este iubirea faţă de Hristos?

Însă chiar dacă Hristos este înjurat şi necinstit, numele Său va rămâne veşnic. După cum norii negri nu pot să şteargă soarele, aşa înjurăturile nu pot să şteargă numele lui Hristos. Va rămâne în veacul veacurilor, în ciuda demonilor. Doresc ca în ţara noastră să nu se audă nicio înjurătură, ci mici şi mari, bărbaţi şi femei, toţi fără excepţie să spunem: Binecuvântat este Dumnezeu şi preaslăvit este numele Lui; pe Care, copii ai elinilor lăudaţi-L şi-L preaînălţaţi întru toţi vecii. Amin.

+ Episcopul Augustin

(Sfânta Biserică a Sfinţilor Constantin şi Elena din Amintaios, 20.12.1987)

Sursa: http://www.razbointrucuvant.ro

Μας καλει ο Θεος. Πως;

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Δεκ 2nd, 2010 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Μας καλει ο Θεος. Πως;

«Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· Ἄνθρωπός τις ἐ­ποίησε δεῖπνον μέγα καὶ ἐκάλεσε πολλούς» (Λουκ. 14,16)

Ο ΚΥΡΙΟΣΑΚΟΥΣΑΤΕ, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Εἶνε μία παραβολή, ποὺ εἶπε ὁ Χριστός μας. Ἡ παραβο­λὴ μοιάζει μὲ καρπό. Ὁ καρπὸς ἔχει δύο πράγμα­τα· φλοιὸ καὶ ψύχα. Σπᾷς τὸ τσῶφλι στὸ καρύδι καὶ τρῶς τὸν καρπό. Καὶ στὴν παραβολὴ φλοιὸς εἶνε οἱ λέξεις, οἱ εἰκόνες, τὰ παραδείγματα, ποὺ παίρ­νει ὁ Κύριος ἀπὸ τὴ φύσι καὶ τὴν καθημερινὴ ζωή. Πίσω ἀπ’ αὐτὰ κρύβονται ἀλήθειες μεγά­λες καὶ ὑψηλές. Ἂς δοῦμε τὶς πρῶτες λέξεις.

* * *

Λέει, ὅτι κάποιος «ἄνθρωπος ἐποίησε δεῖ­πνον μέγα καὶ ἐκάλεσε πολλούς» (Λουκ. 14,16). Ποιός εἶνε αὐτός, ποιό εἶνε τὸ δεῖπνο, ποιούς προσκαλεῖ, καὶ πῶς τοὺς προσκαλεῖ;
«Ἄνθρωπος» δὲν εἶνε ἐδῶ ἕνας βασι­λεὺς ἢ ἡγεμών. Αὐτοί, ὅσο σπουδαῖοι κι ἂν εἶ­νε, μπροστὰ στὸν Κύριό μας, στὸ Θεὸ ποὺ εἶ­νε ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων, εἶνε ἕνα πε­λώριο μηδενικό. Ὁ Θεὸς παραθέτει τὸ δεῖπνο.
Ποιό εἶνε τὸ «μέγα δεῖπνον»; Δεῖπνο εἶνε τὰ ὑλικὰ καὶ πνευματικὰ ἀγαθὰ ποὺ χαρί­ζει ὁ Θεός. Τὰ ὑλικὰ μικρά, τὰ πνευμα­τικὰ μεγάλα.
Ποιά εἶνε τὰ ὑλικὰ ἀ­γαθά; Εἶνε ὁ ἥλιος, ὁ ἀ­τμοσφαιρικὸς ἀέρας, τὸ ὀξυγόνο, τὸ νερό, οἱ τροφές. Μπορεῖ νὰ ζήσῃ ὁ ἄνθρωπος χωρὶς αὐτά; Ἀ­δύνατον. Ποιός τὰ δίνει; Ὁ Θεός. Πόσο ἀχάριστοι εἴμεθα! Οἱ πρόγονοί μας εἶ­χαν εὐγνωμοσύνη στὸ Θεό· δὲν ἔτρωγαν ψω­μὶ χω­ρὶς προσευχή. Ἐμεῖς, τὴ μπου­κιὰ ἔχουμε στὸ στόμα καὶ τὸ Χριστὸ βλαστη­μᾶμε. Ἐκεῖνος παραθέτει «δεῖπνον μέγα». Αὐ­τὸ μεταφραζόμενο σημαίνει· κάθε μέρα στρώνει τραπέζι σὲ μικροὺς – μεγάλους· κ’ ἐμεῖς δὲ λέμε ἕνα εὐχαριστῶ.
Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν ὑπάρχουν τὰ πνευματικὰ ἀγαθά. Τὰ ὑλικὰ κάπως τὰ αἰ­σθανόμεθα· τὰ πνευματικά; Ἀπορροφημένοι ἀπὸ τὶς ἀπολαύσεις, τὸν πλοῦτο, τὰ με­γαλεῖα, τὴ δόξα καὶ ὅ,τι ἄλλο ἐπίγειο, ἰδέα δὲν ἔ­χουμε γιὰ τὰ πνευματικά ἀγαθά. Σ’ ἕνα μῦθο του ὁ Αἴσωπος λέει, ὅτι ἕνας πετεινὸς σκάλιζε τὸ χῶμα νὰ βρῇ κανένα σκουλήκι. Ἀντὶ σκουλήκι βρῆκε ἕνα διαμάντι, ἀλλὰ τὸ πέ­ταξε, τὸ περι­φρόνησε. Σκουλήκι ἤθελε, δὲν ἤθελε διαμάν­τι. Ἔτσι καὶ οἱ ἄνθρωποι· σκαλίζουν στὴν ὕλη, καὶ περιφρονοῦν τ’ ἀνεκτίμητα πνευματικὰ ἀγαθά.
Τέτοιο ἀγαθὸ εἶνε λ.χ. ἡ συγχώρησις τῶν ἁ­μαρτημάτων, ποὺ λαμβάνει ὁ ἄνθρωπος στὸ μυστήριο τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως ἐν τῷ αἵματι τοῦ ἐσφαγμένου Ἀρνίου, διὰ τῆς θυσίας τοῦ Ἐσταυρωμένου. Μιὰ σταγόνα ἀπὸ τὸ σταυρὸ τοῦ Κυρίου εἶνε Ἰορδάνης ποταμός, ποὺ πλένει τ’ ἁμαρτήματα ὅλου τοῦ κόσμου.
Πνευματικὸ ἀγαθὸ εἶνε ἡ χαρά, ποὺ δοκιμά­­ζει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἐξομολογηθῇ στὸν πνευ­ματι­κὸ πατέρα τ’ ἁμαρτήματά του εἰλικρινῶς. Ὅπως λέει ὁ Ντοστογιέφσκυ, ὁ προφήτης τῆς ῾Ρωσίας, ἐξωμο­λο­γή­­θηκα, καὶ παράδεισος φύτρωσε στὴν καρδιά μου! Πήγαινε, δοκίμασε, πὲς «Ἥ­­μαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου» (Λουκ. 15,21).
Πνευματικὸ ἀγαθὸ εἶνε ἡ προσευχή, ὅταν ἐσύ, τὸ σκουλήκι τῆς γῆς, γονατίζῃς καὶ μὲ τὸν πνευματικὸ αὐτὸ ἀσύρματο ἔρχεσαι σὲ ἐ­πικοινωνία μὲ τὸν οὐρανό. Εἶνε μεγάλη ἡ τι­μὴ νὰ συνομιλῇς μὲ τὸν οὐράνιο Πατέρα.
Πνευματικὸ ἀγαθὸ εἶνε ὁ ἐκκλησιασμός, ὅ­ταν ὁ Χριστιανός, ὄχι ἀπὸ κάποια ὑποχρέωσι, ἀλλ’ ἀπὸ ψυχικὴ ἀνάγκη πηγαίνῃ στὴν ἐκ­κλησία καὶ παρακολουθῇ τὴ θεία λειτουργία. «Εὐ­­φράν­θην ἐπὶ τοῖς εἰρηκόσι μοι εἰς οἶκον Κυρίου πορευσόμεθα» (Ψαλμ. 121,1).
Πνευματικὸ ἀγαθὸ εἶνε τὸ φῶς ποὺ δέχεσαι ὅταν ἀκοῦς τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ διαβά­ζῃς τὸ Εὐαγγέλιο. «Ὡς γλυκέα τῷ λάρυγγί μου τὰ λόγιά σου, ὑπὲρ μέ­λι τῷ στόματί μου» (Ψαλμ. 118,103). Τί νὰ τὸ κά­νῃς τὸ ὑ­λικὸ τραπέζι; Καὶ τὰ ζῷα τρῶνε σανὸ καὶ τὰ ὄρνεα κρέατα. Δὲν εἶνε κοράκι ὁ ἄν­θρω­πος, δὲν εἶνε μόνο ὕλη καὶ στομάχι· εἶνε καὶ ψυχή. Πέρα ἀπ’ τὶς ὑλι­κὲς ἀνάγκες ὑπάρχουν ἀνάγ­­κες πνευματικές.
Ὕψιστο πνευματικὸ ἀγαθὸ ἀπολαμβάνει ὁ πιστὸς ὅταν ἀξίως κοινωνῇ τὰ ἄχραντα μυστήρια, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ζωὴν αἰώνιον.
Ποιά γλῶσσα τέλος θὰ περιγράψῃ τὰ ἀ­γαθά, ποὺ ἔχει ἑτοιμάσει ὁ Θεὸς γιὰ τοὺς κλη­ρονόμους τῆς αἰωνίου βασιλείας του, τὰ ἀγα­θὰ δηλαδὴ τοῦ παραδείσου; Ἂν εἶνε ὡραῖα τὰ ἄνθη, τὰ πουλιά, ἡ γῆ, ὁ ἥλιος…, φαντασθῆ­τε πόσο ὡραιότερος θὰ εἶνε ὁ ἄλλος ἐκεῖ­νος κόσμος, ποὺ ἀρχίζει μετὰ θάνατον. Ἐκεῖ ἀνέβηκε ὁ Παῦλος καὶ «ἤκουσεν ἄρρητα ῥήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι» (Β΄ Κορ. 12,4).

* * *

Ὑλικὰ λοιπὸν καὶ πνευματικὰ ἀγαθά. Αὐτὸ εἶνε τὸ δεῖπνο ποὺ παραθέτει ὁ Θεός. Καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ καλῇ ὅλους μας σ’ αὐτό. Πῶς μᾶς καλεῖ; Μὲ πολλοὺς καὶ ποικίλους τρόπους.
Πρῶτα-πρῶτα μὲ τὴ φωνὴ τῆς φύσεως. Ἕ­να μήνυμα ἔρχεται ἀπ᾽ ὅλη τὴν πλάσι, μικρὰ καὶ μεγάλα δημιουργήματα· «πᾶσα πνοὴ αἰνεσάτω τὸν Κύριον» (Ψαλμ. 150,6). Βλέπεις τὸν ἥλιο; τί λέει; Μιλάει, μὲ ποιητικὴ γλῶσσα σοῦ λέει· Ἐγὼ εἶμαι μικρὸς ἥλιος, δὲν εἶμαι τίποτα, θὰ σβήσω. Πέρα ἀπὸ μένα ὑπάρχει ἕνας ἄλλος ἥλιος, ἀθάνατος καὶ αἰώνιος, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰ­ησοῦς Χριστός. Αὐτὸς δὲ θὰ σβήσῃ ποτέ. Εἶ­νε «ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης». Ἔχετε αὐτιά; ἀκοῦστε· «Ἡ γέννησίς σου, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡ­μῶν, ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ τὸ φῶς τὸ τῆς γνώσε­ως· ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες, ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο, σὲ προσκυνεῖν, τὸν Ἥλιον τῆς δικαιοσύνης…» (ἀπολυτ. Χριστουγ.). Βλέπεις τοὺς ποταμούς, τὸν Ἀξιό, τὸν Ἁ­λιά­κμονα; τί λένε; Ἐμεῖς εἴμεθα μικροὶ ποταμοί· ὁ μεγάλος ποταμός, ποὺ ἀρδεύει τὴν ἀνθρωπότητα μὲ νερὸ ἀθάνατο, εἶνε ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Βλέπεις τὸ δέντρο; Κι αὐτὸ μιλάει καὶ σοῦ λέει· Ἐγὼ δίνω καρπό, τὰ φύλλα μου, τὸ ξύλο· ἐσύ, ἄνθρωπε, τί δίνεις; Ὁ Πλάτων εἶπε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶνε δέντρο ἀλλὰ μὲ ῥίζα στὸν οὐρανὸ καὶ κλαδιὰ στὴ γῆ. Ὅ­πως τὸ δέντρο δίνει καρπούς, ἔτσι κ’ ἐσύ. Τὸ εἶπε ὁ Κύριος· «Πᾶν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται» (Ματθ. 7,19). Χριστιανός, ποὺ δὲ θέλει νὰ παρου­σιάσῃ ἔργα ἀγαθά, εἶνε δέντρο ἄκαρπο, γιὰ τσεκούρι καὶ φωτιά. Βλέπεις τὸ πρόβατο; Σὲ διδάσκει καὶ σοῦ λέει· Νὰ εἶσαι ἥμερος, πρᾶ­ος, ταπεινός, ὄχι ἄγριος σὰν τὸ λύκο… Ἀπ’ ὅ­λη τὴ φύσι ἀντηχεῖ ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ καλεῖ. Ὅποιος ἔχει λίγη πίστι τὴν ἀκούει.
Καλεῖ ὅμως ὁ Θεὸς καὶ μὲ μιὰ ἄλλη φωνή. Αὐτὴ ἔρχεται ἀπὸ ἕνα ἄλλο σύμπαν, ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ πνευματικοῦ κόσμου τῆς ψυχῆς. Εἶ­νε ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεως. Καὶ μόνο αὐτὴ φτάνει ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ὑπάρχει Θεός. Ποιός δὲν τὴν ἄκουσε! Κάνεις τὸ κακό; Ἂς μὴν τὸ ξέ­­ρῃ κανείς· μέσα στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς ἀ­κοῦς τὴ φωνὴ ποὺ ἄκουσε καὶ ὁ Κάϊν· «Κάϊν Κάϊν, ποῦ εἶνε ὁ ἀδελφός σου;» (Γέν. 4,9). Καὶ μόνο ἡ φωνὴ αὐτὴ καταρρίπτει τὸν ὑλισμό· ἀ­ποδεικνύει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶνε ἄλλου γένους, οὐ­ρανίου, πλασμένος γιὰ τὸν οὐρανό.
Μᾶς καλεῖ ὁ Θεὸς μὲ τὶς φωνὲς τῆς φύσεως, μὲ τὴ φωνὴ τῆς συνειδήσεως, μᾶς καλεῖ καὶ μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου, ποὺ ἀκούγεται στὴν ἐκκλησία καὶ πολλοὺς ὁδηγεῖ στὴ μετάνοια. Ὅπου κήρυγμα ἐκεῖ ὁ Χριστὸς καὶ ἡ ζωή. Γι᾽ αὐτὸ σὲ ὁλοκληρωτικὲς χῶρες ἐπιτρέ­πουν λατρεία ἀλλὰ κήρυγμα ὄχι. Ὅπου ὑπάρχει κήρυγμα, διεγείρονται τὰ αἰσθήματα, δημιουργεῖται γενεὰ φοβουμένων τὸν Κύριον.
Καλεῖ ὁ Κύριος ἐπίσης διὰ τῆς ἀσθενείας. Ὅταν πέσῃς στὸ κρεβάτι καὶ πονῇς καὶ οἱ γιατροὶ δὲν μποροῦν νὰ σοῦ προσφέρουν τίποτε, τότε κράζεις· Θεέ μου Θεέ μου!… Πολλοὶ τότε γνώρισαν τὸν Κύριο, στὴν ἀσθένεια.
Μᾶς καλεῖ ἀκόμη ὁ Κύριος καὶ μὲ τὸ θάνατο. Σὰν μαῦρο κοράκι πετάει κι ἁρπάζει τὸν ἄν­τρα ἢ τὴ γυναῖκα ἢ τὸ παιδί, καὶ τότε ἀκούγεται μιὰ φωνὴ ποὺ τὸν ἄλλο καιρὸ δὲν ἀκουγόταν· «Ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα μα­ταιότης» (Ἐκκλ. 1,2). Μηδὲν ὁ πλοῦτος, μηδὲν ἡ δόξα, μηδὲν τὰ μεγαλεῖα, μη­δὲν οἱ ἔρωτες, μη­δὲν οἱ γυναῖκες. Ἕνα μόνο ἀξίζει, ἡ αἰωνιότης!
Καλεῖ κάποτε ὁ Κύριος καὶ μὲ ὁράματα πνευ­ματικά. Ἔτσι κάλεσε τὸν ἀπόστολο Παῦλο καὶ τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο ὅταν εἶδε στὸν οὐρα­νὸ τὸν τίμιο σταυρὸ καὶ τὸ «Ἐν τούτῳ νίκᾳ».

* * *

Μᾶς καλεῖ, ἀγαπητοί μου, ὁ Θεὸς «πολυμε­ρῶς καὶ πολυτρόπως» (Ἑβρ. 1,1). Κ’ ἐμεῖς; Κουφοὶ εἴμαστε καὶ δὲν ἀκοῦμε τὶς τόσες φωνές. Γιατί; Διότι δὲν ἔχουμε κεραία. Καὶ κεραία ποιά εἶ­νε; Εἶνε ἡ ἕκτη αἴσθησις, ἡ πίστις. Κεραῖες γέμισαν τὰ σπίτια, καὶ πιάνουν σταθμούς. Γήϊνα πράγματα, ψευτιές! Πέρα ἀπ’ αὐτὸ τὸν γήϊνο κόσμο, πάρε κεραία καὶ ἐπικοινώνησε μὲ τὸν οὐρανό. Καὶ θὰ δῇς, ὅτι αὐτὸ ποὺ λέω δὲν εἶνε ψέμα· εἶνε ἀλήθεια καὶ πραγματικότης. Ὅσο βέβαιο εἶνε ὅτι ὑπάρχει ὁ ἥλιος, τόσο βέβαιο εἶνε ὅτι ὑπάρχει Χριστός· τὸν ὁ­ποῖον, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑ­περυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ἱερό ναὸ της Ἁγίας Τριάδος Πτολεμαΐδος, στις 13-12-1987)

Ο ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΣ (5 Δεκεμβρίου)

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Νοέ 28th, 2010 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Ι΄ (Λουκ. 13,10-17)
5 Δεκεμβρίου 2010 Φλώρινα –

Ο ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΣ

6.KYRIOS istΚύριος, ἀγαπητοί μου, ὅπως λέει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο, θεράπευσε τὴν συγκύπτουσα, μιὰ γυναῖκα δυστυχισμένη ποὺ 18 ὁλόκληρα χρόνια βρισκόταν κάτω ἀπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ πονηροῦ πνεύματος. Ὁ διάβολος τῆς εἶχε λυγίσει τὸ σῶμα σὰν τὸ τσέρκι ποὺ βάζουν στὰ βαρέλια, ὥστε τὸ κεφάλι της ν᾽ ἀγγίζῃ στὴ γῆ κι ἀπὸ μακριὰ νὰ νομίζῃ κανεὶς ὅτι βαδίζει ἕνα τετράποδο. Τὸ θαῦμα αὐτὸ δίδει ἀφορμὴ γιὰ πολλὰ θέματα, ἀλλ᾽ ἀφήνοντας τὰ ἄλλα ἐφιστῶ τὴν προσοχή σας στὸ ἑξῆς.
Ἡ γυναίκα αὐτή, λόγῳ τῆς ἀ ναπηρίας της, θὰ ἦταν δικαιολογημένη νὰ μένῃ στὸ σπίτι. Ἐν τούτοις τὴν ἡμέρα τῆς ἀργίας ὁ πόθος γιὰ
τὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ τὴν ἔκανε νὰ μὴν ὑπολογίζῃ οὔτε τὸ ἐλάττωμά της οὔτε τὶς εἰρωνεῖες τοῦ κόσμου, ἀλλὰ νὰ δίδῃ τὸ παρὼν στὴν ἑβδομαδιαία λατρευτικὴ σύναξι. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ γυναίκα θὰ εἶνε κατήγορος τῶν ἀμελῶν ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως· «οἱ ἅγιοι τὸν κόσμον κρινοῦσι»(Α΄ Κορ. 6,2). Αὐτὴ θὰ δικάσῃ τότε ἐ  κείνους ποὺ χωρὶς σοβαρὸ λόγο παραλείπουν τὸν ἐκκλησιασμό.

* * *

Πολλοί, ἀγαπητοί μου, ἀπουσιάζουν ἀπὸ τὸ ναὸ καὶ τὴ λατρεία γιὰ διαφόρους λόγους. Ἄλλοι διότι ξενύχτησαν τὸ Σάββατο μέχρι τὶς πρωινὲς ὧρες κι ὅταν οἱ καμπάνες χτυποῦν αὐτοὶ κοιμοῦνται. Ἄλλοι, ἰδίως τὸ καλοκαίρι, διότι τὴν Κυριακὴ τὸ πρωὶ ξυπνοῦν καὶ τρέχουν γιὰ μπάνιο στὶς παραλίες, κ᾽ ἐκεῖ γυμνοί, ἀρσενικοὶ καὶ θη λυκοί, κολυμποῦν ὅ λη μέρα. Ἄλλοι διότι, ἂν εἶνε χειμώνας, περιμένουν νὰ χιονίσῃ καὶ τότε ἀνεβαίνουν σὲ χιονοδρομικὰ κέντρα γιὰ σκί. Ἄλλοι, διότι πᾶνε γιὰ κυνήγι.
Ἄλλοι λοιπὸν στὰ κρεβάτια, ἄλλοι στὶς παραλίες, ἄλλοι στὶς κορυφές, ἄλλοι στὸ κυνήγι, καὶ ἄλλοι διότι προφασίζονται ὅτι παρακολουθοῦν τὴ λειτουργία ἀπὸ ῥαδιοφώνου. Ὅλοι αὐτοί, ἐνῷ ἔχουν ὑγεία, μὲ διάφορες προφάσεις ἀπουσιάζουν ἀπὸ τὸν ἐκκλησιασμό. Εἶνε αὐτὸ σοβαρὴ ἁμαρτία; Πολὺ σοβαρή.

⃝ Εἶνε μιὰ προσβολὴ στὸ Θεό. Ὅταν σὺ φωνάζῃς τὸ παιδί σου κι αὐτὸ σὲ περιφρονῇ, δὲν στενοχωρεῖσαι; Ὅταν ὁ δάσκαλος χτυπάῃ τὸ κουδούνι κι ἀπὸ τὰ 100 παιδιὰ μπαίνουν γιὰ μάθημα μόνο 2, πῶς θὰ τοῦ φανῇ; Κι ὅταν ἕ νας ἀξιωματικὸς σαλπίζῃ ἐν ὥρᾳ μάχης κ᾽ οἱ στρατιῶτες κοιμῶνται μακαρίως, τί δείχνει αὐτό;
⃝ Ἡ ἀπουσία ἀπὸ τὸν ἐκκλησιασμὸ εἶνε παράβασις κανόνος τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ ὀγδοηκοστοῦ(π΄= 80) τῆς Ἕκτης (ΣΤ΄) Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ λέει ὅτι ὅποιος Χριστινὸς ―ἐκτὸς ἂν ὑπάχῃ λόγος ἀσθενείας― ἀπουσιάζει τρεῖς Κυριακὲς συνεχῶς ἀπὸ τὸν ἐκκλησιασμό, ἐὰν μὲν εἶνε κληρικὸς πρέπει νὰ καθαιρῆται, ἐὰν δὲ εἶνε λαϊκὸς πρέπει νὰ ἀφορίζεται.
⃝ Καὶ δὲν εἶνε μόνο παράβασις· εἶνε καὶ ζημιά. Ἂν εἴχαμε μάτια πνευματικά, θὰ βλέπαμε καθ᾽ ὅλη τὴ θεία λατρεία ἕνα ἀγγελικὸ χέρι νὰ σκορπάῃ μπριλάντια, ρουμπίνια καὶ σμαράγδια. Τί εἶνε ὁ ἑξάψαλμος, τὰ τροπάρια, τὰ δοξαστικά; κατόπιν ἡ θεία λειτουργία, οἱ αἰτήσεις, οἱ εὐχές, ὁ ἀπόστολος, τὸ εὐαγγέλιο, τὸ κήρυγμα, καὶ παραπάνω ἀπ᾽ ὅλα ἡ προσφορὰ τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ, τὸ μυστήριο τῶν μυστηρίων – ἡ θεία εὐχαριστία; Ὅλα αὐτὰ εἶνε δωρεὲς ἀνεκδιήγητες, ποὺ προσφέρει κάθε Κυριακὴ ἡ Ἐκκλησία στὸν ἄνθρωπο. Κι ἂν δὲν εἶχες ἐκκλησία κοντά σου ἀλλ᾽ ὑπῆρχε μόνο μία ἐκκλησία στὴν πατρίδα σου, θὰ ἄξιζε νὰ ξεκινήσῃς καὶ νὰ πᾷς ἐκεῖ γιὰ νὰ λειτουργηθῇς. Ὅπως τρέχουν γιὰ θεραπεία τοῦ σώματος σὲ ἰαματικὲς πηγὲς καὶ σὲ γιατροὺς ἀκόμα καὶ στὸ ἐξωτερικό, ἔτσι ἔπρεπε νὰ σπεύδουμε στὴν ἐκκλησία, νὰ αἰσθανώμεθα ἐκεῖνο ποὺ εἶπε ὁ ψαλμῳδός· «Εὐφράνθην ἐπὶ τοῖς εἰρηκόσι μοι· εἰς οἶκον Κυρίου πορευσόμεθα», αἰσθάνθηκα χαρὰ ὅταν μοῦ εἶπαν νὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησία (Ψαλμ. 121,2). Δυστυχῶς ὅμως αὐτὸ δὲν γίνεται καὶ πολλοὶ ἀπουσιάζουν συστηματικῶς. Καὶ ὅσες εὺλογίες χαρίζει ἡ μετοχὴ στὸν ἐκκλησιασμό, τόσα κακὰ συνεπάγεται ἡ ἀποχὴ ἀπὸ αὐτόν.
Διότι ἡ ἀπουσία αὐτὴ μὴ νομίσουμε ὅτι μένει χωρὶς τιμωρία. Διάβασα σ᾽ ἕνα παλιὸ βιβλίο, ὅτι τὰ χρόνια τῆς τουρκικῆς σκλαβιᾶς, τότε ποὺ ἡ Ἐκκλησία ἦταν λιμάνι, παρηγοριὰ ἀλλὰ καὶ σχολεῖο (μὲ βιβλία τὴν Ὀκτώηχο καὶ τὸ Ψαλτήρι), συνέβη τὸ ἑξῆς.
Ἕνας Χριστιανὸς νέος ἦταν δοῦλος, μαζὶ καὶ μὲ ἄλλους, στὸ σπίτι ἑνὸς Τούρκου πασᾶ. Ἡ κυρὰ τοῦ σπιτιοῦ, κρυφὰ ἀπ᾽ τὸν ἄντρα της, εἶχε συνάψει ἀθέμιτες σχέσεις μὲ κάποιον ἄλλο δοῦλο, ὁ ὁποῖος ἔτσι εἶχε κυριαρχήσει στὸ σπίτι, ἔκανε ὅ,τι ἤθελε, καὶ τυραννοῦσε τοὺς ἄλλους. Αὐτός, ἀπὸ φθόνο στὸ Χριστιανὸ δοῦλο, τὸν συκοφάντησε στὴν κυρά του κι αὐτὴ ἀποφάσισε νὰ τὸν ἐξοντώσῃ. Μήνυσε λοιπὸν στὸν ἄντρα της τὸν πασᾶ, ποὺ ἦταν στὸ σαράι – διοικητήριο, τὸ ἑξῆς. Αὔριο Κυριακή, προτοῦ νὰ βγῇ ὁ ἥλιος, θὰ σοῦ στείλω ἕνα δοῦλο κακοποιό· διάταξε ἕνα δήμιο νὰ τοῦ κόψῃ τὸ κεφάλι, βάλ᾽ το σ᾽ ἕνα τορβᾶ, καὶ ὕστερα ἀπὸ δυὸ ὧρες θὰ σοῦ στείλω ἕναν ἄλλο δοῦλο νὰ τοῦ δώσῃς τὸν τορβᾶ νὰ μοῦ τὸν φέρῃ. Ἔτσι σκέφτηκε ἡ πονηρὴ χανούμισσα.
Ὁ ἀθῷος δοῦλος ξύπνησε τὸ πρωί, πῆρε τὴν ἐντολὴ καὶ ξεκίνησε. Στὸ δρόμο πέρασε ἀπὸ μιὰ ἐκκλησία ποὺ λειτουργοῦσε. Θυμήθηκε τότε τὴ μάνα του, ποὺ τοῦ εἶχε πεῖ· Παιδί μου, Κυριακὴ μέρα, ὅπου κι ἂν βρεθῇς κι ὅποια δουλειὰ κι ἂν ἔχῃς, νὰ πηγαίνῃς πρῶτα στὴν ἐκκλησία. Μπῆκε λοιπόν, ἄναψε τοῦ κερί του, προσευχήθηκε καὶ ἄκουσε τὴ λειτουργία μέχρι τὸ τέλος. Μετὰ βγῆκε καὶ συνέχισε γιὰ τὸ σαράι. Εἶχαν ὅμως περάσει δυὸ ὧρες. Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ κυρά, κατὰ τὴ συμφωνία, ἔστειλε τὸν ἄλλο, τὸν ἔνοχο, ποὺ ἔτσι ἔφτασε πρῶτος. Τοῦ κόβουν τὸ κεφάλι, καὶ τὸ βάζουν στὸν τορβᾶ. Σὲ λίγο φτάνει ὁ Χριστιανός, ποὺ ἔτσι ἀπὸ πρῶτος ἦρθε δεύτερος. Ὁ πασᾶς τοῦ δίνει τὸν τορβᾶ. Ἀνύποπτος αὐτὸς τὸν πάει στὴν κυρά. Ἐκείνη, μόλις τὸν εἶδε, τά ᾽χασε· ἀνοίγει τὸν τορβᾶ, κι ὅταν εἶδε τὸ κεφάλι τοῦ ἐρωμένου της πῆγε νὰ πά θῃ συγκοπή…
Εἴδατε; Ἡ καθυστέρησι γιὰ τὸν ἐκκλησιασμὸ ἔσωσε τὸν ἀθῷο. Αὐτὸ δείχνει ὅτι ὁ χρόνος τοῦ ἐκκλησιασμοῦ δὲν εἶνε χρόνος χαμένος. Εἶνε μεγάλη εὐλογία. Κι ἂν σήμερα δὲν ὑπάρχουν Τοῦρκοι καὶ Νέρωνες, κάποιοι ἄλλοι ἐχθροὶ σὲ περιμένουν νὰ σοῦ κάνουν κακό, καὶ ἔχεις ἀνάγκη ἀπὸ τὴ θεία βοήθεια.

* * *

Τὸν παλιὸ καιρό, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς κατακοίτους, ὅλοι ἐκκλησιάζοντο. Καὶ ὅσους ἀπουσίαζαν ὁ παπᾶς τοὺς ἐπισκεπτόταν, νὰ δῇ γιατί ἔλειψαν. Σήμερα ἄδειασαν οἱ ἐκκλησίες. Ἀπὸ τοὺς 100 Χριστιανοὺς 2 μόνο ἐκκλησιάζονται. Γιατί; ποιά εἶνε τὰ αἴτια;
Δὲν διστάζω, ἀγαπητοί μου, ν᾽ ἀποδώσω τὶς εὐθῦνες πρῶτα στὸν κλῆρο. Ἐμεῖς φταῖμε γιὰ τὴν ἀραίωσι τοῦ ἐκκλησιάσματος. Γιατὶ σὲ ποιά ἐνορία παρουσιάστηκε παπᾶς εὐλαβὴς καὶ σεμνὸς καὶ ἠθικός, ποὺ νὰ λειτουργῇ μὲ πίστι, καὶ δὲ μάζεψε τὸν κόσμο; Καὶ ἂν ἕνας παπᾶς συγκεντρώνῃ ἔτσι κοντά του τὸ λαό, πόσο μᾶλλον ὅταν ἔτσι εἶνε καὶ ὁ δεσπότης!
Μπορεῖτε νὰ φανταστῆτε τί γινόταν στὰ χρόνια τῶν πατέρων; Ὅταν λειτουργοῦ σαν ἅγιοι κληρικοί (στὴν Καισάρεια ὁ ἅγιος Βασίλειος, στὰ Μύρα τῆς Λυκίας ὁ ἅγιος Νικόλαος, στὴν Τριμυθοῦντα τῆς Κύπρου ὁ ἅγιος Σπυρίδων κ.λπ.), ὁ λαὸς ἐκκλησιαζόταν.
Τὸ ἴδιο καὶ στὴ Δύσι. Στὸ Μιλᾶνο π.χ., ποὺ λειτουργοῦσε ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος Μεδιολάνων–ὁ ὁποῖος ἑορτάζει στὶς 7 Δεκεμβρίου,
καὶ ἄπιστοι ἀκόμα ἑλκύοντο στὴν πίστι. Ὑπάρχουν στὸν βίο του τρία στιγμιότυπα σχετι κὰ μὲ τὸ θέμα τοῦ ἐκκλησιασμοῦ. 1ον. Δύο νέοι πῆγαν καὶ τοῦ ἔθεσαν μιὰ ἀπορία ἐπὶ τῆς ἁγίας Γραφῆς. Ἐκεῖνος τοὺς εἶπε νὰ ἔρθουν τὴν Κυριακὴ στὴν ἐκκλησία, ὅπου θὰ ἔδιδε τὴν ἀπάντησι. Αὐτοὶ ὅμως πῆγαν βόλτα μὲ μιὰ ἅμαξα καὶ ἄφησαν τὸν ἐκκλησιασμό. Ἀλλὰ σὲ κάποια γέφυρα ἡ ἅμαξα γλίστρησε στὸν ποτα μὸ καὶ πνίγηκαν στὸ ῥεῦμα (καὶ σήμερα πόσα τροχαῖα γίνονται κάθε Κυριακή!). 2ον. Οἱ αἱρετικοὶ ἔπεισαν κάποτε τὴν πολιτικὴ ἐξουσία νὰ συλλάβῃ τὸν Ἀμβρόσιο. Ἀλλ᾽ ὅταν οἱ στρατιῶτες πῆγαν ἐκεῖ ποὺ λειτουργοῦσε νὰ τὸν βγάλουν ἔξω ἀπ᾽ τὸ ναό, θαμπώθηκαν ἀπὸ τὴ μορφή του καὶ ἔφυγαν ἄπρακτοι. Καὶ τὸ 3ο. Ὅταν ὁ αὐτοκράτωρ Μέγας Θεοδόσιος, θυμωμένος γιὰ μία ἐπανάστασι ποὺ ἔγινε στὴ Θεσσαλονίκη, διέταξε καὶ ἔσφαξαν 6.000 ἀνθρώπους στὸν ἱππόδρομο, τότε ὁ Ἀμβρόσιος τοῦ ἀπηγόρευσε τὴν εἴσοδο στὸ ναὸ τῶν Μεδιολάνων καὶ τὸν ὑπέβαλε σὲ κανόνα μετανοίας.

* * *

Τὸ συμπέρασμα. Δὲν ἔχουμε καλοὺς κληρικούς, ποὺ θὰ ἑλκύσουν τὸ λαὸ στὸν ἐκκλησιασμό. Καὶ γι᾽ αὐτὸ φταῖνε καὶ τὰ λεγόμενα
θρησκευτικὰ σπίτια, ποὺ δὲν ἐνέπνευσαν τὰ παιδιά τους μὲ ἕνα συνεπῆ χριστιανικὸν βίον.
Δῶστε ἕνα παιδὶ στὴν Ἐκκλησία!Καὶ τότε, μὲ καλοὺς ἱερεῖς, θὰ γεμίσουν καὶ πάλι
οἱ ἐκκλησίες, καὶ αἶνος καὶ δόξα θὰ ἀναπέμπεται στὴν ἁγία Τριάδα εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὴν αἴθουσα τῆς ὁδ. Χριστοκοπίδου 12, Ψυρρῆ – Ἀθῆναι τὴν 7-12-1958.
Τὴν ὁμιλία αὐτὴ μπορεῖτε νὰ τὴν ἀκούσετε χωρὶς περικοπὲς στὸ cd 1Α τῆς σειρᾶς «ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ» (πληροφορίες στὸ τηλέφωνο 23850-28868)

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Νοέ 3rd, 2010 | filed Filed under: Român (ROYMANIKA), ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, ΟΜΙΛΙΕΣ (απομαγν.)

Τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

____________________

___________________

ΣΧΟΛΙΟ

Άξιος μιμητής του ιερού Χρυσοστόμου αναδείχθηκε ο εν αγίοις αναπαυόμενος αοίδιμος π. Αυγουστίνος. Όπως εκείνος αψηφώντας τη διατήρηση του θρόνου του ελάλησε με παρρησία και ανυπέρβλητο θάρρος και καταδιώχθηκε παντοιοτρόπως απ’ το άνομο εκκλησιαστικό κατεστημένο της εποχής του έτσι κι ο αείμνηστος επίσκοπος Φλωρίνης κινδύνευσε τα μέγιστα να εκπαραθυρωθεί της επισκοπής του επειδή στοιχών στο παράδειγμα του αγίου Ιωάννου δεν τήρησε την αγία σιωπή αλλά ήλεγξε κατά χρέος πατριάρχες, αρχιεπισκόπους, μητροπολίτες, πολιτικούς και δημοτικούς άρχοντες, ασεβείς δημοσιογράφους κι όλο το κακό συναπάντημα.Τόσο το 1968 όταν ο μακαρίτης Πατίλης ήθελε να τον εξορίσει στο Άγιονόρος όσο και το 1974 και εξής όταν ο αρχιεπίσκοπος των τανκς τον είχε στη λίστα προγραφών μαζί με άλλους άξιους ιεράρχες αλλά τα γεγονότα της Κύπρου επέτρεψαν την καρατόμηση μόνο 12 εξ αυτών εκ των οποίων ο ένας, ο Αττικής Νικόδημος, ζει εξόριστος σ ένα ταπεινό μοναστήρι στον Αυλώνα Αττικής προς αίσχος των ρασοφόρων διωκτών του!! Και το σημερινό εκκλησιαστικό κατεστημένο, το αρχιερατικό κατά κύριο λόγο, ΔΗΘΕΝ θα τιμήσει το μεγάλο άγιο τη στιγμή που τυγχάνει ομόφρον και ομότροπο με τους διώκτες του. Διαχρονική θα παραμένει η χρυσοστομική ρήση «ουδέν δέδοικα ως τους επισκόπους πλην ολίγων» την οποία αναπαρήγε συχνά ο π. Αυγουστίνος απευθυνόμενος σε συγγενικό προς τον γράφοντα το παρόν πρόσωπο εξ αφορμής των γεγονότων της Λάρισας και του διωγμού του καταλιπόντος φήμη αγίου μακαριστού Λαρίσης Θεολόγου. Με τους λίγους λοιπόν ας στοιχηθούμε κι εμείς, τους εκλεκτούς κι όχι τους πολλούς, τους λοικοποιμένες! Μ αυτούς που ορθοτομούν τον λόγον της αληθείας. Με τους άλλους η σχέση μας θα πρέπει να είναι τυπική όπως συμβούλεψε τα πνευματικά του παιδιά ο ιερός Χρυσόστομος μόνο και μόνο για να μη σχισθεί η Εκκλησία. Από κει και πέρα όχι κάτι περισσότερο γιατί κινδυνεύουμε να χάσουμε την ψυχή μας!
Lykourgos Nanis

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΙΑΤΡΕΙΟ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Νοέ 3rd, 2010 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
  • Κυριακὴ Η΄ Λουκᾶ
  • (Λουκ. 10,25-37)

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΙΑΤΡΕΙΟ

1. H EKKLHSIA SKTS ῝π. Αυγ. ISTΘΑ σᾶς παρακαλέσω, ἀγαπητοί μου, νὰ κάνετε ὑπομονὴ ν’ ἀκούσετε ἕνα σύντομο κήρυγμα. Διότι νομίζω, ὅτι στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκ­κλησία ἡ θεία λειτουργία πρέπει πάντοτε νὰ συνοδεύεται ἀπὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου.
Ἀκούσατε τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ εἶνε μία ἀπὸ τὶς ὡραιότερες παραβολές, ποὺ εἶπε ὁ Κύρι­ος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Εἶνε ἡ παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου.
Ὑπάρχει κανεὶς ποὺ δὲν ξέρει τὴν παραβο­λὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου; Ἀπὸ τὰ μικρά μας χρόνια ὁ καλός μας δάσκαλος μᾶς ἔμαθε αὐ­τὴ τὴν παραβολή. Ἂν καί, τώρα τελευταῖα, ὑ­πάρχει μία προσπάθεια δαιμόνων νὰ σβή­σουν τὰ θρησκευτικὰ μαθήματα ἀπὸ τὰ σχολεῖα. Ἀλλ’ ἐμεῖς οἱ παλαιότεροι διατηροῦμε ζωηρὰ τὴν εἰκόνα τοῦ σχολείου, ὅπου ὁ καλὸς δά­σκα­λος, ὅπως ἡ κλῶσσα ταΐζει τὰ πουλάκια της, ἔτσι ἐτάιζε κ᾿ ἐμᾶς μὲ τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ.
Γνωστὴ εἶνε ἡ παραβολή. Ἐν τούτοις δὲν τὴν ἐφαρμόζουμε. Καὶ μόνο αὐτὴν νὰ ἐφαρμόζαμε, μικροὶ καὶ μεγάλοι, πλού­σιοι καὶ φτωχοί, ὁ κόσμος αὐτὸς θὰ ἦταν πα­ράδεισος.
Τί μᾶς διδάσκει ἡ παραβολή; Ἕνα μεγάλο καὶ οὐράνιο δίδαγμα· τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

* * *

Παραβολικῶς μιλάει ἐδῶ ὁ Χριστός. Κάποιος, λέει, ἀνεχώρησε ἀπὸ μιὰ πόλι καὶ πήγαινε σὲ ἄλλη. Στὸ δρόμο, ἐνῷ βάδιζε, σὲ κάποια στροφὴ ὅπου ὑπῆρχαν ἀπόκρημνοι βράχοι, πίσω ἀπὸ ἕνα βράχο παρουσιάστηκαν λῃσταί. Τὸν σταμάτησαν, τὸν χτύπησαν, τὸν τραυμάτι­­σαν, τοῦ πῆραν ὅλα τὰ χρήματα, καὶ τὸν ἄ­φησαν ῥάκος στὸ δρόμο.
Ὁ τραυματίας ζητοῦσε βοήθεια. Νά, σὲ λί­γο καὶ περνᾷ ἕνας ἱερεύς, ὁ ὁποῖος καὶ λόγῳ τῆς θέσεώς του θὰ ἔπρεπε νὰ δείξῃ ζωηρὸ ἐνδιαφέρον. Ἔδειξε; Δὲν ἔδειξε. Ὅπως συμβαίνει τώρα καὶ στοὺς δικούς μας αὐτοκινητό­δρομους, ποὺ τραυματίζονται ἢ καὶ σκοτώνον­ται ἄνθρωποι καὶ περνοῦν αὐτοκίνητα χωρὶς νὰ δώσουν σημασία. Φοβήθηκε ὁ ἱερεύς, φαίνεται, μήπως παρουσιαστοῦν οἱ ἐγκληματι­κὲς μορφὲς τῶν λῃστῶν, κέντησε τὸ ἄλογό του καὶ ἐξαφανίστηκε.
Βοήθεια! ἐξακολουθοῦσε νὰ φωνάζῃ ὁ ταλαίπωρος τραυματίας. Παρουσιάζεται τώρα ἕνας λευΐτης, ἕνας νεωκόρος τρόπον τινά, δι­άκονος, ποὺ ὑπηρετοῦσε στὸν περίφημο ναὸ τοῦ Σολομῶντος. Ἀλλ’ ὅ,τι ἔκανε ὁ πρῶ­τος, ἔκανε κι αὐτός· προσπέρασε.
Τέλος ἐμφανίζεται καὶ ἕνας τρίτος. Μόλις ὅμως τὸν εἶδε ὁ τραυματισμένος Ἰουδαῖος φοβήθηκε, γιατὶ αὐτὸς ἦταν ἐχθρός του· ἦ­ταν Σαμαρείτης. Περίμενε ὅτι αὐτὸς πλέον θὰ τοῦ δώσῃ τώρα τὸ τελειωτικὸ χτύπημα νὰ πεθάνῃ. Ἀντιθέτως ὅμως! Αὐτὸς σταμάτησε, κατέβηκε ἀπὸ τὸ ζῷο του, ἔσκυψε πάνω του, ἔπλυνε τὰ τραύματά του μὲ κρασί, ἄλειψε τὶς πληγὲς μὲ λάδι, τὶς ἔδεσε μὲ ἐπίδεσμο ποὺ τὸν ἔκανε σχίζοντας ἴσως τὸ πουκάμισό του, τὸν ἀνέβασε πάνω στὸ ὑποζύγιό του, καὶ τὸν ὡδήγησε στὸ πανδοχεῖο. Ἐκεῖ ὅλη τὴ νύχτα στάθηκε δίπλα του σὰν ἄγγελος καὶ τὸν περι­ποιήθηκε σὰν νοσοκόμος. Καὶ τὸ πρωῒ πρὶν νὰ φύγῃ πλήρωσε τὸν πανδοχέα καὶ τοῦ ἀνέ­θεσε τὴ φροντίδα τοῦ ταλαιπώρου ἀνθρώ­που μέχρις ὅτου θεραπευθῇ τελείως. Ὑποσχέθηκε μάλιστα στὸν πανδοχέα πώς, ὅσα ἐπὶ πλέον δαπανήσῃ γιὰ τὴν περίθαλψί του, αὐτὸς θὰ ἐπιστρέψῃ νὰ τοῦ τὰ δώσῃ.

* * *

Αὐτὴ εἶνε ἡ παραβολή. Τρεῖς ἄνθρωποι εἴ­δαμε νὰ παρελαύνουν. Ὁ πρῶτος δὲν ἔκανε τίποτα, ὁ δεύτερος ἐπίσης δὲν ἔκανε τίποτα, ὁ τρίτος ἔδειξε ἐν­διαφέρον θαυμαστὸ γιὰ τὸν τραυματισμένο.
Ποιός τώρα εἶνε ὁ τραυματισμένος, ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ἔπεσε στοὺς λῃστάς; Εἶνε ὁ κά­θε ἄν­θρωπος, εἶνε ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότης.
Καὶ ποιοί εἶνε οἱ λῃσταί; Εἶνε πρῶτα-πρῶτα οἱ δαίμονες καὶ ἀρχιλῃστὴς εἶνε ὁ σατανᾶς, ὁ ὁποῖος λῃ­στεύει τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ τραυ­ματίζει ὅλους θανάσιμα.
Λῃσταὶ ἀκόμη εἶνε οἱ κακοὶ ἄνθρωποι, ποὺ ὑ­πάρχουν στὸν κόσμο. Ὄχι τόσο αὐτοὶ ποὺ φωλιάζουν στὰ βουνά. Αὐτοὶ ἐξαφανίστηκαν πιά. Στὴν ἐποχή μας ὑπάρχει μιὰ ἄλλου εἴ­δους λῃστεία, ἡ ὁποία ἐνεργεῖται μέσα στὶς πόλεις ὑπὸ ποικίλες μορφές. Οἱ λῃσταὶ αὐτοὶ περπατοῦν σὰν κύριοι, γιατὶ κατέχουν συνή­θως μεγάλα ἀξιώματα, καὶ μένουν ἀσύλληπτοι. Αὐτοὶ λῃστεύουν μὲ νόμους, μὲ ἑταιρεῖες, μὲ ἐμπορικὰ τράστ, μὲ ποικίλους νέους τρόπους.
Παρ’ ὅλα αὐτὰ κάποιοι ἄλλοι λῃσταὶ εἶνε ἀ­κόμη πιὸ ἐπικίνδυνοι, διότι κρύβονται. Μὴν τοὺς ζητήσετε μακριά. Εἶνε πολὺ κοντά μας· εἶνε μέσα μας. Εἶνε, ἀδελφοί μου, οἱ κακοὶ λογισμοί μας. Ἕνας κακὸς λογισμὸς ληστεύει τὸ νοῦ καὶ τραυματίζει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου.
Λῃσταὶ τέλος εἶνε τὰ πάθη μας. Δὲν ὑπάρ­χουν λῃσταὶ χειρότεροι. Αὐτὰ μᾶς καταστρέ­φουν. Πάρτε παράδειγμα τὸ κάπνισμα. Τί ξοδεύει κάθε μέρα, κάθε μῆνα, κάθε χρόνο ὁ καπνιστής; Νά ἕνας λῃστής. Τὸ ἀλκοὸλ ἔ­πειτα δὲν λῃστεύει; Ποιός ἄλλος ἀπογυμνώνει καὶ τραυματίζει ὅπως αὐτό; Λῃστὴς δὲν εἶνε τὰ ναρκωτικά, ποὺ ἔχουν τεραστία διάδοσι ἀκόμη καὶ στὰ σχολεῖα; Λῃσταὶ δὲν εἶνε τὸ χαρτο­παίγνιο, τὰ καζῖνο καὶ τὰ ἄλλα τυχερὰ παιχνίδια; Ἦρθε στὴ μητρόπολι κάποιος ποὺ δούλεψε στὴ Γερμανία καὶ κέρδισε μὲ κόπο καὶ μόχθο μερικὰ χρήματα. Ὅταν τὰ ἔφερε ἐδῶ, τοῦ ἔστησαν καρτέρι οἱ λῃσταὶ τῆς πράσινης τσόχας, τὸν παρέσυραν ὣς τὰ μεσάνυχτα στὸ παιχνίδι καί, ἄπειρος αὐτός, τά ’χασε ὅλα. Τὸ πρωΐ, ὅταν συνειδητοποίησε τί ἔπαθε, πῆγε ν’ αὐτοκτονήσῃ, νὰ πέσῃ στὸ ποτάμι.
Λῃστεύεται λοιπὸν τὸ ἀνθρώπινο γένος εἴτε ἀπὸ τὸ διάβολο εἴτε ἀπὸ τοὺς κακοποιούς. Ὁ μεγαλύτερος ὅμως λῃστής, ἀδελφοί μου, εἶνε ὁ ἑαυτός μας. Κάθε κακὸς λογισμὸς καὶ κάθε πάθος μας στοιχίζει καὶ σὲ χρῆμα καὶ σὲ ὑγεία καὶ σὲ τιμὴ καὶ ὑπόληψι καὶ σὲ χρόνια ζωῆς. Οἱ ἴδιοι λῃστεύουμε τὸν ἑαυτό μας.

* * *

Ποιός θὰ μᾶς σώσῃ; Ἡ φιλοσοφία; ἡ τέχνη; τὰ διάφορα συστήματα; Κάτω ἀπὸ τὸν οὐρα­νὸ ―ἂς τὸ διακηρύξουμε― δὲν ὑπάρχει ἄλ­λος ποὺ ἀξίζει νὰ ὀνομάζεται Σωτήρ. Σωτὴρ τῆς ἀνθρωπότητος εἶνε μόνο ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Κανείς ἄλλος δὲν ἀγάπησε τὸν ἄνθρωπο ὅπως ὁ Χριστός. Αὐτὸς εἶνε ὁ εὐεργέτης μας, αὐτὸς εἶνε ὁ καλὸς Σαμαρεί­της, ποὺ ἔδειξε ἐνδιαφέρον γιὰ τὴ σωτηρία μας. Σαμαρείτη τὸν ὠνόμαζαν οἱ ἐχθροί του ἐμπαικτι­κῶς. Ὁ Σαμαρείτης ὅμως αὐτὸς θεραπεύει ὅλο τὸν κόσμο στὸ πανδοχεῖο του.
Τὸ «πανδοχεῖον», ποὺ λέει τὸ Εὐαγγελίο (Λουκ. 10,34), ποιό εἶνε; Εἶνε ἡ Ἐκκλησία. Ἐκεῖ θεραπαύονται οἱ πληγὲς καὶ τὰ τραύματα. Ὅ­πως τρέχουμε στὰ ἰατρεῖα γιὰ νὰ θεραπευθοῦ­με ἀπὸ τὶς ἀρρώστιες, ἔτσι νὰ τρέχουμε στὴν Ἐκκλησία γιὰ νὰ βρίσκουμε τὴ θεραπεία μας. Που­θενά ἀλλοῦ ὁ ἄνθρωπος δὲ βρίσκει δύναμι καὶ παρηγοριά, ζωὴ καὶ θάρρος, ὅπως στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Εἶσαι στενοχωρημένος; Ἔλα στὸ ἰατρεῖο τῆς Ἐκκλησίας νὰ σοῦ σφογγίσῃ τὰ δάκρυα καὶ ν᾿ ἀκούσῃς· «Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖ­ψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰω­άν. 16,33). Ἔρχεται τὸ ὀρφανό, ἡ χήρα, ὁ κάθε πονεμένος, καὶ —δὲν εἶνε ψέμα— βρί­σκει παρηγορία καὶ ἐνίσχυσι.
Εἶσαι φιλάργυρος καὶ πλεονέκτης; Ἔλα στὸ ἰατρεῖο τῆς Ἐκκλησίας. Φάρμακο ῥιζικῆς θεραπείας εἶνε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ· «Πώλη­σόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς» (Ματθ. 19,21). Ἡ ἐλεημοσύνη θεραπεύει τὴν πλεονεξία.
Εἶσαι θυμώδης καὶ ὀργίλος; Ἔλα στὸ ἰατρεῖο τῆς Ἐκκλησίας. Φάρμακο εἶνε ἡ ταπεί­νω­σις τοῦ Χριστοῦ. Θὰ τὸν ἀκούσῃς νὰ σοῦ λέῃ· «Μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν» (Ματθ. 11,29).
Εἶσαι ἄρρωστος; Ἔλα στὸ ἰατρεῖο τῆς Ἐκ­κλησίας. Ἐκεῖνο ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κάνουν οἱ γιατροί, τὸ κατορθώνει ἡ πίστι στὸ Χριστό, ποὺ εἶνε «ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμά­των ἡμῶν» (θ. Λειτ.), καὶ παρέχει τὸ «φάρμακον ἀθανασίας, ἀντίδοτον τοῦ μὴ ἀποθανεῖν» (ἅγ. Ἰγνάτιος).
Καὶ ἄν, ἀδελφέ μου, κινδυνεύεις νὰ πεθά­νῃς, ἔλα ν᾿ ἀκούσῃς τὸ Χριστὸ νὰ λέῃ· «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή» (Ἰωάν. 11,25).
Δὲν ὑπάρχει, ἀδελφοί μου, θρησκεία, ποὺ νὰ παρηγορῇ τόσο τὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν ζωογονῇ, νὰ τὸν τονώνῃ, νὰ τοῦ δίνῃ οὐράνιες δυ­νάμεις καὶ νὰ τὸν σῴζῃ, νὰ παίρνῃ τὴ λά­σπη καὶ νὰ τὴν κάνῃ ἄγγελο τοῦ Θεοῦ, ὅσο ἡ πίστι τοῦ Χριστοῦ μας. Γι’ αὐτὸ θά ’ρθῃ μέρα ποὺ καὶ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ καὶ τὰ ὑποχθόνια θὰ κηρύξουν τὴν ἀλήθεια αὐτή.
Ἡ Ἐκκλησία εἶνε τὸ ἰατρεῖο. Ἰατρεῖο ψυ­­χῆς καὶ σώματος. Ἐκεῖ ἂς σπεύδουμε ὅλοι οἱ ἀ­σθενεῖς. Καὶ εἴθε «ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμά­των ἡμῶν» νὰ σκέπῃ καὶ νὰ φυ­λάτ­τῃ ὅλους μας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό των Ἀρχαγγέλων Οἰκισμοῦ Δ.Ε.Η. Πτολεμαΐδος 11-11-1979)

Η ΜΑΝΔΡΑ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Νοέ 1st, 2010 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ

Η ΜΑΝΔΡΑ

«Ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων» (Ἰωάν. 10,11)

ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἑορτὴ καὶ πανήγυρις. Ἑορτάζει ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλυ­τέρους πατέρας καὶ διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Μίλησα ἄλλοτε γιὰ τὸν βίο του καὶ γιὰ τὸ τέλος του στὰ Κόμανα τῆς Ἀρμενίας. Τώρα ἂς ῥίξουμε μιὰ ματιὰ στὸ εὐαγγέλιο τῆς ἑορτῆς.

* * *

Τὸ ἀκούσατε; Ὁ Κύριος ὁμιλεῖ παραβολι­κῶς. Ὁμιλεῖ γιὰ μαντρί, γιὰ πρόβατα, γιὰ τσο­πᾶνο, γιὰ λύκους. Μὲ τέτοια ἁπλᾶ λόγια μίλησε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.
Τὸ μαντρί. Τί εἶνε τὸ μαντρὶ ὅλοι ξέρουμε· εἶνε τὸ μέρος ὅπου ὁ τσοπᾶνος ἀσφαλίζει τὰ πρόβατά του τὴ νύχτα, μὲ φρουρὸ τὰ τσοπανόσκυλα. Καὶ τί εἰκονίζει τὸ μαντρί; Τὸ μαντρὶ εἰκονίζει τὴν Ἐκκλησία. Ὅπως τὰ πρόβατα μα­ζεύον­ται στὸ μαντρὶ κ’ εἶνε ἀσφαλισμένα, ἔτσι καὶ ὅ­ποιος μπαίνει στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία. Ἀρ­κεῖ νὰ ἔρχεται μὲ πίστι καὶ εὐλάβεια, ὄ­χι ἀθεόφοβα καὶ μὲ ἀμφιβολίες. Ὅποιος βρί­σκεται κον­τὰ στὸ Θεό, αἰσθάνεται ἀσφάλεια.
Μαντρὶ λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία. Καὶ πρόβατα; Οἱ Χριστιανοί. Ὅπως μέσ᾽ στὴ στάνη ὁ τσο­πᾶ­νος δὲ βάζει τσακάλια καὶ λύκους, ἀλλὰ βάζει μόνο ἥμερα πρόβατα, ἔτσι καὶ στὴν Ἐκ­κλη­σία ἔρχονται ἄνθρωποι εἰρηνικοὶ καὶ ἥσυχοι σὰν τὰ πρόβατα. Πρόβατα εὐλογημένα εἶνε οἱ πιστοί. Γιατί παρομοιάζονται μὲ πρόβατα; Γιὰ τρεῖς λόγους. Πρῶτον, διότι τὸ πρόβατο εἶνε τὸ πιὸ ἥμερο καὶ ἥσυχο ζῷο. Δὲ δαγκώνει, δὲν κλωτσάει, δὲν ἐπιτίθεται σὲ κανένα. Εἶνε ἄκακο καὶ φρόνιμο. Ἔτσι πρέπει νὰ εἶνε κι ὁ Χριστιανός· πρᾶος καὶ γαλήνιος, συνετὸς καὶ ἀ­όργητος. Παρομοιάζονται ἐπίσης μὲ πρόβατα οἱ Χριστιανοί, γιατὶ κανένα ἄλλο ζῷο δὲν εἶ­νε τόσο εὐεργετικὸ ὅσο τὸ πρόβατο. Καὶ τί δὲν προσφέρει· τὸ γάλα του, τὸ βούτυρό του, τὸ μαλλί του, τὸ δέρμα του, τὸ κρέας του· λένε ὅτι ἀκόμα κι ἀπὸ τὰ ἔντερά του κατασκευ­ά­ζονται χορδὲς κιθάρας. Δὲν εἶνε ὅπως λ.χ. ὁ χοῖρος πού, ὅσο ζῇ, μόνο τρώει καὶ λερώνει. Ἕνας ἀρχαῖος φιλόσοφος λέει, ὅτι μὲ τὸ χοῖ­ρο μοιάζει ξέρετε ποιός; Ὁ φιλάργυρος καὶ πλεονέκτης. Αὐτός, ὅσο ζῇ, κανένα καλὸ δὲν κάνει, «δὲ δίνει οὔτε νερὸ στὸν ἄγγελό του». Μόνο ὅταν πεθάνῃ, τότε μαζεύον­­ται ἀπὸ παντοῦ οἱ συγγενεῖς νὰ μοιραστοῦν τὴν περιουσία του, καὶ γλεντοῦν, ὅπως γλεντοῦν στὰ χω­ριὰ ὅταν σφάζουν τὸ χοῖρο. Χριστιανὸς ποὺ δὲ βοηθάει τὸν πλησίον του, ποὺ δὲν εἶνε σπλαχνικὸς καὶ εὐεργετικός, αὐτός, λέει ὁ ἱε­ρὸς Χρυσόστομος, εἶνε ἄχρηστος. Ὄχι λοι­πὸν χοιρώδεις ὑπάρξεις, ἀλλὰ πρόβατα εὐ­ερ­γε­τικὰ νὰ εἴμαστε. Παρομοιάζον­ται ἀκόμη οἱ Χριστιανοὶ μὲ πρόβατα ὄχι μόνο γιὰ τὴν πραότητα καὶ τὴν εὐεργετικότητά τους, ἀλλὰ καὶ διότι εἶνε ὑπάκουοι καὶ πειθαρχικοί. Τὸ πρόβατο δὲν εἶνε σὰν τὸ κατσίκι, ποὺ ἀ­πομακρύνεται καὶ ξεστρατίζει· εἶνε ὑπάκουο, πειθαρ­χεῖ κι ἀκολουθεῖ τὸν ποιμένα του.
Εἴπαμε ὣς τώρα, ὅτι μαντρὶ εἶνε ἡ Ἐκκλησία καὶ πρόβατα οἱ Χριστιανοί. Τώρα νὰ ποῦμε γιὰ τὸν τσοπᾶνο. Τί κάνει ὁ τσοπᾶνος; Ἀγαπᾷ τὰ πρόβατά του, τώρα τὸ χει­μῶ­να τὰ πηγαίνει στὰ χειμαδιὰ τῆς Θεσσαλί­ας, τὸ καλοκαίρι μὲ σφυρίγματα τ’ ἀνεβάζει στὰ ψηλὰ βουνά, στὸν Ὄλυμπο καὶ στὴν Πίνδο, κοντὰ σὲ δροσερὲς πηγὲς καὶ ποτάμια, νὰ πιοῦν καθαρὸ νερό. Τὴ νύχτα τὰ φυλάει. Ἔχει καὶ τσοπανόσκυλα, νὰ μὴν πλη­σιάζουν λύκοι. Μένει κοντά τους. Ἂν κάποιο πρόβατο ἀῤ­ῥωστήσῃ, τὸ περιποιεῖται. Ἂν πά­θῃ ψώρα – ψωριά­σῃ, τὸ βγάζει ἀπ᾽ τὸ μαν­τρὶ καὶ τὸ φροντίζει ἰδιαιτέρως μέχρι νὰ θερα­πευ­θῇ. Καὶ ἐπιστρέφον­τας στὸ μαντρὶ κάθε βράδυ τὰ μετράει. Εἶδα ἐγὼ στὴν Πίνδο τσο­πᾶνο στενοχωρημένο. ―Τί ἔχεις; λέω. ―Νά, μέτρησα τὰ πρόβατα καὶ μοῦ λείπει ἕνα. Ποῦ νά ᾽νε τώρα; Δὲν ἡσυχάζω. Θὰ πάω νὰ τὸ βρῶ… Πῆγε, καὶ ὕστε­ρα ἀπὸ καμμιὰ ὥρα, ἀφοῦ περι­πλανήθηκε, τὸ βρῆκε. Ἱδρωμένος γύρισε μὲ τὸ πρόβατο στὸν ὦμο, ἀλλὰ μὲ χαρὰ στὴν καρ­διά. Ποιός λοιπὸν εἶνε ὁ τσοπᾶνος τῆς παραβολῆς; Εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Κανένας τσοπᾶ­νος δὲν ἀγάπησε τὰ πρόβατά του ὅπως ὁ Χριστὸς τοὺς ἀνθρώπους. Ὑπὲρ αὐτῶν καὶ ἔπαθε καὶ σταυρώθηκε καὶ ἀναστή­θηκε. Αὐτὸς εἶ­νε «ὁ ποιμὴν ὁ καλός» (Ἰωάν. 10,11). Κι ὅπως ὁ τσοπᾶνος ποὺ ἔχει πολλὰ κοπάδια, χιλιάδες πρόβατα, λέγεται ἀρχιτσέλιγ­γας καὶ τὰ ἐμπιστεύεται ἕνα κοπάδι στὸν ἕνα, ἕνα κοπάδι στὸν ἄλλο, στοὺς λεγομένους πιστικούς, ἔτσι καὶ ὁ ἀρχιποίμην Χριστὸς ἐμπιστεύεται τοὺς Χριστιανοὺς σὲ ἀνθρώπους ποιμένας. Ποιοί εἶν’ αὐτοί; Εἶνε οἱ ἱερεῖς καὶ μάλιστα οἱ ἐπίσκοποι. Τί κρατᾶμε στὰ χέρια; Τὴν ἀρχιερατικὴ ῥάβδο. Δὲν τὴν ἔχουμε γιὰ ἐ­πίδειξι – ὁ Θεὸς νὰ μᾶς συχωρέσῃ. Τί εἶν᾽ αὐ­τή; Εἶνε ποιμενικὴ ῥάβδος, εἶνε ἡ γκλίτσα τοῦ τσοπάνου. Ἔχει σημασία. Ὅπως ὁ τσοπᾶνος, ἅ­μα ἕνα πρόβατο φύγῃ μακριά, μὲ τὴ γκλίτσα τὸ φέρνει πάλι κοντά, ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς τὰ πρόβα­τα ποὺ ξεμακραίνουν ἀπ᾽ τὸ μαντρὶ πρέπει νὰ τὰ μαζεύουμε μὲ τὴ γκλίτσα, μὲ λόγο δηλαδὴ αὐστηρό, ἐπιτιμητικό, ἐλεγκτικό. Τσοπάνηδες εἴμαστε κ᾽ ἐμεῖς· βόσκουμε ὅμως πρόβατα λο­γικά. Μικρὸς τσοπᾶνος εἶνε καὶ ὁ κάθε ἱερεύς· ἄλλος ἔχει ἑκατὸ πρόβατα (ἑκατὸ Χριστι­ανούς), ἄλλος διακόσα, ἄλλος τριακόσα, ἄλ­λος χίλια καὶ πλέον πρόβατα. Πρέπει νὰ φυλάῃ τὸ ποίμνιό του ὁ ἱερεύς, ἰδίως σὲ ἡμέρες πονηρές. Τὸ καλοκαίρι ὁ τσοπᾶνος εἶνε ἤρεμος καὶ παίζει φλογέρα, ἀλλὰ τὸ χειμῶνα δὲν κοιμᾶται· ἔχει τσοπανόσκυλα καὶ σφεντόνα καὶ πέτρες, κ’ εἶνε ἕτοιμος. Γιατὶ τὸ χειμῶνα βγαίνουν οἱ λύκοι· κι ἅμα βροῦν τὸ μαντρὶ ἀ­φύλαχτο, μπαίνουν καὶ τὸ ρημάζουν.
Καὶ ποιοί εἶνε οἱ λύκοι; Ὅπως ὑπάρχουν λύκοι στὰ δάση, ἔτσι ὑπάρχουν καὶ λύκοι μέσ᾽ στὶς ἀνθρώπινες κοινωνί­ες. Λύκοι φο­βεροί, ποὺ ῥουφοῦν αἷμα, εἶνε οἱ ὑλισταὶ καὶ ἄ­θεοι, οἱ ἐκμαυλισταὶ καὶ διαφθορεῖς τῶν ἀ­θῴων, εἶ­νε πρὸ πάντων οἱ πλάνοι καὶ οἱ αἱρετικοί. Αὐ­τοὶ οἱ τελευταῖοι εἶνε καὶ προβατόσχημοι. Ἐνῷ δηλαδὴ εἶνε λύκοι, φοροῦν προβειὰ καὶ παριστάνουν τὰ πρόβατα πρὸς ἐξαπάτησιν τῶν ἀ­φελῶν. Τέτοιοι εἶνε ἰδίως οἱ χιλιασταί. Εἶνε «λύκοι βαρεῖς» (Πράξ. 20,29). Σ᾽ ἕ­να χωριὸ στὰ Τρίκαλα τῆς Θεσσαλίας δὲν πρόσεχε φαίνεται ἐκεῖ ὁ ποιμὴν – ὁ παπᾶς, μπῆκαν μέσα δυὸ – τρεῖς χιλιασταί, καὶ στὸ τέλος ὁλόκληρο τὸ χωριὸ ἔγινε χιλιαστικό. Χτυπάει ἡ καμπάνα, κι οὔτε ἕνας δὲν πατάει στὴν ἐκκλησία· πηγαίνουν στὴ χάβρα τῶν Ἑβραίων.
Ὑπάρχουν λοιπὸν «λύκοι βαρεῖς». Ἀλλὰ δό­ξα τῷ Θεῷ ὑπάρχουν καὶ ποιμένες. Ἀλλοίμονο ἂν δὲν ὑπῆρχαν. Ἕνας τέτοιος ἐκλεκτὸς ποι­μήν, πρότυπο ποιμένος, εἶνε ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ποὺ ἑορτάζει σήμερα. Ὅλοι ἐμεῖς τώρα νὰ μαζευτοῦμε, πατριάρχες, δεσποτάδες καὶ χιλιάδες παπᾶδες μὲ τὰ ῥάσα καὶ τὰ καλυμμαύχια μας, δὲν φτειάνουμε οὔτε τὸ νυ­χάκι τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Ἦτο μέγας, ἦτο γίγας. Φύλαξε τὸ ποίμνιό του μέρα-νύχτα. Ἀγωνίστηκε γιὰ τὴν Ἐκκλησία, γιὰ τὴν κοινωνία, γιὰ τὴν οἰκογένεια. Ἀγωνίστηκε ἐναντίον τῶν παθῶν τῆς ψυχῆς. Ἀγωνίστηκε ἐναντίον τῶν αἰσχρῶν θεαμάτων, ἐ­ναντίον τῆς πλεονεξίας καὶ τῆς πολυτελείας, ἐναντίον τῶν ἀσπλάχνων καὶ ἀδίκων πλουσί­ων, ἐναντίον φαύλων ἡγεμόνων, ἐναν­τίον δι­εφθαρμένων γυναικῶν τῆς αὐλῆς. Ἀγωνίστηκε καὶ ἐναντίον μιᾶς βασιλίσσης, τῆς λεγομένης Εὐδοξίας. Ἀγωνίστηκε τέλος ἐναντίον τῶν φαύλων κληρικῶν. Ὁ μὲν λαὸς τὸν λάτρευε, οἱ παπᾶδες ὅμως δὲν τὸν ἀγαποῦσαν. Πεντακόσους παπᾶδες εἶχε ἡ ἀρχιεπισκοπή· πόσοι ἔμειναν κοντά του; Μόνο πέντε! Διότι μέρα – νύχτα τοὺς ὑπενθύμιζε· Φρουρεῖτε καὶ φροντίζετε τὸ ποίμνιό σας, καὶ «δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε» (Ματθ. 10,8). Ὅλοι λοιπὸν αὐ­τοὶ (παπᾶδες, δεσποτᾶδες, γυναῖκες, πλεονέκτες καὶ ἅρπαγες) μαζεύτηκαν καὶ τὸν ἔῤ­ῥιξαν ἀπὸ τὸ θρόνο. Τὸν ἐξώρισαν 700 χιλιόμετρα μακριά, κ᾽ ἐκεῖ παρέδωσε τὸ πνεῦμα. Οἱ τελευταῖοι του λόγοι ἦταν «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν».
Αὐτὸς ἦταν ὁ Χρυσόστομος, ὁ καλὸς ποιμὴν ποὺ θυσίασε τὴ ζωή του ὑπὲρ τῶν προβάτων.

* * *

Τελείωσα. Σᾶς ἐξήγησα τὸ εὐαγγέλιο. Στάνη εἶνε ἡ Ἐκκλησία μας, μάνδρα ἁγία καὶ πεφυ­λαγμένη. Πρόβατα ἐκλεκτὰ τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ εἶστε ἐσεῖς. Ποιμένες οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ ἐπίσκοποι – μακάρι νὰ εἶνε ὅλοι Χρυσό­στομοι καὶ Βασίλειοι. Καὶ «λύκοι βαρεῖς» εἶνε οἱ αἱρετικοί, οἱ χιλιασταὶ καὶ οἱ ἄλλοι. Μακριά, παιδιά μου, μακριά ἀπ’ αὐτούς! Οὔτε ἕνας, οὔ­τε σπό­ρος νὰ μὴν ὑπάρχῃ στὴν περιφέρειά σας. Μὴ παρασυρθῇ κανείς. Πρόβατο, ποὺ φεύγει ἀπ᾽ τὸ μαντρί, τὸ τρώγει ὁ λύκος· καὶ Χριστιανὸς ποὺ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν Ἐκ­κλησία, θὰ τὸν φᾶνε οἱ διαφόρων εἰδῶν λύκοι!
Ἀδελφοί μου, μείνετε πιστοὶ στὸ Θεό, πιστοὶ στὰς παραδόσεις, πιστοὶ στὴν πατρίδα! Ἔτσι ἡ εὐλογία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου θὰ εἶνε μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου, εις τον ιερό ναὸ Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου Κομάνου – Ἑορδαίας Πέμπτη 13-11-1975)

________________

STA ROYMANIKA

________________

Omilie a Mitropolitului AUGUSTIN de Florina la pericopa evanghelică a Sfântului Ioan Gură de Aur

STAULUL

„PĂSTORUL CEL BUN ÎŞI PUNE SUFLETUL PENTRU OI”
(Ioan 10, 11)


Astăzi, iubiţii mei, este sărbătoare şi praznic. Este sărbătorit unul din cei mai mari Părinţi şi Dascăli ai Biserici noastre, Sfântul Ioan Gură de Aur. Am vorbit altădată despre viaţa sa şi despre sfârşitul său în Comana Armeniei. Acum să aruncăm o privire peste Evanghelia sărbătorii.



Aţi ascultat-o? Domnul vorbeşte în parabole. Vorbeşte despre staul, despre oi, despre păstori, despre lupi. Cu astfel de cuvinte simple vorbea Domnul nostru Iisus Hristos.
Ce este un staul ştim toţi; staulul este acel loc unde ciobanul îşi păzeşte oile în timpul nopţii, având ca paznic şi câinii ciobăneşti. Şi ce reprezintă staulul? Staulul reprezintă Biserica. După cum oile se adună în staul şi sunt ocrotite, tot aşa oricine intră în Biserica Ortodoxă. Este suficient să vină cu credinţă şi evlavie, nu fără frică de Dumnezeu şi cu îndoieli. Cine se află lângă Dumnezeu, simte siguranţă, ocrotire.
Aşadar staulul este Biserica. Şi oile? Creştinii. După cum în stână ciobanul nu aşează şacali şi lupi, ci adună doar oi liniştite, aşa şi în Biserică vin oameni paşnici şi liniştiţi ca oile. Oi binecuvântate sunt credincioşii. De ce sunt asemănaţi cu oile? Din trei motive. Întâi, pentru că oaia este animalul cel mai blând şi liniştit. Nu muşcă, nu loveşte, nu atacă pe nimeni. Este fără răutate şi cuminte. Aşa trebuie să fie şi creştinul: blând şi liniştit, înţelept, cuviincios şi negrabnic la mânie. De asemenea, creştinii sunt asemănaţi cu oile, deoarece nici un alt animal nu este atât de binefăcător ca oaia. Şi ce nu oferă ea: laptele ei, untul ei, lâna ei, pielea ei, carnea ei. Spun unii că până şi din intestinele ei se confecţionează corzi pentru chitară. Nu este precum de pildă porcul, care cât trăieşte doar mănâncă şi murdăreşte. Un vechi filosof spune că se aseamănă cu porcul, ştiţi cine? Iubitorul de arginţi şi lacomul. Acesta, cât trăieşte, nu face niciun bine, „nu-i dă apă nici îngerului său”. Doar când moare, atunci se adună de pretutindeni rudele să împartă averea şi chefuiesc cum chefuiesc oamenii de la sate când junghie porcul. Creştinul care nu-şi ajută aproapele, care nu este milosârd şi binefăcător, acesta, zice Sfântul Ioan Gură de Aur, este netrebnic. Aşadar, să fim nu fiinţe porcine, ci oi binefăcătoare. Creştinii mai sunt asemenea cu oile nu doar pentru blândeţea şi dispoziţia de a face bine, ci pentru că sunt ascultători şi supuşi. Oaia nu este ca şi capra, care se îndepărtează şi se rătăceşte, este ascultătoare, disciplinată, se supune şi îşi urmează păstorul.
Am spus până acum că turma este Biserica şi oile sunt creştinii. Acum să spunem despre ciobani. Ce face ciobanul? Îşi iubeşte oile. Acum, iarna, le duce în păşunile Thesaliei, vara le urcă în munţi înalţi, în Olimp şi Pind, cu fluieraşele, lângă izvoare şi râuri răcoroase, să bea apă curată. Noaptea le păzeşte. Are şi câini ciobăneşti, să nu se apropie lupii. Rămâne lângă ele. Dacă vreo oaie se îmbolnăveşte, o îngrijeşte. Dacă face râie, o scoate din staul şi o îngrijeşte în mod deosebit până se vindecă. Şi întorcându-se în staul în fiecare seară le numără. Am văzut în Pind un cioban trist.
– Ce ai? – îi zic.
– Iată, mi-am numărat oile şi-mi lipseşte una. Unde să fie acum? Nu am linişte. Mă voi duce să o găsesc…
S-a dus şi după aproape o oră după ce a rătăcit, a găsit-o. Transpirat, s-a întors cu oaia pe umăr, dar cu bucuria în inimă. Aşadar cine este păstorul din pildă? Este Domnul nostru Iisus Hristos. Nici un cioban nu şi-a iubit oile aşa cum Hristos i-a iubit pe oameni. Pentru ei a şi pătimit şi a fost răstignit şi a înviat. Acesta este „Păstorul cel Bun” (Ioan 10, 11). Şi precum ciobanul care are multe cirezi, mii de oi, se numeşte arhistrungar şi încredinţează o cireadă unuia, o cireadă altuia, aşa-numiţilor oameni de încredere, aşa şi Arhipăstorul Hristos îi încredinţează pe creştini oamenilor-păstori. Cine sunt aceştia? Sunt preoţii şi, desigur, episcopii. Ce ţinem în mâini? Toiagul arhieresc. Nu îl purtăm demonstrativ – Dumnezeu să ne ierte. Ce este acesta? Este toiag păstoresc, este toiagul ciobanului. Are o importanţă. După cum ciobanul, dacă o oaie se îndepărtează o aduce înapoi cu toiagul, aşa şi noi pe oile care s-au îndepărtat de staul trebuie să le adunăm cu toiagul, adică prin cuvântul sever, de canonisire şi de mustrare. Păstori sau ciobani suntem şi noi; însă noi paştem oi cuvântătoare. Un mic cioban este şi fiecare preot; unul are o sută de oi (o sută de creştini), altul două sute, altul trei sute, altul mii şi mai multe oi. Preotul trebuie să-şi păzească turma sa, în mod deosebit în zilele rele. Vara ciobanul este liniştit şi cântă din fluier, dar iarna nu doarme; are câini ciobăneşti şi praştie cu pietre şi este gata. Pentru că iarna ies lupii; şi dacă găsesc staulul nepăzit intră şi îl devastează.
Şi cine sunt lupii? După cum există lupi în pădure, tot aşa există lupi şi în societăţile umane. Lupi înfricoşători, care sug sânge, sunt materialiştii şi ateii, sunt profitorii şi cei ce corup pe cei nevinovaţi, sunt înainte de toate cei înşelaţi şi eretici. Cei din urmă mai au şi înfăţişare de oaie. Adică, deşi sunt lupi, poartă piei de oaie şi se prezintă drept oi spre înşelarea celor naivi. Aşa sunt în principal hiliaştii (martorii lui Iehova). Sunt „lupi grei” (Faptele Apostolilor 20, 29). Într-un sat din Trikala (Thesalia), păstorul – preot se pare că nu a fost atent la asta, au intrat înăuntru doi, trei iehovişti şi în cele din urmă întregul sat a devenit iehovist. Trage clopotul şi niciun creştin nu aleargă la biserică; merg la havra (tam-tam-ul) evreilor.
Aşadar, există „lupi grei”. Dar slavă lui Dumnezeu există şi păstori. Şi vai şi amar dacă n-ar exista. Un astfel de păstor ales, model de păstor este Sfântul Ioan Gură de Aur care este sărbătorit astăzi. Să ne adunăm acum noi toţi, patriarhi, episcopi şi mii de preoţi cu rasele şi cu camilăfcile noastre, nu ajungem nici la degetul mic al Sfântului Ioan Gură de Aur. A fost mare, a fost un gigant. Şi-a păzit turma sa zi şi noapte. S-a luptat pentru Biserică, pentru societate, pentru familie. S-a luptat împotriva patimilor sufleteşti. S-a luptat împotriva priveliştilor ruşinoase, împotriva lăcomiei şi a luxului, împotriva bogaţilor zgârciţi şi nedrepţi, împotriva stăpânitorilor vicioşi, împotriva femeilor stricate de la Curte, s-a luptat şi împotriva unei împărătese pe nume Eudoxia. S-a luptat în sfârşit împotriva clericilor vicioşi. Dacă poporul îl adora, preoţii însă nu-l iubeau. Cinci sute de preoţi avea arhiepiscopia; câţi au rămas alături de el? Doar cinci! În fiecare zi şi noapte le amintea: Păziţi şi îngrijiţi-vă turma şi „în dar aţi luat, în dar să daţi” (Matei 10, 8). Aşadar toţi aceştia (preoţi, episcopi, femeiuşti, lacomi şi răpitori) s-au adunat şi l-au dat jos de pe tron. L-au exilat la 700 de kilometri depărtare şi acolo şi-a dat duhul. Ultimele sale cuvinte au fost: „Slavă lui Dumnezeu pentru toate”. Acesta a fost Sfântul Ioan Gură de Aur, păstorul cel bun care şi-a pus viaţa sa pentru oi.



Am terminat. V-am explicat Evanghelia. Staul este Biserica noastră, turmă sfântă şi păzită. Oi alese ale turmei lui Hristos sunteţi voi. Păstori sunt preoţii şi episcopii – fericiţi am fi ca toţi să fie ca Sfântul Ioan Gură de Aur şi ca Sfântul Vasile. Iar „lupi grei” sunt ereticii, iehoviştii şi ceilalţi. Departe, copiii mei, departe de aceştia! Niciunul, nicio sămânţă să nu existe în societatea voastră. Să nu fie rătăcit nimeni. Oaia care pleacă din staul este mâncată de lup; iar creştinul care se îndepărtează de Biserică va fi mâncat de lupii ce se prezintă sub diferite forme!
Fraţii mei, rămâneţi credincioşi lui Dumnezeu, credincioşi tradiţiilor, credincioşi patriei! Numai aşa binecuvântarea Sfântului Ioan Gură de Aur va fi cu noi cu toţi. Amin.

+ Episcopul Augustin

(Omilia Mitropolitului Augustin de Florina, în Sfânta Biserică a Sfântului Ioan Gură de Aur, Comanos-Eordaia, joi, 13.11.1975)

(traducere: Frăţia Ortodoxă Misionară „Sfinţii Trei Noi Ierarhi”)

Η ΠΙΣΤΗ ΝΙΚΑ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Νοέ 1st, 2010 | filed Filed under: Român (ROYMANIKA), ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Ζ΄ Λουκᾶ

(Λουκ. 8,41-56)

Η ΠΙΣΤΗ ΝΙΚΑ

«Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε… Μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε» (Λουκ. 8,48,50)

ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ ιστΧωρὶς Θεό, ἀγαπητοί μου, δὲ ζῇ ὁ ἄνθρω­πος. Καὶ γι᾽ αὐτὸ δὲν ὑπάρχει ἔθνος καὶ λαὸς ποὺ νὰ μὴ πιστεύῃ στὸ Θεό.

Ὑπάρχουν πολλὲς θρησκεῖες. Ἀλλ᾽ ἐὰν μὲ ρωτήσετε, ποιά ἀπ᾽ ὅλες εἶνε ἡ ἀληθινή, ποιά ἀνταποκρίνεται στὶς πνευματικὲς ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου, ἀπαντῶ· ἡ θρησκεία ποὺ ἔχου­με ἐ­μεῖς, ἡ Ὀρ­θόδοξος Ἐκκλησία. Καὶ εἶνε ἡ μόνη ἀληθινή, γιατὶ αὐτὸς ποὺ τὴν ἵδρυσε δὲν εἶνε ἕνας ἄν­θρωπος ἁπλῶς, ὅπως ὁ Μωάμεθ ποὺ ἵδρυσε τὴ θρησκεία τῶν Τούρκων ἢ ὅ­πως ὁ Βούδδας ποὺ ἵδρυσε τὴ θρησκεία τῶν Ἰνδῶν, δὲν εἶνε ἕ­νας φιλόσοφος ἢ ἄλλος μεγάλος ἄνδρας τῆς ἱστορίας. Ὁ Χριστός, ποὺ ἵ­δρυσε τὴν ἁγία μας Ἐκκλησία, εἶνε Θεός. Αὐ­τὴ εἶνε ἡ ῥίζα καὶ τὸ θεμέλιο τοῦ Χριστιανισμοῦ. Γι᾽ αὐ­τὸ καμμία δύναμι στὸν κόσμο δὲ θὰ μπορέ­σῃ ποτὲ νὰ γκρεμίσῃ τὴν Ἐκκλησία. Ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός. Κι ἂν ἐμεῖς τὸ ἀρνηθοῦ­με, καὶ οἱ πέτρες ποὺ πατοῦμε θὰ φωνάξουν ὅτι «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός· ἀμήν» (Φιλ. 2,11 καὶ θ. Λειτ.).

Θὰ πῇς· Μὰ ἐγὼ σήμε­ρα θέλω ἀποδείξεις. Ὑ­πάρχουν ἀποδείξεις ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός;

Ὑπάρχουν πλῆθος ἀποδείξεις. Καὶ πρὶν ἀπ᾽ ὅλα τὰ θαύματά του, ποὺ ποτέ δὲν σταμάτησαν. Μετρᾷς τὴν ἄμμο τῆς θαλάσσης, τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, τὰ φύλλα τῶν δασῶν; Ἄλλο τό­σο μπορεῖ κανεὶς νὰ μετρήσῃ τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.

Δύο θαύματα διηγεῖται τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Τὸ ἕνα εἶνε μεγαλύτερο, τὸ ἄλλο μικρό­τερο. Ποιά εἶνε αὐτά;

* * *

Ὁ Χριστὸς πῆγε σὲ μιὰ πόλι. Μόλις τό ᾽μα­θε ὁ κόσμος, αὐθορμήτως σχημάτισε δια­δήλωσι· λαὸς πολὺς βγῆκε νὰ τὸν ὑποδε­χθῇ. Καθὼς περπατοῦσε ὁ Χριστός, ἦρθε ἕ­νας, ἔ­πεσε μπρούμυτα μπροστά του καὶ μὲ δά­κρυα στὰ μάτια τὸν παρακαλοῦσε. Δὲν ἦ­ταν φτω­χὸς ζητιάνος· ἦταν ὁ ἀρχισυνάγωγος Ἰάειρος. Ἦ­ταν πλούσιος, ἀλλὰ δυστυχισμένος. Μὲ τὰ λε­φτά, βλέπετε, ἀ­γοράζεις τὰ πάντα, ἕνα δὲν ἀ­γοράζεις· τὴν εὐ­τυχία. Καὶ αὐτὸς ἦ­ταν δυστυ­χισμένος, διότι μέσ᾽ στὸ σπίτι του συνέβη κακό. Τὸ μονάκριβο κορίτσι του ἀρρώ­στησε, ἔπεσε στὸ κρεβάτι· καί, μολονότι ξώδε­ψε πολλὰ γιὰ νὰ τὸ θεραπεύσῃ, δὲν κατώρ­θωσε τίποτε. Ἀ­πὸ ὥρα σὲ ὥρα τὸ κορίτσι πέθαινε. Ἀπελπισμένος βγῆκε στοὺς δρόμους. Πῆγε στὸ Χριστὸ καὶ τοῦ ζήτησε νὰ ἔρθῃ στὸ σπίτι του. Ὁ Χριστὸς δέχθηκε. Ἀλλ᾽ ἐν­ῷ προχωροῦσαν γιὰ τὸ σπίτι, ἔρχεται ἀπὸ ᾽κεῖ ἕνας ὑπηρέτης τοῦ Ἰαείρου καὶ τοῦ λέει· Τὸ κορίτσι σου πέθανε, μὴν ἐνοχλεῖς πιὰ τὸν διδάσκαλο. Ὁ Χριστός, ποὺ τ᾽ ἄκουσε, στρέφεται στὸν πατέρα καὶ λέει· Μὴ φοβᾶσαι· μόνο πίστευε, καὶ θὰ σωθῇ.

Ἔτσι ἔφθασαν ἔξω ἀπ᾽ τὸ σπίτι. Μέσα τὸ κορίτσι ἦταν πλέον νεκρό. Φίλοι, συγγενεῖς, γείτονες εἶχαν μαζευτῆ καὶ ἔκλαιγαν. Ὁ Χριστὸς εἶπε· «Μὴν κλαῖτε· δὲν πέθανε, ἀλ­λὰ κοι­μᾶται» (Λουκ. 8,52). Ἄρχισαν νὰ τὸν περιγελοῦν· ὅπως καὶ τώρα κοροϊδεύουν κά­θε παπᾶ – δεσπότη – ἱεροκήρυκα ἅμα λέῃ τὰ σωστά. Ἡ κοινωνία παραμένει ἴδια πάντα. Κορόιδευαν τὸ Χριστό· Ἄκου λέει «κοιμᾶται»! Ἀφοῦ τὸ κορί­τσι εἶνε νεκρό, τί ἦρθε αὐτὸς ἐδῶ νὰ μᾶς πῇ;… Ἤξερε ὅμως ὁ Χριστὸς τί ἔλεγε.

Ὅπως εἶπε καὶ κάποιος ἅγιος διδάσκαλος, ὁ ὕπνος, ποὺ κοιμούμεθα κάθε μέρα, εἶνε ἕ­νας μικρὸς θάνατος, καὶ ὁ θάνατος ἕνας μεγάλος ὕπνος. Κάθε βράδυ ποὺ κοιμούμεθα πεθαίνουμε. Ἂν τὸ σκεφθοῦμε καλὰ – καλά, κανείς δὲ θὰ κοιμηθῇ. Ἕνα μυστήριο εἶνε κι ὁ ὕπνος· δὲ μποροῦν νὰ τὸ ἐξηγήσουν καὶ μεγάλοι ἐπιστήμονες. Κοιμᾶται ὁ ἄνθρωπος καὶ ἐν μέρει νεκρώνεται. Δὲ βλέπει, δὲν ἀκούει – ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ὄνειρα ποὺ φανερώνουν ὅτι ἔ­χει μεταφυσικὴ προέλευσι, πέραν τοῦ κόσμου τούτου. Κοιμᾶται ὁ ἄνθρωπος, νεκρὸς εἶνε· τὸ πρωὶ γίνεται ἀνάστασις. Ὅπως λοιπὸν αὐ­τὸς ποὺ κοιμᾶται θὰ ξυπνήσῃ, ἔτσι κι αὐτοὺς πού ᾽νε μέσ᾽ στὰ μνήματα ―αὐτὴ εἶνε ἡ πίστις μας― θὰ τοὺς σηκώσῃ ἡ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Χριστὸς τοὺς ἔβγαλε ὅλους ἔξω, ἔπιασε τὸ χέρι τῆς νεκρᾶς καὶ φώναξε· Παιδί μου, σή­κω. Καὶ ἀμέσως τὸ νεκρὸ κορίτσι σηκώθηκε ὄρθιο. Μὲ ὅση εὐκολία ἡ μάνα ξυπνάει τὸ παιδί, ἔτσι ὁ Χριστὸς ἀνέστησε τὸ νεκρὸ κορίτσι. Ἦταν ἕνα θαῦμα, ποὺ τὸ εἶδαν καὶ θαύμασαν ὅλοι. Μὲ τὸ θαῦμα αὐτὸ ὁ Χριστὸς ἀπέδειξε ὅτι εἶνε Θεός, Κύριος ζώντων καὶ νεκρῶν.

Ἀλλ᾽ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ θαῦμα αὐτὸ τὸ μεγάλο, ἔκανε κ᾽ ἕνα ἄλλο μικρότερο. Στὴν πόλι ἐκείνη ζοῦσε μιὰ γυναίκα δυστυχισμένη. Ἦταν ἄρ­ρωστη δώδεκα χρόνια. Ἔπασχε ἀπὸ γυναι­κεία πάθησι· εἶχε αἱμορραγία, ποὺ τὴν εἶχε στραγγίσει, τὴν εἶχε ἀφήσει πετσὶ καὶ κόκκαλο. Πῆγε σὲ γιατρούς, ξώδεψε μιὰ περιουσία, πῆ­ρε βότανα καὶ φάρμακα, ὅλα τὰ χρησιμοποίησε, μὰ τίποτα. Ἀπελπισμένη περίμενε τὸ θάνατο. Τώρα ὅμως, ὅταν ἄκουσε ὅτι ἦρθε ὁ Χρι­στός, ξεκίνησε νὰ πάῃ νὰ τὸν συναντήσῃ μὲ τὴν πεποίθησι «Αὐτὸς θὰ μὲ κάνῃ καλά!». Δυσκολεύτηκε νὰ βρεθῇ κοντά του ἀπὸ τὸν πολὺ κόσμο· μῆλο νά ᾽ρριχνες δὲν ἔπεφτε κάτω. Μὲ μεγάλο ἀγῶνα κατώρθωσε νὰ πλησιάσῃ ἀπὸ πίσω τὸ Χριστὸ καὶ ν᾽ ἀγγίξη τὴν ἄκρη τοῦ φορέματός του! Καὶ πράγματι, μόλις τὸ ἄγγιξε ―ἂς μὴ πιστεύουν οἱ ἄπιστοι, ἐμεῖς πιστεύουμε―, ἀμέσως ἔγινε καλά· ἡ αἱμορραγία σταμάτησε.

Τὸ θαῦμα αὐτὸ δὲν τό ᾽ξερε κανένας· μόνο αὐτὴ κι ὁ Χριστός. Γιατὶ ὑπάρχουν καὶ κρυφὰ θαύματα στὴ ζωή μας, κι αὐτὰ ἴσως εἶνε τὰ πιὸ πολλά. Ὁ Χριστὸς ρωτάει· ―Ποιός μὲ ἄγ­γιξε; Ὁ Πέτρος λέει· ―Μά, Κύριε, ὁ κόσμος ὅλος σὲ ἀγγίζει καὶ σὲ πιέζει, καὶ ρωτᾷς ποιός σὲ ἄγγιξε; ―Ὄχι, λέει ὁ Χριστός, κάποιος μ᾽ ἄγγιξε· ἕνα ἄλλο ἄγγιγμα ἦταν αὐτό, ἐγὼ ἔ­νιωσα ὅτι βγῆκε δύναμις ἀπὸ μένα. Τότε ἡ γυναίκα, τρέμοντας, ἀναγκάστηκε νὰ παρουσι­αστῇ. Ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ εἶπε μπροστὰ σὲ ὅλους· ―Χριστέ, συχώρεσέ με· ἐγὼ εἶμαι ἡ ἁμαρτωλὴ ποὺ τόλμησα ν᾽ ἀγγίξω μὲ τὰ δάχτυλά μου τὸ χιτῶνα σου· ἔπασχα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀσθένεια, καὶ τώρα ἔγινα καλά. Κι ὁ Χριστὸς τῆς εἶπε· ―«Θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην»· ἔχε θάρρος, κόρη μου, ἡ πίστι σου σὲ ἔσωσε, βάδιζε ἥσυχη τὸ δρόμο σου (ἔ.ἀ. 8,48).

* * *

Αὐτά, ἀγαπητοί μου, διηγεῖται τὸ εὐαγγέλιο σήμερα, ποὺ πιστοποιοῦν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός. Παρατηροῦμε ὅτι καὶ οἱ δύο, καὶ ὁ Ἰάει­ρος καὶ ἡ αἱμορροοῦσα, πίστευαν. Ἀπαραίτητη δηλαδὴ προϋπόθεσις τοῦ θαύματος εἶνε ἡ πίστις· γιὰ νὰ γίνῃ θαῦμα, χρειάζεται πίστις.

Ὁ Χριστὸς εἶνε καὶ σήμερα ὁ ἴδιος ποὺ ἦ­ταν ὅταν ζοῦ­σε ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ὁ ἴδιος θὰ μεί­νῃ «εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13,8). Ὅπως τότε ἔ­κανε τὰ θαύματα ποὺ ἀ­κούσαμε, ἔτσι καὶ σήμερα κάνει. Ἀλλὰ γιὰ νὰ γίνουν θαύματα πρέπει νὰ πιστεύουμε. Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· ἐμεῖς πιστεύουμε, ἔχουμε αὐτὴ τὴν πίστι;

Ἡ πίστις δὲν εἶνε κάτι κρυφό. Εἶ­νε ὅπως ὁ ἔ­ρωτας. Ἕνας ποὺ ἀγαπάει ἕνα κο­ρίτσι τὸ δεί­χνει· μὲ βλέμματα, μὲ γράμματα, μὲ αἰσθήματα. Ἔτσι καὶ ἡ πίστις. Πιστεύεις; θὰ τὸ φανερώσῃς. Κάθε δέν­τρο τὸ καταλαβαίνουμε ἀπὸ τὸν καρ­πό (Λουκ. 6,43)· καὶ τὸ δέντρο τῆς πίστεως παράγει καρποὺς στὴν καθημερινὴ ζωή.

Σήμερα ἡ πίστις μένει κρυμμένη, δὲν ἐκδηλώνεται ὅπως ἄλλοτε. Οἱ πρόγονοί μας, π.χ. στὴ Μικρὰ Ἀσία καὶ στὸν Πόντο, πίστευαν. Ὅ­ποιος πήγαινε τότε ἐκεῖ, ἔβλεπε ζωντανὴ πίστι. Βλαστήμια δὲν ἀκουγόταν. Διαζύγιο δὲν ὑπῆρχε. Οἱ οἰκογένειες ἔφερναν παιδιὰ στὸν κόσμο. Νήστευαν Τετάρτη, Παρασκευή, σα­ρακοστές. Ἂν ἔβγαζαν 100 δραχμές, κρατοῦ­σαν 10 καὶ τὶς 90 τὶς ἔδιναν νὰ χτιστοῦν ἐκ­κλησίες καὶ σχολεῖα. Ὅταν χτυποῦσε ἡ καμ­πάνα ―ἢ καὶ χωρὶς καμπάνα, γιατὶ δὲν ἄφηνε ὁ Τοῦρκος― πήγαιναν ὅλοι στὴν ἐκκλησία. Κι ὅταν θυμιάτιζε ὁ παπᾶς ἢ περνοῦσαν τὰ ἅγια καὶ τὸ Εὐαγγέλιο, δάκρυζαν. Εἴδατε σήμερα κανένα δάκρυ; Ἄλλος χασμουριέται, ἄλλος ξύνεται, ἄλλος κοιτάζει τὸ ρολόι του. Ἁμαρτά­νουμε ἔξω· νὰ ἁμαρτάνουμε καὶ μέσα στὴν ἐκ­κλησία; Προτιμότερο νὰ κλείσουν οἱ ἐκκλησίες. Ποῦ καταντήσαμε τώρα! Νὰ προχωρήσω, νὰ ἐλέγξω, νὰ παρουσιάσω τὴν ἀθλιότητα ποὺ ἔχουμε σήμερα; Ἂς μὴ γίνω πικρός…

Ἐλεύθερος εἶνε ὁ καθένας νὰ μὴν πιστεύῃ. Ἀλλὰ θὰ ἔρθῃ ἡ ὥρα τῆς τιμωρίας. Διότι «Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται» (Γαλ. 6,7). Δὲν εἶνε παραμύθι ἡ θρησκεία μας· εἶνε ζωντανή. Ἐὰν εἶνε ψέμα, νὰ πᾶμε μὲ τοὺς ἀθέους καὶ νὰ καταστρέψου­με τὴν Ἐκκλησία, γιὰ νὰ μὴ ζοῦμε μ᾽ ἕνα ψέμα. Ἐὰν ὅμως εἶνε ἀλήθεια ―καὶ εἶνε ἀλήθεια―, ἀπευθύνομαι σ᾽ ἐσᾶς καὶ λέω· Κι ἂν ἄλλοι ἀρ­νηθοῦν τὸ Χριστὸ καὶ χειροκροτήσουν ἀπίστους καὶ ἀθέους, ἐσεῖς μείνετε πιστοὶ καὶ ἀ­φωσιωμένοι σ᾽ αὐτόν· νὰ λατρεύετε πάντα τὸ Χριστό· «ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑ­περυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας»· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Oμιλία Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου εις τον ιερο ναό Ἁγίου Βασιλείου, Φιλώτα – Ἀμυνταίου)

_____________________

ΡΟΥΜΑΝΙΚΑ

________________________

PREDICA MITROPOLITULUI AUGUSTIN  DE FLORINA  LA DUMINICA A 24-A DUPĂ RUSALII

CE ESTE CREDINŢA?

„Credinţa ta te-a mântuit…”

„Doar crede şi se va mântui”

(Luca 8, 48, 50)

Aţi auzit Evanghelia. Ne istoriseşte două minuni. Una, vindecarea femeii cu scurgere de sânge, mai mică; alta, învierea copilei moarte, este foarte mare. Acestea le zice Evanghelia. Şi vreau să luăm aminte la un lucru. Dacă femeia bolnavă s-a vindecat şi dacă fetiţa a înviat din morţi, aceste două minuni au avut loc pentru că la mijloc a fost credinţa. Femeii pe care a vindecat-o, Hristos i-a spus: „Credinţa ta te-a mântuit”. Şi tatălui fetiţei i-a spus: „Nu te teme; doar crede, şi se va mântui” (versetele 48 şi 50). Hristos pune credinţa ca pe o condiţie a minunilor. Aceasta ne arată cât de mare lucru este credinţa. Şi dacă deschideţi Evanghelia şi întreaga Sfântă Scriptură veţi vedea că este foarte des întâlnit cuvântul „credinţă”. Dar veţi întreba: ce este această credinţă?

Ce este credinţa! Sunt unele lucruri, fraţii mei, pe care le simţim, dar nu putem să le exprimăm. Simţi, de pildă, că există aer, vezi că el clatină frunzele; dar cine a văzut aerul? Simţi electricitatea, atingi o sârmă şi te scutură, dar foarte bine nici ştiinţa nu poate să explice ce este electricitatea. Stai pe pământ şi simţi cutremurul, dar cauzele cele mai profunde ale cutremurului n-a putut nimeni să le identifice. Lumea aceasta are taine. Una din marile taine este şi credinţa. Ce este credinţa? Este curent, aer, electricitate, cutremur? Este ceva mult superior.

Ce este credinţa! Dacă vrei să simţi credinţa, ascultă ce spune Biserica noastră la Heruvic: „Toată grija cea lumească să o lepădăm…”. Vrei să simţi ce este credinţa, să vezi lumina cea cerească? Izgoneşte din mintea ta orice gând pământesc. Din mintea ta fă-ţi aripi şi zboară. Zboară dincolo de lună, dincolo de soare, dincolo de stele, dincolo de galaxii. Dar oricât vei zbura, undeva te vei opri. Acolo deci unde se opresc rachetele, astronomia, ştiinţa, logica, acolo, atunci, este nevoie de altfel de aripi – aripile credinţei. Credinţa vine şi te ia şi te înalţă sus, foarte sus, şi acolo auzi: „Osana întru cei de sus…”, asculţi cântările îngerilor şi ale arhanghelilor precum Sfântul Spiridon, vezi un tron deasupra căruia şade însuşi Dumnezeu. Aceasta este credinţa, îţi arată lucruri, pe care nici cu ochiul, nici cu microscopul, nici cu alte mijloace ştiinţifice nu poţi să le vezi.

Prin credinţă omul îşi dă seama că în afară de această lume materială există şi o altă lume, nu sensibilă, ci suprafirească, nevăzută, duhovnicească, o lume superioară, lumea duhurilor netrupeşti şi nemuritoare. Îşi dă seama că există Dumnezeu, „Creatorul celor văzute şi celor nevăzute”.

Prin credinţă omul simte şi că există un Părinte iubitor. O vrăbiuţă – zice Evanghelia – o furnică, o frunză din copac nu cade jos pe pământ fără voia Sa. „La voi însă şi perii capului toţi sunt număraţi” (Matei 10, 29-30). Ce vrea să spună asta? Toate detaliile vieţii noastre Domnul le cunoaşte.

Prin credinţă acceptăm că Dumnezeu este un soare, o „Dumnezeire în trei Sori”, trei sori, dar un singur soare: Tatăl, Fiul şi Sfântul Duh. „Slavă sfintei şi celei de-o fiinţă şi de viaţă făcătoare şi nedespărţitei Treimi”. „Binecuvântată este Împărăţia Tatălui şi a Fiului şi a Sfântului Duh…”. Ce măreţii sunt acestea!

Prin credinţă de asemenea mărturisim că a doua Persoană a Sfintei Treimi, Domnul nostru Iisus Hristos, s-a coborât din cer aici, pe pământ. Nu doar ca om, ci ca Dumnezeu-Om. S-a botezat în Iordan, a fost străpuns de spini, de piroane şi de răutatea lumii.

Prin credinţă – înainte de toate – mărturisim că pe Golgota s-a jertfit Fiul Fecioarei şi Şi-a vărsat Neprihănitul Său Sânge şi acest Sânge a devenit baie în care se curăţeşte şi cel mai păcătos suflet. „Sângele lui Iisus Hristos… ne curăţeşte pe noi de tot păcatul” (I Ioan 1, 7).

În sfârşit, prin credinţă mărturisim că Hristos a înviat întru slavă, S-a înălţat la ceruri şi că va veni iarăşi într-o zi „să judece viii şi morţii” (Simbolul de Credinţă).

Acestea sunt temeliile, rădăcinile sfintei noastre credinţe. Este suficient însă doar să credem? Acestea – îţi spune unul – le accept; nu sunt ateu, mason, iehovist; eu cred… Nu este suficient doar să zicem „cred”. Cuvântul „cred” să-l arătăm continuu în viaţă, să-l traducem prin fapte de iubire.

Crezi în Sfânta Treime? O spui cu gura. Prin viaţa ta însă arăţi că adori alte zeităţi „ale veacului acestuia”, care sunt profitul, mammona, plăcerile, idolii lumii, însuşi satana (II Corinteni 4, 4).

Crezi în purtarea de grijă a lui Dumnezeu faţă de toate? De ce deci te întristezi? De ce deznădăjduieşti? De ce te temi? Dumnezeu, care hrăneşte păsările, te va hrăni şi pe tine. „Bogaţii au sărăcit şi au flămânzit, iar cei ce-L caută pe Domnul nu se vor lipsi de tot binele” (Psalmul 33, 11).Crezi că Hristos a înviat din morţi şi a biruit moartea? Atunci de ce te întristezi şi plângi? De ce faci ca şi închinătorii la idoli „care nu au nădejdea” Învierii? (I Tesaloniceni 4, 13).

Crezi că Dumnezeu este iubire? Atunci tu de ce ţii mânie şi ură? Crezi că Dumnezeu iartă pe cel păcătos? Aşadar, de ce şi tu nu ierţi pe vecinul sau pe fratele tău?

Crezi că Hristos este deasupra tuturor? Atunci de Îl dispreţuieşti, de ce Îl înjuri ?

Din păcate, nu există credinţă lucrătoare.

***

Iubiţii mei! În aceşti ani blestemaţi în care trăim, în care diavolul şi-a pus toate puterile ca să dezrădăcineze din inimi credinţa, să fim cu multă luare aminte.

Pentru ca omul să se mântuiască are nevoie de credinţă. Credinţa în Dumnezeu, credinţa în Hristos, credinţă în cele pe care le învaţă Biserica noastră. Dar nu suntem ca protestanţii. Nu. Aceştia strigă doar „credinţă”. Noi, ortodocşii, spunem: Credem, dar lângă credinţă avem şi faptele iubirii. „Credinţă lucrătoare prin iubire” (Galateni 5, 6). Nu suntem nici protestanţi, nici catolici, şi nici iehovişti, nici masoni, nici atei. Noi spunem că credinţa mântuieşte. Care credinţă însă? Credinţa care este dublată de fapte (vezi Iacov 2, 14-26). Un copac îl cunoşti după fruct; lămâiul se cunoaşte după lămâie, mărul – după mere, măslinul – după măsline; şi creştinul se va arăta din faptele lui. Iar puiul de pasăre, pentru a zbura, trebuie să aibă puternice ambele lui aripioare. Dacă vânătorul îi loveşte o aripioară, sărmanul pui cade jos. Cu o aripioară încearcă, se loveşte jos de pământ, dar nu poate să zboare. Aşa face şi diavolul, ne loveşte cu gloanţele lui când într-o aripă, când în alta, când în credinţă, când în fapte, când în Ortodoxie, când în ortopraxie, şi nu putem să zburăm la cele cereşti. Să luăm aminte să avem credinţă ortodoxă şi fapte de virtute.

Vine ceasul – aproape este – în care va cădea ciurul deasupra pământului. Toate câte le zice Apocalipsa se vor împlini. Ne va cerne diavolul ca pe ucenicii lui Hristos în noaptea Marii Joi. Spuneau: „Noi vom fi alături de Tine”. Şi Hristos i-a spus lui Petru: În seara aceasta diavolul vă va cerne. „Iată satana a cerut să vă cearnă ca pe grâu…” (Luca 22, 31). Cu site mici ne-a cernut până astăzi; dar va veni sita cea mai mare. Şi atunci, fraţii mei, din miile de creştini, ascultaţi? – Aceste lucruri le spun cărţile lui Dumnezeu, Biblia (vezi Matei 7, 14; 22, 14; Luca 12, 32; 13, 23; 18, 8; Apocalipsa 3, 11; 16, 9-11,21) – Din miile de creştini dacă va rămâne unul credincios lui Hristos! 999 nu vor mai crede în nimic. Vor blasfemia, vor face ca şi câinii turbaţi care nu-şi mai recunosc stăpânul.

Dar noi, şi unul dacă am rămâne, să rămână. Şi unul dacă rămâi în societate, să rămâi. Unul va birui, cel care crede în Hristos. Şi să ne învrednicească Dumnezeu să murim cu credinţa ortodoxă şi cu fapte de pocăinţă. Şi când va veni cel din urmă ceas al vieţii noastre, să spunem: „Pomeneşte-mă, Doamne, când vei veni întru Împărăţia Ta” (Luca 23, 42). Amin.

«Ω γενεα απιστος και διεστραμμενη!»

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Οκτ 27th, 2010 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Ι΄ Ματθαίου (Ματθ. 17,14-23)

«Ω γενεα απιστος και διεστραμμενη!»

«Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ᾽ ὑμῶν;…» (Ματθ. 17,17)

cf83ceb5cebb-7-cf80a1-185x300ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΣ κάποιος τὰ λόγια αὐτὰ ἴσως πῇ· Τί ἱεροκήρυκας εἶσαι σύ; πῶς μιλᾷς ἔ­τσι; τί θὰ πῇ «γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη»…; Ἡ­συχάστε, ἀγαπητοί μου. Δὲν τὰ λέω ἐ­γὼ αὐ­τά. Τὰ λέει τὸ σημερινὸ εὐ­αγγέ­λιο. Δὲν τ᾽ ἀκούσατε; Τὰ ἐπαναλαμβάνω· «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη!…». Ὁ Χριστὸς τὰ λέει αὐτά. Μὰ γιατί ὁμιλεῖ τόσο σκληρά; Ἐμεῖς, θὰ πῆτε, ξέρουμε, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶ­νε πρᾶος, ὁμιλεῖ γλυκά· πῶς αὐτὴ τὴ φορὰ τὰ λόγια του εἶνε βροντὴ καὶ ἀστραπὴ καὶ κεραυ­νός;… Μὴ ταράζεσθε. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς εἶνε. Κι ὅταν λέῃ τὰ γλυκά του λόγια, ποὺ γλυ­κύτερα δὲν ἀκούστηκαν στὸν κόσμο, κι ὅ­ταν ἐλέγχῃ, καὶ πάλι ὁ ἴδιος εἶνε. Διότι ὁ Χριστὸς εἶνε πατέρας. Τί κάνει ὁ πατέρας ποὺ ἀ­γαπάει τὸ παιδί του; Τὸ συμβουλεύει μιά, τὸ συμβουλεύει δυὸ φορές· ἀλλ’ ὅταν βλέπῃ ὅτι τὸ παιδὶ δὲν ἀκούει, τότε ὑψώνει τὴ φωνή, τὸ μαλώνει καὶ τὸ τιμωρεῖ. Καὶ πρέπει νὰ τὸ τιμω­ρήσῃ. Διότι ὅποιος δὲν ἐλέγχει καὶ δὲν τιμωρεῖ τὸ παιδί του, λέει ἡ Γραφή, δὲν τὸ ἀγα­πᾷ (βλ. Παρ. 13,24). Χρειάζεται ἐπιείκεια, ἀλλὰ σὲ ὡρισμένες περιπτώσεις χρειάζεται καὶ αὐστη­ρό­της. Τὸ ἴδιο κάνει καὶ ὁ γιατρός· ὅταν δῇ ὅτι ἡ ἀσθένεια προχώρησε, χρησιμοποιεῖ μαχαίρι! Ἔτσι καὶ ὁ Χριστός, ποὺ εἶνε ὁ κατ’ ἐ­ξοχὴν ἰατρός, χρησιμοποιεῖ ὀξεῖα γλῶσσα. Για­τὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος διαφθαρῇ ψυχικῶς, τότε χρειάζεται ἔλεγχος. Καὶ ὁ Χριστὸς ἐδῶ ἐλέγχει καὶ λέει «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη!…».

* * *

Ἂς ἐξετάσουμε, ἀγαπητοί μου, σὲ ποιούς τὰ λέει τὰ λόγια αὐτά;
Τὰ λέει πρῶτα – πρῶτα γιὰ τοὺς Ἰουδαίους. Τί ἦταν οἱ Ἰουδαῖοι; Ὁ περιούσιος λαὸς τῆς παλαιᾶς διαθήκης. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἕνας λαὸς ποὺ ἰδιαιτέρως ἀγάπησε ὁ Θεός, αὐτὸς ἦταν ὁ Ἰ­ουδαϊκός. Τὸ πᾶν ἔκανε γι’ αὐτόν. Ἦταν σκλά­βοι τετρακόσα χρόνια κάτω ἀπὸ τὴν τυραννία τῶν φαραώ· ποιός τοὺς ἐλευθέρωσε; Ὁ Θεός. Πῶς τοὺς ἐλευθέρωσε; Διὰ μέσου τοῦ Μωυσέως. Πείνασαν μέσα στὴν ἔρημο· ποιός τοὺς ἔθρεψε; Ὁ Θεός· τοὺς ἔστειλε τροφὴ γλυκύτατη, τὸ μάν­να. Δίψασαν στὴν ἐρημιά· ποιός τοὺς ἐπότισε; Ὁ Θεὸς πάλι· δι­έταξε τὸ Μωυσῆ νὰ χτυπήσῃ μὲ τὸ ῥαβδί του, καὶ μέσα ἀπὸ τὸν ξηρὸ βράχο βγῆκε ποτάμι, Ἁλιάκμων ὁλόκληρος, ποὺ τοὺς δρόσισε. Ποιός τοὺς φώ­τιζε τὴ νύχτα μέσ᾽ στὸ σκοτάδι; Ὁ Θεός. Ποιός τοὺς ἔσωσε ἀπὸ τὰ φίδια τὰ φαρμακερά; Ὁ Θεός. Ὅλα ὁ Θεὸς τὰ ἔκανε. Ἐν τούτοις αὐτοὶ στάθηκαν ἀγνώμονες καὶ ἀχάριστοι. Πρὸ παντὸς ὅμως ἀγνώμονες καὶ ἀχάριστοι φάνηκαν ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς κα­τέβηκε στὸν κόσμο κ’ ἔγινε ἄνθρωπος, καὶ περπάτησε πάνω στὴ γῆ, κ’ ἔκανε θαύματα, ἀν­αρίθμητα θαύ­ματα, καὶ δίδαξε τὴν ὑπέροχη διδασκαλία του, καὶ θεράπευσε τοὺς ἀρρώ­στους (ἔκανε τυφλοὺς ν’ ἀνοίξουν τὰ μάτια τους, κουφοὺς νὰ ἀκούσουν, παραλύτους νὰ θεραπευθοῦν), ἀ­κόμη καὶ νεκροὺς ἀνέστησε. Τότε οἱ Ἑβραῖοι τί ἔκαναν; Μίσησαν τὸ Χριστό, τὸν βλαστήμη­σαν, τὸν κατεδίωξαν, τὸν σταύρωσαν.
«Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη…». Γι᾽ αὐτοὺς τὰ εἶπε. Ἀλλὰ τὰ λόγια αὐτά, ποὺ εἶ­πε ὁ Χριστὸς γιὰ τὴ γενεὰ ἐκείνη τῶν Ἰουδαίων, ἰσχύουν καὶ γιὰ μᾶς τοὺς Ἕλληνες. Ἰ­σχύουν καὶ γιὰ μᾶς, διότι ὕστερα ἀπὸ τοὺς Ἰ­ουδαίους τὸ Ἑλληνικὸ ἔθνος ἔγινε κατὰ κάποιο τρόπο ὁ δεύτερος περιούσιος λαὸς καὶ εὐεργετήθηκε ἐξαιρετικὰ ἀπὸ τὸ Θεό. Σκλαβωμένοι ἤμεθα κ’ ἐμεῖς τετρακόσα χρόνια στοὺς Τούρκους. Ποιός μᾶς ἐλευθέρωσε; Ὁ Χριστὸς ἐνέπνευσε ἀνδρεία καὶ θάρρος στὰ παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος. Μᾶς ἔσωσε ὁ Θεὸς ἀπὸ πολλοὺς κινδύνους. Ἂν ὑπάρχῃ σήμερα Ἑλ­ληνικὸ κράτος καὶ δὲν ἔχουμε σβήσει ἀπὸ τὸ γεωγραφικὸ χάρτη τοῦ κόσμου, ὁ Θεὸς τὸ ἔ­κανε αὐτὸ τὸ θαῦμα. Οἱ ἐχθροί μας (λόγου χά­ριν οἱ Γερμανοὶ τὸν καιρὸ τῆς κατοχῆς) ἔ­λεγαν· Ἂν μπορούσαμε, καὶ τὸν ἀέρα ἀκόμα θὰ ἀφαιρούσαμε, νὰ πεθάνουν ἀπὸ ἀσφυξία οἱ Ἕλληνες, νὰ μὴν ὑπάρχουν πάνω στὴ γῆ… Ὁ Κύριος μᾶς ἔσωσε. Μᾶς ἔσωσε μὲ θαύματα, πολλὰ θαύματα.
Τί ἔπρεπε τώρα νὰ κάνουμε ἐμεῖς; Μέσα στὴν πατρίδα μας δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ οὔ­τε ἕνας ἄπιστος. Ὕστερα ἀπὸ τόση διδασκαλία ποὺ ἀκούσαμε, ὕστερα τόσα θαύματα ποὺ εἴδαμε, ὕστερα ἀπὸ τόσα χειροπιαστὰ γεγονότα ποὺ ζήσαμε, ἔπρεπε στὴν Ἑλλάδα νὰ μὴ βρίσκεται οὔτε ἕνας ἄθεος. Καὶ ὅμως δὲν ἔ­μεινε πιὰ οὔτε ἕνα χωριὸ καθαρὸ ἀπὸ τὰ ζι­ζάνια τῆς ἀπιστίας. Ὡρισμένοι μᾶς τὸ λένε ἀπεριφράστως· Ἄστε τα αὐτά, παπᾶδες καὶ δεσποτάδες· αὐτὰ εἶνε παραμύθια τῆς Χαλι­μᾶς… Στὰ σχολεῖα μας διδάσκαλοι καὶ καθηγηταὶ δὲν πιστεύουν, καὶ πολλοὶ ἄλλοι θεωρούμενοι μεγάλοι στὴν κοινωνία δὲν πιστεύουν. Ἀπιστία μεγάλη παρατηρεῖται σὲ μία κατ’ ἐξοχὴν ὀρθόδοξη χριστιανικὴ χώρα, ποὺ τὰ παιδιά της εἶνε ἀπόγονοι εὐλαβῶν καὶ ἁγίων προγόνων. Ἐκεῖνοι ἄκουγαν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ στὸν Πόντο καὶ στὴ Μικρὰ Ἀσία καὶ κλαίγανε. Πῶς μετεβλήθησαν, πῶς ἄλλαξαν τὰ παιδιὰ αὐτά; πῶς ἔγιναν ἔτσι, θηρία ἄγρια, καὶ δὲν πιστεύουν πλέον τίποτα καὶ ξερρίζωσαν μέσα ἀπ’ τὶς καρδιές τους κάθε αἴσθημα ἀγάπης πρὸς τὸ Θεό; Τί συμβαίνει καὶ κατήν­τησαν ἄπιστοι;…
Καὶ σ’ ἐμᾶς λοιπόν, στὴ σημερινὴ γενεά, ἁρ­μόζει ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη…». Ἐὰν πιστεύαμε! Ἐὰν πιστεύαμε, θὰ φανερώναμε τὴν πίστι μας μὲ τὰ ἔργα μας, μὲ τὴ γλῶσσα μας, μὲ ὅλη τὴν καθημερινὴ διαγωγή μας. Ἐὰν πιστεύαμε, καν­­είς δὲν θὰ βλαστημοῦ­σε. Στὸν Πόντο περνοῦ­σαν ἑκατὸ χρόνια καὶ βλαστήμια δὲν ἀκούετο. Τώρα στὴν Ἑλ­λά­δα; Καὶ στὸ σπίτι βλαστημοῦν, καὶ στὰ σχολεῖα οἱ μαθηταὶ βλαστημοῦν, καὶ στὸ στρατὸ ἀξιωματικοὶ καὶ στρατι­ῶτες βλαστημοῦν, καὶ στὸ δρόμο οἱ γυναῖ­κες καὶ τὰ μικρὰ παιδιὰ ἀκόμα βλαστημοῦν. Οἱ πάντες βλαστημοῦν. Γίναμε γένος βλάσφη­μο. Ἐὰν πιστεύαμε στὸ Θεό, δὲν θὰ τρέχαμε στὰ δικαστήρια νὰ παλαμίζουμε μὲ τὰ βρωμερά μας χέρια τὸ Εὐαγγέλιο καὶ νὰ παίρνου­με ψεύτικους ὅρκους γιὰ νὰ καταδικάζωνται καὶ νὰ πηγαίνουν ἀθῷοι στὶς φυλακὲς καὶ οἱ ἔνοχοι νὰ ἀθῳώνωνται. Ἐὰν πιστεύαμε στὸ Θεό, δὲν θὰ εἴχαμε διαζύγια. Τὸ διαζύγιο ἄλ­λοτε ἦταν ἄγνωστο στὴν Ἑλλάδα· μόνο τὸ φτυάρι τοῦ νεκροθάφτου χώριζε τὸ ἀντρόγυ­νο. Τώρα ποιά γυναίκα μένει πιστὴ στὸν ἄν­­τρα της καὶ ποιός ἄντρας μένει πιστὸς στὴ γυ­­ναῖκα του; μοιχεία καὶ πορνεία ὑπάρχει στὸν κόσμο. Ἐὰν πιστεύαμε στὸ Θεό, δὲν θὰ ἔκλεβε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Ἐὰν πιστεύαμε στὸ Θεό, τὴν Κυριακὴ ὅταν χτυπᾷ ἡ καμπάνα θὰ κάναμε φτερὰ στὰ πόδια γιὰ νὰ βρεθοῦμε στὴν ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μας. Ποιός πάει τώρα στὴν ἐκκλησία; Ἕνα ἐλάχιστο ποσοστό. Οἱ πολλοὶ ἀπέχουν καὶ προβάλλουν διάφορες προφάσεις. Ἐὰν πιστεύαμε στὸ Θεό, θὰ εἴχαμε ἄλλη διαγωγή. Συνεπῶς σ’ ἐμᾶς ταιριάζουν τὰ λόγια αὐτά· «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη…».
Ἐγὼ θαυμάζω ἕνα πρᾶγμα· τὴ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ, πῶς μακροθυμεῖ ὁ Θεός. Τὸ εἶπε ὁ ἴδιος· «Γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ᾽ ὑμῶν»; ἕως πότε θὰ σᾶς ὑ­ποφέρω; Δὲν εἶνε ἀπορίας ἄξιο πῶς, ὕστερα ἀπὸ τέτοιες ἁμαρτίες ποὺ κάνουμε καὶ φύγαμε ἀπὸ τὸ Θεό, πῶς ἡ γῆ δὲν κάνει σεισμὸ τέτοιο ποὺ νὰ μὴν ἀφήσῃ οὔτε ἕνα σπίτι ὄρθιο;
Ἀλλὰ ἔρχεται σεισμὸς μεγάλος. Ἐξαντλεῖ­ται πλέον ἡ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ. Καὶ τὰ ποτάμια καὶ οἱ λίμνες θὰ ξεραθοῦνε, καὶ τὰ δέν­­τρα θὰ μαραθοῦνε, καὶ τὰ βουνὰ θὰ φύγουν ἀπὸ τὴ θέσι τους, καὶ τὰ ἄστρα θὰ πέσουν ἀ­πὸ τὸν οὐρανό. Τὸ λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμερα· «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη, ἕως πότε… ἀνέξομαι ὑμῶν;». Δὲν εἶνε λόγια δικά μου αὐτά, εἶνε λόγια τοῦ Χριστοῦ μας, τοῦ ἐ­σταυρωμένου καὶ Θεοῦ μας.

* * *

«Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη». Ἂς ἐξ­ετάσουμε, ἀγαπητοί μου, τὸν ἑαυτό μας, ἂς ἐ­­ρευνήσουμε τὴ ζωή μας, καὶ ἂς μετανοήσου­­με εἰλικρινῶς. Ἂς ζητήσουμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, λαὸς καὶ κλῆ­ρος. Διότι ἔρχονται ἡ­μέρες φοβερὲς καὶ τρομερές. Θὰ δοῦμε σημεῖα μεγάλα. Καὶ τὸ 666, ποὺ ἔκανε τὴν ἐμφάνισί του, δὲν εἶνε μικρὸ ση­­μεῖο· ἔρχονται ὅμως κι ἄλλα. Ἐν τούτοις ἐ­μεῖς, ἄντρες γυναῖκες παιδιά, μένουμε ἀμετανόητοι. Ποῦ ὁμιλῶ, ἀγαπητοί μου; σὲ ζῷα ὁμιλῶ; σὲ θηρία ὁμιλῶ; σὲ βουνὰ καὶ λαγκάδια ὁμι­λῶ; σὲ νεκροὺς ὁμιλῶ; Σ’ ἐσᾶς τοὺς ζων­τα­νοὺς ὁμιλῶ, ποὺ εἶστε παιδιὰ μεγάλων καὶ ἐν­δόξων προγόνων. Ἂς μετανοήσουμε λοιπόν, ἀγαπη­τοί μου, ἂς μετανοήσουμε, γιὰ νὰ μὴν ἀκουστῇ καὶ πάλι ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ᾽ ὑ­μῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;».
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ἱερό ναὸ Ἀναλήψεως Κυρίου Πελαργοῦ – Ἀμυνταίου 27-8-1989)

________________________

ΣΕΡBIKA

______________________

«О роде неверни и покварени

«О роде неверни и покварени! Докле ћу бити са вама? Докле ћу вас трпети? …» (Мат. 17,17)

Слушајући ове моје речи неко би рекао· Какав си ти проповедник? Како тако причаш? Шта значи « роде неверни и покварени»! Умирите се драги моји. Не говорим то ја. То нам говори данашње еванђеље. Нисте чули? Понављам вам· «О роде неверни и покварени! ». То нам говори Христос. Али зашто говори тако горко! Ми, рећи ћете, знамо, да је Христос кротак и да говори слатко· како су овај пут  његове речи као гром и муња… Немојте се плашити. То је Христос. И када говори слатке речи , да се слађе нису чуле на свету, и када нас опомиње опет је исти. Зато што је Христос отац. Шта ради отац који воли своје дете? Саветује га једном, саветује га два пута· ако види да дете не слуша, тада подиже свој глас и опомиње га и кажњава. И треба да га казни. Јер онај ко не опомиње своје дете, говори нам Писмо, не воли га (видите Пар. 13,24). Потребна је снисходљивост али у неким случајевима је потребна и строгоћа. Исто тако се и лекар понаша· ако види да је болест узнапредовала, користи нож! Тако и Христос, који је пре свега лекар, употребљава горак језик. Ако се човек онечисти душевно онда је потребна опомена. А Христос овде опомиње и каже « О роде неверни и покварени»!

* * *

Хајде да испитамо, драги моји, коме су те речи упућене? Прво ове речи говори за Јудеје. Ко су Јудејци? Они су изабрани народ старог завета. Ако је постојао народ који је Бог посебно волео, то је Јудејски народ. Све је учинио за њих. Били су четристо година у ропству код фараона· ко их је ослободио? Бог. Како их је ослободио? Кроз Мојсија. Гладовали су у пустињи· ко их је нахранио? Бог· им је послао најукуснију храну, ману. Били су жедни у пустињи· ко их је напојио? Бог је опет· наредио Мојсију да удари својим штапом и из суве стене да изађе река, цео Алиакмон, који их је освежио.  Ко им је ноћ осветљавао? Бог.  Ко их је спасао од отровних змија? Бог. Све је Бог учинио. Међутим  они су се унаточ томе показали као незахвални и неблагодарни. Пре свега су се показали незахвални и неблагодарни када је исти Бог сишао у свет и постао човек, и ходао је овом земљом, и учинио је чуда, небројна чуда, и поучио их своме лепом учењу, излечио им болеснике ( слепима је отворио очи, глухи су прочули а парализовани проходали), и мртве је васкрснуо. Шта су онда учинили Јевреји? Замрзили су Христа, хулили су на њега, прогањали су га, разапели га. «О роде неверни и покварени! …». То је рекао за њих. Те речи које је рекао Христос за онај род Јудеја, важе и за нас Грке. И за нас важе зато што је Грчки народ после Јудејског народа постао на неки начин други изабрани народ и дарован је веома од Бога. И ми смо били у ропству под Турцима четристо година. Ко нас је ослободио?  Христос је оплеменио са храброшћу и неустрашивошћу децу Грчке. Бог нас је спасао од многих опасности. То што данас постоји Грчка држава и што нисмо избрисани са географске карте света, Бог је то чудо учинио.  Наши непријатељи ( примера ради Немци за време окупације) су говорили· Да смо могли и ваздух бисмо им одузели да умру од гушења Грци, да не постоје на земљи… Господ нас је спасао. Спасао нас је  са многим чудима. Шта бисмо ми сада требали чинити? У нашој домовини не би требао да постоји ни један неверник. После толико поука које смо чули, после толико чуда која смо видели, после толико руком опипљивих доживљаја које смо проживели у Грчкој не би требао да се налази ни један незнабожац. Нажалост није остало ни једно село чисто од корова који се зове неверје. Неки нам то говоре недоречено· Пустите то, попови и владике· то су бајке Халимине… У нашим школама учитељи и наставници не верују. Велико неверје се уочава код нас као православне земље, чија су деца потомци побожних и светих предака. Они када би чули име Божије у Понду и у Малој Азији су плакали. Како су се променили, како су се променила та деца? Како су постали такви, као дивље звери, и не верују више ништа и искоренили су из свога срца сваки осећај љубави према Богу? Шта се догодило да смо постали неверници?…
И нама, дакле, данашњем роду, приличи реч Христова «О роде неверни и покварени…». Када бисмо веровали! Када бисмо веровали, испољавали бисмо нашу веру са нашим делима, са нашим језиком, са целокупним нашим владањем. Када бисмо веровали, нико не би псовао светиње. У Понду је пролазило и по сто година да се псовка није чула. А сада у Грчкој?  И  у кући псују, и у школи ученици псују, и у војсци официри и војници псују, на путу жене и мала деца псују. Сви псују. Постали смо хулитељи. Када бисмо веровали у Бога не бисмо трчали по судовима и прислањали своју нечисту руку на Еванђеље и не бисмо узимали лажне заклетве да се осуде и затворе недужни у затворе а кривци да се ослобађају. Да верујемо не бисмо имали толико развода. Некада су разводи били непознаница у Грчкој· само је  ашов гробаров  раздвајао супружнике. А сада која жена остаје верна своме мужу и који муж је веран својој жени?  Прељуба и курварство постоје свуда у свету. Да верујемо у Бога, не би крао један од другог. Да верујемо у Бога, Недељом када се чује звоно бацили бисмо крила на ноге да се нађемо у цркви нашег Христа. Ко сада иде у цркву?  Један мали постотак. Многи избегавају доћи и наводе разне изговоре. Да верујемо у Бога имали бисмо другачије владање. Последично и нама пристају ове речи· «О роде неверни и покварени! …».

Ја се дивим једном· дуготрпељивости Божијој, како је Бог дуготрпељив. То нам је и сам рекао· «О роде неверни и покварени! Докле ћу бити са вама? Докле ћу вас трпети? …» (Мат. 17,17). Није ли достојно дивљења, после толико грехова које чинимо и одлазимо далеко од Бога, како се не деси неки земљотрес тако да ни једна кућа не остане усправна? Него, долази велики земљотрес. Исцрпила се  дуготрпељивост Божија. Реке и језера да пресуше, и дрвеће да  свене, и планине да се помере са свога места, и звезде да падну са неба. То нам говори данашње еванђеље· «О роде неверни и покварени! Докле…. ћу вас трпети? ». Ово нису моје речи, то су речи нашег Христа, нашег разапетог Бога.

* * *

«О роде неверни и покварени». Преиспитајмо себе, драги моји, истражимо наш живот, и покајмо се искрено. Затражимо милост Божију, сви, мали и велики, народ и свештенство. Зато што долазе страшни и опаки дани. Видећемо велика знамења. А број 666 који се појавио није мали знак· долазе и остали знаци. Упркос томе ми, мушкарци, жене и деца, остајемо непокајани. Коме говорим, драги моји? Животињама говорим, зверима говорим, планинама и долинама говорим, мртвима говорим? Не. Вама живима говорим, који сте деца великих и славних предака. Покајмо се дакле, драги моји, покајмо се да се не чује опет глас Божији «О роде неверни и покварени? Докле ћу бити са вама? Докле ћу вас трпети?».

πσκοπος Αγουστνος

(Говор Митрополита Флорине о. Августина Кандиота у светом храму Вазнесења Господњег, у Пеларгу – Аминдео  27-8-1989)

Το ονομα του δαιμονιζομενου «λεγεων»

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Οκτ 12th, 2010 | filed Filed under: Cрпски језик, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ ΣΤ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 8,26-39)

Το ονομα του δαιμονιζομενου «λεγεων»

(Λουκ. 8,30)

δαιμ. Γαδαρ.ΑΚΟΥΣΑΤΕ, ἀγαπητοί μου, τὸ εὐαγγέλιο. Περιγράφει ἕνα θαῦμα· ἕνα ἀπὸ τὰ ἀναρί­θμητα θαύματα ποὺ ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κά­νῃ μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Μπορεῖς νὰ μετρήσῃς τὰ ἄ­στρα τ᾽ οὐρανοῦ, ἀλλὰ δὲν μπορεῖς νὰ μετρή­σῃς τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου μας.

Ποιό εἶνε τὸ θαῦμα. Σ᾽ ἕνα χωριὸ ποὺ λεγό­ταν Γάδαρα, στὰ ἄκρα τοῦ Ἰουδαϊκοῦ κράτους, στὰ σύνορα, ζοῦσε ἕνας ἄνθρωπος φιλό­τιμος, ἐργατικός, εἰρηνικός. Δὲν πείραζε κανένα. Ἀλ­λὰ ξα­φνι­κὰ ἄλλαξε τελείως. Τὸ πρόσωπό του ἀγρί­εψε, τὰ μάτια του πετοῦ­σαν σπίθες, τὸ στό­μα του ἔ­βγαζε ἀφρούς. Ἔ­σχιζε τὰ ροῦχα του καὶ παρουσιαζόταν γυμνός, ὅπως τὸν γέννησε ἡ μά­να του, χωρὶς νὰ ντρέπεται. Ἔτρεχε ἔξω στὰ χωράφια. Πήγαιναν καὶ τὸν ἔπιαναν οἱ συγγε­νεῖς του, τὸν ἔδεναν μὲ ἁλυσίδες, κι αὐτὸς ἔ­­σπαζε τὶς ἁλυσίδες σὰ νὰ ἦταν κλωστές· τέτοια δύναμι εἶχε. Δὲν τολμοῦσε νὰ πε­ράσῃ καν­είς ἀπὸ τὸ δρόμο του. Καὶ τὴ νύχτα δὲν πήγαινε νὰ κοιμηθῇ στὸ σπίτι· πήγαινε στὰ μνήματα καὶ κοιμόταν ἐκεῖ, μὲ τὰ κόκκαλα τὰ ξερά. Φρικτὸ θέαμα.

Τί ἦταν, τρελλός; Μακάρι νὰ ἦταν τρελλός. Ὑπάρχει κάτι ἄλλο χειρότερο ἀπὸ τὴν τρέλλα· κι αὐτὸ εἶνε ὁ δαιμονισμός. Ὅποιος δὲν πιστεύει, ἂς πάῃ στὴν Κεφα­λονιὰ νὰ δῇ ὅτι ὑ­πάρ­χουν δαιμονιζόμενοι. Κι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἦταν δαιμονιζόμενος. Εἶχε μπῆ μέσα του δαιμόνιο· γι᾽ αὐτὸ ἦταν ὁ φόβος – τρόμος ὅλων.

Τώρα ὅμως βλέπουμε αὐτὸν τὸν δαιμονιζόμενο νὰ τρέμῃ σὰν τὸ φύλλο. Γιατί; Διότι μπροστά του παρουσιάστηκε ὁ Παντοδύναμος, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Οἱ δαίμονες κα­τάλαβαν, ὅτι ἔφτασε ἡ ὥρα τῆς τιμωρίας, καὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ μὴν τοὺς τιμωρή­σῃ.

Ὁ Χριστὸς ρώτησε τὸν δαιμονιζόμενο· Ποιό εἶνε τ᾽ ὄνομά σου, ἡ ταυτότητά σου; Κ᾽ ἐκεῖ­νος τί ἀπήντησε· «λεγεών» (Λουκ. 8,30). Τί θὰ πῇ «λεγεών»; Εἶνε λέξις ῥωμαϊκή, καὶ σημαίνει στρατός, στρατιά. Ὄχι λόχος ἢ τάγμα ἢ μεραρχία, ἀλλὰ σῶμα ὁλόκληρο. Ὅπως εἶνε σήμερα τὸ σῶμα στρατοῦ, ἔτσι ἦταν τότε ἡ ῥωμα­ϊκὴ λεγεών· ἕνα στρατιωτικὸ σῶμα ποὺ ἀ­ριθμοῦσε 6.000 στρατιῶτες. Μὲ ἄλλα λόγια, πλῆθος δαιμόνια εἶχαν μπῆ μέσα στὸν ἄν­θρω­πο αὐτὸν καὶ τὸν τυραννοῦσαν·«λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν» (ἔ.ἀ.).

* * *

Τὸ ὄνομα αὐτό, ἀγαπητοί μου, τὸ ὄνομα «λε­γεών», ἁρμόζει καὶ σήμερα σὲ πολλὲς περιπτώσεις. Ἁρμόζει σὲ μεγάλους – σὲ μικρούς, σὲ ἄντρες – σὲ γυναῖκες, σὲ γέρους – σὲ νέους, σὲ διαβασμένους – σὲ ἄξεστους…

―Μὰ τί εἶν᾽ αὐτὰ ποὺ μᾶς λές; θὰ πῆτε. Ἐ­μεῖς ἔχουμε ὀνόματα χριστιανικά· Δημήτριος, Κωνσταν­τῖνος, Μιχαήλ, Βασίλειος, Νικόλαος…· ὀνόματα ποὺ τὰ πήραμε στὸ βάπτισμά μας.

Ποιό τὸ ὄφελος ὅμως; Μόνο τὸ ὄνομα ἔ­μει­νε· τὸ τσῶφλι ἔμεινε, ὁ καρπὸς λείπει. Πήρα­με τὰ ὀνόματα αὐτά, γιὰ νὰ ζοῦμε ζωὴ χριστι­ανι­κή· αὐτὸς ποὺ λέγεται Δημήτριος νὰ ζῇ ὅ­πως ὁ ἅγιος Δημήτριος, αὐτὸς ποὺ λέγεται Γεώργιος νὰ ζῇ ὅπως ὁ ἅγιος Γεώργιος, αὐ­τὸς ποὺ λέγεται Νικόλαος νὰ ζῇ ὅπως ὁ ἅγιος Νικόλα­ος, ὅλοι γενικῶς νὰ ζοῦμε ὅπως οἱ ἅγιοί μας. Ζοῦμε ὅμως; Κάθε ἄλλο. Δὲν ζοῦμε ὅ­πως θέλει ὁ Χριστός, δὲν ἐκτελοῦμε τὶς ἐντο­λές του· ζοῦμε μιὰ ἄλλη ζωή. Συνεπῶς καὶ σ᾽ ἐμᾶς ἁρμόζει ἡ λέξις «λεγεών». Πειραζόμεθα κ᾽ ἐμεῖς ἀπὸ πολλὰ δαιμόνια.

Ποιά δαιμόνια; Ἀναρίθμητα εἶνε. Ὁ ἕ­νας ἔ­χει τὸ δαιμόνιο τοῦ μίσους· μισεῖ, ἀνάβει, κοκ­κινίζει ὅταν δῇ τὸν ἀντίπαλό του, καλη­μέρα δὲ λένε μεταξύ τους. Ὁ ἄλλος ἔχει τὸ δαιμόνιο τοῦ φθόνου· φθονεῖ, κιτρινίζει, χάνει τὸ χρῶ­μα του ἂν δῇ καλὸ στὸν ἄλλο, ἂν παντρεύτηκε τὸ κορίτσι του ἢ πῆρε δίπλωμα ὁ γυιός του ἢ πῆγαν καλὰ οἱ δουλειές του ἢ γέννησαν τὰ ζῷα του ἢ καρποφόρησαν τὰ δέν­τρα του· λυ­πᾶται γιὰ τὸ καλό του, εὐχαριστεῖ­ται γιὰ τὸ κα­κό του. Ὁ ἄλλος ἔχει τὸ δαιμόνιο τῆς ὀρ­γῆς· ὀργίζεται, θυμώνει μὲ τὸ τίποτα, τὰ κάνει ὅλα γυαλιά – καρφιά. Ὁ ἄλλος ἔχει τὸ δαιμόνιο τῆς φιλαργυρίας, ἀγαπᾷ τὸ χρῆ­μα, τὰ τριάκοντα ἀργύρια τοῦ Ἰούδα. Ὁ ἄλ­λος ἔχει τὸ δαιμόνιο τῆς φιληδονίας, λατρεύ­ει τὴ σάρκα καὶ τὰ πάθη της. Ὁ ἄλλος ἔχει τὸ δαιμόνιο τῆς ψευδορ­κίας· ἁπλώνει τὸ χέρι στὰ δικαστήρια καὶ παίρ­νει ψεύτικο ὅρκο. Ὁ ἄλλος ἔ­χει τὸ δαιμόνιο τῆς βλαστήμιας. «Δόξα τῇ μακροθυμίᾳ σου, Κύριε» (Μ. Παρ. ὄρθρ.) ποὺ ἀνέχεσαι. Ἐὰν κάθε φορὰ ποὺ βλαστημάει κάποιος γινόταν κ᾽ ἕ­νας σεισμός, δὲν θὰ ἔμενε τίποτα ὄρθιο.

Δαιμόνιο μπῆκε ἀνάμεσα στοὺς συζύγους καὶ βλέπεις νὰ χωρίζῃ ἡ γυναίκα τὸν ἄντρα ἢ ὁ ἄντρας τὴ γυναῖκα. Δαιμόνιο μπῆ­κε στὰ παιδιὰ καὶ δὲν ὑπακούουν σὲ καν­­έ­να. Δαιμόνιο στοὺς νέους, ποὺ σὰν τὸν ἄνθρωπο τῆς περι­κοπῆς δὲ μένουν στὸ σπίτι, ἀλλὰ ξενυχτοῦν στὰ κέν­τρα, ὅπου τόσα δαιμόνια δροῦν. Δαιμόνια παντοῦ· δαιμόνια στὰ σχολεῖα, ὅπου δάσκαλοι διδάσκουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος κατάγεται ἀπὸ τὸν πίθηκο κι ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός· δαιμόνια στὴν ἀγορά, ὅπου ἐπικρατεῖ τὸ δό­γμα «ἅρπαξε νὰ φᾷς καὶ κλέψε νά ᾽χῃς»· δαιμόνια στὰ δικαστήρια ὅπου παλαμίζουν χωρὶς φόβο τὸ Εὐαγγέλιο…. Κοινωνία δαιμονισμένων. Εἶ­χε δίκιο ὁ ῾Ρῶ­σος Ντοστογιέφσκυ ποὺ ἔγραψε τὸ ἔργο «Οἱ δαιμονισμένοι». Τὰ δαιμόνια ταράζουν τὴ ζωὴ καὶ τὴν κάνουν δυστυχισμένη. Ποιό εἶνε τὸ ὄνομά σου, κοινωνία; «λεγεών». Τὸ ὄνομα τοῦ σπιτιοῦ; «λεγεών». Τὸ ὄνομα τοῦ σχολείου; «λεγεών». Τὸ ὄνομα τοῦ στρα­τοῦ; «λεγεών». Καὶ ἡ καρδιά μας; «λεγεὼν» κι αὐτή· δὲν κατοικεῖ μέσα της ὁ Χριστός.

Ζοῦμε σὲ ἐποχὴ σατανική· σατανοκρατούμεθα. Δυστυχῶς σήμερα, κατὰ μέγα μέρος, δὲν κυβερνάει ὁ Χριστός· κυβερνάει ὁ σατα­νᾶς καὶ οἱ δαίμονες. Οἱ ἄνθρωποι τοὺς ἀνέδειξαν «κοσμοκράτορας» (Ἐφ. 6,12). Ἔχουν πα­ραδοθῆ σ᾽ αὐτοὺς ―μὲ τὴ θέλησι ἑνὸς ἑκάστου― καρδιές, οἰκογένειες, σπίτια, ὑπουργεῖα, κυβερνή­σεις, κοινοβούλια, ὀργανισμοί…. Καὶ ὁ διάβολος καλὸ δὲν ξέρει νὰ κάνῃ. Γι᾽ αὐ­τὸ ἐπικρατεῖ παραλογισμὸς καὶ διάλυσις.

Ἀπιστία μεγάλη κυριαρχεῖ. Κ᾽ ἐμεῖς ποὺ λέμε ὅτι πιστεύουμε δὲν πιστεύουμε. Ἔχουμε ἐ­πηρεασθῆ. Ἦταν κάποτε ἐποχή, ποὺ οἱ πρόγο­νοί μας δὲν εἶχαν σχολειά, πανεπιστήμια, ἀ­καδημίες, δὲν εἶχαν χρῆμα καὶ πλούτη, δὲν εἶ­χαν σπίτια καὶ αὐτοκίνητα πολυτελῆ. Ἀλλὰ ἡ κοινωνία ἦταν ἁγιασμένη. Βλαστήμια δὲν ἀκουγό­ταν. Ἑ­κα­τὸ χρόνια περνοῦσαν στὴ Μακεδο­­νία καὶ δι­αζύγιο δὲν ἔβγαινε· τὸ διαζύγιο ἦταν ἄγνωστο. Τώρα; Ποιό εἶνε τὸ ὄνομά σου Ἑλλάς; «λεγεών»! Τότε εἶχαν φτωχὲς καλύβες, ἀλλὰ στὶς καλύβες κατοικοῦ­σαν ἅγιοι ἄν­θρωποι, ἄγγελοι. Τώρα μέσ᾽ στὰ μεγάλα σπίτια μὲ ὅλα τὰ κομφὸρ κατοικοῦν δαίμονες.

* * *

Τί θὰ γίνῃ λοιπόν, ἀδελφοί μου; ἔτσι θὰ μεί­νουν τὰ πρά­γματα; δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα; Ἂν δὲν ἐρχόταν στὸν κόσμο ὁ Χριστός, ἡ κατάστασι θὰ ἦταν ἀπελπιστική. Ἀλλὰ ἦρθε ὁ Χριστὸς καὶ νίκησε τὸ διάβολο.

Μιὰ μέρα στὴ μητρόπολι μὲ ζήτησε μιὰ γυναίκα. Ἔτρεμε ὁλόκληρη ἀπὸ φόβο.

―Ἔχω νὰ κοιμηθῶ δυὸ νύχτες, λέει.

―Γιατί; τί σοῦ συμβαίνει;

―Σηκώθηκα προχθὲς τὸ πρωὶ καὶ βρῆκα στὴν αὐλή μου μαγικά· κόκκαλα, τρίχες, κέρα­τα. Θὰ μοῦ κάνουν κακὸ στὸ σπίτι.

―Πιστεύεις στὸ Χριστό; τὴ ρωτάω.

―Πιστεύω, λέει.

―Ἔ τότε ποιός εἶνε πιὸ δυνατός, ὁ Χριστὸς ἢ ὁ σατανᾶς;

―Ὁ Χριστός.

―Ἀφοῦ ὁ Χριστὸς εἶνε πιὸ δυνατός, αὐτὸς νικάει ὅλα τὰ δαιμόνια. Μὴ φοβᾶσαι.

Ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ νικητὴς τῶν δαιμόνων. Κι ὄχι μόνο ὁ ἴδιος τοὺς νίκησε, ἀλλὰ δίνει δύναμι καὶ στὸν κάθε πιστὸ Χριστιανὸ νὰ νικᾷ τὰ δαιμόνια, ὅσο ἰσχυρὰ καὶ νὰ εἶνε. Ὅτι ὁ «Ἰησοῦς Χριστὸς νικᾷ» ἀπόδειξις ποιά εἶνε; Ὁ ἄν­­θρωπος τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου. Ὁ σατανᾶς τὸν εἶχε κάνει ἄγριο λύκο, κοντὰ στὸ Χριστὸ ὅμως ὁ λύκος ἔγινε ἀρνί.

Ὦ Χριστέ, πόσο μεγάλη εἶνε ἡ δύναμί σου! Ὅπου εἶνε ὁ Χριστὸς εἶνε ἐλευθερία, ὅπου λείπει ὁ Χριστὸς εἶνε σκλαβιά. Ὅπου εἶνε ὁ Χριστὸς εἶνε δικαιοσύνη, ὅπου λείπει ὁ Χριστὸς εἶνε ἀδικία. Ὅπου εἶνε ὁ Χριστὸς εἶνε ἡ ἀγάπη, ὅπου λείπει ὁ Χριστὸς εἶνε τὸ μῖσος. Ὅπου εἶνε ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ παράδεισος, ὅ­που λείπει ὁ Χριστὸς εἶνε ἡ κόλασις. Καὶ κόλα­σις ἔγινε πράγματι ὁ κόσμος. Δὲν τολμᾷς νὰ βγαίνῃς ἀπὸ τὸ σπίτι σου, ἀφοῦ τώρα ἐμ­φανίζον­ται τρομοκράται· ὅπως τότε ὁ δαιμονιζόμενος τρομοκρατοῦσε ὅλους, ἔτσι κι αὐ­τοὶ σήμερα. Γίναμε Σικάγο.

Τί νὰ κάνουμε λοιπόν, ἀδελφοί μου; Νὰ μετανοήσουμε, νὰ ἐπιστρέψουμε στὸ Θεὸ καὶ νὰ ἔρθῃ νὰ μᾶς κυβερνήσῃ πάλι ὁ Χριστός· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰ­ῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό Ἁγίου  Κων/νου & Ἑλένης στην Νίκη – Φλωρίνης 25-10-1987)

YΛΙΚΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Οκτ 12th, 2010 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Δ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 8,4-15)

YΛΙΚΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ

«Ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια…» (Λουκ. 8,10)

1. π. Α. κρ. Αγ. Ποτηρ. ιστΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ποὺ ἀκούσαμε, ἀ­γαπητοί μου, εἶνε μία παραβολὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ παρμένη ἀπ᾽ τὴν ἀγροτικὴ ζωή.
Ὁ γεωργὸς πῆρε τὸ δισάκι μὲ σπόρο, βγῆ­κε στὸ χωρά­φι καὶ ἔσπειρε παντοῦ. Τὸ ἀ­ποτέλεσμα· ἕνα μέ­ρος τοῦ σπόρου ἔπεσε στὸ δρόμο, ποὺ περνοῦν ἁμάξια καὶ δια­βάτες, ἦρθαν τὰ πουλιὰ καὶ τὸν πῆραν. Τὸ δεύτε­ρο μέρος ἔ­πεσε σὲ χωράφι μὲ πέτρες καὶ δὲν μπόρεσε νὰ καρποφορήσῃ. Τὸ τρίτο μέρος ἔπεσε σὲ ἀγ­κάθια, ποὺ φύτρωσαν καὶ τό ᾽πνιξαν. Καὶ τὸ τέ­ταρτο μέρος ἔπεσε σὲ χωράφι καθαρὸ καὶ γόνιμο, ἔπιασε καὶ τὸ ἕνα σπυρὶ ἔγινε ἑκατό.
Αὐτὴ ἦταν ἡ παραβολή. Τὴν ἄκουσαν ὅλοι. Ἀλλὰ τί μὲ τοῦτο; δὲν τοὺς ἔκανε ἐντύπωσι, δὲν τοὺς γέννησε περιέργεια. Μόνο οἱ δώδε­κα μαθηταί, ὅταν τελείωσε ἡ διδασκαλία, πλη­σίασαν τὸ Χριστὸ καὶ τὸν ρωτοῦν· Τί σημαί­νει αὐτὴ ἡ παραβολή; Κ᾽ ἐκεῖνος τότε εἶπε· «Ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τοῖς δὲ λοιποῖς ἐν παραβολαῖς» (Λουκ. 8,10).
Θὰ πάρω ἀφορμὴ μόνο ἀπὸ αὐ­τὸ τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ· «Ὑμῖν δέδοται γνῶ­ναι τὰ μυστήρια…». Τί σημαίνει αὐτό· Σ᾽ ἐσᾶς τοὺς μαθητάς μου, ὄχι σὲ ἄλλους, δόθηκε τὸ προνόμιο, ἡ χάρις, νὰ γνωρίσετε τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ.
Περὶ μυστηρίων λοιπὸν ὁ λόγος.

* * *

Τὰ μυστήρια εἶνε δύο εἰδῶν· μυστήρια τῆς ὕλης, καὶ μυστήρια τοῦ πνεύματος. Ἂς ἀρχίσουμε ἀπὸ τὰ μυστήρια τῆς ὕλης.
Τί εἶνε ἡ ὕλη, τὸ χῶμα ποὺ πατοῦμε; Μὴ ζοῦ­με σὰν ζῷα. Μερικοί, ὅπως λέει τὸ Εὐαγγέλιο, μάτια ἔ­χουν καὶ δὲ βλέπουν, αὐτιὰ ἔχουν καὶ δὲν ἀκοῦνε (πρβλ. Μᾶρκ. 8,18), ἔτσι ζοῦν. Πάρτε μιὰ χού­φτα χῶμα. Κάποτε δὲν ὑπῆρχε. Πῶς ἔ­γινε; Μὲ ὅση εὐκο­λία ὁ ἀρτο­ποιὸς παίρνει τὸ ἀ­λεύρι καὶ φτειάχνει διάφορα σκευάσματα (φρατζό­λες, κου­λου­ράκια κ.λπ.), ἔτσι κάποιο χέρι ἀόρατο πῆ­ρε τὴν ὕλη καὶ τί ἔ­κανε· φεγγάρια, ἀ­στέρια, πλανῆτες, σφαῖρες μικρὲς – με­γά­λες, ποὺ εἶ­νε ὄγκοι τε­ράστιοι. Ἐ­ρωτῶ τοὺς ἐπιστήμονες· τί εἶνε ἡ ὕλη; Στύβουν τὰ κεφάλια τους· καμμία οὐσιαστικὴ ἀ­πάντησι δὲν δίνουν. Μυστήριο.
⃝ Καὶ μόνο αὐτό; Οἱ σφαῖρες αὐτὲς πῶς στέκονται; Μία δύναμις, λένε, ἡ παγ­κό­σμιος ἕλξις, κάνει τὸ ἕνα ἀ­στέρι νὰ τραβάῃ τὸ ἄλλο. Ἂν ῥω­τήσῃς ὅμως τί εἶνε ἡ παγκόσμιος ἕλξις; δὲν παίρνεις πλήρη ἀπάντησι. Μυστήριο κι αὐτό.
⃝ Θέλεις ἄλλο; Κρατᾷς ἕνα μαγνήτη. Τὸν πλη­σιάζεις σὲ βελόνες, καρφίτσες, καρφιά, καὶ τὰ ἕλκει· φεύγουν ἀ­πὸ τὴ θέσι τους καὶ τρέχουν νὰ κολλήσουν πάνω του. Τί εἶνε ὁ μαγνητισμός; Καμμία οὐσιαστικὴ ἀπάντησι· μυστήριο.
⃝ Θέλεις ἄλλο; Ὁ ἠλεκτρισμός· στρίβεις ἕνα διακόπτη κι ἀνάβουν φῶτα. Τί εἶνε ἠλεκτρισμός; Οὐδεμία ἀπάντησις· μυστήριο κι αὐτό.
⃝ Θέλεις ἄλλο; Βρῆκαν μιὰ νέα ἐ­νέργεια ἰσχυ­ρότερη, τὴν πυρηνικὴ ἢ ἀτομικὴ ἐνέργεια. Τί εἶ­νε ἡ πυρηνι­κὴ ἐνέργεια; Μυστήριο κι αὐτό.
⃝ Μὴν πᾶμε μακριά· πᾶμε στὴ σημερινὴ παρα­βολή. Τί λέει; Μιλάει γιὰ σπόρο, ποὺ ἔσπειρε ὁ γεωργός. Τί εἶνε ὁ σπόρος; Ἕνα μικρούτσι­κο πρα­γματάκι. Τὸ ῥίχνεις μέσ᾽ στὸ χῶμα καὶ βγαί­­νει ἕνα ὡραῖο λουλούδι, ἕνα πελώριο δέν­τρο. Πῶς; τί ὑπάρχει μέσ᾽ στὸ σπόρο; Φτειάξε λοι­πὸν ἕνα σπόρο! Ὅλοι οἱ ἐπιστή­μο­νες νὰ μαζευ­τοῦν, ἕνα σπόρο δὲν μποροῦν νὰ φτειάξουν. Φτάνει ἕ­νας σπόρος ν᾽ ἀποδείξῃ ὅτι ὑπάρχει Θεός.

Ὅλα λοιπὸν τ᾽ ἀναρίθμητα ὑλικὰ πρά­γματα κρύβουν μυστήρια. Ἡ ἐπιστήμη προσπα­θεῖ νὰ τὰ λύσῃ. Ἀλλὰ μόλις λύνει ἕνα, βρίσκει πίσω του ἄλλο, ἄλλο, ἄλλο. Ἀπέραντη ἁλυσίδα, ἕνας ὠ­κεανὸς μυστηρίων ὑπάρχει. Ἀπὸ τὰ χίλια οὔ­τε τὸ ἕνα δὲ μπόρεσε νὰ ἐξιχνιάσῃ ἡ ἐπιστήμη.

* * *

Καὶ ὅμως ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὑπερήφανος καὶ ἰ­ταμός, ἐνῷ δὲν μπορεῖ νὰ λύσῃ τὰ μυστήρια τοῦ φυσικοῦ κόσμου, ζητάει νὰ λύσῃ τὰ μυστή­ρια τοῦ πνευματικοῦ κόσμου. Διότι ὅπως ὑ­πάρχουν μυστήρια τῆς ὕλης, ὑπάρχουν καὶ μυ­­στήρια τοῦ πνεύματος, δηλαδὴ μυστήρια τῆς πίστεώς μας. Νά μερικὰ ἀπὸ αὐτά.
Ἀκοῦς καὶ λένε· Πῶς μπορεῖ μία παρθέ­νος νὰ γεννήσῃ; Δυσπιστεῖς; Κ᾽ ἐγὼ σὲ ρω­τῶ· πῶς γεν­νήθηκε ἡ ὕλη; Ἐκεῖνος ποὺ ἐκ τοῦ μηδε­νὸς ἔ­φτειαξε τὴν ὕλη, αὐτὸς εἶπε νὰ γεν­νηθῇ ἐκ Παρθένου ὁ Υἱός. Ποιό εἶνε δυσκολώτερο, νὰ βγῇ ὕλη ἐκ τοῦ μηδενὸς ἢ νὰ βγῇ παιδὶ ἀπὸ μία παρθένο; Ὁ τοκετὸς αὐτὸς εἶνε μυστήριο.
Ἄλλο σχετικό. Πῶς ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος; Ἀσύλληπτο μυστήριο. Ἐκεῖνος ποὺ κάνει ἕνα τὴ φωτιὰ καὶ τὸ πυρωμένο σίδερο, ὁ ἴδιος ἕνω­σε τὶς δύο φύσεις στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.
Πῶς τὸ νερὸ ἔγινε κρασὶ στὴν Κανᾶ; Μυστή­ριο. Ζητᾷς ἐξήγησι; Κ᾽ ἐγὼ σοῦ λέω κάτι ἄλλο. Περπατοῦσα κάποτε σ᾽ ἕ­να χωριὸ καὶ βρῆκα ἕ­­ναν ὑπερήφανο γεωπόνο, ποὺ δὲν τὰ πίστευε αὐτά. Καθὼς προ­χωρούσαμε, μπήκαμε σ᾽ ἕνα περιβόλι μὲ διάφορα δέντρα. ―Ὅλ᾽ αὐτά, τοῦ λέω, ἔχουν ῥίζα, κι ὅλες αὐτὲς οἱ ῥίζες ῥουφᾶ­­νε τὸ ἴδιο νερό. Πῶς τὸ νερὸ γίνε­ται στὴ λεμο­νιὰ λεμόνι, στὴν πορτοκαλιὰ πορτο­κάλι, στὴ μη­λιὰ μῆλο, στὴν ἐλιὰ λάδι;… ―Δὲν ξέρω, λέει. ―Μὴν ἀμ­φισβητεῖς λοιπὸν τὸ Εὐαγγέλιο.
Ἄλλο μυστήριο τῆς πίστεως. Ἂν δὲν τὸ πιστεύῃς, μὴν πηγαίνεις στὴν ἐκκλησία. Ἐκεῖ, πάνω στὴν ἁγία τράπεζα, στὴ θεία λειτουργία τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ γίνονται σῶμα καὶ αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ἂν ἀμφισβη­τῇς αὐτό, σὲ ρωτῶ· δὲ βλέπεις τόσες ἄλ­λες μεταβολὲς ποὺ γίνον­ται στὸν ὑλι­κὸ κόσμο; Πῶς π.χ. τὸ χορτάρι καὶ τὸ νε­ρὸ στὸ πρό­βατο γίνονται γάλα; Αὐτὰ ποὺ εἶ­νε μπροστά σου δὲ μπορεῖς νὰ ἐξη­γή­σῃς, καὶ ζητᾷς νὰ ἐξηγήσῃς τὰ ἄλλα τὰ μεγάλα;
Τί νὰ ποῦμε τώρα γιὰ τὸ ἄλλο, τὸ ὕψιστο μυ­στήριο τῆς πίστεώς μας; Ποιό εἶνε; Τὸ Τριαδικὸ δό­γμα, ὅτι ὁ Θεὸς εἶνε ἕνας ἀλλὰ τρία πρόσωπα· Πατήρ, Υἱὸς καὶ ἅγιο Πνεῦμα – ἁγία Τριάς, σῶσον τὸν κόσμον! Αὐτὸ πλέον εἶνε τὸ μυστήριο τῶν μυστηρίων. Ἔρχεται ὁ ἄνθρωπος καὶ ῥωτάει πῶς τὸ ἕνα εἶνε τρία καὶ πῶς τὰ τρία εἶνε ἕνα; Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς ὡς βοηθητικὸ παράδειγμα φέρνει τὸν ἥλιο· «Ὁ ἥλιος εἶνε ἕνας, μὰ εἶνε καὶ τρία μαζί· ἔχει ἀκτῖνας, ὁποὺ ἔρχονται εἰς τὰ ὄμματά μας ὡσὰν γραμμαί, ὡσὰν κλωσταί· ἔχει καὶ φῶς, ὁποὺ ἐξαπλώνεται εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Μὲ τὸν ἥλιον ὁμοιάζομεν τὸν ἄναρχον Πατέρα, μὲ τὰς ἀκτῖνας τὸν συνάναρχον Υἱόν, καὶ μὲ τὸ φῶς τὸ ὁμοούσιον Πνεῦμα» (ἡμ. ἔργ. σ. 107). Ἔλα νὰ μοῦ ἐξηγήσῃς τὰ μυστήρια ποὺ ἔχει ὁ ἥλιος, καὶ μετὰ νὰ ζητᾷς νὰ σοῦ ἐξηγήσω τὸ μυστήριο τῆς ἁγίας Τριάδος. Θυμᾶμαι, ὅταν ἤ­μουν μικρὸ παιδί, ἕνας φοι­τητὴς τῆς ἰατρι­κῆς ἦρθε στὸ χωριὸ καὶ κορό­ϊδευε τὴν πίστι. ―Ποιός εἶδε τὸ Θεό; ἔλεγε. Τότε ἕνας παπᾶς ἀγράμματος, ὁ παπα-Νικόλας, τοῦ λέει· ―Ἔλα ᾽δῶ, Γιῶργο παιδί μου, ποὺ σὲ εἶχα μικρὸ στὴν ἐκκλησιὰ καὶ κρατοῦσες τὴ λαμ­πάδα. Ποιός σοῦ ξερρίζωσε τὴν πίστι; Τὸ Θεὸ θέ’ς νὰ δῇς; Πολὺ καλά (ἦταν Ἰούλιος μήνας, μεσημέρι κι ὁ ἥλιος ἔκαιγε). Ἀνέβα ἐδῶ. (Τὸν ἀνεβάζει πάνω σὲ μιὰ πεζούλα). Δὲς τὸν ἥλιο. ―Δὲ μπο­ρῶ, λέει, θὰ στραβωθῶ. ―Ἔ, κακομοίρη· τὸν ἥλιο δὲ μπορεῖς νὰ τὸ δῇς, τὸ Θεὸ θέ᾽ς νὰ δῇς;

* * *

Ὅ­­πως εἶνε ἀλήθεια, ἀγαπητοί μου, τὰ ὑλικὰ μυστήρια, ἔτσι εἶνε ἀλήθεια καὶ τὰ ἀσύλληπτα μυστήρια τῆς πίστεως. Αὐτὰ ὅμως τὰ ἀπρόσιτα γίνον­ται προσιτὰ – σὲ ποιούς· σ᾽ ἐκείνους πιστεύουν καὶ δείχνουν ζῆλο. «Ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια», λέει ὁ Χριστός· σεῖς ἔχε­τε τὸ προνόμιο νὰ γνωρίσετε τὰ μυστήρια.
Πῆγα σ᾽ ἕνα μικρὸ χωριὸ κοντὰ στὸ Βίτσι. Μοῦ ἀρέσει νὰ κουβεντιάζω μὲ τοὺς ταπεινοὺς καὶ μίλησα μ᾽ ἕνα τσοπανάκο. ―Ἦρθε, μοῦ εἶπε, στὴν καλύβα μου ἕνας φοιτητὴς ἀπ᾽ τὴ Θεσσαλονίκη. Τοῦ ᾽βαλα νὰ φάῃ ψωμὶ – τυρί, ἀλλ᾽ ὅταν ἔκανα τὸ σταυρό μου μὲ κορόϊδευε. Ἤξερε μερικὰ χωρία ἀπ᾽ τὴ Γραφὴ ―ἐ­γὼ δὲν τά ᾽ξερα― καὶ μοῦ ᾽κανε τὸν ἔξυπνο. Ἄ, λέω, πρέπει νὰ μάθω κ᾽ ἐγώ. Κατεβαίνω στὸ Ἀμύνταιο, ἀγοράζω μιὰ ἁ­γία Γραφή, καὶ ἄρχισα νὰ τὴ διαβάζω μία, δύο, τρεῖς, τέσσερις φορές. Τώρα κατάλαβα! Ἂς ἔρθῃ τώρα ὅποιος ἄπιστος θέλει νὰ κουβεντιάσουμε… Νά λοι­πόν· ἕνας ταπεινὸς διαβάζει Γραφὴ καὶ καταλαβαίνει, διαβάζει ὁ ἄλλος ὁ ὑπερήφανος καὶ δὲν καταλαβαίνει. Πῶς νὰ τὸ παραστήσω;
Πέρασα ἀπ᾽ τὸν Ἁλιάκμονα δύο φορές, χει­μῶνα καὶ καλοκαίρι. Τὸ χειμῶνα πολλὰ τὰ νερά, ἀλλὰ θολά, δὲ βλέπεις τίποτα· τὸ καλοκαίρι τὰ βλέπεις κάτω ὅλα, τὸν πυθμένα, τὶς πέτρες ἄσπρες – μαῦρες – κόκκινες, τὰ ψαράκια. Καὶ τὰ μυαλὰ τῶν ἀνθρώπων σήμε­ρα εἶνε θολά, δὲ βλέ­πουν τίποτα. Δῶστε μου καθαρὲς καρδιές. Ἐ­κεῖ φανερώνεται ὁ Θεός. «Ὑμῖν δέδοται γνῶ­ναι τὰ μυστήρια». Οἱ ἄλλοι; ἂς ξέρουν γράμμα­τα, ἂς πῆγαν στὸ ἐξωτερικό, ἀπὸ Ἐκκλησία δὲν καταλαβαίνουν γρῦ, κινέζικα τοὺς φαίνονται.
Συμπέρασμα. Πιστεύεις στὸ Θεό; νὰ προσ­εύχεσαι, νὰ μελετᾷς, νὰ ἐκκλησιάζεσαι, νὰ κοι­νωνῇς. Τότε θ᾽ ἀνοίξουν τὰ οὐρά­νια, θὰ γίνῃς ἀστροναύτης, θὰ πε­τά­ξῃς ὣς τὰ ἄστρα καὶ θὰ ψάλλῃς·«Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός· ἀμήν» (Φιλ. 2,11 καὶ θ. Λειτ.).

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Ἀνδρέου Ἄνω Πατησίων – Ἀθηνῶν 11-10-1970)

_____________________________

ΣΕΡBIKA

_______________________

Недеља Δ΄ Лука (Лука. 8, 4-15)

МАТЕРИЈАЛНЕ И ДУХОВНЕ ТАЈНЕ

«Вама је дано да знате тајне…» (Λουκ. 8,10)

Еванђеље које смо чули, драги моји, је једна прича Господа нашег Исуса Христа преузета из земљорадничког живота. Земљорадник је узео посуду са семеном, изашао је на њиву и сејао је свуда. Резултат· један део семена је пао на пут, где су пролазила кола и пешаци, дошле су птице и позобале семе. Други део семена је пао на камениту земљу и није могао да донесе род. Трећи део семена је пао усред трња, које је узрасло и угушило га. А четврти део је пао на земљу чисту и плодну, и изникавши донесе стоструки род. То је прича. Сви сте је чули. Али шта са тим? То им се није чинило као нешто важно, није код њих пробудило радозналост. Само дванаест ученика, када је завршено поучавање се приближило Христу и упитали су га· Шта значи та прича? А он им тада рече· «Вама је дано да знате тајне Царства Божијега; а осталима бива у причама, да гледајући не виде, и чујући не разумију» (Лука. 8,10).
Узећу само ове Христове речи· «Вама је дано да знате тајне…».Шта то значи· Вама мојим ученицима, не другима,дата је привилегија, благодат, да знате тајне Божије. О тајнама је дакле реч.

* * *

Тајне се деле у две врсте· тајне материје, и тајне духовне.Почнимо са тајнама материје.


Шта је материја, земља којом ходамо? Немојмо живети као животиље. Неки, као што нам говори Еванђеље, имају очи и не виде, имају уши и не чују (види. Марко. 8,18), тако живе. Узмите у шаку мало земље. Некада није постојала. Како је настала? Са каквом лакоћом пекар узима у руке брашно и прави разне производе (кроасане, кифлице, итд., тако и нека невидљива рука је од материје направила· месец, звезде, планете мале и велике, који су  каои огромни кругови. Питаш научнике· шта је материја? Окрећу своје главе· нико не зна одговор. Тајна.
И само то? Како стоје те планете? Једна сила, кажу, светирске привлачности, чини да једна звезда привлачи другу. Ако ли упиташ шта је светирска привлачност? Нећеш добити потпун одговор. И то је тајна
Желите ли још неки пример? Држиш један магнет. Приближиш ли га игли, боцкалици или ексеру магнет их  привлачи · померају се са свога места и журе да се залепе за магнет. Шта је магнетизам? Никакав важан одговор. Тајна. Желите ли још? Електрицитет· притиснеш дугме и упале се светла. Шта је електрицитет?Никакав опет одговор· и то је тајна.
Желиш још?  Пронашли су неку нову енергију, јачу, нуклеарну или атомску енергију. Шта је атомска енергија?И то је тајна.
Немојмо ићи далеко· идемо на данашњу причу. Шта нам говори? Говори нам о семену, које је сејао земљорадник. Шта је семе? Једна мала стварчица. Убациш је у земљу и изникне од њега један леп цвет или једно огромно дрво. Како? Шта постоји у семену? Направи ти једно семе!Сви научници да се скупе, једно зрно семена не могу да направе. Довољно је једно зрно семена да докаже да Бог постоји.

Многе материјалне ствари крију тајну. Наука настоји да реши тајне. Али чим реши једну, после ње јавља се још више тајни, један океан тајни постоји. Од хиљаду ни једну није могла наука да објасни.

* * *

И опет човек, горд и непокоран, не може да реши тајне природног света, тражи да реши тајне духовног света. Као што постоје тајне материје тако постоје и духовне тајне, а то су тајне наше вере. Ево неких од њих:

Чују и говоре· Како може једна девица да роди? Сумњаш? И ја те питам како се родила материја? Онај што је рекао да се од нуле створи материја, он је рекао и да се од Дјеве роди Син. Шта је теже, да материја настане од нуле или да се роди дете од једне девице? То рађање је тајна.

Нешто слично. Како је Бог постао човек? Несхватљива тајна. Онај који је спојио ватру и ужарено жељезо, Он  је спојио две природе у лицу Христовом.

Како је вода постала вино у Кани? Тајна. Тражиш објашњење? А ја ти кажем нешто друго. Једном сам шетао кроз неко село и наишао сам на једног гордог земљорадника, који није веровао у то. Док смо напредовали, стигли смо до једног воћњака са разним дрвећем. Сви они, кажем му, имају корење, и сви се хране преко корења, и увлаче у себе исту воду. Како вода постаје код дрвете лимуна, лимун, а код дрвета нарандже постаје наранджа, код јабуке, јабука, код маслине, уље?… Не знам, одговара ми. ― Немој сумњати у Еванђеље.
Друга тајна вере. Ако у то не верујеш, немој ићи у цркву. Тамо, на светом столу,на божанственој литургији хлеб и вино постају тело и крв Христова. Ако сумњаш у то, питам те· не видиш ли толико промена које настају у материјалном свету? Како нпр. Трава и вода код овце постају млеко? То што видиш  испред себе не можеш објаснити, а тражиш да објасниш велике ствари.

Шта да кажемо о другој, најузвишенијој тајни наше вере? Која је то тајна? Тројична догма, да је Бог један али да има три лица· Отац, Син и свети Дух – света Тројице, спаси свет! То је већ тајна над тајнама. Долази човек и пита како је један једнако са три и како је три једнако са  један? Свети Козма Етолски као помоћни пример наводи· « Сунце је једно, али и три заједно· има здраке, које долазе на нас као црте, као конци, има и светло , које се шири по целом свету. Са сунцем поистовећујемо Оца, са здракама Сина и са светлом једносушни Дух». Хајде да ми објасниш тајне које има сунце, а после ми тражи да ти објасним тајну свете Тројице. Сећам се, када сам био мало дете, један студент медицине је дошао у село и исмејавао се вери: Ко је видео Бога? Говорио је. Тада је један неписмени свештеник, поп-Никола, му рекао· ― Дођи овамо, Георгије дете моје, који си као мали долазио у цркву и придржавао свећу. Ко ти је искоренио веру? Желиш да видиш Бога? Веома добро (био је месец Јул, подне и сунце је пекло). Попни се овде. (Успео га је на  једну клупу). Погледај у сунце Не могу, каже, ослепећу. Е, несрећниче, сунце не можеш да погледаш а желиш Бога да видиш?

* * *

Као што су истините, драги моји, материјалне тајне, тако су истините и несхватљиве тајне вере.  Али све што је неприступачно постаје приступачно – али коме? Онима који верују и показују велику ревност.«Вама је дано да знате», каже Христос· ви имате част да знате тајне.Путовао сам до једног села близу Вица. Свиђало ми се да разговарам са скромним људима и разговарао сам са једним чобаном. Био је, рече ми, у мојој колиби један студент из Солуна. Дао сам му да једе хлеб и сир, али када сам се ја пре јела прекрстио, подмејавао ми се. Знао је неке делове из Писма- ја не знам- и правио ми се паметан. А тако, треба и ја да научим. Одлазим у градић Аминдео, купујем једно свето Писмо, почео сам и ја да читам, једном, два пута, три пута, четврти пут. Сада разумем! Нека дође сада неки неверник па да разговарамо… Један скромни чобан чита Писмо и разуме, чита други гордељивац и не разуме. Како да то представим.Прошао сам поред Алиакмона два пута, зими и лети.Зими много воде има, али мутне, не видиш ништа, а лети све видиш, сваки каменчић, дно, бело камење- црвено- црно, рибице. И умови људи су данас мутни, ништа не виде. Дајте ми чиста срца. Тамо се Бог појављује. «Вама је дано да знате тајне». Други , нека знају слова, нека студирају у иностранству, од Цркве не разумеју ни Ц, као кинески да је. Закључак: Верујеш ли у Бога? Моли се, читај, иди у цркву, причешћуј се. Тада ће се отворити небеса, постаћеш астронаут, полетећеш до звезда и појати·« Једин Свјат, једин Господ, Исус Христос, во славу Бога Отца. Амин. » (Фил. 2,11 и б. Лит.).

πσκοπος Αγουστνος

(Говор Митрополита Флорине о. Августина Кандиота у светом храму Светог Андрије, Ано Патисиа- Атина 11-10-1970)

Θανατος και ανασταση

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Οκτ 1st, 2010 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Γ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 7,11-16)

ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

π. Αυγ.+π. Λ. ιστΔΙΣΤΑΖΩ, ἀγαπητοί μου, νὰ μιλήσω. Γιατὶ ἔχουμε φθάσει σὲ χρόνια σὰν ἐκεῖνα γιὰ τὰ ὁποῖα μιὰ προφητεία λέει, ὅτι οἱ ἄνθρωποι θὰ ἔχουν τὰ αὐτιά τους ἀνοιχτὰ γιὰ τὸ διάβολο ἀλλ’ ὄχι γιὰ τὸ Χριστό (πρβλ. Β΄ Τιμ. 4,4). Ἐν τούτοις θὰ τολμήσω νὰ πῶ μερικὰ λόγια πρὸς ὠφέλειαν. Κι ἂν δὲ μ᾽ ἀκούσουν ὅλοι, θὰ μ᾽ ἀκούσουν οἱ μισοί· κι ἂν δὲ μ᾽ ἀκούσουν οἱ μισοί, θὰ μ᾽ ἀκούσουν οἱ δέκα· κι ἂν δὲ μ᾽ ἀκούσουν οἱ δέκα, θὰ μ᾽ ἀκούσῃ ἕνας. Ἕνας νὰ μ᾽ ἀκούσῃ, φτάνει, εἶνε μεγάλος ὁ μισθός. Διότι, ὅπως εἶπε ὁ Χριστός, μιὰ ψυχὴ ἀξίζει παραπάνω ἀπὸ ὁλόκληρο τὸν ὁρατὸ κόσμο (βλ. Ματθ. 16,26· Μᾶρκ. 8,37). Μὲ τὴν ἐλπίδα αὐτὴ θὰ μιλήσω. Τί θὰ πῶ;

* * *

Ὑπάρχει μιὰ λέξις ποὺ κάνει τὸν κόσμο νὰ τρομάζῃ. Ποιά εἶν’ αὐτή; Εἶνε ἡ λέξις θάνατος. Ὅταν ἀκούσουν θάνατο, ταράζονται, ἀνησυχοῦν. Σ᾽ ἕνα χωριὸ ποὺ περιώδευα ὡς νέος ἱε­ροκήρυκας, κάπου στὸ λόγο μου εἶπα τὴ λέξι θάνατος, κι ἀμέσως ἄκουσα κάποιον νὰ λέῃ μὲ φρίκη «Χτύπα ξύλο». Νομίζουν, ὅτι ἔτσι ὁ θάνατος θ’ ἀπομακρυνθῇ. Ὁ θάνατος ὅμως ἔρχεται· εἶνε γεγονός.
Πότε ἔρχεται; Ἔρχεται ἐκεῖ ποὺ δὲν τὸν περιμένουμε. Ἔρχεται τὴ νύχτα – τὰ μεσάνυχτα, ἔρχεται τὸ πρωΐ, ἔρχεται στὴν ἐργασία ποὺ κάνει ὁ καθένας, ἔρχεται τὸ μεσημέρι, σὲ ὁποιαδήποτε ὥρα. Ἄγνωστο εἶνε τὸ πότε θὰ παραδώσουμε τὸ πνεῦμα στὸ Θεό.
Τί εἶνε ὁ θάνατος; Εἶνε ἐκμηδένισις; Οἱ ἄ­πιστοι λένε ἐκμηδένισις. Πέθανες; λέει· πάει τελείωσε. Ἐμεῖς δὲ λέμε ἔτσι. Ἐμεῖς λέμε, ὅτι πέρα τοῦ τάφου ὑπάρχει ἄλλη ζωή. Τὸ σῶμα δι­αλύεται στὰ ἐξ ὧν συνετέθη, ἀλλὰ ἡ ψυχὴ μένει ἀθάνατος καὶ αἰωνία. Γι’ αὐτὸ μιὰ μέρα θὰ ἐπανέλθῃ στὸ σῶμα, τὸ ὁποῖο θ’ ἀναστη­θ. Ὑπάρχει ἀνάστασις.
Ἔχετε ἀποδείξεις; ρωτοῦν οἱ ἄπιστοι. Ἔ­χουμε. Τί ἀποδείξεις; Τριῶν εἰδῶν. Ἔχουμε πρῶτον παραδείγματα ἀπὸ τὴ φύσι, ἔχουμε δεύτερον προφητεῖες ἀπὸ τὴν ἁγία Γραφή, καὶ τρίτον ἔχουμε τὰ σχετικὰ θαύματα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ναί, ὑπάρχει ἀνάστασις. Τὸ φωνάζει ὁ κάθε σπόρος. Τί εἶνε ὁ σπόρος; Ἕνα μικρούτσικο πραγματάκι. Τὸ σπέρνεις μέσα στὴ γῆ, σαπίζει, καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ βγαίνει ἕνα στάχυ ποὺ ἔχει ἄλλοτε τριάντα, ἄλλοτε ἑξήντα, ἄλ­λοτε ἑ­κατὸ κουκκιά, καὶ βλέπεις τὸ καλοκαίρι τὰ σπαρτὰ νὰ κυ­ματίζουν σὰν μιὰ πράσινη θάλασσα, ἕνα ὡ­ραῖο θέαμα. Κάποιος ἄπιστος ἐ­πιστήμων πῆ­γε στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἔφθασε σ᾽ ἕνα κελλί, ὅ­που ὁ καλόγερος ἦταν φιλανθής. Καθὼς ἡ αὐλὴ εὐωδίαζε ἀπὸ πολύχρωμα λου­λούδια, λέει στὸν ἐπισκέπτη του· ―Ξέρεις ἀπὸ ποῦ βγῆ­καν ὅλα αὐτά; ―Ἀπὸ ποῦ; ―Περίμενε νὰ σοῦ δείξω. Πάει λοιπὸν καὶ τοῦ φέρνει ἕνα κουτί. Μέσα σ’ αὐτὸ εἶχε σπόρους. Ἂν ἔ­χετε δεῖ, οἱ σπόροι εἶνε συχνὰ μικρότεροι κι ἀπ’ τὸ κεφά­λι τῆς καρφίτσας. Κι ὅμως μέσα στὸ μικρὸ ἐ­κεῖνο σπόρο κρύβεται ἕνα ἄνθος, ἕνα φυτό, ἢ καὶ ἕνα δέντρο πελώριο. Πῶς; Ὅλη ἡ ἐπιστήμη νὰ μαζευτῇ, ἕνα σπόρο δὲν μπορεῖ νὰ κάνῃ. Τὸ παράδειγμα αὐτὸ χρησιμοποιεῖ καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦ­λος. Ἀμφιβάλλεις, λέει, ὅτι θ᾽ ἀ­ναστηθῇ ὁ νεκρός; Δὲς τὸ σπόρο. Ὅπως ὁ σπό­ρος πέφτει μέσ᾽ στὴ γῆ, σαπίζει καὶ μετὰ φυτρώνει καὶ γίνεται ἕνα ὡ­ραῖο στάχυ ἢ δέν­τρο, ἔτσι κι ὁ ἄνθρωπος θάπτεται καὶ σαπίζει μέσα στὸ χῶμα, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ σαπισμένο αὐτὸ σῶ­μα θὰ προέλθῃ μιὰ μέρα ἕνα νέο ὡραιότατο σῶμα (βλ. Α΄ Κορ. 15,36-38). Ὅλη ἡ φύσις κηρύττει τὴν ἀνάστασι. Ὁ ἥλιος ποὺ ἀνατέλλει τὸ πρωΐ, ἡ σελήνη ποὺ βγαίνει τὴ νύχτα, τὰ ἄστρα ποὺ λάμπουν στὸ στερέωμα, ὅλο τὸ σύμπαν αὐτὴν διαλαλεῖ.
Ἀλλὰ τὴν ἀνάστασι τῶν νεκρῶν ἀναγγέλλουν καὶ οἱ προφη­τεῖες. Μιὰ τέτοια προφητεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶνε ἐκείνη ποὺ ἀκοῦμε τὸ Μέγα Σάββατο. Τί λέει; Ὁ προφήτης Ἰεζεκιὴλ βρέθηκε σὲ μιὰ πεδιάδα ποὺ ἦταν γεμάτη νεκρὰ ὀστᾶ, καὶ ἀκούει φωνή· ―Τὰ ὀστᾶ αὐτὰ μποροῦν νὰ ζωντανέψουν; ―Σύ, Κύριε, λέει, τὸ ξέ­ρεις αὐτό. Ὁ Θεὸς τὸν διατάζει· ―Κήρυξε, μίλησε στὰ ὀστᾶ. Καὶ τότε ἔγινε σεισμός, τὰ ὀστᾶ πλησίασαν μεταξύ τους, συναρμολογήθηκαν καὶ ἔγιναν σκελετοί. Ἔπειτα πῆραν νεῦ­ρα καὶ καλύφθηκαν μὲ σάρκες καὶ δέρμα. Τοὺς ἔλειπε ὅμως ἡ ψυχή. Τέλος τοῦ δίνει ἐντολὴ νὰ κηρύξῃ πάλι, καὶ τότε ὅλα αὐτὰ τὰ σώματα ἀναστήθηκαν. Τὸ ὅραμα αὐτὸ εἶνε μιὰ προφητεία περὶ τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν (βλ. Ἰεζ. 37,1-10).
Ἀλλὰ τὸ μεγαλύτερο ἐπιχείρημα ποὺ δείχνει ὅτι ὁ θάνατος νικήθηκε εἶνε οἱ θαυ­μαστὲς νεκραναστάσεις ποὺ ἔκανε ὁ Χριστός. Ἔ­χουμε τρία τέτοια θαύματα ποὺ ἐνήργησε σὲ ἄλ­λους ἀνθρώπους. Τὸ πρῶτο εἶνε, ὅτι ἀνέστησε τὴν κόρη τοῦ Ἰαείρου. Τὸ δεύτερο εἶνε αὐ­τὸ ποὺ ἀκούσαμε σήμερα στὸ εὐαγγέλιο, ὅτι ἀνέστησε τὸν υἱὸ τῆς χήρας τῆς Ναΐν· ποὺ ἡ μάνα του τὸν εἶ­χε μονάκριβο, ἔκλαιγε γοε­ρῶς, καὶ ὁ Χριστὸς τὴν πλησίασε καὶ τῆς εἶπε «Μὴ κλαῖε» (Λουκ. 7,13). Τὸ τρίτο εἶνε, ὅτι ἀνέστησε τὸν φίλο του τὸν Λάζαρο, ποὺ ἦταν «τε­ταρταῖος» μέσα στὸ μνῆμα (Ἰωάν. 11,39). Τέλος ὁ Χριστός, ἀφοῦ προηγουμένως ὑπέστη τὸν σταυρικὸ θάνατο καὶ τὴν τριήμερο ταφή, ἀνέστησε καὶ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του.
Ὑπάρχει λοιπὸν ἀνάστασις! Ὅσο εἶστε βέβαιοι ὅτι αὔριο ξημερώνει Δευτέρα, τόσο νὰ εἶστε βέβαιοι ὅτι οἱ νεκροὶ θ᾽ ἀναστηθοῦν. Γι’ αὐτὸ ὁ θάνατος δὲν πρέπει νὰ λέγεται θάνατος· πρέπει νὰ λέγεται ὕπνος. Ἡ μάνα βλέπει τὸ παιδάκι της νὰ κοιμᾶται. Κλαίει; Δὲν κλαίει· γιατὶ ξέρει, ὅτι θὰ ξυπνήσῃ ζωηρὸ καὶ δρο­σᾶ­το σὰν τὸ λουλούδι. Καὶ γι’ αὐτὸ τὰ νεκροταφεῖα δὲν πρέπει νὰ λέγωνται νεκροταφεῖα· πρέπει νὰ λέγωνται κοιμητήρια. Ὕπνος εἶνε ὁ θάνατος, λέει τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἡ Ἐκκλησία καὶ ὁ ἅγι­ος Κοσμᾶς, καὶ γι’ αὐτὸ οἱ Χριστιανοὶ δὲν πρέπει νὰ κλαῖνε γι’ αὐτὸν ἀπαρηγόρητα. Ὅπως ξυπνᾷ κάποιος ποὺ κοιμᾶται, ἔ­τσι καὶ ὅλοι οἱ νεκροὶ μιὰ μέρα θ᾽ ἀ­ναστηθοῦν, γιὰ νὰ κριθοῦν καὶ νὰ λάβῃ καθένας κατὰ τὰ ἔργα του· «καὶ ἀ­­πελεύσονται (οἱ ἐξ εὐωνύμων) εἰς κόλασιν αἰ­ώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζω­ὴν αἰώνιον» (Ματθ. 25,46).
Γεγονὸς λοιπὸν εἶνε ἡ ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀ­νάστασις κάθε θνητοῦ, ἡ κοινὴ ἀ­νάστασις. Καὶ αὐτὸ ὁμολογοῦμε κάθε φορὰ ποὺ λέμε τὸ Σύμβολο τῆς πίστεως· «Προσδο­κῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλον­τος αἰῶνος· ἀμήν».

* * *

Αὐτὰ εἶχα νὰ σᾶς πῶ. Καὶ κηρύττω μὲ τὴν ἐλ­­πί­δα ὅτι τὰ λόγια αὐτὰ δὲ θὰ πέσουν στὸ κενό. Διότι, γιὰ νὰ πιστέψῃ κάποιος στὴν ἀνάστασι, χρειάζονται κάποιες προϋποθέσεις
⃝ Ἐλπίζω, ὅτι μεταξύ σας κανείς δὲν εἶνε ἄ­θε­ος· ὅλα γύρω μας φωνάζουν, ὅτι Ὑ­πάρχει Θεός, κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου.
⃝ Ἐλπίζω, ὅτι μεταξύ σας κανείς δὲν εἶνε ἀ­σε­βὴς καὶ βλάσφημος. Αὐτὸς ποὺ πιστεύει σὲ ἀνάστασι καὶ κρίσι, δὲ βλαστημάει τὸν Κριτή. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό. Δι­ότι δὲ φταίει μόνο ἐκεῖ­νος ποὺ βλαστημάει· φταίει κι ὁ ἄλλος ποὺ τὸν ἀκούει καὶ δὲ διαμαρτύρεται. Ὁ ἅγι­ος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς λέει, ὅτι τὸ βλάσφημο δὲν πρέπει νὰ τὸν ἀνεχώμεθα. Ἂν ὑβρίσῃς, λέει, Χριστὸ καὶ Παναγιά, δὲν ἔχω μάτια νὰ σὲ δῶ! Ὁ δὲ ἱερὸς Χρυσόστομος, αὐστηρότερος, προτρέπει· Ὅταν ἀκοῦς βλάσφημο συμβούλε­ψέ τον μιά, δυό, τρεῖς φορές. Δὲν συνετίζεταιι; Τότε, ἔ­χεις χέρι; χτύπα τὸ βλάσφημο. Χέρι, ποὺ θὰ χτυπήσῃ βλάσφημο, θ᾽ ἁγιάσῃ!
⃝ Ἐλπίζω ἀκόμη ὅτι ἐκκλησιάζεσθε. Εἶστε τίμιοι καὶ ἐργατικοὶ ἄνθρωποι. Εὐλογημένη ἡ δουλειά· ὁ γεωργὸς στὸ χωράφι, ὁ τσοπᾶνος στὰ πρόβατα, ὁ ψαρᾶς στὰ δίχτυα, ὁ ἐργάτης στὸ ἐργοτάξιο. Ὅλη τὴν ἑβδομάδα δουλειά. Ξημέρωσε ὅμως Κυριακή, χτύπησε ἡ καμπάνα; Φτερὰ στὰ πόδια, ὅλοι στὴν ἐκκλησία! Ὅ­ποιος λέει «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν», αὐτὸς ἐκ­κλησιάζεται ἀνελλιπῶς. Κανείς νὰ μὴν ἀπουσιάζῃ ἀπὸ τὴν ἐκκλησία. 168 ὧρες ἔ­χει ἡ ἑβδομάδα, 1 ὥρα ζητάει ὁ Θεός. Τόσο δι­αρκεῖ ἡ θεία λειτουργία ἀπὸ τὸ «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία…» μέχρι τὸ «Δι᾽ εὐχῶν…». Ἔ­λα λοιπὸν στὴν ἐκκλησία, νὰ πῇς ἕνα Δόξα σοι ὁ Θεός», ἕνα εὐχαριστῶ γιὰ τὰ ἀγαθὰ ποὺ σοῦ χαρίζει. Τὸ εἶπε ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός· θά ᾽ρθουν χρόνια δύσκολα ποὺ θ’ ἀξίζῃ «μιὰ φού­χτα ἀλεύρι – μιὰ φούχτα χρυσάφι». Τόσα δει­νὰ μᾶς ἀπειλοῦν, τόσα κακὰ μᾶς περιμένουν.
⃝ Ἐλπίζω τέλος ὅτι ποθεῖτε τὴν ἄνω Ἰερουσα­λήμ. Ἀγαπᾶτε τὴν ἐ­πίγεια πατρί­δα μας, γιὰ τὴν ὁποία καυχώμεθα ὅτι ἐμεῖς χτίσαμε Παρθενῶ­να καὶ Ἁγιὰ Σοφιὰ ὅταν οἱ ἄλλοι λαοὶ ζοῦσαν σὲ σπηλιὲς καὶ τρώγανε βελανίδια. Ἀλλ’ ἂν ἀ­γαποῦμε τὴν πατρίδα αὐτὴ μιὰ φορά, πόσῳ μᾶλλον τὴν οὐράνια καὶ αἰωνία πατρίδα μας;
Μὲ τὴν ἐλπίδα λοιπὸν αὐτὴ ὡς ἐπίσκοπος σᾶς εὐλογῶ. Εὐλογῶ τὰ σπίτια σας, τὶς οἰκογένειές σας, τὶς ἐργασίες σας, καὶ εὔχομαι ὁ Θεὸς διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου νὰ εἶνε πάντα μαζί σας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου στον Ιερό Ναὸ του Ὁσίου Ναοὺμ Ἀρμενοχωρίου – Φλωρίνης 10-10-1993)

Ο χρυσος κανονας

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Σεπ 20th, 2010 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Ὁ χρυσος κανονας

«Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως» (Λουκ. 6, 31-36)

-3ΣΤΗΝ ἐποχή μας, ἀγαπητοί μου, γίνεται κήρυγμα, χωλαίνουμε ὅμως στὴν ἐφαρμογή. Ἐὰν ἀπὸ τὰ χίλια λόγια ποὺ ἀκοῦμε, ἐφαρμόζαμε ἕνα, θὰ ἤμασταν εὐτυχεῖς. Μὲ τὴν ἐλπίδα λοιπὸν ὅτι τὰ λόγια μου θὰ βροῦν κάποια ἀπήχησι, παρακαλῶ νὰ προσέξετε.

* * *

Ἡ Ἐκκλησία, ἀγαπητοί μου, εἶνε θυσι­α­στή­ριο – κέντρο λατρείας, ἀλλὰ εἶνε καὶ σχο­λεῖο. Καὶ ὅπως ἕνα σχολεῖο ἔχει δάσκαλο, μαθητάς, ἕδρα, βιβλία, διδαχή, ἔτσι καὶ ἐδῶ.
Στὸ οὐράνιο σχολεῖο τῆς Ἐκκλησίας δάσκα­λος δὲν εἶνε ἕνας φιλόσοφος ὅπως ὁ Πλάτων, ὁ Ἀριστοτέλης ἢ κάποιος ἄλλος ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ γέννη­σε ἡ γῆ· δάσκαλος εἶνε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅ­γιο, ποὺ φώτισε τοὺς ἁλιεῖς τῆς Γαλιλαίας, καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ποὺ εἶπε· Σεῖς νὰ μὴ ὀνομασθῆτε διδάσκαλοι καὶ καθηγηταί· ἕνας εἶνε ὁ διδάσκαλος καὶ ὁ καθηγητής σας, ὁ Χριστός (βλ. Ματθ. 23,8-10).
Στὸ σχολεῖο τῆς Ἐκκλησίας μαθηταὶ εἶνε ὅ­λοι· καὶ τὸ μικρὸ παιδὶ κι ὁ ἀσπρομάλλης γέρος, καὶ ὁ ἄντρας καὶ ἡ γυναίκα, κι ὁ ἀ­γράμμα­τος κι ὁ ἐπιστήμων. Κανείς δὲν ἀποκλείεται· ὅ­λοι ὅσοι πιστεύουν ἐγγράφονται στὰ μητρῷα.
Τὸ σχολεῖο αὐτὸ ἔχει ἕδρα. Ἕδρα ὑψωμένη πάνω ἀπὸ τὴ γῆ, ὅπου ἀνέβηκε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, εἶνε ὁ σταυρός. Ἀπὸ ἐκεῖ ὁ θεῖος Διδάσκαλος δίδαξε τὰ πιὸ μεγάλα μαθήματα.
Στὸ σχολεῖο τῆς Ἐκκλησίας βιβλίο εἶνε τὸ Εὐαγγέλιο, ἡ ἁγία Γραφή. Ὅπως εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσον­­ται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (Ματθ. 24,35· Λουκ. 21,33). Ὅλα μπορεῖ ν᾽ ἀλλάξουν καὶ νὰ γίνουν ἄνω – κάτω· ἕνα θὰ μείνῃ – νὰ εἶστε βέ­βαιοι, τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ – τὸ Εὐαγγέ­λιο. Αὐ­τὸ πάνω ἀπὸ τὰ ἐρείπια τοῦ κόσμου σὰν φάρος αἰώνιος θὰ φω­τίζῃ μὲ τὰ διδάγματά του.
Ἀπ᾽ ὅλα τὰ διδάγματα τοῦ Χριστοῦ, τὸ πιὸ με­γάλο, ἐκεῖνο ποὺ παίρνει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κάνει ὅ­μοιο μὲ τὸ Θεό, εἶνε αὐτὸ ποὺ ἀ­κού­σαμε σήμερα. Ποιό; Ἀγαπᾶτε τὴ γυναῖκα σας, τὰ παιδιά σας, τοὺς συγγενεῖς, τοὺς φίλους, τοὺς συμπατριῶτες, τὸ δάσκαλο, τὸν ἱερέα, τὰ λουλούδια, τὰ ἄστρα. Μὴ σταματᾶτε ὅμως ἐ­κεῖ. Αὐτὰ εἶνε εὔκολα. Προχωρῆστε πιὸ πέρα· «Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν» (Λουκ. 6,35). Ὤ λόγια οὐράνια, ποὺ ὅταν τὰ αἰσθανθῇ ὁ κόσμος ἡ γῆ αὐτὴ θὰ γίνῃ παράδεισος!
Ἀλλ᾽ αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ εἶνε «ἄλ­γεβρα». Ὅπως εἶνε δύσκολο σ᾽ ἕνα μαθητὴ τοῦ δημοτικοῦ νὰ καταλάβῃ ἄλγεβρα καὶ τριγωνομετρία, ἔτσι εἶνε σήμερα δύσκολο στὴ γενεά μας, τὴν ποτισμένη μὲ μῖσος, νὰ δεχθῇ τὸ μεγάλο τοῦτο δίδαγμα. Γι᾽ αὐτὸ ἀφήνω τὴν «ἄλ­γεβρα» καὶ ἔρχομαι στὸ «ἀλφαβητάριο». Ὅ­πως ὁ δάσκαλος παίρνει τὸ χεράκι τοῦ μικροῦ παιδιοῦ καὶ τὸ μαθαίνει νὰ γράψῃ τὸ ἄλφα, ἔτσι κ᾽ ἐγὼ θὰ εἶμαι εὐτυχὴς ἂν σᾶς διδάξω τὸ «ἄλφα». Ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ «ἀλφα­βητά­ριο». Γιὰ τὴν ὥρα λοιπὸν ἀφῆστε τὸ «ἀ­γαπᾶ­τε τοὺς ἐ­χθροὺς ὑμῶν» νὰ τὸ ἐφαρμόσουν ἅ­γιοι, κ᾽ ἐ­μεῖς ἐδῶ ἂς ἀρχίσουμε ἀπὸ τὸ «ἄλφα».
Ποιό εἶνε τὸ «ἄλφα»; Τὸ ἀκούσατε. Εἶνε λίγα λόγια, σὰν μιὰ συνταγή. Ἂν μάθουμε τὸ «ἄλ­φα», μετὰ θὰ προχωρήσουμε στὸ «βῆτα», στὸ «γάμμα»…, θὰ φθάσουμε καὶ στὸ «ὠμέγα», σ᾽ Ἐ­­κεῖνον ποὺ εἶνε τὸ Ἄλφα καὶ τὸ Ὠμέγα, ὅπως λέει ἡ Ἀποκάλυψις (1,8· 21,6· 22,13). Ποιό εἶνε λοι­πὸν τὸ ἄλφα; Ἀ­κοῦστε το· «Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄν­­θρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐ­τοῖς ὁμοίως» (Λουκ. 6,31). Εἶνε ἕνας φυσικὸς νόμος, χαραγμένος στὰ βάθη τῆς ἀν­θρώ­πι­νης καρδιᾶς. Τί σημαίνει; Ἂς τὸ ἀναλύσουμε.

* * *

Ὅλοι, ἀγαπητοί μου, κάτι ἔχουν δικό τους. Μὴν πῇ κανεὶς ὅ­τι δὲν ἔχει τίποτα. Ἀκόμα καὶ ὁ πιὸ φτωχὸς κατέχει ὡρισμένα ἀ­γαθά, ἔ­χει δὲ τὴν ἀξίωσι αὐτὰ νὰ τὰ σέβεται ὁ ἄλλος. Τρία εἶνε τὰ σπουδαιότερα ἀγαθά μας.
⃝ Τὸ πρῶτο, τὸ μικρότερο, εἶνε ἡ περιουσία. Ὅ­ταν λέω περιουσία δὲν ἐννοῶ αὐτὰ ποὺ ἔ­χουν φτειάξει οἱ μεγαλοκαρχαρίες. Μὲ τὸ Εὐ­αγγέλιο μεγάλη περιουσία δὲν κάνεις. Ἂν πιστεύῃς καὶ ἐφαρμόζῃς τὸ Εὐαγγέλιο, ὁ Κύρι­ος θὰ σοῦ δώσῃ «τὸν ἄρτον τὸν ἐπιούσιον» (Ματθ. 6,11). Ὅταν λέω περιουσία, ἐννοῶ ἐκεῖνα ποὺ δημιουργεῖ κανεὶς μὲ τὸν τίμιο ἱδρῶτα του. Τὸ εὐαγγέλιο λοιπὸν λέει νὰ ρωτήσῃς τὸν ἑ­αυτό σου· Αὐτὸ ποὺ σκέπτεσαι νὰ κάνῃς στὸν ἄλλο, θέλεις νὰ σοῦ τὸ κάνῃ κ᾽ ἐκεῖνος; Θέλεις ὁ ἄλλος νὰ σοῦ πάρῃ τὸ πορτοφόλι, νὰ μὴ σοῦ πληρώνῃ τὸ μεροδούλι σου, νὰ σὲ ἀδι­κῇ; Θέλεις στὸ ἑστιατόριο νὰ σοῦ βάλουν χαλασμένο φαγητό, στὸ φαρμακεῖο καὶ σοῦ δώσουν νοθευμένο φάρμακο; Θέλεις ὁ ἄλλος νὰ βάλῃ φωτιὰ νὰ κάψῃ τὸ μαγαζί σου ἢ τὸ σπίτι σου, νὰ πάῃ στὸ κτῆμα σου καὶ νὰ ξερρι­ζώσῃ τὰ δέντρα, νὰ πάῃ στὸ κοπάδι σου καὶ νὰ τυφλώσῃ τὰ πρόβατα, νὰ σοῦ κάνῃ ζημιά; Δὲν θέλεις. Ἔ, ὅπως ἐσὺ δὲν θέλεις νὰ σὲ ζημιώ­σῃ ὁ ἄλλος ὑλικῶς, ἔτσι κ᾽ ἐσὺ δὲν πρέπει νὰ τὸν ζημιώσῃς. «Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως».
⃝ Παραπάνω ὅμως ἀπὸ τὸ χρῆμα εἶνε ἡ ζωὴ καὶ ἡ ὑγεία. Εἶνε τὰ μάτια ποὺ βλέπεις, τὰ αὐ­τιὰ ποὺ ἀκοῦς, ἡ καρδιὰ ποὺ χτυπάει. Τί μεγά­λο πρᾶγμα ἡ ζωὴ καὶ ἡ ὑγεία σου! Γι᾽ αὐτὸ ἔχεις τὴν ἀξίωσι οἱ ἄλλοι νὰ τὴ σέβωνται. Ὅ­πως λοιπὸν δὲν θέλεις ὁ ἄλλος νὰ σὲ βλάψῃ σ᾽ αὐτά (νὰ πάρῃ μαχαίρι νὰ σὲ πληγώσῃ, νὰ σ᾽ ἀ­φήσῃ ἀνάπηρο, ἢ νὰ ῥίξῃ φαρμάκι στὸ φαγη­τό σου, ἢ νὰ σοῦ μεταδώσῃ τὴν ἀσθένειά του κ.λπ.), ἔτσι κ᾽ ἐσὺ νὰ σεβαστῇς τὴ ζωὴ καὶ τὴν ὑγεία τῶν ἄλλων· «καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως».
⃝ Ἀλλὰ γιὰ μᾶς τοὺς Ἕλληνες ποὺ κατοικοῦ­με στὰ βράχια αὐτὰ ―δὲν ξέρω γιὰ τὰ ἄλλα ἔ­θνη― πάνω κι ἀπὸ τὴν περιουσία, πάνω κι ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ τὴν ὑγεία, παραπάνω ἀπ᾽ ὅλα, εἶνε ἡ τιμή, ἡ ὑπόληψις. Ὅταν ἤμουν ἱεροκήρυκας περιώδευα κάποτε στὰ βουνὰ τῆς Πίνδου. Εἶχαν ἐκεῖ πανηγύρι τοῦ ἁγίου Γεωρ­γίου. Βρέθηκα λοιπὸν σὲ μιὰ καλύβα τσοπάνηδων καὶ κάθησα μαζί τους στὸ τραπέζι. Καὶ τί λέτε ὅτι εὔχονταν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, «χρόνια πολλά»; Μοῦ ἔκανε ἐντύπωσι· δὲν ἔλεγαν οὔτε «χρόνια πολλά» οὔτε «νὰ πληθύνουν τὰ ζῷα – τὰ πρόβατα», ἀλλὰ «Νὰ χαίρεσαι τὴν τιμὴ – τὴν ὑ­­πόληψί σου»! Αὐτὸ εἶνε πράγματι τὸ μεγαλύτερο ἀγαθό. Θέλεις ἡ ὑπόληψί σου, ἡ τιμὴ τοῦ σπιτιοῦ σου νὰ εἶνε ὑψηλά. Λοιπὸν σὲ ρωτῶ· θέλεις ὁ ἄλλος νὰ πηγαίνῃ ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι καὶ νὰ σὲ κατηγορῇ; Θέλεις στὸ δικαστήριο νὰ πα­λαμίσῃ τὸ Εὐαγγέλιο καί, ἐνῷ εἶσαι ἀθῷος, νὰ πῇ ὅτι εἶσαι ἔνοχος; Θέλεις, τὴν ὥρα ποὺ λείπεις, νὰ τρυπώσῃ στὸ σπίτι σου καὶ νὰ ἀτιμά­­σῃ τὴ γυναῖκα σου, τὴν ἀδελφή σου, τὸ κορί­τσι σου; Ὄχι, ὄχι. Ὅπως λοιπὸν ἐσὺ δὲν τὰ θέλεις αὐτά, ἔτσι κ᾽ ἐσὺ νὰ σέβεσαι τὴν τιμὴ τοῦ ἄλλου. «Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄν­θρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως».
Ἀλλά, ἀδελφοί μου, δὲν ἔχει μόνο ἀρνητι­κὴ πλευρὰ ὁ φυσικὸς αὐτὸς νόμος· ἔχει καὶ θετική, σὰν νόμισμα μὲ δυὸ ὄψεις. Δὲν θέλεις ὁ ἄλλος νὰ σοῦ κάνῃ τὸ κακό, θέλεις νὰ σοῦ κάνῃ τὸ καλό. Πεινᾷς; θέλεις νὰ σοῦ δώσῃ ψω­μί. Διψᾷς; θέλεις νὰ σοῦ δώσῃ νερό. Ἄρρωστος εἶσαι; θέλεις νὰ σὲ ἐπισκεφθῇ. Πέθανε ὁ πατέρας σου; θέλεις νὰ ἔρθῃ νὰ σὲ παρηγο­ρήσῃ. Δὲν ἔχεις δουλειά; θέλεις νὰ σὲ βοηθή­σῃ νὰ βρῇς. Σὲ ἀδικοῦν; θέλεις νὰ σὲ ὑπερασπισθῇ. Ἔσφαλες; θέλεις νὰ σὲ συχωρέσῃ. Τὸ ἴδιο λοιπὸν κάνε κ᾽ ἐσὺ σ᾽ αὐτόν.

* * *

Ἀδελφοί μου, τελείωσα. Αὐτὸ ἦταν τὸ «ἄλ­φα». Καὶ τὸ συμπέρασμα; Κάθε φορὰ ποὺ πρό­κειται νὰ κάνουμε κάτι, νὰ ἐρωτοῦμε τὴν καρ­διά μας· Αὐτὸ ποὺ θὰ κάνω στὸν ἄλλο θέλω νὰ μοῦ κάνῃ κι αὐτός; Κι ἂν ἡ καρδιὰ λέῃ ναί, νὰ τὸ κάνουμε· ἂν λέῃ ὄχι, νὰ μὴν τὸ κάνουμε.
Στὸν κόσμο ὅμως βασιλεύει ἀδικία. Τί πρέπει νὰ γίνῃ; Ἕνας βασιλιᾶς ἔβλε­πε ὅτι τὸ κράτος του διαλύεται. Κάλεσε τοὺς σοφούς. Μὲ τόσους νόμους ποὺ ἔχουμε, λέει, βασιλεύει ἡ παρανομία. Τοὺς σβήνω ὅλους, καὶ δῶστε μου ἕνα μό­νο νόμο, ποὺ νὰ μπορῇ νὰ ἐφαρμόζεται παν­τοῦ. Ἔψαξαν τὰ βιβλία, ἔστυψαν τὰ μυαλά τους, δὲν βρῆκαν ἕνα νόμο ποὺ νὰ λύνῃ ὅλα τὰ προβλήματα. Ἐπὶ τέλους ἄνοιξαν τὸ Εὐαγγέλιο καὶ βρῆκαν· «Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁ­μοίως». Διέταξε ἀμέσως καὶ κρέμασαν παν­τοῦ πινακίδες – ταμπέλλες μὲ τὸ ῥητὸ αὐτό.
Εὐτυχισμένο τὸ σπίτι, ἡ κοινωνία, ἡ ἀνθρωπότης ποὺ θέλει νὰ κυβερνηθῇ μὲ τὸ νόμο αὐτό. Ἂν μποροῦσα θὰ πήγαινα ἐκεῖ ποὺ συν­εδριάζουν τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη νὰ τοὺς πῶ· Ἔ­θνη καὶ λαοί· «καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως». Ἐὰν ὅλοι, δεξιοὶ – ἀριστεροί, ἄσπροι – μαῦροι – κί­τρινοι, ἐφαρμόσουμε τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Χρι­στοῦ, τότε θὰ ἔχουμε εἰρήνη· διαφορετικά….
Εὔχομαι, αὐτὸ τὸ ἄλφα τοῦ Εὐαγγελίου, νὰ ἐ­φαρμόσουμε ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, γιὰ νὰ ἔχουμε τὴν εὐλογία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Βασιλείου Πειραιῶς 2-10-1960)

______________

ΣΤΑ ΡΟΥΜΑΝΙΚΑ

ΑΠΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ· «ΚΥΡΙΑΚΗ»

________________________________________

STHN AGKALIA TOY XRISTOY ιστPREDICA MITROPOLITULUI AUGUSTIN DE FLORINA
LA DUMINICA A XVIII-A DUPĂ RUSALII

(Luca 6, 31-36)

O LEGE

,,Precum voiţi să vă facă vouă oamenii, faceţi-le şi voi asemenea” (Luca 6, 31).

Iubiţilor, există o lege, care este cea mai veche din toate legile, pe care le-au făcut oamenii, ca să poată să-şi ritmeze armonios legăturile dintre ei şi să trăiască fericiţi. Lege, care nu este crestată pe plăci de marmură sau scrisă pe hârtii şi în ziarele oficiale ale statului. O lege pe care a sădit-o Dumnezeu, care l-a plăsmuit pe om ,,după chipul şi asemănarea Sa” (Facere 1, 26). Şi această lege înnăscută este legea dragostei.
Această lege strigă fiecărui om să iubească. Îi strigă să nu facă niciun rău celuilalt, să nu fure, să nu nedreptăţească, să nu atace onoarea familială a altuia, să nu spună minciuni, să nu defăimeze şi să clevetească, să nu calomnieze pe celălalt, să nu se ducă pe la tribunale şi să facă jurăminte mincinoase, să nu ucidă, să nu ia viaţa altuia. Acestea le strigă legea dragostei. Dar această lege nu se opreşte aici. Înaintează din ce în ce mai mult. Strigă nu numai că trebuie să nu facem răul, ci trebuie să facem şi binele celorlalţi oameni. Flămânzesc? Însetează? Le este frig? Se află într-o situaţie dificilă? Sunt în pericol? Noi nu trebuie să rămânem reci şi indiferenţi. Trebuie să alergăm în ajutorul lor prin toate mijloacele de care dispunem. Şi pâine, şi apă, şi haine, şi cuverturi, şi medicamente, şi orice fel de ajutor, trebuie să-l oferim celorlalţi oameni. Şi aşa cum ne dorim ca ceilalţi oameni nu numai să nu ne nedreptăţească, ci şi să ne ajute, aşa şi noi trebuie să ne comportăm faţă de ceilalţi.
Aceasta este legea înnăscută a dragostei, pe care o exprimă Hristos în Evanghelia de astăzi prin următoarele cuvinte: ,,Precum voiţi să vă facă vouă oamenii, faceţi-le şi voi asemenea” (Luca 6, 31).

***
Dar Hristos, Care a venit în lume ca să împlinească, să desăvârşească, să completeze legea morală, să lărgească hotarele iubirii şi să arate desăvârşirea, nu vrea ca omul să se oprească în drumul iubirii. Vrea ca omul să înainteze. Vrea ca omul să urce pe cele mai înalte trepte. Iubirea, aşa cum învaţă Hristos, nu trebuie să se limiteze la un cerc îngust de oameni. Nu! Pentru că o astfel de iubire, restrânsă la puţinii oameni care ne iubesc, oricine o poate întâlni şi la cei mai păcătoşi oameni, şi la cele mai păcătoase reuniri umane. De pildă: Există oameni mai răi decât tâlharii? Apucă armele, se organizează în bande, fură, răpesc, necinstesc, ucid oameni. Îi urăsc pe oameni. Şi totuşi, tâlharii care îi urăsc pe alţii, între ei au dragoste; se susţin între ei. Ură faţă de alţii, dar iubire faţă de ei înşişi şi faţă de anturajul lor. Dacă va dispare dragostea dintre ei, banda se va risipi. Lucrul acesta arată că iubirea este atât de necesară, că nici cei mai păcătoşi nu pot să trăiască fără iubire.
Dar această iubire, care îi leagă pe păcătoşi între ei, nu este o iubire curată. Este o iubire păcătoasă, iubire care are drept scop deservirea intereselor omeneşti egoiste şi păcătoase. Această iubire, iubirea tâlharilor, are consecinţe dezastruoase. Poate să facă mari catastrofe. Răul, când este singur, face răul, dar într-o măsură mică. Însă atunci când cel rău se uneşte cu alţi răi, iar aceştia iarăşi se unesc cu alţii şi se fac mulţi, mii de mii, milioane multe, o, atunci!…
Dacă aceşti oameni, care au ură în inimă şi au ca lozincă „moartea ta este viaţa mea” şi vor să-i nimicească pe toţi ceilalţi ca să trăiască şi să conducă ei, dacă aceste milioane de oameni răi se vor organiza, se vor înarma cu armele groaznice ale distrugerii şi vor face război împotriva celorlalte popoare mici şi neputincioase, o, ce catastrofă va fi atunci! O astfel de catastrofă groaznică a văzut omenirea în secolul nostru de două ori. A văzut-o în cele două războaie mondiale, dintre care cel de-al doilea a fost şi mai dezastruos decât primul. Milioane de oameni uniţi, având în frunte conducători oameni sălbatici, fiare, ca înfricoşătoarele fiare ale Apocalipsei, s-au năpustit şi au împrăştiat moartea şi catastrofa. Şi aceste milioane de oameni aveau dragoste între ele, dar aveau şi ură împotriva celorlalţi oameni, pe care voiau să-i supună şi să-i nimicească. Iubirea lor era limitată, egoistă. Nemţii îi iubeau cu patos doar pe nemţi. Ruşii pe ruşi. Italienii pe italieni. Japonezii pe japonezi. Englezii pe englezi, etc. Şi marile state, dincolo de aşa-numitele lor interese naţionale n-au văzut nimic altceva. Iar toate câte le spuneau despre dreptate, toate erau o înşelăciune şi o iluzie. Din nefericire, acest lucru l-a demonstrat şi-l demonstrează continuu realitatea.

***

Dar Hristos, Care a sădit în inima oamenilor legea dragostei, nu vrea ca dragostea să fie limitată şi sufocată în limitele înguste ale unui sentiment, care doar are numele de dragoste, dar în realitate este un egoism, o adorare şi o zeificare a ego-ului. Iubirea pe care a propovăduit-o Hristos, aşa cum vedem în Evanghelia de astăzi, sparge limitele înguste, se lărgeşte şi se revarsă ca un râu în toată lumea. Hristos ne învaţă că trebuie să-i iubim nu doar pe părinţi, pe prieteni, pe rude, pe conaţionalii noştri, ci chiar şi pe străini şi pe vrăjmaşii noştri. Cât de clar se aude glasul lui Hristos! „Iubiţi pe vrăjmaşii voştri şi faceţi bine…” (Luca 6, 35). Zice: Faceţi bine chiar şi vrăjmaşilor voştri.
Însă acest lucru este uşor? Nu este uşor. Dar „cele cu neputinţă la oameni sunt cu putinţă la Dumnezeu” (Luca 18, 27). Doar în creştinism se împlineşte această iubire ideală, care îi îmbrăţişează chiar şi pe vrăjmaşi.
Vreţi un exemplu? Aruncaţi o privire la Cel Răstignit. Iubirea pe care Hristos a învăţat-o, El însuşi a împlinit-o. Sus, pe Crucea muceniciei Lui, Şi-a întins Preacuratele Sale Mâini şi i-a îmbrăţişat pe toţi oamenii, chiar şi pe vrăjmaşii Lui. S-a rugat pentru răstignitorii Săi şi a spus acele nemuritoare cuvinte, care frâng inimile şi celor mai învârtoşaţi şi nemiloşi oameni: „Părinte, iartă-le lor, căci nu ştiu ce fac” (Luca 23, 34).

***

Iubiţilor, vă întreb: Suntem creştini? Să-L imităm pe Stăpânul nostru. Să-L urmăm cu fidelitate pe sfântul drum al dragostei, dragoste, pe care trebuie s-o arătăm chiar şi vrăjmaşilor noştri.

(traducere: Frăţia Ortodoxă Misionară „Sfinţii Trei Noi Ierarhi”, sursa: „Kyriaki”)

Ο Σταυρος Του ΧΡΙΣΤΟΥ και οι σταυροι μας

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Σεπ 10th, 2010 | filed Filed under: Român (ROYMANIKA), ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Ο Σταυρος Του ΧΡΙΣΤΟΥ και οι σταυροι μας

«Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν
καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι»(Μᾶρκ. 8,34)



M.-Πεμπτη-2004-π.-Α copyΕΩΡΤΑΣΑΜΕ, ἀγαπητοί μου, τὴν ἑορτὴ τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ σταυροῦ, γιὰ τὸν ὁποῖον ἔψαλε ἡ Ἐκκλησία μας «Τὸν Σταυρόν σου προσκυνοῦμεν, Δέσποτα, καὶ τὴν ἁγίαν σου ἀνάστασιν δοξάζομεν». Γιὰ τὸ σταυρὸ συνέθεσαν ὕμνους οἱ ποιηταὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἔπλεξαν ἐγκώμια οἱ ἅγιοι πατέρες, ἀπὸ τοὺς ἀρχαιοτέρους μέχρι τοὺς νεωτέρους.
Τὸν τίμιο σταυρὸ ἀγαποῦσε καὶ τιμοῦσε καὶ ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ποὺ μαρτύρησε στὰ χρόνια τῆς σκλαβιᾶς. Τόσο τὸν εὐλαβεῖτο, ὥστε ὅπου πήγαινε ἔστηνε ἕνα μεγάλο ξύλινο σταυρὸ καὶ κάτω ἀπ᾽ τὴ σκιά του κήρυττε· καὶ μοίραζε παντοῦ σταυρουδάκια ποὺ κάνουν θαύματα.

* * *

Γιὰ τὸν τίμιο σταυρό, ἀγαπητοί μου, ὁμιλεῖ καὶ τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Πῶς ἀρχίζει· «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν…»(Μᾶρκ. 8,34). «Ὅποιος θέλει», λέει. Δὲν βιάζει κανέναν ὁ Χριστός, δὲν τὸν παίρνει ἀπ᾽ τ᾽ αὐτὶ νὰ τὸν βάλῃ στὸ μαντρί, σὰν πρόβατο – σὰν γίδι, ἀλλ᾽ ἀφήνει τὸν ἄνθρωπο ἐλεύθερο. Ἂν θέλῃς, πιστεύεις στὸ Χριστό· ἂν δὲν θέλῃς, δὲν πιστεύεις.
Κι ἂν κανένας δὲν θέλῃ νὰ πιστεύῃ ―καὶ θά ᾽ρθουν τὰ χρόνια αὐτὰ ποὺ δὲν θὰ πιστεύῃ κανένας―, ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ μᾶς· ἐπάνω στὸν οὐρανὸ σμήνη ἀγγέλων τὸν ὑμνοῦν καὶ τὸν δοξάζουν μέρα – νύχτα.
Ἐλεύθερος λοιπὸν εἶσαι νὰ πιστέψῃς ἢ νὰ μὴν πιστέψῃς. Ἀλλ᾽ ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ εἶπες ὅτι πιστεύεις, ἂν θέλῃς νὰ εἶσαι συνεπής, πρέπει νὰ ἐκτελέσῃς τρία πράγματα ποὺ λέει ἐν συνεχείᾳ. Τὸ πρῶτο εἶνε, «ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν» (ἔ.ἀ.), νὰ μισήσῃς δηλαδὴ τὸν διεφθαρμένο ἑαυτό σου, νὰ μισήσῃς τὴν ἁμαρτία σὰν τὸ μεγαλύτερο ἐχθρό σου. Τὸ δεύτερο εἶνε, νὰ σηκώσῃς τὸ σταυρό, τὸ δικό σου σταυρό. Καὶ τὸ τρίτο, ν᾽ ἀκολουθήσῃς τὰ ἴχνη τοῦ Χριστοῦ. Μᾶς καλεῖ λοιπὸν σήμερα ὁ Χριστὸς νὰ σηκώσουμε τὸ σταυρό μας. Ὅπως ἐκεῖνος σή κωσε στοὺς ὤμους τὸ σταυρό του, ἔτσι κ᾽ ἐ μεῖς οἱ Χριστιανοί, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἄντρες καὶ γυναῖκες, πρέπει νὰ σηκώσουμε τὸ σταυρό μας.
Καὶ ποιός εἶνε ὁ σταυρὸςαὐτὸς ποὺ πρέπει νὰ σηκώσουμε; Σταυρὸς τί σημαίνει· ὄχι καλοπέρασι, ἄνεσι, λεπτά· σταυρὸς σημαίνει κόπο, μόχθο, ἱδρῶτα. Καὶ βλέπουμε, ὅτι ἔτσι ἔγινε καὶ ἔτσι γίνε ται ὅ,τι καλό. Ὅποιος βαδίζει αὐτὸ τὸ δρόμο, ἔχει σταυρό· ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ θὰ γεννηθῇ ὥσπου νὰ κλείσῃ τὰ μάτια στὸ μάταιο τοῦτο κόσμο καὶ νὰ στηθῇ ἕνας σταυρὸς πάνω στὸ μνῆμα του, ὁ Χριστιανὸς σηκώνει σταυρό. Κι ἀλλοίμο νο ἂν δὲν σηκώνῃ. Ποιός εἶνε ὁ σταυρὸς αὐτός; Θὰ σᾶς δείξω τώρα μερικοὺς τέτοιους σταυρούς.
⃝ Σταυρὸς εἶνε πρῶτα – πρῶτα ἡ ἐργασία ποὺ πρέπει νὰ κάνῃ ὁ ἄνθρωπος. Εἶνε θεία ἐντολὴ καὶ καθῆκον. Παρατηρῆστε π.χ. τὸ γεωργό· σηκώνεται πρωί, πηγαίνει στὸ χωράφι, σκύβει στὴ γῆ, ὀργώνει, σπέρνει, κλα δεύει, ποτίζει τὸ χῶμα ὄχι μόνο μὲ νερὸ ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν ἱδρῶτα του, πολλὲς φορὲς καὶ μὲ τὸ αἷμα του ὅταν συμβαίνουν δυστυχήματα μὲ τὰ γεωργι  κὰ μηχανήματα. Σταυρὸ σηκώνει καὶ ὁ βοσκός, ποὺ τρέχει στὰ βουνὰ γιὰ τὰ πρόβατα, τὰ γίδια καὶ τὰ γελάδια του. Σταυρὸ σηκώνει ὁ ἐργάτης, ποὺ αἰωρεῖται στὴ σκαλωσιὰ ἢ ἀναπνέει καυσαέρια στὸ ἐργοστάσιο ἢ κάποτε κατα  πλακώνεται στὸ ὠρυχεῖο. Σταυρὸ σηκώνει ὁ δάσκαλος, ποὺ ἔχει νὰ κάνῃ μὲ κακο μαθημένα καὶ ἰδιότροπα παιδιά. Σταυρὸ ἔχει καὶ ὁ γιατρός, ποὺ ὀφείλει νὰ σπεύδῃ στὴν ἀνάγκη ὁποια δήποτε ὥρα. Σταυρὸ σηκώνει ἡ νοσοκόμα, ποὺ ξενυχτᾷ στὸ προσκέφαλο τοῦ ἀρρώστου. Σταυρὸ σηκώνει ὁ παπᾶς, σήμερα ἰδίως ποὺ τὸν εἰρωνεύονται, τὸν χλευάζουν καὶ τὸν βρίζουν καὶ μικρὰ παιδιὰ ἀκόμη. Κάθε τίμιος ἄνθρωπος ἔχει σταυρό. Προχθὲς ἔγραψαν οἱ ἐφημερίδες, ὅτι πνιγόταν ἄνθρωπος μέσα σὲ πηγάδι, ποὺ ἄνοιγαν σὲ κάποιο κτῆμα· κάλεσαν τὴν πυροσβεστική, κατέβηκε νὰ τὸν βγάλῃ ἕνας πυροσβέστης, νέος 22 ἐτῶν, κι ἀπὸ τὰ ἀέρια ποὺ ὑπῆρχαν ἐκεῖ ἔπαθε ἀσφυξία καὶ τὸν ἔβγαλαν νεκρό· θυσιάστηκε γιὰ τὸν ἄλλο, ὅπως ὁ Χριστὸς ποὺ σταυρώθηκε γιὰ ὅλους.
⃝ Σταυρὸς λοιπὸν ἡ εὐσυνείδητη ἐργασία. Σταυρὸς καὶ ἡ ἀρρώστια. Σκεφτῆτε· νὰ εἶστε πάνω στὸ κρεβάτι καρφωμένος ὄχι γιὰ μιὰ – δυὸ ὧρες ἢ μιὰ μέρα, ἀλλὰ ἕνα μῆνα, δύο μῆνες, ἕνα χρόνο, δύο χρόνια, εἴκοσι χρόνια, τριάντα χρόνια, σαράντα χρόνια! Ὅποιος ὑπομένει ἀσθένεια χωρὶς νὰ βλαστημάῃ, ἀλλὰ δοξάζει τὸ Θεό, σηκώνει σταυρὸ καὶ θά ᾽χῃ στεφάνι.
⃝ Θέλετε ἄλλους σταυρούς; Σταυρὸς εἶνε ἡ συζυγία. Καὶ ἡ γυναίκα μὲ τὸ σκληρὸ καὶ βάναυσο ἄντρα, ποὺ τὴν κακομεταχειρίζεται καὶ τὴ χτυπάει, καὶ ὁ ἄντρας μὲ τὴν ἰδιότροπη ἢ ζηλιάρα γυναῖκα, ποὺ δὲν τὸν ἀφήνει στιγμὴ νὰ ἡσυχάσῃ, σταυρὸ σηκώνουν.
⃝ Σταυρὸς εἶνε ἡ οἰκογένεια· νὰ φεύγῃ ὁ πατέρας πρωὶ στὴ δουλειά, νὰ κοπιάζῃ νὰ βγάλῃ τὸ ψωμί τους, κ᾽ ἡ μάνα νὰ γεννᾷ παιδιά, νὰ φροντίζῃ τὰ πάντα ὅλη μέρα, καὶ τὴ νύχτα νὰ ξαγρυπνᾷ κοντὰ στὸ ἄρρωστο παιδί της.
⃝ Σταυρὸς εἶνε καὶ ἡ χηρεία. Ἡ νέα γυναίκα ποὺ πέθανε ὁ ἄντρας της, τί σταυρὸ ἔχει! Προχθὲς πῆρα ἕνα γράμμα ἀπὸ τὴ Γερμανία καὶ ἔκλαψα. Γράφει τὰ βάσανά της μιὰ γυναίκα· «Ἤμουν 22 χρονῶν, παντρεμένη μὲ δύο παι-
δά κια, καὶ ὁ ἄντρας μου πέθανε. Εἴχαμε φτώχεια μεγάλη. Δὲν μποροῦσα νὰ ζήσω στὸ χωριό, ἔφυγα, πῆγα στὴ Γερμανία, καὶ δούλεψα ἐκεῖ 30 χρόνια στὰ ἐργοστάσια. Δόξα νά ᾽χῃ ὁ Θεός, μὲ βοήθησε καὶ σπούδασαν τὰ παιδιά μου· τώρα εἶνε θαυμάσιοι ἐπιστήμονες καὶ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ». Αὐτὴ ἔμεινε χήρα καί, πιστὴ στὸν ἄντρα της, δὲν ξαναπαντρεύτηκε, ὅπως παντρεύονται μερικὲς ἀμέσως. 30 χρόνια σήκωσε σταυρό. Εὐλογημένες τέτοιες γυναῖκες.
«Καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ». Ἀλλ᾽ ὅταν ὁ Χριστὸς λέει ὅτι πρέπει νὰ σηκώνουμε σταυρὸ δὲν ἐννοεῖ μόνο αὐτοὺς τοὺς σταυρούς· ἐννοεῖ καὶ κάτι βαθύτερο. Ποιό εἶνε τὸ βαθύτερο; Σταυρὸς κυρίως σημαίνει μάχη, ἀγώνας ποὺ πρέπει νὰ κάνουμε μὲ τὸν ἑαυτό μας· σταυρὸς εἶνε νὰ πολεμήσουμε σφοδρῶς τὰ πάθη μας, τὶς κακίες μας, τὴν ἁμαρτία. Ὤ ἡ ἁμαρτία! αὐτὸς εἶνε ὁ μεγάλος ἐχθρός. Ἡ ἁμαρτία (εἴτε κενοδοξία καὶ ἐγωισμός, εἴτε φιλαργυρία καὶ πλεονεξία, εἴτε πορνεία καὶ μοιχεία, εἴτε φθόνος καὶ κακία, εἴτε ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀδυναμία) εἶνε θηρίο ποὺ μουγκρίζει μέσ᾽ στὰ στήθη μας, ἑπτακέφαλο τέρας τοῦ ᾅδου ποὺ ζητάει νὰ μᾶς κατασπαράξῃ.
Χρειάζεται λοιπὸν σταυρός, σταύρωμα. Ὄχι ἁπλῶς τὸ σταυροκόπημα, ποὺ κάνουν οἱ μανάδες στὰ παιδάκια πιάνοντας τὸ χεράκι τους. Σταύρωμα θὰ πῇ, νὰ χτυπήσῃς στὴ ῥίζα τὰ πάθη, τὶς κακίες, τὰ ἐ λαττώματά σου, νὰ θανατώνῃς τὴν ἁμαρτία ποὺ ἔχεις μέσα σου. Κι ὅπως ἕνας σταυρωμένος δὲν μπορεῖ νὰ κλέψῃ ἢ νὰ κάνῃ ἄλλο κακὸ γιατὶ τὰ χέρια του εἶνε καρφωμένα, ἔτσι κ᾽ ἐκεῖνος ποὺ νεκρώνει τὰ πάθη γίνεται ἀνίκανος γιὰ ἁμαρτία.
Σταυρὸς δηλαδή, μὲ τὴ βαθυτέρα ἔννοια, εἶνε ἡ τιμιότης, ἡ φιλαλήθεια, ἡ συνέπεια, ἡ ἑκουσία πτωχεία, ἡ ἀφάνεια, ἡ ταπείνωσις, ἡ ἐκκοπὴ τοῦ ἁμαρτωλοῦ θελήματος, ἡ νέκρωσις τοῦ ἐγὼ καὶ τῶν παθῶν, ἡ ὑπακοὴ στὸ νόμο καὶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἡ μίμησις τοῦ Χριστοῦ.

* * *

Αὐτοί, ἀγαπητοί μου, εἶνε οἱ σταυροί, ποὺ ἔχουμε νὰ σηκώσουμε ὅλοι. Καὶ μακάριος ὅποιος ἐκτελεῖ τὸ ἱερὸ αὐτὸ καθῆκον· αὐτὸς μιμεῖται τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν.
Ἦταν κάποτε σ᾽ ἕνα χωριὸ ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ὑπέφερε βάσανα, ἀλλὰ δὲν εἶχε ὑπομονή. Γόγγυζε καὶ ἔλεγε· Γιατί, Θεέ μου,σ᾽ ἐ μένα τέτοιες δοκιμασίες; γιατί τόση καὶ δυστυχία; Βαρὺ σταυρὸ μοῦ φόρτωσες, εἶσαι ἄδικος… Μιὰ νύχτα εἶδε σὲ ὄνειρο, ὅτι τὸν πῆρε ἕνας ἄγγελος, τὸν πῆγε σ᾽ ἕνα μεγάλο κάμπο, κ᾽ ἐκεῖ βλέπει νὰ φυτρώνουν σταυροὶ σὰν στάχυα· σταυροὶ διαφόρων σχημάτων καὶ μεγεθῶν, ἀπὸ μικροὶ ἕως μεγάλοι· σταυροὶ ξύλινοι – μαρμάρινοι – σιδερένιοι, ἀπὸ ἐλαφροὶ μέχρι βαρεῖς. Τοῦ λέει ὁ ἄγγελος· ―Διάλεξε μόνος σου ἕναν ἀπ᾽ αὐτοὺς τοὺς σταυρούς. Ἐκεῖνος, ἀφοῦ τοὺς κοίταξε ὅλους, διάλεξε ἕνα σταυρὸ μικρό, πολὺ ἐ λαφρό. ―Αὐτὸν θέλω, λέει. ―Ἔ, τοῦ ἀπαντᾷ τότε ὁ ἄγγελος, αὐτὸς εἶνε ὁ δικός σου σταυρός· εἶνε ὁ μικρότερος ποὺ ὑπάρχει.
Καταλάβατε; Ὑπάρχουν σταυροὶ μεγάλοι καὶ βαρεῖς, ποὺ σήκωσαν ἅγιοι καὶ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὅπως π.χ. ὁ ἅγιος Κο σμᾶς· ὁ δικός μας σταυρὸς εἶνε πολὺ μικρός, φτερὸ καὶ ἄχυρο μπροστὰ στὸ σταυρὸ ἐκείνων καὶ μάλιστα μπροστὰ στὸ σταυρὸ ποὺ σήκωσε ὁ Χριστός. Μὴ γογγύζουμεκαὶ βλαστημοῦ με. Ἄλλοι ὑποφέρουν πο λὺ χειρότερα.
Ἂς παρακαλέσουμε τὸ Θεὸ νὰ μᾶς ἀξιώσῃ νὰ ἐκτελέσουμε αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Χριστός· «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι».

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, του Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Κοσμᾶ Αἰτωλοῦ Φλαμπούρου – Φλωρίνης τὴν 18-9-1977

____________________

ΣΤΑ ΡΟΥΜΑΝΙΚΑ

___________________

PREDICA MITROPOLITULUI AUGUSTIN DE FLORINA LA DUMINICA DUPĂ ÎNĂLŢAREA SFINTEI CRUCI

CRUCEA LUI HRISTOS ŞI CRUCILE NOASTRE

,,Cine voieşte să vină după Mine, să se lepede de sine, să-şi ia crucea sa şi să-Mi urmeze Mie”
(Marcu 8, 34)

Am sărbătorit, iubiţii mei, praznicul Cinstitei şi de viaţă făcătoarei Cruci, pentru care Biserica noastră a cântat ,,Crucii Tale ne închinăm, Stăpâne, şi sfântă Învierea Ta o lăudăm şi o slăvim”. Pentru Cruce poeţii Bisericii au alcătuit imne, iar Sfinţii Părinţi, de la cei mai vechi până la cei mai noi, au împletit cuvinte de laudă.
Cinstita Cruce o iubea şi o cinstea şi Sfântul Cosma Etolianul, care a primit mucenicia în anii sclaviei. Atât de mult o avea la evlavie, încât oriunde mergea ridica o cruce mare de lemn şi sub umbra ei predica; şi împărţea pretutindeni cruciuliţe care fac minuni.

***
Iubiţii mei, despre cinstita Cruce vorbeşte şi Evanghelia de astăzi.
Cum începe? ,,Cine voieşte să vină după mine…” (Marcu 8, 34). ,,Cine voieşte’’, zice. Nu forţează pe nimeni Hristos, nu îl ia de ureche să-l bage în staul, ca pe o oaie – ca pe o căpriţă -, ci îl lasă liber pe om. Dacă vrei, crezi în Hristos, dar dacă nu vrei, nu crezi.
Şi chiar dacă nimeni nu vrea să creadă – şi vor veni aceşti ani în care nimeni nu va crede -, Hristos n-are nevoie de noi; sus în cer cete de îngeri Îl laudă şi-L slăvesc zi şi noapte.
Aşadar, eşti liber să crezi sau să nu crezi. Dar din momentul în care ai spus că crezi, dacă vrei să fii consecvent, trebuie să împlineşti trei lucruri pe care vi le voi zice în continuare. Primul este ,,să se lepede de sine”, adică să-ţi urăşti sinele tău stricat, să urăşti păcatul ca pe cel mai mare duşman al tău. Al doilea este să ridici crucea, crucea ta. Şi al treilea – să urmezi paşii, urmele lui Hristos. Ne cheamă deci astăzi Hristos să ne ridicăm crucea. Aşa cum El a ridicat pe umeri Crucea Lui, aşa şi noi creştinii, mici şi mari, bărbaţi şi femei, trebuie să ne ridicăm crucea noastră.
Şi care este această cruce pe care trebuie s-o ridicăm? Ce înseamnă cruce? Nu trai bun, nu confort, nu bani. Cruce înseamnă silinţă, trudă, sudoare. Şi vedem că aşa s-a făcut şi aşa se face orice lucru bun. Cine păşeşte pe acest drum, are parte de cruce. Din clipa în care se naşte până va închide ochii în această lume deşartă şi se va aşeza o cruce pe mormântul lui, creştinul îşi ridică crucea. Şi vai!, dacă nu o ridică. Care este această cruce? Vă voi arăta acum câteva astfel de cruci.
Mai întâi de toate cruce este munca, pe care trebuie să o facă omul. Este poruncă dumnezeiască şi datorie. Uitaţi-vă, de pildă, la plugar. Se scoală de dimineaţă, se duce la ogor, sapă pământul, ară, seamănă, taie ramurile uscate, adapă pământul nu doar cu apă, ci şi cu sudoarea lui, iar de multe ori şi cu sângele lui când se întâmplă accidente cu maşinile agricole. Şi ciobanul ridică o cruce, ciobanul care aleargă în munţi după oi, după căpriţe şi după vacile lui. O cruce ridică şi muncitorul, care se clatină pe schelă sau respiră gaz în fabrică sau uneori este strivit în mină. O cruce ridică învăţătorul, care are de-a face cu copiii obraznici, răsfăţaţi şi cu toane. O cruce are şi medicul, care este dator să alerge la nevoie la orice oră. O cruce ridică şi sora medicală, care înnoptează la căpătâiul celui bolnav. O cruce ridică preotul, mai ales astăzi când îl iau peste picior şi-l înjură chiar şi copiii mici. Orice om cinstit are o cruce. Alaltăieri, au scris ziarele că se îneca un om într-o fântână, pe care au deschis-o pe un teren agricol; au chemat pompierii, iar un pompier, tânăr de 22 de ani, a coborât să-l scoată, dar din cauza gazelor ce erau acolo s-a asfixiat şi l-au scos mort. S-a jertfit pentru celălalt, aşa cum Hristos S-a răstignit pentru toţi.
Aşadar, o cruce este lucrarea noastră, munca noastră cu conştiinciozitate. O cruce este şi boala. Gândiţi-vă! Să fi ţintuit la pat nu o oră sau două, sau o zi, ci o lună, două luni, un an, doi ani, douăzeci de ani, treizeci de ani, patruzeci de ani! Cine rabdă boala fără să hulească, ci slăvindu-L pe Dumnezeu, îşi ridică crucea şi va avea cunună. Vreţi alte cruci? O cruce este şi căsătoria. Şi femeia cu bărbat rău şi grosolan, care o maltratează şi o bate, şi bărbatul cu femeie capricioasă sau geloasă, care nu-l lasă nicio clipă să se liniştească, şi ei ridică o cruce.
O cruce este şi familia: Să meargă tatăl de dimineaţă la serviciu, să se ostenească să-şi scoată pâinea, iar mama să nască copii, să se îngrijească de toate, toată ziua şi noaptea, să privegheze lângă copilul bolnav.
Cruce este şi văduvia. Femeia tânără, căreia i-a murit bărbatul, ce cruce are! Alaltăieri am primit o scrisoare din Germania şi am plâns. O femeie îşi descrie chinurile ei: „Eram de 22 de ani, căsătorită cu doi copii şi bărbatul mi-a murit. Eram într-o mare sărăcie. Nu puteam să trăiesc la sat, am plecat, m-am dus în Germania şi am lucrat acolo 30 de ani în fabrici. Slavă lui Dumnezeu, Care m-a ajutat şi mi-am purtat în şcoală copiii; acum sunt admirabili oameni de ştiinţă şi oameni ai lui Dumnezeu”. Aceasta a rămas văduvă şi credincioasă bărbatului ei, nu s-a recăsătorit, însă unele se căsătoresc imediat. 30 de ani a ridicat o cruce. Binecuvântate sunt astfel de femei.
„Şi să-şi ia crucea sa”. Dar când Hristos zice că trebuie să ridicăm crucea nu se referă doar la aceste cruci. Se referă şi la ceva mai profund. Care este acest lucru mai profund? Cruce înseamnă în principal bătălie, lupta pe care trebuie s-o ducem cu noi înşine; cruce este să războim cu putere patimile noastre, răutăţile noastre, păcatul. O, păcatul! Acesta este marele duşman. Păcatul (fie slavă deşartă şi egoism, fie iubirea de argint şi lăcomia, fie curvia şi adulterul, fie invidia şi răutatea, fie orice altă neputinţă), este o fiară care mugeşte în piepturile noastre, fiara cu şapte capete a iadului, care caută să ne sfârtece.
Aşadar, este nevoie de crucificare, de răstignire. Nu doar de semnul crucii, pe care-l fac mamele copilaşilor luându-le mânuţa. Crucificare sau răstignire înseamnă să loveşti la rădăcină patimile, răutăţile, defectele tale, să-ţi omori păcatul ce-l ai în tine. Şi aşa cum cel răstignit nu poate să fure sau să facă alt rău, pentru că mâinile lui sunt pironite, aşa şi cel care îşi omoară patimile devine inapt pentru păcat.
Cu alte cuvinte, cruce într-un sens mai profund, este onestitatea, iubirea de adevăr, consecvenţa, sărăcia de bunăvoie, nearătarea, anonimatul, smerenia, tăierea voii păcătoase, omorârea ego-ului şi a patimilor, ascultarea faţă de legea şi voia lui Dumnezeu, urmarea lui Hristos.

***
Acestea, iubiţii mei, sunt crucile pe care trebuie să le ridicăm toţi. Şi fericit cel care îşi îndeplineşte această sfântă datorie. Acesta Îl urmează pe Domnul nostru Iisus Hristos.
Era odată într-un sat un om care suferea chinuri, dar nu avea răbdare. Cârtea şi spunea: De ce, Dumnezeul meu, au venit aceste încercări peste mine? De ce nenorocirea asta atât de mare? Grea cruce mi-ai pus pe umeri, eşti nedrept… Într-o noapte, a văzut în vis că l-a luat un înger, l-a dus pe o câmpie mare, şi acolo vede răsărind cruci ca spicele; cruci de diferite forme şi mărimi, de la mici la mari; cruci de lemn, de marmură, de fier, de la cele uşoare la cele grele. Îi zice îngerul:
– Alege-ţi singur una din aceste cruci.
El, după ce s-a uitat la toate, a ales o cruce mică, foarte uşoară.
– Pe asta o vreau, zice.
– Ei, îi răspunde atunci îngerul, asta este crucea ta; este cea mai mică ce există.
Înţelegeţi? Există cruci mari şi grele pe care le-au ridicat Sfinţii şi Părinţii Bisericii, ca de pildă Sfântul Cosma. Crucea noastră este foarte mică, fulg şi paie în comparaţie cu crucea acelora şi mai ales în comparaţie cu crucea pe care a ridicat-o Hristos.
Să nu cârtim şi să hulim. Alţii pătimesc mult mai rele.
Să-L rugăm pe Dumnezeu să ne învrednicească să împlinim ceea ce spune Hristos: ,,Cel ce vrea să vină după Mine, să se lepede de sine, să-şi ia crucea sa şi să-Mi urmeze Mie” (Marcu 8, 34).

† Episcopul Augustin
(Omilie a Mitropolitului de Florina, Augustin Kandiotis, transcrisă după o înregistrare; a fost rostită
în Biserica Sfântului Cosma Etolianul, Flaburu– Florina, 18.09.1977)

(traducere: Frăţia Ortodoxă Misionară „Sfinţii Trei Noi Ierarhi”, sursa: http://www.augoustinos-kantiotis.gr/?p=15291)

Ο ΘΕΟΣ ΣΕ ΑΓΑΠΑ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Σεπ 7th, 2010 | filed Filed under: Român (ROYMANIKA), ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ πρὸ τῆς Ὑψώσεως (Ἰωάν. 3,13-17)

Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

Ο ΘΕΟΣ ΣΕ ΑΓΑΠΑ

  • «Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θε­ὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογε­νῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀ­πόλλυται, ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. 3,16)

υψωσεως ιστΗ ΥΨΩΣΙΣ τοῦ τιμίου Σταυροῦ εἶνε τὸ κέν­τρο τοῦ Σεπτεμβρίου. Ἡ σημερινὴ Κυ­ρια­κὴ λέγεται «πρὸ τῆς Ὑψώσεως» καὶ ἡ ἑπομένη «μετὰ τὴν Ὕψωσιν». Οἱ καταβασίες εἶνε «Σταυρὸν χαράξας Μωσῆς…», ἀπόστολος καὶ εὐαγγέλιο εἶνε ἐπίσης σχετικὰ μὲ τὸ σταυρό.

* * *

Τί μᾶς λέει τὸ εὐαγγέλιο· «Κανένας δὲν ἀ­νέβηκε στὸν οὐρανὸ εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς» (Ἰωάν. 3,13). Μπᾶ, θὰ μᾶς ποῦν οἱ ἄπιστοι, σήμερα ἡ ἐπιστήμη προώδευσε, ὅλων τὰ βλέμματα εἶνε στραμμένα στὸ διάστημα· πῶς τὸ εὐαγγέλιο λέει, ὅτι κανένας δὲν ἀνέβηκε στὸν οὐρανό; Ἐδῶ ἡ ἐπιστήμη διαψεύδει τὴ θρησκεία… Τί ἔχουμε ν᾽ ἀπαντήσουμε;

Ἀγνοεῖτε τὰς Γραφάς. Ὅταν λέῃ τὸ Εὐαγγέ­λιο «οὐρανός», δὲν ἐννοεῖ αὐτὸν τὸν φυσι­κὸ οὐ­ρανό, στὸν ὁποῖο ἀνέβηκε ὁ προφήτης Ἠλίας. Πέρα ἀπὸ αὐτὸ τὸν οὐρανό, πέρα ἀπὸ τὸν ἥλιο τὸ φεγγάρι τὰ ἄ­στρα καὶ τοὺς γαλαξί­ες, ὑπάρχει ἕνας ἄλλος οὐρανός, πνευματι­κὸς ὑπερφυσικὸς ἀόρατος. Γι᾽ αὐτὸ ἡ Γραφὴ λέει κάπου «Αἰνεῖτε αὐτὸν οἱ οὐρανοὶ τῶν οὐρα­νῶν» (Ψαλμ. 148,4). Καὶ γι᾽ αὐ­τὸ γιὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο λέει ὅτι ἡρπάγη «ἕ­ως τρίτου οὐρανοῦ» (Β΄ Κορ. 12,2). Ὑπάρχει λοι­πὸν καὶ κάποιος ἀνώτε­ρος οὐρανός, στὸν ὁ­ποῖο λατρεύεται ὁ Θεός. «Οἱ τὰ Χερουβὶμ μυστικῶς εἰκονίζοντες καὶ τῇ ζωοποιῷ Τριάδι τὸν τρισάγιον ὕμνον προσᾴ­δοντες…» (θ. Λειτ.). Γι᾽ αὐτὸ τὸν οὐρανό, στὸν ὁ­ποῖο δὲν ὑπάρ­χει τίποτε τὸ γήινο ἀλλὰ κατοι­κεῖ ἡ ἁγία Τριὰς καὶ τὰ ἄυλα πνεύματα, ὁμιλεῖ ὁ Χριστὸς ὅταν λέῃ «Οὐδείς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανόν».

Ὥστε ἀπὸ ἐκεῖνο τὸν οὐρανὸ ἦρθε στὴ γῆ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός· ἡ προέλευσί του εἶνε θεία, δηλαδὴ εἶνε Θεός. Καὶ ὅτι εἶνε Θεὸς ὁ Χριστὸς τὸ ἀπέδειξε, ἐκτὸς τῶν ἄλ­λων, μὲ τὴ διδασκαλία του, ποὺ εἶνε θεία. Τὰ βιβλία ποὺ ἔγραψαν καὶ οἱ μεγαλύτεροι σοφοὶ ὑστεροῦν ἐν συγκρίσει μὲ τὸ Εὐ­αγγέλιο. Ὅ­ποιος ἀκούει καὶ διαβάζει τὸ Εὐαγ­γέλιο, αἰσθά­νεται ὅπως οἱ ἀκροαταὶ τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἔλεγαν «Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰωάν. 7,46). Ὁ ἴδιος δὲ γιὰ τὴ διδασκαλία του εἶπε· «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (Ματθ. 24,35. Λουκ. 21,33. βλ. καὶ Μᾶρκ. 13,31).

Ἀπὸ τὸν οὐρανό, ποὺ ἦρθε ὁ Χριστός, μᾶς ἔ­φερε οὐράνια – ὑψηλὰ διδάγματα. Ποιό, θὰ ρωτήσετε, εἶνε τὸ ὑψηλότερο δόγμα, ἡ πιὸ με­γάλη διδασκαλία του; Τὸ λέει σήμερα τὸ εὐ­αγ­γέλιο. Μακάρι νὰ εἶχα δύναμι Χρυσοστόμου καὶ Βασιλείου, νὰ τὸ ἐμφυτεύσω στὶς ψυχές σας. Τὸ ὑψηλότερο δόγμα, ἡ μεγαλύτερη ἀ­λήθεια, εἶνε ὅτι ὁ Θεὸς ἀγαπᾷ τὸν κόσμο – ὁ Θεὸς ἀγαπᾷ τὸν ἄνθρωπο (Ἰωάν. 3,16).

Ἀγαπᾷ τὸν ἄνθρωπο, πρῶτα – πρῶτα γιατὶ αὐτὸς τὸν ἔπλασε. Ἐὰν μὲ πείσῃς ὅτι τὸ σπίτι ἢ τὸ ρολόι σου ξεφύτρωσαν μόνα τους, τότε θὰ δεχθῶ ὅτι καὶ τὸ μεγάλο αὐ­τὸ ρολόι ποὺ λέγεται ἄνθρωπος ἔγινε μόνο του. Ὁ Θεὸς ἔ­κανε τὸν ἄνθρωπο· αὐτὸς ἔκανε τὸ μάτι νὰ βλέπῃ, τὸ αὐτὶ ν᾽ ἀκούῃ, τὰ χέρια νὰ κινοῦν­ται, τὰ πόδια νὰ περπατοῦν, τὴν καρδιὰ νὰ χτυπᾷ, τὸ αἷμα νὰ κυκλοφορῇ, τὸ μυαλὸ νὰ κάνῃ συλλήψεις. Ὁ Θεὸς ἔδωσε τὴν εὔρυθμη λειτουργία σ᾽ αὐτά, τὴν ὑγεία. Κάθε χτύπος τῆς καρδιᾶς σου φωνάζει· Ὁ Θεὸς σὲ ἀγαπᾷ!

Κι ὄχι μόνο ἔπλασε ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ καὶ προνοεῖ γι᾽ αὐτόν. Δὲν τὸν ἔρριξε σ᾽ ἕνα ξερονήσι ἢ πάνω στὸ φεγγάρι· τὸν ἔβαλε στὸν πλανήτη αὐτόν, στὸν ὁποῖο τοῦ ἔδωσε ὅ­λες τὶς πρῶτες ὗλες, ὅλα τὰ ἀναγκαῖα γιὰ νὰ δημιουργήσῃ πολιτισμό. Τοῦ ἔδωσε τὸν ἥλιο, ποὺ φωτίζει καὶ θερμαίνει. Κάθε ἀκτίνα, ποὺ ταξιδεύει τόσα μίλια κ᾽ ἔρχεται καὶ πέφτει πάνω στὸ μάγουλο τοῦ παιδιοῦ, στὸ χέρι τοῦ ἐρ­­γάτη, σὲ σπίτια καὶ καλύβες, περνάει ἀκόμα καὶ τὰ κάγκελλα τῆς φυλακῆς, τί εἶνε; Ἀ­σπασμός, φίλημα τοῦ Θεοῦ. Κάθε ἀκτίνα τοῦ ἥλιου, κάθε σταγόνα τῆς βροχῆς, κάθε πνοὴ τοῦ ἀέρα ποὺ ἀναπνέουμε, οἱ ζέφυροι, οἱ αὖ­ρες, τὰ δέντρα, τὰ λουλούδια, τ᾽ ἀηδόνια, ὅλα λαλοῦν καὶ λένε· Ὁ Θεὸς σὲ ἀγαπᾷ!

Ἀλλ᾽ ὄχι μόνο αὐτά. Ἂν εἶσαι Χριστιανός, ἄ­σε τοὺς ἄλλους νὰ μιλοῦν γιὰ τὰ λουλούδια καὶ τὰ πουλιά. Ἔλα τὴν ἡμέρα τοῦ Σταυροῦ στὴν ἐκκλησία· κι ὅταν ὁ ἱερεὺς ὑψώνῃ τὸ τί­μιο Ξύλο καὶ δῇς νοερὰ τὸ Χριστὸ μὲ τὸ ἀγ­κάθινο στεφάνι, μὲ τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια πληγωμένα καὶ τὴν πλευρὰ κεντημένη, στάσου γιὰ λίγο, συλλογίσου καὶ κάνε τὸ ἐρώτημα· γιατί τὰ ἔπαθε ὅλα αὐτὰ ὁ Χριστός; Καὶ τότε θ᾽ ἀκούσῃς τὴν ἀπάντησι, ποὺ δίνει 800 χρόνια πρὸ Χριστοῦ ὁ προφήτης Ἠσαΐας· «Οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται, καὶ ἡμεῖς ἐλογισάμεθα αὐτὸν εἶναι ἐν πόνῳ καὶ ἐν πληγῇ ὑπὸ Θεοῦ καὶ ἐν κακώσει… τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν» (Ἠσ. 53,4-5). Ποιός μπορεῖ νὰ νιώσῃ πόσο ὁ Θεὸς ἀγάπησε τὸν κόσμο! Μὲ ποιά γλῶσσα νὰ περιγράψουμε τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μας; Ὅποιος ἔχει ἕνα μόνο παιδί, πόσο τὸ πονάει! Ἐλᾶτε λοι­πόν, ἐ­σὺ μάνα κ᾽ ἐσὺ πατέρα, νὰ μᾶς πῆτε πόσο ἀ­γα­πᾶ­­τε τὸ μονάκριβο γέννημά σας! Ἂν τώρα σᾶς πῇ κάποιος, ὅτι πρέπει τὸ παιδὶ αὐτὸ νὰ τὸ θυ­σι­άσετε γιὰ τὸν ἐχθρό σας, ποιά μάνα καὶ ποιός πατέρας τὸ θυσιάζει; Καὶ γιὰ τὸν ἐχθρὸ μάλιστα; Ἐπ᾽ οὐδενὶ λόγῳ. Οὔτε γιὰ τὸ φίλο· πολλῷ μᾶλλον γιὰ τὸν ἐχθρό. Καὶ ὅμως τί λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο· «Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θε­ὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογε­νῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀ­πόλλυται, ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. 3,16)· τό­σο πολὺ ἀγάπησε ὁ Θεὸς τὸν ἀποστάτη κόσμο, ὥστε παρέδωσε τὸν Υἱό του, τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰ­ησοῦν Χριστόν, ὥστε ὅποιος πιστεύει σ᾽ αὐ­τὸν νὰ μὴ χάνεται ἀλλὰ νὰ ἔχῃ ζωὴ αἰώνιο.

* * *

Δὲν ὑπάρχει, ἀδελφοί μου, ἀμφιβολία ὅτι ὁ Θεὸς ἀγαπάει τὸν ἄνθρωπο. Ἀλλ᾽ ἡ ἀγάπη αὐ­τὴ τοῦ Θεοῦ δημιουργεῖ καὶ σ᾽ ἐμᾶς τὴν ὑποχρέ­ωσι νὰ Τὸν ἀγαποῦμε. Ὅπως ἔχεις ἀξίωσι ἐσὺ ἡ μάνα νὰ σ᾽ ἀγαπάῃ τὸ παιδί σου, ἔτσι καὶ ὁ Θεὸς περιμένει νὰ τὸν ἀγαποῦν οἱ ἄν­θρωποι. Εἶνε χρέος μας ν᾽ ἀ­­γαποῦμε τὸ Σωτῆρα μας.

Καὶ ὅμως δὲν ὑπάρχει ἀ­γάπη τοῦ Θεοῦ. Οἱ καρδιὲς εἶνε σήμερα κρύ­ες – παγωμένες γιὰ τὸ Θεό. Μιὰ προφητεία τοῦ ἀποστόλου Παύλου λέει, ὅτι «εἰς τὰς ἐσχάτας ἡμέρας» ―καὶ εἴμαστε στὶς ἔσχατες ἡμέρες― «ἔσονται οἱ ἄνθρωποι …φιλήδονοι μᾶλλον ἢ φιλόθεοι» (Β΄ Τιμ. 3,1-4), οἱ ἄνθρωποι δηλαδὴ θ᾽ ἀγαποῦν τὶς ἡδονές, τὰ μικρὰ καὶ τὰ ἀσήμαντα, παραπάνω ἀπὸ τὸ Θεό. Ἄλλος θ᾽ ἀγαπάῃ τὰ παιδιά του, ἄλλος τὴ γυναῖκα του, ἄλλος τὰ λεφτά, ἄλλος τὰ βιβλία, ἄλλος τὶς ἐπιστῆμες, ἄλλος τὰ γλέντια, ἄλλος τὰ σπόρ…. Θα τρελλαίνων­ται γι᾽ αὐτά, ἀλλὰ στὶς καρδιές τους δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀπείρου Θεοῦ.

Αὐτὸ δὲν γίνεται σήμερα; Τὸ Θεὸ ὄχι μόνο δὲν τὸν ἀγαποῦμε ἀλλὰ καὶ τὸν ὑβρίζουμε. Τὸν ὑβρίζουμε μὲ τὴ γλῶσσα καὶ τὰ λόγια μας, τὸν ὑβρίζουμε καὶ μὲ τὰ ἔργα μας. Κάθε μέρα, κάθε ὥρα, κάθε λεπτὸ βλαστήμιες ἀκούγον­ται. Κ᾽ ἔπειτα περιμένουμε προκοπή; Ὅπως πᾶμε ―μὴ μὲ πῆτε ἀπαισιόδοξο, ζυγίζω μὲ τὸ Εὐαγγέλιο τὴν κοινωνία―, σᾶς λέω τὸ ἑξῆς. Οἱ Ἑβραῖοι μιὰ φορὰ σταύρωσαν τὸ Χριστό, μὰ ἐμεῖς τὸν σταυρώνουμε χιλιάδες φορὲς κάθε μέρα. Στὰ σπίτια, στὰ σχολεῖα, στοὺς στρατῶνες, στὰ δικαστήρια, στὰ πλοῖα, στ᾽ ἁ­μάξια, στὶς παραλίες, στ᾽ ἀκρογιάλια, παντοῦ τὸν σταυρώνουμε· δὲν ὑπάρχει μέρος ποὺ νὰ μὴ στήνουμε κ᾽ ἕνα σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ.

Ὕστερα ἀπ᾽ ὅλα αὐτὰ ἐγὼ θαυμάζω πῶς ὁ Θεὸς ἐξακολουθεῖ νὰ μᾶς ἀγαπᾷ. Δόξα τῇ μακροθυμίᾳ σου, Κύριε! Θὰ μποροῦσε νὰ πῇ στὸν ἥλιο· Χαμήλωσε λιγάκι, ζύγωσε στὴ γῆ! καὶ τότε ἡ θερμοκρασία ν᾽ ἀνεβῇ ἀπὸ 40 σὲ 100, 200, 300 βαθμούς. Θὰ μποροῦσε νὰ πῇ στὴ θά­λασα· Δὲν ὑποφέρω τὶς μοιχεῖες καὶ πορνεῖ­ες τους· φούσκωσε, ἀνέβα, κάλυψε τὶς κορυφές, νὰ μὴ μείνῃ κανένα σκουλήκι ζωντανό! Θὰ μποροῦσε νὰ πῇ στὰ νερά, στὶς πηγές, στὰ σύννεφα καὶ στὰ ποτάμια· Στερέψτε!… Ἀχάριστε ἄνθρωπε, ποὺ πίνεις νερὸ καὶ βλαστημᾷς τὸ Θεό. Δὲν κάνεις οὔτε σὰν τὴν ὄρ­νι­θα, ποὺ πίνει καὶ μετὰ ὑψώνει τὸ κεφάλι πρὸς τὰ πάνω σὰ νὰ εὐχαριστῇ τὸ Θεό. Ἂν στερέψουν τὰ νερά, δὲ θὰ βρίσκῃς οὔτε ἕνα ποτήρι νὰ δροσιστῇς· θὰ κολλᾷς τὴ γλῶσσα σου στὰ μάρμαρα μέσα στὶς σπηλιές. Καὶ ὅμως ὁ Θεὸς μᾶς κρατάει ἀκόμα, τὰ σκουλήκια, πάνω στὴν πλάσι. Δόξα τῇ μακροθυμίᾳ του!

* * *

Ἀδέρφια μου, ὅσοι πιστεύετε στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, στὸν αἰῶνα αὐτὸ τῆς διαφθο­­ρᾶς, ἐλᾶτε ὅλοι, μικροὶ – μεγάλοι, στὴν ἐκκλησία τὴν ἡμέρα τῆς Ὑ­ψώσεως τοῦ Σταυροῦ. Νη­στέψτε σὰν τὴ Μεγάλη Παρασκευή. Σκεφθῆ­τε τὶς ἁ­μαρτίες σας. Μετρῆστε τὶς εὐεργεσί­ες τοῦ Θεοῦ. Καὶ καθὼς θὰ βλέπουμε τὸν τίμιο σταυρό, ἂς ποῦμε ὅλοι· «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλ­θῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42)· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό Ἀναλήψεως Δραπετσώνας – Πειραιῶς    11-9-1960)

__________________

ΣΤΑ ΡΟΥΜΑΝΙΚΑ

______________________

PREDICA MITROPOLITULUI AUGUSTIN DE FLORINA LA
DUMINICA DINAINTEA ÎNĂLŢĂRII SFINTEI CRUCI

(Ioan 3, 13-17)

DUMNEZEU TE IUBEŞTE

„Căci aşa a iubit Dumnezeu lumea încât pe Fiul Său Cel Unul Născut L-a dat, ca tot cel ce crede în El să nu piară, ci să aibă viaţa veşnică” (Ioan 3, 16)

Înălţarea Cinstitei Cruci este în mijlocul lunii septembrie. Duminica de astăzi se numeşte „înainte de Înălţare”şi următoarea „după Înălţare”. Catavasiile sunt „Cruce însemnând Moise…”, Apostolul şi Evanghelia fac referire la Cruce.

***

Ce ne spune Evanghelia? „Nimeni nu s-a suit în cer, decât Cel ce S-a coborât din cer” (Ioan 3, 13). Ba – ne vor spune necredincioşii – astăzi ştiinţa a avansat, privirile tuturor sunt întoarse spre spaţiu; cum spune Evanghelia că nimeni nu s-a suit în cer? Aici ştiinţa contrazice religia… Ce răspundem?
Nu cunoaşteţi Scripturile. Când Evanghelia zice „cer”, nu se referă la acest cer fizic, în care s-a suit proorocul Ilie. Dincolo de acest cer, dincolo de Soare, de Lună, de stele şi de galaxii, există un alt cer, duhovnicesc, supranatural, nevăzut. Din acest motiv, Scriptura zice undeva „Lăudaţi-L pe El cerurile cerurilor” (Psalmul 148, 4). Şi, de aceea, zice despre Apostolul Pavel că a fost răpit „până la al treilea cer”( II Corinteni 12, 2). Există deci şi un cer mai înalt, în care este adorat Dumnezeu. „Noi, care pe heruvimi cu taină închipuim şi făcătoarei de viaţă Treimi întreit-sfântă cântare aducem…” (Dumnezeiasca Liturghie). Despre acest cer, în care nu există nimic pământesc, ci locuieşte Sfânta Treime şi duhurile cele nematerialnice, vorbeşte Hristos când zice: ”Nimeni nu s-a suit în cer”.
Aşadar, din acel cer a venit pe pământ Domnul nostru Iisus Hristos. Originea Sa este dumnezeiască, adică este Dumnezeu. Şi că este Dumnezeu, Hristos a demonstrat-o, printre altele, prin învăţătura Sa, care este dumnezeiască. Cărţile pe care le-au scris chiar şi cei mai mari înţelepţi sunt inferioare în comparaţie cu Evanghelia. Cine ascultă şi citeşte Evanghelia, simte ca şi ascultătorii lui Hristos, care spuneau: ”Niciodată vreun om n-a grăit ca Omul acesta” (Ioan 7, 46). Iar El însuşi a spus despre învăţătura Sa: „Cerul şi pământul vor trece, dar cuvintele Mele nu vor trece” (Matei 24, 35; Luca 21, 33; vezi şi Marcu 13, 31).
Din cerul din care a venit Hristos, El ne-a adus învăţături cereşti – înalte. Care – veţi întreba – este cea mai înaltă dogmă, cea mai mare învăţătură a Lui? O spune astăzi Evanghelia. Măcar de-aş avea eu putere ca Gură-de-Aur şi Vasilie, ca s-o sădesc în sufletele voastre. Cea mai înaltă dogmă, cel mai mare adevăr, este că Dumnezeu iubeşte lumea – Dumnezeu îl iubeşte pe om (Ioan 3, 16).
Îl iubeşte pe om înainte de toate pentru că El l-a creat. Dacă mă vei convinge că a ta casă sau ceasul tău au apărut singure brusc, atunci voi accepta că şi acest mare ceas care se numeşte om a apărut singur. Dumnezeu l-a făcut pe om. El a făcut ochiul să vadă, urechea s-audă, mâinile să se mişte, picioarele să meargă, inima să bată, sângele să circule, mintea să aibă idei. Dumnezeu a dat acestora o funcţionare regulată, sănătatea. Fiecare bătaie a inimii îţi strigă: Dumnezeu te iubeşte!
Şi nu doar că Dumnezeu l-a creat pe om, dar îi şi poartă de grijă. Nu l-a aruncat într-o insulă lipsită de vegetaţie sau pe Lună. L-a pus pe această planetă, căreia i-a dat toate primele materii, toate cele necesare ca să creeze civilizaţie. I-a dat soarele, care luminează şi încălzeşte. Fiecare rază, care călătoreşte atâtea mile şi vine şi cade pe obrazul copilului, pe mâna muncitorului, în case şi în colibe, trece chiar şi prin gratiile închisorii, ce este? Îmbrăţişare, sărutul lui Dumnezeu. Fiecare rază de soare, fiecare picătură de ploaie, fiecare suflare a aerului pe care îl respirăm, zefir, brize, copacii, florile, privighetorile, toate vorbesc şi-ţi zic: Dumnezeu te iubeşte!
Şi nu numai acestea. Dacă eşti creştin, lasă-i pe alţii să vorbească despre flori şi despre păsări. Vino în Ziua Crucii la biserică. Şi când preotul înalţă Cinstita Cruce şi-L vei vedea cu gândul pe Hristos cu cununa de spini, cu mâinile şi picioarele rănite şi cu coasta împunsă, stai puţin, meditează şi pune-ţi întrebarea: De ce a pătimit toate acestea Hristos? Şi atunci, vei auzi răspunsul, pe care-l dă Proorocul Isaia cu opt sute de ani înainte de Hristos: ”El a luat asupră-Şi durerile noastre şi cu suferinţele noastre S-a împovărat. Şi noi Îl socoteam pedepsit, bătut şi chinuit de Dumnezeu, dar El fusese străpuns pentru păcatele noastre şi zdrobit pentru fărădelegile noastre. El a fost pedepsit pentru mântuirea noastră şi prin rănile Lui noi toţi ne-am vindecat” (Isaia 53, 4-5). Cine poate simţi cât de mult a iubit Dumnezeu lumea! Cu ce limbă vom descrie iubirea Hristosului nostru? Cine are doar un copil, cât de mult suferă pentru el! Veniţi deci, tu mamă şi tu tată, să ne spuneţi cât de mult îl iubiţi pe unicul vostru copil! Dacă acum, vă va spune cineva că trebuie să-l jertfiţi pe copilul vostru pentru duşmanul vostru, care mamă şi care tată îl va jertfi? Şi mai ales pentru duşman? Sub nici un motiv. Nici pentru prieten; cu cât mai mult pentru duşman. Şi totuşi, ce zice astăzi Evanghelia? „Dumnezeu a iubit atât de mult lumea, încât pe Fiul Său Cel Unul Născut L-a dat, ca tot cel ce crede într-Însul să nu piară, ci să aibă viaţă veşnică” (Ioan 3,16). Atât a iubit Dumnezeu lumea apostată, îndepărtată de El, încât l-a predat pe Fiul Său, pe Domnul nostru Iisus Hristos, ca tot cel ce crede într-Însul să nu se piardă, ci să aibă viaţa cea veşnică.

***

Nu există îndoială, fraţii mei, că Dumnezeu îl iubeşte pe om. Dar această iubire a lui Dumnezeu ne creează şi nouă obligaţia să-L iubim. După cum tu, mamă, ai pretenţia să te iubească copilul tău, aşa şi Dumnezeu aşteaptă să-L iubească oamenii. Este de datoria noastră să-L iubim pe Mântuitorul nostru.
Şi cu toate acestea nu există iubire pentru Dumnezeu. Astăzi inimile sunt reci – îngheţate pentru Dumnezeu. O profeţie a Apostolului Pavel zice, că: „În zilele din urmă” – şi suntem în zilele din urmă – „vor fi oamenii… iubitori de plăceri mai mult decât iubitori de Dumnezeu” (II Timotei 3,1-4), oamenii adică vor iubi plăcerile, cele mici şi neînsemnate, mai mult decât pe Dumnezeu. Unul îşi va iubi copiii săi, altul femeia sa, unul banii, altul cărţile, unul ştiinţele, altul chefurile, unul sporturile!… Vor înnebuni pentru acestea, dar în inimile lor nu va exista iubirea faţă de Dumnezeu, a infinitului Dumnezeu.
Asta nu se întâmplă astăzi? Pe Dumnezeu nu că doar că nu-L iubim, ci Îl şi batjocorim. Îl batjocorim cu limba şi cu cuvintele noastre, îl batjocorim şi cu faptele noastre. În fiecare zi, în fiecare ceas, în fiecare minut se aud înjurături. Şi apoi să aşteptăm progres, bunăstare materială? Aşa cum mergem – nu-mi spuneţi că-s pesimist, cântăresc societatea cu Evanghelia –, vă spun următoarele: Evreii o singură dată L-au răstignit pe Hristos, dar noi Îl răstignim de mii de ori în fiecare zi. În case, în şcoli, în cazarme, în tribunale, în bărci, în maşini, pe plaje, pe ţărmuri, pretutindeni, peste tot Îl răstignim. Nu există loc în care să nu ridicăm şi o cruce pentru Hristos.
După toate acestea, eu mă minunez cum Dumnezeu continuă să ne iubească. Slavă îndelung-răbdării Tale, Doamne! Ar fi putut să spună soarelui: Coboară-te puţintel, apropie-te de pământ! Şi atunci, temperatura ar fi urcat de la 40 la 100, 200, 300 de grade. Ar fi putut să spună mării: Nu suport adulterele şi curviile lor! Umflă-te, ridică-te, acoperă vârfurile, înălţimile, să nu rămână niciun vierme viu! Ar fi putut să spună apelor, izvoarelor, norilor şi râurilor: Secaţi!… Omule nemulţumitor, care bei apă şi-L înjuri pe Dumnezeu. Nu faci nici măcar ca găina, care bea şi apoi îşi înalţă capul sus ca şi cum I-ar mulţumi lui Dumnezeu. Dacă ar seca apele, nu vei mai găsi niciun pahar ca să te răcoreşti; ţi se va lipi limba de marmura peşterilor. Şi totuşi, Dumnezeu ne păstrează încă în lume pe noi, viermii. Slavă îndelung-răbdării Tale!

***

Fraţii mei, câţi credeţi în Evanghelia lui Hristos, în acest veac al stricăciunii, veniţi toţi, mici şi mari, la biserică în Ziua Înălţării Crucii. Postiţi, ca în Sfânta şi Marea Vineri. Gândiţi-vă la păcatele voastre, număraţi binefacerile lui Dumnezeu. Şi în timp ce vom vedea Cinstita Cruce, să spunem toţi: „Pomeneşte-mă, Doamne, când vei veni întru Împărăţia Ta” (Luca 23, 42). Amin.

†Episcopul Augustin

(Omilia Mitropolitului de Florina, Părintele Augustin Kandiotis, în Sfânta Biserică a Înălţării Drapetsona –Pireu 11.09.1960)

(trad. Frăţia Ortodoxă Misionară „Sfinţii Trei Noi Ierarhi”, sursa: http://www.augoustinos-kantiotis.gr/)