2) ANAKOINΩΣΗ – Κ.Βαθιωτης, Ν.Παπαδoπουλος θα ὁμιλησουν στην Πατρα, με θεμα: «ΨΗΦΙΑΚΗ ΦΥΛΑΚΗ με ΑΟΡΑΤΕΣ ΑΛΥΣΙΔΕΣ» 1) Ἀγαπη, το ἀναγκαιοτερο ἀπ᾽ ὅλα! Ὅταν λεω ἀγαπη, ἐννοω την εμπρακτη (Ομιλια ἐπισκοπου Αυγουστινου)
Νοέ 29th, 2025 |
Filed under: εορτολογιο
ANAKOINΩΣΗ
Κ.Βαθιωτης, Ν.Παπαδοπουλος στην Πατρα:
«ΨΗΦΙΑΚΗ ΦΥΛΑΚΗ με ΑΟΡΑΤΕΣ ΑΛΥΣΙΔΕΣ».
Κυριακή 30/11/2025 στις 12:30
Στο Coffee (Ἐλ. Βενιζέλου & Βασαλτίας 5)
Μετά την επιτυχημένη εκδήλωση στα Ιωάννινα (δείτε την εδώ) πριν μία ενδομάδα, αύριο Κυριακή 30/11/2025 στις 12:30 στην Πάτρα
Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΜΒ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2702
Τοῦ ἀποστ. Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου
Κυριακὴ 30 Νοεμβρίου 2025
Αγαπη, το αναγκαιοτερο απ᾽ ολα!
«Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις» (Ἰω. 13,35)
Εὐχαριστῶ, ἀγαπητοί μου, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ποὺ μὲ ἀξιώνει νὰ βρεθῶ κοντά σας. Θὰ μιλήσω ἁπλᾶ νὰ μὲ καταλάβετε.
Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ἀνέλαβα μητροπολίτης ἔχω ἐπιθυμία, νὰ ἐπισκέπτωμαι τὸ ποίμνιο, τοὺς Χριστιανούς μου. Εἶμαι κ᾽ ἐγὼ τσοπᾶνος, βοσκός – γι᾽ αὐτὸ κρατῶ αὐτὴ τὴ χρυσῆ ῥάβδο, ποὺ μοιάζει μὲ τὴν ἀγκλίτσα τοῦ τσοπάνου. Ὅπως ἐκεῖνος μαζεύει τὰ πρόβατα, τὰ ὁδηγεῖ σὲ λιβάδια καὶ κρύα νερά, τ᾽ ἀσφαλίζει στὸ μαντρὶ καὶ θεραπεύει τὰ ἄρρωστα, κυνηγάει τοὺς λύκους καὶ μὲ βοηθὸ τὰ σκυλιὰ ὑπερασπίζεται τὰ πρόβατά του, δὲν θέλει νὰ χαθῇ οὔτε ἕνα, γιατὶ τ᾽ ἀγαπᾷ τὰ πρόβατά του, ἔτσι κ᾽ ἐγώ, ὅπως κάθε δεσπότης καὶ παπᾶς, εἶμαι βοσκός, βοσκὸς ὄχι ἀλόγων ἀλλὰ λογικῶν προβάτων, καὶ θὰ δώσω λόγο φρικτὸ στὸ Θεὸ γιὰ τὰ πρόβατά μου ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως.
Κι ἂν ἐγὼ εἶμαι βοσκός, ἐσεῖς εἶστε τὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ. Ἔχω λοιπὸν χρέος ὡς ποιμένας νὰ φροντίζω γιὰ ὅλους σας. Γι᾽ αὐτὸ σπεύδω νὰ βρεθῶ κοντά σας. Καί, πιστέψτε με, ὅταν ἐπισκέπτωμαι τὰ χωριὰ ἔχω χαρὰ πιὸ μεγάλη ἀπ᾽ τὸ νὰ πήγαινα σὲ μιὰ πολυάνθρωπη μεγαλούπολι, νὰ βρισκόμουν π.χ. στὴν Ἀθήνα· γιατὶ πιστεύω, ἀδέρφια μου, ὅτι Ἑλλάδα δὲν εἶνε μόνο ἡ Ἀθήνα.
Ἀπὸ τὸ 1930 μέχρι τὸ 1950, εἴκοσι χρόνια, δὲν πῆγα στὴν Ἀθήνα· ἄλλοι ἔπειτα μὲ πῆγαν ἐκεῖ ἱεροκήρυκα. Εἴκοσι χρόνια γύρισα σὰν τσοπᾶνος βουνὰ καὶ λαγκάδια, γιὰ νὰ δῶ αὐτὸ τὸν πονεμένο καὶ μαρτυρικό μας λαό. Γιὰ μένα κάθε πέτρα τῆς ὑπαίθρου ποὺ πατοῦμε, αὐτὰ τὰ γυμνὰ βράχια στὰ ἄκρα τῆς πατρίδος, ἀξίζουν ἀκριβά· κάθε καλύβα φτωχοῦ ἔχει πιὸ μεγάλη ἀξία ἀπὸ πολυκατοικίες ποὺ χτίζονται μὲ ἀδικίες καὶ κλοπές. Κάθε πιστὸς ἐδῶ Χριστιανὸς ἀξίζει παραπάνω ἀπὸ ἕναν ἄπιστο ἐπιστήμονα ποὺ ἀρνεῖται τὸ Θεό. Τὸ πιστεύω αὐτό· γι᾽ αὐτὸ αἰσθάνομαι μεγάλη χαρὰ ὅταν ἐπισκέπτομαι τὰ χωριά μας.
Πρέπει νὰ ποῦμε μιὰ πικρὴ ἀλήθεια – ἀλλοίμονο ἂν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ δεσπότη βγῇ ψευτιά. Θὰ πῶ τὴν ἀλήθεια ἀκόμη καὶ στὸ βασιλιᾶ. Καὶ τὴν ἔλεγα τόσα χρόνια· γι᾽ αὐτὸ ποτέ δὲν θὰ μ᾽ ἔκαναν δεσπότη – δὲν ξέρω πῶς ἔγινα· γιατὶ πάντα εἶπα «τὰ σῦκα σῦκα καὶ τὴ σκάφη σκάφη», καὶ ποτέ δὲν εἶπα «τὸ σκοτάδι φῶς καὶ τὸ φῶς σκοτάδι» (Ἠσ. 5,20).
Λέω λοιπὸν τώρα τὴν ἀλήθεια, ὅτι τὰ χωριά μας, τὰ εὐλογημένα ποὺ χωρὶς αὐτὰ δὲν ὑπάρχει Ἑλλάδα, τὰ χωριά μας ἦταν, καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ εἶνε, ἐγκαταλελειμμένα. Πόσες φορὲς ἡ ψυχή μου ἀγανάκτησε κάτω στὴ μεγάλη πολιτεία, ὅταν ἐπαρχιῶτες κατέβαιναν ἐκεῖ γιὰ δουλειὲς κι ἄκουγα οἱ πρωτευουσιάνοι μὲ δόσι περιφρονήσεως νὰ λένε γι᾽ αὐτούς· «ὁ χωριάτης», «ἡ χωριάτισσα», «οἱ χωριάτες»· ἐνῷ, ὅταν ἔβλεπαν κάποιον μὲ γραβάτα, παντελόνι στὴν τσάκα καὶ μὲ τὸ κατσαρὸ μαλλὶ περιποιημένο, ἀπὸ τὴν ἐμφάνισι μόνο, τὸν θεωροῦσαν ἀξιόλογο καὶ ἀξιότιμο.
Ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐξωτερική του ἐμφάνισι· ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν ἐσωτερικό του κόσμο. Παράδειγμα ἡ ἀξία τῆς γυναίκας, γιατὶ κι αὐτὴ ἄνθρωπος εἶνε· ἡ ἀξία τῆς γυναίκας ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ μεταξωτὰ ῥοῦχα, τὰ δαχτυλίδια, τὰ σκουλαρίκια, ἀπ᾽ ὅλα αὐτὰ ποὺ φορεῖ; Ὄχι. Ἡ ἀξία της ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν καλωσύνη, τὴν ταπείνωσι, τὴν ἀγάπη ποὺ ἔχει στὸν ἄντρα καὶ τὰ παιδιά της. Ἐὰν μιὰ γυναίκα δὲν ἔχῃ ταπείνωσι καὶ ἀγάπη, τότε κρίμα στὴν ὀμορφιὰ καὶ τὰ μεταξωτὰ καὶ τὰ σκουλαρίκια ποὺ φορεῖ ἐπάνω της. Μία «κακόφρων» γυναίκα στολισμένη μὲ σκουλαρίκια χρυσᾶ μοιάζει ξέρετε πῶς; Τὸ λέει ἡ ἁγία Γραφή, ὄχι ἐγώ· μοιάζει σὰν γουρούνα ποὺ τῆς κρέμασαν στὴ μύτη σκουλαρίκι (Παρ. 11,22).
Δὲν ἔχει ἀξία ὁ ἄνθρωπος ἂν τοῦ λείπῃ ἡ ἀγάπη, ἡ ἀρετή. Ἔτσι κ᾽ ἕνα χωριό, μιὰ πολιτεία. Ἡ ἀξία τους ἐξαρτᾶται ὄχι ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ δείγματα ἀλλ᾽ ἀπὸ τὸν ἐσωτερικό τους πλοῦτο, τὶς ἀρετές, τὴν ἁγιωσύνη ποὺ καλλιεργοῦν.
Τὸ χωριό, παραμελημένο ἀπὸ τὸ κέντρο, ἔχει μεγάλες ἐλλείψεις. Φωνάζουν οἱ χωρικοί, οἱ ἀκρίτες, μὰ ποῦ ν᾽ ἀκούσουν στὴν πρωτεύουσα αὐτοὶ ποὺ κατοικοῦν στὰ μεγάλα σπίτια; Ἄλλα χωριὰ φωνάζουν Δὲν ἔχουμε δρόμους, ἄλλα Δὲν ἔχουμε νερό, ἄλλα Δὲν ἔχουμε ἠλεκτρισμό, ἄλλα Δὲν ἔχουμε σχολειά, ἄλλα Δὲν ἔχουμε παπᾶ καὶ δάσκαλο… Ποιός τ᾽ ἀκούει; «Στοῦ κουφοῦ τὴν πόρτα ὅσο θέλεις χτύπα». Μακάρι νὰ βρεθοῦν ἄρχοντες ποὺ θὰ στρέψουν τὴν προσοχὴ στὴν ὕπαιθρο, καὶ νὰ ᾽ρθῇ μέρα ποὺ δὲν θὰ ὑπάρχῃ χωριὸ χωρὶς νερὸ καὶ χωρὶς ἠλεκτρικὸ ῥεῦμα· νὰ δῇ ἡ ἐπαρχία μία ἄνθησι κ᾽ ἕνα πολιτισμό, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ.
Ἂς ὑποθέσουμε λοιπόν, ὅτι ἔρχεται μιὰ ἡμέρα ποὺ κάθε χωριὸ ἀποκτᾷ ὅλα τὰ μέσα συγχρόνου ζωῆς· καὶ δρόμους καὶ πλατεῖες, καὶ σχολειά καὶ ἐκκλησιές, ἀκόμα καὶ ῥαδιόφωνο καὶ τηλεόρασι καὶ κινηματογράφο, καὶ δὲν τοῦ λείπει τίποτε ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἔχουν οἱ πρωτεύουσες. Σᾶς ἐρωτῶ· Τί νομίζετε, τὸ χωριό, ἐὰν ἀποκτήσῃ ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, θὰ εἶνε εὐτυχισμένο;
Ὄχι, ἀδελφοί μου. Ξέρω κάτω στὴν Ἀθήνα ἀνθρώπους ποὺ κατοικοῦν σὲ πολυκατοικίες, ἔχουν ὅλα τὰ κομφὸρ τῆς ζωῆς· καὶ ῥαδιόφωνο καὶ τηλεόρασι – ὅλες οἱ στέγες ἐκεῖ γέμισαν ἀπὸ ἀντέννες – κεραῖες τηλεοράσεως. Ἔχουν λοιπὸν ὅλα τὰ μέσα. Ἀλλὰ δὲν πᾶνε πολλὲς μέρες ποὺ κάποιος, πολὺ πλούσιος, μὲ ἐπισκέφτηκε καὶ μοῦ λέει· Τί νὰ τὰ κάνω, πάτερ μου; τά ᾽χω ὅλα, ὅ,τι ἐπιθυμῶ· καὶ αὐτοκίνητο ἰδιωτικὸ νὰ πηγαίνω ὅπου θέλω, καὶ χρήματα ἄφθονα, κι ὅ,τι ἄλλο χρειάζομαι. Τί νὰ τὰ κάνω; Ἄχ νὰ μποροῦσα νὰ πάω στὸ χωριουλάκι μου, νὰ δῶ τὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα μου, νὰ καθήσω κοντά τους ἐκεῖ στὴν αὐλὴ τοῦ πατρικοῦ μου, κι ἂς μὴν ἔχω τίποτε ἀπ᾽ αὐτά. Γιατὶ τώρα μέσ᾽ στὸ σπίτι μου ἔχω γκρίνια· ἔχω γυναῖκα ποὺ «μὲ καίει», μὲ ἀτιμάζει· φτάνουν στιγμὲς ποὺ μοῦ ᾽ρχεται ν᾽ αὐτοκτονήσω… Ναί, αὐτοκτονοῦν μέσ᾽ στὰ μεγάλα σπίτια ἄνθρωποι ποὺ τά ᾽χουν ὅλα. Γιατί;
Τοὺς λείπει ὁ Θεός. Στὰ ψηλὰ βουνά, στὴν Πίνδο, κοιμήθηκα σὲ καλύβες βοσκῶν, ὅταν φυσοῦσε ὁ ἄνεμος κ᾽ ἔπεφτε χιόνι, κι ἄκουγα τοὺς ποιμένες νὰ λένε· Δόξα νά ᾽χῃ ὁ Θεός, ζοῦμε καλὰ κι ἀγαπημένα ὅλη ἡ οἰκογένεια… Δηλαδή· μπορεῖ νὰ κάθεσαι σ᾽ ἕνα παλάτι καὶ νά ᾽σαι δυστυχισμένος, καὶ μπορεῖ νὰ κάθεσαι σὲ μιὰ καλύβα, νὰ τρῶς ἕνα κρομμύδι καὶ ψωμὶ μαῦρο, καὶ νά ᾽σαι εὐτυχισμένος.
Τί μᾶς λείπει λοιπόν; Ἡ ἀγάπη. Ἄχ νὰ ᾽ρχόταν πάλι ἡ ἀγάπη στὴν πατρίδα μας, ν᾽ ἀγαπιόμασταν πάλι ὅλοι μεταξύ μας. Νά ᾽χαμε τὴν ἀγάπη στὸ Θεὸ καὶ στὸν πλησίον!
Ὅταν λέω ἀγάπη, ἐννοῶ τὴν ἔμπρακτη. Εἶνε ὁ ἄλλος νηστικός; δός του κάτι νὰ φάῃ· διψᾷ; δός του νὰ πιῇ ἕνα ποτήρι νερό· εἶνε πονεμένος καὶ πικραμένος; παρηγόρησέ τον· πέθανε ὁ πατέρας ἢ ἡ μητέρα του; σφούγγισε τὰ δάκρυά του· ἔπαθε μιὰ ζημιὰ στὰ ζῷα ἢ στὰ κτήματά του; τρέξε νὰ τὸν βοηθήσῃς· ἀδικεῖται ἀπὸ κάποιον ἰσχυρὸ ποὺ τὸν τρέμουν ὅλοι, κ᾽ ἐσὺ ξέρεις ὅτι ἔχει δίκιο; νὰ πᾷς νὰ τὸν ὑποστηρίξῃς. Τότε ἔχεις ἀγάπη.
� Στὴν Εὔβοια ἔμαθα μιὰ ὡραία πρᾶξι. Στὰ χρόνια τῆς Κατοχῆς οἱ Γερμανοὶ πῆραν ἀπὸ ἕνα μικρὸ τσοπᾶνο, παιδὶ 17 χρονῶν, ὅλο τὸ κοπάδι του, 35 περίπου γίδια, μόνη περιουσία τῆς φτωχῆς οἰκογενείας. Τὸ παιδὶ ἔκλαιγε καὶ τοὺς ἀκολουθοῦσε –ξέρετε πῶς ἀγαποῦν οἱ μικροὶ τὰ ζῷα τους– παρακαλώντας νὰ τοῦ τὰ ἐπιστρέψουν. Αὐτοὶ ὅμως ἀπειλοῦσαν μὲ τὸ πιστόλι νὰ τὸ σκοτώσουν, καὶ γύρισε πίσω στὸ χωριὸ πονεμένο. Τό ᾽μαθαν οἱ συγχωριανοί, ὅτι ὁ Γιάννης ἔχασε τὸ κοπάδι του. Ἔ, τὸ ἄλλο πρωί, 35 ἔχασε; 70 εἶχε! ἔδωσε καθένας ἀπὸ ἕνα πρόβατο καὶ τὸ παιδὶ παρηγορήθηκε. Νά τί κάνει ἡ ἀγάπη ποὺ ἔφερε ὁ Χριστός.
� Στὰ παλιὰ τὰ εὐλογημένα χρόνια στὴ Μακεδονία καὶ ἀλλοῦ, ὅταν πέθαινε ὁ ἄντρας καὶ ἄφηνε στὴ χήρα ἀμπέλι ἢ χωράφι ποὺ αὐτὴ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ καλλιεργήσῃ, τὴν Κυριακή, ἀφοῦ ἔπαιρναν ἀντίδωρο καὶ τελείωνε ἡ θεία λειτουργία, οἱ ἄντρες μαζὶ μὲ τὸν παπᾶ πήγαιναν στὸ χωράφι ἢ ἀμπέλι τῆς χήρας, καὶ ὅλη τὴν ἡμέρα ἔσκαβαν θέριζαν τρυγοῦσαν, γιὰ νὰ τὴ βοηθήσουν. Νά τί εἶνε ἔμπρακτη ἀγάπη.
� Κι ἀκόμη παλαιότερα, λέει ἡ Ἱστορία, ἐδῶ στὴ Μακεδονία συνέβη τὸ ἑξῆς. Μπῆκαν οἱ Τοῦρκοι σ᾽ ἕνα χωριό, ἅρπαξαν ἀπὸ τὶς ἀγκάλες τῶν μανάδων τὰ παιδιά, συνέλαβαν τοὺς ἄντρες καὶ τοὺς πῆραν, κ᾽ ἔπειτα ζητοῦσαν χρήματα νὰ τοὺς ἐλευθερώσουν. Ἀλλὰ ποῦ χρήματα; Δὲν ὑπῆρχαν, κι ὁ Τοῦρκος ζητοῦσε πολλά. Ζοῦσε τότε ἐκεῖ ἕνας ἅγιος δεσπότης. Αὐτός, γιὰ νὰ πάρῃ πίσω τὰ παιδιὰ καὶ τοὺς ἄντρες; ἔδωσε εὐλογία νὰ πουληθοῦν ὅλα τὰ χρυσαφικὰ τῆς ἐκκλησίας (καντήλια, ἀφιερώματα κ.λπ.), κ᾽ ἔτσι ἔσωσε τὸ ποίμνιό του. Ἀντάλλαξε τὶς ψυχὲς μὲ ὑλικὰ πλούτη· πάνω ἀπ᾽ ὅλα εἶνε ἡ ἀγάπη ποὺ ἀπαιτεῖ θυσίες.
* * *
Νά, ἀγαπητοί μου, τί κάνει ἡ ἔμπρακτη ἀγάπη. Τὴν ἀγάπη αὐτή, ποὺ εἶνε οὐράνιο δέντρο, δὲν τὴν ἔφερε στὸν κόσμο οὔτε ἡ φιλοσοφία οὔτε ἡ τέχνη οὔτε ἡ ἐπιστήμη· τὴν ἔφερε ὁ Χριστός· ἐκεῖνος τὴν φύτεψε μέσ᾽ στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων μὲ τὴ διδασκαλία καὶ τὴν ἁγία ζωή του. Νὰ διαβάζετε τὸ Εὐαγγέλιο, κ᾽ ἐκεῖ θὰ δῆτε ὅτι ἡ ἀγάπη εἶνε ἡ κορυφαία ἀρετή, τήρησις ὅλου τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ (βλ. ῾Ρωμ. 13,10).
Ὅπως στὰ μέσα συγκοινωνίας μᾶς ζητοῦν εἰσιτήριο, χωρὶς αὐτὸ κανείς δὲν ταξιδεύει καὶ γι᾽ αὐτὸ φροντίζουμε νὰ τό ᾽χουμε ἕτοιμο στὴν τσέπη, ἔτσι καὶ ὅταν φύγουμε ἀπ᾽ ἐδῶ καὶ οἱ ψυχές μας φτερουγίσουν γιὰ τὸν ἄλλο κόσμο, τότε –δὲν εἶνε ψέμα αὐτό– ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι θὰ ζητήσουν τὰ εἰσιτήριά μας. Μόνο ὅποιος ἔχει εἰσιτήριο, θὰ πάῃ στὸν παράδεισο. Εἰσιτήριο εἶνε τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης…
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος



Add A Comment
You must be logged in to post a comment.