Αυγουστίνος Καντιώτης



«ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΜΑΘΕΤΕ ΟΙ ΕΝΟΙΚΟΥΝΤΕΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ» (Αποσπ. ομιλιας Μητροπολιτου Φλωρινης Αυγουστινου Καντιωτη). 2) ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ; ΠΟΙΑ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ;; (Πατριωτικη Ενωση ΕΛΛΑΣ)

date Φεβ 5th, 2026 | filed Filed under: ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΙ

«ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΜΑΘΕΤΕ ΟΙ ΕΝΟΙΚΟΥΝΤΕΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ»

Απόσπασμα ὁμιλίας τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου
———–

———–

2. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ; ΠΟΙΑ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ;;

ΕΛΛΑΣimage003

04-02-2026

Θερμή παράκλησης: Εάν κάποιος  εκ των αποδεκτών μπορεί να προσφέρει τις γνώσεις του, επί της κατωτέρω μελέτης, θα είμαστε υπόχρεοι

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ; ΠΟΙΑ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ;;

Ο Άγγλος ιστορικός Edward Gibbon έγραψε: «Η διαφθορά είναι το πιο αλάνθαστο σύμπτωμα συνταγματικής ελευθερίας» και ο Frederic Bastiat, Γάλλος οικονομολόγος συμπληρώνει: «Δεν μπορεί να επιβληθεί σε μια κοινωνία μεγαλύτερο κακό από την χρησιμοποίηση του νόμου σαν μέσο αρπαγής».

    *  *  *  *

1ον Σύμφωνα με το σύνταγμα άρθρο 87 παρ. 2  «….οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους και σε καμμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος».

2ον Σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) « ..κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη….» και με το άρθρο 93 παρ. 4 «Τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο, που το περιεχόμενο του είναι αντίθετο με το Σύνταγμα».

3ον Σύμφωνα με τον Νόμο 4354/2015 (άρθρο 2 παρ. 4) «….ιδρύεται μία κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση, βάσει της οποίας οι ΕΔΑΠΔ νομιμοποιούνται να ενεργούν διαδικαστικές πράξεις αντί του δικαιούχου της απαίτησης ΕΑΑΔΠ οι οποίες (ΕΑΑΔΠ) απέκτησαν τις δανειακές απαιτήσεις από την αντίστοιχη εκχωρήτρια τράπεζα, βάσει πάλι του ανωτέρω Νόμου 4354/2015 (άρθρο 3), και καθίστανται ειδικοί διάδοχοι της τράπεζας». Όμως ο ανωτέρω νόμος εκδόθηκε προς εφαρμογή του Νόμου 4336/2015 (3ο μνημόνιο), όπως ρητά αναφέρεται στην προμετωπίδα του.

4ον Το ελληνικό υβριδικό μοντέλο που επιτρέπει στους servicers να λειτουργούν ταυτόχρονα εντός δύο διαφορετικών νομοθετικών πλαισίων αποτελεί μία από τις πιό χαρακτηριστικές περιπτώσεις θεσμικής κατασκευής, μίας αλληλουχίας συσσωρευμένων ερμηνευτικών παρακάμψεων χωρίς θεσμικό θεμέλιο, που δημιούργησαν μία νέα πραγματικότητα με αποτέλεσμα οι servicers να χρησιμοποιούν τον Νόμο 3156/2003 για να απολαμβάνουν τα φορολογικά και δικονομικά προνόμια της τιτλοποίησης, αλλά και χρησιμοποιούν τον Νόμο 4354/2015 για να εμφανίζονται ενώπιον των δικαστηρίων ως νομιμοποιούμενοι διαχειριστές. Πρόκειται για μία διπλή ένταξη που δεν προβλέπεται από κανέναν νόμο. Ούτε ο Νόμος 3156/2003 επιτρέπει την ανάθεση διαχείρισης σε εταιρείες διαχείρισης, ούτε ο Νόμος 4354/2015 επιτρέπει την εφαρμογή των προνομίων του Νόμου 3156/2003 σε όσους λειτουργούν υπό το δικό του καθεστώς.

Αυτό το σχήμα δεν είναι ερμηνεία. Είναι επιλογή νόμου κατά το δοκούν. Είναι μία μορφή θεσμικής αυτοσχέδιας αρχιτεκτονικής, όπου η εξουσία που θέλει τα προνόμια χωρίς τις υποχρεώσεις, επιλέγει από κάθε νόμο ό,τι την συμφέρει και απορρίπτει ό,τι την δεσμεύει. Είναι η κλασική περίπτωση της  χρήσης του νόμου ως εργαλείο για την αποφυγή του νόμου κατά την οποία η εξουσία δεν παραβιάζει τον νόμο ευθέως, αλλά τον παρακάμπτει μέσω μιας τεχνητής κατασκευής που διατηρεί την εξωτερική νομιμοφάνεια, ενώ καταλύει την ουσία της νομιμότητας.

Στην περίπτωση των servicers, η καταστρατήγηση είναι διπλή: αφ ενός παρακάμπτεται το άρθρο 10 §14 του Νόμου 3156/2003, που επιτρέπει την διαχείριση μόνο σε πιστωτικά ιδρύματα, αφ ετέρου παρακάμπτεται η πρόθεση του Νόμου 4354/2015, που δεν σχεδιάστηκε για τιτλοποιήσεις αλλά για μη εξυπηρετούμενα δάνεια εκτός τιτλοποίησης.

Το αποτέλεσμα είναι ένα θεσμικό υβρίδιο που δεν υπάγεται σε κανένα πλήρες πλαίσιο εποπτείας. Οι servicers δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα, άρα δεν υπόκεινται στις αυστηρές απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας, ρευστότητας και εποπτικού ελέγχου που επιβάλλονται στις τράπεζες. Ταυτόχρονα όμως ασκούν εξουσία αντίστοιχη με αυτή των τραπεζών: διαχειρίζονται απαιτήσεις, επιβάλλουν μέτρα εκτέλεσης, προχωρούν σε πλειστηριασμούς, καθορίζουν την τύχη της περιουσίας των πολιτών.

Η εξουσία αυτή που επιτρέπει στους servicers την άσκηση εξουσίας χωρίς την αντίστοιχη θεσμική ευθύνη, να απολαμβάνουν τα προνόμια των τραπεζών χωρίς να φέρουν τις υποχρεώσεις των τραπεζών, να επιτρέπει την επιβολή μέτρων εκτέλεσης χωρίς την ύπαρξη έγκυρης πηγής νομιμοποίησης, όχι επειδή το επέτρεψε ο νομοθέτης, αλλά επειδή το επέβαλαν οι servicers που επιζητούν το υψηλότερο κέρδος με τις λιγότερες δαπάνες και τις επίσης λιγότερες ευθύνες και η Δικαιοσύνη, αρνούμενη τον ρόλο και την αποστολή της, ανέχθηκε μία θεσμική παραμόρφωση οι δύο νόμοι που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα για να παραγάγουν ένα αποτέλεσμα που κανένας από τους δύο δεν επιτρέπει, μία πρακτική που διαβρώνει τους θεσμούς και το κράτος δικαίου. Η πρακτική αυτή υποκατέστησε τον νόμο όπου η εξουσία των servicers αποφάσισε ότι μπορεί να λειτουργεί χωρίς όρια, χωρίς θεμέλιο. Όθεν, η νομική τάξη έπαψε να λειτουργεί ως σύστημα κανόνων και μετατράπηκε σε σύστημα εξυπηρέτησης που απειλεί να γίνει κανονικότης, κάτι το οποίο είναι ασύμβατο με την ίδια την ιδέα της νομιμότητας. Υπό τα δεδομένα αυτά δεν μπορεί να υπάρξει κράτος δικαίου όταν η εξουσία επιλέγει τον νόμο που την συμφέρει και απορρίπτει τον νόμο που την δεσμεύει.

Και οι δύο ανωτέρω Νόμοι, ο Νόμος 4336/2015 που ψηφίστηκε την 22-08-2015 και ο Νόμος 4354/2015 που ψηφίστηκε την 16-12-2015, είναι νόμοι που έρχονται σε πλήρη αντίθεση ως προς το περιεχόμενό τους και παραβιάζουν το αποτέλεσμα του Δημοψηφίσματος της 05-07-2015, και ειδικότερα τα άρθρα 1 παρ. 2 και 3 και το άρθρο 44 παρ. 2 του Συντάγματος καθιστάμενοι αυτοδίκαια ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΙ.

5ον Ειδικότερα το Νομικό ιστορικό της διενέργειας του Δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου 2015 έχει ως ακολούθως. Κατά τις συζητήσεις του Eurogroup του Ιουνίου 2015 με την ελληνική κυβέρνηση, η οποία προέκυψε από τις εθνικές εκλογές της 25ης Ιανουαρίου 2015, τέθηκε από μέρους των επονομαζόμενων «θεσμών» δέσμη προτάσεων για λήψη προαπαιτουμένων μέτρων, με στόχο κοινή συμφωνία με την Ελλάδα, που θα κάλυπτε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, τις μελλοντικές χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας μας, όπως και την βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Η ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής από την χώρα μας στο Eurogroup των τελικών προτάσεων, όπως αυτές διαμορφώθηκαν, δεν κατέστη εφικτή, καθώς οι εκπρόσωποι της ελληνικής πλευράς αποχώρησαν από την διαδικασία το βράδυ της 26ης Ιουνίου 2015, το δε Υπουργικό Συμβούλιο, κατά την συνεδρίασή του της 26ης Ιουνίου 2015, αποφάσισε να προτείνει την προκήρυξη δημοψηφίσματος για την Κυριακή 05-07-2015 για κρίσιμο εθνικό θέμα, σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 εδ. α΄ του Συντάγματος. Το ερώτημα που προτάθηκε ήταν το εξής: «Πρέπει να γίνει αποδεκτό το σχέδιο συμφωνίας, το οποίο κατέθεσαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο Eurogroup της  25-06-2015 και αποτελείται από δύο μέρη, τα οποία συγκροτούν την ενιαία πρότασή τους;

Το πρώτο έγγραφο τιτλοφορείται «Reforms for the completion of the Current Program and beyond» (Μεταρρυθμίσεις για την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος και πέραν αυτού) και το δεύτερο «Preliminary Debt Sustainability Analysis» (Προκαταρκτική ανάλυση βιωσιμότητας χρέους). Όσοι από τους πολίτες της χώρας απορρίπτουν την πρόταση των τριών θεσμών ψηφίζουν: Δεν εγκρίνεται/ΟΧΙ. Όσοι από τους πολίτες της χώρας συμφωνούν με την πρόταση των τριών θεσμών ψηφίζουν: Εγκρίνεται/ΝΑΙ».

Στην συνέχεια, κατά την συνεδρίαση ΞΕ΄ της 27ης Ιουνίου 2015, η Ολομέλεια της Βουλής, με απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, και, ειδικότερα, με 178 θετικές ψήφους, έκανε δεκτή την ως άνω πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου (βλ. απόφαση της Προέδρου της Βουλής από 28062015, ΦΕΚ Α 62/28062015). Κατόπιν τούτου, σύμφωνα με τον Νόμο 4023/2011 (ΦΕΚ Α 220/24102011, «Διερεύνηση της άμεσης και συμμετοχικής δημοκρατίας με την διενέργεια δημοψηφίσματος»), εξεδόθη το Προεδρικό Διάταγμα 38/2015 (ΦΕΚ 63/Α/28062015), με το οποίο προκηρύχθηκε η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος για την Κυριακή, 05-07-2015, με το ως άνω ερώτημα. Η προκήρυξη του δημοψηφίσματος έγινε για αυστηρώς εθνικό λόγο.

Το δημοψήφισμα προκηρύχθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 εδάφιο α΄ του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει με διάταγμα δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα, ύστερα από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών, που λαμβάνεται με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου». Ο Νόμος, ο οποίος εξειδικεύει την διαδικασία διενέργειας ενός δημοψηφίσματος, είναι ο Νόμος 4023/2011 στο άρθρο 16 παρ. 3 του οποίου ρητώς προβλέπονται τα ακόλουθα: «Το αποτέλεσμα δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα είναι δεσμευτικό, όταν στην ψηφοφορία λάβει μέρος τουλάχιστον το σαράντα τοις εκατό (40%) όσων έχουν εγγραφεί στους εκλογικούς καταλόγους».

Το δημοψήφισμα της 05ης Ιουλίου 2015 διενεργήθηκε, όπως ρητώς προβλέπει και το σχετικό Προεδρικό Διάταγμα που υπέγραψε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας (αριθμ. 38ΦΕΚ Α 63/28062015), για εθνικούς λόγους. Στο ίδιο Προεδρικό Διάταγμα αναφέρεται και το ερώτημα του δημοψηφίσματος: «Προκηρύσσουμε δημοψήφισμα για την 05η Ιουλίου 2015, ημέρα Κυριακή, προκειμένου ο Ελληνικός Λαός να αποφανθεί δια της άμεσης και ελεύθερης έκφρασης της βούλησής του επί του ακόλουθου ερωτήματος: «Πρέπει να γίνει αποδεκτό το σχέδιο συμφωνίας, το οποίο κατέθεσαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο Eurogroup της 25062015 και αποτελείται από δύο μέρη, τα οποία συγκροτούν την ενιαία πρότασή τους.

Στο Δημοψήφισμα της 05ης Ιουλίου 2015 η συμμετοχή των ψηφοφόρων υπερέβη το ποσοστό του 60%, καταφανώς πολύ μεγαλύτερο από το αντίστοιχο ποσοστό συμμετοχής σε εθνικές βουλευτικές εκλογές και κατά πολύ υπέρτερο του ελάχιστου ποσοστού 40% που απαιτεί ο εφαρμοστικός Νόμος του άρθρου 44 παρ. 2 του Συντάγματος (Νόμος 4023/2011) περί διεξαγωγής Δημοψηφισμάτων, ώστε να καθιστά τα αποτελέσματα του Δημοψηφίσματος δεσμευτικά για τον κοινό νομοθέτη. Το τεθέν στην κρίση του ελληνικού λαού ζήτημα ήταν κρίσιμο και ο Ελληνικός Λαός κλήθηκε να αποφασίσει υπό τις ασφυκτικές πιέσεις, εκβιασμούς των δανειστών της χώρας και μάλιστα με «κλειστές» τις τράπεζες.

Σε πείσμα όλων των αντιξοοτήτων ο Ελληνικός Λαός αποφάσισε κυρίαρχα, αρνούμενος τα προτεινόμενα προαπαιτούμενα μέτρα με τον πλέον εμφαντικό τρόπο, και μάλιστα σε ποσοστό 61,3%. Καταυτόν τον τρόπο κατέγραψε την διαφωνία του, τόσο προς τις επαχθέστατες για τον ίδιο γενικότερες δεσμεύσεις των ελληνικών κυβερνήσεων της τελευταίας πενταετίας, όσο και ειδικότερα την κατηγορηματική διαφωνία του στο προταθέν από τους «θεσμούς»-δανειστές της χώρας μας σχέδιο συμφωνίας.

Ειδικότερα, στο Δημοψήφισμα της 05ης Ιουλίου 2015 το 61,31% των ψηφισάντων, ήτοι η συντριπτική πλειοψηφία των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, επέλεξε το «ΟΧΙ» έναντι του 38,69% των ψηφισάντων, που επέλεξε το «ΝΑΙ» στην προτεινόμενη συμφωνία. Η συμμετοχή στο δημοψήφισμα ξεπέρασε το 40% του εκλογικού σώματος, ήτοι έφθασε στο 62,50%.

Συνεπώς, εξασφαλίστηκε η απόλυτη δεσμευτικότητα του αποτελέσματός του. Αυτή η δεσμευτικότητα συνεπαγόταν την υποχρέωση της κυβερνήσεως, αλλά και όλων των υπολοίπων κομμάτων, να το σεβαστούν. Ειδικότερα, η κυβέρνηση όφειλε να φέρει στην Βουλή συμφωνία, η οποία θα είχε την προηγούμενη έγκριση του Ελληνικού Λαού και θα ήταν ευνοϊκότερη αυτής που τέθηκε στην κρίση του στο δημοψήφισμα της 05ης Ιουλίου 2015. Οποιαδήποτε αντίστοιχη συμφωνία ή οποιαδήποτε συμφωνία με δυσμενέστερο περιεχόμενο θα έπρεπε να αποκλεισθεί, το ορθό δε και σύννομο θα ήταν, η όποια νέα συμφωνία να τεθεί εκ νέου στην κρίση του Ελληνικού Λαού, πριν εισαχθεί προς ψήφιση στη Βουλή. Μόνο με αντίθετο αποτέλεσμα ενός νέου Δημοψηφίσματος ήταν νομικά-συνταγματικά δυνατό να ανατραπεί το αποτέλεσμα του Δημοψηφίσματος της 05ης Ιουλίου 2015.

Οι πολιτικοί προδότες όμως των κομμάτων της χώρας ερμήνευσαν όπως αυτοί ήθελαν το ΟΧΙ και το μετέτρεψαν σε ΝΑΙ. Το νέο τρισχειρότερο μνημόνιο και οι νέες προδοτικές και καταστροφικές συμφωνίες με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η «τρόϊκα» που έγινε «θεσμοί», με τους όρους των προγραμμάτων διάσωσης που επέβαλαν, δεν σεβάστηκαν τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και παραβιάζοντας την Ευρωπαϊκή νομοθεσία, κατά την άσκηση των καθηκόντων των και των αρμοδιοτήτων των ως προς την δημοσιονομική και νομισματική εποπτεία της εθνικής οικονομίας της Ελλάδος, οδήγησαν τους συνανθρώπους μας βορρά στο αδηφάγο στόμα των τοκογλύφων με αποτέλεσμα οι πολίτες να καταστρέφονται και να αυτοκτονούν…. 

Τέλος με την απόφαση 2787/2015 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν έγινε δεκτή προσφυγή για την ακυρότητα του Π.Δ που προκήρυξε το δημοψήφισμα και δεν προσέφυγε κανείς πολίτης εμπροθέσμως, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 1β του Συντάγματος στο ΑΕΔ (Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο) για  τον έλεγχο του κύρους του αποτελέσματος του Δημοψηφίσματος που διενεργήθηκε ως ανωτέρω εξιστόρησα (βάσει του άρθρου 44 παρ. 2 του Συντάγματος) και κρίθηκε αυτό αυτοδίκαια έγκυρο.

Επί του θέματος του ανυπόστατου και της αντισυνταγματικότητος των ανωτέρω Νόμων, αποτελεί καταλυτική εφαρμογή η υπ αριθμό Γνωμοδότηση 14/22-10-2020 του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου κυρίου Βασίλειου Χαλντούπη, κατά την οποία: «…με τον τρόπο δε αυτό αποσκοπείται η διασφάλιση της προστασίας των εννόμων αγαθών του ανθρώπου, που προστατεύονται από τις ανωτέρω διατάξεις, αφού ο τυπικός νόμος που έχει ως αποτέλεσμα να πλήττεται ακόμη και η ανθρώπινη αξία στο πρόσωπο του απροστάτευτου θύματος αξιοποίνων πράξεων, τα συνταγματικά δικαιώματα-έννομα αγαθά, δεν μπορεί να κατισχύσει του Συντάγματος. Κάθε εξαίρεση, εισαγόμενη τυχόν με διάταξη κοινού νόμου…., είναι ανίσχυρη κατά το μέτρο που υπερβαίνει το κριτήριο της προστασίας συνταγματικά υπέρτερου έννομου αγαθού…».

Εξ όλων των ανωτέρω, σαφώς προκύπτει ότι οι ανωτέρω Νόμοι 4336/2015 και 4354/2015, ως πρός το περιεχόμενό τους, κατά παράβαση του 25ου άρθρου του Συντάγματος, είναι ανυπόστατοι και πλήρως αντισυνταγματικοί και αυτό σημαίνει ότι πραγματοποιήθηκε Πραξικόπημα με αποτέλεσμα την βίαιη μεταβολή του Πολιτεύματος σε Δικτατορία και η εφαρμογή αυτών συνιστά ευθεία προσβολή του Πολιτεύματος και του Συντάγματος και διώκεται με το αδίκημα της «Εσχάτης Προδοσίας» του άρθρου 134 παρ. 2 του ΠΚ.

6ον Το σύνολο των Ελληνικών χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 106 παρ. 2 του Συντάγματος κατά το οποίο: «Η ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται σε βάρος της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή προς βλάβη της εθνικής οικονομίας», πράττει, έγραψε και γράφει εις τα παλαιότερα των υποδημάτων του τις αποφάσεις των ελληνικών Δικαστηρίων, των Υπουργικών αποφάσεων και των Νόμων αμφισβητώντας ευθέως και τις διατάξεις του Συντάγματος, προς βλάβη του κοινωνικού συνόλου.

Αντικειμενικά, λόγω των εκτάκτων κοινωνικοοικονομικών συνθηκών που συνέβησαν το 2010 και εντεύθεν, στην Ελλάδα διαμορφώθηκαν συνθήκες που εμπεριέχονται στην νομική διάταξη των άρθρων 288 και 388 του ΑΚ (Απρόοπτη μεταβολή συνθηκών)

Σύμφωνα με το άρθρο 388 του ΑΚ, η μεταβολή των συνθηκών πρέπει να έλαβε χώρα μετά την κατάρτιση της σύμβασης. Η μεταγενέστερη μεταβολή των συνθηκών πρέπει να οφείλεται σε «λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν».

Δυνάμει της ανωτέρω διατάξεως, το περιστατικό πρέπει να είναι αντικειμενικά, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ουσιώδες, εν όψει του είδους, του περιεχομένου και του σκοπού της σύμβασης (αντικειμενικό κριτήριο). Τα θεμελιώδη περιστατικά μπορεί να είναι γενικά, δηλαδή να αφορούν κάθε όμοια σύμβαση (π.χ. νομοθετική και νομισματική σταθερότητα (ΑΠ 598/1992-ΑΠ 678/1996), ο τιμάριθμος, η ειρήνη, οι συνήθεις καιρικές συνθήκες, οι συνθήκες της αγοράς. Η μεταβολή των συνθηκών εκδηλώνεται στην πράξη υπό δυο κυρίως μορφές: Είτε α) ως αύξηση των προϋπολογισθέντων εξόδων παραγωγής ή προμήθειας ή εκτέλεσης της παροχής για τον οφειλέτη (π.χ λόγω αύξησης της αξίας των πρώτων υλών για την κατασκευή του πωλούμενου πράγματος), είτε β) ως μείωση της πραγματικής αξίας της προσδοκώμενης προσόδου από τον δανειστή, δηλαδή συνήθως της χρηματικής αντιπαροχής. Έκτακτοι νέοι λόγοι που δεν επέρχονται κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά και λοιπά (ΑΠ 1171/2004-ΑΠ 678/1097-ΑΠ 1138/1990) και ενδεικτικά αναφερόμενες περιστάσεις είναι πόλεμοι, επαναστάσεις, θεομηνίες, επιδημίες, αιφνίδια αύξηση του τιμαρίθμου, απαγόρευση εξαγωγών, προφανώς τα Μνημόνια και οι συνακόλουθες Δανειακές Συμβάσεις κ.λ.π. Το έκτακτο κρίνεται αντικειμενικά. Τα γεγονότα αυτά πρέπει να είναι, επί πλέον, απρόβλεπτα για τους συμβαλλόμενους κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, σύμφωνα με τους κανόνες της συνήθους επιμέλειας, δηλαδή, δεν απαιτείται τα γεγονότα να χαρακτηριστούν ως ανωτέρα βία.

Η επέμβαση του Δικαστή στην σύμβαση κατά το άρθρο 388 του ΑΚ προϋποθέτει, ότι η απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών προκάλεσε αιτιωδώς την υπέρμετρη επάχθεια της παροχής του οφειλέτη, εν όψει και της αντιπαροχής.

Αυτό από πολιτικοοικονομικής πλευράς, εκφράστηκε κατά τον καλύτερο τρόπο από την παραδοχή του τέως πρωθυπουργού της Ελλάδος κυρίου Κωνσταντίνου Καραμανλή που δήλωσε στην Κυριακάτικη Δημοκρατία (28-10-2023) τα εξής: «Η Ελλάδα στοχοποιήθηκε και συκοφαντήθηκε συστηματικά, ενώ της επιβλήθηκαν προγράμματα τιμωρητικού περιεχομένου, με τεράστιο κοινωνικό κόστος, που οδήγησαν την απώλεια του 30% του Α.Ε.Π. κάτι που μπορεί να συμβεί μόνο έπειτα από παρατεταμένο πόλεμο».

Για την απρόοπτη μεταβολή συνθηκών ο τραπεζικός τομέας είναι ο αποκλειστικά υπαίτιος για την υπαγωγή της χώρας στα Μνημόνια. Γιατί παρ όλες τις διαβεβαιώσεις περί φερεγγυότητας των τραπεζών που παρείχαν ο Πρόεδρος και ο Γραμματέας της Ενώσεως Ελληνικών Τραπεζών στην Βουλή των Ελλήνων, τόσο πριν την κρίση (2008) όσο και κατά την οικονομική κρίση της εποχής των Μνημονίων, είναι πλέον αποδεδειγμένο πλήρως, ότι οι Τράπεζες ήταν η αχίλλειος πτέρνα της Ελλάδος. Οι τράπεζες, σύμφωνα με την τοποθέτηση του Φίλιππου Σαχινίδη (Υπ. Οικονομικών) την 27-06-2013 στην Βουλή, λειτουργούσαν χωρίς κρατική εποπτεία από την πρώτη στιγμή που η χώρα έγινε μέλος της Οικονομικής Νομισματικής Ένωσης. Η ανεξέλεγκτη αυτή λειτουργία σε συνδυασμό με την παράνομη χρήση ρευστότητας που απέκτησαν μέσω των εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, ήταν οι αποκλειστικές αιτίες που οδήγησαν στην ανακεφαλαιοποίησή τους με δημόσιους χρηματοδοτικούς πόρους, οι οποίοι επιβάρυναν τους Έλληνες πολίτες.

Η Ελλάδα ήταν φερέγγυα χώρα γιατί για να καλύψει τις δικές της ανάγκες από τον Οκτώβριο του 2009 έως τον Απρίλιο του 2010 άντλησε από τις αγορές, μέσω μακροπρόθεσμου και βραχυπρόθεσμου δανεισμού, κεφάλαια ύψους 29.180 δις ευρώ, που είχε ανάγκη και απέρριψε καίτοι της προσφέρθηκε πλεονάζουσα προσφορά δανεισμού ύψους 59,254 δις ευρώ. Άρα δεν είχε ανάγκη να αυξήσει το Δημόσιο Χρέος της με πλεονάζοντα ποσά. Αντίθετα, οι Τράπεζες είχαν πρόβλημα ρευστότητας και μέσω του Νόμου 3723/2008 αρχικά πήραν δάνεια σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου μεγίστης διάρκειας τριών (3) χρόνων, ύψους 23 δις ευρώ με σκοπό να τα ρίξουν στην Αγορά για ενίσχυση της Οικονομίας με στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια σε κεφάλαια κινήσεως των επιχειρήσεων. Όμως οι Τράπεζες, τόσο τα 23 δις ευρώ όσο και τα 70 δις ευρώ που πήραν κατά το 2010 και 2011 (Σύνολο δηλ. 93 δις) με υπουργικές αποφάσεις και εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου, δεν χρησιμοποίησαν το προϊόν των ρευστοποιήσεων των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου που έκαναν μέσω ΕΚΤΕ και με επιτόκια από 0,75-2,5% (Αρ. πρωτ. 2/64855/0023/24092012 του Υπ. Οικονομικών) για την παροχή δανείων που προέβλεπε ο Νόμος 3723/2008, αλλά αντίθετα χρησιμοποίησαν τα χρήματα αυτά για να καλύψουν τις «κόκκινες θέσεις» στις οποίες είχαν οι ίδιες περιέλθει λόγω της παράνομης δραστηριότητάς τους και κινδύνευαν τόσο αυτές όσο και οι Ευρωπαϊκές (Γαλλικές και Γερμανικές) Τράπεζες, με άμεση χρεοκοπία.

Κάθε πολίτης αυτής της χώρας, πλην των ενόχων, αγνοούσε ότι λόγω δολίων μεθοδεύσεων οι (4) συστημικές Τράπεζες, όταν κατά τον Ηλία Λεκκό, Διευθυντή Μονάδας Οικονομικής Ανάλυσης Αγορών της Τράπεζας Πειραιώς και Μέλους του Επιστημονικού Συμβουλίου της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, κατηγορηματικά προσδιορίζεται ότι «…παραγωγή αέρα κοπανιστού, ο οποίος στη συνέχεια βαφτίζεται χρήμα…», κατήρτιζαν δανειακές συμβάσεις πέραν των ορίων δανεισμού που ανέρχονταν στο 80% των καταθέσεων και αυτό από το 2005 έως το 2009. Ο καθένας μας νόμιζε ότι συναλλασσόταν με ένα αξιόπιστο και αξιόχρεο αντισυμβαλλόμενο. Τα όρια που καταχώριζε η Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε (ΠΔ/ΤΕ 2560/01042005, ΦΕΚ 88Α/18042005) και ήταν ο δεσμευτικός νόμος του Κράτους καθόριζε τον δείκτη ρευστών διαθεσίμων στο 20% και επέτρεπε στις Τράπεζες να δανείζουν μόνο μέχρι το 80% των καταθέσεων σε αυτές.

Όμως οι Τράπεζες δάνειζαν πέραν αυτού του ορίου και έφθασαν μέχρι 160% – 170% και επάνω με αποτέλεσμα την 16-02-2009, ημερομηνία ίδρυσης του Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων και Εγγυήσεων (ΤΕΚΕ), ήτοι νομικού προσώπου που ιδρύθηκε με τον Νόμο 3746/2009 (ΦΕΚ 27Α΄ 16-02-2009) ως φορέας διαχείρισης του συστήματος εγγύησης των τραπεζικών καταθέσεων και επενδυτικών υπηρεσιών, να επέλθει στην Ελλάδα ο συστημικός κίνδυνος της χρηματοπιστωτικής αστάθειας. Αυτή η δόλια και παράνομη δράση των Τραπεζών είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας παράνομος μηχανισμός Δημοσίου χρέους μέσω των εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, που επιβάρυνε και επιβαρύνει ακόμη όλους τους Έλληνες πολίτες με φόρους και η ευθύνη για όλα τα κακά έπεσε στους δανειολήπτες, (που μειώθηκεχάθηκε η δουλειά τους από την ύφεση), και όχι στους τραπεζίτες που δρούσαν ανεξέλεγκτα από το 2005, αφού δάνειζαν δολίως (Άμεσος Δόλος) μη νόμιμο χρήμα, που δεν υφίστατο ως κατάθεση. Η άμεση αυτή ανάγκη, που αφορούσε το Τραπεζικό Σύστημα να καλύψει τις τρύπες του, για να μην επέλθει η κατάρρευσή του και χάσουν οι καταθέτες τις καταθέσεις τους, οδήγησε το πολιτικό σύστημα με την συνευθύνη των ανέλεγκτων απατεώνων χρυσοκάνθαρων τραπεζιτών, στην επαίσχυντη Διάταξη του Άρθρου 14 παρ. 5 του Νόμου 3845/6-5-2010/Φ.Ε.Κ 65Α η οποία ορίζει ότι: «Εκχωρεί κάθε Εξουσία λόγω Ασυλίας που υπάρχει η που στο Μέλλον θα υπάρξει», και έκτοτε δεν τελούμε μόνο υπό δικτατορικό και de facto κατοχικό καθεστώς αλλά υπό επίσημη (de jure) κατοχή και να σύρουν την Χώρα στα παράνομα μνημόνια εκχώρησης της εθνικής και οικονομικής ανεξαρτησίας στους διεθνείς κερδοσκόπουςτοκογλύφους, υπό το πρόσχημα της αδυναμίας δανεισμού της Χώρας από τις αγορές. Έτσι, ενώ η χώρα έως τον Απρίλιο του 2010 είχε πλεόνασμα προσφοράς δανεισμού, από την στιγμή που έφτασε η λήξη των Ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, που είχαν δοθεί στις τράπεζες και αυτές είχαν ρευστοποιήσει για την κάλυψη των «κόκκινων θέσεών τους» και όχι επενδύσει για να αποπληρώνουν αυτά τα Ομόλογα και να βγάζουν νόμιμο κέρδος, τότε οδηγήθηκε η Χώρα στην «κατασκευασμένη χρεοκοπία», για να κλέψουν τον Δημόσιο Πλούτο της. Όμως δεν  έφθανε μόνο η κάλυψη των χρεών των τραπεζιτών σε βάρος του Δημόσιου Πλούτου, αλλά το πολιτικό Σύστημα συνεπικουρούμενο από το Διεθνές ληστρικό τοκογλυφικό κεφάλαιο, έβαλε στόχο και την κλοπή του Ιδιωτικού Πλούτου των Ελλήνων προσδίδοντας επί πλέον κέρδος στους τραπεζίτες μέσω των εγγυήσεων ομολογιών του κράτους.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να επιβαρυνθούμε υπέρμετρα οικονομικά μέσω της αλλαγής του φορολογικού συστήματος και να καταβάλλουμε περισσότερους φόρους με αποτέλεσμα, λιμάνιααεροδρόμιατρέναβιομηχανίεςεθνικό οδικό δίκτυοενέργειαεπικοινωνίες κ.λ.π. ξεπουλήθηκαν ενώ ταυτόχρονα και αυτό το απεχθές «χρέος» διαρκώς αυξάνεται δικαιώνοντας τις αναφορές της Βίβλου «…ο οφειλέτης να είναι πάντα υπηρέτης του δανειστή…» και κατά τον Πλούταρχο «…οι οφειλέτες να είναι δούλοι όλων των δανειστών τους…».

Εξ άλλου αυτό έχει αποδειχθεί και με την τελεσίδικη απόφαση 2343/2016 ΜΠρΑθ ότι όλο το τραπεζικό σύστημα «Έπραξε δε όλα τα ανωτέρω ενώ γνώριζε την οικονομική κρίση που βίωνε ο κλάδος του συνόλου των επιχειρήσεων ήδη από το έτος 2008 και για το λόγο αυτό, μάλιστα, δημιουργήθηκαν τα ανωτέρω προγράμματα προς οικονομική τους ενίσχυση και ενώ το Δεκέμβριο του έτους 2011 οι τράπεζες είχαν λάβει συνολικά 163.000.000.000 ευρώ εγγυήσεις του Ελληνικού Δημόσιου από τα οποία το ποσό των 93.000.000.000,00 ευρώ προορίζονταν για την χορήγηση στεγαστικών δανείων και δανείων προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις με ανταγωνιστικούς όρους σύμφωνα με το Ν. 3723/09.12.2008 σε συνδυασμό με τους Ν. 3845/2010, 3872/2010 και 3965/2011».

Όμως το τραπεζικό σύστημα από την αρχή της κρίσης στηρίχθηκε εις τον Ελληνικό Λαό, όπως είπε και ο ίδιος ο Πρόεδρος του Eurogroup Γερούν Νταϊσεμπλούμ ενώπιον της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων της Ευρωβουλής, απαντώντας στην ερώτηση του Ευρωβουλευτή Νίκου Χουντή, κατά πόσο συμφωνεί με τον Ολι Ρεν ότι: «το πρώτο πρόγραμμα της Ελλάδος έγινε για να στηριχθούν οι Τράπεζες», απαντώντας την 09-11-2017 με τα εξής: «Στην αρχή της κρίσης σε όλες τις χώρες το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν οι Τράπεζες. Ο κόσμος που λέει ότι όλα έγιναν για τις τράπεζες έχει κάποιο δίκιο. Είχαμε τραπεζική κρίση, δημοσιονομική κρίση και χρησιμοποιήσαμε πολλά από τα χρήματα του φορολογούμενου, με λάθος τρόπο κατά την γνώμη μου, για να σώσουμε τις Τράπεζες και ο κόσμος που επέκρινε τα πρώτα χρόνια λέγοντας, πως όλα έγιναν για τις Τράπεζες έχει κάποιο δίκιο».

Όμως, παρ ότι οι τράπεζες έχουν εξοφληθεί ΟΛΟΣΧΕΡΩΣ για όλα τα κόκκινα δάνειά τους από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, και επομένως ΔΕΝ ΔΙΚΑΙΟΥΝΤΑΙ, να ζητούν να εισπραχθεί, για δεύτερη φορά, η ίδια οφειλή, αφού το δικαίωμα αυτό το έχει μόνο το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας το οποίο έχει και την ενεργητική νομιμοποίηση να ζητήσει το ποσό της οφειλής αφού σε αυτό οφείλονται τα αποπληρωθέντα δάνεια και όχι στις Τράπεζες και στην κάθε αλλοδαπή εταιρεία, δεδομένου ότι, κατά το ισχύον νομοθετικό καθεστώς, στους σκοπούς του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας εντάσσονται:

α)  η παροχή κεφαλαιακής ενίσχυσης στα «πιστωτικά ιδρύματα,

β) η παρακολούθηση και αξιολόγηση αυτών διασφαλίζοντας την επιχειρησιακή τους αυτονομία και

γ) η διευκόλυνση διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Όθεν, την στιγμή κατά την οποία το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας παρέσχε κεφαλαιακή ενίσχυση στα «πιστωτικά ιδρύματα» καλύπτοντας τα ποσά των κόκκινων δανείων που έλειπαν από τις τράπεζες, ΤΕΚΜΑΙΡΕΤΑΙ ότι τα κόκκινα δάνεια εξοφλήθηκαν ολοσχερώς υπ’ αυτού και αυτό και μόνον αυτό δικαιούται να τα απαιτήσει, από τους δανειολήπτες.

Πέραν των ανωτέρω ιστορουμένων, επί της παροχής της κεφαλαιακής ενίσχυσης των 303.638.100.00 δις ευρώ που εγγυήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο για λογαριασμό των Τραπεζών, οι πολίτες αυτής της χώρας, έχουν απαράγραπτο ατομικό δικαίωμα, ως επί της δημόσιας περιουσίας (ορυκτός πλούτος, υποδομές κ.λ.π), της οποίας ερήμην των παραχωρήθηκε το δικαίωμά τους αυτό προς τις Τράπεζες και σαφώς προκύπτει ότι έχουν καταβάλλει υπέρμετρα και δυσανάλογα ποσά για την εξόφληση της παραπάνω απαίτησης, ήτοι δηλαδή:

α. διά της παροχής της κεφαλαιακής ενίσχυσης προς τις Τράπεζες, έχουν καταβάλλει όλο το αρχικό κεφάλαιο.

β. έχουν υπέρμετρους άμεσους και έμμεσους φόρους από το 2010 και μετά.

γ. έχουν παραχωρηθεί ατομικά, εμπράγματα, περιουσιακά δικαιώματά τους επί της δημόσιας περιουσίας, ερήμην των, που η οικονομική τους αποτίμηση κατέτος και κατΈλληνα πολίτη, ξεπερνά τα 200.000 ευρώ και ως εκ τούτου, δικαιούνται να αξιώνουν την απαλλαγή τους από τα εκζητούμενα ποσά της οφειλής τους προς τις τράπεζες, το οποίο έχουν ήδη καταβάλει ως Έλληνες φορολογούμενοι, προς το σύνολο των πιστωτικών ιδρυμάτων επί σκοπώ της διασώσεώς τους από την χρεοκοπία τους και την κατάρρευσή τους.

Η απαίτηση των Τραπεζών είναι παράνομη, καταχρηστική και τοκογλυφική γιατί έχουν λάβει επί πλέον, εκ των καταβληθέντων κατωτέρω και από τους Έλληνες, δια μέσου Νόμων και Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου, τα αναλογούντα ποσά:

  • Νόμος 3723 9/12/2008 (άρθρα 2, 3, 4, 5) ΦΕΚ 250Α/912-2008                   23 δις
  • Νόμος 3845/652010 (άρθρο 4 # 8) ΦΕΚ 65Α/6522010                           15 δις
  • Νόμος 3864/2172010 (άρθρο 3 # 1)                                                           10 δις
  • Νόμος 3872/392010 (άρθρο 7) ΦΕΚ 148Α/392010                                  25 δις
  • Νόμος 3965/1852011 (άρθρο 19 # 1) ΦΕΚ 113Α/1852011                      30 δις
  • Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου ΦΕΚ 203Α/1492011                             30 δις
  • Νόμος 4031/9122011 (άρθρα 1 , 2) ΦΕΚ 256Α/9122011                         60 δις
  • Νόμος 4056/1232012 (άρθρο 21 # 1) ΦΕΚ 52Α/1232012                        30 δις
  • Νόμος 4079/1992012 (άρθρο 1 # 1) ΦΕΚ 94Α/1492012                          40 δις
  • Νόμος 3297/24-12-2013 ΦΕΚ Β εδόθησαν στην Τράπεζα Πειραιώς       3.572.100.000
  • Νόμος 3319/27122013 ΦΕΚ Β εδόθησαν στην Τράπεζα Alpha Bank   3.609.000.000
  • Νόμος 3356/30122013 ΦΕΚ Β εδόθησαν στην Εθνική Τρ. Ελλάδος    4.107.700.000
  • Με τον αυτό νόμο εδόθησαν ως δανεισμό στην Ε. Τ. Ε.                              70.000.000
  • Νόμος 3379/31122013 ΦΕΚ Β εδόθησαν στην Eurobank                     4.280.000.000

Νόμος 4334 ΦΕΚ 80Α/16072015                                                                25 δις

=================================================================
ΣΥΝΟΛΟΝ           303.638.100.000

Τα δισεκατομμύρια των ανακεφαλαιοποιήσεων από το αίμα του Ελληνικού Λαού που ενθυλακώθηκαν από τους ημέτερους της εκάστοτε κυβέρνησης, εις βάρος του γενικού συμφέροντος, του δημοσίου χρέους και του ελλείματος, ήτοι προς βλάβη της εθνικής οικονομίας της Ελλάδος και της περιουσίας των Ελλήνων πολιτών, διαπράχθηκε το, κατά του έθνους έγκλημα της εσχάτης προδοσίας.

Αυταπόδεικτη καθίσταται πλέον η, εκ μέρους των κατ επίφαση «Πιστωτικών Ιδρυμάτων», σύσταση συμμορίας και εγκληματικής οργανώσεως εις βάρος του κοινωνικού συνόλου και του Ελληνικού κράτους, τα οποία  δρουν ανεξέλεγκτα ως κερδοσκόποι και ως τοκογλύφοι, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 404 του ΠΚ, αλλά και σε νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, Νόμος 4557/2018 όπως ο τελευταίος ισχύει (κατόπιν τροποποίησης με τον Νόμο 4816/2021, ο οποίος ενσωμάτωσε την οδηγία ΕΕ 1673/2018).

Βάσει των ανωτέρω λεπτομερώς παρατιθέμενων στοιχείων, προκύπτει με μαθηματικό βέβαιο τρόπο, ότι οι συστημικές τράπεζες, έχουν υπεξαιρέσει τα χρήματα από την Εθνική Οικονομία και από τους Έλληνες πολίτες. Τα στοιχεία αυτά αποδεικνύουν, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, το οικονομικό έγκλημα, γνωστό και ως «έγκλημα του λευκού κολάρου» όπως το ονόμαζε η Εισαγγελεύς του Οικονομικού Εγκλήματος κυρία Πόπη Παπανδρέου, που διέπραξαν οι τράπεζες εις βάρος της Εθνικής Οικονομίας αλλά και προσωπικά σε κάθε πολίτη και βαρέως φορολογούμενου.

Από την ύφεση και την κακή οικονομική κατάσταση μειώθηκαν τα εισοδήματα των πολιτών που δεν αρκούν πλέον ούτε για την διατροφή τους, με την πληρωμή δε των πάσης φύσεως άδικων φόρων που επιβλήθηκαν περαιτέρω (αύξηση ΦΠΑ 24%) χαράτσι ΔΕΗ, Εισφορά επαγγελματιών, φόρος αλληλεγγύης κ.λ.π, την μείωση του Δημόσιου τομέα, κ.λ.π, συγκεντρώθηκαν τα χρήματα που δόθηκαν στις Τράπεζες, και ενώ οι Τράπεζες έλαβαν αυτά τα χρηματικά ποσά, αν και η μετοχική τους αξία δεν ξεπερνά το 8 δις, όταν την Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015, οι μετοχές των τραπεζών άξιζαν: της Eurobank (0,159 ευρώ), της Alpha Bank (0,415 ευρώ), της Πειραιώς (0,877 ευρώ) και της Εθνικής (1,320 ευρώ),  άρα θα έπρεπε το Δημόσιο να έχει τον έλεγχό τους, τα κεφάλαια διασπαθίστηκαν ενώ μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), κύριος μέτοχος όλων των ελληνικών συστημικών τραπεζών είναι το Ελληνικό κράτος, το οποίο όμως ενώ έχει δανειστεί για να βάλει αυτά τα λεφτά στις συστημικές τράπεζες, δεν ασκεί τα δικαιώματά του και έχει αφήσει τις τράπεζες στα χέρια των ιδιωτικών διοικήσεών τους.

Η συνταγματική όμως επιταγή της Κοινωνικής Δικαιοσύνης επιβάλλει να γίνει αναγκαίος έλεγχος προκειμένου να διερευνηθεί γιατί δημιουργήθηκαν ελλείμματα σε αυτές και σε ποιούς δόθηκαν θαλασσοδάνεια.

Επί πλέον τονίζεται ότι, αποκλειστικός υπεύθυνος της οικονομικής αδυναμίας όλων των Ελλήνων πολιτών, είναι οι ίδιες οι Τράπεζες και τους διαχειριστές της εξουσίας, που έθεσαν σε εφαρμογή την απάτη να φορτώσουν με ένα τεράστιο ψευδές χρέος ολόκληρο τον Ελληνικό Λαό, ώστε μη δυνάμενοι όλοι να αποπληρώσουν πλέον αυτό το ψευδές χρέος, να αρπάξουν τόσο την κρατική περιουσία, της οποίας όλοι τους εξ αδιαιρέτου είναι ιδιοκτήτες, όσο και την ιδιωτική τους τοιαύτη, δηλαδή τα κινητά και ακίνητά τους, ούτως ώστε να οδηγήσουν έναν έκαστον των πολιτών στην σημερινή οδυνηρή οικονομική κατάσταση και τούτο διότι:

Επί ανώνυμης εταιρίας, τα μέλη του Δ.Σ. δεν έχουν μεν προσωπική ευθύνη για τις υποχρεώσεις της εταιρίας, είναι όμως δυνατή η ευθύνη των μελών του Δ.Σ. της Α.Ε. προσωπικά από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 του ΑΚ, δηλαδή η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων Α.Ε. δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών (914 του ΑΚ), οπότε στοιχειοθετείται σχετική ευθύνη τους, όπως εν προκειμένω, (ΕφΠατρών 769/2007-ΕφΠειρ 375/2003-ΠΠρΣύρου 94/2003-ΕφΑθ 6286/2000-ΕφΑθ 5365/1992).

Βάσει των ανωτέρω δεδομένων, ευλόγως δίδεται το δικαίωμα σε κάθε πολίτη να στραφεί, τόσο ποινικώς όσο και αστικώς, εναντίον οιουδήποτε του προξένησε, προξενεί και θα του προξενήσει μελλοντικώς βλάβη ή και ζημία, με την άμεση ή και την έμμεση συμμετοχή του, στην εις βάρος του συντελούμενη απάτη η οποία ενισχύεται με την παράβαση του άρθρου 106 παράγραφο 2 του Συντάγματος το οποίο ορίζει ότι: «Η ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται σε βάρος της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή προς βλάβη της εθνικής οικονομίας» ως και κατά παράβαση του άρθρου 259 του ΠΚ το οποίο ορίζει ότι: «Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, εάν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη», αφού εξ αιτίας της απάτης με την οποία δημιουργείται ψεύτικο χρέος και με δικαιολογία αυτό, μεταβιβάζεται η κρατική περιουσία σε τρίτους βλάπτοντας έτσι το κράτος και τον φορολογούμενο πολίτη.

1ον Ο Νόμος 4354/2015, εκδοθείς εν τω μέσω μείζονος οικονομικής ύφεσης και σε εκπλήρωση υποχρέωσης, την οποία είχε αναλάβει η τότε κυβέρνηση με το από 19/8/2015 Μνημόνιο Κατανόησης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενεργούσας για λογαριασμό του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας και της Ελληνικής Δημοκρατίας (Memorandum of understanding between the European commission acting on behalf of the European stability mechanism and the Hellenic republic and the bank of Greece), αποσκοπούσε, σύμφωνα με την Αιτιολογική του Έκθεση, στην άμεση αντιμετώπιση του προβλήματος των µη εξυπηρετούμενων δανείων με σκοπό την εξυγίανση των χαρτοφυλακίων των ελληνικών «πιστωτικών ιδρυμάτων», την απομόχλευση των ισολογισμών τους, την βελτίωση των κεφαλαιακών δυνατοτήτων τους και της εν γένει ρευστότητάς τους. Δημιούργησε έτσι το νομοθετικό πλαίσιο μίας δευτερογενούς αγοράς των μη εξυπηρετούμενων δανείων, το οποίο θα διευκόλυνε την γενικευμένη μεταβίβαση από τα πιστωτικά «ιδρύματα» των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών τους από προβληματικά και μη εξυπηρετούμενα δάνεια και πιστώσεις προς φορείς που θα επεδίωκαν την είσπραξη των απαιτήσεων αυτών, εκκαθαρίζοντας το προβληματικό δανειακό χαρτοφυλάκιο των πιστωτικών «ιδρυμάτων».

2ον Το νομοθετικό αυτό πλαίσιο, προκειμένου να διευκολύνει την λειτουργία των ιδρυομένων Εταιρειών Διαχείρισης και να προσελκύσει επενδυτές στην εν λόγω δευτερογενή αγορά, παρέσχε σε αυτές δια του άρθρου 2 παράγραφος 4 του Νόμου εξαιρετική νομιμοποίηση, δίνοντάς τους την προνομιούχο θέση του «μη δικαιούχου διαδίκου». Ταυτόχρονα όμως προκειμένου να προστατεύσει τους καταναλωτές δανειολήπτες από την αυθαιρεσία και να αποτρέψει την μετατροπή των Εταιρειών Διαχείρισης σε σύγχρονους publicani (φοροεισπράκτορες), οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι την οικονομική ύφεση, θα επιχειρούσαν το μέγιστο και το πιο σύντομο δυνατό κέρδος δια της επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος των δανειοληπτών, προέβλεψε με το άρθρο 3 παράγραφος 2 του Νόμου ως αναγκαία προϋπόθεση για την προσφορά προς πώληση των απαιτήσεων των πιστωτικών «ιδρυμάτων» από μη εξυπηρετούμενα δάνεια την προηγούμενη εξώδικη πρόσκληση των δανειοληπτών σε διακανονισμό των οφειλών τους βάσει γραπτής πρότασης κατάλληλης ρύθμισης με συγκεκριμένους όρους αποπληρωμής σύμφωνα και με τις διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας, δηλαδή του Νόμου 4224/2013.

 

3ον Αντίθετα ο Νόμος 3156/2003, ο οποίος εκδόθηκε υπό συνθήκες οικονομικής ανάπτυξης, εισήγαγε τον θεσμό της τιτλοποίησης απαιτήσεων ως μέσο πώλησης ληξιπρόθεσμων ή μη, υφισταμένων ή μελλοντικών επιχειρηματικών απαιτήσεων ή απαιτήσεων από ακίνητα σε εταιρείες με ειδικό σκοπό την μετατροπή των τιτλοποιημένων απαιτήσεων σε ομολογίες και την ιδιωτική τοποθέτησή τους, όπως αυτή ορίζεται από τον Νόμο.

Επρόκειτο συνεπώς περί νομοθετήματος το οποίο είχε ως σκοπό την διεύρυνση της αγοράς και την δημιουργία νέων παραγώγων. Στο πλαίσιο αυτό και προκειμένου να διευκολύνει την είσοδο στην αγορά των παραγώγων αυτών εταιρειών ειδικού σκοπού, οι οποίες από την φύση τους κατά κανόνα δεν διαθέτουν τις απαραίτητες εγκαταστάσεις, τους μηχανισμούς και το προσωπικό προκειμένου να παρακολουθούν την είσπραξη των απαιτήσεων και να βρίσκονται σε άμεση συναλλακτική επαφή με τους δανειολήπτες, ιδίως όταν τα δάνεια έχουν καταρτιστεί σε διαφορετικό κράτος από αυτό της καταστατικής τους έδρας, ο Νόμος προέβλεψε δυνητικά με το άρθρο 10 παράγραφος 14 την δυνατότητα ανάθεσης με γραπτή σύμβαση της είσπραξης και της εν γένει διαχείρισης των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων σε πιστωτικά ή χρηματοδοτικά «ιδρύματα». Ούτε όμως προσέδωσε σε αυτά την οποιαδήποτε νομιμοποίηση προς άσκηση δικαστικών διαδικαστικών ενεργειών, ούτε βεβαίως έθεσε την οποιαδήποτε προϋπόθεση για την μεταβίβαση και την τιτλοποίηση των εν λόγω απαιτήσεων.

 

4ον Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι οι σκοποί και τα μέσα των δύο αυτών νομοθετημάτων διακρίνονται σαφώς και αποκλείουν εντελώς τόσο τον κατεπιλογή και δήθεν αναλογικό συνδυασμό των διατάξεών τους, όσο και την ταύτιση των θέσεων των διαχειριστών απαιτήσεων του άρθρο 10 παράγραφος 14 του Νόμου 3156/2003 και των Εταιρειών Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) του Νόμου 4354/2015, γεγονός άλλωστε το οποίο και ρητά επισημαίνει το ίδιο το Υπουργείο Οικονομικών στην ιστοσελίδα του ως απάντηση σε συχνές ερωτήσεις για τον Νόμο 4354/2015 την διευκρίνιση ότι: «Οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 3 Α του Νόμου 4354/2015 δεν εφαρμόζονται στις μεταβιβάσεις απαιτήσεων μεταξύ πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων και στις συναλλαγές που διέπονται από τους Νόμους 3156/2003, 1905/1990, 1664/1986, 4261/2014 και 4514/2018. Υπό αυτή την έννοια, τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα μπορούν να πωλούν μεταξύ τους απαιτήσεις ή να αναλαμβάνουν την διαχείριση τους χωρίς να απαιτείται να τηρήσουν τις διαδικασίες που προβλέπει ο Νόμος 4354/2015 είτε για την αδειοδότηση των εταιρειών διαχείρισης είτε για τις προϋποθέσεις πώλησης απαιτήσεων προς μη αδειοδοτημένες οντότητες. Ειδικότερα ως προς την μεταβίβαση απαιτήσεων με σκοπό την τιτλοποίηση διευκρινίζεται ότι αυτή διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του Νόμου 3156/2003, ανεξαρτήτως αν στα προς τιτλοποίηση χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνονται ληξιπρόθεσμες ή μη απαιτήσεις. Κατά συνέπεια, ειδικότερες διαδικαστικές προϋποθέσεις που προβλέπει ο Νόμος 4354/2015 στα άρθρα 1-3 Α για την εγκυρότητα της μεταβίβασης απαιτήσεων λόγω πώλησης σε εταιρείες της περίπτ. β της παραγράφου 1 του άρθρου 1, δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση που η μεταβίβαση των απαιτήσεων πραγματοποιείται με σκοπό την τιτλοποίηση σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 3156/2003». Η δε αιτιολογική έκθεση του Νόμου 4389/2016, η οποία τροποποίησε τον Νόμο 4354/2015, αναφέρει ότι: «παρέχονται στα πιστωτικά ιδρύματα τα θεσμικά εργαλεία αξιοποίησης του χαρτοφυλακίου τους, καθώς θα έχουν την δυνατότητα να επιλέξουν είτε την εφαρμογή του νόμου περί τιτλοποίησης απαιτήσεων (Νόμος 3156/2003) όπου επιτρέπεται η τιτλοποίηση απαιτήσεων που εξυπηρετούνται, είτε το θεσμικό πλαίσιο που παρέχεται με το παρόν σχέδιο νόμου».

 

5ον Εν τούτοις παρατηρείται το φαινόμενο οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, ανύπαρκτες οντότητες σφραγίδες, που έχουν ξεκληρίσει τον Λαό και οι οποίες λειτουργούν στην χώρα, μεταξύ των οποίων και η εδώ δεύτερη καθ ης, να πράττουν ακριβώς αυτό, ακόμα και όταν έχουν αναλάβει την διαχείριση τιτλοποιημένων απαιτήσεων στο πλαίσιο του άρθρου 10 παράγραφος 14 του Νόμου 3156/2003 και όχι στο πλαίσιο του Νόμου 4354/2015, να ενεργούν ως έχουσες δήθεν και σε αυτήν την περίπτωση την εξαιρετική νομιμοποίηση του άρθρου 2 παράγραφος 4 του Νόμου 4354/2015 και να προβαίνουν οι ίδιες, αντί των πραγματικών δικαιούχων, στην διενέργεια δικαστικών διαδικαστικών πράξεων.

 

6ον Τούτο όμως επιτρέπει στα πιστωτικά «ιδρύματα» και τις συνεργαζόμενες μαζί τους Εταιρείες Διαχείρισης να μεθοδεύουν, κατά παράβαση του νόμου, την παράκαμψη της εξώδικης πρόσκλησης των δανειοληπτών σε διακανονισμό των οφειλών τους, ως προϋπόθεση για την μεταβίβαση των μη εξυπηρετούμενων απαιτήσεών τους βάσει του Νόμου 4354/2015, δια της τιτλοποίησης των απαιτήσεων αυτών στο πλαίσιο του Νόμου 3156/2003 μέσω εταιρειών ειδικού σκοπού, τις οποίες κατά κανόνα τα ίδια τα «πιστωτικά ιδρύματα» ιδρύουν ως θυγατρικές τους επιχειρήσεις, και την εν συνεχεία ανάθεση της είσπραξης των εν λόγω απαιτήσεων σε Εταιρείες Διαχείρισης, οι οποίες κάνοντας παράνομα χρήση της εξαιρετικής νομιμοποίησης που τους δίνει ο Νόμος 4354/2015, επιχειρούν οι ίδιες την επιδίκαση των εν λόγω απαιτήσεων ή την αναγκαστική εκτέλεση των σχετικών καταψηφιστικών αποφάσεων.

Πρόκειται περί μεθόδευσης η οποία εμφανώς καταστρατηγεί τα δικαιώματα των δανειοληπτών και η οποία κάνει χρήση α λα καρτ εκείνων των διατάξεων του κάθε ενός από τους δύο νόμους, οι οποίες εξυπηρετούν τα πιστωτικά «ιδρύματα» και τις Εταιρείες Διαχείρισης. Απλά διατυπωμένο: ένας νόμος για την δικονομία και ένας άλλος νόμος για τις ουσιαστικές προϋποθέσεις. Κατ’ επιλογήν.

7ον Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 10 παράγραφο 1 του Νόμου 3156/2003, τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνου, ομολογιών οποιοσδήποτε είδους ή μορφής.

Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ, εφ όσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού (παράγραφος 6). Η σύμβαση μεταβίβασης των υλοποιούμενων απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου 2844/2000 (παράγραφος 8). Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης κατά τα ανωτέρω επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης, η δε μεταβίβαση αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την εταιρεία ειδικού σκοπού στον οφειλέτη (παράγραφος 9). Ως αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Νόμου 2844/2000, σύμφωνα με την διάταξη της παραγράφου 8 του ιδίου άρθρου. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από την μεταβίβαση (εκχώρηση) λόγω πώλησης της παραγράφου 1. Η ανωτέρω καταχώριση γίνεται με δημοσίευση (κατάθεση εντύπου, η μορφή του οποίου καθορίστηκε με την 161337/30102003, ΦΕΚ Β` 1688/2003 υπουργική απόφαση και ήδη με την 20783/09112020, ΦΕΚ Β` 4944/09112020, απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης) στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, ως ενεχυροφυλακεία δε έως την ίδρυσή τους με π.δ. ορίζονται τα κατά τόπους λειτουργούντα σήμερα υποθηκοφυλακεία ή κτηματολογικά γραφεία της έδρας των Πρωτοδικείων. Συνοπτικώς, τα στοιχεία που περιέχονται στο άνω έντυπο με την προκαθορισμένη μορφή είναι: α) τα στοιχεία των συμβαλλόμενων, β) οι όροι της σύμβασης (λ.χ. νόμισμα και ποσό του τιμήματος της αγοράς), γ) ο τύπος των επιχειρηματικών απαιτήσεων, δ) το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, ε) τα στοιχεία των οφειλετών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις.

Περαιτέρω, ο ως άνω νόμος προβλέπει ότι επί μίας τέτοιας μεταβιβάσεως επιχειρηματικών απαιτήσεων από Τράπεζα σε μία εταιρεία ειδικού σκοπού είναι δυνατό να ανατεθεί με έγγραφη σύμβαση, η οποία σημειώνεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Νόμου 2844/2000 (παράγραφος 16), η διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό «ίδρυμα», το οποίο στην περίπτωση που η εταιρεία ειδικού σκοπού (αποκτήσεως) δεν εδρεύει στην Ελλάδα, πρέπει να είναι εγκατεστημένο στην Ελλάδα.

Ειδικότερα, για την ως άνω σύμβαση διαχειρίσεως, η οποία κατά τα εννοιολογικά της στοιχεία ταυτίζεται με την σύμβαση εντολής (713 επ. ΑΚ) και αντιπροσωπεύσεως (211 επ. ΑΚ), η παράγραφος 14 του ως άνω άρθρου 10, ορίζει τα ακόλουθα: «Με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που παρέχει νομίμως υπηρεσίες σύμφωνα με το σκοπό του στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφ όσον ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένος με την διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν την μεταβίβασή τους στον αποκτώντα. Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διαχειριστή».

Από τα παραπάνω, είναι σαφές ότι η ως άνω εταιρεία διαχειρίσεως ενεργεί πράξεις διαχειρίσεως ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό της εταιρείας ειδικού σκοπού (αποκτήσεως). Ο νόμος, στην περίπτωση της μεταβίβασης απαιτήσεων με σκοπό την τιτλοποίηση κατά τους ορισμούς του Νόμου 3156/2003, δεν απονέμει στην εταιρεία διαχειρίσεως (με την οποία συμβάλλεται η εταιρεία αποκτήσεως) την ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου, έστω και έμμεσα χωρίς πανηγυρική διατύπωση ώστε η τελευταία να ασκεί ως μη δικαιούχος διάδικος, κατά παραχώρηση του νομοθέτη, αγωγές και άλλα ένδικα βοηθήματα ενώπιον των δικαστηρίων για τα δικαιώματα της εταιρείας αποκτήσεως, αιτούμενος έννομη προστασία στο όνομά του, όπως ρητά πράττει για τις εταιρίες διαχειρίσεως του Νόμου 4354/2015 στο άρθρο 2 παράγραφος 4 αυτού. Με άλλα λόγια δεν της απονέμει ενεργητική κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση. Ρυθμίζει απλά τους όρους και το πλαίσιο της εκτελέσεως εξώδικων διαχειριστικών (νομικών ή υλικών) πράξεων με σκοπό την είσπραξη (για λογαριασμό της εντολέως της δικαιούχου) των απαιτήσεων από τους οφειλέτες. Εξ άλλου η ανάγκη αποσυμφορήσεως και απαλλαγής των ελληνικών συστημικών τραπεζών από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια πελατών τους υπήρξε πιεστική, κι έτσι εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη με τον Νόμο 4354/2015 (άρθρα 1-3) μία νέα, εντελώς διάφορη από την προηγούμενη, διαδικασία μεταβιβάσεως, αποκτήσεως και διαχειρίσεως μη εξυπηρετούμενων και αργότερα και εξυπηρετούμενων τραπεζικών δανείων και πιστώσεων. Ωστόσο, με τον Νόμο 4904/2015 δεν καταργήθηκε η καθιερωθείσα με τον Νόμο 3156/2003 δυνατότητα αποκτήσεως και διαχειρίσεως επιχειρηματικών δανείων κ.λ.π. με τιτλοποίηση, εξακολούθησε και εξακολουθεί να ισχύει για τις μεταβιβάσεις απαιτήσεων που γίνονται με τους δικούς του όρους και διαδικασία. Μάλιστα, για να μην υπάρξει σύγχυση για τις εφαρμοζόμενες σε κάθε περίπτωση νομοθετικές ρυθμίσεις, ρητά ορίσθηκε στο άρθρο 1 παράγραφος 1 περ. δ’ του Νόμου 4354/2015 ότι «Οι διατάξεις του παρόντος δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των διατάξεων των νόμων 3106/2003, 1905/1990, 1665/1986, 3606/2007 και 4261/2014» (βλ. και ΑΠ 822/2022 AntimoliaΑΠ 909/2021 ΙΣΟΚΡΑΤΗΣΜονΕφΑΘ 1858/2022 ΝΟΜΟΣΜΕφΠειρ 467/2022ΜΕφΛαρ 250/2022 sakkoulaς on line-Contra ΑΠ 1102/2022 Antimolia και σχ. 402 και 883/2021, χωρίς ιδιαίτερη αιτιολογία, καθώς και ΜΠρΑθ 842/2022 ΝΟΜΟΣ και Γ. Ορφανίδη (Γνωμ.), Το κανονιστικό περιεχόμενο του Νόμου 4354/2015, ΕφΑΔ 2021.1283, με την σκέψη ότι το νομοθετικό πλαίσιο του Νόμου 4354/2015 εφαρμόζεται ανεξαρτήτως του δικαίου, που διέπει την ουσιαστική έννομη σχέση. Αρκεί το γεγονός ότι ο αντισυμβαλλόμενοςδανειολήπτης έχει την έδρα ή την κατοικία του στην Ελλάδα).

 

Περαιτέρω, από την σύγκριση των προπαρατιθέμενων διατάξεων προκύπτει ότι αμφότεροι οι ως άνω Νόμοι 3156/2003 και 4354/2015 έχουν παραπλήσιο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής καθώς και οι δύο καθορίζουν τις προϋποθέσεις για την μεταβίβασηπώληση των απαιτήσεων (ειδικά δε στην περίπτωση του Νόμου 4354/2015 των τραπεζικών) από τους φορείς τους προς τρίτους με την διαφοροποίηση ότι στην περίπτωση του Νόμου 3156/2003, μετά την πώληση ακολουθεί το στάδιο της έκδοσης ομολογιών (της τιτλοποίησης) και ρυθμίζουν την διαχείριση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών από εταιρίες διαχείρισης. Ωστόσο ο Νόμος 4354/2015 περιέχει πληρέστερο ρυθμιστικό πλαίσιο για το καθεστώς λειτουργίας των εταιριών διαχείρισης τόσο στο πεδίο του ουσιαστικού, όσο και στο πεδίο του δικονομικού δικαίου. Όπως προεκτέθηκε, στην περίπτωση της μεταβίβασης απαιτήσεων με σκοπό την τιτλοποίηση σύμφωνα με τον Νόμο 3156/2003, στο άρθρο 10 παράγραφος 14 αυτού ορίζεται ότι η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των τιτλοποιημένων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται συμβατικά σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, στον ίδιο τον μεταβιβάζοντα ή σε τρίτονεγγυητή με τις προϋποθέσεις που ειδικότερα ορίζονται σε αυτή. Με την διάταξη αυτή δεν παρέχεται ρητά στην εταιρία διαχείρισης η οποία συμβαλλόμενη με την εταιρία απόκτησης αποκτά κατά το ουσιαστικό δίκαιο την εξουσία είσπραξης αλλότριας απαίτησης (της απαίτησης της εταιρίας απόκτησης), και η δικονομική εξουσία να εγείρει αγωγή και κάθε άλλο ένδικο βοήθημα για την είσπραξή της με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, αιτούμενη έννομη προστασία στο όνομά της όπως ρητά προβλέπεται τούτο για τις εταιρίες διαχείρισης στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 2 παράγραφος 4 του Νόμου 4354/2015, δυνάμει της οποίας ο νομοθέτης εξόπλισε τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, στις οποίες ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων, με βάση τον νόμο αυτόν, και με την δικονομική εξουσία να ενεργούν, ως μη δικαιούχοι διάδικοι στο όνομά τους το σύνολο των αναγκαίων δικαστικών, αλλά και εξώδικων ενεργειών, προς είσπραξη των υπό την διαχείρισή τους απαιτήσεων. Ωστόσο, οι εταιρίες διαχείρισης που προβλέπονται στο άρθρο 2 του Νόμου 4354/2015 υπάγονται σε μία ευρύτερη κατηγορία εταιριών διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις όπως είναι και εκείνες του Νόμου 3156/2003.

Επομένως, η διαφορετική αντιμετώπιση των εταιριών διαχείρισης του Νόμου 3156/2003 από εκείνες του Νόμου 4354/2015 θα έχει ως συνέπεια λογική ανακολουθία στο εσωτερικό σύστημα του νόμου. Αυτό, άλλωστε, συνάγεται και από την συστηματική ερμηνεία των ως άνω κανόνων δικαίου, οι οποίοι παρουσιάζουν νοηματική και λειτουργική συνοχή μεταξύ τους αφού και οι δύο ρυθμίζουν την διαχείριση και είσπραξη απαιτήσεων τρίτων. Επί πλέον, στην διάταξη του άρθρου 1 παράγραφος 1 δ` του Νόμου 4354/2015 ορίζεται ότι οι διατάξεις του δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου 3156/2003, ενώ και στην αιτιολογική έκθεση αυτού σημειώνεται ότι «παρέχονται στα πιστωτικά ιδρύματα τα θεσμικά εργαλεία αξιοποίησης του χαρτοφυλακίου τους καθώς θα έχουν την δυνατότητα να επιλέξουν είτε την εφαρμογή του νόμου περί τιτλοποίησης απαιτήσεων (Νόμος 3156/2003) είτε το θεσμικό πλαίσιο που προκρίνεται με τον Νόμο 4354/2015». Κατόπιν των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι οι ανωτέρω δύο νόμοι θα πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να βρίσκονται σε αρμονία μεταξύ τους ανεξαρτήτως αν η απόκτηση των απαιτήσεων από τις εταιρείες ειδικού σκοπού έγινε με την διαδικασία της τιτλοποίησης και εκχώρησης βάσει του Νόμου 3156/2003 ή με την διαδικασία της πώλησης βάσει του Νόμου 4354/2015. Επομένως επιβάλλεται μία ενιαία εφαρμογή του άρθρου 2 του Νόμου 4354/2015, τόσο στις περιπτώσεις που η διαχείριση των απαιτήσεων έχει αναληφθεί με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 παράγραφος 14 του Νόμου 3156/2003, όσο και όταν έχει αναληφθεί με βάση τις διατάξεις του Νόμου 4354/2015, αφού έτσι εξυπηρετείται ο νομοθετικός σκοπός της διευκόλυνσης της διαχείρισης των απαιτήσεων και επιλύεται κατά τρόπο ενιαίο το ζήτημα της δικονομικής υπόστασης των εταιριών διαχείρισης απαιτήσεων, επιτυγχάνοντας έτσι την αρμονική ένταξη του ερμηνευόμενου Νόμου 3154/2003 στο σύστημα, χωρίς η προσέγγιση αυτή να επηρεάζεται από τις διαφορετικές συνθήκες κάτω από τις οποίες θεσπίστηκαν τα ως άνω δύο νομοθετήματα. Διαφορετική αντιμετώπιση των εταιριών διαχείρισης των δύο νομοθετημάτων θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της ενότητας και ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 2 παράγραφος 1 και 25 παράγραφος 1 εδάφιο α΄ του Συντάγματος και επιβάλλει την σαφήνεια και την προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε νομοθετικών ρυθμίσεων, η οποία πρέπει να τηρείται, ιδίως όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές συνέπειες για τους ενδιαφερομένους όπως οι προαναφερόμενες διατάξεις (βλ ΟλΑΠ 1/2023 ΝΟΜΟΣ για το επί μέρους ζήτημα της εφαρμογής της παρ. 4 του άρθρου 2 Νόμου 4354/2015 σε περίπτωση μεταβίβασης δανειακής απαίτησης λόγω τιτλοποίησης).

 

Συνεπώς, η διαχειρίστρια εταιρεία φέρει την ιδιότητα της αντιπροσώπου της δικαιούχου εταιρείας και δεν έχει αποκτήσει την ιδιότητα του κατεξαίρεση νομιμοποιούμενου διαδίκου (μη δικαιούχου), αφού ο εν λόγω νόμος δεν απονέμει σε αυτήν τέτοια ιδιότητα και η εξουσιοδότηση προς είσπραξη, που έχει χορηγηθεί στις Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, από την δικαιούχο της απαίτησης, δεν δύναται να θεμελιώσει νομιμοποίησή των και επομένως με αυτή την ιδιότητα που απέκτησαν στο πλαίσιο του ως άνω Νόμου 3156/2003, δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά (δηλαδή δεν δικαιούνται) ούτε να διαχειρίζονται ούτε να εισπράξουν αλλά και ούτε να ενεργούν διαδικαστικές πράξεις για λογαριασμό της εντολέως των εταιρίας, ούτε η μεταξύ τους σύμβαση και η παροχή πληρεξουσιότητας μπορεί να καθιδρύσει κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση για να συνεχίζουν τις διαδικασίες είσπραξης των απαιτήσεων διότι ο νόμος δεν τους παρέχει το δικαίωμα παράστασης ως μη δικαιούχοι διάδικοι, ούτε η σύμβαση μπορεί να καθιδρύει κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση.

Κατά τις εκδοθείσες αποφάσεις (ΕφΑθ 1858/2022- ΕφΑθ 3577/2022- ΕφΘεσ 494/2022 και ΕφΠειρ 467/2022), κρίθηκε ότι οι Servicers που διαχειρίζονται δάνεια για λογαριασμό των Εταιριών Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις και των Πιστωτικών Ιδρυμάτων που μεταβιβάστηκαν μέσω τιτλοποίησης βάσει του Νόμου 3156/2003, δεν νομιμοποιούνται να προβαίνουν σε δικαστικές ενέργειες πολλώ δε μάλλον να προχωρήσουν σε πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης (κατασχέσεις, πλειστηριασμούς κ.ο.κ) αλλά ούτε και σε έκδοση διαταγών πληρωμής ή άσκηση αγωγών.

Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται και στην υπ’ αριθμό 494/2022 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης: «Ο νόμος, στην περίπτωση της μεταβίβασης απαιτήσεων με σκοπό την τιτλοποίηση κατά τους ορισμούς του νόμου 3156/2003, δεν απονέμει στην εταιρεία διαχειρίσεως (με την οποία συμβάλλεται η εταιρεία αποκτήσεως) την ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου, έστω και έμμεσα χωρίς πανηγυρική διατύπωση ώστε η τελευταία να ασκεί ως μη δικαιούχος διάδικος, κατά παραχώρηση του νομοθέτη, αγωγές και άλλα ένδικα βοηθήματα ενώπιον των δικαστηρίων για τα δικαιώματα της εταιρείας αποκτήσεως, αιτούμενη έννομη προστασία στο όνομά του, όπως ρητά πράττει για τις εταιρίες διαχειρίσεως του νόμου 4354/2015 στο άρθρο 2 § 4 αυτό».

Σύμφωνη με τα ανωτέρω είναι και η επικαλούμενη υπ’ αριθμό 822/2022 απόφαση του  Αρείου Πάγου, αφού «ο Άρειος Πάγος ίσταται διά την ταυτότητα και την ορθότητα της απονομής του δικαίου εις ένα έκαστον το προσήκον» (Κώστας Τριανταφυλλόπουλος Ενοχικόν Δίκαιον).

Ένεκα της ολιγωρίας των θεσμικών οργάνων της Πολιτείας, που δεν διασφαλίζουν την προς τον κυρίαρχο Λαό εκπλήρωση των υποχρεώσεών των, το δημόσιο συμφέρον και την Λαϊκή θέληση που ως κυρίαρχα όργανα υποχρεούνται εγγυώμενα άπαντα να υπηρετούν και με τον εκ μέρους των σφετερισμό του Καταστατικού Χάρτου της χώρας καταλύουν αυτόν και δολοφονούν την Δημοκρατία και τον Ελληνικό Λαό, και κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 120 του Συντάγματος, αλλοιώνουν το Πολίτευμα της Χώρας επιβάλλοντας στην πατρίδα μας καθεστώς κατοχής από τα funds και τους Servicers ή τους οίκους αξιολόγησης.

Οι ανώτατοι δικαστές μας όμως, οι οποίοι απαιτούν από τους πολίτες την εφαρμογή των νόμων που οι ίδιοι παραβιάζουν κατάφορα, ξέχασαν ότι, δεν έδωσαν όρκο στα funds και στους Servicers ή στους οίκους αξιολόγησης αλλά στο όνομα του ελληνικού Λαού.

Ουδεμία λοιπόν έννομη εξουσία εδράζεται σε αυτήν την προσβολή της έκφανσης της Δημοκρατίας. Το έγκλημα έχει ολοκληρωθεί με σφετερισμό της ιδιότητος των οργάνων του κράτους τα οποία ενήργησαν υπηρετώντας αλλότριους σκοπούς. Και το έγκλημα είναι διαρκές και ενεστώς, διότι:

Το πρωταρχικό για την κρατική οργάνωση της πολιτείας άρθρο 26 καθιερώνει την βασική διαρθρωτική αρχή του Συντάγματος, την αρχή της διάκρισης των εξουσιών που θέτει το ζήτημα της εννοιολογικής τους οριοθέτησης και τούτο για να μειωθούν οι ρίζες της αυθαιρεσίας. Υπέρ των εξουσιών αυτών λειτουργεί η συγκεκριμένη κατανομή των αρμοδιοτήτων τους που καθορίζει το περιεχόμενο των συγκεκριμένων πράξεών των που δεσμεύονται να υλοποιήσουν. Η περιφρόνηση αυτής της δέσμευσης στερεί την εξουσία από την νομιμοποιητική της δύναμη που οδηγεί στην πολιτειακή αποσύνθεση, την αποδυνάμωση της συνταγματικής τάξης και τελικά, την κατάλυσή της.

Το Σύνταγμα περιλαμβάνει, expressis verbis, κανόνες δικαίου που δεν μπορούν να αγνοηθούν ή να παρακαμφθούν, όπως τούτο διέπραξαν οι εκδώσαντες την υπ‘ αριθμό 1/16 Φεβρουαρίου 2023 απόφαση Αεροπαγίτες δεχόμενοι ότι: «Στην ελληνική έννομη τάξη η κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση προϋποθέτει ειδική νομοθετική ρύθμιση, η οποία απονέμει στο πρόσωπο την ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου, όπως λχ συμβαίνει με το σύνδικο της πτώχευσης, τον εκτελεστή διαθήκης, τον εκκαθαριστή κληρονομίας, τον αναγκαστικό διαχειριστή, τον Εισαγγελέα στη δίκη ακύρωσης του γάμου κλπ…..».

Σύμφωνα με τον νόμο και όχι με την αυθαίρετη επέκταση του νόμου, κατά παράβαση των διατάξεων του 26ου άρθρου του Συντάγματος, η Νομοθετική λειτουργία, ως όργανο λειτουργίας της πολιτείας, παραχώρησε παρανόμως την αποκλειστική εξουσία της στην Δικαστική λειτουργία η οποία σφετεριζόμενη την Λαϊκή κυριαρχία προβαίνει σε πράξεις κατάχρησης που προκαλούν ή σκοπεύουν να προκαλέσουν τον εγκληματικό τραυματισμό ή την ζημία στον, κατά το Σύνταγμα, κυρίαρχο Λαό και στην περιουσία αυτού καταλύοντες με την βία τον υπέρτατο νόμο του Κράτους αφού τα, κατά το Σύνταγμα, δικαστικά όργανα δεν επιτρέπεται να εμπλέκονται σε πολιτικές αντιπαραθέσεις και δεν επιτρέπεται να λαμβάνουν πολιτικές ουσιαστικά κρίσεις.

Ο Δικαστής είναι φύλακας του ορίου. Είναι ο θεσμικός φρουρός που υπενθυμίζει στην εξουσία ότι δεν μπορεί να λειτουργεί χωρίς θεμέλιο. Είναι η φωνή που λέει «μέχρι εδώ». Όταν όμως ο Δικαστής έχει ξεχάσει αυτή την αποστολή, εγκαταλείπει τον ρόλο του ως ελεγκτή και υιοθετεί τον ρόλο του διαμεσολαβητή συμφερόντων, η Δικαιοσύνη παύει να είναι ανεξάρτητη. Γίνεται εργαλείο εξουσίας και υποκαθιστώντας την νομιμότητα λειτουργεί ως θεσμικός προστάτης ενός συστήματος που έχει ανάγκη από έλεγχο, όχι από προστασία.

Η Δικαιοσύνη, αδυνατώντας να αυτοκαθαρθεί και να εξυπηρετήσει την κοινωνία, αντί να ελέγχει την εξουσία, άρχισε να την διευκολύνει. Αντί να υπερασπίζεται το όριο, άρχισε να το μετακινεί. Αντί να προστατεύει τον πολίτη, άρχισε να προστατεύει το σύστημα. Έτσι, οι συντελεστές αυτής, αναγκάστηκαν να γίνουν υπάλληλοι της διαπλοκής, παίρνοντας bonus από την διαφθορά.

Μέσα σε αυτή την θεσμική θολότητα, η μειοψηφία των εννέα (9) Δικαστών στην ΟλΑΠ 1/16 Φεβρουαρίου 2023 λειτούργησε ως φάρος, ως θεσμικό ανάχωμα. Δεν ήταν απλώς μία διαφορετική άποψη, ήταν μία υπενθύμιση, ήταν η φωνή του κράτους δικαίου που έλεγε ότι η νομιμότης προηγείται της σκοπιμότητας και ότι ο Δικαστής δεν μπορεί να υποκαθιστά τον νομοθέτη.

Η μειοψηφία αυτή υπερασπίστηκε μία πολιτειακή αρχή, ότι η εξουσία πρέπει να έχει όριο. Η ύπαρξη αυτής της μειοψηφίας απέδειξε ότι η θεσμική μνήμη δεν έχει χαθεί. Ότι μέσα στο ίδιο το δικαστικό σώμα υπάρχουν φωνές που θυμούνται ότι η Δικαιοσύνη δεν είναι εργαλείο διαχείρισης κρίσεων, αλλά θεμέλιο της Δημοκρατίας, ότι το κράτος δικαίου δεν είναι απλώς ένα σύνολο κανόνων. Είναι μία ηθική δέσμευση ότι η εξουσία θα ασκείται μόνο εντός των ορίων που ορίζει ο νόμος.

Κατά την γνώμη της μειοψηφίας της υπ’ αριθμό 1/16-02-2023 αποφάσεως της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου περί νομιμοποιήσεως των Funds: «…δεν είναι επιτρεπτή η παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των νόμων 4354/2015 και 3156/2003, ώστε οι Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) του Ν. 4354/2015 να διαθέτουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 § 4 του νόμου αυτού, έχοντας και τη δυνατότητα άσκησης διαδικαστικών εν γένει πράξεων, όχι μόνον όταν η μεταβίβαση και η ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων στις εν λόγω εταιρείες πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ανωτέρω Ν. 4354/2015, αλλά και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η αντίστοιχη ανάθεση της διαχείρισης γίνεται με βάση τις διατάξεις για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, για τους ακόλουθους λόγους: Επειδή η κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση των διαδίκων διασπά τον θεμελιώδη δικονομικό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίον, συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο το υποκείμενο της επίδικης έννομης σχέσεως και ο νομιμοποιούμενος προς διεξαγωγή της δίκης, αυτή είναι επιτρεπτή μόνο στις κατά νόμο αναγνωριζόμενες περιπτώσεις, οι οποίες δεν μπορούν να γενικευθούν με συμφωνία των μερών, ούτε να επεκταθούν, βάσει αναλογικής εφαρμογής ή ερμηνείας, γι’ αυτό και η ερμηνεία των σχετικών διατάξεων οφείλει να είναι «αυστηρή».

Τούτο σημαίνει ότι η ένταξη μιάς περιπτώσεως στην κατηγορία του μη δικαιούχου η μη υπόχρεου διαδίκου, πρέπει να στηρίζεται σε ρητή νομοθετική βούληση, δηλαδή σε συγκεκριμένες διατάξεις νόμου -και οπωσδήποτε όχι στην ιδιωτική αυτονομία-με την έννοια ότι απαιτείται από τις εν λόγω διατάξεις να προκύπτει άμεσα ότι πρόκειται για δικαστική άσκηση, στο όνομα ενός προσώπου, δικαιώματος που ανήκει σε άλλο πρόσωπο, δηλαδή σε άλλο φορέα, χωρίς βεβαίως να απαιτείται να διατυπώνεται η εξαιρετική νομιμοποίηση κατά τρόπο πανηγυρικό.

Λόγω της αυστηρότητας της ρύθμισης, οφειλομένης στο γεγονός ότι επί εξαιρετικής αποκλειστικής νομιμοποίησης αποξενώνεται από τη δυνατότητα διεξαγωγής της δίκης ο αληθής δικαιούχος ή υπόχρεος, κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής του δικαιώματος ακροάσεως, η νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων ουδέποτε κατέφυγε σε συνδυαστική εφαρμογή διατάξεων και σε αναλογική ή συμπληρωματική ή τελολογική ερμηνεία τους, για να αποδώσει εξουσία διεξαγωγής δίκης σε πρόσωπο ξένο προς το φορέα του δικαιώματος, όταν αυτό δεν προβλέπεται ρητά από συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού ή του δικονομικού δικαίου….».

Η απόφαση 1/16 Φεβρουαρίου 2023 του Αρείου Πάγου, η οποία δεν συνιστά θέσφατο ως προϊόν ερμηνευτικής επινόησης με ερμηνευτικές ακροβασίες, με σιωπηρές παραδοχές, με θεσμικές παρακάμψεις, δεν ήταν απλώς μία ερμηνευτική επιλογή. Ήταν μία θεσμική πράξη εξουσίας, μία θεσμική ύβρις που υπονόμευε την ίδια την αρχή της νομιμότητας. Μία πράξη που επιχείρησε να αναδιαμορφώσει το νόημα του νόμου χωρίς συνταγματικό έρεισμα. Μία πράξη που παραβίασε το άρθρο 77 του Συντάγματος, σφετεριζόμενη την αυθεντική ερμηνεία. Μία πράξη που επιχείρησε να νομιμοποιήσει αναδρομικά ένα καθεστώς που ο νόμος δεν επέτρεπε.

Αυτή η πράξη δεν ήταν απλώς λανθασμένη. Ήταν επικίνδυνη. Γιατί όταν ο Δικαστής ξεπερνά το όριό του, δεν παραβιάζει απλώς τον νόμο. Παραβιάζει την ίδια την ιδέα της Δικαιοσύνης.

Ειρήσθω εν παρόδω ότι, η εκδοθείσα υπ’ αριθμό 1/16 Φεβρουαρίου 2023 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, αντιπαρέρχεται και ουδόλως κάνει μνεία της ρηξικέλευθης υπ’ αριθμό ΑΠ (Α2) 822/2022 αποφάσεως η οποία ρητώς έκρινε, ως δικονομικά απαράδεκτη την ασκηθείσα, ενώπιόν του, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση εταιρείας διαχειρίσεως, ως μη ενεργητικώς νομιμοποιούμενης, με μεθολογικά ορθή και πλήρη αιτιολογία εδραζόμενη στο μέχρι σήμερα ισχύον ημεδαπό δικονομικό δίκαιο.

Αμέσως μετά την έκδοση της υπ’ αριθμό 1/16 Φεβρουαρίου 2023 αποφάσεως της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η Ένωση Εταιρειών Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΕΔΑΔΠ) εξέδωσε την από 16η Φεβρουαρίου 2023 επικαλούμενη ανακοίνωσή της στην οποία αναφέρει ότι θα ήθελε να επισημάνει τα παρακάτω που αποτελούν επανειλημμένα διατυπωθείσες δημόσια θέσεις των εταιρειών μελών της: «Υπενθυμίζεται ότι δεν μπορεί να εκκινήσει καμία διαδικασία αναγκαστικής είσπραξης, εάν προηγουμένως ο οφειλέτης δεν έχει κληθεί να ρυθμίσει συμβιβαστικά τις οφειλές του….. Η κλήση του οφειλέτη προς ρύθμιση διασφαλίζεται σε κάθε περίπτωση στο πλαίσιο του Κώδικα Δεοντολογίας τής Τράπεζας της Ελλάδας για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων ιδιωτικών οφειλών, αλλά στο πλαίσιο των πολιτικών διαχείρισης που εφαρμόζουν οι Εταιρείες Διαχείρισης. Οι ανωτέρω πολιτικές αποτελούν αντικείμενο ελέγχου από τις αρμόδιες αρχές του χρηματοπιστωτικού τομέα».

Το Δελτίο της Ένωσης Εταιρειών Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις επιρρωνύει τις αιτιάσεις περί παραβάσεως των διατάξεων του νόμου όσον αφορά την μηδέποτε ασκηθείσα δέσμευση: «..εάν προηγουμένως ο οφειλέτης δεν έχει κληθεί να ρυθμίσει συμβιβαστικά τις οφειλές του…». Όθεν, παρέλκει περαιτέρω σχολιασμός στην, διά του Δελτίου της, ομολογία.

Η δικαστική κάλυψη των παραβάσεων με κατάφωρα παράνομες δικαστικές αποφάσεις ή πράξεις της δικαστικής λειτουργίας, καθ υπέρβαση των άκρων ορίων δίκαιης δίκης δεν είναι τυχαία όταν εν έτει 2026 οι εισαγγελικοί και δικαστικοί λειτουργοί δείχνουν συχνά πρόθυμοι να στηρίξουν την «χούντα των τραπεζιτών, των funds και των servicers» ακολουθώντας την τακτική του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου το οποίο στην Απολογιστική του έκθεση παραδέχεται ότι «όλα έγιναν για να μην ζημιωθούν οι ευρωπαϊκές τράπεζες». Τις συνέπειες των αποφάσεων των Δικαστικών λειτουργών πληρώνει μέχρι σήμερα ο ελληνικός λαός αρνούμενοι οι ίδιοι να προασπίσουν το Σύνταγμα και να προστατεύσουν τα θεμελιώδη δικαιώματα και την αξιοπρέπεια των πολιτών. Η Ελλάδα διαθέτει μεν Σύνταγμα, αλλά έχει κουρελοποιηθεί μετά την κατ’ επανάληψιν κατάλυσή του, η οποία νομιμοποιήθηκε ισαρίθμως από τα ανώτερα δικαστήρια της χώρας οδηγώντας την σε θεσμική εκτροπή.

Το Σύνταγμα έχει παραβιαστεί με κατάλυση του Δημοκρατικού Πολιτεύματος της Προεδρευομένης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, με αποτέλεσμα από την χρονική εκείνη στιγμή να έχει μετατραπεί σε Δικτατορία με παραβίαση της παραγράφου 3 του Άρθρου 120 του Συντάγματος περί «Σφετερισμού Εξουσίας» και του Άρθρου 134 παράγραφο 2 περί «Εσχάτης Προδοσίας». Αποτέλεσμα βέβαια είναι οι ευρισκόμενοι μέσα στο «Κοινοβούλιο» να βεβηλώνουν τίτλους Συνταγματικούς γιατί στηρίζουν με την συμμετοχή τους την Δικτατορία και ως εκ τούτου είναι και Ποινικά Υπόλογοι!

Η καθημερινή και σωρευτική παραβίαση των αρχών νομιμότητας δημιουργεί ένα ισχυρό καθεστώς ανομίας, το οποίο έχει εξασθενίσει σε σημαντικό βαθμό την έννομη διοικητική και δικαστική προστασία του προσώπου, ώστε κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί σήμερα την έκβαση της προσφυγής στην Δικαιοσύνη και ο πολίτης είναι αβοήθητος κάτω από την απειλητική σκιά της. Στο νέο αυτό περιβάλλον, οι πολίτες δεν μπορούν πλέον να επενδύουν την ασφάλειά τους ούτε στους πολυμερείς θεσμούς ούτε στην λογική ότι η πειθαρχημένη συμμόρφωση θα τους προστατεύσει. Επικαλούμενοι το απόφθεγμα του Θουκυδίδη, υπενθυμίζουμε πως οι ισχυροί επιβάλλουν την βούλησή τους, ενώ οι αδύναμοι υφίστανται τις συνέπειες.

Όπως όλοι καλά γνωρίζουμε, στυφτήκαμε, λιώσαμε, βιαιότατα κληθήκαμε άπαντες να προσαρμοστούμε προκειμένου να σωθούν οι τράπεζες η απληστία των οποίων αποτελεί γάγγραινα, οδήγησε σε «πυρηνική καταστροφή» όλη την οικονομική ραχοκοκαλιά της χώρας υποπέπτοντας στο κακούργημα της υπεξαίρεσης και σε συνέργεια με τους διαχειριστές της εξουσίας οικειοποιήθηκαν όλα τα χρήματα της παροχής της κεφαλαιακής ενίσχυσης των 303.638.100,00 δις ευρώ, όπως αυτά καταγράφονται επακριβώς ανωτέρω, που εγγυήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο για λογαριασμό των Τραπεζών και επί πλέον τον εκ δεκατριών δις ευρώ (13 δις) αναβαλλόμενο φόρο, επιτρέποντας τις ληστρικές μεθόδους των, με αποκλειστικό σκοπό να τα περάσουν στο δημόσιο χρέος, σκοπεύοντας στο να τα επιβαρυνθούμε και να τα πληρώσουμε όλοι εμείς οι Έλληνες πολίτες έχοντας ως σκοπό την υφαρπαγή κάθε ιδιωτικού περιουσιακού μας στοιχείου, αφού δεν μπορούσαμε να αποπληρώσουμε το χρέος το οποίο φόρτωσαν με αυτήν τους την απάτη, ενώ η Δικαιοσύνη δεν παρεμβαίνει στην αισχροκέρδεια και στην φοροδιαφυγή τους συντελώντας στην εθνική και ηθική εκποίηση με αποτέλεσμα το 2025, 26,9% του πληθυσμού της χώρας, δηλαδή 2,74 εκατομμύρια άνθρωποι να διαβιώνουν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, σύμφωνα με την έκθεση για την Φτώχεια στην Ελλάδα 2025 του Ελληνικού Δικτύου για την Καταπολέμηση της Φτώχειας (EAPN Greece), σύμφωνα δε με τα στοιχεία της ΑΑΔΕ το υπόλοιπο των χρεών προς το Δημόσιο να ανέρχεται σε 111,63 δισ. Ευρώ, ο δε αριθμός των οφειλετών να ανέρχεται σε 3.973.220 ΑΦΜ.

Η «νομική κόλαση» που προκλήθηκε από την, μέσα σε 10 εργάσιμες ημέρες «fast track», εκδοθείσα υπ’ αριθμό 1/16 Φεβρουαρίου 2023 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου είναι η «θανατική ποινή» των δανειοληπτών που βρίσκονται πλέον στο έλεος των ληστών. Ο Άρειος Πάγος άνοιξε διάπλατα την πόρτα των πλειστηριασμών νομιμοποιώντας τα funds και τους servicers με ένα συνονθύλευμα αντικρουόμενων νόμων καθώς ο Νόμος 3156/2003 θέτει τις τιτλοποιημένες απαιτήσεις υπό καθεστώς φορολογικής ατέλειας, ενώ οι μεταβιβάσεις που γίνονται με βάση τον Νόμο 4354/2015 υπόκεινται σε φορολογία, γεγονός που δεν μπορεί να στηριχθεί πειστικά η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία, ακροβατώντας ανάμεσα στην «τελολογική και συστηματική ερμηνεία», κατέληξε ότι τα δύο νομικά πλαίσια είναι ίδια και αποδίδουν τις ίδιες εξουσίες ενεργητικής νομιμοποίησης στους servicers «μπαζώνοντας» την λύση περί «ακούσιου νομοθετικού κενού» που θα συμπληρωνόταν από την νομολογία. Για ποιό λόγο όμως ο Άρειος Πάγος δεν έθεσε την ίδια την πολιτεία ενώπιον των ευθυνών της και προτίμησε να την υποκαταστήσει, «διευκολύνοντάς» την, κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της διάκρισης των εξουσιών;

Η ένταξη στην κατηγορία του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου πρέπει να στηρίζεται σε ρητή νομοθετική βούληση, δηλαδή σε συγκεκριμένες διατάξεις νόμου δεδομένου ότι οι δύο νόμοι είναι ειδικοί νόμοι, με τον δικό του σκοπό θέσπισης και με τις δικές του προϋποθέσεις και διαδικασία ο καθένας, οι οποίοι συνεπώς εφαρμόζονται παράλληλα αλληλοαποκλειόμενοι, και η επιλεκτική χρησιμοποίηση στοιχείων του ενός νόμου στον άλλο νόμο, με βάση κριτήρια σκοπιμότητας, ουσιαστικά δημιουργεί έναν τρίτο νόμο, που πρέπει να εφαρμοσθεί, ενέργεια όμως, που δεν είναι έργο του Δικαστή ως εφαρμοστή του δικαίου, αλλά της Νομοθετικής εξουσίας της οποίας η εκ μέρους της έλλειψη νομοθετικής πρόβλεψης συνιστά δραστική επέμβαση στις επιταγές του 26ου άρθρου του Συντάγματος που επιφέρει την κατάλυση του Καταστατικού Χάρτη της Χώρας, αδίκημα το οποίο διώκεται κατά τις  διατάξεις της 1ης παραγράφου ως και της 2ας περ. α΄ του 134ου άρθρου του Ποινικού κώδικα, σε συνδυασμό με τις παραγράφους 3 περ. στ΄, ζ΄ και η΄ του αυτού άρθρου.

 

Ειδικότερα, αναφορικά με την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου και της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, σε σχέση με την νομιμοποίηση των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων (servicers), οι εν λόγω εταιρείες δεν νομιμοποιούνται:

αον να επιβάλλουν κατασχέσεις,

βον να εκδίδουν διαταγές πληρωμής,

γον ούτε να παρίστανται στα δικαστήρια,

καθώς δεν αποτελούν χρηματοδοτικά ιδρύματα, κατά την έννοια της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.

Ωστόσο, το Συμβούλιο της Επικρατείας, με τις πρόσφατες αποφάσεις 2260/2025 και 2261/2025 του Δ΄ Τμήματος, έκρινε ρητά ότι οι εταιρείες διαχείρισης δεν αποτελούν χρηματοδοτικά ιδρύματα.

 

Κατόπιν των ανωτέρω, εφόσον αποδεικνύεται από την ίδια την σύμβαση διαχείρισης, ότι η σύμβαση αυτή διέπεται από τον Νόμο 3156/2003, η διαχειρίστρια εταιρεία, επισπεύδουσα την εκτέλεση φέρουσα την ιδιότητα της αντιπροσώπου της δικαιούχου εταιρείας δεν έχει αποκτήσει την ιδιότητα του κατ’ εξαίρεση νομιμοποιούμενου διαδίκου (μη δικαιούχου), αφού ο εν λόγω νόμος δεν απονέμει σε αυτήν τέτοια ιδιότητα, δοθέντος ότι η κατεξαίρεση νομιμοποίηση των διαχειριστικών εταιρειών αντλείται απευθείας από τον νόμο, εφόσον έχει συναφθεί η προβλεπόμενη από τον Νόμο 4354/2015 σύμβαση (Κιτσαράς, Η περαιτέρω μεταβίβαση απαιτήσεως από δάνεια και πιστώσεις μετά την αρχική απόκτησή της από «εταιρεία αποκτήσεως» του Νόμου 4354/2015, σε ΧρΙΔ 2019.305), η δε εξουσιοδότηση προς είσπραξη, που έχει χορηγηθεί στην καθ ης από την δικαιούχο της απαίτησης δεν δύναται να θεμελιώσει νομιμοποίησή της προς διενέργεια αναγκαστικής εκτέλεσης, καθ’ όσον η χορήγηση εξουσιοδότησης στον τρίτο να επισπεύσει επ’ ονόματί του αναγκαστική εκτέλεση, ως εκούσιος αντιπρόσωπος του φορέα της απαίτησης, δεν συμβιβάζεται με την αυστηρή τυποποίηση και την ασφάλεια της εκτελεστικής διαδικασίας (Νίκας, Αναγκαστική Εκτέλεση, I, παρ. 20, αρ. 3-Άννα Πλεύρη, Μη δικαιούχοι και μη υπόχρεοι διάδικοι στην πολιτική δίκη, σελίδες 35-36, 59-60).

Ειδικότερα, η αναγκαστική εκτέλεση αποτελεί την δραστικότερη μορφή παροχής έννομης προστασίας, την οποία το Κράτος απονέμει με τα προς τούτο αρμόδια όργανα και βάσει κανόνων δικαίου, που διαγράφονται στον ΚΠολΔ ή σε άλλους ειδικούς νόμους, που συνθέτουν το δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης και συνεπώς, είναι ανεπίτρεπτη η δικαιοπρακτική θεμελίωση της ενεργητικής νομιμοποίησης προς επίσπευση της εν λόγω διαδικασίας, εξαιρουμένων μόνο των ρητώς προβλεπομένων από τον νόμο περιπτώσεων, η δε δυνατότητα του εξουσιοδοτηθέντος να ενάγει ιδίω ονόματι για την απαίτηση αποκρούεται ως περίπτωση απαγορευομένης δικαιοπρακτικής διαθέσεως της νομιμοποιήσεως (ΑΠ 45/2007 ΕλλΔνη 48.439-ΕφΠειρ 693/1982-Λ. Σινανιώτης, Η Νομιμοποίησις Των Διαδίκων Εν Τη Πολιτική δίκη, 1968, σελ. 88 επ.-Κ. Κεραμεύς, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, 1986, σελίς 100-Ν. Νίκας, Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, 3η έκδοση, 2018, παρ. 24, αριθ. 14).

Περαιτέρω, εφ όσον ο εκτελεστός τίτλος, που αποτελεί την βάση της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι Διαταγή Πληρωμής, η εκτελεστική διαδικασία δύναται να διεξαχθεί μόνο από την δικαιούχο της απαίτησης, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 919 ΚΠολΔ, στην οποία καθορίζονται ρητά και περιοριστικά οι περιπτώσεις των υποκειμενικών ορίων της εκτελεστότητας, με συνέπεια οποιαδήποτε συμφωνία των μερών για την διεύρυνση των ορίων αυτών, δηλαδή την επέκταση της εκτελεστότητας και σε άλλα πρόσωπα, που δεν αναφέρονται στον νόμο να παρίσταται άκυρη (ΜΠρΠειρ 3508/2022, δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ).

Εξ όλων των ανωτέρω, σαφώς προκύπτει ότι οι ανωτέρω Νόμοι 4336/2015 και 4354/2015, ως πρός το περιεχόμενό τους, κατά παράβαση του 25ου άρθρου του Συντάγματος, είναι ανυπόστατοι και πλήρως αντισυνταγματικοί και η εφαρμογή αυτών συνιστά ευθεία προσβολή του Πολιτεύματος και του Συντάγματος και διώκεται με το αδίκημα της εσχάτης προδοσίας του άρθρου 134 του ΠΚ.

 

Οι κύριοι Αεροπαγίτες, παραβιάζοντας τον όρκο που έδωσαν κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους ότι υποχρεούνται να σέβονται το Σύνταγμα και τους Νόμους που συμφωνούν με αυτό, αν και οφείλουν να επιδεικνύουν επαγρύπνηση ως «κοινωνικοί φρουροί», κατά την χαρακτηριστική διατύπωση του Δικαστηρίου του Στρασβούργου,  υπονομεύοντας την Δικαιοσύνη, τους θεσμούς της και το κράτος δικαίου, προσπάθησαν να καταστήσουν ανενεργό το Δημοκρατικό Πολίτευμα, που στηρίζεται στην Λαϊκή κυριαρχία και στην εντολή που έδωσε ο Ελληνικός Λαός διά του δημοψηφίσματος της 05ης Ιουλίου 2015, και εφαρμόζοντας νόμους που θεσπίστηκαν κατά παράβαση της λαϊκής εντολής, όπως αυτή εδόθη στο δημοψήφισμα με την θεσμική θωράκιση της Λαϊκής Κυριαρχίας, συνδυάζοντας την εφαρμογή του Νόμου 4335/2015 και τις τροποποιήσεις αυτού, που άλλαξαν τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και επέβαλλαν τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, παραβιάζοντας συνειδητά την Αρχή της δέσμευσης του Νομοθέτη από το Σύνταγμα, καθώς τα Όργανα Σύνταξης της Πολιτείας, καταστρατηγώντας την βούληση του Λαού, με την ψήφιση όλων των αντισυνταγματικών νόμων 4335/2015, 4336/2015, 4354/2015 κ.λ.π, κατά παράβαση του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος και κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 87 παράγραφος 2 του Συντάγματος κατά την οποία: «Οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους, και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά  κατάλυση του Συντάγματος».

Οι κύριοι Αεροπαγίτες, εκτελώντας Συμβόλαια θανάτου κατά των Ελλήνων πολιτών, συνέπραξαν και συμπράττουν στο αδίκημα της εσχάτης προδοσίας συνεχώς και αδιαλείπτως αγνοώντας την λαϊκή εντολή που έλαβαν κατά το δημοψήφισμα και τα όσα ορίζει το ίδιο το Σύνταγμα ότι θεμέλιο του Πολιτεύματος είναι η Λαϊκή κυριαρχία και με ανυπόστατους νόμους, οι κύριοι Αεροπαγίτες, ως υποκείμενα της Δικαστικής Λειτουργίας, με την βία της εξουσίας την οποία «σφετερίστηκαν», με το «ένδυμα της νομιμοφάνειας», προβαίνουν σε πράξεις, που καταφανώς υπάγονται στις αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες του αδικήματος της εσχάτης προδοσίας.

Οι ρυθμίσεις του Νόμου 3156/2003 αναφορικά με το εύρος των εξουσιών του διαχειριστή του νόμου αυτού εντάσσονται σε ένα πλέγμα διατάξεων με εσωτερική συνοχή και αλληλουχία, έτσι ώστε η αποκοπή και η επιλεκτική ένταξη σε αυτόν διατάξεων άλλου νομοθετήματος να αίρει την συνοχή του πρώτου, που είναι απαραίτητη για την συνεπή εφαρμογή του. Επίσης ούτε από την συστηματική ερμηνεία των διατάξεων των δύο νόμων είναι δυνατή η συμπληρωματική ή αναλογική εφαρμογή διατάξεων του ενός νόμου στον άλλο νόμο, γιατί οι δύο αυτοί ειδικοί νόμοι, το μόνο κοινό στοιχείο που έχουν είναι ότι αφορούν σε μεταβίβαση απαιτήσεων, χωρίς όμως να υπάγονται σε ένα υπέρτερο «κοινό σύστημα», που περιλαμβάνει γενικό πλαίσιο διατάξεων, από την ερμηνεία των οποίων καθίσταται δυνατή η συμπληρωματική ή αναλογική αυτή εφαρμογή διότι η παροχή δυνατότητας επιλεκτικής χρησιμοποίησης στοιχείων του ενός νόμου στον άλλο νόμο επιφέρει βλάβη της ασφάλειας δικαίου.

Ο Νόμος 3845/8-5-2010 (Φ.Ε.Κ.65Α) ως Διεθνής Σύμβαση, τότε που έγινε πραξικόπημα και χάσαμε την Εθνική μας Κυριαρχία, προβλέπει στο άρθρο 14 παράγραφος 5, προς τούς Δανειστές (Ευρωπαϊκή ΕπιτροπήΕυρωπαϊκή Κεντρική ΤράπεζαΔ.Ν.Τ), την «Εκχώρηση κάθε ασυλίας λόγω άσκησης Εθνικής Κυριαρχίας που υπάρχει ή που στο μέλλον θα υπάρξει». Το γεγονός αυτό και μόνο σημαίνει ότι οτιδήποτε από την στιγμή εκείνη και στην συνέχεια έχει «παραχθεί», όπως Νόμοι, Προεδρικά Διατάγματα, Εκλογές κ.λ.π, είναι αντισυνταγματικά και συνεπώς ΔΕΝ έχουν καμία νόμιμη ισχύ, δηλαδή ΔΕΝ υπάρχουν κατόπιν ολοσχερούς παραβίασης του Άρθρου 28 του Συντάγματος το οποίο προβλέπει τις προϋποθέσεις που πρέπει να ισχύουν για να είναι νομικά δεσμευτική μία Διεθνής Σύμβαση. Σημειωτέον ότι η πιό πάνω Διάταξη του Συντάγματος έρχεται να υλοποιήσει τα οριζόμενα από την Διεθνή Σύμβαση για το Δίκαιο των Συνθηκών της Βιέννης/1962 και 1969 του Ο.Η.Ε. Όθεν, ο πιό πάνω Νόμος ΔΕΝ υπάρχει καν γιατί ποτέ δεν έχει κυρωθεί, όπως επιτάσσει η ανωτέρω Διεθνής Σύμβαση.

Τα σχέδια όμως των κυρίων Αεροπαγιτών, οι οποίοι έχουν ορκισθεί πίστη στο Σύνταγμα, διά της εκδοθείσης υπό της Ολομέλειάς των της υπ’ αριθμό 1/16 Φεβρουαρίου 2023 αποφάσεώς των, υποβαθμίζοντας, με ένα αντισυνταγματικό έκτρωμα, το κράτος δικαίου, ήταν προσανατολισμένα στην λογική της ολοκληρωτικής παράδοσης της Ελλάδας στα νύχια μιάς δράκας ληστών η αναλγησία των οποίων έχει ξεπεράσει κάθε όριο και λυμαινόμενοι την χώρα εξαθλιώνουν τον Λαό μέχρι ολικού αφανισμού του ενώ οι κύριοι Αεροπαγίτες, μη προβληματιζόμενοι για τις ζοφερές συνέπειες της αποφάσεώς των, υπέρ των «μαυραγοριτών», για να  διασώσουν όσους μαυραγορίτες ασέλγησαν κατ’ επανάληψη επί του Λαού, παραβιάζοντας κατάφωρα:

α. Το Σύνταγμα Ελλάδας: άρθρο 20 παράγραφος 1 (δικαστική προστασία) και το άρθρο 26 (διάκριση εξουσιών)

β. Την ΕΣΔΑ: άρθρο 6 παράγραφος 1 (δίκαιη δίκη)

γ. Τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ: άρθρο 47 (ένδικη προστασία),

υπέκυψαν μπροστά στις ορέξεις των τραπεζιτών, των funds και των servicers.

Εταιρείες φαντάσματα, εικονικές εταιρείες ή θυγατρικές εικονικών εταιριών, με μετοχικά κεφάλαια ανύπαρκτα, που δηλώνουν έδρες οι οποίες δεν υφίστανται και συμμετέχουν και οι ίδιες οι Τράπεζες που πούλησαν τα κόκκινα δάνεια!

Όλα όμως αυτά δημιουργούν ένα εκρηκτικό κοινωνικό μείγμα, που διαβρώνει την οικονομική και πολιτική σταθερότητα που μαστίζεται από την βία των συμμοριών του οργανωμένου εγκλήματος των πιστωτικών «ιδρυμάτων», τα οποία χορηγούσαν δάνεια σε ανύπαρκτα πρόσωπα.

Από το 2010 μέχρι σήμερα, οι Τράπεζες συσσώρευσαν ενυπόθηκα ή μη κόκκινα δάνεια ύψους 120 δις ευρώ τα οποία κοκκίνησαν λόγω της βίαιης συρρίκνωσης κατά 25% του ΑΕΠ.

Αυτές είναι οι «εταιρείες» που διαχειρίζονται πλέον τα δάνεια των Ελλήνων πολιτών και οι πολίτες χάνουν τις περιουσίες τους από υπερθεματιστές, το Δημόσιο χάνει δισεκατομμύρια και οι κύριοι Αεροπαγίτες, με ένα χυδαίο φτύσιμο στα μούτρα του μνημονιοκρατούμενου Λαού, έχοντας πλήρη επίγνωση της υπάρχουσας κατοχής, με διαδικασίες που αποδυναμώνουν εντελώς τον πολίτη που δεν έχει ούτε χρόνο ούτε πόρους να αμυνθεί στην ξεδιάντροπη κερδοσκοπία των τραπεζών και των funds, με κεφάλαια του ενός ευρώ, μοιράζουν αφορολόγητα κέρδη, στην υγεία των θυμάτων, και επειδή οι «εταιρείες κουφάρια» είναι εξωχώριες εταιρίες, δεν πληρώνουν εδώ κανένα φόρο κερδών ή ΕΝΦΙΑ για τα ακίνητα που κατέχουν, και το κόστοςοικονομικό και κοινωνικόμεταφέρεται ολόκληρο στους πολίτες, τακτική που έχει ολέθριες επιπτώσεις για την Δημοκρατία.

Ο δανειολήπτης βρίσκεται πλέον εγκλωβισμένος ανάμεσα σε «εταιρείες» με κρατική κάλυψη (μέσω του δολίου τεχνάσματος «Ηρακλής» που συνεπικουρείται με τον πτωχευτικό νόμο, ο οποίος αποτελεί ένα ακόμη πολιτικό κατασκεύασμα τύπου Φρανκενστάϊν), με ένα σύστημα Δικαιοσύνης που αποδυναμώνει τα δικαιώματά του και ως πλυντήριο νομιμοποιεί την αισχροκέρδεια και την φοροδιαφυγή.

Αυτές οι καταχρηστικές πρακτικές, βρίσκονται ήδη στο μικροσκόπιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας κατόπιν της υπ’ αριθμό Πρωτοκόλλου: 3200/1-9-2025 Αναφοράς-Καταγγελίας μας προς την Εντεταλμένη Ευρωπαία Εισαγγελέα στην Αθήνα, κυρία Πόπη Παπανδρέου.

Τελικά παρ όλη την διχογνωμία της μειοψηφίας των Αεροπαγιτών, σχετικά με το ζήτημα επί της υπ’ αριθμό ΑΠ 1/16 Φεβρουαρίου 2023 αποφάσεως, επικράτησε η βούληση των «νικητών» να επιβληθούν επί των «ηττημένων» προκαλώντας φρικτούς συνειρμούς αντιμετωπίζοντάς την σαν άβατο.

Οι εννέα ορθοφρονούντες Αεροπαγίτες ήγειραν αντιρρήσεις για την νομιμότητα της ίδιας της σύγκλησης της δίκης. Δεν μπορείς να έχεις δίκη χωρίς νόμο. Επρόκειτο για την απαρχή μιάς λαίλαπας διάλυσης κάθε έννοιας δικαιοσύνης. Η δε Δικαιοσύνη, αντί να υψώσει ανάχωμα, ως πυλώνας της Δημοκρατίας, στροβιλίζεται μέσα στις αντιφάσεις της, αναιρώντας τον ίδιο της τον λόγο δείχνοντας ότι λειτουργεί περισσότερο ως υπηρέτης της πολιτικής σκοπιμότητας παρά ως ανεξάρτητος θεσμός.

Όταν η Δικαιοσύνη «μετρά» δειλά τα λόγια της επί καυτών θεμάτων, τούτο σημαίνει ότι σύρεται υπόδουλος στα χέρια της κρατικής επικυριαρχίας, «Διότι, όπως υπογράμμισε ο πρώην πρωθυπουργόςκύριος Κώστας Καραμανλής στην εκδήλωση προς τιμήν της κυρίας Άννας Ψαρούδα-Μπενάκη, την 15η  Οκτωβρίου 2025, η πολιτική ομαλότητα, ιδιαίτερα η κοινοβουλευτική δημοκρατία, έχουν ως θεμελιώδες προαπαιτούμενο την εύρυθμη λειτουργία των θεσμών, την εμπέδωση κράτους δικαίου, την ουσιαστική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης», θέσεις που επιρρωνύονται αφ ενός μεν από τις τοποθετήσεις  του κυρίου Ευάγγελου Βενιζέλου στην εκδήλωση του «Κύκλου Ιδεών» την 23η Οκτωβρίου 2025, κατά την οποία δήλωσε: «Έχουμε μία κρίση αντιπροσώπευσης, μία κρίση πολιτικής συμμετοχής, μία προφανή κρίση αξιοπιστίας και των δημοκρατικών και των δικαιοκρατικών θεσμών, μία κρίση εμπιστοσύνης της δικαιοσύνης, μία δυσκολία λειτουργίας των ανεξάρτητων αρχών, μία δυσκολία λειτουργίας του μηχανισμού ενημέρωσης. Άρα έχουμε να εντοπίσουμε ένα φαινόμενο που θα το έλεγε κανείς κρίση λειτουργιών του κράτους, σε ένα κράτος αποδυναμωμένης κυριαρχίας. Άρα λοιπόν, το ότι η χώρα είναι μη διακυβερνήσιμη είναι ένα πρόβλημα το οποίο μας αφορά όλους», αφ ετέρου δε από τα διατυπωθέντα κατά την ομιλία του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκού και Επίτιμου Καθηγητή της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κυρίου Προκόπη Παυλόπουλου την 24η Οκτωβρίου 2025 στην Πανηγυρική Συνεδρία της Ακαδημίας Αθηνών για τον Εορτασμό της Επετείου της 28ης  Οκτωβρίου 1940 ήτοι: «…Άρα εμείς, οι Έλληνες, κατά τις ιστορικές μας καταβολές και με βάση το χρέος υπεράσπισης αυτού τούτου του Συντάγματος οφείλουμε, προσφεύγοντας σε κάθε πρόσφορο νόμιμο μέσο, να θωρακίζουμε ατομικώς και κατ’ εξοχήν συλλογικώς τους θεσμούς της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας -και ιδίως τους θεσμούς του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας- όχι μόνον όταν επιχειρείται η ευθεία κατάλυσή τους αλλά και όταν κάθε Εξουσία, και ιδίως η Εκτελεστική Εξουσία, παρατηρεί απαθής και πολύ περισσότερο υποθάλπει την αποδυνάμωσή τους στον βωμό της επιδίωξης ευτελών πολιτικών σκοπιμοτήτων και εις βάρος του Δημόσιου Συμφέροντος. Κάτι που, δυστυχώς, είναι πια ορατό και άκρως επώδυνο για τον Άνθρωπο και τα Θεμελιώδη Δικαιώματά του, και στην Πατρίδα μας και στο ευρύτερο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το οποίο επιπλέον διαβρώνει, υποδόρια και βασανιστικά, τις αντηρίδες του κοινού μας Ευρωπαϊκού Πολιτισμού και της κοινής μας Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας…..», συνεχίζοντας: «… Κατ’ αρχάς η διάταξη του άρθρου 87 παρ. 2 του Συντάγματος, υπό το συγκεκριμένο κανονιστικό της περιεχόμενο, συνιστά θεμέλιο και για τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων-αλλά και όλων των υποδεέστερης τυπικής ισχύος, σε σχέση με εκείνη του Συντάγματος, διατάξεων της Έννομης Τάξης-εκ μέρους των λειτουργών της Δικαστικής Εξουσίας. Λειτουργών, οι οποίοι ασκούν την δικαιοδοσία τους θωρακισμένοι με τις εγγυήσεις της κατά το Σύνταγμα προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας τους. Βεβαίως, ο κατά τα προεκτεθέντα δικαστικός έλεγχος που αφορά την τήρηση του Συντάγματος θεμελιώνεται κατά πρώτο λόγο στην συνταγματικώς καθιερωμένη κανονιστική ιεραρχία της Έννομης Τάξης. Ιεραρχία η οποία, όπως σημειώθηκε προηγουμένως, ως προς τις κανονιστικές της διαστάσεις χαρακτηρίζεται ιδίως εκ του ότι βάση αλλά ταυτοχρόνως και κορυφή της Έννομης Τάξης είναι αυτό τούτο το Σύνταγμα. Και αυτό διότι από τις διατάξεις του Συντάγματος απορρέει η ιεραρχική θέση όλων των λοιπών κανόνων δικαίου της Έννομης Τάξης….», προσθέτοντας: «… με πρώτη και κύρια εκείνη του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, σύμφωνα ιδίως με την διάταξη του άρθρου 87 παρ. 2 του Συντάγματος, η οποία βεβαίως ουσιαστικώς θεμελιώνεται στην κανονιστική ιεραρχία της Έννομης Τάξης, με βάση και κορυφή το Σύνταγμα…».

Όθεν, η Δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς εμπιστοσύνη στους θεσμούς της.

Ήδη από την 7η Φεβρουαρίου 2024, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υιοθέτησε ψήφισμα με «βαθιές ανησυχίες για την υποβάθμιση του κράτους δικαίου και των δημοκρατικών κανόνων στην Ελλάδα», ιδιαίτερα σε θέματα διαφθοράς, ελευθερίας του Τύπου και ανεξαρτησίας των δικαστηρίων.

Στις ετήσιες εκθέσεις για το κράτος δικαίου (Rule of Law Reports), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επισημάνει προβλήματα στην Ελλάδα σε τομείς όπως η δικαστική ανεξαρτησία, η διαφάνεια και η λειτουργία των θεσμών εστιάζοντας στην θεσμική ανισορροπία ενώ υπενθύμισε ότι η αρχή της υπεροχής του Ευρωπαϊκού Δικαίου δεν μπορεί να αγνοείται.

Η ισότητα όλων των πολιτών ενώπιον του νόμου, η σαφής διάκριση των εξουσιών, η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, ο σεβασμός στην αρχή της αναλογικότητας, ο δικαστικός έλεγχος των αποφάσεων της διοίκησης, η αποτελεσματική και πλήρης προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ανθρώπων, η τήρηση της αρχής της νομιμότητας (τόσο υπό την έννοια ότι όλες οι κρατικές πράξεις πρέπει να στηρίζονται σε νόμο όσο και υπό την υποχρέωση κάποιος να μην τιμωρείται ή να μην εμποδίζεται στη δραστηριότητά του δίχως νομική βάση) είναι έννοιες που συναρθρώνουν αυτό που ονομάζουμε «κράτος δικαίου» και συγκαθορίζουν τον γενετικό κώδικα της Δημοκρατίας.

Ο αριθμός των καταδικών για μία χώρα αποτελεί έναν βασικό δείκτη για την πορεία του κράτους δικαίου και την προάσπιση των δικαιωμάτων του ατόμου που καταδεικνύει την θεσμική διάβρωση.

Το 2024, με 25 καταδικαστικές αποφάσεις διαπιστώθηκε η απουσία κράτους δικαίου στην Ελλάδα παραβιάζοντας την ΕΣΔΑ (European Convention on Human Rights). Αποφάσεις που αφορούν κυρίως την δίκαιη δίκη που αποτελεί θεμέλιο του κράτους δικαίου με την Δικαιοσύνη και ευρύτερα το κράτος δικαίου να βρίσκονται σε συστηματική αποσύνθεση την στιγμή που η Δικαιοσύνη η Δικαιοσύνη, ως θεμέλιο του κράτους δικαίου, δεν αποτελεί απλώς μία συνιστώσα στην λειτουργία της Πολιτείας, αλλά επηρεάζει καθοριστικά κάθε τομέα της προσωπικής, συναλλακτικής και δημόσιας ζωής. Φαίνεται λοιπόν, παραπέμποντας στον Σαίξπηρ, «ότι κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας».

Ο υπουργός Δικαιοσύνης κύριος Γεώργιος Φλωρίδης με μιά απροκάλυπτη παρέμβαση στην Δικαιοσύνη, έσπευσε να προαναγγείλει ότι η Δικαιοσύνη θα δεχτεί το αίτημα εκταφής, των νεκρών των Τεμπών,  για την πλήρη ταυτοποίηση των θυμάτων και τον επιστημονικό προσδιορισμό της αιτίας θανάτου μέσω τοξικολογικών εξετάσεων, αφήνοντας να φανεί πως οι αποφάσεις δεν διαμορφώνονται ανεξάρτητα αλλά με πολιτική καθοδήγηση η οποία ενέχει κινδύνους πολιτικής εργαλειοποίησης της Δικαιοσύνης προς επηρεασμό της έκβασης κρίσιμων δικών υπακούοντας στα κελεύσματα της εκάστοτε κυβέρνησης.

Μία δήλωση-παραγγελία προς την «ανεξάρτητη» δικαστική αρχή, και παρέμβαση στην δικαστική λειτουργία κραυγαλέο παράδειγμα ότι πλείστες σημαντικές αποφάσεις δεν λαμβάνονται ανεξάρτητα, αλλά υπαγορεύονται από την πολιτική σκοπιμότητα, γεγονός που η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, διά της υπ’ αριθμό πρωτοκόλλου 67/12-02-2025 ανακοινώσεώς της καταγγέλλει πολιτικές παρεμβάσεις και «εργαλειοποίηση» της Δικαιοσύνης: «…..Επανειλημμένα δε, αποκρούσαμε κάθε είδους υποδείξεις προς τους δικαστικούς λειτουργούς, ανεξαρτήτως προέλευσης ή ισχύος, ενώ στο παρελθόν, αντιλαμβανόμενοι την σημασία που θα έχει η περιφρούρηση της δικαστικής μας ανεξαρτησίας για την ουσία και τη εικόνα της Δικαιοσύνης, δεν διστάσαμε να εκφράσουμε δημόσια τη διαμαρτυρία μας για την με αριθμό πρωτ. 1204/06.03.2023 επιστολή του Πρωθυπουργού προς τον τότε Εισαγγελέα του ΑΠ, που περιλάμβανε δημόσιες υποδείξεις σχετικά με τη διερεύνηση του δυστυχήματος των Τεμπών, εκτιμώντας ότι συνιστούσε «ευθεία παραβίαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών και έμμεση υπονόμευση του κύρους της Δικαιοσύνης».

Επομένως καθίσταται πασιφανές ότι οι αποφάσεις της χειραγωγούμενης Δικαιοσύνης εκδίδονται καθ υπόδειξη της κυβέρνησης και συμπίπτουν με τις επιθυμίες της, χάνοντας έτσι η ίδια η Δικαιοσύνη την έξωθεν καλή μαρτυρία ενώ κατάφερε να ανοίξει και ρήγμα μεταξύ αυτής και της κοινωνίας, με συνέπειες καταλυτικές. Αλλά, σε μιά εποχή όπου η Δικαιοσύνη βρίσκεται στο επίκεντρο της κοινωνικής δυσπιστίας, πόσο «τυφλή» δικαιούται να παραμένει η Δικαιοσύνη όταν οι κραδασμοί της κοινωνικής αμφισβήτησης φτάνουν μέχρι τα έδρανα;

  Ξέχασαν οι κύριοι Αεροπαγίτες ότι η Δικαιοσύνη αποτελεί την κοίτη του δημοκρατικού πολιτεύματος, ενώ το κράτος δικαίου συνιστά ένα διαρκές και σταθερό ζητούμενο κάθε πολιτισμένης κρατικής οντότητας. Οι Έλληνες δικαστικοί λειτουργοί, ως συντελεστές της τρίτης εξουσίας στο φιλελεύθερο και δημοκρατικό πολίτευμα, είναι και οφείλουν να είναι θεματοφύλακες της δημοκρατικής νομιμότητας, της πιστής εφαρμογής των νόμων και της απονομής ποιοτικής Δικαιοσύνης, αυτή ακριβώς είναι η ουσία της Δημοκρατίας η οποία έμεινε μία σπασμένη κολώνα μιάς πατρίδας και ενός κράτους που ποτέ δεν είχε περίσσευμα αγάπης και φροντίδας για τον Έλληνα.

Ευρισκόμενοι στο έλεος των ληστών εάν λάβουμε υπ όψιν μας την καταγγελία του κυρίου Γιάννη Βαρουφάκη την 25η Ιανουαρίου 2023 ότι: «Παιδιά εισαγγελέων και δικαστών τσιμπάνε ακίνητα στους πλειστηριασμούς», ας αναγνωρίσει ο καθένας εκ των ανωτέρω τον εαυτό του στον καθρέφτη έχοντας το θάρρος να στηθεί μπροστά του για να μετρηθεί.

ΕΠΕΙΔΗ οι κύριοι Αεροπαγίτες, «Λειτουργοί αυτών οι ποιούντες το θέλημα Αυτών», διά της επαμφοτερίζουσας αποφάσεώς των, συμπεριφερόμενοι μάλλον ως «dealer», ενεπλάκησαν σε ένα τεράστιο κύκλωμα νομιμοφανούς ξεπλύματος μαύρου χρήματος και μεταφοράς του ιδιωτικού πλούτου των Ελλήνων δανειοληπτών σε φορολογικούς παραδείσους, σε μιά μεθοδευμένη  πειρατεία της ιδιωτικής ιδιοκτησίας (Εθνικού Πλούτου και  Κρατικού Εισοδήματος), αφού οι μεταβιβάσεις, είτε με τον Νόμο 3156/2003 είτε με τον Νόμο 4354/2015, έχουν κυρίως ποινικό χαρακτήρα, τους θυμίζουμε την ρήση του  Μοντεσκιέ (De l Esprit des lois) «Δεν είναι Δίκαιο κάτι επειδή είναι Νόμος αλλά πρέπει να είναι Νόμος κάτι που είναι Δίκαιο».

Αλλά με τον ρυθμό που βαδίζουμε, είναι ορατός ο οργουελικός κίνδυνος να καταργηθεί και το πάλαι ποτέ κραταιό νομικό απόφθεγμα «my home is my castle» (το σπίτι μου είναι το κάστρο μου).

Κατόπιν των ανωτέρω, το σύνθημα της 28ης Φεβρουαρίου 2025 «Δεν έχω οξυγόνο» και το αίτημα για «δικαιοσύνη» παραμένει επίκαιρο και ενεστώς.

Οι πολιτικοί από κοινού με την τρόϊκα απέκρυβαν επί χρόνια την αλήθεια από τον Ελληνικό Λαό. Ήταν αδύνατον να διανοηθούν ότι η πολιτική ηγεσία του τόπου αντί να σώσει τον Λαό που εκπροσωπεί έσωσε τις τράπεζες και το ευρώ και χρεοκόπησε τον Λαό! Η μετονομασία του χρέους των ιδιωτικών τραπεζών σε δημόσιο χρέος και η μεταβίβασή του στους προϋπολογισμούς του κράτους, αποτελεί μία από της πιό  μελανές σελίδες της χρηματοπιστωτικής ιστορίας της Ελλάδος. Ο λόγος, αυτοί που διέπραξαν ένα από τα μεγαλύτερα σύγχρονα οικονομικά εγκλήματα αντί να λογοδοτήσουν, χωρίς αισχύνη, απαίτησαν με την αχρεία σύμπραξη της πολιτικής ηγεσίας να πληρωθεί ο λογαριασμός από τους πολίτες, με περικοπές μισθών, συντάξεων, κοινωνικής πρόνοιας και αυξήσεις πάσης φύσεως φόρων.

Η δόλια και παράνομη δράση των Τραπεζών είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας παράνομος μηχανισμός Δημοσίου χρέους μέσω των εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, που επιβάρυνε και επιβαρύνει ακόμη όλους τους Έλληνες πολίτες με φόρους και η ευθύνη για όλα τα κακά έπεσε στους δανειολήπτες, (που μειώθηκεχάθηκε η δουλειά μας από την ύφεση), και όχι στους Τραπεζίτες που δρούσαν ανεξέλεγκτα από το 2005, αφού δάνειζαν δολίως (Άμεσος Δόλος) μη νόμιμο χρήμα, που δεν υφίστατο ως κατάθεση. Η άμεση αυτή ανάγκη, που αφορούσε το Τραπεζικό Σύστημα να καλύψει τις ελλείψεις του, για να μην επέλθει η κατάρρευσή του και χάσουν οι καταθέτες τις καταθέσεις τους, οδήγησε το πολιτικό σύστημα, με την συνευθύνη των ανέλεγκτων απατεώνων χρυσοκάνθαρων Τραπεζιτών, στην αφαίμαξη της Εθνικής μας Οικονομίας.

Και ενώ οι Τράπεζες έχουν εξοφληθεί ολοσχερώς, για όλα τα κόκκινα δάνειά τους και για κάθε υποτιθέμενη οφειλή, ληξιπρόθεσμη ή μη, από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και επομένως δεν δικαιούνται να ζητούν να εισπραχθεί, για δεύτερη φορά, η ίδια εκζητούμενη οφειλή, παρόλα αυτά, οι Τράπεζες, τα Funds και οι Servicers, καταχρηστικά και παράνομα προχωρούν μονομερώς στην έκδοση Εκθέσεων Αναγκαστικής Κατάσχεσης Ακίνητης Περιουσίας των Ελλήνων και σε παραγγελίες με επιταγή προς πληρωμή αν και οι υποτιθέμενες χρεωστικές δανειακές συμβάσεις των Ελλήνων πολιτών έχουν εξοφληθεί ολοσχερώς διά της παροχής της κεφαλαιακής ενίσχυσης των 303.638.100.00 δις ευρώ που εγγυήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο για λογαριασμό των Τραπεζών.

Επί πλέον τονίζεται ότι, αποκλειστικοί υπεύθυνοι της οικονομικής αδυναμίας όλων των Ελλήνων πολιτών, είναι οι ίδιες Τράπεζες που έθεσαν σε εφαρμογή την απάτη να φορτώσουν με ένα τεράστιο ψευδές χρέος ολόκληρο τον Ελληνικό Λαό, ώστε μη δυνάμενοι όλοι να αποπληρώσουμε πλέον αυτό το επαχθές χρέος, να μας αρπάξουν τόσο την κρατική περιουσία, της οποίας όλοι μας εξ αδιαιρέτου είμαστε ιδιοκτήτες, όσο και την ιδιωτική μας τοιαύτη, δηλαδή τα κινητά και ακίνητά μας, ούτως ώστε να οδηγήσουν έναν έκαστον των πολιτών στην σημερινή οδυνηρή οικονομική κατάσταση.

Με συνείδηση της κοινωνικής μας ευθύνης προς το Έθνος μας, δεχόμαστε το κάλεσμα της γενιάς μας να δώσουμε πίσω στα παιδιά μας την Ελλάδα μας γνωρίζοντας στις οδαλίσκες των τροϊκανών ότι υπάρχουν Έλληνες που μπορούν να φέρουν την ελπίδα και τις τελικές λύσεις κάνοντας το θεωρητικό δεδομένο, άμεσα εφαρμόσιμο. Ότι υπάρχουν άνθρωποι που βάζουν την πατρίδα πάνω από το τομάρι τους γιά να δουν ξανά την πατρίδα τους να κερδίζει την χαμένη αξιοπρέπειά της. Αυτή είναι η υπόσχεσή μας!!

«Όσοι έχουν την τύχη μας σήμερον εις τα χέρια τους, όσοι μας κυβερνούν, μεγάλοι και μικροί, και υπουργοί και βουλευταί, το ‘χουν σε τιμή, το ‘χουν σε ικανότη το να τους ειπής ότι έκλεψαν, ότι πρόδωσαν, ότι ήφεραν τόσα κακά εις την πατρίδα. Είναι άξιοι άνθρωποι και τιμώνται και βραβεύονται….Όσοι είναι τίμιοι κατατρέχονται ως ανάξιοι της κοινωνίας και της πολιτείας.» Τα λόγια του Στρατηγού Μακρυγιάννη.

Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία.

 

Για την ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ-ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΑΪΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΙΣ «ΕΛ.ΛΑ.Σ»

                                                                                   ΕΚ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ

                                         Οδυσσέας Τηλιγάδας      Στέργιος Σμυρλής      Μιχαήλ Γιανναρόπουλος

                                                210 3250220                    6944325056                       6906888418

                                          ==========================================================================

ΠΡΟΣΟΧΗ: Οιοσδήποτε επιθυμεί Διακοπή Αποστολής, να μας πληροφορήσει αμέσως

σε αυτό το Email: elas@otenet.gr

 

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.