Αυγουστίνος Καντιώτης



Ἀγαπαμε την Ὀρθοδοξια; (Ὁμιλια του Μητροπολιτου Φλωρινης, Πρεσπων & Εορδαιας Αυγουστινου

date Φεβ 28th, 2026 | filed Filed under: ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ, ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΜΓ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2714

Κυριακὴ Α΄ Νηστειῶν – τῆς Ὀρθοδοξίας
1 Μαρτίου 2026

Ἀγαπαμε την Ὀρθοδοξια;

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ πρώτη Κυρι­ακὴ τῶν Νηστειῶν ἢ Κυρια­κὴ τῆς Ὀρθοδοξίας. Σήμερα ὅλοι ἐσεῖς ἑ­ορτάζετε. Μὰ ἐ­γώ, ἂν καὶ κατὰ τὸ ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἶ­μαι ὀρθόδοξος ὅπως κ᾽ ἐσεῖς, ἐν τούτοις δὲν συμμετέχω στὴν ἑορτή. Σεῖς ἑ­ορτάζετε, ἐγὼ πενθῶ. Τώρα γιατί πενθῶ, αὐ­τό, ἐ­ὰν μὲ παρα­κολουθήσετε, θὰ τὸ καταλάβετε.
Ἐπιτρέψτε μου νὰ σᾶς ῥωτήσω· Τί εἶ­νε ἐκεῖνο ποὺ ἀγαπᾶτε; εἶνε πρᾶγμα, ἀν­τικείμενο; εἶνε πρόσωπο; εἶνε ἰδέα; Ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε ν᾽ ἀ­γαπᾷ· ἀφαιρέστε του τὴν ἀ­γάπη, δὲν μπορεῖ νὰ ζήσῃ. Κάτι θ᾽ ἀγαπᾷ. Ἀλ­λὰ τί; Δὲν εἶμαι καρδι­ογνώστης νὰ ξέρω. Σεῖς καὶ ὁ Θεὸς τὸ γνωρίζετε.
Δὲν πιστεύω μεταξύ σας νὰ ὑπάρχῃ κανεὶς Ἰούδας, ποὺ ἀγαπᾷ τὰ χρήματα καὶ τρέμει μὴ τυχὸν χάσῃ αὐτὰ ποὺ ἔχει στὰ ταμιευτήρια. Μήπως αὐτὸ ποὺ ἀγαπᾷ δὲν εἶνε τὸ χρῆ­­μα ἀλλὰ κάτι ἄλλο ποὺ ἔχει ζωή; Θυ­μᾶ­μαι σὲ μιὰ περιοχὴ στὰ ψη­λὰ βουνὰ ποὺ ἔκανα ἱερο­κήρυκας, εἶδα κάποτε ἕνα χωριάτη κ᾽ ἔ­κλαι­­γε. –Τί κλαῖς; λέω, πέθανε ἡ γυναίκα σου, τὸ παιδί σου;

Μὴ γελάσετε. –Νά, λέει, εἶνε ἄρ­­ρω­στη ἡ ἀγελάδα μου. Εἶχε συνδεθῆ ὁ φτω­­χὸς μὲ τὸ ζῷο του. Εἶνε ἄλλοι, ποὺ ἀγαποῦν τὸ πράσινο, τὰ δάση, τὰ δέν­τρα. Δὲν μπο­ρῶ νὰ τοὺς κατηγορήσω. Τὶς μέρες αὐτὲς φωνά­ζουν ὅλοι· Ὅποιος τολμήσῃ νὰ βάλῃ χέρι στὸ δάσος τῆς Καισαριανῆς, νὰ τὸ σκεφτῇ πολύ· θὰ κατεβοῦμε ὅλοι κάτω… Στὴν Ἔδεσσα ἔ­κλει­σαν μιὰ βδομάδα τὰ καταστήματα νὰ μὴν καταστραφοῦν οἱ καταρράκτες… Καὶ ἂν αὐτὸ ποὺ ἀγαπᾷ κάποιος δὲν εἶνε οὔτε ζῷο οὔτε δέντρο οὔτε ῥεῦμα ποταμοῦ, ἀλλὰ εἶνε πρόσωπο, ἐὰν ὁ ἄντρας ἀγαπᾷ τὴ γυναῖ­­κα του μὲ μιὰ ἀ­γάπη τρυφερὴ καὶ αἰώνια, τότε τρέμει νὰ μὴν τὴ χά­σῃ· καὶ ἂν ἡ γυ­ναίκα ἀγαπᾷ ἐξ ἴσου τὸν ἄντρα της, τρέμει νὰ μὴν τὸν χά­σῃ. Προχθὲς δὲν ἔγραφαν οἱ ἐ­φημερίδες, ὅτι κάπου στὴν Ἤ­πειρο ἕνα ἀν­τρόγυνο ζοῦσαν 40 – 50 χρόνια ἀγαπημένοι, καὶ τὸ πρωὶ πέθανε ὁ ἄν­τρας, τὸ βράδυ πέθα­νε ἡ γυναίκα; Ὑπάρχουν σπάνια παραδείγματα τέτοιας ἀγάπης. Τί ἀ­γα­πᾶτε; ἐξακολουθῶ νὰ ῥωτῶ. Καὶ ἂν πέρα ἀπὸ τὴ μάνα καὶ τὸν πα­τέρα καὶ ἀπ᾽ ὅλα ἀ­γα­πᾶτε τὴν πατρίδα, τότε τρέμετε μὴν κινδυ­νεύ­σῃ ἡ πατρίδα· συγ­κινεῖσθε ἂν μάθετε ὅτι κάτι συμβαίνει στὴν Κύπρο.
Γιατὶ τ᾽ ἀνέφερα ὅλα αὐτά; Τὰ εἶπα ὡς παραδείγματα, γιὰ νὰ σᾶς ὁδηγή­σω κάπου ἀλ­λοῦ, νὰ σᾶς ἀπευθύνω ἕνα ἐρώτημα σπουδαι­­ότερο ἀπ᾽ ὅ­λα αὐτά. Ποιό ἐ­ρώτημα; Εἶστε ὀρθόδοξοι; εἶστε βαπτισμένοι «εἰς τὸ ὄ­νομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος»; βγήκατε μέσα ἀπὸ τὸν Ἰ­ορδάνη, ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα; Ἐπιτρέ­ψτε μου ν᾽ ἀμφιβάλλω. Σᾶς ἐρωτῶ· Ἀγα­πᾶτε τὴν Ὀρθοδοξία; Ἐ­ὰν ἀγαπᾶτε τὴν Ὀρ­θο­­δοξία, τό­τε πρέπει νὰ αἰ­σθανθῆτε μία ἀγωνία γι᾽ αὐ­τὴν μεγαλύτερη ἀπὸ ὅλα τ᾽ ἄλλα ζητήματα. Ἔχετε ἀγωνία γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία; Δὲν ἀξίζει αὐτὴ περισσότε­ρο ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς τοῦ κόσμου; Δὲν εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία ὁ πολύτιμος μαργαρίτης, ποὺ κάποιος τὰ πούλησε ὅλα γιὰ νὰ τὸν ἀ­γοράσῃ; Δὲν εἶνε ἡ Ὀρ­θοδοξία τὸ δεντρὶ ὄ­χι τῆς Καισαριανῆς, δεν­τρὶ ποὺ τὸ φύτευσε ὁ Θεὸς ἐδῶ στὴ γῆ καὶ κάτω ἀπ᾽ αὐτὸ βρῆκαν ἀ­νάπαυσι γενεὲς γενε­­ῶν καὶ στὰ κλαδιά του κελαηδοῦσαν τὰ γλυκύτερα ἀηδόνια; Γιατί πο­­νᾷς ἕνα δεντρὶ ποὺ τὸ ξερριζώνουν, καὶ δὲν πονᾷς ὅταν βλέ­πῃς τσεκούρια νὰ ὑψώνων­ται νὰ καταστρέψουν τὸ δεντρὶ τοῦ Χριστοῦ; Φωνάζεις γιὰ τὸν καταρρά­κτη. Πολὺ κα­λά· ἀλλὰ δὲν εἶνε ἡ Ὀρ­θοδοξία μας ὁ ποταμὸς τοῦ ὁ­ποίου «τὰ ὁρ­­μήματα εὐφραίνουσι τὴν πόλιν τοῦ Θεοῦ» (Ψαλμ. 45,5); Δὲν εἶνε ἡ Ἐκ­κλησία μας μάνα, ὅπως ἔλεγε ὁ Κρυστάλλης· Ὦ Ἐκκλησία μας, Ὀρ­θοδοξία, «γλυκειὰ μάνα, πόσες γλυκὲς χρυ­σὲς ἐλπίδες… χύνεις βαθειὰ στὴν ψυχή μας!» («Ὁ Καλόγερος τῆς Κλεισούρας»). Δὲν λέει ὁ ψαλμῳδὸς «Μήτηρ Σιών, ἐρεῖ ἄνθρωπος»; (Ψαλμ. 86,5). Εἶνε σωστὰ αὐ­τά, ἢ τὰ λέμε ἔτσι σὰν σχήματα λόγου;
Ἐὰν λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία μας εἶνε καὶ δέν­τρο καὶ ποταμὸς καὶ θησαυρὸς καὶ μητέρα καὶ τροφὸς καὶ ὅ,τι ἄλλο πολύτιμο, πάνω κι ἀ­πὸ τὸ ἔθνος κι ἀπὸ κάθε ἄλλη ἀξία, τότε πρέπει νὰ νιώθουμε γι᾽ αὐτὴν μέσα μας ἕνα συγ­κλονισμό, ἕνα ῥῖγος, ὅταν ἀκοῦμε ὅτι στὰ χρόνια αὐτὰ τῆς ἀποστασίας ἡ Ὀρθοδοξία ἀπειλεῖται καὶ ὑπάρχῃ φόβος, ἐνῷ γεννηθήκαμε ὀρθόδοξοι, νὰ μὴν πεθάνουμε ὀρθόδοξοι. Τὸ φο­βᾶ­μαι αὐτό!
Γιὰ τὸ ὅτι κινδυνεύει ἡ Ὀρθοδοξία θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε σήμερα, τὴν ἅ­για αὐτὴ ἡμέρα, νὰ σᾶς παρουσιάσω σύντομα τὸν κίνδυνο ποὺ διατρέχει.

* * *

Κινδυνεύει ἡ Ὀρθοδοξία μας πρῶτα ἀπὸ τοὺς ἑ­τε­ροδόξους, τὶς αἱρέσεις. Πόσες εἶνε οἱ αἱρέσεις ποὺ δροῦν μέσα στὸ ἔθνος μας; Αὐ­τοὶ ποὺ παρακολουθοῦν τὰ ζητήματα λένε, ὅ­τι φτάσαμε τὶς τριάντα. Ὅλες οἱ αἱρέσεις τὸ Εὐαγγέλιο ἔχουν. Ἔλεγε ὁ γέροντάς μου, ὁ Ἱ­ερόθεος Ἀκαρνανίας, τί εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία; Τροφὴ εἶνε. Ἡ ἁγία Γραφὴ εἶνε σὰν τὸ κρέας· ἀλλ᾽ ἅ­μα πάρῃς τὸ κρέας καὶ τὸ ζυμώ­σῃς μὲ στρυχνίνη, τελείωσε ἡ ὑπόθεσι· δὲν εἶνε πλέον κρέας, εἶνε φαρμάκι.Ἔτσι κάνουν οἱ αἱρετικοί. Παίρνουν τὸ γάλα καὶ τὸ νοθεύουν, ῥίχνουν μέσα παράθειο. Τὸ σκυλὶ βλέπει τὸ κρέας καὶ ἀντὶ κρέας τρώει φόλα. Καὶ αὐ­τοὶ δὲν προσφέρουν τροφὴ πνευμα­τική, ἀλλὰ νοθευμένη, ἐπικίνδυνη, θανατηφόρα γιὰ τὴν πνευματική μας ζωή.
Ἀπὸ τὶς πιὸ ἐπικίνδυνες αἱρέσεις εἶνε οἱ χιλιασταί, ποὺ τόλμησαν τὸ καλοκαίρι 1964 νὰ συγκαλέσουν μέσα στὴν Ἀθήνα διεθνὲς συνέ­δριο. Τὰ ὀρ­θόδοξα σωματεῖα ἀγωνίστηκαν καὶ μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν ἀρχιεπίσκοπο τὸ συνέ­δριο ματαιώθηκε παρὰ τὴν πίεσι ποὺ ἀ­σκοῦ­σαν πρεσβευταὶ ὡρισμένων μεγάλων δυ­­νάμεων. Τί τὸ ὄφελος ὅμως; αὐτοὶ ἀβγατίζουν σὰν τοὺς κοριούς. Δὲν ὑπάρχει «ἐντομο­κτόνο»; Ἔχει δυνατὰ «ἐντομοκτόνα» ἡ Ἐκ­κλησία μας, ἀλλ᾽ αὐτὴ τὴν ὥρα ἀδρανεῖ. Πότε παρουσιάστηκε αὐτὴ ἡ αἵρεσι; Τὸ 1918-᾽19, λίγο πρὸ τῆς Μικρασιατικῆς καταστρο­φῆς. Τότε ἦ­ταν 5, σήμερα ἔγιναν πολλοί, σὲ μερικὰ χωριὰ εἶνε περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ὀρ­θοδόξους. Ὑπάρχει φόβος σὲ ἐκλογὲς νὰ βγῇ χιλιαστὴς πρόεδρος.
Κινδυνεύει ἡ Ὀρθοδοξία μας καὶ ἀπὸ τοὺς παπικούς, ἰδιαιτέρως ἀπὸ τοὺς οὐνῖτες, περὶ τῶν ὁποίων κ᾽ ἐμεῖς μιλήσαμε. Εἶνε ἡ μεγαλύ­τερη θρησκευτικὴ ἀπάτη. Κάνουν θραῦσι ὄχι τόσο ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα ὅσο σὲ ἄλλες ὀρθόδοξες ἐκκλησίες τῆς Ἀνατο­λῆς καὶ στὸ Πατρι­αρχεῖο Ἰεροσολύμων, τὸ ὁποῖο εἶχε ἄλ­λοτε χιλιάδες Ἕλληνες. Τώρα δὲν ἔχει. Ἡ δύνα­μις τοῦ πα­τριαρχείου εἶνε οἱ ἀραβόφωνοι· μιλᾶνε ἀράβικα ἀλλὰ εἶνε ὀρθόδοξοι. Ἦταν πρῶτα ὀγδόντα χιλιάδες ὀρθόδοξοι ἀ­ραβόφωνοι. Τώρα μειώθηκαν πολύ. Ἔπεσε χρῆ­μα ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ πάπα. Ἀγωνίστηκαν ὅσο μποροῦσαν οἱ καλόγεροι τοῦ Παναγίου Τάφου· εἶνε ἥρωες αὐτοί, ἀγωνίστηκαν καὶ μὲ τὰ ῥαβδιά. Ἀλλὰ πέφτει χρῆμα. Ἀπὸ τὶς ὀγδόντα χιλιάδες, ποὺ ἦταν, πῆραν ἑξήντα χιλιάδες οὐνῖτες καὶ μένουν εἴκοσι. Ὑπάρχει φό­βος.
Ἀβγατίζουν λοιπὸν οἱ αἱρετικοί. Ἡ Ὀρ­θοδοξία κινδυνεύει ἀκόμη ἀπὸ ποιούς ἄλλους; Ἀπὸ τοὺς μασόνους, οἱ ὁποῖοι καὶ αὐτοὶ ἤθελαν νὰ κάνουν διεθνὲς συνέδριο στὴν Ἀθήνα. Κατάλαβες; ἡ Ἑλ­λάδα ἔγινε ἀμπέλι ξέ­φρα­γο καὶ μαζεύον­ται ἐδῶ ὅλες οἱ αἱρέσεις. Παλαιότερα οἱ ξενοδόχοι τῶν Ἀθηνῶν εἶχαν κάποιο φιλότιμο καὶ δὲν ἐμόλυναν τὰ ξενοδο­χεῖα τους οὔτε μὲ πόρνες οὔτε μὲ παλλακίδες οὔτε μὲ διαζευγμένους. Τώρα δέχτηκαν καὶ ἐνοικίασαν μὲ ἁδρὰ ἀμοιβὴ ὅλα τὰ κρεβά­τια ξενοδοχείου, γιὰ νὰ φιλοξενήσῃ τοὺς μασό­νους. Ὁ μαμωνᾶς δὲν ἔχει Θεό· καὶ τὸν δι­άβολο ἀκόμα φιλοξενεῖ νὰ κάνῃ διεθνὲς συνέδριο. Δὲν μπόρεσαν νὰ τὸ κάνουν, μᾶλ­λον δὲν τὸ ἔκαναν. Μὰ τί περιμένεις; Ὅταν χτυπήθηκε ὁ μασονισμός, βγῆκε στὸ μπαλκόνι δι­κηγόρος καὶ ἔγινε ὑπερασπιστής των λέγον­τας· Αὐτοὶ οἱ παπᾶδες, οἱ φανατικοί, οἱ ἠλίθιοι… Ἔτσι μᾶς περνᾶνε σήμερα, ὅ­τι τάχατες ἐμεῖς δὲν διαβάσαμε καὶ διάβασαν αὐτοί. Παραπάνω ἀπὸ δαύτους μελετήσαμε – καυχώμεθα ἐν Κυρίῳ! Ναί. Βγῆκε λοιπὸν στὸ μπαλκό­νι νὰ ὑπερασπιστῇ τὴ μασονία – ποιός; Ἀρεοπαγίτης! Καὶ γεννᾶται τὸ ἐ­ρώτημα· συμβιβάζεται μὲ τὴν ἰ­δι­ότητα τοῦ Ἕλ­ληνος δικαστοῦ ἡ ἰδιότητα τοῦ μασόνου; Ὕστερα λοιπὸν πῶς νὰ μὴν αὐξηθοῦν αὐτοί;
Πέρασα κάποτε ἀπὸ ἕνα χωράφι καὶ εἶδα ἕ­να χωρικὸ ποὺ ἔκλαιγε. –Τί συμβαίνει; –Πᾶνε οἱ κόποι μου. Τὸ καλλιέργησα, τό ᾽σκαψα, μὰ πῆγαν ἀ­ρου­ραῖοι κ᾽ ἔφαγαν ὅλες τὶς ῥίζες. Ἔτσι λοιπὸν κι αὐτοὶ σὰν τοὺς ἀρουραίους μπῆκαν στὸν ἀγρὸ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ῥοκανίζουν τὶς ῥίζες.
Καὶ μόνο αὐτοί; Νά καὶ τὰ μέντιουμ. Βγάζουν καὶ περι­οδικό. Ἄλλοι πάλι αὐτοί. Θέλω νὰ καταγγείλω τὸν κίνδυνο, νὰ μι­λήσω γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία. Ξέρετε πῶς μοιάζει ὁ κίνδυνος; Σὰν νὰ σᾶς πῶ, ὅτι γύρω ἀπὸ τὸ σπίτι σας ἔπεσε χολέρα. Τί θὰ νιώσετε; Στὰ μέντιουμ πηγαίνουν – ποιοί; Ὄχι μόνο φτωχαδάκια, ἀμόρφωτοι; Πᾶνε καὶ καθηγητά­δες, καὶ στρατηγοί, καὶ ναύαρχοι, νὰ μάθουν τὸ μέλλον τους. Δὲν θέλω νὰ ταράξω τὴ γαλήνη τῶν τάφων, ἀλλιῶς θὰ σᾶς ἔκανα μιὰ φοβερὴ ἀποκάλυψι. Κάποιο πρόσωπο μὲ ὑψηλὴ θέσι, πήγαι­νε στὸ ἐξωτερικὸ καὶ ἐπισκεπτόταν μέν­τι­ουμ. Ἡ Ἐκκλησία ὅσον ἀφορᾷ τὰ δό­γματα ἔ­χει αὐστηρότητα. Πέθανε αἱρετικὸς καὶ τὸν ἀ­φώ­ρισε μετὰ ἑκατὸ καὶ διακόσα χρόνια. Ἐνῷ δὲν καταδίκασε ποτέ ἁμαρτωλὸ νεκρό, αἱρετικοὺς ὅμως τοὺς ἀφώρισε μετὰ ἑκατὸ χρόνια, ὅταν εἶδε μέσα στὰ συγγράμματά τους ὅτι πα­ραπαίουν.
Σᾶς παρουσίασα, ἀδελφοί μου, ὡρισμένα πλοκάμια ποὺ ζώνουν τὸ λαὸ τῆς πατρίδος μας. Δὲν κινδυνεύει ὅμως ἡ Ὀρθοδοξία μας μόνο ἀπὸ τὶς αἱρέσεις· κινδυνεύει –καὶ δὲν τὸ ἔχουμε προσέξει – κι ἀπὸ τὸ Ἰσλάμ. Ἦταν ψόφιο τὸ Ἰσλὰμ μέχρι πρό τινος. Μέσ᾽ στὰ πολλὰ ἐγκλήματα, ποὺ διέπραξε ὁ μεγάλος δήμι­ος τῆς Μικρᾶς Ἀσίας –ἀποφεύγω νὰ πῶ τ᾽ ὄ­νο­μά του–, ἔκανε κ᾽ ἕνα καλό, ὅταν μέσα στὴ βουλὴ τῆς Ἀγκύρας πέταξε τὸ Κοράνιο ὡς ἕ­να συν­ονθύλευμα ψευδῶν. Μετὰ ὅμως, στὴν Αἴγυπτο, θέλησε ν᾽ ἀ­ναστήσῃ τὴ θρησκεία τοῦ Μωάμεθ ὁ Νασέρ –θηρίο μεγάλο «ἀ­­να­βαῖ­­νον ἐκ τῆς ἀβύσσου» (πρβλ. Ἀπ. 11,7· 17,8)– μὲ σύνθημα· Κανένας Χριστι­ανὸς στὴν Ἀ­φρική! καὶ πετώντας στὴ θάλασσα τοὺς Χριστι­ανοὺς Ἕλ­ληνες, ποὺ ἦταν ἐκεῖ ἀπὸ μεγάλου Ἀλεξάνδρου. Εἴχαμε πρόσφυγες ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀ­σία, μετὰ ἔχουμε κι ἀπὸ τὴν Αἴ­γυπτο. Γιατί; Εἶνε Χριστιανοὶ ὀρθόδοξοι καὶ ἔχουν τὸ νέο αὐτὸ μαρτύριο. Ἄχ, καημέ­νη πα­τρίδα! Ἀπὸ τὸν ἀ­εί­μνηστο Καποδίστρια μέχρι σήμερα κανένας δὲν πῆρε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ νὰ πῇ· Αὐτὸ εἶνε ἡ σωτηρία τῆς Ἑλλάδος. Καὶ παίρνει ὁ Νασὲρ τὸ Κοράνιο καὶ φτειά­χνει ἐργοστάσιο ποὺ κατασκευάζει ἑ­κατομμύρια δίσκους μὲ ᾄσματα τοῦ Κορανίου καὶ κηρύγματα τοῦ Ἰσλάμ· καὶ κάνει ῥαδιοφωνικὸ σταθμὸ καὶ θεολογικὴ σχολή· καὶ μετὰ ἀπὸ μερικὰ χρονάκια νάτους στὴν Ἑλλάδα νὰ μᾶς μιλήσουν γιὰ τὸ Κοράνιο· σὲ μιὰ Ἑλλάδα, ποὺ κάποτε ἦταν ἱερα­ποστολικὸ ἔθνος, βάπτισε ῾Ρώσους, Βουλγάρους, Σέρβους.
Κινδυνεύει ἡ Ὀρθοδοξία –κάνω ἀνακεφαλαίωσι– ἀπὸ χιλιαστάς, φράγ­­κους, οὐνῖτες, πνευματιστάς, μασό­νους, ἰσλαμιστάς. Κινδυνεύει καὶ ἀπὸ τὰ «νηπιαγωγεῖα» τῆς μασονίας ὅπως εἶνε οἱ ῥόταρυ. Κινδυνεύει καὶ ἀπὸ προτεστάν­τες, ἀπ᾽ ὅλα αὐτὰ τὰ εἴδη τῶν αἱ­ρέ­σεων. Γι᾽ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνω· γεννηθήκα­με ὀρθόδοξοι, ἀλλὰ ἀμφιβάλλω ἂν θὰ πεθάνουμε ὀρθόδοξοι.
Δὲν σᾶς εἶπα ὅμως τίποτα μέχρι τώρα. Ποιός εἶ­νε ὁ μεγαλύτερος κίνδυ­νος; Τό ᾽πα ἄλ­λοτε, παρεξηγήθηκα καὶ μὲ κάλεσε ἡ Σύν­οδος σὲ ἀ­πολο­γία. Λοιπόν· ὁ μεγαλύ­τερος κίν­δυ­νος γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι. Αὐτὸ τὸ ῥάσο εἶνε ὑ­­πεύθυνο. Ὅ­λοι εἴ­μα­στε ὑπεύθυνοι· καὶ οἱ κληρικοί, διᾶκοι καὶ πρεσβύτεροι, καὶ ὅλοι μας· διότι, ἀγαπητοί μου, στὰ χείλη ἔχουμε τὴν Ὀρθοδοξία, ἀλ­λὰ στὴν καρδιά; Δὲν ἔχουμε τὸ βίωμα ποὺ λένε τῆς Ὀρ­θοδοξίας. Ἄλλα λέ­με καὶ ἄλλα κάνουμε. Καὶ ὅπως λέει ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος, οἱ Χριστιανοὶ διακρί­νον­ται ὄχι τόσο ἐκ τῶν λόγων ὅσο ἐκ τῶν ἔργων. Ποιά τὰ ἔργα μας; Καταντήσαμε σὰν τὴν ἄκαρπη συκιὰ τῆς Μεγάλης Δευτέρας, ποὺ ὁ Χριστὸς ἔψαχνε νὰ βρῇ καρπό, δὲν βρῆκε, καὶ εἶπε· «Μηκέτι ἐκ σοῦ καρπὸς γένηται εἰς τὸν αἰῶνα. καὶ ἐ­ξηράνθη παραχρῆ­μα ἡ συκῆ» (Ματθ. 21,19). Ἐμεῖς εἴμαστε ἡ συκιά· τὸ δεντρὶ αὐτὸ εἶνε σήμερα ἄκαρπο, δὲν ἔχει καρ­ποὺς ἔργων ἀγαθῶν.
Πρὸ ἐτῶν ἔγινε συνέδριο τῶν ἱεροκηρύκων, παρέστησαν ἐπίσκοποι, ἱεροκήρυκες καὶ ἔλεγαν πολλά. Λέγω· Ἅγιοι πατέρες καὶ ἀδελφοί, ἡ Ὀρ­θοδοξία κινδυνεύει ἀπὸ μᾶς. Ἡ Πόλις δὲν θά ᾽­πεφτε ἂν δὲν ὑπῆρχε ἡ Κερκόπορ­τα. Κ᾽ ἐμεῖς λοιπὸν στὶς ἐπάλξεις μας ἔχουμε κάποια κερκόπορτα. Αὐτὴ τὴν ὥρα στὸ ἐξωτερικό, μὲ ὑποτροφίες προτεσταν­τῶν καὶ παπικῶν, ποὺ δὲν ἔπρεπε οὔτε καλημέρα νὰ τοὺς λέμε (βλ. Β΄ Ἰω. 10), σπουδάζουν θεολό­γοι μας. Ἀναστρέφονται μαζί τους, τρῶνε, πίνουν, κοιμοῦνται, προσεύχονται μαζί, κι ὅταν ὕστερα γυρίζουν ἔχουν φρόνημα ἀλλοιωμένο. Νά τὸ μεγάλο κακό. Οἱ μον­τέρνοι θεολόγοι, ἐνῷ ἐδῶ ῥέει τὸ νάμα τῆς Ὀρθοδοξίας, πᾶνε στὴ Δύσι, ὄχι σὲ βιβλιοθῆκες τοῦ Ἁγίου Ὄ­ρους ν᾽ ἀνοίξουν κώδικες καὶ βιβλία· αὐτοὶ θὰ γίνουν αὔριο γενίτσαροι τῆς Ὀρ­θοδοξίας.
Κινδυνεύει ἡ Ὀρθοδοξία ἀπὸ ὅλο τὸν ἀντιχριστιανικὸ βίο ποὺ ζοῦ­με. Σ᾽ ἐμᾶς ἁρμόζει ὁ ἔλεγχος τοῦ Θεοῦ διὰ τοῦ Ἠσαΐου ποὺ λέει· «Δι᾽ ὑ­μᾶς (=ἐξ αἰτίας σας) διαπαντὸς τὸ ὄνομά μου βλασφημεῖται ἐν τοῖς ἔ­θνεσι» (Ἠσ. 52,5). Κάποτε στὰ Γρεβενὰ ἕνας κυνηγὸς χτύπησε ἕ­ναν ἀετὸ καὶ τὸ ὑπερή­φανο πουλὶ πληγωμένο ἔπεσε μὲ ματωμένη τὴ φτερούγα· τὸ εἶδα καὶ τὸ λυπήθηκα. Γιὰ ἀετὸ μεγάλο μιλάει καὶ ἡ Ἀποκάλυψις (βλ. Ἀπ. 12,14). Ἀετὸς εἶνε καὶ ἡ Ὀρθοδοξία μας. Δὲν πετάει ἡ Ὀρ­θο­δοξία μὲ μιὰ φτερούγα. Ἡ μία φτε­ρούγα εἶ­νε τὰ ὀρθόδοξα δόγματα, ἡ ἄλλη εἶνε τὰ ὀρ­θό­δοξα ἔργα, ἡ ὀρθοπραξία. Ὀρθοδοξία – ὀρθοπραξία· ἂν ὑπάρχουν καὶ τὰ δυό, μὴ φοβᾶστε.
Στὸ σημεῖο αὐτὸ πρέπει νὰ ὁμολογήσουμε, ὅτι δὲν μᾶς ἔβλαψαν τόσο οἱ ἀπ᾽ ἔξω, χιλι­ασταί, μασόνοι κ.λπ., ὅσο μᾶς ἔβλαψε π.χ. πρὸ ἐτῶν μία ἀποτυχημένη ἀρχιεπισκοπικὴ ἐκλογή, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας γίναμε τότε θέατρο καὶ ὄνειδος στὴν οἰκουμένη. Ἂς μοῦ ἐ­πι­τραπῇ νὰ πῶ, ὅτι οἱ ἐπὶ ἔ­τη τώρα ἐκλογὲς ἀ­πὸ τοὺς ἀρχιερεῖς ἐχρεωκόπησαν. Γι᾽ αὐτὸ –ἂν θέλουμε νὰ δοῦ­με καλὲς ἡμέρες– ἡ ἐκλογὴ ἐπισκόπων, ἱερέων, διακόνων, ἐπιτρό­­πων πρέ­πει νὰ φύγῃ ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ἀρχιερέων· ἂς ἐκλέγῃ ἀποστο­λικῶς τὸ σῶμα, καὶ τοὺς ἐκλεγομένους «ψήφῳ κλήρου καὶ λαοῦ» νὰ χειροτονοῦν οἱ ἀρχιερεῖς.

* * *

Τί πρέπει λοιπόν, ἀδελφοί μου, νὰ κάνουμε; Τὸ 1912 οἱ Τοῦρκοι ἦταν ἕτοιμοι νὰ βγοῦν ἀ­πὸ τὰ Δαρδανέλλια νὰ μᾶς πάρουν τὰ νησιά. Ἐμεῖς, τὰ παιδιὰ καὶ ὅλοι, νιώθαμε φόβο. Ἡ πατρίδα μας εἶχε ἕνα μόνο καράβι ἀ­ξιόμαχο, τὸν «Ἀβέρωφ». Ἀλλὰ μέσα σ᾽ αὐ­τὸ ἦ­ταν ψυχὴ μεγάλη, ὁ Κουν­του­ριώτης· πίστευε ἀληθινὰ στὸ Θεὸ καὶ κρατοῦσε τὸν τίμιο σταυ­ρό. Ὅταν ἐκεῖνοι βγῆκαν καὶ ὕψωσαν ἀπειλητικὰ τὴ σημαία τοῦ πειρατῆ, τότε ὁ Κουν­τουριώτης ἔκανε τὸ σταυρό του, ἔβαλε ἀπάνω στὴ γέφυρα τὸν τίμιο σταυρὸ καὶ ἐξέπεμψε σῆμα· Ἕλληνες ναῦτες, ὑπαξιωματικοὶ καὶ ἀξιωμα­τικοί, ἅ­παν­τα τὰ πληρώματα· ἡ πατρίδα περιμένει νὰ κάνετε τὸ καθῆκον σας. Καὶ τὸ ἔ­καναν ὅλοι· μάντρωσαν στὰ Στενὰ τὸν τουρκικὸ στόλο. Τί κάνει μιὰ ψυχή!
Κ᾽ ἐμεῖς τώρα, ταπεινοὶ λειτουργοὶ τοῦ Ὑψίστου, ἀ­κοῦμε τὸ σῆμα τῆς Ὀρθοδοξίας ποὺ μπροστὰ στὸν κίνδυ­νο περιμένει ἀπὸ τὰ παιδιά της νὰ κάνουν τὸ χρέος τους ἀπέναντι στὴν ἁγιωτάτη πίστι μας. Ὄχι μόνο οἱ κληρικοὶ καὶ μοναχοί, ἀλλὰ καὶ κάθε Χριστιανὸς καὶ Χριστιανὴ ἂς δώσουμε τὸ παρών.
Ἂν ἀγαπᾶμε τὴν Ὀρθοδοξία, νὰ κάνουμε ἕνα, δύο, τρία πράγματα.
Πρῶτον. Πήγατε στὴν ἐκκλησία σήμερα, ἀκούσατε τὸ εὐαγγέλιο; Λοι­πὸν νὰ γίνουμε κ᾽ ἐμεῖς Φίλιπποι. Ὁ Ἀρχιμήδης, ὅταν ἔλυσε τὸ πρόβλη­­μά του, βγῆκε στοὺς δρόμους φωνάζοντας «Εὕρηκα εὕρηκα!». Τὸ ἴδιο ἀ­κούσαμε τὸ πρωί· ὁ Φίλιππος, ὅταν βρῆκε τὸ Χριστό, τὴν ὀρθὴ πίστι, φώνα­ξε στὸ Ναθαναήλ· «Εὑ­ρή­καμεν!» (Ἰω. 1,42,46). Τέτοια χαρὰ νὰ αἰσθάνεστε, ἀ­δελφοί μου, ὅτι βρήκαμε κ᾽ ἐμεῖς τὴν Ὀρ­θοδοξία. Εἶνε τὸ φῶς τὸ ἀληθινό. Νὰ τό ᾽χουμε καμάρι ὅτι ἀνήκουμε στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία καὶ νὰ λέμε μὲ θάρρος· Βρήκαμε τὴν πηγή, τὸ θησαυρό, τὴν Ἀλήθεια! Καὶ νὰ ὁ­μολογοῦμε· «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός· ἀμήν» (Φιλ. 2,11 & θ. Λειτ.). Ἁγίασε τὴ γλῶσσα σου μὲ τὴ φωνὴ τῆς πίστεως, τῶν αἰωνίων δο­γμάτων ποὺ πρεσβεύει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία.
Δεύτερον. Ἔχω μιὰ προαί­σθησι· δὲν θὰ τὸ δοῦν τὰ μάτια μου, τὸ πιστεύω ὅμως. Μιὰ μέρα τὰ παιδιὰ – τὰ ἐγγόνια σας θὰ γυρίσουν στὰ ἅγια μέρη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ θὰ ψάλουν τρισάγιο στὰ μνήματα τῶν ἡρώων στὸ Ἐσκῆ Σεχίρ, στὸ Ἀφιὸν-Καρὰ-χι(σ)σάρ, σὲ ὅλα τὰ μέρη ὅ­που οἱ πατέρες μας ἀγωνίστηκαν ἕνα τίμιο ἀ­γῶνα. Ἂς μᾶς πρόδωσαν οἱ σύμμα­χοι. Θὰ δῇ ὁ Θεὸς τὸ δίκαιο. Κουρά­γιο, ἀδέρφια μου, ἔχετε πίστι. Δὲν θὰ θριαμβεύσῃ ἡ ἡμισέληνος, θὰ θριαμβεύσῃ ὁ τίμιος σταυρός. Συντελοῦνται γεγονότα ἀποκαλυπτικά. Τί λέει λοιπὸν ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ εὐαγγε­λιστής, ποὺ κήρυξε στὴν Ἔφεσο; Ὅταν ἄ­κουγε αἱρετικό, τί ἔκανε· ἔ­φραζε τὰ αὐτιά του. Δὲν τὸ ἔ­κανε ὑποκριτικά. Ὅταν ἔμαθε ὅτι σ᾽ ἕνα δημό­σιο λουτρὸ ἦταν μέσα καὶ λουζόταν ὁ αἱρετι­κὸς Κήρινθος, εἶπε· Πᾶ­με νὰ φύγουμε γρήγορα, μὴν πέ­σῃ τὸ κτήριο καὶ μᾶς πλακώσῃ. Βλέπετε σεῖς σήμερα καν­ένα μοντέρνο κληρικὸ ἢ θεολόγο νὰ φράζῃ τ᾽ αὐτιά του καὶ νὰ φεύγῃ; Ἀγ­καλιάσματα βλέπουμε μὲ φράγκους, προτεστάντες καὶ ἄλ­λους αἱρετικούς. Εἶνε νὰ φρίττῃς. Ὁ Ἰωάννης ὁ θεολόγος λέει, νὰ παύῃ κάθε πε­ριττὴ συ­ζήτησι μαζί τους καὶ στὸ ἑξῆς οὔτε καλημέρα (βλ. Τίτ. 3,10. Α΄Ἰω. 4,1. Β΄ Ἰω. 10). Κι ὁ στρατηγὸς Μακρυγιάννης μιὰ μέρα ἔδιωξε ἀπ᾽ τὸ σπίτι του ἕ­ναν ποὺ τόλμησε νὰ ἐκφραστῇ εἰρωνικὰ γιὰ τὴν Παναγία καὶ τὸν τίμιο σταυρό. Μακριά λοι­πὸν ἀπὸ αἱρετικοὺς καὶ ἀλλοθρήσκους. Εἶ­νε ἐντολὴ τῆς Ἐκκλησίας μας.
Καὶ τρίτον. Χρειάζεται ὀρθὴ πίστι, ἁγία ζωή, καὶ κάτι ἀκόμα. Στὶς ἡμέρες ποὺ ζοῦμε ἂς ζητήσουμε –ἐγὼ τὸ πιστεύω– στὴν Ὀρθοδοξία μας νὰ γίνουν καὶ θαύματα. Μακάρι ὁ κάθε Χριστιανὸς νὰ ὡριμάσῃ καὶ νὰ φτάσῃ ἡ προσευχή του νὰ κάνῃ θαύματα. Μακάρι νὰ μᾶς δώσῃ ὁ Θεὸς δυνατὴ πίστι. Πλῆθος θαύματα στὴ γῆ στὸν οὐρανὸ καὶ στὰ ἄστρα βεβαιώνουν τὴν πί­στι τῶν πατέρων μας. Γι᾽ αὐτὸ λέμε σήμερα· «Τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡ­μῶν; σὺ εἶ ὁ Θεὸς ὁ ποιῶν θαυμάσια μόνος» (Ψαλμ. 76,14). Αὐτὴ εἶνε ἡ πίστι μας.
Ἀδελφοί μου, τελείωσα. Τὸ ἱερὸ χρέος ὅλων μας εἶνε ν᾽ ἀγωνιστοῦμε μὲ τὸ «Ἐν τούτῳ νίκα». Ἔρχεται ποτάμι, κακὴ κατεβασιά. Ἡ Ἀποκάλυψις λέει, ὅτι ὁ δράκων θὰ θελήσῃ νὰ κάνῃ τὴν Ἐκκλησία «ποταμοφόρητον» (Ἀπ. 12,15) καὶ τότε ἐκείνη θὰ πετάξῃ στὴν ἔρημο. Ἐ­ὰν γίνῃ πειρασμός, διω­­γμός, ἐὰν θελήσῃ ὁ Θεὸς νὰ μᾶς κοσκινί­σῃ, πόσοι θὰ μείνουμε; Ἂς ἑνωθοῦμε νὰ κάνουμε φρά­γμα «μιᾷ ψυχῇ συναθλοῦντες τῇ πίστει τοῦ εὐαγγελίου» (Φιλ. 1,27). Νὰ μὴν περά­σῃ τὸ κῦμα τοῦ διαβόλου· νὰ μείνῃ ἡ πατρίδα μας ὀρθόδοξη μέχρι τέλους σαλπίζοντας· «Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου Φωτός…» (τελ. Ἀναστ.). Εἴθε κ᾽ ἐμεῖς καὶ τὰ παιδιά μας καὶ τὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν μας νὰ ὁμολογοῦμε· «Αὕτη ἡ πίστις τῶν ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν ὀρ­θοδόξων, αὕτη ἡ πίστις τὴν οἰκουμένην ἐστήριξεν»· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὴν αἴθουσα τῆς ὁδοῦ Ζωοδ. Πηγῆς 44 τῶν Ἀθηνῶν τὴν Κυριακὴ Α΄ Νηστειῶν 22-3-1964 βράδυ. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 10-2-2026.

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.