Αυγουστίνος Καντιώτης



ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΜΑΡΤΥΡΑΣ

date Μαρ 9th, 2026 | filed Filed under: ΛΟΓΟΙ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΜΑΡΤΥΡΑΣ

Μ. Βασιλ.Ποιος κορεσμός θα μπορούσε να υπάρξει από την μνήμη των μαρτύρων, γι΄ αυτόν ο οποίος αγαπά τους μάρτυρες; Διότι η τιμή προς τους ανδρείους από μέρους των συνδούλων τους αποδεικνύει την εύνοια προς τον κοινό Κύριο. Είναι άλλωστε ολοφάνερο ότι αυτός ο οποίος παραδέχεται τους γενναίους άνδρες δεν θα υστερήσει κατά την μίμηση, όταν βρεθεί σε παρόμοιες περιστάσεις. Να μακαρίσεις αληθινά αυτόν που μαρτύρησε, για να γίνεις μάρτυρας κατά την διάθεση και θα καταλήξεις να αξιωθείς τους ίδιους μισθούς με εκείνους, χωρίς να διωχθείς, χωρίς να καείς στη φωτιά, χωρίς να μαστιγωθείς.
Εμείς δε δεν πρόκειται να θαυμάσουμε έναν, ούτε μόνο δύο, ούτε ο αριθμός των μακαριζομένων φθάνει μέχρι του αριθμού των δέκα. Αλλά σαράντα άνδρες, που σαν να είχαν μία ψυχή σε ξεχωριστά σώματα με μία σύμπνοια και ομόνοια της πίστεως, μία επέδειξαν και την καρτερία στα βάσανα και την αντίσταση χάριν της αλήθειας. Όλοι υπήρξαν ένας κι ένας· ίσοι στη διάθεση και ίσοι στον αγώνα. Για τον λόγο αυτόν και με την ίδια τιμή καταξιώθηκαν να λάβουν τα στεφάνια της δόξης. Ποιος λόγος θα μπορούσε να περιγράψει την αξία τους;

Δεν θα επαρκούσαν ούτε σαράντα γλώσσες να εξυμνήσουν την αρετή τόσων μεγάλων ανδρών. Και όμως, και αν ακόμη ήταν ένας ο τιμώμενος, θα εξαρκούσε να νικήσει την δύναμη των λόγων μου, πολύ δε περισσότερο τώρα που είναι τόσο μεγάλο πλήθος, στρατιωτική φάλαγγα, παράταξη δυσκολοκαταγώνιστη, εξίσου ανίκητη στους πολέμους και άφθαστη στους επαίνους.
Εμπρός, λοιπόν τώρα, αφού τους φέρουμε ενώπιόν μας με την ενθύμηση, ας καταστήσουμε κοινή την ωφέλεια σε αυτούς που είναι παρόντες, αφού δείξουμε πρώτα σε όλους σαν σε ζωγραφιά, τα κατορθώματα των ανδρών. Άλλωστε και τα πολεμικά ανδραγαθήματα πολλές φορές και οι λογογράφοι και οι ζωγράφοι εξιστορούν. Οι μεν με το να τα εγκωμιάζουν με τον λόγο, οι δε με το να τα ζωγραφίζουν στους πίνακες, διεγείρουν πολλούς προς την ανδραγαθία και οι μεν και οι δε. Διότι αυτά τα οποία η ιστοριογραφία παρουσιάζει δια της ακοής, αυτά τα ίδια η ζωγραφική σιωπηλά τα παριστάνει δια της μιμήσεως. Έτσι τώρα και εμείς θα υπενθυμίσουμε στους παρόντες την αρετή των ανδρών. Και αφού κατά κάποιον τρόπο φέρουμε κάτω από τα μάτια σας τις πράξεις τους, θα παρακινήσουμε προς μίμηση αυτούς που είναι γενναιότεροι και οικειότεροι κατά την διάθεση προς αυτούς. Διότι αυτό σημαίνει εγκωμιασμός μαρτύρων· προτροπή προς αρετή αυτών που είναι συγκεντρωμένοι.
Οι λόγοι για τους αγίους δεν καταδέχονται να υποτάσσονται στους κανόνες των εγκωμίων. Διότι οι εγκωμιαστές παίρνουν τις αρχές των ευφημιών από τις αφορμές του κόσμου. Γι’ αυτούς, όμως, οι οποίοι έχουν σταυρώσει τον κόσμο, πώς μπορεί κάτι που προέρχεται από αυτόν, να δώσει αφορμή για υπερηφάνεια; Οι άγιοι δεν είχαν μία πατρίδα. Διότι ο καθένας καταγόταν από διαφορετική πατρίδα. Τι λοιπόν; Θα τους πούμε απάτριδες ή οικουμενικούς πολίτες; Διότι όπως στις συνεισφορές από τους εράνους, αυτά που έχουν προσφερθεί από τον καθένα γίνονται κοινά σε αυτούς που τα πρόσφεραν, έτσι και στην περίπτωση των μακαρίων αυτών ανδρών του καθενός η πατρίδα είναι κοινή για όλους. Και όλοι προερχόμενοι από παντού ανταποδίδουν ο ένας στον άλλον την πατρίδα που τους πρόσφερε.
Άλλωστε γιατί πρέπει να αναζητούμε τις πατρίδες που βρίσκονται στην ύλη, ενώ είναι δυνατόν να γνωρίζουμε ποια είναι η τωρινή πατρίδα τους; Πόλη, λοιπόν, μαρτύρων είναι η πόλη του Θεού[βλ. Εβρ.12,22: «Ἀλλὰ προσεληλύθατε Σιὼν ὄρει καὶ πόλει Θεοῦ ζῶντος, Ἱερουσαλὴμ ἐπουρανίῳ, καὶ μυριάσιν ἀγγέλων (:Εσείς όμως δεν αντικρίσατε τα τόσο φοβερά και τρομακτικά σημεία, με τα οποία δόθηκε η Παλαιά Διαθήκη. Αλλά έχετε προσέλθει στο όρος της πνευματικής Σιών και στην πόλη του ζωντανού Θεού, στην επουράνια Ιερουσαλήμ, και σε μυριάδες αγγέλους»]. Ο Θεός είναι ο τεχνίτης και ο δημιουργός αυτής[βλ. Εβρ.11,10: «Ἐξεδέχετο γὰρ τὴν τοὺς θεμελίους ἔχουσαν πόλιν, ἧς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεός (:Ζούσε ο Αβραάμ ακόμη και στη γη της επαγγελίας ως ξένος και μετανάστης, διότι περίμενε να κατοικήσει στην επουράνια πόλη, η οποία έχει τα αληθινά και αδιάσειστα θεμέλια, και τεχνίτη και κτίστη της τον ίδιο τον Θεό)».]. Είναι η άνω Ιερουσαλήμ, η ελευθέρα, η μητέρα του Παύλου και όλων εκείνων που είναι όμοιοι με αυτόν. Το έθνος, αυτό μεν που είναι ανθρώπινο, είναι διάφορο για τον καθένα, το πνευματικό όμως έθνος είναι ένα για όλους. Διότι ο Θεός είναι κοινός πατέρας αυτών και όλοι είναι αδελφοί, αν και δεν έχουν γεννηθεί από ένα πατέρα και μία μάνα, αλλά έχουν συναρμοσθεί ο ένας με τον άλλον στην ομόνοια της αγάπης με την υιοθεσία του αγίου Πνεύματος.
Έτοιμος χορός! Μεγάλη συνδρομή αυτών που ανά τους αιώνες δοξάζουν τον Κύριο· δεν έχουν μαζευτεί ένας-ένας, αλλά όλοι μαζί έχουν μετατεθεί στην άλλη ζωή. Ποιος όμως είναι ο τρόπος της μεταθέσεως; Αυτοί επειδή υπερείχαν και κατά το μέγεθος του σώματος και κατά την ακμή της ηλικίας και κατά την δύναμη από όλους τους συνομιλήκους τους, τάχθηκαν να υπηρετούν στις στρατιωτικές τάξεις· λόγω δε της πολεμικής πείρας και της ψυχικής γενναιότητας είχαν λάβει κιόλας τις πρώτες τιμές εκ μέρους του αυτοκράτορα και ήταν ξακουστοί σε όλους για την ανδρεία τους.
Όταν δε εξαγγέλθηκε εκείνο το άθεο και ασεβές διάταγμα να μην ομολογούν την πίστη στον Χριστό ή διαφορετικά θα τιμωρούνται[Πρόκειται περί του διωγμού, τον οποίο υποκίνησε ο Λικίνιος κατά τις αρχές του 4ου αιώνα], απειλείτο δε κάθε είδος τιμωρίας και είχε ξεσηκωθεί πολύς και άγριος ο θυμός από μέρους των αδίκων δικαστών εναντίον των Χριστιανών, μηχανορραφούνταν δε επιβουλές και δολοπλοκίες εναντίον τους, και επινοούνταν ποικίλα είδη βασανισμού και οι βασανιστές ήταν απολύτως αναγκαίοι, η φωτιά ήταν ετοιμασμένη, το ξίφος ακονισμένο, ο σταυρός είχε στηθεί, ο λάκκος, ο τροχός, τα μαστίγια έτοιμα και άλλοι μεν έφευγαν στην ερημιά, άλλοι δε υπέκυπταν και προσκυνούσαν τα είδωλα, άλλοι δε κλονίζονταν, μερικοί δε κατετρόμαζαν και με μόνη τη δοκιμασία της απειλής, άλλοι δε αφού έρχονταν κοντά στα δεινά τρελαίνονταν, άλλοι δε μόλις έμπαιναν στον αγώνα, έπειτα αδυνατούσαν να υπομείνουν ως το τέλος τα βασανιστήρια, διότι λύγιζαν στο μέσο περίπου της αθλήσεως, όπως αυτοί που κλυδωνίζονται στη θάλασσα και καταποντίζουν ακόμη και αυτά τα εμπορεύματα του μόχθου τους.
Τότε, λοιπόν, οι ανίκητοι και γενναίοι στρατιώτες του Χριστού, αφού παρουσιάστηκαν στο μέσο, ενώ ο άρχοντας τούς επεδείκνυε το διάταγμα του βασιλέως και απαιτούσε την υπακοή, με θαρρετή τη φωνή, με θάρρος και γενναιότητα, χωρίς να φοβηθούν τίποτε από αυτά που έβλεπαν, χωρίς να τρομάξουν από τις απειλές, ομολόγησαν ότι είναι Χριστιανοί. Ω μακάριες γλώσσες, που αφήσατε εκείνη την ιερή ομολογία την οποία ο αέρας μεν που την δέχτηκε, αγιάστηκε, οι άγγελοι δε που την άκουσαν, την επεκρότησαν, ο διάβολος μαζί με τα δαιμόνια πληγώθηκε, ο δε Κύριος την κατέγραψε στους ουρανούς!
Ο καθένας λοιπόν αφού παρουσιάστηκε στο μέσο είπε: «Είμαι Χριστιανός»[Η ομολογία τότε συνίστατο στη φράση: «Χριστιανός εἰμί»]. Και όπως στα στάδια αυτοί που προσέρχονται στην άθληση λένε συγχρόνως και τα ονόματά τους και μεταβαίνουν στον τόπο του αγωνίσματος, έτσι λοιπόν και αυτοί τότε, αφού περιφρόνησαν τα ονόματα με τα οποία τους είχαν ονομάσει από τη γέννησή τους, ο καθένας ονόμαζε τον εαυτό του από το κοινό όνομα του Σωτήρος. Και όλοι έκαναν το ίδιο με το να συνδέει ο επόμενος τον εαυτό του με τον προηγούμενο. Ώστε όλοι είχαν ένα όνομα, διότι δεν ήταν πια ο δείνα ή ο τάδε, αλλά όλοι ονομάζονταν Χριστιανοί.
Τι, λοιπόν, έπραττε ο τότε κυρίαρχος; Διότι ήταν φοβερός και πολυμήχανος στο να μεταχειρίζεται τις κολακείες και να μεταπείθει με τις απειλές. Καταρχήν τους δελέαζε με τις κολακείες, προσπαθώντας να παραλύσει τον τόνο της πίστεως: «Μη χαραμίζετε τα νιάτα σας και ανταλλάσσετε την γλυκιά αυτή ζωή με τον άωρο θάνατο. Διότι είναι πράγμα ανάρμοστο αυτοί που έχουν συνηθίσει να αριστεύουν στους πολέμους να πεθαίνουν τον θάνατο των κακούργων». Κοντά σε αυτά υποσχόταν και χρήματα. Άλλα δε πρόσφερε, δηλαδή τις βασιλικές τιμές και τις απονομές των αξιωμάτων και με μυρίες επινοήσεις τους δελέαζε. Επειδή όμως δεν κάμπτονταν με τη δοκιμασία αυτή, χρησιμοποιούσε το άλλο είδος των τεχνασμάτων. Τους απειλούσε με πληγές και θανάτους και με δοκιμασία αθεραπεύτων κακών.
Και αυτά μεν έπραττε αυτός. Ποια, όμως, ήταν τα έργα των μαρτύρων; Γιατί, λένε, μας δελεάζεις, θεόμαχε, να αποστατήσουμε από τον ζωντανό Θεό και να δουλεύουμε στους καταστρεπτικούς δαίμονες, με το να μας προτείνεις τα αγαθά σου; Τι, προσφέρεις τόσα πολλά, όσα φροντίζεις να αφαιρέσεις; Μισώ τη δωρεά που προξενεί ζημία. Δεν δέχομαι την τιμή που είναι μητέρα της ατιμίας. Προσφέρεις χρήματα που παραμένουν εδώ και δόξα που μαραίνεται. Με κάνεις γνωστό στον βασιλέα, αλλά με αποξενώνεις από τον Αληθινό Βασιλέα. Γιατί με τσιγγουνιά προτείνεις λίγα από τα αγαθά του κόσμου; Εμείς ολόκληρο τον κόσμο περιφρονήσαμε. Αυτά που βλέπουμε δεν είναι αντάξια της ποθητής ελπίδας μας. Βλέπεις τον ουρανό αυτόν, πόσο καλός είναι στο να τον βλέπεις, και πόσο μεγάλος; Και τη γη πόσο μεγάλη είναι; Και τα αξιοθαύμαστα επάνω σε αυτήν; Τίποτε από όλα αυτά δεν εξισώνεται με την μακαριότητα των δικαίων. Διότι όλα αυτά παρέρχονται. Τα δικά μας, όμως, παραμένουν αιώνια. Μία χάρη ποθώ· το στεφάνι της δικαιοσύνης. Μία δόξα λαχταρώ· αυτήν της ουρανίου Βασιλείας. Είμαι φιλόδοξος για την ουράνια τιμή. Μία δε τιμωρία φοβούμαι· αυτήν της κολάσεως. Εκείνο το πυρ είναι για εμένα φοβερό. Αυτό δε που απειλείται από εσάς, είναι ομόδουλο. Γνωρίζει να σέβεται αυτούς που περιφρονούν τα είδωλα. Τα χτυπήματά σας τα λογαριάζω σαν παιδικά βέλη. Διότι χτυπάς το σώμα, που, εάν αντέξει περισσότερο, στεφανώνεται λαμπρότερα. Εάν δε γρηγορότερα υποκύψει, φεύγει απαλλαγμένο από δικαστές τόσο σκληρούς, ο οποίοι ενώ έχετε αναλάβει την υπηρεσία των σωμάτων, φιλοδοξείτε να κυριαρχήσετε και πάνω στις ψυχές. Εσείς οι οποίοι βεβαίως, εάν δεν τιμηθείτε περισσότερο και από τον Θεό μας, με την ιδέα ότι υβρίζεσθε από εμάς στο έπακρο, δυσανασχετείτε και απειλείτε τις φοβερές αυτές τιμωρίες με το να κατηγορείτε την πίστη μας ως έγκλημα. Αλλά, όμως, δεν θα βρείτε δειλούς, ούτε φιλοτομαριστές, ούτε ευκολοτρόμακτους, λόγω της αγάπης προς τον Θεό. Να, εμείς είμαστε έτοιμοι και να τροχισθούμε και να στρεβλωθούμε και να κατακαούμε και να δεχθούμε κάθε είδος από τα βασανιστήρια».
Όταν δε εκείνος ο αλαζόνας και βάρβαρος άκουσε αυτά, μη δυνάμενος να υποφέρει το θάρρος των ανδρών και βράζοντας από τον θυμό του σκεπτόταν, τι τρόπο θα μπορούσε να βρει, ώστε να κάνει γι’ αυτούς και διαρκή και πικρό τον θάνατο. Βρήκε τον τρόπο. Και κοιτάξτε πόσο είναι φοβερός! Αφού δηλαδή παρατήρησε προσεκτικά το κλίμα της χώρας ότι ήταν ψυχρό και ότι η εποχή του έτους ήταν χειμώνας, και παρεφύλαξε να είναι νύχτα κατά την οποία το ψύχος επιτείνεται πολύ, άλλωστε δε τότε κατ’ αυτήν φυσούσε και βοριάς, τους διέταξε όλους, αφού ξεγυμνωθούν στο ύπαιθρο να πεθάνουν στο μέσο της πόλεως από την παγωνιά. Εξάπαντος δε γνωρίζετε, όσοι έχετε πείρα από τον χειμώνα, πόσο ανυπόφορο είναι το βασανιστικό αυτό είδος. Διότι στους άλλους δεν είναι δυνατόν να δειχθεί, παρά σε αυτούς που έχουν τα παραδείγματα αυτών που λέμε εκ των προτέρων αποκείμενα μέσα τους από την ίδια την πείρα. Διότι, το σώμα που θα εκτεθεί στο ψύχος, καταρχήν μεν, ενώ το αίμα πήζει, γίνεται ολόκληρο μαυροκίτρινο, έπειτα δε χοροπηδά και ανατινάσσεται προς τα επάνω, ενώ τα δόντια κτυπούν, οι ίνες συσπώνται και όλο το σώμα χωρίς να θέλει συσπάται. Κάποιος δε τσουχτερός πόνος, και πόνος ανείπωτος, που φθάνει στο μεδούλι των κοκάλων, κάνει δυσκολοβάστακτο το αίσθημα σε αυτούς που παγώνουν. Έπειτα ακρωτηριάζεται, ενώ τα άκρα καίγονται, σαν από φωτιά· διότι με το να απομακρύνεται η θερμότητα από τα άκρα του σώματος και να φεύγει συγχρόνως στο βάθος, αφήνει νεκρά μεν τα μέρη από όπου απομακρύνθηκε, παραδίδει δε σε δυνατούς πόνους αυτά προς τα οποία υποχωρεί, ενώ ο θάνατος πλησιάζει ολίγον κατ’ ολίγον με το πάγωμα.
Τότε, λοιπόν, καταδικάστηκαν να διανυκτερεύουν υπαίθριοι, όταν η μεν λίμνη, γύρω από την οποία η πόλη είναι κτισμένη, και μέσα στην οποία οι άγιοι αγωνίζονταν με τα αγωνίσματα αυτά, ήταν ιπποδρόμιο στο οποίο την είχε μεταβάλλει η παγωνιά και που από το κρύο είχε μεταβληθεί σε ξηρά, με ασφάλεια προσφερόταν στους περιοίκους να περιπατούν στην επιφάνειά της. Τα δε ποτάμια που συνεχώς έρρεαν, αφού πάγωσαν, σταμάτησαν τη ροή τους, και η απαλή φύση του νερού μεταβλήθηκε στη σκληρότητα των λίθων. Σφοδρά δε φυσήματα του βοριά έσπρωχναν καθετί το έμψυχο στον θάνατο.
Τότε λοιπόν αφού άκουσαν την προσταγή (και να παρατηρήσεις, εδώ, παρακαλώ, το ανίκητο φρόνημα των ανδρών), ευχαρίστως ο καθένας έβγαλε από επάνω του και τον τελευταίο χιτώνα και βάδιζαν για να πεθάνουν τον θάνατο του ψύχους, προτρέποντας ο ένας τον άλλο σαν για διαρπαγή λαφύρων: «Ας μη βγάλουμε», έλεγαν, «το ένδυμα, αλλά να αποβάλλουμε τον παλαιό άνθρωπο, αυτόν που φθείρεται σύμφωνα με τις επιθυμίες της απάτης»[βλ. Εφεσ.4,22: «Ἀποθέσθαι ὑμᾶς κατὰ τὴν προτέραν ἀναστροφὴν τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον τὸν φθειρόμενον κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης(: Πράγματι διδαχθήκατε να πετάξετε από επάνω σας σαν ακάθαρτο ένδυμα τον παλαιό άνθρωπο της αμαρτίας, όπως αυτός εκδηλωνόταν με την κακή διαγωγή που είχατε πριν πιστέψετε και βαπτισθείτε. Ο παλαιός αυτός άνθρωπος είναι οι κακές σας ανήθικες συνήθειες της αμαρτωλής καρδιάς, η ακάθαρτη ζωή, η οποία εξακολουθητικά πηγαίνει προς το χειρότερο και διαφθείρεται ολοένα απ’ τις επιθυμίες που προκαλεί η απάτη της αμαρτίας)»].
Σε ευχαριστούμε, Κύριε, διότι μαζί με το ιμάτιο αυτό αποβάλλουμε και την αμαρτία. Αφού εξαιτίας του όφεως το φορέσαμε [βλ.Γέν.3,21: «Καὶ ἐποίησε Κύριος ὁ Θεὸς τῷ Ἀδὰμ καὶ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ χιτῶνας δερματίνους καὶ ἐνέδυσεν αὐτούς(:Και ο Θεός, ο Οποίος δεν παραβλέπει τα δημιουργήματά Του όταν βρίσκονται στη γυμνότητα και την ντροπή, διέταξε να περιβληθούν ο Αδάμ και η γυναίκα του με ένδυμα ταπεινό, αλλά ανώτερο από τα φύλλα της συκιάς, με το οποία είχαν καλύψει την γυμνότητά τους· το ένδυμα αυτό, που θα τους προφύλασσε από τις καιρικές συνθήκες, ήσαν χιτώνες καμωμένοι από δέρματα ζώων)»], ας το βγάλουμε για τον Χριστό. Ας μην κρατήσουμε τα ιμάτια, προς χάριν του παραδείσου που χάσαμε. Τι θα ανταποδώσουμε στον Κύριο; [Ψαλμ.115,3: «Τί ἀνταποδώσω τῷ Κυρίῳ περὶ πάντων, ὧν ἀνταπέδωκέ μοι;(:Στον Θεό κατέφυγα και προστατεύτηκα.Τι να ανταποδώσω στον Κύριο για όλα τα αγαθά και τις προστασίες, τις οποίες σαν να μου τις χρωστούσε, πλουσιοπάροχα έδωσε σε μένα;»].
Και ο Κύριός μας γυμνώθηκε. Τι είναι πιο μεγάλη τιμή για τον δούλο από το να πάθει αυτά που έπαθε ο Κύριός του; Και μάλιστα εμείς είμαστε εκείνοι, που γυμνώσαμε και τον Ίδιο τον Κύριο [Ματθ.27,28: «Καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν περιέθηκαν αὐτῷ χλαμύδα κοκκίνην (:Κι αφού Τον έγδυσαν, επειδή ήθελαν να διακωμωδήσουν τις βασιλικές Του αξιώσεις, Τον έντυσαν με κόκκινο μανδύα)»]. Διότι το εγχείρημα εκείνο ήταν έργο των στρατιωτών· εκείνοι εξεγύμνωσαν τον Κύριο και μοίρασαν τα ιμάτιά Του[Ματθ.27,35: «Σταυρώσαντες δὲ αὐτὸν διεμερίσαντο τὰ ἱμάτια αὐτοῦ βάλλοντες κλῆρον (:Ύστερα τον σταύρωσαν κι έπειτα μοιράστηκαν τα ρούχα Του ρίχνοντας κλήρο)»].
Θα εξαλείψουμε, λοιπόν, από μόνοι μας την κατηγορία που έχει καταγραφεί εις βάρος μας. Ο χειμώνας είναι τσουχτερός, αλλά γλυκύς ο παράδεισος. Το πάγωμα οδυνηρό, αλλά γλυκιά η ανάπαυση. Ας αναμείνουμε λιγάκι και ο κόλπος του πατριάρχου θα μας περιθάλψει. Θα ανταλλάξουμε μία νύκτα με ολόκληρη την αιωνιότητα. Ας κατακαούν τα πόδια, για να χορεύουν διαρκώς μαζί με τους αγγέλους. Ας αποκοπούν τα χέρια, για να έχουν παρρησία να υψώνονται προς τον Δεσπότη. Πόσοι από τους στρατιώτες μας δεν έπεσαν στη μάχη με το να τηρούν την πίστη στον φθαρτό βασιλέα; Εμείς δε για την πίστη στον αληθινό Βασιλέα δεν θα χαρίσουμε την ζωή αυτή; Πόσοι από τους κακούργους θανατώθηκαν, αφού συνελήφθησαν για αδικήματα; Εμείς δε δεν θα υποφέρουμε τον θάνατο χάριν της δικαιοσύνης; Ας μην ξεστρατίσουμε, στρατιώτες, ας μη δώσουμε τα νώτα μας στον διάβολο. Σάρκες είναι, ας μη λυπηθούμε. Επειδή πρέπει εξάπαντος να πεθάνουμε, ας πεθάνουμε για να ζήσουμε.
Ας γίνει, Κύριε, η θυσία μας ενώπιόν Σου [πρβ. Δαν. προσευχή Αζαρίου, 16: «Οὕτως γενέσθω ἡ θυσία ἡμῶν ἐνώπιόν σου σήμερον καὶ ἐκτελέσαι ὄπισθέν σου, ὅτι οὐκ ἔσται αἰσχύνη τοῖς πεποιθόσιν ἐπὶ σε(:Όπως εάν Σου προσφέραμε θυσίες ολοκαυτωμάτων κριών και ταύρων, κατά παρόμοιο τρόπο ας γίνει δεκτή ως ισάξια η θυσία μας αυτή ενώπιόν Σου σήμερα. Αυτή δε η εξ όλης ψυχής θυσία μας, η συντετριμμένη από ειλικρινή μετάνοια και ταπεινό φρόνημα ας Σε ακολουθεί πάντοτε· όπου είσαι Εσύ να είναι και η θυσία αυτή, διότι είναι αδύνατον να καταντροπιαστούν εκείνοι οι οποίοι στηρίζουν την πεποίθηση και τις ελπίδες τους σε Εσένα)»]. Και μακάρι να γίνουμε δεκτοί «ως ζωντανή θυσία» [Ρωμ.12,1: Παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, ἀδελφοί, διὰ τῶν οἰκτιρμῶν τοῦ Θεοῦ, παραστῆσαι τὰ σώματα ὑμῶν θυσίαν ζῶσαν, ἁγίαν, εὐάρεστον τῷ Θεῷ, τὴν λογικὴν λατρείαν ὑμῶν (:Αλλά αφού τόση αγαθότητα μας δείχνει ο Θεός, οφείλουμε κι εμείς να δείξουμε διαγωγή αντάξια με τις δωρεές Του. Σας προτρέπω, λοιπόν, αδελφοί, στο όνομα της ευσπλαχνίας και των οικτιρμών που μας έδειξε ο Θεός, να προσφέρετε τα σώματά σας σαν σε θυσιαστήριο θυσία ζωντανή, αγία, ευάρεστη στο Θεό, χρησιμοποιώντας τα μέλη σας ως όργανα αποκλειστικά και μόνο αγίων πράξεων και ποτέ ως όργανα αμαρτίας. Αυτή η θυσία είναι και η μόνη κατάλληλη και καθαρά πνευματική λατρεία, αυτή που γίνεται με τις λογικές δυνάμεις του ανθρώπου)»], ευάρεστη σε Σένα, με το να γίνουμε ολοκαυτώματα διαμέσου του ψύχους αυτού, καλή προσφορά, καινούργια θυσία, που προσφέρεται όχι επάνω στη φωτιά, αλλά με το ψύχος».
Αυτά τα παρακλητικά λόγια μεταδίδοντας ο ένας στον άλλον και προτρέποντας ο ένας τον άλλον, σαν να εκτελούν κάποια προφυλακή στον πόλεμο, περιφρονούσαν τη νύκτα. Υπέμεναν τα παρόντα με γενναιότητα, έχαιραν για τα ελπιζόμενα αγαθά και περιφρονούσαν τους εχθρούς. Όλων δε μία ήταν η ευχή: «Σαράντα μπήκαμε στο στάδιο, μακάρι, Δέσποτα, σαράντα να στεφανωθούμε. Ας μη λείψει ούτε ένας από τον αριθμό. Είναι τίμιος αυτός, τον οποίον τίμησες με τη νηστεία των σαράντα ημερών[Ματθ.4,2: «Καὶ νηστεύσας ἡμέρας τεσσαράκοντα καὶ νύκτας τεσσαράκοντα, ὕστερον ἐπείνασε (:Και αφού νήστεψε σαράντα ημέρες και νύχτες συνεχώς, χωρίς να φάει τίποτε την περίοδο αυτή, ύστερα πείνασε)» ], δια του οποίου η νομοθεσία εισήλθε στον κόσμο [Έξ.34,28: «Καὶ ἦν ἐκεῖ μετὰ Κυρίου τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ τεσσαράκοντα νύκτας· ἄρτον οὐκ ἔφαγε καὶ ὕδωρ οὐκ ἔπιε· καὶ ἔγραψεν ἐπὶ τῶν πλακῶν τὰ ρήματα ταῦτα τῆς διαθήκης, τοὺς δέκα λόγους(: Και έμεινε ο Μωυσής εκεί στην κορυφή του Σινά σαράντα ημέρες και σαράντα νύκτες. Κατά το διάστημα αυτό ούτε έφαγε ψωμί, ούτε ήπιε νερό. Και έγραψε ο Θεός στις λίθινες πλάκες τα λόγια αυτά της συμφωνίας μεταξύ Θεού και Ισραήλ, τις δέκα δηλαδή εντολές)»]. Με νηστεία για σαράντα μέρες ο Ηλίας αφού παρεκάλεσε τον Κύριο, πέτυχε να Τον δει[ βλ. Γ΄Βασιλειών 19,8: «Καὶ ἀναστὰς ἔφαγε καὶ ἔπιε, καὶ ἐπορεύθη ἐν τῇ ἰσχύι τῆς βρώσεως ἐκείνης τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ τεσσαράκοντα νύκτας(:Και αφού σηκώθηκε ο Ηλίας έφαγε και ήπιε. Και με την δύναμη της τροφής εκείνης βάδισε σαράντα ημέρες και σαράντα νύχτες, μέχρις ότου έφτασε στο όρος Χωρήβ)»].
Και τέτοια μεν ήταν η ευχή εκείνων. Ένας, όμως, από τον αριθμό αφού λύγισε στα δεινά, έφυγε ως λιποτάκτης και άφησε απαρηγόρητο πένθος για τους αγίους. Ο Κύριος, όμως, δεν επέτρεψε να γίνουν ατελεσφόρητες οι παρακλήσεις τους. Διότι εκείνος που είχε αναλάβει την φρούρηση των μαρτύρων, θερμαινόμενος πλησίον σε κάποιο φυλάκιο, παρατηρούσε αυτό που έμελλε να γίνει, έτοιμος να δεχθεί αυτούς από τους στρατιώτες που θα κατέφευγαν. Πράγματι και αυτό πάλι επινοήθηκε, να είναι δηλαδή κοντά εκεί λουτρό, για να υπόσχεται ταχεία την βοήθεια σε αυτούς που θα μετανοούσαν. Αυτό όμως κατά τρόπον κακούργον επενοήθη από τους εχθρούς. Να ξέρουν δηλαδή τέτοιο τόπο κοντά στο μαρτύριο, στον οποίο η έτοιμη περιποίηση επρόκειτο να εξουδετερώνει την αντίσταση των αγωνιζομένων. Αυτό αναδείκνυε λαμπρότερη την υπομονή των μαρτύρων. Διότι υπομονετικός δεν είναι αυτός που δεν έχει τα αναγκαία, αλλά αυτός που έχει άφθονα τα αγαθά και υπομένει τα δεινά!
Κατά τη διάρκεια του χρόνου, λοιπόν, που αυτοί αγωνίζονταν, και αυτός παρατηρούσε την έκβαση, είδε παράδοξο θέαμα· δυνάμεις να κατεβαίνουν από τον ουρανό και τρόπον τινά να διανέμουν στους στρατιώτες μεγάλα δώρα από τον Βασιλέα. Αυτές σε όλους μεν τους άλλους μοίραζαν τα δώρα, ένα δε μονάχα άφησαν αβράβευτο, διότι τον έκριναν ανάξιο για τις ουράνιες τιμές. Αυτός αμέσως αφού λύγισε στα βασανιστήρια, λιποτάκτησε προς τους αντιπάλους. Ήταν ελεεινό θέαμα για τους δικαίους· ο στρατιώτης να γίνει φυγάς, ο υποψήφιος για το βραβείο να γίνει αιχμάλωτος, το πρόβατο του Χριστού να αρπαγεί από τα θηρία. Και το πιο θλιβερό βέβαια ήταν ότι και αστόχησε στην αιώνια ζωή και δεν απήλαυσε την παρούσα, διότι αμέσως η σάρκα με την επαφή του θερμού διελύθη. Και αυτός μεν που αγάπησε τη ζωή έπεσε· αμάρτησε χωρίς κανένα κέρδος.
Ο δήμιος, όμως, μόλις τον είδε να ξεπέφτει από τη θέση του και να τρέχει προς το λουτρό, έλαβε ο ίδιος τη θέση του λιποτάκτου και αφού έβγαλε τα ρούχα του, αναμίχτηκε με τους γυμνούς, κραυγάζοντας την ίδια φωνή με τους αγίους: «Είμαι Χριστιανός!». Και με την απότομη μεταβολή εξέπληξε αυτούς που παρίσταντο και ανεπλήρωσε τον αριθμό και με την πρόσθεση του εαυτού του παρηγόρησε την λύπη τους για εκείνον που αδυναμία κάμφθηκε. Έτσι μιμήθηκε τους στρατιώτες που αγωνίζονται στην στρατιωτική παράταξη και οι οποίοι αμέσως συμπληρώνουν την θέση αυτού που έπεσε στην πρώτη γραμμή, ώστε να μη διαρραγεί ο συνασπισμός τους με αυτόν που έλειψε. Τέτοια λοιπόν πράξη έκανε κι αυτός! Είδε τα ουράνια θαύματα, γνώρισε την αλήθεια, προσέφυγε στον Δεσπότη και συναριθμήθηκε με τους μάρτυρες.
Επανέλαβε την πράξη των μαθητών: Αποχώρησε ο Ιούδας και στη θέση του ήλθε ο Ματθίας[βλ. Πράξ.1,26: «Καὶ ἔδωκαν κλήρους αὐτοῖς· καὶ ἔπεσεν ὁ κλῆρος ἐπὶ Ματθίαν (:Έριξαν τότε κλήρους με τα ονόματά τους, κι ο κλήρος έπεσε στο Ματθία. Και κατατάχθηκε αυτός μαζί με τους έντεκα αποστόλους)»]. Έγινε μιμητής του Παύλου. Αυτός που χθες ήταν διώκτης, σήμερα γίνεται κήρυκας του Ευαγγελίου [Πράξ.9,20: «Καὶ εὐθέως ἐν ταῖς συναγωγαῖς ἐκήρυσσε τὸν Ἰησοῦν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ (:Κι αμέσως άρχισε να κηρύττει στις συναγωγές τον Ιησού Χριστό, διδάσκοντας ότι Αυτός είναι ο Υιός του Θεού»]. Και αυτός είχε από τον ουρανό την κλήση και «όχι από τους ανθρώπους, ούτε διαμέσου ανθρώπου»[Γαλ.1,1: «Παῦλος ἀπόστολος, οὐκ ἀπ’ ἀνθρώπων οὐδὲ δι’ ἀνθρώπου, ἀλλὰ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ (:Εγώ ο Παύλος ο απόστολος, ο οποίος δεν έλαβα το αξίωμα αυτό από ανθρώπους, ούτε κλήθηκα σε αυτό με την παρέμβαση κάποιου ανθρώπου, αλλά το έλαβα κατευθείαν από τον Ιησού Χριστό και τον Θεό Πατέρα, ο οποίος Τον ανέστησε από τους νεκρούς».]. Πίστεψε στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Βαπτίστηκε σε Αυτόν, όχι από άλλον, αλλά με την πίστη του· όχι στο νερό, αλλά στο αίμα του.
Και έτσι όταν ξημέρωσε, ενώ ζούσαν ακόμη ρίχτηκαν στη φωτιά και τα λείψανα από τη φωτιά τα έριξαν στο ποτάμι, ώστε η άθληση των μακαρίων πέρασε από ολόκληρη την κτίση. Αγωνίστηκαν στη γη, υπέμειναν στον αέρα, ρίχτηκαν στη φωτιά και τέλος τους δέχτηκε το νερό. Δικός τους είναι ο λόγος: «Διήλθομεν διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος, καὶ ἐξήγαγες ἡμᾶς εἰς ἀναψυχήν (:Διήλθαμε διαμέσου της καμίνου και του πυρός των θλίψεων και υποφέραμε κακά, από τα οποία κινδυνεύσαμε να αφανιστούμε και να πνιγούμε. Αλλ’ εντέλει μας έβγαλες σε τόπο αναψυχής και ανέσεως)» [Ψαλμ.65,12].
Αυτοί είναι εκείνοι που περιέβαλαν την χώρα μας, σαν κάποιοι συνεχείς πύργοι, προσφέροντας ασφάλεια από την επιδρομή των εχθρών. Δεν περιόρισαν τους εαυτούς τους σε ένα τόπο, αλλά έχουν γίνει κιόλας φίλοι σε πολλές περιοχές και κοσμούν πολλές πατρίδες. Και το παράδοξο είναι ότι δεν επισκέπτονται ο καθένας χωριστά αυτούς που τους δέχονται, αλλά όλοι μαζί, ως χορός, ενωμένοι μεταξύ τους. Ω τι θαύμα! Ούτε είναι ελλιπείς στον αριθμό, ούτε επιδέχονται προσθήκη. Εάν τους διαιρέσεις σε εκατό, δεν βγαίνουν έξω από τον αριθμό τους, εάν σε ένα τους μαζέψεις και έτσι σαράντα παραμένουν, όπως συμβαίνει και με τη φύση του πυρός. Διότι και εκείνη προχωρεί προς αυτόν που το ανάπτει και όλο μένει σε αυτόν που το έχει. Και οι σαράντα μάρτυρες και όλοι μαζί είναι και βρίσκονται όλοι στον καθένα. Αυτοί είναι η πλούσια ευεργεσία, η χάρις που δεν ξοδεύεται, είναι έτοιμη βοήθεια των Χριστιανών, εκκλησία μαρτύρων, στρατός τροπαιοφόρων, χορός από δοξολογούντες. Τι δεν θα έκανες για να βρεις έναν που να παρακαλεί για σένα τον Κύριο; Σαράντα είναι, που αναπέμπουν σύμφωνη προσευχή. «Οὗ γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν (:Διότι όπου είναι δύο ή τρεις συναγμένοι για μένα και για σκοπούς σύμφωνους με το θέλημά μου, εκεί είμαι κι Εγώ μεταξύ τους, για να τους εισακούω, να τους εμπνέω, να τους οδηγώ και να τους προστατεύω)»[Ματθ.18,20].
Όπου όμως είναι σαράντα, ποιος αμφιβάλλει για την παρουσία του Θεού; Αυτός που θλίβεται, καταφεύγει στους σαράντα, αυτός που ευφραίνεται, προς αυτούς σπεύδει. Ο ένας μεν για να βρει λύση στις δυσκολίες, ο άλλος δε για να διαφυλάξει στον εαυτό του από τα πιο καλά τα αγαθά. Εδώ η ευσεβής γυναίκα συναντάται να προσεύχεται για τα τέκνα της, να ζητεί την επιστροφή του ανδρός της από την ξενιτιά, την υγεία για τον άρρωστο. Τα αιτήματά σας ας γίνουν μαζί με τους μάρτυρες. Οι νεαροί ας μιμηθούν τους συνομιλήκους τους, οι πατέρες ας ευχηθούν να είναι πατέρες τέτοιων παιδιών. Οι μητέρες ας διδαχθούν το παράδειγμα της καλής μητρός.
Η μητέρα κάποιου από τους μακαρίους εκείνους, όταν αντίκρυσε τους άλλους να έχουν κιόλας πεθάνει από το ψύχος, το παιδί της δε ακόμη να αναπνέει λόγω και της ρωμαλεότητας και της καρτερίας στα δεινά, και ενώ οι δήμιοι το άφηναν με την ιδέα ότι θα μπορούσε να αλλάξει γνώμη, αυτή αφού το σήκωσε με τα χέρια της, το έβαλε επάνω στο αμάξι, στο οποίο ευρισκόμενοι και οι υπόλοιποι, οδηγούνταν στη φωτιά, φανείσα πράγματι μητέρα μάρτυρος. Δεν άφησε δάκρυα απρεπή, δεν εκστόμισε κάτι τι το ταπεινό και το ανάξιο προς την περίσταση. Αλλά είπε: «Βάδιζε, παιδί μου, τον καλό δρόμο, μαζί με τους συνομιλήκους σου, μαζί με τους ομοσκήνους· μην απουσιάσεις από την χορεία, μην εμφανιστείς δεύτερος από τους άλλους στον Κύριο». Πράγματι υπήρξε βλαστάρι καλό από καλή ρίζα. Έδειξε η γενναία μητέρα ότι τον είχε αναθρέψει με τα δόγματα της πίστεως μάλλον παρά με το γάλα της. Και αυτός μεν έτσι αφού ανετράφη, έτσι κατευοδώθη από τη ευσεβή μητέρα του. Ο δε διάβολος έφυγε ντροπιασμένος. Διότι αφού ξεσήκωσε εναντίον τους ολόκληρη την κτίση, όλα τα βρήκε να νικώνται από την αρετή των ανδρών· δηλαδή την ανεμοτάρακτη νύκτα, την πατρίδα με τον βαρύ χειμώνα, την εποχή του έτους, τη γύμνια των σωμάτων.
Ω, τι άγιος χορός! Ω, τι σύνταγμα ιερό! Ω, τι αδιάσπαστος συνασπισμός! Ω, τι κοινοί φρουροί του ανθρωπίνου γένους! Αγαθοί συμμέτοχοι στις φροντίδες, συνεργοί στην προσευχή, πρεσβευτές δυνατότατοι, άστρα της οικουμένης, άνθη των Εκκλησιών. Δεν σας κάλυψε το χώμα, αλλά ο ουρανός σας υποδέχτηκε. Ανοίχτηκαν σε σας οι πύλες του Παραδείσου. Άξιο θέαμα την αγγελική στρατιά, αντάξιο των πατριαρχών, των προφητών, των δικαίων· άνδρες επάνω στο άνθος της νεότητας που κατεφρόνησαν την ζωή, που περισσότερο από τους γονείς και από τα τέκνα τους αγάπησαν τον Κύριο. Ενώ διένυαν το άνθος της ηλικίας τους, περιφρόνησαν την πρόσκαιρη ζωή για να δοξάσουν με τα μέλη τους τον Θεό, «με το να γίνουν θέαμα στον κόσμο και τους αγγέλους και τους ανθρώπους»[ πρβ. Α΄Κορ.4,9: «Δοκῶ γάρ ὅτι ὁ Θεὸς ἡμᾶς τοὺς ἀποστόλους ἐσχάτους ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους, ὅτι θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ, καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις» (:Κάθε άλλο όμως παρά βασιλεία απολαμβάνουμε εμείς οι απόστολοι· διότι νομίζω ότι ο Θεός εμάς τους απόστολους μάς παρουσίασε δημόσια και στα μάτια όλων ως τελευταίους, ως καταδίκους που πρόκειται να θανατωθούν· διότι γίναμε θέαμα σε όλο τον κόσμο, και στους αγγέλους και στους ανθρώπους. Και από τη μια μας θαυμάζουν οι ενάρετοι άνθρωποι και από την άλλη, μας περιφρονούν και μας χλευάζουν οι άλλοι)»], σήκωσαν αυτούς που είχαν πέσει, στερέωσαν τους αμφιβόλους, διπλασίασαν τον πόθο στους ευσεβείς. Όλοι, αφού ύψωσαν ένα τρόπαιο υπέρ της πίστεως, με ένα και το αυτό στεφάνι της δικαιοσύνης στεφανώθηκαν εν Χριστώ Ιησού, που είναι ο Κύριός μας, στον Οποίο πρέπει η δόξα και η δύναμη στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
• https://melodos.com/thisavros/biblio.php?p=patrologia/_4os/%CE%92%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%82%20%CE%9A%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%AC%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CF%82
• Βασιλείου Καισαρείας του Μεγάλου, Άπαντα τα έργα, Ομιλίαι και λόγοι :Ομιλίαι εγκωμιαστικαί εις μάρτυρας, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1973, τόμος 7, σελίδες 290-313.
• Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
• Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
• Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
• Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.
• https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-palaia-diathiki/
• https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-kaini-diathiki/
• Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.
• http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
• http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
• http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.