Αυγουστίνος Καντιώτης



Θειος ἔρωτας «Ἰδου ὁ Νυμφιος ἔρχεται ἐν τω μεσω της νυκτος…» (μεσονυκτ. τροπ.)

date Απρ 6th, 2026 | filed Filed under: ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΣ

Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΜΓ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2720

Μεγάλη Δευτέρα βράδυ
6 Ἀπριλίου 2026
Ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου

Θεῖος ἔρωτας

«Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός…»(μεσονυκτ. τροπ.)

Εἶνε, ἀγαπητοί μου, ἕνα ἀπὸ τὰ ὡραιότερα ἐμπνευσμένα τροπάρια τῆς ἁγίας μας Ἐκ­κλησίας. Στὸ ποίημα αὐ­τὸ γίνεται λόγος περὶ Νυμφίου. Θὰ πῶ ἀπόψε λίγα λόγια.

* * *

Ὁ νυμφίος (ὁ γαμπρὸς σὲ λαϊκὴ γλῶσσα) εἶνε μία λέξι σχετική, συνδέεται δηλαδὴ μὲ ἄλλες λέξεις. Ὅπου νυμφίος, ἐκεῖ καὶ νύμφη· καὶ ὅπου νύμφη καὶ νυμφίος μαζί, ἐκεῖ γάμος· καὶ ὅπου γάμος, ἐκεῖ χαρὰ καὶ ἀγαλλίασις.
Ὁ γάμος ἔχει διάφορα ἔθιμα στοὺς λαούς. Τὰ ὡ­ραιότε­ρα εἶνε τοῦ ἁγνοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ ἀρχαίου Ἰσραήλ.
Στοὺς χρόνους τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὁ γάμος γινόταν ὡς ἑξῆς. Τὴ νύχτα, τὰ μεσάνυχτα, σὲ ὥρα ἀκαθόριστη, ὁ γαμ­­πρὸς ξεκινοῦ­σε ἀπὸ τὸ σπίτι του συνοδευόμενος ἀπὸ ὅμιλο φίλων του. Περνοῦσε μέσα ἀπὸ τοὺς δρόμους καὶ ἔφτα­νε στὸ σπίτι τῆς νύφης, ἡ ὁ­ποία μὲ ἀγωνία τὸν περίμενε, ἐνῷ ἀπ᾽ ἔξω ἀ­γρυπνοῦ­σαν μαζί της παρθένες νεάνιδες φίλες της μὲ ἀναμμένες λαμπάδες. Ἔπαιρνε τὴ νύφη καὶ μέσα σὲ συγκίνησι τῶν συγγενῶν τὴν ἔφερνε στὸ σπίτι του. Αὐτὸ ἦταν τὸ ἀρ­χαῖο ἰουδαϊκὸ ἔθιμο. Πάνω σ᾽ αὐτὸ ὁ Κύριος εἶπε τὴν παραβολὴ τῶν δέκα παρθένων (βλ. Ματθ. 25,1-13)· καὶ πάνω στὴν παραβολὴ ὁ ποιητὴς ἔχει συνθέσει τὸ τροπάριο «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός…».

Ὁ γάμος εἶνε θεσμὸς παγκόσμιος. Ποῦ στη­­ρίζεται; Σὲ κάτι φυσικό, τὸ ὁποῖο φύτεψε ὁ Θεός, ναί ὁ Θεός, στὶς καρ­διὲς τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῆς γυναικός, ὡς μία ἕλξι μυστηριώδη. Θαυμαστὴ εἶνε καὶ ἡ παγκόσμιος ἕλξις, ποὺ ὅπως λέει ὁ νόμος τοῦ Νεύτωνος συγκρατεῖ τὰ ἄστρα. Ἐγὼ ὅμως θαυμάζω αὐτὴ τὴν ἕλξι, μεταξὺ ἀνδρὸς καὶ γυναικός, ποὺ δημιουργεῖ τὸν γάμο. Ὁ Σοφοκλῆς στὴν Ἀντιγόνη (στ. 781) θαυμά­ζει· «Ἔρως ἀνίκατε μάχαν», δηλαδή· «Ὦ ἔρωτα, ποὺ εἶσαι ἀνίκητος σὲ ὅλες τὶς μάχες (ποὺ δίνεις)!» (Μ. Ἰατροῦ, Πόθεν καὶ διατί; σ. 187). Ὁ Θεὸς ἔπλασε τὴ γυναῖκα ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ ἀνδρός, καὶ ὅταν τὴν εἶδε ὁ Ἀδὰμ ἔμεινε κατάπληκτος καὶ εἶπε· «Τοῦτο νῦν ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μου καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρ­κός μου» καὶ γι᾽ αὐτὸ θὰ ἐγκαταλείψῃ ὁ ἄνθρωπος τὸν πατέρα καὶ τὴ μητέρα του, θὰ προσκολληθῇ στὴ γυναῖ­­κα του «καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν» (Γέν. 2,23-24. Ματθ. 19,5).
Ἡ φυσικὴ ἕνωσις τῶν δύο φύλων, ποὺ συναντᾶται καὶ σὲ ὅλη τὴν πλάσι, στὸν ἄνθρωπο καθαγιάζεται ἐν τῷ μυστηρίῳ τοῦ γάμου. Δὲν εἶ­νε τυχαῖο ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ ἑπτὰ μυ­στήρια τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας εἶνε καὶ ὁ γάμος. Ἐκεῖ μὲ ὡραιότατες εὐχὲς τῆς Ἐκκλησί­ας, ἀπὸ τὴν ἀποστολικὴ ἐποχή, ὁ ἄν­δρας καὶ ἡ γυναίκα ἑνώνονται ἰσοβίως. Στὶς κα­τακόμβες τῆς ῾Ρώμης βρέθηκαν δαχτυλίδια τῶν πρώτων Χριστιανῶν, ποὺ ἐθάβοντο ἐκεῖ, κ᾽ ἐ­πάνω σ᾽ αὐτὰ ἦταν γραμμένο· «Σὲ καὶ μόνον καὶ αἰωνίως»· ἐσένα καὶ μόνο καὶ γιὰ πάντα! ὑπόσχοντο ἀμοιβαίως οἱ σύζυγοι. Αὐτὸς εἶνε γάμος χριστιανικός· ἕνας ἄντρας καὶ μία γυναίκα, αὐ­τὸ εὐλογεῖ ὁ Κύριος. Καὶ εἶπε· «Ὃ οὖν ὁ Θεὸς συνέζευξεν, ἄνθρωπος μὴ χωριζέτω» (Ματθ. 19,6. Μάρκ. 10,9). Τὸ διαζύγιο εἶνε ἀντίθετο μὲ τὸν αἰώνιο νόμο τοῦ Χριστοῦ μας. Ἰσοτιμία λοιπόν, μονογαμία, αἰωνιότητα ἔχει θεσπίσει ἡ Ἐκκλησία μας. Ὁ δεύτερος καὶ τρίτος γάμος εἶνε κατὰ συγκατάβασι στὴν ἀν­θρώ­πινη ἀδυναμία. Λάθος.
Στὸ τροπάριο «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται…» ὁ νυμφίος λαμβάνεται ὡς μία εἰκόνα, μία σκιά, ἕνα σύμβολο καὶ ἄλ­λων ἑνώσεων. Διότι πλὴν τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου ὑπάρ­χουν καὶ ἄλλες ἑνώσεις, ποὺ προκαλοῦνται ἀπὸ μεγάλα ἰδανικά. Ὣς καὶ ὁ Καζαντζάκης –τοῦ ὁ­ποίου τὶς ἰδέες ἔχω καταπολεμήσει– κάπου τονίζει ὅτι, πέρα τοῦ φυσικοῦ γάμου ὑπάρχουν καὶ ἄλλες ἑνώσεις πνευματικώτερες.
Γιὰ νὰ τὸ διασαφηνίσω αὐτό, ἀναφέρω ἕνα παράδει­γμα ποὺ ἔζησα. Τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ᾽40 ἤμουν στὰ Γρεβενά. Μετὰ τὴ λῆξι τοῦ φρικτοῦ ἐκείνου πολέμου ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος, ὑπὲρ ἐλευθερίας καὶ ἀκεραιότητος τῆς Μακεδονίας μας –ἔτσι τὰ ἔζησα τότε ὡς στρατιωτικὸς ἱερεύς–, γινόταν γάμος ἐπισήμου οἰκογενείας, τοῦ δημάρχου, καὶ μεταξὺ τῶν καλεσμένων ἦταν ὁ μητροπολίτης Θεόκλητος καὶ ὁ ἄγαμος στρατηγὸς Κωνσταντῖ­νος Βεντήρης. Στὸ τραπέζι ἀκούονταν διάφορες εὐχές. Σὲ μιὰ στιγμὴ στρέφον­ται ὅλοι πρὸς τὸν στρατηγὸ καὶ τοῦ λένε· –Καὶ στὰ δικά σου! Ἐκεῖνος σιωπή. Τό ᾽πανε μιά, τό ᾽πανε δυό, τό ᾽πανε τρίς. Τέ­λος ἀπαντᾷ· –Γιατί μοῦ λέτε Καὶ στὰ δικά σου; ἐγὼ εἶ­μαι παν­τρεμένος. –Παντρεμένος εἶσαι, στρατηγέ μου, καὶ δὲν τὸ ξέρουμε; Καὶ ποιά εἶνε ἡ γυναίκα σου; Σηκώνεται ἐ­πάνω ὁ στρατηγός, φέρνει τὸ χέρι στὸ γεῖσο χαιρετώντας στρατιωτικὰ καὶ λέει· –Εἶμαι παντρεμένος ἀπὸ δεκαέξι ἐτῶν καὶ ἡ γυναίκα μου ὀνομάζεται Ἑλλάς! Δάκρυσαν ὅλοι. Αὐ­τὸς κοιμήθηκε τὸ 1960. Θύ­μιζε τὸ πνεῦμα ποὺ ἐξέφραζε, ὡς λόγους τοῦ Σωκράτους, ὁ Πλάτων γράφοντας· «Μητρός τε καὶ πατρὸς καὶ τῶν ἄλλων προγόνων ἁπάντων τιμιώτερόν ἐστιν ἡ πατρὶς καὶ σεμνό­τερον καὶ ἁγιώτερον» («Κρίτων» 12). Αὐτὸ τὸ ῥητὸ ἦ­ταν τότε γραμμένο ἐσωτερικὰ στὰ πηλήκια τῶν ἀ­ξιωματικῶν. Ἔρωτας πατρίδος πρέπει νὰ καίῃ τὰ στήθη ὅλων μας, ἰδιαιτέρως τῶν στρατιωτῶν καὶ ἀξιωματικῶν, καὶ μάλιστα τῆς νεολαίας μας.
Ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι ἔρωτες σὲ μία κλίμακα ἀπὸ χαμηλὰ μέχρι τὰ ὑψηλότερα σκαλοπά­τια. Ἕνας ἄλλος ἔρωτας εἶνε ὁ ἔρωτας τῆς γνώσεως, τῶν γραμ­μάτων, τῆς ἐπιστήμης. Παράδειγμα ὁ Ἀρχιμήδης, ποὺ ἔλυνε ἕ­να πρόβλη­μα καί, ἐνῷ τὰ ξίφη τῶν ἐχθρῶν ἐκραδαίνοντο πάνω ἀπ᾽ τὸ κεφάλι του, αὐ­τὸς εἶπε· «Μή μου τοὺς κύκλους τάραττε». Παρά­δειγμα ἀκόμη εἶνε ὁ Θωμᾶς Ἔντισον, ποὺ ἀ­νακάλυψε μεταξὺ ἄλλων καὶ τὴ λάμ­πα φωτισμοῦ. Λένε ὅτι, καὶ ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα τοῦ γάμου του, αὐ­τὸς –κλεισμένος σ᾽ ἕνα ὑπόγειο ἐργαστήριο– ἦταν τόσο ἀπασχολημένος, ὥστε –ἀ­φάνταστο– λησμόνησε ὅτι ἔχει γάμο, καὶ πῆγαν, τὸν πῆραν ἀπὸ τὸ ἐργαστήριο καὶ τὸν παν­τρέψανε!
Ἔρωτας πατρίδος, ἔρωτας γραμμάτων, ἔ­ρωτας ἐπιστήμης, ἔρωτας… Τώρα; Βαδίζουμε πρὸς τὰ ἐπάνω, ψηλά, ψηλά, καὶ φτάνουμε – ποῦ· στὸ «ἀμόρε Ντέϊ» (amore Dei) ποὺ λέει ὁ Δάν­­της, στὸν θεῖο ἔρωτα. Ἐδῶ εἶνε τὸ ὕ­ψος τοῦ ἔρωτος, ὁ ἔρωτας ποὺ ἔψαλαν μεγά­λοι ποιηταί, ὁ ἔρωτας ποὺ ψάλλει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία κάθε φορὰ ποὺ ἀκοῦμε τὴ φράσι «θείῳ ἔ­ρωτι». Αὐτὸς πλέον ὁ ἔρωτας εἶνε ὁ ἔρωτας τοῦ Θεοῦ.
Κατὰ τὴν πίστι μας ὅμως ὁ Θεὸς δὲν εἶνε κάτι ἀφῃρημένο· εἶνε ἕνα συγ­κεκριμένο πρόσωπο, ποὺ κατῆλθε ἐκ τῶν ἁψίδων τοῦ οὐρανοῦ ἐδῶ στὴν ταλαίπωρη γῆ, ἔγινε ἄνθρωπος, ἔζησε καὶ περπάτησε ἀνάμεσά μας ἐν τα­πεινῷ σχήματι. Γι᾽ αὐτὸ τὸ πρόσωπο αὐτό, ποὺ πρέπει πάνω ἀπ᾽ ὅλους καὶ ὅλα ν᾽ ἀγαπή­σῃς ἐὰν εἶσαι Χριστιανός, εἶνε ὁ Χριστός· ἐὰν δὲν εἶσαι Χριστιανός, μένεις στοὺς ἄλ­λους ἔ­ρωτες, ποὺ κι αὐτοὶ δὲν μποροῦν νὰ σταθοῦν ἐὰν δὲν συνδέωνται μὲ τὸν ἔρωτα αὐτὸν τοῦ Χριστοῦ· ἔτσι λέει κάπου ὁ Μακρυ­γιάννης, ὁ ὁποῖος εἶχε ἔρωτα πατρίδος (τὸ κορμί του ἦ­ταν κόσκινο ἀπὸ σφαῖρες) – γιατί; διότι εἶχε πρά­γματι ἔρωτα Χριστοῦ. Ἂν ποῦμε τὸ ὄ­νομά του –ἄχ ψυχρὲ κόσμε, ἄχ κοινωνία ποὺ κυλιέ­σαι μέσα σὲ χαμηλοὺς ἔρωτες–, πῶς θὰ αἰ­σθαν­θῇς τὸ ὄνομα αὐτό, «τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα» (Φιλ. 2,9); Γι᾽ αὐτὸ ἀκριβῶς ἡ Ἐκκλησία μας, ἐ­πειδὴ ζῇ αὐτὸν τὸν ἔ­ρωτα, ὀνομάζει τὸ Χριστὸ Νυμφίο της.
Ἔφτασα στὸ θέμα. Εἴδατε τί νοήματα βγαίνουν ἀπὸ τὸ «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται…»; Δὲν λέει «Ἰδοὺ ὁ Χριστός»· τὸν ὀνομάζει Νυμφίον, καί γιὰ νὰ τιμήσῃ τὸν γάμο, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ συστήσῃ τὸν Χριστὸ ὡς τὸν Νυμφίο της. Εἶνε ὁ Νυμ­φίος τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ἂν κοιτάξετε τὰ λειτουργικὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας μας, θὰ δῆτε ὅτι ὁ Νυμφίος αὐτὸς γράφεται μὲ Νῦ κεφαλαῖο. Οἱ ἄλλοι νυμφίοι γράφονται μὲ νῦ μικρό, αὐτὸς μὲ κεφαλαῖο. Ἔχει σημασία αὐτό. Ὁποιονδή­ποτε νυμφίο καὶ ἂν πῆτε, ὅσο γοητευτικός, ὅσο ὡ­ραῖος, ὅσο σπουδαῖος, ὅσο ταλαντοῦχος, ὅσο καὶ ἂν ἀνέβηκε σὲ ἀξιώματα τοῦ κόσμου τούτου, εἶνε μικρός, πολὺ μικρός, νᾶνος μπροστὰ σ᾽ Ἐκεῖνον, ποὺ εἶνε «ὁ Νυμφίος ὁ κάλλει ὡραῖ­ος παρὰ πάντας ἀνθρώπους» (ἀπόστιχ. αἴν. Μ. Τρίτ.). Προκαλεῖ θαυμασμὸ ὁ Νυμφίος Χριστός. Ἔκπληκτοι ἔμεναν οἱ ὄχλοι ποὺ τὸν ἄ­κουγαν· «ἐξεπλήσσοντο οἱ ὄχλοι ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐ­τοῦ», λέει τὸ εὐαγγέλιο (Ματθ. 7,28 κ.ἀ.). «Οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἐν τῷ Ἰσ­ραήλ» (Ματθ. 9,33 κ.ἀ.), ἔλεγαν βλέποντας τὰ θαύματά του. Ὣς καὶ οἱ ἐχθροί του ἀναγκάστηκαν νὰ ὁμολογήσουν· «Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗ­τος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰω. 7,46). Ἔκπληκτος κατάπληκτος μένει ὁ κόσμος ἐμπρὸς στὴν ἄψογη ἁγιότητά του· «Ἐκάλυψεν οὐρανοὺς ἡ ἀρετή σου, Χριστέ» (Ἀβ. 3,3 & καταβ. Ὑπαπ. ᾠδ. δ΄). Αὐτὸς εἶνε ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας.

* * *

Ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, ἀγαποῦμε τὸν Χριστό; Ὁ ἀνθρώπινος ἔρωτας ἐπηρεάζει, ἀλλάζει τὸν χαρακτῆ­ρα τοῦ ἀνθρώ­που· καὶ ὁ θεῖος ἔ­ρωτας ἀλλοιώνει, ἐξυψώνει, θεοποιεῖ τὸν ἄν­θρωπο. Δὲν θὰ μᾶς δικάσῃ ὁ Θεὸς γιατὶ ἁμαρτάνουμε· τὸ ἁμαρτάνειν εἶνε ἀνθρώπινο· θὰ μᾶς δικάσῃ γιατὶ δὲν ἀγαποῦμε τὸν Χριστό! Οἱ πατέρες μας, ἐπὶ γενεὲς γενεῶν Τὸν ἀγαποῦσαν· γι᾽ αὐτὸ στὴ χώρα μας βλα­στήμια δὲν ἀ­κουγόταν. Ὁ Πλαστήρας, ποὺ τὸν γνώρισα καὶ προσωπι­κῶς, ἀγαποῦσε τὸ Χριστό. Στὸ σύνταγμά του δὲν ἐπέτρεπε καμμία βλαστήμια· ῥάπιζε τοὺς βλαστήμους. Ὁ ναύαρχος Κουν­τουριώτης ἀγαποῦσε τὸ Χριστό· ἐκκλησιὰ εἶνε ἐδῶ, ἔλεγε γιὰ τὸ καράβι του καὶ δὲν ἐπέτρεπε σὲ κανένα νὰ βλαστημήσῃ.
Δὲν ἀγαποῦμε τὸν Χριστό. Θυμᾶμαι σ᾽ ἕνα νησάκι, ποὺ βρέθηκα κ᾽ ἐγὼ ὑπὸ δραματικὲς συνθῆκες, σὰν ἐξόριστος, μόλις ἀποφοίτησα ἀ­πὸ τὸ πανεπιστήμιο, ἐκεῖ συνάντησα ἕνα πλούσιο ποὺ εἶχε ἔρθει ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ εἶ­χε ἕνα χα­ριτωμένο ἀγοράκι, τὸ Δημητράκη. Ἄκουσε ποὺ ἑρμήνευα ἐγὼ στὴν ἐκκλησία σὰν θεολόγος τὸ ῥητὸ τοῦ Χριστοῦ –«Ὁ φι­λῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄ­ξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος» (Ματθ. 10,37). Αὐτὸς λοιπόν, ὅ­ταν μ᾽ ἄκουσε, χαχάνιζε καὶ χαϊδεύον­τας τὸ ἀγοράκι του –ἔχει ἱστορία, ἀλλὰ θὰ σᾶς τὴν πῶ ἄλ­λη φορὰ τὴν ἱστορία τοῦ Δημητράκη, πῶς τιμωρεῖ ὁ Θεός, πῶς ἁρπάζει τὰ παιδιά, γιὰ νὰ μάθῃς ὅτι δὲν ὑπάρχει μόνο τὸ παιδί σου, ὑπάρχει καὶ κάτι ἄλλο στὸν κόσμο–, χαϊδεύοντας τὸ παιδὶ μοῦ εἶπε· –Ὅσο ἔχω ἐγὼ τὸ νυχάκι τοῦ παιδιοῦ μου, δὲν ἔχω τὸ Χριστό. Ἀκοῦτε; Αὐτὸς μὲ ὠμὴ εἰλικρίνεια τὸ εἶπε, ἀλλὰ ὅλοι μέσ᾽ στὴν καρδιὰ αὐτό ἔχουν. Τὸ παιδάκι μας, τὴ γυναῖκα μας, τὰ ἐπίγεια ἀγαθά, τὶς ἰδεολογίες μας, τὶς πολιτικὲς πεποιθήσεις μας, ποὺ σβήνουν σὰν πυροτεχνήματα μέσα στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου. Καὶ θὰ μείνῃ μόνο Ἐκεῖνος ποὺ εἶνε «χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13,8). Ὁ ἥλιος καὶ τὰ ἄστρα μπορεῖ νὰ σβήσουν, ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας μας θὰ μείνῃ. Μὲ καταλάβατε; Θὰ τιμωρηθοῦμε λοιπόν, γιατὶ δὲν Τὸν ἀγαπήσαμε, ἀλλ᾽ ἀγαπήσαμε τὰ κίβδηλα, τὰ μικρὰ καὶ ἀσήμαντα, ἐνῷ τὸν Χριστό, ποὺ ὑμνοῦν ταξιαρχίες ἀγγέλων καὶ αἰῶνες αἰώνων, δὲν τὸν ἀγαποῦμε. Ὁ ἀπόστολος Παῦ­λος ὅμως, ποὺ εἶχε ἔρωτα γιὰ τὸ Χριστό, ἔλεγε· «Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ;…» (῾Ρωμ. 8,35). Ὅπως ἡ γυναίκα λέει Ποιός θὰ μὲ χωρίσῃ ἀπὸ τὸν ἄντρα μου; ἔτσι ἐ­κεῖνος ποὺ ἀγαπάει τὸ Χριστὸ λέει· Ποιός μπορεῖ νὰ μὲ χωρίσῃ ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ; οὔτε ζωή, οὔτε θάνατος· τίποτα. Κι ἀλλοῦ ὁ Παῦλος λέει· «Ζῶ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. 2,20). Καὶ ὁρίζει αὐστηρά· «Ὅποιος δὲν ἀγαπᾷ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ἤτω ἀνάθεμα» (Α΄ Κορ. 16, 22), ἀνάξιος δηλαδὴ νὰ ζῇ ἐπάνω στὴ γῆ.
Ν᾽ ἀγαπήσουμε τὸν Νυμφίο τῆς Ἐκκλησί­ας. Αὐτὸ ἔχω νὰ σᾶς πῶ. Καὶ ἂν τὸν ἀγαπήσουμε παραπάνω ἀπὸ κάθε ἄλλο ἐγκόσμιο, τότε ἥ­λιος θ᾽ ἀνατείλῃ μέσ᾽ στὴν καρδιά μας. Δὲν εἶ­νε λόγια αὐτά, εἶνε ζωὴ ποὺ ἔζησαν οἱ γιαγιάδες καὶ οἱ πατεράδες μας, οἱ ἁπλοϊκοὶ Κολοκοτρωναῖοι καὶ Πλαστῆρες καὶ λοιποὶ ἥρωες τῆς φυλῆς μας, ποὺ εἶχαν βαθειὰ μέσ᾽ στὴν καρδιά τους τὸ Χριστό. Καὶ τότε ῥῖγος θὰ μᾶς καταλάβῃ, ὅταν ἀκοῦμε «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται…»· ὅν, παῖδες Ἑλ­λήνων, ὑμνεῖ­τε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 24-4-1989 βράδυ, [μὲ νέο τώρα τίτλο]. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 26-2-2025.

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.