Αυγουστίνος Καντιώτης



«Μεγαλη ἡ μετανοια». Ὅσο κι ἂν ἁμαρτησες, μην ἀπελπιστης. Και ἂν τ᾽ ἁμαρτηματα σου ειναι ἕνας Ὄλυμπος ἀπο ἀναμμενα καρβουνα, ῥιξ᾽ τα στη θαλασσα. Θα σβησουν. Μην ἀπελπiζεσαι. Ὁ Χριστος ειναι ὁ ἀπεραντος ὠκεανος του ἐλεους (Ομιλια Μητροπολιτου Φλωρινης Αυγουστινου)

date Απρ 7th, 2026 | filed Filed under: ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΣ

Μεγάλη Ἑβδομὰς
Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΜΓ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2721

Μεγάλη Τρίτη βράδυ
7 Ἀπριλίου 2026

Φοβερο κακο ἡ ἀμελεια, σπουδαια ἡ μετανοια

«Δεινὸν ἡ ῥαθυμία, μεγάλη ἡ μετάνοια» (αἶν. Μ. Τετ.)

φιλ.-ΙουδΘὰ σᾶς κάνω, ἀγαπητοί μου, μία διευκρίνισι. Αὐτὰ ποὺ ἀκοῦμε ἀπόψε, τὰ «γράμμα­τα» ὅπως λέει ὁ λαός, δὲν εἶνε τῆς Μεγάλης Τρίτης· εἶνε τῆς Μεγάλης Τετάρτης.
Τὸ φοβερὸ γεγονὸς τῆς Μεγάλης Τετάρτης εἶνε ἡ προδοσία τοῦ Ἰούδα. Καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ ἀ­πο­δίδει τόση σημασία, ὥστε γι᾽ αὐτὸ κάθε Τετάρτη ἔ­χει θεσπίσει καὶ νηστεία. Εἶνε σὰν νὰ λέῃ στοὺς Χριστιανούς· Προσέξτε μὴν προδώσετε κ᾽ ἐσεῖς τὸ Χριστό. Ὅπως ἐ­πίσης τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ μᾶς δείχνει τοὺς Ἑ­βραίους καὶ μᾶς λέει· Προσέξτε μὴ σταυρώσετε κ᾽ ἐσεῖς τὸ Χριστό.
Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἡ Ἐκκλησία προβάλλει ἀπόψε τὴ μορφὴ τῆς ἁμαρτωλῆς γυναίκας. Δύο εἰκόνες λοιπόν, μία μαύρη, μία ἄσπρη· ἡ μία εἶνε ἥλιος, ἡ ἄλλη εἶνε σκοτάδι. Ἂς δοῦ­με πολὺ σύντομα αὐτὲς τὶς δύο εἰκόνες.

* * *

Ἡ πρώτη εἰκόνα, ὁ Ἰούδας. Ὄνομα φρικτό. Σὲ ὅλες τὶς γλῶσσες τοῦ κόσμου, ὅποιο λεξικὸ καὶ ἂν ἀνοίξετε, θὰ δῆτε ὅτι Ἰούδας εἶ­νε συνώνυμο τοῦ κλέφτη, τοῦ προδότη. Ἦ­ταν ἆραγε ὁ Ἰούδας τέτοιος ἐξ ἀρχῆς; Ὄχι, δὲν γεννήθηκε προδότης· ἔγινε. Πῶς ἔγινε;

Στὴν ἀρχὴ ὁ Ἰούδας, ἐνῷ ὅλοι σχεδὸν οἱ μα­θηταὶ ἦταν ψα­ρᾶδες τῆς Γαλιλαίας, αὐτὸς ἦταν χωρικός, καλλιερ­γοῦσε ἕ­να χωράφι σὲ κάποιο μικρὸ χωριὸ τῆς Ἰουδαί­ας. Ζοῦ­σε ἥ­συχη οἰκογενειακὴ ζωὴ μέχρι ποὺ πέ­ρασε ἀ­πὸ τὰ μέρη ἐκεῖνα ὁ Χριστός, ἐκεῖνος ποὺ ξεσηκώνει τὶς ψυχές. Πρώτη φορὰ ἄκουγε τέτοια λόγια ὁ Ἰούδας. Εἶδε πράγματα μεγάλα, πίστεψε καὶ ἑλκύστηκε· ἐγκατέλειψε γυναῖ­κα καὶ παιδιά, πατέρα, μητέρα, φίλους, καὶ ἀ­κολούθησε τὸ Χριστό.
Καὶ ὁ Χριστὸς ἀγαποῦ­σε τὸν Ἰούδα, ὅπως καὶ τοὺς ἄλλους. Καμμία διάκρισι δὲν ἔκανε. Ποτέ δὲν τοῦ μίλησε σκληρά. Τὸν τίμησε μάλι­στα μὲ τὸ νὰ τοῦ ἐμπιστευθῇ τὸ ταμεῖο τῆς συνο­δείας. Ἦταν τρόπον τινὰ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, κρατοῦσε τὰ κλειδιά. Αὐτὸς εἶ­χε τὰ χρήματα ποὺ χρειάζονταν γιὰ τὶς ἀνάγ­κες τους. Ὁ Χριστὸς δὲν τοῦ εἶπε ποτὲ κακὸ λόγο· ἀ­κόμα καὶ τὴν ὥ­ρα ποὺ δεχόταν τὸ φίλημα τῆς προδοσίας, εἶπε· Φίλε, «μὲ φίλημα παραδίδεις τὸν υἱ­ὸν τοῦ ἀν­θρώ­που;» (Λουκ. 22,48).
Δὲν εἶχε λοιπὸν κανένα παρά­πονο ὁ Ἰούδας, δὲν τὸν ἔθιξε ποτὲ ὁ Χριστός. Πῶς ἔγινε προδότης; Μυστήριο, ἀδελφοί μου· μυστήριο, ποὺ μάταια ζητοῦσε νὰ ἐρευνήσῃ ἡ ψυχολογία. Δύο ἀπόψεις ὑπάρχουν γι᾽ αὐτό.
� Ἡ μία εἶνε, ὅτι ὁ Ἰούδας κλονίστηκε ἀπέναντι στὸ Χριστό. Εἶχε μία ἐσφαλμένη ἰδέα. Θὰ ξέρετε, ὅτι τὰ χρόνια ἐκεῖνα ἡ Ἰουδαία ἦ­ταν ὑποδουλωμένη στοὺς ῾Ρωμαίους. Καὶ ὅ­πως οἱ σκλάβοι λαχταροῦν πότε νὰ ἐλευθερω­θοῦν, ἔτσι κι αὐτός. Εἶχε πιστέψει, ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ γίνῃ ὁ ἐλευθερωτὴς ποὺ θὰ συν­τρίψῃ τοὺς κατακτητὰς καὶ θ᾽ ἀναστήσῃ τὸ βα­σίλειο τοῦ Ἰσραήλ. Ἔβλεπε στὸ Χριστὸ μία πολιτική, ὄχι θρησκευτικὴ ἀποστολή. Ὁ Χριστὸς ὅμως εἶνε ὁ λυτρωτὴς τῶν ψυχῶν, ὅλης τῆς ἀν­θρω­πότητος, εἶνε λυτρωτὴς ἀπὸ τὴν ἁ­μαρτία καὶ τὴν πλάνη, ὄχι ἀπὸ ἐθνικὲς καὶ πολιτικὲς καταστάσεις. Ἐνῷ λοιπὸν ἀνέβαιναν στὰ Ἰεροσόλυμα καὶ αὐτὸς φανταζόταν ὅτι ἀ­πὸ ὥρα σὲ ὥρα θὰ πραγματοποιηθοῦν τὰ ὄ­νειρα αὐ­τά, ξαφνικὰ τί τοὺς λέει ὁ Ἰησοῦς· –Ἐγὼ θὰ σταυρω­θῶ. –Θὰ σταυρωθῇς; ὤ, ἐγὼ σὲ περίμενα ἔνδοξο βα­σιλιᾶ, ἀνώτερο τοῦ Δαυῒδ καὶ τοῦ Σολο­μῶντος, κ᾽ ἐσὺ μᾶς λὲς θὰ σταυρωθῇς; Βασιλιᾶς καὶ σταυρὸς συμ­φωνοῦν; τί πράγματα εἶν᾽ αὐτά;… Αὐτά, λένε, ἦ­ταν τὸ ῥῆγμα, ποὺ συνέβη μέσα του, γιατὶ δι­αψεύδονταν οἱ ἀπατηλὲς ἐλπίδες ποὺ εἶχε στηρίξει στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.
� Ἡ ἄλλη ἄποψις, κατὰ τὴν ἐξήγησι τοῦ Εὐ­αγγελίου καὶ τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, εἶ­νε, ὅτι ὁ Ἰούδας εἶχε μέσα του ἕνα κρυμμένο πάθος, κάποια ἀχίλλειο πτέρνα, μιὰ ἀδυνα­μία· εἶχε φιλαργυρία. Μάταια ὁ Χριστὸς προ­σπάθησε νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὸ πάθος αὐ­τό. Ὁ ἔρωτας τῶν χρημάτων εἶνε μεγάλος πει­­ρασμός. Καὶ οἱ δύο παγκόσμιοι πόλεμοι καὶ ὁ τρίτος ποὺ θὰ ἔρθῃ, αἰτία ἔχουν τὸν ἔρωτα τῶν χρημάτων, τὰ τριάκοντα ἀργύρια τοῦ Ἰ­ού­­δα. Πρέπει ὅλοι νὰ ῥίξουμε μιὰ ματιὰ μέσα μας καὶ νὰ φοβηθοῦμε τὸν πειρασμὸ αὐτόν. Βαθὺ τὸ μυστήριο τοῦ Ἰούδα· πῶς αὐτός, ὁ μα­θητὴς τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἐγκατέλειψε τὰ πάν­τα, πιάστηκε κατόπιν στὰ φοβερὰ δίχτυα τῆς φιλαργυρίας, ἀγάπησε τὰ χρήματα; καὶ ἔβγαλε μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά του τὸ Χριστὸ καὶ ἔ­βαλε τὸν χρυσό; Αὐτὸ ἦταν ποὺ τὸν ὤ­θησε στὴν προδοσία· ἔκλεισε συμφωνία μὲ τοὺς ἐ­χθροὺς καὶ ἔγινε προδότης τοῦ Χριστοῦ. Τί ἄ­βυσσος διαφθορᾶς καὶ κακίας!
Μερικοὶ ψευτοθεολόγοι τῆς Δύσεως, ἰδίως Γερμανοί, προτείνουν μὲ τὸν πάπα νὰ σβήσου­με ἀπὸ τὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας ὅ,τι ἐπικρίσεις λέγονται γιὰ τὸν Ἰούδα καὶ τὴν Ἰουδαϊκὴ φυλή. Ἄλλοι πάλι, φανατικοί, λένε, ὅτι πρέπει νὰ δοῦμε τὸν Ἰούδα ὡς πολιτικὸ πρόσωπο ποὺ ζητοῦσε τὴν ἐλευθερία τῆς πατρίδας του. Καὶ ἄλλοι ἀκόμα, σ᾽ ἕνα μέρος τῆς ῾Ρω­σίας πρὸ ἐτῶν τὸν θεώρησαν μεγάλο ἐ­θνι­κὸ ἥρωα καὶ τοῦ ἔστησαν καὶ ἄγαλμα.
Ἀλλ᾽ ὄχι. Ὁ ἴδιος ὁ Ἰούδας ἀντιλήφθηκε τὸ χάος, τὴν ἄβυσσο ποὺ κατρακύλησε, καὶ εἶπε· «Ἥμαρτον παραδοὺς αἷμα ἀθῷον» (Ματθ. 27,4).
Ὁ Χριστός, ποὺ δὲν εἶπε λέξι ἐ­ναντίον του, σὲ κάποια στιγμή, γιὰ νὰ τὸν φέ­ρῃ σὲ συναίσθησι, εἶπε ἕνα μεγάλο λόγο (τὸν ὁποῖο ἐπανέλαβε κατὰ κάποιο τρόπο ὁ λόρδος Βύρων). Ὁ Ἰούδας ἀπέτυχε στὴ ζωή του. Καὶ ὁ Χριστὸς εἶπε· «Καλύτερα γι᾽ αὐτὸν ἦταν νὰ μὴν εἶχε γεννηθῆ» στὸν κόσμο (Ματθ. 26,24). Καὶ ἡ κρίσις αὐτὴ εἶνε ἡ δικαία κρίσις γιὰ τὸν Ἰούδα.
Πῶς τὸ ἔπαθε; Δὲν πρόσεξε τὸν ἑαυτό του στὰ πρῶτα κινήματα τῆς φιλαργυρίας. Τὸν πο­­λέμησε ὁ σατανᾶς ὅπως προσπάθησε ν᾽ ἀ­νατρέψῃ καὶ τὸ Χριστὸ μὲ τοὺς πειρασμούς. Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς εἶπε· «Ὕπαγε ὀπίσω μου, σατα­νᾶ» (Ματθ. 4,10). Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ πῇ κι ὁ Ἰούδας. Αὐτὸ πρέπει νὰ λέμε ὅλοι μας. Γιατὶ ὅλοι ἔ­χουμε πειρασμούς. Καὶ ὅσο πιὸ ψηλὰ ἀνεβαίνεις, τόσο καὶ οἱ πειρασμοὶ εἶνε μεγαλύτεροι. Πρέπει νὰ πολεμᾷς, νὰ βιάζῃς τὸν ἑαυτό σου.
● Ἔπεσε ὁ Ἰούδας· αὐτὴ εἶνε ἡ μαύρη εἰ­κόνα. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ λευκή, ἡ φωτεινή. Γι᾽ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία ἀ­πόψε, ἐνῷ πάνω στὴν ἀγ­χόνη τοῦ Ἰούδα γράφει «Δεινὸν ἡ ῥαθυμία», στὴν ἄλλη πλευρὰ γράφει· «Μεγάλη ἡ μετάνοια» (αἶν. Μ. Τετ.). Ἡ ἄλλη μορφή, ἡ ἄλλη εἰ­κόνα, εἶνε ἡ μετανοημένη ἁμαρτωλὴ γυναίκα. Ποιά εἶνε αὐτή; Δὲν εἶνε οὔτε ἡ Κασσιανὴ ποὺ ἔ­γραψε τὸ τροπάριο «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁ­μαρ­τίαις περιπεσοῦσα γυνή…» ποὺ ἀ­κοῦ­με ἀ­πόψε, οὔτε ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ποὺ λένε κάποιοι, οὔτε ἡ ἀδελφὴ τοῦ Λαζάρου. Ἀλλὰ ποιά εἶνε; Σᾶς βάζω κανόνα, γιατὶ ξέρω ὅτι δὲν διαβάζετε. Ὅταν πᾶτε στὸ σπίτι, ἀ­νοῖξ­τε τὸ Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο στὸ 7ο κεφάλαιο, στίχους 36-50· ἐκεῖ περιγράφει τὴν ἁ­μαρτωλὴ γυναῖκα. Ἦταν γυναίκα κοινή, μιὰ πόρνη· δὲν τὸ λέω ἐγώ, ἔτσι τὴ λένε ἀπόψε οἱ ὕμνοι ποὺ ἀκοῦμε. Νὰ τὴν κατηγορήσουμε; Ὄχι. Δὲν τὴν κατηγόρησε ὁ Χριστός, τί εἶμαι ἐγὼ νὰ τὴν κατηγορήσω; Ὄχι, εἶνε ἀξιολύπητο πρόσωπο. Φταίει ἡ ἄτιμη κοινωνία. Ἀλλ᾽ ὅ­πως ἐ­πάνω στὴν κοπριὰ τῆς κοινωνίας φυτρώνουν λουλούδια, ἔτσι φύτρωσε καὶ αὐτή.
Ἁμαρτωλὴ ἦταν, ἀλλὰ μέσα της ὑπῆρχε κάτι πολύτιμο. Μυστήριο, ἀγαπητοί μου, εἶνε ὁ ἄν­θρωπος. Μυστήριο ὁ Ἰούδας, μυστήριο καὶ ἡ πόρνη. Διότι μέσ᾽ στὴν καρδιὰ τῆς πόρνης ὑπῆρχε σπίθα. Ὡς ἱεροκήρυκας βρέθηκα στὰ βουνὰ τῆς Πίνδου καὶ ὁ τσοπᾶνος μοῦ λέει· –Θ᾽ ἀνάψω φωτιά. –Σπίρτα δὲν ἔχουμε, λέω. Ἐκεῖνος σκάλισε τὴ στάχτη, βρῆκε μιὰ σπίθα καὶ ἄναψε φωτιά. Ἔτσι καὶ ὁ Χριστός· μέσα στὴ στάχτη τῆς ψυχῆς της βρῆκε τὴ σπίθα καὶ ἄναψε τὴ φωτιὰ τῆς μετανοίας, μιὰ ἀπέραντη ἀγάπη. Καὶ βλέπεις αὐτὴ τὴ γυναῖκα νὰ πλησιάζῃ τὸ Χριστό, νὰ κλαίῃ γοερά, νὰ πλένῃ τὰ πόδια του μὲ δάκρυα καὶ μύρα, νὰ λύνῃ τὰ μαλλιά της, νὰ τὰ κάνῃ πετσέττα καὶ νὰ σκουπίζῃ τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ μας. Αὐτὴ εἶνε ἡ σκηνὴ τῆς ἁμαρτωλῆς γυναίκας. Καὶ ὁ Χριστὸς τὴ συγχώρησε. Μὴν τὴν ἐνοχλεῖτε, λέει. Τὴν δέχτηκε· ἔγινε ὑπερασπιστής της, ὁ μεγάλος προστάτης, ὁ πατέρας της, ὁ ἀ­δελφός της, καὶ λέει· «Ἀφέωνται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησε πολύ» (Λουκ. 7, 47).

* * *

Ταῦτα, ἀγαπητοί μου. Δύο τὰ διδάγματα.
Ἀπὸ τὸν Ἰούδα· «Δεινὸν ἡ ῥαθυμία». Εἶνε κανεὶς ἐδῶ ποὺ φαίνεται δίκαιος, ποὺ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ἅγιο; Ὅσο κι ἂν προοδεύ­σῃς στὴν ἀρετή, καὶ ἂν ἀκόμα γίνῃς Πέτρος, Παῦ­λος, ἄγγελος, νὰ φοβᾶσαι ὅτι μπορεῖ νὰ πέ­σῃς. Καὶ ἂν πέσῃς ὅμως, μὴ μείνῃς στὴν πτῶ­σι, φρόντισε, ἀγωνίσου νὰ σωθῇς.
Καὶ τὸ δίδαγμα ἀπὸ τὴ μετανοημένη ἁ­μαρτωλή· «Μεγάλη ἡ μετάνοια». Ὅσο κι ἂν ἁμάρτησες, μὴν ἀπελπιστῇς. Καὶ ἂν τ᾽ ἁμαρτήματά σου εἶνε ἕνας Ὄλυμπος ἀπὸ ἀναμμένα κάρβουνα, ῥῖξ᾽ τα στὴ θάλασσα. Ὁ Χριστὸς εἶ­νε ὁ ἀπέραντος ὠκεανὸς τοῦ ἐλέους. Θὰ σβήσουν. Μὴν ἀπελπίζεσαι.
Εὔχομαι, τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες, ἐὰν θέλε­τε νὰ ἑορτάσουμε Πάσχα χριστιανικό, ὄ­χι εἰ­δωλολατρικό, νὰ μετανοήσουμε ὅλοι κατὰ τὸ παράδειγμα τῆς μετανοημένης ἁμαρτωλῆς.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 9-4-1974 βράδυ, μὲ νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 28-2-2025.

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.