Ὁμιλιες ἀπομαγνητοφωνημενες του π. Αθανασιου Μυτιληναιου στον: ΟΡΘΡΟΣ ΤΗΣ Μ. ΔΕΥΤΕΡΑΣ, Μ. ΤΡΙΤΗΣ, Μ. ΤΕΤΑΡΤΗΣ, Μ. ΠΕΜΠΤΗΣ
Απρ 7th, 2026 |
Filed under: π. Αθαν. Μυτιληναίου
Απομαγνητοφωνημένες ομιλίες τῆς Μεγαλης Ἐβδομάδος, γιὰ ὅλη τὴν Μεγάλη Ἐβδομάδα
Ἀπομαγνητοφώνηση και επιμέλεια της ομιλίας: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΟΜΙΛΙΕΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΥΤΥΛΗΝΑΙΟΥ
πατηστε τον υπογραμμισμενο τίτλο & κρατηστε ὅλες τῆς ὁμιλίες στο γραφεῖο σας εἶναι σὲ pdf
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΩΝ
ΤΗΣ Μ. ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ
ΟΡΘΡΟΣ Μ. ΔΕΥΤΕΡΑΣ
1) «Ἰδου ὁ Νυμφιος ἔρχεται»
2) «Η ΑΚΑΡΠΗ ΣΥΚΙΑ ΤΥΠΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ»
3) ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΡΙΤΗΣ[ Ματθ.23,14-15]
«ΟΤΑΝ Ο ΘΕΟΣ ΛΕΓΕΙ ‘’ΑΛΙΜΟΝΟΝ’’»
4) ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΡΙΤΗΣ[ Ματθ.25,1-13] «ΓΡΗΓΟΡΕΙΤΕ»
5) «Ἔξεστι δοῦναι κῆνσον Καίσαρι ἢ οὔ;»
6) ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ
ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΠΤΑ ΛΟΓΟΥΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ:
‘’Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι’’ »
7) ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ
«Τὸν νυμφῶνα σου βλέπω… καὶ ἔνδυμα οὐκ ἔχω»
8)«ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΝ 21ον ΨΑΛΜΟΝ»
9) «ΤΟ ΤΡΟΠΑΡΙΟΝ ΤΗΣ ΜΕΛΩΔΟΥ ΚΑΣΣΙΑΝΗΣ»
10) ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΕΜΠΤΗΣ[:Α΄Κορ. 11, 23-32]
«Η ουσια του μυστηριου της Θειας Ευχαριστιας»
11) ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΕΜΠΤΗΣ[: Λουκά 22,28-34]
«ΤΑ ΑΟΡΑΤΑ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ»
12) ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΕΜΠΤΗΣ
«ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΝ 21ον ΨΑΛΜΟΝ»
13) «ΠΡΟΔΟΤΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΔΟΣΙΑ»
14)
ΟΡΘΡΟΣ Μ. ΔΕΥΤΕΡΑΣ
«Ἰδου ὁ Νυμφιος ἔρχεται»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 27-4-1986]
Κεντρικόν σημείον, αγαπητοί μου, των τριών πρώτων ημερών της Μεγάλης Εβδομάδος είναι το τροπάριον «Ἰδού ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός καί μακάριος ὁ δοῦλος, ὅν εὑρήσει γρηγοροῦντα·ἀνάξιος δέ πάλιν, ὅν εὑρήσει ῥαθυμοῦντα. Βλέπε οὖν ψυχή μου, μή τῷ ὕπνῳ κατενεχθῇς, ἵνα μή τῷ θανάτῳ παραδοθῇς, καί τῆς Βασιλείας ἔξω κλεισθῇς· ἀλλά ἀνάνηψον κράζουσα· Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος εἶ ὁ Θεός ἡμῶν» κ.λπ. Το τροπάριον αυτό πραγματικά έρχεται να δώσει έναν τόνον εις τους πιστούς μιας εντόνου προετοιμασίας δια την υποδοχή του Πάσχοντος Κυρίου Ιησού Χριστού, ώστε να προπαρασκευαστεί ο λαός και για την Ανάσταση. Μια πάρα πολύ σύντομη ανάλυσή του θα μπορούσε να μας βοηθήσει.
«Ἰδού ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός». Ολόκληρη αυτή η φράσις είναι παρμένη από την παραβολή των δέκα παρθένων. Όταν ο ίδιος ο Κύριος μίλησε και είπε ότι μοιάζει η Βασιλεία του Θεού με ένα γάμο. Γι’αυτό και αποκαλεί τον Νυμφίον, ή μάλλον, τον εαυτόν Του, με Νυμφίον και τους πιστούς, την Εκκλησία, με νύμφη. Ο γάμος αυτός είναι άγνωστον σε ποια στιγμή θα λάβει χώρα. Γι’αυτό λέγει: «Να, ο Νυμφίος έρχεται κάπου την νύκτα», «ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός». Αυτό σημαίνει ότι ο Νυμφίος Χριστός ήρθε εις τον κόσμον αυτόν ο οποίος είναι περίοδος νύκτας. Η παρούσα ζωή, ο προ-χρόνος μέσα στον οποίο ευρισκόμεθα, είναι χρόνος νυκτός, σκοταδιού. Δεν είμεθα πλέον εις τον Παράδεισον, όπως ήτο ο Αδάμ. Είμεθα εἰς τὴν «κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος». Και λέγεται η ζωή αυτή «νύκτα», γιατί εχάσαμε τον Θεό από τον ορίζοντα τον οπτικό μας. Γι’αυτό τον λόγο, ο πιστός όταν φεύγει από τον παρόντα κόσμο, φεύγει από το σκότος και έρχεται εις το φως.
Είναι χαρακτηριστική εδώ η πρόσκλησις «Ιδού!», που σημαίνει «Να!», «Προσέξτε, ιδού, να, ο Νυμφίος έρχεται μέσα σε αυτόν τον σκοτεινό μας κόσμο – σκοτεινός γιατί υπάρχει η αγνωσία του Θεού· και όταν υπάρχει η αγνωσία του Θεού, υπάρχει σκότος στις ψυχές. Υπάρχει σκότος στα μάτια της ψυχής. Και σ’ αυτό το σκοτάδι μας έρχεται ο Υιός του Θεού, αφού ενηνθρώπησε. Και λέγεται «Νυμφίος» γιατί έρχεται να δημιουργήσει σύζευξη του λαού Του με τον εαυτό Του. Και αυτή η σύζευξις, αυτή η ζεύξις λαού και Θεού ενανθρωπήσαντος λέγεται «γάμος». Αν το θέλετε, ο γάμος αποτελεί έναν τύπο – ο γάμος, ο γνωστός γάμος που γίνεται μεταξύ δύο ανθρώπων, ενός ανδρός και μιας γυναικός- αυτός ο γάμος αποτελεί ένα τύπο, τον τύπο ενώσεως του Θεού, συγκεκριμένα, του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού μετά του λαού Του, που είναι η Εκκλησία. Γι’αυτό η Εκκλησία λέγεται «νύμφη» και Εκείνος λέγεται «Νυμφίος».
Συνεπώς, ήρθε ο καιρός, ως να λέγεται ήρθε ο καιρός αυτής της ζεύξεως: «Ἰδού ὁ Νυμφίος ἔρχεται». Η παραβολή λέγει: «Ἐξέρχεσθε πρὸς ὑπάντησιν», «βγείτε να Τον προϋπαντήσετε». Και έρχεται «ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός». «Καί μακάριος ὁ δοῦλος, ὅν εὑρήσει γρηγοροῦντα». «Ευτυχισμένος εκείνος ο δούλος που θα τον βρει να είναι ξυπνητός». Πάλι στην παραβολή των δέκα παρθένων: «Ἀναμένουσαι αἱ δέκα παρθένοι τὸν Νυμφίον, ἐνύσταξαν», λέγει, «ἅπασαι», λέγει η παραβολή. Νύσταξαν όλες· διότι αργούσε ο Νυμφίος να έρθει και έπεσαν να κοιμηθούν.
Δέκα παρθένοι. Είναι ο θάνατος του κάθε πιστού. Κοιτάξτε, κοινή ιδιότης. Είναι και αι δέκα παρθένοι. Σε λίγο θα αποδειχθούν ότι αι πέντε είναι φρόνιμοι και αι πέντε είναι μωραί, ανόητοι, άμυαλοι. Όμως, αυτό δείχνει την κοινή ιδιότητα των Χριστιανών, ότι και εκείνοι οι οποίοι επιμελούνται τη σωτηρία τους και εκείνοι οι οποίοι δεν επιμελούνται την σωτηρία τους, έχουν κοινή ιδιότητα: την ιδιότητα του Χριστιανού. Όλοι είμεθα βαφτισμένοι. Αλλά όλοι δεν θα σωθούμε. Κατά δυστυχίαν. Όλοι φέρομε το όνομα Χριστιανός, αλλά όλοι δεν είμεθα άξιοι της κλήσεως που κληθήκαμε από τον Χριστόν.
Συνεπώς, ευτυχισμένος εκείνος ο οποίος μένει «γρηγορῶν»· εκείνος ο οποίος μένει ξυπνητός. Όταν, στην παραβολή των δέκα παρθένων, ακούστηκε η φωνή «Ἰδού ὁ νυμφίος ἔρχεται, ἐξέρχεσθε πρός ἀπάντησιν –εις υπάντησιν-αὐτοῦ», τότε ξύπνησαν και αι δέκα παρθένοι. Είναι η ανάστασις των νεκρών. Δεν μπορούμε να περιμένουμε, αγαπητοί μου, πότε θα έρθει ο Χριστός, θα νυστάξομε, θα πεθάνομε. Και δείτε δε πώς ο θάνατος παρομοιάζεται. Παρομοιάζεται με ύπνον. «Νύσταξαν», λέγει, «και ἐκάθευδον», έπεσαν και κοιμήθηκαν. Όταν ακούστηκε η φωνή, η φωνή του αρχαγγέλου, όπως μας λέγει ο Κύριος, σαλπίζει ο άγγελος και τότε οι νεκροί εγείρονται, τότε οι νεκροί ανασταίνονται- σηκώθηκαν και αι δέκα παρθένοι. Δηλαδή ανεστήθησαν. Όλοι θα αναστηθούν. Ευσεβείς και ασεβείς. Γρηγορούντες και ράθυμοι. Όλοι θα αναστηθούν. Και τότε θα προϋπαντήσουν όλοι τον Κύριον. Ή καλύτερα, «τότε», λέγει εδώ το τροπάριον, «ευτυχισμένος εκείνος που στάθηκε γρηγορών», «ευτυχισμένος εκείνος που στάθηκε ξύπνιος». Μα πώς; Αφού όλοι νυστάζουν, αφού όλοι πέφτουν εις τον ύπνον του θανάτου;
Η εγρήγορσις δεν αναφέρεται εις αυτόν τον βιολογικόν ύπνον. Δηλαδή στο να είμαι ξυπνητός. Απόψε, ας πούμε, δεν θα πάμε να κοιμηθούμε. Και αύριο βράδυ δεν θα κοιμηθούμε. Και μεθαύριο βράδυ δεν θα κοιμηθούμε. Δεν πρόκειται περί αυτού. Γιατί ο Κύριος μάς έκανε, από πλευράς δομής μας, όλα τα βιολογικά όντα να κοιμούνται. Όλοι κοιμούμεθα. Γίνεται η ανταλλαγή, θα λέγαμε, της ύλης μέσα στον οργανισμό μας. Δεν πρόκειται περί αυτού. Αλλά πρόκειται για την εγρήγορση την πνευματική. Δεν πέφτω δηλαδή εις τον ύπνο της αδιαφορίας. Εις τον ύπνο του να πω: «Ε, χρονίζει ο Κύριος. Και ύστερα –ποιος ξέρει;- μπορεί και να μην έρθει!». Μπορεί να πέσω και στην απιστία. Και τότε, όταν μπει το σπέρμα της απιστίας μέσα εις την καρδιά μου, τότε μπορώ να λέγω: «Δεν βαριέσαι, ποιος τα είδε αυτά και ποιος τα ξέρει…». Και τότε επόμενο είναι τα πονηρά δόγματα, όπως λέγουν οι Πατέρες, να γεννήσουν πονηρόν βίον. Και τι γίνεται; Αρχίζω να ζω την ζωή της αμαρτίας. Και την ζωή των παθών. Δεν είμαι ξύπνιος πάνω στον εαυτόν μου. Αφήνω τον εαυτόν μου να παρασύρεται. Από τα πάθη της σαρκός, από τα πάθη της ψυχής. Και τότε συμφύρομαι μέσα σ’ αυτό που λέγεται «κόσμος».
Πρέπει να είμαι «γρηγορῶν». Ο Κύριος είπε: «Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν». Βέβαια, ζήτησε κάποια στιγμή ο Κύριος από τους μαθητάς Του, όταν είπε εκείνο το «Γρηγορεῖτε» να ανταποκριθεί εις την βιολογία του ανθρώπου. Θυμηθείτε τους εννέα μαθητάς και πιο πέρα τους τρεις μαθητάς, που ο Κύριος παραλαμβάνει στον κήπο της Γεσθημανής, στο όρος των Ελαιών. Και λέγει: «Δεν ισχύσατε, δεν μπορέσατε να μείνετε λίγο ξύπνιοι;». «Γρηγορεῖτε», λέγει, «καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν». Εκεί το λέγει με την βιολογική έννοια. Δηλαδή, «Μην κοιμόσαστε. Απόψε θα συμβούν συνταρακτικά πράγματα. Και συνεπώς, μην κοιμόσαστε. Αλλά προσεύχεστε, γιατί θα πέσετε σε πειρασμό»– Ποιος ήταν ο πειρασμός; Ο πειρασμός της απιστίας– «Διότι θα με δείτε σε λίγο, παρότι σας είπα το Πάθος μου και σας ειδοποίησα ότι έτσι θα συμβούν και συνεπώς, όταν ξέρετε το Πάθος που θα υποστώ, μετά ακριβείας, θα πείτε ότι ήταν εκούσιο το Πάθος και συνεπώς δεν θα πρέπει να σκανδαλιστείτε. Όμως παρά ταύτα δεν καταλαβαίνετε αυτά που σας λέγω. Προσεύχεστε, γιατί θα πείτε: ‘’Ποιος ήταν ο διδάσκαλός μας που ακολουθήσαμε τρία ολόκληρα χρόνια; Δεν ήτο λοιπόν εκείνος που μας είπε: ‘’Θα δείτε τον Υιόν του ανθρώπου να κατεβαίνουν και να ανεβαίνουν οι άγγελοι του ουρανού’’; Να, τώρα συλλαμβάνεται, απόψε, συλλαμβάνεται σαν κοινός κακούργος. Τότε πλανηθήκαμε. Τότε τρία χρόνια ποιον ακολουθήσαμε;’’. Και θα πέσετε, λοιπόν, στον πειρασμόν της απιστίας: ‘’Μπορεί να παραδοθεί, αν είναι εκείνος που είναι, μπορεί να παραδοθεί σε ανθρώπινα χέρια;’’. Δεν μπορείτε, όμως, να κατανοήσετε ότι το Πάθος είναι εκούσιον, θεληματικόν. Γι’αυτό προσεύχεστε, για να μην μπείτε στον πειρασμό αυτόν. Στον πειρασμόν της απιστίας. Εξάλλου είναι γραμμένο: ‘’Απόψε θα πατάξω τον ποιμένα και τα πρόβατα θα διασκορπιστούν’’, λέγει η προφητεία. ‘’Θα χτυπήσω τον ποιμένα –δηλαδή θα συλληφθεί κ.λπ. κ.λπ.– και τα πρόβατα θα σκορπιστούν’’. Λοιπόν, προσεύχεστε, μένετε γρηγορούντες, διότι υπάρχει ο κίνδυνος να μπει κανείς στον πειρασμό».
Αγαπητοί μου, σήμερα, χάσαμε πάλι από τον οπτικό μας ορίζοντα τον ερχομό του Χριστού. Μιλάμε για ερχομό του Αντιχρίστου. Μιλάμε για πολλά σημάδια. Επίσης, πίσω από όλα αυτά δεν μας κόβει το μυαλό μας να σκεφτούμε ότι έρχεται ο Κύριος. Τρέμομε και φοβόμαστε την παρουσία του Αντιχρίστου, αλλά δεν ευελπιστούμε εις την παρουσία του Χριστού. Έχει φύγει από τον οπτικό μας ορίζοντα ότι «ο Κύριος έρχεται». Και δεν είμεθα γρηγορούντες. Ας το προσέξομε.
«Ἀνάξιος δέ πάλιν, ὅν εὑρήσει ῥαθυμοῦντα». «Ανάξιος», λέει, «πάλι εκείνος τον οποίο ο Κύριος θα βρει να ραθυμεί, να μένει εις την αναμελιά, στην ακηδία, στην ολιγωρία, και να λέγει: ‘’Δεν βαριέσαι’’». Και τότε, ο ιερός υμνογράφος, τους συνθέτει αυτό το ωραιότατο ποίημα, το τροπάριον, έχοντας, όπως σας είπα, υπόψιν του ανά πάσα στιγμή την παραβολή των δέκα παρθένων, στρέφεται ο ιερός συντάκτης αυτού του τροπαρίου προς τον εαυτό του, όπως και ο κάθε ακροατής του τροπαρίου στρέφεται προς τον εαυτό του και λέγει: «Βλέπε οὖν ψυχή μου, μή τῷ ὕπνῳ κατενεχθῇς, ἵνα μή τῷ θανάτῳ παραδοθῇς, καί τῆς Βασιλείας ἔξω κλεισθῇς». «Πρόσεχε, ψυχή μου». Κάνει προσκλητήριο της ψυχής του. Όπως ακριβώς, όταν κάνομε προσκλητήριο στον στρατό, ζητούμε να δούμε τους παρόντες. «Είσαι παρούσα, ψυχή μου; Είσαι ξυπνητή, ψυχή μου; Είσαι σε εγρήγορση, ψυχή μου; Ή είσαι σε αμέλεια; Ή δεν φροντίζεις την σωτηρία σου; Σε ποια κατάσταση είσαι, ψυχή μου; Βλέπε οὖν, ψυχή μου, πρόσεχε λοιπόν, ψυχή μου». Ο Κύριος ειδοποίησε. Με την παραβολή που μας είπε. Αλλά και την πραγματικότητα την βλέπομε. Μέσα σε κάθε γενεά. Και στην γενεά μας το βλέπομε αυτό, πόσοι άνθρωποι φεύγουν μακριά από τη σωτηρία και αδιαφορούν ολότελα. «Βλέπε οὖν ψυχή μου, μή τῷ ὕπνῳ κατενεχθῇς– κατανεχθείς από τον ύπνο· ποιον ύπνο; Τον ύπνο της αμαρτίας. Ύπνος είναι η αμαρτία και υπνώττει τον άνθρωπο. Και τον κάνει να μην κοιμάται. Ποιος είναι εκείνος που κοιμίζει; Ο διάβολος.
Ξέρετε, σήμερα οι λωποδύται, όταν θέλουν να κλέψουν ένα σπίτι, οι ένοικοι όμως είναι μέσα, έχω ακούσει ότι από κάποια τρύπα του σπιτιού, από την κλειδαρότρυπα, με ένα σπρέι ρίχνουν μέσα στο σπίτι υπνωτικό. Και τότε οι ένοικοι κοιμώνται βαθιά. Αυτό κάνει ο διάβολος. Γυρίζει με ένα σπρέι στο κάθε σπίτι και από την κλειδαριά των αισθήσεων, από τις τρύπες των αισθήσεων- τα μάτια, τα αφτιά, Τι θα δούμε; Τηλεόραση, ξέρω γω… Τι θα ακούσουμε; Τι μουσικές και βρωμιές θα ακούσουμε; Από την γεύση. Τι θα φάμε; Από την αφή. Τι θα πιάσομε και τι θα απολαύσομε; Μέσω αυτών των οπών έρχεται και βάζει το «σπρέι» του ο διάβολος και μας υπνώνει. Και μας λέει: «Κοιμήσου, βλακουδάκι μου! Κοιμήσου, εδώ θα σ’ έχω! Κοιμήσου!». Και κοιμάται ο ανόητος άνθρωπος, η εικόνα του Θεού… Κοιμάται…!
«Βλέπε οὖν ψυχή μου, μή τῷ ὕπνῳ κατενεχθῇς», «Πρόσεχε, ψυχή μου, μην κοιμηθείς αυτόν τον ύπνο της αμαρτίας. Πρόσεξε!», «ἵνα μή τῷ θανάτῳ παραδοθῇς», «για να μην παραδοθείς εις τον θάνατον, τον αιώνιον θάνατον, εκεί που δεν υπάρχει πια παρά μόνο ο χωρισμός του ανθρώπου από τον Θεό. Αυτός είναι ο αιώνιος θάνατος. Αλλά τι; Πρόσεξε! Και φτάσεις να χάσεις την Βασιλεία του Θεού».
«Καί τῆς Βασιλείας ἔξω κλεισθῇς». Θυμάται πάλι την παραβολή των δέκα παρθένων ο ιερός συντάκτης. Και λέγει: «Όταν έφθασε ο Νυμφίος, αι πέντε παρθένοι δεν είχαν λάδι. Αμέλησαν». Ποιο είναι το «λάδι»; Είναι οι καλές πράξεις. Και ποια είναι η θρυαλλίδα; Το φυτίλι που ανάβει μέσα στο λυχνάρι είναι το Πνεύμα το Άγιον. Το Πνεύμα το Άγιον επαναπαύεται επάνω στις αγαθές πράξεις. Όταν τελειώσει το λάδι, τότε σβήνει η θρυαλλίδα, το φυτίλι. Τι θα πει «σβήνει»; Όταν δεν έχει ο άνθρωπος πράξεις καλές, τότε πλέον το Πνεύμα του Θεού δεν αναπαύεται εις αυτόν. Γι’αυτό λέγει ο Απόστολος Παύλος: «Τὸ πνεῦμα μὴ σβέννυτε». «Το Άγιο Πνεύμα μην το σβήνετε». Πότε σβήνει; Θα το πω άλλη μία φορά, όταν δεν υπάρχει το λάδι των καλών πράξεων. Όταν δεν υπάρχει το λάδι της προθυμίας, το λάδι της αγάπης, το λάδι της μετανοίας, το λάδι της πίστεως, όταν δεν υπάρχει, τότε το πνεύμα του Θεού απέρχεται, φεύγει, δεν υπάρχει σε μας.
Λοιπόν. Καταφθάνουν οι πέντε παρθένοι. Βέβαια δεν λέει η παραβολή αν βρήκαν ή δεν βρήκαν λάδι. Πήγαν να γυρεύουν τα μεσάνυχτα λάδι. Είναι η τελευταία στιγμή που πεθαίνουμε, αγαπητοί μου… Και τρέχομε, τι τρέχομε; Για καλές πράξεις. Μα δεν υπάρχει πια ο χρόνος. Πότε; Λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Όταν τρέχομε, εκεί, όταν πεθαίνομε», λέγει, «δεν είναι ο καιρός –που πλησιάζει ο θάνατος- ο καιρός των μυστηρίων». Τότε, στην εποχή του, έσπευδαν να βαφτιστούν την ώρα που πέθαιναν. Τάχα, δήθεν, για να είναι καθαροί την ώρα που θα φύγουν από τον κόσμον αυτόν. Σήμερα εμείς σπεύδουμε να κοινωνήσουμε ενώ μια ζωή ολόκληρη δεν κοινωνούσαμε, ή κοινωνούσαμε ατελώς, ή κοινωνούσαμε και αναξίως! Και σπεύδουμε να κοινωνήσουμε– δυστυχώς, ούτε αυτό το ζητάμε εμείς, οι συγγενείς μας το φροντίζουν γιατί απ’ το μυαλό μας καν δεν πέρασε η ιδέα ότι πρέπει να φροντίσουμε γι’αυτό το θέμα. Πώς να φροντίσεις, αδελφέ μου, τελευταία στιγμή, αν σε όλη σου την ζωή δεν εφρόντισες γι’ αυτό το θέμα; Δεν ήσουνα ο κοινωνών, δεν ήσουνα μέσα στον γάμο του Χριστού– αυτό θα πει «κοινωνώ», συζευγνύομαι, ενώνομαι με τον Νυμφίον Χριστόν, γίνομαι ένα. Πώς γυρεύεις τώρα; Τι γυρεύεις τώρα; Γι’αυτό πολλές φορές έρχεται ο θάνατος και δεν προλαβαίνομε τίποτα. Λέγει, λοιπόν, ο Ιερός Χρυσόστομος: «Δεν είναι ο καιρός των μυστηρίων τότε, όταν πεθαίνεις. Είναι ο καιρός των διαθηκών…». Τότε κάνουμε την διαθήκη μας.
Και όπως λέγει εκείνο το πολύ απογοητευτικόν, αλλά αληθές: Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης λέγει: «Εκείνοι που τελευταία στιγμή ζητούν να κοινωνήσουν, ενώ στην ζωή τους δεν κοινωνούσαν και φρόντισαν οι συγγενείς– και μάλιστα δε πολλές φορές και οι συγγενείς γίνονται εμπόδιο, όταν λέγουν: «Α, μην του το πούμε, και πει ότι θα πεθάνει…». Ή: «Μην μας δει ο κόσμος ότι έρχεται ο ιερέας στο σπίτι μας και πουν: «Να, ετοιμοθάνατος υπάρχει στο σπίτι». Βλέπετε μέχρι τελευταία στιγμή η ανθρωπαρέσκεια! Τι θα πει ο κόσμος… Και αφήνομε τον άνθρωπό μας να πεθάνει έτσι…- Όμως», λέγει, «πηγαίνομε και κοινωνούμε αυτούς τους ανθρώπους, γιατί μας το ζήτησαν. Αλλά δεν είμεθα βέβαιοι αν αυτοί θα σωθούν…». Βλέπετε, αγαπητοί μου;
Γι’αυτό λέγει τώρα εδώ: «Βλέπε οὖν ψυχή μου, μή τῷ ὕπνῳ κατενεχθῇς, ἵνα μή τῷ θανάτῳ παραδοθῇς, καί τῆς Βασιλείας ἔξω κλεισθῇς». «Ἀμήν, ἀμήν, λέγω ὑμῖν, οὐκ οἴδα ὑμᾶς!». «Κύριε, Κύριε, ἄνοιξον ὑμῖν!». «Σας βεβαιώνω, δεν σας γνωρίζω». Έκλεισε η πύλη. Και κλείνει η πύλη με τον θάνατο. Και είναι οριστικά πλέον κλεισμένη η πύλη της σωτηρίας. Και της μετανοίας. Δεν υπάρχει πια…
Συνεπώς, ο ιερός συντάκτης, μια τελευταία κραυγή προς τον Χριστόν: «ἀλλά ἀνάνηψον κράζουσα», «Ψυχή μου, έλα να ανανήψεις και να κραυγάσεις: Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος εἶ ὁ Θεός ἡμῶν» κ.λπ. «Έλα να ανανήψεις». Η ανάνηψις. Έλα να καθαρθείς. Νήψις –το «νη» με ήτα- από το νήφω, σημαίνει είμαι σε κατάσταση πολύ καλής φόρμας μου. Διότι, εκείνος που μεθά, φυσικά δεν είναι σε νήψη. Το ρήμα «νήφω» αναφέρεται σε εκείνον ο οποίος δεν μεθά. Είναι το αντίθετον του «μεθώ», το «νήφω», και συνεπώς έχω διαύγεια του νου. Άρα καθαρότητα του νου. Εδώ μεταφορικά στην πνευματική ζωή, νήψις θα πει καθαρότητα καρδίας.
«Ἀνάνηψον, ψυχή μου»… Αν μέχρι τώρα στάθηκες μέσα στην μέθη των μεριμνών του βίου τούτου, μέσα στην μέθη της αμαρτίας και των παθών, ε, έλα τώρα να ανανήψεις! Έλα τώρα να καθαρίσεις τον εαυτόν σου, για να μπορέσεις να γίνεις κατοικητήριον του Θεού. Γιατί ο Κύριος είπε: «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται». «Ευτυχισμένοι εκείνοι που έχουν καθαρή καρδιά, γιατί αυτοί θα δουν τον Θεό». Και «καθαρή καρδιά» θα πει «νήφουσα καρδιά». Καρδιά, η οποία είναι καθαρή, η οποία είναι σε εγρήγορση, η οποία είναι αναμένουσα τον Κύριον, καρδιά η οποία είναι αφιερωμένη στον Κύριον, κατάλληλη για να συζευχθεί μαζί Του.
Αυτό, αγαπητοί μου, είναι το τροπάριον «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός»… Και βέβαια, μια φορά τον χρόνο, η Εκκλησία μας, μας το υπενθυμίζει. Μας υπενθυμίζει αυτές τις θέσεις. Εκείνοι που κάνουν το Μεσονυκτικό, το θυμούνται και κάθε μέρα, γιατί είναι ένα τροπάριο καθημερινό, εις το Μεσονυκτικόν, «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος…» κ.τ.λ. Όμως, αγαπητοί μου, προσέξτε, όχι να το θυμόμαστε κάθε χρόνο, κάθε μέρα να το θυμόμαστε. Κάθε στιγμή να το θυμόμαστε! Και να νήφομε. Λέει ο απόστολος Παύλος στον Τιμόθεο: «Σὺ δέ, ὦ ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, νῆφε ἐν πᾶσι». «Να ‘χεις νήψη σε όλα, και να είσαι πάντοτε ὁ γρηγορῶν». Τι άλλο θα θέλαμε, αγαπητοί μου, παρά να γίνουμε εκείνοι που θα προσδοκούμε τον ερχομό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, του Νυμφίου της Εκκλησίας μας.
ΟΡΘΡΟΣ Μ. ΔΕΥΤΕΡΑΣ[:Ματθ.21,18-22]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου, με θέμα:
«Η ΑΚΑΡΠΗ ΣΥΚΙΑ ΤΥΠΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 12-4-1987]
«Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐπανάγων ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν πόλιν ἐπείνασε· καὶ ἰδὼν συκῆν μίαν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ἦλθεν ἐπ᾿ αὐτήν, καὶ οὐδὲν εὗρεν ἐν αὐτῇ εἰ μὴ φύλλα μόνον, καὶ λέγει αὐτῇ· μηκέτι ἐκ σοῦ καρπὸς γένηται εἰς τὸν αἰῶνα. Καὶ ἐξηράνθη παραχρῆμα ἡ συκῆ(:Εκείνον τον καιρό, επιστρέφοντας ο Ιησούς εις την πόλιν, πείνασε. Και βλέποντας μια συκιά στον δρόμο, πήγε να φάγει σύκα. Αλλά δεν βρήκε παρά μόνο φύλλα. Και τότε λέγει εις την συκιά: ‘’Από σένα ποτέ καρπός να μη γίνει εις τον αιώνα’’. Και αμέσως η συκιά ξεράθηκε)».
Ήτο η τελευταία φορά, αγαπητοί μου, που ο Κύριος ανήρχετο εις τα Ιεροσόλυμα. Και ανήλθε για την μεγάλη Του προσφορά, για την μεγάλη Του θυσία. «Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα», έλεγε εις τους μαθητάς Του «και ο Υιός του ανθρώπου θα παραδοθεί σε χέρια αμαρτωλών και θα σταυρωθεί και θα πάθει πολλά και την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί».
Όμως, αυτός, άραγε, ο λαός που θα έβαζε βέβηλα χέρια επάνω εις τον Μεσσία του, τι θα απογινόταν; Αυτός ο λαός που δεν εδέχτηκε τον Μεσσία του, Αυτόν, που εξέλεξε τον γενάρχη του, τον Αβραάμ, Αυτόν, που οδήγησε τους προγόνους των εις την Αίγυπτον, Αυτόν, που έβγαλε αυτούς από την Αίγυπτον και τους έθρεψε 40 χρόνια με μάννα εις την έρημο, Αυτός, που τους πέρασε και από την Ερυθράν Θάλασσαν και από τον Ιορδάνη κατά θαυμαστόν τρόπον και τους έδωκε την Γην που υπεσχέθη εις τον Αβραάμ. Αυτός τώρα, που έδωσε τον Νόμο εις το Σινά, ενηνθρώπησε και ήρθε ανάμεσα στον λαό Του. Και ο λαός Του Τον σταυρώνει. Άραγε τι θα μπορούσε να γίνει με αυτόν τον λαόν, που δεν αναγνωρίζει τον Μεσσίαν του, δεν παραδέχεται τον ευεργέτην του, και σταυρώνει τον Θεό του, τον Ενανθρωπήσαντα, τι θα γίνει με αυτόν τον λαόν;
Ο Κύριος, για να δείξει τι θα γίνει, εδημιουργήθη αυτό το περιστατικόν με τη συκιά. Για να τονίσει επιπλέον στο θαύμα αυτό της συκιάς και μια παραβολή. Και το μεν περιστατικό το ακούσαμε. Όταν επέστρεψε, λέγει, εις τα Ιεροσόλυμα, όχι από μακριά –ο Κύριος ηυλίζετο εις το Όρος των Ελαιών, ήταν λίγο έξω από τα Ιεροσόλυμα, πλάι στα Ιεροσόλυμα ήταν το Όρος των Ελαιών, ένα ξεροποταμάκι χώριζε το Όρος των Ελαιών από την πόλη. Πήγαινε εκεί το βράδυ και επέστρεφε το πρωί εις τα Ιεροσύλυμα. Γι’αυτό λέγει το ιερόν κείμενον: «Ἐπανάγων ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν πόλιν(:Ξαναγυρίζοντας εις την πόλη, ο Ιησούς)». Πείνασε και αναζητά σε μια συκιά που την είδε εκεί στον δρόμον, κάποια σύκα. Σημειώσατε, όμως, ότι δεν ήταν η εποχή που είχε σύκα.
Ένας ιερός ευαγγελιστής, όχι ο Ματθαίος, μας λέγει ότι δεν ήταν η εποχή που είχε σύκα. Κι ο Κύριος λέγει αυτήν την κατάρα :«Από σένα σύκα να μην φάει κανείς ποτέ, να μην κάνεις ποτέ σύκα» και ξεράθηκε η συκιά. Δεν εγνώριζε ο Κύριος ότι δεν ήτο η εποχή των σύκων; Ήτο απλώς μία αισθητοποίησις μιας καταστάσεως ή μιας απαντήσεως στο ερώτημα που είπαμε: «Τι θα γίνει με τον λαόν αυτόν;». Ποια ήτο η απάντησις; Η απάντησις ήτο ότι ο λαός αυτός σαν τη συκιά θα ξεραθεί. Συνεπώς αυτό το θαύμα που έκανε ο Κύριος και οι μαθηταί εξεπλάγησαν, «πῶς παραχρῆμα», λέγει, «ἐξηράνθη ἡ συκῆ;». «Πώς τόσο γρήγορα -αμέσως!- ξεράθηκε η συκιά;». Κατά έναν εντυπωσιακόν τρόπον ήθελε ο Κύριος να τονίσει με το θαύμα αυτό, σας λέγω, τι μπορούσε να γίνει με τον λαό αυτόν.
Και για να τονίσει ακόμη πιο πολύ, είπε και μία παραβολή– θα τη δούμε λίγο πιο κάτω- ώστε όταν ο Κύριος διδάσκει, διδάσκει κάποτε με κάποια λόγια. Αν θέλει να δημιουργήσει μνήμη στα λόγια Του αυτά, λέγει μία παραβολή. Κι αν θέλει να δημιουργήσει μια ακόμη μεγαλυτέρα μνήμη σε εκείνα που τονίζει, κάνει και ένα θαύμα. Έτσι έχομε διδασκαλίαν, έχομε παραβολήν, έχομε και θαύμα. Ο Κύριος μίλησε για την Ιερουσαλήμ, είπε πολλά… «Ω Ιερουσαλήμ, συ που σκοτώνεις τους απεσταλμένους σε σένα. Πόσες φορές δεν θέλησα να σε μαζέψω και δεν θελήσατε. Να, ὁ οἶκος ὑμῶν, τα σπίτια σας, η πόλη σας, η πατρίδα σας -αυτό θα πει ‘’οἶκος’’- αφήνεται έρημος». Αυτό ήταν διδασκαλία.
Ή ακόμα, έδωσαν οι ίδιοι την απάντηση περί της καταδίκης των. «Ποτέ», λέει, «δεν γνωρίσατε, δεν διαβάσατε στη Γραφή που λέγει εκείνην την πέτραν που απεδοκίμασαν αυτοί στάθηκε εις κεφαλήν γωνίας; Και αυτή θα πέσει να συντρίψει, να λιώσει εκείνους που στέκουν να σκοντάψουν επάνω της;». Είπε την παραβολή των κακών γεωργών –την ακούσαμε στη σημερινήν ευαγγελικήν περικοπήν: «Πέστε μου», λέγει, «αυτούς τους γεωργούς που με κακόν τρόπον υπεδέχθησαν τους απεσταλμένους, τους γεωργούς που υπεδέχθησαν με τόσον κακόν τρόπον ο οικοδεσπότης του αμπελώνος τι θα τους κάνει;». «Κακοὺς κακῶς ἀπωλέσει». Το είπαν οι ίδιοι. «Αυτούς τους κακούς με κακόν τρόπο θα τους καταστρέψει». Έδωσαν οι ίδιοι την απάντηση.
Ήθελε, λοιπόν, να τονίσει, χωρίς να υπάρχει ούτε η παραμικρά αμφιβολία, ότι ο λαός αυτός θα έπεφτε στην οργή του Θεού. Αλλά, αγαπητοί μου, ας δούμε λίγο πιο κοντά το θαύμα. Βλέπουμε εδώ μία εικόνα. Μία συκιά. Το θαύμα, μαζί με την παραβολή που αναφέρεται στην συκιά, είναι μία εικόνα. Και δεν είναι παρά ο τύπος, η εικόνα της συναγωγής. Αυτό θα επάθαινε η Συναγωγή. Δηλαδή ο εβραϊκός λαός.
Αλλ’ ,όμως, για να είμεθα δίκαιοι, ουδέποτε ο λόγος του Θεού εξαντλείται πάντα σε ένα περιστατικόν. Αλλά μέσα στην ιστορία, εφόσον τα ίδια γεγονότα επαναλαμβάνονται, εφόσον τα ίδια αίτια υπάρχουν και έχομε τα ίδια αποτελέσματα, ισχύει ο λόγος του Θεού ανά πάσα στιγμή. Αυτό ισχύει και δια την Εκκλησίαν. Όταν η εκκλησία ξεχνά τον Κύριόν της -βεβαίως δεν ακριβολόγησα αυτήν την ώρα, δεν είναι η Εκκλησία· η Εκκλησία είναι η Άμωμος, είναι η Νύμφη που έχει τον Νυμφίον της Χριστόν, αλλά εννοώ εκείνα τα μέλη της Εκκλησίας, που κάποτε μπορεί να είναι πάρα πολλά, μπορεί να είναι μία πόλις, μπορεί να είναι ένας λαός ολόκληρος, όταν τα μέλη δεν πηγαίνουν καλά, όταν τα μέλη σαπίζουν και τότε έρχεται να αποδοκιμάσει μία τέτοιαν εκκλησίαν, όχι την Εκκλησία· ακριβολογώ: να αποδοκιμάσει κάποια τέτοια σάπια, ,αδόκιμα μέλη. Και τότε, κατά δυστυχίαν μας, γιατί ανήκομε εις την Εκκλησίαν του Χριστού, αν είμαστε τέτοια άχρηστα μέλη, τότε, αγαπητοί μου, ισχύει και για μας αυτό το θαύμα της ξηρανθείσης συκής, της ξεραμένης συκιάς. Ισχύει και για μας, ισχύει δηλαδή και δια την εκκλησίαν μας. Και για το έθνος μας. Ένας λαός που δεν πηγαίνει κατά τα εντάλματα του Κυρίου, αλλά βαδίζει στα δικά του τα μονοπάτια, εκείνα που θέλει, εκείνα που ξέρει, ώστε να αφίσταται του Κυρίου, δηλαδή να δημιουργεί το φαινόμενον της αποστασίας, τα ίδια παθαίνει.
Α λλά και μία οικογένεια, τα ίδια παθαίνει. Και ένα άτομο, τα ίδια παθαίνει. Δεν υπάρχει πιο τρομερό πράγμα, πιο αισχρόν θέαμα. Αισχρόν, με την έννοια του βδελύγματος· με αυτήν την έννοια αισχρόν. Δηλαδή, σίχαμα. Από του να βλέπεις έναν άνθρωπο που έχασε την χάρη του Θεού- Χριστιανός! Πιστός!- και είναι αυτός ο άνθρωπος μία περιφερομένη, ξεραμένη συκιά… Δεν υπάρχει πιο φοβερό πράγμα, πιο αξιοδάκρυτο πράγμα από το να βλέπεις έναν άνθρωπο που έφυγε η Χάρις του Θεού από αυτόν. Ω, να τρομάζουμε γι’ αυτό, σας λέγω αλήθεια, να τρομάζουμε. Και να αναρωτιόμαστε: Έχουμε την χάρη του Θεού; Μήπως ξεραθήκαμε; Μήπως; Μήπως;
«Ὁ Ἰησοῦς», λέγει, «ἐπανάγων εἰς τὴν πόλιν ἐπείνασε». Επείνασε. Βέβαια επείνασε πραγματικά, διότι ήτο αληθής άνθρωπος. Διότι είχε πραγματικήν ανθρωπίνη φύση και επείνασε. Πιθανώς να έφυγε πολύ πρωί από το Όρος των Ελαιών. Πιθανώς και την προηγουμένη ημέρα να μην είχε φάει· διότι υπήρχε έντασις στον λόγο Του και δεν έμεναν περιθώρια για φαγητό. Ο Κύριος πείνασε. Δείχνει εδώ την ανθρωπίνη φύση. Αλλά και κάτι άλλο. Πεινάει, αγαπητοί μου, μέσα στους αιώνας, ο Θεός και Λόγος που ενηνθρώπησε, πεινάει τη σωτηρία μας. Λέγει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ερμηνεύοντας εκείνα που θα πει ο Κύριος κατά την Κρίσιν: «Ἐπείνασα», λέγει, «καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν». Και ούτω καθεξής. Και ο άγιος Συμεών δεν ερμηνεύει, όπως θα λέγαμε, σε πρώτο πλάνο, τα λόγια του Κυρίου, ότι δηλαδή «πείνασα και δεν μου δώσατε ένα πιάτο φαΐ, ένα κομμάτι ψωμί»· ταυτίζοντας ο Κύριος τον εαυτόν Του με τους ελαχίστους αδερφούς, παρακατιανούς ανθρώπους, με τους φτωχούς. Λέγει ο άγιος Συμεών ότι είναι κάτι βαθύτερο: «Επείνασα την σωτηρία σου και δεν με τάισες. Δηλαδή δεν ανταποκρίθηκες σε εκείνο που Εγώ ζητούσα από εσένα. Εδίψασα την σωτηρία σου και δεν με ξεκούρασες με το να μου δώσεις μία αναψυχή, με το να σε δω να πηγαίνεις καλύτερα, να προκόβεις στην αρετή».
Κοιτάξτε, με ακούτε αρκετοί γονείς αυτήν την ώρα, μητέρες και πατέρες. Αν για μια στιγμή δείτε στο παιδί σας που τυχόν αντιδρά, όπως τα παιδιά της εποχής, δείτε κάποια στιγμή να σας ακούει, δείτε να ανταποκρίνεται σε εκείνο το οποίο εσείς του λέτε, πέστε μου, τι αισθάνεστε μέσα σας; Μίαν ανακούφιση. Μία αναψυχή. Σαν να φάγατε και να ήπιατε. Αυτό λέγει ο άγιος Συμεών. «Επείνασα τη σωτηρία σου και δεν μου έδωκες να φάω. Εδίψασα τη σωτηρία σου και δεν μου έδωκες να πιω». Αλλά αυτό, αγαπητοί μου, δεν αναφέρεται μόνο στα πρόσωπα. Αναφέρεται και στις οικογένειες, αναφέρεται και σε ένα ολόκληρο λαό.
Επείνασε, λοιπόν, ο Κύριος. Και έρχεται τώρα να βρει… να βρει τι; Εκείνο που πείνασε. Την σωτηρία μας. Να δει, ανταποκρινόμεθα εις την σωτηρίαν που μας έφερε; Η αγάπη Του μας έφερε την σωτηρία εις τον κόσμον. Ανταποκρινόμεθα; Και ψάχνει μέσα στα φύλλα του δέντρου να βρει σύκα. Τα φύλλα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο τύπος, η τυπολατρία. Δυστυχώς. Βρίσκει μόνο τυπολατρία. Ή σε έναν άνθρωπο, ή σε έναν λαό.
Βλέπετε, Μεγάλη Εβδομάδα. Για να μην πάω πιο πίσω, Μεγάλη Σαρακοστή. Αλλά παίρνω την Μεγάλη Εβδομάδα. Υποτίθεται ότι ο άνθρωπος πρέπει να καρποφορήσει, να ανταποκριθεί σε εκείνο που θέλει ο Θεός. Αλλά δεν καρποφορεί ο άνθρωπος. Πάει στην εκκλησία βεβαίως, μπορεί να πηγαίνει κάθε βράδυ και κάθε πρωί. Μπορεί να συγκινείται ίσως με τα τελούμενα και τα ακροώμενα, αλλά δεν αλλάζει η ζωή του. Μένει σε έναν τύπο. Χωρίς να πούμε ότι ο τύπος δεν χρειάζεται, αλλά δεν είναι επαρκής. Όπως ακριβώς, ένα δέντρο μπορεί να ζήσει χωρίς τα φύλλα. Τι είναι τα φύλλα; Είναι οι πνεύμονές του. Θα αναπνεύσει, θα πάρει ακόμα και τροφή από τα φύλλα. Θα την πάρει από τον αέρα την τροφή. Για να θρέψει τον καρπόν. Έτσι ο τύπος είναι σπουδαίον στοιχείον μέσα στη ζωή της ευσεβείας. Αλλά δεν είναι, όμως, ο καρπός. Και έρχεται και αναζητά τον καρπόν. Και βρίσκει φύλλα. Όπως σας είπα, τα φύλλα της τυπολατρίας. Και τότε ο Κύριος μένει πεινασμένος. Δεν Τον χορταίνουμε. Δεν χορταίνει με ό,τι ακολουθίες, λιτανείες, παραστάσεις κι αν κάνουμε, αν ο λαός αυτός μέσα του δεν έχει αλλάξει.
Είναι εκείνο που λέγει ο απόστολος Παύλος και αναφέρεται μάλιστα, αν θέλετε, ειδικότερα εις τους Γνωστικούς, γιατί εκεί αναφέρεται, αλλά και σε κάθε πιστόν μέσα στην Ιστορία : «Ἔχοντες», λέγει, «μόρφωσιν εὐσεβείας, τὴν δὲ δύναμιν αὐτῆς ἠρνημένοι». Ποια είναι αυτή η «μόρφωσις»; «Μόρφωσις» θα πει «σχημάτισις». «Μορφώνω» θα πει «σχηματίζω». Αυτό που λέμε «καλουπιάζω». «Έχουνε», λέγει, «μορφή, μόρφωμα, καλούπιασμα ευσεβείας», δηλαδή βλέπεις έναν άνθρωπο ίσως να έχει μια σεμνότητα. Να προσέχει τα ρούχα του, πώς θα ντυθεί, το περπάτημά του, τους τρόπους του, βλέπεις ότι αυτός ο άνθρωπος είναι καλουπιασμένος μέσα εις την πνευματική ζωή. Αλλά, «τὴν δὲ δύναμιν αὐτῆς ἠρνημένοι». Έχω, δηλαδή, μόρφωμα, καλούπιασμα πνευματικής ζωής, αλλά την δύναμη της πνευματικής ζωής, την ενέργεια της πνευματικής ζωής, δεν την έχω. Και δεν λέει: «δεν την έχουν», αλλά «ἠρνημένοι»· που σημαίνει ότι φθάνει ο άνθρωπος να μη θέλει την δύναμη της πνευματικής ζωής, αλλά να αρκείται μόνο στο σχήμα της ευσεβείας.
Επιτρέψατέ μου. Είναι εκείνο που λέμε πολλές φορές: «Ευλογείτε! Ευλογείτε! Προσεύχεστε για μένα! Ο Θεός να σας ευλογεί!». Όλα αυτά είναι ωραία, δεν τίθεται θέμα, δεν τα βγάζουμε. Αλλά, όταν μένουμε σε αυτά, δεν σας το κρύπτω ότι έχω φτάσει να πω σε ανθρώπους, όταν μου λέγουν: «Προσεύχεστε για μένα, σας παρακαλώ, προσεύχεστε», εν τω μεταξύ με έχουν κάνει και έχω αγανακτήσει με τον τρόπο με τον οποίο ζουν και επανέρχονται σε χοντρά πράγματα και να λέγω: «Όχι, δεν προσεύχομαι για σένα!». Σας κάνει εντύπωση αυτό; Ξαναλέγω: «Όχι δεν προσεύχομαι για σένα!». –«Πάτερ…». –«Ναι, δεν προσεύχομαι. Εάν εσύ δεν φροντίσεις πρώτα για τον εαυτό σου, πώς θέλεις ο άλλος να φροντίσει για σένα; Δεν θα πιάσει τίποτε για σένα, εάν εσύ πρώτος δεν φροντίσεις την σωτηρία σου. Εσύ κοροϊδεύεις! Υποκρίνεσαι! Είσαι μια συκιά μόνο με φύλλα! Δεν έχεις τίποτα πάνω σου! Και πού αρκείσαι; Με το να λες στους άλλους ‘’Εύχεστε για μένα, εύχεστε για μένα’’»;
Ωωωω… .Πολλοί άνθρωποι κάπως έτσι τοποθετούνται. Σας βεβαιώνω ειλικρινά, το έχω πει πολλές φορές σε ανθρώπους: «Δεν προσεύχομαι για σένα. Από την στιγμή που θα σε δω να παίρνεις στα σοβαρά το θέμα της σωτηρίας σου, θα αρχίσω να προσεύχομαι για σένα». Ή, αν θέλετε, εκείνος που δεν θα μου το ζητήσει να προσεύχομαι γι’ αυτόν, θα αρχίσω να προσεύχομαι για αυτόν, γι’ αυτόν ναι, γιατί αυτός ακόμη δεν κατάλαβε τίποτα. Αλλά ο άλλος; Ο άλλος καταλαβαίνει. Αλλά θέλει να μένει μόνο στα φύλλα της ευσεβείας, της τυπολατρίας ή στη μορφήν, στο μόρφωμα της εὐσεβείας.
Έτσι, αγαπητοί μου, αναζητά ο Χριστός την σωτηρία και περιτρέχει ολόκληρη την Παλαιστίνη, για να σώσει αυτόν τον λαόν τον περιούσιον, αυτός που ήτο η περιουσία του Ιδίου του Θεού, ήτο ο αμπελών του Θεού. Αλλά ο Ίδιος περιτρέχει μέσα στην Ιστορία ολόκληρη την υφήλιο. Και τον λαό μας. Περιτρέχει ο Ιησούς Χριστός. Και η χάρις Του μας φωτίζει. Εμείς Τον βρίσκουμε, Τον προπηλακίζουμε, Τον αρνούμεθα. Δεν θέλουμε να βλέπουμε το πρόσωπό Του. Εκείνος επιμένει, αλλά προσέξτε: Έως πότε;
Είναι εκείνο που είπε κάποτε: «Ἓως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν (:έως πότε θα σας ανέχομαι), ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη;». Αναζητά, αλλά έως πότε… Έρχεται κάποτε η φοβερή καταδίκη, η ξηρότης… Ω, αυτή η ξηρότης, η ξηρότης… Μόνο που θα το ακούσουμε, και θα μπορούσε κάποιος να μας πει, να μου πει εμένα: «Παππούλη μου, είσαι ένα ξερό κούτσουρο», θα άρχιζα να κλαίω. Βέβαια, αν άρχιζα να κλαίω, σημαίνει ότι δεν είμαι ξερό κούτσουρο, γιατί αν το θέλετε, το ξερό κούτσουρο δεν έχει τίποτα. Τίποτα. Αφού είναι ξερό. Δεν έχει καμία υγρασία, καμία ικμάδα. Αλλά σημαίνει «δεν προσέχω, πάω να γίνω ξερό κούτσουρο». Τι θα κάνατε εσείς; Αν σας το ‘λεγε ο πνευματικός σας, ένας φίλος σας: «Δεν πας καλά! Δεν πας καλά!». Τι θα κάνατε; Αγαπητοί, ας μας τρομάζουνε μερικά πράγματα.
Ωστόσο, φαίνεται από την ακαρπία μας η ξηρότης. Ένα ξερό δέντρο δεν κάνει καρπούς, ούτε και φύλλα δεν έχει, γιατί τα απαρνείται κι αυτά, τα ρίπτει τα φύλλα. Όμως, μην ξεχνάμε ότι εκείνη η συκιά που ξεράθηκε –παραχρήμα!- είναι ένας τύπος, τύπος επιγείου τιμωρίας, αλλά και ουρανίου. Είναι και η Κόλασις. Είναι τύπος της Κολάσεως· διότι η Κόλασις δεν είναι τίποτε άλλο παρά πνευματική ξηρότης. Δεν μπορεί ο κολασμένος να αλλάξει τίποτα εις την ζωήν την οποίαν βρίσκεται. Εξάλλου, αυτό είναι το χαρακτηριστικόν, ότι η Κόλασις, όπως και η Βασιλεία του Θεού, δεν αλλάζει τίποτα. Δεν αλλάζει τίποτα. Είναι παγιωμένες καταστάσεις.
Σας είπα και ότι ο Κύριος είπε και μία παραβολή, για να τονίσει το ίδιο πράγμα. «Ένας», λέγει, «είχε έναν αμπελώνα. Και φύτεψε μια συκιά. Και πήγαινε κάθε χρόνο να βρει σύκα. Πήγε την πρώτη χρονιά, δεν βρήκε. Πήγε την δεύτερη, δεν βρήκε. Πήγε την τρίτη, δεν βρήκε. Τότε, λέγει στον αμπελουργόν: ‘’Ἔκκοψον αὐτήν· ἱνατί καὶ τὴν γῆν καταργεῖ;’’(:Κόφ’ την από δω να φύγει, μου καταργεί και το χωράφι, μου καταργεί τον τόπο, δεν μου αφήνει να φυτέψω κάτι άλλο!)».
Είναι, καταρχάς, οι τρεις μεγάλες περίοδοι της ιστορίας του Ισραήλ· που στέλνει προφήτας, ξαναστέλνει, ξαναστέλνει… Αλλά δεν πείθεται αυτός ο λαός. Και λέγει ο αμπελουργός, ο αγαθός αμπελουργός, που είναι ο Ενανθρωπήσας Υιός του Θεού: «Κύριε», λέει, «ἄφες καὶ τοῦτο τὸ ἔτος –τέταρτον έτος. Εγώ θα βάλω λίπασμα, κοπριά και αν δεν κάνει και αυτό το έτος, τότε να την κόψουμε». Και τι είναι; Είναι η υστάτη στιγμή. Είναι τα τρία χρόνια της δημοσίας ζωής του Κυρίου. Θέλετε όμως κάτι άλλο; Κι άλλα τριάντα χρόνια που περιμένει από το 33μ.Χ. έως το 70 μ. Χ. και περιμένει, θα λέγαμε, άλλα 27 χρόνια, για να καρπίσει αυτή η συκιά του Ισραήλ! Αλλά δεν καρπίζει. Και ήρθε εκείνη η φοβερή καταστροφή της Ιερουσαλήμ. Εκείνο το «ἔκκοψον αὐτήν». «Κόφ’ τηνε. Κόφ’ τηνε!». Πωπω… Φοβερό!
Είναι σαν κι εκείνο το όνειρο που είδε ο Ναβουχοδονόσορ και του το εξηγεί ο Δανιήλ. Άκουσε μια φωνή ο Ναβουχοδονόσορ, ένα δέντρο πανύψηλον. «Να κοπεί το δέντρον!». Και του λέει ο Δανιήλ: «Βασιλιά μου, αυτός είσαι εσύ. Είναι εντολή του Θεού. Θα κοπείς γιατί αλαζονεύτηκες. Θα κοπείς! Θα κοπείς!». Φοβερό πράγμα… Και κόπηκε ο λαός.
Αλλά για τον καθένα μας, αγαπητοί μου, είναι τρεις περίοδοι της ζωής του. Είναι τα εφηβικά του χρόνια. Εκείνα που πια καταλαβαίνει. Και πρέπει να αποδώσει καρπόν. Δεν αποδίδει. Περιμένει ο Θεός. Έρχονται τα ώριμα χρόνια. Τα δημιουργικά χρόνια. Εκείνα που ο άνθρωπος αναπτύσσεται επαγγελματικά, κάνει την οικογένειά του… Τα ώριμα χρόνια. Περιμένει ο Χριστός. Καρπόν. Δεν δημιουργείται καρπός. Έρχεται η τρίτη περίοδος, τα γεροντικά χρόνια. Περιμένει ο Χριστός. Και τι γίνεται κάτι, καμιά φορά, αν το ‘χετε δει, εγώ σας το μαρτυρώ πολλές φορές. Ο άνθρωπος στο κρεβάτι πεθαίνει και τότε θυμούνται, ίσως κάποτε όχι αυτός, οι συγγενείς του, να φέρουν τον πνευματικόν να εξομολογηθεί ή να κοινωνήσει- γιατί πολλές φορές θέλουν να κοινωνήσει, αλλά χωρίς εξομολόγηση, ή να μην είναι σε θέση να εξομολογηθεί και ο ιερεύς δεν προλαβαίνει και πεθαίνει ο άνθρωπος και λέμε: «Αλήθεια, για κοίταξε, γιατί ο Θεός δεν επέτρεψε να προλάβει ο πνευματικός να κοινωνήσει ο άνθρωπος αυτός;». Κόπηκε το δένδρον…
Αυτό δεν μας τρομάζει; Γι΄αυτό αγαπητοί μου, ο καθένας στην ψυχή του να πει τα εξής, που λέγει σήμερα ένα τροπάριο του Όρθρου: «Ὦ ψυχή μου, τῆς ξηρανθείσης συκῆς διὰ τὴν ἀκαρπίαν, τὸ ἐπιτίμιον φοβηθεῖσα, καρποὺς ἀξίους τῆς μετανοίας προσάγαγε Χριστῷ, τῷ παρέχοντί σοι τὸ μέγα ἔλεος».
ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΡΙΤΗΣ[ Ματθ.23,14-15]
«ΟΤΑΝ Ο ΘΕΟΣ ΛΕΓΕΙ ‘’ΑΛΙΜΟΝΟΝ’’»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 24-4-1989]
Όπως αντιληφθήκαμε, αγαπητοί μου, από την ευαγγελική περικοπή, ένα πολύ μεγάλο τμήμα ανεφέρετο εις τον ταλανισμόν των Γραμματέων και των Φαρισαίων. Έλεγε ο Κύριος: «Οὐαὶ ὑμῖν, Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι …» κ.τ.λ. Και όταν ταλανίζει ο Θεός, είναι κάτι φρικτό. Οι ταλανισμοί αυτοί -δηλαδή «οὐαὶ» θα πει «αλίμονο», «οὐαὶ» θα πει «αλίμονο»– συνεπώς, «ταλανίζω» και αυτό ακριβώς είναι το φοβερό ότι αυτοί οι ταλανισμοί, δηλαδή «ταλανίζω», λέω «οὐαὶ», λέω «αλίμονο», έχουν και επίκαιρον και εσχατολογικόν χαρακτήρα. Είναι επτά οι ταλανισμοί, τα «οὐαὶ», τα «αλίμονο» που λέει ο Κύριος προς τους Γραμματείς και εις τους Φαρισαίους. Οκτώ βέβαια είναι για την ακρίβεια, αλλά θεωρείται ότι το πρώτο «οὐαὶ» εισήχθη από τον Μάρκον σε μια αντιγραφή. Πάντως, όπως κι αν έχει το θέμα, και εκείνο του Μάρκου που αναφέρεται στο ευαγγέλιο του Μάρκου και εκείνο ο Κύριος το είπε.
Αυτοί οι ταλανισμοί είναι μία προέκτασις έξι ταλανισμών, έξι «οὐαὶ», που λέγει ο προφήτης Ησαΐας εις το πέμπτον κεφάλαιον. Και εκεί ομιλεί ο Λόγος του Θεού, είναι το ίδιο πρόσωπο. Και δια του προφήτου ταλανίζει τότε εκείνους οι οποίοι ήσαν άξιοι ταλανισμού. Όπως, επί παραδείγματι, «όταν», λέγει, «σπρώχνεις, σπρώχνεις τα όριά σου από το χωράφι σου για να πάρεις χωράφι από τον άλλον»· και ούτω καθεξής. Μέσα, λοιπόν, σ’ αυτά τα «οὐαὶ» βρίσκομε πολλές φορές κι εμείς τον εαυτόν μας γιατί, πώς να το κάνομε, αποτείνονται για τον καθένα από εμάς, όταν για κάποιον λόγο θα φτάναμε να μοιάζομε στη συμπεριφορά με εκείνους προς τους οποίους ο Κύριος απέτεινε το «οὐαὶ». Και τι σημαίνει; «Οἷα κακὰ καὶ οἷος ὄλεθρος πνευματικὸς ἀναμένει ἡμᾶς», λέγει ένας ερμηνευτής. Δηλαδή, «τι κακά, ποια κακά και ποια καταστροφή πνευματική μας αναμένει!».
«Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί». Σε όλους αυτούς τους ταλανισμούς που ο Κύριος αποτείνει προς τους Φαρισαίους και τους Γραμματείς, στερεοτύπως επαναλαμβάνεται το «ὑποκριταί». Και «ὑποκριτής» στον χώρο της θρησκείας σημαίνει, όπως λέγει ένας άλλος ερμηνευτής, «ὡς ὑποκρινομένους εὐλάβειαν καὶ ἀρετήν». «Σαν να υποκρίνονται την ευλάβεια και την αρετή, ενώ στην πραγματικότητα δεν υπάρχει» Έτσι, θα λέγαμε, ότι υπάρχει μια ανομοιότητα ανάμεσα στο μέσα και στο έξω. Στο μέσα του ανθρώπου και στο έξω του ανθρώπου. Γι’αυτό, επιτρέψατέ μου αγαπητοί, να δούμε κανα-δυο, όσο ο χρόνος μας πάρει, απ’ αυτούς τους ταλανισμούς, να τους αναλύσομε, διότι, όπως θα δείτε, μας ενδιαφέρουν πάρα πολύ.
Ένας εξ αυτών λέει: «Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι καθαρίζετε τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ἐξ ἁρπαγῆς καὶ ἀδικίας. Φαρισαῖε τυφλέ, καθάρισον πρῶτον τὸ ἐντὸς τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος, ἵνα γένηται καὶ τὸ ἐκτὸς αὐτῶν καθαρόν». Εδώ ο Κύριος παίρνει ένα παράδειγμα και λέει ότι «εσείς, οι Φαρισαίοι και οι Γραμματείς, τηρούντες κάποιες διατάξεις εντελώς ανθρώπινες, θέλοντας να έχετε κάποιους καθαρισμούς και κάποιους αγνισμούς, νομίζετε πως όταν πλύνετε πολύ καλά τα ποτήρια σας και τα πιάτα σας και να μην αγγίσουν πουθενά σε κάτι το μολυσμένο, αυτό που θα φάτε και θα είναι μέσα στο πιάτο, ότι σας καθιστά καθαρούς. Τυφλέ Φαρισαίε!», λέει ο Κύριος, «Καθάρισε πρώτα το μέσα και το απέξω θα ‘ναι καθαρό. Γιατί; Διότι το μέσα, αυτό που έβαλες στο πιάτο σου να το φας, αυτό το κέρδισες και το έβαλες στο πιάτο σου με αδικίαν. Και φροντίζεις και λες ότι θα είναι καθαρό το πιάτο μου, ενώ το περιεχόμενον του πιάτου είναι ρυπαρόν επειδή το απέκτησες με αρπαγή!». Γι’ αυτό είδατε εδώ ο Κύριος πώς ομιλεί: «Τυφλέ Φαρισαίε! Δεν βλέπεις; Δεν καταλαβαίνεις; Και δεν αισθάνεσαι ότι αυτό είναι μια υποκρισία, το να νομίζεις ότι εξωτερικά θα μπορείς να εμφανίζεσαι σαν καθαρός, σαν άνθρωπος που τηρείς τις διατάξεις της καθαρότητος και του αγνισμού, ενώ στην πραγματικότητα είσαι ένας άδικος, είσαι ένας άρπαγας, δεν το αντιλαμβάνεσαι αυτό;».
Δυστυχώς, αγαπητοί μου, μέσα στον χώρο της ευσεβείας πολλές φορές, συναντούμε μόνο ένα σχήμα ευσεβείας, ενώ στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Το εσωτερικό μας πολλές φορές είναι απαράδεκτα ρυπαρόν. Κι όμως ο κόσμος έτσι μας βλέπει. Λέγει ο απόστολος Παύλος, γράφει στον Τιμόθεο και του λέγει: «Τοῦτο δὲ γίνωσκε, ὅτι ἐν ἐσχάταις ἡμέραις ἐνστήσονται καιροὶ χαλεποί (:Αυτό να το ξέρεις, ότι τις έσχατες ημέρες – της Ιστορίας εννοεί- θα σταθούν δύσκολοι καιροί)· ἔσονται γὰρ οἱ ἄνθρωποι φίλαυτοι…» κ.λπ. κ.λπ. κ.λπ. να μην σας τα διαβάσω όλα· παίρνω το πρώτο μόνο, το «φίλαυτοι», διότι η φιλαυτία περιέχει όλα τα παρακάτω τα οποία ο απόστολος Παύλος απαριθμεί.
Και θα κλείσει αυτό που θα πει ότι δηλαδή οι άνθρωποι θα είναι σε φοβερή πνευματική κατάπτωση και παρακμή, και τελειώνει έτσι: «ἔχοντες – ποιοι; Εννοείται οι πιστοί, διότι αυτά λέγονται δια τους πιστούς, πάντοτε δια τους Χριστιανούς- ἔχοντες μόρφωσιν εὐσεβείας, τὴν δὲ δύναμιν αὐτῆς ἠρνημένοι». «Μόρφωσις», θα πει από το «μορφή», δηλαδή ένα καλούπι, δηλαδή μια εξωτερική επιφάνεια. Αυτό θα πει «μορφώνω», «μόρφωσις» κ.λπ. Κάτι που πια έχει σχηματιστεί, έχει φορμαριστεί. Έτσι, μπορεί κανείς να έχει μίαν φορμαρισμένην, θα λέγαμε, ευσέβεια, να φοράει σεμνά ρούχα, να μιλάει σεμνά, να έχει ύφος σεμνό, «στην πραγματικότητα όμως», λέει ο απόστολος Παύλος, «εκείνοι οι οποίοι έχουν αυτήν την μόρφωσιν της ευσεβείας, αυτό το καλούπιασμα της ευσεβείας, έχουν αρνηθεί την δύναμη της ευσεβείας». Ποια είναι αυτή «η δύναμις της ευσεβείας»; Όταν λέμε «είμαι ευσεβής άνθρωπος» σημαίνει «έχω το Πνεύμα του Θεού και συνεπώς πρέπει να έχω την δύναμιν να κινούμαι μέσα εις τον κόσμον, όχι σαν ψόφιος, αλλά σαν δυνατός, να μπορώ να αντιμετωπίζω το καθετί μέσα εις τον κόσμον αυτόν». Δεν είναι αρκετό, λοιπόν, να έχω αυτό το σχήμα μιας ευσεβείας. Πρέπει να λέγω ότι είμαι Χριστιανός και η παρουσία μου και η παρουσία μου, ως παρουσία Αγίου Πνεύματος, να δίνει την αίσθηση μέσα εις τον κόσμον.
Αλλά τι γίνεται; Στην προς Ρωμαίους, λέει ο απόστολος Παύλος: «Μὴ συσχηματίζεσθε τῷ αἰῶνι τούτῳ». Όταν αρχίζω εγώ, ο άνθρωπος, να έχω μεν αυτήν την μόρφωση της ευσεβείας, το σχήμα της ευσεβείας, αλλά, αλλά να συσχηματίζομαι, προσέξτε το ρήμα «συσχηματίζομαι», «παίρνω το ίδιο καλούπι με τον κόσμο» –σε τι; Σε τι; Όχι στα εξωτερικά μου διότι στα εξωτερικά μου έχω την μόρφωση της ευσεβείας, είμαι σεμνός, είμαι άνθρωπος που δείχνω ότι είμαι άξιος σεβασμού- στην πραγματικότητα, ο συσχηματισμός αυτός είναι στη νοοτροπία. Συσχηματίζομαι με τον κόσμον και σκέπτομαι όπως σκέπτεται ο κόσμος.
Αγαπητοί μου, οι πιο πολλοί σήμερα Χριστιανοί μας, και όταν λέμε «Χριστιανοί μας» δεν εννοώ τον λαό μας, διότι όλοι είμεθα κατά τεκμήριο βαπτισμένοι, εννοώ εκείνοι οι οποίοι επαγγέλονται την ευσέβειαν, εκείνοι οι οποίοι λένε ότι είναι ευσεβείς-ένα πάρα πολύ μεγάλο μέρος από τους ευσεβείς μας ανθρώπους στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα σχήμα εξωτερικόν ευσεβείας, εσωτερικά δε ένας συσχηματισμός με τον κόσμον αυτόν. Σας λέγω αλήθεια, είναι εκπληκτικόν το πώς σήμερα οι Χριστιανοί μας σκέπτονται και το πώς ενεργούν, εντελώς εντελώς κοσμικά.
Ο Κύριος πάνω σ’ αυτό κάποτε όταν ερωτήθηκε: «Πότε έρχεται η Βασιλεία του Θεού;», απήντησε ως εξής. Θα σας κάνω, μάλιστα, εδώ μία μικρή διασάφηση. Ότι αυτό που θα σας πω δεν είναι γραμμένο στο ευαγγέλιον. Είναι από τα λεγόμενα λόγια του Κυρίου που διέσωσαν οι αποστολικοί Πατέρες· δηλαδή η πρώτη παράδοσις· που δεν κατεγράφησαν στην Αγία Γραφή- βέβαια, τι να καταγραφεί στην Αγία Γραφή, μόνο τα αναγκαία. Δεν λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης: «Κι άλλα πολλά υπάρχουν που δεν γράφτηκαν γιατί αν έπρεπε όλα να γραφτούν, θα γέμιζαν, δεν θα χωρούσαν τα βιβλία αυτά που θα εγράφοντο σε όλες τις βιβλιοθήκες του κόσμου»; Διασώζει, λοιπόν, ο άγιος Κλήμης Ρώμης, αποστολικός Πατήρ, αυτούς τους λόγους, τρεις είναι, τρεις- ο Κύριος είπε, έδωσε τρεις απαντήσεις, το πότε έρχεται η Βασιλεία του Θεού, πού; Όχι στον κόσμο η Βασιλεία του Θεού, αλλά στον κάθε άνθρωπο. Εξάλλου ο Κύριος είπε ότι «ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστίν», «η Βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας». Πότε, λοιπόν, έρχεται μέσα μου η Βασιλεία του Θεού; Γιατί κάποτε είναι απέξω μου. Όταν την αποδεχτώ, πιστέψω, τότε περνάει μέσα μου.
Πότε περνάει η Βασιλεία του Θεού μέσα μου; Ακούστε τι λέγει ο Κύριος, θα σας πω το ένα από τα τρία: «Ὅταν ἔσται τὸ ἔξω ὡς τὸ ἔσω». «Όταν», δηλαδή, «είναι όμοιο το απέξω με το μέσα». «Τὴν ψυχὴν λέγει τὸ ἔσω», ερμηνεύει εδώ ο άγιος Κλήμης ο Ρώμης, «τὸ δὲ ἔξω τὸ σῶμα λέγει». Τι είναι το «ἔξω»; Το σώμα, αυτό που φαίνεται. Τι είναι το «μέσα»; Είναι η ψυχή. «Ὃν τρόπον οὖν σου τὸ σῶμα φαίνεται, οὕτως καὶ ἡ ψυχή σου δῆλος ἔσται ἐν τοῖς καλοῖς ἔργοις». «Και», όπως λέγει, «με τον τρόπο που το σώμα σου φαίνεται– Πώς κινείσαι; Και σε βλέπουν;- έτσι και η ψυχή σου πρέπει να είναι φανερή στα καλά έργα». Δηλαδή δεν θα υπάρχει υποκρισία. Δεν θα υπάρχει διαφοροποίησις μεταξύ του έξω και του έσω. Αυτά τα δυο θα είναι ταυτισμένα. Ό,τι είναι το μέσα θα είναι και το έξω. Ό,τι είναι το έξω, θα είναι και το μέσα.
Λέει ο άγιος Κλήμης -δηλαδή ο Κύριος το λέγει και διασώζει ο άγιος Κλήμης- είναι στη δευτέρα του επιστολή προς Κορινθίους, στην δωδεκάτη παράγραφο. Έτσι βλέπομε, αγαπητοί μου, εδώ ότι πρέπει να υπάρχει αυτό. Γι’ αυτό ο Κύριος είπε: «Οὐαὶ ὑμῖν, Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι καθαρίζετε» κ.τ.λ. Ακόμη, και κάτι άλλο: Είναι, όπως λέγει ένας άλλος Πατέρας της Εκκλησίας μας, «τὸ ἀνθρωπίναις παραδόσεσιν ἀκολουθοῦντες». Ενώ πήραμε το Ευαγγέλιον, όπως και οι Εβραίοι, ο λαός του Θεού πήρε τον νόμο, όμως, ο νόμος αυτός και οι εντολές του Θεού εξελίχτηκαν σε ανθρώπινες παραδόσεις, έτσι κι εδώ, όταν εμείς γνωρίσαμε το Ευαγγέλιον, εμείς, οι Έλληνες, βεβαίως μας βρήκε να έχομε κάποιες παραδόσεις ειδωλολατρικές, έναν τρόπο ζωής. Κι ενώ δεχτήκαμε το Ευαγγέλιον, περιέργως συνεχίζομε να έχομε και εκείνα που είχαμε πριν γνωρίσουμε το Ευαγγέλιον.
Και το ακόμη χειρότερον, ότι, ενώ έχουν περάσει 2000 χρόνια -για μας μιλάω, τους Έλληνες- δεν έχομε ξεχάσει, αγαπητοί μου, εκείνα που είχαμε τότε που οι πρόγονοί μας ζούσαν και το χειρότερο, σας λέγω, ότι προσπαθούμε όλα αυτά, ως παραδόσεις εθνικές, να τα αναβιώσομε… Και το να γνωρίζομε την ιστορία μας, κανείς δεν αντιλέγει. Το να θέλομε να φέρομε ειδωλολατρικές συνήθειες, ή να συμπλέξομε την ευσέβεια με ειδωλολατρικά πράγματα της πρώτης μας ζωής, αυτό είναι φοβερό! Είναι φοβερό! Δεν μπορούμε να μιλάμε πια για μια ευσέβεια! Δεν μπορεί κανείς να λέει: «Είμαι ευσεβής» και να ακολουθεί αυτά τα πράγματα. Αν ρίξετε μια ματιά στην ύπαιθρο, αλλά και δυστυχώς τα Μέσα Ενημερώσεως τονίζουν όλως ιδιαιτέρως αυτές τις καταστάσεις, θα δείτε, φερειπείν, προχθές, του Λαζάρου, βγαίνουν τα παιδάκια να ψάλουν τα κάλαντα. Και εκεί βλέπετε να συμπλέκονται -να συμπλέκονται!- ειδωλολατρικά πράγματα ή μαγικά. Πώς το κάνομε αυτό; Έτσι, είναι ακόμα εκείνο που δεν ταιριάζει με μας, το ότι διατηρούμε αυτές τις εθνικές, δηλαδή ειδωλολατρικές παραδόσεις.
Ακόμα, υπάρχει και ένας εξωτερικός τυπικισμός στη ζωή μας, δηλαδή κάτι που, εξωτερικά μεν, έχουμε κάποια σχέση με τον Θεό, με έναν τυπικισμό, πάμε στην Εκκλησία, λέμε καλά λόγια, λέμε ότι πιστεύομε, στην πραγματικότητα δεν έχομε καμία σχέση με τον Θεό. Κι όπως λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος, «ὑμεῖς», λέγει, δηλαδή ερμηνεύει τον λόγο του Κυρίου που λέγει εις τους Φαρισαίους, «ὑμεῖς(:εσείς), τὰ γὰρ μικρὰ καὶ ἔξω φυλάττοντες, τῶν μεγάλων καὶ ἔνδον ἀμελεῖτε». «Εκείνα που είναι μικρά και εξωτερικά, αυτά μετά πάσης ευλαβείας τα φυλάτε. Εκείνα που είναι μεγάλα και εσωτερικά, που μπορεί να είναι φοβερά πάθη μες στην ψυχή, αυτά», λέγει, «γι’ αυτά δεν φροντίζετε». Βλέπει κανένας, λοιπόν, ότι τα πράγματα δεν είναι σωστά. Δεν πρέπει να είναι έτσι. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι πρέπει να καλλιεργούμε τον έσω άνθρωπο, που να ταυτίζεται με τον έξω. Γιατί αλλιώτικα αποτείνεται σε μας ο Κύριος και ανήκει σε μας αυτό το φοβερό «Οὐαὶ» που είπε. Αυτό το φοβερό «αλίμονον».
Επιτρέψατε να πάρομεν έναν ακόμη ταλανισμόν: «Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κλείετε τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· ὑμεῖς γὰρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδὲ τοὺς εἰσερχομένους ἀφίετε εἰσελθεῖν». «Αλίμονό σας, γιατί κλείνετε την πόρτα της Βασιλείας του Θεού μπροστά στους ανθρώπους, δεν τους αφήνετε να μπουν στη Βασιλεία του Θεού και, ενώ εσείς δεν μπαίνετε, εμποδίζετε και εκείνους οι οποίοι θέλουν να μπουν». Φρικτός, φρικτός, αγαπητοί μου, ταλανισμός! Και πάντοτε- δυστυχώς!- επίκαιρος σε κάθε εποχή! Είναι όταν οι διανοούμενοι, οι λεγόμενοι «πνευματικοί» – το «πνευματικοί» εντός εισαγωγικών το βάζω, γιατί δεν έχουν καμία σχέση με το Πνεύμα το Άγιον- οι λεγόμενοι «πνευματικοί άνθρωποι», οι λεγόμενοι «άνθρωποι των Γραμμάτων» όχι μόνο δεν κατανοούν το πρόσωπον του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, το Οποίον δεν θέλουν να δεχθούν, δεν θέλουν να πιστέψουν, αλλά και εμποδίζουν να πιστέψουν οι καλοπροαίρετες ψυχές.
Έτσι θα τους δείτε -σε κάθε εποχή, σας λέγω- να προβάλουν ποικίλες ψευδείς θεωρίες, ψευδείς φιλοσοφικές θέσεις και να διαστρέφουν την Ιστορία ακόμη, μόνο και μόνο για να αποτρέψουν τους ανθρώπους από την πίστη εις τον Ιησούν Χριστόν. Δεν αφήνουν να μπουν εις την Βασιλεία του Θεού. Μιλάνε, επί παραδείγματι, για θεωρίες περί της αιωνιότητος της ύλης, ότι ο κόσμος έγινε μόνος του, ενώ η Γραφή λέγει ότι ο Θεός έκανε τον κόσμον, μιλάνε για την «αυτόματον γένεση», λένε ότι η ζωή μόνη της ξεπετάχτηκε από τη νεκρά ύλη, μιλάνε για τη «θεωρία της εξελίξεως», ότι ο άνθρωπος κατάγεται από τα ζώα, ακόμα μιλάνε για μια ελευθερία στο σεξ και παραβλέπουνε εκείνα τα οποία λέγει ο Θεός, σου λέγει «με βάση την επιστήμη, εμείς μιλάμε», ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ότι το θέμα αυτό -παρακαλώ θα παρακαλέσω να το καταλάβουμε, αφού λέγεται ότι θα μπει και ως μάθημα στα σχολεία η γενετησία διαπαιδαγώγησις- δεν είναι αρκετό το θέμα να ειπωθεί μόνον από επιστημονικής πλευράς. Πρέπει οπωσδήποτε να συνοδεύεται και με θέματα που να το κατοχυρώνουν και πνευματικά. Και δεν υπάρχει άλλη κατοχύρωσις από την ευαγγελική κατοχύρωση, την πνευματική.
Διότι όταν πεις: «Το ανθρώπινο σώμα αποτελείται από τι; Αποτελείται από τούτο, εκείνο, εκείνο… Να του κάνομε ανατομία. Να πούμε ότι έχει αυτά τα όργανα, ότι γίνονται έτσι κι έτσι…» – δεν είναι αρκετό γιατί απλούστατα μία τέτοια, μία τέτοια, θα λέγαμε, διδασκαλία στα παιδιά την πονηρία θα υπεγύρει, αλλά ωφέλεια δεν θα υπάρξει. Με τι πρέπει να συνοδεύεται; Με μίαν πνευματικήν κατοχύρωσιν. Ο καθηγητής που θα πει στα παιδιά ότι το ανθρώπινο σώμα έχει αυτήν την ανατομία και αυτήν την λειτουργικότητα, πρέπει να πει ταυτόχρονα ότι έχομε μία θέση που μας απεκαλύφθη και είναι παραπέρα από εκείνα τα οποία εμείς βλέπομε στην ανθρωπίνη κατασκευή. Ότι το ανθρώπινον σώμα είναι ναός που κατοικεί το Πνεύμα του Θεού. Αν αυτό το πράγμα ειπωθεί και ότι αυτό το σώμα κάποτε θα αναστηθεί και δεν μπορεί να κουβαλάει μαζί του σαρκικά αμαρτήματα…
Ναι! Συμφωνούμε, θα διαφωτίσουμε τα παιδιά μας, θα τους πούμε τους κινδύνους που μπορεί να διατρέχουν. Αλλά δεν είναι αρκετό, πρέπει να τους πούμε ότι πρέπει να υπάρχει και μια εξ αποκαλύψεως πνευματική κατοχύρωση. Και τότε μπορούμε να έχομε μιαν ασφάλεια. Όταν, όμως, αυτό το πνευματικό στοιχείο, που μας έφερε ο Κύριος εις τον κόσμον, μας δίδαξε η Γραφή, το βγάζομε, και κρατούμε μόνο το πρώτο, μια ανατομία, στην πραγματικότητα αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά το να εμποδίσομε τους ανθρώπους να μπουν στην Βασιλεία του Θεού. Και ενώ τους κάνομε κάποιες επεξηγήσεις για να μη χαθούν, στην πραγματικότητα τους σπρώχνομε για να χαθούν…! Κι όπως λέγει ένας παλιός, αρχαίος σχολιαστής: «Εἰ τὸ μὴ εἰσελθεῖν εἰς τὴν Βασιλείαν κατηγορία, τὸ καὶ κωλύειν ἄλλους, ποίαν ἔχει συγγνώμην;». «Εάν είναι άξιον κατηγορίας το να μην μπεις στη Βασιλεία του Θεού, πόσο χειροτέρα είναι η περίπτωση και ποια συγχώρεση θα έχεις αν εμποδίσεις και άλλους να μπουν εις την Βασιλείαν του Θεού;».
Κάπου, κάπου εδώ, στο θέμα αυτού του ταλανισμού, αυτού του «οὐαὶ», ε, φοβάμαι ότι βρίσκονται και πολλοί γονείς· οι οποίοι, ούτε οι ίδιοι ζουν πνευματική ζωή, κι αν κάποτε τα παιδιά τους ζουν θεοφώτιστα και θέλουν να ζήσουν μια πνευματική ζωή, τα εμποδίζουν. Πολύ φοβάμαι ότι σ΄ αυτόν τον ταλανισμόν βρίσκονται και γονείς. Βρίσκονται και διδάσκαλοι, δηλαδή εκπαιδευτικοί, που μπορούν ακόμη να εμποδίσουν. Λυπούμαι, θα πω και κάτι ακόμα φοβερό: Ίσως βρίσκονται και κληρικοί· που ενώ οι ίδιοι δεν μπαίνουν στη Βασιλεία του Θεού, εμποδίζουν, όμως, να εισέλθουν εκείνους που το Πνεύμα του Θεού τους κατέστησε διαχειριστάς ανθρωπίνων ψυχών.
Αγαπητοί μου, όταν οι άνθρωποι μάς πουν ένα «αλίμονο», έχει, βέβαια, αυτό μια βαρύτητα: «Αλίμονό σου!». Έχει μία βαρύτητα. Αν, όμως, αυτό το «αλίμονο», αυτό το «οὐαὶ» μας το πει ο Θεός, τότε πόσο περισσότερο μπορεί να κοστίζει αυτό; Στη Γραφή υπάρχει το «εὖ» και το «οὐαὶ». «Εὖ» θα πει «καλώς», θα πει «μπράβο». Και το «οὐαὶ» θα πει «αλίμονο»! Και τα δυο αυτά, αγαπητοί μου, τα είπε ο Κύριος. Θυμηθείτε εκεί στην παραβολή, που λέει ο Κύριος: «Εὖ, δοῦλε πιστὲ καὶ ἀγαθέ, σε λίγα ήσουν πιστός, σε πολλὰ θα σε καταστήσω. Εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου». Και ποια είναι αυτή η χαρά του Κυρίου; Η Βασιλεία του Θεού. «Μπράβο! Μπράβο! Καλώς έζησες και επολιτεύθης στη ζωή σου. Μπράβο! Έλα τώρα στη Βασιλεία του Κυρίου σου». Είναι και το «οὐαὶ» . «Αλίμονό σας!»· που το «αλίμονο», αγαπητοί μου, στέλνει στην Κόλαση… Έτσι, μας προβάλλονται, από τους λόγους του Κυρίου ένα «εὖ» και ένα «οὐαὶ». Εμείς, ας διαλέξουμε τι μας συμφέρει…
ΠΗΓΗ:
ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΡΙΤΗΣ[ Ματθ.25,1-13]
«ΓΡΗΓΟΡΕΙΤΕ»
Ἐκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 13-4-1987]
Τις ημέρες αυτές, αγαπητοί μου, τις πρώτες ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδος, ένα επικρατούν τροπάριον είναι αυτό το «Ἰδού ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός καί μακάριος ὁ δοῦλος, ὅν εὑρήσει γρηγοροῦντα·ἀνάξιος δέ πάλιν, ὅν εὑρήσει ῥαθυμοῦντα. Βλέπε οὖν ψυχή μου, μή τῷ ὕπνῳ κατενεχθῇς, ἵνα μή τῷ θανάτῳ παραδοθῇς, καί τῆς Βασιλείας ἔξω κλεισθῇς· ἀλλά ἀνάνηψον κράζουσα· Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος εἶ ὁ Θεός, διὰ τῆς Θεοτόκου, ἐλέησον ἡμᾶς».
Το τροπάριον αυτό προφανώς είναι εμπνευσμένο από την παραβολή των δέκα παρθένων που εξάλλου αποτελεί και ένα κεντρικόν σημείον της Μεγάλης Τρίτης. Γι’αυτό και λέγει το υπόμνημα της ημέρας: «Τῇ ἁγία καὶ μεγάλῃ Τρίτῃ τῆς τῶν δέκα παρθένων παραβολῆς, τῆς ἐκ τοῦ ἱεροῦ εὐαγγελίου μνείαν ποιούμεθα». Έτσι βλέπομε ότι κεντρικόν σημείον αποτελεί η παραβολή των δέκα παρθένων. Και πράγματι είναι μία παραβολή που έρχεται να δώσει ένα σωτήριον σάλπισμα. Για την εγρήγορση της ψυχής. Και ακόμη, για την εγρήγορση του λαού του Θεού. Διότι στην παραβολή αυτή σκιαγραφείται ο ερχομός του Χριστού. Γι’αυτό ακριβώς θα πρέπει την παραβολή αυτή να τη δούμε λίγο πιο κοντύτερα.
Λέγει ο ιερός ευαγγελιστής Ματθαίος εις το 25ον κεφάλαιόν του: «Ὁμοιωθήσεται ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν δέκα παρθένοις, αἵτινες λαβοῦσαι τὰς λαμπάδας αὐτῶν ἐξῆλθον εἰς ἀπάντησιν τοῦ νυμφίου. Πέντε δὲ ἦσαν ἐξ αὐτῶν φρόνιμοι καὶ αἱ πέντε μωραί. Αἵτινες μωραὶ λαβοῦσαι τὰς λαμπάδας ἑαυτῶν οὐκ ἔλαβον μεθ᾿ ἑαυτῶν ἔλαιον· αἱ δὲ φρόνιμοι ἔλαβον ἔλαιον ἐν τοῖς ἀγγείοις αὐτῶν μετὰ τῶν λαμπάδων αὐτῶν. Χρονίζοντος δὲ τοῦ νυμφίου ἐνύσταξαν πᾶσαι καὶ ἐκάθευδον.
Μέσης δὲ νυκτὸς κραυγὴ γέγονεν· ἰδοὺ ὁ νυμφίος ἔρχεται, ἐξέρχεσθε εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ. Τότε ἠγέρθησαν πᾶσαι αἱ παρθένοι ἐκεῖναι καὶ ἐκόσμησαν τὰς λαμπάδας αὐτῶν. Αἱ δὲ μωραὶ ταῖς φρονίμοις εἶπον· δότε ἡμῖν ἐκ τοῦ ἐλαίου ὑμῶν, ὅτι αἱ λαμπάδες ἡμῶν σβέννυνται. Ἀπεκρίθησαν δὲ αἱ φρόνιμοι λέγουσαι· μήποτε οὐκ ἀρκέσει ἡμῖν καὶ ὑμῖν· πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τοὺς πωλοῦντας καὶ ἀγοράσατε ἑαυταῖς. Ἀπερχομένων δὲ αὐτῶν ἀγοράσαι ἦλθεν ὁ νυμφίος καὶ αἱ ἕτοιμοι εἰσῆλθον μετ᾿ αὐτοῦ εἰς τοὺς γάμους, καὶ ἐκλείσθη ἡ θύρα. Ὕστερον δὲ ἔρχονται καὶ αἱ λοιπαὶ παρθένοι λέγουσαι· κύριε κύριε, ἄνοιξον ἡμῖν. Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐκ οἶδα ὑμᾶς. Γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν ἡμέραν οὐδὲ τὴν ὥραν, ἐν ᾗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται».
Σπουδαιοτάτη, αγαπητοί μου, παραβολή. «Τότε ὁμοιωθήσεται ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν δέκα παρθένοις». Εικόνες που δείχνουν την πραγματικότητα της επί γης Βασιλείας του Θεού, που είναι η Εκκλησία. Πώς κινούνται, πώς κινούνται οι πιστοί μέσα στη Βασιλεία του Θεού, που είναι εις τη γη, δηλαδή μέσα εις την Εκκλησία. Κι εδώ βλέπει κανείς ότι αναφέρεται ότι ήσαν δέκα παρθένοι. Και αι δέκα παρθένοι δείχνουν τα κοινά γνωρίσματα των πιστών. Ότι όλοι οι πιστοί έχουνε κοινά γνωρίσματα. Αν θέλετε, όλοι οι Χριστιανοί έχουνε κοινά γνωρίσματα. Εκείνο, όμως, που τους διακρίνει είναι η πιστότης, όπως ακριβώς αναφέρεται στην επομένη παραβολή, που είναι η παραβολή των ταλάντων ή του πιστού οικονόμου, αν θέλετε, αλλά και η φρόνησις, όπως αναφέρεται εις την παρούσα παραβολή.
Δύο, λοιπόν, χαρακτηριστικά είναι εκείνα τα οποία διαφοροποιούν τους πιστούς: η πιστότης και η φρόνησις. Αυτά κάνουν τους μεν φρονίμους, τους δε μωρούς. Κεντρικό, λοιπόν, σημείο της παραβολής των δέκα παρθένων είναι η ανάγκη φρονήσεως. Και η φρόνησις, αν θέλετε, οδηγεί εις την επαγρύπνησιν. Το να είναι, δηλαδή, κανείς άγρυπνος περιμένοντας την Βασιλεία του Θεού.
Ο αριθμός «δέκα» είναι αριθμός στρογγυλός. Και θέλει να εκφράσει το πλήθος. Όπως ομοίως ο Κύριος λέγει «πέντε φρόνιμοι καί πέντε μωραί». Θέλει να δείξει ότι δεν υπάρχει καμία υποψία αναλογίας, μελετώντας κανείς τον λόγο του Θεού να φανταστεί και να πει ότι «τόσα ποσοστά είναι εκείνοι οι οποίοι θα σωθούν και τόσα ποσοστά είναι εκείνοι που δεν θα σωθούν». Κάποτε ρώτησαν τον Κύριον: «Κύριε, εἰ πολλοί οἱ σῳζόμενοι; (:Κύριε, είναι πολλοί εκείνοι που θα σωθούν;)». Ο Κύριος δεν απήντησε αν είναι πολλοί ή λίγοι, αλλά είπε «Ἀγωνίζεσθε εἰσελθεῖν». Για να βγάλει, λοιπόν, κάθε υποψία πόσοι μπορούν να σωθούν, βάζει πέντε και πέντε.
Αλλά βλέπομε εδώ ακόμη ότι αι δέκα παρθένοι βγήκαν- «ἐξέρχονται», λέγει- βγήκαν να προϋπαντήσουν τον Νυμφίον. Η εικόνα είναι παρμένη από την ανατολή, από τις συνήθειες του γάμου. Υποτίθεται πως η νύμφη είναι στο σπίτι και βγαίνουν οι παράνυμφοι να προϋπαντήσουν τον Νυμφίον. Βέβαια η νύμφη είναι η Εκκλησία. Αλλά η Εκκλησία είναι τα μέλη, είναι οι πιστοί και συνεπώς μπορούμε να ειπούμε ότι η κάθε παρθένος είναι η νύμφη του Νυμφίου Χριστού. Δηλαδή η κάθε ψυχή, ο κάθε άνθρωπος.
Εξέρχονται, λέει, να προϋπαντήσουν τον Νυμφίον. Αυτό τι σημαίνει; Σημαίνει ότι υπάρχει εις τον λαό του Θεού η προσδοκία η εσχατολογική. Ο Κύριος έρχεται. Αλλά πότε έρχεται; Και αναμένομε να έρθει, αλλά ο Κύριος δεν έρχεται. Μόνον περιμένομε, κι ο Κύριος κατά την γνώμη μας, αλλά και στα μέτρα των χρονικών ορίων της ζωής μας, ο Κύριος αργεί. Γι’αυτό ακριβώς δεν δυνάμεθα να περιμένομε τον Κύριον, όσο ζούμε δηλαδή, γι’αυτό ακριβώς έρχεται η ώρα να πεθάνομε.
Πριν δούμε, όμως, αυτό, ας δούμε ότι αι πέντε από αυτές τις παρθένους ήσαν φρόνιμοι, όπως λέει και αι πέντε μωραί. Τι, πού είναι τώρα, τι είναι εκείνο το οποίον κάνει εδώ τις μεν και τις δε να ξεχωρίζουν. Η φρόνησις και η αφροσύνη. Ποια είναι η φρόνησις; Η φρόνησις είναι ότι οι πιστοί άνθρωποι φροντίζουν να κάνουν τη ζωή τους σύμφωνη με τον λόγο του Θεού. Δηλαδή, εδώ βλέπομε να θέτουν στην πράξη την θεολογία. Είναι η πρακτική θεολογία. Διότι και η φρόνησις και η αφροσύνη οριοθετούν την πρακτικήν θεολογίαν. Οι μεν βάζουν σε πράξη, οι δε όχι. Έτσι έχομε αυτό το βασικό στοιχείο. Είναι εκείνο που ο Κύριος άλλοτε είπε και είναι πολύ χαρακτηριστικό: «Την ημέραν εκείνην θα μου λέγουν οι άνθρωποι, όταν θα τους λέγω ‘’Δεν έχετε καμία σχέση μαζί μου’’: ‘’Κύριε, Κύριε –διπλούν- Κύριε, Κύριε…’’. Κι ακόμη: ‘’Μαζί Σου δεν φάγαμε, μαζί Σου δεν ήπιαμε, όταν στις πλατείες μας κήρυξες δεν καθίσαμε να Σε ακούσουμε; Σε πιστέψαμε’’. Ἀμὴν λέγω ὑμῖν», λέει ο Κύριος, «σας βεβαιώνω, θα πω τότε: ‘’Φύγετε, σεις, οι εργάται της ανομίας. Οὐκ οἶδα ὑμᾶς! Δεν σας γνωρίζω!». Όπως εξάλλου και η απόληξις της παραβολής εδώ είναι: «Οὐκ οἶδα ὑμᾶς». «Δεν σας γνωρίζω. Δηλαδή, δεν σας αναγνωρίζω».
Βλέπετε, λοιπόν, ότι το να έχει κανείς μία κατάρτιση, όποια και να είναι αυτή, μια πνευματική κατάρτιση, χριστιανική κατάρτιση, νοητική όμως, δεν επαρκεί. Πρέπει κανείς να βάλει σε εφαρμογή τον λόγο του Θεού. Αυτό ακριβώς είναι εκείνο το στοιχείο που θα καταστήσει τον πιστόν γνήσιο παιδί του Θεού.
«Χρονίζοντος δὲ τοῦ νυμφίου ἐνύσταξαν πᾶσαι καὶ ἐκάθευδον». Χρονίζει ο Κύριος, χρονίζει. Αυτό το «χρονίζοντος» το λέγει ως εξής ένας εκκλησιαστικός συγγραφεύς: Χρονίζοντος δια την βραδύτητα της Δευτέρας Παρουσίας. «Χρονίζει», λέγει, «ως προς το ότι αργεί να ‘ρθει». Αργεί να έρθει ο Κύριος; Βεβαίως. Έχουν περάσει δύο χιλιάδες χρόνια, αλλά δεν είναι αργά αυτά. Διότι το έργον του Χριστού δεν μπορούσε να είναι ένα έργον εφήμερον. Έπρεπε να απλωθεί μέσα σε ολόκληρη την Ιστορία την ανθρωπίνη. Έτσι, ο Κύριος έρχεται, θέτει το Ευαγγέλιον πάνω στη γην, το Ευαγγέλιον περιτρέχει την γην, είναι ο «λευκός ἵππος» που εξέρχεται και να νικήσει, λέει, «ὁ καθήμενος ἐπὶ τοῦ ἵππου», «ἐξῆλθε νικῶν καὶ ἵνα νικήσῃ». Με το ευαγγέλιον που βγαίνει στην κτίσιν, να πει στους λαούς ότι ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος και καλεί τους ανθρώπους σε μετάνοιαν. Και ότι ο Θεός ζητά τους ανθρώπους να τους κάνει παιδιά Του δια της πίστεως και δια της εφαρμογής του νόμου Του.
Αλλά αυτό όμως, δεν μπορεί να είναι περιορισμένο, χρονικά περιορισμένο. Όσο θα το νομίζαμε εμείς μέσα σε μία ανθρώπινη ζωή. Ο χρόνος για τον Θεό είναι κάτι πολύ διαφορετικό, απ’ ό,τι είναι για μας. Γι’αυτό λέγει ο απόστολος Πέτρος ότι τα χίλια χρόνια για μας είναι σαν μια μέρα για τον Θεό. Έτσι, θα λέγαμε, αν τα χίλια χρόνια είναι σαν μια μέρα, τότε για τον Θεό πέρασαν, στα δυο χιλιάδες χρόνια που ήδη φτάνομε, πέρασαν δύο ημέρες.
Αλλά, υπάρχουν οι ενστάσεις. Είναι εκείνοι οι οποίοι λέγουν: «Χρονίζει. Α, δεν πρόκειται να έλθει. Ήτο μία απάτη». Εδώ είναι το φοβερό. Απαντάει ο απόστολος Πέτρος και λέγει: «Ποῦ ἐστιν ἡ ἐπαγγελία τῆς παρουσίας αὐτοῦ; (:Πού είναι η υπόσχεση της παρουσίας Του που μας είπε;)», λέγουν οι άνθρωποι. Και μάλιστα λέγουν ότι «Μπα. Δεν βαριέσαι. Ό,τι γινόταν πάντα μέσα στην Ιστορία γίνεται. Πεθαίνουν και γεννιώνται νέοι άνθρωποι, έτσι ήταν, έτσι είναι και έτσι θα είναι. Η ιστορία δεν έχει ούτε αρχή, ούτε τέλος». Και απαντάει ο απόστολος Πέτρος: «Οὐ βραδύνει ὁ Κύριος τῆς ἐπαγγελίας, ὥς τινες βραδυτῆτα ἡγοῦνται (:Δεν βραδύνει όπως Τον θεωρούν ότι καθυστερεί ο Κύριος)». Αλλά τι; «Μακροθυμεῖ εἰς ἡμᾶς, μὴ βουλόμενός τινας ἀπολέσθαι(:Μακροθυμεί γιατί δεν θέλει να κανείς να χαθεί), ἀλλὰ πάντας εἰς μετάνοιαν χωρῆσαι (:ώστε όλοι να προχωρήσομε στη μετάνοια). Ἥξει δὲ ἡ ἡμέρα Κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτί (: Και θα έρθει η ημέρα Κυρίου σαν τον κλέπτη μέσα στη νύκτα)».
Αλλά σας είπα, δεν μπορούμε να τον περιμένουμε τον Κύριον γιατί η ανθρωπίνη ζωή είναι περιορισμένη. Γι’αυτόν τον λόγο, αι δέκα παρθένοι, λέγει, ενύσταξαν. Επέστρεψαν εις τον οικίσκον- γιατί όταν λέγει «ἐξελθοῦσαι», σημαίνει ότι βγαίνουν από κάποιο σπίτι. Πήγαν και κοιμήθηκαν. Δεν υπάρχει καμία κατηγορία εδώ. Πήγαν και κοιμήθηκαν. Και οι ευσεβείς, και οι ασεβείς, και οι φρόνιμοι και οι άφρονες Χριστιανοί, όλοι πεθαίνουν. Έτσι, περιμένομε την ανάσταση των νεκρών.
Ναι. Αλλά όσο ζούμε, όμως, μπορούμε να δουλέψουμε τις εντολές του Θεού. Γιατί όταν έλθει η νύκτα, όταν έλθει ο θάνατος, δεν μπορεί κανείς πια να δουλέψει. Γι’αυτό λέγει ο Κύριος: «Ἐργάζεσθε ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι». «Δουλέψτε, όσο είναι ημέρα». Ποια είναι αυτή η μέρα; Η «ημέρα» της ζωής του ανθρώπου. Όσο τα μάτια είναι ανοικτά. «Εργαστείτε. Τι; Το έργο της τηρήσεως των εντολών. Το έργον της σωτηρίας σας. Το έργον της μεταμορφώσεώς σας. Γιατί έρχεται η νύκτα, έρχεται ο θάνατος, που εκεί είναι όλα παγιωμένα και δεν υπάρχει πια καμία μεταβολή. Όσο, λοιπόν, είναι ο καιρός, εργαστείτε, δουλέψετε».
«Μέσης δὲ νυκτὸς κραυγὴ γέγονεν· ἰδοὺ ὁ νυμφίος ἔρχεται, ἐξέρχεσθε εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ(:’’Μέσης δε νυκτός’’, κάπου την νύκτα, κάπου εκεί στα μεσάνυχτα, ακούστηκε μια κραυγή: ‘’Να, ο Νυμφίος έρχεται. Βγείτε να Τον προϋπαντήσετε’’)». Αυτήν την σκηνή, μας την περιγράφει, αγαπητοί μου, ο απόστολος Παύλος. Και μας λέει τα εξής: «Ὃτι αὐτὸς ὁ Κύριος -λέει στην πρώτη προς Θεσσαλονικείς επιστολή- ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ᾿ οὐρανοῦ, καὶ οἱ νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον, ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα». Είναι φοβερό! Τι εικόνα είναι αυτό! Ποια είναι η «σάλπιγγα τοῦ Θεοῦ»; Η οποία θα ηχήσει και θα αναστηθούν οι νεκροί; Είναι η βουλή του Θεού, είναι η προσταγή του Θεού. Και θα αναστηθούν όλοι οι νεκροί. Όχι θα αναστηθούν οι ψυχές των. Θα αναστηθούν τα σώματά των. Δηλαδή θα αναστηθούν άφθαρτα σώματα. Και θα επανενωθούν με τις παλιές ψυχές. Εκείνες που έφυγαν και πήγαν εις τον οικείον τόπον. Και τώρα επιστρέφουν. Γιατί ο Άδης δίδει τις ψυχές πίσω. Αδειάζει ο Άδης. Δίδει τις ψυχές. Ενούνται με τα σώματα τα παλιά που εγείρονται άφθαρτα και αθάνατα. Τα σώματά μας, τα πραγματικά σώματά μας. Εγείρονται άφθαρτα και αθάνατα και τότε θα σταθούν όλοι, φρόνιμοι και άφρονες, ευσεβείς και ασεβείς, μπροστά στον θρόνο του Κριτού Χριστού.
Ο απόστολος Παύλος, στην πρώτη προς Θεσσαλονικείς επιστολή του, δεν ενδιαφέρεται για τους ασεβείς. Γράφοντας στους Θεσσαλονικείς, μιλάει μόνο για τους πιστούς. Και λέγει ότι θα αναστηθούν πρώτα οι νεκροί, οι εν Κυρίω νεκροί. «Κατόπιν εμείς οι ‘’περιλειπόμενοι’’. Εμείς που τότε θα ζούμε. Δεν θα φτάσουμε την ημέρα του Κυρίου, δηλαδή την ημέρα του θανάτου. Τους νεκρούς δεν θα τους φτάσουμε, δηλαδή δεν θα πεθάνουμε. Αλλά θα μεταβληθούμε απ’ τη φθορά στην αφθαρσία και από τη θνητότητα στην αθανασία. Τα σώματά μας θα γίνουν άφθαρτα και αθάνατα. Και τότε, μαζί με εκείνους οι οποίοι θα αναστηθούν, τους εν Κυρίω νεκρούς, τότε, ‘’ἁρπαγησόμεθα εἰς ἀέρα’’». Προσέξτε αυτό το «ἅμα σὺν αὐτοῖς», «μαζί με αυτούς», ποιους; Τους αναστηθέντες νεκρούς, «ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα». «Θα αρπαχθούμε, όπως ο Κύριος ηρπάγη από τη νεφέλη της Αναλήψεως, έτσι», λέει, «και ημείς θα αρπαχθούμε και θα προϋπαντήσουμε κατερχόμενον τον Κύριον».
Αυτή η προϋπάντησις, άνοδος των πιστών, κάθοδος του Χριστού, είναι μία εξαίρετη εικόνα που μπορεί να τη δούμε θαυμάσια στην παραβολή, αυτή, των δέκα παρθένων. «Ἐξέρχεσθε εἰς ἀπάντησιν», «βγείτε να προϋπαντήσετε». Ω καταπληκτικό! Αγαπητοί μου, μπορείτε να φανταστείτε ότι υπάρχει ένας απέραντος ρεαλισμός στα λόγια αυτά; Προσέξτε, η παραβολή είναι μία εικόνα. Αλλά μια εικόνα μιας πραγματικότητος· που η εικόνα αυτή σε κάποια της σημεία αφήνει να νοηθεί ότι εδώ έχομε ρεαλισμό. Έχομε ρεαλισμό. Έχουμε πραγματικότητα. Δεν είναι εικόνα η ανάστασις των νεκρών. Αλλά είναι πραγματική η ανάστασις και η προϋπάντησις του Κυρίου.
Γι’αυτό και λέγει ο απόστολος Παύλος στην ίδια επιστολή του: «Περὶ δὲ τῶν χρόνων καὶ τῶν καιρῶν, ἀδελφοί, οὐ χρείαν ἔχετε ὑμῖν γράφεσθαι (:Δεν υπάρχει ανάγκη να σας γράψω για τους χρόνους και τους καιρούς που ο Κύριος θα έρθει). Αὐτοὶ γὰρ ἀκριβῶς οἴδατε ὅτι ἡ ἡμέρα Κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτὶ οὕτως ἔρχεται (:Σεις γνωρίζετε πολύ καλά, με ακρίβεια, ότι ο Κύριος έρχεται όπως ο κλέπτης την νύκτα. Δηλαδή, δεν ξέρει κανείς πότε πηγαίνει ο κλέπτης να τον κλέψει στο σπίτι του, κατά τον ίδιο τρόπο έρχεται και ο Κύριος). Ὑμεῖς δέ, ἀδελφοί, οὐκ ἐστὲ ἐν σκότει, ἵνα ἡ ἡμέρα ὑμᾶς ὡς κλέπτης καταλάβῃ (:Δεν είσαστε μέσα στο πνευματικό σκοτάδι για να σας φτάσει η ημέρα του Κυρίου σαν κλέπτης). Πάντες ὑμεῖς υἱοὶ φωτός ἐστε καὶ υἱοὶ ἡμέρας. Ἄρα οὖν μὴ καθεύδωμεν ὡς καὶ οἱ λοιποί, ἀλλὰ γρηγορῶμεν καὶ νήφωμεν (: Είμαστε παιδιά της ημέρας, είμαστε παιδιά του φωτός –λέει ο απόστολος Παύλος –συνεπώς, μην κοιμόμαστε τον πνευματικόν ύπνον, όπως τον κοιμώνται οι πολλοί, οι λοιποί, αλλά να μένομε ξύπνιοι, γρηγορώμεν, να μένομε ξύπνιοι και να νήφομεν)». «Νήφω» θα πει «φροντίζω να καθαρίζω το εσωτερικό μου, να δημιουργώ κάθαρση του νου και της καρδιάς». Ώστε αυτά παραγγέλλει ο λόγος του Θεού δια του αποστόλου Παύλου, που απηχούν την παραβολή των δέκα παρθένων.
«Τότε», λέει, «ἠγέρθησαν πᾶσαι», λέει η παραβολή. «Τότε σηκώθηκαν από τον ύπνο όλες». Όλοι θα αναστηθούμε. Δεν υπάρχει κανείς που δεν θα αναστηθεί. Είναι η κοινή ανάστασις. Ότι είναι πραγματικότητες αυτά, η ανάστασις του Λαζάρου, είναι ένα προοίμιον της αναστάσεως των νεκρών. Γι’αυτό το τροπάριο της ημέρας λέγει για την κοινήν ανάστασιν, ότι είναι τύπος, είναι προανάκρουσμα η ανάστασις του Λαζάρου. Αλλά ο Λάζαρος πραγματικά αναστήθηκε την τετάρτη ημέρα. Πραγματικά. Ξαναπέθανε γιατί δεν ήρθε η ώρα της τελικής αναστάσεως. Ο Χριστός όμως όταν απέθανε και ανέστη, «θάνατος αὐτοῦ οὐκέτι κυριεύει», λέει ο απόστολος Παύλος. Είναι Εκείνος που ζει και δυνάμει αυτής της Αναστάσεως του Χριστού θα αναστηθούν όλοι οι νεκροί.
Θυμηθείτε στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, που διαβάσαμε προηγουμένως, που οι Σαδδουκαίοι δεν πίστευαν στην ανάσταση των νεκρών και είπαν εκείνο το γνωστόν μύθον, που μοιάζει με φιλοσοφικόν μύθον, ότι «μια γυναίκα παντρεύτηκε κάποιον, δεν έκανε παιδιά, μετά παίρνει ο δεύτερος αδερφός την γυναίκα αυτή, δεν κάνει και με τον δεύτερον παιδιά, και οι εφτά παντρεύτηκαν την γυναίκα αυτή, δεν έκαναν παιδιά, πέθαναν όλοι. Ποιανού γυναίκα θα είναι;», λέγουν εις τον Κύριον, «Ποιανού γυναίκα θα είναι όταν θα αναστηθούν οι νεκροί;». Διότι οι Σαδδουκαίοι δεν πίστευαν στην ανάσταση των νεκρών.
Κι ο Κύριος είπε : «Πλανᾶσθε μὴ εἰδότες τὰς γραφάς(:Έχετε πλάνη βαθιά, έχετε σκοτάδι, μη γνωρίζοντας τις Γραφές)». «Στη Βασιλεία του Θεού δεν παντρεύονται, ούτε νυμφεύονται». Και ότι ζουν οι ψυχές, γιατί δεν πίστευαν ούτε στην ψυχή οι Σαδδουκαίοι, ακούστε τι μηνύει ο λόγος του Θεού· όταν λέγει ο Θεός στον Μωυσέα: «Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ, ο Θεός του Ιακώβ. Και ο Θεός δεν είναι Θεός νεκρών, αλλά Θεός ζώντων». Όταν λέει ότι «είμαι ο Θεός του Αβραάμ», ο Αβραάμ ζει, γιατί αν δεν υπήρχε, ήταν μηδέν ο Αβραάμ και ο Ισαάκ και ο Ιακώβ, δεν θα μπορούσε να λέγεται ο Θεός «ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ».
«Κι άναψαν», λέει, «λαμπάδες να τον υποδεχθούν». Κοιτάξτε εδώ, οι πέντε εκεί είναι η φρονιμάδα τους είχαν λαμπάδες, είχαν λάδι αρκετό. Οι άλλες πέντε δεν είχαν και έσβηναν οι λαμπάδες τους. Αγαπητοί μου, τι είναι οι λαμπάδες; Είναι τα καλά έργα, το λάδι, είναι η αγάπη, είναι τα καλά έργα. Φρυαλλίδα, φυτίλι είναι η πίστις και φλόγα είναι το Πνεύμα το Άγιον. Είναι η ανάπαυσις του Αγίου Πνεύματος πάνω σε μία τέτοια ύπαρξη· πιστού φρονίμου. Γι’αυτό και λέγει ο απόστολος: «Τὸ Πνεῦμα μὴ σβέννυτε (:Μη σβήνετε το Πνεύμα το Άγιον)». Είναι η φλόγα εκείνη που φωτίζει τον πιστόν και που τελικά θα τον εισαγάγει εις την Βασιλείαν του Θεού.
Ο επίλογος; Το συμπέρασμα της παραβολής; Ο Κύριος λέγει: «Γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν ἡμέραν, οὐδὲ τὴν ὥραν, ἐν ᾗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται». Να το κεντρικόν σημείον. «Μένετε ξύπνιοι. Όχι τον φυσικόν ύπνον. Αλλά τον πνευματικόν ύπνον προσέξατέ τον. Γρηγορείτε». Μένετε ξύπνιοι, μην αμαρτάνετε· αρνητικώς. Κοσμείτε εαυτούς με έργα αρετής· θετικώς. Με ένα κοινόν σκοπόν. Όταν δεν αμαρτάνετε και όταν κοσμείτε τους εαυτούς σας με έργα αρετής, την απόκτησιν του Αγίου Πνεύματος. Αυτό που θα κάνει τον άνθρωπον πνευματικόν άνθρωπον. Και ο πνευματικός άνθρωπος, αυτός δηλαδή που έχει το Πνεύμα το Άγιον, αυτός θα υποδεχθεί τον Κύριον και ο Κύριος θα τον καλέσει μαζί Του. «Γρηγορεῖτε οὖν», λέει ο Κύριος, «μένετε ξύπνιοι· γιατί δεν ξέρετε πότε ο Υιός του ανθρώπου έρχεται». Η ημέρα και η ώρα της Δευτέρας του Κυρίου Παρουσίας μένουν άγνωστοι. Για μας ενδιαφέρει μόνο να γρηγορούμε.
ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΡΙΤΗΣ[:Ματθ.22,15-48, 23,1-39]
«Ἔξεστι δοῦναι κῆνσον Καίσαρι ἢ οὔ;»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 21-4-1997]
Στην ευαγγελική περικοπή του Όρθρου, αγαπητοί μου, της Μεγάλης Τρίτης καταχωρούνται πέντε ενότητες. Η πρώτη ενότητα: η προσπάθεια των Φαρισαίων να παγιδεύσουν τον Κύριον ἐν λόγῳ. Δευτέρα ενότητα, όπως ακούσαμε: Η αποστόμωσις των Σαδδουκαίων που δεν πίστευαν στην ανάσταση των νεκρών· με εκείνον τον μύθο που επενόησαν με τα επτά αδέλφια και τη μία γυναίκα. Τρίτον: Εκείνος ο νομικός που ήθελε να πειράξει τον Κύριον –εκ μέρους των Φαρισαίων αυτό- θέτοντας το ερώτημα του ποια είναι η πρώτη και μεγάλη εντολή εις τον νόμον. Μη σας φαίνεται ότι ήταν απλό το θέμα αυτό – ήτανε δύσκολο. Αλλά δεν θα αναλύσομε αυτό.
Τέταρτον. Και τώρα μία αντίστροφος μέτρησις. Αρχίζει ο Κύριος να ερωτά Εκείνος αυτούς. Και να τους καθιστά αναπολογήτους. Και ρωτάει ο Κύριος: «Τίνος υιός είναι ο Μεσσίας; Και αν είναι του Δαβίδ όπως λέτε– και ορθώς- τότε γιατί ο Δαβίδ αποκαλεί τον απόγονό του ‘’Κύριον’’;» Ένα πέμπτον: Αποτείνονται εκείνα τα φοβερά «οὐαί» στους Γραμματείς και εις τους Φαρισαίους. Φοβερά!
Αισθανόμεθα όλα αυτά και υπό το βάρος βέβαια των ημερών των Σεπτών Παθών του Χριστού να συνθέτουν μιαν ατμόσφαιρα κρίσεως ολοκλήρου της ανθρωπότητος, που αντιπροσώπευε ο λαός του Ισραήλ εκείνη την ώρα. Θα προσπαθήσομε να μείνομε στην πρώτη παράγραφο, στο πρώτο θέμα της σημερινής, σας είπα, ευαγγελικής περικοπής. Είναι η προσπάθεια των Φαρισαίων να παγιδεύσουν με λόγο τον Κύριον Ιησούν. Και παρακολουθούμε το ιερόν κείμενον: «Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ συμβούλιον ἔλαβον οἱ Φαρισαῖοι κατὰ τοῦ Ἰησοῦ, ὅπως αὐτὸν παγιδεύσωσιν ἐν λόγῳ». «Εκείνον τον καιρό», λέγει, «έκαναν σύναξη οι Φαρισαίοι στον δικό τους τον τόπο να δουν τι θα κάνουν με τον Ιησούν, να τον παγιδεύσουν – λέγει- με λόγο».
Μας εκπλήσσει αυτή η συμπεριφορά των Φαρισαίων, αγαπητοί μου. Ζητούν, τι ζητούν; Να παγιδεύσουν ἐν λόγῳ τον Ιησούν. Να αγρεύσουν λόγια από το στόμα Του για να Τον ενοχοποιήσουν. Να προβούν με τον τρόπον αυτόν εις την σύλληψίν Του. Δεν επιχειρούν, όμως, διότι εφοβούντο τον όχλον. Διότι ο όχλος θα εστρέφετο εναντίον των Φαρισαίων, εάν ενοχοποίουν τον Ιησούν. Εξάλλου, αν το θέλετε, αυτός ήταν ο λόγος που χρειάστηκαν έναν προδότη. Και τον βρήκαν. Τον Ιούδα. Διότι ήθελαν να συλλάβουν τον Ιησούν –σαφώς μας λέγει το κατά Λουκάν Ευαγγέλιον: «ἄτερ ὄχλου», χωρίς όχλον· διότι ο όχλος, βέβαια, θα αντιδρούσε.
Και προσπαθούν τώρα οι ταλαίπωροι οι Φαρισαίοι με δόλο να παγιδεύσουν τον Ιησούν ἐν λόγῳ για να Τον καταστήσουν δημοσίως κατηγορούμενον. «Είδατε; Είδατε τι είπε; Τον ακούσατε;». Αλήθεια, τι ανόητος είναι ο άνθρωπος… Αν εγνώριζαν το Ποιος ήταν ο Ιησούς, ο Ενανθρωπήσας Θεός Λόγος, θα ετρόμαζαν. Και μόνο εις την σκέψη ότι πηγαίνουν να παγιδεύσουν με λόγο τον Θεόν Λόγον… Ταλαίπωρε και φτωχέ άνθρωπε… Άλλη μια φορά: Τι ανόητος ο άνθρωπος που αχρηστεύει την νόησή του και τη σύνεσή του… Και τότε πραγματώνεται ο λόγος του Θεού: «Ὁ δραττόμενος τοὺς πονηροὺς ἐν τῇ πανουργίᾳ αὐτῶν». «Έρχεται να τους αρπάξει τους πονηρούς ανθρώπους μέσα στην πανουργία τους»· και όπως λέγει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, το λέει για εκείνους που ήσαν περίεργοι, ήρχοντο να ακούσουν την ώρα των Κατηχήσεων τι λένε οι Χριστιανοί- εννοείται αβάπτιστοι και ακόμη ακατήχητοι. «Ήρθατε», λέει, «εδώ για να ανιχνεύσεις τι λέμε; Δεν σκέπτεσαι ότι και ο Θεός σε περιπολεί;». Είναι κάτι περίεργο, φοβερό, κάποτε μου ‘χε συμβεί εμένα αυτό, αλλά δεν θα σας το πω για να μη χάνομε τον καιρό μας· και το είχα ζήσει, σαν μαθητής, να παρακολουθείς τους άλλους και να παρακολουθείσαι. Έτσι ο άνθρωπος έρχεται να κατασκοπεύσει, να παρακολουθήσει, να παγιδεύσει, και δεν αντιλαμβάνεται ότι τον περιπολεί –αυτή την λέξη βάζει, αυτό το ρήμα βάζει ο άγιος πατήρ- ότι τον περιπολεί ο Θεός και τονε βλέπει. Βλέπει τις κινήσεις του. Εδώ είναι ότι ο άνθρωπος ανοηταίνει πολλές φορές. Και αντί αυτοί, οι Φαρισαίοι και οι Γραμματείς να κατανυγούν, σκέπτονται πονηρά κατά του Ιησού.
Λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Τότε. Πότε;». -Ακούσαμε το ιερό κείμενον να λέγει «Τότε ο Ιησούς…». «Τότε. Πότε; Ὅτε μάλιστα κατανυγῆναι ἔδει, ὅτε φοβηθῆναι τὰ μέλλοντα –γιατί προηγουμένως ο Κύριος ομίλησε περί αιωνίου Κολάσεως, λίγο πιο πάνω· μίλησε περί σκότους εξωτέρου και κλαυθμού και βρυγμού των οδόντων – «Και αντί», λέει, «να κατανυγούν, τι γίνεται εδώ; Ὅτε φοβηθῆναι ἔδει (:έπρεπε να φοβηθούν), ὅτε ἀπὸ τῶν παρελθόντων καὶ περί τῶν μελλόντων πιστεῦσαι ἐχρῆν (:και όταν έπρεπε να πιστέψουν για κείνα που πέρασαν, για κείνα που έρχονται, αυτοί τι κάνουν; Σχεδιάζουν πώς θα παγιδεύσουν τον Κύριον με λόγο». Και θα συμπληρώσει άλλος ερμηνευτής, ο Ζιγαβηνός: «Ὦ τῆς βαθείας πορώσεως! Οὐδὲν τῶν εἰρημένων ἥψατο τῆς ψυχῆς αὐτῶν». «Τίποτα από εκείνα που είπε ο Κύριος, τίποτα, μα τίποτα δεν τους άγγιξε». Ταλαίπωρε και πτωχέ άνθρωπε…
Και τι πράττουν; «Καὶ ἀποστέλλουσιν –συνεχίζει το ιερόν κείμενον- αὐτῷ -εις αυτόν, τον Ιησούν- τοὺς μαθητὰς αὐτῶν μετὰ τῶν Ἡρῳδιανῶν λέγοντες· διδάσκαλε, οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς εἶ καὶ τὴν ὁδὸν τοῦ Θεοῦ ἐν ἀληθείᾳ διδάσκεις, καὶ οὐ μέλει σοι περὶ οὐδενός· οὐ γὰρ βλέπεις εἰς πρόσωπον ἀνθρώπων». Προσέξατε. Προσέξατε πόσα σωρεύουν αγαθά γνωρίσματα, για να παρασύρουν τον Κύριον εις την πλεκτάνην την δική τους. Τον αποκαλούν «διδάσκαλον»· τον αποκαλούν ότι είναι αληθής και την αλήθειαν υπηρετεί. Κολακεία δηλαδή… Ότι υποδεικνύει την οδόν του Θεού, την αληθινή οδό και ότι δεν τον ενδιαφέρει μπροστά στην αλήθεια, τι πρόκειται σαν συνέπεια να του συμβεί. Δεν τον ενδιαφέρει. Διότι Εκείνος θα πει την αλήθειαν, γιατί πρέπει να πει την αλήθειαν. Και ότι ακόμα δεν προσωποληπτεί. «Οὐ γὰρ βλέπεις», λέει, «εἰς πρόσωπον ἀνθρώπων».
Κι αυτά μεν ήσαν αληθή που του είπαν, ήσαν αληθή. Αλλά οι ταλαίπωροι με αυτά τα αληθή τώρα χτίζουν την παγίδα. Και πλησιάζουν τον Κύριον, όχι βεβαίως οι ίδιοι, «έστειλαν», λέγει, «τους μαθητάς των» και οι Ηρωδιανοί ήταν οι οπαδοί του Ηρώδου, οι άνθρωποι του Ηρώδου, της πολιτικής εξουσίας. Δεν πήγε ο Ηρώδης να θέσει τέτοιο θέμα. Έρχονται οι άνθρωποι του Ηρώδου. Θα λέγαμε: Μια συντροφιά που απετελείτο από άντρες θρησκευτικούς, αντιπροσώπευαν την θρησκεία –Φαρισαίοι- και από άντρες πολιτικούς, που αντιπροσώπευαν την πολιτεία, ώστε ο Κύριος ό,τι απάντηση θα έδιδε, να έπεφτε στην παγίδα ή εις τον χώρον της θρησκείας, αν κάτι προσέβαλε τον νόμο ή εις τον χώρον της πολιτικής. Δηλαδή είχαν εξασφαλίσει οι ταλαίπωροι αυτοί άνθρωποι την ασφάλεια και την επιτυχία του ότι ήθελαν να συλλάβουν τον Ιησούν και να τον παραδειγματίσουν δημοσίως, να τον ενοχοποιήσουν δημοσίως.
Κάνει εδώ ένα πολύ ευφυές, έξυπνο σχόλιον ο Ζιγαβηνός. Λέγει: «Οἷς κέχρηνται χαυνῶσαι τοῦτον βουλόμενοι πρὸς τὸ πάντως ἀποκριθῆναι καὶ εἰ ἀληθὴς ἐστίν, πῶς ἀλλαχοῦ λέγεται ὅτι πλανᾶ τὸν κόσμον;». «Είπατε ότι είναι αληθινός. Ότι τον λόγο του Θεού διδάσκεις, όλα είναι αληθινά, αληθινός άνθρωπος είσαι, πώς σε άλλη περίπτωση είπατε, εσείς οι ίδιοι, ότι πλανά τον λαόν; Ποιο απ’ τα δύο είναι αληθινό; Είναι αληθινός ή είναι πλάνος;». Το θυμόμαστε αυτό· που το είπαν. Αλλά εδώ είναι· η κολακεία δεν ενδιαφέρεται αν είναι αντιφατική. «Ἀκόμη «καὶ τοῦτο λέγουσιν, λέγει ο Ζιγαβηνός, ὑποκνίζοντες αὐτὸν εἰς τὸ μὴ αἰδεσθῆναι τὸν Καίσαρα, μηδὲ διὰ φόβον αὐτοῦ σιγῆσαι πρὸς τὸ ἐρωτώμενον». Δηλαδή «ὑποκνίζοντες», «διεγείροντες κάποιο πάθος της ψυχής, μια παρόρμηση: Εσύ είσαι αληθινός. Δεν βλέπεις εδώ, είμεθα υπό ρωμαϊκή κατοχή. Δεν βλέπεις ότι το νόμισμα είναι με την επιγραφή του Καίσαρος και το πρόσωπο του Καίσαρος. Εσύ είσαι Ιουδαίος». Λοιπόν; Του υπεγείρουν, του υπεγείρουν την αγανάκτηση εναντίον των εχθρών του λαού, ώστε από κει, με τον τρόπον αυτόν, να τον παρασύρουν για να πει λόγον, για να τον ψαρέψουνε.
Και αν οι άνθρωποι συνθέτουν, αγαπητοί μου, τέτοια κολακεία και συνωμοσία εις βάρος του Ιησού, πόσο πρέπει εμείς να προσέχομε; Μάλιστα, δημόσια πρόσωπα πολλές φορές – η κολακεία είναι η παγίδα που συλλαμβάνει. Αν στην καρδιά μας υπάρχει η κενοδοξία, τότε πολύ εύκολα παγιδευόμεθα, γιατί κολακευόμεθα.
Αλλά οι κολακεύοντες αποκαλύπτονται. Και μάλιστα δέχονται και ανάλογον χαρακτηρισμόν, όπως θα το δούμε ευθύς μετά. Τους λέγει ο Κύριος. Ή μάλλον τους αποκαλύπτει ο Κύριος: «Γνοὺς δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν πονηρίαν αὐτῶν εἶπε· τί με πειράζετε, ὑποκριταί;». Αποκάλυψις. «Δηλαδή, νομίσατε ότι μπορείτε να με παγιδεύσετε; Έτσι σας δίδαξε ο πατέρας σας, ο διάβολος;». Γιατί και ο διάβολος εις την έρημον είπε εις τον Ιησούν: «Εάν είσαι Υιός του Θεού, πες –γιατί το άκουσα, το άκουσα στη Βάπτισή σου, εις την δημοσία σου ανάδειξιν- εάν, λοιπόν, συ είσαι Υιός του Θεού, πες οι πέτρες αυτές να γίνουν ψωμιά». Ο Κύριος δεν μίλησε, παρά μόνον απήντησε με την Αγίαν Γραφήν. Και δεύτερος πειρασμός. Και τρίτος πειρασμός. Και στο τέλος ο Κύριος, γιατί βέβαια, υποθέτομε πώς εμφανίστηκε ο διάβολος, πιθανώς σαν άνθρωπος· σαν άνθρωπος. Και στο τέλος ο Κύριος τον αποκαλύπτει, κάνει τα αποκαλυπτήρια: «Ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ. Ξέρω ποιος είσαι. Ήρθες να με πειράξεις».
Γι’αυτό λοιπόν και τους αποκαλύπτει αυτούς. Και τι λέγει; Τι λέγει ο Κύριος τώρα εις τους Φαρισαίους και εις τους Ηρωδιανούς: «Υποκρίνεσθε τους αφελείς. Έρχεστε τάχα με μιαν αφέλειαν, με μια απλότητα, δήθεν, με ένα ενδιαφέρον να πληροφορηθείτε και μάλιστα με θρησκευτικόν και πατριωτικόν ενδιαφέρον. Για να με παγιδεύσετε. Αλλά σας απαντώ: Είσαστε κακοηθέστατοι συνωμόται. Είσαστε υποκριταί. Δεν πιστεύετε εκείνο το οποίο ήρθατε να κάνετε. Όχι! Ήρθατε να παγιδεύσετε».
Και ποιο είναι το θέμα που επερωτούν τον Κύριον; Με ένα επίπλαστο, πάντοτε, ύφος αφελείας και ενδιαφέροντος. «Εἰπὲ οὖν ἡμῖν – και μπαίνουν στο θέμα- , τί σοι δοκεῖ;(:πώς σου φαίνεται; Δηλαδή, ποια είναι η δική σου η γνώμη. Δεν θέλομε τις γνώμες των άλλων. Την δική σου την γνώμη. -Γιατί δεν ενδιαφέρονται για το θέμα στην πραγματικότητα, ενδιαφέρονται να ενοχοποιήσουν τον Ιησούν, όπως τρίτη φορά το λέμε) Ἔξεστι δοῦναι κῆνσον Καίσαρι ἢ οὔ;(:Επιτρέπεται, πώς σου φαίνεται, επιτρέπεται να δώσουμε ‘’κῆνσον’’ –νόμισμα ήτανε- εις τον Καίσαρα ή όχι;».
Χμ. Διλημματικός ο λόγος. Δίλημμα. Και μπορεί να αναλύσω, αλλά παίρνω, όμως, την ωραία ανάλυση του Ζιγαβηνού: «Ἐρωτῶσι πάνυ κακοήθως καὶ δολερῶς (:ερωτούν λοιπόν με κακοήθεια και δολερότητα, δολιότητα, δολερῶς), ἵνα ἐὰν μὲν εἴπῃ ὅτι ἔξεστιν (: γιατί αν πει: Ναι, επιτρέπεται, να δώσουμε ‘’κῆνσον’’, δηλαδή φόρον, εις τον Καίσαρα), κινήσωσι κατ’ αὐτοῦ τοὺς ὄχλους ὡς συμβουλεύοντος δουλεύειν Καίσαρι καὶ ὑποτάσσοντος ἀνθρώπῳ τὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ (:Τότε θα ξεσηκώσουν τα πάντα, τον λαό, θα πουν: Τον είδατε; -Γιατί οι Ρωμαίοι ήταν στρατός κατοχής- Είδατε; Είδατε τι κάνει; Θέλει να διατηρηθεί η ρωμαϊκή κατοχή στην πατρίδα μας, δίνοντας φορολογία σε άνθρωπο, που δεν πρέπει -γιατί πράγματι ο νόμος έλεγε: ‘’Δεν θα δώσεις φορολογία σε άνθρωπο’’, είναι στο Δευτερονόμιο). Ἐὰν δὲ εἴπῃ ὅτι οὐκ ἔξεστιν (:ότι δεν επιτρέπεται να δώσομε φόρο εις τον Καίσαρα), παραδώσωσιν αὐτὸν τῷ ἡγεμόνι ὡς ἀποστασίαν ἀπὸ Καίσαρος καὶ πόλεμον συμβουλεύοντα». «Είδατε; Συμβουλεύει αποστασία. Συνεπώς; Συνεπώς, εγείρει πόλεμον κατά των Ρωμαίων». Έτσι να απαντήσει; Έτσι το πράγμα έχει. Δεν θα απαντήσει; Γιατί δεν υπήρχε άλλη απάντησις. Αυτό θα πει δίλημμα· ή έτσι κινηθώ, ή έτσι κινηθώ, να βρεθώ σε μία δυσκολία. Δαιμονικά, ομολογουμένως, αριστοτεχνική ερώτησις…
Και τι απήντησε ο Κύριος; Χμ. Τι απήντησε ο Κύριος… Αφού τους απεκάλυψε ότι είναι υποκριταί και συνωμόται, σημείωσε τη σοφή κίνηση, λέγοντας: «Ἐπιδείξατέ μοι τὸ νόμισμα τοῦ κήνσου». «Για ‘’κῆνσον’’ δεν ομιλήσατε; Δώσατέ μου έναν ‘’κῆνσον’’». Και ερωτά: «Τίνος είναι η εικόνα αυτή και η ἐπιγραφή;». «Ἐπιγραφή» θα πει «τα γράμματα». Είναι αυτό που λέγαμε παλιότερα στο νόμισμα, είτε έμεινε παροιμιώδης η φράσις, κρατώντας ένα νόμισμα, να λέμε «Κορώνα-γράμματα;». «Κορώνα» ήτανε το πρόσωπον του Καίσαρος. «Γράμματα» ήταν η επιγραφή, ήταν τα γράμματα. «Λοιπόν, για πέστε μου», λέγει, «ποιανού είναι η εικόνα και η επιγραφή;». Κι εκείνοι απαντούν: «Του Καίσαρος». «Μάλιστα». Και τότε παίρνουν αυτήν την απάντηση, την σοφή απάντηση, αφού βεβαίως διέλυσε για τον εαυτόν Του ο Κύριος το σχήμα του διλήμματος. Το διέλυσε. Το κονιορτοποίησε. «Ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ». Αυτή ήταν η απάντησις. «Ό,τι ανήκει στον Καίσαρα να το αποδώσετε. Και ό,τι ανήκει στον Θεό, να το αποδώσετε».
Είναι θαυμασία απάντησις. Για κοιτάξτε. Το κέντρον βάρους πέφτει στο «ἀποδοῦναι». Τι είπε ο Κύριος; «Ἀπόδοτε». «Να αποδώσετε». Το λέμε στο απαρέμφατο. «Ἀποδοῦναι». Όχι στο «δοῦναι», που εκείνοι είπαν, «αν επιτρέπεται να δώσομε», σχηματίζοντες , δοῦναι αυτών, των ερωτώντων. Προσέξτε, αν μείνομε στο «δοῦναι», σχηματίζομε εικόνα άδικον· ότι γιατί να πληρώνομε φόρους στον Καίσαρα; Εικόνα άδικον. Προσέξατέ το. Το θέμα λύει το «ἀποδοῦναι». Όχι «δοῦναι», «ἀποδοῦναι». Λέγει ο Χρυσόστομος: «Οὐκ ἔστι τοῦτο δοῦναι, ἀλλὰ ἀποδοῦναι». Εδώ ήτανε το κλειδάκι που τους έκανε να μην μπορούν να πουν τίποτε.
Και τούτο γίνεται φανερό από την εικόνα και την επιγραφή του Καίσαρος. Δηλαδή συγκεκριμένα: «Ἐπεὶ Καίσαρος ἐστίν», λέει ο Ζιγαβηνός, «ἀπόδοτε Καίσαρι τὰ ἴδια, ἀπόδοτε ὡς ἐκείνου ὄντα». «Αφού, λοιπόν, είναι η επιγραφή και η εικόνα του Καίσαρος, είναι δίκαιον να αποδώσετε σε εκείνον εκείνα που του ανήκουν. Δεν είναι η επιγραφή και το πρόσωπο, η προσωπογραφία του Καίσαρος; Είναι θέμα δικαιοσύνης». Πράγματι. Το νόμισμα εκπροσωπούσε τη ρωμαϊκή κρατική οργάνωση. Την ασφάλεια του ατόμου, θα λέγαμε σήμερα «την χωροφυλακή», και την ιδιοκτησία, την ασφάλεια της ιδιοκτησίας και όλα τα προνόμια και πλεονεκτήματα που απολαμβάνει ο κάθε πολίτης από μια σταθερά κυβέρνηση. Συνεπώς, πώς θα ήταν δίκαιον ο πολίτης τώρα να αρνείται την πληρωμή για τα πλεονεκτήματα, τα οποία τον εξυπηρετούν; Της ασφαλείας του, της ιδιοκτησίας του… Πώς να το αρνηθεί; Ο φόρος, λοιπόν, ήταν και δίκαιος και νόμιμος. Αυτό ήταν όλη η φιλολογία.
«Δοῦναι» λένε αυτοί· «ἀποδοῦναι» λέγει ο Κύριος. Απάνω στο «ἀποδοῦναι», «οφείλεις να αποδώσεις. Γιατί; Ο Καίσαρας εσένα, σαν αυτοκράτωρ, σε εξυπηρετεί. Δηλαδή ποια; Τα προνόμια του πολίτου. Τα δικαιώματα του πολίτου. Έχεις λοιπόν εσύ, έχεις χρέος να του δώσεις, αυτό θα πει αποδίδω, ‘’ἀποδοῦναι’’», να δώσεις πίσω το νόμισμα, ως φορολογία, για να σε εξυπηρετήσει εσένα, τον πολίτη». Γι’αυτό ο Παύλος γράφει ότι πρέπει να αποδίδομε «τῷ τὸν φόρον τὸν φόρον, τῷ τὸ τέλος τὸ τέλος»· οφείλομε. Όλα αυτά βέβαια εξυπηρετούν την γήινη ζωή μας. Μα ανήκομε στη γήινη ζωή μας. Αλλά ξεχωρίζουν όμως από εκείνα που οφείλομε στον Θεό. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Καμία αντίθεσις, καμία σύγκρουσις μεταξύ των μεν και των δε. Είναι ο καλός πολίτης και ο καλός Χριστιανός. Αχ να το ξέραμε αυτό…
Μόνον αν η πολιτεία κάνει υπέρβαση των ορίων της και ζημιώνει τον Χριστιανόν, τότε ο Χριστιανός ενίσταται, αρνείται. «’’Κῆνσον’’; Θα δώσω. Να προσκυνήσω, όμως, τον αυτοκράτορα ως Θεόν –γιατί οι Ρωμαίοι ήθελαν να κρατούν τα πλήθη, τα οποία ήσαν ανομοιογενή, είχανε πολλούς λαούς- με την λατρεία του Καίσαρος· καισαρολατρεία. Ήταν κάτι σαν μέθοδος που την χρησιμοποίησαν και οι Βαβυλώνιοι. Τότε που αρνήθηκαν οι τρεις παίδες να προσκυνήσουν. Αλλά έτσι μπορούμε να αρνηθούμε. Και έχομε το φαινόμενο του μαρτυρίου. Εδώ, όμως, η πολιτεία τι κάνει; Υπερβαίνει τα όριά της. Και εφόσον υπερβαίνει και μπαίνει μέσα στον χώρο του Θεού, της θρησκείας: «Α, σου αρνούμαι, πολιτεία. Αν μείνεις στα όριά σου, ω πολιτεία, θα σου αποδώσω –προσέξτε, ‘’αποδώσω’’· ‘’ἀποδοῦναι’’– θα στο αποδώσω ό,τι σου ανήκει».
Αγαπητοί. Όλα αυτά για μας είναι σπουδαιότατα μαθήματα. Με διδάσκαλον τον Κύριον Ιησούν Χριστόν. Συνεπώς, μη αμελούμε πάντοτε να μαθητεύομε στο Ευαγγέλιό Του και πάντοτε θα γινόμεθα συνετοί και σοφοί.
ΠΗΓΗ:
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/megalh_ebdomada/megalh_ebdomada_043.mp3
ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ
ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΠΤΑ ΛΟΓΟΥΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ:
‘’Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι’’ »
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 9-4-1996]
Το μεγαλύτερο κακούργημα που αντίκρυσε ο ήλιος μέσα στην Ιστορία, αγαπητοί μου, ήταν η μαρτυρική θανάτωσις του Ενανθρωπήσαντος Υιού του Θεού, που ήρθε στον κόσμον ως λυτρωτής Του. Και να, ο Υιός της Παρθένου είναι υψωμένος επί του Σταυρού γυμνός και εγκαταλελειμμένος. Το μεγαλύτερο μέρος της παραμονής Του στον Σταυρό ο Κύριος το πέρασε σιωπηλά. Μόνο κατά διαστήματα ομίλει, σύντομα και επιγραμματικά.
Επτά λόγους είπε επί του Σταυρού ο Κύριος. Λόγοι που αποτελούν μια ανακεφαλαίωση ολοκλήρου της διδασκαλίας Του. Τα τελευταία λόγια κάθε ανθρώπου συνήθως μας είναι πάντοτε ενδιαφέροντα. Πόσο περισσότερο δε τα τελευταία λόγια του Λυτρωτού μας θα μας ενδιέφεραν. Και οι επτά, αυτοί, λόγοι του Κυρίου επί του Σταυρού είναι εγκατεσπαρμένοι εις τα τέσσερα Ευαγγέλια. Απ’ αυτούς τους λόγους, οι τρεις πρώτοι αναφέρονται σε πρόσωπα που Τον περιεστοίχιζαν στον Σταυρό. Όπως στους εχθρούς Του, στον συσταυρωθέντα ληστή και στη μητέρα Του με τον Ιωάννη, που ήσαν παρά τον Σταυρόν. Και αποτελούν οι λόγοι αυτοί, ούτως ειπείν, την διαθήκη Του.
Οι τρεις επόμενοι λόγοι, που είναι: «Θεέ μου, Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες;»· ή: «Διψῶ»· ή: «Τετέλεσται», αναφέρονται στα Πάθη Του και στο έργον της σωτηρίας, που εκείνη την ώρα ως Μέγας Αρχιερεύς, συντελούσε. Και ο έβδομος λόγος: «Πάτερ, εἰς χεῖράς σου παρατίθεμαι τὸ πνεῦμά μου» είναι η κατασφράγισις των προηγουμένων λόγων, αλλά και της επιγείου ζωής Του και που αποτελεί κραυγή τελείας εμπιστοσύνης προς τον Πατέρα.
Απ’ αυτούς τους επτά λόγους, αγαπητοί, ήδη προχωρούμε να προσεγγίσουμε τον πρώτο Του λόγο στον Σταυρό. «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι (:Πατέρα μου, συγχώρεσέ τους, γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν)». Είναι η πρώτη λέξις του Κυρίου Ιησού που εδώ αρχίζει με το «Πάτερ». Με αυτήν αρχίζει και με αυτήν τελειώνει και τους επτά Του λόγους επί του Σταυρού. Ο τελευταίος λόγος πάλι: «Πάτερ, εἰς χεῖράς σου παραθήσομαι τὸ πνεῦμά μου». Εξάλλου ο Κύριος ήρθε εις τον κόσμον αυτόν να αποκαλύψει τον Πατέρα και το θέλημά Του. Βέβαια, τον Άγιον Τριαδικόν Θεόν. Κι όπως λέγει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων ότι δεν ηνείχετο ο Υιός –είναι στην ερώτηση: «Γιατί ενηνθρώπησε ο Υιός και δεν ενηνθρώπησε ο Πατήρ ή το Πνεύμα το Άγιον;»– διότι ο Υιός είναι Εκείνος ο Οποίος εδημιούργησε, φυσικά ο Άγιος Τριαδικός Θεός, εδημιούργησε ό,τι υπάρχει, Εκείνος, όμως, ο Οποίος, ούτως ειπείν, ανέλαβε, κατ’ άμεσον τρόπον, την Δημιουργία, ώστε να λέγει ο ευαγγελιστής Ιωάννης ότι «χωρὶς αὐτοῦ οὐδὲ ἓν γέγονεν ὃ γέγονεν (:τίποτα δεν έγινε απ’ ό,τι έχει γίνει)», γι΄ αυτόν τον λόγο ο Υιός δεν ηνείχετο, λέει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, να τιμάται και να λατρεύεται το ξύλο, η πέτρα, τα φυσικά φαινόμενα και όχι ο Πατήρ.
Γι’αυτό ανέλαβε να ενανθρωπήσει, να έρθει κοντά μας και να μας αποκαλύψει τον αληθινόν Θεόν. Εκείνο που λέει ο Χριστός στην αρχιερατική Του προσευχή: «Τὸ ὄνομά Σου ἀπεκάλυψα τοῖς ἀνθρώποις». Και ποιο είναι το όνομα του Θεού; «Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα». Γι’αυτό είπε- είναι στο Κατά Ματθαίον- «Πηγαίνετε», λέει, «βαπτίζοντες αὐτούς -τα έθνη- εἰς τὸ ὄνομα -δεν λέει «εἰς τὰ ὀνόματα»- εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Έτσι λοιπόν, τον Πατέρα ήρθε να αποκαλύψει. Εκ του Οποίου, Πατρός, ο μεν Υιός γεννάται, το δε Πνεύμα το Άγιον εκπορεύεται.
Όταν οι πρώτες σταγόνες αίματος άρχισαν να ρέουν από τα καρφιά, ευθύς ο Κύριος αρχίζει το αρχιερατικό Του έργο, μεσιτεύοντας προς τον Πατέρα για τους ανθρώπους όλους και ιδιαίτερα για τους σταυρωτάς Του. Είναι ταυτόχρονα θύτης και θύμα. Αναφέρει κάποια λειτουργική ευχή, που λέμε, του Ιερού Χρυσοστόμου: «Σὺ γὰρ εἶ (:διότι Εσύ είσαι), ὁ προσφέρων καὶ προσφερόμενος (:ο προσφέρων, ως θύτης και προσφερόμενος, ως θύμα), καί προσδεχόμενος (:κι Εσύ είσαι ταυτόχρονα Εκείνος ο Οποίος προσδέχεσαι την θυσίαν) καὶ διαδιδόμενος, Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν» κ.λπ. Το διδακτικό Του έργον είχε πια τελειώσει. Και τώρα αρχίζει το αρχιερατικό Του έργον. Το έργον της αιωνίου Του αρχιερωσύνης. Γράφει ο Απόστολος Παύλος στην προς Εβραίους επιστολή του: «Ὃθεν ὤφειλε κατὰ πάντα τοῖς ἀδελφοῖς ὁμοιωθῆναι, ἵνα ἐλεήμων γένηται καὶ πιστὸς ἀρχιερεὺς τὰ πρὸς τὸν Θεόν, εἰς τὸ ἱλάσκεσθαι τὰς ἁμαρτίας τοῦ λαοῦ, ἐν ᾧ γὰρ πέπονθεν (:έχει πάθει) αὐτὸς πειρασθείς (:αφού εδοκίμασε πάσαν δοκιμασίαν), δύναται τοῖς πειραζομένοις βοηθῆσαι (:δύναται, έτσι, να βοηθήσει εκείνους οι οποίοι θα υφίσταντο οποιαδήποτε άλλη δοκιμασία)».
Ακόμη γράφει ο απόστολος εις την προς Εβραίους: «Οὐ γὰρ ἔχομεν ἀρχιερέα μὴ δυνάμενον συμπαθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν (:που να μη συμπαθεί, από το ‘’συμπάσχω’’, στις αδυναμίες μας και είναι πεπειραμένος, δοκιμασμένος), πεπειραμένον δὲ κατὰ πάντα καθ᾿ ὁμοιότητα χωρὶς ἁμαρτίας (:αλλά χωρίς, όμως, να είναι αμαρτωλός)». Και βλέπομε εις τον Ιησούν επί του Σταυρού να λέγει εκείνο το «Ἄφες», που περικλείει όλη την αρχιερατική Του διάσταση. «Ἄφες», «συγχώρεσε».
Ο Κύριος πονά επί του Σταυρού, γιατί είναι το «ἱερεῖον», δηλαδή το θύμα. Το «ἱερεῖον» είναι το θύμα, είναι εκείνο το οποίον επρόκειτο να θυσιαστεί. Κι όμως ξεχνά τους δικούς Του πόνους και ενδιαφέρεται για την σωτηρία των ανθρώπων. Αλήθεια, πόσο θεϊκά μεγάλη είναι η αγάπη του Κυρίου μας Ιησού… Αλλά αν ζήτησε ο Κύριος να συγχωρηθούν οι σταυρωταί Του, τότε γιατί τιμωρήθηκαν τόσο σκληρά για το ανήκουστο έγκλημά τους με την ρωμαϊκή άλωσιν που έγινε το 70; Μία γενεά μετά. Ο Κύριος, βέβαια, εζήτησε την άφεσιν· εφόσον, όμως, δεν θα ενέμενον οι σταυρωταί Του και ο λαός εις την απιστίαν και εις την αμαρτίαν. Αυτή είναι η απάντησις.
Σχολιάζει ο Θεοφύλακτος ότι «όλοι θα συνεχωρούντο εἰ μή μετὰ ταῦτα τῇ ἀπιστίᾳ ἐνέμειναν (:αν δεν ενέμειναν εις την απιστίαν τους)». Όλοι θα συνεχωρούντο. Διότι άλλο πράγμα να έχω μετανοήσει και άλλο πράγμα να μην έχω μετανοήσει. Γιατί απλούστατα η συγχώρηση που δίνει ο Θεός είναι δι’ εκείνους, οι οποίοι είτε τώρα μετανοούν είτε εις το μέλλον θα μετανοήσουν. Αλλά όχι σε εκείνους που δεν θα μετανοούσαν. Σημειώσατε ότι ο Κύριος ανέμενε μίαν ολόκληρη γενεά. Την μετάνοια του λαού Του. Το 33 έπαθε και η καταστροφή, η άλωσις της Ιερουσαλήμ, έγινε το 70. 37 χρόνια μετά. Ο Θεός είναι ελεήμων και περιμένει πάντα την μετάνοια. Εάν, βεβαίως, δεν υπάρχει η μετάνοια τότε έρχεται η άλλη ενέργεια του Θεού, η άλλη άκτιστος ενέργεια του Θεού, που λέγεται δικαιοσύνη.
Ξέρετε, αγαπητοί μου, πόσα χρόνια ο Νώε έφτιαχνε την Κιβωτό; 120 χρόνια. Όχι γιατί ήταν τεράστιον το έργον. Ήταν σαν ένα πελώριο θωρηκτό. Με πολλά πατώματα. Ξύλινο. Χωρίς τα μέσα, βεβαίως, ξυλουργικής που έχουμε σήμερα. Δεν ήτανε τόσο εις το τεχνικόν μέρος το ότι η κατασκευή έκανε εκατόν είκοσι χρόνια, αλλά ήταν σε ένα άλλο σημείον. Στο να βλέπουν οι άνθρωποι της γενεάς του Νώε την κατασκευήν της Κιβωτού και να ερωτούν τον Νώε: «Τι φτιάχνεις;». Κι εκείνος να λέγει ότι ο Θεός θα καταστρέψει τον κόσμον με νερό, δια Κατακλυσμού. Κι εκείνοι γελούσαν. Γι’ αυτό ο Χριστός είπε κάτι- ο Χριστός το είπε: «Όπως στην εποχή του Νώε έτρωγαν, έπιναν, παντρεύονταν και ήρθε ξαφνικά– Ξαφνικά; Όχι αγαπητοί μου. Δεν ήρθε ξαφνικά ο κατακλυσμός. Επερίμενε ο Κύριος 120 χρόνια.
Και για την εποχή του Λωτ είπε ο Χριστός: «Φύτευαν, οικοδομούσαν, παντρεύονταν… Κι ήρθε ξαφνικά». Όχι, δεν ήρθε ξαφνικά. Γιατί, απλούστατα, για τον αμαρτωλό είναι ξαφνικές αυτές οι καταστάσεις. Όχι για εκείνον ο οποίος περιμένει- όπως και για την Δευτέρα Του Παρουσία, εκείνο το «όπως», αυτό θέλει να πει ο Χριστός, όπως τότε, έτσι και εις το μέλλον, οι άνθρωποι θα τρώνε, θα πίνουν, θα επενδύουν, θα φυτεύουν, θα φτιάχνουν, θα κάνουν πολιτισμό και θα ‘ρθει αιφνίδιος ο όλεθρος. Για ποιους; Για κείνους που δεν περιμένουν. Ενώ για εκείνους που περιμένουν, αισθάνονται ότι ο Κύριος αργεί. Με εκείνο το «Ναί, ἔρχου Κύριε Ἰησοῦ» που τελειώνει το βιβλίο της Αποκαλύψεως.
Έτσι, αγαπητοί, σχολιάζει ο Θεοφύλακτος ότι όλοι θα συνεχωρούντο «εἰ μη», όπως σας είπα προηγουμένως, «μετὰ ταῦτα τῇ ἀπιστίᾳ ἐνέμειναν», «αν δεν ενέμεναν στην απιστία, τότε θα συνεχωρούντο». Και όπως σημειώνει ο Ζιγαβηνός: «Ἤπορησὰν δὲ τινὲς (:μερικοί -λέει- έχουν απορήσει) ὅτι ἐὰν ἀφήθη αὐτοῖς ἡ ἁμαρτία, πῶς αὐτοὶ ὕστερον παρεδόθησαν τοῖς Ρωμαίοις εἰς πανωλεθρίαν; (:Αν συνεχωρήθηκαν, τότε γιατί παρεδόθησαν –λέγει- εις την πανωλεθρίαν των Ρωμαίων;). Πρὸς οὕς (:Προς τους οποίους) λέγομεν ὡς οὐχ ὑπὲρ πάντων ἡ προσευχὴ γέγονεν (:η προσευχή του Ιησού Χριστού δεν έγινε για όλους), ἀλλ’ ὑπὲρ μόνον περαιτέρω μηδέν κακουργησάντων (:αλλά μόνο για κείνους οι οποίοι παρακάτω δεν εκακούργησαν)». Είναι καταπληκτικό!
Εδώ βλέπετε, θα ‘πρεπε να συγκλονιστούν από την μαρτυρία όχι των μαθητών, από την μαρτυρίαν των στρατιωτών των φυλασσόντων τον τάφον του Ιησού ότι ανεστήθη κατά έναν καταπληκτικόν τρόπο, έγινε σεισμός, έγινε λάμψις, πετάχτηκε η πέτρα πέρα που έφρασε το μνημείον και εγίνοντο, λέει, από τον φόβο τους οι στρατιώται «ὠσεὶ νεκροί». Και τι κάνουν; Τους πληρώνουν, «μην το πείτε αυτό», «ὑμῶν κοιμωμένων», λέγει, «ἦλθον οἱ μαθηταὶ καὶ ἔκλεψαν τὸ σῶμα». Αμετανοησία βάθους… Έτσι που να γράφει ο Απόστολος Παύλος: «Οὐ πάντων ἡ πίστις». Ε, γι’ αυτούς που δεν είναι η πίστις, «οὐ με πείσεις, κἂν με πείσῃς», που έλεγαν οι Έλληνες, γι’ αυτούς τους ανθρώπους δεν είναι δυνατόν ποτέ να υπάρχει συγχώρησις. Αναμφισβήτητα…
Λοιπόν, εφόσον θα μετανοούσαν. Αλλ’ εκείνοι δεν μετενόησαν, μέχρι σήμερα! Είκοσι αιώνες αγαπητοί μου, από τότε. Και το χειρότερο γι’ αυτούς, ότι μέχρι σήμερα κακουργούν εις βάρος της Εκκλησίας του Χριστού. Για να μην πω, κακουργούν και θα κακουργήσουν ακόμη περισσότερο εις βάρος όλων των εθνών, εκδικούμενοι την άλωση της πρωτευούσης των, της Ιερουσαλήμ, εκ μέρους των εθνών. Το καταλάβατε αυτό που είπα; Εκδικούμενοι την άλωση της Ιερουσαλήμ εκ μέρους των εθνών! Και θέλουν να κακουργήσουν εις βάρος όχι των χριστιανικών λαών, εις βάρος όλων των εθνών. Και ένα τρίτο: να πετύχουν ένα παλιό τους όνειρο: Να γίνουν κοσμοκράτορες. Και θα γίνουν! Όχι για να γεμίζουμε από ηττοπάθεια, το λέμε αυτό, αλλά για να αποκτήσουμε την αναγνώριση υπό τον Αντίχριστον. Εκείνο το πρόσωπον, το οποίο θα ηγηθεί όλων των εθνών και θα είναι Εβραίος. Και αναμένεται. Και γι’ αυτούς θα είναι ο Μεσσίας. Για μας είναι ο Αντίχριστος.
Θα προσθέσει ο Χρυσόστομος σε όλα αυτά: «Ἀφῆκεν εἰ ἐβούλοντο μετανοῆσαι (:Εάν ήθελαν να μετανοήσουν, θα τους συγχωρούσε)· εἰ γὰρ μὴ ἀφῆκεν αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν, οὐκ ἂν Παῦλος ἀπόστολος ἐγένετο». «Εάν δεν συγχωρούσε», λέγει, «ο Κύριος επί του Σταυρού, δεν θα εκερδίζετο ένας Παύλος, ως απόστολος». «Εἰ μὴ ἀφῆκεν αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν, οὐκ ἂν εὐθέως τρισχίλιοι ἐπίστευσαν καὶ πεντακισχίλιοι καὶ πολλαὶ μυριάδες (:Εάν δεν συγχωρούσε ο Κύριος επί του Σταυρού, δεν θα μετανοούσαν τρεις χιλιάδες, δυο χιλιάδες, μυριάδες)»… Βέβαια, όχι ως επίσημον έθνος, αλλά ως άτομα, ως πρόσωπα. Εξάλλου, την ημέρα της Πεντηκοστής θα πει στα πλήθη ο Πέτρος: «Ἀσφαλῶς οὖν γινωσκέτω πᾶς οἶκος Ἰσραὴλ (: δηλαδή, όλος ο λαός να γνωρίζει) ὅτι καὶ Κύριον καὶ Χριστὸν αὐτὸν ὁ Θεὸς ἐποίησε, τοῦτον τὸν Ἰησοῦν ὃν ὑμεῖς ἐσταυρώσατε»[Πράξεις 2,36]. «Αυτός», λέει, «είναι Εκείνος τον Οποίον ‘’ὑμεῖς’’, εσείς εσταυρώσατε». Καλά εσταύρωσαν ο Άννας, ο Καϊάφας, ο Πιλάτος… «Ὑμεῖς»! Ο λαός! «Γιατί από τη μια υποδέχεστε θριαμβευτικά και από την άλλη: ‘’Σταυρωθήτω’’».
Κι αυτή η δυνατότητα συγχωρήσεως απέρρεε από τον λόγο του Χριστού, που εζήτησε αυτό το «Ἄφες αὐτοῖς». Και φαίνεται αυτό και από την Παλαιά Διαθήκη, ακόμη, αγαπητοί μου, που ο λαός, όταν αμάρτανε, επλήρωνε την αμαρτία του. Διότι όπως λέγει η Γραφή, το λέει και η Καινή Διαθήκη, ότι «κάθε παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν». Παρέβης; Αμάρτησες; Θα πληρώσεις. Θα τιμωρηθείς! Ενώ τώρα αυτό δεν συμβαίνει στην Καινή Διαθήκη. Παρέβης; Εσταύρωσες τον Ιησούν; Τον ανασταυρώνεις στον εαυτόν σου καθημερινά μέσα στην Ιστορίαν η κάθε γενεά; Είναι έτοιμος να συγχωρήσει. Γιατί είπε το «Ἄφες αὐτοῖς». Έτσι, αγαπητοί μου, θεμελιώνεται η Καινή Διαθήκη επί της αγάπης και επί της συγχωρήσεως και επί της καταλλαγής του ανθρώπου με τον Θεό.
Και το δεύτερον ημιστίχιον του λόγου Του: «Οὐ γὰρ οἴδασιν τί ποιοῦσιν (:Γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν)». Πραγματικά δεν ήξεραν τι έκαναν. Λέγει ο Ζιγαβηνός: «Φθόνον μεθύοντες». «Είχαν μεθύσει από το κρασί του φθόνου»… Εκαίετο το εσωτερικό τους από τον φθόνον. Κι από το μίσος. Διότι ησθάνοντο τον λαόν να ακολουθεί Εκείνον και όχι αυτούς! Όταν δε εξαπέλυσε ο Κύριος, λίγες μέρες πιο μπροστά, εκείνα τα φοβερά «Οὐαὶ», τα «αλίμονον», «Οὐαὶ ὑμῖν Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί» που… τούτο· που… εκείνο· που… εκείνο, εδώ γεννήθηκε το μίσος. Ότι σταύρωναν το ήξεραν, είχαν πλήρη συνείδηση. Αλλά Ποιον σταύρωναν, αυτό το αγνοούσαν.
Γι’αυτό, όπως και ξέρετε και ο διάβολος, όταν είδε τον Ιησούν εις την έρημον να νηστεύει σαράντα ημέρες, τον παρηκολούθει μέρα νύχτα. «Ποιος είναι αυτός; Δεν έφαγε τίποτε». Όπως και ο Μωυσής στο Σινά. Δυο φορές ο Μωυσής. Όπως και ο προφήτης Ηλίας. Ενήστευσε σαράντα ημέρες. «Ποιος είναι αυτός; Ποιος είναι αυτός;». Και ήρθε ως πειραστής, αγνοώντας στο βάθος ότι μπορούσε να αποτελεί, να είναι θείον πρόσωπον. Ο διάβολος αγνοούσε το τριαδικόν του Θεού. Αυτό θα απεκαλύπτετο από τον Ιησούν Χριστόν. Άκουσε φωνήν από τον ουρανόν: «Συ είσαι ο Υιός μου ο αγαπητός, στον Οποίο έχω ευδοκήσει». «Ποιος, όμως, είναι, τι είναι;». Γι’αυτό ούτε ο διάβολος εγνώρισε. Έτσι οι άρχοντες γίνονται όργανα του διαβόλου για να σταυρώσουν τον Χριστόν.
«Εἰ γὰρ ἔγνωσαν – λέει στην Α΄ προς Κορινθίους ο απόστολος Παύλος – οὐκ ἂν τὸν Κύριον τῆς δόξης ἐσταύρωσαν (:Διότι εάν γνώριζαν, δεν θα εσταύρωναν τον Κύριον της δόξης)». Υπήρχε κάλυμμα. Κάλυμμα στη δόξα του Εσταυρωμένου, αλλά και στην διάνοια των σταυρωτών. Κάλυμμα στη δόξα του Εσταυρωμένου. Ναι. Όπως λέει ο Παύλος στους Φιλιππησίους: «Ἐκένωσεν ἑαυτόν, μορφὴν δούλου λαβών». Το «ἐκένωσεν» δεν σημαίνει «άδειασε», αλλά «περιέκρυψε την δόξα Του την θεία». Υπήρχε λόγος. Πώς τότε μπορούσαν να ξεχωρίσουν τι κάνουν, αφού υπήρχαν δυο καλύμματα, το ένα εις τον Ιησούν, δηλαδή στη θεία Του δόξα και το άλλο εις τα πρόσωπά τους; Και το κάλυμμα αυτό το έκανε παχύ ο φθόνος και το μίσος.
Εφόνευον τον Μεσσίαν τους και δεν το γνώριζαν. Και δεν Τον γνώριζαν. Εδώ υπάρχει ένα μυστήριο. Αγαπητοί μου, δεν το καταλαβαίνομε. Θα σας το εκθέσω όμως. Το εκθέτει ο απόστολος Παύλος εις την προς Ρωμαίους επιστολή του, 11,31: «Ὥσπερ γὰρ καὶ ὑμεῖς ποτε (:όπως κάποτε –λέγει- και εσείς τα έθνη, που γράφει την προς Ρωμαίους επιστολήν, δηλαδή σε Χριστιανούς εξ εθνών, στους Ρωμαίους) ἠπειθήσατε τῷ Θεῷ (:απειθήσατε στον Θεό), νῦν δὲ ἠλεήθητε τῇ τούτων ἀπειθείᾳ (:ελεηθήκατε -λέει- από την απείθεια των Εβραίων, διότι ο Θεός εστάθη σε σας, τους εθνικούς), οὕτω καὶ οὗτοι νῦν ἠπείθησαν (:έτσι, λέει, και τώρα αυτοί απειθούν), τῷ ὑμετέρῳ ἐλέει (:στο δικό σας το έλεος), ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐλεηθῶσι (:για να ελεηθούν και αυτοί. Ακούστε μια φράση:) συνέκλεισε γὰρ ὁ Θεὸς τοὺς πάντας εἰς ἀπείθειαν, ἵνα τοὺς πάντας ἐλεήσῃ (:όλους τους συνέκλεισε στην απείθεια, για να τους ελεήσει όλους).
Ο λόγος; «Ὃπως μὴ καυχήσηται», λέει στην προς Ρωμαίους επιστολή του, «πᾶσα σὰρξ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ». «Κανείς να μην μπορεί να πει: ‘’Δικαιούμαι την σωτηρίαν διότι εγώ ετήρησα τον νόμον’’». Ούτε ο Μωυσής. Προσέξτε, ούτε ο Μωυσής. Γιατί; Προσέξτε, επειδή εχτύπησε, λέει, δύο φορές την πέτρα. «Επιτέλους!», λέγει ο Μωυσής, «θέλετε από την πέτρα να σας βγάλω νερό;». Και ετιμωρήθη γι’αυτό. Γιατί; Γιατί «πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν». Συγκλείονται, λοιπόν, όλοι εις την απείθειαν, για να ελεηθούν όλοι. Δηλαδή, με άλλα λόγια, η σωτηρία μου δεν είναι καρπός της τηρήσεως των εντολών του Θεού, αλλά και του ελέους του Θεού. Με ελεεί ο Θεός! Και ξέρετε πόσοι Χριστιανοί μας είναι εκείνοι οι οποίοι προβάλλουν την τήρηση των εντολών…
Αγαπητοί. Ο Κύριος, με τον πρώτο Του αυτόν λόγο επί του Σταυρού, μας έδωσε συγκεφαλαιωτικά ολόκληρο το περιεχόμενο του ευαγγελικού ήθους, που είναι η συγχωρητικότης και η αγάπη. Αυτοί που στάθηκαν γνήσιοι μαθηταί Του, τον μιμήθηκαν: Ο πρωτομάρτυς Στέφανος, λιθοβολούμενος έλεγε: «Κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην». Κι ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, λιθοβολούμενος και αυτός έλεγε: «Παρακαλώ, Κύριε, Θεέ Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι».
Αγαπητοί. Μεγάλα κεφάλαια σωτηρίας είναι για μας όλα αυτά. Καλό Πάσχα.
ΠΗΓΗ:
ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ
«Τὸν νυμφῶνα σου βλέπω… καὶ ἔνδυμα οὐκ ἔχω»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 25-4-1989]
Εις τους Όρθρους των τεσσάρων πρώτων ημερών της Μεγάλης Εβδομάδος, αγαπητοί μου, ψάλλεται στην Εκκλησία μας το εξής ωραιότατον, αλλά και βαθύτατον σε νοήματα, εξαποστειλάριον: «Τὸν νυμφῶνά σου βλέπω, Σωτήρ μου κεκοσμημένον, καὶ ἔνδυμα οὐκ ἔχω, ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ, λάμπρυνόν μου τὴν στολὴν τῆς ψυχῆς, Φωτοδότα, καὶ σῶσόν με».
Το εξαποστειλάριο αυτό είναι εμπνευσμένο από την παραβολή του Κυρίου που αναφέρεται εις τους γάμους του υιού του βασιλέως. Και εκεί βλέπουμε ότι αφού οι καλεσμένοι απεποιήθησαν την πρόσκλησιν, τότε- και μάλιστα εκακοποίησαν και τους δούλους που τους εκάλεσαν- τότε ο βασιλεύς, που είχε τους γάμους του υιού του, λέγει στους δούλους: «Πορεύεσθε οὖν ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους ἐὰν εὕρητε καλέσατε εἰς τοὺς γάμους. Καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς· καὶ ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων. Εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου, καὶ λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἐφιμώθη. Τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς διακόνοις· δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. Πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί».
Αυτόν, λοιπόν, τον νυμφώνα βλέπει ο ποιητής μας, από τον οποίον, σας είπα, εμπνέεται και ενώ τον επιθυμεί, όμως διστάζει να εισέλθει, γιατί δεν έχει αυτήν την ειδική, του γάμου, στολή. Γι’ αυτό λέγει: «Τὸν νυμφῶνά σου βλέπω, Σωτήρ μου κεκοσμημένον, στολισμένον, αλλά, δυστυχώς, δεν έχω ένδυμα κατάλληλον δια να εισέλθω εις αυτόν. Γι’αυτό, Σε παρακαλώ, για να μην πάθω ό,τι έπαθε εκείνος ο δούλος, ο επισκέπτης, ο καλεσμένος εκείνος, ώστε να μπει χωρίς την κατάλληλη στολή, Σε παρακαλώ, λοιπόν, λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής, έλα να μου λαμπρύνεις και να μου στολίσεις και να μου καθαρίσεις την στολήν της ψυχής και έτσι να μπορώ να εισέλθω εις τους γάμους».
Εδώ ομιλεί, τόσο η παραβολή, όσο και ο ποιητής μας περί νυμφώνος. «Τὸν νυμφῶνά σου βλέπω». Τι είναι αυτός ο «νυμφών»; Είναι ο γαμήλιος χώρος. Εκεί που βρίσκεται ο νυμφίος και η νύμφη. Αν θέλετε ακόμη είναι το δωμάτιον, να το πούμε απλοελληνικά η κρεβατοκάμαρα των νεονύμφων. Εδώ είναι η Βασιλεία του Θεού. Αυτός είναι ο «νυμφών». Και, όπως λέγει ο Ζιγαβηνός, είναι η μυστική συνάφεια του Υιού προς την Εκκλησίαν των πιστών. Εκείνη η μυστική συνάφεια. «Μυστική» δεν θα πει κρυφή. Από το «μύστης» και «μυσταγωγία» και «μυστήριον». Εκείνη η ένωσις των πιστών με τον Υιό του Θεού.
Το ίδιο πράγμα τονίζει και ο Απόστολος Παύλος, όταν γράφει στους Εφεσίους: «Τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν». Ποιο μυστήριον; «Ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς Ἐκκλησίαν». Δηλαδή το μυστήριον της ενώσεως Χριστού και Εκκλησίας, του οποίου μυστηρίου τύπος –μυστήριον- είναι ο γάμος των ανθρώπων. Τύπος – μυστήριον· του μεγάλου μυστηρίου ενώσεως Χριστού και Εκκλησίας.
Και ο ευαγγελιστής Ιωάννης λέει στο βιβλίο της «Ἀποκαλύψεως» που βλέπει ακριβώς την Βασιλεία του Θεού σαν ένα δείπνο όπως ο Κύριος λέγει εδώ στην παραβολή: «Μακάριοι οἱ εἰς τὸ δεῖπνον τοῦ Ἀρνίου κεκλημένοι» · δηλαδή οι καλεσμένοι. «Ευτυχισμένοι αυτοί που κλήθηκαν στο δείπνο του Αρνίου».
Αλλά και αυτός ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος αποκαλεί τον Ιησούν «Νυμφίον». «Τι άλλο θέλω», λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, «παρά να χαρώ. Χαίρομαι. Είμαι ο φίλος του Νυμφίου. Και όταν ο Νυμφίος έχει την νύμφη, εκείνος χαίρεται. Και ο φίλος του Νυμφίου, εγώ, δηλαδή, ο Ιωάννης, είμαι χαρούμενος προς τούτο».
Αλλά και αυτός ο Ίδιος, αγαπητοί μου, ο Κύριος αποκαλεί τον Εαυτόν Του «Νυμφίον». Λέγει σε μια περίπτωση, όταν επέπληξαν τους μαθητάς Του οι Φαρισαίοι, λέγοντας : «Γιατί δεν νηστεύετε; Όπως νηστεύουν οι μαθηταί του Ιωάννου και οι δικοί μας οι μαθηταί;». Τότε ο Κύριος επεμβαίνει και λέγει: «Μὴ δύνανται οἱ υἱοὶ τοῦ νυμφῶνος πενθεῖν ἐφ᾿ ὅσον χρόνον μετ᾿ αὐτῶν ἐστιν ὁ νυμφίος;». «Μπορούν», λέγει, «να πενθούν τα παιδιά του Νυμφώνος» -γιατί όλοι εμείς οι πιστοί είμαστε παιδιά του Νυμφώνος- «μπορούν να πενθούν όταν μαζί τους είναι ο Νυμφίος;». «Ἐλεύσονται δὲ ἡμέραι ὅταν ἀπαρθῇ ἀπ᾿ αὐτῶν ὁ νυμφίος, καὶ τότε νηστεύσουσιν». «Θα ‘ρθουν μέρες που θα φύγει, που θα σηκωθεί, θα φύγει ο Νυμφίος από αυτούς και τότε θα νηστέψουν. Δηλαδή, ενόσω είμαι Εγώ μαζί τους, γιατί να νηστεύσουν; Έχουν καιρό. Θα νηστεύσουν, όταν Εγώ θα φύγω». Είδατε, λοιπόν, εδώ ότι αυτός ο Ίδιος ο Κύριος αποκαλεί και ονοματίζει τον εαυτόν Του Νυμφίον. Βέβαια, εξυπακούεται κάποια νύμφη. Και η Νύμφη αυτή είναι η Εκκλησία.
Εξάλλου αυτό ολόκληρο το βιβλίο του «Ἄσματος Ἀσμάτων» στην Παλαιά Διαθήκη θεωρεί- εκείνο το βιβλίο που αναφέρεται σε εκείνον και σε εκείνη, δεν έχει τι άλλο παρά εκείνον-εκείνη- και γίνεται ένας διάλογος και υπάρχουν γεγονότα ανάμεσα σε εκείνον και εκείνη. Δεν είναι παρά ο Νυμφίος του Ισραήλ, της παλαιάς Εκκλησίας. Δηλαδή, του λαού του Ισραήλ· διότι «ἐκκλησία» ελέγετο. Αλλά εκείνη, ως νύμφη, «νυμφίος» ο Θεός, ο Κύριος του Ισραήλ, «νύμφη» ο λαός του Ισραήλ, αλλά εκείνη η νύμφη ηθέτησεν. Και έτσι ανανεώνει την νύμφη, και δεν είναι παρά αυτή η Εκκλησία.
Και βλέπει κανείς στο βιβλίο «Ἆσμα Ἀσμάτων» να γίνεται όλη αυτή η προβολή του Νυμφίου και της νύμφης. «Κι όλα αυτά», όπως λέει ο Ιερός Χρυσόστομος, «ἵνα μάθῃς τοῦ Θεοῦ τὴν κηδεμονίαν (:πόσο φροντίζει ο Θεός για σένα), τὸν πόθον τόν περὶ ἡμᾶς (: πόσο ποθεί για μας, πόσο μας αγαπά), τῶν πραγμάτων τὴν φαιδρότητα ὡς οὐδὲν λυπηρὸν ἔχειν, οὐδὲν σκυθρωπόν, ἀλλὰ πάντα χαρᾶς γέμει πνευματικῆς (: αυτός ο Νυμφώνας είναι γεμάτος από χαρά πνευματική, δεν υπάρχει εκεί τίποτα το θλιβερόν, το σκυθρωπόν, όλα εκεί είναι χαρούμενα, να δεις πόσο μας αγαπά ο Θεός)».
Και λέγει ο ποιητής, ο συντάκτης αυτού του εξαποστειλαρίου: «Τὸν Νυμφῶνα Σου βλέπω». «Τὸν Νυμφῶνα Σου βλέπω». Βλέπει; Πώς τον βλέπει; Δια των Γραφών και δια της πίστεως. Όταν μελετάει τις Γραφές, εκεί έχει την αίσθησιν του Νυμφώνος. Θα χρησιμοποιήσω αυτήν την ωραία λέξη, το ωραίο ρήμα που ακούσαμε προ ολίγου στο τροπάριο της Κασσιανής: «Αἰσθομένη», λέγει, «την θεότητά Σου»· δεν μπορούσε να την βλέπει διότι ο Θεός δεν βλέπεται, ούτε οράται, ούτε ψηλαφάται- μόνο η ανθρωπίνη φύσις ήτο ορατή και ψηλαφητή– «όμως εκείνη, η γυναίκα η πόρνη που Σου ‘πλυνε, Κύριε, τα πόδια με τα μύρα και τα δάκρυα, αἰσθομένη Σου την θεότητα –ένιωσε, αισθάνθηκε· αυτό το «αισθάνομαι», είναι ακριβώς που παίρνει ο άνθρωπος κάτι σαν αίσθημα, κάτι που ανήκει εις τον χώρο του βιώματός του, όταν μελετάει τις Γραφές. Γιατί έρχεται το Πνεύμα του Θεού να τονίσει αυτήν την αίσθησιν. Και υπάρχει και η πίστις. Και έτσι, και δια των Γραφών και δια της πίστεως ο ιερός υμνογράφος βλέπει τον Νυμφώνα όπως τον βλέπει και κάθε πιστός. Έτσι, βλέποντας τον Νυμφώνα, γεννάται ο πόθος της Βασιλείας του Θεού. Έτσι γεννάται ο πόθος οράσεως του προσώπου του Ιησού Χριστού.
Και αυτό το «βλέπω» που λέγει ο ιερός υμνογράφος είναι καθημερινό· που κάνει τον κάθε πιστό να σηκώνει τα μάτια ψηλά στον ουρανό και να επιθυμεί τους εκεί χώρους. «Οὐκ ἔχομεν ὧδε», λέγει ο ιερός συγγραφεύς της προς Εβραίους επιστολής, «μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν». «Δεν έχουμε εδώ πατρίδα, αλλά την μελλοντική επιζητούμε, εκείνη που θα έρθει». Γι’αυτό ο ίδιος λέγει λίγο πιο πάνω: «Οἱ γὰρ τοιαῦτα λέγοντες ἐμφανίζουσιν ὅτι πατρίδα ἐπιζητοῦσι (:Εκείνοι που έτσι εμφανίζονται, εκείνοι που έτσι μιλούν, προφανώς δείχνουν ότι γυρεύουν πατρίδα)». Και η πατρίδα είναι εκεί. Δεν είναι εδώ ο Νυμφών. Είναι εκεί. Δεν είναι εδώ ορατή η Βασιλεία του Θεού. Είναι εκεί. Εδώ είναι ορατή η Βασιλεία του Θεού ως Εκκλησία.
Προσέξατε την παραβολήν, ότι «ἐκλήθησαν», λέγει, «ἀγαθοί καί πονηροί». Έπρεπε, όμως, να καθαριστούν για να μπουν όλοι μέσα εις τον Νυμφώνα. «Ἀγαθοί καί πονηροί». Γι’αυτό μέσα στην Εκκλησία, την ιστορική τώρα Εκκλησία, θα λέγαμε την ιστορική Βασιλεία του Θεού, αυτή που είναι μέσα στην Ιστορία, βλέπει κανείς αυτά που βλέπει και που δεν πρέπει να σκανδαλίζεται. Αν γνωρίζει καλά πώς είναι τοποθετημένη η Βασιλεία του Θεού πάνω στη γη. Μαζεύει και τους αγαθούς και τους πονηρούς.
Σας θυμίζω εκείνο που λέγει ο Κύριος σε μια από τις παραβολές που θέλει να δείξει την Βασιλεία Του πάνω στη γη. «Πώς», λέγει, «να παρομοιάσω την Βασιλεία του Θεού; Με μία σαγήνη, με ένα δίχτυ, που πιάνει ψάρια καλά και όχι καλά. Και σαπρά, όχι καλά, δευτέρας ποιότητος. Πέφτει το δίχτυ μέσα στη θάλασσα του κόσμου, πιάνει ψάρια. Σύρονται τα ψάρια εις την ξηράν. Εκεί γίνεται η διαλογή». Μη μας σκανδαλίζει, αγαπητοί μου, το ότι μέσα στην Εκκλησία, από τους κληρικούς μέχρι τους λαϊκούς, που υπάρχει αυτή η φοβερή διαφοροποίηση ποιότητος. Μη μας σκανδαλίζει. Θα έρθει η ημέρα των λογαριασμών. Θα έρθει η ημέρα της διαλογής.
Και πώς βλέπει εδώ ο ποιητής τον Νυμφώνα του Σωτήρος; «Κεκοσμημένον». Δηλαδή, στολισμένον. Είναι όλα εκείνα τα στολίδια της πόλεως του Θεού που βλέπει ο ιερός ευαγγελιστής Ιωάννης και καταγράφει –εν οράματι βλέπει- και καταγράφει εις το βιβλίον της «Αποκαλύψεως». Είναι όλη η δόξα του Χριστού. Είναι όλος ο πλούτος των αρετών, της αγιότητος των αγίων. Είναι η απέραντη ευφροσύνη των κατοίκων της πόλεως του Θεού. Είναι το μέγα στολίδι της αιωνίου ζωής. Εκείνο που τόσο ποθεί ο άνθρωπος: «Γιατί να πεθαίνω; Γιατί να πεθαίνω; Και να πεθαίνω τόσο άθλια;»· που ο καθένας να αισθάνεται τα τέλη του- τα βιολογικά τουλάχιστον- αν όχι τα πνευματικά. Τα βιολογικά του τέλη ποια μπορεί να είναι και πώς μπορεί να είναι… Έτσι εκεί βλέπει το μεγάλο αυτό στολίδι της αιωνίου ζωής: Δεν υπάρχει εκεί ο θάνατος, ούτε η θλίψις, ούτε η παροδικότης, ούτε ό,τι άλλο συνοδεύει τον επίγειον αυτόν θάνατον· και η ματαιότητα. Δεν υπάρχει τίποτε εκεί.
Και βλέπει κεκοσμημένον τον Νυμφώνα ο ιερός ποιητής, αλλά αναφωνεί και λέγει: «Καὶ ἔνδυμα οὐκ ἔχω, ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ». «Δεν έχω ένδυμα να μπω μέσα εις αυτόν». Δηλαδή βλέπει ότι εκείνος ο χώρος είναι ένας σπουδαίος, που απαιτεί κάποιο ειδικό ένδυμα, που εκείνος που μπήκε –από την παραβολή τώρα- χωρίς να έχει αυτό το ειδικόν ένδυμα, ετιμωρήθη πολύ σκληρά. Φοβείται μεν ο ιερός συντάκτης και λέγει ότι επιθυμεί μεν να εισέλθει, αλλά στερείται του καταλλήλου ενδύματος.
Τι είναι αυτό το «ένδυμα του γάμου»; Λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Ἔνδυμα; Βίος ἐστὶν καὶ πρᾶξις». Αυτό είναι το ένδυμα. Ο βίος και η πράξις. Πώς ζεις. Ποια είναι ο βίος σου και η πολιτεία σου. «Ἔστιν δὲ τοῦτο, βίος καθαρὸς καὶ λαμπρός», λέγει ο Ζιγαβηνός. «Τρόπον χιτῶνος ὑφυφασμένος ἐξ ἀρετῶν». Τι είναι αυτό το ένδυμα; Είναι λέγει ο καθαρός και λαμπρός βίος. Είναι ένας τρόπος που ο χιτώνας αυτός είναι υφασμένος με αρετές. Και λέγει ο ίδιος αρνητικά: «Οὐκ ἔνδυμα δὲ γάμου; Βίος ρυπαρὸς καὶ ἀκάθαρτος». Ποιο είναι εκείνο το «Δεν έχω ένδυμα γάμου»; Είναι ο ρυπαρός βίος. Είναι ο ακάθαρτος βίος.
Ο Αδάμ, αγαπητοί μου, στον Παράδεισον είχε και φορούσε τον χιτώνα της θεώσεως. Γι’αυτό «οὐκ ἠσχύνετο» –το τονίζει ιδιαιτέρως αυτό η Γραφή- «δεν ήτο γυμνός· ήτο περιβεβλημένος την θεία δόξα». Αλλά όταν ημάρτησε, εξεδύθη αυτόν τον χιτώνα της θεώσεως. Κι έμεινε γυμνός. Τότε αντελήφθη ότι είναι γυμνός. Όχι ότι κάτι άλλαξε, θα λέγαμε, κάτι άλλαξε -ναι· ήταν ντυμένος και έμεινε γυμνός. Αν κάποια στιγμή, για συλλάβετέ το αυτό, είμεθα όλοι ντυμένοι, κάποια στιγμή κάνετε μια σκέψη και πείτε, δεν ξέρω γιατί και πώς μπορούμε να το πούμε αυτό: «Μήπως δεν είμαι ντυμένος;». Σ’ αυτό το, σ’ αυτό το κλάσμα του δευτερολέπτου: «Μήπως δεν είμαι ντυμένος;». Μας προκαλείται ένας φόβος, μια ντροπή: «Μήπως δεν είμαι ντυμένος;». Αγαπητοί μου, ο Αδάμ ήταν ντυμένος· με την θεία δόξα. Όταν όμως την έχασε μόλις αμάρτησε, τότε ντύθηκε με τον δερμάτινο χιτώνα· ο οποίος «χιτών» είναι η α-λογία. Η α-λογία. Άλογος. Γιατί τι είναι ο χιτών ο δερμάτινος; Από ένα ζώο… Ντύθηκε, λοιπόν, την α-λογία. Όχι δηλαδή την ελ-λογία. Είχε την ελ-λογία. Την έχασε και απέκτησε την αλογία.
Στο βάπτισμα ξαναπήραμε την παλιά μας στολή. Θυμηθείτε την παραβολή του Ασώτου Υιού που λέει «Φέρατε την στολήν την πρώτην». Αυτή είναι η στολή η πρώτη. Αυτή που φορούσε ο Αδάμ πριν αμαρτήσει και τώρα ξαναέρχεται αυτή η στολή με το βάπτισμα. Και αυτήν την στολή, την πρώτη, που την πήραμε όλοι, κάποια στιγμή –τι τραγικό για μας!- την ξαναλερώσαμε. Και την λερώνομε διαρκώς! Γι’αυτό ο ιερός συντάκτης λέγει: «Πώς να μπω; Επήρα καθαρό χιτώνα στο βάπτισμα, αλλά τον ξαναλέρωσα τον χιτώνα μου, τον ξαναβρώμισα τον χιτώνα μου»· κι έτσι βλέποντας εκείνον τον κάποιον της παραβολής και φοβάται, αισθάνεται να μιλάει πολύ έντονα ο Κύριος του δείπνου: «Ἑταῖρε -φίλε-, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου;». Η τιμωρία δε: «Δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων». Είναι η κόλασις.
Γι’αυτό ο ιερός ποιητής λέγει: «Κύριε, λάμπρυνόν μου τὴν στολὴν τῆς ψυχῆς, «έλα να με καθαρίσεις· αφού ο πόθος της εισόδου υπάρχει, τότε καθάρισέ μου, Κύριε, την ψυχήν, έλα να με καθαρίσεις» –τούτο σημαίνει: «Βοήθησέ με να μετανοήσω». Είναι το δεύτερον βάπτισμα. Εκείνον τον χιτώνα τον άρρυπον που πήραμε στο βάπτισμα μπορούμε να τον στέλνομε στο καθαριστήριον που λέγεται «μυστήριον Ιεράς Εξομολογήσεως». Αυτή είναι η φιλανθρωπία του Θεού· και μόνον εάν εγίνετο αυτή η ανάκλησις από τον αρχαίον Αδάμ, με μόνο το βάπτισμα, χωρίς να υπάρχει άλλη ανάκλησις, θα λέγαμε ότι ο Θεός θα ήταν γεμάτος και σοφία και αγάπη.
Αλλά εδώ βλέπει κανείς το βάθος της αγάπης του Θεού. Ξέρει ότι έχουμε αδυναμία. Εβαπτίσθημεν, αλλά είμεθα αδύναμοι. Είναι εκείνο που είπε ανασταίνοντας την κόρη του Ιαείρου: «Δώσατέ της να φάει. Γιατί ανεστήθη, αλλά πρέπει να φάει, για να δυναμώσει».
Ο άνθρωπος, λοιπόν, δέχεται τον παλαιόν χιτώνα, την πρώτη στολή, αλλ’ είναι αδύναμος. Πρέπει να σταθεί στα πόδια του. Μέχρι που να σταθεί, πόσες φορές θα ρυπάνει τον χιτώνα του βαπτίσματος… Γι΄αυτό, λοιπόν, έδωκε η αγάπη του Θεού το δεύτερον βάπτισμα, το διαρκώς και διαρκώς και διαρκώς επαναλαμβανόμενον, το μυστήριον της Ιεράς Εξομολογήσεως. «Σου ζητώ, Κύριε», ως να λέγει ο ποιητής, «βοήθησέ με να μετανοήσω. Βοήθησέ με, με τα δάκρυα της μετανοίας σαν άλλη κολυμβήθρα να μπορέσω να αποπλύνω αυτόν τον χιτώνα της ψυχής. Να τον λαμπρύνω με τη μυστηριακή ζωή. Να έχω μία διαρκή νήψι. Νήψι. Ήτα -περισπωμένη -γιώτα. Από το ‘’νήφω’’· που θα πει, κατ’ επέκτασιν, έχω καθαρό –η αρχική σημασία είναι εγκρατεύομαι από το κρασί- έχω καθαρό νου και καθαρή καρδιά. Να ‘χω μια διαρκή νήψη. Κάθε μου πράξη να την διαποτίζει η αγάπη. Να μην είναι οι αρετές πράγματα ξεκάρφωτα. Ποτισμένες όλες από την αγάπη, για την αγάπη Σου. Να είναι κάτι που ξεκινάει από Σένα». Κι αυτό το έργον είναι αφενός μεν έργον της θείας χάριτος, αφετέρου δε έργο δικό μας, έργο του κάθε πιστού. Αν δεν ήταν έργο του κάθε πιστού, τότε γιατί εδέχθη τον έλεγχον εκείνος ο καλεσμένος της παραβολής που του είπε: «Φίλε, πώς μπήκες εδώ και δεν έχεις χιτώνα γάμου;»;
Και αποτείνεται και τελειώνοντας ο ποιητής το ποίημά του στον Κύριον και Του λέει: «Φωτοδότα, καὶ σῶσόν με». Λέγεται ο Χριστός «φωτοδότης», γιατί; Γιατί Αυτός δίδει το άκτιστον Φως στους πιστούς, εκείνοι που είναι άξιοι. Μην ξεχνάμε ότι στην Βασιλεία του Θεού –αλήθεια, το σκεφτήκατε;- όταν θα αναστηθούμε, για να δείτε πώς έχουν τα πράγματα, θα αναστηθούν τα παλιά μας, αλλά ανακαινισμένα πια σώματα. Αυτά τα σώματα θα φορούν ρούχα; Το σκεφτήκατε; Ο Χριστός μετά την Ανάστασή Του δεν φορούσε ρούχα. Εξάλλου, έμειναν στο μνημείον. Αλλά στα μάτια των μαθητών και του κόσμου που Τον είδαν, Τον είδαν με ρούχα. Ο Χριστός δεν φορούσε πια ρούχα. Και στη Βασιλεία του Θεού δεν θα φοράμε ρούχα. Τα ρούχα μας, τα ιμάτια αυτά είναι ένα μεταπτωτικό στοιχείο. Στη Βασιλεία του Θεού όταν θα αναστηθούμε θα φοράμε εκείνη την θεία δόξα που είχε ο Αδάμ μέσα εις τον Παράδεισον. Γι’ αυτό λέγεται Φωτοδότης, θα δώσει αυτή την δόξα και θα είμεθα ντυμένοι με αυτήν την δόξα, και είναι αυτή η θέωσις. Και η θέωσις είναι τεκμήριον της σωτηρίας. Σωτηρία δε και θέωσις δίνεται μόνον από τον Χριστόν-γι’αυτό και ονομάζεται «Σωτήρ» και «φωτοδότης».
Αγαπητοί μου. Δυο πράγματα πρέπει να βλέπει ο κάθε πιστός. Πρώτον· τον Νυμφώνα του Χριστού, που είναι η Βασιλεία Του και δεύτερον, τον ρυπαρό του χιτώνα, που δεν είναι παρά μια βαθιά, βαθιά αυτογνωσία του ρυπαρού του βίου. Το πρώτο θα είναι ένα διαρκές κίνητρο, το να βλέπει τον Νυμφώνα, για να διορθώνεται το δεύτερο, δηλαδή ο ρυπαρός βίος. Και αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα την διατήρηση της ελπίδος, ότι θα προσπαθήσομε, θα παρακαθίσομε κάποτε σε εκείνο το μακαριστό δείπνο της Βασιλείας του Θεού, ότι θα εισέλθομε εις τον Νυμφώνα του Χριστού που είναι η αιωνία ένωσίς μας με Εκείνον. Βλέπομε ότι η ιερά υμνωδία της Εκκλησίας μας μας δίδει διαρκώς κίνητρα αληθινής σωτηρίας.
ΠΗΓΗ:
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/megalh_ebdomada/megalh_ebdomada_022.mp3
ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ
«ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΝ 21ον ΨΑΛΜΟΝ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 21-4-1992]
[Μέρος Α΄]
Καθ’ όλον το μήκος, αγαπητοί μου, της Μεγάλης Εβδομάδος των Παθών του Κυρίου μας, Ιησού Χριστού, διακρίνουμε μια πλουσία αναφορά στα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης, ιδιαίτατα εις το Ψαλτήρι. Ο λόγος είναι σαφής. Ολόκληρη η Παλαιά Διαθήκη είναι μια απέραντη προφητεία και μια εκπληκτική τυπολογία που αναφέρεται εις το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Και τυπολογία εννοούμε ότι κάθε γεγονός, ιστορικό, μέσα εις τον χώρον της Παλαιάς Διαθήκης είναι τύπος του προσώπου του Ιησού Χριστού και της σωτηρίας την οποία φέρει ο Ιησούς Χριστός. Όπως η διάβαση από την Ερυθρά Θάλασσα και ούτω καθεξής. Γι’αυτό, χωρίς την πληροφορία της Παλαιάς Διαθήκης, το πρόσωπο του Ιησού Χριστού μάς είναι άγνωστο και ακατανόητο. Θα το πω άλλη μία φορά: Χωρίς την μαρτυρία της Παλαιάς Διαθήκης το πρόσωπο του Ιησού Χριστού μάς είναι άγνωστον και ακατανόητον.
Βέβαια, η Εκκλησία ανέκαθεν το αντελήφθη αυτό και πλαισιώνει με κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης και με τυπολογικά γεγονότα το πρόσωπο του Ιησού Χριστού για να δίδει, ανά πάσα στιγμή, τη σωστή ερμηνεία περί του προσώπου Εκείνου. Δίδει, με άλλα λόγια, η Εκκλησία την απάντηση του Αποστόλου Πέτρου στο ερώτημα του Κυρίου: «Τίνα μὲ λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου;». Είναι το πιο θεμελιώδες ερώτημα που ποτέ ετέθη μέσα εις την ιστορίαν των ανθρώπων. Και το πιο προκλητικό ερώτημα που ποτέ ετέθη εις την ιστορίαν των ανθρώπων, εφόσον, εκ της απαντήσεως του ερωτήματος αυτού εξαρτάται η σωτηρία των ανθρώπων. Βλέπετε, λοιπόν, ότι είναι ένα πάρα πολύ σπουδαίο πράγμα να απαντήσομε εις το ερώτημα, αυτό, του Κυρίου. Του Ποιος είναι, το πρόσωπό Του, Ποιος είναι. Ποιος είναι. «Τι λένε οι άνθρωποι για μένα. Ποιος είμαι Εγώ;».
Το δυστύχημα είναι ότι η νεοτέρα θεολογία, στην πρακτική της προσφορά, ως κήρυγμα στον λαό δεν χρησιμοποιεί την Παλαιά Διαθήκη· με αποτέλεσμα, χωρίς να το κατανοεί, να αποκόπτει ή να καταστρέφει το υπόβαθρον της πίστεως εις το πρόσωπον του Ιησού Χριστού. Και τούτο διότι τα γεγονότα που συνθέτουν την ζωή του Χριστού, να αμφισβητούνται, αφού δεν κατοχυρώνονται με την προφητεία.
Μας κάνει εντύπωση ότι οι ιεροί ευαγγελισταί, όπως θα ακούσετε τις ημέρες αυτές όταν διαβάζονται, ακούγονται, αναγιγνώσκονται οι ευαγγελικές περικοπές- Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ, έχουμε δώδεκα ευαγγελικές περικοπές, Μεγάλη Παρασκευή στις «Ὧρες» κ.τ.λ. κ.τ.λ. ότι οι ιεροί ευαγγελιστές σε κάθε βήμα περιγραφής των γεγονότων που εξιστορούν αναφέρονται εις την προφητείαν. «Καὶ τοῦτο», λέγει, «ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ προφήτου» κ.λπ. Παρόλο που τα γεγονότα ήσαν τόσο κοντά τους, χρονικά κοντά τους, που δεν θα μπορούσε κάποιος εκ των αναγνωστών των ευαγγελίων τους να τα αμφισβητήσει. Όμως οι ιεροί ευαγγελισταί δεν γράφουν μόνο για την εποχή τους –και για την εποχή τους και για το μέλλον. Εξάλλου και εις την εποχήν που έγραψαν, θα μπορούσαν να υπάρξουν άνθρωποι που να αμφισβητήσουν. Και πρώτοι οι Εβραίοι.
Τα γεγονότα, λοιπόν, επαληθεύουν την προφητείαν και η προφητεία κατοχυρώνει τα γεγονότα. Θα το ξαναπώ -γιατί είναι θεμελιώδους σημασίας αυτό: ότι τα γεγονότα επαληθεύουν την προφητεία. «Να!», λέμε, «έγινε αυτό που είπε η προφητεία». Αλλά και η προφητεία κατοχυρώνει τα γεγονότα γιατί μπορεί κανείς να αμφισβητήσει το πώς έγινε ένα γεγονός –«Έγινε;». «Πώς έγινε;»– εφόσον η προφητεία υπάρχει χρόνια, αιώνες ολοκλήρους πίσω, που κατοχυρώνει αυτό το γεγονός.
Συνηθίζω να λέγω ένα παράδειγμα στην προκειμένη περίπτωση που είναι το εξής: Το νερό είναι πολύ μαλακό και ρευστό. Αλλά και η σκόνη τσιμέντου είναι πολύ ρευστή. Και πολύ μαλακή. Σκόνη είναι. Αν έπρεπε, λοιπόν, να παρομοιάσουμε την προφητεία και τα γεγονότα, το ένα με το νερό και το άλλο με τη σκόνη του τσιμέντου, θα είχαμε δύο πράγματα, τα οποία βεβαίως δεν θα μπορούσαν να σταθούν. Ενώσατέ τα αυτά και κάνετε βράχο. Το νερό με τη σκόνη του τσιμέντου. Και κάνετε πέτρα, κάνετε βράχο! Αυτό ακριβώς είναι η σύνδεσις των γεγονότων με την προφητεία.
Γι’αυτό στην αγάπη σας, αγαπητοί μου, σαν ένα μικρό δείγμα από όσα τώρα σας υποστηρίζω, σας λέγω, θα προβάλλουμε τον 21ον Ψαλμόν του Δαβίδ. Δεν θα τον εξαντλήσουμε –πού να εξαντληθεί…- θα πάρω μόνο κύρια σημεία που θα βλέπει κανείς εκεί προφητικά στοιχεία και γεγονότα στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Βέβαια κάτι περισσότερα θα πούμε αύριο, αν θέλει ο Θεός.
Ο 21ος Ψαλμός, έργο του Δαβίδ όπως σας είπα, το λέγει η επιγραφή του Ψαλμού, είναι ψαλμός υπέροχος και ύψους δυσθεωρήτου και δυσαναβάτου. Δεν μπορείς να σκαρφαλώσεις επάνω εις αυτόν τον Ψαλμόν, ούτε να δεις την κορυφή του. Θεωρείται, τόσο από την Εκκλησία μας, όσο και από τη Συναγωγή των Εβραίων, μεσσιακός Ψαλμός. Περιέχει λεπτομέρειες του Πάσχοντος Μεσσίου που καταπλήσσουν, που δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστούν σε οποιοδήποτε πρόσωπον, παρά μόνο σε ένα μοναδικό μέσα στην Ιστορία: στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού. Διότι υπάρχουν λεπτομέρειες που δεν εφαρμόστηκαν σε κανένα σπουδαίο πρόσωπο μέσα στην Ιστορία. Όπως είναι οι διατρήσεις, τα τρυπήματα, των χεριών και των ποδιών. Θα πει ο Ψαλμωδός: «Ὢρυξαν» -και μάλιστα αυτό το «ὢρυξαν» (θα το πούμε αύριο), εκπληκτικόν! Δεν λέει «ετρύπησαν», λέει «ὢρυξαν», «έσκαψαν», «έσκαψαν»…- δεν θα μιλήσω πιο πολύ. «Ὢρυξαν χεῖράς μου καὶ πόδας μου». Όταν μάλιστα η θανατική ποινή στους Εβραίους ήταν ο λιθοβολισμός και γραμμένος ο Ψαλμός τον 10ον αιώνα προ Χριστού! Ανύποπτος περίπτωσις θανατικής εκτελέσεως όπως ήταν ο τρόπος των Ρωμαίων, που ήταν δια του καρφώματος χεριών και ποδιών επάνω σε σταυρό. Ανύποπτο!
Εν τοιαύτη περιπτώσει, ακόμη λέγει διαμερισμόν ιματίων. Ποτέ οι Εβραίοι δεν έβγαζαν τα ρούχα του μέλλοντος να θανατωθεί. Εθεωρούντο ακάθαρτα. Πετούσαν πέτρες και απέθνησκε ο καταδικασμένος κάτω από τον σωρό των λίθων, χωρίς φυσικά να του αφαιρεθούν τα ρούχα, τα ενδύματα και που κανείς φυσικά δεν θα έπαιρνε τα ρούχα ενός καταδίκου τα ρούχα.
Ακόμη βλέπομε χλευασμόν. Ακριβέστατον στην διατύπωση που κάνουν οι άρχοντες στον Ιησούν Χριστόν. Εκπληκτικά πράγματα… Αυτά δεν εφαρμόζουν παρά μόνο και μοναδικά, μόνον και μοναδικά εις το πρόσωπον του Ιησού Χριστού. Όχι λοιπόν μόνον οι ιεροί ευαγγελισταί, αγαπητοί μου, αναφέρονται στον Ψαλμόν αυτόν, όπως σας είπα, αλλά και Αυτός ο Κύριος ο Ίδιος χρησιμοποιεί στίχους από τον Ψαλμόν αυτόν για τον Εαυτόν Του και μάλιστα επάνω εις τον Σταυρόν· που να ‘σαι πάνω στον σταυρόν, δεν σημαίνει ότι είσαι εις το εργαστήριό σου μελέτης ή στο στούντιό σου, ούτε ότι είσαι κάπου ανεβασμένος σε ένα ρομαντικό τόπο. Είναι τρομερές οι στιγμές εκείνες, ώστε να λέει ο Κύριος επί του Σταυρού: «Θεέ μου Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες;». Είναι ο 1ος στίχος του Ψαλμού, θα το δούμε. Ή ακόμη η αναφώνησις: «Διψῶ!». Όταν λέει ο στίχος: «καὶ ἡ γλῶσσά μου κεκόλληται τῷ λάρυγγί μου». «Και η γλώσσα μου», λέγει, «κόλλησε στο λαρύγγι μου». Και λοιπά.
Αλλά ας δούμε κάπως πιο κοντά το ιερό κείμενο του 21ου Ψαλμού:
«Ὁ Θεός, ὁ Θεός μου, πρόσχες μοι· ἵνα τί ἐγκατέλιπές με;». Εδώ η αρχή «Ὁ Θεός, ὁ Θεός μου», όπως πολλοί πρώτοι στίχοι του Ψαλτηρίου ξεκινούν με αυτήν την έκφραση «Ὁ Θεός, ὁ Θεός μου» δεν είναι Ονομαστική πτώσις, αλλά είναι Κλητική. Θα το μεταφράζαμε: «Ω Θεέ μου, Θεέ μου…». Αυτή, όμως, η διπλή διατύπωσις εκφράζει αγωνιώδη πόνο και μια ανάγκη αμέσου βοηθείας. Αυτόν τον στίχο τον είπε ο Χριστός επάνω εις τον Σταυρόν. Πασίγνωστο είναι στους Χριστιανούς ότι ο Χριστός είπε αυτόν τον στίχον επάνω εις τον Σταυρόν. Είναι, όμως, παρμένος, και είναι ο πρώτος στίχος, όπως σας είπα, από τον 21ον Ψαλμόν. Λέγει ένας ερμηνευτής, ο Θεοδώτητος: «Τῷ ἰκρίῳ –το ικρίωμα, δοτική– προσηλωμένος ὁ δεσπότης, ταύτην προήκατο τὴν φωνήν: Ἠλί, ἠλί, λαμᾶ σαβαχθανί». Είναι το εβραϊκό κείμενο. Ο Κύριος είπε εβραϊκά. Δεν το είπε αραμαϊκά. Γι’αυτό και δεν κατάλαβαν οι γύρω από τον Σταυρόν και είπαν εκείνο το –αλλά χρήσιμο, όμως, γιατί μας δίνει μιαν άλλη πληροφορία αυτό- «Μπα», είπαν, «φωνάζει τον Ηλίαν. Για να δούμε. Τον Ηλί». Φωνητικώς έτσι, ακουστικώς, ηχητικώς. «Ἠλί». «Ἠλί», όμως, θα πει στην εβραϊκή γλώσσα που είναι η αρχαία γλώσσα, θα πει Θεός. «Φωνάζει», λέγει, «τον Ηλία. Για να δούμε, θα έλθει από τον σταυρόν, να τον σώσει; Ἴδωμεν. Ας δούμε». «Ἠλί, ἠλί, λαμᾶ σαβαχθανί». Ή «λαμᾶ». Είναι διάφορες, έτσι γραφές στην ελληνική γλώσσα, που γράφτηκαν από τους ευαγγελιστάς. «Θεέ μου, Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες;».
Είπαμε, όμως, ότι τον στίχο αυτόν τον είπε ο Δαβίδ. Αλλά τον είπε από προσώπου Χριστού. Δεν λέγει «Πάτερ». Δεν λέγει: «Πατέρα μου, Πατέρα μου», όπως θα πει στην αρχιερατική Του προσευχή, «Πάτερ, Σε παρακαλώ» κ.τ.λ. κ.τ.λ. Αλλά λέγει: «Θεέ». Γιατί; Εδώ έχουμε βέβαια ένα κατέβασμα, μια υποβάθμιση, διότι τον Θεόν, αν είμαστε μακριά, θα τον πούμε Θεόν. Αν είμαστε κοντά, θα Τον πούμε Πατέρα. Δείχνει μια αλλοτρίωση του ανθρώπου από τον Θεόν ένεκα της αποστασίας του. Ε λοιπόν, ο Κύριος οικειώνεται την δική μας φύση, γι’αυτό λέγει «Θεέ μου, Θεέ μου» και όχι «Πατέρα μου, Πατέρα μου». Δεν λέγει ο Κύριος: «Πάσχω» ή «Πονώ»· «Πατέρα μου, Θεέ μου, πονώ! Ὀδυνῶμαι!». Αλλά επισημαίνει την εγκατάλειψη: «Ἱνατί με ἐγκατέλιπες;». Και δείχνει πόσο ο άνθρωπος –βάθος…- πόσο ο άνθρωπος εγκατέλειψε τον Θεόν, για να φτάσει ο Θεός να εγκαταλείψει τον άνθρωπον. Και πάλι ο Ιησούς Χριστός από προσώπου των ανθρώπων. Και ο Μεσσίας επί του Σταυρού οδυνάται. Όπως έκτυπα φαίνεται από όλο το μήκος του Ψαλμού. Οδυνάται. Λέγει πολλά… Οδυνάται σωματικά και ψυχικά.
Λέγει: «Ταῦροι πίονες περιεκύκλωσάν με». Δηλαδή «δυναμωμένοι ταύροι με κύκλωσαν, έτοιμοι να με κερατίσουν», λέγει –δεν θα το πούμε σήμερα. Είναι οι άρχοντες που κάθονται απέναντι, χλευάζουν· και λοιπά, και λοιπά! Κι ο Κύριος οδυνάται πρώτα ψυχικά, κατόπιν σωματικά. Αυτό, όμως, είναι πολύ σημαντικό και χρήσιμο για μας, επειδή σημαίνει ότι ο Μεσσίας ήταν πραγματικός άνθρωπος. Δηλαδή ο Θεός Λόγος έγινε πραγματικός άνθρωπος και συνεπώς πραγματικά έπασχε, και με το σώμα Του και με την ψυχή Του. Σημαίνει ότι θα προσελάμβανε –και προσέλαβε- ανθρώπινο σώμα και ανθρώπινη ψυχή· διότι –προσέξτε, εκείνο το «ὀδυνῶμαι», «ἱνατί με ἐγκατέλιπες;», το «ὀδυνῶμαι» είναι σωματικό, «ἐγκατέλιπες» είναι ψυχικό· δείχνει ότι δεν μπήκε σε ένα ανθρώπινο σώμα να το καταλάβει η θεότητα, το δεύτερον πρόσωπον της Αγίας Τριάδος. Δεν μπήκε σε ένα ανθρώπινο σώμα. Έγινε άνθρωπος. «Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο», «ο Θεός έγινε άνθρωπος». Σημαίνει: «προσέλαβε και την σωματικήν φύσιν, το σώμα και το πνεύμα, το ανθρώπινον, την ψυχήν». Και ηνώθη ο Θείος Λόγος με τα δύο αυτά στοιχεία της ανθρωπίνης υπάρξεως. Έτσι είναι τέλειος Θεός, μα και τέλειος άνθρωπος.
Γιατί αν έπαιρνε μόνο την ανθρώπινη, το ανθρώπινο σώμα δεν θα ήτο τέλειος άνθρωπος διότι θα υπελείπετο η ψυχή. Και δεν θα μπορούσε να σωθεί, όπως λέγουν οι Πατέρες, εκείνο που δεν προσλαμβάνεται, εκείνο και δεν σώζεται. Έπρεπε λοιπόν και τα δυο να προσληφθούν. Συνεπώς: Όταν ο Κύριος λέγει «ἱνατί με ἐγκατέλιπες;» και πονά ψυχικά, αλλά και πονά σωματικά, σημαίνει ότι ήτο τέλειος άνθρωπος και όχι κατά δόκησιν. Εδώ είναι το σπουδαίον! Και όχι κατά δόκησιν. Δηλαδή, δεν ήταν φαινομενικά άνθρωπος. Πραγματικά υπήρξε αίρεσις των «Δοκητών» όπως γνωρίζετε· φοβερή αίρεσις, φοβερή! Μάλιστα, εμφανίστηκε προς τα τέλη του 1ου αιώνος και αλώνισε όπου βρισκόταν ο Χριστιανισμός. Αλλά και πέθανε πραγματικά. Όχι κατά δόκησιν· διότι δοκίμασε όλον τον πόνον, ψυχικώς και σωματικώς, ο Κύριος επί του Σταυρού.
Λέγει ένας ερμηνευτής, ο Ζιγαβηνός: «Ὥσπερ γὰρ κατ’ ἀλήθειαν ἐνηνθρώπησε (:όπως –λέγει- πραγματικά ενηνθρώπησε), οὕτω καὶ κατ’ ἀλήθειαν ἐσταυρώθη (:έτσι και πραγματικά σταυρώθηκε) καὶ οὐ κατὰ φαντασίαν, κατὰ δόκησιν. Οὐ γὰρ ἂν ἦν ὀδυνώμενος, οὕτως ἀνεβόησεν (:δεν θα φώναζε έτσι αν δεν πονούσε)». Αυτή, βεβαίως, η εγκατάλειψις δεν ήτο χωρισμός της θείας φύσεως. Πράγμα αδύνατον γιατί ο Υιός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα. Αλλά είναι εγκατάλειψις, κατά παραχώρησιν, της ανθρωπίνης φύσεως ως εκπροσωπούσης την ανθρωπίνην φύσιν.
Γράφει ο Θεοδώρητος, άλλος ερμηνευτής: «Ἐγκατάλειψιν καλεῖ οὐ τὸν τῆς ἡνωμένης θεότητος χωρισμόν, ὡς τινὲς ὑπελήφθησαν (:υπέλαβαν, κατενόησαν, υπενόησαν) –«Δεν έγινε ο χωρισμός», λέει, «της φύσεως της θείας για να μιλά περί εγκαταλείψεως» –«ἀλλὰ τὴν γεγενημένην τοῦ πάσχοντος συγχώρησιν», «αλλά –«συγχώρησις» θα πει κάτι που επιτρέπει κανείς, κάτι που παραχωρεί, που έγινε εις τον πάσχοντα, παρεχωρήθη- και παρεχωρήθη εις την ανθρωπίνη φύσιν».
Ο έβδομος στίχος. Από τον πρώτο πηγαίνω στον έβδομο. Δεν υπάρχει χρόνος ώστε πρώτα ο Θεός, αύριο, θα πούμε κύρια σημεία, καίρια σημεία χριστολογικά της προφητείας του 21ου Ψαλμού. «Ἐγὼ δέ εἰμι σκώληξ καὶ οὐκ ἄνθρωπος, ὄνειδος ἀνθρώπων καὶ ἐξουθένημα λαοῦ». «Εγώ δεν είμαι άνθρωπος· είμαι σκουλήκι. Είμαι των ανθρώπων η ντροπή και του λαού το περιθώριο. Εξουθένημα, πέταμα». Εδώ ο Μεσσίας προφητικά πάντοτε, παρομοιάζει τον εαυτό Του με σκουλήκι. Το σκουλήκι, όπως θα ξέρετε βέβαια, είναι το πιο άοπλο –δεν μπορεί να αμυνθεί το σκουλήκι-, το πιο άσχημο και αηδιαστικό ζωύφιο. Ένας από τους τρεις βασιλείς που επεσκέφθησαν τον Ιώβ, ο Βαλδάδ, στη συζήτηση που είχαν, είπε τα εξής: «Υἱὸς ἀνθρώπου; Σκώληξ». «Τι είναι», λέει, «ο άνθρωπος; –«Υἱὸς ἀνθρώπου» είναι εβραϊσμός και θα πει «άνθρωπος»– «Τι είναι ο άνθρωπος; Σκουλήκι. Σκουλήκι». Μα νομίζω ότι το λέμε και στη γλώσσα μας εμείς. Και πολλές φορές λέμε τους άλλους και σκουλήκια. Κι ο Ησαΐας βλέπει ανάλογα τον Μεσσία. Όλη η διήγηση που μας κάνει, η περίφραση αν θέλετε, δεν είναι παρά ένα άπλωμα της συνεπτυγμένης αυτής λέξεως, σκουλήκι.
Λέει ο Ησαΐας στο 53ο κεφάλαιο: «Καὶ εἴδομεν αὐτόν» · «τον είδαμε». Εις παρελθόντα χρόνον. «Τον είδαμε». 800 χρόνια προ Χριστού. «Καὶ οὐκ εἶχε εἶδος, οὐδὲ κάλλος». Δεν είχε μορφή. «Εἶδος» θα πει «μορφή». Δεν είχε μορφή, ούτε ομορφιά. Αλλά «τὸ εἶδος αὐτοῦ», δηλαδή η μορφή του, «τὸ εἶδος αὐτοῦ ἄτιμον – δηλαδή χωρίς τιμή, κάτι περίεργον…- καὶ ἐκλεῖπον παρὰ πάντας τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων». «Και σαν να μην υπήρχε, σαν να είχε εξαφανιστεί το πρόσωπό Του, πιο πολύ από όλους τους ανθρώπους». Κι ο εξευτελισμός αυτός- γιατί το «σκουλήκι» είναι εξευτελισμός· ο χαρακτηρισμός «σκουλήκι» είναι εξευτελισμός- «Θα έφτανε εκεί ο Μεσσίας;», «Δεν θα έφτανε εκεί ο Μεσσίας σ’ αυτόν τον εξευτελισμό;». Οι Εβραίοι ποτέ δεν μπόρεσαν να το φανταστούν. Γιατί ποτέ δεν κατενόησαν το βάθος των προφητειών. Γι’αυτό απεδοκίμασαν τον Χριστόν. Τον Ιησούν ως Χριστόν, ως Μεσσίαν. Γιατί Τον είδαν να πάσχει. Δεν μελέτησαν καλά τους προφήτες. Είδαν μόνο την μία όψιν των προφητειών –ότι είναι ένδοξος ο Μεσσίας- δεν είδαν και την άλλη όψη, ότι ο Μεσσίας πάσχει· που τόσο περιγραφικά αναφέρει, σας είπα, ο Ησαΐας.Γι’αυτό ακριβώς ο εξευτελισμός αυτός του σταυρού ήτο ο έσχατος, όπως έσχατον ζώον είναι το σκουλήκι. Δεν μπορεί να κατεβείς πιο κάτω από το σκουλήκι. Λέει ο Θεοδώρητος: «Δίκην σκώληκος εὐτελὴς ὤφθην καὶ καταγέλαστος ἐγενόμην». «Σαν σκουλήκι», λέει, «τιποτένιο, παρουσιάστηκα, εμφανίστηκα και έγινα καταγέλαστος από όλους».
Υπάρχει, όμως, κι ένας άλλος λόγος που λέγεται ο Μεσσίας «σκώληξ», σκουλήκι. Είναι γνωστό ότι για δόλωμα στο αγκίστρι βάζουμε σκουλήκι. Είτε θαλασσινό είτε της ξηράς. Αγοράζουμε τα δολώματα αυτά ή τα φτιάχνουν οι άνθρωποι, οι ψαράδες. Βάζουν λοιπόν στο αγκίστρι ένα σκουλήκι, για να πιάσουν ψάρια. Εδώ άγκιστρον οι Πατέρες αναφέρουν τον σταυρόν. Άγκιστρον. Σκουλήκι είναι αυτό που μπήκε επάνω στο άγκιστρον, επάνω εις τον σταυρόν. Η ανθρωπίνη φύσις του Ιησού Χριστού. Η ανθρωπίνη φύσις του Θεού Λόγου! Ο σκοπός; Ο σκοπός ήτο να δολωθεί ο σατανάς. Να πάει να δαγκώσει, τον εδάγκωσε τον Χριστόν, τον ανέβασε στον σταυρόν· «ἐτήρησε αὐτοῦ πτέρναν» που λέει το βιβλίο της «Γενέσεως». Ναι! Τον ανέβασε στον σταυρό ο διάβολος τον Χριστό. Εκεί όμως αντελήφθη Ποιον δαγκώνει. Όπως θα ακούσουμε την νύχτα του Πάσχα τον Κατηχητικόν λόγον του Ιερού Χρυσοστόμου που λέγει: «Δάγκωσε άνθρωπο και βρέθηκε μπροστά στην θεότητα. Εκεί ακριβώς την έπαθε. Τι έπαθε ο διάβολος; Πώς; Τι; Ηπατήθη ο απατήσας τους ανθρώπους». Γι’αυτό έλαβε το μέρος το δικό μας ο Θεός Λόγος για να έρθει τώρα να απατήσει τον σατανά,όπως ηπατήθηκαν οι Πρωτόπλαστοι απ’ αυτόν.
Και λέει στη συνέχεια, ο Μεσσίας που θεωρεί τον εαυτό Του «ὄνειδος ἀνθρώπων καὶ ἐξουθένημα λαοῦ» · η παρουσία του Ιησού Χριστού, αγαπητοί μου, στον κόσμο στάθηκε μια ανεπανάληπτη έκπληξις. Τα θαύματά Του άφησαν τους ανθρώπους αφώνους. Λέγουν «ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου». Η διδασκαλία Του έκανε τους απεσταλμένους των εχθρών Του να λέγουν: «Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος». Αυτοί οι εχθροί Του αναγνωρίζουν την αναμαρτησία Του, όταν τους είπε: «Τίς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει με περὶ ἁμαρτίας;». Τότε πώς θα εγίνετο «ὄνειδος ἀνθρώπων καὶ ἐξουθένημα λαοῦ»; Ο λαός διεστράφη· διότι ο φθόνος των ανθρώπων δεν ηνείχετο την λάμψιν του προσώπου του Ιησού. Και η διαστροφή αυτή ετελέσθη διότι οι άρχοντες διέδιδαν ότι ήτο πλάνος και επλανούσε τον λαό. Ότι «ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων», λέει, «ἐκβάλλει τα δαιμόνια». Και έτσι συνετελέσθη το μυστήριον της απιστίας του λαού. Γι’αυτό η προφητεία αναφέρει από προσώπου του Μεσσίου ότι έγινε «ὄνειδος ἀνθρώπων καὶ ἐξουθένημα λαοῦ».
Αγαπητοί μου, ο Ψαλμός αυτός και με τα υπόλοιπα χωρία είναι αληθινά μεσσιακός, σπουδαίος και τρανός, δυσθεώρητος και δυσανάβατος, όπως σας είπα στην αρχή και πρέπει εμείς να μελετούμε για να έχουμε –αναγκαιότατο αυτό και να ακούμε αυτά για να δημιουργούμε μέσα μας μια ακράδαντη πίστη στον Ιησού Χριστό. Και μετά, βλέποντας την αγάπη Του, να γεμίζουμε από αγάπη στον Ιησούν Χριστόν, που είναι το θεμέλιο της υπάρξεώς μας και είναι το θεμέλιον της σωτηρίας μας.
ΠΗΓΗ:
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/megalh_ebdomada/megalh_ebdomada_032.mp3
ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ
«ΤΟ ΤΡΟΠΑΡΙΟΝ ΤΗΣ ΜΕΛΩΔΟΥ ΚΑΣΣΙΑΝΗΣ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 26-4-1994]
Από την όλη υμνολογία του Όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης, αγαπητοί μου, δεσπόζει τον δοξαστικόν των αποστίχων, φερόμενον υπό το όνομα της βυζαντινής μελωδού Κασσιανής. Είναι το γνωστότατον, αυτό που προ ολίγου ακούσαμε: «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή». Πριν, όμως, το προσεγγίσομε το τροπάριο αυτό, να πούμε δυο λόγια για την Κασσιανή. Η Κασσιανή υπήρξε μεγάλη ποιήτρια και μελωδός του 9ου αιώνος, κατά την διάρκεια της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ήταν μοναχή. Πολλά θρυλούνται γύρω από αυτήν. Έγραψε πολλά· και εκλεκτά. Ένα από αυτά είναι και το παρόν τροπάριον. Από τα συγγράμματά της διακρίνεται μια βαθιά μόρφωσις και ένας ώριμος νους. Θεωρείται η μόνη αξιομνημόνευτος ποιήτρια της βυζαντινής περιόδου. Τόσο θαυμαστή είναι…
Αυτό το περιώνυμον τροπάριό της, που ετέθη, όπως σας είπα, σαν δοξαστικό εις τα απόστιχα έχει ως εξής, ας το ξαναδιαβάσομε: «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή, τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν, ὀδυρομένη μύρα σοι πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει. Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι, ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας, ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος, ἔρως τῆς ἁμαρτίας. Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων, ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ· κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας, ὁ κλίνας τοὺς οὐρανούς, τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει· καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους Σου πόδας, ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν, τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις, ὧν ἐν τῷ Παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη. Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων Σου ἀβύσσους, τίς ἐξιχνιάσει ψυχοσῶστα Σωτήρ μου; Μή με, τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος».
Ας αποπειραθούμε και μια απόδοση: «Κύριε, η γυναίκα που σκόνταψε σε πολλές αμαρτίες, επειδή αισθάνθηκε πίσω από την ανθρώπινη φύση Σου ότι ήσουν Θεός, αναλαμβάνει μυροφόρου έργου και γεμάτη οδυρμό, έρχεται πριν τον ενταφιασμό Σου, να Σε μυρώσει. ‘’Αλίμονο’’, έλεγε, ‘’γιατί ζω σε μια νύκτα σκοτεινή και ασέληνη, τρέχω από της ακολασίας τον οίστρο, κυριευμένη από της αμαρτίας τον έρωτα. Αλλά Συ, απ’ το νερό του πόντου που σύννεφα σηκώνεις, δέξου των δακρύων μου τους κρουνούς· από τα ύψη Σου λύγισε κι έλα, τους κρυφούς στεναγμούς της καρδιάς μου να ακούσεις, Συ, που με την ανείπωτη ενανθρώπησή Σου τους ουρανούς χαμήλωσες. Τα αμόλυντα πόδια Σου θα καταφιλήσω και με δάκρυα μετανοίας θα τα καταγεμίσω και με τους βοστρύχους της κεφαλής μου θα τα σπογγίξω. Αυτά τα πόδια που όταν η Εύα το δειλινό εκείνο στον Παράδεισο τον βρόντο τους άκουσε, απ’ τον φόβο της κρύφτηκε. Τα αμέτρητα των αμαρτιών μου πλήθη και των κριμάτων Σου τις αβύσσους να εξιχνιάσει ποιος μπορεί, Σωτήρα μου ψυχοσώστα; Μη με παρίδης, την δική Σου δούλη, Συ, που το έλεος έχεις αμέτρητον».
Είναι ένα ποίημα, όπως αντιλαμβανόμεθα, ένα ποίημα υψηλής εμπνεύσεως. Γνώσεως πολλής των βαθέων της ανθρωπίνης ψυχής, αλλά και ύψους, όπως θα το δούμε, ύψους θεολογίας. Εκείνο που τονίζεται και οπωσδήποτε αιφνιδιάζει πολλούς που αγνοούν, είναι ότι ταυτίζει τον άνθρωπον Ιησούν με τον Θεόν· που είναι ο Θεός Λόγος, τότε, στον Παράδεισο των Πρωτοπλάστων.
Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στο κείμενο. Στο πρώτο μέρος γίνεται μια περιγραφή της αθλιότητος της ανθρωπίνης ψυχής. Η ανθρώπινη ψυχή μετά την πτώση των Πρωτοπλάστων έχασε τον προσανατολισμό της. Την γενετήσια λειτουργία, που ο Θεός τόσο σοφά και τόσο φιλάνθρωπα έθεσε στο ανθρώπινο σώμα και φρόντισε, μετά την πτώση, να την καλύψει με τον δερμάτινο χιτώνα, για να μένει πάντοτε καλυμμένη, ο άνθρωπος μετέβαλε αυτήν την λειτουργία σε πορνεία· σε μια ανευλόγητη κατάσταση, σε μια ζωντανή σπατάλη. Αφού βεβαίως πέταξε μακριά ο άνθρωπος κάθε προστατευτικό σκέπασμα, για να μην εξαχρειωθεί, που του ‘βαλε ο Θεός. Και η ντροπή χάθηκε. Και ανεδύθη η αναισχυντία. Ο Θεός είπε στον Αδάμ: «Ποιος σου ανήγγειλε ότι είσαι γυμνός; Ποιος σου το ΄πε;». Ποιος άλλος υπήρχε να του το πει; Ποιος άλλος έξω από τον εαυτό του; Η ένοχη συνείδησή του ήταν εκείνη που τον έκανε να ντραπεί και να σπεύσει να καλυφθεί. Γιατί η αρχέγονος, εκείνη, απλότης είχε εξαφανιστεί. Και την θέση της, εκείνης της απλότητος την θέση, την πήρε η ντροπή. Για να γίνει γρήγορα, πολύ γρήγορα, αναισχυντία· φτάνοντας στο σχήμα της πορνείας.
Στο βάθος η ψυχή του ανθρώπου είναι πόρνη. Το σώμα είναι ουδέτερον. Και σαν πόρνη, η ψυχή του ανθρώπου έζησε μέσα στους αιώνες της ανθρωπίνης ιστορίας, η ψυχή του ανθρώπου εξανδραποδίστηκε από τον διάβολο· και έγινε δούλη του διαβόλου. Κι η ψυχή του ανθρώπου πουλιόνταν στη διεθνή αγορά, στα διεθνή παζάρια, στη θέα των ματιών των αγίων αγγέλων… Φρικτόν! Φρικτόν!
Αλλά ο Δημιουργός του ανθρώπου δεν μπορούσε να υποφέρει το κατάντημα του έργου των χειρών Του. Όταν μάλιστα εδημιούργει τον άνθρωπο, όλη την κτίση, και ειδικότερα τον άνθρωπο, μας πληροφορεί η Γραφή, ότι ευφραίνετο. Έχαιρε. Αξίζει να σας πω αυτό το κομμάτι που είναι από το όγδοο κεφάλαιο των «Παροιμιῶν»: «Ἡνίκα ἡτοίμαζε τὸν οὐρανόν (:-λέει η Ενυπόστατος Σοφία, ο Θεός Λόγος: όταν ο Πατέρας μου ετοίμαζε τον ουρανόν), συμπαρήμην αὐτῷ (:ήμουνα παρούσα μαζί Του)· ἤμην παρ᾿ αὐτῷ ἁρμόζουσα (:ήμουν κοντά Του)». Εκείνο το «παρά», «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος» είναι ακριβώς το ίδιο! Το «παρά» και το «πρός» είναι το ίδιο. Ακριβώς η ιδία θέσις: «Ήμουν ἁρμόζουσα». Λογαριάστε ένα μηχάνημα που το βάζουν σε μια εφαρμογή. Βάζουν το ένα μέλος πλάι στο άλλο για να σχηματιστεί. Αυτό θα πει «ἁρμόζω». «Ὃτε ἐνευφραίνετο -Ποιος; Ο Πατήρ· όταν χαιρόταν– τὴν οἰκουμένην συντελέσας (:όταν έκανε την δημιουργία ολόκληρη) καὶ ἐχαίρετο ὁ Πατήρ καὶ ἐνευφραίνετο ἐν υἱοῖς ἀνθρώπων (:και χαιρόταν για τους ανθρώπους)». Έβλεπε τους ανθρώπους και τους χαιρόταν. Αλλά χαίρεται ο Πατήρ, χαίρεται ο Υιός, χαίρεται το Πνεύμα το Άγιον γιατί Ένας είναι ο Θεός. Εχαίρετο λοιπόν.
Έτσι εδώ, να το διαφορίσουμε, ο Θεός Λόγος χαίρεται όταν βλέπει τους ανθρώπους και εδώ τώρα, γιατί χαίρεται, αλήθεια, θα μου πείτε; Γιατί ο άνθρωπος ήταν εικόνα του Θεού Λόγου. Γι’αυτό. Όπως όταν θα μας φέρουν μια φωτογραφία μας. Ή γιατί να πάω στη φωτογραφία; Όταν θα δω το παιδί μου να γεννιέται και να μου μοιάζει καταπληκτικά, όσο μεγαλώνει δε να παίρνει τα χαρακτηριστικά μου, το αγαπώ το παιδί μου. Γιατί αγαπώ τον εαυτόν μου. Γι’αυτό αγαπώ το παιδί μου. Έχει τα γνωρίσματά μου. Έτσι ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού Λόγου. Και μάλιστα, αν θέλετε ακριβέστερα, είναι εικόνα του Ενανθρωπήσαντος Θεού Λόγου. Δηλαδή, το υπόδειγμα δεν είναι ο Αδάμ, του οποίου την μορφήν παίρνει ο Θεός Λόγος, αλλά είναι ο Θεός Λόγος ενόψει να ενανθρωπήσει, του Οποίου το υπόδειγμα παίρνει ο Αδάμ, κατασκευάζεται ο Αδάμ.
Έτσι, βλέπουμε εδώ ότι αγαπώντας ο Θεός τον άνθρωπο και μη θέλοντας να χαθεί αυτή η εικόνα του, οικονομεί την ενανθρώπηση του Λόγου, την ενανθρώπηση του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος.
Το δεύτερο, λοιπόν, μέρος του ποιήματος της Κασσιανής αναφέρεται εις αυτήν την προσέγγιση του Θεού, αλλά και στην προσέγγιση της πόρνης ανθρωπίνης ψυχής. Το δεύτερο μέρος είναι θεολογικότατον. Ίσως δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Γιατί αυτό είναι το μυστικό, τα πολύ μεγάλα και τα πολύ βαθιά να προσφέρονται με μίαν ανείπωτη απλότητα. Η αφορμή που δόθηκε και εις την ποιήτρια και που η Εκκλησία έβαλε το πόνημά της αυτό, το ποίημά της αυτό αυτήν την ημέρα, είναι από την αναγνωσθείσα ευαγγελική περικοπή, που το συναξάριον της ημέρας λέγει τα εξής- είναι αυτά που αύριο το πρωί θα ειπωθούν στην ευαγγελική περικοπή: «Τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ Τετάρτῃ, τῆς ἀλειψάσης τὸν Κύριον μύρῳ Πόρνης γυναικός, μνείαν ποιεῖσθαι οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν, ὅτι πρὸ τοῦ σωτηρίου Πάθους μικρὸν τοῦτο γέγονε. Γυνή, βαλοῦσα σώματι Χριστοῦ μύρον, τὴν Νικοδήμου προὔλαβε σμυρναλόην. Ἀλλ’ ὁ τῷ, νοητῷ μύρῳ χρισθείς, Χριστὲ ὁ Θεός, τῶν ἐπιρρύτων παθῶν- αυτών των αφθόνως επιχυνομένων, τῶν ἐπιρρύτων παθῶν, αυτά που τόσο άφθονα πάθη χύνονται στην ύπαρξή μας- ἐλευθέρωσον, καὶ ἐλέησον ἡμᾶς, ὡς μόνος ἀγαθός καὶ φιλάνθρωπος. Ἀμήν.». Αυτό είναι το Συναξάριον της ημέρας που επισημαίνει τι ακριβώς μνείαν ποιούμεθα κ.λπ.
Έτσι, εκείνη -ποια;- η αμαρτωλή γυναίκα- ποια; Εκείνη η πόρνη τότε, πραγματικό πρόσωπο- όταν πήγε να νίψει τα πόδια του Χριστού με το μύρο, κομίζει -και έρχεται μάλιστα παραλλήλως και η πόρνη του τροπαρίου της Κασσιανής, κομίζει μύρον, μεταφέρει μύρον και αναμειγνύει το μύρον με τα δάκρυα της μετανοίας της. Γιατί και εκείνη η πόρνη με μύρο και με δάκρυα έπλενε τα πόδια του Χριστού. Σε Εκείνον, που είναι το νοητόν μύρον. Διότι η ανθρωπίνη φύσις του Ιησού εχρίσθη με το Πνεύμα το Άγιον. Η ανθρωπίνη φύσις. Εχρίσθη με το Πνεύμα το Άγιον, εξ ου και Χριστός λέγεται. Αυτό θα πει Χριστός: ο κεχρισμένος.
Η πόρνη γυναίκα, όπως σημειώνει η ποιήτρια, «αἰσθομένη τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ» Τον προσεγγίζει. Τι θα πει «αἰσθομένη»; Αυτή που αισθάνθηκε, αυτή που ένιωσε. Πώς ένιωσε; Πώς διείδε; Πώς διησθάνθη; Ο καθένας ας πάρει αυτήν την λέξη και ας την κατανοήσει ο καθένας μόνος του, υποκειμενικά. Εκείνο το «αἰσθομένη». Όπως λέγει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος «να κάνεις την προσευχή σου», λέει, «κατ’ αίσθησιν». «Να μελετάς τον λόγον του Θεού κατ’ αίσθησιν». Αυτό είναι το «αἰσθομένη». «Να έχεις αίσθηση, να νιώθεις». Πώς; Ο καθένας όπως το καταλαβαίνει. Για να λάβει, από ποιον; Από τον Κύριον την άφεσιν των αμαρτιών της, που είναι πλήθος. Από πού θα το πάρει αυτό; Από πού θα πάρει αυτήν την άφεσιν των αμαρτιών της; Από τους αβύσσους των κριμάτων Του και του ελέους Του. Το έλεος του Χριστού είναι άβυσσος. Δηλαδή, δεν υπάρχει βυθός.
Όμως, η γυναίκα αυτή τι ανακαλύπτει; Όπως και κάθε ψυχή, τι ανακαλύπτει –πόρνη ψυχή- που θα πλησίαζε τον Κύριον; Ότι τα πόδια που χρίει με μύρα και καταβρέχει με δάκρυα είναι εκείνα τα πόδια που περπατούσαν στον Παράδεισο εκείνο το δειλινό της πτώσεως. Και που η Εύα, όταν άκουσε τον κρότον των ποδών Του, από την ενοχή της εφοβήθη και εκρύβη. Μια αλήθεια, την αισθητοποιεί ωραία η ποιήτρια και μας την παρουσιάζει. Μας λέει σαφώς το βιβλίον της «Γενέσεως» ότι κατά το δειλινόν ο Θεός περιπατούσε εις τον Παράδεισον, «περιεπάτει». Είχε πόδια ο Θεός; Θα πει κάποιος ερμηνευτής: «ανθρωπομορφική έκφρασις». Παρουσιάζει με ανθρώπινη μορφή τον Θεό, ο Θεός περιπατεί.
Αλλά δεν είναι ακριβώς μόνον ανθρωπομορφική έκφρασις. Αλλά είναι και κάτι περισσότερον. Τι θα δυσκόλευε τον Θεόν; Γιατί Ποιος περιπατούσε; Ο Θεός Λόγος. Τι θα Τον δυσκόλευε, όταν ο αόρατος Θεός έδινε αίσθηση βημάτων. Προσέξτε, αίσθηση βημάτων. Δεν είχε ακόμη πόδια. Γιατί θα έδινε αίσθηση βημάτων και δεν είναι απλώς μία ανθρωπομορφική έκφρασις; Κάτι πολύ πολύ περισσότερο, ενόψει της Ενανθρωπήσεως· που θα είχε πόδια και θα περπατούσε. Θα περπατούσε με αυτά τα πόδια που η πόρνη γυναίκα, εκείνη του Ευαγγελίου η πόρνη, θα ήρχετο να αλείψει με μύρα και με τα δάκρυά της.
Έτσι, αυτό το «αἰσθομένη τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ», ποια; Η πόρνη γυναίκα, η πόρνη του τροπαρίου, τι εκφράζει; Όταν λέει: «αισθάνθηκε»; Έκανε μιαν αναγνώριση εν αγίω Πνεύματι. Έκανε μια υψίστη ανακάλυψη. Και ξέρετε, είναι οι μεγαλύτερες ανακαλύψεις που έχομε να κάνομε στη ζωή μας. Να το ξαναπώ; Η μεγαλύτερη ανακάλυψις, ή, μία από τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις που έχομε να κάνομε στη ζωή μας. Να ανακαλύψομε Ποιος ήταν εκείνος εις τον Παράδεισον και Ποιος ήταν Αυτός που περπάτησε. Τι; Απεκαλύφθη η ταυτότητα του Ιησού Χριστού. Ο Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού, είναι ο Θεός Λόγος. Ο ομιλών εις τον Παράδεισον μετά των Πρωτοπλάστων. «Ομιλών» και με τη σύγχρονη έννοια και με την αρχαία. Με τη σύγχρονη; Το ότι κουβέντιαζε. Διότι ήσαν συνηθισμένοι οι Πρωτόπλαστοι να δέχονται την επίσκεψη του Θεού Λόγου. Κατά το δειλινό. Είναι συμπτωματικό, άραγε, ότι όταν κάνουμε επισκέψεις, τις κάνουμε το απόγευμα; Είναι συμπτωματικό; Ήσαν συνηθισμένοι οι Πρωτόπλαστοι από αυτές τις επισκέψεις. Και με την αρχαία έννοια «ὁ ὁμιλῶν», «αυτός ο οποίος συναναστρέφεται».
Γι’αυτό ο Ιησούς είναι Χριστός, είναι ο Κεχρισμένος. Είναι Σωτήρ, είναι ψυχοσώστης, όπως τον λέγει η ποιήτρια. Την ίδια «αίσθηση», την λέξη τώρα την βάζω σε εισαγωγικά, αυτήν την «αίσθηση», την ίδια, είχε και ο ληστής επί του Σταυρού. Τι περίεργο θα ‘λεγε κανείς… Το θαυμαστόν, οι πόρνες και οι ληστές να έχουν την αίσθηση της θεότητος του Ιησού. Οι άλλοι, οι μορφωμένοι, οι σπουδαίοι, όχι… Όχι! Εξάλλου το είχε πει ο Κύριος αυτό ότι «οι αμαρτωλοὶ άνθρωποι, οι πόρνες γυναίκες, οἱ τελῶναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». «Σας έχουν ξεπεράσει. Είναι μπροστά από σας». Ακριβώς γιατί είχαν την βαθιά αίσθηση της πνευματικής των πτωχείας και ανεπαρκείας.
Η θέση, αυτή, της ποιητρίας, της Κασσιανής, εννοιολογικά θυμίζει εκείνον τον στίχον ακόμη, αν θέλετε, από τα εγκώμια εις τον Επιτάφιον Θρήνον. Είναι στην Α΄ στάση, «Ἡ Ζωὴ ἐν τάφῳ». Λέγει εις το δέκατον τροπάριον: «Ἐπὶ γῆς κατῆλθες ἵνα σώσῃς Ἀδὰμ καὶ ἐν γῇ μὴ εὐρηκώς, τοῦτον, Δέσποτα, μέχρις Ἅδου κατελήλυθες ζητῶν». «Ήρθες στη γη να σώσεις τον Αδάμ, εκείνον, στον αρχαίον Παράδεισον. Δεν τον βρήκες όμως. Είχε πεθάνει. Και τότε κατέβηκες στον Άδη, αναζητώντας τον». Υπέροχο! Βλέπει κανείς εδώ την, ας το πούμε προσπάθεια του Θεού, να προσεγγίσει την εικόνα Του, τον άνθρωπο. Αλλά και η προσπάθεια του ανθρώπου να προσεγγίσει τον Δημιουργό του.
Αγαπητοί. Η ποίησις, μια που αναλύσαμε το τροπάριο της Κασσιανής βέβαια, ε, όχι σαν μια σχολική, ασφαλώς, ανάλυση, ε, μάλλον με ποιμαντική διάσταση, είναι κι αυτός, η ποίησις, ένας δρόμος που μας φέρει στα βάθη της θεολογίας. Μας φέρει στην αίσθηση της θεανθρωπίνης φύσεως του Χριστού. Όπως και η υμνολογία. Και τα αναγνώσματα. Και κάθε κίνησις και τελετουργία. Και η Θεία Λειτουργία. Όλοι οι δρόμοι οδηγούν σ΄ αυτήν την αίσθηση της θεανθρωπίνης φύσεως του Χριστού. Και η κτίσις. Και ο έναστρος ουρανός. Όλα. Όλα! Γιατί όλα είναι έργα των χειρών Του. Γιατί εμείς είμαστε εικόνα δική Του. Αρκεί να έχομε αυτήν την αίσθησιν· που μας την δίδει το Πνεύμα το Άγιον. Γι’ αυτό ας πούμε κι εμείς, μαζί με την ποιήτρια: «Κριμάτων Σου ἀβύσσους, τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;».
ΠΗΓΗ:
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/megalh_ebdomada/megalh_ebdomada_032.mp3
*. *. *
ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΕΜΠΤΗΣ[:Α΄Κορ. 11, 23-32]
«Η ουσια του μυστηριου της Θειας Ευχαριστιας»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 1-5-1986]
Σήμερα, Μεγάλη Πέμπτη, αγαπητοί μου, εις τον εσπερινόν -διότι η Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου συνδυάζεται μετά Εσπερινού, η Εκκλησία μας παραθέτει την αποστολικήν εκείνη περικοπή, η οποία αναφέρεται εις την παράδοσιν του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Διότι η Μεγάλη Πέμπτη είναι η ημέρα κατά την οποίαν παρεδόθη το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας. Δηλαδή το μυστήριον της ενώσεως του Χριστού μετά των ανθρώπων. Διότι πρόκειται περί της μετοχής του ανθρώπου εις το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, ώστε ο άνθρωπος να γίνεται σύσσωμος, ένα σώμα, και σύναιμος, ένα αίμα με τον Χριστόν.
Σημειώνει, λοιπόν, ο απόστολος Παύλος εις την Α΄ προς Κορινθίους επιστολή του, στο 11ο κεφάλαιον, ότι «Ἐγὼ παρέλαβον ἀπὸ τοῦ Κυρίου ὃ καὶ παρέδωκα ὑμῖν, ὅτι ὁ Κύριος ᾿Ιησοῦς ἐν τῇ νυκτί ᾗ παρεδίδοτο ἔλαβεν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ εἶπε· λάβετε φάγετε· τοῦτό μού ἐστι τὸ σῶμα τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν. Ὡσαύτως καὶ τὸ ποτήριον μετὰ τὸ δειπνῆσαι λέγων· τοῦτο τὸ ποτήριον ἡ καινὴ διαθήκη ἐστὶν ἐν τῷ ἐμῷ αἵματι· τοῦτο ποιεῖτε, ὁσάκις ἂν πίνητε, εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν. Ὁσάκις γὰρ ἂν ἐσθίητε τὸν ἄρτον τοῦτον καὶ τὸ ποτήριον τοῦτο πίνητε, τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε, ἄχρις οὗ ἂν ἔλθῃ».
Αν επροσέξατε, λέγει: «Ἐγὼ παρέλαβον ἀπὸ τοῦ Κυρίου ὃ καὶ παρέδωκα». Ο απόστολος Παύλος, πρώτης σειράς απόστολος, δεν παρέλαβε από τους αποστόλους, παρότι δεν είδε τον Κύριον κατά την παρουσία Του εδώ εις τον παρόντα κόσμον· αλλά παρέλαβε από τον Κύριον απευθείας, διότι ο ίδιος ο Κύριος είχε πει τότε εις τον Ανανία, ο οποίος εβάπτισε τον Παύλον: «Εγώ θα του διδάξω ό,τι πρέπει να του πω». Συνεπώς, ο απόστολος Παύλος δεν πήρε την διδασκαλία από δεύτερο χέρι· διαμέσου, φερειπείν, των αποστόλων, αλλά πήρε την διδασκαλία του Κυρίου από τον Ίδιο τον Κύριο. Συνεπώς λέγει, πολύ ορθά, «Εγώ παρέλαβα από τον Κύριον εκείνο που παρέδωσα σε σας». Αυτή η παραλαβή και η παράδοσις είναι ακριβώς η παράδοσις της Εκκλησίας. Διότι το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας, δυνάμει του μυστηρίου της ιερωσύνης, παραδίδεται διαρκώς μέσα εις την Εκκλησία.
Ποια είναι η ουσία του μυστηρίου αυτού; Η ουσία του μυστηρίου είναι ότι «αυτό το κρασί μεταβάλλεται σε Αίμα Χριστού και αυτό το ψωμί μεταβάλλεται σε Σώμα Χριστού». Αυτό αποτελεί την ουσία του μυστηρίου. Δεν είναι τύπος το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας. Αυτό που λέγει εδώ «εἰς ἀνάμνησιν» · εις ανάμνησιν του Πάθους του Κυρίου. Και όχι απλώς ότι δύναται αυτό να μου υπενθυμίζει από τη μορφή του άρτου και του οίνου το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Όχι! Δεν είναι σύμβολον, ούτε τύπος, ούτε εκεί κρύπτεται ο Χριστός! Αλλά είναι Αυτός Ούτος ο Χριστός! Διότι, ο άρτος ο καθαγιασθείς είναι Αυτό τούτο το Σώμα του Χριστού· και ο οίνος ο καθαγιασθείς είναι Αυτό τούτο το Αίμα του Χριστού!
Όπως λέγει στην ομολογία του ο άγιος Δωσίθεος Ιεροσολύμων ότι «αυτό το σώμα που κοινωνούμε και το αίμα που πίνουμε, που κοινωνούμε, δεν είναι παρά εκείνο το Σώμα και το Αίμα που πήρε ο Χριστός από τα σπλάχνα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Είναι το ίδιο Σώμα εκείνο που εσταυρώθη επί του Σταυρού. Είναι το ίδιο Σώμα εκείνο, το οποίον ανελήφθη εις τους ουρανούς. Είναι το ίδιο Σώμα εκείνο, το οποίον κάθηται εις τα δεξιά της δόξης του Πατρός. Είναι αυτό το ίδιο Σώμα που θα έρθει να μας κρίνει κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Είναι Αυτός ο Ίδιος ο Χριστός». Ούτε θυμίζει τον Χριστόν. Θα το πω για δεύτερη φορά: Ούτε τύπος είναι· ούτε σύμβολον είναι· ούτε εκεί κρύπτεται ο Χριστός· αλλά είναι Αυτός Ούτος ο Χριστός.
Γι’αυτό ακριβώς Εκείνος ο Οποίος δεν θα πρόσεχε στο θέμα αυτό, θα είχε αντί την ένωση μετά του Χριστού, θα είχε κρίση και κατάκριση, καταδίκη. Γι’αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Λέγει εδώ ο Απόστολος Παύλος τα εξής: «Ὥστε ὃς ἂν ἐσθίῃ τὸν ἄρτον τοῦτον ἢ πίνῃ τὸ ποτήριον τοῦ Κυρίου ἀναξίως, ἔνοχος ἔσται τοῦ σώματος καὶ αἵματος τοῦ Κυρίου». «Όποιος», λέγει, «τρώει και πίνει το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου αναξίως, είναι ένοχος απέναντι στο Σώμα και το Αίμα του Κυρίου».
Ο Ιούδας, δεν γνωρίζομε εάν εκοινώνησε- οι Πατέρες λέγουν ότι δεν εκοινώνησε. Αλλά αν εκοινώνησε, απέβη εις αυτόν κρίμα και κατάκριμα· και καταδίκη. Γι’αυτό λέμε σε ένα τροπάριον: «Οὐ φίλημά σοι δώσω, καθάπερ ὁ Ἰούδας· ἀλλ’ ὡς ὁ Λῃστὴς ὁμολογῶ σοι· Μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ Βασιλείᾳ Σου». «Δεν θα Σου δώσω φίλημα όπως ο Ιούδας, προδοτικόν. Και το προδοτικόν φίλημα είναι όταν Σε αρνηθώ». Αυτό κρατήσατέ το. Και ένα άλλο, από την σημερινή ευαγγελική περικοπή. Λέγει ο Κύριος: «Εσείς είσαστε καθαροί. Αλλά όχι όλοι». Και υπενόει τον Ιούδα. Και οι καθαροί δεν έχουν ανάγκη να λουστούν, να τους πλύνουμε τα πόδια ή τα χέρια. Είναι καθαροί. «Οι μαθηταί», λέγει, «ήσαν καθαροί», είπε ο Κύριος, «αλλά όχι ο Ιούδας». Οι μαθηταί δεν είχαν αμαρτίες; Είχαν αμαρτίες. Γιατί ο Κύριος τούς λέγει «καθαρούς»; Διότι θα τους καθαρίσει αργότερα Αυτό το Σώμα και το Αίμα του Χριστού που θα κοινωνήσουν, αλλά και η Πεντηκοστή.
Γιατί τους λέγει «καθαρούς»; Και δεν λέγει «καθαρό» τον Ιούδα; Διότι, πρωτίστως και κυρίως, αναφέρεται σε ένα κεντρικόν σημείον· και μετά, όλα τα άλλα αποτελούν την περιφέρειαν. Αυτό το πρώτιστον και το μέγιστον σημείον είναι η πίστις του τι είναι Αυτό που κοινωνώ. Δηλαδή εάν είναι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού ή δεν είναι. Αυτό αποτελεί το κεντρικόν σημείον· που θα με κάνει ή καθαρόν ή ακάθαρτον. Γι’αυτό, ακριβώς, λέγει ο απόστολος Παύλος ότι πρέπει κανείς να δοκιμάζει- τον εαυτόν του να δοκιμάζει- εάν δέχεται ότι είναι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Και να μην το θεωρεί Αυτό ότι είναι κοινό ψωμί και κοινό κρασί. «Ὁ γὰρ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει, μὴ διακρίνων τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου». Εκείνο το «μή διακρίνων» που σημαίνει ότι θεωρεί ότι είναι κοινό ψωμί. Ή τύπος· ή σύμβολον. Αυτό αποτελεί το κεντρικόν αμάρτημα.
Ο Ιούδας εκεί έπεσε. Δεν πίστεψε στο θεανθρώπινον πρόσωπον του Ιησού Χριστού. Διότι αν πίστευε, θα ετρόμαζε. Και δεν θα πήγαινε να κάνει αυτήν την ενέργεια που έκανε. Αλλά και οι άρχοντες του λαού το ίδιο. Παρότι δέχεται ο Καϊάφας του Ποιος είναι ο Χριστός, ο Οποίος χρησιμοποιεί την προφητεία του Δανιήλ, ότι «ἒρχεται ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ» – δεν πιστεύει, το θεωρεί βλασφημία αυτό που λέγει ο Χριστός, διαρρηγνύει τα ιμάτιά του. Δεν εγνώριζε Ποιος ήταν ο Χριστός. Ή, τουλάχιστον, δεν ήθελε να γνωρίσει.
Γι’αυτό λέγει ο απόστολος Παύλος ότι αν εγνώριζαν, δεν θα εσταύρωναν τον Κύριον της δόξης. Αλλά και η άγνοια αυτή είναι αμάρτημα. Διότι ο Χριστός ήρθε και είπε Ποιος είναι. Και συνεπώς, η άγνοια αυτή ισοδυναμεί και ισούται με απιστία. Δηλαδή το κεντρικόν αμάρτημα είναι η απιστία. Δηλαδή εάν δέχομαι ή δεν δέχομαι ότι είναι Σώμα και Αίμα Χριστού. Προσέξτε λοιπόν, ας προσέξομε πάρα πολύ. Όλα τα άλλα αποτελούν περιφέρεια. Εάν είπα ψέματα, εάν επόρνευσα, εάν εμοίχευσα, εάν έκλεψα, εάν εσκότωσα, αναμφισβητήτως όλα αυτά αποτελούν την περιφέρεια των αμαρτημάτων, που, ασφαλώς, δεν μπορώ να προσέλθω εάν δεν έχω καθαρίσει τον εαυτό μου. Αναμφισβητήτως. Μόνο ένα θα σας πω και να πάρετε μίαν αντίληψιν του πράγματος. «Μὴ ψεύδεσθε εἰς ἀλλήλους ὅτι μέλη ἀλλήλων ἐσμέν» και ότι ανήκουμε στο Σώμα του Χριστού. Δεν μπορείς, λοιπόν, να ψεύδεσαι. Ανήκεις στο Σώμα του Χριστού.
Ένα άλλο: «Ὁ κολλώμενος τῇ πόρνῃ ἓν σῶμά ἐστιν·ὁ δὲ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἓν πνεῦμά ἐστι. Ἂρας οὖν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιήσω πόρνης μέλη; Μή γένοιτο», λέγει στους Κορινθίους ο απόστολος Παύλος. Διότι γίνομαι κοινωνός του Σώματος και του Αίματος του Χριστού και ενούμαι μετ’ Αυτού. Πηγαίνω εις την πορνείαν, μοιχεία –σαρκικά αμαρτήματα- ενούμαι με την ανήθικη γυναίκα. Πώς, λοιπόν, να καταστήσω τα μέλη του Χριστού μέλη ανηθίκου γυναικός; «Πῶς γοὖν ποιήσω τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ μέλη πόρνης;», λέγει ο απόστολος, «μή γένοιτο». Βλέπετε, λοιπόν, ότι δεν είναι μόνο το θέμα της πίστεως ή της απιστίας, είναι και το θέμα και των λοιπών αμαρτημάτων.
Και ο απόστολος Παύλος λέει το εξής, αγαπητοί μου: «Διὰ τοῦτο ἐν ὑμῖν πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ ἄῤῥωστοι καὶ κοιμῶνται ἱκανοί». «Γι’αυτό ανάμεσά σας υπάρχουν αδιάθετοι – ο ασθενής είναι ο αδιάθετος- άρρωστοι –αυτοί που έχουν βαριά αρρώστια- και πεθαίνουν αρκετοί». Ακούστε: «Και πεθαίνουν αρκετοί». «Εἰ γὰρ ἑαυτοὺς διεκρίνομεν, οὐκ ἂν ἐκρινόμεθα»· κ.τ.λ.
«Και πεθαίνουν αρκετοί». Αγαπητοί μου, εγώ είμαι μάρτυς μερικών τέτοιων περιπτώσεων, θανάτου. Είναι φοβερό! Να κοινωνήσει κανείς και να πεθάνει αμέσως… Διότι δεν έπρεπε να κοινωνήσει. Έχομε, βέβαια, και δεν μπορούμε πάντα να κρίνομε περιπτώσεις που κανείς μπορεί να κοινωνήσει και να πεθάνει ηρέμως και αυτό μπορεί να συμβεί σε αγίους· αναμφισβητήτως. Δεν είναι πάντοτε κανόνας αυτό. Πλην όμως, έχουμε και τον θάνατον. Και είναι φοβερό. Σε μια περίπτωση ενός νέου, του είπε η μητέρα του -εδώ, στον τόπο μας συνέβη αυτό, προ μερικών ετών- να κοινωνήσει, αφού ο ιερεύς του είπε να μην κοινωνήσει. Ήταν Μεγάλη Πέμπτη. Και η μητέρα λέει: «Άντε εκεί που θα ακούσεις τον πνευματικό! Να πας να κοινωνήσεις!». Μόλις εκοινώνησε, αγαπητοί μου, γύρισε σπίτι και πέθανε. 25 ετών νέος… Λοιπόν, ας προσέξομε πολύ. Εάν δεν το ‘λεγε η Αγία Γραφή, θα λέγαμε ότι ήταν τυχαίος ο θάνατος αυτός. Δεν είναι όμως τυχαίο πράγμα. Το βεβαιώνει ο λόγος του Θεού.
Λοιπόν, ας προσέξουμε. Κοινωνούντες το Σώμα και το Αίμα του Χριστού γινόμεθα καταγγελείς του θανάτου Του. [-Δυστυχώς, στο σημείο αυτό η ηχητική καταγραφή της ομιλίας διεκόπη απότομα, επειδή ενδεχομένως η κασέτα δεν είχε άλλο περιθώριο ακόμα].
ΠΗΓΗ:
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/megalh_ebdomada/megalh_ebdomada_011.mp3
*. *. *
ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΕΜΠΤΗΣ[: Λουκά 22,28-34]
«ΤΑ ΑΟΡΑΤΑ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 27 – 4- 1994]
Ήδη ο Κύριος, αγαπητοί μου, ευρίσκεται εις το υπερώον μετά των μαθητών Του, ανακείμενος εις την τράπεζαν. Ήταν οι τελευταίες ώρες προ του Πάθους, αλλά και οι τελευταίες Του υποθήκες προς τους μαθητάς Του. Τους είπε: «Ὑμεῖς ἐστε οἱ διαμεμενηκότες μετ᾿ ἐμοῦ ἐν τοῖς πειρασμοῖς μου· κἀγὼ διατίθεμαι ὑμῖν, καθὼς διέθετό μοι ὁ πατήρ μου βασιλείαν (:Εσείς μείνατε μαζί μου εις τους πειρασμούς μου τους ποικίλους. Τρία χρόνια ήσαστε μαζί μου. Θα έχετε την αμοιβή σας. Όπως ο Πατήρ σε μένα διέθεσε βασιλείαν, έτσι και Εγώ σε σας θα διαθέσω βασιλείαν. Εντούτοις, μην το πάρετε απάνω σας, διότι θα περιέλθετε εις πειρασμόν· χωρίς πειρασμόν, κανείς δεν κερδίζει την Βασιλεία του Θεού)». Και ο Κύριος τούς αποκαλύπτει εκείνα τα αόρατα παρασκήνια της Ιστορίας. Τα αόρατα παρασκήνια της Ιστορίας…
Τόσο οι μαθηταί, όσο και εμείς, μένομε μπροστά σ’ αυτήν την αποκάλυψη κατάπληκτοι. Και να: «Σίμων Σίμων, ἰδοὺ, ὁ σατανᾶς ἐξῃτήσατο ὑμᾶς τοῦ σινιάσαι ὡς τὸν σῖτον· ἐγὼ δὲ ἐδεήθην περὶ σοῦ, ἵνα μὴ ἐκλίπῃ ἡ πίστις σου· καὶ σύ ποτε ἐπιστρέψας στήριξον τοὺς ἀδελφούς σου». Μυστηριώδης λόγος αυτός του Κυρίου, γεμάτος αποκάλυψη αυτών των ιστορικών παρασκηνίων, αλλά και πλήρους προφητείας που αφορούσε τόσο τον απόστολο Πέτρο, όσο και τους λοιπούς μαθητάς.
Αλλά ας δούμε αυτό το μυστήριον, γιατί αφορά και την Εκκλησίαν του Χριστού μέσα εις τους αιώνας, ακόμη και εμάς προσωπικά. Μας ενδιαφέρει άμεσα. Ήδη ο διάβολος είχε υποσκελίσει τον Ιούδα και τον απέσπασε από τον κύκλο των δώδεκα μαθητών. Αλλά αυτό το ανήμερον θηρίον που λέγεται «διάβολος» δεν ικανοποιήθηκε. Ήθελε να εξοντώσει όλους τους μαθητάς. Μη δυνάμενος να προσβάλει τον Κύριον με πτώσιν –κάτι που το εδοκίμασε- τώρα στρέφεται προς τους μαθητάς. Διότι έβλεπε στο πρόσωπο του Ιησού τον φοβερότερό του αντίπαλον και ήθελε να τον εξουδετερώσει. Πρώτη φορά έβλεπε τόσο, τόσο άγιον πρόσωπον. Κι εκείνος ήταν το αμαρτωλότερον πρόσωπον. Ήθελε, λοιπόν, να μην υπάρχει ο Ιησούς.
Η πρώτη προσέγγισις του σατανά ήταν στην έρημο. Άκουσε εκείνη την φωνήν εις την Βάπτισιν: «Σύ εἶ ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα» και ήθελε να δει τι σήμαινε αυτό. Όταν ο Θεός είπε: «Συ είσαι ο Υιός μου», με ποια έννοια «Υιός»; Διότι ήτο κρυμμένο το πράγμα. «Υἱοί» ελέγοντο γενικά οι άνθρωποι, ειδικότερα οι Ισραηλίται. Είχε τίποτα ιδιαιτέρα σημασία αυτό το: «Εσύ είσαι ο Υιός μου ο αγαπητός;». Και προβαίνει εις τους γνωστούς τρεις πειρασμούς, που μας περιγράφει τόσο ο Ματθαίος, όσο και ο Λουκάς. Μάλιστα ο Λουκάς σημειώνει, επιπροσθέτως, το εξής: «Καί συντελέσας», λέγει, «πάντα πειρασμόν ὁ διάβολος ἀπέστη ἀπ᾿ αὐτοῦ ἄχρι καιροῦ». «Αφού συνετέλεσε κάθε πειρασμόν, έφυγε, νικηθείς –αλλά, προσέξτε, δύο λέξεις: «ἄχρι καιροῦ». Δηλαδή «μέχρι ενός καιρού». Αυτό το «ἄχρι καιροῦ» έφθανε σ’ αυτήν την ώρα του Μυστικού Δείπνου. Εκεί τελείωνε αυτός ο καιρός. Από το σημείο των πειρασμών της ερήμου, έως τώρα εις το σημείον του Μυστικού Δείπνου και πάλι ο διάβολος προβαίνει, ακάθεκτος, και αφού ανέτρεψε τον Ιούδα, τώρα θέλει να ανατρέψει και τους λοιπούς μαθητάς, αρχίζοντας από τον Πέτρο, με τι; Με την απιστία στο θεανθρώπινον πρόσωπον του Χριστού. Με την απιστία.
Αυτόν τον πειρασμόν ο διάβολος, αγαπητοί μου, θα τον μετέρχεται διαρκώς μέσα εις την ιστορίαν με την παρουσία της αιρέσεως. Αλλά θα κορυφωθεί, όμως, στα έσχατα. Αι Σύνοδοι ξέρετε τι ήσαν; Ο φραγμός που έθετε η Εκκλησία σε κάθε δαιμονική ενέργεια ανατροπής της πίστεως εις το Θεανθρώπινον πρόσωπον του Ιησού Χριστού. Αλλά σας είπα, όμως, το αποκορύφωμα θα είναι εις τα έσχατα. Γι’αυτό λέγει ο Κύριος εις την εκκλησία, εις τον «ἄγγελον» της Εκκλησίας της Φιλαδελφείας τα εξής-είναι στην Αποκάλυψη: «Ὃτι ἐτήρησας τὸν λόγον τῆς ὑπομονῆς μου, κἀγώ σε τηρήσω ἐκ τῆς ὥρας τοῦ πειρασμοῦ, τῆς μελλούσης ἔρχεσθαι ἐπὶ τῆς οἰκουμένης ὅλης, πειράσαι τοὺς κατοικοῦντας ἐπὶ τῆς γῆς. Ἔρχομαι ταχύ». «Γιατί εφύλαξες», λέει, «τον λόγο μου», λέγει εις την Εκκλησίαν της Φιλαδελφείας, «και Εγώ θα σε φυλάξω από την ώρα του πειρασμού που έρχεται, που πρόκειται να έρθει σε όλη την γη, σε όλη την οικουμένη» – προσέξτε: «ἐπὶ τῆς οἰκουμένης ὅλης», όχι στην Ιουδαία, «ἐπὶ τῆς οἰκουμένης ὅλης». Και τι θα κάνει αυτός ο πειρασμός; «Πειρᾶσαι τούς κατοικοῦντας ἐπὶ τῆς γῆς (:θα θέσει υπό δοκιμασία όλους τους κατοικούντας επί της γης)». Ποια θα είναι αυτή η δοκιμασία; Ποιος θα έχει προετοιμάσει αυτόν τον πειρασμόν; Προφανώς ο διάβολος. Και εις τι συνίσταται, ποιο είναι το περιεχόμενον αυτού του πειρασμού; Αγαπητοί, η απιστία στο θεανθρώπινον πρόσωπον του Ιησού Χριστού.
Βεβαίως, αν ρίξετε μια ματιά στην πραγματικότητα της Ιστορίας, θα δείτε το εξής: Υπάρχουν ιεραποστολές. Κάποιοι άνθρωποι, σίγουρα, γίνονται καινούριοι Χριστιανοί. Θέλετε στην Αφρική, θέλετε στην Ασία, θέλετε… Όπου θέλετε… Με τις ιεραποστολές. Ταυτοχρόνως υπάρχει και το μυστήριον της αποστασίας. Δηλαδή στους χώρους όπου εκηρύχθη το Ευαγγέλιον, Ευρώπη, Αμερική, όπου εκηρύχθη, να έχομε αποστασία. Ζυγίστε και μετρήστε. Πόσοι είναι εκείνοι που πιστεύουν- οι καινούριοι- και πόσοι είναι εκείνοι οι οποίοι αποστατούν; Ξέρετε τι θα βρούμε; Ότι οι αποστατούντες είναι πολλαπλώς περισσότεροι από εκείνους, οι οποίοι πιστεύουν εις τον Ιησούν Χριστόν.
Και γιατί αποστατούν; Γιατί «ἤδη ἐνεργεῖται τό μυστήριον τῆς ἀποστασίας»· ακριβώς έτσι το διατυπώνει στους Θεσσαλονικείς ο Απόστολος Παύλος: «ἐνεργεῖται τό μυστήριον τῆς ἀποστασίας». Δυνάμει τίνος; Δυνάμει της απιστίας που εμπνέει ο διάβολος εις τους ανθρώπους, της απιστίας εις το θεανθρώπινον πρόσωπον του Ιησού Χριστού. Είναι εκείνο που γράφει ο μακαριστός πατήρ Ιουστίνος για έναν νεο-αρειανισμόν στην Ευρώπη. «Η Ευρώπη», λέγει, «νεοαρειανίζει». Δηλαδή; Δηλαδή δεν πιστεύει εις το θεανθρώπινον πρόσωπον του Χριστού. Αν θέλετε ακριβέστερα, εις το θείον πρόσωπον του Χριστού. Δεν δέχεται, δηλαδή, την θεότητα του Ιησού Χριστού: «Ωραίος ο Ιησούς, θαυμαστός, αλλά… όχι Θεός». Εάν, λοιπόν, η Ευρώπη νεοαρειανίζει, τότε, να ο πειρασμός. Για να σας δώσω να καταλάβετε τι θα πει αυτός ο πειρασμός που θα ‘ρθει να απλωθεί σε όλη τη γη.
Έτσι, προκειμένου να προβεί σε πειρασμό τώρα ο διάβολος, αυτό είναι καταπληκτικό, για να πειράξει τους μαθητάς και τον Πέτρον, ζητά την άδεια του Θεού· ο Οποίος την παραχωρεί. Είναι εκπληκτικό, ο διάβολος δεν μπορεί να πειράξει χωρίς να πάρει την άδεια, είναι το κατά παραχώρησιν θέλημα του Θεού. Όπως τότε, όπως στην εποχή του Ιώβ, εζήτησε να πειράξει τον δίκαιον με την κατηγορία ότι ο Ιώβ υπηρετεί τον Θεόν για λόγους ωφελιμιστικούς. «Του ‘δωσες», λέει, «πλούτη, του ΄δωσες αγαθά, γι’αυτό σε λατρεύει. Πάρ’ του τα πίσω να δεις θα σε λατρεύει; Εάν δεν σε ‘’ευλογήσει’’ κατά πρόσωπον». «Εὐλογῶ κατά πρόσωπον» είναι μία εύφημος διατύπωσις του «βλασφημώ κατά πρόσωπον»· είναι εύφημος διατύπωσις. Και η άδεια εδόθη, μπήκε στον χώρο του πειρασμού ο Ιώβ, αλλά απεδείχθη ότι γνησίως υπηρετούσε τον Θεόν. Δεν ήτο ό,τι τον κατηγόρησε ο διάβολος.
Ξέρετε υπάρχει κάπου στην Αποκάλυψη ότι ο διάβολος μάς κατηγορεί διαρκώς εις τον Θεόν. Αλλά είναι συκοφάντης. Λέει «κατηγορεί», θα έπρεπε να είναι επί πραγματικότητος η κατηγορία. Είναι, όμως, συκοφάντης ο διάβολος. Έτσι και τώρα, κατηγορεί, θέλετε; Συκοφαντεί ο διάβολος τους μαθητάς εις τον Θεόν ότι ακολουθούν τον Κύριον ως Μεσσίαν- παραβάλλατε κάτι προηγούμενο, λίγο πριν, μια δυο τρεις μέρες: «Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα» και εκεί έγινε ένας μικρός καβγάς, ότι θέλανε οι δύο να πάρουν πρωτοκαθεδρία- αυτά ο διάβολος τα κατασκοπεύει και τα βλέπει. Και έτσι ποιος είναι ο ισχυρισμός και η κατηγορία του διαβόλου; «Ωωω… Απλούστατα θέλουν να επωφεληθούν της ανακηρύξεως του Ιησού ως Μεσσία και να καθίσουν ως υπουργοί Του, αριστερά Του και δεξιά Του». Αυτό κατηγορεί ο διάβολος. Όπως και τότε εις τον Ιώβ.
Και του δόθηκε η άδεια. Σαν αδύναμοι που ήσαν οι μαθηταί και πριν ακόμη έλθει η Πεντηκοστή, ήταν επόμενο να σημειωθεί το φαινόμενον αυτό. Όταν ήρθε η Πεντηκοστή… Ή, ακόμη, οι μαθηταί ηκολούθησαν τον Κύριον για να καθίσουν αριστερά Του και δεξιά Του; Άπαγε! Είχαν αγνά ελατήρια. Εκείνος ο Φίλιππος λέει: «Βρήκαμε τον Μεσσία!». Ή, ακόμη, βρίσκει ο Ανδρέας τον αδελφό του τον Πέτρο ή ακόμη ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης που πιστεύουν κ.λπ. –τα ελατήριά τους ήσαν αγνά. Δόθηκε, όμως, η άδεια να υποστούν πειρασμόν. Αυτήν την έννοια έχει αυτό το «ἐξῃτήσατο» που διατυπώνει εδώ ο Κύριος, αυτό το «ἐξῃτήσατο ὁ σατανᾶς τοῦ σινιάσαι ὑμᾶς ὡς τὸν σῖτον». Εκείνη η πρόθεσις «ἐκ» – «ἐξ» επειδή αρχίζει από φωνήεν, σημαίνει αυτήν την επίμονη αναζήτηση του σατανά να αποσπάσει τους μαθητάς δια της απιστίας και να τους κάνει υποχειρίους του, όπως έκανε τον Ιούδα και είδατε τι τον έκανε τον Ιούδα, τον οδήγησε – ο σατανάς!- του έβαλε την απόγνωση και τον οδήγησε εις την αυτοχειρία, εις την αγχόνη, είναι φοβερό πράγμα!
«Και επειδή», όπως λέει ο Ζηγαβηνός: «ἔθος αὐτῷ (:είναι συνήθεια εις τον διάβολον) τοὺς δοκιμοτέρους ἐξητῆσθαι πρὸς πάλην ὡς τὸν Ἰὼβ (:είναι συνήθειά του να ζητάει αυτοί που είναι οι δοκιμότεροι μέσα στην Ιστορία, αυτούς να τους θέτει υπό δοκιμασίαν – κι όπως προσθέτει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «μετ΄επιθυμίας προσέβαλε τὸν Ἰώβ (: λαχταρούσε να τον προσβάλει τον Ιώβ ο διάβολος), οὕτως ἐβουλεύετο τὸν Πέτρον προσβαλεῖν (:έτσι ήθελε τώρα να προσβάλει τον Πέτρον), δι’ ὃ καὶ ἔλεγεν ποσάκις ἐξητήσατό σε ὁ σατανᾶς σινιάσαι ὡς τὸν σίτον;». «Είδες– λέει ο Ιερός Χρυσόστομος- είδες πόσην επιθυμίαν είχε; Είδες; Μανία… Ο σατανάς». Και εζήτησε φυσικά όχι μόνον τον Πέτρον, αλλά όλους τους μαθητάς να τους ξετινάξει.
Τι εζήτησε ο σατανάς; «Τοῦ σινιάσαι ὑμᾶς ὡς τὸν σῖτον», λέγει ο Κύριος. Τι θα πει «σινιάσαι»; Λέγει ο Ζιγαβηνός: «Ἀντὶ τοῦ –θα το δούμε κατά λέξη το «σινιάσαι»– ἀντὶ τοῦ θορυβῆσαι (:αντί να βάλει, δηλαδή, την λέξη «θορυβῆσαι», «κυκῆσαι», του ρήματος «κυκῶ», που θα πει ανακατώνω, «ταράξαι»)». Προσθέτει ο Ιερός Χρυσόστομος: «σεῖσαι, κοσκινῆσαι». Κατά λέξη το «συνιάσαι» είναι αυτό. «Να σας κοσκινίσει». «Ἀγαγεῖν περιαγαγεῖν, σαλεῦσαι, κινῆσαι, διαδονίσαι, βασανίσαι –συνώνυμα του «σινιάσαι»– , ὅπερ ἐπὶ τῶν κοσκινιζομένων γίνεται (:όπως γίνεται σε εκείνους, στο σιτάρι που κοσκινίζεται)». Και όπως λέει πάλι ο Ζηγαβηνός: «Σινίον γὰρ παρὰ τισι καλεῖται τὸ παρ’ ἡμῖν κόσκινον». Τι λέγεται το κόσκινον σε μερικούς, πώς λέγεται; «Σινίον», το «σινί», το κόσκινο. «Ἐν ᾧ (:ἐν τῷ ὁποίῳ συνίῳ) ὁ σίτος τῇδε κἀκεῖσε μεταφερόμενος ταράσσεται (:πώς βάζουμε το σιτάρι μες στο κόσκινο και το πάμε από δω κι από κει , το πάμε από δω και από κει, για να βγάλουμε ό,τι βγάλουμε, έτσι – λέει – σας έβαλε στο κόσκινο ο διάβολος να σας κοσκινίσει)». «Κι όπως ο σίτος μέσα εκεί ταράσσεται, κινείται, έτσι κι εσείς μέσα εκεί θα υποστείτε τα ίδια», λέει ο Κύριος στους μαθητάς Του.
Θέλησε, δηλαδή, ο σατανάς να παρασύρει τους μαθητάς στην αμαρτία και στην άρνηση του Χριστού. Καταλαβαίνετε τι σημαίνει, τι αναποδογύρισμα επιχειρούσε ο διάβολος μέσα εις τις ψυχές των μαθητών; Θέλετε; «Ποιος είναι αυτός που ακολουθήσαμε τρία χρόνια; Είδες, δεν προέβαλε αντίσταση. Έλεγε ότι έχει τον Θεόν Πατέρα. Είδες; Τον συνέλαβαν. Άφησε τους εχθρούς Του να τον συλλάβουν; Άφησε τους εχθρούς του να τον σταυρώσουν; Ποιος είναι; Ποιον ακολουθήσαμε τρία χρόνια;». Καταλαβαίνετε; Εμείς δεν το καταλαβαίνουμε, γιατί έχομε υπόψη μας την Ανάσταση. Καταλαβαίνετε τους μαθητάς σε τι πειρασμό; «Πλανηθήκαμε;».
Γι’αυτό ο Κύριος είπε: «Ἐγὼ δὲ ἐδεήθην περὶ σοῦ, ἵνα μὴ ἐκλίπῃ ἡ πίστις σου», λέει στον Πέτρον. «Εγώ εδεήθηκα, προσευχήθηκα για σένα -είδατε;- να μην εκλείψει η πίστη σου. Να μην εκλείψει ολότελα η πίστη σου». «Καὶ σύ ποτε ἐπιστρέψας στήριξον τοὺς ἀδελφούς σου (:Κι εσύ όταν κάποια στιγμή γυρίσεις, στήριξε τους αδελφούς σου γιατί κι εκείνοι θα έχουν σαλευθεί, θα έχουν απιστήσει)». Είναι αυτό το φοβερόν παρασκήνιον. Φοβερόν παρασκήνιον! Ο Κύριος προσευχήθη, εδεήθη· λέει ο Ζιγαβηνός: «Ἐδεήθην τοῦ πατρός μου ὡς ἄνθρωπος». Και προσθέτει ο Θεοφύλακτος: «Τοῦτο κατὰ τὸ ἀνθρώπινον ἔφη· ὡς γὰρ Θεός, τί ἐδεῖτο τοῦ αἰτήσασθαι;». «Το είπε ως άνθρωπος ότι ‘’προσευχήθηκα’’· διότι δεν είχε ανάγκη ως Θεός. Ως Θεός θα προσευχηθεί;». Ως άνθρωπος ο Κύριος προσεύχεται, γι’αυτό ο Κύριος, αγαπητοί μου, είπε εις τους υπνώττοντας μαθητάς Του εις τον κήπον της Γεσθημανή, δεν μπορούσαν να κρατήσουν την νύστα τους – ξέρετε όταν κανείς λυπείται, δυο πράγματα μπορούν να του συμβούν: ή να μην μπορεί να κοιμηθεί, ή να κοιμάται χωρίς να μπορεί να ξυπνήσει. Αυτό πάθανε οι μαθηταί. Έτσι, τι είπε ο Χριστός; Τους εσκούντηξε. Τους είπε: «Ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν». Αναρωτηθήκαμε ποτέ τι σημαίνει αυτό το «εἰς πειρασμόν»; Ποιος ήταν αυτός ο πειρασμός; Ο πειρασμός της απιστίας. Καταπληκτικό! Ο πειρασμός της απιστίας.
Γι’αυτό ο Κύριος, αγαπητοί μου, στον ουρανό, επειδή η Εκκλησία βρίσκεται στη γη, διαρκώς ευλογεί την Εκκλησία Του και διαρκώς προσεύχεται εις τον ουρανό -ως άνθρωπος, ο αιώνιος μεσίτης, ως άνθρωπος, να προστατεύεται η Εκκλησία Του από τον σατανά. Ύστερα, πώς μπορούμε αλλιώτικα να κατανοήσουμε εκείνον τον λόγο του Χριστού που είπε ότι «Τῆς Ἐκκλησίας Του; Καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς»· που σημαίνει ότι μέσα στην Ιστορία «αἱ πύλαι τοῦ ἅδου» – ο διάβολος και οι δαίμονες- διαρκώς θα πολεμούν την Εκκλησία· δεν θα μπορέσουν να την καταβάλλουν. Τι σημαίνει, λοιπόν, ότι ο διάβολος διαρκώς θα επιμένει εις την καταστροφήν της Εκκλησίας, το ακούμε; Διαρκώς! Και τώρα και χθες και αύριο! Διαρκώς! Κι αν δεν είχαμε αυτήν την δέηση του αιωνίου Μεσίτου εις τον ουρανό, θα είχαμε καταβληθεί.
Ακόμη, θέλετε, κι εκείνο που είπε: «Καὶ σύ ποτε ἐπιστρέψας…» (λέγοντας στον Πέτρον) αυτό υπονοούσε· ότι «Εγώ σου προφητεύω ότι εσύ κάποτε θα επιστρέψεις, θα χάσεις κάποια στιγμή την πίστη σου. Και όταν γυρίσεις, στήριξε και τους άλλους· γιατί και οι άλλοι θα έχουνε χάσει την πίστη τους. Έστω για λίγο». Και τι είπε ο Κύριος; «Ἐδεήθην περὶ σοῦ ἵνα μὴ ἐκλίπῃ ἡ πίστις σου». Ναι. Αυτό είναι το κυριότατον στοιχείον. Η πίστις. Επιμένω: Η πίστις! «Ἵνα μὴ τέλεον», λέει ο Ζιγαβηνός, «ἀπολέσῃς τὴν πίστιν σου, τὴν εἰς ἐμέ, ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἀρνήσεως», «μη χάσεις τελείως -θα την χάσεις, αλλά μην την χάσεις τελείως».
Θέλετε κάτι άλλο; Ο Χριστός είπε ότι «θα ‘ρθω ξανά στη γη, θέμα δεν υπάρχει. Το θέμα είναι τούτο: Όταν θα ξανάρθω στη γη, θα βρω την πίστη πάνω στη γη;». Βλέπετε ποιος είναι ο πειρασμός; Ο πειρασμός, ο μεγάλος πειρασμός; Η πίστις στο θεανθρώπινον πρόσωπον του Χριστού, που οι Πατέρες λένε, μάλιστα αυτό ετέθη στην έρημον, στους ασκητάς, ότι «τότε μόνον», λέει, «το ότι θα ομολογήσεις Ιησούν Χριστόν, θα θεωρείται τεράστιον θέμα, πέρα από κάθε άλλο έργον που εμείς», λέγει, «οι ασκηταί τώρα εδώ κάνομε». Ας προσέξομε αυτό, θα το πω άλλη μία φορά: «ἵνα μὴ ἐκλίπῃ ολότελα η πίστη σου». Γρατζουνίσματα θα υποστεί.
Ο Ιούδας είχε χάσει ολότελα την πίστη του! Ψάχνομε πολλές φορές να βρούμε, τι ήταν το αμάρτημα του Ιούδα; Ήταν αυτό. Αλλά δεν επροστατεύθη, όπως οι ένδεκα μαθηταί. Οι ένδεκα επροστατεύθησαν, είχαν αγαθήν προαίρεσιν. Ο Ιούδας δεν επροστατεύθη. Γιατί; Γιατί σκέφτηκε να επωφεληθεί, φιλαργύρως σκεπτόμενος. Αφού πρώτα έχασε την πίστη –«Γιατί να μην επωφεληθώ με την προδοσία, την πώληση του Διδασκάλου και να βάλω και χρήματα εις την τσέπη μου;». Αισχρός! Αισχρός! Αισχρός! Γι’αυτό δεν προστατεύθηκε και οδηγήθηκε σε εκείνο το κατάντημα που είπε ο Κύριος: «Οὐαὶ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ δι᾿ οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται», αλλά και «ακόμη θα ήτανε προτιμότερο», λέγει, «ο άνθρωπος αυτός να μην είχε γεννηθεί». Φοβερόν!
«Τί γάρ», λέει ο Ιερός Χρυσόστομος, «τί γὰρ ἄν οὐκ ἐποίησεν ὁ ἐχθρὸς ἡμῶν διάβολος, εἰ μὴ Κύριος ἦν ἐν ἡμῖν;». «Εάν δεν ήταν ο Κύριος μαζί μας, τι δεν θα είχε επιτύχει ο διάβολος;». «Πονηρὸν γὰρ τὸ θηρίον καὶ ἀκόρεστον». Πονηρό θηρίο και αχόρταστο θηρίο. «Καὶ εἰ μὴ συνεχῶς ἐχαλινοῦτο (:και αν δεν εχαλινούτο διαρκώς) πάντα ἂν ἀνέτρεψεν καὶ συνέχεε (:τα πάντα θα είχε ανατρέψει, τα πάντα θα είχε μπερδέψει)».
Αγαπητοί. Φοβερόν το αόρατον παρασκήνιον της ιστορίας. Οι δαίμονες διαρκώς εργάζονται για την καταστροφή των ανθρώπων. Οι ανθρώπινες σχέσεις διαρκώς εμπλέκονται. Πάθη και κακίες αναφύονται. Η πίστη στον Χριστό καταστρέφεται με κάθε τρόπο. Γιατί; Από πίσω είναι ο διάβολος. Τι θα μας προστατέψει; Η επίγνωσις όλου αυτού του αοράτου παρασκηνίου. Πρέπει να το ξέρομε. Πρέπει να το ξέρομε ότι υπάρχει αυτό το παρασκήνιον. Όπως ακριβώς πετάμε μία πέτρα σε ένα σκυλί και το σκυλί δαγκώνει την πέτρα· που το χτύπησε. Ενώ η πέτρα από κάποιο χέρι πετάχτηκε. Έτσι κι εδώ, τα βάζουμε με τον αδελφόν, ενώ ξέρομε ότι πίσω από τον αδελφόν είναι ο διάβολος. Γι’αυτό είναι ανάγκη να γνωρίζομε αυτό το παρασκήνιον. Ότι δηλαδή πίσω από το κάθε κακό κρύβεται ο διάβολος. Αυτό πρέπει να το ξέρομε. Ότι χωρίς ακόμη, πρέπει να ξέρομε, τον Χριστόν και την βοήθειά Του, δεν μπορούμε να περιφρουρηθούμε. Ακόμη πρέπει να ξέρουμε ότι απαιτείται εκ μέρους μας μια διαρκής προσευχή. Διαρκής προσευχή. Ακόμη, ότι δεν πρέπει να πτοούμεθα· διότι ο διάβολος δημιουργεί θόρυβο, είναι κούφιος σαν τον άδειο γκαζοντενεκέ και κάνει θόρυβο για να πτοήσει, να προκαλέσει ταραχή και σύγχυση.
Γι’ αυτό αυτή η ευαγγελική περικοπή μάς είναι εξόχως χρήσιμη. Μας αποκαλύπτει μια μεγάλη πραγματικότητα· που εμείς πρέπει να μένομε ατάραχοι και ειρηνικοί. Το έχομε απόλυτα ανάγκη αυτό.
ΠΗΓΗ:
ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΕΜΠΤΗΣ
«ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΝ 21ον ΨΑΛΜΟΝ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 22-4-1992]
[Μέρος Β΄]
Όπως είδαμε, αγαπητοί μου, χθες το βράδυ, ο 21ος Ψαλμός είναι καθαρά μεσσιακός και σαν τέτοιον τον αποδέχεται τόσο η Εκκλησία μας, όσο και η Συναγωγή. Οι λεπτομέρειες αυτού του Ψαλμού σε προφητικό επίπεδο, 1000 χρόνια προ Χριστού, έργον του προφητάνακτος Δαβίδ, συγκρινόμενες με τα γεγονότα, που επεσυνέβησαν εις το πρόσωπον του Ιησού Χριστού είναι κάτι το συγκλονιστικόν. Γι’αυτό η προφητεία αυτή, μοναδικό φαινόμενο σε παγκόσμιες διαστάσεις, είναι το πιο ισχυρό στοιχείο βεβαιώσεως της αληθείας. Έτσι, δεν μπορούν να ισχυριστούν οι ορθολογισταί ότι η πίστις είναι τυφλή και δεν ταιριάζει στη λογική. Εκείνο το ανεκδιήγητο «Πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα» ούτε αγιογραφικόν είναι, ούτε πατερικόν. Βέβαια θα μπορούσε να έχει σε ειδικές περιπτώσεις και υπό προϋποθέσεις την θέση του, αλλά η πίστις ερευνάται.
Ωστόσο, ας επανέλθομε στο ιερόν κείμενον του 21ου Ψαλμού για να ιδούμε τα υπόλοιπα σημεία που αναφέρονται προφητικά και παραλλήλως θα δούμε τα ιστορικά, πλέον, δεδομένα, ώστε προφητεία και ιστορία να βλέπομε μπροστά μας κυριολεκτικώς να ταυτίζονται. Μετά, λοιπόν, από τον πρώτον στίχον που είχαμε αναφέρει χθες το βράδυ, που χρησιμοποιήθηκε από τον ίδιον τον Κύριον επί του Σταυρού όταν είπε: «Ὁ Θεὸς, ὁ Θεός μου, πρόσχες μοι· ἵνα τί ἐγκατέλιπές με;». Ή ακόμη και τον έβδομον στίχον που είδαμε εκεί ο Κύριος να αυτοαποκαλείται «σκώληξ», «σκουλήκι», και «ὄνειδος ἀνθρώπων καὶ ἐξουθένημα λαοῦ», ερχόμεθα τώρα στους επομένους στίχους, που είναι εξαιρετικά χαρακτηριστικοί.
Ο όγδοος στίχος του 21ου ψαλμού λέγει –εννοείται ομιλεί εδώ ο Μεσσίας ή καλύτερα ο Δαβίδ από προσώπου του Μεσσίου. Ο Μεσσίας δηλαδή ομιλεί, 1000 χρόνια προ Χριστού: «Πάντες οἱ θεωροῦντές με ἐξεμυκτήρισάν με, ἐλάλησαν ἐν χείλεσιν, ἐκίνησαν κεφαλήν». «Όλοι εκείνοι οι οποίοι με έβλεπαν» –είδατε- «με έβλεπαν, Εμένα, τον Μεσσία, αυτοί» –λέει– «με εξεμυκτήρισαν, είπαν με τα χείλη τους ό,τι είπαν και κούνησαν, κίνησαν περιφρονητικά την κεφαλή τους». Αυτά λέγει η προφητεία. Τι λέγει η ιστορία; Ανοίγουμε τους ευαγγελιστάς τους ιερούς και διαβάζουμε: «Καὶ εἱστήκει ὁ λαὸς θεωρῶν. Ἐξεμυκτήριζον δὲ καὶ οἱ ἄρχοντες σὺν αὐτοῖς λέγοντες· ἄλλους ἔσωσε, σωσάτω ἑαυτόν, εἰ οὗτός ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ τοῦ Θεοῦ ἐκλεκτός. Ἐνέπαιζον δὲ αὐτῷ καὶ οἱ στρατιῶται προσερχόμενοι καὶ λέγοντες· εἰ σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων, σῶσον σεαυτόν».
Κάτω ο λαός εχάζευε, «ἐθεώρει», λέγει, σαν κάτι το αξιοπερίεργον· είναι εκείνο που άμα συμβεί κανένα δυστύχημα, οτιδήποτε, τρέχει ο κόσμος, μαζεύεται και βλέπει. Οι άρχοντες; Οι άρχοντες «ἐξεμυκτήριζον». Είδατε η προφητεία; «Ἐξεμυκτήριζον», λέγει. Τι λέει η ιστορία; Οι άρχοντες εξεμηκτύριζαν. Κατά λέξη! Τι θα πει αυτό; «Ειρωνεύομαι με σχήματα και μορφασμούς του προσώπου». Αν θέλετε να σας το δείξω, κρατούσαν τη μύτη τους, τα ρουθούνια τους και μιλούσαν έτσι με κλεισμένα τα ρουθούνια και μετά έκαναν το δάκτυλό τους έτσι, όπως βγάζουμε- με συγχωρείτε- τις μύξες μας και τις πετάμε. Ήταν ένας τρόπος ειρωνείας, όπως παρ’ ἡμῖν στα μικρά παιδιά που βγάζουν τη γλώσσα και κοροϊδεύουν. Ήταν αυτός ο μυκτηρισμός. Το τράβηγμα των μυκτήρων, δηλαδή των ρουθουνιών.
Ακόμη οι στρατιώται με λόγια και κινήσεις και αυτοί ενέπαιζον τον Μεσσία επί του Σταυρού. Και ο ληστής; Βλασφημά τον Ιησούν! Ακόμη ο Ματθαίος μάς πληροφορεί και μας λέγει: «Οἱ δὲ παραπορευόμενοι (:αυτοί που περνούσαν) ἐβλασφήμουν αὐτὸν κινοῦντες τὰς κεφαλὰς αὐτῶν καί λέγοντες – «κινοῦντες τὰς κεφαλὰς» … Τι λέγει η προφητεία; «ἐκίνησαν κεφαλήν». Και τι λέγει; «Άνοιξαν τα χείλη τους». Τι λέγει εδώ ο ιστορικός; «Λέγοντες». Τι έλεγαν; – «Ὁ καταλύων τὸν ναὸν καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις οἰκοδομῶν! Σῶσον σεαυτόν (:Συ που είπες ότι καταλύεις τον ναό σε τρεις μέρες, τον οικοδομείς,τον ναό του Σολομώντος, τώρα σώσε τον εαυτόν σου). Εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ(:Εάν είσαι Υιός του Θεού) –έτσι δεν είπες;- κατάβηθι ἀπὸ τοῦ σταυροῦ (:κατέβα από τον σταυρόν)». Πικρά λόγια, πικρά, με πλήρη παρανόηση…
Ωστόσο, αυτή η κίνηση των κεφαλών των παραπορευομένων και ει τινός ετέρου ήταν ένα δείγμα περιφρονήσεως· εκείνο το που κουνάμε το κεφάλι για κάποιον: «Μμμμ…». Σαν να ήθελαν να πουν: «Καλά να πάθει! Δεν είπε ότι είναι ο Υιός του Θεού; Εσφετερίσθη, λοιπόν, ξένον τίτλον. Καλά να πάθει!». Κούνημα της κεφαλής. Είναι εκπληκτικό, αγαπητοί μου, όταν βλέπεις από τη μία την προφητείαν και από την άλλη την ιστορία, να γίνεται απόλυτη εφαρμογή της προφητείας από την ιστορία, χωρίς κανείς να έχει συνείδηση του τι πράττει· ούτε ο όχλος, ούτε ο αρχιερεύς, ούτε οι Φαρισαίοι και Γραμματείς, κανείς δεν είχε συνείδηση ότι εκείνα τα οποία έκαναν, έλεγαν, συμπεριεφέροντο, ήταν εκπλήρωση προφητείας. Είναι εκπληκτικόν!
Και πηγαίνουμε εις τον ένατον στίχον: «Ἢλπισεν ἐπὶ Κύριον, ῥυσάσθω αὐτόν· σωσάτω αὐτόν, ὅτι θέλει αὐτόν», λέγει η προφητεία. «Ήλπισε εις τον Κύριον. Ας τον γλυτώσει, ας τον σώσει. Εάν τον θέλει». Λέει η προφητεία. Εκπλήσσει, αγαπητοί μου, η κατά λέξη εκφορά των Γραμματέων και των Φαρισαίων. Να τι λέγει ο Ματθαίος: «ἄλλους ἔσωσε, ἑαυτὸν οὐ δύναται σῶσαι». «Πέποιθεν»– «ἤλπισεν» λέει η προφητεία, «πέποιθεν» λέει η ιστορία- «ἐπὶ τὸν Θεόν» – η προφητεία: «ἤλπισεν ἐπὶ τὸν Κύριον, ῥυσάσθω νῦν αὐτόν». Τι λέει η προφητεία; «Ῥυσάσθω αὐτόν». Τι λέει η ιστορία; «Ῥυσάσθω νῦν αὐτόν, εἰ θέλει αὐτόν». «Εάν τον θέλει ο Θεός». Τι λέει η προφητεία; «ὅτι θέλει αὐτόν». «Εἶπε γὰρ ὅτι Θεοῦ εἰμι υἱός…». Είναι συγκλονιστικό! Είναι συγκλονιστικό… Βαίνουν όλα στην εκπλήρωση των προφητειών.
Ο 13ος στίχος: «Περιεκύκλωσάν με μόσχοι πολλοί, ταῦροι πίονες περιέσχον με». Ήθελα να σας έλεγα κάτι που χθες λέγαμε, ότι θέλομε να δείξουμε ότι δηλαδή ο Μεσσίας, ή καλύτερα, ο Ιησούς επί του Σταυρού είναι ο Μεσσίας, γιατί; Γιατί προεφητεύθη. Κι έτσι, έχομε από τη μία την προφητεία και από την άλλη την ιστορία. Και όταν ταυτίζεται η ιστορία με την προφητεία, τότε το πρόσωπο περί του οποίου ο λόγος είναι αυτό, είναι γνήσιον.
Λέγει ο 13ος στίχος του Ψαλμού: «Περιεκύκλωσάν με μόσχοι πολλοί, ταῦροι πίονες περιέσχον με». «Με κύκλωσαν πολλοί μόσχοι, ταύροι γεροδεμένοι και παχείς, ήρθαν γύρω μου, ‘’περιέσχον με’’». Μια εικόνα σκληρών εχθρών που ονομάζονται εδώ «ταῦροι» και «μόσχοι». Πρόκειται περί των αρχιερέων, των Γραμματέων και των Φαρισαίων. Λέγει ο Θεοδώρητος: «οἵ (:οι οποίοι) ταύρων θρασύτητα καὶ λεόντων μανίαν μιμούμενοι περιεστοίχιζον τὸν δεσπότην Χριστόν». «Οι οποίοι», λέγει, «με τη θρασύτητα των ταύρων και τη μανία των λεόντων που εμιμούντο, περιεστοίχιζαν τον Δεσπότην Χριστόν». Να είσαι κληρικός και να έχεις την προσωνυμίαν «ταύρος»… Και είναι «ταῦροι πίονες», που θα πει «καλοθρεμμένοι». Συνεπώς, ξέρετε οι ταύροι όταν τους προβάλλεις το κόκκινο πανί μανιάζουν- και για τους Εβραίους, καλύτερα για τους αρχιερείς κ.λπ. ο Ιησούς ήταν το κόκκινο πανί. Γιατί έβλεπαν στο πρόσωπό Του, έβλεπαν να χάνουν τα προνόμιά τους. Προσέξτε, ποια προνόμια; Όχι απέναντι στον λαό. Αλλά έναντι των Ρωμαίων. Προδόται πραγματικοί από πλευράς εθνικής ήσαν οι άνθρωποι αυτοί. Και έτσι γίνονται ζώα ατίθασα, «ταῦροι πίονες» και καλοθρεμμένοι που έχουν δύναμη επιθετική. Συνηθίζουν τα άγρια ζώα προκειμένου να επιτεθούν κατά ανθρώπου ή ζώου, να σχηματίζουν έναν κύκλο γύρω από αυτό, το θύμα τους· όπως οι λύκοι επί παραδείγματι. Αυτό σημαίνει το «Περιεκύκλωσάν με καί περιέσχον με»· «ήρθαν γύρω γύρω μου, σαν λεία τους, σαν θύμα τους, να μην τους ξεφύγω». Και δείχνει, ακόμη, μίαν αγρίαν χαράν για την εξασφαλισμένη επιτυχία που θα είχαν οι άνθρωποι αυτοί πάνω στο θύμα τους.
Ο 14ος στίχος του Ψαλμού: «Ἢνοιξαν ἐπ᾿ ἐμὲ τὸ στόμα αὐτῶν ὡς λέων ἁρπάζων καὶ ὠρυόμενος». «Άνοιξαν εναντίον μου το στόμα τους, σαν λιοντάρι που αρπάζει και ωρύεται». Ακόμη μια εικόνα εδώ αναφέρει ο Ψαλμωδός από τον ζωικό κόσμο, που δείχνει την ωμή κτηνωδία των εχθρών του Χριστού. Αυτό το «ἤνοιξαν ἐπ᾿ ἐμὲ τὸ στόμα αὐτῶν» δείχνει την κακότητα των αρχόντων κατά του Ιησού. Ό,τι εξεστόμισαν κατά του Ιησού αποτελεί ύβριν και βλασφημίαν, όσο ποτέ δεν ηκούσθη μεταξύ των ανθρώπων όλων των αιώνων και όλων των εποχών. Γιατί; Διότι είχαν μπροστά τους τον Κτίστην και Δημιουργόν. Όλες οι άλλες βλασφημίες που είπαν οι άνθρωποι ωχριούν μπροστά σ΄ αυτές των αρχόντων, των αρχιερέων κ.λπ. Όσες άλλες ειπώθηκαν μετά Χριστόν, βλασφημίες κατά του Ιησού Χριστού δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά επανάληψις-όπως ο Πορφύριος και άλλοι πολλοί, ειδωλολάτραι αυτοί, ο Κέλσος κ.λπ. Όλοι αυτοί ό,τι είπαν εναντίον του Ιησού Χριστού και ό,τι εχάλκευσαν συκοφαντικό δεν ήτο τίποτε άλλο παρά επανάληψις των ύβρεων και των βλασφημιών που εξέφεραν οι άρχοντες μπροστά στον Χριστόν. Πάντως θα πω άλλη μία φορά, σαν επωδό θα ήθελα να το επαναλαμβάνω, μας εκπλήσσει η ταύτισις ιστορίας και προφητείας. Γιατί αυτό με ενδιαφέρει να κατανοήσουμε.
Οι στίχοι 15ος και 16ος : «Ὡσεὶ ὕδωρ ἐξεχύθην, καὶ διεσκορπίσθη πάντα τὰ ὀστᾶ μου, ἐγενήθη ἡ καρδία μου ὡσεὶ κηρὸς τηκόμενος ἐν μέσῳ τῆς κοιλίας μου· ἐξηράνθη ὡσεὶ ὄστρακον ἡ ἰσχύς μου, καὶ ἡ γλῶσσά μου κεκόλληται τῷ λάρυγγί μου, καὶ εἰς χοῦν θανάτου κατήγαγές με». Δηλαδή: «Σαν το νερό έρρευσα και σκορπίστηκαν όλα τα κόκαλά μου· έγινε η καρδιά μου σαν το κερί που λιώνει μέσα στα σπλάχνα μου· ξεράθηκε σαν όστρακο η ισχύς μου και η γλώσσα μου κόλλησε στον ουρανίσκο μου –διότι ‘’λάρυγξ’’ είναι, κατά την εβραϊκή φιλολογία, είναι όχι ο λάρυγγας ο γνωστός μας, είναι ο ουρανίσκος – καὶ εἰς χοῦν θανάτου κατήγαγές με (: και με οδήγησες, με κατέβασες στο χώμα του θανάτου)».
Όταν ο άνθρωπος μπορεί, αγαπητοί μου, να ρέει, να χύνεται σαν νερό, δείχνει αυτήν την τελείαν εξάντλησιν που είχε ο Μεσσίας επί του Σταυρού. Και φυσικά προηγήθησαν και άλλα περιστατικά που μπορούσαν να φέρουν αυτήν την βιολογικήν εξάντλησιν από τον Κήπο της Γεσθημανή –θυμηθείτε, προσευχόμενος εν αγωνία, «ὁ ἱδρὼς αὐτοῦ» κατήρχετο τόσο πηκτός, μας λέει ο ιερός Ευαγγελιστής, «ὡσεὶ θρόμβοι αἵματος», σαν σταγόνες αίματος, πηκτές σταγόνες ιδρώτος- έως το κορύφωμα που είναι ο Σταυρός. Τι ταλαιπωρία από τον κήπο της Γεσθημανή έως τον Σταυρόν; Τι ραπίσματα; Τι μαστιγώσεις; Τι ταπεινώσεις;
Λέγει ο Θεοδώρητος, ένας ερμηνευτής. Γιατί λέει: «σκορπίστηκαν τα οστά μου»- αλλά ξέρουμε ότι τα οστά του Κυρίου δεν σκορπίστηκαν. Άλλη προφητεία λέγει: «ὀστοῦν οὐ συντριβήσεται αὐτοῦ». Και λέγει εδώ ο Θεοδώρητος, ευστοχότατα: «Ὀστᾶ καλεῖ τοὺς Ἀποστόλους, ἐπεί (:επειδή) σῶμα καλεῖ τὴν Ἐκκλησίαν – η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού- ἐσκορπίσθησαν οἱ ἀπόστολοι κατὰ τὸν τοῦ Πάθους καιρὸν (:σκόρπισαν οι Απόστολοι τον καιρό του Πάθους) δίκην ὕδατος (:όπως σκορπάει το νερό) τῇδε κἀκεῖσε διαιρεθέντες». Συνεπώς, «τα οστά μου», εννοεί εδώ ο προφήτης τους Αποστόλους. Ωραία έκφρασις που δείχνει πώς η καρδιά ακόμη, «ἡ καρδία μου ὡσεὶ κηρὸς τηκόμενος», ωραία έκφρασις που δείχνει πώς λιώνει η καρδιά μέσα στα σωθικά, μέσα στα σπλάχνα. Αν αισθανόμαστε, εγώ πιστεύω ότι το έχετε νιώσει, αυτό το αίσθημα της διαλύσεως των σπλάχνων. Είναι εκείνο το οποίο θα πούμε: «Διαλύθηκα» όταν με πιάνει φερειπείν μια τρομάρα. Και βλέπετε έναν άνθρωπο να πέφτει από τον πέμπτο όροφο και να είναι δικός σας άνθρωπος! Ή να βρίσκεται ξαφνικά στους τροχούς ενός αυτοκινήτου! Τι παθαίνετε; Τι παθαίνομε; Μία διάλυση! Διαλυόμεθα, κυριολεκτικά διαλυόμεθα. Εάν αγαπητοί μου, αισθανόμεθα αυτήν την διάλυση των σπλάχνων μας από μια ισχυρή συγκίνηση πόσο περισσότερο ο σταυρωμένος Μεσσίας;
Ακόμη είπε: «Κόλλησε η γλώσσα μου στον λάρυγγά μου»· δηλαδή «στον ουρανίσκο μου». Η δίψα, σε τέτοιες περιπτώσεις είναι έντονη και βασανιστική. Όταν υπάρχει αυτό το κάρφωμα και φεύγει το αίμα κ.λπ. κ.λπ. υπάρχει πυρετός, πολύ υψηλός πυρετός και ακατάσχετη δίψα. Γι’αυτό έδιναν από φιλανθρωπία πολλές φορές, αντί νερού έδιναν ξύδι. Ο Κύριος είπε επί του Σταυρού: «Διψῶ». «Κόλλησε», λέγει, «η γλώσσα μου στον λάρυγγά μου» η προφητεία. Η ιστορία: «Διψῶ». Προφητικά ακόμη εκφράζεται: «Ἐξηράνθη ὡσεὶ ὄστρακον ἡ ἰσχύς μου». «Ξεράθηκε», λέγει, «σαν το όστρακο η ισχύς μου». Το «ὄστρακον» τι είναι; Είναι ο ψημένος πηλός. Όπως και το σταμνί και το τσουκάλι λέγονται «όστρακα». Είναι ο ψημένος πηλός. «Σαν τον ψημένο πηλό», λέει, «ξεράθηκε η δύναμίς μου». Δηλαδή «στέγνωσα μένοντας άκαμπτος». Έτσι βλέπουμε μία ταλαιπωρία άνευ προηγουμένου εις το πρόσωπον του Μεσσίου. Ψυχική και σωματική.
«Καὶ εἰς χοῦν θανάτου κατήγαγές με». «Και στο χώμα του θανάτου με κατέβασες». Τώρα πού αποτείνεται; Δεν αποτείνεται στους σταυρωτάς· τους μέλλοντας, αλλά αποτείνεται προς τον Πατέρα. Τι λέγει; «Και στο χώμα του θανάτου με κατήγαγες, με κατέβασες»· δηλαδή στον τάφο. Τι σημαίνει εδώ; Αποτεινόμενος προς τον Πατέρα, ο Οποίος επιτρέπει εις τους εχθρούς του Μεσσίου να Τον θανατώσουν. Διότι θα ΄ταν αδύνατον οι εχθροί του Μεσσίου να ακουμπήσουν το χέρι τους επάνω εις τον Ιησούν, εάν δεν επέτρεπε ο Πατήρ.
Και μάλιστα ο Ίδιος ο Κύριος το λέγει: «Ἐγὼ τίθημι τὴν ψυχήν μου –θέτω την ζωή μου, «ψυχή» θα πει ζωή-, ἵνα πάλιν λάβω αὐτήν». «Εγώ την θέτω». «Οὐδεὶς αἴρει αὐτὴν ἀπ᾿ ἐμοῦ(: Κανείς δεν μπορεί να μου αφαιρέσει την ζωή μου), ἀλλ᾿ ἐγὼ τίθημι αὐτὴν ἀπ᾿ ἐμαυτοῦ». Είδατε με σαφήνεια: « Εγώ την καταθέτω την ζωή μου, κανείς δεν μου την παίρνει, κανείς δεν μπορεί να μου την πάρει την ζωή μου». «Ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι αὐτήν (: έχω την εξουσία να την καταθέσω), καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν (: και εξουσία πάλι να την ξαναπάρω πίσω)». Και στον Πιλάτο τι είπε; «Σε μένα δεν μιλάς; Δεν ξέρεις ότι έχω την εξουσία να σε ελευθερώσω ή θανατώσω;». Κι ο Κύριος τού είπε: «Οὐκ εἶχες ἐξουσίαν οὐδεμίαν κατ᾿ ἐμοῦ, εἰ μὴ ἦν σοι δεδομένον ἄνωθεν (:αν δεν σου είχε δοθεί από πάνω)». Από ποιον; Από τον Πατέρα.
Συνεπώς, τι κάνει εδώ ο Πατήρ; Επιτρέπει, αφήνει. Προσέξτε, δεν παραδίδει στον θάνατον, επιτρέπει να επέμβουν εκείνοι που θα εκακοποίουν τον Μεσσία, γι’αυτό λέγει: «με κατήγαγες εἰς χοῦν θανάτου».
Ο 17ος στίχος. Λέγει- του 21ου πάντα Ψαλμού: «ὅτι ἐκύκλωσάν με κύνες πολλοί, συναγωγὴ πονηρευομένων περιέσχον με, ὤρυξαν χεῖράς μου καὶ πόδας». Αγαπητοί μου, καθ ‘όλο το μήκος της ευαγγελικής διηγήσεως μέχρι του συνεδρίου, μετά την ανάστασιν του Λαζάρου και μέχρι το συνέδριο που αποφασίζει τον θάνατο του Ιησού, που Τον καταδικάζει, όλοι αυτοί είναι μία συναγωγή πονηρευομένων ανθρώπων, που ζητούν θεμιτά και αθέμιτα να καταδικάσουν τον Ιησούν. Επειδή θέλουν να Τον καταδικάσουν, πληρώνουν προδότην. Θαυμάστε δικαστήριον…! Πληρώνουν οι δικασταί προδότην! Κάτι άλλο: Βγάζουν την απόφασιν προ της δίκης.
«Ὢρυξαν χεῖράς μου καὶ πόδας». Εκπληκτικό αυτό! Το πιο εκπληκτικό απ΄όλα! Εκπληκτική προφητεία! Δεν λέγει: «Με ελιθοβόλησαν»· που ήταν ο εβραϊκός τρόπος θανατικής εκτελέσεως. 1000 χρόνια προ Χριστού! Αλλά υπαινίσσεται εδώ τον ρωμαϊκό τρόπον που είναι η σταύρωσις. Τι θα πει «ὤρυξαν»; Προσέξτε, «ορύσσω, σκάπτω, ανοίγω κοίλωμα, διατρυπώ, σκάβω», τι; «Χεῖράς μου καὶ πόδας μου». Μα είναι καταπληκτικό! Τα σημάδια αυτά, τα σκαψίματα, τα ορύγματα, στα χέρια και τα πόδια του Μεσσίου, θα μείνουν στους αιώνας των αιώνων ως τα διάσημα της αγάπης του Μεσσίου προς τον άνθρωπο, αλλά και της υπακοής Του προς τον Πατέρα. Αλλά και πειστήρια του Πάθους Του. Αλλά και πειστήρια της ταυτότητός Του όταν θα ξαναέρθει να κρίνει τους σταυρωτάς Του: «Ὂψονται (: θα ίδουν) εἰς ὃν ἐξεκέντησαν».
18ος στίχος: «Ἐξηρίθμησαν πάντα τὰ ὀστᾶ μου, αὐτοὶ δὲ κατενόησαν καὶ ἐπεῖδόν με». Με τις μαστιγώσεις και τους βασανισμούς του σώματος, αγαπητοί, πράγματι μπορούσαν να μετρώνται τα πλευρά– πώς μετρώνται τα πλευρά ενός ανθρώπου κακοπαθημένου και αδυνατισμένου; Τα παΐδια του μετράμε. Τα πιάνουμε και τα μετράμε. Ακόμη λέγει ο Θεοδώρητος: «Οὕτω μὲ διέτεινον προσηλοῦντες ὥστε ῥάδιον εἶναι καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὀστῶν διαγνῶναι». «Έτσι με τέντωσαν επάνω εις τον σταυρόν, ώστε θα ήτο εύκολο σε εκείνον που θα ήθελε να μου μετρήσει τα πλευρά». Και οι εχθροί Του τον έβλεπαν με χαιρεκακία. Αυτό θα πει: «Αὐτοὶ δὲ κατενόουν καὶ ἐπεῖδόν με». «Με έβλεπαν με χαιρεκακία». Και διασκέδαζαν, πειράζοντας ο ένας τον άλλον! Να τι λέει η ιστορία, ο Ματθαίος: «Καὶ οἱ ἀρχιερεῖς ἐμπαίζοντες πρὸς ἀλλήλους μετὰ τῶν γραμματέων ἔλεγον» κ.τ.λ. Εχαίροντο…!
19ος στίχος: «Διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν μου ἔβαλον κλῆρον». Αυτήν την προφητεία, αγαπητοί μου, την καταπληκτική, την κατά γράμμα προφητείαν, την αναφέρουν και οι τέσσερις ευαγγελισταί. Και λέγει ωραιότατα ο Ζηγαβηνός: «Ἱμάτια μέν λέγει τα ἐρραμμένα (:τα ρούχα που ήσαν ραμμένα), ἅ καὶ διείλοντο ἑαυτοῖς οἱ στρατιῶται (:που μοίρασαν μεταξύ τους οι στρατιώτες – ‘’Εσύ θα πάρεις αυτό, εσύ θα πάρεις εκείνο’’). Τέσσερις στρατιῶται ἦσαν – ἱματισμὸν δέ, τὸν ἄρραφον χιτῶνα». Είδατε τι λέει η προφητεία; «Διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου». Και μετά τι λέει; «Καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν μου ἔβαλον κλῆρον». Εδώ κάνει αντιδιαστολή. Κάτι που μοιράζουν και κάτι που βάζουνε κλήρο. Έτσι ακριβώς έγινε! Τα άλλα ρούχα τα μοίρασαν, αλλά τον χιτώνα, που ήταν άρραφος από πάνω έως κάτω, εκεί ἔβαλον κλῆρον, «τὸν ἐκ τῶν ἄνωθεν ὑφαντόν, ὑπὲρ οὗ ἔβαλον κλῆρον», λέγει ο Ζηγαβηνός. Και σημειώνει ο Ιωάννης- η ιστορία τώρα: «Οἱ οὖν στρατιῶται ὅτε ἐσταύρωσαν τὸν Ἰησοῦν, ἔλαβον τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ ἐποίησαν τέσσαρα μέρη, ἑκάστῳ στρατιώτῃ μέρος, καὶ τὸν χιτῶνα· ἦν δὲ ὁ χιτὼν ἄῤῥαφος, ἐκ τῶν ἄνωθεν ὑφαντὸς δι᾿ ὅλου. Εἶπον οὖν πρὸς ἀλλήλους· μὴ σχίσωμεν αὐτόν, ἀλλὰ λάχωμεν περὶ αὐτοῦ τίνος ἔσται» –το «λάχωμεν» του ρήματος «λαγχάνω», που υπονοεί λαχείο, δηλαδή «να παίξομε στα ζάρια»…
Αγαπητοί μου! Εκπληκτικά όλα αυτά. Και το σπουδαιότερο ξέρετε ποιο είναι; Ότι οι θεματοφύλακες των προφητειών είναι αυτοί οι εχθροί του Ιησού, οι Εβραίοι. Δεν είναι βιβλία παρ’ ἡμῖν, που θα μπορούσαμε να τα διορθώσουμε, να τα φτιάξουμε, να τα στολίσουμε, να τα κάνουμε κατά τρόπον που να ταιριάζουν στην ιστορία. Οι προφητείες είναι ως παρακαταθήκη εις τα χέρια των εχθρών του Ιησού! Τα έγγραφα, θα λέγαμε, της μαρτυρίας είναι στα χέρια των εχθρών του Ιησού! Αυτό είναι το πιο καταπληκτικό απ’ όλα! Θαύμα πραγματικό! Βλέποντες εμείς την ταυτότητα προφητείας και ιστορίας, εμείς, που πιστέψαμε, ας πιστέψομε πιο πολύ και πιο πολύ, ολόψυχα εις τον Κύριόν μας τον Ιησούν Χριστόν, ως τον ένα και μοναδικό Σωτήρα μας.
ΠΗΓΗ:
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/megalh_ebdomada/megalh_ebdomada_033.mp3
*. *. *
ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΕΜΠΤΗΣ[:Λουκά 22,1-39]
«ΠΡΟΔΟΤΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΔΟΣΙΑ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 26-4-1989]
Τέσσερα θέματα, αγαπητοί μου, επισημαίνονται από τον Συναξαριστήν στον Όρθρο της Μεγάλης Πέμπτης. Ο ιερός Νιπτήρ, ο Μυστικός Δείπνος, η υπερφυής προσευχή του Κυρίου και η προδοσία του Ιούδα. Στην προδοσία καταχωρούνται οι στίχοι: «Τί δεῖ μαχαιρῶν, τί ξύλων, λαοπλάνοι, πρὸς τὸν θανεῖν πρόθυμον εἰς κόσμου λύτρον;». Δηλαδή: «Ως προς τι, λαοπλάνοι άρχοντες, χρησιμοποιείτε μαχαίρια και ξύλα γι’ Αυτόν που είναι πρόθυμος για την λύτρωση του κόσμου να πεθάνει;».
Θα μείνουμε για λίγο, αγαπητοί μου, στο φαινόμενον της προδοσίας, που επετέλεσε – περιέργως- ένας μαθητής του Κυρίου, ο Ιούδας. Οι ιεροί ευαγγελισταί μάς καταγράφουν αρκετά για την σκοτεινή μορφή του Ιούδα και αφήνουν σημεία ερμηνείας αυτής του της συμπεριφοράς. Γράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς: «Εἰσῆλθε δὲ ὁ σατανᾶς εἰς ᾿Ιούδαν τὸν ἐπικαλούμενον ᾿Ισκαριώτην, ὄντα ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δώδεκα, καὶ ἀπελθὼν συνελάλησε τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι καὶ στρατηγοῖς τὸ πῶς αὐτὸν παραδῶ αὐτοῖς. Καὶ ἐχάρησαν, καὶ συνέθεντο αὐτῷ ἀργύρια δοῦναι (:συνεφώνησαν να του δώσουν χρήματα)· καὶ ἐξωμολόγησε (:και υπεσχέθη), καὶ ἐζήτει εὐκαιρίαν τοῦ παραδοῦναι αὐτὸν αὐτοῖς ἄτερ ὄχλου (:και ζητούσε ευκαιρία να τους Τον παραδώσει τον Ιησούν χωρίς την παρουσία όχλου)».
Αγαπητοί μου, η προδοσία του Ιούδα μένει όχι μόνο ένα στίγμα, αλλά και ένα μυστήριον δυσερμήνευτον. Είναι το μυστήριον των βαθέων του σατανά και το μυστήριον των βαθέων του ανθρώπου. Όπως η χάρις του Θεού μένει ένα μυστήριον σε σχέση με την προαίρεση του ανθρώπου, έτσι και το κακό μένει μυστήριο σε σχέση με την προαίρεση, πάλι, του ανθρώπου. Ωστόσο, μένει εκπληκτικό πώς ένας μαθητής κοντά στον Κύριο και Διδάσκαλο, στον μοναδικό Διδάσκαλο μπορούσε να χαθεί. Είναι εκπληκτικόν πραγματικά.
Δηλαδή θυμίζει κάτι περίπου παλιά εκεί όταν οι δύο άγγελοι, τα δύο πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, κατέβηκαν εις τα Σόδομα να σώσουν την οικογένεια του Λωτ. Περίεργο. Οι δύο άγγελοι κρατούσαν τον Λωτ, την γυναίκα του και τις κόρες με τα χέρια τους. Πόσο πιο κοντύτερα μπορούσε να βρεθεί κανείς κοντά στον Θεό; Κι όμως, αγαπητοί μου, η γυναίκα του Λωτ, κρατώντας τον Θεό χάθηκε! Γυρίζοντας το κεφάλι της πίσω… Να δει κανείς εδώ το βαθύ μυστήριον της ανθρωπίνης προαιρέσεως…
Εντούτοις, παρά το μυστήριον αυτής της ανθρωπίνης ψυχής, σχετικά με το θέμα του Ιούδα έρχεται αυτή η Αγία Γραφή να μας υπογραμμίσει κάποιες αιτίες αυτής της συμπεριφοράς του περιέργου, αυτού, μαθητού. Η πρώτη αιτία που μας υπογραμμίζει η Γραφή είναι η απιστία. Ο Ιούδας, κάποια στιγμή, ενώ κλήθηκε για μαθητής του Κυρίου από τον ίδιο τον Κύριον- το λέγει ο Ίδιος ο Κύριος: «Εγώ δεν σας εξέλεξα; Δεν με εξελέξατε εσείς, Εγώ εξέλεξα εσάς. Και σας λέω ότι ανάμεσά σας είναι ένας προδότης». Ο Ιούδας, λοιπόν, κάποια στιγμή έπαψε να πιστεύει στον Διδάσκαλον. Πότε συνέβη αυτό; Ήδη πρέπει να συνέβη μετά τον χορτασμόν των πεντακισχιλίων. Όταν ο Κύριος είδε ότι δεν κατενόησαν την διδασκαλία Του και την παρουσία Του οι Καπερναΐται και τους είπε ότι «Αν δεν φάτε τη σάρκα του Υιού του ανθρώπου και δεν πιείτε το Αίμα Του, δεν έχετε ζωή» και εκείνοι εθεώρησαν «σκληρόν» τον λόγον «καὶ ἀπῆλθον καὶ οὐκέτι μετ’ αὐτοῦ περιεπάτουν», τότε στρέφεται ο Κύριος και λέγει στους μαθητάς Του, που έμειναν μόνοι αυτοί: «Μήπως κι εσείς θέλετε να πάτε μαζί τους;». Και τότε ο απόστολος Πέτρος λέγει και εξ ονόματος, εννοείται, και των άλλων μαθητών: «Κύριε, πρὸς τίνα ἀπελευσόμεθα (:Σε ποιον πίσω να πάμε;); Εσύ έχεις ῥήματα ζωῆς αἰωνίου».
Αλλά σ’ αυτήν την διαβεβαίωση που έδινε ο απόστολος Πέτρος και εξ ονόματος των συμμαθητών του, ο Ιούδας δεν συνεφώνησε. Από μέσα του δεν συμφωνούσε. Το περίεργο μ’ αυτόν είναι ότι ήτο κρυψίνους. Έκρυπτε μέσα του εκείνα που εσκέπτετο. Και ο Κύριος απήντησε: «Ἀλλ’ εἰσὶν ἐξ ὑμῶν τινες – μίλησε σε πληθυντικό αριθμό, «είναι μερικοί από σας», ακριβώς για να θολώσει τον εντοπισμόν, να σκορπίσει τον εντοπισμόν, δεν είπε «κάποιος», αλλά «κάποιοι»– οἳ (:οι οποίοι) οὐ πιστεύουσιν (:που δεν πιστεύουν)». Και σημειώνει ο ευαγγελιστής Ιωάννης: «ᾚδει γὰρ ἐξ ἀρχῆς ὁ Ἰησοῦς τίνες εἰσὶν οἱ μὴ πιστεύοντες καὶ τίς ἐστιν ὁ παραδώσων αὐτόν». Εγνώριζε ποιοι είναι εκείνοι που δεν πίστευαν –ουσιαστικά ένας δεν πίστευε, ο Ιούδας· απόδειξις, ότι όταν ο Κύριος έπλυνε τα πόδια των μαθητών, όπως ακούσαμε σήμερα στον Νιπτήρα και που ηρνείτο ο απόστολος Πέτρος από μια ταπεινοφροσύνη, ας το πούμε, ο Κύριος τούς είπε: «Εκείνοι που είναι καθαροί δεν έχουν ανάγκη να πλυθούν, γιατί είναι καθαροί». Αλλά ποιος από τους δώδεκα δεν στάθηκε καθαρός; Μόνος ο Ιούδας.
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι, ενώ εχρησιμοποιείτο πληθυντικός, μένει μόνος ένας. Ένας δεν πίστευε, ένας δεν ήτο καθαρός. Ο Ιούδας είχε χάσει την πίστη του. Την είχε χάσει. Προσέξτε: Δεν εκλονίσθη. Την έχασε την πίστη του. Οι μαθηταί εκλονίσθησαν εις την πίστιν εκείνο το βράδυ που ο Κύριος συνελήφθη. Το είπε ο Κύριος, το προφήτευσε. Κι ανέφερε παλαιά προφητεία και είπε: «Είναι γραμμένο ότι ‘’πατάξω τον ποιμένα’’ – δηλαδή θα χτυπήσω τον ποιμένα – και τα πρόβατα θα σκορπιστούν». Ο μαθητής, ο Θωμάς επί παραδείγματι, έφυγε, πήγε, ποιος ξέρει πού πήγε, στο σπίτι του. Κλονίστηκαν. Αλλά δεν έχασαν την πίστη τους. Ο Ιούδας απώλεσε, έχασε την πίστη του. Δεν μπόρεσε να ταυτίσει τον Ιησούν με τον Γιαχβέ, με τον Κύριον. Όταν, μάλιστα, είδε τον Ιησούν να αρνείται να γίνει βασιλιάς εκεί εις την έρημον, που έγινε ο χορτασμός των πεντακισχιλίων, και που το πρότειναν αυτό οι Καπερναΐται, ο Ιούδας μέσα του απέρριψε τον Ιησούν ότι είναι ο Μεσσίας. Όπως Τον απέρριψαν και οι άρχοντες του λαού. Ο Ιούδας δεν αντελήφθη ότι το κριτήριον του Ισραήλ ήταν ο αποκαλυφθείς Υιός του Θεού.
Το λάθος αυτό, όμως, του Ιούδα συνεχίζεται. Όχι μόνο στον λαό του Θεού, στον παλαιόν Ισραήλ, αλλά ανάμεσα και στον λαό της χάριτος, δηλαδή στον νέο Ισραήλ. Ανάμεσα στους Χριστιανούς, το ίδιο λάθος, αυτό το λάθος, του Ιούδα, διότι πολλοί Χριστιανοί δεν αντελήφθησαν ότι το κριτήριον της Ιστορίας είναι ο Ιησούς Χριστός και συνεπώς μια στάση πίστεως ή απιστίας απέναντί Του έχει αιώνιες επιπτώσεις.
Υπάρχει ακόμη και μια δευτέρα αιτία που μας υπογραμμίζει η Γραφή για τη συμπεριφορά του Ιούδα. Είναι η φιλαργυρία του Ιούδα. Είναι αυτή η παθολογική φιλαργυρία του Ιούδα. Εάν ερωτήσουμε, όμως, ποιο εκ των δύο εγέννησε το άλλο, δηλαδή, απιστία – φιλαργυρία, ανεπιφύλακτα θα λέγαμε, αγαπητοί μου, ότι η φιλαργυρία εγέννησε την απιστία. Η φιλαργυρία εγέννησε την απιστίαν. Η πίστις, ξέρομε, είναι γεννήτρα όλων των αρετών. Όπως της αγάπης και της ελπίδος. Δεν είναι τυχαίο που ο Απόστολος Παύλος λέγει «πίστις –ἐλπίς –ἀγάπη». Διότι πράγματι η πίστις γεννάει την ελπίδα και την αγάπη. Όπως και η απιστία είναι γεννήτρα όλων των κακών και όλων των παθών – και του ολέθρου. Όμως και αντίστροφα: Η αγαθή συνείδησις δέχεται την πίστη. Τα πάθη αρνούνται την πίστη. Συνεπώς, ο Ιούδας, έχοντας το πάθος της φιλαργυρίας, αρνήθηκε την πίστη.
Αυτό φαίνεται κατά τρόπον έκδηλον σε μια θαυμαστή ανάλυση, ψυχολογίας ανάλυση, που κάνει Αυτό το Πνεύμα του Θεού μέσα στην Αγία Γραφή. Σημειώνει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, στο τρίτο του κεφάλαιο: «Ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς». Γιατί αγάπησαν το σκοτάδι παρά το φως οι άνθρωποι; Πώς εξηγείται λογικώς; Λογική εξήγησις δεν υπάρχει. Αν κλείσουμε τα φώτα, θα σας πω τι προτιμάτε; Το σκοτάδι; Δεν υπάρχει, προσέξτε, υπογραμμίζω, δεν υπάρχει λογική εξήγησις. «Ἦν γὰρ πονηρὰ τὰ ἔργα αὐτῶν». «Γι’αυτό αγάπησαν το σκοτάδι, επειδή ήσαν πονηρά τα έργα των». Αλλά το Φως είναι ο Χριστός. Συνεπώς τα πονηρά των έργα δεν τους άφησαν να πλησιάσουν τον Χριστόν. Και αιτιολογεί: «Πᾶς γὰρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τὸ φῶς καὶ οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς» -ώστε, λοιπόν, η απιστία έχει αίτιό της την αμαρτία. Φανερό- ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ. Ὁ δὲ ποιῶν τὴν ἀλήθειαν (:αυτός που κάνει την αλήθεια, κάνει, δηλαδή είναι αγαθός άνθρωπος), δεν έχει λόγους να αρνηθεί το φως, έρχεται προς το φως». Αυτή είναι η ψυχολογία του πράγματος. Το συμπέρασμα είναι –και να μην το ξεχάσουμε ποτέ, τα πάθη γεννούν την απιστία.
Και συνεπώς και η φιλαργυρία του Ιούδα τον οδήγησε στην απιστία. Η απιστία, αγαπητοί μου, και η φιλαργυρία έρχονται τώρα να γεννήσουν ένα ακόμη ζευγάρι κακιών: την κλοπή και την προδοσία. Σημειώνει ο ευαγγελιστής Ιωάννης για τον συμμαθητή του, τον Ιούδα: «Ἦν κλέπτης». Ήτο κλέπτης! Αν ερωτήσετε γιατί ήτο κλέπτης, απλούστατα για να ικανοποιήσει το πάθος της φιλαργυρίας. Οι φιλάργυροι είναι κλέπται. Γιατί θέλουν να χορτάσουν αυτό το αχόρταστο πάθος της φιλαργυρίας. Όταν, όμως, επειδή το πάθος αυτό είναι ακόρεστον, αχόρταστον, δεν μπορούν να το ικανοποιήσουν, δεν διστάζουν να προχωρήσουν και πάρα πέρα από την κλοπή· που είναι η προδοσία. Αυτό έπαθε ο Ιούδας. Ήταν κλέπτης. Ήθελε πιο πολλά λεφτά. Και έφτασε εις την προδοσία. Όλα αυτά, όμως, κάνουν τον άνθρωπον ακάθαρτον. Σημειώνει ο Κύριος, όπως σας είπα και προηγουμένως: «Ὑμεῖς καθαροί ἐστε, ἀλλ᾿ οὐχὶ πάντες (:είσαστε καθαροί, αλλά όχι όλοι). ᾚδει γὰρ τὸν παραδιδόντα αὐτόν· διὰ τοῦτο εἶπεν· οὐχὶ πάντες καθαροί ἐστε (:διότι εγνώριζε τον προδότην, γι’αυτό ο Κύριος είπε ότι ‘’δεν είσαστε όλοι καθαροί’’)».
Από τον φιλάργυρον και τον άπιστον, αγαπητοί μου, αποσύρεται η χάρις του Θεού και τότε υπεισέρχεται ο διάβολος. Μπαίνει μες στην καρδιά του. Και όπως σημειώνει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, «καὶ μετὰ τὸ ψωμίον -που του ‘δωσε ο Κύριος κατά το δείπνον- τότε εἰσῆλθεν εἰς ἐκεῖνον ὁ σατανᾶς». Αν έπρεπε να αναλύσουμε εκείνο το «τότε εἰσῆλθεν ὁ σατανᾶς», θα τρομάζαμε, αγαπητοί μου. Αλλά παρατρέχουμε το θέμα.
Το αποτέλεσμα; Η αυτοχειρία. Έφτασε να αυτοκτονήσει αυτός ο άνθρωπος. Η αιωνία Κόλασις… Γι’αυτό είπε ο Κύριος: «Καλὸν ἦν αὐτῷ εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος». «Θα ήτανε καλό να μην είχε γεννηθεί εκείνος ο άνθρωπος». Δηλαδή ποιος; Ο Ιούδας. Είναι γνωστό ότι η σύλληψις και η γέννησις ενός ανθρώπου πάντοτε είναι ένα χαρούμενο γεγονός. Α, εγκυμονεί μια γυναίκα. Χαίρεται. Γέννησε μια γυναίκα! Χαίρονται όλοι μέσα στο σπίτι! Ένας άνθρωπος έρχεται καινούριος στον κόσμον. Ένα υποψήφιον μέλος της Βασιλείας του Θεού. Αν όμως γίνει μέλος της Κολάσεως; Αυτός ο καινούριος άνθρωπος; Τότε δεν θα ήτο προτιμότερον να μην υπήρχε, να ήτο ανύπαρκτος; Με αυτήν την έννοια τώρα ο Κύριος είπε: «Καλό θα ήταν αυτός ο άνθρωπος να μην είχε γεννηθεί». Δηλαδή να ήταν στην ανυπαρξία, παρά να είναι στην κόλασιν. Και ο Ιούδας, συνεπώς, αγαπητοί μου, στάθηκε το πιο τραγικόν πρόσωπον μέσα στην Ιστορία. Όλοι οι άλλοι προδόται μέσα στην Ιστορίαν, άνθρωποι ανθρώπους πρόδωσαν. Εδώ, όμως, ο Ιούδας επρόδωσε τον Θεάνθρωπον. Γι’αυτό σας είπα, είναι το πιο τραγικόν πρόσωπον της Ιστορίας.
Η προδοσία, όμως, επεκτείνεται δυστυχώς σε όλους τους τομείς της ζωής. Επεκτείνεται η προδοσία στην πατρίδα. Επεκτείνεται στην οικογένεια η προδοσία. Όταν ο ένας εκ των δύο συζύγων προδίδουν την συζυγικήν πίστιν. Ακόμη, στην εργασία υπάρχει η προδοσία, στη φιλία.
Ακόμα η προδοσία, εκτός από την απιστία και την φιλαργυρία, κρύβει μέσα της την υποκρισία, την α-φιλία, το μυωπικόν συμφέρον και την κενοδοξία. Η Ιστορία δυστυχώς είναι γεμάτη από προδότες, από Εφιάλτες, που δεν λείπουν ποτέ. Είναι η ιστορία του Ιούδα επαναλαμβανομένη. Οι εχθροί πάντοτε χρειάζονται την προδοσία. Κανείς, όμως, δεν αγαπά τον προδότην. Σε ένα έργο του Σαίξπηρ- ας μου επιτραπεί να το πω γιατί είναι πολύ ενδιαφέρουσα η περίπτωση, που λέγεται «Ριχάρδος Γ΄», αναφέρεται ότι για λογαριασμό κάποιου σφετεριστού του θρόνου του Ριχάρδου του Γ΄, ένας προδότης προσέφερε τις «καλές» του υπηρεσίες σ’ αυτόν τον σφετεριστήν του θρόνου και κατάφερε να δολοφονήσει αυτόν τον Ριχάρδον τον Γ΄. Και τότε λέγει εις τον σφετεριστήν, αφού έφερε μέσα σε ένα φέρετρο νεκρό τον Ριχάρδο τον Γ΄, και του λέγει: «Αφέντη μου, σε τούτο το ξύλινο κουτί κείτεται νεκρός ο φόβος σου». Κι εκείνος με οργή, ο σφετεριστής του θρόνου, με οργή τού απαντάει: «Φύγε! Της κατάρας παιδί! Του Κάιν γέννημα! Αυτόν που βρίσκεται νεκρός, τον αγαπώ. Εσένα σε μισώ. Φύγε, φύγε, της κατάρας γέννημα!». Το φαρμάκι της προδοσίας πολλοί το χρειάζονται, μα τον προδότη κανείς δεν αγαπά. Είναι φοβερό.
Οι τρόποι, αγαπητοί μου, μιας προδοσίας είναι πολλοί. Αλλά η προδοσία σαν γεγονός πάντοτε μένει η ίδια. Ο Ιούδας πρόδωσε με ένα φίλημα. Άλλος προδίδει με τη φιλαργυρία του. Άλλος με την αμέλειά του. Άλλος με τη δειλία του. Άλλος με τη σαρκικότητά του. Η αμαρτία, ωστόσο, είναι η μεγάλη προδοσία του Χριστού. Όποιος αμαρτάνει, προδίδει τον Χριστόν. Γι’αυτό στην ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως λέμε: «Τοῦ Δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ, σήμερον, Υἱὲ Θεοῦ, κοινωνόν με παράλαβε (:πάρε με κοινωνόν Σου, μέτοχόν Σου)· οὐ μὴ γὰρ τοῖς ἐχθροῖς σου τὸ Μυστήριον εἴπω, οὐ φίλημά σοι δώσω, καθάπερ ὁ Ἰούδας (:να μη σου δώσω φίλημα όπως ο Ιούδας)· ἀλλ’ ὡς ὁ Λῃστὴς ὁμολογῶ σοι· Μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου».
Μην το ξεχνάμε: Το αμάρτημα είναι η προδοσία του Ιησού Χριστού. Όποιος αμαρτάνει, τον Ιησούν Χριστόν προδίδει. Αγαπητοί μου. Δανειζόμενοι μερικούς στίχους από την ιερή υμνογραφία της ημέρας, θυμίζουμε τα εξής: «Ἰούδας, ὁ δοῦλος καὶ δόλιος, μαθητὴς καὶ ἐχθρός, φίλος καὶ διάβολος. Από τα έργα του κρίθηκε, γιατί τον Διδάσκαλο ακολουθούσε και από μέσα του μελετούσε την προδοσία. Έλεγε: ‘’Θα τον παραδώσω και θα κερδίσω τα χρήματα που θα συνάξω’’. Και Τον πρόδωσε με ασπασμό». Πωπω, φιλαργυρία του προδότου… Και Τον πουλά φτηνά. Τον παζαρεύει, όπως οι αγορασταί του Τον θέλουν. Δεν ακριβολογεί την τιμή. Τον πουλά όσο όσο, σαν δούλο δραπέτη. Συνήθεια είναι στους ιερόσυλους να ποδοπατούν τα τίμια. Έρριψε τον Ατίμητο στα πόδια των σκυλιών. Η λύσσα της φιλαργυρίας τον έκανε να μαίνεται κατά του Ιδίου του Κυρίου. Μια πείρα φοβερή… Ας φύγομε όσο γρήγορα μπορούμε…». Αυτό είναι από ένα τροπάριον των αποστίχων, απόψε το είπαμε.
Και από το τροπάριον «Ὅτε οἱ ἔνδοξοι μαθηταί» : «Πρόσεχε, ψυχή μου, που ερωτεύτηκες τα χρήματα, βλέπε πού έφτασε ο Ιούδας. Η κρεμάλα τον δέχτηκε. Απόφευγε, ψυχή μου, το πάθος της απληστίας, που απετόλμησε τέτοια και τέτοια στον Κύριο και Διδάσκαλον Ιησούν Χριστόν. Συ, Κύριε, που είσαι αγαθός ακόμη και στους κακούς, δόξα Σοι».
ΠΗΓΗ:
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/megalh_ebdomada/megalh_ebdomada_023.mp3
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
απομαγνητοφώνηση και επιμέλεια της ομιλίας: :
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογο



Add A Comment
You must be logged in to post a comment.