Μεγαλη Τεταρτη – «Η λυσσα της φιλαργυριας» (Ομιλια του Μητροπολιτου Φλωρινης Αυγουστινου)
Απρ 8th, 2026 |
Filed under: ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΣ
Μεγάλη Τετάρτη
Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΜΓ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2722
8 Ἀπριλίου 2026 βράδυ
«Λυσσα φιλαργυριας»
«Ἡ γὰρ λύσσα τῆς φιλαργυρίας κατὰ τοῦ ἰδίου Δεσπότου μαίνεσθαι ἐποίησεν αὐτόν» (β΄ἀπ. αἴν. Μ. Πέμπ.)
Τὰ σεπτὰ πάθη τοῦ Κυρίου, ἀδελφοί μου, εἶνε τὸ θεῖο δρᾶμα, τὸ δρᾶμα τῶν δραμάτων, ποὺ θὰ συγκλονίζῃ τοὺς αἰῶνες. Ὅσο κανεὶς τὸ μελετᾷ, τόσο περισσότερο συγκινεῖται.
Ὅπως σὲ κάθε δρᾶμα ὑπάρχει ἕνα πρόσωπο ποὺ πρωταγωνιστεῖ, ἔτσι ἐδῶ τὸ κεντρικὸ πρόσωπο εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ γύρω του κινοῦνται τὰ ἄλλα πρόσωπα, ἄλλα συμπαθῶς (μαθηταί, μυροφόρες κ.ἄ.), ἄλλα ἐχθρικῶς (ἀρχιερεῖς, ψευδομάρτυρες κ.ἄ.). Ἀπὸ τοὺς τελευταίους αὐτοὺς ὅμως, ἂν ὑπάρχῃ ἕνας ποὺ προκαλεῖ τὴ μεγαλύτερη θλῖψι καὶ ἀποστροφή, αὐτὸς εἶνε ὁ Ἰούδας, ὁ μαθητὴς ποὺ ἐπρόδωσε τὸν Διδάσκαλό του.
Ἕτοιμοι εἴμαστε βέβαια νὰ κατηγορήσουμε τὸν Ἰούδα, τοὺς φαρισαίους καὶ τοὺς ἄλλους ἐχθροὺς τοῦ Κυρίου. Ἀλλ᾽ ἐὰν ἐξετάσουμε τοὺς ἑαυτούς μας πιὸ βαθειά, δὲν ἀποκλείεται νὰ βροῦμε κ᾽ ἐδῶ ἴχνη ἀδυναμιῶν (προδοσίας, φαρισαϊσμοῦ κ.λπ.), ποὺ μποροῦν ν᾽ ἀναπτυχθοῦν καὶ νὰ προκαλέσουν τὸν ψυχικό μας θάνατο. Γι᾽ αὐτό, συγκρατημένα, ἐν ταπεινώσει καὶ μὲ αὐτοεξέτασι, ἂς ἀκούσουμε τὰ περὶ τοῦ Ἰούδα ἐρευνώντας καὶ τοὺς ἑαυτούς μας.
* * *
Ὁ Ἰούδας δὲν ἔπρεπε νὰ προδώσῃ τὸ Χριστό. Ἔζησε σ᾽ ἕνα περιβάλλον ἰδανικό, ἁγιότητος. Δὲν πῆρε ἀπὸ ἐκεῖ μαθήματα κακίας. Ἔζησε σ᾽ ἕνα κύκλο, τοῦ ὁποίου ὁδηγὸς ἦταν ὁ Χριστός, ὁ μόνος ποὺ ἀξίζει νὰ ὀνομάζεται ὁ διδάσκαλος καὶ ὁ καθηγητής. Ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ μας ἄκουσε ἁγία διδασκαλία· ὅτι ἡ φιλία τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ φιλία τῶν χρημάτων δὲν συμβιβάζονται («οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ»)· ὅτι πρέπει νὰ ἔχουμε τὴν ἐμπιστοσύνη μας στὴν θεία πρόνοια ποὺ τρέφει «τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ» (Ματθ. 6,24,26). Ἄκουσε πολλά. Καὶ ὄχι μόνο ἄκουσε, ἀλλὰ καὶ εἶδε ὑπόδειγμα ἀρετῆς ἀπαράμιλλο, ἄφθαστο. Χρήματα ὁ Χριστὸς δὲν ἔπιασε στὰ χέρια του· τὸ χρῆμα ἔχει κάτι τὸ μολυσματικό. Εἶδε ἀκόμα ὅτι δὲν εἶχε στέγη, σπίτι νὰ μείνῃ. Ὅταν κάποτε τὸν ῥώτησαν ποῦ μένει, ἀπήντησε· Οἱ ἀλεποῦδες ἔχουν φωλιὲς «καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ» τόπους νὰ μείνουν, «ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου» δὲν «ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (ἔ.ἀ. 8,20). Ἀκτήμων καὶ ἄστεγος ἦταν ὁ Κύριός μας.
Μέσα σ᾽ ἕνα τέτοιο περιβάλλον θὰ ἔπρεπε ὁ Ἰούδας νὰ λάβῃ καλὰ μαθήματα. Ἀλλὰ δυστυχῶς συμβαίνει συχνά, ἀγαπητοί μου, νὰ μὴν ἐκτιμοῦμε τὴν ἀξία τοῦ περιβάλλοντος· αὐτὸ συνέβη καὶ στὸν Ἰούδα. Μπορεῖ κανεὶς νὰ ζήσῃ στὸ καλύτερο οἰκογενειακὸ περιβάλλον, νά ᾽χῃ γονεῖς εὐσεβεῖς, καὶ ὅμως νὰ ἐκτραπῇ. Καὶ ἀντιθέτως πάλι, μπορεῖ νὰ ζήσῃ στὸ ἀθλιώτερο κοινωνικὸ περιβάλλον, ὅπως ἦταν τὰ Σόδομα καὶ Γόμορρα, καὶ ὅμως ἐκεῖ νὰ ζήσῃ ζωὴ ἐνάρετη, ὅπως ὁ Λώτ. Ἕνας συγγραφέας τώρα τελευταῖα ἔγραψε· Ζητᾶτε τὴν παρθενία; μπορεῖ νὰ τὴ βρῆτε ὄχι μόνο στὸ Ἅγιο Ὄρος ἀλλὰ καὶ μέσα στὸ ἁμαρτωλὸ Παρίσι. Δὲν ἐξαρτᾶται τόσο ἀπὸ τὸν τόπο ὅσο ἀπὸ τὸν τρόπο ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου.
Γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· ποιά ἦταν ἡ αἰτία ποὺ ὁ Ἰούδας πρόδωσε τὸ Χριστό; Τὸ θέμα εἶνε σκοτεινό, δύσκολο νὰ ἐξηγηθῇ· ἐδῶ ἔγκειται τὸ λεγόμενο πρόβλημα τοῦ Ἰούδα.
Μερικοί, ἰδίως ὀπαδοὶ τοῦ Μὰρξ ποὺ ἐξετάζουν κοινωνικῶς τὰ πράγματα, λένε ὅτι ὁ Ἰούδας ἦταν σοῦπερ ἐθνικιστής. Ἀγαποῦσε τὸ ἔθνος του. Φανταζόταν καὶ ἤλπιζε, ὅτι ὁ Ἰησοῦς, μὲ τὴ δύναμι ποὺ εἶχε δείξει, θὰ γκρέμιζε τοὺς ῾Ρωμαίους κατακτητάς, θ᾽ ἀπελευθέρωνε τὴν Ἰερουσαλήμ, θὰ ὕψωνε στὸ Ναὸ τοῦ Σολομῶντος τὴ σημαία τοῦ Ἰσραὴλ, θὰ λύτρωνε τὸ λαὸ καὶ θὰ ἔστηνε ἕνα θρόνο μεγαλύτερο καὶ ἐνδοξότερο ἀπὸ τοῦ Δαυῒδ καὶ τοῦ Σολομῶντος. Μὲ τέτοια ὄνειρα ὅμως δὲν μποροῦσε νὰ συλλάβῃ τὰ βάθη τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἰησοῦ. Κι ὅταν εἶδε, ὅτι ὁ Διδάσκαλός του ἑτοιμαζόταν ὄχι γιὰ θρόνο ἀλλὰ γιὰ σταυρό, πικράθηκε καὶ πάνω στὴν ἀπελπισία του ἀντέδρασε προδίδοντάς τον. Ἔτσι ψυχολογοῦν αὐτοί. Μάλιστα, τὸ πρῶτο ἔτος ποὺ ἐπικράτησαν στὴ ῾Ρωσία (1917), ἐπειδὴ αὐτοὶ διαπνέονταν ἀπὸ μῖσος ἐνῷ ὁ Χριστὸς δίδασκε ἀγάπη, πραότητα, ὑπομονή (ἐκεῖνα δηλαδὴ ποὺ αὐτοὶ θεωροῦσαν ὡς «τὸ ὄπιον τοῦ λαοῦ»), στὴν ῾Ρίγα τῆς ῥωσικῆς Λετονίας ἔστησαν καὶ ἄγαλμα τοῦ Ἰούδα, ὡς εὐεργέτου τῆς ἀνθρωπότητος. Αὐτὴ εἶνε ἡ ὑλιστικὴ θεώρησις.
Ποιά ὅμως εἶνε τὰ βαθύτερα αἴτια τῆς προδοσίας τοῦ Ἰούδα; Ἀφήνοντας τὶς μαρξιστικὲς ἀπόψεις, ἐμεῖς προτιμοῦμε τὴν ἀπλανῆ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ὁποία βεβαιώνει, ὅτι τὸ βαθύτερο αἴτιο δὲν ἦταν τὸ περιβάλλον· ἦταν ὁ ἑαυτός του, ἡ διεφθαρμένη φύσις του. Ὁ Ἰούδας ἔρρεπε πρὸς τὴν φιλαργυρία· καὶ μολονότι ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ τοῦ μετριάσῃ τὸ πάθος τοῦ ἀνέθεσε τὸ «γλωσσόκομον», τὸ κοινὸ ταμεῖο τῆς ὁμάδος των, αὐτὸς δὲν πρόσεξε, δὲν σεβάστηκε τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ Διδασκάλου του οὔτε τοὺς ἀδελφούς του· σιγὰ – σιγὰ ἄρχισε νὰ κλέβῃ ἀπὸ τὰ κοινὰ χρήματα καὶ νὰ δημιουργῇ δικό του ταμεῖο. Ἦταν κλέφτης, τὸ βεβαιώνει ὁ ἀψευδὴς λόγος τῆς Γραφῆς· «κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν» (Ἰω. 12,6).
Ὁ καρδιογνώστης Κύριος ποτέ δὲν τὸν διαπόμπευσε, οὔτε τὸν προσέβαλε. Ὅταν μετὰ τὸ θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντακισχιλίων περίσσεψαν δώδεκα κοφίνια μὲ ψωμιά, ἔδωσε καὶ σ᾽ αὐτὸν ἕνα κοφίνι. Ὅταν μετὰ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο ὁ Ἰησοῦς φόρεσε τὸ λέντιον, τὴν ποδιά, καὶ ἔπλυνε τὰ πόδια τῶν μαθητῶν, ἔπλυνε καὶ τοῦ Ἰούδα τὰ πόδια. Κι ὅταν τέλος στὴ Γεθσημανῆ ὁ Ἰούδας ἦρθε καὶ τοῦ ἔδωσε τὸ προδοτικὸ φίλημα, ὁ Κύριός μας δὲν τοῦ εἶπε κανένα πικρὸ λόγο, ἀλλὰ φιλικά· «Ἑταῖρε, ἐφ᾽ ᾧ πάρει» (Ματθ. 26,50). Ἐκ μέρους λοιπὸν τοῦ Χριστοῦ ὁ Ἰούδας δὲν εἶχε καμμία ἀφορμὴ γιὰ παράπονο· μοναδικὴ αἰτία τῆς προδοσίας μένει τὸ πάθος του, ἡ φιλαργυρία.
Στόχο ὁ Ἰούδας εἶχε τὰ ἀργύρια. Πίστευε δὲ μᾶλλον ὅτι, ἀφοῦ ὁ ἴδιος κερδίσῃ τὰ χρήματα ποὺ θέλει, ὁ Ἰησοῦς θὰ βρῇ πάλι, ὅπως καὶ ἄλλοτε, τρόπο νὰ διαφύγῃ τὸ θάνατο. Ὅταν ὅμως κατόπιν εἶδε ὅτι ὁ Ἰησοῦς δὲν διέφυγε τὴν καταδίκη ἀλλὰ ὁδεύει πλέον στὴν θυσία, τότε αἰσθάνθηκε βαθύτατες τύψεις συνειδήσεως, ἐπέστρεψε τὰ τριάκοντα ἀργύρια καὶ εἶπε· «Ἥμαρτον παραδοὺς αἷμα ἀθῷον» (ἔ.ἀ. 27,4). Μετανόησε ὁ Ἰούδας, μετανόησε καὶ ὁ Πέτρος· διαφέρει ὅμως ἡ μετάνοια τοῦ Πέτρου ἀπὸ τοῦ Ἰούδα. Ὁ Πέτρος μετανόησε εἰλικρινά, βγῆκε ἔξω καὶ «ἔκλαυσε πικρῶς» (ἔ.ἀ. 26,75). Ὁ Ἰούδας δὲν εἶχε μετάνοια εἰλικρινῆ, διότι πιάστηκε στὰ δίχτυα ἑνὸς ἄλλου πειρασμοῦ· ἔπεσε σὲ ἀπόγνωσι, ποὺ εἶνε ὁ μεγαλύτερος ἀπ᾽ ὅλους τοὺς πειρασμούς, παγιδεύτηκε στὴν ἐμμονὴ ὅτι δὲν ὑπάρχει γι᾽ αὐτὸν σωτηρία. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ὅμως λέει ὅτι, ἐὰν ὁ Ἰούδας τὴν τελευταία στιγμὴ μετανοοῦσε εἰλικρινά, πήγαινε κάτω ἀπὸ τὸ σταυρὸ λίγα λεπτὰ προτοῦ νὰ ἐκπνεύσῃ ὁ Κύριος καὶ ζητοῦσε συγγνώμη, ὁ Χριστὸς θὰ τὸν συγχωροῦσε· γιατὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ εἶνε ὠκεανὸς ἀπέραντος.
* * *
Τὸ πάθος τοῦ Ἰούδα ἦταν ἡ φιλαργυρία· καὶ ἀνήκει στὰ θανάσιμα ἁμαρτήματα. Ὁ σοφὸς καθηγητής μας Ἀνδροῦτσος μᾶς ἔθεσε μιὰ μέρα τὸ ἐρώτημα· Ποιός μετανοεῖ εὐκολώτερα, ὁ ὑπερήφανος ἢ ὁ φιλάργυρος; Οἱ φοιτηταὶ διχαστήκαμε. Ἀφοῦ μᾶς ἄκουσε ὅλους, εἶπε· Εὐκολώτερα μετανοεῖ ὁ ὑπερήφανος· διότι, ἅμα τοῦ συμβοῦν 3-4 «πατατράκ», ταπεινώνεται καὶ λέει «Ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης» (Ἐκκλ. 1,2)· ἐνῷ ὁ φιλάργυρος πεθαίνει κι ἀκόμη χαϊδεύει τὰ χρήματά του. Γι᾽ αὐτὸ ἀπόψε ἕνα τροπάριο ὁμιλεῖ γιὰ «λύσσαν φιλαργυρίας» (β΄ ἀπόστ. αἴν. Μ. Τετ.). Κάποιος ἔπαθε ἔμφραγμα καὶ ἔσπευδε νὰ πάῃ στὸ σπίτι, γιὰ ν᾽ ἀνοίξῃ ἕνα κιβώτιο καὶ νὰ χαϊδέψῃ τὰ χρήματα ποὺ εἶχε μέσα· καὶ χαϊδεύοντάς τα ξεψύχησε. «Ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;» (Λουκ. 12,20)· ἄλλοι θὰ φᾶνε τὸν πλοῦτο ποὺ συνέλεξες.
Φοβερὴ ἀσθένεια ἡ φιλαργυρία. Ὑπάρχει φάρμακο; Ἀσφαλῶς. Ὁ Χριστὸς χορηγεῖ, ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ περιφρονοῦμε. Τὸ φάρμακο εἶνε ἡ ἐλεημοσύνη. Καὶ βέβαια ὄχι ψίχουλα· ἐννοοῦμε φάρμακο σὲ δόσι ἰσχυρή. Ἰδού· «Πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς» (Ματθ. 19,21). Θὰ τὸ δεχθοῦμε; ἢ μένουμε ἀναίσθητοι; Γι᾽ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία μας σήμερα ὁμιλεῖ τόσο αὐστηρὰ γιὰ τὸν Ἰούδα· «ὁ δοῦλος καὶ δόλιος, ὁ μαθητὴς καὶ ἐπίβουλος, ὁ φίλος καὶ διάβολος» (δ΄ τροπ. αἴν. Μ. Τετ.).
Ἐπικίνδυνο πάθος ἡ φιλαργυρία. Καὶ ποῦ ὁδηγεῖ; Ὁ Ἰούδας κατέληξε σὲ μιὰ ἀγχόνη! «Βλέπε, χρημάτων ἐραστά, τὸν διὰ ταῦτα ἀγχόνῃ χρησάμενον» (τροπάρ.). Πρόσεξε, σὺ ποὺ ἀγαπᾷς τὸ χρῆμα. Ἂς προσέξουν πρὸ παντὸς οἱ γέροντες, γιατὶ ἡ φιλαργυρία εἶνε πάθος τῶν γερόντων. Οἱ νέοι ἔχουν ἄλλο πάθος· ἀλλὰ οἱ γέροντες, ὅταν πλησιάζῃ τὸ τέλος, νομίζουν ὅτι ἀσφάλειά τους εἶνε τὸ χρῆμα. Στατιστικὲς στὴν Ἀμερική, χώρα τοῦ πλούτου, δείχνουν, ὅτι αὐτοὶ ποὺ αὐτοκτονοῦν δὲν εἶνε τὰ φτωχαδάκια, εἶνε οἱ ἑκατομμυριοῦχοι· ἀηδιασμένοι ἀπὸ τὴ ζωὴ θέτουν τέρμα· ἀγάπησαν ἀντὶ τοῦ Χριστοῦ τὸν χρυσό.
Αὐτὰ τὰ λέμε γιὰ ὅλους. Γιατὶ εἴπαμε, καθένας μας ἔχει μέσα του ἕνα μικρὸ Ἰούδα καὶ πρέπει νὰ προσέξουμε πολύ. Διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου νὰ μιμηθοῦμε τὸ ὑπόδειγμα τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνος ἀπέθανε πένης ἐπὶ τοῦ σταυροῦ, κ᾽ ἐμεῖς νὰ πεθάνουμε μὲ ὅσο τὸ δυνατὸν λιγώτερα πλούτη. Ὅσο γιὰ τὰ παιδιὰ ἐκείνων ποὺ ἐλεοῦν, ἔχει ὁ Θεός, δὲν τ᾽ ἀφήνει ἀπροστάτευτα· ἐνῷ τῶν φιλαργύρων δὲν ἔχουν προκοπή.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν Μ. Τετάρτη 22-4-1981 βράδυ. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 3-2-2026.



Add A Comment
You must be logged in to post a comment.