Αυγουστίνος Καντιώτης



Ἀνακομιδη λειψανων μεγ. Ἀθανασιου – Ἡ παρθενια κατα τον μεγα Ἀθανασιο (Ιεραποστολικη Συγκεντρωση γυναικων, ομιλια Μητροπολιτου Φλωρίνης Αυγουστινου)

date Μαι 2nd, 2026 | filed Filed under: ΑΦΙΕΡΩΜΑ, εορτολογιο

Ἑορτολόγιο
05-02 Ὁ μέγας Ἀθανάσιος (ἀνακομιδή)
1978 Ἡ παρθενία κατὰ τὸν μέγα Ἀθανάσιο

Ἀνακομιδὴ λειψάνων μεγ. Ἀθανασίου
Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Ἡ παρθενια κατα τον μεγα Ἀθανασιο

Αγ. ΑθανασιοςἩ ἑορτὴ τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λει­ψάνων τοῦ μεγάλου Ἀθανασίου μᾶς δίνει, ἀγαπητοί μου, εὐκαιρία νὰ μιλήσουμε σύντομα ἐ­πάνω σ᾽ ἕνα σπουδαῖο θέμα, γιὰ τὸ μεγαλεῖο τῆς παρθε­­νίας· γι᾽ αὐτὸ ὁμιλεῖ στὸ ἔργο του Περὶ παρ­­θε­νί­ας, ἤτοι ἀ­σκήσεως (βλ. P.G. Migne 28,251-281. Β.Ε.Π.Ε.Σ. 33,59-73. Ε.Π.Ε. 11,170-215). Τὰ ὅσα λέει ἐκεῖ εὔκολα ἀκούγ­ον­ται, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀκρόασι ἕως τὴν ἐφαρμο­γὴ εἶνε μεγάλη ἀπόστασι. Προσοχὴ λοιπόν.

* * *

Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος εἶχε ὁδηγὸ στὴν παρθε­νι­κὴ ζωή· δάσκαλός του ἦταν ὁ μέγας Ἀν­τώνι­ος. Δηλαδή, ἕ­νας ἀγράμματος –ἀλλὰ πιστὸς τηρητὴς τῶν θείων ἐντο­λῶν– ἔγινε δάσκαλος ἑ­νὸς ἀ­πὸ τοὺς μεγαλύτερους πατέ­ρες τῆς Ἐκκλησί­­ας. Ἄρα λοιπὸν ἡ σοφία βρίσκεται στὴν ἐ­φαρμογὴ τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ μέγας Ἀθανάσιος ἀναπαύθηκε ὄχι στοὺς φιλοσόφους μὲ τὰ πολλὰ συγγράμματα, ἀλλὰ στὸν ἀγράμματο ἀσκητή.

Ἔτσι καὶ στὴν πα­λιὰ Ἀ­θή­να ἡ ψυχὴ τοῦ λαοῦ ἀ­ναπαυόταν ὄχι τόσο σὲ μορφωμένους, θεολόγους, ἱεροκή­ρυκες καὶ πνευ­ματικούς, ὅσο σὲ κάτι ἱερεῖς σχεδὸν ἀ­γράμματους. Διαβάστε τὸ βιβλίο γιὰ τὸν πα­πᾶ-Πλανᾶ, ποὺ ἦταν ἀμόρφωτος ἀλλὰ ἐπιβλήθηκε σὲ ὅλους ὡς ἀληθινὸς ποιμένας τοῦ λαοῦ.
Κάπο­τε ὁ βασιλεύς, ὁ μέγας Κωνσταντῖ­νος, ἔστειλε ἐπιστολὴ στὸν ἅγιο Ἀντώνιο. Ὁ ταχυ­δρόμος ἦρ­θε, ἐκεῖ στὴν ἔρημο, καὶ τὴν ἐ­πέδωσε. Τὰ πνευματι­κὰ παιδιὰ τοῦ Ἀν­τωνίου πήδησαν ἀπὸ τὴ χαρά τους γιὰ τὴ μεγάλη τιμή. Ἐκεῖνος δὲν ἔδωσε σημασία· τὴν ἄ­φησε καὶ μιὰ καὶ δυὸ καὶ τρεῖς μέρες, δὲν τὴν ἄνοιγε. Λένε οἱ μοναχοί του· –Γιατί, δάσκαλε, δείχνεις τέτοια περιφρόνησι; –Τὸ κάνω, λέει, γιὰ νὰ σᾶς ἐλέγξω. Ἔχουμε ἐπιστο­λὴ ὄχι τοῦ βασιλέως ἀλλὰ τοῦ «βασιλέως τῶν βασιλευόν­των» (Α΄ Τιμ. 6,15)· ἐπιστολὴ τοῦ Χριστοῦ εἶνε ἡ ἁ­γία Γραφή. Πῶς δὲν συγκινεῖσθε ἀπὸ τὴν ἁγία Γραφή; Ἐπιστολὴ εἶνε καὶ αὐτή.
Τὸ ἴδιο ὅμως ἰσχύει καὶ γιὰ ἐμᾶς. Κυκλοφο­ρεῖ πρὸς διάδοσιν ἐπιστολὴ δῆθεν τοῦ ἁ­γί­ου Νεκταρίου μὲ ἀπειλή, ἂν δὲν τὴν ἀντιγράψῃς δέκα φο­ρές, ὅτι θὰ πάθῃς κακό. Καὶ κά­θονται νύχτα – μεσάνυχτα κι ἀν­τιγράφουν. Αὐ­τὰ μὴν τὰ λαμβάνετε ὑπ᾽ ὄ­ψιν. Εἶνε παγίδα τοῦ διαβό­­λου· μᾶς ἀποτρέπει ἀ­πὸ τὴ με­λέτη τῆς ἀ­λη­­θινῆς ἐπιστο­λῆς τοῦ Κυ­ρίου, τῆς ἁγίας Γρα­φῆς δηλαδή. Ἀ­ποκτῆ­στε τὴν ἱε­ρὰ συνήθεια ν᾽ ἀντιγράφετε τὴν ἁ­γία Γραφή. Κ᾽ ἐγὼ ὁ γέροντας κάθομαι καὶ τὴν ἀν­τιγράφω. Μ᾽ ἀ­ρέ­σει· εἶνε μεγάλο πρᾶ­γμα. Ἀλλιῶς ἐντυπώνε­ται τὸ θεόπνευστο κείμενο ὅταν διαβάζεται, καὶ ἀλ­λιῶς ὅταν ἀντιγράφεται. Ἀφοῦ ἔ­χουμε τὸ διαμάντι, γιατί πᾶμε στὰ χαλίκια;
Ὅ­ταν ἤμουν στρατιωτικὸς ἱερεύς, ἔφτανα στὰ φυλάκια στὰ παιδιά, τὰ ὁ­ποῖα τὴν ἑπόμενη ἡμέρα δὲν ἦ­ταν στὴ ζωή· σκοτώνονταν γιὰ τὴ λευτεριὰ τῆς πατρίδος. Ἔβλεπα λοιπὸν ὅ­­τι ὅλοι στὶς τσέπες τους εἶ­χαν – τί νομίζετε; τὴν λεγομένη Ἁγία Ἐ­πιστολή. Ἔ, δὲν μποροῦ­σα, ἐκείνη τὴ φοβερὴ ὥρα ποὺ αὐτοὶ θυσιά­ζονταν, νὰ τοὺς πῶ νὰ τὴν πε­τάξουν. Σὲ ἄλ­λες ὧρες ἔλεγα· Μὴ διαβάζε­τε μόνο αὐτὴ τὴν ἐπιστολή· ὑπάρχει μία ἄλ­λη ἀπείρως ἀ­νώ­τερη κι αὐτὴ εἶνε ἡ ἁγία Γραφή.
Ἂν πᾷς στὰ σπίτια, σὲ ὅλα θὰ βρῇς ἐπιστο­λὲς ἀν­θρώπων, γονέων κ.λπ.. Τὶς κρατοῦν καὶ τὶς διαβάζουν. Ἀφήνω τὴν κατάχρησι καὶ τὴν ἀ­ηδία μὲ ἐπιστολὲς τῶν ἐρωτευμένων· γράφουν ἐκεῖ σελίδες ὁλόκληρες. Ἡ ἁ­γία Γρα­φὴ εἶνε ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Ἠγαπημένου μας. Καὶ ἂν οἱ κοσμικοὶ διαβάζουν τὰ γράμματα τῶν ἀγαπη­­τικῶν τους, ἐμεῖς νὰ διαβάζουμε τὴν ἐπιστο­λὴ Ἐκείνου ποὺ πράγματι πάνω ἀπ᾽ ὅ­λους μᾶς ἀγάπησε «εἰς τέλος» (Ἰω. 13,1).
Μιὰ μέρα, λέει ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος, πῆγαν στὸν μέγα Ἀντώνιο σοφοὶ τῆς Ἀλεξανδρείας νὰ τὸν πειράξουν, νὰ τὸν δοκιμάσουν. Νόμισαν ὅτι θά ᾽ταν εὔκολο νὰ παίξουν μαζί του.
–Ἐμεῖς στὴν Ἀλεξάνδρεια ἔ­χου­με σπουδαία βιβλιοθήκη, εἶπαν. Ἐσὺ τί διαβάζεις;
–Ἔχω, τοὺς ἀπαντᾷ, ἕνα βιβλίο ποὺ ἐσεῖς δὲν τὸ ἔχετε· τὸ ξεφυλλίζω καὶ τὸ μελετῶ.
–Μπᾶ· τί βιβλίο ὑπάρχει ἐδῶ στὴν ἔρημο;
–Ὁρίστε τὸ βιβλίο μου, λέει· ἡ φύσις ὁλόκληρη· αὐτὸ εἶ­νε τὸ βιβλίο μου.
Γιὰ τὶς ψυχὲς ποὺ ἀγάπησαν τὴν παρθενία ὑπάρχουν, ἀγαπητοί μου, τρία βιβλία. Τὸ ἕνα εἶ­νε ἡ ἁγία Γρα­φή. Τὸ δεύτερο εἶνε ἡ φύσις, ὁ φυσικὸς κόσμος· ὁ ἥ­λιος, ἡ θάλασσα, τὸ δέν­­τρο, τὸ ἀρ­νάκι, ὁ γεωργός, τὸ χιόνι… Ἕνας ἱ­εροκήρυκας, ποὺ περπατοῦσε μέσ᾽ στὴ Νέα Ὑόρκη, λέει· Θεέ μου, σὲ παρακαλῶ, δός μου τὴ χάρι πίσω ἀπ᾽ ὅλα νὰ βλέπω ἐσένα. Καὶ τὸ τρίτο βιβλίο, ποὺ πρέπει συχνὰ νὰ μελετοῦ­με καὶ νὰ ἐξετάζουμε, εἶ­νε ἡ συνείδησί μας. Ἔ­τσι θὰ ζοῦμε μιὰ πνευματικὴ ζωή.
Αὐτὰ λέει ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος γύρω ἀπὸ τὸν διδάσκαλό του, τὸν μέγα Ἀντώνιο.

* * *

Στὸ ἔργο του τώρα Περὶ παρθενίας ὁ ἅγιος πα­τὴρ ἀπευθύνεται σὲ γυναῖκα παρθένο. Στὴν ἀρχὴ γράφει περὶ ὀρθοδόξου πίστεως. Κατόπιν λέει γιὰ τὴν ἀφι­έρωσι στὸ Χριστό, γιὰ τὶς μοναχικὲς ἀρετές (ταπεινοφροσύ­νη, νηστεία, προσευχή), γιὰ τὰ φθοροποιὰ πάθη (καλλωπι­σμό, πολυτέλεια, γαστριμαργία), δίνει συμβου­­λές, προτείνει προσευχές, καὶ τέλος κλεί­νει μὲ ἕνα ἐγκώμιο τῆς παρθενίας. Ὅσα γράφει εἶνε πολύτιμα καὶ γιὰ ἄντρες ποὺ ἐ­πιλέγουν τὴν παρθενικὴ ζωή, ἀλλὰ κατ᾽ ἀναλογίαν εἶνε ὠφέλιμα καὶ σὲ κάθε Χριστιανό.
῾Ρίζα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς εἶνε ἡ ὀρθόδοξος πίστις. Ὅλοι ἂς ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Κύριο «Πρόσ­­θες ἡμῖν πίστιν» (Λουκ. 17,5)· δός μας, Κύριε, πίστι. Κοντὰ στὴν πίστι χρειάζε­ται νὰ ἀσκοῦ­με τὴν ταπείνωσι, τὴ νηστεία. Καὶ πάνω ἀπ᾽ ὅλα, λέει, στὴν κορυφὴ νὰ ἔχουμε τὴν ἀγάπη, ποὺ εἶνε τὸ ἐπιστέγασμα ὅλων τῶν ἀρετῶν.
«Βαρὺ πρᾶγμα εἶνε ἡ ἀσκητικὴ ζωὴ καὶ δυσβάστακτη ἡ ἐγκράτεια, ἀλλὰ τίποτα γλυκύτερο δὲν ὑπάρχει ἀπὸ τὸν οὐράνιο Νυμφίο» (24· P.G. Migne 28,280c).
Αὐτὰ γιὰ ἐκείνους ποὺ ζοῦν στὰ μοναστήρια εἶνε εὐκολώτερα, χωρὶς νὰ λείπουν κ᾽ ἐ­κεῖ οἱ πειρασμοί. Γιὰ ὅσους ὅμως ζοῦμε στὴν κοινωνία (μέσα στὰ νοσοκομεῖα, σχολεῖα, ἐρ­­γοστά­σια κ.λπ.) ἡ δυσκολία εἶνε μεγάλη. Γι᾽ αὐ­τὸ μερικοὶ λένε, ὅτι εἶνε ἀδύνατον νὰ κρατη­θῇ καν­εὶς καθαρὸς μέσα στὸν κόσμο κι ὅτι εἶ­νε ἀνάγ­κη νὰ πᾶνε ὅλοι στὰ μοναστήρια. Δὲν συμφω­νῶ, διότι αὐ­τὸ δὲν εἶνε σύμφωνο μὲ τὴν ἁγία Γραφή. Ὁ παρθενι­­κὸς βίος μπορεῖ ν᾽ ἀν­θήσῃ καὶ στὸν κόσμο. Στοὺς τρεῖς πρώ­­τους αἰ­ῶνες, ὅταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔψαλλε τὸ ἐγ­κώμιο τῆς παρθενίας (βλ. Α΄ Κορ. 7,7,32,40), δὲν ὑπῆρ­χαν μοναστήρια. Δὲν καταφρονῶ τὸ μοναχισμό. Θέλω νὰ πῶ τοῦ­το· ἂν ὑποτε­θῇ, ὅτι ἕνα ἀντίθεο κράτος καταργεῖ τὰ μο­να­στήρια, καταλαμβάνει τὸ Ἅγιο Ὄρος καὶ τὸ κάνει γεωρ­γικὸ κλῆρο, τί σημαίνει αὐτό; ὅτι θὰ ἐκ­λείψῃ καὶ ἡ παρθενία; Ὄχι· ἡ παρθενία ἀ­σχέτως τόπου καὶ χρόνου εἶνε αἰώνιο χάρισμα φυτευμένο ἀ­πὸ τὸ Θεό· μπορεῖ νὰ ἀσκῆ­ται μέσα καὶ στὴ Νέα Ὑόρκη καὶ στὸ Παρίσι καὶ στὸ Λονδῖνο καὶ στὴ Μόσχα. Νά, στὴ ῾Ρωσία κατήργησαν τὰ μοναστήρια, ὑπῆρχε ὅμως παρ­θενικὸς βίος ὡς «κρίνον ἐν μέσῳ ἀκανθῶν», ποὺ λέει τὸ ᾎσμα ᾀσμάτων (2,2). Ὄχι ὁ τό­πος λοιπόν, ἀλλὰ ὁ τρόπος.
Ἔπειτα, παρθενικὴ ζωὴ ἴσον σταυρός. Καὶ αὐ­τὸ πρέπει νὰ τὸ προσέξουμε. Ἂν ὅσοι ἐκ­λέγουν τὸν ἔγγαμο βίο κοπιάζουν μιά φορά, ὅσοι διαλέξουν τὸν παρθενικὸ βίο πρέπει νὰ κοπιάσουν δυό φορές. Ἂν τὸ ῥίξουν ἔξω, τότε ἡ παρθενικὴ ζωὴ δὲν εἶνε σταυρὸς καὶ κακοπάθεια, εἶνε καλοπέρασι.
Ὁ μέγας Ἀθανάσιος συνιστᾷ προσοχή. Ἡ παρθενία εἶνε ἄνθος εὐπαθές. Ὅ­πως λέει ἕ­να ῥητὸ γιὰ τὸν ἄντρα «Φεῦγε ἀπὸ γυναικὸς ὡς ἀπὸ ὄφεως» (πρβλ. Σ.Σειρ. 21,2), ἔτσι καὶ οἱ παρθένες γυναῖκες πρέπει «νὰ φεύγουν ἀ­πὸ ἀν­δρὸς ὡς ἀπὸ ὄφεως». Χρειάζεται μεγά­λη προ­σοχή. Ἡ παρθένος κινδυνεύει ὄχι τόσο ἀ­πὸ κοσμι­κοὺς ἄντρες –αὐτὸ τὸ λένε καὶ οἱ πατέ­ρες, ὁ Χρυσόστομος ἔχει ὁλόκληρη ὁμιλία–ὅσο πολὺ περισσότερο ἀπὸ θρησκευτικούς, εἴτε κληρικοὺς εἴτε λαϊκούς. Ἀλλὰ κι αὐτοὶ κινδυνεύουν ἀπὸ αὐτήν. Ἔχουμε πολλὰ παραδείγματα παλαιὰ καὶ νεώτερα. Γι᾽ αὐτό, ἐὰν παρα­στῇ ἀ­νάγκη συναντήσεως μὲ θρησκευτικὸ πρόσωπο, ἡ συνάντησι νὰ γίνεται παρουσίᾳ καὶ δευτέρου προσώπου ὡς μάρτυρος, γιὰ ἀσφάλεια. Ἔτσι λέει ὁ μέγας Βασίλειος· αὐτὰ δὲν εἶνε λόγια τοῦ Αὐγουστίνου, εἶνε τῶν πατέρων ποὺ τὰ δοκίμασαν καὶ ἔ­χουν πεῖ­ρα καὶ μᾶς συμβουλεύουν.
Ἡ παρθενία εἶνε ἕνα σπά­νιο φυτὸ καὶ χρειάζεται προσοχὴ γιὰ νὰ διατηρηθῇ. Σιγὰ – σιγά, ἀρ­χίζεις νὰ συζητᾷς ἀπὸ τὰ ὑψηλὰ καί, ἐνῷ εἶ­­σαι στὰ ἄστρα, ἀνεπαίσθητα κατρακυλᾷς· ἡ συζήτησι ἀπὸ τὰ ἄστρα καταλήγει κάτω στὰ κόπρια. Νὰ πηγαίνετε νὰ ἐξομολογῆσθε σοβα­ρά, νὰ ἔχετε τὰ μάτια σας πρὸς τὰ κάτω, γιὰ νὰ μὴ δημιουργήσετε πειρασμὸ καὶ στὸν πνευματικό. Ἔχουμε παραδείγματα. Ποῦ νὰ καθήσουμε νὰ τὰ λέμε! ἱεροκήρυκες ἔπεσαν, πνευματικοὶ ἔπεσαν, ἐπίσκοποι ἔπεσαν. Γι᾽ αὐτὸ φοβοῦ τὸν ἑαυτό σου. Ὄχι ζωηρότητες καὶ ἀστειότητες. Οὔτε σκυθρωπότης, ἀλλὰ σο­βαρότης. Ἔτσι νὰ ζήσετε μέσα στὴν κοινωνία, ἐφ᾽ ὅσον ἑκουσίως ἐκλέξατε τὴν παρθενία.
Κάτι ἄλλο, στὸ ὁποῖο ὑστεροῦμε πολὺ εἶνε, ὅτι ἡ παρθενικὴ ζωὴ θέλει δάκρυα. «Εἴσελθε εἰς τὸ ταμιεῖόν σου» (Ματθ. 6,6) κ᾽ ἐκεῖ κλάψε καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό σου καὶ γιὰ τὴν κοινωνία καὶ γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα, γιὰ ὅλα τὰ θλιβερὰ ποὺ συμ­βαίνουν. Στοὺς ὁσίους ψάλλουμε· «Ταῖς τῶν δακρύων σου ῥοαῖς τῆς ἐρήμου τὸ ἄγονον ἐγεώργησας…» (ἀπολυτ. ὁσίων). Καὶ ἐρωτῶ· ὑ­πάρχουν δάκρυα; Δὲν ὑπάρχουν. Ξερά, κατάξερα εἶνε τὰ χωράφια μας. Βέβαια τὰ δάκρυα εἶνε χάρισμα. Καὶ ὑπάρχουν ψυχὲς ποὺ θρηνοῦν τ᾽ ἁμαρτήματά τους μετὰ δακρύων, ὅ­πως ὁ ἀ­πόστολος Πέτρος ποὺ «ἐξελθὼν ἔξω ἔκλαυσε πικρῶς» (Ματθ. 26,75. Λουκ. 22,62). Χρειαζόμαστε δάκρυα. Ὅπως λέει ὁ Γρηγόριος ὁ θεολόγος, πρέπει ἐμεῖς, ποὺ βαπτισθήκαμε ἀλλὰ δὲν τηρήσαμε τὴν λευκότητα τῆς ψυχῆς, κυλι­στήκαμε σὲ διάφορα ἁμαρτήματα, διαπράξαμε ἐγκλήματα, νὰ χύσουμε τόσα δάκρυα ὅ­σο εἶνε τὸ νερὸ τῆς κολυμβήθρας μας. Πόσο πίσω εἴμαστε. Δὲν ἔχουμε τὸ χάρισμα τῶν δακρύων; τοὐλάχιστον νὰ ἔχουμε τὸ πένθος γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας· «μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐ­τοὶ παρακληθήσονται» (Ματθ. 5,4).
Αὐτὰ μᾶς λέει ἐδῶ ὁ μέγας Ἀθανάσιος. Καὶ στὸ τέλος πλέκει τὸ ἐγκώμιο τῆς παρθενίας.
Ἀγαπῆστε τὸν σταυρὸ τοῦ Κυρίου· ἡ παρθενία εἶνε ζωὴ αὐστηρὴ καὶ πρέπει νὰ κοπιάσετε διπλάσια ἀπ᾽ ὅ,τι οἱ ἔγγαμοι. Διαβαίνετε ἐν μέσῳ παγίδων πολλῶν. Νὰ σῴ­ζεστε, ὅπως ἡ δορκάδα ἀπὸ παγίδα (Σ. Σειρ. 27,20· βλ. Παρ. 6,5) καὶ ν᾽ ἀξιώνεστε νὰ λέτε· «Ἡ παγὶς συν­ετρίβη, καὶ ἡ­μεῖς ἐρρύσθημεν» καὶ ἐσώθημεν (Ψαλμ. 123,7).
Ἀποφάσισες νὰ ζήσῃς παρθενικὴ ζωή; Θὰ βγῇς στὸ πέλαγος καὶ θὰ συναντήσῃς τρικυμία μεγάλη· λογισμούς, σκέψεις, συναπαντήματα, πειρασμούς. Κ᾽ ἐνῷ ὁ ἔγγαμος ὅταν τὸν βροῦν οἱ πειρασμοὶ καταφεύγει στὸ λιμάνι τοῦ γάμου, γιὰ σένα δὲν ὑπάρχει λιμάνι, λέει ὁ Χρυσόστομος (βλ. Ρ.G. 51,217). Θὰ βλέπῃς τὰ λιμάνια καὶ δὲν θὰ ἐπιτρέπεται νὰ πᾷς ἐκεῖ. Θὰ κλυδωνίζεσαι ἄλλος λιγώτερο, ἄλλος περισσότερο, ἀλλὰ μὴ φοβᾶσαι· ἔχεις δίπλα σου τὸ Χριστό, ποὺ εἶπε στὴν ἄγρια θάλασσα «Σιώπα, πεφίμωσο» (Μάρκ. 4,39), καὶ οἱ ἄνεμοι θὰ σιωποῦν καὶ θὰ ἔρχεται γαλήνη.

* * *

Τελειώνω, ἀδελφοί μου. Κάθε πιστὸς ἂς γί­νῃ ἕνας ἱεραπόστολος. Εἶνε σπουδαῖο αὐτό. Πρέπει ὅμως προ­ηγουμένως νὰ καταρτισθῇ. Νὰ γίνῃ πρῶτα αὐτὸς Χριστιανός. Ὅπως λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ θεολόγος, πρῶτα νὰ φωτιστῇ καὶ μετὰ νὰ φωτίσῃ, πρῶτα ν᾽ ἁγιαστῇ καὶ μετὰ νὰ ἁγιάσῃ ἄλλους (βλ. B΄ Ἀπολογ., ΟΑ΄· P.G. 35,480b). Ἂς προσπαθήσῃ νὰ καταρτιστῇ πνευματικά. Μελετᾶτε ἁ­γία Γραφή. Θὰ σᾶς κάνω ἐρωτήσεις. Νὰ ἐξομολογῆσθε τακτικά, νὰ λέτε τ᾽ ἁμαρτήματά σας μὲ σεμνότητα ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου.
Σᾶς ἐμπιστεύομαι στὸ Θεὸ καὶ στὸν «λόγον τῆς χάριτος αὐτοῦ» ποὺ μπορεῖ νὰ σᾶς οἰκοδομήσῃ (Πράξ. 20,32). Χωρὶς ἐκκλησιασμὸ καὶ προσευχὴ δὲν σῴζεστε. Στὴν ἀρ­χὴ νὰ πιέσετε τὸν ἑαυτό σας. Προτιμήσετε νὰ κοιμη­θῆτε χωρὶς ψωμὶ παρὰ χωρὶς ἁγία Γραφή. Καὶ παρακαλεῖτε τὸ Θεό, αὐτὰ ποὺ διαβάζετε νὰ τὰ ἐφαρμόζετε, καὶ νὰ διαδοθοῦν σὲ ὅλο τὸν κόσμο πρὸς σωτηρίαν τῆς ἀνθρωπότητος. Αὐτά. Ὁ Θεὸς μεθ᾽ ὑμῶν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Σωτῆρι ἡμῶν· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὴν αἴθουσα τῆς ἀδελφότητος «Ἀγάπη» Φλωρίνης στὸ τέλος διημέρου ἱεραποστολικῆς συνάξεως γυναικῶν τὴν 6-1-1978. Καταγραφή, σύντμησις, προσαρμογὴ 16-4-2026.

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.