Αυγουστίνος Καντιώτης



Ὁ Χριστος δεχεται τους μετανοημενους ἁμαρτωλους (Ομιλια του Μητροπολιτου Φλωρινης Αυγουστινου)

date Μαι 9th, 2026 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Εὐαγγέλια

Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΜΓ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2732

Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος (Ἰω. 4,5-42)
10 Μαΐου 2026

Ὁ Χριστος δεχεται τους μετανοημενους ἁμαρτωλους

++Ἀκούσατε σήμερα, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ εὐαγγέλιο (βλ. Ἰω. 4,5-42). Ἀλλὰ τί ὠφεληθήκατε; Γι᾽ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ ἐξηγήσουμε, νὰ τὸ ἐξηγήσουμε πολὺ ἁπλά.

* * *

Θ᾽ ἀρχίσουμε μ᾽ ἕνα παράδειγμα. Ποιό παράδειγμα; Ὑπάρχει ἕνα πουλὶ ποὺ εἶνε γνωστὸ κ᾽ ἐδῶ στὴν περιφέρεια καὶ σ᾽ ἄλλα μέρη· εἶνε ἕνα ἀπὸ τὰ ἄσχημα πουλιά, εἶνε τὸ κορά­κι. Τὰ φτερά του εἶνε μαῦρα, κατάμαυρα· τὸ κοράκι πετάει στὰ βουνὰ καὶ στὰ φαράγγια καὶ τρώει ψοφίμια· τὸ κοράκι ζῇ – πόσα χρόνια νομίζετε; Διακόσα χρόνια ζῇ τὸ κοράκι! Γι᾽ αὐτὸ σὲ πολλὰ μέρη ὅταν εὔχωνται κάποιον λένε· Κορακοζώητος! Δηλαδή, νὰ ζήσῃ σὰν τὸν κόρακα, διακόσα χρόνια. Ἔτσι ὥρισε ὁ Θεός, νὰ ζῇ ὁ κόρακας διακόσα χρόνια. Ἀλλὰ τί τὸ ὄφελος; Κόρακας εἶνε. Ἐνῷ ἕνα ἄλλο πουλάκι ὄμορφο, τὸ ἀηδόνι, ζῇ λίγα χρόνια, ἀλλὰ κελαηδάει ὄμορφα καὶ μᾶς εὐχαριστεῖ. Λοιπόν, ἀντὶ νὰ εἴμαστε κοράκια νὰ ζοῦμε χρόνια πολλά, ἄχρηστα χρόνια, προτιμότερο νὰ ζοῦμε λιγώτερα χρόνια, νὰ εἴμαστε σὰν τὰ ἀηδονάκια ποὺ κελαηδᾶνε μέσα στὸ δάσος.
–Ἀλλὰ γιατί, θὰ μοῦ πῇς, ἀρχίζεις μὲ κορά­κια; Τὸ εὐαγγέλιο δὲν λέει γιὰ κοράκια.
Καὶ ὅμως μέσ᾽ στὸ εὐαγγέλιο εἶνε σήμερα ἕνα κοράκι. Βλέπουμε μέσα στὸ εὐαγγέλιο ἕ­να κοράκι ποὺ ἔγινε περιστέρι. Ἐὰν σᾶς πῶ, ὅτι ἕνα κοράκι ἔγινε περιστέρι, ποιός τὸ πιστεύει; κανείς. Καὶ ὅμως αὐτὸ λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο, ὅτι ἕνα κοράκι ἔγινε περιστέρι. Ποιό εἶνε τὸ κοράκι; Μιὰ γυναίκα. Ποιά; καμμία ἁγία; Ὄχι, ἁμαρτωλή, πολὺ ἁμαρτωλή. Πῶς τὴ λέγανε; Σαμαρείτισσα. Πῆρε τὸ ὄνομα ἀπὸ τὸ μέρος ποὺ κατάγεται. Τί ἦταν αὐ­τή; Παντρεμένη. Πῆρε ἕνα ἄντρα, ἔκανε παιδιά. Ἔδιωξε τὸν πρῶτο ἄντρα. Πῆρε δεύτερο, τὸν ἔδιωξε κι αὐτόν. Πῆρε τρίτον ἄντρα, τὸν ἔδιωξε κι αὐτόν. Πῆρε τέταρτον ἄντρα, τὸν ἔδιωξε κι αὐτόν. Πῆρε πέμπτο ἄντρα, τὸν ἔδιωξε κι αὐτόν. Ἔζησε μὲ ἕξι ἄντρες. Ἦταν λοιπὸν μιὰ γυναίκα πολὺ διεφθαρμένη. Τὴν ἤ­ξεραν ὅλοι. Ντρεπόταν καὶ ἡ ἴδια. Γι᾽ αὐτὸ δὲν πήγαινε τὸ πρωὶ στὴ βρύσι, ποὺ πήγαιναν οἱ γυναῖκες νὰ πάρουν νερό, ἀλλὰ πήγαινε τὸ μεσημέρι ποὺ δὲν πάει καμμιά νοικοκυρὰ στὴ βρύσι, τότε, τὸ μεσημέρι ποὺ ἔκαιγε ὁ ἥλιος τὸν κόσμο, τότε ἔπαιρνε τὴ στάμνα της καὶ ντροπαλὴ – ντροπαλὴ πήγαινε στὸ πηγάδι νὰ βγάλῃ νερό. Αὐτὴ ἦταν ἡ γυναίκα – κοράκι.
Καὶ ξαφνικὰ γίνεται περιστέρι. Πῶς; Νά· ἕνα μεσημέρι, Ἰούνιο μῆνα, ποὺ ἔκαιγε ὁ ἥλιος τὶς πέτρες, πῆρε κι αὐτὴ ντροπαλὴ τὴ στάμνα, βγῆκε ἀπ᾽ τὸ χωριὸ καὶ πῆγε στὸ πηγάδι νὰ βγάλῃ νερὸ μὲ τὸν κουβᾶ της. Ἐκείνη τὴν ὥ­ρα νά ἕνας ἄνθρωπος κουρασμένος, ἱδρωμέ­νος, καθόταν ἐκεῖ στὸ πηγάδι. Ξένος ἦταν, ἄγνωστος. Ποιός ἦταν; Ὁ Χριστός. Δὲν τὸ κατά­λαβε αὐτὸ ἡ Σαμαρείτισσα. Καὶ ὁ Χριστὸς τῆς λέει· –Δός μου νὰ πιῶ, διψῶ. Ἐ­κεί­νη, ἀπὸ τὴν προφορὰ κι ἀπὸ τὰ ῥοῦχα του, κα­τάλαβε ὅτι δὲν εἶνε ἀπ᾽ τὸ χωριό· ἀπὸ μακριά, ἀπὸ ξένη χώρα εἶνε, ἀπὸ τὴν Ἰουδαία, ποὺ αὐτοὶ μισοῦσαν· πάρα πολὺ μισοῦσαν οἱ Σαμαρεῖτες τοὺς Ἰουδαίους. Παραξενεύτηκε λοιπόν.
–Πῶς ἐσύ, λέει, ἀπὸ μέρος ποὺ δὲν ἔχουμε σχέσι, ζητᾷς ἀπὸ μένα νὰ σοῦ δώσω νὰ πιῇς;
Καὶ τότε ὁ Χριστὸς τί τῆς λέει·
–Ἐὰν ἤξερες ποιός εἶμαι, ἐσὺ θὰ ζητοῦσες ἀπὸ μένα καὶ θὰ σοῦ ἔδινα τὸ ἀθάνατο νερό.
–Ἀθάνατο νερό; ὑπάρχει λοιπὸν ἀθάνατο νερό; νὰ πίνῃ κανεὶς καὶ νὰ μὴ διψᾷ ποτέ καὶ νὰ μὴν πεθαίνῃ ποτέ; Δός μου το, λέει αὐτή.
Καὶ ὁ Χριστὸς τῆς ἀπαντᾷ·
–Θὰ σοῦ δώσω τὸ ἀθάνατο νερό, ἀλλὰ πήγαι­νε νὰ φωνάξῃς πρῶτα τὸν ἄντρα σου.
–Δὲν ἔχω ἄντρα, ἀπαντᾷ αὐτή.
–Ναί, λέει ὁ Χριστός, σωστὰ τὸ εἶπες· πέν­τε ἄντρες εἶχες κι ὁ ἕκτος αὐτὸς ποὺ τώρα συζῇς δὲν εἶνε νόμιμος σύζυγός σου.
Ἤξερε τὰ πάντα γι᾽ αὐτὴν ὁ Χριστός. Καὶ μό­λις ἄκουσε τὰ λόγια του, σκέφτηκε· Αὐτὸς εἶ­νε ἀπὸ μακριά· πῶς ξέρει τὴ ζωή μου; σίγουρα εἶνε προφήτης. Ἄρχισε λοιπὸν μιὰ συζήτη­σι μὲ τὸ Χριστὸ πάνω σὲ μεγάλα θέματα τῆς θρησκείας· κ᾽ ἐκεῖ ποὺ κουβέντιαζαν εἶπε αὐτή·
–Αὐτὰ τὰ δύσκολα ζητήματα δὲν μποροῦ­με νὰ τὰ λύσουμε ἐμεῖς. Περιμένουμε νὰ μᾶς τὰ λύσῃ ὁ Μεσσίας, ὁ Χριστός, ὅταν θὰ ἔρθῃ.
–Ἐγὼ εἶμαι ποὺ σοῦ μιλῶ, λέει ὁ Χριστός.
Πάνω στὴν ὥρα ἦρθαν οἱ μαθηταί του.
Αὐτὴ λοιπὸν ἔκπληκτη ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψι ἀ­φήνει ἐκεῖ τὴ στάμνα της καὶ τρέχει στὸ χωριό.
–Τρέξτε, φωνάζει, χωριανοί· ἐλᾶτε στὸ πηγάδι, νὰ δῆτε κάποιον ποὺ μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔχω κάνει· μήπως αὐτὸς εἶνε ὁ Χριστός;
Καὶ τότε ὅλοι ἄφησαν τὶς δουλειές. Πῆγαν στὸ πηγάδι. Κι ὅταν εἶδαν τὸ Χριστὸ καὶ ἄκου­σαν τὰ λόγια του, πολλοὶ Σαμαρεῖτες πίστεψαν σ᾽ αὐτόν. Τοῦ ζήτησαν μάλιστα νὰ μείνῃ σ᾽ αὐτούς. Καὶ ἔμεινε ἐ­κεῖ δύο μέρες. Καὶ τότε ἀπὸ τὰ λόγια του πίστεψαν πολὺ περισσότεροι. Καὶ ἔλεγαν στὴ γυναῖκα· Τώρα πιὰ δὲν πιστεύουμε γιατὶ τὸ εἶπες ἐσύ· οἱ ἴδιοι ἀκούσα­με καὶ ἔχουμε πεισθῆ ὅτι αὐτὸς ἀληθινὰ εἶ­νε ὁ σωτήρας τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός.
Ἡ γυναίκα αὐτὴ τί ἀπέγινε; ἔμεινε ἐκεῖ ποὺ ἔζησε μὲ τοὺς πολλοὺς ἄντρες; Ὄχι πιά. Τὸ κοράκι ἔγινε περιστέρι. Ἔφυγε, ἄλλαξε τελεί­ως. Μετὰ τὴ θυσία καὶ τὴν ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ βαπτίστηκε, ἄλλαξε καὶ ὄνομα· δὲν λέγε­ται πλέον Σαμαρείτισσα, ἀλλὰ λέγεται Φωτεινή, ἁγία Φωτεινή. Καὶ τί ἔκανε; Πῆρε ἕνα ῥαβδὶ καὶ ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό, ἀπὸ λαγκάδι σὲ λαγκάδι, ἀπὸ βουνὸ σὲ βουνό, κι ἀπὸ ποτάμι σὲ ποτάμι, διέτρεξε πολιτεῖες καὶ χωριά, κήρυξε τὸ Χριστὸ καὶ πίστεψε κόσμος, γυναῖκες – ἄντρες ἁμαρτωλοί, μικροὶ – μεγάλοι. Ἔκανε μεγάλο καλό. Στὸ τέλος μάλιστα τὴ συνέλαβαν καὶ μαρτύρησε. Καὶ ποῦ; Μόνο ἂν ζῇ κάποιος ἡλικιωμένος ἀπὸ ἐκείνους ποὺ πῆ­γαν στρατιῶτες στὴ Μικρὰ Ἀσία, αὐτοὶ ξέρουν ποιά ἦταν τότε ἡ πιὸ μεγάλη πόλις· εἶνε ἡ Σμύρνη. Ἔ, ἐκεῖ λοιπὸν μαρτύρησε· στὴ Σμύρ­νη, ποὺ εἶχε καμμιὰ εἰκοσαριὰ ὄμορφες ἐκ­κλησιές. Ἡ πιὸ ὄμορφη ἦταν ἡ Ἁγία Φωτεινή, ποὺ τέτοια ἅγια μέρα ὅλη ἡ Σμύρνη ἑώρταζε τὴ μνήμη τῆς ἁγίας Φωτεινῆς.

* * *

Τί μᾶς διδάσκει, ἀδελφοί μου, τὸ εὐαγγέλιο σήμερα; Μᾶς δείχνει, ὅτι ὁ Χριστὸς δέχεται τοὺς ἁμαρτωλούς. Ποιούς ἁμαρτωλούς; Ὑπάρχουν δυὸ κατηγορίες ἁμαρτωλῶν· νούμερο ἕνα, νούμερο δύο. Σὲ ποιά ὑπαγόμαστε ἐμεῖς; Ὅλοι ἁμαρτωλοὶ εἴμαστε. Ἀλλὰ ὑπάρχουν αὐτοὶ ποὺ ἁμαρτάνουν καὶ γελᾶνε, κορο­ϊδεύουν, γλεντᾶνε, βλαστημᾶνε, βγάζουν ἀ­φρὸ ἀπὸ τὸ στόμα, ἀκοῦνε τὴν καμπάνα νὰ χτυπάῃ καὶ βρίζουν, δὲν σκέπτονται κανένα καλό, ἐξομολόγησι ἢ λόγο Θεοῦ – ὄχι ἐμεῖς νὰ μιλᾶμε, ἑκατὸ κηρύγματα ν᾽ ἀκούσουν, δὲν ἀλ­λάζουν· ὀργίζονται, θυμώνουν, εἶνε ἕτοιμοι νὰ πιάσουν πέτρες νὰ ῥίξουν καὶ καρφιὰ νὰ καρφώσουν, νὰ σταυρώσουν αὐτὸν ποὺ κη­ρύττει. Αὐτοὶ εἶνε οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί. Εὔχομαι, κανείς ἀπὸ σᾶς νὰ μὴν εἶνε τέτοιος.
Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄλλοι ἁμαρτωλοί, ποὺ πέφτουν μὲν στὴν ἁμαρτία, κάνουν τὸ κακό, ἀλλὰ μετὰ μετανοοῦν, συναισθάνονται τὸ κακό, κλαῖνε, τρέχουν στὸν πνευματικό, ἀνοίγουν τὴν καρδιά τους, ἐξομολογοῦνται τ᾽ ἁ­μαρτήματά τους, παίρνουν ἀπὸ τὸ Χριστὸ συγχώρησι, γίνονται πάλι πραγματικοὶ Χριστιανοί. Αὐτοὶ εἶνε οἱ μετανοημένοι ἁμαρτωλοί, ποὺ ἀκολουθοῦν τὸ παράδειγμα τῆς ἁγί­ας Φωτεινῆς.
Ἁμαρτωλὴ ἦταν ἐκείνη, πολὺ ἁμαρτωλή. Ἕ­να κήρυγμα ἄκουσε, μιὰ φορὰ εἶδε τὸ Χριστό, καὶ μετανόησε, ἄλλαξε. Τὸ παράδει­γμα τῆς Σα­μαρείτιδος ἁγίας Φωτεινῆς, αὐτὸ τὸ ἅγιο παράδειγμα νὰ μιμηθοῦμε κ᾽ ἐ­μεῖς. Ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί, καὶ παπᾶδες καὶ δεσποτάδες, καὶ πλούσιοι καὶ φτωχοί, καὶ μεγάλοι καὶ μικροί, καὶ ἀξιωματοῦχοι καὶ ἰδιῶτες, ἀπὸ μικρὰ παιδιὰ βυζανιάρικα μέχρι τὸν ἀσπρομάλλη γέρον­­τα, ὅλοι εἴμαστε μέσα στὴν ἁμαρτία.

* * *

Ἂς μετανοήσουμε. Πότε νὰ μετανοήσουμε; Τώρα, σήμερα, ὄχι αὔριο. Τώρα ποὺ εἴμαστε ἀκόμα ζωντανοί· δὲν ξέρω ἂν θὰ εἴμαστε αὔριο, δὲν ξέρω ἂν θὰ ζήσουμε. Τώρα ποὺ ἔ­χουμε τὰ χέρια νὰ κάνουμε τὸν τίμιο σταυρό, τώρα πού ᾽χουμε τὰ πόδια νὰ τρέχουμε στὴν ἐκκλησία, τώρα ποὺ ἔχουμε τὰ μάτια νὰ κλάψουμε. Κλάψαμε γιὰ πολλὰ πράγματα στὸν κό­σμο· τὴ μάνα μας, τὸν πατέρα μας, τ᾽ ἀδέρφια μας, τοὺς συγγενεῖς μας· δὲν κλάψαμε τὴν ἁμαρτία ὅπως ἔκλαψε ἡ ἁγία Φωτεινή. Ἔχουμε χρόνο νὰ κλάψουμε, γλῶσσα νὰ μιλή­σουμε στὸν πνευματικό, νὰ ποῦμε τ᾽ ἁμαρτήματά μας ὅπως τὰ εἶπε τὰ δικά της ἡ ἁγία Φωτεινὴ στὸ Χριστό.
Ἔχουμε καρδιά; Ὦ καρδιά, καρδιὰ ἁμαρτωλή! Ν᾽ ἀγαπήσουμε τὸ Χριστὸ παραπάνω ἀπὸ τὸ παιδί μας, ἀπὸ τὸν πατέρα μας, ἀπὸ τὴ μάνα μας, παραπάνω ἀπ᾽ ὅλα· νὰ δώσουμε τὴν καρδιά μας στὸ Χριστό. Τότε θὰ μοιάσου­με κ᾽ ἐμεῖς μὲ τὴ Σαμαρείτισσα, τὴν ἁγία Φωτεινὴ ποὺ ἑορτάζει σήμερα, καὶ τότε ἡ χάρις τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡ­μῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Πατρὸς τοῦ ἁγίου θὰ εἶνε μεθ᾽ ἡμῶν· ἀμήν, ἀγαπητοί μου.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παρασκευῆς Λαιμοῦ – Πρεσπῶν τὴν 1-6-1975, μὲ νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 17-4-2026.

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.