«ΜΙΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ» (Ομιλια μακαριστου γεροντος Αθανασιου Μυτιληναιου)
Μαι 15th, 2026 |
Filed under: π. Αθαν. Μυτιληναίου
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ[:Πράξεις 16,16-34]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου, με θέμα:
«ΜΙΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 12-5-1991](Β245) β΄έκδοσις
Στη σημερινή αποστολική περικοπή, αγαπητοί μου, από το βιβλίο των «Πράξεων των Αποστόλων», βλέπομε τον απόστολο Παύλο εις τους Φιλίππους. Έφθασε σ’ αυτήν την πόλιν κατόπιν θείου οράματος, που ο ίδιος το εξήγησε και είπε: «Προσκέκληται ἡμᾶς ὁ Κύριος εὐαγγελίσασθαι αὐτούς». Είχε δει άντρα Μακεδόνα, που του έλεγε «Παῦλε, διαβὰς εἰς Μακεδονίαν βοήθησον ἡμῖν». Και ο Παύλος το ερμηνεύει ότι ο Κύριος τούς προσκαλεί εις την Μακεδονίαν. Ήταν η πρώτη φορά που Χριστιανός απόστολος πατούσε το πόδι του σε ευρωπαϊκόν έδαφος.
Οι περιπέτειες, όμως, που συνέβησαν στην πόλη των Φιλίππων, που ήταν πόλις colonia, δηλαδή έδρα ρωμαϊκής αρχής, θα ‘λεγε κάποιος ότι δεν θα ήταν δυνατόν ποτέ ο Θεός να ήθελε ο Παύλος να φτάσει έως εκεί. Διότι υπήρξαν περιπέτειες εκεί σ΄ αυτήν την πόλη. Κι όμως, ακριβώς γι’ αυτές τις περιπέτειες ο Κύριος εκάλεσεν τον Παύλον εις τους Φιλίππους.
Είναι γνωστή η ιστορία της μαντευομένης, αλλά επειδή λίγο αργήσατε, δεν ακούσατε την αποστολική περικοπή, με μόνο δύο λόγια σας λέγω ότι όταν ο Παύλος έφτασε εις τους Φιλίππους και εκεί βρήκε μία ομάδα προσηλύτων γυναικών και που έκαναν την προσευχή τους έξω από την πόλη σε ένα μικρό χείμαρρο, εκεί, ποταμάκι και ο Παύλος τις συνήντησε και κάθε μέρα πήγαινε εκεί και τους εδίδασκε. Κάποια μέρα περνώντας από ένα δρόμο, από ένα σπίτι πετάχτηκε μία δούλη, υπηρέτρια, και εφώναζε και έλεγε ότι «Αυτοί είναι δούλοι του Θεού του Υψίστου, οι οποίοι καταγγέλλουν σε σας οδόν σωτηρίας». Ο Παύλος εκούνησε το κεφάλι του και δεν είπε τίποτα. Την επομένη το ίδιο, την μεθεπομένη το ίδιο. Λέγει εκεί ο ιερός Λουκάς «διαπονηθεὶς δὲ ὁ Παῦλος», δηλαδή ηγανάκτησε για το φαινόμενον στέκεται και λέγει στον δαίμονα που ήταν εις την ψυχήν, στην καρδιά αυτής της κοπέλας, η οποία, επαναλαμβάνω, ήτανε μαντευομένη, «μέντιουμ» θα το λέγαμε σήμερα, κάπως έτσι, και λέγει: «Φύγε –σε ποιον, «φύγε»; Εις τον διάβολον- φύγε και άλλη φορά να μην ξανάρθεις να κατοικήσεις μέσα στην ψυχή αυτής της κοπέλας». Η κοπέλα αυτή αυτομάτως έχασε την μαντική της ικανότητα. Το είδαν αυτό τα αφεντικά της, οι οποίοι την εξεμεταλλεύοντο. Γιατί όλοι πήγαιναν να πάρουν τη μαντεία τους και βέβαια επί χρήμασι.
Και τότε αγανακτισμένα τα αφεντικά ‘πιάσαν τον Παύλο και άρχισαν να τον κτυπούν, αφού τον κατήγγειλαν στις αρχές και έγινε μες στον δρόμο μία απίθανη σκηνή. Μόλις πρόλαβαν εκεί οι Ρωμαίοι άρχοντες να σώσουν τον Παύλον, αφού βεβαίως και εκείνοι έβαλαν το χέρι τους χτυπώντας τον, μαζί δε έτυχε και ο Σίλας. Ο Λουκάς δεν φαίνεται να έχει μπει σε αυτήν την περιπέτεια, ποιος ξέρει, προεπορεύετο, δεν πήγε εκείνη την ημέρα εκεί εις τον κοινόν τόπον προσευχής – δεν γνωρίζουμε- το θέμα είναι ότι τους έβαλαν στη φυλακή, αφού, βέβαια, τους έδωσαν πολύ πολύ ξύλο.
Στη φυλακή όταν τους έβαλαν, όπως παρήγγειλαν οι άρχοντες – λέγω «οι άρχοντες» διότι δεν ήταν πρωτοφανές το φαινόμενον να είναι περισσότεροι του ενός· δηλαδή διοικηταί περισσότεροι του ενός. Γι’αυτό λέμε: «οι άρχοντες»- παρήγγειλαν εις τον δεσμοφύλακα να τον βάλουν τον Παύλον εις την εσωτάτην φυλακήν. Μέσα μέσα. Σε μπουντρούμι. Και να τους ασφαλίσουν και των δύο, και του Σίλα και του Παύλου τα πόδια εις το «ξύλον». Τι ήταν αυτό το «ξύλον»; Ήταν ένα πελώριο, στρογγυλό ξύλο κομμένο, δηλαδή ήταν μία χονδρή, πολύ χονδρή φέτα, στρογγυλό, ήταν κομμένο, στην μέση έκαναν μία εγκοπή, ώστε να χωράει το καλάμι ενός ποδιού. Περνούσαν εκεί το πόδι και το ‘κλειναν κατόπιν το ξύλο, το βίδωναν, το κάρφωναν, και το πόδι έπρεπε να κουβαλάει αυτό το ξύλο. Ένα τέτοιο στο ένα πόδι, ένα τέτοιο στο άλλο πόδι. Δεν μπορούσε κανείς να μετακινηθεί, ήταν βαριά τα ξύλα αυτά. Ώστε να υπάρξει μία ασφάλεια για έναν κρατούμενον που μπορούσαν να έχουν εις την φυλακήν. Αυτό και στον Σίλα έγινε.
Αλλά, κάτι εκπληκτικόν. Κάπου τα μεσάνυχτα, Παύλος και Σίλας, μας σημειώνει ο Λουκάς, προσευχόμενοι ύμνουν τον Θεόν. «Ἐπηκροῶντο δὲ αὐτῶν οἱ δέσμιοι». Οι άλλοι κρατούμενοι άκουγαν την ψαλμωδία. Θα ‘λεγαν: «Τι περίεργοι άνθρωποι… Τόσο ξύλο έφαγαν, σε μπουντρούμι βρίσκονται, είναι κακοποιημένοι και συνεχίζουν να είναι κακοποιημένοι εφόσον τα πόδια τους είναι εις το ξύλον, πώς ψάλλουν αυτοί οι άνθρωποι; Πού βρίσκουν αυτό το κουράγιο;». Αλλά «ἐπηκροῶντο», λέγει, «οἱ δέσμιοι», «άκουγαν». Έχει σημασία αυτό.
Κάποια στιγμή έγινε ένας τοπικός, φοβερός σεισμός. Τόσο φοβερός, ώστε τα θεμέλια της φυλακής εσαλεύθησαν, οι πόρτες άνοιξαν, και το εκπληκτικόν, όλα τα δεσμά των φυλακισμένων έπεσαν. Και του Παύλου και του Σίλα. Θα μου πείτε, από ένα ξύλο που ακουμπάει στη γη και είναι καρφωμένο, ο σεισμός μπορεί να συντελέσει στο να ανοίξει αυτό το ξύλο; Ή να πέσουν οι αλυσίδες από τα χέρια; Δεν είναι κτίσμα να πέσει το κτίσμα. Όπως το παραπέτασμα του ναού τότε, στη Σταύρωση του Χριστού, με τον σεισμό σχίστηκε στα δυο. Είναι γνωστό, όμως, ότι δεν παθαίνει τίποτα ούτε ένα ξύλο από τον σεισμό, πολύ παραπάνω ένα ύφασμα. Ήτανε θαύμα. Ήταν θαύμα! Λύθηκαν τα δεσμά όλων των δεσμίων, όλων των κρατουμένων, έπεσαν κάτω. Άνοιξαν όλες οι πόρτες.
«Ἔξυπνος», λέει, «γενόμενος ὁ δεσμοφύλαξ», «ξύπνησε, είδε το πράγμα, τις πόρτες ανοιχτές» -τότε δε τα πράγματα ήσαν πολύ διαφορετικά, η ευθύνη του δεσμοφύλακος ήταν πολύ μεγάλη έναντι των αρχών- και αντελήφθη αμέσως ότι τα πράγματα θα ήσαν πολύ άσχημα με αυτόν. Δηλαδή, την άλλη μέρα θα είχε να απολογηθεί αυτός και θα εφονεύετο- θυμηθείτε εκείνους τους δεκαέξι στρατιώτες, τέσσερις τετράδες, που εφύλατταν τον Πέτρον εις την Ιερουσαλήμ και ο Πέτρος, κατά θαυμαστόν τρόπον απελευθερώθη από τον Κύριον, αυτούς ο Ηρώδης τούς εφόνευσε. Και επειδή υπάρχει μια φιλοτιμία σε πολλούς ανθρώπους, μία ευθιξία, σου λέει: «Προκειμένου να δικαστώ και να εκτελεστώ, θα αυτοκτονήσω». Τραβάει, λοιπόν, το μαχαίρι του ο άνθρωπος αυτός να αυτοκτονήσει!
Εκείνη την ώρα βρέθηκε μπροστά του ο Παύλος. Ας μου επιτραπεί να πω, θα βάλω την φρασούλα μέσα σε εισαγωγικά: «ο πανταχού παρών Παύλος»! Δεν είναι πανταχού παρών, γιατί ο Θεός είναι πανταχού παρών, γι’αυτό βάζω τη φρασούλα μέσα σε εισαγωγικά. Ο άνθρωπος ο δυναμικός, που βρισκόταν παντού. Και του λέγει: «Μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ κακόν». «Μην κάνεις εις τον εαυτό σου κανένα κακό! Όλοι είμεθα εδώ!». «Αυτός», λέει, «πήδηξε» – καταλαβαίνετε την τρομάρα του. Ζήτησε φως. Σημειώσατε δε ότι το σπίτι του δεσμοφύλακος ήταν πάνω από τη φυλακήν. Δηλαδή διώροφο. Κάτω η φυλακή, από πάνω το σπίτι. Και τότε εζήτησε να δει τι γίνεται. Περίεργο… Ούτε ο Παύλος εδραπέτευσε, ούτε ο Σίλας, ούτε οι άλλοι κρατούμενοι. Αλλά μετά ασφαλείας έκλεισε τις πόρτες ο δεσμοφύλαξ και πήγε η καρδιά στη θέση της. Όταν, βεβαίως, ο Παύλος τον βεβαίωνε: «Ἅπαντες γάρ ἐσμεν ἐνθάδε». «Μην κάνεις κακό. Όλοι εδώ είμαστε».
Τι μεγάλη μορφή ο Παύλος, αλήθεια… Τον αγαπάτε τον απόστολον Παύλον; Εγώ τον αγαπώ πολύ. Μετά από τον Ιησούν Χριστόν και την Θεοτόκον, πάρα πολύ αγαπώ τον Παύλον. Δεν σπεύδει, όπως σας είπα, να δραπετεύσει, έδωσε, όμως, ένα θαυμάσιο ευαγγελικό μάθημα. Ποιο ήταν αυτό; Η εντιμότης. Μπορεί ο Θεός να επέτρεψε τον σεισμόν, μπορεί -γιατί περί θαύματος επρόκειτο, όπως σας είπα- αλλά εφόσον είμεθα κρατούμενοι, εδώ θα μείνουμε. Οι πόρτες μπορεί να είναι ανοιχτές, αλλά εμείς εδώ θα μείνουμε. Εντιμότης. Ω αυτή η εντιμότης… Λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος – διότι ο δεσμοφύλαξ αντελήφθη ότι κανείς πια δεν είχε δραπετεύσει πράγματι και ότι αυτοί οι κακοποιοί, ο Παύλος και ο Σίλας, οι «κακοποιοί», βάζω τη λέξη μέσα σε εισαγωγικά, «οι κακοποιοί είναι εδώ!». Λέει, λοιπόν, ο Ιερός Χρυσόστομος : «Ἐθαύμασε μᾶλλον τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Παύλου – ο δεσμοφύλαξ-· ἐξεπλάγη τὴν ἀνδρείαν, ὅτι καὶ φυγεῖν δυνάμενος, οὐκ ἔφυγεν· καὶ ὅτι αὐτὸν ἐκώλυσεν τῆς σφαγῆς». «Εθαύμασε», λέγει, «την φιλανθρωπία του, την εντιμότητα ακόμη. Μπορούσε να φύγει. Δεν έφυγε. Και όχι μόνο αυτό, αλλά τον εμπόδισε και να αυτοκτονήσει».
Ύστερα ο δεσμοφύλακας, άνθρωπος της αγοράς, δεν ήταν κάποιος λεπτεπίλεπτος κ.τ.λ. είχε να κάνει με κρατουμένους. Δεν ήξερε ο κάθε κρατούμενος ποιος είναι; Όσους του πήγαιναν εκεί, δεν ήξερε ο δεσμοφύλαξ ποίοι ήσαν; Είδε, όμως, σε αυτούς τους ανθρώπους ότι ήσαν σπουδαίοι άνθρωποι. Δεν ήσαν κακοποιοί αυτοί οι άνθρωποι. Ήσαν εκπληκτικοί άνθρωποι! Ύστερα, όχι για κανένα κακούργημα τούς έβαλαν στη φυλακή, αλλά για λόγους, ας το πούμε, θρησκευτικούς. Αυτός που ήταν κύριος, ο δεσμοφύλαξ και οι κατάδικοι βεβαίως ήσαν όχι κύριοι, γονατίζει μπροστά τους και τους λέει: «Κύριοι, τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ;». «Κύριοι!» Συνήθως δεν βάζομε τους κρατουμένους με τον τίτλον «κύριος». Μάλιστα, εγώ το γράφω όταν στέλνω σε κάποιον κρατούμενον, αλλά συνήθως δεν γίνεται έτσι. Αλλά: «Κρατούμενον…- στον φάκελο, που στέλνω μία επιστολή, μία επιταγή- κρατούμενον τάδε». «Κύριοι…Τι πρέπει να κάνω για να σωθώ;». «Τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ;». Και τώρα αυτός γίνεται δούλος. Και οι Απόστολοι γίνονται κύριοι. Αυτά συμβαίνουν όταν αρχίζει να γράφεται η ιστορία της σωτηρίας… Ας την δούμε με δύο λόγια.
«Τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ;». Ερωτώμεθα: Τι είναι εκείνο που έκανε τον δεσμοφύλακα να ζητά να μάθει πώς μπορούσε να σωθεί; Η χάρις του Θεού! Αυτή, αγαπητοί μου, ήγγισε την ψυχή του. Μπορούσε να θαυμάσει, βεβαίως, την εντιμότητα των καταδίκων. Να τους ευχαριστήσει για την προσφορά τους. Αλλά τίποτε περισσότερο. Να πει: «Σπουδαίοι άνθρωποι». Αλλά τίποτε περισσότερο. Εξάλλου, κανείς άλλος δέσμιος, όσο τουλάχιστον μας καταγράφει αυτά ο ευαγγελιστής Λουκάς, δεν εζήτησε να γίνει Χριστιανός. Κανείς άλλος κρατούμενος. Είδαν και οι άλλοι. Κι όμως δεν ζήτησε κανείς. Γιατί αυτός ο δεσμοφύλαξ εζήτησε να σωθεί; Τι συνέβη με αυτόν; Το Πνεύμα το Άγιον όταν εκώλυσε, εμπόδισε τους Αποστόλους να προχωρήσουν εις το εσωτερικόν της Μικράς Ασίας διότι ήθελαν να πάνε ανατολικά, προς την Άγκυρα, αυτό ήταν το καταστρωμένο σχέδιο το ιεραποστολικό του Παύλου, δεν τους άφησε το Πνεύμα το Άγιον. «Οὐκ εἴασεν αὐτοὺς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον». «Δεν τους άφησε». Και τότε εμφανίστηκε ο άνδρας Μακεδών, «ὁ ἀνὴρ ὁ Μακεδών» και τους είπε κ.τ.λ. – αυτά που σας είπα.
Το Πνεύμα το Άγιον πρώτα πρώτα εμποδίζει τον Παύλον να πάει ανατολικά και να ‘ρθει εις την Ελλάδα, εις τους Φιλίππους, για τον δεσμοφύλακα! Πρώτα για τον δεσμοφύλακα. Βεβαίως ήταν και η Λυδία. Και για την Λυδία! Αυτήν την θαυμασία γυναίκα. Πραγματικά, ήταν ο άνθρωπος, που χωρίς να το ξέρει, εις την προαίρεσή του ήταν, έπρεπε να σωθεί. Και τώρα το Πνεύμα το Άγιον στέλνει τον Παύλον για να τον σώσει. Και κοιτάξτε πώς τον σώζει. Μέσα από μία σωρεία δυσαρέστων περιστατικών. Είναι εκπληκτικό το Πνεύμα το Άγιον τι δρόμους βρίσκει προκειμένου να σώσει έναν άνθρωπο. Και όχι μόνον αυτόν τον άνθρωπο, αλλά και ολόκληρο το σπιτικό του.
Και η απάντησις του Παύλου: «Πίστευσον ἐπὶ τὸν Κύριον ᾿Ιησοῦν Χριστόν καὶ σωθήσῃ σὺ καὶ ὁ οἶκός σου». «Πίστεψε», λέει, «εις τον Κύριον Ιησούν και θα σωθείς κι εσύ και το σπιτικό σου». Σαν να του έλεγε: «Εσύ μας απεκάλεσες εμάς ‘’κυρίους’’. Αλλά σου λέω ότι Κύριος είναι ο Ιησούς Χριστός. Σ’ Αυτόν που σε καλώ να πιστεύσεις, επειδή ζήτησες να σωθείς. Αυτός είναι Εκείνος, ο Οποίος θα σε σώσει. Και εσένα και ολόκληρο το σπίτι σου».
Ο διάβολος έλεγε μιαν αλήθεια, όταν δια στόματος μαντευομένης έλεγε: «Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἵτινες καταγγέλλουσιν ἡμῖν (:σε σας – λέει- καταγγέλλουν) ὁδὸν σωτηρίας». Άλλο ότι δεν έπρεπε να γίνει πιστευτός. Διότι δεν θα πάρομε διαπιστευτήρια ή μάλλον την αλήθεια από το στόμα του διαβόλου. Αλλά είδατε; Οδόν σωτηρίας. Προσέξτε, ο διάβολος λέει και μερικές αλήθειες, για να πει τα μεγάλα του ψέματα μετά. Και δεν πρέπει ποτέ να ακούμε μία πληροφορία από το στόμα κάποιου μάντη, μάντεως, ποτέ! Ποτέ!
Αλλά είδατε; Έγινε λόγος περί σωτηρίας. Γι’ αυτό και αυτός ο άνθρωπος λέγει: «Τι πρέπει να κάνω για να σωθώ;». Και ο Απόστολος του λέγει: «Πίστευσε εις τον Ιησούν Χριστόν και θα σωθείς κι εσύ – καὶ σωθήσῃ σὺ καὶ ὁ οἶκός σου – θα σωθείς κι εσύ και το σπιτικό σου». Δεν είπε: «Εσύ». Αλλά είπε: «Εσύ και το σπιτικό σου». Γιατί; Γιατί ο άνδρας είναι η κεφαλή της οικογενείας. Δεν είναι έτσι; Έτσι το όρισε ο Θεός. Και συνεπώς έπρεπε να σωθεί η κεφαλή, αλλά να σωθεί και το σώμα. Είναι κάτι περίεργο, αποτείνομαι προς τους άνδρες, όταν, πολλές φορές η γυναίκα πιστεύει και ζει πνευματική ζωή, τα παιδιά πιστεύουν, ο άνδρας δεν πιστεύει. Είναι πάρα πολύ περίεργο, να πιστεύει το σώμα, αφού το σώμα είναι η οικογένεια και να μην πιστεύει η κεφαλή. Να σώζεται το σώμα και να χάνεται η κεφαλή. Δεν είναι περίεργο σχήμα αυτό; Αγαπητοί μου, ο άνδρας πρέπει να είναι ο πιστός. Και να ακολουθήσει ολόκληρο το σπιτικό του. «Συ και ο οίκος σου. Συ και το σπίτι σου».
«Καὶ ἐλάλησαν αὐτῷ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ». Είδατε; Τον κατηχούν. Όχι μόνον τον ίδιον, αλλά και όλο το σπιτικό του. Ποιους μπορούσε να έχει το σπίτι αυτό; Τα υπόλοιπα μέλη της οικογενείας. Η σύζυγος, τα παιδιά, ίσως κάποιοι συγγενείς, κανένας παππούς, καμία γιαγιά, κανένας θείος, καμία θεία και ακόμα και το υπηρετικό προσωπικό. Όλο το σπιτικό άκουσαν κήρυγμα, άκουσαν κατήχηση.
Σπουδαιότατο έργο που τονίζει η Εκκλησία, έχει ατονίσει όμως τώρα δυστυχώς, ήταν η Κατήχησις. Ακούστε τι λέγουν οι «Αποστολικές Διαταγές» εις το 8ον βιβλίον: «Ἐργαζέσθωσαν οἱ δοῦλοι πέντε ἡμέρας». Βλέπετε, λοιπόν, το πενθήμερο δεν είναι καινούριο πράγμα. Ουου… το εγκαινίασε προ πολλού η Εκκλησία. Πριν δύο χιλιάδες χρόνια. Δεν είναι επινόησις καινούρια. «Να εργάζονται», λέγει, «πέντε ημέρες». «Σάββατον δὲ καὶ Κυριακὴν σχολαζέτωσαν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ -α, όχι να τρέχουν, να παίρνουν το αυτοκίνητο και να τρέχουν και να τρέχουν σαν δαιμονισμένοι, για να έχομε 15, 20, 25 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες κάθε Σαββατοκύριακο- Αλλά να πηγαίνουν στην Εκκλησία. Να ακούσουν κατήχηση- διὰ τὴν διδασκαλίαν τῆς εὐσεβείας». Ένα από τα ονόματα του Χριστιανισμού είναι και τούτο: «Ευσέβεια». «Ευσέβεια» θα πει Χριστιανισμός. «Να ακούσουν», λέγει, «διδασκαλίαν του Χριστιανισμού». Δηλαδή κατήχηση.
Να πάλι το ίδιο βιβλίο τι λέγει στο 7ο κεφάλαιο, για να δείτε το περιεχόμενον της Κατηχήσεως. Πολύ γρήγορα: «Περὶ Θεοῦ τοῦ ἀγεννήτου γνῶσιν (: γνώση του αγεννήτου Θεού), τὴν περὶ υἱοῦ μονογενοῦς ἐπίγνωσιν (: να γνωρίσουν τον Υιόν), τὴν περὶ τοῦ ἁγίου πνεύματος πληροφορίαν (: για τον Άγιον Τριαδικό Θεό)· μανθανέτω δημιουργίας διαφόρου τάξιν (: άγγελοι, άνθρωποι), προνοίας εἱρμόν (:πώς φροντίζει ο Θεός), νομοθεσίας διαφόρου δικαιωτήρια (:δηλαδή διαφορά νόμου και χάριτος· πώς θα σωθείς)· παιδευέσθω δέ διατί ὁ κόσμος γέγονεν (:γιατί έγινε ο κόσμος, η Δημιουργία) καὶ δι’ ὅ κοσμοπολίτης ὁ ἄνθρωπος ἐτάχθη (: και ο άνθρωπος έγινε – Σας αρέσει αυτή η λέξις; Σήμερα, όμως, έχει άλλη έννοια- κοσμοπολίτης. Σήμερα έχει την έννοια του κοσμοπολιτισμού, που δεν αναγνωρίζω ούτε σύνορα, ούτε τίποτα. Έχει αρνητικήν έννοιαν.)· ἐπιγινωσκέτω τὴν ἑαυτοῦ φύσιν (:να γνωρίζει τι είναι ο άνθρωπος, ψυχή και σώμα), οἵα τις ὑπάρχει (:αυτή που υπάρχει)». Και λοιπά και λοιπά.
Βέβαια, θα λέγαμε ότι ο απόστολος Παύλος έκανε μία συντομοτάτη κατήχηση, γιατί δεν μπορούσε να επεκταθεί. Αυτή η κατήχηση κρατούσε καιρό και καιρό. Συντομοτάτη κατήχηση έκανε εις το σπιτικό του δεσμοφύλακος, ώστε να πιστέψουν και να σωθούν.
«Καὶ παραλαβὼν αὐτοὺς –μας σημειώνει παρακάτω ο ιερός Λουκάς- ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τῆς νυκτὸς ἔλουσεν ἀπὸ τῶν πληγῶν (:τους έπλυνε τις πληγές), καὶ ἐβαπτίσθη αὐτὸς καὶ οἱ αὐτοῦ πάντες παραχρῆμα (:όλο το σπίτι βαπτίστηκε)». Τι ωραίο! Πώς αλλάζει εδώ τώρα η συμπεριφορά, ε; Τους πλένει τις πληγές. Ποιος; Ο δεσμοφύλακας! Εκείνος τους λούει και εκείνοι τον βαπτίζουν. Και όπως λέγει ωραιότατα ο Ιερός Χρυσόστομος: «Ἔλουσεν αὐτοὺς καὶ ἐλούσθη (:τους έλουσε και λούστηκε) · ἐκείνους μὲν ἀπὸ τῶν πληγῶν ἔλουσεν (:τους έλουσε από τις πληγές), αὐτὸς δὲ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν ἐλούσθη (:ελούσθη από τις αμαρτίες του)» Τι ωραίο! Ανταλλαγή έργου αγάπης. Έτσι βαπτίζεται όλο το σπιτικό. Πρέπει να υπονοήσουμε έμμεσα ότι ίσως υπήρχαν κάποιο ή κάποια μικρά παιδιά. Εδώ ομοίως -και εδώ, όχι μόνο από δω- υπονοείται και ο νηπιοβαπτισμός. Γιατί μας κατηγορούν, γιατί κάνομε τον νηπιοβαπτισμόν.
«Ἀναγαγών τε αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ παρέθηκε τράπεζαν, καὶ ἠγαλλιάσατο πανοικὶ πεπιστευκὼς τῷ Θεῷ». Τι ωραία! Τους παρέθεσε τραπέζι στο σπίτι του. Τραπέζι. Τραπέζι, που είναι σημείον κοινωνίας, αγάπης, ευτυχίας. Και εβαπτίσθησαν όλοι. Και πιθανότατα ο Παύλος στο τραπέζι ετέλεσε και το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας και εκοινώνησαν. Όπως κοινωνούν εκείνοι οι οποίοι βαπτίζονται. Και ο άνθρωπος αυτός ετράφη… Τους έδωσε τροφή εις τους Αποστόλους και ετράφη με το σώμα και το Αίμα του Χριστού. Και όπως σημειώνει πάλι ο Ιερός Χρυσόστομος: «Οὐκ ἐπειδὴ ἐσώθη εὐφράνθη, ἀλλὰ πεπιστευκὼς τῷ Θεῷ». «Όχι», λέει, «επειδή σώθηκε η ζωή του, δηλαδή, γι’αυτό χάρηκε, αλλά γιατί πίστεψε εις τον Θεόν». Είναι κάτι δηλαδή βαθύτερο.
Αγαπητοί, είδαμε μία πολύ ωραία εικόνα παννυχίδος. Τι θα πει «παννυχίς»; Θα πει νυχτερινή γιορτή. Η Εκκλησία μας κάνει αυτές τις νυχτερινές γιορτές, τις παννυχίδες. Οι γνωστές «αγρυπνίες». Γι’αυτό, βλέπει κανείς μέσα σε μία παννυχίδα μία ποικιλία πραγμάτων. Και στα μοναστήρια παρατίθεται και τράπεζα. Γιατί; Διότι εκείνη η εικόνα στους Φιλίππους ήταν μία… να την πω «μικρογραφία» ή να την πω «μεγαλογραφία»; Ήταν ένα υπόδειγμα πώς οι Χριστιανοί πρέπει να ακούν τον λόγο του Θεού, να κοινωνούν, να χαίρονται και όλη την νύχτα να υμνούν τον Θεό. Πόσο ωραία πράγματα, αλήθεια, που, αν τα δούμε κατάματα, όλα αυτά, θα έχομε πολλή χαρά.
Ο άνθρωπος αυτός κατοπινά, όταν ο Παύλος θα είναι στη Ρώμη, θα διαβάζει και την προς Φιλιππησίους επιστολή του Παύλου. Και ασφαλώς θα την διάβαζε και θα την ξαναδιάβαζε. Γιατί θα χαιρόταν να την διαβάζει. Αυτοί οι σπουδαίοι άνθρωποι, ο Παύλος και ο Σίλας και ο Λουκάς -δεν ήταν εκείνο το βράδυ, το ξαναλέγω, ήταν όμως στους Φιλίππους – αυτοί οι σπουδαίοι άνθρωποι, που ήρθαν να κηρύξουν Χριστόν στην πόλη τους. Και ο δεσμοφύλακας και το σπιτικό του όλο σώθηκε.
Είθε ο Θεός να βλέπει την αγαθή μας προαίρεση και να δίνει σε όλους μας ευκαιρίες σωτηρίας.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
• Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
• https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_496.mp3



Add A Comment
You must be logged in to post a comment.