Αυγουστίνος Καντιώτης



Ὁμολογια του τυφλου (Ομιλια του Μητροπολη του Φλωρινης, Πρεσπων & Εορδαιας Αυγουστινου Ν. Καντιωτου)

date Μαι 16th, 2026 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΜΓ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2733

Κυριακὴ τοῦ Τυφλοῦ (Ἰω. 9,1-38)
17 Μαΐου 2026

Ὁμολογια του τυφλου

ΤΥΦΛΟΥὍπως στὸ στρατό, ἀγαπητοί μου, ὁ στρατηγὸς κάνει αἰφνιδιασμούς, νὰ δῇ ἐὰν οἱ στρατιῶτες βρίσκωνται στὶς θέσεις τους, ἔ­τσι κ᾽ ἐγὼ ἔκανα σήμερα μία ἐπιθεώρησι.
Καὶ τώρα θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ πῶ λίγα λόγια ἐπάνω στὸ εὐαγγέλιο (βλ. Ἰω. 9,1-38).

* * *

Πρέπει, ἀγαπητοί μου, μέρα – νύχτα νὰ εὐ­χα­ριστοῦμε τὸ Θεὸ καὶ γιὰ ἄλλα πράγματα ἀλλὰ κυρίως διότι εἴμαστε Χριστιανοί. Δὲν ὑ­πάρχει ἄλλη θρησκεία ὡραιότερη ἀπὸ αὐτὴν ποὺ ἔχουμε οἱ ὀρθόδοξοι Ἕλληνες. Εἶνε ἡ μό­­­νη ἀληθινή, ἡ θρησκεία ποὺ κάνει θαύματα, θαύματα ἀμέτρητα. Κ᾽ ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα αὐτὰ διηγεῖται σήμερα τὸ ἱερὸ εὐαγγέλιο.

Ὑπῆρχε στὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ ἕνας δυσ­τυχισμένος. Καὶ ἦταν δυσ­τυχισμένος, ἔστω κι ἂν ὑ­ποθέσουμε ὅτι εἶχε ὅλα τὰ πλούτη τοῦ κόσμου· καὶ Ὠνάσης ἀκόμα νὰ ἦταν, δυσ­τυχὴς θά ᾽ταν. Γιατὶ ὁ ἄνθρωπος τοῦ σημερινοῦ εὐ­αγγελίου ἐστερεῖτο τὴν σπουδαιότερη αἴσθη­σι, ποὺ εἶ­νε ἡ ὅρασις. Ἦταν τυφλός. Αὐτὸ δὲν τὸ ἔπαθε ὅταν ἦ­ταν νέος· ἦταν τυφλὸς ἐκ γενετῆς. Εἶνε μιὰ σπάνια περίπτωσι, τὸ παιδὶ δη­λαδὴ πέφτοντας ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μάνας του νὰ γεννηθῇ τυφλό. Αὐτὸς λοιπὸν δὲν εἶ­χε καθό­λου μάτια, δὲν εἶχε βολβοὺς μέσα στὶς κόγχες τῶν ὀφθαλμῶν. Ἦταν τελείως ἀόμμα­τος, δυστυχισμένος. Ἄκουγε κόσμο, καὶ κόσμο δὲν ἔβλεπε· ἄκουγε, ὅτι ἐπάνω στὴ γῆ ὑπάρχουν τόσα ὡραῖα πράγματα, καὶ δὲν μποροῦσε νὰ δῇ τίποτε ἀπὸ αὐτά. Δὲν ἤξερε ἀκόμα, ἂν εἶνε νύ­χτα ἢ μέρα. ῾Ρωτοῦσε· Βράδιασε; βγῆκαν τὰ ἄ­στρα στὸν οὐρανό; ῾Ρωτοῦσε· Βγῆ­κε ὁ ἥλιος; Πόσο, ἀδελφοί μου, πρέπει νὰ εὐ­χαριστοῦμε τὸ Θεὸ καὶ γιὰ ἄλλα πράγματα, ἀλ­λὰ καὶ γιατὶ μᾶς ἔδωσε τὰ δυὸ μάτια. Καὶ πρέπει νὰ εἴμαστε πολὺ συμπαθεῖς σὲ ὅποιον ἔχει στερηθῆ τὴν ὅρασί του καὶ δὲν ἀπολαμβάνει τὰ κάλλη τοῦ κόσμου τούτου.
Τυφλὸς ἐκ γενετῆς. Καὶ ὡς τυφλός, ποὺ τό­­τε δὲν μποροῦσε νὰ κάνῃ καμμιά ἐργασία, κάποιο σπλαχνικὸ παιδὶ τὸν ἔπαιρνε καὶ τὸν πήγαινε σ᾽ ἕνα σταυροδρόμι κ᾽ ἐκεῖ ἔμενε ὅ­λη τὴ μέρα ἁπλώνοντας τὸ χέρι καὶ ζητώντας ἐλεημοσύνη ἀπὸ τοὺς περαστικούς. Δυστυχισμέ­νος ἄνθρωπος.
Ἀλλὰ κάποτε ἔρχονται στι­γμὲς ποὺ ἀξίζουν αἰ­ῶνες. Καὶ ὅλοι, ἀγαπητοί μου, ἔχουμε τέτοιες στιγμὲς ποὺ λές· Στιγμή, σταμάτα! ἀλλὰ ἡ στιγμὴ φεύγει, καὶ χαρὰ σ᾽ ἐκεῖνον ποὺ ἐκ­με­­ταλλεύεται τὴν ἱερὴ εὐκαιρία. Σὲ μιὰ στιγμὴ τοῦ χρόνου λοιπὸν ποὺ δὲν τὴν περίμενε, κα­τὰ τὸ μεσημέρι, νά καὶ στέκεται μπροστά του – ποιός; Ὁ Χριστός, ἄγνωστος μέσα σὲ ἀγνώστους. Γεμᾶτος ἀγάπη καὶ οἰκτιρμοὺς ὁ πολυ­εύσπλαχνος, ὁ ὠκεανὸς τοῦ ἐλέους, ποὺ ἀγα­πᾷ ὅ­λα τὰ πλάσματά του καὶ πολὺ περισσότε­ρο τοὺς πονεμένους καὶ θλιμμένους, ὁ Χριστὸς στέκεται μπροστά του. Ἀποφάσισε νὰ τὸν κάνῃ καλά. Αὐτὸς ποὺ κάποτε, ναὶ κάπο­τε, πῆ­ρε χῶμα, τὸ ζύμωσε καὶ ἔκανε τὸν ἄν­θρωπο –κι ὁ ἄνθρωπος εἶνε γῆ καὶ «εἰς γῆν ἀ­πελεύ­σε­ται» (Γέν. 3,19)–, αὐτὸς ποὺ ἔκανε τὸ τεράστιο θαῦμα νὰ πλάσῃ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ γῆ, ὁ ἴ­διος τώρα μᾶς δίνει μιὰ εἰκόνα τῆς παν­τοδυ­να­μίας του· σκύβει, φτύνει –καὶ τὸ σάλιο τοῦ Χριστοῦ εἶνε θαῦμα– φτύνει στὴ γῆ, κάνει πη­λὸ ἀπ᾽ τὸ χῶμα, ἀλείφει μ᾽ αὐτὸν τὰ μάτια τοῦ ἀόμματου καὶ τοῦ λέει· Πήγαινε στὴ στέρ­να τοῦ Σιλωὰμ καὶ πλύσου. Ὁ τυφλὸς ὑπάκουσε ταπεινά· πῆγε καὶ πλύθηκε, κι ἀμέσως –ὤ θαῦ­μα– εἶδε τὸ φῶς του, ἄνοιξαν τὰ μάτια του!
Ἄχ ἐμεῖς οἱ ἀχάριστοι! ἔχουμε μάτια, βλέπουμε τὸν ἥλιο καὶ ὅλα τὰ ὡραῖα τῆς γῆς καί, χειρότεροι ἀπὸ τοὺς ἀγρίους τῆς ζούγ­κλας ποὺ ὅταν βγαίνῃ ὁ ἥλιος σκύβουν καὶ προσ­κυνοῦν, ἐμεῖς δὲν δοξολογοῦμε τὸ Θεό.
Ὁ τυφλὸς αὐτός, ὅταν εἶδε τὸν κόσμο γύρω του, τὸν ἥλιο, τὰ δέντρα, τὰ βουνὰ καὶ τὰ λαγκάδια, τὰ ἄνθη, ὅλα – ὅλα, μύριες δοξολογίες βγῆκαν ἀπὸ τὸ στόμα του. Κι ἀπ᾽ ὅλα ποὺ εἶδε, τὰ πιὸ ὡραῖα, εἶδε τὴ μάνα καὶ τὸν πατέ­ρα του. Μὰ παραπάνω κι ἀπὸ τὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα του εἶδε ποιόν; Ὡραῖα εἶνε ὅλα ὅ­σα ἔ­πλασε ὁ Θεός, ὡραῖα τὰ πάντα, ἀλλὰ πα­ραπά­νω ἀπ᾽ ὅλα –δὲν εἶπες τίποτα, τίποτα δὲν εἶ­πες, ἄνθρωπε– τὸ πιὸ ὡραῖο ποιό εἶνε; Ὅλα τ᾽ ἄλ­λα εἶνε μία σκιὰ ὡραιότητος. Τὸ πιὸ ὡ­ραῖο ἀπ᾽ ὅλα, ἀγαπητοί μου, ποὺ ἂν δὲν τ᾽ ἀ­πο­λαύσουμε, εἴμαστε χαμένοι, εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Δὲν λέμε στὴν ἐκκλησία «Ὁ ὡ­ραῖος Νυμφίος», «Ὡραῖος κάλλει παρὰ τοὺς υἱ­οὺς τῶν ἀνθρώπων» (Ψαλμ. 44,3); Δυὸ ἥλιους εἶδε· τὸν ἕνα ἥλιο τὸν φυσικό, ἀλλὰ παραπάνω ἀπὸ τὸν φυσικὸ ἥλιο εἶδε τὸν ἄλλο ἥλιο, τὸν ἀθάνατο, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν.
Εἶδε τὸ φῶς του ὁ τυφλός. Ὕστερα ἀπὸ τὸ θαῦμα αὐτὸ θὰ περιμέναμε νὰ πιστέψουν ὅ­λοι. Πίστεψαν; Ὄχι. Κάτι φίδια, κάτι σκορπιοί, κάτι δαίμονες ποὺ ἔχει ἡ κοινωνία, χιλιάδες θαύματα νὰ δοῦν δὲν πιστεύουν, γιατὶ στὴν ψυχή τους ἔχουν τὸ σκοτάδι. Ἔτσι συνέβη. Ἔκανε τὸ θαῦμα τὴν ἡμέρα ὁ Χριστός, τὸ εἶ­δαν χιλιάδες μάτια, ἀλλὰ κάτι γραμματεῖς, φα­ρισαῖοι, ἄπιστοι, δὲν ἤθελαν νὰ τὸ πιστέψουν. Ἄλλοι εἶπαν· Αὐτὸς ποὺ τὸ ἔκανε δὲν εἶ­νε τοῦ Θεοῦ, εἶνε ἁμαρτωλὸς ἀφοῦ δὲν τηρεῖ τὸ σάββατο. Ἄλλοι εἶπαν· Ψέματα εἶνε, δὲν εἶν᾽ αὐτός, κάποιος ἄλλος εἶνε. Ἄλλοι εἶ­παν· Δὲν τὸν ξέρουμε. Ἄλλοι διάφορα ἄλλα. Φώναξαν τὸν ἴδιο· –Ποιός σ᾽ ἔκανε καλά; –Κάποιος λεγόμενος Ἰησοῦς. Δὲν τὸν πίστεψαν οἱ Ἰουδαῖοι, μέχρι ποὺ φώναξαν τοὺς γονεῖς· –Τὸν γνωρίζετε; Φοβισμένοι οἱ ταλαίπωροι λέ­­νε· –Ὁ γυιός μας εἶνε, ἀλλὰ πῶς θεραπεύθηκε ἐμεῖς δὲν ξέρουμε. Ἐνῷ ἤξεραν, δὲν τολμοῦ­σαν νὰ τ᾽ ὁμολογήσουν, φοβοῦνταν τοὺς ἄρ­χον­τες. Φωνάζουν πάλι τὸν τυφλὸ στήνοντας δικαστή­ριο νὰ δικάσουν τὸ Χριστό. Ἔτσι εἶν᾽ ὁ κό­σμος· τὸ Βαραββᾶ τὸν ἀθῳώνει, τὸ Χριστὸ τὸν δικά­ζει· τὸ Χριστὸ τὸν σταυρώνει, τὸ Βαραβ­βᾶ τὸν ἐλευθερ­ώνει. Τὸν ῥωτοῦν λοιπὸν καὶ τὸν ξαναρωτοῦν, κ᾽ ἐπειδὴ αὐτὸς ὡμολογοῦ­σε σταθερά, ὅτι ὁ Χριστὸς τὸν θεράπευσε για­τὶ εἶνε προφήτης τοῦ Θεοῦ, τότε πιὰ διὰ τῆς βίας τὸν πέταξαν ἔξω· δὲν ἤθελαν ν᾽ ἀ­κούσουν τὴ φωνή του.

     * * *

Πολλά, ἀγαπητοί μου, μᾶς διδάσκει ὁ τυφλός, ἀλλὰ συντομεύοντας τὸν λόγο σᾶς λέω ἕνα μόνο καὶ θέλω νὰ μὲ προσέξετε.
Θαυμάζω αὐτὸ τὸν τυφλό. Θά ᾽θελα κ᾽ ἐγὼ νά ᾽μουν τυφλός, νὰ δῶ κ᾽ ἐγὼ τὸ Χριστὸ ὅ­πως τὸν εἶδε ἐκεῖνος. Μιὰ στιγμὴ νὰ δῇς τὸ Χρι­στό, φτάνει. «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. 5,8). Θαυμάζω τὸν τυφλὸ γιὰ τὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν ταπεί­νωσί του, μὰ πρὸ παντὸς γιὰ τὴν ὁμολογία του. Ὡμολόγησε τὸ Χριστὸ στοὺς ἐχθρούς, τέλος δὲ «καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ» (Ἰω. 6,38). Φάνη­κε γενναιότερος καὶ ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Πέτρο, ὁ ὁποῖος εἶπε· Δὲν τὸν γνωρίζω, δὲν τὸν ξέρω (Ματθ. 26,72)· ἀνώτερος καὶ ἀπὸ πολλοὺς ἄλ­λους ποὺ τὸν ἀρνοῦνται. Αὐτὸς καὶ μόνος του τὸν ὡμολόγησε καὶ τὸν κήρυξε· κανείς δὲν μπο­ροῦσε νὰ τοῦ κλείσῃ τὸ στόμα· ὅπου στεκόταν, ὡμολογοῦσε· Ὁ Χριστὸς μὲ ἔκανε καλά.
Πῶς εἶνε ὁ κόσμος σήμερα ἀπέναντι στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας; ὑπάρχει σήμερα ὁ­μολογία Χριστοῦ; Κρύες οἱ καρδιές, Βόρειος Πόλος, μπούζι! Ἤθελα νά ᾽χα ἕνα θερμόμετρο ὄχι σὰν αὐτὸ ποὺ ἔχουν οἱ γιατροί, ἀλλὰ θερμόμετρο ποὺ μετράει τὴν πίστι. Πῶς θὰ σὲ καταλάβω πὼς εἶσαι Χριστιανός; Θὰ σὲ καταλάβω, ἂν ὁμολογῇς τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Θέλετε μερικὰ παραδείγματα;
� Μπαίνει ὁ ἄλλος στὸ σιδηρόδρομο, στὸ αὐ­­τοκίνητο, στὸ ἀεροπλάνο, ποὺ δὲν ξέρει ἂν θὰ φτάσῃ στὸ τέρμα, καὶ δὲν κάνει τὸ σταυρό του· ντρέπεται, δὲν ὁμολογεῖ τὸ Χριστό.
� Κάθεται σὲ τραπέζι μὲ ἄλλους καὶ δὲν κάνει σταυρό, γιὰ νὰ μὴν τὸν κοροϊδέψουν καὶ τὸν ποῦν καθυστερημένο, βλάκα, παπᾶ.
� Τὸν βλέπεις ὅτι ἀκούει νὰ βλαστημᾶνε τὸ Χριστό, τὴν Παναγιά, τὰ θεῖα, καὶ σιωπᾷ.
� Τὸν βλέπεις σὲ μιὰ συναναστροφὴ ποὺ μιλοῦν κατὰ τοῦ Χριστοῦ, ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, τῶν ἱερέων, καὶ αὐτὸς κίχ! κουβέντα δὲν λέει νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν πίστι τῶν πατέρων του.
Αὐτοὶ εἶνε ἀρνηταὶ τῆς πίστεως, δὲν ἔχουν καμμιά σχέσι μὲ τὸν τυφλό, ποὺ διακινδύνευ­σε ὁμολογώντας σήμερα τὸ Χριστό.
–Μά, θὰ πῆτε, ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι.
Ποιοί εἶνε; Εἴμαστε ἐμεῖς οἱ λεγόμενοι θρησκευτικοί, ποὺ λέμε· Ἐγὼ πάω στὴν ἐκκλησιά, ἀνάβω κερί, κάνω τὸ σταυρό μου, διαβάζω τὴν ἁγία Γραφή, ἀκούω κηρύγματα χριστι­ανικά· δὲν ὁμολογῶ ἔτσι τὸ Χριστό;
Ὁ Χριστὸς θέλει νὰ τὸν ὁμολογοῦμε καὶ μὲ τὴ γλῶσσα καὶ μὲ τὰ ἔργα, ὅτι εἴμαστε Χριστιανοί. Αὐτὴ εἶνε ἡ καλύτερη ὁμολογία.
Ἀκόμα ἀνώτερη ὁμολογία εἶνε ἡ ὁμολογία π.χ. τῶν ἁγίων μας. Ὄχι μόνο μὲ τὴ γλῶσσα, ὄχι μόνο μὲ τὰ ἔργα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ αἷμα μας. Εἴμαστε τέτοιοι Χριστιανοί; δὲν εἴμαστε.
Ὁ τυφλὸς εἶνε σήμερα μιὰ ζυγαριὰ ποὺ ζυγίζει ὅλους καὶ μᾶς βγάζει σκάρτους.
Ἂς παρακαλέσουμε τὸ Θεό. Καὶ θέλω νὰ γε­μίζῃ ὁ ναὸς ἀπὸ ἐκκλησίασμα. Παρακαλῶ ὅ­λους νὰ ἔρχεστε τακτικὰ στὴν ἐκκλησία. Κ᾽ ἐ­σεῖς, κάθε Κυριακὴ ποὺ χτυπάει ἡ καμπάνα, ἐσὺ ἡ γυναίκα νὰ φέρῃς τὸν ἄντρα σου, ἐσὺ ὁ ἄντρας νὰ φέρῃς τὰ παιδιά σου, ὥστε νὰ γε­μίζῃ ἡ ἐκκλησία· καὶ τότε θὰ γίνῃ χαρὰ μεγάλη. Ἔτσι θὰ δείξουμε ὅτι εἴμαστε Χριστιανοὶ ζωντανοί, ποὺ πιστεύουμε καὶ λατρεύουμε τὸ Θεό· ὅν, παῖδες, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παρασκευῆς Φλωρίνης τὴν 12-6-1983. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 19-4-2026

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.