Αυγουστίνος Καντιώτης



Παρθενομαρτυς Θεοδοσια, ὁσιομαρτυς Θεοδοσια (Του Μητροπολιτου Φλωρινης Αυγουστινου)

date Μαι 29th, 2026 | filed Filed under: εορτολογιο

Περίοδος Δ΄ – Ἔτος Κ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 978(2)

Τῆς ἁγίας Θεοδοσίας
Παρασκευὴ 29 Μαΐου 2026 (2003) 

Παρθενομαρτυς Θεοδοσια, ὁσιομαρτυς Θεοδοσια

(Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου)

Ἡ 29η Μαΐου, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡμέρα ση­μαντική. Ἐὰν ἀνοίξουμε τὸ συναξάρι τῆς Ἐκκλησίας, θὰ δοῦμε ὅτι τὴν ἡμέρα αὐτὴ τελεῖται ἡ μνήμη δύο ἁγίων γυναικῶν οἱ ὁ­ποῖες φέρουν τὸ ἴδιο ὄνομα· Θεοδοσία λέγεται ἡ μία, Θεοδοσία λέγεται καὶ ἡ ἄλλη.
Ἡ ἁγία παρθενομάρτυς Θεοδοσία ἡ ἐν Καισαρείᾳ ἔζησε στὰ χρόνια τῶν διωγμῶν τῶν πρώτων αἰώνων. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Τύρο τῆς Φοινίκης. Ὅταν ἔφθασε σὲ ἡλικία 18 ἐτῶν τὴν συνέλαβαν οἱ εἰδωλολάτρες στὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης καὶ τὴν ἔδεσαν. Μαζὶ μὲ ἄλλους Χριστιανοὺς ὁμολογητὰς τὴν ἔφεραν ἐμπρὸς στὸν ἄρχοντα Οὐρβανό. Αὐτὸς τὴν ἐ­πρόσταξε νὰ θυσιάσῃ στὰ εἴδωλα. Ἡ Θεοδοσία ἀρνήθηκε, καὶ τότε ἐκεῖνος διέταξε νὰ τὴ χτυπήσουν. Τὴν πλήγωσαν στὰ πλευρὰ καὶ τοὺς μαστοὺς καὶ ξέσχισαν ὅλο τὸ σῶμα της. Ὅλα αὐτὰ τὰ ὑπέφερε σιωπηλὴ καὶ μὲ καρτερία ἡ νεαρὴ Θεοδοσία. Ὁ Οὐρβανὸς ἐπανέλαβε τὴν προσταγή, ἀλλὰ ἡ ἁγία ἔμεινε πάλι ἄκαμπτη. Τότε πλέον διέταξε νὰ τὴ ῥίξουν στὸ βυθὸ τῆς θαλάσσης, καὶ ἔτσι τερμάτισε τὸ μαρτύριό της νικήτρια.

* * *

Ἡ ἄλλη Θεοδοσία εἶνε ἡ ὁσιομάρτυς Θεοδοσία ἡ Κωνσταντινουπολίτισσα. Αὐτὴ γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε στὴ Βασιλεύουσα σὲ ἄλ­λη ἐποχή, τὸν 8ο αἰῶνα, στὰ χρόνια τοῦ βα­σιλέως Θεοδοσίου τοῦ Ἀδραμυττινοῦ (714 μ.Χ.). Ἦταν κόρη εὐσεβῶν καὶ πλουσίων γονέ­ων. Ὅταν πέθανε ὁ πατέρας της ἡ μητέρα ὡδήγησε τὴν κόρη, ἡλικίας τότε 7 ἐτῶν, σὲ ἕ­να μοναστήρι τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στὸ ὁποῖο ἀργότερα ἔγινε μοναχή. Μετὰ τὸ θάνατο καὶ τῆς μητέρας της ἡ Θεοδοσία, ἀπὸ τὰ πλούτη ποὺ κληρονόμησε, ἔφτειαξε τρεῖς εἰ­κόνες κοσμημένες μὲ χρυσὸ καὶ ἄργυρο· μία τοῦ Χριστοῦ, μία τῆς Παναγίας, καὶ μία τῆς ἁ­γίας Ἀναστασίας. Μοίρασε κατόπιν ὅλη τὴν περιουσία της σὲ φτωχοὺς καὶ ὀρφανά, καὶ ἄρ­χισε τοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες της σὲ ἕνα μοναστήρι ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὴν τοποθεσία «Σκοτεινὸ Φρέαρ» καὶ στὴν λεγομένη «Ἄσπαρο Στέρνα».
Εἶχε συμπληρώσει ἐκεῖ 10 χρόνα ἀσκήσεως ὅταν, τὸ 716, ἄρχισε ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν ἁγίων εἰκόνων. Ὁ εἰκονομάχος αὐτοκράτορας Λέων ὁ Ἴσαυρος ἔδιωξε ἀπὸ τὸ θρόνο βιαίως, μὲ ῥαβδιὰ καὶ μαχαίρια, τὸν ἅγιο πατρι­άρχη Γερμανό, ἐπειδὴ δὲν πειθαρχοῦσε στὶς διαταγές του κατὰ τῶν ἱερῶν εἰκόνων, καὶ ἀ­νέβασε στὸ θρόνο τὸν σύγκελλο τοῦ ἁγίου Γερμανοῦ, κάποιον Ἀναστάσιο, ποὺ συμφώνησε μὲ τὸν Ἴσαυρο καὶ πρόδωσε σὰν ἄλλος Ἰούδας τὸ γέροντά του. Προσπάθησε μάλιστα ὁ Λέων μὲ ἀπεσταλμένους του νὰ κατεβάσῃ καὶ νὰ καταστρέψῃ καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ποὺ ὑπῆρχε στὴ λεγομένη Χαλκῆ Πύλη τοῦ τείχους τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
Τὰ κατάφερε, τὴν ξεκρέμασε; Ὄχι. Γιατί; Διότι ἀκούστηκε μιὰ φωνή· –Κάτω τὰ χέρια ἀπὸ τὴν εἰκόνα! Ποιός φώναξε; ἱερεύς, ἱεροκήρυκας, θεολόγος, πατριάρχης; Ὄχι. Μιὰ γυ­ναίκα! Ἦταν ἡ ἁγία Θεοδοσία, ποὺ ἑορτάζουμε σήμερα. Αὐτὴ μαζὶ μὲ ἄλλες γυναῖκες τόλμησε καὶ πῆγε ἐκεῖ, φώναξε καὶ διαμαρτυ­ρήθηκε. Καὶ μόνο αὐτό; Ἔπιασαν τὴ σκάλα, ὅ­που εἶχε ἀνεβῆ ἕνας σπαθάριος γιὰ νὰ βγάλῃ τὴν εἰκόνα, τὴν ἔρριξαν κάτω μαζὶ μ᾿ αὐτόν, καὶ πέφτοντας ὁ σπαθάριος σκοτώθηκε. Ἐν συνεχείᾳ ἦρθαν στὸ πατριαρχεῖο καὶ λιθοβολοῦσαν τὸν εἰκονομάχο Ἀναστάσιο, τὸν ἀνάξιο διάδοχο τοῦ ἁγίου Γερμανοῦ. Τότε κάποιος, ποὺ τὶς εἶχε δεῖ στὴ Χαλκῆ Πύλη, τὶς ἀ­ναγνώρισε, τὶς ὑπέδειξε, καὶ ἔτσι τὶς συνέλαβαν. Καὶ οἱ μὲν ἄλλες γυναῖκες ἀποκεφαλίσθη­καν ἀμέσως. Τὴν ὁσία Θεοδοσία ὅμως τὴ θανάτωσε ἕνας ἄγριος δήμιος μὲ πρωτοφανῆ τρόπο· πῆρε τὸ κέρατο ἀπὸ ἕνα κριάρι ἢ βόδι, τῆς τὸ ἔμπηξε καὶ διαπέρασε μ᾿ αὐτὸ τὸ λαι­μό της. Ἔτσι ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

* * *

Ἀλλὰ σήμερα, 29 Μαΐου, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ μνήμη τῶν δύο ἁγίων Θεοδοσιῶν, ἔχουμε καὶ τὴ θλιβερὴ ἐπέτειο ἑνὸς ἄλλου γεγονότος τῆς ἐθνικῆς μας ἱστορίας.
29 Μαΐου 1453. Ἂν πιάσῃς παιδιὰ τοῦ γυμνασίου καὶ τοῦ λυκείου καὶ τὰ ρωτήσῃς «τί ἔγινε στὶς 29 Μαΐου;», δὲν θὰ ξέρουν νὰ σοῦ ποῦν. Ἂν τὰ ῥωτήσῃς γιὰ ἄλλα πράγματα, εἶ­νε πολὺ κατατοπισμένα, τὰ ξέρουν ὅλα. Ἄλ­λοτε ἡ ἡμέρα αὐτὴ ἑωρταζόταν πένθιμα. Ὅ­λοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, λαὸς καὶ ἄρχοντες, πήγαιναν στοὺς ναοὺς καὶ τελοῦσαν μνημόσυνο ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, τοῦ τελευταίου αὐ­τοκράτορα τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
29 Μαΐου 1453, ἡμέρα ἀποφράδα, θλιβερή, καταραμένη, ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ἡ Κωνσταντινούπολις, ἡ βασίλισσα τῶν πόλεων, ἔ­πεσε στὰ χέρια τοῦ Μωάμεθ καὶ τῶν Τούρκων. Τὴν πολιόρκησαν πολύ, καὶ τέλος μπῆ­καν μέσα, πρωὶ – πρωὶ σὰν σήμερα. Δὲν εἶχε ἀ­­κόμα τελειώσει ἡ λειτουργία γιὰ τὴ μνήμη τῆς ἁγίας Θεοδοσίας. Σὲ κάποιο ναὸ τῆς Πόλεως ἑώρταζαν οἱ Βυζαντινοὶ τὴν ἑορτὴ τῆς παρθενομάρτυρος καὶ τῆς ὁσιομάρτυρος. Καὶ τότε ὁ Μωάμεθ μπῆκε μέσα.
Τὸ τί ἐπακολούθησε εἶνε ἀπερίγραπτο. Ἔ­βαλε φωτιά, ἔκαψε σπίτια, λήστεψε, λεηλάτη­σε, ξεκοίλιασε γυναῖκες, ἀτίμασε παρθένες, σκότωσε μικρὰ παιδιά. Προχώρησε, πῆγε στὴν Ἁγια-Σοφιά, ἔσπασε τὶς σιδερένιες πόρτες, μπῆκε μέσα, σκότωσε ὅσους εἶχαν καταφύγει στὴ μεγάλη ἐκκλησία, βάφτηκε ὁ ναὸς ἀπὸ τὸ αἷμα, πλημμύρησε τὸ δάπεδο. Μουτζούρωσαν τὶς ἅγιες εἰκόνες, ἔβγαλαν τὰ μάτια τῶν ἁγί­ων καὶ τῶν μαρτύρων, κατούρησαν –μὲ συγχω­ρεῖτε– στὶς κολυμβῆθρες. Τόλμησαν ἀκόμη κι ἀνέβηκαν πάνω στὴν ἁγία τράπεζα καὶ χόρευαν! Πέταξαν τὸν ἅγιο ἄρτο καὶ τὸ ἅγιο αἷμα! Ἀνέβηκαν σὰν καλικάντζαροι πάνω στὸν τροῦλλο τῆς Ἁγια-Σοφιᾶς καὶ ξερρίζωσαν τὸν τίμιο σταυρό. Ὄργιο, φοβερὸ ὄργιο!…
29 Μαΐου ἔγιναν αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἀπὸ τότε, ἀπὸ τὴν ἀποφράδα ἐκείνη μέρα, πέρασαν χρόνια. Ἦταν ἡ συμφορὰ αὐτὴ τιμωρία γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ γένους μας. Ἀλλὰ δὲν ἦ­ταν αὐτὴ ἡ μόνη συμφορά. Ἦρθε ὕστερα καὶ μιὰ δεύτερη συμφορά, μεγαλύτερη ἀπὸ τὴ συμφορὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἡ ἄλλη συμφορὰ ποιά ἦταν· ἡ Μικρασιατικὴ Καταστροφή. Λένε –συμφωνῶ κ᾿ ἐγώ–, ὅτι ἡ καταστροφὴ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἦταν μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν καταστροφὴ τῆς Κωνσταντινουπόλε­ως. Μεγάλη καταστροφή. Πάλι γιὰ τὶς ἁμαρτί­ες μας. Καὶ τώρα; Τώρα… Δὲν τολμῶ νὰ σᾶς πῶ, ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος νὰ μᾶς ἔρθῃ νέα συμ­φορά, ἀκόμη μεγαλύτερη ἀπὸ αὐτές. Θεέ μου Θεέ μου!
Καὶ οἱ Ἕλληνες; Ἀδιάφοροι… Τί θὰ μᾶς σώ­σῃ; Δὲν θὰ μᾶς σώσουν οὔτε οἱ πολιτικοὶ οὔ­τε τὰ κόμματα οὔτε τίποτε ἀπὸ τὰ ἄλλα ποὺ θεωροῦμε ἄξιο ἐμπιστοσύνης. Ἕνα θὰ μᾶς σώ­σῃ. Τὸ εἶπα, τὸ λέω, καὶ τὸ φωνάζω κατ᾿ ἐπανάληψιν· Ἕνα θὰ μᾶς σώσῃ· ἡ μετάνοια! Διότι ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, λαὸς καὶ κλῆρος καὶ ἄρχοντες, ἔχουμε ἁμαρτήσει, καὶ γι᾿ αὐτὸ ἔ­χουμε ἀνάγκη μετανοίας καὶ ἐπιστροφῆς. Ἐ­ὰν μετανοήσουμε, θὰ κάνῃ πάλι ὁ Θεὸς τὸ θαῦ­­μα του· ἐὰν δὲν μετανοήσουμε, τότε πρέπει νὰ περιμένουμε κάποια νέα μεγαλύτερη συμφορά.
Αὐτὰ ἑορτάζουμε, ἀγαπητοί μου. Τὴν παρθενομάρτυρα ἁγία Θεοδοσία, τὴν ὁσιομάρτυ­ρα ἁγία Θεοδοσία, καὶ τὴν ἐπέτειο τῆς ἁλώσε­ως τῆς Πόλεως. Γι᾿ αὐτὸ τέτοια μέρα ἔπρεπε νὰ τελοῦνται μνημόσυνα σὲ ὅλους τοὺς να­οὺς ὑπὲρ ἀναπαύσεως τοῦ μεγάλου ἥρωος καὶ πατριώτου καὶ Χριστιανοῦ, τοῦ βασιλέως Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ὁ ὁποῖος πρὶν τὴν τελευταία ἡμέρα, τὴν προγουμένη τί ἔκανε; Κάτι ποὺ δὲν τὸ κάνει κανείς σήμερα. Πῆγε στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας γιὰ τὴ θεία λειτουρ­γία ξυπόλητος· γονάτισε, ἔκλαψε, παρακάλεσε τὸ Θεό· ζήτησε συγγνώμη ἀπ᾿ ὅλο τὸ ἐκ­κλη­σίασμα –ἦταν ἡ τελευταία ἡμέρα τῆς ζωῆς του–, μὲ δάκρυα κοινώνησε τὰ ἄχραντα μυστήρια, καὶ μετὰ ἀνέβηκε στὰ τείχη. Καὶ ἐκεῖ, σὰν λιοντάρι, ἀγωνίστηκε μέχρι τὴν τελευταία πνοή του. Αἰωνία ἂς εἶνε ἡ μνήμη Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου καὶ ὅλων τῶν χιλιάδων ἐκείνων Χριστιανῶν ποὺ ἔπεσαν κατὰ τὴν Ἅ­λωσι. Καὶ αἰωνία ἂς εἶνε ἡ μνήμη τῶν χιλιάδων καὶ ἑκατομμυρίων ἐκείνων ἄλλων Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἔπεσαν κατὰ τὴν φοβερὴ Μικρασιατικὴ Καταστροφὴ ἀπὸ ἕνα χειρότερο Μωάμεθ, νεώτερο τύραννο καὶ μισέλληνα, τὸν Κεμάλ.
Ἂς παρακαλέσουμε σήμερα τὸ Θεό, διὰ πρε­σβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, τῆς ἁγίας παρθενομάρτυρος Θεοδοσίας καὶ τῆς ἁγίας ὁσιομάρτυρος Θεοδοσίας, νὰ ἐλεήσῃ τὸ γένος μας· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε σὲ ἀγρυπνία στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 29-5-1985 μὲ ἄλλο τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 29-5-2003, ἐπανέκδοσις 19-4-2026.

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.