Αυγουστίνος Καντιώτης



Προσπαθησε, αδελφε μου, ν᾽ ακολουθησης το Χριστο, να βρης την πιστι στο Θεο, να γινης ζωντανος Χριστιανος & θα βρης σωσιβιο στις δυσκολιες της ζωης. Δοκιμασε & δε θα μετανοιωσης. Το χερι του Χριστου θα σε προ­στατευη, δεν θα σ᾽ αφηση να χαθης. Κι αφου μαζι με το Χριστο περασης τη μαυρη θαλασσα της παρουσης ζωης, θ᾽ αποβιβασθης σωος στη χωρα της αιωνιοτητος.

date Αυγ 13th, 2019 | filed Filed under: εορτολογιο

 

Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΛΣΤ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2215

Κοίμησις Θεοτόκου (Λκ. 10,38-42· 11,27-28)
Πέμπτη 15 Αὐγούστου 2019
Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

ΤO ΣΩΣΙΒΙΟ

«Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία» (Λουκ. 10,41-42)

Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἀγαπητσωσιβιο ζωηςοί μου, ἦταν ἀκούραστος. Στὰ τρία περίπου χρόνια τῆς δημοσίας δράσεώς του ἐπάνω στὴ γῆ ἔτρεχε δεξιὰ καὶ ἀριστερά, πήγαινε ἀπὸ μέρος σὲ μέρος κι ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό, μ᾽ ἕνα σκοπό· νὰ σώσῃ ψυχὲς μὲ τὸν θεῖο λόγο καὶ μὲ τὴ χάρι τῶν θαυμάτων του. Σὰν τὸ βοσκὸ ποὺ δὲν ἀναπαύεται ἂν δὲν βρῇ τὸ πλανεμένο πρόβατο, σὰν τὸ γιατρὸ ποὺ δὲν ἡσυχάζει μέχρι νὰ κάνῃ τὸν ἄρρωστο καλά, ἔτσι καὶ ὁ Χριστός. Οἱ ἄνθρωποι ἦταν πλανεμένοι κ᾽ ἔπρεπε νὰ τοὺς ὁδηγήσῃ νὰ βροῦν πάλι τὸ δρόμο τους· ἦταν ἄρρωστοι ψυχικὰ καὶ σωμα­τικά, καὶ περίμεναν νὰ τοὺς θεραπεύσῃ.
Τὸ μεγάλο αὐτὸ ἐνδιαφέρον βλέπουμε καὶ στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο, ποὺ διαβάζεται πρὸς τιμὴν τῆς ἑορτῆς τῆς Παναγίας.

* * *

Καταπονημένος, ἀγαπητοί μου, ὁ Χριστὸς μετὰ ἀπὸ πεζοπορία φτάνει σ᾽ ἕνα μικρὸ χωριό, τὴ Βηθανία, ποὺ βρίσκεται κοντὰ στὰ Ἰεροσόλυμα. Ἐκεῖ κατοικοῦσε μία φιλική του οἰ­κογένεια ποὺ τὴν ἀποτελοῦσαν τρία ἀ­δέρφια, ὁ ἀγαπητός του Λάζαρος καὶ οἱ δύο ἀ­δελφές του Μαρία καὶ Μάρθα. Ἡ ἐπίσκεψι τοῦ Κυρίου στὸ σπιτάκι τους ἔφερε χαρὰ ποὺ δὲν περιγράφεται. Θὰ φιλοξενοῦσαν στὸ φτω­χικό τους τὸ μεγάλο Ξένο! Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι χαίρον­ται ὅ­ταν φιλοξενοῦν κάποιον ἐπίσημο· μὰ ὑπάρχει πιὸ ἐπίσημος καὶ πιὸ μεγάλος ἀπὸ τὸ Χριστό; Μεγάλη πράγματι ἡ τιμὴ αὐτή.
Τί χαρὰ καὶ τί εὐτυχία θὰ ἦταν καὶ γιὰ σένα νὰ φιλοξενήσῃς στὸ σπίτι σου τὸ Χριστό! Ἂν ὅμως τὸ ἐπιθυμῇς, μπορεῖς καὶ τώρα νὰ τὸν φιλοξενήσῃς. Ἐρω­τᾶς τὸ πῶς; Ὑπάρχουν ἀρ­κετοὶ τρόποι. Θυμήσου π.χ. ἐκεῖνα τὰ λόγια του· «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. 25,40). Αὐτὸν τὸν ἴδιο δηλα­δὴ φιλοξενεῖς ὅταν κάνῃς ἐλεημοσύνη στὸν φτω­χὸ καὶ ἀδύνατο. Τὸν φιλοξενεῖς ἀκόμη ὅ­ταν κοινωνῇς τὰ ἄχραντα μυστήρια· γίνεσαι τότε ὁλόκληρος ἕνα ἀνάκτορο, μέσα στὸ ὁ­ποῖο ἔρχεται καὶ κατοικεῖ ὁ Χριστός. Τὸν φιλο­ξενεῖς ὅμως καὶ ὅταν προσηλώνεσαι καὶ ἀκοῦς μὲ προθυμία τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ.
Αὐτὸ τὸ τελευταῖο ἔκανε καὶ ἡ Μαρία ἡ ἀ­δελφὴ τοῦ Λαζάρου, ὅπως ἀκούσαμε· κάθισε κοντὰ στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ καὶ ἄκουγε μὲ προσοχὴ τὴ διδασκαλία του. Τὰ λόγια του ἦ­ταν γι᾽ αὐτὴν χρυσάφι καθαρὸ ποὺ ἔπεφτε ἐξ οὐρανοῦ, δροσιὰ τῆς ψυχῆς της. Ἄκουγε τὸν Κύριο καὶ δὲν χόρταινε.
Ποῦ εἶνε ὅμως τόση ὥρα ἡ ἀδελφή της ἡ Μάρθα; Ἡ Μάρθα θεώρησε ὅτι πρέπει μὲ ἄλ­λο τρόπο νὰ εὐχαριστήσῃ τὸν Χριστό. Μιὰ καὶ τοὺς ἔκανε τὴν τιμὴ νὰ ἔρθῃ στὸ σπίτι τους, ἔπρεπε νὰ τὸν φιλοξενήσουν ὅσο μποροῦν καλύτερα. Ἄρχισε λοιπὸν νὰ ἑτοιμάζῃ φαγη­τὰ διάφορα. Καὶ ἡ δουλειὰ αὐτὴ δὲν τῆς ἄφηνε χρόνο νὰ μείνῃ κι αὐτὴ κοντά του. Ἀπασχο­λημένη στὴν κουζίνα εἶχε ἀφήσει τὸ Χριστό. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ σὲ μιὰ στιγμὴ ἔρχεται ἐκεῖ ποὺ μιλοῦσε ὁ Διδάσκαλος καὶ λέει μὲ παράπονο· –Κύριε, ἔχω τόση δουλειὰ νὰ κάνω, πνίγομαι, δὲν τὰ βγάζω πέρα· σὲ παρακαλῶ, πὲς στὴ Μαρία τὴν ἀδελφή μου, ποὺ μ᾽ ἔχει ἀφήσει μόνη, νὰ ᾽ρ­θῇ νὰ μὲ βοηθήσῃ.
Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς τί τῆς ἀπαντᾷ· –«Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑ­νὸς δέ ἐστι χρεία» (Λουκ. 10,41-42). Μάρθα, δαπανᾷς τὸν πολύτιμο χρόνο γιὰ ἄλλα πρά­γματα· καὶ πάνω στὶς πολλὲς φροντίδες ὑπάρ­χει κίνδυνος νὰ ξεχάσῃς τὸ ἕνα, ποὺ εἶνε καὶ τὸ σπουδαιότερο ἀπ᾽ ὅλα, τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς.
Ἄχ, ἀδελφοί μου, πόσο τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Χριστοῦ ἐφαρμόζονται καὶ σ᾽ ἐμᾶς! Γιὰ τόσα δευτερεύοντα πράγματα φροντίζουμε· καὶ μό­νο γιὰ τὴν ἀθάνατη ψυχὴ δὲν δείχνουμε κάποιο ἐνδιαφέρον.
῾Ρῖξτε ἕνα βλέμμα στὴν κοινωνία καὶ θὰ δῆ­τε ἀνθρώπους, ποὺ ἀπ᾽ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ σκέπτονται, συζητοῦν, ἐργάζονται καὶ τρέχουν γιὰ τὶς ὑλικές τους ὑποθέσεις· γιὰ τὸ φαῒ καὶ τὸ πιοτό, γιὰ ἀπολαύσεις καὶ διασκεδά­σεις, γιὰ τὸ ντύσιμο καὶ τὴν ἐμφάνισι, γιὰ περιουσίες καὶ κέρδη, γιὰ χωράφια σπίτια καὶ μαγαζιά, γιὰ ζῷα καὶ σκυλιά… Γιὰ ὅλα μὰ ὅλα φροντίζουν, ὅλα τὰ θυμοῦνται, τὴν ψυχὴ ὅ­μως τὴν ἔχουν ξεχάσει· σὰν νὰ μὴν ὑπάρχῃ, σὰν νὰ μὴν ἔχουν ψυχή.
Βλέπουμε πολλοὺς ποὺ κυνηγοῦν τὸ χρῆ­μα, τὶς καταθέσεις, τὰ δάνεια καὶ τοὺς τόκους, μὲ σκοπὸ ὄχι ἁπλῶς νὰ ζήσουν ἀλλὰ νὰ πλουτίσουν καὶ νὰ θησαυρίσουν. Κοπιάζουν γιὰ νὰ στήσουν ἑταιρεῖες, νὰ ἱδρύσουν νέες ἐ­πιχειρήσεις, ν᾽ ἀνοίξουν ἄλλες δουλειές, νὰ ἐπεκ­τείνουν ἐγκαταστάσεις. Εἶνε ἀεικίνητοι. Γιὰ τὴ σωτηρία ὅμως τῆς ψυχῆς μένουν ἀδρανεῖς, ἄ­πρακτοι, δὲν κάνουν καμμία ἐνέργεια.
Ἄλλοι πάλι ἀγωνίζονται νὰ διακριθοῦν κοινωνικά, ν᾽ ἀναπτύξουν γνωριμίες, νὰ καλλιεγή­σουν δημόσιες σχέσεις, νὰ καταλάβουν ἐ­πίκαι­ρες θέσεις, ν᾽ ἀνεβοῦν σκαλοπάτια δόξης. Ἀ­ναλώνονται, ἱδρώνουν, ματώνουν, ἀλ­λὰ γιὰ τὴν αἰώνια σωτηρία μένουν ἀναίσθητοι.
–Ἄνθρωποι, φωνάζει ὁ θεῖος Λυτρωτής, «με­­ριμνᾶτε καὶ τυρβάζεσθε περὶ πολλά, ἑνὸς δέ ἐστι χρεία».
–Ἀλλὰ πῶς; θὰ πῆτε· νὰ δέσω λοιπὸν τὰ χέρια καὶ νὰ μὴν ἐργάζωμαι, νὰ μὴ ζητῶ τὴν πρόοδό μου;… Τέτοιο πρᾶγμα δὲν σοῦ εἶπε ὁ Χριστός. Ὁ Χριστὸς θέλει νὰ ἐργάζεσαι, ἀλλ᾽ ὡς πρῶτο ἔργο καὶ σπουδαιότερο ἀπ᾽ ὅλα νὰ θεωρῇς τὴ φροντίδα γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς. Ἡ πρώτη καὶ μεγαλύτερη ἀνάγκη εἶνε νὰ σωθῇ ἡ ψυχή· ἔ­πειτα μπορεῖς νὰ φροντίζῃς καὶ γιὰ τὰ ἄλλα· κανείς δὲν σοῦ τὸ ἀπαγορεύει.

* * *

Προτοῦ νὰ τελειώσω, ἀγαπητοί μου, ἀκοῦ­στε τὸ ἑξῆς ἀνέκδοτο. Κάποτε τρεῖς φίλοι, νέοι ἐπιστήμονες, ἕ­­νας ἀστρονόμος, ἕνας φυ­σικὸς καὶ ἕνας φιλόλογος, θέλησαν γιὰ ἀναψυχὴ νὰ κάνουν μιὰ βαρκάδα στὴ θάλασσα, ἀφοῦ ὁ καιρὸς ἦταν καλός. Ἔπιασαν συζήτησι μὲ τὸ βαρκάρη. –Ξέ­ρεις ποῦ εἶνε ὁ Ὠρίων; τὸν ρωτάει ὁ ἀστρονό­­μος. –Ὄχι, λέει ὁ βαρκάρης. –Ἄ, ἔχασες τὴ μι­σή σου ζωή. –Ξέρεις τί εἶνε μαγνητισμός, ἠ­λε­κτρισμός, ἕλξις; τὸ ρωτάει ὁ φυσικός. –Ὄχι, λέει ὁ βαρκάρης. –Ἔ, ἔ­χασες τὴ μισή σου ζωή. –Ἔχεις ἀκούσει γιὰ τὰ ποιήματα τοῦ Ὁμήρου, τοῦ Πινδάρου, τοῦ Σαίξπηρ; ρωτάει κι ὁ φιλόλο­γος. –Ὄχι, λέει ὁ βαρκάρης. –Ὤ, ἔχασες τὴ μισή σου ζωή. Σὲ λίγο ὅμως ἡ θάλασσα ἀγρίεψε, τὰ κύμα­τα ἄρ­χισαν νὰ χτυποῦν τὴ βάρκα πολὺ δυνατά. Κινδύνευαν. Τότε ὁ βαρκάρης ρώτησε· –Παιδιά, κολύμπι ξέρετε; –Ὄχι, ἀπαντοῦν. –Λυ­πᾶ­μαι, ἀλλὰ τώρα θὰ χάσετε ὅλη τὴ ζωή σας!…
Τὸ ἀνέκδοτο αὐτὸ ταιριάζει σ᾽ ἐμᾶς. Ἡ ζωὴ αὐτὴ εἶνε ταξίδι σὲ μιὰ θάλασσα. Βάρκα εἶνε ἡ κοσμοθεωρία, οἱ πεποιθήσεις, τὰ ἐρείσματά μας. Ἐπιβάτες εἴμαστε ὅλοι ἐμεῖς. Ὅταν λοιπὸν οἱ θλίψεις ἡ μία κοντὰ στὴν ἄλλη σὲ πλήττουν σὰν κύματα, τότε τί νὰ σοῦ κάνουν τὰ χρήμα­τα; ὅταν ἡ συνείδησι σὲ τύπτῃ σὰν καταιγίδα, τότε τί νὰ σοῦ προσφέρουν τὰ μέγαρα; ὅταν ὁ θάνατος ξεπροβάλλῃ ἄγριος σὰν κῆτος νὰ σὲ καταπιῇ, τότε σὲ τί θὰ σὲ βοηθή­σῃ ἡ ἐπιστήμη, τὸ ἐμπόριο, τὰ πλούτη, τὰ ἀ­ξιώματα; Ἕνα πρᾶγμα σοῦ εἶνε ἀναγκαῖο· ἡ πίστι στὸ Θεό. Αὐτὸ εἶνε τὸ «ἕν» ποὺ χρειάζεται ἀπαραιτήτως, τὸ σωσίβιο ποὺ σοῦ ῥίχνει ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ σωθῇς. Χωρὶς τὴν πίστι θὰ ναυαγήσῃς καὶ θὰ πνιγῇς.
Ναί, ἀγαπητοί μου. Ὅ,τι εἶνε τὸ σωσίβιο γιὰ τὸ ναυαγό, αὐτὸ εἶνε ἡ πίστι γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ὅ,τι εἶνε τὸ νερὸ γιὰ τὸ ψάρι –χωρὶς αὐ­τὸ δὲν μπορεῖ νὰ ζήσῃ–, αὐτὸ εἶνε γιὰ τὸν ἄν­θρωπο ἡ ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας. Ὅ,τι εἶνε γιὰ τὴ σωματική μας ζωὴ ὁ ἀ­έρας καὶ τὸ ὀξυγόνο, αὐτὸ εἶνε γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς μας ἡ χά­ρις τῆς πίστεως. Εἶνε δηλαδὴ ἐκεῖνο τὸ ἀναγ­καῖο, γιὰ τὸ ὁποῖο ὁ Χριστὸς εἶπε ὅτι «ἑνός ἐ­στι χρεία». Τὸ ἔχεις αὐτό μέσα σου; κέρδισες τὸ πᾶν· δὲν τὸ ἔχεις; τά ᾽χασες ὅλα.
Ὑπόθεσε ὅτι ταξιδεύεις καὶ στὸ πλοῖο ποὺ μπῆκες ἄλλος ἔχει ἐμπορεύματα ἀξίας, ἄλλος ἔχει πολύτιμους λίθους, διαμάντια καὶ πετρά­δια, ἄλλος σακκιὰ γεμᾶτα χρυσᾶ νομίσματα…· ἐσὺ δὲν ἔχεις τίποτε ἄλλο παρὰ ἕνα σωσίβιο. Ἂν ὅμως συμβῇ ναυάγιο καὶ πέσετε ὅλοι στὴ θάλασσα, ποιός θὰ σωθῇ; ἐκεῖνοι ποὺ πῆραν μαζί τους ἐκεῖνα τὰ πλούτη, ἢ ἐσὺ ποὺ εἶχες τὴν πρόνοια νὰ πάρῃς μαζί σου τὸ σωσίβιο; Ἐσὺ βέβαια, ἐνῷ οἱ ἄλλοι θὰ πνιγοῦν καὶ θὰ κατεβοῦν μαζὶ μὲ τὰ πλούτη τους στὸ βυθό.
Προσπάθησε, ἀδελφέ μου, ν᾽ ἀκολουθήσῃς τὸ Χριστό, νὰ βρῇς τὴν πίστι στὸ Θεό, νὰ γί­νῃς ζωντανὸς Χριστιανός. Τότε θά ᾽σαι ἀ­σφα­λισμένος. Τὸ χέρι τοῦ Χριστοῦ θὰ σὲ προ­στατεύῃ, δὲν θὰ σ᾽ ἀφήσῃ νὰ χαθῇς. Κι ἀφοῦ μαζὶ μὲ τὸ Χριστὸ περάσῃς τὴ μαύρη θάλασσα τῆς παρού­σης ζωῆς, θ᾽ ἀποβιβασθῇς σῶος στὴ χώ­ρα τῆς αἰ­ωνιότητος. Ἐκεῖ θά ᾽σαι γιὰ πάντα μακάρι­ος. Θὰ ἔχῃς ἐκλέξει, μαζὶ μὲ τὴ Μαρία καὶ τὴν Παναγία μας, «τὴν ἀγαθὴν μερίδα»· θά ᾽νε αἰ­ώ­νιο κτῆμα σου, δὲν θὰ σοῦ ἀφαιρεθῇ ποτέ.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπὸ τὸ χειρόγραφο ὁμιλίας, ἡ ὁποία ἔγινε σὲ ἄγνωστο ἱ. ναὸ τῆς ἱ. μητροπόλεως Αἰτωλίας & Ἀκαρνανίας καὶ πιθανῶς τὴν 15-8-1937. Ἀνάγνωσις, στοιχειοθεσία, μεταφορὰ σὲ ἁπλῆ γλῶσσα καὶ μικρὴ ἀναπλήρωσις 9-7-2019.

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.